ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Ευρωπαϊκή Οδηγία

ΚΩΔΙΚΟΣ

1980/31980L0781

EU GAZETTE

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ EURLEX

ΕΦΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΑΠΟ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

1980-08-30

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1980-07-24

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

1980-07-22

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΥΡΩΠΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ

 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Όδηγία 80/781/ΕΟΚ τού Συμβουλίου τής 22ας Ιουλίου 1980 περί τροποποιήσεως τής οδηγίας 73/173/ΕΟΚ «περί προσεγγίσεως τών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων τών κρατών μελών τών αναφερομένων στην ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση τών επικινδύνων παρασκευασμάτών (διαλυτών)»

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 22ας Ιουλίου 1980 περί τροποποιήσεως της οδηγίας 73/173/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των Κρατών Μελών των αναφερομένων στην ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικινδύνων παρασκευασμάτων (διαλυτών) ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, και ιδίως το άρθρο 100, την πρόταση της Επιτροπής, τη γνώμη της Συνελεύσεως(1), τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2), Εκτιμώντας: ότι, προς βελτίωση της προστασίας του πληθυσμού και ιδιαίτερα των προσώπων τα οποία, λόγω της εργασίας τους ή ατομικών ενασχολήσεών τους, έρχονται συχνά σε επαφή με τα παρασκευάσματα που έχουν ως βάση επικίνδυνους διαλύτες, είναι αναγκαία η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 73/173/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Ιουνίου 1973 περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των Κρατών Μελών των αναφερομένων στην ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικινδύνων παρασκευασμάτων (διαλυτών)(3). ότι, στο μέλλον, η οδηγία θα εφαρμόζεται όχι μόνο στα μίγματα διαλυτών μεταξύ τους, αλλά επίσης και στα μίγματα διαλυτών με άλλες μη επικίνδυνες ουσίες εφόσον αυτά προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως διαλύτες- ότι, επί πλέον, το πεδίο εφαρμογής της θα επεκταθεί και στους διαβρωτικούς, ερεθιστικούς, λίαν εύφλεκτους και εύφλεκτους διαλύτες. ότι πρέπει να οριοθετηθεί ακριβέστερα το πεδίο εφαρμογής της παρούσης οδηγίας σε σχέση με άλλες οδηγίες που αφορούν προϊόντα τα οποία επίσης περιέχουν διαλύτες, ότι, εξάλλου, οι διατάξεις που αφορούν τις ενδείξεις επί της ετικέττας, τις διαστάσεις αυτής και την απόδοση των διαφόρων συμβόλων κινδύνου πρέπει να εναρμονισθούν με την οδηγία 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1967 περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των αναφερομένων στην ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικινδύνων ουσιών(4), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 79/831/ΕΟΚ(5), ότι το παράρτημα της οδηγίας 73/173/ΕΟΚ πρέπει να τροποποιηθεί και να συμπληρωθεί σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 10, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Τα άρθρα 1 έως 10 συμπεριλαμβανομένου της οδηγίας 73/173/ΕΟΚ αντικαθίστανται από τα ακόλουθα άρθρα: 'Άρθρο 1 1. Η παρούσα οδηγία αφορά: - την ταξινόμηση - τη συσκευασία - την επισήμανση των ακολούθων παρασκευασμάτων, τα οποία διατίθενται στην αγορά στα Κράτη Μέλη της Κοινότητος και τα οποία θεωρούνται ως επικίνδυνα κατά την έννοια του άρθρο 2: α) παρασκευάσματα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως διαλύτες και περιέχουν μόνον ουσίες που εμφαίνονται στο παράρτημα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που περιέχουν προσμίξεις ή πρόσθετα όπως καθορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 5- β) παρασκευάσματα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως διαλύτες και περιέχουν, εκτός από ουσίες που εμφαίνονται στο παράρτημα, υγρές ουσίες που κατατάσσονται ως εξόχως εύφλεκτες, λίαν εύφλεκτες ή εύφλεκτες κατά την έννοια του άρθρο 2 παράγραφος 2 της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ της 27ης Ιουνίου 1976, από τούδε ονομαζομένης οδηγίας της 27ης Ιουνίου 1967, και/ή ουσίες μη επικίνδυνες κατά την έννοια του ίδιου άρθρου της εν λόγω οδηγίας. 2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στα καλλυντικά, στο μέτρο που αυτά καλύπτονται από την οδηγία 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των Κρατών Μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά(6). 3. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται επίσης: α) στα φάρμακα,στα ναρκωτικά, στα ραδιενεργά παρασκευάσματα στα τρόφιμα και τις τροφές- β) στα πρόσθετα για τρόφιμα και ζωοτροφές, στα λιπάσματα, στα γεωργικά φάρμακα και στα χρώματα, βερνίκια, μελάνες εκτυπώσεως, κόλλες και συναφή προϊόντα στο μέτρο που ισχύουν κοινοτικές οδηγίες περί ταξινομήσεως, συσκευασίας και επισημάνσεως των παρασκευασμάτων αυτών, πλην εάν οι εν λόγω οδηγίες αναφέρονται ρητώς στην παρούσα- γ) στη μεταφορά των επικινδύνων παρασκευασμάτων (διαλυτών) σιδηροδρομικώς, οδικώς, δια χερσαίων υδατίνων οδών, δια θαλάσσης ή αεροπορικώς- δ) στα πυρομαχικά και στα εκρηκτικά που διατίθενται στην αγορά προς επίτευξη ενός πρακτικού αποτελέσματος δι'εκρήξεως ή για παρασκευή πυροτεχνημάτων- ε) στα επικίνδυνα παρασκευάσματα που εξάγονται σε τρίτες χώρες- ζ) στα παρασκευάσματα υπό διαμετακόμιση που υπόκεινται σε τελωνειακό έλεγχο εφ' όσον δεν αποτελούν αντικείμενο οιασδήποτε μεταποιήσεως- η) στις ουσίες που είναι υπό μορφή αποβλήτων και οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 1975 περί αποβλήτων(6)και της οδηγίας 78/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 20ης Μαρτίου 1978 περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων(8). 4. Τα άρθρα 4 έως 6 της παρούσης οδηγίας δεν είναι εφαρμόσιμα στους περιέκτες που περιέχουν αέρια παρασκευάσματα πεπιεσμένα υγροποιημένα ή διαλελημένα υπό πίεση, εξαιρέσει των αεροζόλ όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2 της οδηγίας 75/324/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 1975 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των Κρατών Μελών περί περιεκτών αεροζόλ(9). 5. Στην παρούσα οδηγία είναι εφαρμόσιμοι οι ορισμοί που αναφέρονται στο άρθρο 2 της οδηγίας της 27ης Ιουνίου 1967, εξαιρέσει εκείνων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 υπό γ) και δ) και της παραγράφου 2 υπό λ). Άρθρο 2 1. Οι ουσίες που είναι επικίνδυνες κατά την έννοια του ορισμού που αναφέρεται στην οδηγία της 27ης Ιουνίου 1967 και οι οποίες χρησιμοποιούνται ως διαλύτες, κατανέμονται σε κλάσεις και υποκλάσεις σύμφωνα με το παράρτημα. Οι λίαν τοξικές και τοξικές ουσίες περιλαμβάνονται στην κλάση I, οι επιβλαβείς ουσίες στην κλάση II. Σε κάθε υποκλάση δίδεται ένας δείκτης κατατάξεως I1 και ένας δείκτης εξαιρέσεως I2 που εμφαίνονται στον κατωτέρω πίνακα: '' ID='1'>Λίαν τοξικές και τοξικές' ID='1'>I/a> ID='2'>500> ID='3'>500'> ID='1'>I/β> ID='2'>100> ID='3'>100'> ID='1'>I/γ> ID='2'>25> ID='3'>25'' ID='1'>Επιβλαβείς' ID='1'>II/α> ID='2'>5> ID='3'>20'> ID='1'>II/β> ID='2'>2> ID='3'>8'> ID='1'>II/γ> ID='2'>1> ID='3'>4'> ID='1'>II/δ> ID='2'>0,5> ID='3'>2'' 2. Θεωρούνται ως τοξικά τα παρασκευάσματα που περιέχουν μία ή περισσότερες ουσίες που αναγράφονται στο παράρτημα, εάν το άθροισμα των γινομένων που λαμβάνονται δια πολλαπλασιασμού του εκατοστιαίου κατά βάρος ποσοστού των διαφόρων τοξικών ή επιβλαβών ουσιών που ευρίσκονται στο παρασκεύασμα με τους αντίστοιχους δείκτες I1 είναι μεγαλύτερο του 500, ήτοι: Σ [P x I1] > 500 όπου το P το εκατοστιαίο ποσοστό κατά βάρος κάθε ουσίας στο παρασκεύασμα, και I1 ο δείκτης που αντιστοιχεί στην κλάση της ουσίας. 3. Θεωρούνται ως επιβλαβή, τα παρασκευάσματα που περιέχουν μία ή περισσότερες ουσίες που αναγράφονται στο παράρτημα: α) εάν το άθροισμα των γινομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 2 είναι μικρότερο ή ίσο του 500, ήτοι: Σ [P x I1] 500 και β) εάν το άθροισμα των γινομένων που λαμβάνονται δια πολλαπλασιασμού του εκατοστιαίου κατά βάρος ποσοστού των διαφόρων τοξικών ή επιβλαβών ουσιών που ευρίσκονται στο παρασκεύασμα με τους αντίστοιχους δείκτες I2 είναι μεγαλύτερο του 100, ήτοι: Σ [P x I2] > 100 όπου P το εκατοστιαίο κατά βάρος ποσοστό κάθε ουσίας στο παρασκεύασμα και I1, I2 οι δείκτες που αντιστοιχούν στην κλάση της ουσίας. 4. Δεν κατατάσσονται ως τοξικά ή επιβλαβή τα παρασκευάσματα που περιέχουν μία ή περισσότερες ουσίες που αναγράφονται στο παράρτημα εάν το άθροισμα των γινομένων που λαμβάνεται πολλαπλασιάζοντας το εκατοστιαίο κατά βάρος ποσοστό των διαφόρων τοξικών ή επιβλαβών ουσιών που ευρίσκονται στο παρασκεύασμα με τους αντίστοιχους δείκτες I2 είναι μικρότερο ή ίσο του 100, ήτοι: Σ [P x I2] 100 όπου P το εκατοστιαίο κατά βάρος ποσοστό κάθε ουσίας στο παρασκεύασμα και I2 ο δείκτης που αντιστοιχεί στην κλάση της ουσίας. 5. Για τα παρασκευάσματα που υπόκεινται στην παρούσα οδηγία, οι ουσίες που αναγράφονται στο παράρτημα, οι οποίες ευρίσκονται είτε ως προσμίξεις είτε ως πρόσθετα, δεν λαμβάνονται υπόψη εφ'όσον η συγκέντρωσή τους κατά βάρος είναι μικρότερη του: - 0,2% για τις ουσίες της κλάσεως I- - 1% για τις ουσίες της κλάσεως II ή αυτές που κατατάσσονται ως διαβρωτικές- - 2% για τις ουσίες που κατατάσσονται ως ερεθιστικές. Οι ουσίες που, τόσον ως προσμίξεις όσο και ως πρόσθετα, δεν αναφέρονται στο παράρτημα της οδηγίας αυτής, αλλά οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της οδηγίας της 27ης Ιουνίου 1967, θεωρούνται: - εκείνες που κατατάσσονται ως λίαν τοξικές ή τοξικές ως ουσίες της κλάσεως I/α- - εκείνες που κατατάσσονται ως επιβλαβείς ως ουσίες της κλάσεως II/α. 6. Θεωρούνται: α) ως διαβρωτικά: τα παρασκευάσματα που περιέχουν μία ή περισσότερες ουσίες ταξινομημένες ως διαβρωτικές στο παράρτημα, λόγω συγκεντρώσεως κάθε μίας η οποία υπερβαίνει τα όρια που τίθενται στο παράρτημα ή ολικής συγκεντρώσεως η οποία υπερβαίνει το όριο που τίθεται αλλαχού στο εν λόγω παράρτημα- β) ως ερεθιστικά: τα παρασκευάσματα που περιέχουν μία ή περισσότερες ουσίες ταξινομημένες είτε ως ερεθιστικές είτε ως διαβρωτικές στο παράρτημα και λόγω συγκεντρώσεως κάθε μίας η οποία υπερβαίνει το όριο που τίθεται στο παράρτημα, ή των οποίων η ολική συγκέντρωση υπερβαίνει τα όρια που τίθενται στο εν λόγω παράρτημα. 7. Θεωρούνται ως εξόχως εύφλεκτα: τα παρασκευάσματα σε υγρή κατάσταση των οποίων το σημείο αναφλέξεως που προσδιορίζεται σύμφωνα με μία από τις μεθόδους δοκιμής που εμφαίνονται στο παράρτημα V Μέρος Α της οδηγίας της 27ης Ιουνίου 1967 είναι κατώτερο των 0 βαθμών Κελσίου και τα οποία έχουν σημείο ζέσεως κατώτερο των 35 βαθμών Κελσίου. 8. Θεωρούνται ως λίαν εύφλεκτα: τα παρασκευάσματα σε υγρή κατάσταση των οποίων το σημείο αναφλέξεως που προσδιορίζεται σύμφωνα με μία από τις μεθόδους δοκιμής που εμφαίνονται στο παράρτημα V Μέρος Α της οδηγίας της 27ης Ιουνίου 1967 είναι κατώτερο των 21 βαθμών Κελσίου. 9. Θεωρούνται ως εύφλεκτα: τα παρασκευάσματα σε υγρή κατάσταση των οποίων το σημείο αναφλέξεως που προσδιορίζεται σύμφωνα με μία από τις μεθόδους δοκιμής που προαναφέρθηκαν κείται μεταξύ 21 και 55 βαθμών Κελσίου, συμπεριλαμβανομένων. 10. Για τα παρασκευάσματα που παρουσιάζονται υπό μορφή αεροζόλ, είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις που αφορούν τα κριτήρια αναφλεξιμότητας που περιλαμβάνονται στα σημεία 1.8 και 2.2 υπό γ) του παραρτήματος της οδηγίας 75/324/ΕΟΚ. Άρθρο 3 Τα Κράτη Μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να μη δύνανται τα επικίνδυνα παρασκευάσματα (διαλύτες) να διατίθενται στην αγορά παρά μόνον εάν πληρούν τις διατάξεις της παρούσης οδηγίας και του παραρτήματός της. Άρθρο 4 Τα Κράτη Μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να μη δύνανται τα επικίνδυνα παρασκευάσματα (διαλύτες) να διατίθενται στην αγορά παρά μόνον εάν οι συσκευασίες τους και τα συστήματα κλεισίματος πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 15 της οδηγίας της 27ης Ιουνίου 1967. Άρθρο 5 1. Τα Κράτη Μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να μη δύνανται τα επικίνδυνα παρασκευάσματα, που ταξινομούνται σύμφωνα με το άρθρο 2, να διατίθενται στην αγορά παρά μόνον εάν οι συσκευασίες τους, σε ό,τι αφορά τις επισημάνσεις, ανταποκρίνονται στους όρους που εμφαίνονται κατωτέρω. 2. Κάθε συσκευασία παρασκευάσματος που θεωρείται ως επικίνδυνο σύμφωνα με το άρθρο 2 πρέπει να φέρει κατά τρόπο ευανάγνωστο και ανεξίτηλο, τις ακόλουθες ενδείξεις: α) την εμπορική ή χαρακτηριστική ονομασία του παρασκευάσματος. β)- τη χημική ονομασία της ή των λίαν τοξικών ή τοξικών ουσιών που περιέχονται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 0,2% με ένδειξη της συγκεντρώσεως επί τοις εκατό ή της περιοχής συγκεντρώσεως σύμφωνα με την ακόλουθη κατανομή: συγκ. 1% 1 < συγκ. 5% 5 < συγκ. 20% 20 < συγκ. 50% συγκ. > 50% Η μνεία της ονομασίας της ή των ουσιών και η ένδειξη του ποσοστού δεν είναι εν τούτοις αναγκαίες εάν το παρασκεύασμα δεν είναι ούτε τοξικό, ούτε επιβλαβές- - την χημική ονομασία της ή των επιβλαβών ουσιών που περιέχονται σε συγκέντρωση μεγαλύτερη του: - 3% κατά βάρος για τις ουσίες της κλάσεως II/α - 6% κατά βάρος για τις ουσίες της κλάσεως II/β - 10% κατά βάρος για τις ουσίες της κλάσεως II/γ - 20% κατά βάρος για τις ουσίες της κλάσεως II/δ Η ένδειξη της χημικής ονομασίας δεν είναι εν τούτοις αναγκαία εάν το παρασκεύασμα δεν είναι ούτε τοξικό, ούτε επιβλαβές, - τη χημική ονομασία της ή των διαβρωτικών ουσιών που περιέχονται σε συγκέντρωση που υπερβαίνει τα κατώτερα όρια που τίθενται στο παράρτημα- - τη χημική ονομασία της ή των ερεθιστικών ουσιών εφ'όσον αυτές υπόκεινται στο καθεστώς της αναγραφής των τυποποιημένων φράσεων κινδύνου R 42, R 43 ή R 42/43 που εμφαίνονται στο παράρτημα I της οδηγίας της 27ης Ιουνίου 1967 και εφ'όσον η συγκέντρωσή τους υπερβαίνει τα τιθέμενα στο παράρτημα όρια- - την ένδειξη 'ερεθιστικοί διαλύτες' εάν το παρασκεύασμα περιέχει ερεθιστικές ουσίες διάφορες εκείνων που ορίζονται στην προηγούμενη περίπτωση σε συγκέντρωση που υπερβαίνει το όριο που τίθεται στο παράρτημα. Η ένδειξη αυτή δεν είναι αναγκαία εάν το παρασκεύασμα είναι ήδη ταξινομημένο ως διαβρωτικό. Η χημική ονομασία πρέπει να εμφαίνεται σύμφωνα με μία από τις ονομασίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που περιέχεται στο παράρτημα I της οδηγίας της 27ης Ιουνίου 1967. Η ένδειξη της χημικής ονομασίας της ή των ουσιών δεν είναι αναγκαία εάν το παρασκεύασμα είναι ταξινομημένο αποκλειστικά ως λίαν εύφλεκτο ή εύφλεκτο. γ) το όνομα και τη διεύθυνση του κατασκευαστού ή κάθε άλλου προσώπου που διαθέτει το εν λόγω παρασκεύασμα στην αγορά- δ) τα σύμβολα, στο μέτρο που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και ενδείξεις των κινδύνων που παρουσιάζει το παρασκεύασμα σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2 υπό γ) της οδηγίας της 27ης Ιουνίου 1967, σε συνδυασμό με το παράρτημά της V και, για τα παρασκευάσματα που παρουσιάζονται υπό μορφή αεροζόλ, σύμφωνα με τα σημεία 1.8 και 2.2 υπό γ) του παραρτήματος της οδηγίας 75/324/ΕΟΚ όσον αφορά τον κίνδυνο αναφλεξιμότητος- ε) την ή τις τυποποιημένες φράσεις για τους ιδιαίτερους κινδύνους που συνεπάγεται η χρήση του παρασκευάσματος- ζ) την ή τις τυποποιημένες φράσεις που αφορούν τις οδηγίες προφυλάξεως για χρήση του παρασκευάσματος. 3. Οι ενδείξεις που αφορούν τους ιδιαίτερους κινδύνους πρέπει να ευρίσκονται σε συμφωνία με τις ενδείξεις που περιλαμβάνονται στο παράρτημα III της οδηγίας της 27ης Ιουνίου 1967 και πρέπει να δίδονται από τον κατασκευαστή ή από κάθε άλλο πρόσωπο που διαθέτει το εν λόγω παρασκεύασμα στην αγορά. Δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται περισσότερες από τέσσερις τυποποιημένες φράσεις. Όταν το παρασκεύασμα ανήκει ταυτόχρονα σε περισσότερες από μία κατηγορίες κινδύνων, οι τυποποιημένες αυτές φράσεις πρέπει να καλύπτουν το σύνολο των κυρίων κινδύνων που παρουσιάζονται από το παρασκεύασμα. 4. Οι ενδείξεις που αφορούν τις οδηγίες προφυλάξεως πρέπει να ευρίσκονται σε συμφωνία με τις ενδείξεις που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV της οδηγίας της 27ης Ιουνίου 1967 και πρέπει να δίδονται από τον κατασκευαστή ή κάθε άλλο πρόσωπο που διαθέτει το εν λόγω παρασκεύασμα στην αγορά. Δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται περισσότερες από τέσσερις τυποποιημένες φράσεις. 5. Η συσκευασία συνοδεύεται από οδηγίες προφυλάξεως που αφορούν τη χρήση του παρασκευάσματος στην περίπτωση που είναι αντικειμενικώς αδύνατο να αναγραφούν στην ετικέττα ή στην ίδια τη συσκευασία. 6. Για τα ερεθιστικά, λίαν εύφλεκτα και εύφλεκτα παρασκευάσματα, δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται οι ιδιαίτεροι κίνδυνοι και οι οδηγίες προφυλάξεως εάν το περιεχόμενο της συσκευασίας δεν υπερβαίνει τα 125 χιλιοστόλιτρα. Το ίδιο ισχύει και για τα επιβλαβή παρασκευάσματα, του αυτού όγκου, τα οποία δεν πωλούνται λιανικώς στο ευρύ κοινό. 7. Το άρθρο 2 παράγραφος 5 εφαρμόζεται mutatis mutandis και στην επισήμανση. 8. Όταν πρέπει να αποδοθούν σε ένα παρασκεύασμα περισσότερα από ένα σύμβολα κινδύνου: - η υποχρέωση αναγραφής του συμβόλου T καθιστά προαιρετική την αναγραφή των συμβόλων C και X- - η υποχρέωση αναγραφής του συμβόλου C καθιστά προαιρετική την αναγραφή του συμβόλου X- - η υποχρέωση αναγραφής του συμβόλου E καθιστά προαιρετική την αναγραφή των συμβόλων F και O. 9. Εάν ένα παρασκεύασμα κατατάσσεται ταυτοχρόνως ως επιβλαβές και ερεθιστικό, πρέπει να φέρει επισήμανση ως επιβλαβές και ο διπλός του χαρακτήρας του ερεθιστικού και του επιβλαβούς πρέπει να μνημονεύεται με τις ενδεδειγμένες τυποποιημένες φράσεις κινδύνου σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας της 27 ης Ιουνίου 1967. Άρθρο 6 1. Όταν οι ενδείξεις που επιβάλλονται από το άρθρο 5 ευρίσκονται σε ετικέττα, αυτή πρέπει να επικολλάται σταθερά σε μία ή περισσότερες πλευρές της συσκευασίας, σε τρόπο ώστε οι ενδείξεις αυτές να δύνανται να διαβάζονται οριζοντίως όταν η συσκευασία είναι τοποθετημένη κανονικά. Οι διαστάσεις της ετικέττας πρέπει να είναι οι ακόλουθες: Χωρητικότητα της συσκευασίας: Διαστάσεις (σε χιλιοστόμετρα) ει δυνατόν - μικρότερη ή ίση των τριών λίτρων: τουλάχιστον 52 x 74 - μεγαλύτερη των 3 λίτρων και μικρότερη ή ίση των 50 λίτρων: τουλάχιστον 74 x 105 - μεγαλύτερη των 50 λίτρων και μικρότερη ή ίση των 500 λίτρων: τουλάχιστον 105 x 148 - μεγαλύτερη των 500 λίτρων: τουλάχιστον 148 x 210 Κάθε σύμβολο πρέπει να καταλαμβάνει τουλάχιστον το ένα δέκατο της επιφάνειας της ετικέττας χωρίς εν τούτοις να είναι μικρότερο του ενός τετραγωνικού εκατοστομέτρου. Η ετικέττα πρέπει να προσκολλάται καθ' όλη την επιφάνειά της πάνω στη συσκευασία που περιέχει αμέσως το παρασκεύασμα. Οι ετικέττες με τις διαστάσεις αυτές προορίζονται αποκλειστικά για τις πληροφορίες που απαιτούνται από την παρούσα οδηγία και ενδεχομένως για συμπληρωματικές ενδείξεις υγιεινής ή ασφαλείας. 2. Δεν απαιτείται ετικέττα όταν η συσκευασία αυτή καθ'εαυτή φέρει με τρόπο εμφανή τις ενδείξεις που απαιτούνται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1. 3. Το χρώμα και η παρουσίαση της ετικέττας και, στην περίπτωση της παραγράφου 2, της συσκευασίας πρέπει να είναι τέτοια ώστε το σύμβολο κινδύνου και η βάση (φόντο) του να διακρίνονται σαφώς. 4. Τα Κράτη Μέλη δύνανται να εξαρτήσουν τη διάθεση στην αγορά, στην επικράτειά τους, των επικινδύνων παρασκευασμάτων, από τη χρήση για τη σύνταξη της επισημάνσεως, της ή των επισήμων γλωσσών. 5. Οι απαιτήσεις επισημάνσεως της παρούσης οδηγίας θεωρούνται ότι πληρούνται: α) στην περίπτωση εξωτερικής συσκευασίας που περιέχει μία ή περισσότερες εσωτερικές συσκευασίες, εάν η εξωτερική συσκευασία φέρει επισήμανση σύμφωνη με τους διεθνείς κανονισμούς περί μεταφοράς επικινδύνων ουσιών και η ή οι εσωτερικές συσκευασίες φέρουν επισήμανση σύμφωνη με την παρούσα οδηγία. β) στην περίπτωση μίας μόνης συσκευασίας, εάν η τελευταία αυτή φέρει επισήμανση σύμφωνη με τους διεθνείς κανονισμούς περί μεταφοράς επικινδύνων ουσιών καθώς επίσης και με το άρθρο 5 παράγραφος 2 υπό α), β), γ), ε) και ζ). Για τα επικίνδυνα παρασκευάσματα που δεν εξέρχονται από την επικράτεια ενός Κράτους Μέλους, δύναται να επιτραπεί επισήμανση σύμφωνη με τους εθνικούς κανονισμούς αντί επισημάνσεως σύμφωνης με τους διεθνείς κανονισμούς περί μεταφοράς επικινδύνων ουσιών. Άρθρο 7 1. Τα Κράτη Μέλη δύνανται να επιτρέψουν: α) όπως, εφ'όσον οι συσκευασίες λόγω περιορισμένων διαστάσεων ή οιουδήποτε άλλου λόγου δεν επιτρέπουν την επισήμανση σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2, η επισήμανση που επιβάλλεται από το άρθρο 5 δύναται να πραγματοποιείται με άλλο ενδεδειγμένο τρόπο- β) όπως, κατά παρέκκλιση των άρθρων 5 και 6, οι συσκευασίες των επικινδύνων παρασκευασμάτων τα οποία δεν είναι ούτε εκρηκτικά, ούτε τοξικά, δύνανται να μην επισημαίνονται ή να επισημαίνονται με διαφορετικό τρόπο εάν περιέχουν ποσότητες τόσο περιορισμένες ώστε να μη δικαιολογείται φόβος υπάρξεως κινδύνου για τα πρόσωπα που χειρίζονται τα παρασκευάσματα αυτά και για τους τρίτους. 2. Εάν ένα Κράτος Μέλος κάνει χρήση των δυνατοτήτων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, ενημερώνει περί αυτού αμέσως την Επιτροπή. Άρθρο 8 Τα Κράτη Μέλη δεν δύνανται να απαγορεύσουν, περιορίσουν ή παρεμποδίσουν, για λόγους ταξινομήσεως, συσκευασίας ή επισημάνσεως, κατά την έννοια της παρούσης οδηγίας, τη διάθεση στην αγορά των επικινδύνων παρασκευασμάτων εάν αυτά ανταποκρίνονται στις διατάξεις της παρούσης οδηγίας και του παραρτήματός της. Άρθρο 9 1. Εάν Κράτος Μέλος διαπιστώσει ότι ένα επικίνδυνο παρασκεύασμα, αν και σύμφωνο προς τις διατάξεις της παρούσης οδηγίας, παρουσιάζει κίνδυνο για την υγεία ή την ασφάλεια, έτσι ώστε να καθίσταται αναγκαία η ταξινόμηση ή επισήμανση τούτου με διαφορετικό τρόπο από εκείνον που προβλέπεται από την παρούσα οδηγία, δύναται, για μία περίοδο το μέγιστο έξη μηνών, να απαγορεύσει στο έδαφός τους την πώληση, τη διάθεση στην αγορά ή τη χρήση του παρασκευάσματος αυτού. Ενημερώνει περί αυτού αμέσως τα άλλα Κράτη Μέλη και την Επιτροπή, καθορίζοντας τους λόγους της αποφάσεώς του. 2. Η Επιτροπή, εντός προθεσμίας έξη εβδομάδων, προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα Κράτη Μέλη, κατόπιν εκφέρει χωρίς καθυστέρηση τη γνώμη της και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα. Στην περίπτωση που θα εφαίνετο αναγκαία μία τροποποίηση σύμφωνα με το άρθρο 10, η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 παρατείνεται μέχρι περατώσεως της διαδικασίας που καθορίζεται στο άρθρο 21 της οδηγίας της 27ης Ιουνίου 1967. Άρθρο 10 Οι τροποποιήσεις που είναι αναγκαίες για την προσαρμογή των παραρτημάτων στην τεχνολογική πρόοδο θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 21 της οδηγίας της 27ης Ιουνίου 1967'. Άρθρο 2 1. Τα Κράτη Μέλη εκδίδουν και δημοσιεύουν, εντός προθεσμίας δώδεκα μηνών από της κοινοποιήσεως της πρώτης οδηγίας που στηρίζεται στο άρθρο 10 της οδηγίας 73/173/ΕΟΚ, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία. Θέτουν τις διατάξεις αυτές σε εφαρμογή, εντός προθεσμίας δεκαοκτώ μηνών από της κοινοποιήσεως της πρώτης οδηγίας που στηρίζεται στο άρθρο 10 της οδηγίας 73/173/ΕΟΚ. 2. Τα Κράτη Μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία. Άρθρο 3 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα Κράτη Μέλη. Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 22 Ιουλίου 1980. Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος G. THORN (1) ΕΕ αριθ. Α 182 της 31.7.1978, σ. 62. (2) ΕΕ αριθ. Α 269 της 13.11.1978, σ. 35. (3) ΕΕ αριθ. Ν 189 της 11. 7.1973, σ. 7. (4) ΕΕ αριθ. Ν 196 της 16.8.1967, σ. 1. (5) ΕΕ αριθ. Ν 259 της 15.10.1979, σ. 10. (6) ΕΕ αριθ. Ν 262 της 27.9.1976, σ. 169. (8) ΕΕ αριθ. Ν. 194 της 25.7.1975, σ. 39. (9) ΕΕ αριθ. Ν 84 της 31.3.1978, σ. 43.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία