ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Ευρωπαϊκή Οδηγία

ΚΩΔΙΚΟΣ

1978/31978L0052

EU GAZETTE

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ EURLEX

ΕΦΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΑΠΟ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

1978-01-19

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1977-12-21

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

1977-12-13

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑ ΔΑΣΟΚΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΛΙΕΙΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Οδηγία 78/52/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 1977 περί καθιερώσεως κοινοτικών κριτηρίων που εφαρμόζονται στα εθνικά σχέδια επιταχύνσεως της εξαλείψεως της βρουκελλώσεως, της φυματιώσεως και της ενζωοτικής λευκώσεως στα βοοειδή

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 1977 περί καθιερώσεως κοινοτικών κριτηρίων που εφαρμόζονται στα εθνικά σχέδια επιταχύνσεως της εξαλείψεως της βρουκελλώσεως, της φυματιώσεως και της ενζωοτικής λευκώσεως στα βοοειδή ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, την οδηγία 77/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1977 περί καθιερώσεως κοινοτικού προγράμματος με σκοπό την εξάλειψη της βρουκελλώσεως, της φυματιώσεως και της λευκώσεως των βοοειδών(1), και ιδίως το άρθρο 13, την πρόταση της Επιτροπής, Εκτιμώντας: ότι, κατά τη θέσπιση με την οδηγία 77/391/ΕΟΚ των βασικών αρχών μιας κοινοτικής παρεμβάσεως για την εξάλειψη της βρουκελλώσεως, φυματιώσεως και λευκώσεως, το Συμβούλιο αποφάσισε να καθορίσει σε μεταγενέστερο χρόνο τα ελάχιστα κριτήρια που πρέπει να πληρούν τα εθνικά σχέδια εξαλείψεως των προαναφερομένων ασθενειών για να τύχουν κοινοτικής χρηματοδοτήσεως- ότι το πρώτο από τα κριτήρια αυτά είναι εκείνο που θα προσδώσει επιτάχυνση στα εθνικά σχέδια για να επιτευχθεί το ταχύτερο ο επιδιωκόμενος σκοπός καταπολεμήσεως που έχει αναληφθεί εν όψει της εξαλείψεως των εν λόγω ασθενειών στα Κράτη Μέλη των οποίων οι πληθυσμοί είναι ακόμη προσβεβλημένοι- ότι, προς το σκοπό αυτό, πρέπει να ληφθούν ή να εντατικοποιηθούν, στο μέτρο του δυνατού, συγχρόνως τα μέτρα που αφορούν ιδιαιτέρως τον έλεγχο του ζωικού κεφαλαίου, τη λειτουργία των εργαστηρίων καθώς και την αποζημίωση που καταβάλλεται για τα βοοειδή που σφάζονται στα πλαίσια των σχεδίων εξαλείψεως- ότι είναι εξ άλλου αναγκαίο, ανάλογα με τις αναφερόμενες ασθένειες, να καθορισθούν οι όροι, σύμφωνα με τους οποίους πρέπει να εφαρμόζονται τα μέτρα σφαγής, απομονώσεως, καθαρισμού και απολυμάνσεως, καθώς και η χρήση ορισμένων ζωικών προϊόντων- ότι είναι επίσης απαραίτητο, για την καταπολέμηση του κινδύνου επαναμολύνσεως, να ελέγχονται αυστηρά οι μετακινήσεις των βοοειδών, ιδίως μεταξύ των ζωικών κεφαλαίων που δεν έχουν το αυτό υγειονομικό καθεστώς και να εξαρτώνται οι μετακινήσεις αυτές από ορισμένες δοκιμές- ότι πρέπει να καθορισθεί η ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας 77/391/ΕΟΚ, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Για να τυγχάνει της χρηματικής συνεισφοράς της Κοινότητος, που προβλέπεται από την οδηγία 77/391/ΕΟΚ, κάθε σχέδιο εξαλείψεως που αναφέρεται στα άρθρα 2, 3 και 4 της εν λόγω οδηγίας, πρέπει, για τα ζωικά κεφάλαια στα οποία εφαρμόζεται, να ανταποκρίνεται τουλάχιστον στα κριτήρια που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία. Άρθρο 2 Κατά την έννοια της παρούσης οδηγίας νοούνται: 1. Όσον αφορά τη βρουκέλλωση των βοοειδών: α) ζωικά κεφάλαια βοοειδών τύπου Β1: τα ζωικά κεφάλαια των οποίων το κλινικό ιστορικό και η κατάσταση σχετικά με τους διενεργηθέντες εμβολιασμούς και το ορρολογικό καθεστώς είναι άγνωστα- β) ζωικά κεφάλαια βοοειδών τύπου Β2: τα ζωικά κεφάλαια των οποίων το κλινικό ιστορικό, η κατάσταση σχετικά με τους διενεργηθέντες εμβολιασμούς και το ορρολογικό καθεστώς είναι γνωστά και των οποίων οι συνήθεις δοκιμές ελέγχου πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες εθνικές διατάξεις, για να φέρουν τα ζωικά αυτά κεφάλαια στο καθεστώς των τύπων Β3 ή Β4- γ) ζωικά κεφάλαια βοοειδών τύπου Β3: τα ζωικά κεφάλαια που είναι απαλλαγμένα βρουκελλώσεως κατά την έννοια της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 1964 περί προβλημάτων υγιειονομικού ελέγχου στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών βοοειδών και χοιροειδών(2), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 77/98/ΕΟΚ(3)- δ) ζωικά κεφάλαια βοοειδών τύπου Β4: τα ζωικά κεφάλαια που είναι επίσημα απαλλαγμένα από βρουκέλλωση κατά την έννοια της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ. 2. Όσον αφορά τη φυματίωση βοοειδών: α) ζωικά κεφάλαια βοοειδών τύπου T1: τα ζωικά κεφάλαια των οποίων το κλινικό ιστορικό και η κατάσταση αντιδράσεώς τους στη φυματίνη είναι άγνωστα- β) ζωικά κεφάλαια βοοειδών τύπου T2: τα ζωικά κεφάλαια των οποίων το κλινικό ιστορικό και η κατάσταση αντιδράσεώς τους στη φυματίνη είναι γνωστά και στους οποίους οι συνήθεις δοκιμές ελέγχου πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διατάξεις, για να φέρουν τα ζωικά αυτά κεφάλαια στο καθεστώς του τύπου T3- γ) ζωικά κεφάλαια βοοειδών τύπου T3: τα ζωικά κεφάλαια που είναι επίσημα απαλλαγμένα από φυματίωση κατά την έννοια της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ. 3. Ύποπτο ζώο: κάθε βοοειδές το οποίο παρουσιάζει συμπτώματα που κινούν την υποψία της παρουσίας φυματιώσεως, βρουκελλώσεως ή λευκώσεως και για το οποίο κατάλληλη διάγνωση δεν έχει επίσημα επιβεβαιώσει ή αποκλείσει την ύπαρξη μιας ή περισσοτέρων από τις ασθένειες αυτές. 4. Επίσημος κτηνίατρος: ο κτηνίατρος που ορίζεται από την αρμοδία κεντρική αρχή του Κράτους Μέλους. 5. Μεταφορικά μέσα: τα τμήματα των αυτοκινήτων οχημάτων που προορίζονται για φόρτωση, τα οχήματα που κινούνται επί σιδηροτροχιών, τα αεροσκάφη καθώς και τα κύτη πλοίων ή οι περιέκτες για την οδική, θαλάσσια ή εναέρια μεταφορά. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι Γενικές διατάξεις Άρθρο 3 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε η ενέργεια επιταχύνσεως η οποία προβλέπεται στην οδηγία 77/391/ΕΟΚ να εκφράζεται σε όλες τις περιπτώσεις με αισθητή μείωση του χρονικού διαστήματος που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού των σχεδίων εξαλείψεως σε σχέση με τα χρονικά διαστήματα των προγραμμάτων που εφαρμόζονται επί του παρόντος. Τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την επίτευξη του σκοπού αυτού, είναι τα ακόλουθα: 1. Αύξηση της αναλογίας του εθνικού ζωικού κεφαλαίου βοοειδών που αποτελεί αντικείμενο των μέτρων εξαλείψεως και προλήψεως, κατά τρόπο, ώστε να επιτυγχάνεται το ταχύτερο δυνατό η θέση ή η διατήρηση υπό έλεγχο μεγάλου τμήματος του ζωικού κεφαλαίου βοοειδών ή του συνόλου αυτού. 2. Υπολογισμός των αποζημιώσεων που χορηγούνται για τη σφαγή η οποία πραγματοποιείται μετά από εντολή του επισήμου κτηνιάτρου ώστε να αποζημιώνονται οι εκτροφείς κατά τον κατάλληλο τρόπο. 3. Αύξηση του δυναμικού των εργαστηρίων και βελτίωση των όρων διενεργείας των εργαστηριακών διαγνώσεων, στο μέτρο που η προσπάθεια αυτή υπολείπεται να ολοκληρωθεί ώστε να φτάσει σε ικανοποιητικό επίπεδο για τα μέτρα καταπολεμήσεως που προβλέπονται στο σημείο 1. 4. Οι διατάξεις οι σχετικές με την καταπολέμηση των ενζωοτιών πρέπει να τίθενται συνεχώς σε εφαρμογή. Για την εγγύηση της πλήρους αποτελεσματικότητος της επιταχύνσεως, τα Κράτη Μέλη πρέπει να ενεργήσουν κατά τρόπον ώστε όλα τα μέτρα που υποδεικνύονται στα σημεία 1 έως 4 να τεθούν σε εφαρμογή. Άρθρο 4 1. Για τον επίσημο έλεγχο της μετακινήσεως των βοοειδών, τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε τα ζώα αυτά να καταγράφονται και να εξακριβώνεται η ταυτότητά τους διαρκώς. 2. Τα Κράτη Μέλη καταρτίζουν, για κάθε μία από τις ασθένειες που αποτελούν αντικείμενο σχεδίου εξαλείψεως, επίσημη κατάσταση, η οποία ενημερώνεται διαρκώς, των ζωικών κεφαλαίων βοοειδών τα οποία εμπίπτουν στο σχέδιο αυτό, στο οποίο τα ζωικά αυτά κεφάλαια κατατάσσονται ανάλογα με την υγιειονομική τους κατάσταση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ Ειδικές διατάξεις που αφορούν τη βρουκέλλωση των βοοειδών Άρθρο 5 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε στα πλαίσια ενός σχεδίου εξαλείψεως της βρουκελλώσεως: α) η υπόνοια και η ύπαρξη βρουκελλώσεως να αποτελούν αντικείμενο υποχρεωτικής και άμεσης κοινοποιήσεως στην αρμοδία αρχή- β) να απαγορεύεται κάθε θεραπευτική αγωγή της βρουκελλώσεως- γ) αν διενεργείται αντιβρουκελλικός εμβολιασμός, να πραγματοποιείται με επίσημο έλεγχο αλλά να διακόπτεται το συντομώτερο δυνατό, ώστε τα ζωικά κεφάλαια να δύνανται να προωθούνται στην κατηγορία των επίσημα απαλλαγμένων βρουκελλώσεως ζωικών κεφαλαίων. Άρθρο 6 1. Όταν σε ζωικό κεφάλαιο ευρίσκεται ζώο ύποπτο βρουκελλώσεως, οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε, το συντομώτερο δυνατό, να πραγματοποιηθoύν επίσημες έρευνες που αποσκοπούν στην επιβεβαίωση ή τον αποκλεισμό υπάρξεως της ασθενείας αυτής. Εν αναμονή των αποτελεσμάτων των ερευνών αυτών οι αρμόδιες αρχές διατάσσουν: - να τεθεί υπό επίσημη επίβλεψη το ζωικό κεφάλαιο, - να απαγορευθεί κάθε μετακίνηση προς αυτό το ζωικό κεφάλαιο ή από αυτό το ζωικό κεφάλαιο, εκτός της περιπτώσεως κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν την έξοδο των βοοειδών που προορίζονται να σφαγούν αμέσως. Εν τούτοις, η μετακίνηση των ευνουχισμένων βοοειδών της εκμεταλλεύσεως αυτής θα μπορούσε να επιτραπεί από τις αρμόδιες αρχές μετά την απομόνωση των υπόπτων ζώων, υπό την επιφύλαξη ότι τα ευνουχισμένα βοοειδή πρόκειται να μεταφερθούν σε αγέλες που αποτελούνται από βοοειδή εκτρεφόμενα σε λιβάδια και στη συνέχεια στο σφαγείο, - να απομονωθούν εντός του ζωικού κεφαλαίου τα ύποπτα ζώα. 2. Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αίρονται μόνον εφ' όσον η υπόνοια ή η ύπαρξη βρουκελλώσεως στο ζωικό κεφάλαιο αυτό διαψεύδονται επίσημα. 3. Όταν η παρουσία βρουκελλώσεως επιβεβαιούται επίσημα, τα Κράτη Μέλη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή κάθε μεταδόσεως της ασθενείας αυτής και ιδίως μεριμνούν ώστε: - να απαγορεύεται κάθε μετακίνηση προς αυτό το ζωικό κεφάλαιο ή από αυτό το ζωικό κεφάλαιο, εκτός της περιπτώσεως κατά την οποία προορίζονται να σφαγούν αμέσως- εν τούτοις, η μετακίνηση των ευνουχισμένων βοοειδών της εκμεταλλεύσεως αυτής θα μπορούσε να επιτραπεί από τις αρμόδιες αρχές, μετά την απομόνωση και τη σήμανση, εν όψει της σφαγής τους, των μολυσμένων βοοειδών και των βοοειδών που θεωρούνται από τις αρμόδιες αρχές ως μολυσμένα, υπό την επιφύλαξη ότι τα ευνουχισμένα βοοειδή πρόκειται να μεταφερθούν σε αγέλες που αποτελούνται από βοοειδή εκτρεφόμενα σε λιβάδια και στη συνέχεια στο σφαγείο, - τα βοοειδή στα οποία η ύπαρξη βρουκελλώσεως έχει επίσημα διαπιστωθεί, καθώς και τα βοοειδή τα οποία δύνανται να έχουν μολυνθεί από αυτά, να απομονώνονται εντός του ζωικού κεφαλαίου, - στα πλαίσια τηρήσεως της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ και της οδηγίας 78/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 1977 περί παρατάσεως της ισχύος ορισμένου αριθμού παρεκκλίσεων σχετικών με τη βρουκέλλωση και τη φυματίωση προς τη Δανία, την Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο(4), να αρχίσει αμέσως η διενέργεια εξετάσεων αναζητήσεως της βρουκελλώσεως στα βοοειδή, - τα βοοειδή στα οποία η ύπαρξη της βρουκελλώσεως έχει διαπιστωθεί επίσημα, τα βοοειδή που έχουν παρουσιάσει δυσμενές αποτέλεσμα στην εξέταση που προβλέπεται στην τρίτη περίπτωση, καθώς και τα βοοειδή που θεωρούνται από τις αρμόδιες αρχές ως μολυσμένα, να απομονώνονται και να σημαίνονται μέχρι της σφαγής που προβλέπεται στο άρθρο 7, - το γάλα που προέρχεται από μολυσμένες αγελάδες να χρησιμοποιείται για τη διατροφή των ζώων της εν λόγω εκμεταλλεύσεως μόνο μετά από κατάλληλη θερμική επεξεργασία, - υπό την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων σχετικά με την ανθρώπινη διατροφή, το γάλα που προέρχεται από αγελάδες μολυσμένου ζωικού κεφαλαίου να δύναται να παραδίδεται σε γαλακτοκομείο μόνο για να υποστεί κατάλληλη θερμική επεξεργασία, - τα σφάγια, τα ημίση των σφαγίων, τα τεταρτημόρια, τα τεμάχια και τα παραπροϊόντα, που προέρχονται από μολυσμένα βοοειδή που προορίζονται για τη διατροφή ζώων, να επεξεργάζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται κάθε μόλυνση, - τα έμβρυα, οι θνησιγενείς μόσχοι, οι μόσχοι που έχουν υποκύψει στη βρουκελλική μόλυνση μετά τη γέννησή τους ή οι πλακούντες να αποβάλλονται και να καταστρέφονται αμέσως και επιμελώς, εκτός αν προορίζονται για ανάλυση, - ο σανός, η στρωμνή ή κάθε άλλη ύλη και ουσία που έχουν έλθει σε επαφή με την αγελάδα ή τον μόσχο που είναι μολυσμένοι ή τον πλακούντα, να καταστρέφονται αμέσως, να καίονται ή να ενταφιάζονται, αφού ψεκασθούν με απολυμαντικό προϊόν, - ο έλεγχος των εγκαταστάσεων, όπως οι επιχειρήσεις σφαγής και τεμαχισμού ζώων, να εξασφαλίζεται στα πλαίσια επισήμου ρυθμίσεως, η οποία εγγυάται ότι το παρασκευαζόμενο προϊόν δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο μεταδόσεως της βρουκελλώσεως, - η κόπρος που προέρχεται από υπόστεγα ή άλλους χώρους που χρησιμοποιούνται για τα ζώα να εναποθηκεύεται σε χώρο στον οποίο να μην πλησιάζουν τα ζώα του αγροκτήματος, να ψεκάζεται με κατάλληλο απολυμαντικό και να διατηρείται τουλάχιστον επί τρεις εβδομάδες. Δεν είναι απαραίτητο να ψεκάζεται η κόπρος με απολυμαντικά αν καλύπτεται από στρώμα κόπρου ή χώματος μη μολυσμένου. Τα υγρά των υποστέγων ή των άλλων χώρων, που χρησιμοποιούνται για τα ζώα, πρέπει να απολυμαίνονται, εφ' όσον δεν απομακρύνονται συγχρόνως με την κόπρο. Άρθρο 7 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε τα βοοειδή στα οποία η βρουκέλλωση έχει επισήμως διαπιστωθεί μετά από μικροβιολογική, ανατομοπαθολογική ή ορρολογική εξέταση, καθώς και τα ζώα που θεωρούνται από τις αρμόδιες αρχές ως μολυσμένα, να σφάζονται υπό επίσημο έλεγχο, το ταχύτερο δυνατό και το αργότερο τριάντα μέρες μετά την επίσημη κοινοποίηση, στον ιδιοκτήτη ή στον κάτοχο, των αποτελεσμάτων των δοκιμών και της υποχρεώσεως που έχει, δυνάμει του σχεδίου εξαλείψεως, να σφάξει τα εν λόγω βοοειδή εντός της αυτής προθεσμίας. Άρθρο 8 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε: 1. Μετά τη θανάτωση δια σφαγής των βοοειδών που αναφέρονται στο άρθρο 7 και πριν από κάθε ανασυγκρότηση του ζωικού κεφαλαίου, τα υπόστεγα ή οι άλλοι χώροι όπου στεγάζονται τα ζώα και το σύνολο των δοχείων, εγκαταστάσεων και άλλων αντικειμένων που χρησιμοποιούνται για τα ζώα, να καθαρίζονται και να απολυμαίνονται υπό επίσημο έλεγχο, σύμφωνα με τις οδηγίες του επίσημου κτηνιάτρου. Οι βοσκότοποι στους οποίους είχαν παραμείνει προηγουμένως τα ζώα αυτά δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν εκ νέου πριν από τη λήξη προθεσμίας εξήντα ημερών μετά την απομάκρυνσή τους από τους βοσκότοπους αυτούς- εν τούτοις, ο αρμόδιες αρχές θα δύνανται να επιτρέπουν παρέκκλιση από αυτή την απαγόρευση για τα ευνουχισμένα βοοειδή υπό την επιφύλαξη ότι τα βοοειδή αυτά δύνανται να εξέλθουν από τους βοσκότοπους αυτούς μόνο για τη σφαγή ή τη μεταφορά προς τις αγέλες που αποτελούνται από βοοειδή εκτρεφόμενα σε λιβάδια και στη συνέχεια στο σφαγείο. 2. Τα μεταφορικά μέσα, τα δοχεία και τα εργαλεία να καθαρίζονται και απολυμαίνονται μετά από κάθε μεταφορά βοοειδών που προέρχονται από μολυσμένο ζωικό κεφάλαιο και υλών που προέρχονται από τα ζώα αυτά ή υλών και ουσιών που έχουν έλθει σε επαφή με ζώα αυτά. Οι χώροι φορτώσεως των ζώων αυτών πρέπει να καθαρίζονται και να απολυμαίνονται μετά τη χρήση τους. 3. Το απολυμαντικό που θα χρησιμοποιείται και οι διάφορες πυκνότητες αυτού να έχουν επίσημα εγκριθεί από την αρμοδία αρχή του εν λόγω Κράτους Μέλους. Άρθρο 9 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε, μετά τη θανάτωση των βοοειδών που αναφέρονται στο άρθρο 7, - υπό την επιφύλαξη του άρθρου 11, κανένα βοοειδές να μη δύναται να εξέλθει από το εν λόγω ζωικό κεφάλαιο, εκτός της περιπτώσεως που οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν την έξοδο των βοοειδών που προορίζονται να σφαγούν αμέσως. Εν τούτοις, η μετακίνηση των ευνουχισμένων βοοειδών της εκμεταλλεύσεως αυτής θα μπορούσε να επιτραπεί από τις αρμόδιες αρχές, υπό την επιφύλαξη ότι τα ευνουχισμένα βοοειδή πρόκεται να μεταφερθούν προς αγέλες που αποτελούνται από βοοειδή εκτρεφόμενα σε λιβάδια και στη συνέχεια στο σφαγείο, - να διεξάγονται εξετάσεις εντοπισμού της βρουκελλώσεως στο εν λόγω ζωικό κεφάλαιο, προκειμένου να διαπιστωθεί η εξάλειψη της ασθένειας, - η αποκατάσταση του ζωικού κεφαλαίου να δύναται να γίνει μόνο αφού τα βοοειδή άνω των δώδεκα μηνών που παραμένουν στο εν λόγω ζωικό κεφάλαιο για το σκοπό αυτό, παρουσιάζουν ευνοϊκό αποτέλεσμα σε μία ή περισσότερες εξετάσεις αναζητήσεως της βρουκελλώσεως. Εν τούτοις, για τα βοοειδή που εμβολιάζονται σύμφωνα με την οδηγία 64/432/ΕΟΚ, η εξέταση αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιείται μόνο στην ηλικία των δεκαοκτώ μηνών. Άρθρο 10 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε οι επίσημοι ορρολογικοί έλεγχοι να πραγματοποιούνται στα ζωικά κεφάλαια τύπου Β1 και Β2 έως ότου επιτευχθεί το υγειονομικό καθεστώς του τύπου Β3 ή του τύπου Β4. Άρθρο 11 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε: ι) όλα τα θήλεα και όλοι οι ταύροι που προέρχονται από ζωικά κεφάλαια τύπου Β1 και προορίζονται για ζωικά κεφάλαια τύπου Β2: - αν είναι ηλικίας άνω των δώδεκα μηνών να έχουν παρουσιάσει ευνοϊκό αποτέλεσμα με ορρολογική δοκιμή που έχει επίσημα εγκριθεί και έχει διενεργηθεί εντός των τριάντα ημερών πριν τη μεταφορά τους και να συνοδεύονται από βεβαίωση του επισήμου κτηνιάτρου που πιστοποιεί το αποτέλεσμα αυτό, - πριν γίνουν αποδεκτά στο ζωικό κεφάλαιο τύπου Β2, να απομονώνονται αμέσως μετά την άφιξή τους επί εξήντα ημέρες τουλάχιστον και αν είναι ηλικίας άνω των δώδεκα μηνών, να έχουν παρουσιάσει ευνοϊκό αποτέλεσμα σε νέα επίσημα εγκεκριμένη ορρολογική δοκιμή- ιι) όλα τα θήλεα και όλοι οι ταύροι που προέρχονται από ζωικό κεφάλαιο τύπου Β2 και προορίζονται για άλλο ζωικό κεφάλαιο τύπου Β2: - αν είναι ηλικίας άνω των δώδεκα μηνών, να έχουν παρουσιάσει ευνοϊκό αποτέλεσμα σε ορρολογική δοκιμή που έχει επίσημα εγκριθεί και έχει διενεργηθεί εντός των τριάντα ημερών από την είσοδό τους στο ζωικό κεφάλαιο και να συνοδεύονται από βεβαίωση του επισήμου κτηνιάτρου που πιστοποιεί το αποτέλεσμα αυτό, - να μην έρχονται, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, σε επαφή με βοοειδή που προέρχονται από ζωικά κεφάλαια που ευρίσκονται σε κατώτερο υγειονομικό καθεστώς- ιιι) η μεταφορά βοοειδών μεταξύ των ζωικών κεφαλαίων τύπου Β3 και Β4 να πραγματοποιείται σύμφωνα με την οδηγία 64/432/ΕΟΚ. Άρθρο 12 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε: - να λαμβάνονται επίσημα μέτρα ελέγχου για να αποφεύγεται η εκ νέου μόλυνση ζωικού κεφαλαίου, στο οποίο η βρουκέλλωση έχει εξαλειφθεί, από άλλες πηγές μολύνσεως, - η είσοδος και η μεταφορά των βοοειδών σε ζωικά κεφάλαια που αποτελούν αντικείμενο σχεδίου εξαλείψεως να υποβάλλονται σε επίσημο έλεγχο, - τα σχετικά με τον έλεγχο των μετακινήσεων μέτρα, που αναφέρονται στη δεύτερη περίπτωση, να εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη των υφισταμένων κοινοτικών μέτρων που αφορούν την είσοδο σε απαλλαγμένα ή επίσημα απαλλαγμένα βρουκελλώσεως ζωικά κεφάλαια ή την έξοδο από τα ζωικά κεφάλαια αυτά. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ Ειδικές διατάξεις περί της φυματιώσεως βοοειδών Άρθρο 13 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε στα πλαίσια ενός σχεδίου εξαλείψεως της φυματιώσεως: α) η υπόνοια και η ύπαρξη της φυματιώσεως να αποτελούν αντικείμενο υποχρεωτικής και άμεσης κοινοποιήσεως στην αρμοδία αρχή, β) να απαγορεύονται: ι) κάθε θεραπευτική αγωγή ή απευαισθητοποίηση της φυματιώσεως, ιι) ο εμβολιασμός κατά της φυματιώσεως. Άρθρο 14 1. Όταν σε ένα ζωικό κεφάλαιο ευρίσκεται ζώο ύποπτο φυματιώσεως, οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν, ώστε να πραγματοποιούνται, το συντομότερο δυνατό, επίσημες έρευνες, που αποσκοπούν στην επιβεβαίωση ή στη διάψευση της παρουσίας της εν λόγω ασθενείας. Εν αναμονή των αποτελεσμάτων των ερευνών αυτών, οι αρμόδιες αρχές διατάσσουν: - να τεθεί επισήμως υπό επίβλεψη το ζωικό κεφάλαιο, - να απαγορευθεί κάθε μετακίνηση προς το ζωικό αυτό κεφάλαιο ή από το ζωικό αυτό κεφάλαιο, εκτός της περιπτώσεως που οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν την έξοδο των βοοειδών που προορίζονται να σφαγούν αμέσως, - να απομονώνονται εντός του ζωικού κεφαλαίου τα ύποπτα ζώα. 2. Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αίρονται μόνο εφ' όσον η υπόνοια ή η ύπαρξη φυματιώσεως στο εν λόγω ζωικό κεφάλαιο έχει επίσημα διαψευσθεί. 3. Όταν η παρουσία φυματιώσεως επιβεβαιώνεται επίσημα, τα Κράτη Μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να αποφύγουν κάθε μετάδοση της ασθενείας αυτής και, ιδίως, μεριμνούν ώστε: - κάθε μετακίνηση προς το ζωικό κεφάλαιο ή από το ζωικό αυτό κεφάλαιο να απαγορεύεται, εκτός της περιπτώσεως κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν την έξοδο των βοοειδών που προορίζονται να σφαγούν αμέσως, - τα βοοειδή στα οποία η ύπαρξη της φυματιώσεως έχει επίσημα διαπιστωθεί, καθώς και τα βοοειδή τα οποία δύνανται να έχουν μολυνθεί από αυτά, να απομονώνονται εντός του ζωικού κεφαλαίου, - τα βοοειδή να υποβάλλονται αμέσως σε εξέταση για την αναζήτηση της φυματιώσεως, - τα βοοειδή στα οποία η ύπαρξη της φυματιώσεως έχει επίσημα διαπιστωθεί, τα βοοειδή που έχουν παρουσιάσει δυσμενές αποτέλεσμα στην εξέταση που προβλέπεται στην τρίτη περίπτωση, καθώς και τα βοοειδή που θεωρούνται από τις αρμόδιες αρχές ως μολυσμένα, να απομονώνονται και να σημαίνονται μέχρι της σφαγής που προβλέπεται στο άρθρο 15, - το γάλα που προέρχεται από μολυσμένες αγελάδες να χρησιμοποιείται για τη διατροφή των ζώων της εν λόγω εκμεταλλεύσεως μόνο μετά από πλήρη θερμική επεξεργασία, - υπό την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων των σχετικών με την ανθρώπινη διατροφή, το γάλα που προέρχεται από αγελάδες μολυσμένου ζωικού κεφαλαίου να δύναται να παραδίδεται σε γαλακτοκομείο μόνο για να υποστεί πλήρη θερμική επεξεργασία, - τα σφάγια, τα ημίση των σφαγίων, τα τεταρτημόρια, τα τεμάχια και τα παραπροϊόντα που προέρχονται από μολυσμένα βοοειδή τα οποία προορίζονται για τη διατροφή των ζώων επεξεργάζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται κάθε μόλυνση, - ο έλεγχος εγκαταστάσεων, όπως οι επιχειρήσεις σφαγής και τεμαχισμού ζώων, να εξασφαλίζεται στα πλαίσια επισήμου ρυθμίσεως, η οποία εγγυάται ότι το παρασκευαζόμενο προϊόν δεν παρουσιάζει κίνδυνο μεταδόσεως φυματιώσεως, - η κόπρος που προέρχεται από τα υπόστεγα ή τους άλλους χώρους που χρησιμοποιούνται για τα ζώα να εναποθηκεύεται σε χώρο στον οποίο να μην πλησιάζουν τα ζώα του αγροκτήματος, να ψεκάζεται με κατάλληλο απολυμαντικό και να διατηρείται τουλάχιστον επί τρεις εβδομάδες. Δεν είναι απαραίτητο να ψεκάζεται η κόπρος με απολυμαντικό αν καλύπτεται από στρώμα κόπρου ή χώματος μη μολυσμένου. Τα υγρά των υπόστεγων ή των άλλων χώρων που χρησιμοποιούνται για τα ζώα πρέπει να απολυμαίνονται εφ' όσον δεν απομακρύνονται συγχρόνως με την κόπρο. Άρθρο 15 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε τα βοοειδή στα οποία η φυματίωση έχει επισήμως διαπιστωθεί μετά από μικροβιολογική, ανατομοπαθολογική ή δια φυματίνης εξέταση, καθώς και τα ζώα που θεωρούνται από τις αρμόδιες αρχές ως μολυσμένα, να σφάζονται, υπό επίσημο έλεγχο, το ταχύτερο δυνατό και το αργότερο τριάντα ημέρες μετά την επίσημη κοινοποίηση, στον ιδιοκτήτη ή τον κάτοχο, των αποτελεσμάτων των δοκιμών και της υποχρεώσεως που έχει, δυνάμει του σχεδίου εξαλείψεως, να σφάξει τα εν λόγω βοοειδή εντός της αυτής προθεσμίας. Εν τούτοις, για τα ζώα τα οποία έχουν παρουσιάσει δυσμενές αποτέλεσμα σε εξέταση για την αναζήτηση της φυματιώσεως χωρίς να παρουσιάζουν κλινικά συμπτώματα της ασθενείας αυτής, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μεταθέτουν μέχρι τρεις μήνες, κατ' ανώτατο όριο, την προθεσμία που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, - για τη σφαγή θήλεος του οποίου ο τοκετός αναμένεται πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής των τριών μηνών, - όταν διατάσσουν τη σφαγή όλων των βοοειδών που ανήκουν σε ζωικό κεφάλαιο άνω των είκοσι βοοειδών σε μία περιοχή στην οποία για τεχνικούς λόγους που συνδέονται με τη δυναμικότητα σφαγής των σφαγίων που προορίζονται για τη χρήση αυτή, μία τέτοια σφαγή δεν δύναται να γίνει εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών. Άρθρο 16 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε: 1. μετά τη θανάτωση δια σφαγής των βοοειδών που αναφέρονται στο άρθρο 15 και πριν από κάθε ανασυγκρότηση του ζωικού κεφαλαίου, τα υπόστεγα ή οι άλλοι χώροι όπου στεγάζονται τα ζώα και το σύνολο των δοχείων, εγκαταστάσεων και άλλων αντικειμένων που χρησιμοποιούνται για τα ζώα να καθαρίζονται και απολυμαίνονται υπό επίσημο έλεγχο, σύμφωνα με τις οδηγίες που δίδονται από τον επίσημο κτηνίατρο- 2. τα μεταφορικά μέσα, τα δοχεία και τα εργαλεία να καθαρίζονται και απολυμαίνονται μετά από κάθε μεταφορά βοοειδών που προέρχονται από μολυσμένο ζωικό κεφάλαιο και υλών που προέρχονται από τα ζώα αυτά ή υλών και ουσιών που έχουν έλθει σε επαφή με τα ζώα αυτά. Οι χώροι φορτώσεως των ζώων αυτών πρέπει να καθαρίζονται και να απολυμαίνονται μετά τη χρησιμοποίησή τους- 3. το απολυμαντικό που θα χρησιμοποιείται και οι πυκνότητες αυτού έχουν επίσημα εγκριθεί από την αρμοδία αρχή του εν λόγω Κράτους Μέλους. Άρθρο 17 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε, μετά τη θανάτωση των βοοειδών που αναφέρονται στο άρθρο 15, - υπό την επιφύλαξη του άρθρου 19, κανένα βοοειδές να μη δύναται να εξέλθει από το εν λόγω ζωικό κεφάλαιο, εκτός της περιπτώσεως που η αρμοδία αρχή παρέχει την άδεια για να σφαγεί αμέσως, - εξετάσεις για τη διαπίστωση της φυματιώσεως να πραγματοποιούνται στο εν λόγω ζωικό κεφάλαιο προκειμένου να διαπιστωθεί η εξάλειψη της ασθένειας, - η αποκατάσταση του ζωικού κεφαλαίου να δύναται να γίνει μόνο αφού τα βοοειδή άνω των έξι εβδομάδων που παραμένουν στο εν λόγω ζωικό κεφάλαιο παρουσιάσουν ευνοϊκό αποτέλεσμα σε μία ή περισσότερες εξετάσεις για την αναζήτηση της φυματιώσεως. Άρθρο 18 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε, στα πλαίσια σχεδίου εξαλείψεως της φυματιώσεως, η επίσημη ελεγχομένη δοκιμή του ενδοδερμικού φυματινισμού να πραγματοποιείται τουλάχιστον κάθε έξι μήνες επί όλων των βοοειδών άνω των έξι εβδομάδων, στα ζωικά κεφάλαια τύπου T1 και T2 έως ότου επιτευχθεί το υγειονομικό καθεστώς του ζωικού κεφαλαίου τύπου T3. Άρθρο 19 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε: ι) κάθε βοοειδές που προέρχεται από ζωικό κεφάλαιο τύπου T1 το οποίο προορίζεται για ζωικό κεφάλαιο τύπου T2: - να έχει παρουσιάσει ευνοϊκό αποτέλεσμα σε δοκιμή ενδοδερμικού φυματινισμού που πραγματοποιήθηκε εντός των τριάντα ημερών προ της μεταφοράς του και να συνοδεύεται από βεβαίωση επισήμου κτηνιάτρου που πιστοποιεί το αποτέλεσμα της δοκιμής αυτής, - πριν γίνει αποδεκτό στο ζωικό κεφάλαιο τύπου T2, αμέσως μετά την άφιξή του, να απομονώνεται για μία χρονική περίοδο εξήντα ημερών τουλάχιστον και να παρουσιάζει ευνοϊκό αποτέλεσμα σε νέα επίσημη δοκιμή ενδοδερμικού φυματινισμού- ιι) κάθε βοοειδές που προέρχεται από ζωικό κεφάλαιο τύπου T3 και προορίζεται για άλλο ζωικό κεφάλαιο τύπου T2: - να έχει παρουσιάσει ευνοϊκό αποτέλεσμα σε δοκιμή ενδοδερμικού φυματινισμού τριάντα ημέρες πριν από τη μεταφορά και να συνοδεύεται από βεβαίωση του επισήμου κτηνιάτρου που πιστοποιεί το αποτέλεσμα της δοκιμής, - να μην έλθουν, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, σε επαφή με βοοειδή που προέρχονται από ζωϊκά κεφάλαια που ευρίσκονται σε κατώτερο υγειονομικό καθεστώς, ιιι) η μεταφορά βοοειδών μεταξύ των ζωικών κεφαλαίων τύπου T3 να πραγματοποιείται σύμφωνα με την οδηγία 64/432/ΕΟΚ. Άρθρο 20 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε: - να λαμβάνονται επίσημα μέτρα ελέγχου για να αποφεύγεται η επαναμόλυνση ζωικού κεφαλαίου στο οποίο έχει εξαλειφθεί η φυματίωση, - η είσοδος και η μεταφορά των βοοειδών σε ζωικά κεφάλαια που αποτελούν αντικείμενο σχεδίου εξαλείψεως, να υποβάλλονται σε επίσημο έλεγχο, - τα μέτρα τα σχετικά με τον έλεγχο των μετακινήσεων που αναφέρονται στη δεύτερη περίπτωση να εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη των υφισταμένων κοινοτικών μέτρων που αφορούν την είσοδο στα επίσημα απαλλαγμένα φυματιώσεως ζωικά κεφάλαια ή την έξοδο από τα ζωικά αυτά κεφάλαια. ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Ειδικές διατάξεις περί της ενζωοτικής λευκώσεως βοοειδών Άρθρο 21 Μέχρι της ενάρξεως της ισχύος της κοινοτικής ρυθμίσεως και υπό την επιφύλαξη του άρθρου 4 τρίτο εδάφιο της οδηγίας 77/391/ΕΟΚ, εφαρμόζονται οι εθνικές διατάξεις σχετικά με τη διαπίστωση της λευκώσεως και εκείνες σχετικά με το χαρακτηρισμό των ζωικών κεφαλαίων από πλευράς λευκώσεως. Άρθρο 22 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε, στα πλαίσια σχεδίου εξαλείψεως της λευκώσεως: α) η υπόνοια και η ύπαρξη λευκώσεως, ιδιαιτέρως οι όγκοι του λυμφατικού συστήματος και των άλλων οργάνων των βοοειδών να αποτελούν αντικείμενο υποχρεωτικής και άμεσης κοινοποιήσεως προς την αρμοδία αρχή, β) να απαγορεύονται κάθε θεραπευτική αγωγή και κάθε εμβολιασμός κατά της λευκώσεως. Άρθρο 23 Παρά τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις σε περίπτωση υποψίας λευκώσεως, τα Κράτη Μέλη λαμβάνουν, εφ' όσον η παρουσία λευκώσεως διαπιστώνεται επίσημα σε ζωικό κεφάλαιο, τα κατάλληλα μέτρα για να αποφεύγεται κάθε μετάδοση της ασθενείας αυτής και μεριμνούν ιδίως ώστε: - να απογορεύεται κάθε μετακίνηση των βοοειδών του ζωικού αυτού κεφαλαίου, εκτός της περιπτώσεως κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν την έξοδο των βοοειδών που προορίζονται να σφαγούν αμέσως, - να απομονώνεται το εν λόγω ζωικό κεφάλαιο ώστε τα βοοειδή να μη δύνανται να έλθουν σε επαφή με τα βοοειδή που δεν ανήκουν στον πληθυσμό αυτό, - το γάλα που προέρχεται από μολυσμένες αγελάδες να χρησιμοποιείται για τη διατροφή των ζώων μόνο μετά από πλήρη θερμική επεξεργασία ή για να παραδίδεται σε γαλακτοκομείο για να υποστεί την επεξεργασία αυτή- η διατροφή των ζώων με γάλα που δεν έχει υποστεί θερμική επεξεργασία, θα μπορούσε να επιτραπεί σε ζωικά κεφάλαια που όλα τα βοοειδή τους προορίζονται να σφαγούν σύμφωνα με το άρθρο 24, σημείο 1, - τα σφάγια, τα ημίση των σφαγίων, τα τεταρτημόρια, τα τεμάχια και τα παραπροϊόντα που προέρχονται από μολυσμένα βοοειδή τα οποία προορίζονται για τη διατροφή των ζώων να επεξεργάζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται κάθε μόλυνση, - ο έλεγχος των εγκαταστάσεων, όπως οι επιχειρήσεις σφαγής και τεμαχισμού ζώων, να εξασφαλίζεται στα πλαίσια επισήμου ρυθμίσεως που εγγυάται ότι το παρασκευαζόμενο προϊόν δεν παρουσιάζει κίνδυνο μεταδόσεως της λευκώσεως, - ο κάτοχος της εκμεταλλεύσεως κοινοποιεί στον επίσημο κτηνίατρο το θάνατο ή την επείγουσα σφαγή κάθε βοοειδούς της εκμεταλλεύσεώς του. Άρθρο 24 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε, στα πλαίσια του σχεδίου εξαλείψεως, 1. όταν το σχέδιο αυτό προβλέπει τη σφαγή όλων των βοοειδών που ανήκουν σε ζωικό κεφάλαιο στο οποίο η λεύκωση έχει επίσημα διαπιστωθεί, τα βοοειδή αυτά να σφάζονται εντός χρονικού διαστήματος που καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές- 2. όταν το σχέδιο αυτό προβλέπει τη σφαγή μόνο των βοοειδών στα οποία η λεύκωση έχει επίσημα διαπιστωθεί καθώς και, ενδεχομένως, εκείνων που θεωρούνται από τις αρμόδιες αρχές ότι είναι μολυσμένα, η σφαγή αυτή να διενεργείται εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την επίσημη κοινοποίηση στον ιδιοκτήτη ή τον κάτοχο των αποτελεσμάτων των δοκιμών και της υποχρεώσεως που έχει δυνάμει του σχεδίου εξαλείψεως να σφάξει τα εν λόγω βοοειδή εντός της αυτής προθεσμίας. Άρθρο 25 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε, σε περίπτωση σφαγής σύμφωνα με το άρθρο 24 σημείο 2, - κανένα βοοειδές να μη δύναται να εξέλθει από το εν λόγω ζωικό κεφάλαιο, εκτός της περιπτώσεως που η αρμοδία αρχή παρέχει την άδεια για να σφαγεί αμέσως, - εξετάσεις για τη διαπίστωση της λευκώσεως να πραγματοποιούνται στο εν λόγω ζωικό κεφάλαιο, προκειμένου να διαπιστωθεί η εξάλειψη της ασθένειας, - η αποκατάσταση του ζωικού κεφαλαίου να δύναται να γίνει μόνο με βοοειδή που προέρχονται από ζωικά κεφάλαια που θεωρούνται από τις αρμόδιες αρχές ως μη μολυσμένα από λεύκωση. Άρθρο 26 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε: 1. μετά τη θανάτωση δια σφαγής των βοοειδών που αναφέρονται στο άρθρο 24 και πριν από κάθε ανασυγκρότηση του ζωικού κεφαλαίου τα υπόστεγα ή οι άλλοι χώροι όπου στεγάζονται τα ζώα και το σύνολο των δοχείων, εγκαταστάσεων και άλλων αντικειμένων που χρησιμοποιούνται για τα ζώα να καθαρίζονται και απολυμαίνονται υπό επίσημο έλεγχο, σύμφωνα με τις οδηγίες που έχουν δοθεί από τον επίσημο κτηνίατρο- 2. τα μεταφορικά μέσα, τα δοχεία και τα εργαλεία να καθαρίζονται και απολυμαίνονται μετά από κάθε μεταφορά βοοειδών που προέρχονται από μολυσμένο ζωικό κεφάλαιο και υλών που προέρχονται από τα ζώα αυτά ή υλών και ουσιών που έχουν έλθει σε επαφή με τα ζώα αυτά. Οι χώροι φορτώσεως των ζώων αυτών πρέπει να καθαρίζονται και να απολυμαίνονται μετά τη χρησιμοποίησή τους- 3. το απολυμαντικό που θα χρησιμοποιείται και οι διάφορες πυκνότητες αυτού να έχουν εγκριθεί επίσημα από την αρμοδία αρχή του εν λόγω Κράτους Μέλους. Άρθρο 27 Τα Κράτη Μέλη μεριμνούν ώστε τα βοοειδή ζωικού κεφαλαίου που χαρακτηρίζεται ως μη ύποπτο να μην έλθουν σε επαφή με τα βοοειδή που προέρχονται από ζωικά κεφάλαια που είναι ύποπτα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ V Τελικές διατάξεις Άρθρο 28 Πριν από τη λήξη της περιόδου των τριών ετών, που προβλέπεται στην οδηγία 77/391/ΕΟΚ, η Επιτροπή παρουσιάζει στο Συμβούλιο έκθεση περί της εφαρμογής των σχεδίων που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία η οποία συνοδεύεται, αν είναι αναγκαίο, με προτάσεις προκειμένου να επιτευχθεί η εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων περί προλήψεως. Άρθρο 29 1. Η οδηγία 77/391/ΕΟΚ εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 1978. 2. Τα Κράτη Μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, για την εφαρμογή των εθνικών σχεδίων επιταχύνσεως της εξαλείψεως που εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας 77/391/ΕΟΚ, κατά την ημερομηνία που καθορίζεται από την Επιτροπή στην εγκριτική της απόφαση και προκειμένου περί σχεδίων που έχουν εγκριθεί κατά τη διάρκεια του έτους 1978, το αργότερο την 31η Δεκεμβρίου 1978. 3. Η διάρκεια πραγματοποιήσεως των τριών ετών που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 της οδηγίας 77/391/ΕΟΚ αρχίζει να προσμετράται, για κάθε Κράτος Μέλος, από την ημερομηνία που καθορίζεται από την Επιτροπή κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2, δεδομένου ότι η κοινοτική χρηματοδότηση περιορίζεται οπωσδήποτε στις σφαγές που διενεργούνται πριν από την 1η Ιανουαρίου 1982. 4. Το Συμβούλιο, ομόφωνα μετά από πρόταση της Επιτροπής, δύναται σε περίπτωση που η εφαρμογή του σχεδίου κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία θα προσέκρουε, σε ορισμένα Κράτη Μέλη, επί καταφανών δυσκολιών, να μεταθέσει για τα Κράτη Μέλη αυτά κατά ένα έτος, κατ' ανώτατο όριο, τις ημερομηνίες που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3. Άρθρο 30 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα Κράτη Μέλη. Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 13 Δεκεμβρίου 1977. Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος A. HUMBLET (1) ΕΕ αριθ. Ν 145 της 13.6.1977, σ. 44. (2) ΕΕ αριθ. 121 της 29.7.1964, σ. 1977/64. (3) ΕΕ αριθ. Ν 26 της 31.1.1977, σ. 81. (4)ΕΕ αριθ. Ν 15 της 19.1.1978, σ. 32.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία