Οδηγία 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 1993 για την επάρκεια των ίδιων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
ΟΔΗΓΙΑ 93/6/ΕΟΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 15ης Μαρτίου 1993 για την επάρκεια των ίδιων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 57 παράγραφος 2 πρώτη και τρίτη φράση, την πρόταση της Επιτροπής (1), Σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (2), Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (3), Εκτιμώντας: ότι κύριος στόχος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης >Μαιου>Μαΐου 1993 για τις επενδυτικές υπηρεσίες που αφορούν συναλλαγές σε τίτλους (4) είναι να παράσχει, στις επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους και υπόκεινται στην εποπτεία των αρχών αυτών, τη δυνατότητα να ιδρύουν υποκαταστήματα και να παρέχουν υπηρεσίες ελεύθερα σε άλλα κράτη μέλη- ότι η εν λόγω οδηγία, κατά συνέπεια, προβλέπει το συντονισμό των κανόνων που αφορούν τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και την άσκηση της δραστηριότητας των επιχειρήσεων επενδύσεων- ότι, ωστόσο, η εν λόγω οδηγία δεν ορίζει κοινά κριτήρια για τα ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων επενδύσεων, ούτε καθορίζει τα ποσά του αρχικού κεφαλαίου των επιχειρήσεων αυτών- ότι δεν ορίζει κοινό πλαίσιο για την παρακολούθηση των κινδύνων στους οποίους υπόκεινται οι επιχειρήσεις αυτές- ότι αναφέρεται, σε αρκετές διατάξεις της, σε μια άλλη κοινοτική πρωτοβουλία που θα έχει ακριβώς ως στόχο τη θέσπιση συντονισμένων μέτρων στους τομείς αυτούς- ότι η προσέγγιση, η οποία υιοθετήθηκε, συνίσταται απλώς στην επίτευξη του βασικού επιπέδου εναρμόνισης που είναι αναγκαίο και επαρκές για να εξασφαλισθεί η αμοιβαία αναγνώριση των συστημάτων χορήγησης άδειας λειτουργίας και άσκησης εποπτείας- ότι η θέσπιση συντονιστικών μέτρων όσον αφορά τον ορισμό των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων, ο καθορισμός του ύψους του αρχικού κεφαλαίου και η καθιέρωση κοινού πλαισίου για την παρακολούθηση των κινδύνων στους οποίους υπόκεινται οι επιχειρήσεις επενδύσεων αποτελούν βασικές πλευρές της εναρμόνισης που είναι αναγκαία για την επίτευξη της αμοιβαίας αναγνώρισης στα πλαίσια της εσωτερικής χρηματοπιστωτικής αγοράς- ότι επιβάλλεται να ορισθούν διαφορετικά ποσά αρχικού κεφαλαίου, ανάλογα με την έκταση των δραστηριοτήτων που επιτρέπεται να μετέρχονται οι επιχειρήσεις επενδύσεων- ότι θα πρέπει να επιτραπεί στις υφιστάμενες επιχειρήσεις επενδύσεων να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ακόμα και αν δεν έχουν συμμορφωθεί προς το ελάχιστο ποσό των αρχικών κεφαλαίων που ορίζεται για τις νέες επιχειρήσεις- ότι τα κράτη μέλη δύνανται, επίσης, να επιβάλλουν κανόνες αυστηρότερους από τους κανόνες της παρούσας οδηγίας- ότι η παρούσα οδηγία εντάσσεται στο πλαίσιο της ευρύτερης προσπάθειας η οποία καταβάλλεται σε διεθνές επίπεδο για την προσέγγιση των κανόνων οι οποίοι ισχύουν όσον αφορά την εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (τα οποία εφεξής αναφέρονται συλλογικά ως 'ιδρύματα'- ότι ο καθορισμός κοινών βασικών κριτηρίων για τα ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών, δεδομένου ότι τα ίδια κεφάλαια εξασφαλίζουν την άσκηση των δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων σε διαρκή βάση και την προστασία των επενδυτών- ότι, σε μια κοινή αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, τα ιδρύματα είτε αυτά είναι επιχειρήσεις επενδύσεων, είτε είναι πιστωτικά ιδρύματα, λειτουργούν υπό συνθήκες άμεσου ανταγωνισμού μεταξύ τους- ότι, συνεπώς, είναι ευκταία η ισότιμη μεταχείριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων- ότι, όσον αφορά τα πιστωτικά ιδρύματα, στην οδηγία 89/647/ΕΟΚ της 18ης Δεκεμβρίου 1989 για το συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων (5) έχουν ήδη θεσπισθεί κοινά κριτήρια σχετικά με την εποπτεία και την παρακολούθηση των πιστωτικών κινδύνων- ότι είναι αναγκαίο να θεσπισθούν κοινά κριτήρια για τους κινδύνους αγοράς στους οποίους υπόκεινται τα πιστωτικά ιδρύματα και να προβλεφθεί συμπληρωματικό πλαίσιο για την εποπτεία των κινδύνων των ιδρυμάτων, ιδίως των κινδύνων αγοράς και, ειδικότερα, των κινδύνων θέσης, των κινδύνων διακανονισμού/αντισυμβαλλόμενου και των συναλλαγματικών κινδύνων- ότι είναι αναγκαίο να εισαχθεί η έννοια του 'χαρτοφυλακίου συναλλαγών', που περιλαμβάνει θέσεις σε τίτλους και άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα, τα οποία κατέχονται για λόγους διαπραγμάτευσης και υπόκεινται κυρίως σε κινδύνους αγοράς και ανοίγματα που έχουν σχέση προς ορισμένες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που παρέχονται σε πελάτες- ότι είναι ευκταίο να μπορούν τα ιδρύματα με αμελητέες δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών, τόσο από απόλυτη όσο και από σχετική άποψη, να εφαρμόζουν την οδηγία 89/647/ΕΟΚ και όχι τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της παρούσας οδηγίας- ότι είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη, κατά την παρακολούθηση του κινδύνου διακανονισμού/παράδοσης, η ύπαρξη συστημάτων που παρέχουν επαρκή προστασία για τη μείωση του κινδύνου αυτού- ότι, εν πάση περιπτώσει, τα ιδρύματα πρέπει να τηρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας όσον αφορά την κάλυψη του συναλλαγματικού κινδύνου που αναλαμβάνουν για το σύνολο των εργασιών τους- ότι χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις πρέπει να απαιτούνται έναντι θέσεων σε στενά συνδεδεμένα νομίσματα όπως προκύπτει είτε από στατιστικά στοιχεία είτε από δεσμευτικές διακρατικές συμφωνίες και συγκεκριμένα ενόψει της δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης- ότι η ύπαρξη, σε όλα τα ιδρύματα, εσωτερικών συστημάτων για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των κινδύνων επιτοκίου για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό τρόπο μείωσης των κινδύνων αυτών- ότι είναι αναγκαίο, κατά συνέπεια, να εποπτεύονται τα συστήματα αυτά από τις αρμόδιες αρχές- ότι ο στόχος της οδηγίας 92/121/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1992 για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεγάλων ανοιγμάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων (6) δεν είναι η θέσπιση κοινών κανόνων σχετικά με την παρακολούθηση μεγάλων ανοιγμάτων που αφορούν δραστηριότητες που υπόκεινται κυρίως σε κινδύνους αγοράς- ότι η προαναφερόμενη οδηγία αναφέρεται σε μια άλλη κοινοτική πρωτοβουλία για τη θέσπιση του απαραίτητου συντονισμού των μεθόδων σ' αυτόν τον τομέα- ότι είναι απαραίτητο να θεσπισθούν κοινοί κανόνες για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεγάλων ανοιγμάτων των επιχειρήσεων επενδύσεων- ότι η οδηγία 89/299/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Απριλίου 1989 για τα ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων (7) περιλαμβάνει ήδη τον ορισμό των ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων- ότι η βάση για τον ορισμό των ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων πρέπει να είναι ο ορισμός αυτός- ότι, ωστόσο, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, προτιμήθηκε να διαφέρει ο ορισμός των ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων από τον ορισμό που περιέχεται στην προαναφερόμενη οδηγία, ώστε να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων αυτών οι οποίες υπόκεινται κατά κύριο λόγο σε κινδύνους αγοράς- ότι η οδηγία 92/30/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 6ης Απριλίου 1992 για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων επί ενοποιημένης βάσεως (8) ορίζει την αρχή της ενοποίησης- ότι δεν θεσπίζει κοινούς κανόνες όσον αφορά την ενοποίηση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που ασκούν δραστηριότητες κατ' εξοχήν υποκείμενες στους κινδύνους της αγοράς- ότι η εν λόγω οδηγία αναφέρεται σε μια άλλη κοινοτική πρωτοβουλία για τη θέσπιση συντονισμένων μέτρων στον τομέα αυτόν- ότι η οδηγία 92/30/ΕΟΚ δεν ισχύει για ομίλους που περιλαμβάνουν μία ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων αλλά δεν περιλαμβάνουν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα- ότι θεωρήθηκε όμως σκόπιμο να παρασχεθεί κοινό πλαίσιο για την καθιέρωση της εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων επί ενοποιημένης βάσεως- ότι οι τεχνικές προσαρμογές των λεπτομερών κανόνων τους οποίους θεσπίζει η παρούσα οδηγία μπορούν, από καιρού εις καιρόν, να λαμβάνουν υπ' όψη τις πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών- ότι η Επιτροπή θα προτείνει, ενδεχομένως, τις αναγκαίες προσαρμογές- ότι, σε μεταγενέστερο στάδιο, το Συμβούλιο πρέπει να θεσπίσει διατάξεις για την προσαρμογή της παρούσας οδηγίας στην τεχνική πρόοδο σύμφωνα με τη απόφαση 87/373/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 1987 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (9)- ότι, εν τω μεταξύ, το Συμβούλιο θα πρέπει να εγκρίνει τις προσαρμογές αυτές μετά από πρόταση της Επιτροπής- ότι πρέπει να προβλεφθεί η επανεξέταση της παρούσας οδηγίας εντός τριών ετών από την έναρξη ισχύος της, βάσει της εμπειρίας, των εξελίξεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές και των εργασιών στα πλαίσια των διεθνών τραπεζικών επιτροπών των εποπτικών αρχών- ότι η επανεξέταση αυτή πρέπει επίσης να περιλάβει πιθανή αναθεώρηση του καταλόγου των τομέων που επιδέχονται τεχνικές προσαρμογές- ότι η παρούσα οδηγία και η οδηγία 93/22/ΕΟΚ είναι τόσο αλληλένδετες ώστε η θέση σε εφαρμογή τους σε διαφορετικές ημερομηνίες ενδέχεται να οδηγήσει σε στρέβλωση του ανταγωνισμού, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 1. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας στις επιχειρήσεις επενδύσεων και στα πιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 2. 2. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να επιβάλλει συμπληρωματικές ή αυστηρότερες ρυθμίσεις στις επιχειρήσεις επενδύσεων και στα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία έχει χορηγήσει άδεια λειτουργίας. ΟΡΙΣΜΟΙ Άρθρο 2 Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως: 1. πιστωτικά ιδρύματα: όλα τα ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 1 πρώτη περίπτωση της πρώτης οδηγίας 77/780/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 1977 περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητος πιστωτικού ιδρύματος (10), τα οποία υπόκεινται στις απαιτήσεις που απορρέουν από την οδηγία 89/647/ΕΟΚ- 2. επιχειρήσεις επενδύσεων: όλα τα ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 2) της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ που υπόκεινται στις κεφαλαιακές απαιτήσεις που απορρέουν από την εν λόγω οδηγία, εκτός από: - τα πιστωτικά ιδρύματα, - τις τοπικές επιχειρήσεις όπως αυτές ορίζονται στο σημείο 20 και - τις επιχειρήσεις οι οποίες έχουν ως αποκλειστική δραστηριότητα, την αποδοχή και διαβίβαση εντολών επενδυτών, χωρίς την ταυτόχρονη κατοχή ρευστού χρήματος ή τίτλων που ανήκουν στους πελάτες τους, και οι οποίες, για το λόγο αυτό, δεν μπορούν να ευρίσκονται ποτέ σε θέση οφειλέτη έναντι των πελατών τους- 3. ιδρύματα: τα πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων κατά την έννοια των παρόντων ορισμών- 4. ανεγνωρισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων τρίτων χωρών: οι επιχειρήσεις οι οποίες, αν ήσαν εγκατεστημένες στο έδαφος της Κοινότητας, θα εκαλύπτοντο από τον ορισμό της επιχείρησης επενδύσεων στο σημείο 2, και οι οποίες έχουν άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα, και υπόκεινται σε, και οφείλουν να τηρούν, κανόνες επαπτείας που θεωρούνται από τις αρμόδιες αρχές ως εξίσου τουλάχιστον αυστηροί με τους κανόνες που θεσπίζει η παρούσα οδηγία- 5. χρηματοπιστωτικά μέσα: τα μέσα που ορίζονται στο τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ- 6. χαρτοφυλάκιο συναλλαγών (trading book): επιχείρησης επενδύσεων ή πιστωτικού ιδρύματος: α) οι κατά κυριότητα κατεχόμενες θέσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα τις οποίες το ίδρυμα κατέχει με σκοπό την επαναπώληση ή/και τις οποίες έχει λάβει προκειμένου να επωφεληθεί βραχυπρόθεσμα από υπάρχουσες ή/και αναμενόμενες διαφορές μεταξύ των τιμών αγοράς και πώλησής τους ή από άλλες διακυμάνσεις τιμών ή επιτοκίων, καθώς και οι αντιστοιχισμένες (matched) θέσεις που κατέχει κατά κυριότητα αλλά για λογαριασμό τρίτων, ή οι θέσεις που έχει λάβει προκειμένου να καλύψει άλλα στοιχεία του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, και β) τα ανοίγματα που οφείλονται σε μη διακανονισμένες συναλλαγές, δωρεάν παραδόσεις και εξωχρηματιστηριακά (ΟΤC) παράγωγα μέσα που αναφέρονται στα σημεία 1, 2, 3 και 5 του παραρτήματος ΙΙ- τα ανοίγματα που οφείλονται σε συμφωνίες πώλησης και επαναγοράς ή δανειοδοσίας τίτλων που αφορούν τίτλους οι οποίοι περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών κατά την έννοια του στοιχείου α), που αναφέρονται στο σημείο 4 του παραρτήματος ΙΙ και, εφόσον υπάρχει η έγκριση των αρμόδιων αρχών, τα ανοίγματα που οφείλονται σε συμφωνίες αγοράς και επαναπώλησης και σε συναλλαγές δανειοληψίας τίτλων, που περιγράφονται στο ίδιο σημείο 4, που πληρούν είτε τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα σημεία i), ii), iii) και v), είτε τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα σημεία iv) και v), κατωτέρω: i) τα ανοίγματα αποτιμώνται, σε ημερήσια βάση, με βάση την τρέχουσα τιμή της αγοράς, σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ, ii) η πρόσθετη εγγύηση αναπροσαρμόζεται προκειμένου να λαμβάνει υπόψη σημαντικές μεταβολές της αξίας των τίτλων που αφορά η συγκεκριμένη συμφωνία ή συναλλαγή, σύμφωνα με κανόνα αποδεκτό από τις αρμόδιες αρχές, iii) η συμφωνία ή συναλλαγή προβλέπει ότι οι απαιτήσεις του ιδρύματος συμψηφίζονται αυτομάτων και πάραυτα με απαιτήσεις του αντισυμβαλλομένου του σε περίπτωση υπερημερίας του εν λόγω αντισυμβαλλομένου, iv) η προκείμενη συμφωνία ή συναλλαγή είναι διεπαγγελματική, v) οι συμφωνίες και συναλλαγές αυτές περιορίζονται στην παραδεδεγμένη και πρόσφορη χρήση τους, αποκλειομένης κάθε τεχνητής συναλλαγής, ιδίως μη βραχυπρόθεσης φύσης και γ) τα ανοίγματα υπό μορφή αμοιβών, προμηθειών, τόκων, μερισμάτων και περιθωρίων επί παραγώγων μέσων διαπραγματεύσιμων σε χρηματιστήριο, τα οποία συνδέονται άμεσα με τα περιλαμβανόμενα στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών στοιχεία και αναφέρονται στο σημείο 6 του παραρτήματος ΙΙ. Συγκεκριμένα στοιχεία υπάγονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών ή εξαιρούνται από αυτό σύμφωνα με αντικειμενικές διαδικασίες, που περιλαμβάνουν, όπου δει, και τους λογιστικούς κανόνες του οικείου πιστωτικού ιδρύματος. Οι διαδικασίες αυτές καθώς και η συνεπής εφαρμογή τους υπόκεινται στην εποπτεία των αρμόδιων αρχών- 7. μητρική επιχείρηση, θυγατρική επιχείρηση, χρηματοοικονομικό ίδρυμα: όπως ορίζονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 92/30/ΕΟΚ- 8. χρηματοοικονομική εταιρεία χαρτοφυλακίου: χρηματοοικονομικό ίδρυμα οι θυγατρικές του οποίου είναι αποκλειστικά ή κυρίως πιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις επενδύσεων ή άλλα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, περιλαμβάνουν δε τουλάχιστον ένα πιστωτικό ίδρυμα ή μια επιχείρηση επενδύσεων- 9. διαβαθμίσεις κινδύνου: ο βαθμός του πιστωτικού κινδύνου που ισχύει για τους συγκεκριμένους αντισυμβαλλόμενους σύμφωνα με την οδηγία 89/647/ΕΟΚ. Εντούτοις, στοιχεία του ενεργητικού που συνίστανται από απαιτήσεις και άλλα ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων επενδύσεων ή ανεγνωρισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων τρίτων χωρών, και άλλα ανοίγματα προς ανεγνωρισμένα γραφεία συμψηφισμού και χρηματιστήρια θα λαμβάνουν την αυτή διαβάθμιση όπως αυτή που θα εδίδετο εάν ο συγκεκριμένος αντισυμβαλλόμενος είναι πιστωτικο ίδρυμα- 10. εξωχρηματιστηριακά (ΟΤC) παράγωγα μέσα: οι συμβάσεις επιτοκίων και τιμών συναλλάγματος, που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ, καθώς και οι εκτός ισολογισμού συμβάσεις επί μετοχών, υπό τον όρον ότι οι συμβάσεις αυτές δεν αγοράζονται και πωλούνται σε αναγνωρισμένα χρηματιστήρια, όπου υπόκεινται στις καθημερινές απαιτήσεις περιθωρίου και, στην περίπτωση συμβάσεων επί συναλλάγματος, έχουν αρχική διάρκεια άνω των 14 ημερολογιακών ημερών- 11. οργανωμένη αγορά: αγορά που εμπίπτει στον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 1 σημείο 13 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ- 12. εγκεκριμένα στοιχεία: οι θέσεις long και short στα στοιχεία ενεργητικού τα οποία απαριθμούνται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ και σε χρεωστικούς τίτλους εκδιδόμενους από επιχειρήσεις επενδύσεων ή από ανεγνωρισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων τρίτων χωρών, καθώς και οι θέσεις long και short σε χρεωστικούς τίτλους, εφόσον οι εν λόγω τίτλοι πληρούν τις ακόλουθες δύο προϋποθέσεις: πρέπει να είναι εισηγμένοι σε μια τουλάχιστον οργανωμένη αγορά κράτους μέλους ή σε χρηματιστήριο τρίτης χώρας, εφόσον αυτό έχει αναγνωρισθεί από τις αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους, και να θεωρούνται από το οικείο ίδρυμα ως επαρκώς ρευστοποιήσιμοι και ως συνεπαγόμενοι, λόγω της φερεγγυότητας του εκδότη, κίνδυνο υπερημερίας ανάλογο ή μικρότερο του αντίστοιχου κινδύνου των στοιχείων του ενεργητικού που απαριθμούνται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ. Ο τρόπος αξιολόγησης των τίτλων αυτών υπόκειται στην εξέταση των αρμόδιων αρχών, οι οποίες ανατρέπουν την απόφαση του ιδρύματος εάν κρίνουν ότι οι συγκεκριμένοι τίτλοι παρουσιάζουν υπερβολικά υψηλό κίνδυνο υπερημερίας και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποτελέσουν εγκεκριμένα στοιχεία. Ανεξαρτήτως των προηγουμένων, και εν αναμονή περαιτέρω συντονισμού, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναγνωρίζουν ως εγκεκριμένα στοιχεία τίτλους επαρκώς ρευστοποιήσιμους οι οποίοι, λόγω της φερεγγυότητας του εκδότη, υπόκεινται σε κίνδυνο υπερημερίας, ανάλογο ή κατώτερο απ' ό,τι τα στοιχεία του ενεργητικού που απαριθμούνται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ. Ο κίνδυνος υπερημερίας ο συνδεδεμένος με αυτούς τους τίτλους πρέπει να έχει αποτιμηθεί σ'αυτό το επίπεδο από δύο τουλάχιστον οργανισμούς διαβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας αναγνωρισμένους από τις αρμόδιες αρχές, ή και από έναν μόνο τέτοιο οργανισμό, εφόσον κανείς άλλος αναγνωρισμένος από τις αρμόδιες αρχές οργανισμός διαβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας δεν έχει διαβαθμίσει δυσμενέστερα τους συγκεκριμένους τίτλους. Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να μην επιβάλλουν την προϋπόθεση της προηγούμενης πρότασης, αν την κρίνουν υπερβολικά επαχθή δεδομένων πχ. είτε των χαρακτηριστικών της αγοράς, είτε του εκδότη, ή των ίδιων των τίτλων ή κάποιου συνδυασμού τους. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα ιδρύματα να εφαρμόζουν την ανώτατη στάθμιση που αναγράφεται στον πίνακα 1 του σημείου 14 του παραρτήματος Ι, στους τίτλους που λόγω ανεπαρκούς φερεγγυότητας του εκδότη ή/και ανεπαρκούς ρευστότητας, παρουσιάζουν ιδιαίτερο κίνδυνο. Οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους διαβιβάζουν τακτικά στο Συμβούλιο και την Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των εγκεκριμένων στοιχείων, ιδίως όσον αφορά τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται κατά την εκτίμηση του βαθμού της ρευστότητας των τίτλων και της φερεγγυότητας του εκδότη- 13. στοιχεία κεντρικής διοίκησης: οι θέσεις long και short στα στοιχεία του ενεργητικού που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ καθώς και σ' εκείνα που σταθμίζονται με μηδενικό συντελεστή σύμφωνα με το άρθρο 7 της αυτής οδηγίας- 14. μετατρέψιμος τίτλος: ο τίτλος που μπορεί, κατ' επιλογήν του κατόχου, να ανταλλαγεί με άλλο τίτλο, όπως με μετοχές του εκδότη- 15. πιστοποιητικό επιλογής (warrant): το μέσο που δίνει στον κάτοχό του το δικαίωμα να αγοράσει ορισμένο αριθμό μετοχών ή ομολογιών, σε καθορισμένη τιμή και μέχρι την ημερομηνία λήξης του πιστοποιητικού επιλογής. Ο διακανονισμός μπορεί να γίνει είτε με παράδοση των ίδιων των τίτλων είτε με την πληρωμή της αξίας τους σε μετρητά- 16. καλυμμένο πιστοποιητικό επιλογής: το μέσο που εκδίδεται από άλλο φορέα, εκτός από τον εκδότη του οικείου τίτλου, και δίνει στον κάτοχό του το δικαίωμα να αγοράσει ορισμένο αριθμό μετοχών ή ομολογιών σε καθορισμένη τιμή ή δικαίωμα να εξασφαλίσει κέρδος ή να αποφύνει ζημία σχετικά με διακυμάνσεις σε δείκτη που αφορά οιαδήποτε από τα χρηματοπιστωτικά μέσα που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ μέχρι την ημερομηνία λήξης του πιστοποιητικού επιλογής- 17. συμφωνία πώλησης και επαναγοράς και συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης: συμφωνία βάσει της οποίας ένα ίδρυμα ή ο αντισυμβαλλόμενος του μεταβιβάζει τίτλους ή εγγυημένα δικαιώματα που αφορούν τίτλο κυριότητας τίτλων και όπου η εγγύηση αυτή έχει εκδοθεί από ανεγνωρισμένο χρηματιστήριο που κατέχει τα δικαιώματα επί των τίτλων και η συμφωνία δεν επιτρέπει σε ένα ίδρυμα να μεταβιβάσει ή ενεχυριάσει ένα συγκεκριμένο τίτλο σε πλείονες του ενός αντισυμβαλλόμενους ταυτόχρονα, με την παράλληλη υποχρέωση για τον μεταβιβάζοντα, να τους επαναγοράσει (ή να επαναγοράσει υποκατάστατους τίτλους με τα αυτά χαρακτηριστικά) σε καθορισμένη τιμή και συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία, που ορίζεται ή πρόκειται να ορισθεί από τον μεταβιβάζοντα, συμφωνία η οποία για ένα ίδρυμα που πωλεί τους τίτλους είναι 'συμφωνία πώλησης και επαναγοράς' για δε ένα ίδρυμα που τους αγοράζει 'συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης'. Μια συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης θεωρείται διεπαγγελματική όταν ο αντισυμβαλλόμενος υπάγεται στο συντονισμό τραπεζικού ελέγχου σε κοινοτικό επίπεδο ή είναι πιστωτικό ίδρυμα της ζώνης Α κατά την έννοια της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ ή είναι αναγνωρισμένη επιχείρηση επενδύσεων τρίτης χώρας, ή όταν η εν λόγω συναλλαγή συνάπτεται με ανεγνωρισμένο γραφείο συμφηφισμού ή χρηματιστήριο- 18. δανειοδοσία τίτλων και δανειοληψία τίτλων: συναλλαγή στην οποία ένα ίδρυμα ή ο αντισυμβαλλόμενος του μεταβιβάζει τίτλους έναντι κατάλληλης ασφάλειας υπό την προϋπόθεση ότι ο δανειζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιστρέψει αντίστοιχης αξίας τίτλους σε κάποια μελλοντική ημερομηνία ή όταν του το ζητήσει ο μεταβιβάζων, συναλλαγή η οποία είναι 'δανειοδοσία τίτλων' για το ίδρυμα που μεταβιβάζει τους τίτλους και 'δανειοληψία τίτλων' για το ίδρυμα προς το οποίο οι εν λόγω τίτλοι μεταβιβάζονται. Μια δανειοληψία τίτλων θεωρείται διεπαγγελματική όταν ο αντισυμβαλλόμενος υπάγεται στο συντονισμό τραπεζικού ελέγχου σε κοινοτικό επίπεδο ή είναι πιστωτικό ίδρυμα της ζώνης Α κατά την έννοια της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ ή είναι ανεγνωρισμένη επιχείρηση επενδύσεων τρίτης χώρας ή όταν η εν λόγω συναλλαγή συνάπτεται με ανεγνωρισμένο γραφείο συμψηφισμού ή χρηματιστήριο- 19. μέλος συστήματος συμψηφισμού (clearing member): ένα μέλος του χρηματιστηρίου ή του γραφείου συμψηφισμού, το οποίο έχει άμεση συμβατική σχέση με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο (ο οποίος εγγυάται την εκτέλεση των πράξεων). Οι επιχειρήσεις που δεν είναι μέλη του συστήματος συμψηφισμού πρέπει να πραγματοποιούν τις συναλλαγές τους μέσω μέλους του συστήματος συμψηφισμού- 20. τοπική επιχείρηση (local firm): η επιχείρηση που πραγματοποιεί συναλλαγές μόνο για ίδιο λογαριασμό σε χρηματιστήριο προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών μέσων ή προαιρέσεων ή πραγματοποιεί συναλλαγές για λογαριασμό άλλων μελών του ιδίου χρηματιστηρίου, ή προσφέρει τιμές αγοράς και πώλησης σε άλλα μέλη του ιδίου χρηματιστηρίου, και καλύπτεται από την εγγύηση μέλους του συστήματος συμψηφισμού του ίδιου χρηματιστηρίου. Η ευθύνη για την εξασφάλιση της εκτέλεσης των συμβάσεων της τοπικής επιχείρησης πρέπει να αναλαμβάνεται από μέλος του συστήματος συμψηφισμού του ίδιου χρηματιστηρίου, οι δε συμβάσεις αυτές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων του μέλους αυτού, με την παραδοχή ότι οι θέσεις της τοπικής επιχείρησης είναι τελείως χωριστές από τις δικές του- 21. συντελεστής δέλτα: ο λόγος της αναμενόμενης μεταβολής της τιμής μιας προαίρεσης (option) προς την αντίστοιχη μικρή μεταβολή της τιμής του μέσου το οποίο αφορά η προαίρεση- 22. για τους σκοπούς του παραρτήματος Ι παράγραφος 4, θέση long η θέση στην οποία ένα ίδρυμα έχει καθορίσει το επιτόκιο που πρόκειται να εισπράξει σε ορισμένη μελλοντική ημερομηνία, και ως θέση short η θέση στην οποία μια επιχείρηση έχει καθορίσει το επιτόκιο που πρόκειται να καταβάλει σε μια μελλοντική ημερομηνία- 23. ίδια κεφάλαια: τα ίδια κεφάλαια όπως αυτά ορίζονται στην οδηγία 89/299/ΕΟΚ. Ωστόσο, ο ορισμός αυτός μπορεί να τροποποιηθεί στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο παράρτημα V- 24. αρχικό κεφάλαιο: τα σημεία 1 και 2 του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ- 25. αρχικά ίδια κεφάλαια: το άθροισμα των σημείων 1, 2 και 4 του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ, μείον το άθροισμα των σημείων 9, 10 και 11 της ίδιας παραγράφου- 26. κεφάλαιο: τα ίδια κεφάλαια- 27. τροποποιημένη διάρκεια (Modified duration): η υπολογιζόμενη βάσει της μεθόδου που προβλέπεται στο σημείο 26 του παραρτήματος Ι. ΑΡΧΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Άρθρο 3 1. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που κατέχουν ρευστά ή/και τίτλους πελατών και οι οποίες προσφέρουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες υπηρεσίες, οφείλουν να έχουν αρχικό κεφάλαιο 125 000 Ecu: - λήψη και διαβίβαση εντολών των πελατών για χρηματοπιστωτικά μέσα, - εκτέλεση εντολών των πελατών για χρηματοπιστωτικά μέσα, - διαχείριση ατομικών χαρτοφυλακίων επενδύσεων σε χρηματοπιστωτικά μέσα, υπό τον όρο ότι δεν προβαίνουν σε αγοραπωλησίες χρηματοπιστωτικών μέσων για ίδιο λογαριασμό ούτε αναλαμβάνουν αμετάκλητα την αναδοχή εκδόσεως χρηματοπιστωτικών μέσων. Η κατοχή θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα για την επένδυση ιδίων κεφαλαίων δεν θεωρείται 'αγοραπωλησία' για τους σκοπούς των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ή κατά την έννοια της παραγράφου 2. Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε επιχειρήσεις επενδύσεων που εκτελούν εντολές πελατών για χρηματοπιστωτικά μέσα να τα κατέχουν για ίδιο λογαριασμό, εφόσον: - η λήψη τέτοιων θέσεων οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι η επιχείρηση επενδύσεων δεν είναι ικανή να εξασφαλίσει την ακριβή αλληλοκάλυψη των εντολών των επενδυτών, - η ολική αγοραία τιμή αυτών των θέσεων δεν υπερβαίνει το 15 % του αρχικού κεφαλαίου της επιχείρησης, - η επιχείρηση πληροί τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 4 και 5 και - αυτές οι θέσεις έχουν συμπτωματικό και προσωρινό χαρακτήρα και είναι αυστηρά περιορισμένες στο διάστημα που απαιτείται για τη διεκπεραίωση της εν λόγω συναλλαγής. 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να μειώσουν το αναφερόμενο στην παράγραφο 1 ποσό σε 50 000 Ecu εφόσον η επιχείρηση δεν έχει άδεια να κατέχει ρευστά ή τίτλους των πελατών, ούτε να αγοράζει και να πωλεί για ίδιο λογαριασμό, ούτε να αναλαμβάνει αμετάκλητα την αναδοχή εκδόσεων. 3. Όλες οι άλλες επιχειρήσεις επενδύσεων πρέπει να έχουν αρχικό κεφάλαιο 730 000 Ecu. 4. Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη και την τρίτη περίπτωση του άρθρου 2 σημείο 2 έχουν αρχικό κεφάλαιο 50 000 Ecu στο βαθμό που απολαύουν της ελεύθερης εγκατάστασης ή παρέχουν υπηρεσίες σύμφωνα με τα άρθρα 14 ή 15 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ. 5. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 έως 4, τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν την άδεια λειτουργίας επιχειρήσεων επενδύσεων και επιχειρήσεων που καλύπτονται από την παράγραφο 4 που ήδη λειτουργούσαν πριν από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και των οποίων τα ίδια κεφάλαια είναι κατώτερα από τα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που ορίζονται γι' αυτές στις παραγράφους 1 έως 4. Τα ίδια κεφάλαια όλων αυτών των επιχειρήσεων δεν μπορούν να είναι κατώτερα από το υψηλότερο επίπεδο αναφοράς στο οποίο έχουν φθάσει μετά την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας οδηγίας. Το επίπεδο αναφοράς είναι ο μέσος όρος του ημερήσιου ύψους των ίδιων κεφαλαίων, υπολογιζόμενος επί του εξαμήνου που προηγείται της ημερομηνίας υπολογισμού. Το εν λόγω επίπεδο αναφοράς υπολογίζεται ανά εξάμηνο επί της αντίστοιχης προηγηθείσης περιόδου. 6. Σε περίπτωση που ο έλεγχος μιας επιχείρησης επενδύσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 5 περιέλθει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που ασκούσε τον έλεγχο αυτό προηγουμένως, τα ίδια κεφάλαια της εν λόγω επιχείρησης πρέπει να ανέλθουν τουλάχιστον στο επίπεδο που προβλέπεται γι' αυτήν στις παραγράφους 1 έως 4, εκτός των ακόλουθων περιπτώσεων: i) στην περίπτωση πρώτης κληρονομικής μεταβίβασης μετά τη θέση σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, με την έγκριση των αρμόδιων αρχών και επί διάστημα δέκα το πολύ ετών από την εν λόγω μεταβίβαση, ii) στην περίπτωση αλλαγής εταίρου προσωπικής εταιρείας εφόσον ο ένας τουλάχιστον από τους εταίρους, κατά την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, παραμένει στην προσωπική εταιρεία και επί διάστημα δέκα το πολύ ετών από την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. 7. Ωστόσο, σε ορισμένες ειδικές περιστάσεις και με τη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών, σε περίπτωση συγχώνευσης δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων ή/και επιχειρήσεων που καλύπτονται από την παράγραφο 4, τα ίδια κεφάλαια της επιχείρησης που προκύπτει από τη συγχώνευση μπορούν να μη ανέρχονται στο επίπεδο που ορίζεται γι' αυτήν στις παραγράφους 1 έως 4. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία τα επίπεδα των παραγράφων 1 έως 4 δεν έχουν επιτευχθεί, τα ίδια κεφάλαια της νέας επιχείρησης επενδύσεων δεν μπορούν να είναι κατώτερα από το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων των συγχωνευμένων επιχειρήσεων κατά τη στιγμή της συγχώνευσης. 8. Τα ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων επενδύσεων και των επιχειρήσεων που καλύπτονται από την παράγραφο 4 δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μειωθούν κάτω από το επίπεδο που ορίζεται στις παραγράφους 1 έως 5 και 7. Εάν όμως συμβεί αυτό, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, εφόσον οι περιστάσεις το δικαιολογούν, να ορίσουν περιορισμένη χρονική περίοδο εντός της οποίας αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων οφείλουν να επανορθώσουν την κατάστασή τους ή να τερματίσουν τις δραστηριότητές τους. ΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ Άρθρο 4 1. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα ιδρύματα να έχουν διαρκώς ίδια κεφάλαια τουλάχιστον ίσα προς το άθροισμα των ακόλουθων ποσών: i) των κεφαλαιακών απαιτήσεων, που υπολογίζονται σύμφωνα με τα παραρτήματα Ι, ΙΙ και VΙ, βάσει του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους, ii) των κεφαλαιακών απαιτήσεων, που υπολογίζονται σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ, βάσει του όλου κύκλου εργασιών τους, iii) των κεφαλαιακών απαιτήσεων που ορίζονται στην οδηγία 89/647/ΕΟΚ για όλες τις συναλλαγές τους, εξαιρουμένων τόσο εκείνων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών όσο και των παγίων στοιχείων του ενεργητικού, εφόσον αυτά αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το παράρτημα V σημείο 2 στοιχείο δ), iv) των κεφαλαιακών απαιτήσεων που υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2. Ανεξαρτήτως του ποσού των κεφαλαιακών απαιτήσεων που αναφέρονται στα σημεία i) έως iv), τα απαιτούμενα ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων επενδύσεων δεν μπορεί να είναι κατώτερα από ό,τι ορίζεται στο παράρτημα IV. 2. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα ιδρύματα να καλύπτουν τους κινδύνους, που προκύπτουν σε σχέση με συναλλαγές που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας ούτε και στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ, και που θεωρούνται ότι είναι παρόμοιοι με τους κινδύνους που εμπίπτουν στις εν λόγω οδηγίες, με επαρκή ίδια κεφάλαια. 3. Αν τα ίδια κεφάλαια ενός ιδρύματος πέσουν κάτω από το όριο που απαιτείται σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι το ίδρυμα λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να επανορθώσει την κατάσταση το ταχύτερο δυνατόν. 4. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα ιδρύματα να εφαρμόζουν συστήματα για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των κινδύνων επιτοκίου όλων των δραστηριοτήτων τους. Τα συστήματα αυτά υπόκεινται στην εποπτεία των αρμόδιων αρχών. 5. Τα ιδρύματα οφείλουν να αποδεικνύουν στις αρμόδιες αρχές ότι διαθέτουν επαρκή συστήματα ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να υπολογίζουν με εύλογη ακρίβεια την οικονομική κατάσταση του ιδρύματος. 6. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών τους σύμφωνα με την οδηγία 89/647/ΕΟΚ, αντί σύμφωνα με τα παραρτήματα Ι και ΙΙ της παρούσας οδηγίας, εφόσον: i) οι συναλλαγές του χαρτοφυλακίου συναλλαγών των ιδρυμάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κανονικά το 5 % των ολικών συναλλαγών τους, ii) το σύνολο των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους δεν υπερβαίνει κανονικά το ποσό των 15 εκατομμυρίων Ecu και iii) οι συναλλαγές του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, των ιδρυμάτων αυτών δεν υπερβαίνουν ποτέ το 6 % των συνολικών τους συναλλαγών, οι δε θέσεις τους δεν υπερβαίνουν ποτέ συνολικά τα 20 εκατομμύρια Ecu. 7. Για τον υπολογισμό της αναλογίας των συναλλαγών του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σε σύγκριση με τις ολικές συναλλαγές στην παράγραφο 6 σημεία i) και iii) οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναφέρονται είτε στον ισολογισμό και τα στοιχεία εκτός ισολογισμού, είτε στο λογαριασμό κερδών και ζημιών, είτε στα ίδια κεφάλαια του οικείου ιδρύματος, είτε και σε συνδυασμό όλων αυτών. Για την αποτίμηση των συναλλαγών εντός και εκτός ισολογισμού, τα χρεώγραφα αποτιμώνται βάσει της ονομαστικής ή της αγοραίας τους αξίας, οι μετοχές βάσει της αγοραίας τους αξίας και τα παράγωγα μέσα βάσει της ονομαστικής ή της αγοραίας αξίας των υποκείμενων μέσων. Οι θέσεις long και short αθροίζονται ανεξάρτητα από τα πρόσημά τους. 8. Εάν ένα ίδρυμα συμβεί να υπερβεί ένα τουλάχιστον από τα δύο οριζόμενα στην παράγραφο 6 σημεία i) και ii) όρια, εκτός εάν αυτό διαρκέσει μόνο επί σύντομο χρονικό διάστημα ή να υπερβεί ένα τουλάχιστον από τα δύο οριζόμενα στην παράγραφο 6 σημείο iii) όρια, υποχρεούται να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο i) όσον αφορά το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του, και όχι με τις απαιτήσεις της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ, και να ειδοποιήσει την αρμόδια αρχή. ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΝΟΙΓΜΑΤΩΝ Άρθρο 5 1. Τα ιδρύματα παρακολουθούν και θέτουν υπό έλεγχο τα μεγάλα τους ανοίγματα σύμφωνα με την οδηγία 92/121/ΕΟΚ. 2. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, τα ιδρύματα που υπολογίζουν τις κεφαλαιακές τους απαιτήσεις για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών τους σύμφωνα με τα παραρτήματα Ι και ΙΙ, παρακολουθούν και θέτουν υπό έλεγχο τα μεγάλα τους ανοίγματα σύμφωνα με την οδηγία 92/121/ΕΟΚ, με την επιφύλαξη των τροποποιήσεων που προβλέπονται στο παράρτημα VI της παρούσας οδηγίας. ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΘΕΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΥΠΟΒΛΗΤΕΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ Άρθρο 6 1. Τα ιδρύματα οφείλουν να αποτιμούν το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών τους σε τρέχουσες τιμές της αγοράς καθημερινώς, εκτός εάν εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 6. 2. Ελλείψει άμεσα διαθέσιμων τρεχουσών τιμών της αγοράς, π.χ. στις περιπτώσεις πράξεων που αφορούν νέες εκδόσεις στις πρωτογενείς αγορές, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να μην εφαρμόζουν τη διάταξη της παραγράφου 1 και να απαιτούν από τα ιδρύματα να χρησιμοποιούν εναλλακτικές μεθόδους αποτίμησης, εφόσον οι εν λόγω μέθοδοι είναι επαρκώς συνετές και έχουν εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές. ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΣΕ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΒΑΣΗ Άρθρο 7 Γενικές αρχές 1. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που αναφέρουν τα άρθρα 4 και 5 για τα ιδρύματα που δεν είναι ούτε μητρικές επιχειρήσεις ούτε θυγατρικές μητρικών επιχειρήσεων, εφαρμόζονται μεμονωμένα για κάθε ίδρυμα. 2. Οι απαιτήσεις που αναφέρουν τα άρθρα 4 και 5: - για τα ιδρύματα που έχουν ως θυγατρική πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια της οδηγίας 92/30/ΕΟΚ, επιχείρηση επενδύσεων ή άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή τα οποία έχουν συμμετοχή σε ιδρύματα αυτού του είδους και - για τα ιδρύματα των οποίων οι μητρικές επιχειρήσεις είναι χρηματοοικονομικές εταιρίες χαρτοφυλακίου εφαρμόζονται σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τις μεθόδους που ορίζουν η προαναφερόμενη οδηγία και οι παράγραφοι 7 έως 14 του παρόντος άρθρου. 3. Όταν ένας όμιλος, που εμπίπτει στην παράγραφο 2 δεν περιλαμβάνει κανένα πιστωτικό ίδρυμα, εφαρμόζεται η οδηγία 92/30/ΕΟΚ, με τις ακόλουθες προσαρμογές: - ως χρηματοοικονομική εταιρεία χαρτοφυλακίου νοείται χρηματοπιστωτικό ίδρυμα του οποίου οι θυγατρικές είναι, είτε αποκλειστικά είτε κυρίως, επιχειρήσεις επενδύσεων ή άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, εφόσον τουλάχιστον μία από τις θυγατρικές αυτές είναι επιχείρηση επενδύσεων; - ως εταιρεία συμμετοχής μεικτών δραστηριοτήτων νοείται μητρική επιχείρηση, εκτός από χρηματοοικονομική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή επιχείρησης επενδύσεων, στις θυγατρικές της οποίας περιλαμβάνεται τουλάχιστον μια επιχείρηση επενδύσεων, - ως αρμόδιες αρχές νοούνται οι εθνικές αρχές που νομιμοποιούνται βάσει νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων να ασκούν εποπτεία επί των επιχειρήσεων επενδύσεων, - όλες οι αναφορές στα πιστωτικά ιδρύματα αντικαθίστανται από αναφορές σε επιχειρήσεις επενδύσεων, - δεν εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 3 της οδηγίας 92/30/ΕΟΚ, - στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 4 και στην παράγραφο 5 του άρθρου 7 της οδηγίας 92/30/ΕΟΚ, κάθε αναφορά στην οδηγία 77/780/ΕΟΚ αντικαθίσταται από αναφορά στην οδηγία 93/22/ΕΟΚ, - για τους σκοπούς του άρθρου 3 παράγραφος 9 και του άρθρου 8 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/30/ΕΟΚ οι αναφορές στη Συμβουλευτική Τραπεζική Επιτροπή αντικαθίστανται από αναφορές στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, - η πρώτη φράση του άρθρου 7 παράγραφος 4 της οδηγίας 92/30/ΕΟΚ αντικαθίσταται από την ακόλουθη φράση: 'Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων, μια χρηματοοικονομική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή μια εταιρεία συμμετοχής μεικτών δραστηριοτήτων ελέγχει μία ή περισσότερες θυγατρικές που είναι ασφαλιστικές εταιρείες, οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές που είναι επιφορτισμένες με το δημόσιο έλεγχο των ασφαλιστικών εταιρειών συνεργάζονται στενά.' 4. Οι αρμόδιες αρχές οι υποχρεωμένες ή εντεταλμένες με την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση των ομίλων που καλύπτονται από την παράγραφο 3, μπορούν, εν αναμονή περαιτέρω συντονισμού όσον αφορά την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση των ομίλων αυτών και όταν οι περιστάσεις το δικαιολογούν, να μην πληρούν την υποχρέωση αυτή υπό τον όρον ότι κάθε επιχείρηση επενδύσεων ενός ομίλου: i) χρησιμοποιεί τον ορισμό των ίδιων κεφαλαίων που προβλέπεται στο σημείο 9 του παραρτήματος V, ii) πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 4 και 5 σε ατομική βάση, iii) θεσπίζει συστήματα παρακολούθησης και ελέγχου των πηγών των κεφαλαίων και της χρηματοδότησης όλων των άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που ανήκουν στον όμιλο. 5. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που ανήκουν σε όμιλο εμπίπτονται στην απαλλαγή που περιγράφεται στην παράγραφο 4 να τους κοινοποιούν τους κινδύνους αυτούς, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων που συνδέονται με τη σύνθεση και τις πηγές των κεφαλαίων και της χρηματοδότησής τους, οι οποίοι θα μπορούσαν να βλάψουν την οικονομική κατάσταση αυτών των επιχειρήσεων επενδύσεων. Εάν στη συνέχεια οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι η οικονομική κατάσταση των εν λόγω επιχειρήσεων επενδύσεων δεν προστατεύεται επαρκώς, απαιτούν από τις επιχειρήσεις να λάβουν μέτρα, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, περιορισμών στις μεταφορές κεφαλαίων από τις επιχειρήσεις αυτές στους οργανισμούς του ομίλου. 6. Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές δεν επιβάλουν την υποχρέωση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση δυνάμει της παραγράφου 4, λαμβάνουν άλλα ανάλογα μέτρα για την εποπτεία των κινδύνων, συγκεκριμένα δε των μεγάλων ανοιγμάτων σε ολόκληρο τον όμιλο, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων οι οποίες δεν είναι εγκατεστημένες σε κανένα κράτος μέλος. 7. Τα κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόζουν, σε ατομική ή σε υπό ενοποιημένη βάση, τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 4 και 5 σε ίδρυμα το οποίο, ως μητρική επιχείρηση, υπάγεται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, και σε οποιαδήποτε θυγατρική επιχείρηση τέτοιου ιδρύματος η οποία υπάγεται στην εξουσία και τον έλεγχό τους και περιλαμβάνεται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση του ιδρύματος που είναι η μητρική εταιρεία. Προβλέπεται το αυτό δικαίωμα μη εφαρμογής όταν η μητρική επιχείρηση είναι χρηματοοικονομική εταιρεία χαρτοφυλακίου η οποία έχει την έδρα της στο ίδιο κράτος μέλος με το ίδρυμα, υπό τον όρο ότι η εταιρεία αυτή υπάγεται στην αυτή εποπτεία με την ασκούμενη επί των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των επιχειρήσεων επενδύσεων, και συγκεκριμένα στις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 4 και 5. Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις, αν ασκηθεί το δικαίωμα μη εφαρμογής πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για να εξασφαλίζεται η ικανοποιητική κατανομή των ιδίων κεφαλαίων εντός του ομίλου. 8. Όταν ένα ίδρυμα η μητρική επιχείρηση του οποίου είναι επίσης ίδρυμα έχει λάβει άδεια και είναι εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, οι αρμόδιες αρχές που παραχώρησαν την άδεια αυτή εφαρμόζουν τους κανόνες που ορίζονται στα άρθρα 4 και 5 στο ίδρυμα αυτό σε ατομική ή, ενδεχομένως, σε υποενοποιημένη βάση. 9. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 8, οι αρμόδιες αρχές οι υπεύθυνες για την παροχή αδείας στη θυγατρική μιας μητρικής επιχείρησης που είναι ίδρυμα μπορούν, μέσω διμερούς συμφωνίας, να μεταβιβάζουν την ευθύνη που έχουν όσον αφορά την εποπτεία της κεφαλαιακής επάρκειας και των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων στις αρμόδιες αρχές που παραχώρησαν άδεια στη μητρική επιχείρηση και την εποπτεύουν. Η Επιτροπή τηρείται οπωσδήποτε ενήμερη για την ύπαρξη και το περιεχόμενο συμφωνιών αυτού του είδους, διαβιβάζει δε τις σχετικές πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών καθώς και στη Συμβουλευτική Τραπεζική Επιτροπή και στο Συμβούλιο εκτός από την περίπτωση των ομίλων που καλύπτονται από την παράγραφο 3. Υπολογισμός των ενοποιημένων απαιτήσεων 10. Όταν δεν ασκείται το οριζόμενο στις παραγράφους 7 και 9 δικαίωμα μη εφαρμογής, για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων στο παράρτημα Ι, και των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων έναντι των πελατών, στο παράρτημα VI, σε ενοποιημένη βάση, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν τον συμψηφισμό των καθαρών θέσεων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών ενός ιδρύματος με τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών άλλου ιδρύματος σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στο παράρτημα Ι και στο παράρτημα VI αντίστοιχα. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν το συμψηφισμό θέσεων συναλλάγματος που υπάγονται στο παράρτημα ΙΙΙ σε ένα ίδρυμα, με θέσεις συναλλάγματος που υπάγονται στο παράρτημα ΙΙΙ σε άλλο ίδρυμα, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙΙ. 11. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να επιτρέπουν να γίνεται συμψηφισμός όσον αφορά το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, και συμψηφισμός θέσεων συναλλάγματος επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε τρίτες χώρες, εφόσον πληρούνται ταυτόχρονα οι ακόλουθες προϋποθέσεις: i) οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν άδεια λειτουργίας σε μια τρίτη χώρα και είτε ανταποκρίνονται οτον ορισμό του πιστωτικού ιδρύματος του άρθρου 1 πρώτη περίπτωση της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ είτε είναι ανεγνωρισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων τρίτων χωρών, ii) οι εν λόγω επιχειρήσεις τηρούν, σε μεμονωμένη βάση, κανόνες επάρκειας κεφαλαίων ισοδύναμους με τους κανόνες της παρούσας οδηγίας, iii) δεν υπάρχουν στις οικείες χώρες κανονισμοί που να επηρεάζουν ουσιαστικά τις μεταβιβάσεις κεφαλαίων εντός του ομίλου. 12. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να επιτρέπουν τον συμψηφισμό που περιγράφεται στην παράγραφο 10 μεταξύ ιδρυμάτων τα οποία ανήκουν σε όμιλο που έχει σχετική άδεια στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, υπό τον όρον ότι: i) υπάρχει ικανοποιητική κατανομή κεφαλαίων εντός του ομίλου, ii) το κανονιστικό, νομικό ή συμβατικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν τα ιδρύματα εγγυάται, ως εκ της φύσεώς του, την αμοιβαία χρηματοοικονομική υποστήριξη εντός του ομίλου. 13. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν τον συμψηφισμό που περιγράφεται στην παράγραφο 10 μεταξύ ιδρυμάτων που ανήκουν σε έναν όμιλο ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 12 και οιουδήποτε ιδρύματος που ανήκει στον ίδιον όμιλο και έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος, υπό τον όρον ότι το δεύτερο ίδρυμα υποχρεούται να πληροί τις κεφαλαιακές απαιτήσεις του επί ατομικής βάσεως δυνάμει των άρθρων 4 και 5. Προσδιορισμός των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων 14. Κατά τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση, εφαρμόζεται το άρθρο 5 της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ. 15. Οι αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση μπορούν να αναγνωρίζουν ως έγκυρους τους ειδικούς ορισμούς των ιδίων κεφαλαίων που ισχύουν για τα ενδιαφερόμενα ιδρύματα βάσει του παραρτήματος V κατά τον υπολογισμό των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων τους ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Άρθρο 8 1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τα πιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτίμηση της συμμόρφωσής τους με τους κανόνες που θεσπίζονται βάσει της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και οι διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες των ιδρυμάτων επιτρέπουν, ανά πάσα στιγμή, τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους προς τους εν λόγω κανόνες. 2. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων υποχρεούνται να υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές έκθεση, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζουν οι αρχές αυτές, τουλάχιστον μία φορά τον μήνα στην περίπτωση των επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3, τουλάχιστον κάθε τρεις μήνες στην περίπτωση των επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 και τουλάχιστον κάθε έξι μήνες στην περίπτωση των επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2. 3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 3 υποχρεούνται να υποβάλλουν τα στοιχεία σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση κάθε έξι μήνες. 4. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές έκθεση η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζουν οι αρχές αυτές, με την ίδια συχνότητα με εκείνη που προβλέπει η οδηγία 89/647/ΕΟΚ. 5. Οι αρμόδιες αρχές επιβάλλουν στα ιδρύματα την υποχρέωση να τους αναφέρουν πάραυτα οποιαδήποτε περίπτωση όπου οι αντισυμβαλλόμενοί τους σε συμφωνίες πώλησης και επαναγοράς και αγοράς και επαναπώλησης ή συναλλαγές δανειοληψίας και δανειοδοσίας περιέρχονται σε υπερημερία ως προς την εκτέλεση των υποχρεώσεών τους. Η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο έκθεση για τις περιπτώσεις αυτές, καθώς και για τις επιπτώσεις τους για τη μεταχείριση αυτών των συμφωνιών και συναλλαγών στην παρούσα οδηγία, το βραδύτερο τρία χρόνια μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στο αρθρο 12. Η έκθεση αυτή περιγράφει, επίσης, τον τρόπο με τον οποίο τα ιδρύματα αυτά πληρούν τις προϋποθέσεις i) έως v) που προβλέπονται στο άρθρο 2 σημείο 6 στοιχείο β) που εφαρμόζονται σε αυτά, και δη την προϋπόθεση v). Επιπλέον, η έκθεση αυτή αναφέρει λεπτομερώς κάθε μεταβολή που έχει επέλθει στο σχετικό ύψος της παραδοσιακής δανειοδοσίας των ιδρυμάτων και των δανειοδοτικών δραστηριοτήτων τους μέσω συμφωνιών αγοράς και επαναπώλησης και συμφωνιών δανειοληψίας τίτλων. Εάν η Επιτροπή συμπεράνει, βάσει αυτής της έκθεσης, αλλά και βάσει άλλων στοιχείων, ότι απαιτούνται πρόσθετες διασφαλίσεις για την αποτροπή της κατάχρησης, υποβάλλει τις δέουσες προτάσεις. ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ Άρθρο 9 1. Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρχές που είναι επιφορτιμένες με την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, ενημερώνουν δε σχετικά την Επιτροπή, αναφέροντας κάθε ενδεχόμενο καταμερισμό καθηκόντων. 2. Οι αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρέπει να είναι δημόσιες αρχές ή όργανα που έχουν επίσημα αναγνωριστεί από την εθνική νομοθεσία ή από τις δημόσιες αρχές ως συμμετέχοντα στο σύστημα εποπτείας που ισχύει στο οικείο κράτος μέλος. 3. Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να διαθέτουν όλες τις εξουσίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, και κυρίως για να εποπτεύουν τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. 4. Οι αρμόδιες αρχές των διαφόρων κρατών μελών συνεργάζονται στενά για την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία, ιδίως όταν οι επενδυτικές υπηρεσίες παρέχονται μέσω απευθείας παροχής υπηρεσιών ή μέσω της εγκατάστασης υποκαταστημάτων σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη. Οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν, μετά από σχετική αίτηση, κάθε πληροφορία που μπορεί να διευκολύνει την εποπτεία της επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων, και ιδίως τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους με τους κανόνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Κάθε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία όσον αφορά τις επιχειρήσεις επενδύσεων, υπόκειται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που ορίζεται στο άρθρο 25 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, προκειμένου δε για πιστωτικά ιδρύματα, και στην υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 12 της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 89/646/ΕΟΚ. Άρθρο 10 Μέχρις ότου εκδοθεί μια άλλη οδηγία στην οποία θα καθορίζονται οι διατάξεις για την προσαρμογή της παρούσας οδηγίας στην τεχνική πρόοδο στους παρακάτω τομείς, το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία και μετά από πρόταση της Επιτροπής, εγκρίνει, σύμφωνα με την απόφαση 87/373/ΕΟΚ, τις παρακάτω προσαρμογές που ενδεχομένως θα κριθούν αναγκαίες: - διασαφήνιση των ορισμών του άρθρου 2 για να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή της οδηγίας σε όλη την Κοινότητα, - διασαφήνιση των ορισμών του άρθρου 2 ούτως ώστε να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στον τομέα των χρηματοπιστωτικών αγορών, - μεταβολή του ύψους του αρχικού κεφαλαίου που αναφέρεται στο άρθρο 3 και του ποσού του άρθρου 4 παράγραφος 6, ούτως ώστε να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στον οικονομικό και νομισματικό τομέα, - η ευθυγράμμιση της ορολογίας καθώς και η διατύπωση των ορισμών σύμφωνα με τις μεταγενέστερες πράξεις για τα ιδρύματα καθώς και τα συναφή θέματα. ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 11 1. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τη λειτουργία επιχειρήσεων επενδύσεων υποκείμενων στο άρθρο 30 παράγραφος 1 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ έστω και αν, την ημέρα που τίθεται σε εφαρμογή η παρούσα οδηγία, τα ίδια κεφάλαιά τους δεν φτάνουν τα όρια που ορίζονται στο άρθρο 3 πράγραφοι 1 έως 3 της παρούσας οδηγίας. Στην περίπτωση όμως αυτή, τα ίδια κεφάλαια αυτών των επιχειρήσεων επενδύσεων πρέπει να πληρούν ακολούθως τους όρους που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 5 έως 8 της παρούσας οδηγίας. 2. Κατά παρέκκλιση του σημείου 14 του παραρτήματος Ι, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ειδική απαίτηση κινδύνου για τις ομολογίες που σταθμίζονται με 10 % σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ, και δη ίση με το μισό της ειδικής απαίτησης κινδύνου που αντιστοιχεί σ' ένα εγκεκριμένο στοιχείο με την ίδια εναπομένουσα διάρκεια μέχρι τη λήξη της εν λόγω ομολογίας. ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 12 1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο μέχρι την ημερομηνία που καθορίζεται στο άρθρο 31 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομέρειες της αναφοράς αυτής εκδίδονται από τα κράτη μέλη. 2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα κείμενα των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία. Άρθρο 13 Η Επιτροπή θα υποβάλει στο Συμβούλιο, το συντομότερο δυνατόν, προτάσεις για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις σχετικά με τις αγοραπωλησίες πρώτων υλών, τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα πρώτων υλών και τα μερίδια των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες. Το Συμβούλιο αποφασίζει επί των προτάσεων της Επιτροπής, το αργότερο έξι μήνες πριν από την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. ΡΗΤΡΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ Άρθρο 14 Μέσα σε τρία χρόνια από την παρέλευση της ημερομηνίας που αναφέρεται στο άρθρο 12, το Συμβούλιο θα εξετάσει, προτάσει της Επιτροπής, την παρούσα οδηγία και εάν χρειαστεί θα την αναθεωρήσει βάσει της εμπειρίας που θα έχει αποκτηθεί κατά την εφαρμογή της, λαμβάνοντας υπόψη τις καινοτομίες της αγοράς, και ειδικότερα τις εξελίξεις στα πλαίσια των διεθνών τραπεζικών επιτροπών. Άρθρο 15 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, 15 Μαρτίου 1993. Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος M. JELVED (1) ΕΕ αριθ. C 152 της 21. 6. 1990, σ. 6 και ΕΕ αριθ. C 50 της 25. 2. 1992, σ. 5.(2) ΕΕ αριθ. C 326 της 16. 12. 1991, σ. 89 και ΕΕ αριθ. C 337 της 21. 12. 1992, σ. 114.(3) ΕΕ αριθ. C 69 της 18. 3. 1991, σ. 1.(4) Βλέπε σελίδα 27 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.(5) ΕΕ αριθ. L 386 της 30. 12. 1989, σ. 14. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 92/30/ΕΟΚ (ΕΕ αριθ. L 110 της 28. 4. 1992, σ. 52).(6) ΕΕ αριθ. L 29 της 5. 2. 1993, σ. 1.(7) ΕΕ αριθ. L 124 της 5. 5. 1989, σ. 16. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 92/30/ΕΟΚ (ΕΕ αριθ. L 110 της 24. 9. 1992, σ. 52).(8) ΕΕ αριθ. L 110 της 28. 4. 1992, σ. 52.(9) ΕΕ αριθ. L 197 της 18. 7. 1987, σ. 33.(10) ΕΕ αριθ. L 322 της 17. 12. 1977, σ. 30. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 89/646/ΕΟΚ (ΕΕ αριθ. L 386 της 30. 12. 1989, σ. 1). ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΘΕΣΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Συμψηφισμός (netting) 1. Το ποσό κατά το οποίο οι θέσεις long (short) του ιδρύματος υπερβαίνουν τις θέσεις short (long) στην ίδια μετοχή, στον ίδιο χρεωστικό ή μετατρέψιμο τίτλο και σε πανομοιότυπες συμβάσεις προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών μέσων (financial futures), προαιρέσεων (options), πιστοποιητικών επιλογής (warrants), ή καλυμμένων πιστοποιητικών επιλογής, αντιπροσωπεύει την καθαρή θέση της σε καθένα από τα διάφορα αυτά μέσα. Κατά τον υπολογισμό της καθαρής θέσης, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν το συνυπολογισμό των θέσεων σε παράγωγα μέσα ως θέσεων στον(στους) ίδιο(ους) τον(τους) τίτλο(-ους) αναφοράς ή τον(τους) πλασματικό(-ούς) (national) τίτλο(-ους) στον οποίο αυτά βασίζονται, σύμφωνα με τη μέθοδο που διευκρινίζεται στα σημεία 4 έως 7. Τα χαρτοφυλάκια των ιδίων τους χρεωστικών τίτλων των ιδρυμάτων δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ειδικού κινδύνου σύμφωνα με την παράγραφο 14. 2. Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός μεταξύ ενός μετατρέψιμου τίτλου και μιας αντισταθμιστικής θέσης στο ίδιο το μέσο στο οποίο βασίζεται ο μετατρέψιμος τίτλος, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές χρησιμοποιούν μια προσέγγιση που λαμβάνει υπόψη την πιθανότητα μετατροπής ενός συγκεκριμένου μετατρέψιμου τίτλου, ή επιβάλλουν κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη κάθε ενδεχόμενου κινδύνου που θα μπορούσε να προκύψει κατά τη μετατροπή. 3. Όλες οι καθαρές θέσεις, ανεξάρτητα από το πρόσημό τους, μετατρέπονται καθημερινά, βάσει της τρέχουσας συναλλαγματικής ισοτιμίας, στο νόμισμα που χρησιμοποιεί το ίδρυμα για την κατάρτιση των εγγράφων κοινοποίησης των πληροφοριών στις αρμόδιες αρχές, πριν από το συγκεντρωτικό υπολογισμό τους. Ειδικά μέσα 4. Οι προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίου (interest rate futures), οι συμφωνίες επιτοκίου προθεσμίας (FRAs) και οι προθεσμιακές δεσμεύσεις αγοράς ή πώλησης χρεωστικών τίτλων αντιμετωπίζονται ως συνδυασμοί θέσεων long και short. Έτσι, μια θέση long σε προθεσμιακή σύμβαση επιτοκίου θεωρείται ότι αντιστοιχεί στο συνδυασμό ενός λαμβανόμενου δανείου που λήγει την ημερομηνία παράδοσης που προβλέπεται στην προθεσμιακή σύμβαση, και κατοχής ενός στοιχείου ενεργητικού με προθεσμία λήξης ίση προς την προθεσμία του τίτλου ή της πλασματικής θέσης τα οποία αφορά η συγκεκριμένη προθεσμιακή σύμβαση. Παρομοίως, μια πωλούμενη συμφωνία επιτοκίου προθεσμίας (sold FRA) αντιμετωπίζεται ως θέση long με ημερομηνία λήξεως ίση με την ημερομηνία διακανονισμού συν τη διάρκεια της σύμβασης, και ως θέση short με ημερομηνία λήξεως την ημερομηνία διακανονισμού. Τόσο το λαμβανόμενο δάνειο όσο και το κατεχόμενο στοιχείο ενεργητικού θα συμπεριλαμβάνονται στη στήλη 'κεντρική διοίκηση' του κατωτέρω πίνακα 1 για να υπολογίζεται το κεφάλαιο που απαιτείται ως κάλυψη του ειδικού κινδύνου των προθεσμιακών συμβάσεων επιτοκίου και των FRA. Η προθεσμιακή δέσμευση αγοράς χρεωστικού τίτλου αντιμετωπίζεται ως συνδυασμός ληφθέντος δανείου εξοφλητέου την ημερομηνία παραδόσεως και θέσης long (spot) στον ίδιο το χρεωστικό τίτλο. Το ληφθέν δάνειο συμπεριλαμβάνεται στη στήλη 'κεντρική διοίκηση' του πίνακα 1 για ό,τι αφορά τον ειδικό κίνδυνο, ο δε χρεωστικός τίτλος σε όποια στήλη του ίδιου πίνακα είναι η πρέπουσα. Σε περίπτωση προθεσμιακής σύμβασης διαπραγματεύσιμης σε χρηματιστήριο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν κεφαλαιακή απαίτηση ίση με το ποσό των περιθωρίων εγγύησης (margin) που απαιτείται από το χρηματιστήριο εάν πιστεύουν ότι το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το ακριβές μέτρο του κινδύνου που συνδέεται με την εν λόγω σύμβαση και ότι η μέθοδος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του περιθωρίου είναι ισοδύναμη με τη μέθοδο υπολογισμού που περιγράφεται στο υπόλοιπο μέρος του παρόντος παραρτήματος. 5. Οι προαιρέσεις (options) επί επιτοκίων, χρεωστικών τίτλων, μετοχών, δεικτών μετοχών, προθεσμιακών συμβάσεων χρηματοπιστωτικών μέσων, ανταλλαγών (swaps) και συναλλάγματος, αντιμετωπίζονται ως θέσεις ισόποσες με την αξία του μέσου στο οποίο βασίζεται η προαίρεση, πολλαπλασιασμένη με το συντελεστή δέλτα της προαίρεσης για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήματος. Οι θέσεις αυτές μπορούν να συμψηφίζονται με τυχόν αντίθετες θέσεις στις ίδιες τις υποκείμενες μετοχές ή σε παράγωγα μέσα. Ο συντελεστής δέλτα που χρησιμοποιείται γι' αυτό το σκοπό πρέπει να είναι εκείνος που παρέχεται από το σχετικό χρηματιστήριο ή, που υπολογίζεται από τις αρμόδιες αρχές ή, εάν αυτός δεν είναι διαθέσιμος ή εάν πρόκειται για εξωχρηματιστηριακές (OTC) προαιρέσεις, ο συντελεστής που υπολογίζει το ίδιο το ίδρυμα, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιες αρχές θεωρούν ικανοποιητική τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιεί το ίδρυμα. Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να ορίζουν ότι τα ιδρύματα πρέπει να υπολογίζουν τους συντελεστές δέλτα χρησιμοποιώντας μια μέθοδο που καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν επίσης την κατάλληλη κάλυψη των άλλων κινδύνων, εκτός του κινδύνου που σχετίζεται με το συντελεστή δέλτα, στους οποίους υπόκεινται οι προαιρέσεις. Σε περίπτωση πωλούμενης προαίρεσης (written option) διαπραγματεύσιμης σε χρηματιστήριο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν κεφαλαιακή απαίτηση ίση με το ποσό των περιθωρίων εγγύησης που απαιτείται από το χρηματιστήριο εάν πιστεύουν ότι το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το ακριβές μέτρο του κινδύνου που συνδέεται με την προαίρεση αυτή και ότι η μέθοδος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του περιθωρίου είναι ισοδύναμη με τη μέθοδο υπολογισμού που περιγράφεται στο υπόλοιπο μέρος του παρόντος παραρτήματος. Επιπλέον, για τις προαιρέσεις αυτές για αγοραστή προαίρεση διαπραγματεύσιμη σε χρηματιστήριο ή εκτός χρηματιστηρίου μπορούν να επιτρέπουν κεφαλαιακή απαίτηση ίση με εκείνην που καθορίζεται για το υποκείμενο μέσο, υπό τον περιορισμό ότι κεφαλαιακή απαίτηση που προκύπτει κατ' αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει την αξία της προαίρεσης στην αγορά. Σε περίπτωση πωλούμενης εξωχρηματιστηριακής προαίρεσης (written OTC option), η κεφαλαιακή απαίτηση ορίζεται σε συνάρτηση με το υποκείμενο μέσο. 6. Για τα πιστοποιητικά επιλογής (warrants), και τα καλυμμένα πιστοποιητικά επιλογής η μέθοδος αντιμετώπισης είναι ίδια με εκείνη που προβλέπεται για τις προαιρέσεις στο σημείο 5. 7. Οι ανταλλαγές (swaps) αντιμετωπίζονται, όσον αφορά τον κίνδυνο επιτοκίου, με βάση την ίδια μέθοδο που χρησιμοποιείται και για τα στοιχεία εντός ισολογισμού. Κατά συνέπεια, μια ανταλλαγή επιτοκίου (interest rate swap) με την οποία ένα ίδρυμα λαμβάνει χρηματικές ροές βάσει μεταβλητού επιτοκίου και καταβάλλει χρηματικές ροές βάσει σταθερού επιτοκίου, θεωρείται ότι ισοδυναμεί με θέση long σε ένα μέσο μεταβλητού επιτοκίου με προθεσμία λήξης ίση με την περίοδο που εναπομένει έως τον επόμενο επανακαθορισμό του επιτοκίου και με θέση short σε ένα μέσο σταθερού επιτοκίου με προθεσμία λήξης ίση με εκείνην της ίδιας της ανταλλαγής. 8. Ωστόσο, τα ιδρύματα που αποτιμούν με την τρέχουσα τιμή της αγοράς και διαχειρίζονται τον κίνδυνο επιτοκίων των παράγωγων μέσων που αναφέρονται στα σημεία 4 έως 7 με τη μέθοδο της παρούσας αξίας των μελλοντικών χρηματικών ροών, μπορούν να χρησιμοποιούν μοντέλα ευαισθησίας για τον υπολογισμό των προαναφερόμενων θέσεων και θα χρησιμοποιούν για κάθε ομολογία που αποσβέννυται κατά την εναπομένουσα διάρκειά της, παρά μέσω οριστικής εξόφλησης του κεφαλαίου. Τόσο το μοντέλο όσο και η χρησιμοποίησή του από το ίδρυμα πρέπει να εγκρίνονται από τις αρμόδιες αρχές. Τα μοντέλα αυτά πρέπει να οδηγούν σε θέσεις που να έχουν την ίδια ευαισθησία στις διακυμάνσεις των επιτοκίων όπως και οι υποκείμενες χρηματικές ροές. Η εκτίμηση της ευαισθησίας τους πρέπει να γίνεται με βάση αναφοράς ανεξάρτητες κινήσεις δειγματοληπτικά επιλεγμένων επιτοκίων σ' ολόκληρη την καμπύλη απόδοσης με ένα τουλάχιστον σημείο ευαισθησίας σε καθένα από τα διαστήματα προθεσμιών λήξης που περιλαμβάνονται στον πίνακα 2 του σημείου 18. Οι θέσεις αυτές συνυπολογίζονται κατά τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στα σημεία 15 έως 30. 9. Όσα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν μοντέλα σύμφωνα με το σημείο 8, μπορούν αντ' αυτών, με την έγκριση των αρμόδιων αρχών, να θεωρούν ως πλήρως συμψηφίζουσες (fully offsetting) οιεσδήποτε θέσεις σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα που καλύπτονται από τα σημεία 4 έως 7, εφόσον πληρούν τουλάχιστον, τις παρακάτω προϋποθέσεις: i) οι θέσεις είναι της αυτής αξίας και είναι εκφρασμένες στο αυτό νόμισμα, ii) το επιτόκιο αναφοράς (για θέσεις μεταβλητού) ή το τοκομερίδιο (για θέσεις σταθερού επιτοκίου) είναι στενά αντιστοιχισμένο, iii) η αμέσως επόμενη ημερομηνία καθορισμού του τόκου ή, για θέσεις σε τοκομερίδια σταθερού επιτοκίου, ο χρόνος που απομένει μέχρι τη λήξη τους ανταποκρίεται στα παρακάτω όρια: - εάν είναι κάτω του μηνός, τότε αυθημερόν, - εάν είναι ενός μηνός και ενός έτους, τότε εντός επτά ημερών, - εάν είναι άνω του έτους, τότε εντός 30 ημερών. 10. Ο μεταβιβάζων τίτλους ή εγγυημένα δικαιώματα κυριότητας τίτλων, σε συμφωνία πώλησης και επαναγοράς και ο δανείζων τίτλους σε δανειοδοσία τίτλων, περιλαμβάνει αυτούς τους τίτλους στον υπολογισμό των κεφαλαιακών του απαιτήσεων σύμφωνα με το παρόν παράρτημα, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω τίτλοι ανταποκρίνονται στα κριτήρια που θεσπίζονται στο άρθρο 2 σημείο 6 στοιχείο α). 11. Οι θέσεις σε μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες υπόκεινται στις κεφαλαιακές απαιτήσεις της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ, και όχι στις απαιτήσεις για κίνδυνο θέσης βάσει του παρόντος παραρτήματος. Ειδικοί και γενικοί κίνδυνοι 12. Ο κίνδυνος θέσης για ένα διαπραγματεύσιμο χρεωστικό τίτλο ή μια μετοχή (ή έναν παράγωγο τίτλο μετοχής ή χρεωστικό τίτλου), διαιρείται σε δύο συνιστώσες, προκειμένου να υπολογιστεί η κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψή του. Η πρώτη συνιστώσα αφορά τον ειδικό κίνδυνο που ενέχει η θέση, δηλαδή τον κίνδυνο μεταβολής της τιμής του σχετικού μέσου λόγω της επίδρασης παραγόντων που σχετίζονται με τον εκδότη του ή, στην περίπτωση ενός παράγωγου μέσου, με τον εκδότη του υποκείμενου μέσου. Η δεύτερη συνιστώσα καλύπτει το γενικό κίνδυνο της θέσης, δηλαδή τον κίνδυνο μεταβολής της τιμής του σχετικού μέσου λόγω μιας μεταβολής στο επίπεδο των επιτοκίων (στην περίπτωση ενός διαπραγματεύσιμου χρεωστικού τίτλου ή παράγωγου μέσου χρεωστικού τίτλου) ή λόγω μιας ευρείας μεταβολής στην αγορά μετοχών που δεν σχετίζεται με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μεμονωμένων τίτλων (στην περίπτωση μιας μετοχής ή ενός παράγωγου μέσου που βασίζεται σε μετοχή). ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΙΜΟΙ ΧΡΕΩΣΤΙΚΟΙ ΤΙΤΛΟΙ 13. Το ίδρυμα κατατάσσει τις καθαρές θέσεις του ανάλογα με το νόμισμα στο οποίο αυτές είναι εκφρασμένες και υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι του γενικού και του ειδικού κινδύνου για κάθε νόμισμα χωριστά. Ειδικός κίνδυνος 14. Το ίδρυμα κατατάσσει τις καθαρές θέσεις του, όπως αυτές υπολογίζονται στην παράγραφο 1, στις κατάλληλες κατηγορίες του πίνακα 1 με βάση την εναπομένουσα προθεσμία λήξης τους και, στη συνέχεια, πολλαπλασιάζει τις θέσεις αυτές με τους συντελεστές στάθμισης. Οι σταθμισμένες θέσεις του ιδρύματος αθροίζονται (ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται για θέσεις long ή short), προκειμένου να υπολογιστούν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις του έναντι του ειδικού κινδύνου. /* ΠΙΝΑΚΕΣ: δείτε Ε.Ε. */ Γενικός κίνδυνος α) σε συνάρτηση με την προθεσμία 15. Η διαδικασία υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του γενικού κινδύνου περιλαμβάνει δύο βασικά στάδια. Πρώτον, όλες οι θέσεις σταθμίζονται ανάλογα με την προθεσμία λήξης τους (όπως εξηγείται στην παράγραφο 16) προκειμένου να υπολογιστεί το ποσό του κεφαλαίου που απαιτείται για την κάλυψή τους. Δεύτερον, αυτή η κεφαλαιακή απαίτηση μπορεί να μειώνεται όταν μια σταθμισμένη θέση κατέχεται παράλληλα με μια αντίθετη σταθμισμένη θέση στο ίδιο διάστημα προθεσμιών λήξης. Μείωση της κεφαλαιακής απαίτησης επιτρέπεται επίσης όταν οι αντίθετες σταθμισμένες θέσεις ανήκουν σε διαφορετικά διαστήματα προθεσμιών λήξης- στην περίπτωση αυτή, η έκταση της επιτρεπόμενης μείωσης εξαρτάται τόσο από το εάν οι δύο θέσεις ανήκουν ή όχι στην ίδια ομάδα διαστημάτων προθεσμιών λήξης, όσο και από τα συγκεκριμένα διαστήματα προθεσμιών λήξης στα οποία αυτές ανήκουν. Οριζονται συνολικά τρεις ομάδες διαστημάτων προθεσμιών λήξης (ή ζώνες). 16. Το ίδρυμα κατατάσσει τις καθαρές θέσεις του στις κατάλληλες ζώνες προθεσμιών λήξης στη δεύτερη ή την τρίτη, κατά περίπτωση, στήλη του πίνακα 2 του σημείου 18. Η κατάταξη γίνεται βάσει της εναπομένουσας προθεσμίας λήξης στην περίπτωση των μέσων σταθερού επιτοκίου και της περιόδου μέχρι τον επόμενο επανακαθορισμό του επιτοκίου στην περίπτωση των μέσων που έχουν μεταβλητό επιτόκιο πριν από την τελική ημερομηνία λήξης. Το ίδρυμα κάνει επίσης διάκριση μεταξύ των χρεωστικών τίτλων με απόδοση τοκομεριδίου 3 % ή μεγαλύτερη και εκείνων με απόδοση τοκομεριδίου μικρότερη από 3 %, και τα κατατάσσει, αντίστοιχα, στη δεύτερη ή την τρίτη στήλη του πίνακα 2. Στη συνέχεια καθεμία από τις θέσεις αυτές πολλαπλασιάζεται με τους συντελεστές στάθμισης που αναφέρονται στην τέταρτη στήλη του πίνακα 2 για το σχετικό διάστημα προθεσμιών λήξης. 17. Το ίδρυμα υπολογίζει στη συνέχεια το άθροισμα των σταθμισμένων θέσεων long και το άθροισμα των σταθμισμένων θέσεων short, για κάθε διάστημα προθεσμιών λήξης. Το ποσό των θέσεων long που αντιστοιχίζονται έναντι των θέσεων short εντός ενός δεδομένου διαστήματος προθεσμιών ληξης, αντιπροσωπεύει την αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση σ'αυτό το διάστημα προθεσμιών ενώ η εναπομένουσα θέση long ή short αντιπροσωπεύει τη μη αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση στο ίδιο διάστημα προθεσμιών λήξης. Υπολογίζεται στη συνέχεια το σύνολο των αντιστοιχισμένων σταθμισμένων θέσεων σε όλα τα διαστήματα προθεσμιών λήξης. 18. Το ίδρυμα υπολογίζει το άθροισμα των μη αντιστοιχισμένων σταθμισμένων θέσεων long στα διαστήματα που περιλαμβάνονται σε καθεμία από τις ζώνες του πίνακα 2, προκειμένου να προσδιορίσει τη μη αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση long για κάθε ζώνη. Ομοίως, τα αθροίσματα των μη αντιστοιχισμένων σταθμισμένων θέσεων short για κάθε διάστημα μιας δεδομένης ζώνης προστιθενται προκειμένου να υπολογιστεί η μη αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση short αυτής της ζώνης. Το τμήμα της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης long σε μια δεδομένη ζώνη το οποίο αντιστοιχίζεται έναντι της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης short στην ίδια ζώνη αντιπροσωπεύει την αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση σ'αυτή τη ζώνη. Το τμήμα της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης long ή της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης short σε μια ζώνη το οποίο δεν μπορεί να αντιστοιχιστεί κατ' αυτό τον τρόπο, αντιπροσωπεύει τη μη αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση γι'αυτή τη ζώνη. /* ΠΙΝΑΚΕΣ: δείτε Ε.Ε. */ θέσης long (short) στη ζώνη 1 το οποίο αντιστοιχίζεται έναντι της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης short (long) στη ζώνη 2. Το ποσό αυτό αναφέρεται στο σημείο 23 ως αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνών 1 και 2. Ο ίδιος υπολογισμός πραγματοποιείται για το εναπομένον τμήμα της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 2 και τη μη αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση στη ζώνη 3, προκειμένου να προσδιοριστεί η αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνών 2 και 3. 20. Το ίδρυμα μπορεί, εάν το επιθυμεί, να αντιστρέφει τη σειρά των υπολογισμών του σημείου 19 και να υπολογίσει την αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνών 2 και 3 πριν από τον υπολογισμό της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης μεταξύ των ζωνών 1 και 2. 21. Το υπόλοιπο της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 1 αντιστοιχίζεται έναντι εκείνου που εναπομένει στη ζώνη 3 μετά την αντιστοίχισή της με τη ζώνη 2, προκειμένου να προσδιοριστεί η αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνών 1 και 3. 22. Οι εναπομένουσες θέσεις, μετά τις τρεις χωριστές αντιστοιχίσεις των σημείων 19, 20 και 21, αθροίζονται. 23. Η κεφαλαιακή απαίτηση του ιδρύματος υπολογίζεται ως το άθροισμα: α) του 10 % του αθροίσματος των αντιστοιχισμένων σταθμισμένων θέσεων σε όλα τα διαστήματα προθεσμιών ληξης- β) του 40 % της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 1- γ) του 30 % της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 2- δ) του 30 % της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 3- ε) του 40 % της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης μεταξύ των ζωνών 1 και 2, και μεταξύ των ζωνών 2 και 3 (βλέπε σημείο 19)- στ) του 150 % της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης μεταξύ των ζωνών 1 και 3- ζ) του 100 % των εναπομενουσών μη αντιστοιχισμένων σταθμισμένων θέσεων. β) σε συνάρτηση με το μέσο σταθμικό δείκτη διάρκειας (Duration-based) 24. Για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων που αντιστοιχούν στο γενικό κίνδυνο τον οποίο ενέχουν οι διαπραγματεύσιμοι χρεωστικοί τίτλοι, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν, γενικά ή μεμονωμένα, να επιτρέπουν στα ιδρύματα να χρησιμοποιούν σύστημα βασιζόμενο στο μέσο σταθμικό δείκτη διάρκειας, αντί να εφαρμόζουν τους κανόνες που ορίζονται στα σημεία 15 έως 23, υπό τον όρο ότι το ίδρυμα εφαρμόζει το σύστημα αυτό με συνέπεια. 25. Στα πλαίσια ενός τέτοιου συστήματος, το ίδρυμα λαμβάνει την αγοραία τιμή κάθε χρεωστικού τίτλου σταθερού επιτοκίου και βάσει αυτής υπολογίζει την απόδοσή του μέχρι τη λήξη, που αποτελεί τρόπον τινά το προεξοφλητικό του επιτόκιο. Αν πρόκειται για μέσα μεταβλητού επιτοκίου, η επιχείρηση λαμβάνει την αγοραία τιμή κάθε μέσου, και βάσει αυτής υπολογίζει την απόδοσή του με βάση την υπόθεση ότι το κεφάλαιο είναι πληρωτέο την επόμενη φορά που μπορεί να αλλάξει το επιτόκιο. 26. Το ίδρυμα υπολογίζει στη συνέχεια τον τροποποιημένο μέσο σταθμικό δείκτη διάρκειας (modified duration) κάθε χρεωστικού τίτλου, χρησιμοποιώντας τον ακόλουθο >τθπο>τύπο: r = ονομαστική απόδοση μέχρι τη λήξη του τίτλου (yield to maturity) (βλέπε σημείο 25) Ct = χρηματική πληρωμή κατά τη χρονική στιγμή t m = ολική διάρκεια μέχρι τη λήξη (βλέπε σημείο 25) 27. Το ίδρυμα κατατάσσει ακολούθως κάθε χρεωστικό τίτλο στην κατάλληλη ζώνη του πίνακα 3, με βάση τον τροποποιημένο μέσο σταθμικό δείκτη διάρκειας κάθε μέσου. /* ΠΙΝΑΚΕΣ: δείτε Ε.Ε. */ 28. Το ίδρυμα υπολογίζει κατόπιν τη σταθμισμένη βάσει του δείκτη διαρκείας θέση κάθε μέσου, πολλαπλασιάζοντας την αγοραία αξία του με τον τροποποιημένο σταθμικό δείκτη διαρκείας του καθώς και με την τεκμαιρόμενη μεταβολή του επιτοκίου όταν πρόκειται για μέσο που έχει αυτό το συγκεκριμένο τροποποιημένο σταθμικό δείκτη διαρκείας (βλέπε στήλη 3 του πίνακα 3). 29. Το ίδρυμα υπολογίζει τις σταθμισμένες βάσει του δείκτη διάρκειας θέσεις του long και short, σε κάθε ζώνη. Το ποσό των θέσεων long που αντιστοιχίζεται με θέσεις short σε κάθε ζώνη αποτελεί τη σταθμισμένη βάσει του δείκτη διάρκειας μη αντιστοιχισμένη θέση σε κάθε ζώνη και στη συνέχεια εφαρμόζει τη μέθοδο που περιγράφεται στις παραγράφους 19 έως 22 για τις μη αντιστοιχισμένες σταθμισμένες θέσεις. 30. Η κεφαλαιακή απαίτηση του ιδρύματος υπολογίζεται ακολούθως ως το άθροισμα: α) του 2 % των σταθμισμένων βάσει του δείκτη διάρκειας αντιστοιχισμένων θέσεων σε κάθε ζώνη- β) του 40 % των σταθμισμένων βάσει του δείκτη διάρκειας θέσεων που αντιστοιχίζονται μεταξύ των ζωνών 1 και 2, και μεταξύ των ζωνών 2 και 3- γ) του 150 % των σταθμισμένων βάσει του δείκτη διάρκειας θέσεων που αντιστοιχίζονται μεταξύ των ζωνών 1 και 3- δ) του 100 % των σταθμισμένων του δείκτη διάρκειας μη αντιστοιχισμένων θέσεων που εναπομένουν. ΜΕΤΟΧΕΣ 31. Το ίδρυμα αθροίζει όλες τις καθαρές -σύμφωνα με την παράγραφο 1- θέσεις του long, και όλες τις καθαρές του short. Το άθροισμα των δύο αυτών ποσών αντιπροσωπεύει τη συνολική μεικτή θέση του. Το ποσό κατά το οποίο το ένα από τα δύο αθροίσματα υπερβαίνει το άλλο, αντιπροσωπεύει τη συνολική καθαρή θέση του. Ειδικός κίνδυνος 32. Το ίδρυμα πολλαπλασιάζει τη συνολική μεικτή θέση του επί 4 %, προκειμένου να υπολογίσει την κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου. 33. Κατά παρέκκλιση από το σημείο 32, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν κεφαλαιακή απαίτηση έναντι του ειδικού κινδύνου ίση με το 2 %, και όχι το 4 %, της συνολικής μεικτής θέσης για τα χαρτοφυλάκια μετοχών που κατέχονται από ένα ίδρυμα και πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: i) οι μετοχές δεν είναι μετοχές εκδοτών που έχουν εκδώσει διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους που τη δεδομένη στιγμή συνεπάγονται 8 % κεφαλαιακή απαίτηση στο πίνακα 1 του σημείου 14, ii) οι μετοχές πρέπει να θεωρούνται άκρως ρευστοποιήσιμες από τις αρμόδιες αρχές, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, iii) καμιά ατομική θέση δεν περιλαμβάνει περισσότερο από το 5 % της αξίας του συνολικού χαρτοφυλακίου μετοχών του ιδρύματος. Εντούτοις, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν ατομικές θέσεις έως 10 % υπό την προϋπόθεση ότι οι θέσεις αυτές δεν πρέπει συνολικά να υπερβαίνουν το 50 % του χαρτοφυλακίου. Γενικός κίνδυνος 34. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις του ιδρύματος για την κάλυψη του γενικού κινδύνου ισούνται με τη συνολική καθαρή του θέση πολλαπλασιασμένη επί 8 %. Προθεσμιακές συμβάσεις με βάση δείκτη μετοχών 35. Οι προθεσμιακές συμβάσεις με βάση δείκτη μετοχών, τα σταθμισμένα με το συντελεστή δέλτα ισοδύναμα των προαιρέσεων σε τέτοιες συμβάσεις, και οι δείκτες τιμών μετοχών, που εφεξής καλούνται συλλήβδην 'προθεσμιακές συμβάσεις επί δεικτών μετοχών', μπορούν να αναλύονται σε θέσεις σε όλες τις μετοχές που τις συναποτελούν. Οι θέσεις αυτές μπορούν ν' αντιμετωπίζονται ως υποκείμενες θέσεις στις εν λόγω μετοχές. Κατά συνέπεια, με την επιφύλαξη της έγκρισης των αρμοδίων αρχών, μπορούν να συμψηφίζονται με τις αντίθετες θέσεις στις ίδιες τις υποκείμενες μετοχές. 36. Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε τα ιδρύματα που έχουν συμψηφίσει τις θέσεις που έχουν σε μία ή περισσότερες από τις μετοχές που συναποτελούν μια σύμβαση προθεσμίας δείκτη μετοχών με αντίθετη θέση ή θέσεις στην ίδια τη σύμβαση προθεσμίας να έχουν επαρκή κεφάλαια ώστε να καλύπτουν τον κίνδυνο ζημίας που γεννάται από το ενδεχόμενο να μην ακολουθεί πλήρως η τιμή της προθεσμιακής σύμβασης τις τιμές των μετοχών που τη συναποτελούν. Το αυτό ισχύει όταν ένα ίδρυμα κατέχει αντίθετες θέσεις σε συμβάσεις προθεσμίας δείκτη μετοχών των οποίων η λήξη προθεσμίας ή/και η σύνθεση δεν είναι πανομοιότυπες. 37. Κατά παρέκκλιση από τα σημεία 35 και 36, οι προθεσμιακές συμβάσεις δείκτη μετοχών οι οποίες αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεων στο χρηματιστήριο και αντιπροσωπεύουν, κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών, ευρέως διαφοροποιημένους δείκτες συνοδεύονται από κεφαλαιακές απαιτήσεις της τάξης του 8 % για την κάλυψη του γενικού κινδύνου αλλά δεν προβλέπεται καμία απαίτηση για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου. Οι προθεσμιακές αυτές συμβάσεις συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό της συνολικής καθαρής θέσης που προβλέπεται στο σημείο 31, αλλά δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της συνολικής μεικτής θέσης που προβλέπεται στο ίδιο σημείο. 38. Εάν μια προθεσμιακή σύμβαση δείκτη μετοχών δεν αναλύεται στις διάφορες υποκείμενες θέσεις, η σύμβαση αυτή αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένη μετοχή. Ωστόσο, ο ειδικός κίνδυνος της μεμονωμένης αυτής μετοχής μπορεί να αγνοείται αν η εν λόγω προθεσμιακή σύμβαση είναι διαπραγματεύσιμη στο χρηματιστήριο και αντιπροσωπευεί, κατά τη γνώμη των αρμόδιων αρχών, ευρέως διαφοροποιημένο δείκτη. ΑΝΑΔΟΧΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΙΤΛΩΝ 39. Σε περίπτωση αναδοχής της έκδοσης χρεωστικών μέσων και μετοχών, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε ένα ίδρυμα να ακολουθεί την εξής διαδικασία για να υπολογίζει τις κεφαλαιακές του απαιτήσεις. Πρώτον, υπολογίζει τις καθαρές θέσεις αφαιρώντας τις θέσεις αναδοχής που έχουν αναληφθεί ή υπασφαλίζονται από τρίτους βάσει τυπικής συμφωνίας. Δεύτερον, περιορίζει τις καθαρές θέσεις με την εφαρμογή των ακόλουθων συντελεστών μείωσης: - εργάσιμη ημέρα 0:100 % - εργάσιμη ημέρα 1: 90 % - εργάσιμες ημέρες 2 έως και 3: 75 % - εργάσιμη ημέρα 4: 50 % - εργάσιμη ημέρα 5: 25 % - μετά την εργάσιμη ημέρα 5: 0 %. 'Εργάσιμη ημέρα Ο' είναι η πρώτη εργάσιμη ημέρα κατά την οποία το ίδρυμα αναλαμβάνει την αμετάκλητη δέσμευση να δεχθεί μια δεδομένη (known) ποσότητα τίτλων σε προσυμφωνημένη τιμή. Τρίτον, υπολογίζει την κεφαλαιακή απαίτηση, χρησιμοποιώντας τις μειωμένες θέσεις της αναδοχής έκδοσης τίτλων. Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι το ίδρυμα κρατεί αρκετά κεφάλαια για την κάλυψη του κινδύνου ζημίας που υφίσταται ανάμεσα στην ημέρα της αρχικής δέσμευσης και στην εργάσιμη ημέρα 1. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ/ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ/ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ 1. Σε περίπτωση συναλλαγών στις οποίες ομολογίες και μετοχές (εξαιρουμένων των συμφωνιών επαναγοράς ή επαναπώλησης και των δανειοδοσιών και δανειοληψιών τίτλων) δεν έχουν ακόμα διακανονιστεί μετά τις προβλεπόμενες ημερομηνίες παράδοσής τους, το ίδρυμα πρέπει να υπολογίζει τον κίνδυνο διαφοράς τιμών στον οποίο υπόκειται, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ της συμφωνηθείσης τιμής διακανονισμού των εν λόγω χρεωστικών τίτλων ή μετοχών και της τρέχουσας τιμής τους στην αγορά, εφόσον η διαφορά αυτή θα μπορούσε να του προκαλέσει ζημία. Το ίδρυμα πρέπει να πολλαπλασιάζει αυτή τη διαφορά με τον κατάλληλο συντελεστή της στήλης Α του πίνακα του σημείου 2 προκειμένου να υπολογίσει την κεφαλαιακή απαίτησή του. 2. Κατά παρέκκλιση από το σημείο 1, το ίδρυμα μπορεί, εφόσον το επιτρέπουν οι αρμόδιες αρχές, να υπολογιζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις του πολλαπλασιάζοντας τη συμφωνηθείσα τιμή διακανονισμού κάθε συναλλαγής που δεν έχει ακόμα διακανονιστεί εντός 5 έως 45 εργάσιμων ημερών μετά την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού, με τον κατάλληλο συντελεστή της στήλης Β του εν λόγω πίνακα. Για περιόδους που υπερβαίνουν τις 46 εργάσιμες ημέρες από την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού, το ίδρυμα καθορίζει την κεφαλαιακή απαίτησή του σε 100 % της διαφοράς τιμών στην οποία είναι εκτεθειμένο, όπως στη στήλη Α. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ Ατελείς συναλλαγές (free deliveries) 3.1. Το ίδρυμα οφείλει να κατέχει κεφάλαια για να καλύπτει τον κίνδυνο του αντισυμβαλλομένου εάν: i) έχει καταβάλει το αντίτιμο τίτλων προτού να του παραδοθούν οι εν λόγω τίτλοι, ή εάν έχει παραδώσει τίτλους προτού λάβει το σχετικό αντίτιμο, και εάν ii) στην περίπτωση διασυνοριακών συναλλαγών, έχουν παρέλθει μία ή περισσότερες ημέρες από τη στιγμή της εν λόγω πληρωμής ή παράδοσης. 3.2. Η κεφαλαιακή απαίτηση είναι το 8 % της αξίας των τίτλων ή των χρεωστούμενων χρηματικών ποσών επί το συντελεστή στάθμισης κινδύνου που ισχύει για το συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο. Συμφωνίες πώλησης και επαναγοράς και αγοράς και επαναπώλησης και δανειοδοσίες και δανειοληψίες τίτλων 4.1. Στην περίπτωση των συμφωνιών πώλησης και επαναγοράς και των συμφωνιών δανειοδοσίας τίτλων που αφορούν τίτλους περιλαμβανόμενους στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, το ίδρυμα υπολογίζει τη διαφορά μεταξύ της αγοραίας αξίας των τίτλων αφενός και του ποσού που έχει δανειστεί ή της αγοραίας αξίας της ασφάλειας που έχει λάβει, αφετέρου, εφόσον η διαφορά αυτή είναι θετική. Στην περίπτωση των συμφωνιών αγοράς και επαναπώλησης και των συμφωνιών δανειοληψίας τίτλων, το ίδρυμα υπολογίζει τη διαφορά μεταξύ του ποσού που έχει δανείσει ή της αγοραίας αξίας της ασφάλειας που έχει καταθέσει αφενός και της αγοραίας αξίας των τίτλων που έχει λάβει αφετέρου, εφόσον η διαφορά αυτή είναι θετική. Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται ότι η παρεχόμενη πρόσθετη εγγύηση είναι ικανοποιητική. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να μη συμπεριλαμβάνουν το ποσό της επιπλέον ασφάλειας στους υπολογισμούς που περιγράφονται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος σημείου, εφόσον αυτό είναι εγγυημένο με τέτοιον τρόπο ώστε ο μεταβιβάζων να είναι πάντοτε βέβαιος ότι η επιπλέον ασφάλεια θα του επιστραφεί αν ο αντισυμβαλλόμενος αθετήσει τις υποχρεώσεις του. Οι δεδουλευμένοι τόκοι συνυπολογίζονται στην αγοραία αξία των ποσών που αποτελούν αντικείμενο δανειοδοσίας ή δανειοληψίας και της παρεχόμενης ασφάλειας. 4.2. Η κεφαλαιακή απαίτηση ανέρχεται στο 8 % του ποσού που προκύπτει από το σημείο 4.1 επί το συντελεστή στάθμισης κινδύνου που ισχύει για το συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο. Εξωχρηματιστηριακά παράγωγα μέσα 5. Για να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που αντιστοιχούν στα εξωχρηματιστηριακά παράγωγά τους μέσα, τα ιδρύματα εφαρμόζουν το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ στις περιπτώσεις συμβάσεων επιτοκίου ή τιμής συναλλάγματος- στις αγοραστές εξωχρηματιστηριακά προαιρέσεις μετοχών και στα καλυμμένα πιστοποιητικά επιλογής επιφυλάσσεται η μεταχείριση που προβλέπεται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ για τις συμβάσεις τιμής συναλλάγματος. Οι εφαρμοστέοι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τους συγκεκριμένους αντισυμβαλλόμενους καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 σημείο 9 της παρούσας οδηγίας. ΑΛΛΑ 6. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ ισχύουν σε όσα ανοίγματα, παρουσιαζόμενα υπό μορφήν αμοιβών, προμηθειών, τόκων, μερισμάτων και περιθωρίων σε προθεσμιακές συμβάσεις ή προαιρέσεις που αποτελούν αντικείμενο χρηματιστηριακής διαπραγμάτευσης, δεν καλύπτονται αύτε από το παρόν παράρτημα, ούτε από το παράρτημα Ι, ούτε αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια δυνάμει του σημείου 2 στοιχείο δ) του παραρτήματος V, και αφορούν άμεσα τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών. Οι εφαρμοστέοι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τους συγκεκριμένους αντισυμβαλλόμενους καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 σημείο 9 της παρούσας οδηγίας. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΙΜΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΟΣ 1. Εφόσον η συνολική καθαρή θέση του ιδρύματος σε συνάλλαγμα, υπολογιζόμενη με τη μέθοδο που ορίζεται στα επόμενα, υπερβαίνει το 2 % των συνολικών του ιδίων κεφαλαίων, το επιπλέον πολλαπλασιάζεται επί 8 % για να υπολογιστεί η κεφαλαιακή του απαίτηση έναντι συναλλαγματικού κινδύνου. 2. Χρησιμοποιείται μια μέθοδος υπολογισμού σε δύο στάδια 3.1. Πρώτον, υπολογίζεται η καθαρή ανοικτή θέση του ιδρύματος σε κάθε νόμισμα (συμπεριλαμβανομένου του νομίσματος υποβολής στοιχείων). Η θέση αυτή αντιστοιχεί στο άθροισμα των ακόλουθων (θετικών ή αρνητικών) στοιχείων: - καθαρή τρέχουσα θέση (δηλαδή όλα τα στοιχεία ενεργητικού μείον όλα τα στοιχεία παθητικού, συμπεριλαμβανομένων των δεδουλευμένων τόκων, στο σχετικό νόμισμα), - καθαρή προθεσμιακή θέση (δηλαδή όλα τα εισπρακτέα ποσά μείον όλα τα πληρωτέα ποσά βάσει προθεσμιακών πράξεων συναλλάγματος, συμπεριλαμβανομένων των προθεσμιακών συμβάσεων συναλλάγματος και του κεφαλαίου των ανταλλαγών νομισμάτων που δεν έχει συνυπολογιστεί στην τρέχουσα θέση), - αμετάκλητες εγγυήσεις (και παρεμφερή μέσα) που είναι βέβαιο ότι θα καταστούν απαιτητές, - καθαρά μελλοντικά έσοδα/έξοδα μη ακόμα δεδουλευμένα αλλά ήδη πλήρως καλυμμένα (κατ' επιλογή του ιδρύματος που υποβάλλει τα στοιχεία και με προηγούμενη έγκριση των αρμόδιων αρχών, τα καθαρά μελλοντικά έσοδα/έξοδα που δεν έχουν ακόμα καταχωρηθεί λογιστικά αλλά έχουν ήδη καλυφθεί πλήρως μέσω προθεσμιακών πράξεων συναλλάγματος μπορούν να συμπεριλαμβάνονται σ' αυτόν τον υπολογισμό. Το ίδρυμα πρέπει να εφαρμόζει με συνέπεια τη μέθοδο που έχει επιλέξει), - ποσό ισοδύναμο με το αποτέλεσμα του συμψηφισμού των συντελεστών δέλτα (net delta or delta-based equivalent) για το σύνολο του χαρτοφυλακίου προαιρέσεων ξένου συναλλάγματος, - η αγοραία αξία των άλλων (πλην ξένου συναλλάγματος) προαιρέσεων, - οι τυχόν θέσεις που έχει επίτηδες αναλάβει το ίδρυμα προκειμένου να καλυφθεί έναντι των δυσμενών συνεπειών των συναλλαγματικών διακυμάνσεων για το λόγο κεφαλαίου/υποχρεώσεών της, μπορούν να μη συνυπολογίζονται στον υπολογισμό της καθαρής ανοικτής θέσης ανά νόμισμα. Οι θέσεις αυτές δεν πρέπει να είναι διαρθρωτικής φύσης, να μη συνδέονται δηλαδή με τρέχουσες συναλλαγές, η δε εξαίρεσή τους από τον υπολογισμό καθώς και κάθε αλλαγή των συνθηκών εξαίρεσής τους, προϋποθέτει τη συναίνεση των αρμόδιων αρχών. Η ίδια μεταχείριση και με τους ίδιους όρους μπορεί να επιφυλάσσεται στις θέσεις που έχει ένα ίδρυμα, οι οποίες αφορούν στοιχεία ήδη εκπεσθέντα κατά τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων. 3.2. Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη διακριτική ευχέρεια να επιτρέπουν σε ιδρύματα να χρησιμοποιούν την καθαρή τρέχουσα αξία κατά τον υπολογισμό της καθαρής ανοιχτής θέσης ανά νόμισμα. 4. Δεύτερον, οι καθαρές θέσεις short και long σε κάθε νόμισμα, εκτός του νομίσματος υποβολής στοιχείων, μετατρέπονται στο νόμισμα αυτό βάσει των τρεχουσών συναλλαγματικών ισοτιμιών. Οι θέσεις αυτές αθροίζονται χωριστά έτσι ώστε να προκύψει, αντίστοιχα, το άθροισμα των καθαρών θέσεων short και το άθροισμα των καθαρών θέσεων long. Το μεγαλύτερο από αυτά τα δύο αθροίσματα είναι η συνολική καθαρή θέση του ιδρύματος σε συνάλλαγμα. 5. Κατά παρέκκλιση από τα σημεία 1 έως 4 και εν αναμονή περαιτέρω συντονισμού, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήματος, να επιβάλλουν ή να επιτρέπουν στα ιδρύματα τη χρησιμοποίηση εναλλακτικών διαδικασιών. 6. Εν πρώτοις η αρμόδια αρχή μπορεί να επιβάλλει στα ιδρύματα, για θέσεις σε στενά συσχετιζόμενα (correlated) νομίσματα, κεφαλαιακές απαιτήσεις χαμηλότερες από τις απαιτήσεις που θα προέκυπταν από την εφαρμογή των σημείων 1 έως 4 σε αυτές. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να θεωρούν δύο νομίσματα ως στενά συσχετιζόμενα μόνον όταν η πιθανότητα ζημίας -υπολογιζόμενη με βάση τα ημερήσια στοιχεία συναλλαγματικών ισοτιμιών για τα προηγούμενα τρία ή πέντε χρόνια- που θα προκύψει σε ίσες και αντίθετες θέσεις στα νομίσματα αυτά κατά τις επόμενες δέκα εργάσιμες ημέρες, ήτοι 4 % ή λιγότερο της αξίας της συγκεκριμένης αντιστοιχισμένης θέσης (αποτιμώμενης στο νόμισμα που χρησιμοποιείται για την υποβολή εκθέσεων) έχει πιθανότητα τουλάχιστον 99 % όταν χρησιμοποιείται τριετής περίοδος παρακολούθησης ή 95 % όταν η περίοδος παρακολούθησης είναι πενταετής. Οι απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια έναντι της αντιστοιχισμένης θέσης σε δύο στενά συσχετιζόμενα νομίσματα είναι 4 % πολλαπλασιαζόμενο επί την αξία της αντιστοιχισμένης θέσης. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι μη αντιστοιχισμένων θέσεων σε στενά συσχετιζόμενα νομίσματα, καθώς και όλες οι θέσεις σε άλλα νομίσματα είναι 8 %, πολλαπλασιαζόμενο επί το υψηλότερο ποσό της καθαρής θέσης short, ή της καθαρής θέσης long στα νομίσματα αυτά, ύστερα από την αφαίρεση των αντιστοιχισμένων θέσεων σε στενά συσχετιζόμενα νομίσματα. 7. Δεύτερον, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε ιδρύματα να εφαρμόζουν άλλη μέθοδο από εκείνες που περιγράφονται στα σημεία 1 έως 6 για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήματος. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που προκύπτουν από τη μέθοδο αυτή πρέπει να επαρκούν: i) για να υπερκαλυφθούν οι όποιες ζημίες που θα είχαν προκύψει στο 95 % τουλάχιστον των κυλιομένων περιόοδων δέκα εργασίμων ημερών κατά τα τελευταία πέντε χρόνια ή στο 99 % τουλάχιστον των κυλιομένων περιόδων δέκα εργασίμων ημερών κατά τα τελευταία τρία χρόνια, εάν το ίδρυμα είχε αρχίσει κάθε περίοδο με τις τρέχουσες θέσεις του, ii) βάσει μιας ανάλυσης των κινήσεων συναλλαγματικών ισοτιμιών σε όλες τις κυλιόμενες περιόδους δέκα εργασίμων ημερών κατά τα τελευταία πέντε χρόνια, ώστε να υπερκερασθεί η πιθανή ζημία κατά την επόμενη περίοδο κατοχής δέκα εργασίμων ημερών, κατά το 95 % ή περισσότερο του χρονικού διαστήματος ή, εναλλακτικά, 99 % ή περισσότερο του χρονικού διαστήματος σε περίπτωση που η ανάλυση των διακυμάνσεων των συναλλαγματικών ισοτιμιών καλύπτει μόνο τα τρία προηγούμενα χρόνια ή iii) για να υπερκερασθεί το 2 % της καθαρής ανοικτής θέσης όπως μετράται σύμφωνα με το σημείο 4, ανεξάρτητα από το ύψος των κεφαλαιακών απαιτήσεων που αναφέρονται στα σημεία i) και ii). 8. Τρίτον, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε ιδρύματα να μετακινούν θέσεις σε νομίσματα που εμπιπτουν σε νομικά δεσμευτική διακρατική συμφωνία για τον περιορισμό της διακύμανσής τους εν σχέσει προς άλλα νομίσματα καλυπτόμενα από την ίδια συμφωνία, από οποιαδήποτε μέθοδο που περιγράφεται στα σημεία 1 έως 7 και την οποία εφαρμόζουν. Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις αντιστοιχισμένες θέσεις τους στα νομίσματα αυτά και τις υπάγουν σε κεφαλαιακές απαιτήσεις ίσες τουλάχιστον προς το ήμισυ της μέγιστης αποδεκτής διακύμανσης που καθορίζεται στη συγκεκριμένη διακυβερνητική συμφωνία όσον αφορά τα περί ων ο λόγος νομίσματα. Οι μη αντιστοιχισμένες θέσεις στα νομίσματα αυτά αντιμετωπίζονται όπως και τα άλλα νομίσματα. Κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στις κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι αντιστοιχισμένων θέσεων σε νομίσματα κρατών μελών που συμμετέχουν στη δεύτερη φάση της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης να είναι 1,6 %, πολλαπλασιαζόμενο επί την αξία των αντιστοιχισμένων αυτών θέσεων. 9. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή τις ενδεχόμενες μεθόδους που επιβάλλουν ή επιτρέπουν σε σχέση με τα σημεία 6 έως 8. 10. Η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο έκθεση για τις μεθόδους που αναφέρονται στο σημείο 9, ενώ ταυτόχρονα λαμβάνοντας ενδεχομένως, δεόντως υπόψη τις διεθνείς εξελίξεις, προτείνει πιο εναρμονισμένη μεταχείριση των κινδύνων τιμών συναλλάγματος. 11. Οι καθαρές θέσεις σε σύνθετα νομίσματα μπορούν να διαχωρίζονται με βάση τα σύμμετέχοντα νομίσματα και σύμφωνα με τις ισχύουσες αναλογίες τους. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV Άλλοι κίνδυνοι Οι επιχειρήσεις επενδύσεων πρέπει να κατέχουν ίδια κεφάλαια που να ισοδυναμούν με το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων τους κατά το προηγούμενο έτος. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να προσαρμόζουν την απαίτηση αυτή σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής των δραστηριοτήτων της επιχείρησης σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Εάν η επιχείρηση δεν έχει ακόμα ασκήσει τις δραστηριότητές της κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου έτους, περιλαμβανομένης της ημέρας έναρξης των δραστηριοτήτων της, η κεφαλαιακή απαίτηση ισοδυναμεί με το ένα τέταρτο του ποσού των παγίων εξόδων που προβλέπεται στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων της, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές απαιτήσουν την αναπροσαρμογή αυτού του προγράμματος. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ 1. Τα ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων ορίζονται σύμφωνα με την οδηγία 89/299/ΕΟΚ του Συμβουλίου. Ωστόσο, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν έχουν μια από τις νομικές μορφές που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 της τέταρτης οδηγίας 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1978 βασιζόμενης στο άρθρο 54 παράγραφος 3 στοιχείο ζ) της συνθήκης περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών (1) θεωρούνται ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 8ης Δεκεμβρίου 1986 για τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και λοιπών άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (2). 2. Με την επιφύλαξη του σημείου 1, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε ιδρύματα που υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις όσον αφορά τα ίδια κεφάλαιά τους, οι οποίες προβλέπονται στα παραρτήματα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, IV και VI, να χρησιμοποιούν έναν εναλλακτικό ορισμό των ιδίων κεφαλαίων προκειμένου να τηρήσουν αυτές τις απαιτήσεις και μόνο. Κανένα τμήμα των ιδίων κεφαλαίων τα οποία προβλέπονται με τον τρόπο αυτόν δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να τηρηθούν ταυτόχρονα και άλλες απαιτήσεις περί ιδίων κεφαλαίων. Ο εναλλακτικός αυτός ορισμός περιλαμβάνει τα στοιχεία α), β) και γ) μείον το στοιχείο δ), η αφαίρεση του οποίου θα αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων αρχών: α) ίδια κεφάλαια, όπως αυτά ορίζονται στην οδηγία 89/299/ΕΟΚ, εξαιρουμένων, μόνον των σημείων 12 και 13 του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ για τις επιχειρήσεις επενδύσεων που οφείλουν να εκπίπτουν το στοιχείο δ) από το σύνολο των στοιχείων α), β) και γ)- β) τα καθαρά κέρδη του ιδρύματος από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του καθαρά από κάθε προβλεπόμενη οφειλή ή μέρισμα, μείον τις καθαρές ζημίες του από άλλες δραστηριότητες, υπό τον όρο ότι κανένα από αυτά τα ποσά δεν έχει ήδη συμπεριληφθεί στο σημείο 1 παραπάνω, βάσει των σημείων 2 ή 11 του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ- γ) δάνεια μειωμένης εξασφάλισης ή/και τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 5 παρακάτω υπό τις προϋποθέσεις που τίθενται στις παραγράφους 3 έως 7- δ) μη ρευστοποιήσιμα στοιχεία του ενεργητικού όπως ορίζονται στην παράγραφο 8. 3. Τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης που αναφέρονται στο σημείο 2 στοιχείο γ) πρέπει να έχουν αρχική προθεσμία λήξης τουλάχιστον δύο ετών, πρέπει δε να έχουν πλήρως καταβληθεί και η σύμβαση του δανείου δεν πρέπει να περιλαμβάνει καμία ρήτρα που να προβλέπει ότι, σε συγκεκριμένες περιστάσεις, εκτός από την λύση και εκκαθάριση του ιδρύματος, το χρέος πρέπει να εξοφληθεί πριν από τη συμφωνηθείσα ημερομηνία εξόφλησης, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές το επιπτρέψουν. Ούτε το κεφάλαιο ούτε ο τόκος του εν λόγω δανείου μειωμένης εξασφάλισης επιτρέπεται να εξοφληθούν εάν η εξόφληση αυτή συνεπάγεται τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος σε λιγότερο από το 100 % των συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων του ιδρύματος. Επιπλέον, τα ιδρύματα κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές κάθε εξόφληση του εν λόγω δανείου μειωμένης εξασφάλισης, η οποία συνεπάγεται ότι τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος αυτού είναι λιγότερα από το 120 % των συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεών του. 4. Το ποσό των δανείων μειωμένης εξασφάλισης που αναφέρονται στο σημείο 2 στοιχείο γ) δεν πρέπει να υπερβαίνει το 150 % κατ' ανώτατο όριο των αρχικών ιδίων κεφαλαίων που χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση των απαιτήσεων που καθορίζονται στα παραρτήματα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, IV και VI και δεν πρέπει να προσεγγίζει αυτό το ανώτατο όριο παρά μόνο σε ειδικές περιστάσεις αποδεκτές από τις αρμόδιες αρχές. 5. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να υποκαθιστούν τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης που αναφέρονται στα σημεία 3 και 4 με τα στοιχεία που αναφέρονται στα σημεία 3, 5, 6, 7 και 8 του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ. 6. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε επιχειρήσεις επενδύσεων να υπερβαίνουν το ανώτατο όριο για το ποσό των δανείων μειωμένης εξασφάλισης της παραγράφου 4, εφόσον το κρίνουν ορθό από άποψη εποπτείας και υπό την προϋπόθεση ότι το σύνολο των δανείων μειουμένης εξασφάλισης και των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 δεν υπερβαίνει το 200 % των αρχικών ιδίων κεφαλαίων που απομένουν για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων που θεσπίζονται στα παραρτήματα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, IV και VI ή το 250 % του αυτού ποσού στην περίπτωση που οι επιχειρήσεις επενδύσεων εκπίπτουν το στοιχείο δ) που αναφέρεται στο σημείο 2 κατά τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων. 7. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε ένα πιστωτικό ίδρυμα να υπερβεί το ανώτατο όριο κεφαλαίου των δανείων μειωμένης εξασφάλισης του σημείου 4, εάν το κρίνουν ορθό από άποψη εποπτείας και υπό τον όρον ότι το σύνολο του κεφαλαίου των εν λόγω δανείων μειωμένης εξασφάλισης και τα στοιχεία που αναφέρονται στο σημείο 5 δεν υπερβαίνουν το 250 % των αρχικών ιδίων κεφαλαίων που απομένουν για την τήρηση των απαιτήσεων που ορίζονται στα παραρτήματα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ και VI. 8. Τα μη ρευστοποιήσιμα στοιχεία του ενεργητικού περιλαμβάνουν: - τα ενσώματα πάγια στοιχεία του ενεργητικού (εκτός στο βαθμό που τα γήπεδα και τα κτίρια μπορούν να συμψηφίζονται με τα δάνεια για τα οποία έχουν δοθεί ως ασφάλεια), - συμμετοχές, συμπεριλαμβανομένων των πιστώσεων μειωμένης εξασφάλισης, σε πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, που μπορούν να αποτελούν τμήμα των ιδίων κεφαλαίων των εν λόγω ιδρυμάτων, εκτός εάν έχουν εκπεστεί σύμφωνα με τα σημεία 12 και 13 του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ ή βάσει του σημείου 9 iv) του παρόντος παραρτήματος. Όταν οι επιχειρήσεις κατέχουν προσωρινώς μερίδια σε πιστωτικό ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα λόγω πράξεων οικονομικής ενίσχυσης για την αναδιοργάνωση και διάσωση του ιδρύματος αυτού, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να τις απαλλάσσουν από αυτή την υποχρέωση. Μπορούν επίσης να προβλέπουν απαλλαγή στην περίπτωση μεριδίων τα οποία περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών της επιχείρησης επενδύσεων, - τις συμμετοχές και λοιπές επενδύσεις, σε επιχειρήσεις εκτός από πιστωτικά και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, που δεν μπορούν εύκολα να πωληθούν, - τις ζημίες των θυγατρικών, - τις καταθέσεις, εκτός από εκείνες που είναι διαθέσιμες για επαναπληρωμή εντός 90 ημερών- εξαιρούνται επίσης οι πληρωμές με τη μορφή εγγυήσεων (margined) για προθεσμιακές συμβάσεις ή συμβάσεις προαιρέσεων (options contracts), - δάνεια και άλλα οφειλόμενα ποσά, εκτός από όσα πρέπει να εξοφληθούν μέσα σε 90 ημέρες, - υλικά αποθέματα, εκτός εάν υπόκεινται στις κεφαλαιακές απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 και υπό τον όρο ότι αυτές οι απαιτήσεις δεν είναι λιγότερο αυστηρές από εκείνες που επιβάλλει το άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο iii). 9. Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων που περιλαμβάνονται σε όμιλο υποκείμενο στην απαλλαγή του άρθρου 7 παράγραφος 4 υπολογίζουν τα ίδια κεφάλαιά τους σύμφωνα με τα σημεία 1 έως 8, με την επιφύλαξη των ακόλουθων τροποποιήσεων: i) τα μη ρευστοποιήσιμα στοιχεία του σημείου 2 στοιχείο δ) αφαιρούνται, ii) η εξαίρεση που αναφέρεται στο σημείο 2 στοιχείο α) δεν καλύπτει τα στοιχεία των σημείων 12 και 13 του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ τις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων κατέχει σε επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποιημένη βάση που ορίζεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2, iii) τα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ υπολογίζονται σε σχέση με τα αρχικά ίδια κεφάλαια μείον τα στοιχεία των σημείων 12 και 13 του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ που περιγράφονται στο σημείο ii) ανωτέρω και τα οποία αποτελούν στοιχεία των αρχικών ιδίων κεφαλαίων των εν λόγω επιχειρήσεων, iv) τα στοιχεία των σημείων 12 και 13 του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ που αναφέρονται στο σημείο iii) ανωτέρω αφαιρούνται από τα αρχικά ίδια κεφάλαια και όχι από το σύνολο των στοιχείων όπως ορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της προαναφερόμενης οδηγίας, και δη για τους σκοπούς των σημείων 4 έως 7 του παρόντος παραρτήματος. (1) ΕΕ αριθ. L 222 της 14. 8. 1978, σ. 11. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 90/605/ΕΟΚ (ΕΕ αριθ. L 317 της 16. 11. 1990, σ. 60).(2) ΕΕ αριθ. L 372 της 31. 12. 1986, σ. 1. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI ΜΕΓΑΛΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΑ ΑΝΟΙΓΜΑΤΑ 1. Τα ιδρύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 5 πρέπει να παρακολουθούν και να ελέγχουν τα ανοίγματά τους έναντι κατ' ιδίαν πελατών ή ομίλων συνδεδεμένων πελατών σύμφωνα με την οδηγία 92/121/ΕΟΚ, με τις τροποποιήσεις που ακολουθούν. 2. Τα ανοίγματα έναντι κατ' ιδίαν πελατών που προκύπτουν από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών υπολογίζονται αθροίζοντας τα στοιχεία i), ii) και iii) παρακάτω: i) την αξία -εφόσον είναι θετική- κατά την οποία οι θέσεις long του ιδρύματος υπερβαίνουν τις θέσεις short σε όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται από τον εν λόγω πελάτη (η καθαρή θέση σε καθένα από τα διάφορα μέσα υπολογίζεται σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπονται στο παράρτημα Ι), ii) στην περίπτωση αναδοχής της έκδοσης χρεωστικών τίτλων ή μετοχών, το άνοιγμα του ιδρύματος είναι η καθαρή του θέση (η οποία υπολογίζεται αφαιρώντας τις θέσεις αναδοχής που αναλαμβάνουν ή υπαναδέχονται τρίτοι βάσει τυπικής συμφωνίας) μειωμένη βάσει των συντελεστών που ορίζονται στο σημείο 39 του παραρτήματος Ι. Εν αναμονή περαιτέρω συντονισμού, οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα ιδρύματα να εγκαθιδρύσουν συστήματα για να παρακολουθούν και να ελέγχουν τα ανοίγματα που υφίστανται λόγω αναδοχής εκδόσεων από τη στιγμή της πρώτης ανάληψης υποχρεώσεων μέχρι την πρώτη εργάσιμη ημέρα, ανάλογα με τη φύση των κινδύνων των οικείων αγορών, iii) τα ανοίγματα που οφείλονται στις συναλλαγές, συμφωνίες και συμβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ, με τον οικείο πελάτη- τα ανοίγματα αυτά υπολογίζονται κατά τον τρόπο που ορίζεται στο ίδιο παράρτημα, χωρίς την εφαρμογή των συντελεστών στάθμισης για κίνδυνο αντισυμβαλλομένου. 3. Στη συνέχεια, τα ανοίγματα έναντι ομίλων συνδεδεμένων πελατών στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών υπολογίζονται αθροίζοντας τα ανοίγματα έναντι κατ' ιδίαν πελατών εντός ενός ομίλου, όπως προβλέπει το σημείο 2. 4. Τα συνολικά ανοίγματα έναντι κατ' ιδίαν πελατών ή ομίλων συνδεδεμένων πελατών υπολογίζονται αθροίζοντας τα ανοίγματα που προκύπτουν από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και εκείνα που προκύπτουν από τις συναλλαγές εκτός χαρτοφυλακίου, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 4 παράγραφοι 6 έως 12 της οδηγίας 92/121/ΕΟΚ. Για να υπολογίσουν τα εκτός χαρτοφυλακίου ανοίγματα, τα ιδρύματα υπολογίζουν ως μηδενικό το άνοιγμα που προκύπτει από στοιχεία του ενεργητικού τα οποία αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαιά τους δυνάμει του σημείου 2 στοιχείο δ) του παραρτήματος V. 5. Τα συνολικά ανοίγματα των ιδρυμάτων έναντι κατ' ιδίαν πελατών και ομίλων συνδεδεμένων πελατών, όπως υπολογίζονται στην παράγραφο 4, αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 92/121/ΕΟΚ. 6. Το άθροισμα των ανοιγμάτων έναντι ενός κατ' ιδίαν πελάτη ή ομίλου συνδεδεμένων πελατών περιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 92/121/ΕΟΚ (για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα) με την επιφύλαξη των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 6 της ίδιας οδηγίας. 7. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν, για τα στοιχεία που αποτελούν απαιτήσεις και άλλα ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων επενδύσεων, ανεγνωρισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων τρίτων χωρών και ανεγνωρισμένων γραφείων συμψηφισμού, καθώς και σε συναλλαγές σε χρηματοδοτικά μέσα, την ίδια μεταχείριση που επιφυλάσσεται στα στοιχεία των πιστωτικών ιδρυμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 7 στοιχείο θ) και παράγραφοι 9 και 10 της οδηγίας 92/121/ΕΟΚ. 8. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν την υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 92/121/ΕΟΚ εφόσον πληρούνται ταυτόχρονα οι ακόλουθες προϋποθέσεις: 1. το εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών άνοιγμα απέναντι στον εν λόγω πελάτη ή την εν λόγω ομάδα πελατών δεν υπερβαίναι τα όρια που καθορίζονται στην οδηγία 92/121/ΕΟΚ, υπολογιζόμενο κατά την έννοια της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ, ώστε η υπέρβαση να προκύπτει αποκλειστικά από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών- 2. το πιστωτικό ίδρυμα πληροί μια πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση, επί της υπέρβασης αυτής εντός των ορίων που ορίζει το άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 92/121/ΕΟΚ. Ο υπολογισμός της βασίζεται στις συνιστώσες του συνολικού κινδύνου έναντι του αντίστοιχου πελάτη ή της αντίστοιχης ομάδας πελατών, στις οποίες εφαρμόζονται οι αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες από τα παραρτήματα Ι ή/και ΙΙ απαιτήσεις για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου και των οποίων το σύνολο ισούται προς το ποσό της υπέρβασης που αναφέρεται στο σημείο 1- εάν η υπέρβαση αυτή δεν διήρκεσε περισσότερο από δέκα ημέρες, η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ισούται προς το 200 % των απαιτήσεων που προβλέπονται στην προηγούμενη πρόταση για τις συνιστώσες αυτές. Δέκα ημέρες μετά την πραγματοποίηση της υπέρβασης, οι συνιστώστες της, επιλεγόμενες σύμφωνα με τα προαναφερόμενα κριτήρια, καταλογίζονται στην αντίστοιχη σειρά της στήλης 1 του παρακάτω πίνακα 1 κατ' αύξουσα τάξη των απαιτήσεων για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου του παραρτήματος Ι ή/και των απαιτήσεων του παραρτήματος ΙΙ. Το ίδρυμα πλέον οφείλει να πληροί πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ίση προς το άθροισμα των απαιτήσεων ειδικού κινδύνου του παραρτήματος Ι ή/και ΙΙ, για τις συνιστώσες αυτές, επί τον αντίστοιχο συντελεστή που αναγράφεται στη στήλη 2. /* ΠΙΝΑΚΕΣ: δείτε Ε.Ε. */ 3. σε περίπτωση παρέλευσης δέκα το πολύ ημερών από την παραγματοποίηση της υπέρβασης, το άνοιγμα του χαρτοφυλακίου συναλλαγών για το συγκεκριμένο πελάτη ή τον όμιλο συνδεδεμένων πελατών δεν πρέπει να υπερβαίνει το 500 % των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος- 4. όλες οι υπερβάσεις που διαρκούν περισσότερο από δέκα ημέρες δεν πρέπει να υπερβαίνουν, συνολικά, το 600 % των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος- 5. κάθε τρίμηνο, τα ιδρύματα αναφέρουν στις αρμόδιες αρχές όλες τις περιπτώσεις όπου υπήρξε υπέρβαση, κατά το παρελθόν τρίμηνο, των ορίων που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 4 της οδηγίας 92/121/ΕΟΚ. Για κάθε συγκεκριμένη υπέρβαση, αναφέρονται το όνομα του συγκεκριμένου πελάτη και το ποσό της υπέρβασης. 9. Οι αρμόδιες αρχές θεσπίζουν διαδικασίες -τις οποίες κοινοποιούν στο Συμβούλιο και την Επιτροπή- ώστε να εμποδιζονται τα ιδρύματα από του να αποφεύγουν εσκεμμένα τις πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις οι οποίες ειδάλλως θα προέκυπταν σε ανοίγματα που υπερβαίνουν τα όρια των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 της οδηγίας 92/121/ΕΟΚ αφ'ης στιγμής τα ανοίγματα αυτά θα διετηρούντο περισσότερο από δέκα ημέρες, μεταφέροντας προσωρινά τα εν λόγω ανοίγματα σε άλλη εταιρεία, είτε ανήκουσα στον ίδιο όμιλο είτε όχι, ή/και πραγματοποιώντας εικονικές συναλλαγές ώστε να κλείνουν το άνοιγμα κατά την περίοδο των δέκα ημερών και να δημιουργήσουν άλλο. Τα ιδρύματα οφείλουν να διατηρούν συστήματα που εξασφαλίζουν ότι οιαδήποτε μεταφορά με το αποτέλεσμα αυτό θα ανακοινώνεται πάραυτα στην αρμόδια αρχή. 10. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα που δικαιούνται να χρησιμοποιούν τον εναλλακτικό ορισμό των ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το σημείο 2 του παραρτήματος V, να χρησιμοποιούν τον ορισμό αυτό για τους σκοπούς των σημείων 5, 6 και 8, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω ιδρύματα πρέπει επίσης να τηρούν τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 92/121/ΕΟΚ, όσον αφορά τα ανοίγματα που εμφανίζονται στις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγές τους, χρησιμοποιώντας ίδια κεφάλαια σύμφωνα με την έννοια της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία