ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Ευρωπαϊκή Οδηγία

ΚΩΔΙΚΟΣ

2005/32005L0068

EU GAZETTE

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ EURLEX

ΕΦΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΑΠΟ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

2005-12-09

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2005-12-10

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

2005-11-16

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Οδηγία 2005/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2005 , σχετικά με τις αντασφαλίσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ του Συμβουλίου, καθώς και των οδηγιών 98/78/EΚ και 2002/83/EΚ (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
9.12.2005 EL Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 323/1 ΟΔΗΓΊΑ 2005/68/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 16ης Νοεμβρίου 2005 σχετικά με τις αντασφαλίσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ του Συμβουλίου, καθώς και των οδηγιών 98/78/EΚ και 2002/83/EΚ (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 47 παράγραφος 2 και το άρθρο 55, την πρόταση της Επιτροπής, τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1), Αφού ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών, Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 251 της συνθήκης (2), Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Η οδηγία 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (3), η οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλισης ζωής (4), καθώς και η οδηγία 2002/83/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφάλιση ζωής (5) , έχουν θεσπίσει τις διατάξεις που διέπουν την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων πρωτασφάλισης εντός της Κοινότητας. (2) Οι προαναφερθείσες οδηγίες προβλέπουν το νομικό πλαίσιο για την άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων από ασφαλιστικές επιχειρήσεις εντός της εσωτερικής αγοράς, υπό το καθεστώς τόσο της ελεύθερης εγκατάστασης όσο και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, έτσι ώστε να καθίσταται ευκολότερη, για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με εταιρική έδρα εντός της Κοινότητας, η κάλυψη των υποχρεώσεων που αυτές αναλαμβάνουν εντός της Κοινότητας και να μπορούν οι ασφαλιζόμενοι να αποτείνονται όχι μόνο σε ασφαλιστές εγκατεστημένους στη χώρα τους, αλλά και σε ασφαλιστές με έδρα εντός της Κοινότητας και εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη. (3) Το καθεστώς που θεσπίζεται με τις προαναφερθείσες οδηγίες εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις πρωτασφάλισης, και σε όλες τις δραστηριότητές τους, τόσο εκείνες της πρωτασφάλισης όσο και εκείνες της αντασφάλισης μέσω αποδοχής εκχωρήσεων. Ωστόσο, οι δραστηριότητες αντασφάλισης που ασκούνται από εξειδικευμένο αντασφαλιστή δεν υπάγονται ούτε σε αυτό το καθεστώς ούτε σε οποιοδήποτε άλλο που προβλέπεται από την κοινοτική νομοθεσία. (4) Η αντασφάλιση αποτελεί μείζονα οικονομική δραστηριότητα, διότι επιτρέπει στις επιχειρήσεις πρωτασφάλισης, μέσω της διευκόλυνσης της ευρύτερης διασποράς των κινδύνων σε παγκόσμιο επίπεδο, να διαθέτουν υψηλότερη δυνατότητα ασφαλιστικής κάλυψης κατά την άσκηση των ασφαλιστικών τους δραστηριοτήτων και να παρέχουν την κάλυψη αυτή, καθώς και να μειώνουν το κόστος κεφαλαίου τους. Περαιτέρω, η αντασφάλιση παίζει ζωτικό ρόλο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, δεδομένου ότι αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την εξασφάλιση της οικονομικής ευρωστίας και της σταθερότητας των αγορών της πρωτασφάλισης, όπως και ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεδομένου ότι αφορά μείζονες χρηματοπιστωτικούς διαμεσολαβητές και θεσμικούς επενδυτές. (5) Η οδηγία 64/225/EΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, σχετικά με την κατάργηση των περιορισμών στην ελεύθερη εγκατάσταση και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα της πρωτασφάλισης και της αντεκχώρησης (6), εξάλειψε τους περιορισμούς στο δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών που συνδέονται με την εθνικότητα ή τον τόπο διαμονής του παρόχου αντασφάλισης. Ωστόσο, δεν εξαλείφθηκαν οι περιορισμοί που δημιουργούνται με τις αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών διατάξεων περί ρύθμισης της εποπτείας των αντασφαλίσεων. Η κατάσταση αυτή κατέληξε σε σημαντικές διαφορές ως προς την εποπτεία των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στην Κοινότητα, οι οποίες διαφορές δημιουργούν φραγμούς στην άσκηση των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, όπως είναι η υποχρέωση των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να ενεχυριάζουν περιουσιακά τους στοιχεία για να καλύπτουν το μερίδιο τους στις τεχνικές προβλέψεις των επιχειρήσεων πρωτασφάλισης, καθώς και η συμμόρφωση των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με διαφορετικούς εποπτικούς κανόνες στα διάφορα κράτη μέλη στα οποία ασκούν τις δραστηριότητές τους, ή η έμμεση εποπτεία των διαφόρων δραστηριοτήτων μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης από τις αρμόδιες για τις επιχειρήσεις πρωτασφάλισης αρχές. (6) Το πρόγραμμα δράσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες χαρακτήρισε την αντασφάλιση τομέα που χρειάζεται την ανάληψη δράσης σε κοινοτικό επίπεδο για να ολοκληρωθεί η εσωτερική αγορά των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Επιπλέον, οι μεγαλύτεροι διεθνείς οικονομικοί φορείς, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Διεθνής Ένωση Ασφαλιστικών Εποπτών (International Association of Insurance Supervisors — IAIS) έχουν τονίσει ότι η έλλειψη εναρμονισμένων κανόνων εποπτείας της αντασφάλισης σε κοινοτικό επίπεδο αποτελεί σημαντικό κενό στο κανονιστικό πλαίσιο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί. (7) Η παρούσα οδηγία σκοπό έχει τη θέσπιση κανονιστικού πλαισίου για την εποπτεία των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων εντός της Κοινότητας. Αποτελεί δε μέρος του κορμού της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα των ασφαλίσεων που αποβλέπει στην υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα αυτόν. (8) Η παρούσα οδηγία συνάδει με τις σημαντικότερες διεθνείς εργασίες που αφορούν τους κανόνες εποπτείας της αντασφάλισης, ιδίως δε τις εργασίες της IAIS. (9) Η παρούσα οδηγία ακολουθεί την προσέγγιση της κοινοτικής νομοθεσίας που έχει υιοθετηθεί για την πρωτασφάλιση, πραγματοποιώντας την εναρμόνιση που είναι ουσιώδης, αναγκαία και ικανή για την εξασφάλιση της αμοιβαίας αναγνώρισης των συστημάτων έκδοσης αδειών και εποπτικού ελέγχου, καθιστώντας έτσι εφικτή τη χορήγηση μιας και μοναδικής άδειας, με ισχύ σε ολόκληρη την Κοινότητα, και την εφαρμογή της αρχής της εποπτείας από το κράτος μέλος καταγωγής. (10) Κατά συνέπεια, η ανάληψη και η άσκηση αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων υπόκεινται στη χορήγηση μιας και μοναδικής άδειας, η οποία εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους όπου η αντασφαλιστική επιχείρηση έχει την εταιρική της έδρα. Η άδεια αυτή επιτρέπει σε μια επιχείρηση να ασκεί τις δραστηριότητές της σε ολόκληρη την Κοινότητα, υπό το καθεστώς είτε της ελεύθερης εγκατάστασης είτε της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Το κράτος μέλος όπου υπάρχει υποκατάστημα, ή όπου παρέχονται οι υπηρεσίες δεν μπορεί να απαιτήσει από αντασφαλιστική επιχείρηση που επιθυμεί να ασκήσει αντασφαλιστικές δραστηριότητες στο έδαφός του και η οποία έχει ήδη λάβει άδεια στο κράτος μέλος καταγωγής, να ζητήσει νέα άδεια. Ακόμη, αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει ήδη λάβει άδεια στο κράτος μέλος καταγωγής δεν θα πρέπει να υπόκειται σε πρόσθετη εποπτεία ή έλεγχο ως προς την οικονομική της ευρωστία εκ μέρους των αρχών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία μιας ασφαλιστικής επιχείρησης που αντασφαλίζεται από την εν λόγω αντασφαλιστική επιχείρηση. Επίσης, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν από μια αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας να ενεχυριάζει περιουσιακά στοιχεία για την κάλυψη του μεριδίου της στις τεχνικές προβλέψεις του αντασφαλιζόμενου. Οι όροι για τη χορήγηση και την ανάκληση άδειας θα πρέπει να καθορισθούν. Οι αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να χορηγούν άδεια, ή να τη διατηρούν, σε αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία δεν τηρεί τους όρους που θεσπίζονται με την παρούσα οδηγία. (11) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ισχύει για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν αποκλειστικά αντασφαλιστικές δραστηριότητες και δεν ασχολούνται με πρωτασφαλίσεις. Θα πρέπει, επίσης, να ισχύει και για τις λεγόμενες «δέσμιες» (εξαρτημένες) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες ιδρύονται ή κατέχονται είτε από χρηματοπιστωτική επιχείρηση που δεν είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είτε από όμιλο ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων για τις οποίες ισχύει η οδηγία 98/78/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ασφαλιστικού ομίλου (7) είτε από μία ή πλείονες μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις των οποίων σκοπός είναι η παροχή αντασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκουν. Όταν στην παρούσα οδηγία γίνεται μνεία αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, σε αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εκτός εάν για τις εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προβλέπονται ειδικές διατάξεις. Οι εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν καλύπτουν κινδύνους από την εξωτερική πρωτασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχειρηματική δραστηριότητα μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχειρήσεως που ανήκει στον όμιλο. Πέραν τούτων, ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων δεν επιτρέπεται να κατέχουν εξαρτημένη επιχείρηση. (12) Πάντως, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να ισχύει για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπάγονται ήδη στις οδηγίες 73/239/EΟΚ ή 2002/83/EΚ. Ωστόσο, για να εξασφαλίζεται η οικονομική ευρωστία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν και αντασφαλιστικές δραστηριότητες, και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δραστηριοτήτων αυτών να λαμβάνονται δεόντως υπόψη ως προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις αυτών των επιχειρήσεων, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας που διέπουν το περιθώριο φερεγγυότητας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων θα πρέπει να ισχύουν για τις αντασφαλιστικές δραστηριότητες αυτών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων εφόσον ο όγκος των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων τους αποτελεί σημαντικό μέρος των συνολικών δραστηριοτήτων τους. (13) Η παρούσα οδηγία δεν ισχύει για την παροχή αντασφαλιστικής κάλυψης εκ μέρους κράτους μέλους ή υπό την πλήρη εγγύηση κράτους μέλους για λόγους ουσιώδους δημοσίου συμφέροντος όταν αυτό ενεργεί με την ιδιότητα αντασφαλιστή τελευταίου βαθμού, συγκεκριμένα όταν λόγω ειδικής καταστάσεως σε μία αγορά είναι ανέφικτη η απόκτηση επαρκούς εμπορικής καλύψεως· επ' αυτού ως «επαρκής εμπορική κάλυψη» πρέπει κατά κύριο λόγο να νοείται αδυναμία της αγοράς που χαρακτηρίζεται από καταφανή έλλειψη επαρκούς εύρους προσφορών ασφαλίσεως μολονότι τα υπερβολικά ασφάλιστρα δεν θα πρέπει να συνεπάγονται αφ' εαυτών την ανεπάρκεια αυτής της εμπορικής καλύψεως. Το άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο δ) της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζεται επίσης σε διευθετήσεις μεταξύ ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τις οποίες ισχύουν οι οδηγίες 73/239/ΕΟΚ ή 2002/83/ΕΚ και οι οποίες αποσκοπούν στη συγκέντρωση χρηματοπιστωτικών αξιώσεων που προκύπτουν από μείζονες κινδύνους, όπως είναι η τρομοκρατία. (14) Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις πρέπει να περιορίζουν το αντικείμενό τους στις αντασφαλιστικές και συναφείς δραστηριότητες. Η απαίτηση αυτή είναι δυνατόν να επιτρέπει σε μια αντασφαλιστική επιχείρηση να ασκεί, για παράδειγμα, δραστηριότητες όπως η παροχή στατιστικών ή αναλογιστικών συμβουλών, ανάλυση κινδύνων ή έρευνα για τους πελάτες της. Είναι επίσης δυνατόν να ασκεί δραστηριότητες εταιρείας χαρτοφυλακίου, καθώς και δραστηριότητες στον χρηματοπιστωτικό τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 8 της οδηγίας 2002/87/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων (8). Εν πάση περιπτώσει, η απαίτηση αυτή δεν επιτρέπει την άσκηση μη συναφών τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων. (15) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να αποσαφηνίσει τις εξουσίες και τα μέσα εποπτείας που ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης θα πρέπει να είναι υπεύθυνες για την εποπτεία της οικονομικής ευρωστίας της αντασφαλιστικής επιχείρησης, ιδίως όσον αφορά τη φερεγγυότητά της, τη σύσταση επαρκών τεχνικών προβλέψεων και αποθεματικών εξισορρόπησης, καθώς και την κάλυψη αυτών των προβλέψεων και αποθεματικών με τα ενδεδειγμένα περιουσιακά στοιχεία. (16) Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να διαθέτουν τα μέσα εποπτείας που είναι αναγκαία για να εξασφαλίζεται η ομαλή άσκηση των δραστηριοτήτων των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στο σύνολο της Κοινότητας, υπό καθεστώς είτε ελεύθερης εγκατάστασης είτε ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να είναι σε θέση να θεσπίζουν κατάλληλα μέτρα διασφάλισης ή να επιβάλλουν κυρώσεις προκειμένου να προλαμβάνουν ενδεχόμενες παρατυπίες και παραβιάσεις των διατάξεων περί εποπτείας της αντασφάλισης. (17) Οι διατάξεις που διέπουν τις μεταβιβάσεις χαρτοφυλακίων θα πρέπει να είναι ευθυγραμμισμένες με τη μία και μοναδική άδεια που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία. Πρέπει να ισχύουν για διάφορα είδη μεταβιβάσεων χαρτοφυλακίων μεταξύ αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, όπως είναι οι μεταβιβάσεις χαρτοφυλακίων που προέρχονται από συγχωνεύσεις αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή άλλων μέσων του εταιρικού δικαίου ή οι μεταβιβάσεις χαρτοφυλακίων ζημιών που εκκρεμούν κατά την εκκαθάριση και μετάβαση σε άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση. Επιπλέον, οι διατάξεις που διέπουν τις μεταβιβάσεις χαρτοφυλακίων θα πρέπει να περιλαμβάνουν διατάξεις που αφορούν ειδικά τη μεταβίβαση προς άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση του χαρτοφυλακίου συμβάσεων που συνήφθησαν στο πλαίσιο του δικαιώματος εγκατάστασης ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. (18) Θα πρέπει να προβλεφθεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των αρχών ή οργάνων που, ως εκ των καθηκόντων τους, συμβάλλουν στην ενίσχυση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Για να διαφυλάσσεται ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των πληροφοριών που διαβιβάζονται, ο κατάλογος των αποδεκτών τους θα πρέπει να παραμένει αυστηρά περιορισμένος. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προσδιορισθούν οι όροι υπό τους οποίους θα επιτρέπονται οι ως άνω ανταλλαγές πληροφοριών. Περαιτέρω, οσάκις προβλέπεται ότι οι πληροφορίες δεν αποκαλύπτονται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών, οι αρχές αυτές μπορούν, εφόσον ενδείκνυται, να εξαρτήσουν τη συγκατάθεσή τους από την τήρηση συγκεκριμένων αυστηρών όρων. Ως προς αυτό, και με σκοπό την εξασφάλιση κατάλληλης εποπτείας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων από τις αρμόδιες αρχές, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να περιλάβει κανόνες που να επιτρέπουν στα κράτη μέλη να συνάπτουν συμφωνίες περί ανταλλαγής πληροφοριών με τρίτες χώρες, υπό τον όρο ότι οι αποκαλυπτόμενες πληροφορίες θα καλύπτονται από τις κατάλληλες εγγυήσεις για το επαγγελματικό απόρρητο. (19) Για την ενίσχυση της εποπτείας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι ο ελεγκτής οφείλει να ενημερώνει αμέσως τις αρμόδιες αρχές οσάκις, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, λαμβάνει γνώση, κατά την εκπλήρωση της αποστολής του, ορισμένων πραγματικών περιστατικών τα οποία είναι ικανά να επηρεάσουν σοβαρά τη χρηματοοικονομική κατάσταση ή τη διοικητική και λογιστική οργάνωση της αντασφαλιστικής επιχείρησης. Λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου στόχου, είναι ευκταίο τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει σε κάθε περίπτωση, οσάκις αυτά τα πραγματικά περιστατικά διαπιστώνονται από έναν ελεγκτή κατά την εκπλήρωση της αποστολής του σε μια επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με μια αντασφαλιστική επιχείρηση. Η υποχρέωση των ελεγκτών να γνωστοποιούν, εφόσον ενδείκνυται, στις αρμόδιες αρχές ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή αποφάσεις που αφορούν μια αντασφαλιστική επιχείρηση, και τα οποία διαπιστώνουν κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους σε μια μη αντασφαλιστική επιχείρηση, δεν μεταβάλλει αφ' εαυτής τον χαρακτήρα της αποστολής τους σε αυτήν την επιχείρηση, ούτε τον τρόπο με τον οποίο οφείλουν να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους έναντι της επιχείρησης αυτής. (20) Θα πρέπει να προβλεφθεί ο προσδιορισμός της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας για τις υφιστάμενες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που διέθεταν ήδη άδεια ή το δικαίωμα να ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες σύμφωνα με τις διατάξεις των κρατών μελών πριν από την έναρξη της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. (21) Για να μπορεί μια αντασφαλιστική επιχείρηση να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της, το κράτος μέλος καταγωγής θα πρέπει να απαιτεί από αυτή να συνιστά επαρκείς τεχνικές προβλέψεις. Το ύψος των προβλέψεων αυτών θα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με την οδηγία 91/674/EΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1991, σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων (9), ενώ, όσον αφορά τις αντασφαλιστικές δραστηριότητες ζωής, το κράτος μέλος καταγωγής θα πρέπει να μπορεί να θεσπίζει πιο εξειδικευμένους κανόνες, σύμφωνα με την οδηγία 2002/83/EΚ. (22) Μια αντασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί αντασφαλιστικές δραστηριότητες στον κλάδο των ασφαλίσεων πιστώσεων, το δε ύψος των αντασφαλίσεων πιστώσεων ανέρχεται σε περισσότερο από ένα μικρό ποσοστό των συνολικών δραστηριοτήτων της, θα πρέπει να συνιστά αποθεματικό εξισορρόπησης, το οποίο δεν θα αποτελεί μέρος του περιθωρίου φερεγγυότητας. Το αποθεματικό αυτό θα πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με μία από τις μεθόδους που προβλέπονται στην οδηγία 73/239/EΟΚ, και οι οποίες μέθοδοι αναγνωρίζονται ως ισοδύναμες. Ακόμη, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να επιτρέπει στο κράτος μέλος καταγωγής να απαιτεί από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις η εταιρική έδρα των οποίων βρίσκεται εντός της επικράτειάς τους να συνιστούν αποθεματικά εξισορρόπησης και για κλάδους κινδύνων πέραν της αντασφάλισης πιστώσεων, και τούτο σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζονται από το κράτος μέλος καταγωγής. Μετά τη θέσπιση των διεθνών προτύπων χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (λογιστικά πρότυπα IFRS 4), η παρούσα οδηγία θα πρέπει να αποσαφηνίσει την εποπτική αντιμετώπιση των αποθεματικών εξισορρόπησης που καθορίζονται με βάση την παρούσα οδηγία. Ωστόσο, δεδομένου ότι η εποπτεία της αντασφάλισης πρέπει να επανεκτιμηθεί στο πλαίσιο του σχεδίου Solvency II, η παρούσα οδηγία δεν προκαταλαμβάνει την εποπτεία αντασφαλίσεων η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο του Solvency II. (23) Μια αντασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τις τεχνικές προβλέψεις και αποθεματικά εξισορρόπησης που θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το είδος των δραστηριοτήτων της, ιδίως δε το είδος, το ύψος και τη διάρκεια των αναμενόμενων αξιώσεων αποζημίωσης, κατά τρόπο που να εξασφαλίζει επάρκεια, ρευστότητα, ασφάλεια, ποιότητα, κερδοφορία και ανταποδοτικότητα των επενδύσεών της, για τις οποίες η επιχείρηση φροντίζει να είναι διαφοροποιημένες και κατάλληλα διασπαρμένες, και να δίδουν στην επιχείρηση τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται κατάλληλα στις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών, ιδίως στις εξελίξεις των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών ακινήτων, ή σε ευρείας κλίμακας καταστροφές. (24) Είναι αναγκαίο, πέραν των τεχνικών προβλέψεων οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να διαθέτουν και πρόσθετο αποθεματικό, γνωστό ως περιθώριο φερεγγυότητας, το οποίο να αντιστοιχεί σε ελεύθερα περιουσιακά στοιχεία και, με τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής, σε άλλα, αφανή περιουσιακά στοιχεία, να ενεργεί δε ως αποσβεστήρας τυχόν δυσμενών επαγγελματικών διακυμάνσεων. Η απαίτηση αυτή αποτελεί σημαντικό στοιχείο της εποπτείας. Με την επιφύλαξη της αναθεώρησης του ισχύοντος συστήματος περιθωρίων φερεγγυότητας, την οποία πραγματοποιεί η Επιτροπή στο πλαίσιο του αποκαλούμενου σχεδίου «Solvency II», με σκοπό να καθορίσει το περιθώριο φερεγγυότητας που θα απαιτείται από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι κανόνες που προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία περί πρωτασφάλισης. (25) Έχοντας υπόψη τις ομοιότητες μεταξύ της αντασφάλισης ζωής με κάλυψη του κινδύνου θνησιμότητας και της αντασφάλισης εκτός του κλάδου ζωής, συγκεκριμένα την κάλυψη ασφαλιστικών κινδύνων και τη διάρκεια των ασφαλιστηρίων ζωής, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για αντασφαλίσεις ζωής πρέπει να προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ορίζει η παρούσα οδηγία για τον υπολογισμό του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας για αντασφαλίσεις εκτός του κλάδου ζωής· εν τούτοις, στο κράτος μέλος καταγωγής πρέπει να επιτρέπεται να εφαρμόζει τους κανόνες που προβλέπει η οδηγία 2002/83/ΕΚ για καθορισμό του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας όσον αφορά τις δραστηριότητες αντασφάλισης ζωής που συνδέονται με επενδυτικά κεφάλαια ή συμβάσεις συμμετοχής. (26) Για να λαμβάνεται υπόψη ο ιδιάζων χαρακτήρας ορισμένων κατηγοριών αντασφαλιστικών συμβάσεων ή συγκεκριμένων κλάδων, θα πρέπει να προβλεφθεί η αναπροσαρμογή του τρόπου υπολογισμού των απαιτούμενων περιθωρίων φερεγγυότητας. Η αναπροσαρμογή αυτή θα πρέπει να γίνει από την Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την ευρωπαϊκή επιτροπή ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων, η οποία συστάθηκε με την απόφαση 2004/9/ΕΚ της Επιτροπής (10), στο πλαίσιο της άσκησης των εκτελεστικών εξουσιών που της ανατίθενται από τη συνθήκη. (27) Αυτά τα μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται μέσω της κανονιστικής διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 5 της απόφασης 1999/468/EΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των διαδικασιών άσκησης των εκτελεστικών εξουσιών που ανατίθενται στην Επιτροπή (11). (28) Για την απαρίθμηση των στοιχείων που θα είναι επιλέξιμα για τη σύσταση του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ο κατάλογος που περιλαμβάνεται στις οδηγίες 73/239/EΟΚ και 2002/83/EΚ. (29) Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να διαθέτουν επίσης ένα κεφάλαιο εγγυήσεων, έτσι ώστε να είναι βέβαιο ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους κατά την ίδρυσή τους, και ότι κατά την εν συνεχεία άσκηση των δραστηριοτήτων τους το περιθώριο φερεγγυότητας δεν θα μειώνεται σε καμία περίπτωση κάτω του ελάχιστου επιπέδου ασφαλείας. Ωστόσο, και για να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες των εξαρτημένων αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, θα πρέπει να θεσπιστεί διάταξη που να επιτρέπει στα κράτη μέλη καταγωγής να καθορίζουν το ελάχιστο κεφάλαιο εγγυήσεων που θα απαιτείται από τις εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε χαμηλότερο ύψος. (30) Ορισμένες διατάξεις της παρούσας οδηγίας καθορίζουν τους ελάχιστους κανόνες. Ένα κράτος μέλος καταγωγής θα πρέπει να είναι σε θέση να θεσπίζει αυστηρότερους κανόνες για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που λαμβάνουν άδεια από τις δικές του αρμόδιες αρχές, ιδίως σε ό, τι αφορά τις απαιτήσεις περί περιθωρίου φερεγγυότητας. (31) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να μπορεί να εφαρμόζεται σε δραστηριότητες αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου· ως εκ τούτου θα χρειασθεί ορισμός της αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Δεδομένης της ειδικής φύσεως αυτής της δραστηριότητας αντασφάλισης θα πρέπει να δίδεται η δυνατότητα επιλογής στο κράτος μέλος καταγωγής να ορίζει ειδικές διατάξεις για την επίδοση σε δραστηριότητες αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου. Οι εν λόγω διατάξεις μπορεί να διαφέρουν από το γενικό καθεστώς που ορίζει η παρούσα οδηγία σε ορισμένα συγκεκριμένα σημεία. (32) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να παρέχει κανόνες σχετικά με τους φορείς ειδικού σκοπού που αναλαμβάνουν κινδύνους από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Η ειδική φύση αυτών των φορέων ειδικού σκοπού, οι οποίοι δεν συνιστούν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, απαιτεί τη θέσπιση συγκεκριμένων διατάξεων στα κράτη μέλη. Πέραν τούτων, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει ότι το κράτος μέλος καταγωγής πρέπει να καθορίσει λεπτομερέστερους κανόνες που να ορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα ποσά που εκκρεμούν από φορέα ειδικού σκοπού μπορούν να χρησιμοποιούνται ως περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τεχνικές προβλέψεις από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να προβλέπει ότι ανακτήσιμα ποσά από φορέα ειδικού σκοπού μπορεί να θεωρούνται ποσά που μπορεί να αφαιρεθούν βάσει συμβάσεων αντασφαλίσεως ή αντεκχώρησης εντός των ορίων που ορίζει η οδηγία εφόσον η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλει αίτηση στην αρμόδια αρχή και εφόσον η εν λόγω αρχή συμφωνήσει. (33) Είναι αναγκαίο να προβλεφθούν μέτρα για τις περιπτώσεις όπου η χρηματοοικονομική κατάσταση μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης διαμορφώνεται κατά τρόπο που καθιστά δύσκολη την εκπλήρωση των ασφαλιστικών της υποχρεώσεων. Σε συγκεκριμένες περιστάσεις, οι αρμόδιες αρχές είναι αναγκαίο να διαθέτουν εξουσίες έγκαιρης παρέμβασης, αλλά κατά την άσκηση αυτών των εξουσιών οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να ενημερώνουν τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για τους λόγους που υπαγορεύουν την παρέμβαση τους, σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της τήρησης των διαδικασιών. Ενόσω διατηρείται μια τέτοια κατάσταση, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αποφεύγουν να βεβαιώνουν ότι η εμπλεκόμενη αντασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει επαρκές περιθώριο φερεγγυότητας. (34) Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι μια αντασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί τις δραστηριότητές της υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών συμμορφώνεται με τις διατάξεις που τη διέπουν στο κράτος μέλος παροχής. (35) Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η άσκηση ενδίκων προσφυγών κατά των αποφάσεων μη χορήγησης ή ανάκλησης μιας άδειας. (36) Είναι σημαντικό να προβλεφθεί ότι οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις η εταιρική έδρα των οποίων βρίσκεται εκτός Κοινότητας, και οι οποίες ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες εντός της Κοινότητας δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε διατάξεις που οδηγούν σε αντιμετώπιση ευνοϊκότερη από εκείνη που επιφυλάσσεται στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων η εταιρική έδρα βρίσκεται σε κράτος μέλος. (37) Για να ληφθούν υπόψη οι διεθνείς πτυχές της αντασφάλισης, θα πρέπει να θεσπιστεί διάταξη που να επιτρέπει τη σύναψη διεθνών συμφωνιών με τρίτες χώρες, και με σκοπό τον προσδιορισμό των μέσων εποπτείας των οντοτήτων αντασφάλισης που δραστηριοποιούνται στην επικράτεια καθενός από τα συμβαλλόμενα μέρη. (38) Θα πρέπει να προβλεφθεί ευέλικτη διαδικασία με την οποία να διαπιστώνεται η ισοδυναμία των εποπτικών ελέγχων έναντι των τρίτων χωρών σε κοινοτική βάση, έτσι ώστε να βελτιώνεται η απελευθέρωση των αντασφαλιστικών υπηρεσιών στις τρίτες χώρες, είτε μέσω ελεύθερης εγκατάστασης είτε μέσω ελεύθερης διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών. Προς τούτο, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει διαδικασίες διαπραγματεύσεων με τις τρίτες χώρες. (39) Η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει την εξουσία λήψης εκτελεστικών μέτρων, υπό τον όρο ότι αυτά δεν θα τροποποιούν τα ουσιώδη στοιχεία της παρούσας οδηγίας. Αυτά τα εκτελεστικά μέτρα θα πρέπει να επιτρέπουν στην Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη τις μελλοντικές εξελίξεις στον τομέα των αντασφαλίσεων. Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να λαμβάνονται με βάση την απόφαση 1999/468/ΕΚ. (40) Το ισχύον κοινοτικό νομικό πλαίσιο για τις ασφαλίσεις θα πρέπει να αναπροσαρμοσθεί, έτσι ώστε να ληφθεί υπόψη το νέο σύστημα εποπτείας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θεσπίζεται με την παρούσα οδηγία, καθώς και να εξασφαλισθεί ένα ομοιόμορφο κανονιστικό πλαίσιο για ολόκληρο τον τομέα των ασφαλίσεων. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να αναπροσαρμοσθούν οι ισχύουσες διατάξεις που επιτρέπουν την «έμμεση εποπτεία» των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των επιχειρήσεων πρωτασφάλισης. Ακόμη, είναι σκόπιμο να καταργηθούν οι ισχύουσες διατάξεις που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να απαιτούν την ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων ασφαλιστικής επιχείρησης, όποια μορφή κι αν έχουν αυτές οι απαιτήσεις, όταν ο ασφαλιστής αντασφαλίζεται από αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια δυνάμει της παρούσας οδηγίας, ή από ασφαλιστική επιχείρηση. Τέλος, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι το περιθώριο φερεγγυότητας που απαιτείται από ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί αντασφαλιστικές δραστηριότητες, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές αντιστοιχούν σε ουσιώδες μέρος των συνολικών, υπάγεται στους κανόνες περί περιθωρίου φερεγγυότητας που θεσπίζονται για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με την παρούσα οδηγία. Ως εκ τούτου, οι οδηγίες 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ και 2002/83/EΚ θα πρέπει να αναπροσαρμοσθούν ανάλογα. (41) Η οδηγία 98/78/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθεί για να διασφαλισθεί ότι οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό όμιλο υπόκεινται σε συμπληρωματική εποπτεία όπως και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σήμερα σε ασφαλιστικό όμιλο. (42) Το Συμβούλιο, σύμφωνα με την παράγραφο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (12), θα πρέπει να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να συντάξουν, τόσο για τις δικές τους ανάγκες όσο και προς όφελος της Κοινότητας, δικούς τους πίνακες που θα απεικονίζουν στο μέγιστο δυνατόν την αντιστοιχία μεταξύ της παρούσας οδηγίας και των μέτρων μεταφοράς καθώς και να τους δημοσιοποιήσουν. (43) Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η θέσπιση ενός νομικού πλαισίου για την ανάληψη και την άσκηση αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί από τα κράτη μέλη, οπότε, λόγω της κλίμακας και των επιπτώσεων της οδηγίας, μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίζει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως καθορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως εκτίθεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει ό, τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου αυτού. (44) Δεδομένου ότι η παρούσα οδηγία καθορίζει τους κατ' ελάχιστον κανόνες, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν αυστηρότερους κανόνες, ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: ΤΙΤΛΟΣ Ι ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ Άρθρο 1 Πεδίο εφαρμογής 1.   Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες για την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων αντασφάλισης εκ μέρους αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν μόνο αντασφαλιστικές δραστηριότητες και είναι εγκατεστημένες ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε κράτος μέλος. 2.   Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται: α) στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τις οποίες ισχύουν οι οδηγίες 73/239/EΟΚ ή 2002/83/ΕΚ· β) στις δραστηριότητες και τους φορείς που μνημονεύονται στα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ· γ) στις δραστηριότητες και τους φορείς που μνημονεύονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ· δ) στις δραστηριότητες αντασφάλισης που ασκούνται από, ή τις οποίες εγγυάται πλήρως, κυβέρνηση κράτους μέλους όταν αυτή ενεργεί, για λόγους ουσιώδους δημοσίου συμφέροντος, με την ιδιότητα του αντασφαλιστή τελευταίου βαθμού περιλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου ο ρόλος αυτός απαιτείται από τις συνθήκες της αγοράς, λόγω των οποίων καθίσταται ανέφικτη η απόκτηση επαρκούς κάλυψης από επιχειρήσεις της αγοράς. Άρθρο 2 Ορισμοί 1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α) ως «αντασφάλιση» νοείται η δραστηριότητα που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνων που εκχωρούνται από ασφαλιστική επιχείρηση ή από μια άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση. Στην περίπτωση της ένωσης ασφαλιστών, που είναι γνωστή ως Lloyd's, ως αντασφάλιση νοείται και η δραστηριότητα που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνων εκ μέρους ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης άλλης από την ένωση ασφαλιστών που είναι γνωστή ως Lloyd's, τους οποίους εκχωρεί οποιοδήποτε μέλος της Lloyd's· β) ως «εξαρτημένη αντασφαλιστική επιχείρηση» νοείται αντασφαλιστική επιχείρηση που ανήκει είτε σε χρηματοπιστωτική επιχείρηση εκτός των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των ομίλων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στους οποίους εφαρμόζεται η οδηγία 98/78/EΚ, είτε σε μη χρηματοπιστωτική επιχείρηση με σκοπό την παροχή αντασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκει, ή της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων του ομίλου του οποίου η εξαρτημένη επιχείρηση είναι μέλος· γ) ως «αντασφαλιστική επιχείρηση» νοείται κάθε επιχείρηση που έχει λάβει διοικητική άδεια σύμφωνα με το άρθρο 3· δ) ως «υποκατάστημα» νοείται κάθε πρακτορείο ή υποκατάστημα αντασφαλιστικής επιχείρησης· ε) ως «εγκατάσταση» νοείται η εταιρική έδρα ή κάθε υποκατάστημα αντασφαλιστικής επιχείρησης, λαμβανομένου υπόψη του στοιχείου δ)· στ) ως «κράτος μέλος καταγωγής» νοείται το κράτος μέλος όπου βρίσκεται η εταιρική έδρα της αντασφαλιστικής επιχείρησης· ζ) ως «κράτος μέλος του υποκαταστήματος» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται το υποκατάστημα της αντασφαλιστικής επιχείρησης· η) ως «κράτος μέλος υποδοχής» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο μια αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες. θ) ως «έλεγχος» νοείται η σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, κατά τον ορισμό του άρθρου 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ (13), ή παρεμφερής σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης· ι) ως «ειδική συμμετοχή» νοείται η κατοχή, άμεσα ή έμμεσα, τουλάχιστον του 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης, ή κάθε άλλη δυνατότητα άσκησης ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης στην οποία υπάρχει συμμετοχή· ια) ως «μητρική επιχείρηση» νοείται η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ· ιβ) ως «θυγατρική επιχείρηση» νοείται η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ. ιγ) ως «αρμόδιες αρχές» νοούνται οι εθνικές αρχές που είναι εξουσιοδοτημένες, δυνάμει νομοθετικών ή κανονιστικών ρυθμίσεων, να εποπτεύουν τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις· ιδ) ως «στενοί δεσμοί» νοείται μια κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται με: i) συμμετοχή, δηλαδή άμεση ή μέσω δεσμού ελέγχου κατοχή του 20 % τουλάχιστον των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης, ή ii) δεσμό ελέγχου, σε όλες τις περιπτώσεις τις οποίες αναφέρουν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, ή με παρόμοια σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης· ιε) ως «χρηματοπιστωτική επιχείρηση» νοείται ένας των κάτωθι οργανισμών: i) πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επικουρικής τραπεζικής υπηρεσίας κατά την έννοια των άρθρων 1, παράγραφοι 5 και 23, της οδηγίας 2000/12/ΕΚ (14), ii) ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο θ) της οδηγίας 98/78/ΕΚ, iii) εταιρεία επενδύσεων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ (15) , iv) χρηματοοικονομική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 15 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ· ιστ) ως «φορέας ειδικού σκοπού» νοείται οποιαδήποτε επιχείρηση, είτε έχει μορφή ανώνυμης εταιρίας ή όχι, η οποία δεν είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αναλαμβάνει κινδύνους από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και χρηματοδοτεί πλήρως την έκθεσή της στους ως άνω κινδύνους με τις εισπράξεις από ασφάλιση χρέους ή κάποιον άλλον χρηματοδοτικό μηχανισμό όπου τα δικαιώματα επιστροφής των παρόχων αυτού του χρέους ή άλλου χρηματοδοτικού μηχανισμού υπόκεινται στις υποχρεώσεις αντασφάλισης αυτού του φορέα· ιζ) ως «αντασφάλιση πεπερασμένου κινδύνου» νοείται αντασφάλιση βάσει της οποίας η ρητή μεγίστη πιθανότητα ζημίας, εκπεφρασμένη ως ο μεταβιβαζόμενος μέγιστος οικονομικός κίνδυνος, ο οποίος προέρχεται τόσο από σημαντικό ασφαλιστικό κίνδυνο όσο και από μεταβίβαση κινδύνου ως εκ της χρονικής στιγμής, υπερβαίνει το ασφάλιστρο καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος του ασφαλιστηρίου κατά περιορισμένο αλλά σημαντικό ποσό, από κοινού με ένα τουλάχιστον εκ των εξής δύο χαρακτηριστικών: i) τη λήψη υπόψη, ρητώς και υλικώς, της αξίας του χρήματος διαχρονικώς, ii) την πρόβλεψη συμβατικών διατάξεων προς συγκράτηση της ισορροπίας της οικονομικής εμπειρίας μεταξύ των συμβαλλομένων διαχρονικώς για να επιτευχθεί η μεταβίβαση υψηλού κινδύνου. 2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, η παροχή κάλυψης από αντασφαλιστική επιχείρηση σε ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/41/ΕΚ (16) όταν το κράτος μέλος καταγωγής του ιδρύματος το έχει επιτρέψει, θεωρείται επίσης δραστηριότητα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσης οδηγίας. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο δ) εξομοιώνεται με πρακτορείο ή υποκατάστημα κάθε μόνιμη παρουσία μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης στο έδαφος κράτους μέλους, έστω και αν αυτή η παρουσία δεν έχει τη μορφή υποκαταστήματος ή πρακτορείου αλλά υλοποιείται μέσω απλού γραφείου το οποίο διευθύνεται από το προσωπικό της ίδιας της επιχείρησης, ή από ανεξάρτητο πρόσωπο εντεταλμένο να ενεργεί μονίμως για την επιχείρηση όπως θα ενεργούσε ένα πρακτορείο. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ι) του παρόντος άρθρου, και στο πλαίσιο των άρθρων 12 και 19 έως 23, καθώς και των άλλων ποσοστών συμμετοχής που αναφέρονται στα άρθρα 19 έως 23, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου που αναφέρονται στο άρθρο 92 της οδηγίας 2001/34/ΕΚ (17). Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, στοιχείο ιβ), κάθε θυγατρική επιχείρηση μιας άλλης θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται και αυτή θυγατρική της επιχείρησης που αποτελεί την επικεφαλής μητρική επιχείρηση όλων των εν λόγω επιχειρήσεων. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, στοιχείο ιδ): — κάθε θυγατρική επιχείρηση μιας άλλης θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται και αυτή θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των εν λόγω επιχειρήσεων. — θεωρείται επίσης ότι δημιουργεί στενούς δεσμούς μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων, φυσικών ή νομικών, μια κατάσταση κατά την οποία τα πρόσωπα αυτά συνδέονται μόνιμα με το αυτό πρόσωπο μέσω δεσμού ελέγχου. 3.   Όπου, στην παρούσα οδηγία, γίνεται αναφορά στο ευρώ, μετά την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους ως ισοτιμία προς εθνικό νόμισμα λαμβάνεται εκείνη της τελευταίας ημέρας του προηγουμένου Οκτωβρίου για την οποία είναι διαθέσιμες οι ισοτιμίες του ευρώ προς όλα τα νομίσματα της Κοινότητας. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ ΑΝΑΛΗΨΗ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΣΕ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ Άρθρο 3 Η αρχή της έκδοσης άδειας Η ανάληψη αντασφαλιστικής δραστηριότητας υπόκειται στην εκ των προτέρων χορήγηση διοικητικής άδειας. Την άδεια αυτή ζητεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής: α) κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση που εγκαθιστά την εταιρική έδρα της στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους· β) κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία, αφού λάβει άδεια, επεκτείνει τις δραστηριότητές της και σε αντασφαλιστικές δραστηριότητες πέραν εκείνων για τις οποίες έχει ήδη χορηγηθεί άδεια. Άρθρο 4 Πεδίο ισχύος της άδειας 1.   Άδεια χορηγηθείσα δυνάμει του άρθρου 3 ισχύει για το σύνολο της Κοινότητας. Επιτρέπει στην αντασφαλιστική επιχείρηση να ασκεί δραστηριότητες υπό καθεστώς είτε ελεύθερης εγκατάστασης είτε ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. 2.   Άδεια χορηγείται για αντασφαλιστικές δραστηριότητες εκτός του κλάδου ζωής, αντασφαλιστικές δραστηριότητες στον κλάδο ζωής και για όλα τα είδη αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, ανάλογα με το αίτημα του ενδιαφερομένου. Εξετάζεται υπό το πρίσμα του προγράμματος δραστηριοτήτων που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 6 στοιχείο β) και το άρθρο 11, καθώς και της ικανοποίησης των όρων που έχουν θεσπισθεί για την αδειοδότηση από το κράτος μέλος από το οποίο ζητείται η χορήγηση της άδειας. Άρθρο 5 Μορφή της αντασφαλιστικής επιχείρησης 1.   Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ζητούν τη χορήγηση άδειας να υιοθετήσουν μία από τις μορφές που εμφαίνονται στο παράρτημα Ι. Η αντασφαλιστική επιχείρηση είναι δυνατόν να υιοθετήσει και τη μορφή της ευρωπαϊκής εταιρείας (SE), όπως αυτή ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2157/2001 (18). 2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να δημιουργούν, εφόσον ενδείκνυται, επιχειρήσεις δημοσίου δικαίου οποιασδήποτε μορφής, υπό την προϋπόθεση ότι οι οντότητες αυτές διεξάγουν αντασφαλιστικές εργασίες υπό όρους ισοδύναμους με εκείνους υπό τους οποίους λειτουργούν οι επιχειρήσεις ιδιωτικού δικαίου. Άρθρο 6 Όροι Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ζητούν τη χορήγηση άδειας να: α) περιορίζουν τις δραστηριότητές τους στην αντασφάλιση και στις συναφείς πράξεις. Η απαίτηση αυτή είναι δυνατόν να συμπεριλαμβάνει τις δραστηριότητες και τη λειτουργία εταιρείας συμμετοχών στον χρηματοπιστωτικό τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 8 της οδηγίας 2002/87/EΚ· β) παρουσιάζουν πρόγραμμα δραστηριοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 11· γ) κατέχουν το ελάχιστο κεφάλαιο εγγυήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 40 παράγραφος 2· δ) διοικούνται πραγματικά από πρόσωπα που πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις εντιμότητας και επαγγελματικών προσόντων ή πείρας. Άρθρο 7 Στενοί δεσμοί 1.   Οσάκις υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ αντασφαλιστικής επιχείρησης και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την άδεια λειτουργίας μόνον εφόσον οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν την ομαλή άσκηση των εποπτικών τους καθηκόντων. 2.   Οι αρμόδιες αρχές αρνούνται την άδεια εφόσον οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, με τα οποία η επιχείρηση έχει στενούς δεσμούς, ή δυσχέρειες σχετικές με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων τους. 3.   Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να τους παρέχουν τις πληροφορίες που ζητούν ώστε να μπορούν οι αρχές αυτές να βεβαιώνονται ότι τηρούνται πάντοτε οι όροι που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Άρθρο 8 Εταιρική έδρα αντασφαλιστικής επιχείρησης Τα κράτη μέλη απαιτούν, η εταιρική έδρα των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να βρίσκεται στο ίδιο κράτος μέλος όπου βρίσκεται και η καταστατική τους έδρα. Άρθρο 9 Όροι ασφαλιστηρίων συμβολαίων και τιμολόγια ασφαλίστρων 1.   Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν σε ισχύ ή να θεσπίζουν νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις οι οποίες προβλέπουν την έγκριση των καταστατικών και την κοινοποίηση κάθε εγγράφου που είναι αναγκαίο για την ομαλή άσκηση εποπτείας. 2.   Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίζουν διατάξεις με τις οποίες να απαιτείται η εκ των προτέρων έγκριση ή η συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που μια αντασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιεί στις σχέσεις της με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εκχωρούν κινδύνους. Άρθρο 10 Οικονομικές απαιτήσεις της αγοράς Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαιτούν την εξέταση αίτησης για τη χορήγηση άδειας υπό το πρίσμα των οικονομικών απαιτήσεων της αγοράς. Άρθρο 11 Πρόγραμμα δραστηριοτήτων 1.   Το πρόγραμμα δραστηριοτήτων που αναφέρεται στο άρθρο 6, στοιχείο β) περιλαμβάνει τα λεπτομερή ή ενδεικτικά στοιχεία που αφορούν: α) τη φύση των κινδύνων τους οποίους η αντασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να καλύψει· β) τα είδη των αντασφαλιστικών ρυθμίσεων τις οποίες η αντασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να πραγματοποιήσει με τις εκχωρούσες επιχειρήσεις· γ) τις κατευθυντήριες αρχές όσον αφορά την αντεκχώρηση· δ) τα οικονομικά στοιχεία που συγκροτούν το ελάχιστο κεφάλαιο εγγύησης· ε) τις προβλέψεις για τα έξοδα εγκατάστασης των διοικητικών υπηρεσιών και του δικτύου παραγωγής, καθώς και τα χρηματοοικονομικά μέσα που προορίζονται για την αντιμετώπισή τους. 2.   Επιπλέον των απαιτήσεων της παραγράφου 1, για τις τρεις πρώτες εταιρικές χρήσεις το πρόγραμμα δραστηριοτήτων περιλαμβάνει: α) προβλέψεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης, εκτός των εξόδων εγκατάστασης, ιδίως τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες· β) προβλέψεις σχετικά με τα ασφάλιστρα ή τις εισφορές και τις αξιώσεις αποζημίωσης· γ) τον προβλεπόμενο ισολογισμό· δ) τις προβλέψεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα που προορίζονται να καλύψουν τις αναλήψεις υποχρεώσεων και το περιθώριο φερεγγυότητας. Άρθρο 12 Μέτοχοι και εταίροι με ειδικές συμμετοχές Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δεν χορηγούν σε επιχείρηση άδεια ανάληψης αντασφαλιστικής δραστηριότητας εάν δεν τους έχει προηγουμένως ανακοινωθεί η ταυτότητα των μετόχων ή εταίρων, αμέσων ή εμμέσων, είτε φυσικών είτε νομικών προσώπων, που κατέχουν ειδική συμμετοχή στην επιχείρηση αυτή, καθώς και το ύψος αυτής της συμμετοχής. Οι ίδιες αρχές δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας εάν, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη εξασφάλισης χρηστής και συνετής διαχείρισης της αντασφαλιστικής επιχείρησης, δεν έχουν πεισθεί για την καταλληλότητα των εν λόγω μετόχων ή εταίρων. Άρθρο 13 Άρνηση χορήγησης άδειας Κάθε απόφαση άρνησης χορήγησης άδειας πρέπει να αιτιολογείται επακριβώς και να κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση. Κάθε κράτος μέλος προβλέπει το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων, δυνάμει του άρθρου 53, κατά τυχόν αρνητικής απόφασης. Τα αυτά ένδικα μέσα προβλέπονται και για την περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές δεν αποφανθούν επί αίτησης αδείας εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης. Άρθρο 14 Εκ των προτέρων διαβουλεύσεις με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών 1.   Η χορήγηση άδειας σε αντασφαλιστική επιχείρηση αποτελεί το αντικείμενο εκ των προτέρων διαβούλευσης με τις αρμόδιες αρχές του άλλου εμπλεκόμενου κράτους μέλους, εφόσον η επιχείρηση αυτή: α) είναι θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με άδεια στο άλλο κράτος μέλος· ή β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με άδεια στο άλλο κράτος μέλος· ή γ) ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με άδεια στο άλλο κράτος μέλος. 2.   Με την αρμόδια αρχή εμπλεκόμενου κράτους μέλους που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των εταιρειών επενδύσεων διεξάγονται διαβουλεύσεις πριν από τη χορήγηση άδειας σε αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία: α) είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων που διαθέτει άδεια εντός της Κοινότητας· ή β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων που διαθέτει άδεια εντός της Κοινότητας· ή γ) ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων που διαθέτει άδεια εντός της Κοινότητας. 3.   Οι αρμόδιες αρχές των παραγράφων 1 και 2 πραγματοποιούν διαβουλεύσεις μεταξύ τους ιδίως οσάκις αξιολογούν την καταλληλότητα των μετόχων καθώς και την εντιμότητα και την εμπειρία των διευθυντικών στελεχών άλλης επιχείρησης του ίδιου ομίλου. Οι αρχές αυτές ανταλλάσσουν οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά με την καταλληλότητα των μετόχων καθώς και την εντιμότητα και εμπειρία των αρμοδίων διευθυντών, εφόσον οι πληροφορίες αυτές ενδιαφέρουν τις άλλες αρμόδιες αρχές οι οποίες εμπλέκονται στη χορήγηση άδειας, καθώς και για τον διαρκή έλεγχο της εφαρμογής των όρων λειτουργίας. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ ΟΡΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Αρχές και μέθοδοι οικονομικής εποπτείας Τμήμα 1 Αρμόδιες αρχές και γενικοί κανόνες Άρθρο 15 Αρμόδιες αρχές και αντικείμενο της εποπτείας 1.   Η οικονομική εποπτεία μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των δραστηριοτήτων που αυτή ασκεί μέσω υποκαταστημάτων ή υπό το καθεστώς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής. Εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής έχουν λόγους να θεωρούν ότι οι δραστηριότητες μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης θα μπορούσαν να αποβούν επιβλαβείς για την οικονομική ευρωστία της επιχείρησης, ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω επιχείρησης. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής εξακριβώνουν αν η επιχείρηση τηρεί τους κανόνες εποπτείας που θεσπίζονται με την παρούσα οδηγία. 2.   Η οικονομική εποπτεία δυνάμει της παραγράφου 1 περιλαμβάνει την εξακρίβωση, ως προς το σύνολο των δραστηριοτήτων της αντασφαλιστικής επιχείρησης, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της, της σύστασης τεχνικών προβλέψεων και των περιουσιακών στοιχείων που τις καλύπτουν σύμφωνα με τους κανόνες και τις πρακτικές που εφαρμόζονται στο κράτος μέλος καταγωγής δυνάμει διατάξεων που έχουν εκδοθεί σε κοινοτικό επίπεδο. 3.   Το κράτος μέλος καταγωγής της αντασφαλιστικής επιχείρησης δεν απορρίπτει σύμβαση αντεκχώρησης η οποία συνάπτεται μεταξύ αυτής της αντασφαλιστικής επιχείρησης και αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ή ασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 73/239/EΟΚ ή την οδηγία 2002/83/EΚ, για λόγους συνδεόμενους άμεσα με την οικονομική ευρωστία της αντισυμβαλλόμενης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. 4.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής απαιτούν από κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση να εφαρμόζει ορθολογικές διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες και κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου. Άρθρο 16 Εποπτεία των υποκαταστημάτων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος Το κράτος μέλος του υποκαταστήματος προβλέπει ότι, όταν μια αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος ασκεί τις δραστηριότητές της μέσω υποκαταστήματος, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μπορούν, αφού πρώτα ενημερώσουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους του υποκαταστήματος, να προβαίνουν οι ίδιες ή μέσω εντεταλμένων γι' αυτόν τον σκοπό προσώπων, στην επιτόπια εξακρίβωση των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για να εξασφαλίζεται η χρηματοπιστωτική εποπτεία της επιχείρησης. Οι αρχές του κράτους μέλους του υποκαταστήματος μπορούν να συμμετέχουν στην εξακρίβωση αυτή. Άρθρο 17 Λογιστικά, εποπτικά και στατιστικά στοιχεία: Εποπτικές εξουσίες 1.   Κάθε κράτος μέλος απαιτεί από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην επικράτειά του, την ετήσια υποβολή απολογισμού, ο οποίος καλύπτει όλους τους τύπους πράξεων, της χρηματοοικονομικής κατάστασής τους και της φερεγγυότητάς τους. 2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην επικράτειά τους, να τους παρέχουν περιοδικά τα έγγραφα που είναι αναγκαία για την άσκηση της εποπτείας, καθώς και τα σχετικά στατιστικά στοιχεία. Οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν τα έγγραφα και τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι χρήσιμα για την άσκηση της εποπτείας. 3.   Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία ώστε οι αρμόδιες αρχές του να διαθέτουν τις εξουσίες και τα μέσα που είναι αναγκαία για την επιτήρηση των δραστηριοτήτων των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στην επικράτειά του, συμπεριλαμβανόμενων των δραστηριοτήτων που ασκούνται εκτός της επικράτειας αυτής. 4.   Ιδίως, οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα: α) να πραγματοποιούν λεπτομερείς έρευνες σχετικά με την κατάσταση της αντασφαλιστικής επιχείρησης και το σύνολο των δραστηριοτήτων της, μεταξύ άλλων συλλέγοντας στοιχεία ή απαιτώντας την υποβολή εγγράφων που αφορούν τις πραγματοποιούμενες από αυτή αντασφαλίσεις και αντεκχωρήσεις, και πραγματοποιώντας επιτόπιες έρευνες στις εγκαταστάσεις της αντασφαλιστικής επιχείρησης· β) να λαμβάνουν μέτρα, έναντι μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης, του διευθυντικού και διοικητικού προσωπικού της, καθώς και των προσώπων που την ελέγχουν, τα οποία να είναι κατάλληλα και αναγκαία για να εξασφαλίζεται ότι οι δραστηριότητες της επιχείρησης αυτής εξακολουθούν να συμμορφώνονται με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις με τις οποίες οφείλει να συμμορφώνεται μια αντασφαλιστική επιχείρηση σε κάθε κράτος μέλος· γ) να εξασφαλίζουν την εφαρμογή των προαναφερθέντων μέτρων, εν ανάγκη με αναγκαστική εκτέλεση και προσφεύγοντας, εφόσον ενδείκνυται, στις δικαστικές αρχές. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να ζητούν οποιοδήποτε στοιχείο σχετικά με τις συμβάσεις που βρίσκονται στην κατοχή διαμεσολαβητών. Άρθρο 18 Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου Υπό τους όρους που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο, κάθε κράτος μέλος επιτρέπει στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην επικράτειά του να μεταβιβάζουν το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου συμβάσεών τους, είτε αυτές έχουν συναφθεί υπό το καθεστώς της ελεύθερης εγκατάστασης είτε υπό το καθεστώς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, σε εκδοχέα εγκατεστημένο στην Κοινότητα, εφόσον οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του εκδοχέα πιστοποιούν ότι αυτός διαθέτει, λαμβανομένης υπόψη της εν λόγω μεταβίβασης, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας στο οποίο αναφέρεται το κεφάλαιο 3. Τμήμα 2 Ειδικές συμμετοχές Άρθρο 19 Απόκτηση συμμετοχών Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο προτίθεται να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε αντασφαλιστική επιχείρηση, οφείλει να ενημερώνει προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και να τους γνωστοποιεί το ύψος αυτής της συμμετοχής. Το πρόσωπο αυτό πρέπει, ομοίως, να γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής αν προτίθεται να αυξήσει την ειδική συμμετοχή του προκειμένου η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να φθάσει ή να υπερβεί το 20 %, το 33 % ή το 50 %, ή προκειμένου η αντασφαλιστική επιχείρηση να καταστεί θυγατρική του. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής διαθέτουν μεγίστη προθεσμία τριών μηνών από την ημερομηνία της ενημέρωσης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, για να αντιταχθούν στο εκάστοτε σχέδιο, εάν, με γνώμονα την ανάγκη να εξασφαλισθεί η συνετή και χρηστή διαχείριση της εμπλεκόμενης αντασφαλιστικής επιχείρησης, δεν έχουν πεισθεί για την καταλληλότητα του προσώπου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Οι αρμόδιες αρχές, εφόσον δεν αντιταχθούν, μπορούν να ορίσουν μεγίστη προθεσμία για την υλοποίηση του εν λόγω σχεδίου. Άρθρο 20 Απόκτηση συμμετοχών από χρηματοπιστωτική επιχείρηση Αν ο αποκτών συμμετοχή κατά την έννοια του άρθρου 19 είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων με άδεια σε άλλο κράτος μέλος, ή μητρική επιχείρηση τέτοιας οντότητας, ή το νομικό ή φυσικό πρόσωπο που ελέγχει τέτοια οντότητα, και εάν, λόγω αυτής της εξαγοράς, η επιχείρηση στην οποία ο ενδιαφερόμενος σκοπεύει να αποκτήσει τέτοια συμμετοχή καθίσταται θυγατρική του ή υπάγεται στον έλεγχό του, η αξιολόγηση της εξαγοράς πρέπει να υπόκειται στη διαδικασία της εκ των προτέρων διαβούλευσης στην οποία αναφέρεται το άρθρο 14. Άρθρο 21 Εκποίηση συμμετοχών Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο προτίθεται να εκποιήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε αντασφαλιστική επιχείρηση, πρέπει να ενημερώνει προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και να τους γνωστοποιεί το ύψος της συμμετοχής αυτής. Κάθε τέτοιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ενημερώνει, ομοίως, τις αρμόδιες αρχές για την πρόθεσή του να μειώσει την ειδική συμμετοχή του προκειμένου η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί κάτω του 20 %, του 33 % ή του 50 %, ή προκειμένου η αντασφαλιστική επιχείρηση να παύσει να είναι θυγατρική του. Άρθρο 22 Ενημέρωση των αρμοδίων αρχών εκ μέρους αντασφαλιστικής επιχείρησης Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους, μόλις ενημερωθούν σχετικά, τις αποκτήσεις ή εκποιήσεις συμμετοχών στο κεφάλαιό τους οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα αντίστοιχα ποσοστά πέραν των ποσοστών που αναφέρονται στα άρθρα 19 και 21. Γνωστοποιούν επίσης, τουλάχιστον μία φορά κατ' έτος, τα ονόματα των μετόχων ή εταίρων που διαθέτουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και το ύψος των συμμετοχών αυτών, όπως προκύπτουν, π.χ., από τα στοιχεία που συγκεντρώνονται κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή εταίρων, ή από τις πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση τους δυνάμει των κανονιστικών διατάξεων που διέπουν τις εταιρείες των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί σε χρηματιστήριο. Άρθρο 23 Ειδικές συμμετοχές: Εξουσίες των αρμοδίων αρχών Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, οσάκις η επιρροή των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 19 είναι δυνατόν να αποβεί σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης της αντασφαλιστικής επιχείρησης, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής οφείλουν να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να τερματισθεί αυτή η κατάσταση. Στα εν λόγω μέτρα είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, επιπλήξεις, κυρώσεις έναντι των διευθυντικών και διοικητικών στελεχών ή αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με τις μετοχές ή τα μερίδια που κατέχουν οι εν λόγω μέτοχοι ή εταίροι. Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται και κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων τα οποία παραβαίνουν την υποχρέωση εκ των προτέρων ενημέρωσης που υπέχουν κατά το άρθρο 19. Σε περίπτωση απόκτησης συμμετοχής παρά την αντίθεση των αρμόδιων αρχών, τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που πρόκειται να επιβληθούν, προβλέπουν είτε την αναστολή της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου είτε την ακυρότητα ή τη δυνατότητα ακύρωσης των σχετικών ψήφων. Τμήμα 3 Επαγγελματικό απόρρητο και ανταλλαγή πληροφοριών Άρθρο 24 Υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου 1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι όλα τα πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει οποιαδήποτε δραστηριότητα για λογαριασμό των αρμοδίων αρχών, καθώς και οι ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες οι εντεταλμένοι από τις αρμόδιες αρχές, δεσμεύονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου. Η υποχρέωση αυτή, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο, συνεπάγεται ότι οι εμπιστευτικές πληροφορίες που τυχόν λαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται να γνωστοποιηθούν σε άλλο πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνο σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή και κατά τρόπο που να μην είναι δυνατόν να αναγνωρισθούν συγκεκριμένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. 2.   Ωστόσο, οσάκις μια αντασφαλιστική επιχείρηση έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, ή έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση για την αναγκαστική εκκαθάρισή της, οι εμπιστευτικές πληροφορίες που δεν αφορούν τους τρίτους που συμμετέχουν στις προσπάθειες διάσωσής της μπορούν να κοινολογηθούν στα πλαίσια αστικών ή εμπορικών διαδικασιών. Άρθρο 25 Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων αρχών και κρατών μελών Το άρθρο 24 δεν εμποδίζει τις ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών των διαφόρων κρατών μελών σύμφωνα με τις οδηγίες που διέπουν τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Οι πληροφορίες αυτές υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στο άρθρο 24. Άρθρο 26 Συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες Τα κράτη μέλη μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες συνεργασίας που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, καθώς και με αρχές ή όργανα τρίτων χωρών, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 28 παράγραφοι 1 και 2, μόνο αν οι κοινοποιούμενες πληροφορίες καλύπτονται, όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο παρόν τμήμα. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών εξυπηρετεί την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών ή οργάνων. Οσάκις οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν μπορούν να αποκαλύπτονται παρά μόνο με τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που τις διαβίβασαν και, εφόσον ενδείκνυται, αποκλειστικά για τον σκοπό για τον οποίο οι αρχές αυτές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. Άρθρο 27 Χρησιμοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών Οι αρμόδιες αρχές οι οποίες δέχονται εμπιστευτικές πληροφορίες, σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 25, μπορούν να τις χρησιμοποιούν μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων τους: α) για τον έλεγχο της τήρησης των όρων ανάληψης αντασφαλιστικής δραστηριότητας και τη διευκόλυνση της παρακολούθησης της άσκησης της δραστηριότητας αυτής, ιδίως όσον αφορά την παρακολούθηση των τεχνικών προβλέψεων, του περιθωρίου φερεγγυότητας, των διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου· β) για την επιβολή κυρώσεων· γ) για την κατάθεση διοικητικής προσφυγής κατά αποφάσεων των αρμοδίων αρχών· δ) σε δικαστικές διαδικασίες που κινούνται δυνάμει του άρθρου 53, ή δυνάμει ειδικών διατάξεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία ή σε άλλες οδηγίες που έχουν εκδοθεί στον τομέα των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Άρθρο 28 Ανταλλαγή πληροφοριών με λοιπές αρχές 1.   Τα άρθρα 24 και 27 δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή πληροφοριών στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους, εφόσον σε αυτό υπάρχουν περισσότερες της μιας αρμόδιες αρχές, ή, στο πλαίσιο περισσοτέρων κρατών μελών, μεταξύ των αρμόδιων αρχών και: α) των αρχών που έχουν δημόσια εξουσία για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των άλλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καθώς και των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών· β) των οργάνων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση και στη διαδικασία πτώχευσης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες και γ) των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί ο κατά νόμο έλεγχος των λογαριασμών των ασφαλιστικών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και των άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, για την εκπλήρωση των εποπτικών καθηκόντων τους, καθώς και κατά τη διαβίβαση, προς τα όργανα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση διαδικασιών αναγκαστικής εκκαθάρισης ή συστημάτων εγγύησης, των απαραίτητων πληροφοριών για την εκπλήρωση του έργου τους. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τις εν λόγω αρχές, όργανα και πρόσωπα υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στο άρθρο 24. 2.   Παρά τις διατάξεις των άρθρων 24 έως 27, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών και: α) των αρχών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των οργάνων τα οποία συμμετέχουν στην εκκαθάριση και την πτωχευτική διαδικασία ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες· ή β) των αρχών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον κατά νόμο έλεγχο των λογαριασμών των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, των πιστωτικών ιδρυμάτων, των εταιρειών επενδύσεων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων· ή γ) των ανεξάρτητων αναλογιστών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων οι οποίοι ασκούν νόμιμο έλεγχο επ' αυτών, καθώς και των οργάνων που είναι αρμόδια για την εποπτεία των αναλογιστών αυτών. Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της δυνατότητας του πρώτου εδαφίου απαιτούν τη συνδρομή των ακόλουθων τουλάχιστον προϋποθέσεων: α) η ανταλλαγή πληροφοριών προορίζεται για την εκπλήρωση της αποστολής εποπτείας ή κατά νόμο ελέγχου κατά τα προβλεπόμενα στο πρώτο εδάφιο· β) οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στο άρθρο 24· γ) οσάκις οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν μπορούν να κοινολογηθούν χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που κοινολόγησαν αυτές τις πληροφορίες και, εφόσον ενδείκνυται, μπορούν να κοινολογηθούν μόνο για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι εν λόγω αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη την ταυτότητα των αρχών, προσώπων ή οργάνων που μπορούν να δέχονται πληροφορίες δυνάμει της παρούσας παραγράφου. 3.   Παρά τις διατάξεις των άρθρων 24 έως 27, τα κράτη μέλη, προς επίρρωση της σταθερότητας και του αδιάβλητου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, μπορούν να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των αρχών ή οργάνων που είναι εκ του νόμου αρμόδια για τον εντοπισμό και τη διερεύνηση των παραβάσεων του δικαίου των εταιρειών. Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της δυνατότητας του πρώτου εδαφίου απαιτούν τη συνδρομή των ακόλουθων τουλάχιστον προϋποθέσεων: α) οι πληροφορίες προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο· β) οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στο άρθρο 24· γ) οσάκις οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν μπορούν να κοινολογηθούν χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που κοινολόγησαν αυτές τις πληροφορίες και, εφόσον ενδείκνυται, μόνο για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι εν λόγω αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. Οσάκις, σ' ένα κράτος μέλος, οι αρχές ή τα όργανα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο προβαίνουν στον εντοπισμό ή τη διερεύνηση παραβάσεων χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες εντεταλμένων προς τούτο, λόγω ειδικών προσόντων, προσώπων που δεν ανήκουν στον δημόσιο τομέα, η βάσει του πρώτου εδαφίου δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών μπορεί να επεκταθεί και στα πρόσωπα αυτά, και σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο δεύτερο εδάφιο. Για την εφαρμογή του στοιχείου γ) του δευτέρου εδαφίου, οι αρχές ή τα όργανα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές οι οποίες κοινολόγησαν τις πληροφορίες την ταυτότητα και το ακριβές περιεχόμενο της εντολής των προσώπων στα οποία θα διαβιβασθούν οι εν λόγω πληροφορίες. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη την ταυτότητα των αρχών ή των οργάνων που μπορούν να δέχονται πληροφορίες δυνάμει της παρούσας παραγράφου. Άρθρο 29 Διαβίβαση πληροφοριών σε κεντρικές τράπεζες και νομισματικές αρχές Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν στις κεντρικές τράπεζες και σε άλλες οντότητες με παρόμοια αποστολή, όταν ενεργούν με την ιδιότητα νομισματικής αρχής, ούτε, εφόσον ενδείκνυται, σε άλλες δημόσιες αρχές υπεύθυνες για την εποπτεία των συστημάτων πληρωμής, πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής τους. Ακόμη, δεν εμποδίζουν τις εν λόγω αρχές ή οντότητες να ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που αυτές τυχόν χρειάζονται για τους σκοπούς του άρθρου 27. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται στο πλαίσιο αυτό υπόκεινται στις διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου του παρόντος τμήματος. Άρθρο 30 Κοινολόγηση πληροφοριών σε δημόσιες αρχές αρμόδιες για την εφαρμογή της χρηματοπιστωτικής νομοθεσίας Παρά τις διατάξεις των άρθρων 24 και 27, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν, δυνάμει νομοθετικών διατάξεων, την κοινολόγηση ορισμένων πληροφοριών και σε άλλες υπηρεσίες της κεντρικής τους διοίκησης που είναι αρμόδιες για τη νομοθεσία περί εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, των επενδυτικών υπηρεσιών και των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και στους επιθεωρητές τους οποίους επιφορτίζουν οι υπηρεσίες αυτές. Ωστόσο, οι προαναφερόμενες κοινολογήσεις είναι δυνατές μόνον εφόσον αυτό απαιτείται για λόγους εποπτικού ελέγχου. Πάντως, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 25 και του άρθρου 28 παράγραφος 1, καθώς και εκείνες που συγκεντρώνονται μέσω των επιτόπιων ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 16, δεν μπορούν να κοινολογηθούν στις περιπτώσεις που αναφέρει το παρόν άρθρο χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που κοινολόγησαν τις πληροφορίες, ή των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους στο οποίο διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος. Τμήμα 4 Καθήκοντα ελεγκτών Άρθρο 31 Καθήκοντα ελεγκτών 1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν τουλάχιστον ότι κάθε πρόσωπο, εξουσιοδοτημένο σύμφωνα με την οδηγία 84/253/ΕΟΚ (19), το οποίο ασκεί σε μια αντασφαλιστική επιχείρηση τα καθήκοντα που περιγράφονται στο άρθρο 51 της οδηγίας 78/660/ΕΟΚ (20), στο άρθρο 37 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, ή στο άρθρο 31 της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ (21), ή οποιαδήποτε άλλα κατά νόμο καθήκοντα, υποχρεούται να γνωστοποιεί αμέσως στις αρμόδιες αρχές κάθε απόφαση ή πραγματικό περιστατικό τα οποία αφορούν την επιχείρηση αυτή, των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την άσκηση των ως άνω καθηκόντων του και τα οποία είναι δυνατόν: α) να αποτελέσουν ουσιώδη παράβαση των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων οι οποίες καθορίζουν τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας, ή διέπουν ειδικά την άσκηση των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης· ή β) να θίξουν τη συνέχιση της λειτουργίας της εκάστοτε αντασφαλιστικής επιχείρησης· ή γ) να οδηγήσουν σε άρνηση της επικύρωσης των λογαριασμών ή σε διατύπωση επιφυλάξεων. Το αυτό πρόσωπο υποχρεούται επίσης να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά και τις αποφάσεις των οποίων λαμβάνει γνώση στο πλαίσιο της άσκησης καθηκόντων κατά το πρώτο εδάφιο σε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς απορρέοντες από δεσμό ελέγχου με την αντασφαλιστική επιχείρηση στην οποία το πρόσωπο αυτό έχει αναλάβει τα προαναφερθέντα καθήκοντα. 2.   Η κοινολόγηση στις αρμόδιες αρχές σχετιζόμενων πραγματικών περιστατικών ή αποφάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, από πρόσωπα εξουσιοδοτημένα σύμφωνα με την οδηγία 84/253/ΕΟΚ, δεν αποτελεί παράβαση τυχόν περιορισμού κοινολόγησης πληροφοριών που επιβάλλεται συμβατικά ή από νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη, και δεν συνεπάγεται κανενός είδους ευθύνη για τα πρόσωπα αυτά. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Κανόνες ως προς τις τεχνικές προβλέψεις Άρθρο 32 Σύσταση τεχνικών προβλέψεων 1.   Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση τη σύσταση επαρκών τεχνικών προβλέψεων για το σύνολο των δραστηριοτήτων της. Το ύψος των προβλέψεων αυτών προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στην οδηγία 91/674/ΕΟΚ. Εφόσον συντρέχει περίπτωση, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να θεσπίζει περισσότερο συγκεκριμένους κανόνες, σύμφωνα με το άρθρο 20 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ. 2.   Τα κράτη μέλη δεν επιλέγουν ούτε θεσπίζουν σύστημα ακαθαρίστων αποθεματικών το οποίο να απαιτεί την ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη των προβλέψεων για μη εισπραχθέντα ασφάλιστρα και εκκρεμείς αξιώσεις αποζημίωσης, εάν ο αντασφαλιστής είναι αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ή ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με τις οδηγίες 73/239/EΟΚ ή 2002/83/EΚ. 3.   Οσάκις το κράτος μέλος καταγωγής επιτρέπει την κάλυψη τεχνικών προβλέψεων με απαιτήσεις έναντι αντασφαλιστών που δεν έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ή ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δεν έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τις οδηγίες 73/239/EΟΚ ή 2002/83/EΚ, θεσπίζει τους όρους αποδοχής τέτοιων απαιτήσεων. Άρθρο 33 Αποθεματικά εξισορρόπησης 1.   Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση που αντασφαλίζει κινδύνους του κλάδου 14 του σημείου Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, τη σύσταση αποθεματικού εξισορρόπησης προοριζόμενου να αντισταθμίζει τυχόν τεχνική ζημία ή τυχόν ανώτερο του μέσου όρου ποσοστό αξιώσεων αποζημίωσης σε αυτόν τον κλάδο κατά τη διάρκεια μιας οποιασδήποτε εταιρικής χρήσης. 2.   Το αποθεματικό εξισορρόπησης για αντασφαλίσεις πιστώσεων υπολογίζεται βάσει των κανόνων που θεσπίζει το κράτος μέλος καταγωγής σύμφωνα με μία από τις τέσσερις μεθόδους του σημείου Δ του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, οι οποίες και θεωρούνται ισοδύναμες. 3.   Το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να απαλλάσσει τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις από την υποχρέωση σύστασης αποθεματικού εξισορρόπησης για τις αντασφαλίσεις πιστώσεων οσάκις τα προς είσπραξη ασφάλιστρα ή εισφορές για τις αντασφαλίσεις πιστώσεων είναι κατώτερα του 4 % των συνολικών προς είσπραξη από αυτές ασφαλίστρων ή εισφορών, και του ποσού των 2 500 000 ευρώ. 4.   Το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να επιβάλλει σε κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση τη σύσταση αποθεματικού εξισορρόπησης για κλάδους κινδύνων πέραν των αντασφαλίσεων πιστώσεων. Αυτά τα αποθεματικά εξισορρόπησης υπολογίζονται σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζει το κράτος μέλος καταγωγής. Άρθρο 34 Περιουσιακά στοιχεία καλύπτοντα τεχνικές προβλέψεις 1.   Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση να επενδύει τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τις τεχνικές προβλέψεις και το αποθεματικό εξισορρόπησης του οποίου γίνεται μνεία στο άρθρο 33 σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες: α) τα περιουσιακά στοιχεία λαμβάνουν υπόψη το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται από την αντασφαλιστική επιχείρηση, ιδίως δε το είδος, το ύψος και τη διάρκεια των αναμενόμενων πληρωμών έναντι αποζημιώσεων, κατά τρόπο που να εξασφαλίζει επάρκεια, ρευστότητα, ασφάλεια, ποιότητα, κερδοφορία και ανταπόδοση των επενδύσεών της· β) η αντασφαλιστική επιχείρηση εξασφαλίζει ότι τα περιουσιακά στοιχεία είναι διαφοροποιημένα και αρκούντως διασπαρμένα και δίδουν στην επιχείρηση τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται δεόντως στις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών, ιδίως στις εξελίξεις των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών των ακινήτων, ή σε ευρείας κλίμακας καταστροφές. Η επιχείρηση αποτιμά τον αντίκτυπο που έχουν οι ανώμαλες συνθήκες της αγοράς στα περιουσιακά της στοιχεία και διαφοροποιεί τα περιουσιακά της στοιχεία κατά τρόπον ο οποίος να μειώνει τον ως άνω αντίκτυπο· γ) η επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο εμπορίας σε ρυθμιζόμενη χρηματοπιστωτική αγορά τηρείται οπωσδήποτε σε συνετά επίπεδα· δ) επενδύσεις σε παράγωγα είναι δυνατές εφόσον συμβάλλουν σε μείωση των επενδυτικών κινδύνων ή διευκολύνουν την αποτελεσματική διαχείριση χαρτοφυλακίων· πρέπει να αποτιμώνται σε συνετή βάση λαμβάνοντας υπόψη τα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία και να περιλαμβάνονται στην αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων του φορέα. Ο φορέας αποφεύγει επίσης την υπέρμετρη έκθεση στον κίνδυνο που απορρέει από έναν και μόνο αντισυμβαλλόμενο και από άλλες πράξεις με παράγωγα· ε) τα περιουσιακά στοιχεία διαφοροποιούνται δεόντως ώστε να αποφεύγεται η υπέρμετρη στήριξη σε ένα συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο, εκδότη ή ομάδα επιχειρήσεων και συσσωρεύσεις κινδύνου στο χαρτοφυλάκιο ως σύνολο· οι επενδύσεις σε περιουσιακά στοιχεία που εκδίδονται από τον ίδιο εκδότη ή από εκδότες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο δεν εκθέτουν την επιχείρηση σε υπέρμετρη συγκέντρωση κινδύνου. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην εφαρμόσουν τις απαιτήσεις των οποίων μνεία γίνεται στο στοιχείο ε) στις επενδύσεις σε κρατικά ομόλογα. 2.   Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν από τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ευρίσκονται στην επικράτειά τους να επενδύουν σε ιδιαίτερες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων. 3.   Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν στις περί επενδύσεων αποφάσεις αντασφαλιστικής επιχείρησης που ευρίσκεται στην επικράτειά τους ή του διαχειριστή επενδύσεών της, οιουδήποτε είδους απαιτήσεις περί εκ των προτέρων εγκρίσεως ή συστηματικής κοινοποιήσεως. 4.   Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 έως 3, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί για κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην επικράτειά του να θεσπίζει τους εξής ποσοτικούς κανόνες εφόσον αιτιολογούνται για λόγους εποπτείας: α) οι επενδύσεις ακαθάριστων τεχνικών προβλέψεων σε νομίσματα πλην εκείνων στα οποία έχουν ορισθεί τεχνικές προβλέψεις πρέπει να περιορίζονται σε 30 %· β) οι επενδύσεις ακαθάριστων τεχνικών προβλέψεων σε μετοχές και λοιπά διαπραγματεύσιμα χρεόγραφα που αντιμετωπίζονται ως μετοχές, ομόλογα και χρεωστικά ομόλογα που δεν αποτελούν αντικείμενο εμπορίας σε ρυθμιζόμενη χρηματοπιστωτική αγορά, θα πρέπει να περιορίζονται σε 30 %· γ) το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να απαιτεί από κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση να επενδύει κατ' ανώτατο όριο 5 % των ακαθάριστων τεχνικών της προβλέψεων σε μετοχές και λοιπά διαπραγματεύσιμα χρεόγραφα που αντιμετωπίζονται ως μετοχές, ομόλογα, χρεωστικά ομόλογα και άλλα μέσα της χρηματαγοράς και της κεφαλαιαγοράς από την ίδια επιχείρηση και κατ' ανώτατο όριο 10 % του συνόλου των ακαθάριστων τεχνικών προβλέψεων σε μετοχές και λοιπά διαπραγματεύσιμα χρεόγραφα που αντιμετωπίζονται ως μετοχές, ομόλογα, χρεωστικά ομόλογα και άλλα μέσα της χρηματαγοράς και της κεφαλαιαγοράς από επιχειρήσεις που είναι μέλη του ιδίου ομίλου. 5.   Πέραν τούτων, το κράτος μέλος καταγωγής θεσπίζει λεπτομερέστερους κανόνες που ορίζουν τις προϋποθέσεις για τη χρήση ποσών που εκκρεμούν από φορέα ειδικού σκοπού ως περιουσιακών στοιχείων που καλύπτουν τις τεχνικές προβλέψεις σύμφωνα με το παρόν άρθρο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Κανόνες ως προς το περιθώριο φερεγγυότητας και το κεφάλαιο εγγυήσεων Τμήμα 1 Διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας Άρθρο 35 Γενικός κανόνας Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει την έδρα της στην επικράτειά τους να διαθέτει κατάλληλο διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας ως προς το σύνολο των δραστηριοτήτων της και ανά πάσα στιγμή, το οποίο να καλύπτει τουλάχιστον τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 36 Επιλέξιμα χρηματοοικονομικά στοιχεία 1.   Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας αποτελείται από τα περιουσιακά στοιχεία της αντασφαλιστικής επιχείρησης μετά την αφαίρεση κάθε προβλεπτής υποχρέωσης και κάθε άυλου περιουσιακού στοιχείου, και συγκεκριμένα από: α) το καταβληθέν εταιρικό κεφάλαιο ή, εάν πρόκειται περί αλληλασφαλιστικού αντασφαλιστικού συνεταιρισμού, το αρχικό πράγματι καταβληθέν κεφάλαιο συν τους λογαριασμούς των εταίρων οι οποίοι ικανοποιούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια: i) οι καταστατικές διατάξεις πρέπει να ορίζουν ότι από τους λογαριασμούς αυτούς μπορούν να γίνονται πληρωμές στους εταίρους μόνον εφόσον αυτό δεν προκαλεί πτώση του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας κάτω του απαιτούμενου επιπέδου, ή εάν, μετά τη διάλυση της επιχείρησης, έχουν εξοφληθεί όλα τα άλλα χρέη της επιχείρησης, ii) οι καταστατικές διατάξεις πρέπει να ορίζουν, όσον αφορά οποιαδήποτε πληρωμή κατά την περίπτωση i) και για λόγους πέραν της ατομικής καταγγελίας της ιδιότητας του εταίρου, ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να ειδοποιούνται τουλάχιστον ένα μήνα πριν, και ότι μπορούν, εντός αυτής της περιόδου, να απαγορεύσουν την πληρωμή, iii) οι σχετικές καταστατικές διατάξεις μπορούν να τροποποιηθούν μόνον αφού οι αρμόδιες αρχές δηλώσουν ότι δεν έχουν αντιρρήσεις για την τροποποίηση, υπό την επιφύλαξη των κριτηρίων που απαριθμούνται στις περιπτώσεις i) και ii)· β) τα εκ του νόμου επιβαλλόμενα ή ελεύθερα αποθεματικά που δεν αντιστοιχούν σε αναλήψεις υποχρεώσεων ούτε ταξινομούνται ως αποθεματικά εξισορρόπησης· γ) τα κέρδη ή οι ζημίες που μεταφέρονται μετά την αφαίρεση των προς καταβολή μερισμάτων. 2.   Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μειώνεται κατά το ποσό των ιδίων μετοχών που κατέχει άμεσα η αντασφαλιστική επιχείρηση. Για εκείνες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που προεξοφλούν ή μειώνουν τις τεχνικές τους προβλέψεις για εκκρεμείς αξιώσεις αποζημίωσης εκτός κλάδου ζωής, προκειμένου να ληφθεί υπόψη το εισόδημα από επενδύσεις, όπως προβλέπεται στο άρθρο 60 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) της οδηγίας 91/674/ΕΟΚ, το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μειώνεται κατά τη διαφορά μεταξύ των μη προεξοφληθεισών τεχνικών προβλέψεων ή των τεχνικών προβλέψεων προ των αφαιρέσεων, όπως αυτές εμφαίνονται στις παρατηρήσεις επί των λογαριασμών, και των προεξοφληθεισών ή των τεχνικών προβλέψεων μετά τις αφαιρέσεις. Η αναπροσαρμογή αυτή πραγματοποιείται για όλους τους κινδύνους που απαριθμούνται στο σημείο Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, εκτός των κινδύνων που απαριθμούνται στους κλάδους 1 και 2 του σημείου Α του παραρτήματος αυτού. Για όλους τους κλάδους πέραν των κλάδων 1 και 2 του σημείου Α του ίδιου παραρτήματος, δεν απαιτείται αναπροσαρμογή όσον αφορά την προεξόφληση των προσόδων που συνυπολογίζονται στις τεχνικές προβλέψεις. Πέρα από τις μειώσεις κατά το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο, το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μειώνεται και κατά τα ακόλουθα χρηματοοικονομικά στοιχεία: α) συμμετοχές που διαθέτει η αντασφαλιστική επιχείρηση στις ακόλουθες οντότητες: i) ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας 73/239/EΟΚ, του άρθρου 4 της οδηγίας 2002/83/EΚ ή του άρθρου 1 στοιχείο β) της οδηγίας 98/78/EΚ, ii) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 3 της παρούσας οδηγίας, ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε τρίτη χώρα, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1 της οδηγίας 98/78/EΚ, iii) ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο θ) της οδηγίας 98/78/EΚ, iv) πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 5 της οδηγίας 2000/12/EΚ, v) εταιρείες επενδύσεων ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (22) και του άρθρου 2 παράγραφοι 4 και 7 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ (23)· β) καθένα από τα ακόλουθα χρηματοοικονομικά στοιχεία, τα οποία διαθέτει η αντασφαλιστική επιχείρηση έναντι των οντοτήτων που ορίζονται στο στοιχείο α), και στις οποίες διαθέτει συμμετοχή: i) τα χρηματοοικονομικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 4· ii) τα χρηματοοικονομικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται το άρθρο 27, παράγραφος 3 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ· iii) τις απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης και τα χρηματοοικονομικά μέσα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 35 και το άρθρο 36 παράγραφος 3 της οδηγίας 2000/12/EΚ. Οσάκις οι μετοχές σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, εταιρεία επενδύσεων, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου κατέχονται προσωρινά για τις ανάγκες χρηματοδοτικής συνδρομής με σκοπό την ανασυγκρότηση και τη διάσωση της εμπλεκόμενης οντότητας, η αρμόδια αρχή μπορεί να παρεκκλίνει από τις διατάξεις περί αφαίρεσης που περιέχονται στα στοιχεία α) και β) του τρίτου εδαφίου. Εναλλακτικά προς την αφαίρεση των χρηματοοικονομικών στοιχείων τα οποία απαριθμούνται στα στοιχεία α) και β) του τρίτου εδαφίου, και τα οποία η αντασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει σε πιστωτικό ίδρυμα, εταιρεία επενδύσεων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις αντασφαλιστικές τους επιχειρήσεις να εφαρμόζουν κατ' αναλογία τις μεθόδους 1, 2 ή 3 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2002/87/EΚ. Η μέθοδος 1 (λογιστική ενοποίηση) εφαρμόζεται μόνο εφόσον η αρμόδια αρχή έχει εμπιστοσύνη ως προς το επίπεδο ολοκληρωμένης διαχείρισης και εσωτερικού ελέγχου των οντοτήτων που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην ενοποίηση. Η επιλεγόμενη μέθοδος εφαρμόζεται με διαχρονική συνέπεια. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπόκεινται σε συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με την οδηγία 98/78/ΕΚ, ή σε συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με την οδηγία 2002/87/EΚ, δεν χρειάζεται να αφαιρούν τα στοιχεία στα οποία αναφέρονται τα στοιχεία α) και β) του τρίτου εδαφίου, και τα οποία κατέχονται σε πιστωτικό ίδρυμα, εταιρεία επενδύσεων, χρηματοδοτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου υπό συμπληρωματική εποπτεία. Για τους σκοπούς της αφαίρεσης των συμμετοχών στις οποίες αναφέρεται η παρούσα παράγραφος, η συμμετοχή νοείται κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο στ) της οδηγίας 98/78/EΚ. 3.   Το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μπορεί να αποτελείται και: α) από τις σωρευτικές προνομιούχες μετοχές και τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, μέχρι το 50 % του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας, του οποίου το 25 % κατ' ανώτατο όριο περιλαμβάνει δάνεια μειωμένης εξασφάλισης καθορισμένης λήξης, ή σωρευτικές προνομιούχες μετοχές με καθορισμένη διάρκεια, εφόσον σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης της αντασφαλιστικής επιχείρησης υπάρχουν δεσμευτικές συμφωνίες βάσει των οποίων τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης ή οι προνομιούχες μετοχές κατατάσσονται μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών και δεν εξοφλούνται παρά μόνο μετά την εξόφληση όλων των άλλων εκκρεμούντων τη στιγμή εκείνη χρεών. i) μπορούν να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα ποσά που έχουν πράγματι καταβληθεί, ii) η αρχική διάρκεια των δανείων με καθορισμένη λήξη είναι τουλάχιστον πενταετής. Ένα έτος το αργότερο πριν από τη λήξη, η αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει προς έγκριση στις αρμόδιες αρχές σχέδιο που να εμφαίνει πώς θα διατηρηθεί ή θα αυξηθεί το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας στο απαιτούμενο επίπεδο κατά τη λήξη, εκτός εάν το ποσό μέχρι το οποίο το δάνειο μπορεί να συμπεριληφθεί στα συστατικά μέρη του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας μειώνεται σταδιακά κατά τα τελευταία πέντε τουλάχιστον έτη προ της λήξης. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν την προ της λήξης εξόφληση αυτών των δανείων, εφόσον υποβάλλεται σχετικό αίτημα από την εκδότρια αντασφαλιστική επιχείρηση και το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητάς της δεν μειώνεται κάτω του απαιτούμενου επιπέδου, iii) τα δάνεια μη καθορισμένης λήξης εξοφλούνται μόνο με πενταετή προειδοποίηση, εκτός εάν δεν θεωρούνται πλέον συστατικό μέρος του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας, ή εάν για την πρόωρη εξόφλησή τους απαιτείται συγκεκριμένα να συμφωνήσουν προηγουμένως οι αρμόδιες αρχές. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η αντασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία εξόφλησης, υποδεικνύοντας το διαθέσιμο και το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας τόσο πριν όσο και μετά την εξόφληση αυτή. Οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν την εξόφληση μόνο εάν το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας της αντασφαλιστικής επιχείρησης δεν κινδυνεύει να υποχωρήσει κάτω του απαιτούμενου επιπέδου, iv) η δανειακή σύμβαση δεν περιλαμβάνει ρήτρες που προβλέπουν ότι σε συγκεκριμένες περιστάσεις, εκτός από την εκκαθάριση της αντασφαλιστικής επιχείρησης, η οφειλή καθίσταται απαιτητή πριν από τη συμφωνημένη ημερομηνία εξόφλησης, v) η δανειακή σύμβαση μπορεί να τροποποιηθεί μόνον αφού οι αρμόδιες αρχές δηλώσουν ότι δεν αντιτίθενται στην τροποποίηση της· β) από κινητές αξίες αόριστης διάρκειας και άλλα χρηματοοικονομικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των σωρευτικών προνομιούχων μετοχών εκτός από αυτές που αναφέρονται στο στοιχείο α), και μέχρι το 50 % του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας, για το συνολικό ποσό των κινητών αξιών αυτών και των δανείων μειωμένης εξασφάλισης που αναφέρονται στο στοιχείο α), εφόσον πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: i) δεν μπορούν να ρευστοποιηθούν με πρωτοβουλία του κομιστή ή χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής, ii) η σύμβαση έκδοσης των χρεογράφων παρέχει στην αντασφαλιστική επιχείρηση τη δυνατότητα να αναβάλει την καταβολή των τόκων του δανείου, iii) οι απαιτήσεις του δανειστή έναντι της αντασφαλιστικής επιχείρησης κατατάσσονται εξ ολοκλήρου μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών που δεν έχουν μειωμένη εξασφάλιση, iv) τα έγγραφα τα σχετικά με την έκδοση των κινητών αξιών προβλέπουν τη δυνατότητα κάλυψης των ζημιών με το χρέος και τους μη καταβληθέντες τόκους, επιτρέποντας συγχρόνως τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της αντασφαλιστικής επιχείρησης, v) μπορούν να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα ποσά που έχουν πράγματι καταβληθεί. 4.   Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της αντασφαλιστικής επιχείρησης προς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, και μετά τη σύμφωνη γνώμη αυτής της αρμόδιας αρχής, το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μπορεί να αποτελείται και: α) από το ήμισυ του μη καταβληθέντος τμήματος του μετοχικού ή του αρχικού κεφαλαίου, εφόσον το καταβληθέν τμήμα ισούται με το 25 % του μετοχικού ή αρχικού κεφαλαίου, και τούτο μέχρι το 50 % του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας· β) στην περίπτωση των συνεταιρισμών αλληλασφάλισης ή αλληλασφαλιστικής μορφής εκτός κλάδου ζωής, με μεταβλητές εισφορές, από κάθε απαίτηση που αυτοί έχουν έναντι των μελών τους μέσω προσκλήσεων για την καταβολή συμπληρωματικών εισφορών, εντός της εταιρικής χρήσης, και τούτο μέχρι το ήμισυ της διαφοράς μεταξύ των ανώτατων εισφορών και των πράγματι προς καταβολή εισφορών, και υπό τον όρο ότι δεν υπερβαίνουν το 50 % του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές θεσπίζουν κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες θέτουν τους όρους υπό τους οποίους είναι δυνατόν να γίνονται δεκτές οι συμπληρωματικές εισφορές· γ) από τα λανθάνοντα καθαρά αποθεματικά που προκύπτουν μετά την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων, ενόσω τα λανθάνοντα αυτά αποθεματικά δεν έχουν έκτακτο χαρακτήρα. 5.   Επιπλέον, και όσον αφορά τις αντασφαλίσεις ζωής, το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας είναι δυνατόν, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της αντασφαλιστικής επιχείρησης προς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, και μετά τη σύμφωνη γνώμη αυτής της αρμόδιας αρχής, να αποτελείται και: α) μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2009, από ποσό ίσο με το 50 % των μελλοντικών κερδών της επιχείρησης, αλλά όχι ανώτερο του 25 % του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας. Το ποσό των μελλοντικών κερδών προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του προβλεπόμενου ετήσιου κέρδους επί τον συντελεστή που αντιπροσωπεύει τη μέση υπολειπόμενη διάρκεια των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Ο χρησιμοποιούμενος συντελεστής δεν μπορεί να είναι ανώτερος του 6, το δε εκτιμώμενο ετήσιο κέρδος δεν υπερβαίνει τον αριθμητικό μέσο όρο των πραγματοποιηθέντων κερδών κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε εταιρικών χρήσεων από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ. i) εφόσον υποβάλλεται στις αρμόδιες αρχές αναλογιστική μελέτη στην οποία τεκμηριώνεται η πιθανότητα εμφάνισης αυτών των κερδών στο μέλλον και ii) ενόσω το μέρος των μελλοντικών κερδών που απορρέει από τα λανθάνοντα καθαρά αποθεματικά της παραγράφου 4, στοιχείο γ) δεν έχει ήδη ληφθεί υπόψη· β) οσάκις δεν χρησιμοποιείται η μέθοδος Zillmer, ή οσάκις χρησιμοποιείται μεν αλλά υπολείπεται της επιβάρυνσης λόγω εξόδων απόκτησης που περιλαμβάνεται στο ασφάλιστρο, από τη διαφορά μεταξύ της μαθηματικής πρόβλεψης που προκύπτει χωρίς τη μέθοδο Zillmer ή εν μέρει με τη μέθοδο αυτή, και μιας μαθηματικής πρόβλεψης με τη μέθοδο Zillmer και σε ποσοστό ίσο προς την επιβάρυνση λόγω εξόδων απόκτησης που περιλαμβάνεται στο ασφάλιστρο. Το προκύπτον ποσό πάντως δεν μπορεί να υπερβαίνει το 3,5 του αθροίσματος των διαφορών μεταξύ των σχετικών κεφαλαίων του κλάδου αντασφάλισης ζωής και των μαθηματικών προβλέψεων για το σύνολο των ασφαλιστηρίων συμβολαίων στα οποία είναι δυνατή η εφαρμογή της μεθόδου Zillmer. Η διαφορά αυτή μειώνεται κατά το ποσό των τυχόν μη αποσβεσθέντων εξόδων απόκτησης που έχουν καταχωρηθεί στο ενεργητικό. 6.   Οι τυχόν τροποποιήσεις των παραγράφων 1 έως 5 του παρόντος άρθρου με σκοπό να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις που αιτιολογούν τεχνική προσαρμογή των επιλέξιμων στοιχείων για τον υπολογισμό του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας, πραγματοποιούνται σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 55 παράγραφος 2. Τμήμα 2 Απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας Άρθρο 37 Απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για τις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής 1.   Το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας καθορίζεται με βάση είτε το ετήσιο ποσό των ασφαλίστρων και των εισφορών, είτε τη μέση επιβάρυνση από αποζημιώσεις των τριών τελευταίων εταιρικών χρήσεων. Ωστόσο, όταν οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις καλύπτουν κατά βάση μόνο έναν ή περισσότερους από τους κινδύνους πιστώσεων, καταιγίδας, χαλαζιού ή παγετού, λαμβάνονται υπόψη οι επτά τελευταίες εταιρικές χρήσεις ως περίοδος αναφοράς για τον υπολογισμό του μέσου όρου των αποζημιώσεων. 2.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 40, το ύψος του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας είναι ίσο προς το μεγαλύτερο από τα δύο ποσά που προκύπτουν κατά τις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου. 3.   Για τη βάση υπολογισμού των ασφαλίστρων επιλέγεται το μεγαλύτερο μεταξύ του ποσού των δεδουλευμένων ασφαλίστρων ή εισφορών που υπολογίζονται κατωτέρω, και του ποσού των ακαθάριστων εισπραχθέντων ασφαλίστρων ή εισφορών. Τα ασφάλιστρα και εισφορές των κλάδων 11, 12 και 13 που απαριθμούνται στο σημείο Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ προσαυξάνονται κατά 50 %. Τα ασφάλιστρα και εισφορές των κλάδων πέραν των κλάδων 11, 12 και 13 που απαριθμούνται στο σημείο Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ μπορούν να προσαυξάνονται κατά 50 % για συγκεκριμένες αντασφαλιστικές δραστηριότητες ή είδη σύμβασης, έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες αυτών των δραστηριοτήτων ή συμβάσεων, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 55 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας. Τα ασφάλιστρα ή οι εισφορές, συμπεριλαμβανομένων των παρεπόμενων δικαιωμάτων, που οφείλονται για αντασφαλίσεις κατά την τελευταία εταιρική χρήση, αθροίζονται. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται το συνολικό ποσό των ασφαλίστρων ή των εισφορών που ακυρώθηκαν κατά την τελευταία εταιρική χρήση, όπως επίσης και το συνολικό ποσό των φόρων και τελών που αναλογούν στα ασφάλιστρα ή τις εισφορές που περιέχονται στο ως άνω άθροισμα. Το κατ' αυτόν τον τρόπο υπολογιζόμενο ποσό διαιρείται σε δύο μέρη, από τα οποία το πρώτο μπορεί να ανέλθει μέχρι τα 50 000 000 ευρώ, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει το επιπλέον ποσό. Το 18 % και το 16 %, αντίστοιχα, των μερών αυτών υπολογίζονται και αθροίζονται. Το κατ' αυτόν τον τρόπο υπολογιζόμενο ποσό πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμητικό λόγο, για τις τρεις τελευταίες εταιρικές χρήσεις αθροιστικά, του ποσού των αποζημιώσεων προς καταβολή από την αντασφαλιστική επιχείρηση, μετά την αφαίρεση των ποσών προς είσπραξη στο πλαίσιο αντεκχώρησης, προς το ακαθάριστο ποσό των αποζημιώσεων. Ο λόγος αυτός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερος του 50 %. Κατόπιν αιτήσεως συνοδευομένης από αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλει η αντασφαλιστική επιχείρηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, και με τη σύμφωνη γνώμη της εν λόγω αρχής, ποσά που μπορούν να ανακτηθούν από φορείς ειδικού σκοπού, μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 46, μπορούν επίσης να αφαιρεθούν ως αντεκχώρηση. Με την έγκριση των αρμοδίων αρχών, είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται στατιστικές μέθοδοι για την κατανομή των ασφαλίστρων και εισφορών. 4.   Για τη βάση υπολογισμού των αποζημιώσεων χρησιμοποιούνται, κατά τα κατωτέρω, και για τους κλάδους 11, 12 και 13 του σημείου Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, τα ποσά των αξιώσεων αποζημίωσης, των προβλέψεων και των εισπράξεων, προσαυξημένα κατά 50 %. Οι αξιώσεις αποζημίωσης, οι προβλέψεις και οι εισπράξεις των κλάδων πέραν των 11, 12 και 13 που απαριθμούνται στο σημείο Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ μπορούν να προσαυξάνονται έως και κατά 50 % για συγκεκριμένες αντασφαλιστικές δραστηριότητες ή τύπους σύμβασης, έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες αυτών των δραστηριοτήτων ή συμβάσεων, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 55 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας. Τα ποσά των καταβαλλόμενων αποζημιώσεων, χωρίς αφαίρεση των αποζημιώσεων που καταβάλλονται από τους εκδοχείς αντεκχωρήσεων, κατά τις περιόδους που προσδιορίζονται στην παράγραφο 1, αθροίζονται. Στο ως άνω άθροισμα προστίθεται το ποσό των προβλέψεων για εκκρεμείς αποζημιώσεις που βεβαιώθηκαν κατά τη λήξη της προηγούμενης εταιρικής χρήσης. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται το ποσό των εισπράξεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των περιόδων που προσδιορίζονται στην παράγραφο 1. Από το ποσό που προκύπτει κατά τα ανωτέρω αφαιρείται το ποσό των προβλέψεων για εκκρεμείς αποζημιώσεις που βεβαιώθηκαν κατά την έναρξη της δεύτερης εταιρικής χρήσης πριν από την τελευταία εταιρική χρήση για την οποία είναι διαθέσιμοι λογαριασμοί. Εάν η καθοριζόμενη στην παράγραφο 1 περίοδος αναφοράς ισούται με επτά έτη, αφαιρείται το ποσό των προβλέψεων για εκκρεμείς αποζημιώσεις που βεβαιώθηκαν κατά την έναρξη της έκτης εταιρικής χρήσης πριν από την τελευταία εταιρική χρήσης για την οποία είναι διαθέσιμοι λογαριασμοί. Το ένα τρίτο ή το ένα έβδομο, ανάλογα με την περίοδο αναφοράς που καθορίζεται στην παράγραφο 1, του ποσού που προκύπτει κατά τα ανωτέρω διαιρείται σε δύο μέρη, από τα οποία το πρώτο μπορεί να ανέλθει μέχρι τα 35 000 000 ευρώ, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει το επιπλέον ποσό. Το 26 % και το 23 %, αντίστοιχα, των μερών αυτών υπολογίζονται και αθροίζονται. Το κατ' αυτόν τον τρόπο προκύπτον ποσό πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμητικό λόγο, για τις τρεις τελευταίες εταιρικές χρήσεις αθροιστικά, του ποσού των αποζημιώσεων προς καταβολή από την επιχείρηση, αφού αφαιρεθούν τα ποσά προς είσπραξη στο πλαίσιο αντεκχώρησης, προς το ακαθάριστο ποσό των αποζημιώσεων. Ο λόγος αυτός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερος του 50 %. Κατόπιν αιτήσεως συνοδευομένης από αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλει η αντασφαλιστική επιχείρηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, και με τη σύμφωνη γνώμη της εν λόγω αρχής, ποσά που μπορούν να ανακτηθούν από φορείς ειδικού σκοπού μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 46 μπορούν επίσης να αφαιρεθούν ως αντεκχώρηση. Με την έγκριση των αρμοδίων αρχών, είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται στατιστικές μέθοδοι για την κατανομή των αξιώσεων αποζημίωσης, προβλέψεων και εισφορών. 5.   Εάν το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, όπως αυτό υπολογίζεται στις παραγράφους 2, 3 και 4, είναι κατώτερο από το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας του προηγούμενου έτους, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας λαμβάνεται τουλάχιστον ίσο προς το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας του προηγούμενου έτους πολλαπλασιαζόμενο επί τον αριθμητικό λόγο του ποσού των τεχνικών προβλέψεων για τις αποζημιώσεις που εκκρεμούσαν κατά τη λήξη της τελευταίας εταιρικής χρήσης, προς το ποσό των τεχνικών προβλέψεων για τις αποζημιώσεις που εκκρεμούσαν κατά την έναρξη της τελευταίας εταιρικής χρήσης. Στους υπολογισμούς αυτούς, οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται χωρίς τις τυχόν αντεκχωρήσεις, αλλά ο αριθμητικός λόγος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος του 1. 6.   Τα κλάσματα που εφαρμόζονται στα επιμέρους ποσά του πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 3 και του εβδόμου εδαφίου της παραγράφου 4 μειώνονται, το καθένα, στο ένα τρίτον σε περίπτωση των αντασφάλισης ασφάλισης υγείας που έχει τεχνική βάση παρόμοια με εκείνη των ασφαλίσεων ζωής, εάν: α) τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα υπολογίζονται βάσει πινάκων ασθενείας σύμφωνα με τις μαθηματικές μεθόδους που εφαρμόζονται στον τομέα των ασφαλίσεων· β) συνιστάται πρόβλεψη γήρανσης· γ) εισπράττεται συμπληρωματικό ασφάλιστρο για τη σύσταση περιθωρίου ασφάλειας κατάλληλου ύψους· δ) η ασφαλιστική επιχείρηση δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση πριν από τη λήξη του τρίτου έτους της ασφάλισης το αργότερο· ε) το ασφαλιστήριο προβλέπει τη δυνατότητα αύξησης των ασφαλίστρων ή μείωσης των παροχών ακόμη και κατά την περίοδο ισχύος του. Άρθρο 38 Απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για τις αντασφαλίσεις ζωής 1.   Το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για τις αντασφαλίσεις ζωής προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 37. 2.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να προβλέπει ότι για κλάδους αντασφάλισης ασφαλιστικής δραστηριότητας που καλύπτονται από το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2002/83/ΕΚ και συνδέονται με επενδυτικά κεφάλαια ή συμβάσεις συμμετοχής και για τις εργασίες μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β), παράγραφος 2 στοιχεία β), γ), δ) και ε) της οδηγίας 2002/83/ΕΚ το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 28 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ. Άρθρο 39 Απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα εντός και εκτός κλάδου ζωής 1.   Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση που διενεργεί αντασφάλιση ταυτόχρονα εκτός και εντός κλάδου ζωής να διαθέτει περιθώριο φερεγγυότητας για την κάλυψη του συνολικού ποσού των απαιτούμενων περιθωρίων φερεγγυότητας όσον αφορά τις δραστηριότητες τόσο στον κλάδο ζωής όσο και εκτός αυτού, περιθωρίων τα οποία προσδιορίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 37 και 38, αντίστοιχα. 2.   Εάν το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας δεν ανέρχεται στο ύψος που απαιτείται κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν τα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 42 και 43. Τμήμα 3 Κεφάλαιο εγγυήσεων Άρθρο 40 Ύψος του κεφαλαίου εγγυήσεων 1.   Το ένα τρίτο του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας, όπως αυτό καθορίζεται στα άρθρα 37, 38 και 39, συνιστά το κεφάλαιο εγγυήσεων. Αυτό το κεφάλαιο συγκροτείται από τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 36 παράγραφοι 1, 2 και 3, και, εφόσον συμφωνεί η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, στο άρθρο 36 παράγραφος 4 στοιχείο γ). 2.   Το κεφάλαιο εγγυήσεων δεν είναι μικρότερο των 3 000 000 ευρώ. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ότι, όσον αφορά τις εξαρτημένες (δέσμιες) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, το ελάχιστο κεφάλαιο εγγυήσεων δεν μπορεί να είναι μικρότερο του 1 000 000 ευρώ. Άρθρο 41 Αναθεώρηση του ύψους του κεφαλαίου εγγυήσεων 1.   Τα ποσά, σε ευρώ, που καθορίζονται στο άρθρο 40 παράγραφος 2 αναθεωρούνται ετησίως, με έναρξη την 10 Δεκεμβρίου 2007, έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι μεταβολές στον ευρωπαϊκό δείκτη τιμών καταναλωτή, ο οποίος καλύπτει όλα τα κράτη μέλη και δημοσιεύεται από την Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurostat). Τα ως άνω ποσά αναπροσαρμόζονται αυτομάτως, με αύξηση του βασικού ποσού σε ευρώ κατά το ποσοστό μεταβολής του προαναφερθέντος δείκτη κατά την περίοδο μεταξύ της θέσης σε ισχύ της παρούσας οδηγίας και της ημερομηνίας αναθεώρησης, και στρογγυλοποιείται στο εγγύτερο πολλαπλάσιο των 100 000 ευρώ. Εάν, μετά την τελευταία αναπροσαρμογή, η μεταβολή είναι μικρότερη του 5 %, δεν πραγματοποιείται νέα αναπροσαρμογή. 2.   Η Επιτροπή ενημερώνει ετησίως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την αναθεώρηση και την αναπροσαρμογή κατά την παράγραφο 1. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Προβληματικές ή μη τακτοποιημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, και ανάκληση της άδειας Άρθρο 42 Προβληματικές αντασφαλιστικές επιχειρήσεις 1.   Εάν μια αντασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 32, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης μπορεί να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών της στοιχείων, αφού γνωστοποιήσει προηγουμένως την πρόθεσή της στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής. 2.   Για την αποκατάσταση της οικονομικής ευρωστίας μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης της οποίας το περιθώριο φερεγγυότητας υπολείπεται πλέον του ελάχιστου ορίου που καθορίζεται στα άρθρα 37, 38 και 39, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής απαιτεί να της υποβληθεί προς έγκριση σχέδιο επανόδου στη χρηστή οικονομική διαχείριση. Σε έκτακτες περιπτώσεις, εάν η αρμόδια αρχή είναι της γνώμης ότι θα επιδεινωθεί περαιτέρω η οικονομική κατάσταση της αντασφαλιστικής επιχείρησης, η αρχή αυτή μπορεί επίσης να περιορίσει ή να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της αντασφαλιστικής επιχείρησης. Ενημερώνει τότε τις αρχές των άλλων κρατών μελών στην επικράτεια των οποίων η αντασφαλιστική επιχείρηση ασκεί τις δραστηριότητές της, για κάθε ληφθέν μέτρο, τα δε κράτη αυτά λαμβάνουν, μετά από αίτημα της εν λόγω αρχής, τα ίδια μέτρα με αυτή. 3.   Εάν το περιθώριο φερεγγυότητας υπολείπεται πλέον του ύψους του κεφαλαίου εγγυήσεων που καθορίζεται στο άρθρο 40, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής απαιτεί από την αντασφαλιστική επιχείρηση να της υποβάλει προς έγκριση βραχυπρόθεσμο σχέδιο χρηματοδότησης. Μπορεί επίσης να περιορίσει ή να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της αντασφαλιστικής επιχείρησης. Ενημερώνει δε τις αρχές όλων των άλλων κρατών μελών, τα οποία, μετά από σχετικό αίτημα του κράτους μέλους καταγωγής, λαμβάνουν τα ίδια μέτρα. 4.   Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα μέτρα που είναι αναγκαία για να μπορεί να απαγορεύει, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, την ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην επικράτειά του, μετά από σχετικό αίτημα, στις περιπτώσεις των παραγράφων 1, 2 και 3, του κράτους μέλους καταγωγής της αντασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο και προσδιορίζει τα περιουσιακά στοιχεία για το οποία θα ισχύουν αυτά τα μέτρα. Άρθρο 43 Σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης 1.   Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι αρμόδιες αρχές να έχουν την εξουσία να απαιτούν την κατάρτιση σχεδίου οικονομικής εξυγίανσης από εκείνες τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για τις οποίες οι αρμόδιες αρχές θεωρούν ότι υπάρχει κίνδυνος παράβασης των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από αντασφαλιστικές συμβάσεις απειλούνται με αθέτηση. 2.   Το σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης περιλαμβάνει, για τις τρεις επόμενες εταιρικές χρήσεις, τουλάχιστον τα ακόλουθα λεπτομερειακά ή αποδεικτικά στοιχεία: α) εκτιμήσεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης, ιδίως τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες· β) σχέδιο στο οποίο να εμφαίνονται λεπτομερώς οι εκτιμήσεις εσόδων και εξόδων για τις αποδοχές αντασφάλισης και για τις εκχωρήσεις αντασφάλισης· γ) τον προβλεπόμενο ισολογισμό· δ) εκτιμήσεις σχετικά με τους χρηματοδοτικούς πόρους που προορίζονται να καλύψουν τις αναλήψεις υποχρεώσεων, και το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας· ε) τη συνολική πολιτική στον τομέα των αντεκχωρήσεων. 3.   Οσάκις η χρηματοοικονομική θέση της αντασφαλιστικής επιχείρησης επιδεινώνεται και οι συμβατικές υποχρεώσεις της απειλούνται με αθέτηση, τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι αρμόδιες αρχές να έχουν την εξουσία να υποχρεώνουν την αντασφαλιστική επιχείρηση να διατηρεί υψηλότερο απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι αυτή θα είναι σε θέση να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις φερεγγυότητας κατά το εγγύς μέλλον. Το ύψος αυτού του υψηλότερου απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας βασίζεται σε σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης που καταρτίζεται κατά την παράγραφο 1. 4.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να έχουν την εξουσία να αναθεωρούν προς τα κάτω την αξία όλων των στοιχείων τα οποία είναι επιλέξιμα για τον υπολογισμό του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας, ιδίως οσάκις έχει επέλθει ουσιώδης μεταβολή στην αγοραία αξία των στοιχείων αυτών μετά την λήξη της τελευταίας εταιρικής χρήσης. 5.   Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι αρμόδιες αρχές να έχουν την εξουσία να μειώνουν την περικοπή, λόγω αντεκχώρησης, του περιθωρίου φερεγγυότητας που καθορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 37, 38 και 39, οσάκις: α) έχει μεταβληθεί ουσιωδώς, μετά την τελευταία εταιρική χρήση, η φύση ή η ποιότητα των συμβάσεων αντεκχώρησης· β) στο πλαίσιο των συμβάσεων αντεκχώρησης, η μεταβίβαση κινδύνων είναι ανύπαρκτη ή περιορισμένη. 6.   Εάν οι αρμόδιες αρχές έχουν απαιτήσει την κατάρτιση σχεδίου οικονομικής εξυγίανσης από την αντασφαλιστική επιχείρηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αποφεύγουν την έκδοση πιστοποιητικού σύμφωνα με το άρθρο 18 ενόσω θεωρούν ότι οι υποχρεώσεις της επιχείρησης που απορρέουν από συμβάσεις αντασφάλισης απειλούνται με αθέτηση κατά την έννοια της εν λόγω παραγράφου 1. Άρθρο 44 Ανάκληση αδείας 1.   Η άδεια που έχει χορηγηθεί σε αντασφαλιστική επιχείρηση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μπορεί να ανακληθεί από την αρχή αυτή εφόσον η επιχείρηση: α) δεν κάνει χρήση της άδειας εντός δωδεκαμήνου, παραιτείται ρητά από αυτήν ή παύει να ασκεί τις δραστηριότητές της για περίοδο μεγαλύτερη του εξαμήνου, εκτός εάν το εμπλεκόμενο κράτος μέλος προβλέπει ότι στις περιπτώσεις αυτές εκπνέει η ισχύς της άδειας· β) δεν πληροί πλέον τους όρους ανάληψης δραστηριότητας· γ) δεν κατέστη δυνατόν να λάβει εμπρόθεσμα τα μέτρα που προβλέπονται στο σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης ή στο σχέδιο χρηματοδότησης στα οποία αναφέρεται στο άρθρο 42· δ) αθετεί σοβαρά τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των κανονιστικών ρυθμίσεων που εφαρμόζονται στην περίπτωσή της. Σε περίπτωση ανάκλησης ή λήξης άδειας, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, οι οποίες οφείλουν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να εμποδίσουν τη συγκεκριμένη αντασφαλιστική επιχείρηση να αναλάβει, υπό καθεστώς είτε ελεύθερης εγκατάστασης είτε ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, νέες δραστηριότητες στην επικράτειά τους. 2.   Κάθε απόφαση ανάκλησης άδειας πρέπει να είναι επακριβώς αιτιολογημένη και να κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη αντασφαλιστική επιχείρηση. ΤΙΤΛΟΣ ΙV ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΚΟΠΟΥ Άρθρο 45 Αντασφάλιση πεπερασμένου κινδύνου 1.   Το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να θεσπίζει ειδικές διατάξεις σχετικά με την επίδοση σε δραστηριότητες αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου όσον αφορά: — υποχρεωτικές προϋποθέσεις για εγγραφή σε όλες τις συμβάσεις που συνάπτονται, — ορθολογικές διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και απαιτήσεις προς διαχείριση του κινδύνου, — απαιτήσεις για λογιστική, εποπτική και στατιστική πληροφόρηση, — τη θέσπιση τεχνικών προβλέψεων για να εξασφαλίζεται ότι είναι επαρκείς, αξιόπιστες και αντικειμενικές, — την επένδυση των περιουσιακών στοιχείων που καλύπτει τις τεχνικές προβλέψεις για να εξασφαλίζεται ότι λαμβάνουν υπόψη το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται από την αντασφαλιστική επιχείρηση, ιδίως δε τη φύση, το ύψος και τη διάρκεια των αναμενόμενων πληρωμών έναντι αποζημιώσεων, κατά τρόπο που να εξασφαλίζει επάρκεια, ρευστότητα, ασφάλεια, κερδοφορία και ανταπόδοση των επενδύσεών της, — κανόνες που σχετίζονται με το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας και το ελάχιστο κεφάλαιο εγγυήσεων που καλείται να διατηρεί η αντασφαλιστική επιχείρηση όσον αφορά τις δραστηριότητες αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου. 2.   Προς το συμφέρον της διαφάνειας, τα κράτη μέλη κοινοποιούν αμελλητί στην Επιτροπή το κείμενο όλων των μέτρων που θεσπίζονται στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας για τις ανάγκες της παραγράφου 1. Άρθρο 46 Φορείς ειδικού σκοπού 1.   Οσάκις κράτος μέλος αποφασίζει να επιτρέψει την εγκατάσταση φορέων ειδικού σκοπού κατά την έννοια της παρούσης οδηγίας εντός της επικρατείας του, χρειάζεται εκ των προτέρων επίσημη εξουσιοδότηση προς τούτο. 2.   Το κράτος μέλος στο οποίο εγκαθίσταται ο φορέας ειδικού σκοπού καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η εν λόγω επιχείρηση αναπτύσσει δραστηριότητα. Συγκεκριμένα το κράτος μέλος θεσπίζει κανόνες όσον αφορά: — το πεδίο ισχύος της αδείας, — υποχρεωτικές προϋποθέσεις για εγγραφή σε όλες τις συμβάσεις που συνάπτονται, — την εντιμότητα και τα κατάλληλα επαγγελματικά προσόντα ή πείρα των προσώπων που διοικούν τον φορέα ειδικού σκοπού, — εχέγγυα καταλληλότητας για τους μετόχους ή μέλη που συμμετέχουν με ειδικές δυνατότητες στον φορέα ειδικού σκοπού, — ορθολογικές διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και απαιτήσεις προς διαχείριση του κινδύνου, — απαιτήσεις για λογιστική, εποπτική και στατιστική πληροφόρηση, — τις απαιτήσεις φερεγγυότητας του φορέα ειδικού σκοπού. 3.   Προς το συμφέρον της διαφάνειας, τα κράτη μέλη κοινοποιούν αμελλητί στην Επιτροπή το κείμενο όλων των μέτρων που θεσπίζονται στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας για τις ανάγκες της παραγράφου 2. ΤΙΤΛΟΣ V ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Άρθρο 47 Αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν συμμορφώνονται με τις νομοθετικές διατάξεις 1.   Εάν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους υποδοχής διαπιστώσουν ότι μια αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα ή λειτουργεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην επικράτειά του δεν τηρεί τις νομοθετικές διατάξεις αυτού του κράτους μέλους που ισχύουν στην περίπτωσή της, καλούν την εν λόγω επιχείρηση να θέσει τέρμα στην αντικανονική αυτή κατάσταση. Παράλληλα, αναφέρουν τις διαπιστώσεις τους στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Εάν, παρά τα ληφθέντα από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μέτρα, ή σε περίπτωση ανεπάρκειας των ληφθέντων μέτρων, η αντασφαλιστική επιχείρηση εξακολουθεί να παραβιάζει τις νομοθετικές διατάξεις που ισχύουν γι' αυτή στο κράτος μέλος υποδοχής, αυτό μπορεί, αφού ενημερώσει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη ή την καταστολή νέων παραβάσεων και, ενόσω τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, για την απαγόρευση της σύναψης νέων συμβάσεων αντασφάλισης από την επιχείρηση αυτή στην επικράτειά του. Τα κράτη μέλη φροντίζουν να παρέχεται στην επικράτειά τους η δυνατότητα διάθεσης των κατά νόμο εγγράφων που είναι αναγκαία για τη λήψη τέτοιων μέτρων για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. 2.   Κάθε μέτρο που λαμβάνεται δυνάμει της παραγράφου 1 και συνεπάγεται κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, αιτιολογείται δεόντως και κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη αντασφαλιστική επιχείρηση. Άρθρο 48 Εκκαθάριση επιχείρησης Εάν μια αντασφαλιστική επιχείρηση τίθεται υπό εκκαθάριση, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις συναφθείσες μέσω υποκαταστήματός της, ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εκπληρώνονται με τον ίδιο τρόπο με εκείνες που απορρέουν από τις λοιπές συμβάσεις αντασφάλισης της επιχείρησης. ΤΙΤΛΟΣ VI ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΕ ΕΔΡΑ ΕΚΤΟΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΕΝΤΟΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ Άρθρο 49 Αρχές και όροι άσκησης αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων Ένα κράτος μέλος δεν εφαρμόζει για αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους εκτός Κοινότητας και αναλαμβάνουν ή ασκούν δραστηριότητες αντασφάλισης στην επικράτειά του, διατάξεις που οδηγούν σε μεταχείριση ευνοϊκότερη από εκείνη που επιφυλάσσεται στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων η έδρα βρίσκεται σ' αυτό το κράτος μέλος. Άρθρο 50 Συμφωνίες με τρίτες χώρες 1.   Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει προτάσεις στο Συμβούλιο, προκειμένου να διαπραγματευθεί συμφωνίες με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, σχετικά με τους όρους άσκησης εποπτείας σε: α) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων η έδρα βρίσκεται σε τρίτη χώρα και οι οποίες ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες εντός της Κοινότητας· β) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων η έδρα βρίσκεται εντός της Κοινότητας και οι οποίες ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες σε τρίτη χώρα. 2.   Οι συμφωνίες στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 επιδιώκουν ιδίως να εξασφαλίσουν, υπό όρους ισοδυναμίας των εποπτικών κανόνων, πραγματική πρόσβαση στην αγορά για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εδρεύουν στην επικράτεια καθενός από τα συμβαλλόμενα μέρη, και προβλέπουν την αμοιβαία αναγνώριση των εποπτικών κανόνων και πρακτικών ως προς την αντασφάλιση. Ακόμη, επιδιώκουν να διασφαλίσουν ότι: α) οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να είναι σε θέση να λαμβάνουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εποπτεία των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εδρεύουν στην Κοινότητα και ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες στην επικράτεια των εκάστοτε τρίτων χωρών· β) οι αρμόδιες αρχές των εκάστοτε τρίτων χωρών να είναι σε θέση να λαμβάνουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εποπτεία των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εδρεύουν στην επικράτειά τους και ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες εντός της Κοινότητας. 3.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 300, παράγραφοι 1 και 2 της συνθήκης, η Επιτροπή, με τη συνδρομή της ευρωπαϊκής επιτροπής ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων, εξετάζει το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου και την ανακύπτουσα κατάσταση. ΤΙΤΛΟΣ VII ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΙΣΧΥΟΥΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΥΓΑΤΡΙΚΕΣ ΜΗΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΡΙΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΠΟ ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΜΗΤΡΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ Άρθρο 51 Παροχή πληροφοριών από τα κράτη μέλη προς την Επιτροπή Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ενημερώνουν την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών: α) για κάθε άδεια λειτουργίας που χορηγείται σε επιχείρηση άμεσα ή έμμεσα θυγατρική μιας ή περισσοτέρων μητρικών επιχειρήσεων που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας· β) οσάκις μια τέτοια μητρική επιχείρηση αποκτά συμμετοχή σε αντασφαλιστική επιχείρηση της Κοινότητας, η οποία με τον τρόπο αυτόν καθίσταται θυγατρική της. Όταν χορηγείται άδεια λειτουργίας, όπως αυτή αναφέρεται στο στοιχείο α), σε επιχείρηση άμεσα ή έμμεσα θυγατρική μιας ή περισσοτέρων μητρικών επιχειρήσεων που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας, πρέπει να προσδιορίζεται, στην κοινοποίηση την οποία αποστέλλουν οι αρμόδιες αρχές στην Επιτροπή, η δομή του αντίστοιχου ομίλου. Άρθρο 52 Στάση των τρίτων χωρών έναντι των κοινοτικών αντασφαλιστικών επιχειρήσεων 1.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις γενικής φύσης δυσκολίες που συναντούν οι αντασφαλιστικές τους επιχειρήσεις κατά την εγκατάσταση και λειτουργία τους, ή την άσκηση δραστηριοτήτων σε τρίτη χώρα. 2.   Η Επιτροπή συντάσσει, περιοδικώς, έκθεση στην οποία εξετάζει, υπό το πρίσμα των διατάξεων της παραγράφου 3, τη μεταχείριση την οποία επιφυλάσσουν οι τρίτες χώρες στις κοινοτικές αντασφαλιστικές επιχειρήσεις όσον αφορά την εγκατάσταση των κοινοτικών αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε τρίτες χώρες, την απόκτηση συμμετοχών σε αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών, την άσκηση δραστηριοτήτων αντασφάλισης από τέτοιες εγκατεστημένες επιχειρήσεις και τη διασυνοριακή παροχή αντασφαλιστικών υπηρεσιών από την Κοινότητα προς τρίτες χώρες. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις εκθέσεις αυτές στο Συμβούλιο συνοδευόμενες από τυχόν κατάλληλες προτάσεις ή συστάσεις. 3.   Οσάκις η Επιτροπή διαπιστώνει, είτε βάσει των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είτε βάσει άλλων πληροφοριών, ότι μια τρίτη χώρα δεν παρέχει στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις της Κοινότητας πραγματική πρόσβαση στην αγορά, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει συστάσεις στο Συμβούλιο ζητώντας να της δοθεί η δέουσα εντολή διαπραγματεύσεων με σκοπό να εξασφαλίσει για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις της Κοινότητας βελτιωμένη πρόσβαση στην αγορά. 4.   Τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος άρθρου είναι σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Κοινότητα βάσει διεθνών συμφωνιών, ιδίως στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. ΤΙΤΛΟΣ VIII ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 53 Δικαίωμα ένδικης προσφυγής Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αποφάσεις που λαμβάνονται για αντασφαλιστική επιχείρηση βάσει των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, να αποτελούν το αντικείμενο ένδικης προσφυγής. Άρθρο 54 Συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής 1.   Τα κράτη μέλη συνεργάζονται μεταξύ τους με σκοπό τη διευκόλυνση της εποπτείας των αντασφαλίσεων εντός της Κοινότητας και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. 2.   Η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται στενά με σκοπό τη διευκόλυνση της εποπτείας των αντασφαλίσεων εντός της Κοινότητας και την εξέταση τυχόν δυσκολιών που είναι δυνατόν να προκύψουν κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 55 Διαδικασία επιτροπής 1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την ευρωπαϊκή επιτροπή ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων. 2.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης. Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 6, της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη. 3.   Η προαναφερόμενη επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό της κανονισμό. Άρθρο 56 Μέτρα εφαρμογής Τα ακόλουθα μέτρα εφαρμογής της παρούσας οδηγίας λαμβάνονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 55 παράγραφος 2: α) επέκταση των νομικών μορφών που προβλέπονται στο παράρτημα Ι, β) αποσαφήνιση των στοιχείων που συγκροτούν το περιθώριο φερεγγυότητας και τα οποία απαριθμούνται στο άρθρο 36, έτσι ώστε να λαμβάνεται υπόψη η δημιουργία νέων χρηματοδοτικών μέσων, γ) αύξηση έως και κατά 50 % του ύψος των ασφαλίστρων ή των αποζημιώσεων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας που προβλέπεται στο άρθρο 37 παράγραφοι 3 και 4, για τους κλάδους πέραν των κλάδων 11, 12 και 13 που απαριθμούνται στο σημείο Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/EΟΚ, για συγκεκριμένες αντασφαλιστικές δραστηριότητες ή είδη συμβάσεων, έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες αυτών των δραστηριοτήτων ή συμβάσεων, δ) τροποποίηση του ελαχίστου κεφαλαίου εγγυήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 40 παράγραφος 2, έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές και δημοσιονομικές εξελίξεις, ε) αποσαφήνιση των ορισμών του άρθρου 2, για να εξασφαλισθεί η ομοιόμορφη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας σε ολόκληρη την Κοινότητα. ΤΙΤΛΟΣ IX ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ Άρθρο 57 Τροποποίηση της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ Η οδηγία 73/239/ΕΟΚ τροποποιείται ως ακολούθως: 1. Στο άρθρο 12α, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: α) είναι θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια στο άλλο κράτος μέλος· ή β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια στο άλλο κράτος μέλος· ή γ) ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια στο άλλο κράτος μέλος. α) είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων η οποία έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας· ή β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων η οποία έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας· ή γ) ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων η οποία έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας.» 2. Στο άρθρο 13 παράγραφος 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: 3. Στο άρθρο 15 οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: 4. Το άρθρο 16 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής: α) Στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «β) αποθεματικά (εκ του νόμου επιβαλλόμενα και ελεύθερα αποθεματικά) που δεν αντιστοιχούν σε αναλήψεις υποχρεώσεων ούτε κατατάσσονται στα αποθεματικά εξισορρόπησης»· β) το εισαγωγικό μέρος και το στοιχείο α) του τέταρτου εδαφίου αντικαθίστανται από τα ακόλουθα: α) συμμετοχές που διαθέτει η ασφαλιστική επιχείρηση σε: — ασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 6 της παρούσας οδηγίας, του άρθρου 4 της οδηγίας 2002/83/EΚ, ή του άρθρου 1 στοιχείο β) της οδηγίας 98/78/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου· — αντασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 2005/68/ΕΚ, ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 98/78/EΚ· — ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο θ) της οδηγίας 98/78/ΕΚ· — πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 5 της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου· — εταιρεία επενδύσεων και χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και του άρθρου 2 παράγραφοι 4 και 7 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου.» 5. Το άρθρο 16α τροποποιείται ως εξής: α) στην παράγραφο 3 το έβδομο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής: β) στην παράγραφο 4, το έβδομο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 6. Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο: α) τα εισπραττόμενα αντασφάλιστρα υπερβαίνουν το 10 % του συνολικού ασφαλίστρου της· β) τα εισπραττόμενα αντασφάλιστρα υπερβαίνουν τα 50 000 000 ευρώ· γ) οι τεχνικές προβλέψεις που απορρέουν από την εκ μέρους της ανάληψη αντασφαλίσεων υπερβαίνουν το 10 % των συνολικών τεχνικών προβλέψεών της. 7. Στο άρθρο 20α, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) η φύση ή η ποιότητα των συμβάσεων αντασφαλίσεων έχει μεταβληθεί σημαντικά από το τελευταίο οικονομικό έτος· β) δεν υφίσταται ή είναι περιορισμένη η μεταβίβαση κινδύνου βάσει των συμβάσεων αντασφαλίσεων.» Άρθρο 58 Τροποποίηση της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ Η οδηγία 92/49/ΕΟΚ τροποποιείται ως εξής: 1. Στο άρθρο 15 η παράγραφος 1α αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο: 2. Στο άρθρο 16, οι παράγραφοι 4, 5 και 6 αντικαθίστανται με το ακόλουθο κείμενο: — τον έλεγχο της τήρησης των όρων ανάληψης ασφαλιστικής δραστηριότητας και τη διευκόλυνση της παρακολούθησης της άσκησης της δραστηριότητας αυτής, ιδίως όσον αφορά την παρακολούθηση των τεχνικών προβλέψεων, του περιθωρίου φερεγγυότητας, των διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου, — την επιβολή κυρώσεων, — την άσκηση διοικητικής προσφυγής κατά αποφάσεων των αρμοδίων αρχών, ή — την άσκηση ενδίκων προσφυγών δυνάμει του άρθρου 53 ή άλλων ειδικών διατάξεων της παρούσας οδηγίας ή άλλων οδηγιών που εκδίδονται στον τομέα των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. — των αρχών που έχουν δημόσια εξουσία για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καθώς και των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών, — των οργάνων που εμπλέκονται στην εκκαθάριση και στην πτωχευτική διαδικασία ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες και — των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί ο κατά νόμο έλεγχος των λογαριασμών των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, — των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των οργάνων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση και στην πτωχευτική διαδικασία ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες, ή — των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον κατά νόμο έλεγχο των λογαριασμών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, πιστωτικών ιδρυμάτων, εταιρειών επενδύσεων ή άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ή — των ανεξάρτητων αναλογιστών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν δυνάμει του νόμου εποπτεία επ' αυτών, καθώς και των οργάνων που είναι υπεύθυνα για την επιτήρηση των αναλογιστών αυτών. — οι πληροφορίες προορίζονται για την άσκηση της επιτήρησης ή της κατά νόμον εποπτείας που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, — οι πληροφορίες που λαμβάνονται σ' αυτό το πλαίσιο υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, — οσάκις οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν μπορούν να κοινολογηθούν χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που κοινολόγησαν αυτές τις πληροφορίες και, εφόσον ενδείκνυται, μόνο για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι εν λόγω αρμόδιες αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. 3. Το άρθρο 21 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής: α) το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Το κράτος μέλος καταγωγής δεν δύναται να εξουσιοδοτεί ασφαλιστικές επιχειρήσεις να καλύπτουν τις τεχνικές προβλέψεις τους και τα αποθεματικά εξισορρόπησης με περιουσιακά στοιχεία άλλα πλην εκείνων από τις ακόλουθες κατηγορίες:»· β) στο στοιχείο β), το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «στ) οφειλές στις οποίες υπόκεινται αντασφαλιστές, περιλαμβανομένων των ποσοστών των τεχνικών προβλέψεων των αντασφαλιστών καθώς και οι φορείς ειδικού σκοπού μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 46 της οδηγίας 2005/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2005, σχετικά με τις αντασφαλίσεις (27). γ) στο στοιχείο γ), το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 4. Στο άρθρο 22 παράγραφος 1 το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τεχνικές προβλέψεις και τα αποθεματικά εξισορροπήσεως, το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από εκάστη ασφαλιστική επιχείρηση να επενδύει κατ' ανώτατο όριο:» Άρθρο 59 Τροποποίηση της οδηγίας 98/78/ΕΚ Η οδηγία 98/78/EK τροποποιείται ως εξής: 1. Ο τίτλος της οδηγίας αντικαθίσταται από τα εξής: 2. Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής: α) Τα στοιχεία γ), θ), ι) και κ) αντικαθίστανται ως εξής: «γ) 'αντασφαλιστική επιχείρηση' νοείται η επιχείρηση η οποία έχει λάβει διοικητική άδεια σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2005/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2005 σχετικά με τις αντασφαλίσεις (28)· ‘θ) ως 'ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου' νοείται η μητρική επιχείρηση της οποίας κύρια δραστηριότητα είναι η απόκτηση και η κατοχή συμμετοχών σε θυγατρικές επιχειρήσεις, όπου οι εν λόγω θυγατρικές είναι αποκλειστικά ή κυρίως ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ή ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών, εφόσον από αυτές τις θυγατρικές επιχειρήσεις η μία τουλάχιστον είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και δεν αποτελεί χρηματοοικονομική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, κατά την έννοια της οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων (29)·’ ι) ως 'ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας' νοείται η μητρική επιχείρηση, πέραν των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας, αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας, ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου ή χρηματοοικονομικών εταιρειών χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, κατά την έννοια της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, της οποίας η μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση· ια) ως 'αρμόδιες αρχές' νοούνται οι εθνικές αρχές οι οποίες δυνάμει νομοθετικής ή κανονιστικής ρύθμισης είναι αρμόδιες να εποπτεύουν τις ασφαλιστικές ή τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις· β) Προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο: «ιβ) ως 'αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας' νοείται η επιχείρηση η οποία, εάν είχε την έδρα της εντός της Κοινότητας, θα χρειαζόταν διοικητική άδεια σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2005/68/ΕΚ·». 3. Τα άρθρα 2, 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: — οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, — οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, — οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις συμμετέχουσας επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. — όταν η συγκεκριμένη επιχείρηση είναι αμελητέας σημασίας σε σχέση με τους στόχους της συμπληρωματικής εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων· — όταν η εποπτεία της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης αντενδείκνυται ή μπορεί να είναι παραπλανητική σε σχέση με τους στόχους της συμπληρωματικής εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. 4. Στο άρθρο 5 η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 5. Τα άρθρα 6, 7 και 8 αντικαθίστανται ως εξής: — στην ασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται στη συμπληρωματική εποπτεία, — στην αντασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται στη συμπληρωματική εποπτεία, — στις θυγατρικές επιχειρήσεις αυτής της ασφαλιστικής επιχείρησης, — στις θυγατρικές επιχειρήσεις αυτής της αντασφαλιστικής επιχείρησης, — στις μητρικές επιχειρήσεις αυτής της ασφαλιστικής επιχείρησης, — στις μητρικές επιχειρήσεις αυτής της αντασφαλιστικής επιχείρησης, — στις θυγατρικές επιχειρήσεις μιας μητρικής επιχείρησης αυτής της ασφαλιστικής επιχείρησης, — στις θυγατρικές επιχειρήσεις μιας μητρικής επιχείρησης αυτής της αντασφαλιστικής επιχείρησης. α) μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και: i) μιας συνδεδεμένης επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ii) μιας συμμετέχουσας επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, iii) μιας συνδεδεμένης επιχείρησης συμμετέχουσας επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης· β) μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και ενός φυσικού προσώπου που διαθέτει συμμετοχή: i) στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή σε μια από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της, ii) σε συμμετέχουσα επιχείρηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, iii) σε συνδεδεμένη επιχείρηση συμμετέχουσας επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. — δάνεια, — εγγυήσεις και πράξεις εκτός ισολογισμού, — στοιχεία επιλέξιμα για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας, — επενδύσεις, — αντασφαλίσεις και αντεκχωρήσεις, — συμφωνίες περί επιμερισμού εξόδων. 6. Στο άρθρο 9 η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 7. Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής: α) ο τίτλος του αντικαθίσταται από τον ακόλουθο: β) οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται ως εξής: 8. Το άρθρο 10α τροποποιείται ως εξής: α) Στην παράγραφο 1 το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «β) των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν συμμετέχουσες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 2, των οποίων η εταιρική έδρα βρίσκεται σε τρίτη χώρα· γ) των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας που έχουν συμμετέχουσες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 2, των οποίων η έδρα βρίσκεται εντός της Κοινότητας.» β) Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών είναι σε θέση να λαμβάνουν τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη συμπληρωματική εποπτεία των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων των οποίων η έδρα βρίσκεται εντός της Κοινότητας και οι οποίες έχουν θυγατρικές ή κατέχουν συμμετοχές σε επιχειρήσεις εκτός της Κοινότητας και β) ότι οι αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών είναι σε θέση να λαμβάνουν τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την συμπληρωματική εποπτεία των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων των οποίων η έδρα βρίσκεται στην επικράτειά τους και οι οποίες έχουν θυγατρικές ή κατέχουν συμμετοχές σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη». 9. Τα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 98/78/ΕΚ αντικαθίστανται από το κείμενο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 60 Τροποποίηση της οδηγίας 2002/83/ΕΚ Η οδηγία 2002/83/EK τροποποιείται ως εξής: (1) Στο άρθρο 1 παράγραφος 1 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ιθ): «ιθ) 'επιχείρηση αντασφάλισης': μια αντασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο γ) της οδηγίας 2005/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2005, σχετικά με τις αντασφαλίσεις τη (34). 2. Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο: α) είναι θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια στο άλλο κράτος μέλος· ή β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος· ή γ) ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος. α) είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων η οποία έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας· ή β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων η οποία έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας· ή γ) ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων που έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας. 3. Στο άρθρο 10 παράγραφος 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: 4. Στο άρθρο 15, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: 5. Το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής: α) οι παράγραφοι 4, 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: — τον έλεγχο της τήρησης των όρων ανάληψης ασφαλιστικής δραστηριότητας και τη διευκόλυνση της παρακολούθησης της άσκησης της δραστηριότητας αυτής, ιδίως όσον αφορά την παρακολούθηση των τεχνικών προβλέψεων, του περιθωρίου φερεγγυότητας, των διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου· ή — την επιβολή κυρώσεων· ή — την κατάθεση διοικητικής προσφυγής κατά αποφάσεων των αρμοδίων αρχών· ή — την άσκηση ενδίκων προσφυγών δυνάμει του άρθρου 67 ή άλλων ειδικών διατάξεων της παρούσας οδηγίας ή άλλων οδηγιών που εκδίδονται στον τομέα των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. — των αρχών που έχουν δημόσια εξουσία για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καθώς και των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών, — των οργάνων που εμπλέκονται στην εκκαθάριση και στην πτωχευτική διαδικασία ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες και — των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί ο κατά νόμο έλεγχος των λογαριασμών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, — των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των οργάνων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση και στην πτωχευτική διαδικασία ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες, ή — των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον κατά νόμο έλεγχο των λογαριασμών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, πιστωτικών ιδρυμάτων, εταιρειών επενδύσεων ή άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ή — των ανεξάρτητων αναλογιστών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν δυνάμει του νόμου εποπτεία επ' αυτών, καθώς και των οργάνων που είναι υπεύθυνα για την επιτήρηση των αναλογιστών αυτών. — οι πληροφορίες προορίζονται για άσκηση της επιτήρησης ή της κατά τον νόμο εποπτείας που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, — οι πληροφορίες που λαμβάνονται σ' αυτό το πλαίσιο υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, — οσάκις οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν μπορούν να κοινολογηθούν χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που κοινολόγησαν αυτές τις πληροφορίες και, στην περίπτωση αυτή, μόνο για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι εν λόγω αρμόδιες αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. β) η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: — στις κεντρικές τράπεζες και σε άλλες οντότητες με παρόμοια αποστολή, όταν ενεργούν με την ιδιότητα νομισματικής αρχής και — εφόσον ενδείκνυται, σε άλλες δημόσιες αρχές υπεύθυνες για την εποπτεία των συστημάτων πληρωμής, 6. Στο άρθρο 20 η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 7. Το άρθρο 23 τροποποιείται ως εξής: α) η παράγραφος 1 στοιχείο β), στοιχείο στ) τροποποιείται ως εξής: «στ) οφειλές στις οποίες υπόκεινται αντασφαλιστές, περιλαμβανομένων των ποσοστών των τεχνικών προβλέψεων των αντασφαλιστών καθώς και οι φορείς ειδικού σκοπού μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 46 της οδηγίας 2005/68/ΕΚ·»· β) η παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής: «3. Η εγγραφή οιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου ή κατηγορίας περιουσιακών στοιχείων που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 δεν σημαίνει ότι όλα αυτά τα περιουσιακά στοιχεία πρέπει αυτομάτως να γίνουν δεκτά ως κάλυψη για τις τεχνικές προβλέψεις. Το κράτος μέλος καταγωγής θεσπίζει λεπτομερέστερους κανόνες που ορίζουν τις προϋποθέσεις για τη χρήση των αποδεκτών περιουσιακών στοιχείων». 8. Στο άρθρο 27 παράγραφος 2 προστίθενται: α) συμμετοχές που διαθέτει η αντασφαλιστική επιχείρηση σε: — ασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 4 της παρούσας οδηγίας, του άρθρου 6 της οδηγίας 73/239/EΟΚ, ή του άρθρου 1 στοιχείο β) της οδηγίας 98/78/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενός ασφαλιστικού ομίλου (35), — αντασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 2005/68/ΕΚ, ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο ιβ) της οδηγίας 98/78/EΚ, — ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο θ) της οδηγίας 98/78/EΚ, — χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 5 της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (36), — εταιρείες επενδύσεων και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 1993 σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών (37), και του άρθρου 2 παράγραφοι 4 και 7 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1993, για την επάρκεια των ίδιων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (38)· β) καθένα από τα ακόλουθα χρηματοοικονομικά στοιχεία, τα οποία διαθέτει η ασφαλιστική επιχείρηση στις οντότητες που ορίζονται στο στοιχείο α), και στις οποίες διαθέτει συμμετοχή: — τα χρηματοοικονομικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 3, — τα χρηματοοικονομικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται το άρθρο 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, — τις απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης και τα χρηματοοικονομικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται το άρθρο 35 και το άρθρο 36 παράγραφος 3 της οδηγίας 2000/12/EΚ. 9. Το άρθρο 28 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής: α) Το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «α) Πρώτο αποτέλεσμα: β) Το στοιχείο β) πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής: «β) Δεύτερο αποτέλεσμα: 10. Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: α) τα εισπραττόμενα αντασφάλιστρα υπερβαίνουν το 10 % των συνολικών ασφαλίστρων τους· β) τα εισπραττόμενα αντασφάλιστρα υπερβαίνουν τα 50 000 000 ευρώ· γ) οι τεχνικές προβλέψεις που απορρέουν από την εκ μέρους των ανάληψη αντασφαλίσεων υπερβαίνουν το 10 % των συνολικών τεχνικών προβλέψεών τους. 11. Το άρθρο 37 παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) η φύση ή η ποιότητα των συμβάσεων αντασφαλίσεων έχει μεταβληθεί σημαντικά από του τελευταίου οικονομικού έτους· β) δεν υφίσταται ή είναι περιορισμένη η μεταβίβαση κινδύνου βάσει των συμβάσεων αντασφαλίσεων.» ΤΙΤΛΟΣ X ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 61 Δικαιώματα αποκτώμενα από υφιστάμενες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις 1.   Θεωρείται ότι έχουν λάβει άδεια κατά το άρθρο 3 οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια ή το δικαίωμα να ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του κράτους μέλους στο οποίο έχουν την έδρα τους πριν από τις 10 Δεκεμβρίου 2005. Ωστόσο, οφείλουν να τηρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας που αναφέρονται στην άσκηση αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, καθώς και τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στο άρθρο 6 στοιχεία α), γ) και δ), στα άρθρα 7, 8 και 12, και στα άρθρα 32 έως 41, από τις 10 Δεκεμβρίου 2007. 2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγήσουν στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εμπίπτουν στην παράγραφο 1 και οι οποίες κατά την 10 Δεκεμβρίου 2005 δεν τηρούν το άρθρο 6 στοιχείο α), το άρθρο 7, το άρθρο 8, καθώς και τα άρθρα 32 έως 40 περίοδο έως τις 10 Δεκεμβρίου 2008 για να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις αυτές. Άρθρο 62 Αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που παύουν να λειτουργούν 1.   Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες έως τις 10 Δεκεμβρίου 2007 έχουν παύσει να συνάπτουν νέες συμβάσεις αντασφάλισης και ασχολούνται αποκλειστικά με τη διαχείριση του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου τους με σκοπό την παύση των δραστηριοτήτων τους, δεν υπάγονται στην παρούσα οδηγία. 2.   Τα κράτη μέλη καταρτίζουν κατάλογο των σχετικών αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και κοινοποιούν τον κατάλογο αυτό σε όλα τα λοιπά κράτη μέλη. Άρθρο 63 Μεταβατική περίοδος για το άρθρο 57 παράγραφος 3 και το άρθρο 60 παράγραφος 6 Ένα κράτος μέλος μπορεί να μεταθέσει την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 57 παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας που τροποποιούν το άρθρο 15 παράγραφος 3 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ και των διατάξεων του άρθρου 60 παράγραφος 6 της παρούσας οδηγίας έως τις 10 Δεκεμβρίου 2008. Άρθρο 64 Ενσωμάτωση της παρούσας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο 1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία έως τις 10 Δεκεμβρίου 2007. Γνωστοποιούν δε αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων αυτών, μαζί με πίνακα αντιστοίχισης μεταξύ αυτών. Κατά τη θέσπισή τους από τα κράτη μέλη, οι διατάξεις αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία, ή συνοδεύονται από σχετική παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι τρόποι της παραπομπής αυτής καθορίζονται από τα κράτη μέλη. 2.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των κυριότερων διατάξεων της εθνικής τους νομοθεσίας που αυτά θεσπίζουν στο πεδίο που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία. Άρθρο 65 Έναρξη της ισχύος Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρθρο 66 Αποδέκτες Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Στρασβούργο, 16 Νοεμβρίου 2005. Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Ο Πρόεδρος J. BORRELL FONTELLES Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Bach of LUTTERWORTH (1)  ΕΕ C 120 της 20.5.2005, σ. 1. (2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Ιουνίου 2005 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 17ης Οκτωβρίου 2005. (3)  ΕΕ L 228 της 16.8.1973, σ. 3· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 79 της 24.3.2005, σ. 9). (4)  ΕΕ L 228 της 11.8.1992, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ. (5)  ΕΕ L 345 της 19.12.2002, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ. (6)  ΕΕ  56 της 4.4.1964, σ. 878. (7)  ΕΕ L 330 της 5.12.1998, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ. (8)  ΕΕ L 35 της 11.12.2003, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2005/1/ΕΚ. (9)  ΕΕ L 374 της 31.12.1991, σ. 7· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2003/51/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 178 της 17.7.2003, σ. 16). (10)  ΕΕ L 3 της 7.1.2004, σ. 34. (11)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. (12)  ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1. (13)  Έβδομη οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 στοιχείο ζ) της συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς (ΕΕ L 193 της 18.7.1983, σ. 1)· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2003/51/ΕΚ. (14)  Οδηγία 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 126 της 26.5.2000, σ. 1)· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ. (15)  Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (ΕΕ L 145 της 30.4.2004, σ. 1). (16)  Οδηγία 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΕΕ L 235 της 23.9.2003, σ. 10). (17)  Οδηγία 2001/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, σχετικά με την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών και τις πληροφορίες επί των αξιών αυτών που πρέπει να δημοσιεύονται (ΕΕ L 184 της 6.7.2001, σ. 1)· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ. (18)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2157/2001 του Συμβουλίου, της 8ης Οκτωβρίου 2001, περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής εταιρείας (SE) (ΕΕ L 294 της 10.11.2001 σ. 1)· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 885/2004 (ΕΕ L 168 της 1.5.2004, σ. 1). (19)  Όγδοη οδηγία 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1984, βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 στοιχείο ζ) της συνθήκης για τη χορήγηση άδειας στους υπεύθυνους για τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων (ΕΕ L 126 της 12.5.1984, σ. 20). (20)  Τετάρτη οδηγία 78/660/EOK του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 στοιχείο ζ) της συνθήκης περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών (ΕΕ L 222 της 14.8.1978, σ. 11)· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2003/51/ΕΚ. (21)  Οδηγία 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 375 της 31.12.1985, σ. 3)· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ. (22)  Οδηγία 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 1993, σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών (ΕΕ L 141 της 11.6.1993, σ. 27)· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1). (23)  Οδηγία 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 1993, για την επάρκεια των ίδιων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 141 της 11.6.1993, σ. 1)· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ. (24)  ΕΕ L 323 της 9.12.2005, σ. 1. (25)  ΕΕ L 345 της 19.12.2002, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ (ΕΕ L 79 της 24.3.2005, σ. 9).» (26)  Οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) (ΕΕ L 228 της 11.8.1992 σ. 1)· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ.» (27)  ΕΕ L 323 της 9.12.2005, σ. 1.» (28)  ΕΕ L 323 της 9.12.2005, σ. 1.» (29)  ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2005/1/ΕΚ (ΕΕ L 79 της 24.3.2005, σ. 9). (30)  ΕΕ L 345 της 19.12.2002, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ.» (31)  ΕΕ L 126 της 26.5.2000, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ. (32)  ΕΕ L 141 της 11.6.1993, σ. 27· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2002/87/ΕΚ. (33)  ΕΕ L 228 της 11.8.1992, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ» (34)  ΕΕ L 323 της 9.12.2005, σ. 1.» (35)  ΕΕ L 330 της 5.12.1998, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ (ΕΕ L 79 της 24.3.2005, σ. 9). (36)  ΕΕ L 126 της 26.5.2000, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ. (37)  ΕΕ L 141 της 11.6.1993, σ. 27· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2002/87/ΕΚ (ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1). (38)  ΕΕ L 141 της 11.6.1993, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2005/1/ΕΚ. (39)  ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2005/1/ΕΚ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι Μορφή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων: — όσον αφορά το Βασίλειο του Βελγίου: «société anonyme/naamloze vennootschap», «société en commandite par actions/commanditaire vennootschap op aandelen», «association d'assurance mutuelle/onderlinge verzekeringsvereniging», «société coopérative/coöperatieve vennootschap»· — όσον αφορά την Τσεχική Δημοκρατία: «akciová společnost»· — όσον αφορά το Βασίλειο της Δανίας: «aktieselskaber», «gensidige selskaber»· — όσον αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: «Aktiengesellschaft», «Versicherungsverein auf Gegenseitigkeit», «Oeffentlich-rechtliches Wettbewerbsversicherungsunternehmen»· — όσον αφορά τη Δημοκρατία της Εσθονίας: «aktsiaselts»· — όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία: «ανώνυμη εταιρεία», «αλληλασφαλιστικός συνεταιρισμός»· — όσον αφορά το Βασίλειο της Ισπανίας: «sociedad anónima»· — όσον αφορά τη Γαλλική Δημοκρατία: «société anonyme», «société d'assurance mutuelle», «institution de prévoyance régie par le code de la Sécurité Sociale», «institution de prévoyance régie par le Code Rurale», καθώς και «mutuelles régies par le Code de la Mutualité»· — όσον αφορά την Ιρλανδία: «incorporated companies limited by shares or by guarantee or unlimited»· — όσον αφορά την Ιταλική Δημοκρατία: «società per azioni»· — όσον αφορά την Κυπριακή Δημοκρατία: «Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με μετοχές» ή «Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με εγγύηση»· — όσον αφορά την Δημοκρατία της Λεττονίας: «akciju sabiedrība», «sabiedrība ar ierobežotu atbildību»· — όσον αφορά τη Δημοκρατία της Λιθουανίας: «akcinė bendrovė», «uždaroji akcinė bendrovė»· — όσον αφορά το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου: «société anonyme», «société en commandite par actions», «association d'assurances mutuelles», «société coopérative»· — όσον αφορά την Δημοκρατία της Ουγγαρίας: «biztosító részvénytársaság», «biztosító szövetkezet», «harmadik országbeli biztosító magyarországi fióktelepe»· — όσον αφορά τη Δημοκρατία της Μάλτας: «limited liability company/kumpannija tà responsabbiltà limitata»· — όσον αφορά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών: «naamloze vennootschap», «onderlinge waarborgmaatschappij»· — όσον αφορά τη Δημοκρατία της Αυστρίας: «Aktiengesellschaft», «Versicherungsverein auf Gegenseitigkeit»· — όσον αφορά τη Δημοκρατία της Πολωνίας: «spółka akcyjna», «towarzystwo ubezpieczeń wzajemnych»· — όσον αφορά την Πορτογαλική Δημοκρατία: «sociedade anόnima», «mútua de seguros»· — όσον αφορά τη Δημοκρατία της Σλοβενίας: «delniška družba»· — όσον αφορά τη Σλοβακική Δημοκρατία: «akciová spoločnost»· — όσον αφορά τη Δημοκρατία της Φινλανδίας: «keskinäinen vakuutusyhtiö/ömsesidigt försäkringsbolag», «vakuutusosake — yhtiö/försäkringsaktiebolag», «vakuutusyhdistys/försäkrings-förening»· — όσον αφορά το Βασίλειο της Σουηδίας: «försäkringsaktiebolag», «ömsesidigt försäkringsbolag»· — όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο: «incorporated companies limited by shares or by guarantee or unlimited», «societies registered under the Industrial and Provident Societies Acts», «societies registered under the Friendly Societies Acts», «the association of underwriters known as Lloyd's». ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ Τα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 98/78/ΕΚ αντικαθίστανται ως εξής: ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΜΕΝΗΣ ΦΕΡΕΓΓΥΤΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΙΤΚΛΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ 1.   ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΕΘΟΔΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ Α. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι ο υπολογισμός της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 παράγραφος 1 πραγματοποιείται σύμφωνα με μία από τις μεθόδους που περιγράφονται στο σημείο 3. Ωστόσο, ένα κράτος μέλος μπορεί να προβλέψει ότι οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν ή επιβάλλουν την εφαρμογή μιας από τις μεθόδους του σημείου 3 διαφορετικής από εκείνη που επιλέγει το κράτος μέλος. Β. Αναλογικότητα Γ.1. Γενική αντιμετώπιση των στοιχείων του περιθωρίου φερεγγυότητας — η αξία κάθε περιουσιακού στοιχείου αυτής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης το οποίο αντιστοιχεί στη χρηματοδότηση των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας μιας από τις συνδεδεμένες με αυτή ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, — η αξία κάθε περιουσιακού στοιχείου μιας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αυτής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης το οποίο αντιστοιχεί στη χρηματοδότηση των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας αυτής της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, — η αξία κάθε περιουσιακού στοιχείου μιας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αυτής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης το οποίο αντιστοιχεί στη χρηματοδότηση των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας κάθε άλλης συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αυτής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Γ.2. Αντιμετώπιση ορισμένων χρηματοοικονομικών στοιχείων — τα αδιανέμητα κέρδη και τα μελλοντικά κέρδη συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης του κλάδου ζωής ή συνδεδεμένης αντασφαλιστικής επιχείρησης του κλάδου ζωής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα και — τα εγγεγραμμένα αλλά μη καταβεβλημένα κεφάλαια συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα, Γ.3. Δυνατότητα μεταφοράς Γ.4. Το άθροισμα των στοιχείων στα οποία αναφέρονται τα σημεία Γ.2 και Γ.3 δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνει το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Δ. Κατάργηση της σύστασης κεφαλαίου στο πλαίσιο ομίλου — συνδεδεμένης επιχείρησης, — συμμετέχουσας επιχείρησης, — άλλης συνδεδεμένης επιχείρησης οποιασδήποτε από τις συμμετέχουσες επιχειρήσεις της. Ε. Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα να υπολογίζεται με την ίδια συχνότητα που καθορίζεται στις οδηγίες 73/239/EΟΚ, 91/674/ΕΟΚ, 2002/83/EΚ και 2005/68/ΕΚ για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Η αξία των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων αποτιμάται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 91/674/ΕΟΚ, 2002/83/EΚ και 2005/68/ΕΚ. 2.   ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΜΕΘΟΔΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ 2.1. Συνδεδεμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις — εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι συνδεδεμένη επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια στο ίδιο κράτος μέλος, αυτή δε η συνδεδεμένη επιχείρηση λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης· ή — εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι συνδεδεμένη επιχείρηση ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου της οποίας η καταστατική έδρα βρίσκεται στο ίδιο κράτος μέλος με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, τόσο δε η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου όσο και η συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας. 2.2. Ενδιάμεσες ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου 2.3. Συνδεδεμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών 2.4. Συνδεδεμένα πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες επενδύσεων και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα 2.5. Μη διαθεσιμότητα των αναγκαίων πληροφοριακών στοιχείων 3.   ΜΕΘΟΔΟΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ Μέθοδος 1: Αφαίρεση και άθροιση Η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης προκύπτει ως η διαφορά μεταξύ: i) του αθροίσματος: α) των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και β) του μεριδίου που αναλογεί στη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση επί των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης· ii) του αθροίσματος: α) της λογιστικής αξίας, στη συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης· β) της απαίτησης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρηση και γ) του μεριδίου της απαίτησης φερεγγυότητας που αναλογεί στη συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Οσάκις η συμμετοχή σε συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έγκειται, ολοκληρωτικά ή εν μέρει, σε έμμεση κυριότητα, τότε το μέρος α) του αθροίσματος ii) ενσωματώνει την αξία αυτής της έμμεσης κυριότητας, με συνεκτίμηση των σχετικών διαδοχικών συμφερόντων, τα δε μέρη β) του αθροίσματος i) και γ) του αθροίσματος ii) συμπεριλαμβάνουν τα αντίστοιχα αναλογικά μερίδια επί των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Μέθοδος 2: Αφαίρεση απαίτησης Η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης προκύπτει ως η διαφορά μεταξύ: i) του αθροίσματος των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ii) του αθροίσματος: α) της απαίτησης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και β) του μεριδίου της απαίτησης φερεγγυότητας που αναλογεί στη συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Κατά την αποτίμηση των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας, οι συμμετοχές κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας αποτιμώνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης, σύμφωνα με την επιλογή που προβλέπεται στο άρθρο 59 παράγραφος 2 στοιχείο β) της οδηγίας 78/660/EΟΚ. Μέθοδος 3: Λογιστική ενοποίηση Ο υπολογισμός της αναπροσαρμοσμένης φερεγγυότητας συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης πραγματοποιείται βάσει των ενοποιημένων λογαριασμών. Η αναπροσαρμοσμένη φερεγγυότητα της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης προκύπτει ως η διαφορά μεταξύ των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας, υπολογιζόμενων βάσει των ενοποιημένων δεδομένων, και: α) είτε του αθροίσματος της απαίτησης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, και του μεριδίου της απαίτησης φερεγγυότητας που αναλογεί στη συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, βάσει των ποσοστών που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών· β) είτε της απαίτησης φερεγγυότητας υπολογιζόμενης βάσει των ενοποιημένων δεδομένων. Για τον υπολογισμό των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας και την απαίτηση φερεγγυότητας βάσει των ενοποιημένων δεδομένων, εφαρμόζονται οι διατάξεις των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 91/674/ΕΟΚ, 2002/83/EΚ και 2005/68/ΕΚ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ Η ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΘΥΓΑΤΡΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ, Η ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ Η ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΧΩΡΑΣ 1. Στην περίπτωση δύο ή περισσοτέρων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 παράγραφος 2 και οι οποίες είναι θυγατρικές ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, ή ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, έχουν δε έδρα σε διαφορετικά κράτη μέλη, οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε η μέθοδος που περιγράφεται στο παρόν παράρτημα να εφαρμόζεται με ομοιόμορφο τρόπο. 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να αντιπαρέλθουν τον υπολογισμό που προβλέπεται στο παρόν παράρτημα σε σχέση με ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση: — εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι συνδεδεμένη επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, λαμβάνεται δε υπόψη κατά τον υπολογισμό που προβλέπεται στο παρόν παράρτημα και διεξάγεται για αυτή την άλλη επιχείρηση, — εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και μία ή περισσότερες άλλες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια στο ίδιο κράτος μέλος έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, η δε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό που προβλέπεται στο παρόν παράρτημα και διεξάγεται για μία από αυτές τις άλλες επιχειρήσεις, — εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και μία ή περισσότερες άλλες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια σε άλλα κράτη μέλη έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, έχει δε συναφθεί συμφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 με την οποία ανατίθεται η άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας που προβλέπεται στο παρόν παράρτημα στην εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους. 3. Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε να πραγματοποιούνται ως προς την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, ή την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας υπολογισμοί ανάλογοι προς αυτούς που περιγράφονται στο παράρτημα Ι. — σε μηδενική απαίτηση φερεγγυότητας, οσάκις είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, — σε απαίτηση φερεγγυότητας καθοριζόμενη σύμφωνα με τις αρχές του τμήματος 2.3 του παραρτήματος Ι, οσάκις είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, 4. Οσάκις τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για τους υπολογισμούς που προβλέπονται στο παρόν παράρτημα και αφορούν τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις με καταστατική έδρα σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, δεν είναι διαθέσιμα στις αρμόδιες αρχές, για οποιονδήποτε λόγο, η λογιστική αξία της εκάστοτε επιχείρησης στη συμμετέχουσα επιχείρηση αφαιρείται από τα στοιχεία που είναι επιλέξιμα για τους υπολογισμούς που προβλέπονται στο παρόν παράρτημα. Στην περίπτωση αυτή, τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη που συνδέονται με την αντίστοιχη συμμετοχή δεν γίνονται δεκτά ως στοιχεία επιλέξιμα για τους υπολογισμούς.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία