Οδηγία 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006 , για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (αναδιατύπωση)

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
30.6.2006 EL Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 177/201 ΟΔΗΓΊΑ 2006/49/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 14ης Ιουνίου 2006 για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (αναδιατύπωση) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 47, παράγραφος 2, έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής, έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1), έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (2), Αφού ζητήθηκε η γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών, Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης (3), Εκτιμώντας τα εξής: (1) Η οδηγία 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1993, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (4) έχει επανειλημμένα τροποποιηθεί σε σημαντική έκταση. Με την ευκαιρία των νέων τροποποιήσεων της εν λόγω οδηγίας, ενδείκνυται για λόγους σαφήνειας η αναδιατύπωσή της. (2) Ένας από τους στόχους της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (5) είναι να παράσχει στις επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους και υπόκεινται στην εποπτεία των αρχών αυτών τη δυνατότητα να ιδρύουν υποκαταστήματα και να παρέχουν υπηρεσίες ελεύθερα σε άλλα κράτη μέλη. Η εν λόγω οδηγία, κατά συνέπεια, προβλέπει τον συντονισμό των κανόνων που αφορούν τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και την άσκηση της δραστηριότητας των επιχειρήσεων επενδύσεων. (3) Ωστόσο, η οδηγία 2004/39/ΕΚ δεν ορίζει κοινά κριτήρια για τα ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων επενδύσεων ούτε καθορίζει τα ποσά του αρχικού κεφαλαίου των επιχειρήσεων αυτών ή το κοινό πλαίσιο για την παρακολούθηση των κινδύνων στους οποίους υπόκεινται οι επιχειρήσεις αυτές. (4) Ενδείκνυται η πραγματοποίηση απλώς του βασικού επιπέδου εναρμόνισης που είναι αναγκαίο και επαρκές για να εξασφαλισθεί η αμοιβαία αναγνώριση των συστημάτων χορήγησης άδειας λειτουργίας και άσκησης εποπτείας. Προκειμένου να επιτευχθεί η αμοιβαία αναγνώριση στο πλαίσιο της εσωτερικής χρηματοπιστωτικής αγοράς, είναι σκόπιμη η θέσπιση συντονιστικών μέτρων όσον αφορά τον ορισμό των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων, τον καθορισμό του ύψους του αρχικού κεφαλαίου και την καθιέρωση κοινού πλαισίου για την παρακολούθηση των κινδύνων στους οποίους υπόκεινται οι επιχειρήσεις επενδύσεων. (5) Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, ήτοι ο καθορισμός των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας που ισχύουν για τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τα πιστωτικά ιδρύματα, των κανόνων υπολογισμού τους και των κανόνων που ισχύουν για την άσκηση προληπτικής εποπτείας, δεν μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη και μπορούν συνεπώς, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της οδηγίας, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών. (6) Επιβάλλεται να ορισθούν διαφορετικά ποσά αρχικού κεφαλαίου, ανάλογα με την έκταση των δραστηριοτήτων που επιτρέπεται να ασκούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων. (7) Θα πρέπει να επιτραπεί στις υφιστάμενες επιχειρήσεις επενδύσεων να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ακόμα και αν δεν έχουν συμμορφωθεί προς το ελάχιστο ποσό των αρχικών κεφαλαίων που ορίζεται για τις νέες επιχειρήσεις επενδύσεων. (8) Τα κράτη μέλη είναι σκόπιμο να μπορούν να επιβάλλουν κανόνες αυστηρότερους από τους κανόνες της παρούσας οδηγίας. (9) Η απρόσκοπτη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς προϋποθέτει όχι μόνο νομικούς κανόνες, αλλά επίσης στενή και τακτική συνεργασία και σημαντική ενίσχυση της σύγκλισης ρυθμιστικών και εποπτικών πρακτικών μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. (10) Στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Μαΐου 1999 με τίτλο «Εφαρμογή του πλαισίου για τις χρηματοπιστωτικές αγορές: Πρόγραμμα δράσης» ορίζονται διάφοροι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας στις 23 και 24 Μαρτίου 2000 έθεσε τον στόχο της εφαρμογής του σχεδίου δράσης έως το 2005. Η αναδιατύπωση των διατάξεων περί των ιδίων κεφαλαίων αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο του σχεδίου δράσης. (11) Δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διατρέχουν σε σχέση με τις δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους ίδιους κινδύνους με τα πιστωτικά ιδρύματα, ενδείκνυται οι συναφείς διατάξεις της οδηγίας 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006, [σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (6)] να ισχύουν ομοίως και για τις επιχειρήσεις επενδύσεων. (12) Τα ίδια κεφάλαια επιχειρήσεων επενδύσεων και πιστωτικών ιδρυμάτων (εφεξής μνημονεύονται από κοινού ως «ιδρύματα») μπορούν να χρησιμεύουν για την απορρόφηση ζημιών οι οποίες δεν αντισταθμίζονται από επαρκή όγκο κερδών, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η διηνεκής λειτουργία των ιδρυμάτων και η προστασία των επενδυτών. Τα ίδια κεφάλαια χρησιμεύουν επίσης ως σημαντικό κριτήριο αξιολόγησης για τις αρμόδιες αρχές, ιδίως για την εκτίμηση της φερεγγυότητας των ιδρυμάτων και για άλλους εποπτικούς σκοπούς. Εξάλλου, στην εσωτερική αγορά, τα ιδρύματα λειτουργούν υπό συνθήκες άμεσου ανταγωνισμού μεταξύ τους. Συνεπώς, προκειμένου να ενισχυθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Κοινότητας και να αποτραπούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, ενδείκνυται να καθορισθούν κοινά θεμελιώδη πρότυπα για τα ίδια κεφάλαια. (13) Για τους σκοπούς της αιτιολογικής σκέψης (12), ενδείκνυται να εκληφθεί ως βάση ο ορισμός των ιδίων κεφαλαίων όπως δίνεται στην οδηγία 2006/48/EK και να θεσπισθούν συμπληρωματικοί ειδικοί κανόνες που να συνεκτιμούν τη διαφορετική εμβέλεια των σχετιζόμενων με τους κινδύνους αγοράς κεφαλαιακών απαιτήσεων. (14) Όσον αφορά τα πιστωτικά ιδρύματα, έχουν ήδη θεσπισθεί κοινά κριτήρια σχετικά με την εποπτεία και την παρακολούθηση διαφόρων κατηγοριών κινδύνων με την οδηγία 2000/12/ΕΚ. (15) Εν προκειμένω, οι διατάξεις περί ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων είναι σκόπιμο να εξετάζονται σε συνδυασμό με άλλα ειδικά κείμενα, τα οποία επίσης αποβλέπουν στην εναρμόνιση των θεμελιωδών τεχνικών εποπτείας των ιδρυμάτων. (16) Είναι αναγκαίο να θεσπισθούν κοινά κριτήρια για τους κινδύνους αγοράς στους οποίους υπόκεινται τα πιστωτικά ιδρύματα και να προβλεφθεί συμπληρωματικό πλαίσιο για την εποπτεία των κινδύνων των ιδρυμάτων, ιδίως των κινδύνων αγοράς και, ειδικότερα, των κινδύνων θέσης, των κινδύνων διακανονισμού/αντισυμβαλλόμενου και των συναλλαγματικών κινδύνων. (17) Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η έννοια του «χαρτοφυλακίου συναλλαγών», το οποίο περιλαμβάνει θέσεις σε τίτλους και άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα που κατέχονται για λόγους διαπραγμάτευσης και υπόκεινται κυρίως σε κινδύνους αγοράς και ανοίγματα σχετικά με ορισμένες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που παρέχονται σε πελάτες. (18) Προκειμένου να περιορισθούν τα διοικητικά βάρη για τα ιδρύματα με αμελητέες δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών, τόσο από απόλυτη όσο και από σχετική άποψη, είναι σκόπιμο τα εν λόγω ιδρύματα να μπορούν να εφαρμόζουν την οδηγία 2006/48/EK, και όχι τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα Παραρτήματα I και II της παρούσας οδηγίας. (19) Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη, κατά την παρακολούθηση των κινδύνων διακανονισμού/παράδοσης, η ύπαρξη συστημάτων που παρέχουν επαρκή προστασία για τη μείωση των κινδύνων αυτών. (20) Εν πάση περιπτώσει, τα ιδρύματα είναι σκόπιμο να συμμορφώνονται προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας όσον αφορά την κάλυψη του συναλλαγματικού κινδύνου που αναλαμβάνουν για το σύνολο των εργασιών τους. Χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να απαιτούνται έναντι θέσεων σε στενά συνδεδεμένα νομίσματα όπως προκύπτει είτε από στατιστικά στοιχεία είτε από δεσμευτικές διακρατικές συμφωνίες. (21) Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για τους διαπραγματευτές εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένων όσων διαπραγματευτών εξαιρούνται επί του παρόντος από τις απαιτήσεις της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, θα εξεταστούν εκ νέου δεόντως σε συνάρτηση με την εκ νέου εξέταση της εξαίρεσης αυτής, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 65, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας. (22) Ο στόχος της ελευθέρωσης των αγορών φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού είναι σημαντικός για την Κοινότητα, τόσο από οικονομικής όσο και από πολιτικής απόψεως. Ως εκ τούτου, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις και οι λοιποί κανόνες συνετής διαχείρισης που εφαρμόζονται στις δραστηριοποιούμενες σε αυτόν τον τομέα εταιρείες πρέπει να είναι αναλογικοί και να μη θέτουν ατόπως προσκόμματα στην επίτευξη του στόχου της ελευθέρωσης. Ο στόχος αυτός θα πρέπει, ιδίως, να λαμβάνεται υπόψη κατά τη διεξαγωγή των εκ νέου εξετάσεων περί των οποίων η αιτιολογική σκέψη 21. (23) Η ύπαρξη εσωτερικών συστημάτων για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των κινδύνων επιτοκίου για το σύνολο των δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων αποτελεί έναν ιδιαίτερα σημαντικό τρόπο ελαχιστοποίησης των κινδύνων αυτών. Κατά συνέπεια, τα συστήματα αυτά είναι σκόπιμο να εποπτεύονται από τις αρμόδιες αρχές. (24) Δεδομένου ότι η οδηγία 2006/48/ΕΚ δεν προβλέπει τη θέσπιση κοινών κανόνων σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο μεγάλων ανοιγμάτων που αφορούν δραστηριότητες που υπόκεινται κυρίως σε κινδύνους αγοράς, είναι σκόπιμο να προβλεφθούν οι εν λόγω κανόνες. (25) Ο λειτουργικός κίνδυνος είναι σοβαρός κίνδυνος τον οποίο διατρέχουν τα ιδρύματα και καθιστά αναγκαία την κάλυψη με ίδια κεφάλαια. Έχει καίρια σημασία να ληφθεί υπόψη η ποικιλομορφία των ιδρυμάτων στην ΕΕ, με την πρόβλεψη εναλλακτικών προσεγγίσεων. (26) Η οδηγία 2006/48/ΕΚ ορίζει την αρχή της ενοποίησης. Δεν θεσπίζει κοινούς κανόνες όσον αφορά την ενοποίηση χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που ασκούν δραστηριότητες κατ' εξοχήν υποκείμενες στους κινδύνους της αγοράς. (27) Για να διασφαλισθεί η επαρκής φερεγγυότητα των ιδρυμάτων που απαρτίζουν έναν όμιλο, έχει μεγάλη σημασία να ισχύουν οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις με βάση την ενοποιημένη χρηματοοικονομική κατάσταση του ομίλου. Προκειμένου να διασφαλίζεται δε ότι τα ίδια κεφάλαια είναι καταλλήλως κατανεμημένα στο εσωτερικό του ομίλου και ότι είναι διαθέσιμα για την προστασία των επενδύσεων οσάκις τούτο είναι αναγκαίο, οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις είναι σκόπιμο να ισχύουν για τα επιμέρους ιδρύματα που απαρτίζουν τον εκάστοτε όμιλο, εκτός αν ο εν λόγω στόχος είναι δυνατό να επιτευχθεί αποτελεσματικά με άλλον τρόπο. (28) Η οδηγία 2006/48/EK δεν έχει εφαρμογή σε ομίλους που περιλαμβάνουν μία ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων αλλά δεν περιλαμβάνουν πιστωτικά ιδρύματα. Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί κοινό πλαίσιο για την καθιέρωση της εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων επί ενοποιημένης βάσεως. (29) Τα ιδρύματα θα πρέπει να μεριμνούν ούτως ώστε να διαθέτουν εσωτερικά κεφάλαια τα οποία, με βάση τους κινδύνους στους οποίους είναι ή μπορεί να είναι μελλοντικώς εκτεθειμένα, είναι επαρκή από την άποψη της ποσότητας, της ποιότητας και της κατανομής. Κατά συνέπεια, τα ιδρύματα είναι σκόπιμο να διαθέτουν στρατηγικές και διαδικασίες με σκοπό την εκτίμηση και τη διατήρηση της επάρκειας των εσωτερικών τους κεφαλαίων. (30) Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αξιολογούν την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων, λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων στους οποίους αυτά τα τελευταία είναι εκτεθειμένα. (31) Προς τον σκοπό της αποτελεσματικής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς στον τραπεζικό τομέα, η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας θα πρέπει να συμβάλλει στην συνεπή εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών σε ολόκληρη την Κοινότητα. Η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας υποβάλλει κάθε χρόνο έκθεση στα θεσμικά όργανα της Κοινότητας σχετικά με την επιτευχθείσα πρόοδο. (32) Προκειμένου η εσωτερική αγορά να λειτουργεί με αυξανόμενη αποτελεσματικότητα, έχει μεγάλη σημασία να υπάρξει σημαντική ενίσχυση της σύγκλισης όσον αφορά την εφαρμογή και υλοποίηση των διατάξεων της εναρμονισμένης κοινοτικής νομοθεσίας. (33) Για τον ίδιο λόγο και για να διασφαλισθεί ότι τα κοινοτικά ιδρύματα που αναπτύσσουν δραστηριότητα σε περισσότερα κράτη μέλη δεν υφίστανται δυσανάλογη επιβάρυνση εξαιτίας των διατηρούμενων αρμοδιοτήτων των αρμόδιων αρχών των επιμέρους κρατών μελών στον τομέα της χορήγησης αδειών και της εποπτείας, έχει μεγάλη σημασία να αναβαθμισθεί σημαντικά η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Εν προκειμένω, είναι σκόπιμο να ενισχυθεί ο ρόλος της εποπτικής αρχής ενοποίησης. (34) Προκειμένου η εσωτερική αγορά να λειτουργεί με αυξανόμενη αποτελεσματικότητα και να διασφαλισθεί επαρκής βαθμός διαφάνειας προς χάριν των πολιτών της Ένωσης, είναι αναγκαίο να γνωστοποιούν οι αρμόδιες αρχές, δημοσίως και με τρόπο που να επιτρέπει χρήσιμες συγκρίσεις, τη μέθοδο εφαρμογής των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας. (35) Προκειμένου να ενισχυθεί η πειθαρχία στην αγορά και να ενθαρρυνθούν τα ιδρύματα να βελτιώσουν τη στρατηγική τους στην αγορά, τον έλεγχο των κινδύνων και την οργάνωση της εσωτερικής τους διαχείρισης, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η δημόσια γνωστοποίηση κατάλληλων στοιχείων από μέρους των ιδρυμάτων. (36) Οι ρυθμίσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (7). (37) Με το από 5ης Φεβρουαρίου 2002 ψήφισμά του σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας στο πλαίσιο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (8), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε να διαδραματίζει ισότιμο ρόλο με το Συμβούλιο κατά την εποπτεία του τρόπου με τον οποίο η Επιτροπή ασκεί τις εκτελεστικές της αρμοδιότητες, ώστε να αντανακλώνται οι νομοθετικές εξουσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βάσει του άρθρου 251 της Συνθήκης. Με την επίσημη δήλωση στην οποία προέβη την ίδια ημέρα ο Πρόεδρός της ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Επιτροπή υποστήριξε το αίτημα αυτό. Στις 11 Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την τροποποίηση της απόφασης 1999/468/ΕΚ και στη συνέχεια υπέβαλε τροποποιημένη πρόταση στις 22 Απριλίου 2004. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φρονεί ότι η εν λόγω πρόταση δεν διασφαλίζει τη διατήρηση των νομοθετικών προνομιών του. Κατά την άποψη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να αξιολογούν τη μεταβίβαση εκτελεστικών εξουσιών στην Επιτροπή εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμο να περιορισθεί το χρονικό διάστημα εντός του οποίου η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα. (38) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να διαθέτει τρεις μήνες από την πρώτη διαβίβαση του σχεδίου τροποποιήσεων και εκτελεστικών μέτρων, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να τα εξετάσει και να παράσχει τη γνώμη του. Ωστόσο, σε επείγουσες και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, θα πρέπει να είναι δυνατή η συντόμευση της προθεσμίας αυτής. Εάν, εντός της εν λόγω προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει ψήφισμα, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει το σχέδιο τροποποιήσεων ή μέτρων. (39) Για να αποφευχθεί η διατάραξη των αγορών και να διασφαλισθεί η συνέχεια όσον αφορά το συνολικό επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων, ενδείκνυται να προβλεφθούν ειδικές μεταβατικές ρυθμίσεις. (40) Η παρούσα οδηγία συνάδει με τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές οι οποίες αναγνωρίζονται, ιδίως, στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. (41) Η υποχρέωση ενσωμάτωσης της παρούσας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο θα πρέπει να περιορίζεται στις διατάξεις που συνιστούν ουσιώδη μεταβολή σε σύγκριση με προγενέστερες οδηγίες. Η υποχρέωση ενσωμάτωσης των διατάξεων που παραμένουν αμετάβλητες είναι συνέπεια των προγενέστερων οδηγιών. (42) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που καθορίζονται στο Παράρτημα VIII, Μέρος B. ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ I Αντικειμενο, πεδιο εφαρμογησ και ορισμοι Tμήμα 1 Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής Άρθρο 1 1.   Στην παρούσα οδηγία καθορίζονται οι απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας που ισχύουν για τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τα πιστωτικά ιδρύματα, οι κανόνες υπολογισμού τους και οι κανόνες που ισχύουν για την άσκηση προληπτικής εποπτείας. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας στις επιχειρήσεις επενδύσεων και στα πιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 3. 2.   Κάθε κράτος μέλος μπορεί να επιβάλλει συμπληρωματικές ή αυστηρότερες ρυθμίσεις στις επιχειρήσεις επενδύσεων και στα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία έχει χορηγήσει άδεια λειτουργίας. Άρθρο 2 1.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 18, 20, 22 έως 32, 34 και 39 της παρούσας οδηγίας, τα άρθρα 68 έως 73 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, για τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Κατά την εφαρμογή των άρθρων 70 έως 72 της οδηγίας 2006/48/EK στις επιχειρήσεις επενδύσεων, κάθε μνεία μητρικού πιστωτικού ιδρύματος εγκατεστημένου σε κράτος μέλος ή στην ΕΕ ερμηνεύεται ως αναφορά σε μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή στην ΕΕ αντιστοίχως. Στην περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα έχει μητρική επιχείρηση επενδύσεων σε ένα κράτος μέλος, στις απαιτήσεις σε ενοποιημένη βάση υπόκειται η εν λόγω μητρική επιχείρηση επενδύσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 71 έως 73 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. Στην περίπτωση που μια επιχείρηση επενδύσεων έχει μητρικό πιστωτικό ίδρυμα σε ένα κράτος μέλος, στις απαιτήσεις σε ενοποιημένη βάση υπόκειται το εν λόγω μητρικό πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με τα άρθρα 71 έως 73 της οδηγίας 2006/48/EK. Όταν μία χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών αποτελεί τη μητρική επιχείρηση τόσο ενός πιστωτικού ιδρύματος όσο και μιας επιχείρησης επενδύσεων, το πιστωτικό ίδρυμα υπόκειται στις απαιτήσεις που προκύπτουν με βάση την ενοποιημένη χρηματοοικονομική κατάσταση της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών. 2.   Όταν ένας όμιλος, που εμπίπτει στην παράγραφο 1 δεν περιλαμβάνει κανένα πιστωτικό ίδρυμα, εφαρμόζεται η οδηγία 2006/48/EK, με την επιφύλαξη των κατωτέρω: α) οποιαδήποτε αναφορά σε πιστωτικά ιδρύματα λογίζεται ως αναφορά σε επιχειρήσεις επενδύσεων· β) στα άρθρα 125 και 140, παράγραφος 2 της οδηγίας 2006/48/EK, κάθε αναφορά σε άλλα άρθρα αυτής της οδηγίας λογίζεται ως αναφορά στην οδηγία 2004/39/ΕΚ· γ) για τους σκοπούς του άρθρου 39, παράγραφος 3 της οδηγίας 2006/48/EK, οι αναφορές στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών λογίζονται ως αναφορές στο Συμβούλιο και την Επιτροπή· και δ) κατά παρέκκλιση από το άρθρο 140, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, όταν ένας όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικό ίδρυμα, η πρώτη φράση του εν λόγω άρθρου αντικαθίσταται από την ακόλουθη φράση: «Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων, μια χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μια μεικτή εταιρεία συμμετοχών ελέγχει μία ή περισσότερες θυγατρικές που είναι ασφαλιστικές εταιρείες, οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές που είναι επιφορτισμένες με το δημόσιο έλεγχο των ασφαλιστικών εταιρειών συνεργάζονται στενά». Τμήμα 2 Ορισμοί Άρθρο 3 1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α) ως «πιστωτικά ιδρύματα» νοούνται οι επιχειρήσεις που ορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/48/EK, β) ως «επιχειρήσεις επενδύσεων» νοούνται οι επιχειρήσεις που ορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, οι οποίες υπόκεινται στις απαιτήσεις που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία, εκτός από: i) τα πιστωτικά ιδρύματα· ii) τις τοπικές επιχειρήσεις όπως αυτές ορίζονται στο στοιχείο ιστ)· και iii) τις επιχειρήσεις οι οποίες έχουν άδεια μόνο για την παροχή υπηρεσίας επενδυτικών συμβουλών ή/και για τη λήψη και διαβίβαση εντολών επενδυτών, χωρίς να κατέχουν χρήματα ή τίτλους που ανήκουν στους πελάτες τους, και οι οποίες, για το λόγο αυτό, δεν μπορούν να βρίσκονται ποτέ σε θέση οφειλέτη έναντι των πελατών τους· γ) ως «ιδρύματα» νοούνται τα πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων· δ) ως «αναγνωρισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων τρίτων χωρών» νοούνται οι επιχειρήσεις οι οποίες πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: i) είναι επιχειρήσεις οι οποίες, αν ήσαν εγκατεστημένες στο έδαφος της Κοινότητας, θα καλύπτονταν από τον ορισμό της επιχείρησης επενδύσεων· ii) είναι επιχειρήσεις οι οποίες έχουν άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα· iii) είναι επιχειρήσεις που υπόκεινται σε, και οφείλουν να τηρούν, κανόνες εποπτείας που θεωρούνται από τις αρμόδιες αρχές ως εξίσου τουλάχιστον αυστηροί με τους κανόνες που θεσπίζει η παρούσα οδηγία· ε) ως «χρηματοπιστωτικό μέσο» νοείται κάθε σύμβαση με την οποία δημιουργείται τόσο ένα χρηματοοικονομικό στοιχείο ενεργητικού για το ένα συμβαλλόμενο μέρος όσο και ένα χρηματοοικονομικό στοιχείο παθητικού ή μέσο ιδίων κεφαλαίων για το έτερο συμβαλλόμενο μέρος· στ) ως «μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» νοείται η επιχείρηση επενδύσεων η οποία διαθέτει ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ως θυγατρική ή κατέχει συμμετοχή σε τέτοιου είδους οντότητες και η οποία δεν είναι η ίδια θυγατρική άλλου ιδρύματος που διαθέτει άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος, ούτε χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών συσταθείσας στο ίδιο κράτος μέλος· ζ) ως «μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ» νοείται η μητρική επιχείρηση επενδύσεων σε κράτος μέλος η οποία δεν είναι θυγατρική άλλου ιδρύματος το οποίο διαθέτει άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος, ούτε χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών συσταθείσας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος· η) ως «εξωχρηματιστηριακά παράγωγα μέσα (over-the-counter, OTC)» νοούνται τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Παραρτήματος IV της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, με εξαίρεση τα στοιχεία εκείνα στα οποία αντιστοιχεί μηδενική τιμή ανοίγματος σύμφωνα με το Παράρτημα III Μέρος 2 παράγραφος 6 της εν λόγω οδηγίας· θ) ως «οργανωμένη αγορά» νοείται κάθε αγορά που εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 14, της οδηγίας 2004/39/ΕΚ· ι) ως «μετατρέψιμος τίτλος» νοείται ο τίτλος που μπορεί, κατ' επιλογήν του κατόχου, να ανταλλαγεί με άλλο τίτλο· ια) ως «πιστοποιητικό επιλογής (warrant)» νοείται ο τίτλος που δίνει στον κάτοχό του το δικαίωμα να αγοράσει ένα υποκείμενο στοιχείο ενεργητικού, σε καθορισμένη τιμή μέχρι ή στην ημερομηνία λήξης του πιστοποιητικού επιλογής, και ο διακανονισμός του οποίου μπορεί να γίνεται είτε με παράδοση του υποκείμενου στοιχείου είτε τοις μετρητοίς· ιβ) ως «χρηματοδότηση αποθεμάτων (stock financing)» νοούνται οι θέσεις στις οποίες το φυσικό απόθεμα έχει πωληθεί επί προθεσμία (forward) και το κόστος χρηματοδότησης έχει προκαθορισθεί για την περίοδο μέχρι την ημερομηνία της πώλησης επί προθεσμία· ιγ) ως «συμφωνία πώλησης και επαναγοράς» και «συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης» νοείται κάθε συμφωνία βάσει της οποίας ένα ίδρυμα ή ο αντισυμβαλλόμενός του μεταβιβάζει τίτλους ή βασικά εμπορεύματα ή εγγυημένα δικαιώματα που αφορούν τίτλο κυριότητας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων και όπου η εγγύηση αυτή έχει εκδοθεί από αναγνωρισμένο χρηματιστήριο που κατέχει τα δικαιώματα επί των τίτλων ή επί των βασικών εμπορευμάτων και η συμφωνία δεν επιτρέπει σε ένα ίδρυμα να μεταβιβάσει ή ενεχυριάσει ένα συγκεκριμένο τίτλο ή βασικό εμπόρευμα σε πλείονες του ενός αντισυμβαλλόμενους ταυτόχρονα, με την παράλληλη υποχρέωση για τον μεταβιβάζοντα να τους επαναγοράσει –ή να επαναγοράσει υποκατάστατους τίτλους ή βασικό εμπόρευμα με τα αυτά χαρακτηριστικά– σε καθορισμένη τιμή και συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία, που ορίζεται ή πρόκειται να ορισθεί από τον μεταβιβάζοντα, συμφωνία η οποία για το ίδρυμα που πωλεί τους τίτλους ή τα βασικά εμπορεύματα είναι συμφωνία πώλησης και επαναγοράς, για δε το ίδρυμα που τους αγοράζει συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης· ιδ) ως «δανειοδοσία τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων» και «δανειοληψία τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων» νοείται η συναλλαγή στην οποία ένα ίδρυμα ή ο αντισυμβαλλόμενός του μεταβιβάζει τίτλους ή βασικά εμπορεύματα έναντι κατάλληλης εξασφάλισης υπό την προϋπόθεση ότι ο δανειζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιστρέψει αντίστοιχης αξίας τίτλους ή βασικά εμπορεύματα σε κάποια μελλοντική ημερομηνία ή όταν του το ζητήσει ο μεταβιβάζων, συναλλαγή η οποία είναι δανειοδοσία τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων για το ίδρυμα που μεταβιβάζει τους τίτλους ή τα βασικά εμπορεύματα και δανειοληψία τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων για το ίδρυμα προς το οποίο μεταβιβάζονται οι εν λόγω τίτλοι ή βασικά εμπορεύματα· ιε) ως «μέλος συστήματος εκκαθάρισης (clearing member)» νοείται το μέλος του χρηματιστηρίου ή του οίκου διακανονισμού και εκκαθάρισης, το οποίο έχει άμεση συμβατική σχέση με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο (ο οποίος εγγυάται την εκτέλεση των πράξεων)· ιστ) ως «τοπική επιχείρηση (local firm)» νοείται η επιχείρηση που πραγματοποιεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σε αγορές χρηματοπιστωτικών συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης ή δικαιωμάτων προαίρεσης ή άλλων παράγωγων μέσων και σε αγορές μετρητών με αποκλειστικό σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων σε αγορές παράγωγων μέσων ή η οποία πραγματοποιεί συναλλαγές για λογαριασμό άλλων μελών των εν λόγω αγορών και καλύπτεται από την εγγύηση μελών του συστήματος εκκαθάρισης των ίδιων αγορών, όπου η ευθύνη για την εξασφάλιση της εκτέλεσης των συμβάσεων τέτοιων επιχειρήσεων αναλαμβάνεται από μέλη του συστήματος εκκαθάρισης των ίδιων αγορών· ιζ) ως «συντελεστής δέλτα» νοείται ο λόγος της αναμενόμενης μεταβολής της τιμής ενός δικαιώματος προαίρεσης (option) προς την αντίστοιχη μικρή μεταβολή της τιμής του μέσου το οποίο αφορά η προαίρεση· ιη) ως «ίδια κεφάλαια» νοούνται τα ίδια κεφάλαια όπως αυτά ορίζονται στην οδηγία 2006/48/ΕΚ και· ιθ) ως «κεφάλαιο» νοούνται τα ίδια κεφάλαια. Για τους σκοπούς της άσκησης εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, ο όρος «επιχείρηση επενδύσεων» περιλαμβάνει τις επιχειρήσεις επενδύσεων τρίτων χωρών. Για τους σκοπούς του στοιχείου ε), ο όρος «χρηματοπιστωτικό μέσο» περιλαμβάνει τόσο τα πρωτογενή χρηματοπιστωτικά μέσα ή μέσα σε μετρητά, όσο και τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα των οποίων η αξία προκύπτει από την τιμή υποκείμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή από συντελεστή ή δείκτη ή από την τιμή άλλου υποκείμενου στοιχείου· περιλαμβάνονται οπωσδήποτε τα μέσα που καθορίζονται στο τμήμα Γ του Παραρτήματος I της οδηγίας 2004/39/ΕΚ. 2.   Με τους όρους «μητρική επιχείρηση», «θυγατρική επιχείρηση», «εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων» και «χρηματοδοτικό ίδρυμα» νοούνται οι επιχειρήσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2006/48/EK. Με τους όρους «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών», «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος», «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» και «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών» νοούνται οι επιχειρήσεις που ορίζονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, με τη διαφορά ότι κάθε αναφορά σε πιστωτικά ιδρύματα λογίζεται ως αναφορά σε ιδρύματα. 3.   Για τους σκοπούς της εφαρμογής της οδηγίας 2006/48/EK σε ομίλους που εμπίπτουν στο άρθρο 2, παράγραφος 1, και οι οποίοι δεν περιλαμβάνουν πιστωτικό ίδρυμα, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α) ως «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών» νοείται το χρηματοδοτικό ίδρυμα του οποίου οι θυγατρικές είναι, είτε αποκλειστικά είτε κυρίως, επιχειρήσεις επενδύσεων ή άλλα χρηματοδοτικά ιδρύματα, εφόσον τουλάχιστον μια εξ αυτών είναι επιχείρηση επενδύσεων, και το οποίο δεν είναι εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών κατά την έννοια της οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων (9)· β) ως «μεικτή εταιρεία συμμετοχών» νοείται η μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών κατά την έννοια της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, εφόσον τουλάχιστον μια από τις θυγατρικές της είναι επιχείρηση επενδύσεων· και γ) ως «αρμόδιες αρχές» νοούνται οι εθνικές αρχές οι οποίες δυνάμει νομοθετικής ή κανονιστικής ρύθμισης είναι αρμόδιες να εποπτεύουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ II Αρχικο κεφαλαιο Άρθρο 4 Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, με τον όρο «αρχικό κεφάλαιο» νοούνται τα στοιχεία α) και β) του άρθρου 57 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. Άρθρο 5 1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες δεν προβαίνουν σε αγοραπωλησίες χρηματοπιστωτικών μέσων για ίδιο λογαριασμό ούτε αναλαμβάνουν αμετάκλητα την αναδοχή εκδόσεως χρηματοπιστωτικών μέσων, αλλά που κατέχουν ρευστά ή/και τίτλους πελατών και οι οποίες προσφέρουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες υπηρεσίες, οφείλουν να έχουν αρχικό κεφάλαιο 125 000 ευρώ: α) λήψη και διαβίβαση εντολών των πελατών για χρηματοπιστωτικά μέσα· β) εκτέλεση εντολών των πελατών για χρηματοπιστωτικά μέσα· ή γ) διαχείριση ατομικών χαρτοφυλακίων επενδύσεων σε χρηματοπιστωτικά μέσα. 2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε επιχειρήσεις επενδύσεων που εκτελούν εντολές πελατών για χρηματοπιστωτικά μέσα να τα κατέχουν για ίδιο λογαριασμό, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η λήψη τέτοιων θέσεων οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι η επιχείρηση επενδύσεων δεν είναι ικανή να εξασφαλίσει την επακριβή κάλυψη των εντολών των επενδυτών· β) η συνολική αγοραία αξία αυτών των θέσεων δεν υπερβαίνει το 15 % του αρχικού κεφαλαίου της επιχείρησης· γ) η επιχείρηση πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 18, 20 και 28· δ) οι θέσεις αυτές έχουν συμπτωματικό και προσωρινό χαρακτήρα και είναι αυστηρά περιορισμένες στο διάστημα που απαιτείται για τη διεκπεραίωση της εν λόγω συναλλαγής. Η κατοχή θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα για την επένδυση ιδίων κεφαλαίων δεν θεωρείται αγοραπωλησία ως προς τις υπηρεσίες της παραγράφου 1 ή για τους σκοπούς της παραγράφου 3. 3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να μειώσουν το προβλεπόμενο στην παράγραφο 1 ποσό σε 50 000 ευρώ εφόσον η επιχείρηση δεν έχει άδεια να κατέχει ρευστά ή τίτλους των πελατών, ούτε να αγοράζει και να πωλεί για ίδιο λογαριασμό, ούτε να αναλαμβάνει αμετάκλητα την αναδοχή εκδόσεων. Άρθρο 6 Οι τοπικές επιχειρήσεις έχουν αρχικό κεφάλαιο 50 000 ευρώ κατά τον βαθμό που απολαύουν της ελεύθερης εγκατάστασης ή παροχής υπηρεσιών όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 31 ή 32 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ. Άρθρο 7 Η κάλυψη των επιχειρήσεων του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β), σημείο iii) λαμβάνει τις εξής μορφές: α) αρχικό κεφάλαιο 50 000 ευρώ, β) ασφάλιση επαγγελματικής αποζημίωσης καλύπτουσα ολόκληρο το έδαφος της Κοινότητας ή ισοδύναμη εγγύηση κατά της ευθύνης από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό 1 000 000 ευρώ τουλάχιστον ανά ζημία και συνολικά 1 500 000 ευρώ κατ' έτος για όλες τις ζημίες, ή γ) συνδυασμό αρχικού κεφαλαίου και ασφάλισης επαγγελματικής αποζημίωσης υπό μορφή που να οδηγεί σε επίπεδο κάλυψης αντίστοιχο με το εξασφαλιζόμενο με τα στοιχεία α) ή β). Τα ποσά που εμφαίνονται στο πρώτο εδάφιο αναθεωρούνται περιοδικά από την Επιτροπή προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη του ευρωπαϊκού δείκτη τιμών καταναλωτή που δημοσιεύει η Eurostat, κατ' αναλογία και ταυτόχρονα με τις προσαρμογές που γίνονται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 7, της οδηγίας 2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (10). Άρθρο 8 Όταν επιχείρηση επενδύσεων του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β), σημείο iii), είναι επίσης εγγεγραμμένη βάσει της οδηγίας 2002/92/ΕΚ, οφείλει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας, επί πλέον δε να διαθέτει ως κάλυψη: α) αρχικό κεφάλαιο 25 000 ευρώ, β) ασφάλιση επαγγελματικής αποζημίωσης καλύπτουσα ολόκληρο το έδαφος της Κοινότητας ή ισοδύναμη εγγύηση κατά της ευθύνης από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό 500 000 ευρώ τουλάχιστον ανά ζημία και συνολικά 750 000 ευρώ κατ' έτος για όλες τις ζημίες, ή γ) συνδυασμό αρχικού κεφαλαίου και ασφάλισης επαγγελματικής αποζημίωσης υπό μορφή που να οδηγεί σε επίπεδο κάλυψης αντίστοιχο με το εξασφαλιζόμενο με τα στοιχεία α) ή β). Άρθρο 9 Όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων, πέραν αυτών που προβλέπονται στα άρθρα 5 έως 8, έχουν αρχικό κεφάλαιο 730 000 ευρώ. Άρθρο 10 1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, και τα άρθρα 6 και 9, τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν την άδεια λειτουργίας επιχειρήσεων επενδύσεων και επιχειρήσεων που καλύπτονται από το άρθρο 6 που ήδη λειτουργούσαν πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1995 και των οποίων τα ίδια κεφάλαια είναι κατώτερα από τα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που ορίζονται γι' αυτές στο άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3 και στα άρθρα 6 και 9. Τα ίδια κεφάλαια όλων αυτών των επιχειρήσεων δεν μπορούν να είναι κατώτερα από το υψηλότερο επίπεδο αναφοράς στο οποίο έχουν φθάσει μετά την ημερομηνία κοινοποίησης που προβλέπεται στην οδηγία 93/6/ΕΟΚ. Το επίπεδο αναφοράς είναι ο μέσος όρος του ημερήσιου ύψους των ιδίων κεφαλαίων, υπολογιζόμενος επί του εξαμήνου που προηγείται της ημερομηνίας υπολογισμού. Το εν λόγω επίπεδο αναφοράς υπολογίζεται ανά εξάμηνο επί της αντίστοιχης προηγηθείσης περιόδου. 2.   Σε περίπτωση που ο έλεγχος μιας επιχείρησης επενδύσεων που καλύπτεται από την παράγραφο 1 περιέλθει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που ασκούσε τον έλεγχο αυτό προηγουμένως, τα ίδια κεφάλαια της εν λόγω επιχείρησης ανέρχονται τουλάχιστον στο επίπεδο που προβλέπεται γι' αυτήν στο άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, και στα άρθρα 6 και 9 εκτός από την περίπτωση πρώτης κληρονομικής μεταβίβασης μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1995 με την έγκριση των αρμόδιων αρχών και επί διάστημα δέκα το πολύ ετών από την εν λόγω μεταβίβαση. 3.   Σε ορισμένες ειδικές περιστάσεις και με την έγκριση των αρμόδιων αρχών, σε περίπτωση συγχώνευσης δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων ή/και επιχειρήσεων που καλύπτονται από το άρθρο 6, τα ίδια κεφάλαια της επιχείρησης που προκύπτει από τη συγχώνευση μπορούν να μη ανέρχονται στο επίπεδο που ορίζεται γι' αυτήν στο άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, και στα άρθρα 6 και 9. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία το επίπεδο που καθορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, και στα άρθρα 6 και 9 δεν έχει επιτευχθεί, τα ίδια κεφάλαια της νέας επιχείρησης επενδύσεων δεν μπορούν να είναι κατώτερα από το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων των συγχωνευμένων επιχειρήσεων κατά τη στιγμή της συγχώνευσης. 4.   Τα ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων επενδύσεων και των επιχειρήσεων που καλύπτονται από το άρθρο 6 δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μειωθούν κάτω από το επίπεδο που ορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, στα άρθρα 6 και 9, καθώς και στις παραγράφους 1 και 3 του παρόντος άρθρου. Στην περίπτωση που τα ίδια κεφάλαια των προαναφερθεισών επιχειρήσεων μειωθούν κάτω από το επίπεδο αυτό, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, εφόσον οι περιστάσεις το δικαιολογούν, να ορίσουν περιορισμένη χρονική περίοδο εντός της οποίας αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων οφείλουν να επανορθώσουν την κατάστασή τους ή να τερματίσουν τις δραστηριότητές τους. ΚΕΦΑΛΑΙΟ III Χαρτοφυλακιο συναλλαγων Άρθρο 11 1.   Το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών ενός ιδρύματος αποτελείται από το σύνολο των θέσεων σε χρηματοπιστωτικά μέσα και βασικά εμπορεύματα οι οποίες κατέχονται είτε με σκοπό συναλλαγής είτε με σκοπό την αντιστάθμιση κινδύνων σχετιζόμενων με άλλα στοιχεία του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και οι οποίες πρέπει είτε να μην υπόκεινται σε καμία συμβατική ρήτρα που να περιορίζει την εμπορευσιμότητά τους είτε να είναι επιδεκτικές αντιστάθμισης κινδύνου. 2.   Ως θέσεις οι οποίες κατέχονται με σκοπό συναλλαγής νοούνται εκείνες οι οποίες κατέχονται σκοπίμως ενόψει βραχυπρόθεσμης μεταπώλησης ή/και με στόχο την αποκόμιση κέρδους από πραγματικές ή αναμενόμενες βραχυπρόθεσμες αποκλίσεις μεταξύ των τιμών αγοράς και των τιμών πώλησης ή από άλλου είδους διακυμάνσεις των τιμών ή των επιτοκίων. Ο όρος «θέσεις» καλύπτει επίσης τις κατά κυριότητα κατεχόμενες θέσεις και τις θέσεις που προκύπτουν από εξυπηρέτηση πελατών και από ειδική διαπραγμάτευση (market making). 3.   Ο σκοπός συναλλαγής αποδεικνύεται με βάση στρατηγικές, πολιτικές και διαδικασίες τις οποίες το εκάστοτε ίδρυμα θεσπίζει με σκοπό τη διαχείριση της θέσεως ή του χαρτοφυλακίου σύμφωνα με το Παράρτημα VII, Μέρος A. 4.   Τα ιδρύματα θεσπίζουν και διατηρούν σε ισχύ συστήματα και ελέγχους για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους, σύμφωνα με το Παράρτημα VII, Μέρη B και Δ. 5.   Το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είναι δυνατό να περιλαμβάνει εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου. Στην περίπτωση αυτή, είναι εφαρμοστέο το Παράρτημα VII, Μέρος Γ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Ιδια κεφαλαια Άρθρο 12 Με τον όρο «αρχικά ίδια κεφάλαια» νοείται το άθροισμα των στοιχείων α) έως γ), μείον το άθροισμα των στοιχείων θ) έως ια) του άρθρου 57 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. Η Επιτροπή θα υποβάλει το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2009 κατάλληλη πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για την τροποποίηση του παρόντος κεφαλαίου. Άρθρο 13 1.   Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 έως 5 του παρόντος άρθρου και των άρθρων 14 έως 17, τα ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων καθορίζονται σύμφωνα με την οδηγία 2006/48/ΕΚ. Επιπλέον, το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν έχουν μία από τις νομικές μορφές του άρθρου 1, παράγραφος 1, της τέταρτης οδηγίας 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών (11). 2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε ιδρύματα που υποχρεούνται να τηρούν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 28 έως 32 και τα Παραρτήματα I και III έως VI να χρησιμοποιούν, για τον σκοπό αυτό και μόνο, μια εναλλακτική μέθοδο προσδιορισμού των ιδίων κεφαλαίων. Κανένα τμήμα των ιδίων κεφαλαίων τα οποία χρησιμοποιούνται για τον σκοπό αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να τηρηθούν ταυτόχρονα και άλλες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Η εναλλακτική αυτή μέθοδος προσδιορισμού περιλαμβάνει τα στοιχεία που καθορίζονται στα στοιχεία α) έως γ) του παρόντος εδαφίου, μείον το στοιχείο που καθορίζεται στο στοιχείο δ)· η αφαίρεση του τελευταίου αυτού στοιχείου θα αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων αρχών: α) ίδια κεφάλαια, όπως αυτά ορίζονται στην οδηγία 2006/48/EK, εξαιρουμένων μόνον των στοιχείων ιβ) έως ιστ) του άρθρου 57 της εν λόγω οδηγίας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων που οφείλουν να εκπίπτουν το στοιχείο δ) της παρούσας παραγράφου από το σύνολο των στοιχείων α), β) και γ) της παρούσας παραγράφου· β) τα καθαρά κέρδη του ιδρύματος από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του καθαρά από κάθε προβλεπόμενη οφειλή ή μέρισμα, μείον τις καθαρές ζημίες του από άλλες δραστηριότητες, υπό τον όρο ότι κανένα από αυτά τα ποσά δεν έχει ήδη συμπεριληφθεί στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου βάσει των στοιχείων β) ή ια) του άρθρου 57 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ· γ) δάνεια μειωμένης εξασφάλισης ή/και τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 5, υπό τις προϋποθέσεις που τίθενται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 14· και δ) μη ρευστοποιήσιμα στοιχεία του ενεργητικού όπως καθορίζονται στο άρθρο 15. 3.   Τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης που αναφέρονται στο στοιχείο γ) του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 πρέπει να έχουν αρχική προθεσμία λήξης τουλάχιστον δύο ετών, πρέπει δε να έχουν πλήρως καταβληθεί και η σύμβαση του δανείου δεν πρέπει να περιλαμβάνει καμία ρήτρα που να προβλέπει ότι, σε συγκεκριμένες περιστάσεις, εκτός από την λύση και εκκαθάριση του ιδρύματος, το χρέος πρέπει να εξοφληθεί πριν από τη συμφωνηθείσα ημερομηνία εξόφλησης, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές το επιτρέψουν. Ούτε το κεφάλαιο ούτε ο τόκος του εν λόγω δανείου μειωμένης εξασφάλισης επιτρέπεται να εξοφληθούν εάν η εξόφληση αυτή συνεπάγεται τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος σε λιγότερο από το 100 % των συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων του εν λόγω ιδρύματος. Επιπλέον, τα ιδρύματα κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές κάθε εξόφληση του εν λόγω δανείου μειωμένης εξασφάλισης, η οποία συνεπάγεται ότι τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος αυτού είναι λιγότερα από το 120 % των συνολικών κεφαλαιακών του απαιτήσεων. 4.   Το ποσό των δανείων μειωμένης εξασφάλισης του στοιχείου γ) του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 δεν πρέπει να υπερβαίνει το 150 % κατ' ανώτατο όριο των αρχικών ιδίων κεφαλαίων που χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση των απαιτήσεων οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 28 έως 32 και τα Παραρτήματα I έως VI και δεν πρέπει να προσεγγίζει αυτό το ανώτατο όριο παρά μόνο σε ειδικές περιστάσεις αποδεκτές από τις αρμόδιες αρχές. 5.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να υποκαθιστούν τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης που αναφέρονται στο στοιχείο γ) του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 με τα στοιχεία που αναφέρονται στα στοιχεία δ) έως η) του άρθρου 57 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. Άρθρο 14 1.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε επιχειρήσεις επενδύσεων να υπερβαίνουν το ανώτατο όριο για το ποσό των δανείων μειωμένης εξασφάλισης που καθορίζεται στο άρθρο 13, παράγραφος 4, εφόσον το κρίνουν ορθό από άποψη εποπτείας και υπό την προϋπόθεση ότι το σύνολο των δανείων μειωμένης εξασφάλισης και τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 13, παράγραφος 5 δεν υπερβαίνει το 200 % των αρχικών ιδίων κεφαλαίων που απομένουν για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων που υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 28 έως 32 και με τα Παραρτήματα I και III έως VI ή το 250 % του αυτού ποσού στην περίπτωση που οι επιχειρήσεις επενδύσεων εκπίπτουν από το στοιχείο δ) του άρθρου 13, παράγραφος 2, κατά τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων. 2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε ένα πιστωτικό ίδρυμα να υπερβεί το ανώτατο όριο κεφαλαίου των δανείων μειωμένης εξασφάλισης που καθορίζεται στο άρθρο 13, παράγραφος 4 εάν το κρίνουν ορθό από άποψη εποπτείας και υπό τον όρο ότι το σύνολο του κεφαλαίου των εν λόγω δανείων μειωμένης εξασφάλισης και τα στοιχεία που αναφέρονται στα στοιχεία δ) έως η) του άρθρου 57 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ δεν υπερβαίνουν το 250 % των αρχικών ιδίων κεφαλαίων που απομένουν για την τήρηση των απαιτήσεων που υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 32 και τα Παραρτήματα I και III έως VI της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 15 Τα μη ρευστοποιήσιμα στοιχεία του ενεργητικού για τα οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ), περιλαμβάνουν τα ακόλουθα: α) τα ενσώματα πάγια στοιχεία του ενεργητικού, εκτός στο βαθμό που τα γήπεδα και τα κτίρια μπορούν να συμψηφίζονται με τα δάνεια για τα οποία έχουν δοθεί ως ασφάλεια· β) συμμετοχές, συμπεριλαμβανομένων των πιστώσεων μειωμένης εξασφάλισης, σε πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, που μπορούν να αποτελούν τμήμα των ιδίων κεφαλαίων των εν λόγω ιδρυμάτων, εκτός εάν έχουν εκπέσει σύμφωνα με τα στοιχεία ιβ) έως ιστ) του άρθρου 57 της οδηγίας 2006/48/EK ή βάσει του άρθρου 16, στοιχείο δ), της παρούσας οδηγίας· γ) τις συμμετοχές και λοιπές επενδύσεις, σε επιχειρήσεις εκτός από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, που δεν μπορούν εύκολα να πωληθούν· δ) τις ζημίες των θυγατρικών· ε) τις καταθέσεις, εκτός από εκείνες που είναι διαθέσιμες για επαναπληρωμή εντός 90 ημερών· εξαιρούνται επίσης οι πληρωμές με τη μορφή εγγυήσεων (margined) για συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) ή συμβάσεις δικαιωμάτων προαίρεσης (options contracts)· στ) δάνεια και άλλα οφειλόμενα ποσά, εκτός από όσα πρέπει να εξοφληθούν μέσα σε 90 ημέρες· και ζ) υλικά αποθέματα, εκτός εάν υπόκεινται ήδη σε κεφαλαιακές απαιτήσεις τουλάχιστον εξίσου αυστηρές με εκείνες που καθορίζονται στα άρθρα 18 και 20. Για τους σκοπούς του στοιχείου β), όταν οι επιχειρήσεις κατέχουν προσωρινώς μερίδια σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα λόγω πράξεων οικονομικής ενίσχυσης για την αναδιοργάνωση και διάσωση του ιδρύματος αυτού, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναστέλλουν την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Μπορούν επίσης να προβλέπουν απαλλαγή στην περίπτωση μεριδίων τα οποία περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών της επιχείρησης επενδύσεων. Άρθρο 16 Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που περιλαμβάνονται σε όμιλο στον οποίον έχει χορηγηθεί η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 22 υπολογίζουν τα ίδια κεφάλαιά τους σύμφωνα με τα άρθρα 13 έως 15 με την επιφύλαξη των ακόλουθων διατάξεων: α) τα μη ρευστοποιήσιμα στοιχεία του στοιχείου δ) του άρθρου 13, παράγραφος 2 αφαιρούνται· β) η εξαίρεση του στοιχείου α) του άρθρου 13, παράγραφος 2 δεν καλύπτει τα στοιχεία που εμπίπτουν στα στοιχεία ιβ) έως ιστ) του άρθρου 57 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ τα οποία η επιχείρηση επενδύσεων κατέχει σε επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποιημένη βάση που ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας· γ) τα όρια που αναφέρονται του άρθρου 66, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2006/48/ΕΚ υπολογίζονται σε σχέση με τα αρχικά ίδια κεφάλαια μείον τα στοιχεία που εμπίπτουν στα στοιχεία ιβ) έως ιστ) του άρθρου 57 της ίδιας οδηγίας για τα οποία γίνεται λόγος στο στοιχείο β) και τα οποία αποτελούν στοιχεία των αρχικών ιδίων κεφαλαίων των εν λόγω επιχειρήσεων· και δ) τα στοιχεία που εμπίπτουν στα στοιχεία ιβ) έως ιστ) του άρθρου 57 της οδηγίας 2006/48/EK του στοιχείου γ) αφαιρούνται από τα αρχικά ίδια κεφάλαια και όχι από το σύνολο των στοιχείων όπως ορίζεται στο άρθρο 66, παράγραφος 2, της προαναφερθείσας οδηγίας, και δη για τους σκοπούς του άρθρου 13, παράγραφοι 4 και 5, και του άρθρου 14 της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 17 1.   Όταν ένα ίδρυμα υπολογίζει ποσά χρηματοδοτικών ανοιγμάτων με στάθμιση κινδύνου για τους σκοπούς του Παραρτήματος II της παρούσας οδηγίας σύμφωνα με τα άρθρα 84 έως 89 της οδηγίας 2006/48/EK, τότε, για τον υπολογισμό που προβλέπεται στην οδηγία 2006/48/EK Παράρτημα VII, Μέρος 1, παράγραφος 4, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις: α) οι προσαρμογές αξίας που πραγματοποιούνται για να ληφθεί υπόψη η πιστωτική ποιότητα του αντισυμβαλλόμενου επιτρέπεται να συμπεριλαμβάνονται στο άθροισμα των προσαρμογών αξίας και των προβλέψεων που πραγματοποιούνται για τα χρηματοδοτικά ανοίγματα του Παραρτήματος II· και β) με την επιφύλαξη της έγκρισης των αρμόδιων αρχών, εάν ο πιστωτικός κίνδυνος του αντισυμβαλλόμενου λαμβάνεται επαρκώς υπόψη για την αποτίμηση θέσης η οποία συμπεριλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, το αναμενόμενο ποσό ζημίας που αντιστοιχεί στο χρηματοδοτικό άνοιγμα με βάση τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου είναι μηδέν. Για τους σκοπούς του στοιχείου α), στην περίπτωση τέτοιων ιδρυμάτων, τέτοιου είδους προσαρμογές της αξίας δεν συνυπολογίζονται στα ίδια κεφάλαια παρά μόνο σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα παράγραφο. 2.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, είναι εφαρμοστέα τα άρθρα 153 και 154 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ V Τμήμα 1 Κάλυψη των κινδύνων Άρθρο 18 1.   Τα ιδρύματα οφείλουν να διαθέτουν διαρκώς ίδια κεφάλαια τουλάχιστον ίσα προς το άθροισμα των κατωτέρω: α) των κεφαλαιακών απαιτήσεων, που υπολογίζονται σύμφωνα με τις μεθόδους και εναλλακτικές επιλογές που καθορίζονται στα άρθρα 28 έως 32 και τα Παραρτήματα I, II και VI και, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το Παράρτημα V, βάσει του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους, και β) των κεφαλαιακών απαιτήσεων, που υπολογίζονται σύμφωνα με τις μεθόδους και εναλλακτικές επιλογές που καθορίζονται στα Παραρτήματα III και IV και, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το Παράρτημα V, βάσει του όλου κύκλου εργασιών τους. 2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών τους σύμφωνα με το άρθρο 75, στοιχείο α) της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και με τις παραγράφους 6, 7 και 9 του Παραρτήματος II της παρούσας οδηγίας εφόσον ο όγκος του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) οι συναλλαγές του χαρτοφυλακίου συναλλαγών των ιδρυμάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κανονικά το 5 % των ολικών συναλλαγών τους, β) το σύνολο των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους δεν υπερβαίνει κανονικά το ποσό των 15 εκατομμυρίων ευρώ, και γ) οι συναλλαγές του χαρτοφυλακίου συναλλαγών των ιδρυμάτων αυτών δεν υπερβαίνουν ποτέ το 6 % των συνολικών τους συναλλαγών, οι δε θέσεις τους δεν υπερβαίνουν ποτέ συνολικά τα 20 εκατομμύρια ευρώ. 3.   Για τον υπολογισμό της αναλογίας των συναλλαγών του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σε σύγκριση με τις ολικές συναλλαγές στην παράγραφο 2, στοιχεία α) και γ), οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναφέρονται είτε στον ισολογισμό και τα στοιχεία εκτός ισολογισμού, είτε στο λογαριασμό κερδών και ζημιών, είτε στα ίδια κεφάλαια του οικείου ιδρύματος, είτε και σε συνδυασμό όλων αυτών. Για την αποτίμηση των συναλλαγών εντός και εκτός ισολογισμού, τα χρεώγραφα αποτιμώνται βάσει της ονομαστικής ή της αγοραίας τους αξίας, οι μετοχές βάσει της αγοραίας τους αξίας και τα παράγωγα μέσα βάσει της ονομαστικής ή της αγοραίας αξίας των υποκείμενων μέσων. Οι θετικές και αρνητικές θέσεις αθροίζονται ανεξάρτητα από τα πρόσημά τους. 4.   Εάν ένα ίδρυμα συμβεί να υπερβεί ένα τουλάχιστον από τα δύο οριζόμενα στην παράγραφο 2, στοιχεία α) και β), όρια, εκτός εάν αυτό διαρκέσει μόνο επί σύντομο χρονικό διάστημα, ή να υπερβεί ένα τουλάχιστον από τα δύο οριζόμενα στην παράγραφο 2, στοιχείο γ), όρια, υποχρεούται να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις της παραγράφου 1, στοιχείο α), όσον αφορά το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του και να ειδοποιήσει την αρμόδια αρχή. Άρθρο 19 1.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 14 του Παραρτήματος I, κατά τη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, είναι δυνατό να εφαρμόζεται στάθμιση 0 % για τους χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από τις οντότητες που απαριθμούνται στον Πίνακα 1 του Παραρτήματος I και είναι εκπεφρασμένοι και χρηματοδοτούνται στο εγχώριο νόμισμα. 2.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 13 και 14 του Παραρτήματος I, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ειδική απαίτηση κινδύνου για τις ομολογίες που εμπίπτουν στο Παράρτημα VI, Μέρος 1, παράγραφοι 68 έως 70 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, και δη ίση με την ειδική απαίτηση κινδύνου που αντιστοιχεί σε ένα εγκεκριμένο στοιχείο με την ίδια εναπομένουσα διάρκεια μέχρι τη λήξη των εν λόγω ομολογιών, μειωμένη σύμφωνα με τα ποσοστά που παρατίθενται στο Παράρτημα VI, Μέρος 1, παράγραφος 71 της προαναφερθείσας οδηγίας. 3.   Σε περίπτωση που, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 52 του Παραρτήματος I, μία αρμόδια αρχή εγκρίνει ως επιλέξιμο έναν οργανισμό συλλογικών επενδύσεων («ΟΣΕ») τρίτης χώρας, η αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους δύναται να κάνει χρήση της έγκρισης αυτής χωρίς να διενεργήσει η ίδια αξιολόγηση. Άρθρο 20 1.   Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου καθώς και του άρθρου 34 της παρούσας οδηγίας, οι απαιτήσεις του άρθρου 75 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ ισχύουν για τις επιχειρήσεις επενδύσεων. 2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές δύναται να επιτρέπουν σε επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν διαθέτουν άδεια για την παροχή υπηρεσιών οι οποίες απαριθμούνται στα σημεία 3 και 6 του Παραρτήματος I, τμήμα A της οδηγίας 2004/39/ΕΚ να διαθέτουν ίδια κεφάλαια τα οποία να είναι ανά πάσα στιγμή μεγαλύτερα ή ίσα με το υψηλότερο εκ των ακόλουθων ποσών: α) το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων που προβλέπονται στα στοιχεία α) έως γ) του άρθρου 75 της οδηγίας 2006/48/EK· και β) το ποσό που καθορίζεται στο άρθρο 21 της παρούσας οδηγίας. 3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές δύναται να επιτρέπουν σε επιχειρήσεις επενδύσεων που κατέχουν αρχικό κεφάλαιο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9, αλλά οι οποίες εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες, να διαθέτουν ίδια κεφάλαια τα οποία να είναι ανά πάσα στιγμή μεγαλύτερα ή ίσα με το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων που προκύπτει από υπολογισμούς σύμφωνα με τις απαιτήσεις των στοιχείων α) έως γ) του άρθρου 75 της οδηγίας 2006/48/EK και με το ποσό που καθορίζεται στο άρθρο 21 της παρούσας οδηγίας: α) επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες πραγματοποιούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό με μόνο σκοπό την εκπλήρωση ή την εκτέλεση εντολών πελατών ή με σκοπό την απόκτηση πρόσβασης σε σύστημα εκκαθάρισης και διακανονισμού ή σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο οσάκις ενεργούν υπό την ιδιότητα πράκτορα ή εκτελούν εντολή πελάτη· και β) επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες: i) δεν κατέχουν χρήματα ή τίτλους πελατών· ii) πραγματοποιούν συναλλαγές μόνο για ίδιο λογαριασμό· iii) δεν διαθέτουν εξωτερικούς πελάτες· iv) πραγματοποιούν συναλλαγές των οποίων η εκτέλεση και ο διακανονισμός τελούν υπό την ευθύνη και την εγγύηση εκκαθαριστικού οργανισμού. 4.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στις παραγράφους 2 και 3 εξακολουθούν να υπόκεινται σε όλες τις υπόλοιπες διατάξεις περί λειτουργικού κινδύνου οι οποίες περιλαμβάνονται στο Παράρτημα V της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. 5.   Το άρθρο 21 εφαρμόζεται μόνο στις επιχειρήσεις επενδύσεων στις οποίες έχουν εφαρμογή οι παράγραφοι 2 ή 3 ή το άρθρο 46, κατά τον εκεί οριζόμενο τρόπο. Άρθρο 21 Οι επιχειρήσεις επενδύσεων πρέπει να κατέχουν ίδια κεφάλαια που να ισοδυναμούν με το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων τους κατά το προηγούμενο έτος. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να προσαρμόζουν την απαίτηση αυτή σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής των δραστηριοτήτων της επιχείρησης σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Εάν η επιχείρηση δεν έχει ακόμα ασκήσει τις δραστηριότητές της κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου έτους, περιλαμβανομένης της ημέρας έναρξης των δραστηριοτήτων της, η κεφαλαιακή απαίτηση ισοδυναμεί με το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων που προβλέπονται στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων της, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές απαιτήσουν την αναπροσαρμογή αυτού του προγράμματος. Τμήμα 2 Εφαρμογή των απαιτήσεων σε ενοποιημένη βάση Άρθρο 22 1.   Οι αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες ή εντεταλμένες να ασκούν εποπτεία σε ενοποιημένη βάση επί ομίλων που εμπίπτουν στο άρθρο 2 δύνανται, ανάλογα με την περίπτωση, να χορηγούν απαλλαγή από τη σε ενοποιημένη βάση εφαρμογή των κεφαλαιακών απαιτήσεων υπό την προϋπόθεση ότι: α) έκαστη επιχείρηση επενδύσεων στην ΕΕ ενός τέτοιου ομίλου εφαρμόζει τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων που παρατίθεται στο άρθρο 16· β) όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων ενός τέτοιου ομίλου εμπίπτουν στις κατηγορίες των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 20· γ) έκαστη επιχείρηση επενδύσεων στην ΕΕ ενός τέτοιου ομίλου πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 18 και 20 σε ατομική βάση και συγχρόνως αφαιρεί από τα ίδια κεφάλαιά της τις τυχόν ενδεχόμενες υποχρεώσεις προς όφελος επιχειρήσεων επενδύσεων, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών που διαφορετικά θα αποτελούσαν αντικείμενο ενοποίησης· και δ) κάθε χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών η οποία είναι η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών σε κράτος μέλος οποιασδήποτε επιχείρησης επενδύσεων ενός τέτοιου ομίλου διαθέτει τουλάχιστον τόσα κεφάλαια, που ορίζονται εδώ ως το άθροισμα των στοιχείων α) έως η) του άρθρου 57 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, όσα το άθροισμα της πλήρους αξίας σύμφωνα με το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών των τυχόν συμμετοχών, των απαιτήσεων μειωμένης εξασφάλισης και των μέσων που μνημονεύονται στο άρθρο 57 της ίδιας οδηγίας σε επιχειρήσεις επενδύσεων, χρηματοδοτικά ιδρύματα, εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών που διαφορετικά θα αποτελούσαν αντικείμενο ενοποίησης, καθώς και το συνολικό ποσό τυχόν ενδεχόμενων υποχρεώσεων προς όφελος επιχειρήσεων επενδύσεων, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών που διαφορετικά θα αποτελούσαν αντικείμενο ενοποίησης. Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου, κάθε επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ διαθέτει και εφαρμόζει συστήματα για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των πηγών κεφαλαίων και χρηματοδότησης όλων των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, επιχειρήσεων επενδύσεων, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών που ανήκουν στον εκάστοτε όμιλο. 2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιτρέπουν σε χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών η οποία είναι η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος μιας επιχείρησης επενδύσεων ενός τέτοιου ομίλου να εφαρμόζει αξία χαμηλότερη από την αξία που υπολογίζεται σύμφωνα με το στοιχείο δ) της παραγράφου 1, αλλά όχι χαμηλότερη από το άθροισμα των απαιτήσεων που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 20 σε ατομική βάση σε επιχειρήσεις επενδύσεων, χρηματοδοτικά ιδρύματα, εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών που διαφορετικά θα αποτελούσαν αντικείμενο ενοποίησης, καθώς και από το συνολικό ποσό τυχόν ενδεχόμενων υποχρεώσεων προς όφελος επιχειρήσεων επενδύσεων, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών που διαφορετικά θα αποτελούσαν αντικείμενο ενοποίησης. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η κεφαλαιακή απαίτηση που ισχύει για τις επενδυτικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, τις εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και τις επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών είναι μια ονομαστική κεφαλαιακή απαίτηση. Άρθρο 23 Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που ανήκουν σε όμιλο εμπίπτοντα στην απαλλαγή που περιγράφεται στο άρθρο 22 να τους κοινοποιούν τους κινδύνους αυτούς, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων που συνδέονται με τη σύνθεση και τις πηγές των κεφαλαίων και της χρηματοδότησής τους, οι οποίοι θα μπορούσαν να βλάψουν την οικονομική κατάσταση αυτών των επιχειρήσεων επενδύσεων. Εάν στη συνέχεια οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι η οικονομική κατάσταση των εν λόγω επιχειρήσεων επενδύσεων δεν προστατεύεται επαρκώς, απαιτούν από τις επιχειρήσεις να λάβουν μέτρα, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, περιορισμών στις μεταφορές κεφαλαίων από τις επιχειρήσεις αυτές στους οργανισμούς του ομίλου. Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές δεν επιβάλουν την υποχρέωση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση δυνάμει του άρθρου 22, λαμβάνουν άλλα ανάλογα μέτρα για την εποπτεία των κινδύνων, συγκεκριμένα δε των μεγάλων ανοιγμάτων σε ολόκληρο τον όμιλο, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων οι οποίες δεν είναι εγκατεστημένες σε κανένα κράτος μέλος. Όταν οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την απαλλαγή από την εφαρμογή των κεφαλαιακών απαιτήσεων σε ενοποιημένη βάση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 22, οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 123 και στον τίτλο V, κεφάλαιο 5 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ ισχύουν σε ατομική βάση, ενώ οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 124 της ίδιας οδηγίας ισχύουν σε ατομική βάση για την εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων. Άρθρο 24 1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2, παράγραφος 2, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαλλάσσουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων από την ενοποιημένη κεφαλαιακή απαίτηση που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, υπό την προϋπόθεση ότι όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων του ομίλου εμπίπτουν στην κατηγορία επιχειρήσεων επενδύσεων για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 20, παράγραφος 2 και ότι ο όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικά ιδρύματα. 2.   Οσάκις πληρούνται οι απαιτήσεις της παραγράφου 1, κάθε μητρική επιχείρηση επενδύσεων σε κράτος μέλος οφείλει να διαθέτει σε ενοποιημένη βάση ίδια κεφάλαια τα οποία να είναι οπωσδήποτε ίσα ή μεγαλύτερα από το μεγαλύτερο από τα εξής δύο ποσά, που υπολογίζονται βάσει της ενοποιημένης χρηματοοικονομικής θέσης της μητρικής επιχείρησης επενδύσεων και σύμφωνα με το τμήμα 3 του παρόντος κεφαλαίου: α) το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων που περιέχονται στα στοιχεία α) έως γ) του άρθρου 75 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και β) το ποσό που καθορίζεται στο άρθρο 21 της παρούσας οδηγίας. 3.   Οσάκις πληρούνται οι απαιτήσεις της παραγράφου 1, κάθε επιχείρηση επενδύσεων ελεγχόμενη από χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών οφείλει να διαθέτει σε ενοποιημένη βάση ίδια κεφάλαια τα οποία να είναι οπωσδήποτε ίσα ή μεγαλύτερα από το μεγαλύτερο από τα εξής δύο ποσά, που υπολογίζονται βάσει της ενοποιημένης χρηματοοικονομικής θέσης της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών και σύμφωνα με το τμήμα 3 του παρόντος κεφαλαίου: α) το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων που περιέχονται στα στοιχεία α) έως γ) του άρθρου 75 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και β) το ποσό που καθορίζεται στο άρθρο 21 της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 25 Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2, παράγραφος 2, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαλλάσσουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων από την ενοποιημένη κεφαλαιακή απαίτηση που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, υπό την προϋπόθεση ότι όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων του ομίλου εμπίπτουν στην κατηγορία επιχειρήσεων επενδύσεων για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 20, παράγραφοι 2 και 3, και ότι ο όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικά ιδρύματα. Οσάκις πληρούνται οι απαιτήσεις του πρώτου εδαφίου, κάθε μητρική επιχείρηση επενδύσεων σε κράτος μέλος οφείλει να διαθέτει ίδια κεφάλαια σε ενοποιημένη βάση τα οποία να είναι οπωσδήποτε ίσα με ή μεγαλύτερα από το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων που περιέχονται στα στοιχεία α) έως γ) του άρθρου 75 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, και του ποσού που καθορίζεται στο άρθρο 21 της παρούσας οδηγίας υπολογιζόμενων βάσει της ενοποιημένης χρηματοοικονομικής θέσης της μητρικής επιχείρησης επενδύσεων και σύμφωνα με το τμήμα 3 του παρόντος κεφαλαίου. Οσάκις πληρούνται οι απαιτήσεις του πρώτου εδαφίου, κάθε επιχείρηση επενδύσεων ελεγχόμενη από χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών οφείλει να διαθέτει ίδια κεφάλαια σε ενοποιημένη βάση τα οποία να είναι οπωσδήποτε ίσα ή μεγαλύτερα από το άθροισμα των απαιτήσεων που περιέχονται στα στοιχεία α) έως γ) του άρθρου 75 της οδηγίας 2006/48/EK και του ποσού που καθορίζεται στο άρθρο 21 της παρούσας οδηγίας, υπολογιζόμενων βάσει της ενοποιημένης χρηματοοικονομικής θέσης της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών και σύμφωνα με το τμήμα 3 του παρόντος κεφαλαίου. Τμήμα 3 Υπολογισμός των ενοποιημένων απαιτήσεων Άρθρο 26 1.   Όταν δεν ασκείται το οριζόμενο στο άρθρο 22 δικαίωμα μη εφαρμογής, για τους σκοπούς του ενοποιημένου υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων στα Παραρτήματα I και V και των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων έναντι των πελατών στα άρθρα 28 έως 32 και στο Παράρτημα VI, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν τον συμψηφισμό των θέσεων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών ενός ιδρύματος με τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών άλλου ιδρύματος σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στα άρθρα 28 έως 32 και στα Παραρτήματα I, V και VI. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν τον συμψηφισμό θέσεων συναλλάγματος ενός ιδρύματος με θέσεις συναλλάγματος άλλου ιδρύματος, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στο Παράρτημα III ή/και στο Παράρτημα V. Μπορούν επίσης να επιτρέπουν τον συμψηφισμό θέσεων ενός ιδρύματος σε βασικά εμπορεύματα με τις θέσεις άλλου ιδρύματος σε βασικά εμπορεύματα, σύμφωνα με τους κανόνες των Παραρτημάτων IV ή/και V. 2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν συμψηφισμό όσον αφορά το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και συμψηφισμό θέσεων σε συνάλλαγμα και σε βασικά εμπορεύματα, αντιστοίχως, επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε τρίτες χώρες, εφόσον πληρούνται ταυτόχρονα οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν άδεια λειτουργίας σε μια τρίτη χώρα και είτε ανταποκρίνονται στον ορισμό του πιστωτικού ιδρύματος του άρθρου 4, παράγραφος 1 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ είτε είναι αναγνωρισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων τρίτων χωρών, β) οι εν λόγω επιχειρήσεις τηρούν, επί ατομικής βάσεως, κανόνες επάρκειας κεφαλαίων ισοδύναμους με τους κανόνες της παρούσας οδηγίας, και γ) δεν υπάρχουν στις οικείες τρίτες χώρες κανονιστικές ρυθμίσεις που να επηρεάζουν ουσιαστικά τις μεταβιβάσεις κεφαλαίων εντός του ομίλου. 3.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να επιτρέπουν τον συμψηφισμό που περιγράφεται στην παράγραφο 1 μεταξύ ιδρυμάτων τα οποία ανήκουν σε όμιλο που έχει σχετική άδεια στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, υπό τον όρον ότι: α) υπάρχει ικανοποιητική κατανομή κεφαλαίων εντός του ομίλου, και β) το κανονιστικό, νομικό ή συμβατικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν τα ιδρύματα εγγυάται, ως εκ της φύσεώς του, την αμοιβαία χρηματοοικονομική υποστήριξη εντός του ομίλου. 4.   Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν τον συμψηφισμό που περιγράφεται στην παράγραφο 1 μεταξύ ιδρυμάτων που ανήκουν σε έναν όμιλο ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3 και οιουδήποτε ιδρύματος που ανήκει στον ίδιον όμιλο και έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος, υπό τον όρον ότι το δεύτερο ίδρυμα υποχρεούται να πληροί τις κεφαλαιακές απαιτήσεις του επί ατομικής βάσεως δυνάμει των άρθρων 18, 20 και 28. Άρθρο 27 1.   Κατά τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση, εφαρμόζεται το άρθρο 65 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. 2.   Οι αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση μπορούν να αναγνωρίζουν ως έγκυρους τους ειδικούς ορισμούς των ιδίων κεφαλαίων που ισχύουν για τα ενδιαφερόμενα ιδρύματα βάσει του Παραρτήματος IV κατά τον υπολογισμό των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων τους. Τμήμα 4 Παρακολούθηση και έλεγχος των μεγάλων ανοιγμάτων Άρθρο 28 1.   Τα ιδρύματα παρακολουθούν και θέτουν υπό έλεγχο τα μεγάλα τους ανοίγματα σύμφωνα με τα άρθρα 106 έως 118 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. 2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα ιδρύματα που υπολογίζουν τις κεφαλαιακές τους απαιτήσεις για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών τους, σύμφωνα με τα Παραρτήματα I και II και, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το Παράρτημα V της παρούσας οδηγίας, παρακολουθούν και ελέγχουν τα μεγάλα τους ανοίγματα σύμφωνα με τα άρθρα 106 έως 118 της οδηγίας 2006/48/EK, με την επιφύλαξη των τροποποιήσεων που προβλέπονται στα άρθρα 29 έως 32 της παρούσας οδηγίας. 3.   Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2007, η Επιτροπή θα υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση για τη λειτουργία του παρόντος τμήματος, μαζί με τυχόν κατάλληλες προτάσεις. Άρθρο 29 1.   Τα ανοίγματα έναντι κατ' ιδίαν πελατών που προκύπτουν από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών υπολογίζονται αθροίζοντας τα παρακάτω στοιχεία: α) την αξία -εφόσον είναι θετική- κατά την οποία οι θετικές θέσεις του ιδρύματος υπερβαίνουν τις αρνητικές θέσεις σε όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται από τον εν λόγω πελάτη· η καθαρή θέση σε καθένα από τα διάφορα μέσα υπολογίζεται σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπονται στο Παράρτημα I, β) το καθαρό άνοιγμα, στην περίπτωση αναδοχής της έκδοσης χρεωστικών τίτλων ή μετοχών, και γ) τα ανοίγματα που οφείλονται στις συναλλαγές, συμφωνίες και συμβάσεις που αναφέρονται στο Παράρτημα II, με τον οικείο πελάτη· τα ανοίγματα αυτά υπολογίζονται κατά τον τρόπο που ορίζεται στο ίδιο Παράρτημα, για τον υπολογισμό του ύψους των ανοιγμάτων. Για τους σκοπούς του στοιχείου β), το καθαρό άνοιγμα υπολογίζεται αφαιρώντας τις θέσεις αναδοχής που αναλαμβάνουν ή υπαναδέχονται τρίτοι βάσει τυπικής συμφωνίας μειωμένες βάσει των συντελεστών που ορίζονται στην παράγραφο 41 του Παραρτήματος I. Για τους σκοπούς του στοιχείου β), εν αναμονή περαιτέρω συντονισμού, οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα ιδρύματα να εγκαθιδρύσουν συστήματα για να παρακολουθούν και να ελέγχουν τα ανοίγματα που υφίστανται λόγω αναδοχής εκδόσεων από τη στιγμή της πρώτης ανάληψης υποχρεώσεων μέχρι την πρώτη εργάσιμη ημέρα, ανάλογα με τη φύση των κινδύνων των οικείων αγορών. Για τους σκοπούς του στοιχείου γ), τα άρθρα 84 έως 89 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ εξαιρούνται από τα οριζόμενα στο Παράρτημα ΙΙ παράγραφος 6 της παρούσας οδηγίας. 2.   Τα ανοίγματα έναντι ομίλων συνδεδεμένων πελατών στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών υπολογίζονται αθροίζοντας τα ανοίγματα έναντι κατ' ιδίαν πελατών εντός ενός ομίλου, όπως προβλέπει η παράγραφος 1. Άρθρο 30 1.   Τα συνολικά ανοίγματα έναντι μεμονωμένων πελατών ή ομίλων συνδεδεμένων πελατών υπολογίζονται αθροίζοντας τα ανοίγματα που προκύπτουν από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και εκείνα που προκύπτουν από τις συναλλαγές εκτός χαρτοφυλακίου, λαμβάνοντας υπόψη τα άρθρα 112 έως 117 της οδηγίας 2006/48/EK. Για να υπολογίσουν τα ανοίγματα των εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών, τα ιδρύματα υπολογίζουν ως μηδενικό το άνοιγμα που προκύπτει από στοιχεία του ενεργητικού τα οποία αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαιά τους δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο. 2.   Τα συνολικά ανοίγματα των ιδρυμάτων έναντι κατ' ιδίαν πελατών και ομίλων συνδεδεμένων πελατών, όπως υπολογίζονται στην παράγραφο 4, αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο 110 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. Ο υπολογισμός μεγάλων ανοιγμάτων έναντι μεμονωμένων πελατών και ομίλων συνδεδεμένων πελατών ενόψει της υποχρεωτικής παροχής στοιχείων, με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες σχετίζεται με συναλλαγές επαναγοράς ή με δανειοδοσίες ή δανειοληψίες τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων, δεν περιλαμβάνει την αναγνώριση της μείωσης πιστωτικού κινδύνου. 3.   Το άθροισμα των ανοιγμάτων έναντι ενός μεμονωμένου πελάτη ή ομίλου συνδεδεμένων πελατών σύμφωνα με την παράγραφο 1 περιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 111 έως 117 της οδηγίας 2006/48/EK. 4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν, για τα στοιχεία που αποτελούν απαιτήσεις και άλλα ανοίγματα έναντι αναγνωρισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων τρίτων χωρών και αναγνωρισμένων οίκων διακανονισμού και εκκαθάρισης και χρηματιστηρίων, την ίδια μεταχείριση που επιφυλάσσεται στα στοιχεία των πιστωτικών ιδρυμάτων που αναφέρονται στα άρθρα 113 παράγραφος 3, σημείο i), 115, παράγραφος 2, και 116 της οδηγίας 2006/48/EK. Άρθρο 31 Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν την υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται στα άρθρα 111 έως 117 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) το εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών άνοιγμα έναντι του εν λόγω πελάτη ή της εν λόγω ομάδας πελατών δεν υπερβαίνει τα όρια που καθορίζονται στα άρθρα 111 έως 117 της οδηγίας 2006/48/EK, υπολογιζόμενα σε συνάρτηση με τα ίδια κεφάλαια όπως αυτά καθορίζονται στην ίδια οδηγία, ώστε η υπέρβαση να προκύπτει αποκλειστικά από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών· β) το ίδρυμα πληροί μια πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση επί της υπέρβασης αυτής εντός των ορίων που ορίζει το άρθρο 111, παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2006/48/EK, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το Παράρτημα VI της προαναφερθείσας οδηγίας· γ) σε περίπτωση παρέλευσης δέκα το πολύ ημερών από την πραγματοποίηση της υπέρβασης, το άνοιγμα του χαρτοφυλακίου συναλλαγών έναντι του συγκεκριμένου πελάτη ή ομίλου συνδεδεμένων πελατών δεν πρέπει να υπερβαίνει το 500 % των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος· δ) οι υπερβάσεις που διαρκούν περισσότερο από δέκα ημέρες δεν πρέπει να υπερβαίνουν, συνολικά, το 600 % των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος· και ε) κάθε τρίμηνο, τα ιδρύματα αναφέρουν στις αρμόδιες αρχές όλες τις περιπτώσεις όπου υπήρξε υπέρβαση, κατά το παρελθόν τρίμηνο, των ορίων που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 111 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. Σε σχέση με το στοιχείο ε), σε κάθε περίπτωση υπέρβασης των ορίων γνωστοποιούνται το ποσό της υπέρβασης και το όνομα του εκάστοτε πελάτη. Άρθρο 32 1.   Οι αρμόδιες αρχές θεσπίζουν διαδικασίες ώστε να εμποδίζονται τα ιδρύματα από το να αποφεύγουν εσκεμμένα τις πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις οι οποίες ειδάλλως θα προέκυπταν σε ανοίγματα που υπερβαίνουν τα όρια των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 111 της οδηγίας 2006/48/EK αφ'ης στιγμής τα ανοίγματα αυτά θα διετηρούντο περισσότερο από δέκα ημέρες, μεταφέροντας προσωρινά τα εν λόγω ανοίγματα σε άλλη εταιρεία, είτε ανήκουσα στον ίδιο όμιλο είτε όχι, ή/και πραγματοποιώντας εικονικές συναλλαγές ώστε να κλείσουν το άνοιγμα κατά την περίοδο των δέκα ημερών και να δημιουργήσουν άλλο. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή τις εν λόγω διαδικασίες. Τα ιδρύματα διατηρούν σε εφαρμογή συστήματα με τα οποία να διασφαλίζεται η άμεση ενημέρωση των αρμόδιων αρχών για οποιαδήποτε μεταφορά η οποία έχει τις συνέπειες που μνημονεύονται στο πρώτο εδάφιο. 2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα που δικαιούνται να χρησιμοποιούν τον εναλλακτικό προσδιορισμό των ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2 να χρησιμοποιούν τον προσδιορισμό αυτό για τους σκοπούς του άρθρου 30, παράγραφοι 2 και 3 και του άρθρου 31 υπό τον όρο ότι τα εν λόγω ιδρύματα πρέπει να τηρούν τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 110 έως 117 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, όσον αφορά τα ανοίγματα που εμφανίζονται στις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγές τους, χρησιμοποιώντας ίδια κεφάλαια κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας. Τμήμα 5 Αποτίμηση θέσεων για τους σκοπούς της παροχής στοιχείων Άρθρο 33 1.   Το σύνολο των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών υπόκειται σε κανόνες συνετής αποτίμησης κατά τα οριζόμενα στο Παράρτημα VII, Μέρος B. Οι εν λόγω κανόνες αξιώνουν από τα ιδρύματα να διασφαλίζουν ότι η αξία η οποία αποδίδεται σε κάθε θέση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του εκάστοτε ιδρύματος αντικατοπτρίζει με τον δέοντα τρόπο την τρέχουσα αγοραία αξία. Η αξία περιλαμβάνει ικανοποιητικό βαθμό βεβαιότητας με γνώμονα τον δυναμικό χαρακτήρα των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, τις απαιτήσεις της συνετής αποτίμησης και τον τρόπο εφαρμογής και τον σκοπό των κεφαλαιακών απαιτήσεων όσον αφορά τις θέσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών. 2.   Οι θέσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών αποτιμώνται εκ νέου τουλάχιστον άπαξ ημερησίως. 3.   Ελλείψει άμεσα διαθέσιμων τρεχουσών τιμών της αγοράς, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να μην εφαρμόζουν την απαίτηση που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 και απαιτούν από τα ιδρύματα να χρησιμοποιούν εναλλακτικές μεθόδους αποτίμησης, εφόσον οι εν λόγω μέθοδοι είναι επαρκώς συνετές και έχουν εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές. Τμήμα 6 Διαχείριση κινδύνου και αξιολόγηση των κεφαλαίων Άρθρο 34 Οι αρμόδιες αρχές αξιώνουν από κάθε επιχείρηση επενδύσεων να πληροί, εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 13 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, και τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 22 και 123 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, αλλά με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 68 έως 73 της εν λόγω οδηγίας σχετικά με το επίπεδο εφαρμογής. Τμήμα 7 Απαιτήσεις παροχής στοιχείων Άρθρο 35 1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τα πιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτίμηση της συμμόρφωσής τους με τους κανόνες που θεσπίζονται βάσει της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και οι διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες των ιδρυμάτων επιτρέπουν, ανά πάσα στιγμή, τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους προς τους εν λόγω κανόνες. 2.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές έκθεση, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζουν οι αρχές αυτές, τουλάχιστον μία φορά τον μήνα στην περίπτωση των επιχειρήσεων του άρθρου 9, τουλάχιστον κάθε τρεις μήνες στην περίπτωση των επιχειρήσεων του άρθρου 5, παράγραφος 1, και τουλάχιστον κάθε έξι μήνες στην περίπτωση των επιχειρήσεων του άρθρου 5, παράγραφος 3. 3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι επιχειρήσεις επενδύσεων του άρθρου 5, παράγραφος 1, και του άρθρου 9 υποχρεούνται να υποβάλλουν τα στοιχεία σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση κάθε έξι μήνες. 4.   Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές έκθεση η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζουν οι αρχές αυτές, με την ίδια συχνότητα με εκείνη που προβλέπει η οδηγία 2006/48/ΕΚ. 5.   Οι αρμόδιες αρχές επιβάλλουν στα ιδρύματα την υποχρέωση να τους αναφέρουν πάραυτα οποιαδήποτε περίπτωση όπου οι αντισυμβαλλόμενοί τους σε συμφωνίες πώλησης και επαναγοράς και αγοράς και επαναπώλησης ή συναλλαγές δανειοληψίας τίτλων και βασικών εμπορευμάτων και δανειοδοσίας τίτλων και βασικών εμπορευμάτων περιέρχονται σε κατάσταση αθέτησης ως προς την εκτέλεση των υποχρεώσεών τους. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI Τμήμα 1 Αρμόδιες αρχές Άρθρο 36 1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, ενημερώνουν δε σχετικά την Επιτροπή, αναφέροντας κάθε ενδεχόμενο καταμερισμό καθηκόντων. 2.   Οι αρμόδιες αρχές είναι δημόσιες αρχές ή όργανα που έχουν επίσημα αναγνωριστεί από την εθνική νομοθεσία ή από τις δημόσιες αρχές ως συμμετέχοντα στο σύστημα εποπτείας που ισχύει στο οικείο κράτος μέλος. 3.   Οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν όλες τις εξουσίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, και κυρίως για να εποπτεύουν τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Τμήμα 2 Εποπτεία Άρθρο 37 1.   Ο τίτλος V, κεφάλαιο 4 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, για την εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων, σύμφωνα με τις ακόλουθες ρυθμίσεις: α) κάθε παραπομπή στο άρθρο 6 της οδηγίας 2006/48/EK νοείται ως παραπομπή στο άρθρο 5 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ· β) κάθε παραπομπή στα άρθρα 22 και 123 της οδηγίας 2006/48/EK νοείται ως παραπομπή στο άρθρο 34 της παρούσας οδηγίας· γ) κάθε παραπομπή στα άρθρα 44 έως 52 της οδηγίας 2006/48/EK νοείται ως παραπομπή στα άρθρα 54 και 58 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ. Οσάκις μία μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ διαθέτει ως θυγατρικές τόσο ένα πιστωτικό ίδρυμα όσο και μια επιχείρηση επενδύσεων, τότε ο τίτλος V, κεφάλαιο 4, της οδηγίας 2006/48/EK εφαρμόζεται για την εποπτεία των ιδρυμάτων κατά τρόπον ώστε όπου αναφέρεται πιστωτικό ίδρυμα, να διαβάζεται ίδρυμα. 2.   Το άρθρο 129, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/48/ΕΚ εφαρμόζεται επίσης για την αναγνώριση των εσωτερικών υποδειγμάτων ιδρυμάτων κατά τα οριζόμενα στο Παράρτημα V της παρούσας οδηγίας, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται από μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ και θυγατρικές του ή από μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ και θυγατρικές της, ή από κοινού από θυγατρικές μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ. Η προθεσμία για την αναγνώριση του πρώτου εδαφίου είναι εξάμηνη. Άρθρο 38 1.   Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται στενά για την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία, ιδίως οσάκις οι επενδυτικές υπηρεσίες παρέχονται βάσει της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών ή μέσω της εγκατάστασης υποκαταστημάτων. Οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν, μετά από σχετική αίτηση, κάθε πληροφορία που μπορεί να διευκολύνει την εποπτεία της επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων, και ιδίως τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους με τους κανόνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. 2.   Κάθε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία υπόκειται στις ακόλουθες υποχρεώσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου: α) για τις επιχειρήσεις επενδύσεων ισχύουν οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 54 και 58 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ· και β) για τα πιστωτικά ιδρύματα, ισχύουν οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 44 έως 52 της οδηγίας 2006/48/EK. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII Δημοσιοποιηση Άρθρο 39 Οι απαιτήσεις που καθορίζονται στον τίτλο V, κεφάλαιο 5 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ ισχύουν για τις επιχειρήσεις επενδύσεων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII Τμήμα 1 Άρθρο 40 Για τους σκοπούς του υπολογισμού των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου δυνάμει της παρούσας οδηγίας, καθώς και για τον υπολογισμό των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον πιστωτικό κίνδυνο βάσει της οδηγίας 2006/48/EK, και με την επιφύλαξη των διατάξεων του Παραρτήματος III, Μέρος 2, παράγραφος 6, της προαναφερθείσας οδηγίας, τα ανοίγματα έναντι αναγνωρισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων τρίτων χωρών και τα ανοίγματα έναντι αναγνωρισμένων οίκων διακανονισμού και εκκαθάρισης και χρηματιστηρίων λογίζονται ως ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων. Τμήμα 2 Εξουσίες εκτέλεσης Άρθρο 41 1.   Η Επιτροπή αποφασίζει για τυχόν τεχνικές προσαρμογές στους ακόλουθους τομείς σύμφωνα με τη διαδικασία που μνημονεύεται στο άρθρο 42, παράγραφος 2: α) διασαφήνιση των ορισμών του άρθρου 3 για να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή της οδηγίας · β) διασαφήνιση των ορισμών του άρθρου 3 ούτως ώστε να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στον τομέα των χρηματοπιστωτικών αγορών· γ) προσαρμογή του ύψους του αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στα άρθρα 5 έως 9 και του ποσού του άρθρου 18, παράγραφος 2 ούτως ώστε να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στον οικονομικό και νομισματικό τομέα· δ) προσαρμογή των κατηγοριών των επιχειρήσεων επενδύσεων που προβλέπονται στο άρθρο 20, παράγραφοι 2 και 3 ούτως ώστε να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές· ε) διασαφήνιση της απαίτησης που καθορίζεται στο άρθρο 21 για να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή της οδηγίας· στ) ευθυγράμμιση της ορολογίας καθώς και διατύπωση των ορισμών σύμφωνα με τις μεταγενέστερες πράξεις για τα ιδρύματα καθώς και τα συναφή θέματα· ζ) προσαρμογή των τεχνικών διατάξεων των Παραρτημάτων I έως VII λόγω των εξελίξεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές, στη μέτρηση των κινδύνων και στα λογιστικά πρότυπα και απαιτήσεις, έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, ή λόγω της σύγκλισης των μεθόδων εποπτείας· ή η) τεχνικές προσαρμογές για να ληφθεί υπόψη το αποτέλεσμα της επανεξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 65, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/39/ΕΚ. 2.   Κανένα από τα εφαρμοσθέντα εκτελεστικά μέτρα δεν δύναται να τροποποιεί τις ουσιώδεις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 42 1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών που συστάθηκε με την απόφαση 2004/10/EΚ (12) της Επιτροπής, της 5ης Νοεμβρίου 2003 (εφεξής «η επιτροπή»). 2.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται η διαδικασία των άρθρων 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 7, παράγραφος 3, και του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης. Η προθεσμία του άρθρου 5, παράγραφος 6, της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη. 3.   Με την επιφύλαξη των ήδη εγκριθέντων εκτελεστικών μέτρων, μετά την πάροδο διετίας από την έγκριση της παρούσας οδηγίας και το αργότερο την 1η Απριλίου 2008, αναστέλλεται η εφαρμογή των διατάξεών της που απαιτούν την έγκριση τεχνικών κανόνων, τροποποιήσεων και αποφάσεων σύμφωνα με την παράγραφο 2. Κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δύνανται να ανανεώσουν τις εν λόγω διατάξεις κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης και, προς τον σκοπό αυτόν, τις αναθεωρούν πριν την παρέλευση, κατά περίπτωση, της προαναφερθείσας προθεσμίας ή ημερομηνίας, όποια από τις δύο επέρχεται πρώτη. 4.   Η επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό της κανονισμό. Τμήμα 3 Μεταβατικές διατάξεις Άρθρο 43 Το άρθρο 152, παράγραφοι 1 έως 7, της οδηγίας 2006/48/ΕΚ είναι εφαρμοστέο, σύμφωνα με το άρθρο 2 και το κεφάλαιο V, τμήματα 2 και 3, της παρούσας οδηγίας, στις επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες υπολογίζουν το ποσό ανοιγμάτων με στάθμιση κινδύνου για τους σκοπούς του Παραρτήματος II της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τα άρθρα 84 έως 89 της οδηγίας 2006/48/EK ή με χρήση της Εξελιγμένης Προσέγγισης Υπολογισμού, η οποία καθορίζεται στο άρθρο 105 της εν λόγω οδηγίας για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων που ισχύουν στην περίπτωσή τους για τον λειτουργικό κίνδυνο. Άρθρο 44 Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου για τις επιχειρήσεις επενδύσεων των οποίων η επιχειρηματική δραστηριότητα συναλλαγών και πωλήσεων χαρακτηρίζεται από σχετικό δείκτη που αντιπροσωπεύει το 50 % τουλάχιστον του συνόλου των σχετικών δεικτών για όλες τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες σύμφωνα με τον υπολογισμό που καθορίζεται στο άρθρο 20 της παρούσας οδηγίας και στο Παράρτημα X, Μέρος 2, παράγραφοι 1 έως 4, της οδηγίας 2006/48/EK, τα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόζουν ποσοστό 15 % για την επιχειρηματική δραστηριότητα «συναλλαγές και πωλήσεις». Άρθρο 45 1.   Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιτρέψουν σε επιχειρήσεις επενδύσεων να υπερβούν τα όρια που προβλέπει για τα μεγάλα ανοίγματα το άρθρο 111 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν χρειάζεται να συμπεριλαμβάνουν τυχόν υπερβάσεις στον υπολογισμό των πέραν των ορίων αυτών κεφαλαιακών απαιτήσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 75, στοιχείο β), της προαναφερθείσας οδηγίας. Η διακριτική αυτή ευχέρεια μπορεί να ασκείται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010 ή μέχρις ότου τεθούν σε ισχύ -αν αυτό συμβεί νωρίτερα- τροποποιήσεις συνακόλουθες της μεταχείρισης των μεγάλων ανοιγμάτων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 119 της οδηγίας 2006/48/EK. Για να μπορεί να ασκηθεί αυτή η ευχέρεια πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις : α) η επιχείρηση επενδύσεων παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή επιδίδεται σε επενδυτικές δραστηριότητες σχετικές με τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στα σημεία 5, 6, 7, 9 και 10 του Τμήματος Γ του Παραρτήματος Ι της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, β) η επιχείρηση επενδύσεων δεν παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες σε πελάτες λιανικής ούτε επιδίδεται σε επενδυτικές δραστηριότητες για λογαριασμό πελατών λιανικής, γ) οι υπερβάσεις των προβλεπόμενων στο πρώτο εδάφιο ορίων ανακύπτουν σε συνάρτηση με ανοίγματα απορρέοντα από συμβάσεις που αποτελούν χρηματοοικονομικά μέσα απαριθμούμενα στο στοιχείο α) τα οποία αφορούν εμπορεύματα ή υποκείμενα μέσα σύμφωνα με το σημείο 10 του Τμήματος Γ του Παραρτήματος Ι της οδηγίας 2004/39/ΕΚ και υπολογίζονται σύμφωνα με τα Παραρτήματα III και IV της οδηγίας 2006/48/EK, ή από συμβάσεις που αφορούν την παράδοση εμπορευμάτων ή δικαιώματα εκπομπών, και δ) η επιχείρηση επενδύσεων έχει τεκμηριωμένη στρατηγική για τη διαχείριση και ιδίως για τον έλεγχο και την περιστολή των κινδύνων που απορρέουν από τη συγκέντρωση των ανοιγμάτων. Η επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει χωρίς χρονοτριβή τις αρμόδιες αρχές για τη στρατηγική αυτή και για οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή της. Η επιχείρηση επενδύσεων λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρακολουθεί συνεχώς την πιστοληπτική ικανότητα των δανειοληπτών, ανάλογα με τις επιπτώσεις τους στον κίνδυνο λόγω συγκέντρωσης. Τα εν λόγω μέτρα πρέπει να επιτρέπουν στην επιχείρηση επενδύσεων να αντιδρά προσηκόντως και με την δέουσα ταχύτητα σε τυχόν επιδείνωση της εν λόγω πιστοληπτικής ικανότητας. 2.   Όταν η επιχείρηση επενδύσεων υπερβαίνει τα εσωτερικά όρια που έχει θέσει σύμφωνα με τη στρατηγική του στοιχείου δ) της παραγράφου 1, ενημερώνει χωρίς χρονοτριβή την αρμόδια αρχή για το μέγεθος και τη φύση της υπέρβασης καθώς και την ταυτότητα του αντισυμβαλλομένου. Άρθρο 46 Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 20, παράγραφος 1, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2011, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιλέξουν, κατά περίπτωση, να μην εφαρμόσουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που απορρέουν από το στοιχείο δ) του άρθρου 75 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ έναντι των επιχειρήσεων επενδύσεων στις οποίες δεν εφαρμόζεται το άρθρο 20, παράγραφοι 2 και 3, των οποίων το σύνολο των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ουδέποτε υπερβαίνει τα 50 εκατομμύρια ευρώ και των οποίων ο μέσος αριθμός απασχολουμένων υπαλλήλων κατά το οικονομικό έτος δεν υπερβαίνει τους 100. Αντ' αυτού, η κεφαλαιακή απαίτηση για τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων ανέρχεται τουλάχιστον στο χαμηλότερο των εξής: α) των κεφαλαιακών απαιτήσεων που απορρέουν από το στοιχείο δ) του άρθρου 75 της οδηγίας 2006/48/EK· και β) των 12/88ων του υψηλότερου των κάτωθι: i) του ποσού των κεφαλαιακών απαιτήσεων που περιλαμβάνονται στα στοιχεία α) έως γ) του άρθρου 75 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ· και ii) του ποσού που ορίζεται στο άρθρο 21 της παρούσας οδηγίας, με την επιφύλαξη που άρθρου 20, παράγραφος 5. Σε περίπτωση εφαρμογής του στοιχείου β), εφαρμόζεται, σε ετήσια τουλάχιστον βάση, επιπρόσθετη αύξηση. Η εφαρμογή της παρούσας παρέκκλισης δεν καταλήγει σε μείωση του συνολικού επιπέδου των κεφαλαιακών απαιτήσεων για μια επιχείρηση επενδύσεων, σε σύγκριση με τις απαιτήσεις που ίσχυαν στις 31 Δεκεμβρίου 2006, εκτός και αν η μείωση αυτή αιτιολογείται για λόγους προληπτικούς από μείωση του μεγέθους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της επιχείρησης επενδύσεων. Άρθρο 47 Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2009 ή σε προηγούμενη ημερομηνία που καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές κατά περίπτωση, τα ιδρύματα που έχουν λάβει αναγνώριση για εσωτερικό υπόδειγμα ως προς τον ειδικό κίνδυνο προ της 1ης Ιανουαρίου 2007, μπορούν σύμφωνα με το Παράρτημα V, παράγραφος 1, και για αυτή την υφιστάμενη αναγνώριση, να αντιμετωπίζουν το Παράρτημα V, παράγραφοι 4 και 8 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ όπως οι παράγραφοι αυτές ίσχυαν προ της 1ης Ιανουαρίου 2007. Άρθρο 48 1.   Οι διατάξεις σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που θεσπίζονται στην παρούσα οδηγία και την οδηγία 2006/48/ΕΚ δεν εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων η βασική επιχειρηματική δραστηριότητα των οποίων αφορά αποκλειστικά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή δραστηριότητες που αφορούν τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ορίζονται στο Παράρτημα I, Τμήμα Γ, παράγραφοι 5, 6, 7, 9 και 10 της οδηγίας 2004/39/EΚ, και για τις οποίες δεν ίσχυε η οδηγία 93/22/ΕΟΚ (13) στις 31 Δεκεμβρίου 2006. Η εξαίρεση αυτή μπορεί να ασκείται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010 ή μέχρις ότου τεθούν σε ισχύ -αν αυτό συμβεί νωρίτερα- τροποποιήσεις κατ' εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3. 2.   Ως μέρος της αναθεώρησης που απαιτεί το άρθρο 65, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, η Επιτροπή, με βάση δημόσιες διαβουλεύσεις και κατόπιν συζητήσεων με τις αρμόδιες αρχές, υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με: α) το κατάλληλο σύστημα προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων η βασική επιχειρηματική δραστηριότητα των οποίων αφορά αποκλειστικά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση δραστηριοτήτων που αφορούν τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ορίζονται στο Παράρτημα I, Τμήμα Γ, σημεία 5, 6, 7, 9 και 10, της οδηγίας 2004/39/EΚ· και β) τη σκοπιμότητα τροποποίησης της οδηγίας 2004/39/EΚ για την καθιέρωση μιας επιπλέον κατηγορίας επιχειρήσεων επενδύσεων η βασική επιχειρηματική δραστηριότητα των οποίων αφορά αποκλειστικά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση δραστηριοτήτων που αφορούν τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ορίζονται στο Παράρτημα I, Τμήμα Γ, σημεία 5, 6, 7, 9 και 10, της οδηγίας 2004/39/EΚ, όσον αφορά την παροχή ενέργειας (ηλεκτρικό, άνθρακας, φυσικό αέριο και πετρέλαιο). 3.   Βάσει της έκθεσης της παραγράφου 2, η Επιτροπή υποβάλλει προτάσεις για σχετικές τροπολογίες στην παρούσα οδηγία καθώς και στην οδηγία 2006/48/ΕΚ. Τμήμα 4 Τελικές διατάξεις Άρθρο 49 1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι απαραίτητες για τη συμμόρφωση με τα άρθρα 2, 3, 11, 13, 17, 18, 19, 20, 22, 23, 24, 25, 29, 30, 33, 34, 35, 37, 39, 40, 41, 43, 44 και 50, καθώς και με τα Παραρτήματα I, II, III, V, VII. Ανακοινώνουν πάραυτα στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων, καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ των εν λόγω διατάξεων και της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη οφείλουν να θέσουν σε εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις από την 1η Ιανουαρίου 2007. Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνουν επιπλέον δήλωση σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε παραπομπή η οποία υπάρχει σε υφιστάμενες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προς τις οδηγίες που καταργούνται με την παρούσα οδηγία πρέπει να νοείται ως παραπομπή στην παρούσα οδηγία. 2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα κείμενα των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία. Άρθρο 50 1.   Το άρθρο 152, παράγραφοι 8 έως 14 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, με την επιφύλαξη των παρακάτω διατάξεων, οι οποίες εφαρμόζονται σε περιπτώσεις άσκησης της διακριτικής ευχέρειας για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 152, παράγραφος 8 της οδηγίας 2006/48/EK: α) οι παραπομπές που περιέχει το Παράρτημα II, παράγραφος 7, της παρούσας οδηγίας, στην οδηγία 2006/48/EK νοούνται ως παραπομπές στην οδηγία 2000/12/ΕΚ ως αυτή είχε προ της 1ης Ιανουαρίου 2007· και β) το Παράρτημα II, παράγραφος 4 της παρούσας οδηγίας ισχύει ως είχε προ της 1ης Ιανουαρίου 2007. 2.   Το άρθρο 157, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/48/EK εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, για τους σκοπούς των άρθρων 18 και 20 της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 51 Έως την 1η Ιανουαρίου 2011, η Επιτροπή προβαίνει σε επισκόπηση και υποβάλλει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, την οποία υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, συνοδευόμενη με τις κατάλληλες προτάσεις τροποποίησης. Άρθρο 52 Η οδηγία 93/6/ΕΟΚ, όπως έχει τροποποιηθεί με τις οδηγίες που απαριθμούνται στο Παράρτημα VIII, Μέρος A, καταργείται με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που καθορίζονται στο Παράρτημα VIII, Μέρος B. Κάθε παραπομπή στις καταργούμενες οδηγίες νοείται ως παραπομπή στην παρούσα οδηγία σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του Παραρτήματος IX. Άρθρο 53 Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρθρο 54 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Έγινε στο Στρασβούργο, 14ης Ιουνίου 2006. Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Ο Πρόεδρος J. BORRELL FONTELLES Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος H. WINKLER (1)  ΕΕ C 234, 22.9.2005, σ. 8. (2)  ΕΕ C 52, 2.3.2005, σ. 37. (3)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Σεπτεμβρίου 2005 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 7ης Ιουνίου 2006. (4)  ΕΕ L 141, 11.6.1993, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2005/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 79, 24.3.2005, σ. 9). (5)  ΕΕ L 145, 30.04.2004, σ. 1. (6)  Βλέπε σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας. (7)  ΕΕ L 184, 17.7.1999, σ. 23. (8)  ΕΕ C 284 Ε, 21.11.2002, σ. 115. (9)  ΕΕ L 35, 11.2.2003, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2005/1/ΕΚ. (10)  ΕΕ L 9, 15.1.2003, σ. 3. (11)  ΕΕ L 222, 14.8.1978, σ. 11. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2003/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 178, 17.7.2003, σ. 16). (12)  ΕΕ L 3, 7.1.2004, σ. 36. (13)  Οδηγία 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Μαΐου 1993 σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών (ΕΕ L 141, 11.6.1993, σ. 27). Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2002/87/ΕΚ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΘΕΣΗΣ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Υπολογισμός της καθαρής θέσης 1. Το ποσό κατά το οποίο οι θετικές (αρνητικές) θέσεις του ιδρύματος υπερβαίνουν τις αρνητικές (θετικές) θέσεις στην ίδια μετοχή, στον ίδιο χρεωστικό ή μετατρέψιμο τίτλο και σε πανομοιότυπα χρηματοπιστωτικά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (financial futures), δικαιώματα προαίρεσης (options), πιστοποιητικά επιλογής (warrants), ή αντισταθμισμένα πιστοποιητικά επιλογής (covered warrants), αντιπροσωπεύει την καθαρή θέση της σε καθένα από τα διάφορα αυτά μέσα. Κατά τον υπολογισμό της καθαρής θέσης, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν τον συνυπολογισμό των θέσεων σε παράγωγα μέσα ως θέσεων στον(στους) ίδιο(ους) τον(τους) τίτλο(-ους) αναφοράς ή τον(τους) ονομαστικό(-ούς) (notional) τίτλο(-ους) στον οποίο αυτά βασίζονται, σύμφωνα με τη μέθοδο που διευκρινίζεται στις παραγράφους 4 έως 7. Τα χαρτοφυλάκια των ιδίων τους χρεωστικών τίτλων των ιδρυμάτων δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ειδικού κινδύνου σύμφωνα με την παράγραφο 14. 2. Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός μεταξύ ενός μετατρέψιμου τίτλου και μιας αντισταθμιστικής θέσης στο ίδιο το μέσο στο οποίο βασίζεται ο μετατρέψιμος τίτλος, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές χρησιμοποιούν προσέγγιση που λαμβάνει υπόψη την πιθανότητα μετατροπής ενός συγκεκριμένου μετατρέψιμου τίτλου, ή επιβάλλουν κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη κάθε ενδεχόμενου κινδύνου που θα μπορούσε να προκύψει κατά τη μετατροπή. 3. Όλες οι καθαρές θέσεις, ανεξάρτητα από το πρόσημό τους, μετατρέπονται καθημερινά, βάσει της τρέχουσας συναλλαγματικής ισοτιμίας, στο νόμισμα που χρησιμοποιεί το ίδρυμα για την κατάρτιση των εγγράφων κοινοποίησης των πληροφοριών στις αρμόδιες αρχές, πριν από το συγκεντρωτικό υπολογισμό τους. Ειδικά μέσα 4. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης επιτοκίου (interest rate futures), οι συμφωνίες επιτοκίου προθεσμίας (FRAs) και οι προθεσμιακές δεσμεύσεις αγοράς ή πώλησης χρεωστικών τίτλων αντιμετωπίζονται ως συνδυασμοί θετικών και αρνητικών θέσεων. Έτσι, μια θετική θέση σε συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης επιτοκίου θεωρείται ότι αντιστοιχεί στο συνδυασμό ενός λαμβανόμενου δανείου που λήγει την ημερομηνία παράδοσης που προβλέπεται στο συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης, και κατοχής ενός στοιχείου ενεργητικού με προθεσμία λήξης ίση προς την προθεσμία του μέσου ή της ονομαστικής θέσης στα οποία αναφέρεται το συγκεκριμένο συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης. Παρομοίως, μια πωλούμενη συμφωνία επιτοκίου προθεσμίας (sold FRA) αντιμετωπίζεται ως θετική θέση με ημερομηνία λήξεως ίση με την ημερομηνία διακανονισμού συν τη διάρκεια της σύμβασης, και ως αρνητική θέση με ημερομηνία λήξεως την ημερομηνία διακανονισμού. Τόσο το λαμβανόμενο δάνειο όσο και το κατεχόμενο στοιχείο ενεργητικού θα συμπεριλαμβάνονται στην πρώτη κατηγορία η οποία καθορίζεται στον κατωτέρω Πίνακα 1 της παραγράφου 14 για να υπολογίζεται το κεφάλαιο που απαιτείται ως κάλυψη του ειδικού κινδύνου των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης επιτοκίου και των FRA. Η προθεσμιακή δέσμευση αγοράς χρεωστικού τίτλου αντιμετωπίζεται ως συνδυασμός ληφθέντος δανείου εξοφλητέου την ημερομηνία παραδόσεως και θετικής (spot) θέσης στον ίδιο το χρεωστικό τίτλο. Το ληφθέν δάνειο συμπεριλαμβάνεται στην πρώτη κατηγορία η οποία καθορίζεται στον Πίνακα 1 της παραγράφου 14 για ό, τι αφορά τον ειδικό κίνδυνο, ο δε χρεωστικός τίτλος σε όποια στήλη του ίδιου πίνακα είναι η πρέπουσα. 5. Τα δικαιώματα προαίρεσης επί επιτοκίων, χρεωστικών τίτλων, μετοχών, δεικτών μετοχών, χρηματοπιστωτικών συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, συμφωνιών ανταλλαγής και επί συναλλάγματος, αντιμετωπίζονται ως θέσεις ισόποσες με την αξία του μέσου στο οποίο βασίζεται το δικαίωμα προαίρεσης, πολλαπλασιασμένη με το συντελεστή δέλτα του δικαιώματος προαίρεσης για τους σκοπούς του παρόντος Παραρτήματος. Οι θέσεις αυτές μπορούν να συμψηφίζονται με τυχόν αντίθετες θέσεις στις ίδιες τις υποκείμενες μετοχές ή σε παράγωγα μέσα. Ο συντελεστής δέλτα που χρησιμοποιείται γι’ αυτό το σκοπό πρέπει να είναι εκείνος που παρέχεται από το σχετικό χρηματιστήριο ή που υπολογίζεται από τις αρμόδιες αρχές ή, εάν αυτός δεν είναι διαθέσιμος ή εάν πρόκειται για εξωχρηματιστηριακά (OTC) δικαιώματα προαίρεσης, ο συντελεστής που υπολογίζει το ίδιο το ίδρυμα, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιες αρχές θεωρούν ικανοποιητική τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιεί το ίδρυμα. 6. Για τα πιστοποιητικά επιλογής (warrants) που αφορούν χρεωστικούς και μετοχικούς τίτλους η μέθοδος αντιμετώπισης είναι ίδια με εκείνη που προβλέπεται για τα δικαιώματα προαίρεσης στην παράγραφο 5. 7. Οι συμφωνίες ανταλλαγής (swaps) αντιμετωπίζονται, όσον αφορά τον κίνδυνο επιτοκίου, με βάση την ίδια μέθοδο που χρησιμοποιείται και για τα στοιχεία εντός ισολογισμού. Κατά συνέπεια, μια συμφωνία ανταλλαγής επιτοκίου (interest rate swap) με την οποία ένα ίδρυμα λαμβάνει χρηματικές ροές βάσει μεταβλητού επιτοκίου και καταβάλλει χρηματικές ροές βάσει σταθερού επιτοκίου, θεωρείται ότι ισοδυναμεί με θετική θέση σε ένα μέσο μεταβλητού επιτοκίου με προθεσμία λήξης ίση με την περίοδο που εναπομένει έως τον επόμενο επανακαθορισμό του επιτοκίου και με αρνητική θέση σε ένα μέσο σταθερού επιτοκίου με προθεσμία λήξης ίση με εκείνην της ίδιας της συμφωνίας ανταλλαγής. Α.   ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΠΩΛΗΤΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 8. Κατά τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης που ισχύει για τον κίνδυνο αγοράς του συμβαλλόμενου που επωμίζεται τον πιστωτικό κίνδυνο (δηλαδή του «πωλητή προστασίας»), εφόσον δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό, πρέπει να χρησιμοποιείται το ονομαστικό ποσό της σύμβασης του πιστωτικού παραγώγου. Για τον υπολογισμό της επιβάρυνσης του ειδικού κινδύνου, εκτός των total return swaps, ισχύει η ληκτότητα της σύμβασης του πιστωτικού παραγώγου αντί της ληκτότητας του μέσου. Οι θέσεις καθορίζονται ως εξής: i) Κάθε πιστωτικό παράγωγο τύπου «total return swap» δημιουργεί θετική θέση στον γενικό κίνδυνο αγοράς του μέσου αναφοράς και αρνητική θέση στον γενικό κίνδυνο αγοράς κρατικού ομολόγου με ληκτότητα ισοδύναμη προς την περίοδο μέχρι τον επόμενο επανακαθορισμό του επιτοκίου και με συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 % βάσει του Παραρτήματος VI της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. Επίσης δημιουργεί θετική θέση στον ειδικό κίνδυνο του μέσου αναφοράς, ii) Ένα πιστωτικό παράγωγο τύπου «credit default swap» δεν δημιουργεί θέση όσον αφορά τον γενικό κίνδυνο αγοράς. Αναφορικά με τον ειδικό κίνδυνο, το εκάστοτε ίδρυμα πρέπει να καταγράφει θετική θέση σύνθετης μορφής στα μέσα της οντότητας αναφοράς, εκτός κι αν το παράγωγο είναι διαβαθμισμένο και πληροί τις προϋποθέσεις ενός εγκεκριμένου χρεωστικού τίτλου, οπότε καταγράφεται θετική θέση στο παράγωγο. Εάν βάσει του προϊόντος πρέπει να καταβληθεί προσαύξηση ή τόκος, οι εν λόγω χρηματικές ροές πρέπει να εμφανίζονται ως ονομαστικές θέσεις σε κρατικά ομόλογα, iii) Ένα πιστωτικό παράγωγο τύπου «single name credit linked note» δημιουργεί θετική θέση στον γενικό κίνδυνο αγοράς του ίδιου του γραμματίου, ως τοκοφόρου προϊόντος. Αναφορικά με τον ειδικό κίνδυνο, δημιουργείται θετική θέση σύνθετης μορφής στα μέσα της οντότητας αναφοράς. Δημιουργείται πρόσθετη θετική θέση στον εκδότη του γραμματίου. Εάν το πιστωτικό παράγωγο τύπου «credit linked note» έχει λάβει εξωτερική διαβάθμιση και πληροί τις προϋποθέσεις ενός εγκεκριμένου χρεωστικού τίτλου, τότε αρκεί η καταγραφή μιας μόνης θετικής θέσης με τον ειδικό κίνδυνο του γραμματίου. iv) Επί πλέον μιας θετικής θέσης στον ειδικό κίνδυνο του εκδότη του γραμματίου, ένα πιστωτικό παράγωγο τύπου «multiple name credit linked note» το οποίο παρέχει αναλογική προστασία δημιουργεί θέση σε κάθε οντότητα αναφοράς για τους σκοπούς του ειδικού κινδύνου, ενώ το συνολικό ονομαστικό ποσό της σύμβασης κατανέμεται μεταξύ των θέσεων με βάση την αναλογία του συνολικού ονομαστικού ποσού το οποίο αντιπροσωπεύει έκαστο άνοιγμα έναντι οντότητας αναφοράς. Όταν είναι δυνατή η επιλογή περισσοτέρων από μία υποχρεώσεων μιας οντότητας αναφοράς, ο ειδικός κίνδυνος καθορίζεται με βάση την υποχρέωση με τη μεγαλύτερη στάθμιση κινδύνου, v) Ένα πιστωτικό παράγωγο για την κάλυψη κινδύνου πρώτης αθέτησης (first-asset-to-default credit derivative) δημιουργεί θέση για το ονομαστικό ποσό της υποχρέωσης εκάστης οντότητας αναφοράς. Εάν το μέγεθος της μέγιστης πληρωμής για το πιστωτικό γεγονός είναι μικρότερο από την κεφαλαιακή απαίτηση σύμφωνα με τη μέθοδο που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, το μέγιστο ποσό πληρωμής επιτρέπεται να εκληφθεί ως η κεφαλαιακή απαίτηση για τον ειδικό κίνδυνο. Ένα πιστωτικό παράγωγο για την κάλυψη κινδύνου δεύτερης αθέτησης (second-asset-to-default credit derivative) δημιουργεί θέση για το ονομαστικό ποσό της υποχρέωσης εκάστης οντότητας αναφοράς πλην μίας (εκείνης με τη χαμηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση ειδικού κινδύνου). Εάν το μέγεθος της μέγιστης πληρωμής για το πιστωτικό γεγονός είναι μικρότερο από την κεφαλαιακή απαίτηση σύμφωνα με τη μέθοδο που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, το εν λόγω ποσό επιτρέπεται να εκληφθεί ως η κεφαλαιακή απαίτηση για τον ειδικό κίνδυνο. Β.   ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΑΓΟΡΑΣΤΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Για το συμβαλλόμενο μέρος που μεταβιβάζει πιστωτικό κίνδυνο (δηλαδή για τον «αγοραστή προστασίας»), οι θέσεις προσδιορίζονται ως πιστά είδωλα του πωλητή προστασίας, με εξαίρεση το πιστωτικό παράγωγο τύπου «credit linked note» (που δεν συνεπάγεται αρνητική θέση στο πλαίσιο του εκδότη). Εάν σε κάποια χρονική στιγμή ασκηθεί δικαίωμα αγοράς (call option) σε συνδυασμό με αναβάθμιση, η συγκεκριμένη χρονική στιγμή λογίζεται ως η ληκτότητα της προστασίας. Σε περίπτωση που πρόκειται για πιστωτικό παράγωγο νιοστής αθέτησης, οι αγοραστές προστασίας έχουν την ευχέρεια να αντισταθμίσουν τον ειδικό κίνδυνο για ν-1 υποκείμενα μέσα (δηλαδή για τα ν-1 στοιχεία ενεργητικού με τη μικρότερη απαίτηση ειδικού κινδύνου). 9. Τα ιδρύματα που αποτιμούν με την τρέχουσα τιμή της αγοράς και διαχειρίζονται τον κίνδυνο επιτοκίων των παράγωγων μέσων που αναφέρονται στις παραγράφους 4 έως 7 με τη μέθοδο της παρούσας αξίας των μελλοντικών χρηματικών ροών, δύνανται να χρησιμοποιούν υποδείγματα ευαισθησίας για τον υπολογισμό των εν λόγω θέσεων και δύνανται να τα χρησιμοποιούν για κάθε ομολογία που αποσβέννυται κατά την εναπομένουσα διάρκειά της, αντί με οριστική εξόφληση του κεφαλαίου. Τόσο το υπόδειγμα όσο και η χρησιμοποίησή του από το ίδρυμα πρέπει να εγκρίνονται από τις αρμόδιες αρχές. Τα υποδείγματα αυτά θα πρέπει να οδηγούν σε θέσεις που να έχουν την ίδια ευαισθησία στις διακυμάνσεις των επιτοκίων όπως και οι υποκείμενες χρηματικές ροές. Η εκτίμηση της ευαισθησίας τους πρέπει να γίνεται με βάση αναφοράς ανεξάρτητες κινήσεις δειγματοληπτικά επιλεγμένων επιτοκίων σε ολόκληρη την καμπύλη απόδοσης με ένα τουλάχιστον σημείο ευαισθησίας σε καθένα από τα διαστήματα προθεσμιών λήξης που περιλαμβάνονται στον Πίνακα 2 της παραγράφου 20. Οι θέσεις αυτές συνυπολογίζονται κατά τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 17 έως 32. 10. Όσα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν υποδείγματα σύμφωνα με την παράγραφο 9 μπορούν, με την έγκριση των αρμόδιων αρχών, να θεωρούν ως πλήρως συμψηφίζουσες (fully offsetting) οποιεσδήποτε θέσεις σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα που καλύπτονται από τις παραγράφους 4 έως 7, εφόσον πληρούν τουλάχιστον, τις παρακάτω προϋποθέσεις: α) οι θέσεις είναι της αυτής αξίας και είναι εκφρασμένες στο αυτό νόμισμα, β) το επιτόκιο αναφοράς (για θέσεις μεταβλητού) ή το τοκομερίδιο (για θέσεις σταθερού επιτοκίου) είναι στενά αντιστοιχισμένο, και i) εάν είναι κάτω του μηνός: αυθημερόν· ii) εάν είναι ενός μηνός και ενός έτους: εντός επτά ημερών· και iii) εάν είναι άνω του έτους: εντός 30 ημερών. 11. Ο μεταβιβάζων τίτλους ή εγγυημένα δικαιώματα κυριότητας τίτλων, σε συμφωνία πώλησης και επαναγοράς και ο δανείζων τίτλους σε δανειοδοσία τίτλων, περιλαμβάνει αυτούς τους τίτλους στον υπολογισμό των κεφαλαιακών του απαιτήσεων σύμφωνα με το παρόν Παράρτημα, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω τίτλοι ανταποκρίνονται στα κριτήρια που θεσπίζονται στο άρθρο 11. Ειδικοί και γενικοί κίνδυνοι 12. Ο κίνδυνος θέσης για διαπραγματεύσιμο χρεωστικό τίτλο ή μετοχή (ή έναν παράγωγο τίτλο μετοχής ή χρεωστικό τίτλου), διαιρείται σε δύο συνιστώσες, προκειμένου να υπολογιστεί η κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψή του. Η πρώτη συνιστώσα αφορά τον ειδικό κίνδυνο που ενέχει η θέση, δηλαδή τον κίνδυνο μεταβολής της τιμής του σχετικού μέσου λόγω της επίδρασης παραγόντων που σχετίζονται με τον εκδότη του ή, στην περίπτωση ενός παράγωγου μέσου, με τον εκδότη του υποκείμενου μέσου. Η δεύτερη συνιστώσα καλύπτει το γενικό κίνδυνο της θέσης, δηλαδή τον κίνδυνο μεταβολής της τιμής του σχετικού μέσου λόγω μιας μεταβολής στο επίπεδο των επιτοκίων (στην περίπτωση ενός διαπραγματεύσιμου χρεωστικού τίτλου ή παράγωγου μέσου χρεωστικού τίτλου) ή λόγω μιας ευρείας μεταβολής στην αγορά μετοχών που δεν σχετίζεται με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μεμονωμένων τίτλων (στην περίπτωση μιας μετοχής ή ενός παράγωγου μέσου που βασίζεται σε μετοχή). ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΙΜΟΙ ΧΡΕΩΣΤΙΚΟΙ ΤΙΤΛΟΙ 13. Οι καθαρές θέσεις κατατάσσονται ανάλογα με το νόμισμα στο οποίο αυτές είναι εκφρασμένες και οι κεφαλαιακές απαιτήσεις υπολογίζονται έναντι του γενικού και του ειδικού κινδύνου για κάθε νόμισμα χωριστά. Ειδικός κίνδυνος 14. Πίνακας 1 Κατηγορίες Κεφαλαιακή απαίτηση ειδικού κινδύνου Χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται ή καλύπτονται από την εγγύηση κεντρικών κυβερνήσεων, εκδίδονται από κεντρικές τράπεζες, από διεθνείς οργανισμούς, από πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης ή από περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές κρατών μελών που θα κατατάσσονταν στην 1η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας ή θα υπόκεινταν σε συντελεστή κινδύνου 0 % βάσει των κανόνων στάθμισης των ανοιγμάτων των άρθρων 78 έως 83 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. 0 % Xρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται ή καλύπτονται από την εγγύηση κεντρικών κυβερνήσεων, εκδίδονται από κεντρικές τράπεζες, από διεθνείς οργανισμούς, από πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης ή από περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές κρατών μελών που θα κατατάσσονταν στην 2η ή την 3η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας βάσει των κανόνων στάθμισης των ανοιγμάτων των άρθρων 78 έως 83 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, και χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται ή καλύπτονται από την εγγύηση ιδρυμάτων που θα κατατάσσονταν στην 1η ή 2η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας βάσει των κανόνων στάθμισης των ανοιγμάτων των άρθρων 78 έως 83 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, και χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται ή καλύπτονται από την εγγύηση ιδρυμάτων που θα κατατάσσονταν στην 3η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας βάσει των κανόνων στάθμισης των ανοιγμάτων του Παραρτήματος VΙ, Μέρος 1, παράγραφος 28 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, και χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται ή καλύπτονται από την εγγύηση επιχειρήσεων που θα κατατάσσονταν στην 1η ή 2η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας βάσει των κανόνων στάθμισης των ανοιγμάτων των άρθρων 78 έως 83 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. 0,25 % (εναπομένουσα διάρκεια μέχρι την οριστική ληκτότητα έως έξι μήνες) Χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται ή καλύπτονται από την εγγύηση κεντρικών κυβερνήσεων, εκδίδονται από κεντρικές τράπεζες, από διεθνείς οργανισμούς, από πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης ή από περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές κρατών μελών που θα κατατάσσονταν στην 4η ή την 5η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας βάσει των κανόνων στάθμισης των ανοιγμάτων των άρθρων 78 έως 83 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται ή καλύπτονται από την εγγύηση ιδρυμάτων που θα κατατάσσονταν στην 3η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας βάσει των κανόνων στάθμισης των ανοιγμάτων του Παραρτήματος VΙ, Μέρος 1, παράγραφος 26 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, και χρεωστικοί τίτλοι που έχουν εκδοθεί ή καλύπτονται από την εγγύηση επιχειρήσεων που θα κατατάσσονται στην 3η ή 4η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας βάσει των κανόνων στάθμισης των ανοιγμάτων των άρθρων 78 έως 83 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. 8,00 % Χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται ή καλύπτονται από την εγγύηση κεντρικών κυβερνήσεων, εκδίδονται από κεντρικές τράπεζες, από διεθνείς οργανισμούς, από πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης ή από περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές κρατών μελών που θα κατατάσσονταν στην 6η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας βάσει των κανόνων στάθμισης των ανοιγμάτων των άρθρων 78 έως 83 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και χρεωστικοί τίτλοι που έχουν εκδοθεί ή καλύπτονται από την εγγύηση επιχειρήσεων που θα κατατάσσονται στην 5η ή 6η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας βάσει των κανόνων στάθμισης των ανοιγμάτων των άρθρων 78 έως 83 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. 12,00 % 15. Για τους σκοπούς της παραγράφου 14, η έννοια των «εγκεκριμένων στοιχείων» περιλαμβάνει: α) θετικές και αρνητικές θέσεις σε στοιχεία ενεργητικού τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις για κλιμάκιο πιστωτικής ποιότητας που αντιστοιχεί τουλάχιστον σε επενδυτική κλάση σύμφωνα με τη μέθοδο κατάταξης που περιγράφεται στον τίτλο V, κεφάλαιο 2, τμήμα 3, ενότητα 1 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. β) θετικές και αρνητικές θέσεις σε στοιχεία ενεργητικού τα οποία, λόγω της φερεγγυότητας του εκδότη, έχουν PD όχι υψηλότερο από εκείνο των στοιχείων ενεργητικού για τα οποία γίνεται λόγος στο στοιχείο α), βάσει της μεθόδου που περιγράφεται στον τίτλο V, κεφάλαιο 2, τμήμα 3, ενότητα 2 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ· i) χαρακτηρίζονται από επαρκή βαθμό ρευστότητας κατά την εκτίμηση των οικείων ιδρυμάτων· ii) η επενδυτική τους ποιότητα είναι, κατά την κρίση του ίδιου του εκάστοτε ιδρύματος, τουλάχιστον ισοδύναμη με εκείνη των στοιχείων ενεργητικού για τα οποία γίνεται λόγος στο στοιχείο α)· και iii) είναι εισηγμένα σε μία τουλάχιστον οργανωμένη αγορά κράτους μέλους ή σε χρηματιστήριο αξιών τρίτης χώρας, υπό τον όρο ότι το εν λόγω χρηματιστήριο αναγνωρίζεται από τις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους· δ) θετικές και αρνητικές θέσεις σε στοιχεία ενεργητικού εκδοθέντα από ιδρύματα τα οποία υπόκεινται στις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας που προβλέπονται στην οδηγία 2006/48/ΕΚ που θεωρούνται από τα ενδιαφερόμενα ιδρύματα ως επαρκώς ρευστές και η επενδυτική ποιότητα των οποίων είναι, σύμφωνα με τη διακριτική ευχέρεια του ιδρύματος, τουλάχιστον ισοδύναμη των στοιχείων ενεργητικού που αναφέρονται στο στοιχείο α)· και ε) τίτλους που εκδίδονται από ιδρύματα τα οποία θεωρούνται ότι έχουν ισοδύναμη ή υψηλότερη πιστωτική ποιότητα από εκείνη της 2ης ή ανώτερης βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας βάσει των κανόνων στάθμισης των ανοιγμάτων έναντι ιδρυμάτων των άρθρων 73 έως 83 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και τα οποία υπόκεινται σε εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις ανάλογες με εκείνες της παρούσας οδηγίας. 16. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από το ίδρυμα να εφαρμόζει τον ανώτατο συντελεστή στάθμισης που αναγράφεται στον Πίνακα 1 της παραγράφου 14 για τους τίτλους που παρουσιάζουν ιδιαίτερο κίνδυνο λόγω ανεπαρκούς φερεγγυότητας του εκδότη. Γενικός κίνδυνος α)   σε συνάρτηση με τη ληκτότητα 17. Η διαδικασία υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του γενικού κινδύνου περιλαμβάνει δύο βασικά στάδια. Πρώτον, όλες οι θέσεις σταθμίζονται ανάλογα με την προθεσμία λήξης τους (όπως εξηγείται στην παράγραφο 18), προκειμένου να υπολογιστεί το ποσό του κεφαλαίου που απαιτείται για την κάλυψή τους. Δεύτερον, αυτή η κεφαλαιακή απαίτηση μπορεί να μειώνεται όταν μια σταθμισμένη θέση κατέχεται παράλληλα με μια αντίθετη σταθμισμένη θέση στο ίδιο διάστημα προθεσμιών λήξης. Μείωση της κεφαλαιακής απαίτησης επιτρέπεται επίσης όταν οι αντίθετες σταθμισμένες θέσεις ανήκουν σε διαφορετικά διαστήματα προθεσμιών λήξης· στην περίπτωση αυτή, η έκταση της επιτρεπόμενης μείωσης εξαρτάται τόσο από το εάν οι δύο θέσεις ανήκουν ή όχι στην ίδια ομάδα διαστημάτων προθεσμιών λήξης, όσο και από τα συγκεκριμένα διαστήματα προθεσμιών λήξης στα οποία αυτές ανήκουν. Ορίζονται συνολικά τρεις ομάδες διαστημάτων προθεσμιών λήξης (ή ζώνες). 18. Το ίδρυμα κατατάσσει τις καθαρές θέσεις του στις κατάλληλες ζώνες προθεσμιών λήξης στη δεύτερη ή την τρίτη, κατά περίπτωση, στήλη του Πίνακα 2 της παραγράφου 20. Η κατάταξη γίνεται βάσει της εναπομένουσας προθεσμίας λήξης στην περίπτωση των μέσων σταθερού επιτοκίου και της περιόδου μέχρι τον επόμενο επανακαθορισμό του επιτοκίου στην περίπτωση των μέσων που έχουν μεταβλητό επιτόκιο πριν από την τελική ημερομηνία λήξης. Το ίδρυμα κάνει επίσης διάκριση μεταξύ των χρεωστικών τίτλων με απόδοση τοκομεριδίου 3 % ή μεγαλύτερη και εκείνων με απόδοση τοκομεριδίου μικρότερη από 3 %, και τα κατατάσσει, αντίστοιχα, στη δεύτερη ή την τρίτη στήλη του Πίνακα 2. Στη συνέχεια καθεμία από τις θέσεις αυτές πολλαπλασιάζεται με τους συντελεστές στάθμισης που αναφέρονται στην τέταρτη στήλη του Πίνακα 2 για το σχετικό διάστημα προθεσμιών λήξης. 19. Το ίδρυμα υπολογίζει στη συνέχεια το άθροισμα των σταθμισμένων θετικών θέσεων και το άθροισμα των σταθμισμένων αρνητικών θέσεων, για κάθε διάστημα προθεσμιών λήξης. Το ποσό των θετικών θέσεων που αντιστοιχίζονται έναντι των αρνητικών θέσεων εντός ενός δεδομένου διαστήματος προθεσμιών λήξης, αντιπροσωπεύει την αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση σε αυτό το διάστημα προθεσμιών ενώ η εναπομένουσα θετική ή αρνητική θέση αντιπροσωπεύει τη μη αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση στο ίδιο διάστημα προθεσμιών λήξης. Υπολογίζεται στη συνέχεια το σύνολο των αντιστοιχισμένων σταθμισμένων θέσεων σε όλα τα διαστήματα προθεσμιών λήξης. 20. Πίνακας 2 Ζώνες Διαστήματα προθεσμιών λήξης Συντελεστές στάθμισης ( %) Μεταβολή επιτοκίου ( %) Απόδοση τοκομεριδίου 3 % ή μεγαλύτερη Απόδοση τοκομεριδίου κάτω του 3 % 1 0 ≤ 1 μήνας 0 ≤ 1 μήνας 0,00 — > 1 ≤ 3 μήνες > 1 ≤ 3 μήνες 0,20 1,00 > 3 ≤ 6 μήνες > 3 ≤ 6 μήνες 0,40 1,00 > 6 ≤ 12 μήνες > 6 ≤ 12 μήνες 0,70 1,00 2 > 1 ≤ 2 έτη > 1,0 ≤ 1,9 έτη 1,25 0,90 > 2 ≤ 3 έτη > 1,9 ≤ 2,8 έτη 1,75 0,80 > 3 ≤ 4 έτη > 2,8 ≤ 3,6 έτη 2,25 0,75 3 > 4 ≤ 5 έτη > 3,6 ≤ 4,3 έτη 2,75 0,75 > 5 ≤ 7 έτη > 4,3 ≤ 5,7 έτη 3,25 0,70 > 7 ≤ 10 έτη > 5,7 ≤ 7,3 έτη 3,75 0,65 > 10 ≤ 15 έτη > 7,3 ≤ 9,3 έτη 4,50 0,60 > 15 ≤ 20 έτη > 9,3 ≤ 10,6 έτη 5,25 0,60 > 20 έτη > 10,6 ≤ 12,0 έτη 6,00 0,60 > 12,0 ≤ 20,0 έτη 8,00 0,60 > 20 έτη 12,50 0,60 21. Υπολογίζεται στη συνέχεια το ποσό της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θετικής (αρνητικής) θέσης στη ζώνη 1 το οποίο αντιστοιχίζεται έναντι της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης αρνητικής (θετικής) θέσης στη ζώνη 2. Το ποσό αυτό αναφέρεται στην παράγραφο 25 ως αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνών 1 και 2. Ο ίδιος υπολογισμός πραγματοποιείται για το εναπομένον τμήμα της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 2 και τη μη αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση στη ζώνη 3, προκειμένου να υπολογιστεί η αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνών 2 και 3. 22. Το ίδρυμα μπορεί, εάν το επιθυμεί, να αντιστρέφει τη σειρά των υπολογισμών της παραγράφου 21 και να υπολογίσει την αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνών 2 και 3 πριν από τον υπολογισμό της εν λόγω θέσης μεταξύ των ζωνών 1 και 2. 23. Το υπόλοιπο της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 1 αντιστοιχίζεται έναντι εκείνου που εναπομένει στη ζώνη 3 μετά την αντιστοίχισή της με τη ζώνη 2, προκειμένου να προσδιοριστεί η αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνών 1 και 3. 24. Οι εναπομένουσες θέσεις, μετά τις τρεις χωριστές αντιστοιχίσεις των παραγράφων 21, 22 και 23, αθροίζονται. 25. Η κεφαλαιακή απαίτηση του ιδρύματος υπολογίζεται ως το άθροισμα: α) του 10 % του αθροίσματος των αντιστοιχισμένων σταθμισμένων θέσεων σε όλα τα διαστήματα προθεσμιών λήξης· β) του 40 % της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 1· γ) του 30 % της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 2· δ) του 30 % της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 3· ε) του 40 % της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης μεταξύ των ζωνών 1 και 2, και μεταξύ των ζωνών 2 και 3 (βλέπε παράγραφο 21)· στ) του 150 % της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης μεταξύ των ζωνών 1 και 3· ζ) του 100 % των εναπομενουσών μη αντιστοιχισμένων σταθμισμένων θέσεων. β)   σε συνάρτηση με το μέσο σταθμικό δείκτη διάρκειας (duration-based) 26. Για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων που αντιστοιχούν στο γενικό κίνδυνο τον οποίο ενέχουν οι διαπραγματεύσιμοι χρεωστικοί τίτλοι, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, γενικά ή μεμονωμένα, να επιτρέπουν στα ιδρύματα να χρησιμοποιούν σύστημα βασιζόμενο στο μέσο σταθμικό δείκτη διάρκειας, αντί να εφαρμόζουν τους κανόνες που ορίζονται στις παραγράφους 17 έως 25, υπό τον όρο ότι το ίδρυμα εφαρμόζει το σύστημα αυτό με συνέπεια. 27. Στα πλαίσια ενός συστήματος για το οποίο γίνεται λόγος στην παράγραφο 26, το ίδρυμα λαμβάνει την αγοραία τιμή κάθε χρεωστικού τίτλου σταθερού επιτοκίου και βάσει αυτής υπολογίζει την απόδοσή του μέχρι τη λήξη, που αποτελεί τρόπον τινά το προεξοφλητικό του επιτόκιο. Αν πρόκειται για μέσα μεταβλητού επιτοκίου, η επιχείρηση λαμβάνει την αγοραία τιμή κάθε μέσου, και βάσει αυτής υπολογίζει την απόδοσή του με βάση την υπόθεση ότι το κεφάλαιο είναι πληρωτέο την επόμενη φορά που μπορεί να αλλάξει το επιτόκιο. 28. Το ίδρυμα υπολογίζει στη συνέχεια τον τροποποιημένο μέσο σταθμικό δείκτη διάρκειας (modified duration) κάθε χρεωστικού τίτλου, χρησιμοποιώντας τον ακόλουθο τύπο: modified duration = ((duration (D))/(1 + r)), όπου: 29. Πίνακας 3 Ζώνες Τροποποιημένος μέσος σταθμικός δείκτης διάρκειας Τεκμαιρόμενη μεταβολή επιτοκίου σε % 1 > 0 ≤ 1,0 1,0 2 > 1,0 ≤ 3,6 0,85 3 > 3,6 0,7 30. Το ίδρυμα υπολογίζει κατόπιν τη σταθμισμένη βάσει του δείκτη διαρκείας θέση κάθε μέσου, πολλαπλασιάζοντας την αγοραία αξία του με τον τροποποιημένο σταθμικό δείκτη διαρκείας του καθώς και με την τεκμαιρόμενη μεταβολή του επιτοκίου όταν πρόκειται για μέσο που έχει αυτό το συγκεκριμένο τροποποιημένο σταθμικό δείκτη διαρκείας (βλέπε στήλη 3 του Πίνακα 3). 31. Το ίδρυμα υπολογίζει τις σταθμισμένες βάσει του δείκτη διάρκειας θετικές και αρνητικές θέσεις του, σε κάθε ζώνη. Το ποσό των θετικών θέσεων που αντιστοιχίζεται με αρνητικές θέσεις σε κάθε ζώνη αποτελεί τη σταθμισμένη βάσει του δείκτη διάρκειας αντιστοιχισμένη θέση για την εν λόγω ζώνη. 32. Η κεφαλαιακή απαίτηση του ιδρύματος υπολογίζεται ακολούθως ως το άθροισμα: α) του 2 % των σταθμισμένων βάσει του δείκτη διάρκειας αντιστοιχισμένων θέσεων σε κάθε ζώνη· β) του 40 % των σταθμισμένων βάσει του δείκτη διάρκειας θέσεων που αντιστοιχίζονται μεταξύ των ζωνών 1 και 2, και μεταξύ των ζωνών 2 και 3· γ) του 150 % των σταθμισμένων βάσει του δείκτη διάρκειας θέσεων που αντιστοιχίζονται μεταξύ των ζωνών 1 και 3· και δ) του 100 % των σταθμισμένων του δείκτη διάρκειας μη αντιστοιχισμένων θέσεων που εναπομένουν. ΜΕΤΟΧΕΣ 33. Το ίδρυμα αθροίζει, σύμφωνα με την παράγραφο 1, όλες τις καθαρές θετικές του θέσεις, και όλες τις καθαρές αρνητικές του θέσεις. Το άθροισμα των δύο αυτών ποσών αντιπροσωπεύει τη συνολική μεικτή του θέση. Το ποσό κατά το οποίο το ένα από τα δύο αθροίσματα υπερβαίνει το άλλο αντιπροσωπεύει τη συνολική καθαρή θέση του. Ειδικός κίνδυνος 34. Το ίδρυμα αθροίζει όλες τις καθαρές θετικές θέσεις του και όλες τις καθαρές αρνητικές θέσεις του κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1. Το ίδρυμα πολλαπλασιάζει τη συνολική μεικτή θέση του επί 4 %, προκειμένου να υπολογίσει την κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου 35. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 34, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν κεφαλαιακή απαίτηση έναντι του ειδικού κινδύνου ίση με το 2 %, και όχι το 4 %, της συνολικής μεικτής θέσης για τα χαρτοφυλάκια μετοχών που κατέχονται από ένα ίδρυμα και πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) οι μετοχές δεν είναι μετοχές εκδοτών που έχουν εκδώσει διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους οι οποίοι τη δεδομένη στιγμή συνεπάγονται 8 % ή 12 % κεφαλαιακή απαίτηση στον Πίνακα 1 της παραγράφου 14 ή συνεπάγονται χαμηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση για το λόγο μόνο ότι καλύπτονται από εγγύηση ή ασφάλεια, β) οι μετοχές πρέπει να θεωρούνται άκρως ρευστοποιήσιμες από τις αρμόδιες αρχές, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, και γ) καμιά ατομική θέση δεν περιλαμβάνει περισσότερο από το 5 % της αξίας του συνολικού χαρτοφυλακίου μετοχών του ιδρύματος. Γενικός κίνδυνος 36. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις του ιδρύματος για την κάλυψη του γενικού κινδύνου ισούνται με τη συνολική καθαρή του θέση πολλαπλασιασμένη επί 8 %. Συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση δείκτη μετοχών 37. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση δείκτη μετοχών και τα σταθμισμένα με συντελεστή δέλτα ισοδύναμα δικαιωμάτων προαίρεσης σε τέτοια συμβόλαια και δείκτες μετοχών, που εφεξής καλούνται συλλήβδην «συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης σε δείκτη μετοχών», μπορούν να αναλύονται σε θέσεις σε όλες τις μετοχές που τα συναποτελούν. Οι θέσεις αυτές μπορούν να αντιμετωπίζονται ως υποκείμενες θέσεις στις εν λόγω μετοχές και είναι δυνατό, με την επιφύλαξη της έγκρισης των αρμοδίων αρχών, να συμψηφίζονται με τις αντίθετες θέσεις στις ίδιες τις υποκείμενες μετοχές. 38. Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε τα ιδρύματα που έχουν συμψηφίσει τις θέσεις που έχουν σε μία ή περισσότερες από τις μετοχές που συναποτελούν ένα συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης σε δείκτη μετοχών με αντίθετη θέση ή θέσεις στο ίδιο το συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης σε δείκτη μετοχών, να έχουν επαρκή κεφάλαια ώστε να καλύπτουν τον κίνδυνο ζημίας που γεννάται από το ενδεχόμενο να μην ακολουθεί πλήρως η τιμή του συμβολαίου μελλοντικής εκπλήρωσης τις τιμές των μετοχών που το συναποτελούν. Το αυτό ισχύει όταν ένα ίδρυμα κατέχει αντίθετες θέσεις σε συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης σε δείκτη μετοχών των οποίων η λήξη προθεσμίας ή/και η σύνθεση δεν είναι πανομοιότυπες. 39. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 37 και 38, τα συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης σε δείκτη μετοχών τα οποία αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεων στο χρηματιστήριο και αντιπροσωπεύουν — κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών — ευρέως διαφοροποιημένους δείκτες συνοδεύονται από κεφαλαιακές απαιτήσεις της τάξης του 8 % για την κάλυψη του γενικού κινδύνου αλλά δεν προβλέπεται καμία απαίτηση για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου. Τα εν λόγω συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό της συνολικής καθαρής θέσης που προβλέπεται στην παράγραφο 33, αλλά δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της συνολικής μεικτής θέσης που προβλέπεται στην ίδια παράγραφο. 40. Εάν ένα συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης σε δείκτη μετοχών δεν αναλύεται στις διάφορες υποκείμενες θέσεις, το συμβόλαιο αυτό αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένη μετοχή. Ωστόσο, ο ειδικός κίνδυνος της μεμονωμένης αυτής μετοχής μπορεί να αγνοείται αν το εν λόγω συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης είναι διαπραγματεύσιμο στο χρηματιστήριο και αντιπροσωπεύει, κατά τη γνώμη των αρμόδιων αρχών, ευρέως διαφοροποιημένο δείκτη. ΑΝΑΔΟΧΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΙΤΛΩΝ 41. Πίνακας 4 εργάσιμη ημέρα 0: 100 % εργάσιμη ημέρα 1: 90 % εργάσιμες ημέρες 2 έως και 3: 75 % εργάσιμη ημέρα 4: 50 % εργάσιμη ημέρα 5: 25 % μετά την εργάσιμη ημέρα 5: 0 %. ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΙΔΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΓΙΑ ΘΕΣΕΙΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ ΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΑ 42. Αναγνωρίζεται η προστασία που παρέχεται από πιστωτικά παράγωγα, σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στις παραγράφους 43 έως 46. 43. Ισχύει υποχρέωση πλήρους αναγνώρισης όταν η αξία των δύο σκελών της θέσης κινείται πάντα προς αντίθετες κατευθύνσεις και στην ίδια περίπου έκταση. Τούτο ισχύει στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) τα δύο σκέλη συνίστανται σε μέσα με απόλυτη ομοιότητα μεταξύ τους· ή β) μία θετική ταμειακή θέση αντισταθμίζεται από πιστωτικό παράγωγο τύπου total return swap (και αντιστρόφως) και υπάρχει απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ του μέσου αναφοράς και των υποκείμενων ανοιγμάτων (δηλαδή της ταμειακής θέσης). Η ληκτότητα της ίδιας της συμφωνίας ανταλλαγής μπορεί να διαφέρει από τη ληκτότητα του υποκείμενου ανοίγματος. 44. Εφαρμόζεται αντιστάθμισμα ύψους 80 % όταν η αξία των δύο σκελών κινείται πάντα προς την αντίθετη κατεύθυνση και εφόσον υφίσταται απόλυτη αντιστοιχία όσον αφορά το μέσο αναφοράς, τη ληκτότητα τόσο της υποχρέωσης αναφοράς όσο και του πιστωτικού παραγώγου και το νόμισμα του υποκείμενου ανοίγματος. Επιπλέον, τα βασικά στοιχεία της σύμβασης που διέπει το πιστωτικό παράγωγο δεν πρέπει να έχουν ως συνέπεια σημαντική απόκλιση των αυξομειώσεων της τιμής του πιστωτικού παραγώγου σε σύγκριση με τις αυξομειώσεις της τιμής της ταμειακής θέσης. Στο μέτρο που η συναλλαγή συνεπάγεται μεταβίβαση του κινδύνου, εφαρμόζεται αντιστάθμισμα ειδικού κινδύνου ύψους 80 % στο σκέλος της συναλλαγής με τη μεγαλύτερη κεφαλαιακή απαίτηση, ενώ οι απαιτήσεις ειδικού κινδύνου στο έτερο σκέλος είναι μηδενικές. 45. Εφαρμόζεται μερική αναγνώριση όταν η αξία των δύο σκελών κινείται συνήθως προς αντίθετες κατευθύνσεις. Τούτο ισχύει στις ακόλουθες περιπτώσεις: i) η υποχρέωση αναφοράς είναι της αυτής προτεραιότητας ή υποδεέστερης σε σύγκριση με την υποχρέωση που απορρέει από το υποκείμενο μέσο· και ii) η υποχρέωση που απορρέει από το υποκείμενο μέσο και η υποχρέωση αναφοράς έχουν τον ίδιο οφειλέτη και περιλαμβάνουν νομικά εκτελεστές ρήτρες σταυροειδούς αθέτησης υποχρέωσης και σταυροειδούς πρόωρης εξόφλησης· β) η θέση εμπίπτει στην παράγραφο 43, στοιχείο α) ή στην παράγραφο 44, αλλά υφίσταται αναντιστοιχία νομισμάτων ή ληκτότητας μεταξύ της πιστωτικής προστασίας και του υποκείμενου στοιχείου ενεργητικού (οι αναντιστοιχίες νομισμάτων πρέπει να περιλαμβάνονται στην συνήθη γνωστοποίηση κινδύνου τιμών συναλλάγματος σύμφωνα με το Παράρτημα III· ή γ) η θέση εμπίπτει στην παράγραφο 44, αλλά υφίσταται αναντιστοιχία στοιχείων μεταξύ της ταμειακής θέσης και του πιστωτικού παραγώγου. Εντούτοις, το υποκείμενο στοιχείο ενεργητικού συμπεριλαμβάνεται στις (παραδόσιμες) υποχρεώσεις στα σχετικά με το πιστωτικό παράγωγο έγγραφα. 46. Σε κάθε περίπτωση που δεν υπάγεται στις παραγράφους 43 έως 45, η κεφαλαιακή απαίτηση ειδικού κινδύνου υπολογίζεται σε σχέση με αμφότερα σκέλη των θέσεων. Κεφαλαιακές απαιτήσεις για οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών 47. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για θέσεις σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων («ΟΣΕ») που πληρούν τις προϋποθέσεις οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 11 για την κεφαλαιακή επάρκεια των χαρτοφυλακίων συναλλαγών υπολογίζονται σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπονται στις παραγράφους 48 έως 56. 48. Με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του παρόντος τμήματος, οι θέσεις σε ΟΣΕ υπόκεινται σε κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο θέσης (ειδικό και γενικό) ύψους 32 %. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Παραρτήματος III, παράγραφος 2.1, τέταρτο εδάφιο ή του Παραρτήματος V, παράγραφος 12, τέταρτο εδάφιο (Κίνδυνος βασικού εμπορεύματος) από κοινού με το Παράρτημα ΙΙΙ, παράγραφος 2.1, τέταρτο εδάφιο, οσάκις γίνεται χρήση της τροποποιημένης αναγωγής σε χρυσό που καθορίζεται στις εν λόγω παραγράφους, οι θέσεις σε ΟΣΕ υπόκεινται σε κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο θέσης (ειδικό και γενικό) και για κίνδυνο τιμών συναλλάγματος σε ποσοστό όχι μεγαλύτερο από 40 %. 49. Τα ιδρύματα δύνανται να καθορίζουν την κεφαλαιακή απαίτηση για θέσεις σε ΟΣΕ που πληρούν τις προϋποθέσεις οι οποίες καθορίζονται στην παράγραφο 51 με τις μεθόδους που καθορίζονται στις παραγράφους 53 έως 56. 50. Με την επιφύλαξη τυχόν διαφορετικής επισήμανσης, δεν επιτρέπεται συμψηφισμός μεταξύ των υποκείμενων επενδύσεων ενός ΟΣΕ και άλλων θέσεων που κατέχει το ίδρυμα. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ 51. Οι γενικές προϋποθέσεις επιλεξιμότητας για χρήση των μεθόδων των παραγράφων 53 έως 56 στην περίπτωση ΟΣΕ που εκδίδονται από επιχειρήσεις οι οποίες υπόκεινται σε εποπτεία ή έχουν συσταθεί στην Κοινότητα είναι οι εξής: i) τις κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού στις οποίες επιτρέπεται να επενδύει ο ΟΣΕ· ii) εάν ισχύουν επενδυτικά όρια, τα σχετικά όρια και τις μεθόδους υπολογισμού τους· iii) εάν επιτρέπεται μόχλευση, τον μέγιστο βαθμό μόχλευσης· και iv) εάν επιτρέπονται επενδύσεις σε εξωχρηματιστηριακά χρηματοοικονομικά παράγωγα ή συναλλαγές παρόμοιες με συμφωνία επαναγοράς, την τακτική με την οποία περιορίζεται ο κίνδυνος αντισυμβαλλόμενου που απορρέει από τις εν λόγω συναλλαγές. β) Οι δραστηριότητες του ΟΣΕ αποτελούν αντικείμενο εξαμηνιαίων και ετήσιων εκθέσεων, ούτως ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση του ενεργητικού και του παθητικού, των εσόδων και των πράξεων που διενεργήθηκαν κατά τη χρονική περίοδο αναφοράς, γ) Οι μονάδες/μερίδια του ΟΣΕ είναι εξαγοράσιμα σε μετρητά, με χρήση των στοιχείων ενεργητικού του οργανισμού, σε καθημερινή βάση και κατόπιν αιτήσεως του κατόχου του μεριδίου· δ) Οι επενδύσεις σε ΟΣΕ διαχωρίζονται από τα στοιχεία ενεργητικού του διαχειριστή του ΟΣΕ· και ε) Υπάρχει επαρκής εκτίμηση κινδύνου του ΟΣΕ από μέρους του ιδρύματος που πραγματοποιεί την επένδυση. 52. Οι ΟΣΕ τρίτων χωρών μπορούν να είναι επιλέξιμοι εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των στοιχείων α) έως ε) της παραγράφου 51, με την επιφύλαξη της έγκρισης της αρχής που είναι αρμόδια για το εκάστοτε ίδρυμα. ΕΙΔΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ 53. Όταν ένα ίδρυμα γνωρίζει σε καθημερινή βάση τις υποκείμενες επενδύσεις του ΟΣΕ, το ίδρυμα έχει την ευχέρεια να εμβαθύνει την εξέτασή του στις εν λόγω υποκείμενες επενδύσεις προκειμένου να υπολογίσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο θέσης (γενικό και ειδικό) για τις συγκεκριμένες θέσεις σύμφωνα με τις μεθόδους που καθορίζονται στο παρόν Παράρτημα ή, εάν έχει χορηγηθεί άδεια, σύμφωνα με τις μεθόδους που καθορίζονται στο Παράρτημα V. Στο πλαίσιο της προσέγγισης αυτής, οι θέσεις σε ΟΣΕ αντιμετωπίζονται ως θέσεις στις υποκείμενες επενδύσεις του εκάστοτε ΟΣΕ. Επιτρέπεται συμψηφισμός μεταξύ θέσεων στις υποκείμενες επενδύσεις του ΟΣΕ και άλλων θέσεων τις οποίες κατέχει το ίδρυμα, υπό την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα κατέχει ικανό αριθμό μεριδίων, ώστε να είναι δυνατή η εξαγορά/σύσταση σε αντάλλαγμα των υποκείμενων επενδύσεων. 54. Ένα ίδρυμα μπορεί να υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο θέσης (γενικό και ειδικό) προκειμένου για θέσεις σε ΟΣΕ σύμφωνα με τις μεθόδους που καθορίζονται στο παρόν Παράρτημα ή, εάν έχει χορηγηθεί άδεια, σύμφωνα με τις μεθόδους που καθορίζονται στο Παράρτημα V, με αναγωγή σε υποθετικές θέσεις οι οποίες να αντιστοιχούν στις θέσεις που απαιτούνται για την αναπαραγωγή της σύνθεσης και των επιδόσεων ενός εξωτερικά διαμορφούμενου δείκτη ή ενός πάγιου καλαθιού μετοχών ή χρεωστικών τίτλων για το οποίο γίνεται λόγος στο στοιχείο α), εφόσον πληρούνται οι εξής όροι: α) σκοπός της εντολής του ΟΣΕ είναι η αναπαραγωγή της σύνθεσης και των επιδόσεων ενός εξωτερικά διαμορφούμενου δείκτη ή ενός πάγιου καλαθιού μετοχών ή χρεωστικών τίτλων· και β) είναι δυνατό να προσδιορισθεί με σαφήνεια και για ελάχιστο χρονικό διάστημα έξι μηνών ελάχιστη τιμή συσχέτισης 0,9 μεταξύ των ημερήσιων μεταβολών των τιμών του ΟΣΕ και του δείκτη ή του καλαθιού μετοχών ή χρεωστικών τίτλων που χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς. Ως «συσχέτιση» στο πλαίσιο αυτό νοείται ο συντελεστής συσχέτισης μεταξύ των καθημερινών αποδόσεων του ΟΣΕ και του δείκτη ή του καλαθιού μετοχών ή χρεωστικών τίτλων που χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς. 55. Όταν ένα ίδρυμα δεν γνωρίζει σε καθημερινή βάση τις υποκείμενες επενδύσεις του ΟΣΕ, τότε μπορεί να υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο θέσης (γενικό και ειδικό) σύμφωνα με τις μεθόδους που καθορίζονται στο παρόν Παράρτημα, εφόσον πληρούνται οι εξής όροι: α) ισχύει η παραδοχή ότι ο ΟΣΕ επενδύει καταρχάς στον μέγιστο επιτρεπόμενο βαθμό σύμφωνα με την εντολή του στις κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού για τις οποίες ισχύει η υψηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο θέσης (γενικό και ειδικό), ενώ στη συνέχεια εξακολουθεί να πραγματοποιεί επενδύσεις με φθίνουσα σειρά μέχρι την επίτευξη του ανώτατου συνολικού επενδυτικού ορίου. Η θέση στον ΟΣΕ λογίζεται ως άμεση συμμετοχή στην υποθετική θέση· β) τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη το μέγιστο έμμεσο άνοιγμα που θα μπορούσαν να επιτύχουν με την ανάληψη μοχλευμένων θέσεων μέσω του ΟΣΕ κατά τον υπολογισμό της κεφαλαιακής τους απαίτησης για τον κίνδυνο θέσης, αυξάνοντας αναλόγως τη θέση στον ΟΣΕ μέχρι την επίτευξη του ανώτατου ανοίγματος στα υποκείμενα επενδυτικά στοιχεία που προκύπτει από την εντολή· και γ) σε περίπτωση που η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο θέσης (γενικό και ειδικό) σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο υπερβαίνει την απαίτηση που καθορίζεται στην παράγραφο 48, γίνεται δεκτό ότι η κεφαλαιακή απαίτηση ισούται με το επίπεδο αυτό και δεν λαμβάνεται υπόψη το υπερβάλλον. 56. Τα ιδρύματα δύνανται να καταφεύγουν στις υπηρεσίες τρίτου για τον υπολογισμό και τη γνωστοποίηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο θέσης (γενικό και ειδικό) προκειμένου για θέσεις σε ΟΣΕ που εμπίπτουν στις παραγράφους 53 και 55, σύμφωνα με τις μεθόδους που καθορίζονται στο παρόν Παράρτημα, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται επαρκώς η ορθότητα του υπολογισμού και της γνωστοποίησης. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ/ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ/ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ 1. ΠΙΝΑΚΑΣ 1 Αριθμός εργάσιμων ημερών μετά την ημερομηνία που έπρεπε να γίνει ο διακανονισμός ( %) 5 έως 15 8 16 έως 30 50 31 έως 45 75 46 και άνω 100 ΑΤΕΛΕΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ (FREE DELIVERIES) 2. Το ίδρυμα οφείλει να διατηρεί ίδια κεφάλαια, όπως καθορίζεται στον Πίνακα 2, εάν: α) έχει καταβάλει το αντίτιμο τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων προτού του παραδοθούν οι εν λόγω τίτλοι ή βασικά εμπορεύματα, ή εάν έχει παραδώσει τίτλους ή βασικά εμπορεύματα προτού λάβει το σχετικό αντίτιμο, και β) Πίνακας 2: Είδος συναλλαγής Έως την πρώτη συμβατική πληρωμή/παράδοση Από την πρώτη συμβατική πληρωμή/παράδοση έως και μία ημέρα μετά τη δεύτερη συμβατική πληρωμή/παράδοση 5 εργάσιμες ημέρες μετά τη δεύτερη συμβατική πληρωμή/παράδοση και έως τη λήξη της συναλλαγής Ατελής συναλλαγή Καμία κεφαλαιακή απαίτηση Αντιμετώπιση ως δάνειο Αφαίρεση της μεταφερθείσας αξίας και του τρέχοντος θετικού ανοίγματος από τα ίδια κεφάλαια 3. Κατά την εφαρμογή στάθμισης κινδύνου στα ανοίγματα ατελών συναλλαγών που τυγχάνουν της μεταχείρισης που προβλέπεται στη στήλη 3 του Πίνακα 2, τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση που προβλέπεται στα άρθρα 84 έως 89 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, μπορούν να παραχωρήσουν πιθανότητες αθέτησης στους αντισυμβαλλόμενους για τους οποίους δεν υφίστανται άλλα ανοίγματα εκτός εμπορικών βιβλίων, βάσει της εξωτερικής διαβάθμισης του αντισυμβαλλόμενου. Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν ίδιες εκτιμήσεις σχετικά με τις ζημίες σε περίπτωση αθέτησης (loss given defaults — LGD), μπορούν να εφαρμόζουν τις LGD που παρατίθενται στο Παράρτημα VII, Μέρος 2, παράγραφος 8 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ στα ανοίγματα ατελών συναλλαγών που τυγχάνουν μεταχείρισης σύμφωνα με τη στήλη 3 του Πίνακα 2 υπό την προϋπόθεση ότι τούτο θα εφαρμόζεται για όλα αυτά τα ανοίγματα. Εναλλακτικά, τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση που προβλέπεται στα άρθρα 84 έως 89 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ μπορούν να εφαρμόζουν τις σταθμίσεις κινδύνου, όπως προβλέπεται στα άρθρα 78 έως 83 της προαναφερθείσας οδηγίας υπό την προϋπόθεση ότι τούτο θα εφαρμόζεται σε όλα τα συγκεκριμένα ανοίγματα ή θα μπορούν να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 100 % στα εν λόγω ανοίγματα. 4. Σε περίπτωση δυσλειτουργίας συστήματος διακανονισμού ή εκκαθάρισης, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν τη μη εφαρμογή των κεφαλαιακών απαιτήσεων που έχουν υπολογισθεί σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 έως ότου διορθωθεί η κατάσταση. Ο μη διακανονισμός συναλλαγής από έναν αντισυμβαλλόμενο δεν θεωρείται αθέτηση για τους σκοπούς του πιστωτικού κινδύνου. ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ (CCR) 5. Κάθε ίδρυμα υποχρεούται να διαθέτει κεφάλαια προς κάλυψη του CCR που απορρέει από ανοίγματα τα οποία οφείλονται σε: α) εξωχρηματιστηριακά παράγωγα μέσα και πιστωτικά παράγωγα· β) συμφωνίες πώλησης και επαναγοράς, συμφωνίες αγοράς και επαναπώλησης, συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων ή συναλλαγές δανειοληψίας με βάση τίτλους ή βασικά εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών· γ) πράξεις δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης βασιζόμενες σε τίτλους ή σε βασικά εμπορεύματα· και δ) συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού (long settlement transactions). 6. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 7 έως 10, η αξία ανοιγμάτων και τα ποσά ανοίγματος με στάθμιση κινδύνου για τέτοια ανοίγματα υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου V, κεφάλαιο 2, τμήμα 3 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, όπου κάθε αναφορά σε «πιστωτικά ιδρύματα» στο εν λόγω τμήμα νοείται ως αναφορά σε «ιδρύματα», κάθε αναφορά σε «μητρικά πιστωτικά ιδρύματα» νοείται ως αναφορά σε «μητρικά ιδρύματα», ενώ οι συναφείς όροι νοούνται με ανάλογο τρόπο. 7. Για τους σκοπούς της παραγράφου 6: — σε περίπτωση που η υποχρέωση αναφοράς είναι τέτοιου τύπου ώστε, εάν δημιουργούσε άμεσο άνοιγμα για το ίδρυμα, θα εθεωρείτο εγκεκριμένο στοιχείο για τους σκοπούς του Παραρτήματος I: 5 % · και — σε περίπτωση που η υποχρέωση αναφοράς είναι τέτοιου τύπου ώστε, εάν δημιουργούσε άμεσο άνοιγμα για το ίδρυμα, δεν θα εθεωρείτο εγκεκριμένο στοιχείο για τους σκοπούς του Παραρτήματος I: 10 %. 8. Για τους σκοπούς της παραγράφου 6, κατά τον υπολογισμό του ποσού ανοιγμάτων με στάθμιση κινδύνου, τα ιδρύματα δεν επιτρέπεται να εφαρμόζουν την «απλή μέθοδο χρήσης των χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων», η οποία καθορίζεται στο Παράρτημα VIII, Μέρος 3, παράγραφοι 24 έως 29 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, για την αναγνώριση των συνεπειών χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων. 9. Για τους σκοπούς της παραγράφου 6, στην περίπτωση συναλλαγών πώλησης και επαναγοράς και συναλλαγών δανειοδοσίας ή δανειοδοσίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων κατατεθειμένων σε χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, κάθε χρηματοοικονομικό μέσο και βασικό εμπόρευμα που πληροί τις προϋποθέσεις για να συμπεριληφθεί στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είναι δυνατό να αναγνωρισθεί ως αποδεκτή εξασφάλιση. Όταν πρόκειται για άνοιγμα που οφείλεται σε εξωχρηματιστηριακό παράγωγο μέσο το οποίο εγγράφεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, τα βασικά εμπορεύματα που πληρούν τις προϋποθέσεις για να συμπεριληφθούν στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών μπορούν ομοίως να αναγνωρισθούν ως αποδεκτή εξασφάλιση. Προκειμένου να υπολογισθούν οι προσαρμογές μεταβλητότητας όταν τέτοιου είδους χρηματοοικονομικά μέσα ή βασικά εμπορεύματα μη αποδεκτά δυνάμει του Παραρτήματος VIII της οδηγίας 2006/48/ΕΚ διατίθενται ως δάνειο, πωλούνται ή παρέχονται ή αποτελούν αντικείμενο δανειοληψίας, αγοράζονται ή λαμβάνονται ως εξασφάλιση ή υπό άλλη μορφή στο πλαίσιο τέτοιας συναλλαγής και το ίδρυμα χρησιμοποιεί την προσέγγιση των εποπτευόμενων προσαρμογών μεταβλητότητας δυνάμει του Παραρτήματος VIII, τμήμα 3 της ίδιας οδηγίας, τα εν λόγω μέσα ή βασικά εμπορεύματα αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως και οι μετοχές οι οποίες δεν περιλαμβάνονται σε βασικό δείκτη και είναι εισηγμένες σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο. 10. Για τους σκοπούς της παραγράφου 6, σε σχέση με την αναγνώριση συμβάσεων-πλαισίων συμψηφισμού που καλύπτουν συναλλαγές πώλησης και επαναγοράς ή/και συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοδοσίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων ή/και άλλου είδους συναλλαγές κεφαλαιαγοράς, ο συμψηφισμός μεταξύ θέσεων εντός και εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών αναγνωρίζεται μόνο εφόσον οι συμψηφιζόμενες συναλλαγές πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) όλες οι συναλλαγές αποτιμώνται καθημερινά με βάση τις τρέχουσες αγοραίες τιμές· και β) κάθε στοιχείο το οποίο αποτελεί αντικείμενο δανειοληψίας, αγοράζεται ή λαμβάνεται στο πλαίσιο των συναλλαγών δύναται να αναγνωρισθεί ως αποδεκτή χρηματοοικονομική εξασφάλιση βάσει του τίτλου V, κεφάλαιο 2, τμήμα 3, ενότητα 3 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ χωρίς εφαρμογή της παραγράφου 9 του παρόντος Παραρτήματος. 11. Όταν ένα πιστωτικό παράγωγο το οποίο περιλαμβάνεται σε χαρτοφυλάκιο συναλλαγών αποτελεί στοιχείο εσωτερικής αντιστάθμισης κινδύνου και η πιστωτική προστασία αναγνωρίζεται βάσει της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, γίνεται δεκτό ότι δεν υφίσταται κίνδυνος αντισυμβαλλομένου εξαιτίας της θέσης στο πιστωτικό παράγωγο. 12. Η κεφαλαιακή απαίτηση είναι 8 % των συνολικών ποσών ανοίγματος με στάθμιση κινδύνου. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΙΜΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΟΣ 1. Εάν το άθροισμα της συνολικής καθαρής θέσης του ιδρύματος σε συνάλλαγμα και της συνολικής καθαρής θέσης του σε χρυσό, υπολογιζόμενης με τη μέθοδο που ορίζεται στην παράγραφο 2, υπερβαίνει το 2 % των συνολικών του ιδίων κεφαλαίων, το άθροισμα της συνολικής καθαρής θέσης του σε συνάλλαγμα και της συνολικής καθαρής θέσης του σε χρυσό πολλαπλασιάζεται επί 8 % για να υπολογιστεί το ίδιο κεφάλαιο που απαιτείται έναντι συναλλαγματικού κινδύνου. 2. Χρησιμοποιείται μια μέθοδος υπολογισμού σε δύο στάδια για τον καθορισμό κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο τιμών συναλλάγματος. 2.1. Πρώτον, υπολογίζεται η καθαρή ανοικτή θέση του ιδρύματος σε κάθε νόμισμα (συμπεριλαμβανομένου του νομίσματος υποβολής στοιχείων) και σε χρυσό. α) καθαρή τρέχουσα θέση (δηλαδή όλα τα στοιχεία ενεργητικού μείον όλα τα στοιχεία παθητικού, συμπεριλαμβανομένων των δεδουλευμένων τόκων, στο σχετικό νόμισμα ή, για το χρυσό, καθαρή τρέχουσα θέση σε χρυσό), β) καθαρή προθεσμιακή θέση (δηλαδή όλα τα εισπρακτέα ποσά μείον όλα τα πληρωτέα ποσά βάσει προθεσμιακών πράξεων συναλλάγματος και χρυσού, συμπεριλαμβανομένων των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης επί συναλλάγματος και χρυσού και του κεφαλαίου των συμφωνιών ανταλλαγής νομισμάτων που δεν έχει συνυπολογισθεί στην τρέχουσα θέση), γ) αμετάκλητες εγγυήσεις (και παρεμφερή μέσα) που είναι βέβαιο ότι θα καταστούν απαιτητές και πιθανό ότι δεν θα ανακτηθούν, δ) καθαρά μελλοντικά έσοδα/έξοδα μη ακόμη δεδουλευμένα αλλά ήδη πλήρως αντισταθμισμένα (κατ«επιλογή του ιδρύματος που υποβάλλει τα στοιχεία και με προηγούμενη έγκριση των αρμόδιων αρχών, τα καθαρά μελλοντικά έσοδα/έξοδα που δεν έχουν καταχωρηθεί ακόμη λογιστικά αλλά έχουν καλυφθεί ήδη πλήρως μέσω προθεσμιακών πράξεων συναλλάγματος μπορούν να συμπεριλαμβάνονται σε αυτόν τον υπολογισμό). Το ίδρυμα πρέπει να εφαρμόζει με συνέπεια τη μέθοδο που έχει επιλέξει, ε) ποσό ισοδύναμο με το αποτέλεσμα του συμψηφισμού των συντελεστών δέλτα (net delta ή delta-based equivalent) για το σύνολο του χαρτοφυλακίου δικαιωμάτων προαίρεσης επί συναλλάγματος και χρυσού, και στ) η αγοραία αξία των άλλων (πλην συναλλάγματος και χρυσού) δικαιωμάτων προαίρεσης. 2.2. Δεύτερον, οι καθαρές θετικές και αρνητικές θέσεις σε κάθε νόμισμα, εκτός του νομίσματος υποβολής στοιχείων και η καθαρή θετική ή αρνητική θέση σε χρυσό μετατρέπονται στο νόμισμα υποβολής στοιχείων βάσει των τρεχουσών συναλλαγματικών ισοτιμιών. Οι θέσεις αυτές αθροίζονται χωριστά έτσι ώστε να προκύψει, αντίστοιχα, το άθροισμα των καθαρών αρνητικών θέσεων και το άθροισμα των καθαρών θετικών θέσεων. Το μεγαλύτερο από αυτά τα δύο αθροίσματα είναι η συνολική καθαρή θέση του ιδρύματος σε συνάλλαγμα. 3. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2 και εν αναμονή περαιτέρω συντονισμού, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, για τους σκοπούς του παρόντος Παραρτήματος, να επιβάλλουν ή να επιτρέπουν στα ιδρύματα τη χρησιμοποίηση των παρακάτω διαδικασιών. 3.1. Η αρμόδια αρχή μπορεί να επιβάλλει στα ιδρύματα, για θέσεις σε στενά συσχετιζόμενα (correlated) νομίσματα, κεφαλαιακές απαιτήσεις χαμηλότερες από τις απαιτήσεις που θα προέκυπταν από την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 σε αυτές. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να θεωρούν δύο νομίσματα ως στενά συσχετιζόμενα μόνον όταν η πιθανότητα ζημίας —υπολογιζόμενη με βάση τα ημερήσια στοιχεία συναλλαγματικών ισοτιμιών για τα προηγούμενα τρία ή πέντε χρόνια— που θα προκύψει σε ίσες και αντίθετες θέσεις στα νομίσματα αυτά κατά τις επόμενες δέκα εργάσιμες ημέρες, ήτοι 4 % ή λιγότερο της αξίας της συγκεκριμένης αντιστοιχισμένης θέσης (αποτιμώμενης στο νόμισμα που χρησιμοποιείται για την υποβολή εκθέσεων) έχει πιθανότητα τουλάχιστον 99 % όταν χρησιμοποιείται τριετής περίοδος παρακολούθησης ή 95 % όταν η περίοδος παρακολούθησης είναι πενταετής. Οι απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια έναντι της αντιστοιχισμένης θέσης σε δύο στενά συσχετιζόμενα νομίσματα είναι 4 % πολλαπλασιαζόμενο επί την αξία της αντιστοιχισμένης θέσης. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι μη αντιστοιχισμένων θέσεων σε στενά συσχετιζόμενα νομίσματα, καθώς και όλες οι θέσεις σε άλλα νομίσματα είναι 8 %, πολλαπλασιαζόμενο επί το υψηλότερο ποσό της καθαρής αρνητικής θέσης, ή της καθαρής θετικής θέσης στα νομίσματα αυτά, ύστερα από την αφαίρεση των αντιστοιχισμένων θέσεων σε στενά συσχετιζόμενα νομίσματα. 3.2. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε ιδρύματα να μετακινούν θέσεις σε νομίσματα που εμπίπτουν σε νομικά δεσμευτική διακρατική συμφωνία για τον περιορισμό της διακύμανσής τους εν σχέσει προς άλλα νομίσματα καλυπτόμενα από την ίδια συμφωνία, από οποιαδήποτε μέθοδο που περιγράφεται στις παραγράφους 1, 2 και 3.1 και την οποία εφαρμόζουν. Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις αντιστοιχισμένες θέσεις τους στα νομίσματα αυτά και τις υπάγουν σε κεφαλαιακές απαιτήσεις ίσες τουλάχιστον προς το ήμισυ της μέγιστης αποδεκτής διακύμανσης που καθορίζεται στη συγκεκριμένη διακυβερνητική συμφωνία όσον αφορά τα περί ων ο λόγος νομίσματα. Οι μη αντιστοιχισμένες θέσεις στα νομίσματα αυτά αντιμετωπίζονται όπως και τα άλλα νομίσματα. 4. Οι καθαρές θέσεις σε σύνθετα νομίσματα μπορούν να διαχωρίζονται με βάση τα συμμετέχοντα νομίσματα και σύμφωνα με τις ισχύουσες αναλογίες τους. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΒΑΣΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΣ 1. Κάθε θέση σε βασικά εμπορεύματα ή σε παράγωγα μέσα βασικών εμπορευμάτων εκφράζεται σε τυποποιημένες μονάδες μέτρησης. Για κάθε βασικό εμπόρευμα, η τιμή για άμεση παράδοση (spot price) εκφράζεται στο νόμισμα υποβολής στοιχείων στις αρμόδιες αρχές. 2. Οι θέσεις σε χρυσό ή σε παράγωγα μέσα χρυσού θεωρούνται ότι ενέχουν κίνδυνο συναλλάγματος και αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το Παράρτημα III ή το Παράρτημα V, κατά περίπτωση, ως προς τον υπολογισμό του κινδύνου αγοράς. 3. Για τους σκοπούς του παρόντος Παραρτήματος, οι θέσεις που είναι καθαρώς χρηματοδοτήσεις φυσικών αποθεμάτων μπορούν να εξαιρούνται μόνο από τον υπολογισμό του κινδύνου βασικού εμπορεύματος. 4. Οι κίνδυνοι επιτοκίου και συναλλάγματος που δεν καλύπτονται από άλλες διατάξεις του παρόντος Παραρτήματος περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του γενικού κινδύνου διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων και στον υπολογισμό του κινδύνου συναλλάγματος. 5. Όταν η αρνητική θέση καθίσταται ληξιπρόθεσμη πριν από τη θετική θέση, τα ιδρύματα καλύπτονται επίσης έναντι του κινδύνου ανεπαρκούς ρευστότητας που ενδέχεται να υπάρχει σε ορισμένες αγορές. 6. Για τους σκοπούς της παραγράφου 19, το ποσό κατά το οποίο οι θετικές (αρνητικές) θέσεις υπερβαίνουν τις θετικές (αρνητικές) θέσεις του ιδρύματος στο ίδιο βασικό εμπόρευμα και σε πανομοιότυπα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures), δικαιώματα προαίρεσης (options) και πιστοποιητικά επιλογής (warrants) αντιπροσωπεύει την καθαρή θέση του ιδρύματος σε κάθε βασικό εμπόρευμα. 7. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να θεωρήσουν τις ακόλουθες θέσεις ως θέσεις στο ίδιο βασικό εμπόρευμα: α) θέσεις σε διαφορετικές υποκατηγορίες βασικών εμπορευμάτων, οσάκις είναι αμοιβαίως δυνατή η παράδοση μιας υποκατηγορίας έναντι άλλης, και β) θέσεις σε ομοειδή βασικά εμπορεύματα, εάν είναι στενά υποκατάστατα μεταξύ τους και εφόσον είναι δυνατόν να καταδειχθεί σαφώς ελάχιστη συσχέτιση ύψους 0,9 μεταξύ των διακυμάνσεων των τιμών στη διάρκεια ενός τουλάχιστον έτους. Ειδικά μέσα 8. Τα συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης επί βασικών εμπορευμάτων και οι προθεσμιακές δεσμεύσεις αγοράς ή πώλησης μεμονωμένων βασικών εμπορευμάτων ενσωματώνονται στο σύστημα μέτρησης ως ονομαστικά (notional) ποσά εκφρασμένα στην τυποποιημένη μονάδα μέτρησης και τους αποδίδεται προθεσμία λήξης με βάση την ημερομηνία λήξης. 9. Οι συμφωνίες ανταλλαγής βασικών εμπορευμάτων με ένα σκέλος σε σταθερές τιμές και το άλλο σε τρέχουσες τιμές πρέπει να ενσωματώνονται στην προσέγγιση του πίνακα προθεσμιών λήξης, όπως ορίζεται στις παραγράφους 13 έως 18, ως σύνολο θέσεων ίσων προς το ονομαστικό ποσό της συμφωνίας, όπου κάθε πληρωμή για την εξυπηρέτηση της συμφωνίας ανταλλαγής αποτελεί θέση που αναγράφεται στο αντίστοιχο διάστημα ληκτότητας του πίνακα προθεσμιών λήξης του Πίνακα 1 της παραγράφου 13. Οι θέσεις θα είναι θετικές εάν το ίδρυμα πληρώνει σταθερές τιμές και εισπράττει κυμαινόμενες τιμές και αρνητικές εάν το ίδρυμα εισπράττει σταθερές τιμές και πληρώνει κυμαινόμενες τιμές. 10. Τα δικαιώματα προαίρεσης σε βασικά εμπορεύματα ή σε παράγωγα μέσα βασικών εμπορευμάτων αντιμετωπίζονται ως θέσεις αξίας ίσης με το ποσό του υποκείμενου μέσου του δικαιώματος προαίρεσης, πολλαπλασιασμένο επί το συντελεστή δέλτα για τους σκοπούς του παρόντος Παραρτήματος. Οι θέσεις που υπολογίζονται έτσι μπορούν να συμψηφίζονται με αντίθετες θέσεις στο ίδιο υποκείμενο εμπόρευμα ή στο ίδιο παράγωγο μέσο βασικού εμπορεύματος. Ο χρησιμοποιούμενος συντελεστής δέλτα είναι είτε εκείνος του σχετικού χρηματιστηρίου είτε εκείνος που υπολογίζεται από τις αρμόδιες αρχές είτε, εάν κανένας από αυτούς δεν είναι διαθέσιμος ή εάν πρόκειται για εξωχρηματιστηριακά δικαιώματα προαίρεσης (OTC options), εκείνος που υπολογίζεται από το ίδιο το ίδρυμα, εφόσον οι αρμόδιες αρχές έχουν πεισθεί για την καταλληλότητα του υποδείγματος που χρησιμοποιεί το ίδρυμα. 11. Τα πιστοποιητικά επιλογής που αφορούν βασικά εμπορεύματα αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως τα δικαιώματα προαίρεσης επί βασικών εμπορευμάτων που μνημονεύονται στην παράγραφο 10. 12. Το ίδρυμα που μεταβιβάζει βασικά εμπορεύματα ή εγγυημένα δικαιώματα κυριότητας βασικών εμπορευμάτων σε συμφωνία πώλησης και επαναγοράς και το ίδρυμα που δανείζει βασικά εμπορεύματα σε συμφωνία δανειοδοσίας βασικών εμπορευμάτων περιλαμβάνει τα εμπορεύματα αυτά στον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησής του βάσει του παρόντος Παραρτήματος. α)   Προσέγγιση με βάση τον πίνακα προθεσμιών λήξης 13. Ακολουθώντας τον κατωτέρω Πίνακα 1, το ίδρυμα χρησιμοποιεί διαφορετική προθεσμία λήξης για έκαστο βασικό προϊόν. Οι θέσεις που αντιστοιχούν σε κάθε βασικό προϊόν, αλλά και οι θεωρούμενες ως θέσεις σε αυτό το προϊόν, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 7, κατατάσσονται στο οικείο διάστημα λήξης. Τα υλικά αποθέματα κατατάσσονται στο πρώτο διάστημα. Διάρκεια προθεσμιών λήξης Συντελεστής διαφοράς αντιστοιχισμένης θέσης (Spread rate)(σε %) 0 ≤ 1 μήνα 1,50 > 1 ≤ 3 μήνες 1,50 > 3 ≤ 6 μήνες 1,50 > 6 ≤ 12 μήνες 1,50 > 1 ≤ 2 έτη 1,50 > 2 ≤ 3 έτη 1,50 > 3 έτη 1,50 14. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν το συμψηφισμό των θέσεων που είναι ή θεωρούνται βάσει της παραγράφου 7, θέσεις στο ίδιο βασικό προϊόν και την κατάταξή τους στο οικείο διάστημα λήξεως επί εκκαθαρισμένης βάσεως, προκειμένου περί των εξής: α) θέσεων σε συμβάσεις λήγουσες την αυτή ημερομηνία, και β) θέσεων σε συμβάσεις λήγουσες με διαφορά δεκαημέρου, εάν οι συμβάσεις αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αγορές έχουσες καθημερινά ημερομηνίες παραδόσεως. 15. Στη συνέχεια το ίδρυμα υπολογίζει το άθροισμα για κάθε διάστημα ληκτότητας των θετικών θέσεων αφενός, και των αρνητικών θέσεων, αφετέρου. Το ποσό των πρώτων (δεύτερων) που αντιστοιχίζεται έναντι των δεύτερων (πρώτων) σε κάθε διάστημα ληκτότητας είναι η αντιστοιχισμένη θέση στο διάστημα αυτό, ενώ η απομένουσα θετική ή αρνητική θέση είναι η μη αντιστοιχισμένη θέση στο ίδιο διάστημα ληκτότητας (unmatched position). 16. Το τμήμα της μη αντιστοιχισμένης θετικής (αρνητικής) θέσης σε δεδομένο διάστημα ληκτότητας που αντιστοιχίζεται έναντι της μη αντιστοιχισμένης αρνητικής (θετικής) θέσης στο επόμενο διάστημα ληκτότητας είναι η αντιστοιχισμένη θέση μεταξύ των δύο διαστημάτων ληκτότητας. Το μέρος της μη αντιστοιχισμένης θετικής ή αρνητικής θέσης που δεν μπορεί να αντιστοιχιστεί με τον τρόπο αυτό είναι η μη αντιστοιχισμένη θέση. 17. Η κεφαλαιακή απαίτηση, την οποία υποχρεούται να πληροί το ίδρυμα για κάθε βασικό εμπόρευμα, υπολογίζεται με βάση τον σχετικό πίνακα προθεσμιών λήξεως και ισούται με το άθροισμα των κατωτέρω: α) άθροισμα των αντιστοιχισμένων θετικών και αρνητικών θέσεων, πολλαπλασιασμένο με τον κατάλληλο συντελεστή διαφοράς αντιστοιχισμένης θέσης (spread rate) που αναφέρεται στη στήλη 2 του Πίνακα 1 της παραγράφου 13 για κάθε διάστημα προθεσμιών λήξης και επί την τιμή του βασικού εμπορεύματος για άμεση παράδοση (spot price), β) αντιστοιχισμένη θέση μεταξύ δύο διαστημάτων προθεσμιών λήξης για κάθε διάστημα προθεσμιών λήξης στο οποίο μεταφέρεται μια μη αντιστοιχισμένη θέση, πολλαπλασιασμένη επί 0,6 % (συντελεστής μεταφοράς) (carry rate) και επί την τιμή του βασικού εμπορεύματος για άμεση παράδοση, και γ) απομένουσες μη αντιστοιχισμένες θέσεις, πολλαπλασιασμένες επί 15 % (συντελεστής μη αντιστοιχισμένης θέσης) (outright rate) και επί την τιμή του βασικού εμπορεύματος για άμεση παράδοση. 18. Η συνολική κεφαλαιακή απαίτηση την οποία υποχρεούται να πληροί το ίδρυμα για τον κίνδυνο βασικού εμπορεύματος ισούται με το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων για έκαστο βασικό εμπόρευμα, σύμφωνα με την παράγραφο 17. β)   Απλουστευμένη προσέγγιση 19. Η κεφαλαιακή απαίτηση την οποία υποχρεούται να πληροί το ίδρυμα για κάθε βασικό εμπόρευμα ισούται με το άθροισμα των ακόλουθων δύο στοιχείων: α) 15 % της καθαρής θέσης, θετικής ή αρνητικής, πολλαπλασιασμένο επί την τιμή του εμπορεύματος για άμεση παράδοση (spot price), και β) 3 % της μεικτής θέσης, θετική θέση συν αρνητική θέση, πολλαπλασιασμένο επί την τιμή του εμπορεύματος για άμεση παράδοση. 20. Η συνολική κεφαλαιακή απαίτηση την οποία υποχρεούται να πληροί το ίδρυμα για τον κίνδυνο βασικού εμπορεύματος ισούται με το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων για έκαστο βασικό εμπόρευμα, σύμφωνα με την παράγραφο 19. γ)   Διευρυμένη προσέγγιση με βάση τον πίνακα προθεσμιών λήξης 21. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να χρησιμοποιούν τους ελάχιστους συντελεστές διαφοράς αντιστοιχισμένης θέσης (spread rate), μεταφοράς (carry rate) και μη αντιστοιχισμένης θέσης (outright rate) που καθορίζονται στον κατωτέρω Πίνακα 2, αντί εκείνων που αναφέρονται στις παραγράφους 13, 14, 17 και 18, εφόσον τα ιδρύματα, κατά τη γνώμη των αρμόδιων αρχών τους: α) διενεργούν σημαντικές συναλλαγές σε βασικά εμπορεύματα, β) διαθέτουν διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο βασικών εμπορευμάτων, και γ) δεν είναι ακόμη σε θέση να χρησιμοποιήσουν εσωτερικά υποδείγματα για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης για τον κίνδυνο βασικού εμπορεύματος σύμφωνα με το Παράρτημα V. Πολύτιμα μέταλλα (εκτός χρυσού) Βασικά μέταλλα Γεωργικά προϊόντα Άλλα, περιλαμβανομένων των ενεργειακών προϊόντων Συντελεστής διαφοράς αντιστοιχισμένης θέσης ( %) 1,0 1,2 1,5 1,5 Συντελεστής μεταφοράς ( %) 0,3 0,5 0,6 0,6 Συντελεστής μη αντιστοιχισμένης θέσης ( %) 8 10 12 15 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V ΧΡΗΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ 1. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν Παράρτημα, να επιτρέπουν στα ιδρύματα να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους για τον κίνδυνο θέσης, τον κίνδυνο συναλλάγματος ή/και τον κίνδυνο βασικού εμπορεύματος με τα εσωτερικά τους υποδείγματα αντί, ή σε συνδυασμό, με τις μεθόδους που περιγράφονται στα Παραρτήματα I, III και IV. Σε κάθε περίπτωση απαιτείται ρητή αναγνώριση των αρμόδιων αρχών για τη χρησιμοποίηση των υποδειγμάτων αυτών, χάριν εποπτείας των κεφαλαίων. 2. Οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν στην αναγνώριση αυτή μόνον εφόσον έχουν πεισθεί ότι το σύστημα διαχείρισης κινδύνων του ιδρύματος βασίζεται σε υγιείς αρχές, εφαρμόζεται με ακεραιότητα και πληροί ιδίως τα ακόλουθα ποιοτικά κριτήρια: α) το εσωτερικό υπόδειγμα διαχείρισης κινδύνων του ιδρύματος εντάσσεται στενά στη διαδικασία καθημερινής διαχείρισης κινδύνων και αποτελεί τη βάση για τις εκθέσεις προς τη γενική διοίκηση του ιδρύματος σχετικά με το ύψος του τρέχοντος ανοίγματος του ιδρύματος, β) το ίδρυμα διαθέτει τμήμα ελέγχου κινδύνων, ανεξάρτητο από τα τμήματα διαπραγμάτευσης και απευθείας υπόλογο έναντι της γενικής διοίκησης. Το τμήμα αυτό ευθύνεται για το σχεδιασμό και τη λειτουργία του συστήματος διαχείρισης κινδύνων του ιδρύματος. Συντάσσει και αναλύει τις καθημερινές εκθέσεις για τα αποτελέσματα του υποδείγματος διαχείρισης κινδύνων και για τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται ως προς τα όρια διαπραγμάτευσης. Το τμήμα ελέγχου κινδύνων πραγματοποιεί επίσης την αρχική και την περιοδική επικύρωση του εσωτερικού υποδείγματος, γ) το διοικητικό συμβούλιο και η γενική διοίκηση του ιδρύματος συμμετέχουν ενεργώς στη διαδικασία ελέγχου των κινδύνων και οι καθημερινές εκθέσεις του τμήματος ελέγχου κινδύνων εξετάζονται σε διοικητικό επίπεδο που διαθέτει επαρκή εξουσία για να επιβάλλει μειώσεις τόσο στις θέσεις μεμονωμένων διαπραγματευτών όσο και στο ύψος του συνολικού ανοίγματος του ιδρύματος, δ) το ίδρυμα διαθέτει επαρκές προσωπικό ικανό να χρησιμοποιεί πολύπλοκα υποδείγματα στους τομείς της διαπραγμάτευσης, του ελέγχου κινδύνων, του εσωτερικού ελέγχου και της υποστήριξης και διαχείρισης συναλλαγών, ε) το ίδρυμα έχει θεσπίσει διαδικασίες για την παρακολούθηση και την εξασφάλιση της τήρησης των εσωτερικών πολιτικών και ελέγχων όσον αφορά τη συνολική λειτουργία του συστήματος διαχείρισης κινδύνων, στ) έχει αποδειχθεί ότι το εσωτερικό υπόδειγμα του ιδρύματος μπορεί να μετρά τους κινδύνους με ικανοποιητική ακρίβεια, ζ) το ίδρυμα εφαρμόζει τακτικά αυστηρό πρόγραμμα προσομοίωσης καταστάσεων κρίσης (stress testing), τα αποτελέσματα του οποίου εξετάζονται από τη γενική διοίκηση και λαμβάνονται υπόψη στις πολιτικές και τα όρια που αυτή καθορίζει. Οι προσομοιώσεις αυτές αφορούν ιδίως την έλλειψη ρευστότητας στις αγορές σε ακραίες συνθήκες, τον κίνδυνο συγκέντρωσης, τις αγορές μιας κατεύθυνσης, τους κινδύνους γεγονότος ή αθέτησης (jump-to-default), την μη γραμμικότητα των προϊόντων, τις θέσεις που υπόκεινται σε αποκλίσεις τιμών και άλλους κινδύνους που ενδέχεται να μη λαμβάνονται κατάλληλα υπόψη στα εσωτερικά υποδείγματα. Οι διαταραχές που χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό αντικατοπτρίζουν τη φύση των χαρτοφυλακίων και τον χρόνο που θα ήταν αναγκαίος για την αντιστάθμιση ή τη διαχείριση των κινδύνων υπό ακραίες συνθήκες αγοράς, και η) το ίδρυμα διενεργεί, στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας εσωτερικού ελέγχου, ανεξάρτητη ανάλυση του οικείου συστήματος διαχείρισης κινδύνων. α) την καταλληλότητα της τεκμηρίωσης σχετικά με το σύστημα και τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων, καθώς και την οργάνωση της μονάδας ελέγχου κινδύνων, β) την ενσωμάτωση των μετρήσεων κινδύνων αγοράς στην καθημερινή διαχείριση κινδύνων, καθώς και την ακεραιότητα του συστήματος πληροφοριών διαχείρισης, γ) τη διαδικασία που εφαρμόζει το ίδρυμα για την έγκριση των υποδειγμάτων και των συστημάτων αποτίμησης των κινδύνων σε τιμές αγοράς τα οποία χρησιμοποιούνται από τους διαπραγματευτές και από το προσωπικό του τμήματος υποστήριξης και διαχείρισης συναλλαγών, δ) την έκταση των κινδύνων αγοράς που καλύπτει το υπόδειγμα διαχείρισης κινδύνων και την πιστοποίηση κάθε σημαντικής μεταβολής στη διαδικασία μέτρησης κινδύνων, ε) την ακρίβεια και την πληρότητα των δεδομένων για τις ανοικτές θέσεις, την ακρίβεια των υποθέσεων μεταβλητότητας και συσχέτισης, καθώς και την ακρίβεια των υπολογισμών αποτίμησης και ευαισθησίας, στ) τις διαδικασίες που εφαρμόζει το ίδρυμα για να ελέγχει τη συνοχή, την ενημέρωση και την αξιοπιστία των δεδομένων που χρησιμοποιούνται στα εσωτερικά υποδείγματα, περιλαμβανομένης της ανεξαρτησίας των πηγών των δεδομένων αυτών, και ζ) τις διαδικασίες που εφαρμόζει το ίδρυμα για να αξιολογεί τους εκ των υστέρων δοκιμαστικούς ελέγχους που διενεργούνται για να εξακριβωθεί η ακρίβεια των υποδειγμάτων. 3. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν διαδικασίες που εξασφαλίζουν την επικύρωση των εσωτερικών τους υποδειγμάτων από κατάλληλα τρίτα πρόσωπα που είναι ανεξάρτητα από τη διαδικασία κατάρτισης των υποδειγμάτων, με τρόπο που εγγυάται ότι τα υποδείγματα είναι εννοιολογικά άρτια και συλλαμβάνουν επαρκώς όλους τους σημαντικούς κινδύνους. Η επικύρωση γίνεται κατά την αρχική κατάρτιση του εσωτερικού υποδείγματος, καθώς και σε κάθε σημαντική μεταβολή του. Επαναλαμβάνεται περιοδικά, αλλά ιδίως όταν επέρχονται διαρθρωτικές μεταβολές στην αγορά ή στη σύνθεση του χαρτοφυλακίου που μπορούν να καταστήσουν το εσωτερικό υπόδειγμα ακατάλληλο. Τα ιδρύματα υιοθετούν και επωφελούνται από τις τελευταίες εξελίξεις στις τεχνικές και στις βέλτιστες πρακτικές. Η επικύρωση του εσωτερικού υποδείγματος δεν περιορίζεται στον εκ των υστέρων δοκιμαστικό έλεγχο αλλά περιλαμβάνει επίσης τουλάχιστον τα ακόλουθα: α) ελέγχους για να αποδειχθεί ότι οι παραδοχές του εσωτερικού υποδείγματος είναι κατάλληλες και δεν υποεκτιμούν ή υπερεκτιμούν τον κίνδυνο· β) εκτός των υποχρεωτικών προγραμμάτων δοκιμαστικού εκ των υστέρων ελέγχου, τα ιδρύματα διενεργούν δικούς τους ελέγχους επικύρωσης του εσωτερικού υποδείγματος ως προς τους κινδύνους και τη διάρθρωση των χαρτοφυλακίων τους· και γ) χρήση υποθετικών χαρτοφυλακίων που επιτρέπουν να εξακριβωθεί ότι το εσωτερικό υπόδειγμα συλλαμβάνει ορισμένα ειδικά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, όπως ιδίως κάθε σημαντικό κίνδυνο βάσης και κίνδυνο συγκέντρωσης. 4. Το ίδρυμα παρακολουθεί την ακρίβεια και την απόδοση του εσωτερικού υποδείγματος, διά της εφαρμογής ενός προγράμματος δοκιμαστικού εκ των υστέρων ελέγχου. Με τον έλεγχο αυτό, συγκρίνεται για κάθε εργάσιμη ημέρα, το μέτρο δυνητικής ζημίας το υπολογιζόμενο σύμφωνα με το εσωτερικό υπόδειγμα για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου στο τέλος της ημέρας, προς την ημερήσια μεταβολή της αξίας του χαρτοφυλακίου μέχρι το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας. 5. Για τους σκοπούς του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου από διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς και μετοχικούς τίτλους, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναγνωρίζουν τη χρήση του εσωτερικού υποδείγματος ενός ιδρύματος, εφόσον το εσωτερικό υπόδειγμα πληροί, εκτός από τους υπόλοιπους όρους του παρόντος Παραρτήματος, και τους ακόλουθους όρους : α) εξηγεί τη διαχρονική διακύμανση των τιμών του χαρτοφυλακίου, β) λαμβάνει υπόψη τη συγκέντρωση από άποψη μεγέθους και τις μεταβολές στη σύνθεση του χαρτοφυλακίου, γ) αντέχει στις αντίξοες συνθήκες, δ) επιβεβαιώνεται με δοκιμαστικό εκ των υστέρων έλεγχο με τον οποίο εκτιμάται εάν έχει υπολογισθεί ακριβώς ο ειδικός κίνδυνος. Εάν οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν τη διενέργεια του δοκιμαστικού εκ των υστέρων ελέγχου βάσει σχετικών υποχαρτοφυλακίων, τα εν λόγω υποχαρτοφυλάκια πρέπει να επιλέγονται με συνέπεια, ε) λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο βάσης που συνδέεται με τον αντισυμβαλλόμενο, δηλαδή τα ιδρύματα αποδεικνύουν ότι το εσωτερικό υπόδειγμα επηρεάζεται από σημαντικές επί μέρους διαφορές μεταξύ παρεμφερών αλλά όχι ταυτόσημων θέσεων, και στ) λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο γεγονότος· — όταν ένα ίδρυμα υπόκειται σε κίνδυνο γεγονότος που δεν αντικατοπτρίζεται στη μέτρησή του για τη δυνητική ζημία (VaR) επειδή βρίσκεται εκτός της 10ήμερης περιόδου συμμετοχής και του διαστήματος εμπιστοσύνης 99 % (δηλαδή εάν πρόκειται για σοβαρά γεγονότα μικρής όμως πιθανότητας), το ίδρυμα εξασφαλίζει ότι η επίπτωση τέτοιων γεγονότων λαμβάνεται υπόψη στην εσωτερική εκτίμηση της κεφαλαιακής απαίτησης· και — το εσωτερικό υπόδειγμα του ιδρύματος εκτιμά συντηρητικά, βάσει ρεαλιστικών σεναρίων αγοράς, τον κίνδυνο από θέσεις με χαμηλότερη ρευστότητα και/ή με χαμηλή διαφάνεια τιμών. Επιπλέον, το εσωτερικό υπόδειγμα πληροί τα ελάχιστα πρότυπα για τα δεδομένα. Τα προσεγγιστικά δεδομένα πρέπει να εκτιμώνται συντηρητικά και να χρησιμοποιούνται μόνο όταν τα διαθέσιμα δεδομένα δεν είναι επαρκή ή δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική μεταβλητότητα μιας θέσης ή ενός χαρτοφυλακίου. 6. Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα μη αναγνωρισμένα σύμφωνα με την παράγραφο 4 υπόκεινται σε χωριστή κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου, όπως περιγράφεται στο Παράρτημα I. 7. Για τους σκοπούς της παραγράφου 9, στοιχείο β), στο αποτέλεσμα του εσωτερικού υποδείγματος του ιδρύματος εφαρμόζεται πολλαπλασιαστικός συντελεστής τουλάχιστον 3. 8. Πίνακας 1 Αριθμός υπερβάσεων Συμπληρωματικός συντελεστής (Plus factor) Λιγότερες από 5 0,00 5 0,40 6 0,50 7 0,65 8 0,75 9 0,85 10 ή περισσότερες 1,00 9. Κάθε ίδρυμα υπόκειται σε κεφαλαιακή απαίτηση ίση με το υψηλότερο από τα ακόλουθα δύο ποσά: α) δυνητική ζημία της προηγούμενης ημέρας, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τις παραμέτρους που ορίζονται στο παρόν Παράρτημα, συμπεριλαμβανομένης, όποτε ενδείκνυται, της προσαύξησης αυξημένου κινδύνου αθέτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 5· και β) μέσος όρος των ημερήσιων δυνητικών ζημιών για καθεμία από τις εξήντα προηγούμενες εργάσιμες ημέρες, πολλαπλασιασμένος επί το συντελεστή της παραγράφου 7 και προσαρμοσμένος κατά τον συντελεστή της παραγράφου 8, συμπεριλαμβανομένης, όποτε ενδείκνυται, της προσαύξησης αυξημένου κινδύνου αθέτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 5. 10. Ο υπολογισμός της δυνητικής ζημίας πρέπει να πληροί τα ακόλουθα ελάχιστα πρότυπα: α) τουλάχιστον καθημερινός υπολογισμός της δυνητικής ζημίας, β) μονόπλευρο (one-tailed) διάστημα εμπιστοσύνης 99 %, γ) περίοδος διακράτησης ισοδύναμη με δέκα ημέρες, δ) πραγματική περίοδος παρατήρησης τουλάχιστον ενός έτους, εκτός αν δικαιολογείται βραχύτερο διάστημα συνεπεία σημαντικής έξαρσης της αστάθειας των τιμών, και ε) τριμηνιαία ενημέρωση των δεδομένων. 11. Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν επίσης ότι το υπόδειγμα λαμβάνει επακριβώς υπόψη όλους τους ουσιαστικούς κινδύνους τιμών από θέσεις σε δικαιώματα προαίρεσης και σε εξομοιούμενα δικαιώματα προαίρεσης μέσα και ότι οι μη καλυπτόμενοι από το υπόδειγμα κίνδυνοι αυτού του είδους καλύπτονται με επαρκή ίδια κεφάλαια. 12. Το υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων λαμβάνει υπόψη επαρκή αριθμό παραγόντων κινδύνου, ανάλογα με το επίπεδο της δραστηριότητας του ιδρύματος στις αντίστοιχες αγορές, ιδίως δε τους παρακάτω παράγοντες. Κίνδυνος επιτοκίου Το σύστημα μέτρησης κινδύνων περιλαμβάνει ένα σύνολο παραγόντων κινδύνου αντιστοιχούντων στον κίνδυνο επιτοκίου για κάθε ένα από τα νομίσματα στα οποία το ίδρυμα έχει εντός ή εκτός ισολογισμού θέσεις ευαίσθητες στα επιτόκια. Το ίδρυμα διαμορφώνει την καμπύλη απόδοσης σύμφωνα με μία από τις γενικά αποδεκτές μεθόδους. Για τις θέσεις που ενέχουν ουσιαστικό κίνδυνο επιτοκίου στα κυριότερα νομίσματα και αγορές, η καμπύλη απόδοσης διαιρείται σε τουλάχιστον έξι διαστήματα προθεσμιών λήξης, κατά τρόπο ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διακυμάνσεις μεταβλητότητας σε όλα τα σημεία της καμπύλης. Το σύστημα μέτρησης κινδύνων πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο ατελώς συσχετισμένων κινήσεων μεταξύ διαφορετικών καμπυλών απόδοσης. Κίνδυνος συναλλάγματος Το σύστημα μέτρησης κινδύνων ενσωματώνει παράγοντες κινδύνου για χρυσό και για κάθε μεμονωμένο νόμισμα στο οποίο είναι εκφρασμένες οι θέσεις του ιδρύματος. Στην περίπτωση των ΟΣΕ, λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές θέσεις συναλλάγματος του εκάστοτε ΟΣΕ. Τα ιδρύματα δύνανται να βασίζονται στα στοιχεία που παρέχουν τρίτοι για τις θέσεις συναλλάγματος στον εκάστοτε ΟΣΕ, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται επαρκώς η ορθότητα των εν λόγω στοιχείων. Εάν ένα ίδρυμα δεν γνωρίζει τις θέσεις συναλλάγματος σε έναν ΟΣΕ, η θέση αυτή θα πρέπει να διαχωρίζεται και να αντιμετωπίζεται σύμφωνα με το Παράρτημα III, παράγραφος 2.1, τέταρτο εδάφιο. Κίνδυνος μετοχικών τίτλων Το σύστημα μέτρησης κινδύνων χρησιμοποιεί χωριστό παράγοντα κινδύνου, τουλάχιστον για καθεμία από τις αγορές μετοχών στην οποία το ίδρυμα κατέχει ουσιαστικές θέσεις. Κίνδυνος βασικού εμπορεύματος Το σύστημα μέτρησης κινδύνων χρησιμοποιεί χωριστό παράγοντα κινδύνου, τουλάχιστον για καθένα από τα βασικά εμπορεύματα στα οποία το ίδρυμα κατέχει ουσιαστικές θέσεις. Το σύστημα μέτρησης κινδύνων λαμβάνει επίσης υπόψη τον κίνδυνο ατελώς συσχετισμένων κινήσεων μεταξύ παρεμφερών αλλά όχι πανομοιότυπων βασικών εμπορευμάτων, καθώς και τον κίνδυνο που σχετίζεται με μεταβολές στις προθεσμιακές τιμές λόγω μη αντιστοιχισμένων προθεσμιών λήξης. Λαμβάνει επίσης υπόψη τα χαρακτηριστικά της αγοράς, ιδίως τις ημερομηνίες παράδοσης και τα περιθώρια ελιγμού των διαπραγματευτών όσον αφορά το κλείσιμο θέσεων. 13. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να χρησιμοποιούν εμπειρικές συσχετίσεις στο εσωτερικό κατηγοριών κινδύνου και μεταξύ αυτών, εάν έχουν πεισθεί ότι το σύστημα που χρησιμοποιεί το ίδρυμα για τη μέτρηση αυτών των συσχετίσεων είναι αξιόπιστο και εφαρμόζεται με ακεραιότητα. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΑΝΟΙΓΜΑΤΑ 1. Η υπέρβαση που μνημονεύεται στο άρθρο 31, στοιχείο β) υπολογίζεται με την επιλογή των συνιστωσών εκείνων του συνολικού κινδύνου συναλλαγής έναντι του αντίστοιχου πελάτη ή της αντίστοιχης ομάδας πελατών στις οποίες εφαρμόζονται οι αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στα Παραρτήματα I ή/και II απαιτήσεις για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου και των οποίων το άθροισμα ισούται προς το ποσό της υπέρβασης που αναφέρεται στο άρθρο 31, στοιχείο α). 2. Εάν η υπέρβαση αυτή δεν διήρκεσε περισσότερο από δέκα ημέρες, η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ισούται προς το 200 % των απαιτήσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 για τις συνιστώσες αυτές. 3. Δέκα ημέρες μετά την πραγματοποίηση της υπέρβασης, οι συνιστώσες της, επιλεγόμενες σύμφωνα με την παράγραφο 1, καταλογίζονται στην αντίστοιχη σειρά της στήλης 1 του Πίνακα 1 κατ’ αύξουσα τάξη των απαιτήσεων για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου του Παραρτήματος I ή/και των απαιτήσεων του Παραρτήματος II. Η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ισούται προς το άθροισμα των απαιτήσεων ειδικού κινδύνου του Παραρτήματος I ή/και του Παραρτήματος ΙI, για τις συνιστώσες αυτές, επί τον αντίστοιχο συντελεστή που αναγράφεται στη στήλη 2 του Πίνακα 1. Υπέρβαση των ορίων Συντελεστές Τμήμα έως 40 % 200 % Τμήμα μεταξύ 40 και έως 60 % 300 % Τμήμα μεταξύ 60 % και έως 80 % 400 % Τμήμα μεταξύ 80 % και έως 100 % 500 % Τμήμα μεταξύ 100 % και έως 250 % 600 % Τμήμα άνω του 250 % 900 % ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕΡΟΣ A Σκοποσ Συναλλαγησ 1. Οι θέσεις/τα χαρτοφυλάκια που κατέχονται με σκοπό συναλλαγής πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις: α) πρέπει να υπάρχει σαφώς τεκμηριωμένη έγγραφη στρατηγική συναλλαγών για την εκάστοτε θέση/μέσο ή το χαρτοφυλάκιο, η οποία να έχει εγκριθεί από τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη και να περιλαμβάνει τον αναμενόμενο ορίζοντα κατοχής· β) πρέπει να υπάρχουν σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για την ενεργό διαχείριση της θέσης, οι οποίες να περιλαμβάνουν οπωσδήποτε τα εξής: i) οι θέσεις συνομολογούνται σε θυρίδα συναλλαγών· ii) υπάρχει καθορισμός ορίων θέσης και έλεγχος της καταλληλότητάς τους· iii) οι χρηματιστηριακές εταιρείες διαθέτουν αυτονομία για τη συνομολόγηση/διαχείριση των θέσεων εντός συμφωνημένων ορίων και βάσει της εγκριθείσας στρατηγικής· iv) οι θέσεις γνωστοποιούνται στα ανώτερα διευθυντικά στελέχη ως αναπόσπαστο στοιχείο της διαδικασίας διαχείρισης κινδύνων του ιδρύματος· και v) οι θέσεις αποτελούν αντικείμενο ενεργού παρακολούθησης σε συσχετισμό με πηγές πληροφόρησης για την αγορά και γίνεται εκτίμηση της εμπορευσιμότητας ή της ικανότητας αντιστάθμισης της θέσης ή των κινδύνων που τη συνιστούν, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης της ποιότητας και της διαθεσιμότητας δεδομένων της αγοράς στη διαδικασία αποτίμησης, του ύψους του κύκλου εργασιών αγοράς και του μεγέθους των θέσεων που αποτελούν αντικείμενο συναλλαγής στην αγορά· και γ) πρέπει να υπάρχει σαφώς καθορισμένη πολιτική και διαδικασίες για την παρακολούθηση της θέσης σε συνάρτηση με τη συναλλακτική στρατηγική του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης των θέσεων κύκλου εργασιών και πώλησης στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του ιδρύματος. ΜΕΡΟΣ Β Συστήματα και έλεγχοι 1. Τα ιδρύματα συγκροτούν και διατηρούν σε ισχύ συστήματα και ελέγχους που να είναι επαρκή για την παροχή συνετών και αξιόπιστων εκτιμήσεων αποτίμησης. 2. Τα συστήματα και οι έλεγχοι περιλαμβάνουν οπωσδήποτε τα ακόλουθα στοιχεία: α) τεκμηριωμένες έγγραφες πολιτικές και διαδικασίες για τη μέθοδο αποτίμησης. Το εν λόγω στοιχείο περιλαμβάνει τον σαφή καθορισμό των ευθυνών των διαφόρων τομέων που έχουν σημασία για τον καθορισμό της αποτίμησης, τις πηγές πληροφόρησης για την αγορά και την εξέταση της καταλληλότητάς τους, τη συχνότητα ανεξάρτητων αποτιμήσεων, τις χρονικές παραμέτρους των τιμών κλεισίματος, διαδικασίες για την προσαρμογή αποτιμήσεων και διαδικασίες επαλήθευσης, τόσο στη λήξη μήνα όσο και μεμονωμένου χαρακτήρα· και β) σαφείς και ανεξάρτητους από το γραφείο εξυπηρέτησης πελατών (front office) διαύλους αναφοράς για το τμήμα που είναι υπόλογο για τη διαδικασία αποτίμησης. Μέθοδοι συνετής αποτίμησης 3. Με τον όρο «καθημερινή αποτίμηση» νοείται η σε ημερήσια τουλάχιστον βάση αποτίμηση θέσεων σε τιμές εκκαθάρισης άμεσα διαθέσιμες και προερχόμενες από ανεξάρτητη πηγή (π.χ. τιμές χρηματιστηρίου, τιμές που είναι διαθέσιμες ηλεκτρονικά και τιμές προερχόμενες από περισσότερες ανεξάρτητες και έγκυρες χρηματιστηριακές εταιρείες. 4. Κατά την καθημερινή αποτίμηση χρησιμοποιείται η πλέον συνετή τιμή αγοράς ή τιμή πώλησης εκτός εάν το ίδρυμα είναι σημαντικός ειδικός διαπραγματευτής (market maker) για τον συγκεκριμένο τύπο χρηματοπιστωτικού μέσου ή βασικού εμπορεύματος και μπορεί να εκκαθαρίσει τη θέση στη μέση τιμή της αγοράς. 5. Όταν δεν είναι δυνατή η καθημερινή αποτίμηση, τα ιδρύματα οφείλουν να αποτιμούν τις θέσεις ή τα χαρτοφυλάκιά τους βάσει υποδείγματος πριν από την εφαρμογή της κεφαλαιακής μεταχείρισης που αρμόζει στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών. Με τον όρο «αποτίμηση βάσει υποδείγματος» νοείται κάθε αποτίμηση η οποία πρέπει να γίνει με τη μέθοδο της συγκριτικής αξιολόγησης ή της παρέκτασης ή να υπολογισθεί άλλως με βάση δεδομένα της αγοράς. 6. Κατά την αποτίμηση βάσει υποδείγματος, πρέπει να τηρούνται οι ακόλουθες απαιτήσεις: α) τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη γνωρίζουν τα στοιχεία του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που υπόκεινται σε αποτίμηση βάσει υποδείγματος και αντιλαμβάνονται τον βαθμό αβεβαιότητας που τούτο συνεπάγεται για τη γνωστοποίηση του κινδύνου ή της επίδοσης της εκάστοτε πράξης· β) τα δεδομένα αγοράς αντλούνται στο μέτρο του δυνατού με γνώμονα τις αγοραίες τιμές, ενώ η καταλληλότητα των δεδομένων αγοράς της εκάστοτε αποτιμώμενης θέσης και οι παράμετροι του υποδείγματος υποβάλλονται σε τακτική αξιολόγηση· γ) οσάκις είναι διαθέσιμες, χρησιμοποιούνται μεθοδολογίες αποτίμησης οι οποίες αποτελούν αποδεκτή πρακτική στην αγορά για συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά μέσα ή βασικά εμπορεύματα· δ) όταν το υπόδειγμα αναπτύσσεται από το ίδιο το ίδρυμα, πρέπει να στηρίζεται σε κατάλληλες παραδοχές οι οποίες έχουν αξιολογηθεί και ελεγχθεί από πρόσωπα με κατάλληλη κατάρτιση και μη έχοντα σχέση με τη διαδικασία ανάπτυξης του υποδείγματος· ε) υφίστανται τυπικές διαδικασίες ελέγχου των αλλαγών, ενώ ασφαλές αντίγραφο του υποδείγματος φυλάσσεται και χρησιμοποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα για τον έλεγχο των αποτιμήσεων· στ) οι υπεύθυνοι για τη διαχείριση κινδύνων γνωρίζουν τις αδυναμίες των χρησιμοποιούμενων υποδειγμάτων, καθώς και τον ενδεδειγμένο τρόπο για την αποτύπωσή τους στα πορίσματα των αποτιμήσεων· και ζ) το υπόδειγμα υποβάλλεται σε τακτική επανεξέταση προκειμένου να κριθεί η ακρίβεια των επιδόσεών του (π.χ. για να εξακριβωθεί κατά πόσον οι παραδοχές εξακολουθούν να είναι κατάλληλες, να γίνει ανάλυση των κερδών και ζημιών σε αντιπαραβολή με τους παράγοντες κινδύνου ή να συγκριθούν οι πραγματικές τιμές εκκαθάρισης με τις τιμές που προκύπτουν από το υπόδειγμα). 7. Επιπλέον της καθημερινής αποτίμησης ή της αποτίμησης βάσει υποδείγματος, πρέπει να διενεργείται ανεξάρτητη επαλήθευση των τιμών. Πρόκειται για τη διαδικασία με την οποία οι τιμές αγοράς ή τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για το υπόδειγμα υποβάλλονται σε τακτικό έλεγχο της ακρίβειας και ανεξαρτησίας τους. Μολονότι η καθημερινή αποτίμηση είναι δυνατό να πραγματοποιείται από τις χρηματιστηριακές εταιρείες, η επαλήθευση των τιμών αγοράς και των δεδομένων που χρησιμοποιούνται για το υπόδειγμα είναι σκόπιμο να διενεργείται από μονάδα ανεξάρτητη σε σχέση με την αίθουσα συναλλαγών, τουλάχιστον σε μηνιαία βάση (ή συχνότερα, αναλόγως του χαρακτήρα της αγοράς ή της συναλλακτικής δραστηριότητας). Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ανεξάρτητες πηγές για τις τιμές ή υπάρχουν μεν αλλά χαρακτηρίζονται από αυξημένη υποκειμενικότητα, ενδείκνυται ενδεχομένως η εφαρμογή μέτρων σύνεσης, όπως είναι οι προσαρμογές αποτίμησης. Προσαρμογές ή αποθεματικά αποτίμησης 8. Τα ιδρύματα συγκροτούν και διατηρούν σε ισχύ διαδικασίες που να επιτρέπουν την προσαρμογή ή τη σύσταση αποθεματικών αποτίμησης. Γενικά πρότυπα 9. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν την τυπική διερεύνηση της σκοπιμότητας των ακόλουθων προσαρμογών/αποθεμάτων αποτίμησης: μη δουλευμένα πιστωτικά περιθώρια, έξοδα εκκαθάρισης, λειτουργικοί κίνδυνοι, πρόωρη λήξη, επενδυτικά έξοδα και έξοδα χρηματοδότησης, μελλοντικά διοικητικά έξοδα και, εφόσον ισχύει, κίνδυνος υποδείγματος. Πρότυπα για θέσεις μειωμένης ρευστότητας 10. Θέσεις μειωμένης ρευστότητας είναι δυνατό να προκύψουν τόσο από γεγονότα της αγοράς όσο και από καταστάσεις που αφορούν το ίδρυμα, π.χ. συγκεντρωμένες ή/και έωλες θέσεις. 11. Όταν ένα ίδρυμα εξετάζει κατά πόσον είναι απαραίτητο αποθεματικό αποτίμησης για θέσεις μειωμένης ρευστότητας, συνεκτιμά διάφορους παράγοντες, στους οποίους συγκαταλέγονται οι εξής: το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την αντιστάθμιση της θέσης ή των κινδύνων που περικλείει η θέση· η μεταβλητότητα και ο μέσος όρος των αποκλίσεων μεταξύ τιμής αγοράς και τιμής πώλησης· η διαθεσιμότητα παρεχόμενων τιμών (πλήθος και ταυτότητα των ειδικών διαπραγματευτών)· και η μεταβλητότητα και ο μέσος όρος των όγκων συναλλαγών, τις συγκεντρώσεις στην αγορά, τη χρονολογική διάρθρωση των θέσεων, το βαθμό στον οποίο η αποτίμηση βασίζεται σε υπόδειγμα θεωρητικών τιμών (marking-to-model) και την επίπτωση άλλων κινδύνων που σχετίζονται με το υπόδειγμα. 12. Όταν ένα ίδρυμα χρησιμοποιεί αποτιμήσεις τρίτων ή αποτιμήσεις βάσει υποδείγματος, πρέπει να εξετάζει τη σκοπιμότητα προσαρμογής αποτίμησης. Επιπλέον, τα ιδρύματα εξετάζουν την αναγκαιότητα συγκρότησης αποθεματικών για θέσεις μειωμένης ρευστότητας και ελέγχουν συνεχώς την καταλληλότητά τους. 13. Σε περίπτωση που οι προσαρμογές ή τα αποθεματικά αποτίμησης προκαλούν σημαντικά αρνητικά αποτελέσματα της τρέχουσας χρήσης, αυτά αφαιρούνται από τα αρχικά ίδια κεφάλαια του ιδρύματος σύμφωνα με το στοιχείο ια) του άρθρου 57 της οδηγίας 2006/49/ΕΚ. 14. Τα λοιπά κέρδη ή ζημίες που προέρχονται από προσαρμογές ή αποθεματικά αποτίμησης συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό των «καθαρών κερδών χαρτοφυλακίου συναλλαγών» που μνημονεύεται στην παράγραφο 2, στοιχείο β), του άρθρου 13 και προστίθενται σε ή αφαιρούνται από τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη απαιτήσεων κινδύνου αγοράς σύμφωνα με τις υπόψη διατάξεις. 15. Οι προσαρμογές/τα αποθέματα αποτίμησης που υπερβαίνουν εκείνα που πραγματοποιούνται στο λογιστικό πλαίσιο στο οποίο υπάγεται το ίδρυμα εξετάζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 εάν προκαλούν σημαντικές ζημίες, ή σε αντίθετη περίπτωση, σύμφωνα με την παράγραφο 14. ΜΕΡΟΣ Γ Εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου 1. Με τον όρο «εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου» νοείται μία θέση η οποία αντισταθμίζει σε μεγάλο βαθμό ή εξ ολοκλήρου το συστατικό στοιχείο κινδύνου μιας θέσης εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή μιας ομάδας θέσεων. Οι θέσεις που προκύπτουν από εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου είναι επιλέξιμες για κεφαλαιακή μεταχείριση χαρτοφυλακίου συναλλαγών, υπό την προϋπόθεση ότι η κατοχή τους έχει σκοπό συναλλαγής και ότι πληρούνται οι γενικές προϋποθέσεις σχετικά με τον σκοπό συναλλαγής και τη συνετή αποτίμηση οι οποίες καθορίζονται στα μέρη A και B. Ειδικότερα: α) οι εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου δεν έχουν ως πρωταρχικό σκοπό την αποφυγή ή τον περιορισμό κεφαλαιακών απαιτήσεων· β) οι εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου είναι δεόντως και εγγράφως τεκμηριωμένες και υπόκεινται σε ειδικές εσωτερικές διαδικασίες έγκρισης και ελέγχου· γ) η εσωτερική συναλλαγή διενεργείται υπό τους όρους που ισχύουν στην αγορά· δ) το μεγαλύτερο μέρος του κινδύνου αγοράς που δημιουργείται από την εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου αποτελεί αντικείμενο δυναμικής διαχείρισης στο πλαίσιο του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντός των επιτρεπόμενων ορίων· και ε) οι εσωτερικές συναλλαγές παρακολουθούνται επισταμένως. 2. Η μεταχείριση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ισχύει με την επιφύλαξη των κεφαλαιακών απαιτήσεων που ισχύουν για το «εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών σκέλος» της εσωτερικής αντιστάθμισης κινδύνου. 3. Κατ' εξαίρεση των παραγράφων 1 και 2, όταν ένα ίδρυμα αντισταθμίζει ένα άνοιγμα σε πιστωτικό κίνδυνο χαρτοφυλακίου μεικτών δραστηριοτήτων με ένα πιστωτικό παράγωγο που περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του (με εσωτερική αντιστάθμιση), το άνοιγμα στις πράξεις συναλλαγών δεν θεωρείται ότι έχει αντισταθμιστεί για τους σκοπούς του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων, εκτός εάν το ίδρυμα αγοράσει από τρίτο, ο οποίος είναι αποδεκτός πάροχος πιστωτικής προστασίας, ένα πιστωτικό παράγωγο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Παραρτήματος VIII, Μέρος 2, παράγραφος 19, της οδηγίας 2006/49/ΕΚ, προκειμένου να καλύψει το άνοιγμα στο χαρτοφυλάκιο μεικτών δραστηριοτήτων. Όταν παρόμοια πιστωτική προστασία αγοράζεται από τρίτους και αναγνωρίζεται ως αντιστάθμιση ανοίγματος σε πράξεις χαρτοφυλακίου μεικτών δραστηριοτήτων για τους σκοπούς του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων, ούτε η εσωτερική ούτε η εξωτερική αντιστάθμιση με πιστωτικό παράγωγο δεν περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών για τους σκοπούς του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων. ΜΕΡΟΣ Δ Συμπερίληψη στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών 1. Τα ιδρύματα διαθέτουν σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για τον προσδιορισμό θέσεων που πρέπει να περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών για τους σκοπούς του υπολογισμού των κεφαλαιακών τους απαιτήσεων, σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 11 και λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες και πρακτικές του ιδρύματος για τη διαχείριση των κινδύνων. Η συμμόρφωση προς τις εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες τεκμηριώνεται πλήρως και υπόκειται σε περιοδικό εσωτερικό έλεγχο. 2. Τα ιδρύματα έχουν σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για τη γενική διαχείριση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Οι εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες διέπουν τουλάχιστον: α) τις δραστηριότητες που το ίδρυμα θεωρεί ως συναλλαγές και ως μέρος του χαρτοφυλακίου συναλλαγών για λόγους κεφαλαιακών απαιτήσεων· β) το βαθμό στον οποίον μία θέση μπορεί να αποτιμάται στην τρέχουσα τιμή της αγοράς στο πλαίσιο μιας ενεργού και ρευστής αγοράς διπλής κατεύθυνσης· γ) για τις θέσεις που αποτιμώνται βάσει υποδείγματος, το βαθμό στον οποίο μπορεί το ίδρυμα: i) να εντοπίζει όλους τους σημαντικούς κινδύνους της θέσης· ii) να αντισταθμίζει όλους τους σημαντικούς κινδύνους της θέσης με μέσα ως προς τα οποία υπάρχει ενεργός και ρευστή αγορά διπλής κατεύθυνσης· και iii) να πραγματοποιεί αξιόπιστες εκτιμήσεις για τα βασικά συμπεράσματα και παραμέτρους που χρησιμοποιούνται στο υπόδειγμα· δ) το βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί, και υποχρεούται, να πραγματοποιεί αποτιμήσεις για τις θέσεις οι οποίες μπορούν να επικυρώνονται εξωτερικά με συνεπή τρόπο· ε) το βαθμό στον οποίο οι νομικοί περιορισμοί ή άλλες λειτουργικές απαιτήσεις θα παρεμπόδιζαν τη δυνατότητα του ιδρύματος να επιτύχει τη ρευστοποίηση ή αντιστάθμιση της θέσης σε βραχυπρόθεσμη βάση· στ) το βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί, και υποχρεούται, να διαχειρίζεται ενεργά τον κίνδυνο της θέσης στο πλαίσιο των συναλλαγών του· και ζ) το βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί να μεταφέρει κινδύνους ή θέσεις μεταξύ του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και πράξεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και τα κριτήρια για τις μεταφορές αυτές. 3. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να θεωρούν θέσεις που αντιπροσωπεύουν συμμετοχές, κατά την έννοια του άρθρου 57, στοιχεία ιβ), ιγ) και ιδ), της οδηγίας 2006/49/ΕΚ, στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών ως μετοχικά ή πιστωτικά μέσα, κατά περίπτωση, όταν ένα ίδρυμα αποδεικνύει ότι στις θέσεις αυτές είναι ενεργός παράγων της αγοράς. Στην περίπτωση αυτή, το ίδρυμα διαθέτει επαρκή συστήματα και ελέγχους για τη διαπραγμάτευση των επιλέξιμων μέσων των ιδίων πόρων. 4. Οι προθεσμιακές εμπορικού χαρακτήρα συναλλαγές τύπου ρέπος που έχει συμπεριλάβει ένα ίδρυμα μεταξύ των εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών του μπορούν να περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών για λόγους κεφαλαιακών απαιτήσεων εφόσον περιλαμβάνονται όλες οι συναφείς συναλλαγές τύπου ρέπος. Προς το σκοπό αυτό, οι συναλλαγές εμπορικού χαρακτήρα τύπου ρέπος ορίζονται ως οι συναλλαγές που πληρούν τις απαιτήσεις τους άρθρου 11, παράγραφος 2, και του παραρτήματος VII, Μέρος Α, αμφότερα δε τα σκέλη έχουν τη μορφή είτε μετρητών είτε τίτλων που μπορούν να περιληφθούν στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών. Ανεξάρτητα από το πού καταχωρούνται, όλες οι συναλλαγές τύπου ρέπος υπόκεινται σε προσαύξηση πιστωτικού κινδύνου του αντισυμβαλλομένου στο χαρτοφυλάκιο μεικτών δραστηριοτήτων. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΜΕΡΟΣ A ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ ΤΟΥΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ (περί των οποίων το άρθρο 52) Οδηγία 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 1993 για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων, Οδηγία 98/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1998 με την οποία τροποποιείται η οδηγία 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων, Οδηγία 98/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1998 για την τροποποίηση του άρθρου 12 της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την ανάληψη και την άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος, των άρθρων 2, 5, 6, 7, 8 και των Παραρτημάτων II και III της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με το συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων και του άρθρου 2 και του Παραρτήματος II της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων, Οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ Μόνο το άρθρο 26, Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου Μόνο το άρθρο 67, ΜΕΡΟΣ B ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (περί των οποίων το άρθρο 52) Οδηγία Προθεσμία μεταφοράς Οδηγία του Συμβουλίου 93/6/ΕΟΚ 1.7.1995 Οδηγία 98/31/ΕΚ 21.7.2000 Οδηγία 98/33/ΕΚ 21.7.2000 Οδηγία 2002/87/ΕΚ 11.8.2004 Οδηγία 2004/39/ΕΚ 30.4.2006/31.1.2007 Οδηγία 2005/1/ΕΚ 13.5.2005 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IX ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ Παρούσα οδηγία Οδηγία 93/6/ΕΟΚ Οδηγία 98/31/ΕΚ Οδηγία 98/33/ΕΚ Οδηγία 2002/87/ΕΚ Οδηγία 2004/39/ΕΚ Άρθρο 1(1) πρώτο εδάφιο Άρθρο 1(1) δεύτερο εδάφιο και (2) Άρθρο 1 Άρθρο 2(1) Άρθρο 2(2) Άρθρο 7(3) Άρθρο 3(1)(α) Άρθρο 2(1) Άρθρο 3(1)(β) Άρθρο 2(2) Άρθρο 67(1) Άρθρο 3(1)(γ) έως (ε) Άρθρο 2(3) έως (5) Άρθρο 3(1)(στ) και (ζ) Άρθρο 3(1)(η) Άρθρο 2(10) Άρθρο 3(1)(θ) Άρθρο 2(11) Άρθρο 3(1) Άρθρο 3(1)(ι) Άρθρο 2(14) Άρθρο 3(1)(ια) και (ιβ) Άρθρο 2(15) και (16) Άρθρο 1(1)(β) Άρθρο 3(1)(ιγ) Άρθρο 2(17) Άρθρο 1(1)(γ) Άρθρο 3(1)(ιδ) Άρθρο 2(18) Άρθρο 1(1)(δ) Άρθρο 3(1)(ιε) έως (ιζ) Άρθρο 2(19) έως (21) Άρθρο 3(1)(ιη) Άρθρο 2(23) Άρθρο 3(1)(ιθ) Άρθρο 2(26) Άρθρο 3(2) Άρθρο 2(7) και (8) Άρθρο 3(3)(α) και (β) Άρθρο 7(3) Άρθρο 26 Άρθρο 3(3)(γ) Άρθρο 7(3) Άρθρο 4 Άρθρο 2(24) Άρθρο 5 Άρθρο 3(1) και (2) Άρθρο 6 Άρθρο 3(4) Άρθρο 67(2) Άρθρο 7 Άρθρο 3(4α) Άρθρο 67(3) Άρθρο 8 Άρθρο 3(4β) Άρθρο 67(3) Άρθρο 9 Άρθρο 3(3) Άρθρο 10 Άρθρο 3(5) έως (8) Άρθρο 11 Άρθρο 2(6) Άρθρο 12 πρώτο εδάφιο Άρθρο 2(25) Άρθρο 12 δεύτερο εδάφιο Άρθρο 13(1) πρώτο εδάφιο Παράρτημα V(1) πρώτο εδάφιο Άρθρο 13(1) δεύτερο εδάφιο και (2) έως (5) Παράρτημα V(1) δεύτερο εδάφιο και (2) έως (5) Άρθρο 1(7) και Παράρτημα 4(α)(β) Άρθρο 14 Παράρτημα V(6) και (7) Παράρτημα 4(γ) Άρθρο 15 Παράρτημα V(8) Άρθρο 16 Παράρτημα V(9) Άρθρο 17 Άρθρο 18(1) πρώτο εδάφιο Άρθρο 4(1) πρώτο εδάφιο Άρθρο 18(1)(α) και (β) Άρθρο 4(1)(i) και (ii) Άρθρο 1(2) Άρθρο 18(2) έως (4) Άρθρο 4(6) έως (8) Άρθρο 19(1) Άρθρο 19(2) Άρθρο 11(2) Άρθρο 19(3) Άρθρο 20 Άρθρο 21 Παράρτημα IV Άρθρο 22 Άρθρο 23 πρώτο και δεύτερο εδάφιο Άρθρο 7(5) και (6) Άρθρο 23 τρίτο εδάφιο Άρθρο 24 Άρθρο 25 Άρθρο 26(1) Άρθρο 7(10) Άρθρο 1(4) Άρθρο 26(2) έως (4) Άρθρο 7(11) έως (13) Άρθρο 27 Άρθρο 7(14) και (15) Άρθρο 28(1) Άρθρο 5(1) Άρθρο 28(2) Άρθρο 5(2) Άρθρο 1(3) Άρθρο 28(3) Άρθρο 29(1)(α) έως (γ) και επόμενα δύο εδάφια Παράρτημα VI(2) Άρθρο 29(1) τελευταίο εδάφιο Άρθρο 29(2) Παράρτημα VI(3) Άρθρο 30(1) και (2) πρώτο εδάφιο Παράρτημα VI(4) και (5) Άρθρο 30(2) δεύτερο εδάφιο Άρθρο 30(3) και (4) Παράρτημα VI(6) και (7) Άρθρο 31 Παράρτημα VI(8)(1), (2) πρώτο εδάφιο, (3) έως (5) Άρθρο 32 Παράρτημα VI(9) και (10) Άρθρο 33(1) και (2) Άρθρο 33(3) Άρθρο 6(2) Άρθρο 34 Άρθρο 35(1) έως (4) Άρθρο 8(1) έως (4) Άρθρο 35(5) Άρθρο 8(5) πρώτο εδάφιο Άρθρο 1(5) Άρθρο 36 Άρθρο 9(1) έως (3) Άρθρο 37 Άρθρο 38 Άρθρο 9(4) Άρθρο 39 Άρθρο 40 Άρθρο 2(9) Άρθρο 41(1)(α) έως (γ) Άρθρο 10, πρώτη, δεύτερη και τρίτη περίπτωση Άρθρο 41(1)(δ) και (ε) Άρθρο 41(1)(στ) Άρθρο 10, τέταρτη περίπτωση Άρθρο 41(1)(ζ) Άρθρο 42 Άρθρο 43 Άρθρο 44 Άρθρο 45 Άρθρο 46 Άρθρο 12 Άρθρο 47 Άρθρο 48 Άρθρο 49 Άρθρο 50 Άρθρο 15 Παράρτημα I(1) έως (4) Παράρτημα I(1) έως (4) Παράρτημα I(4) τελευταίο εδάφιο Άρθρο 2(22) Παράρτημα I(5) έως (7) Παράρτημα I(5) έως (7) Παράρτημα I(8) Παράρτημα I(9) έως (11) Παράρτημα I(8) έως (10) Παράρτημα I(12) έως (14) Παράρτημα I(12) έως (14) Παράρτημα I(15) και (16) Άρθρο 2(12) Παράρτημα I(17) έως (41) Παράρτημα I(15) έως (39) Παράρτημα I(42) έως (56) Παράρτημα II(1) και (2) Παράρτημα II(1) και (2) Παράρτημα II(3) έως (11) Παράρτημα III(1) Παράρτημα III(1) πρώτη υποπαράγραφος Άρθρο 1(7) και Παράρτημα 3(α) Παράρτημα III(2) Παράρτημα III(2) Παράρτημα III(2.1) πρώτο έως τρίτο εδάφιο Παράρτημα III(3.1) Άρθρο 1(7) και Παράρτημα 3(β) Παράρτημα III(2.1) τέταρτο εδάφιο Παράρτημα III(2.1) πέμπτο εδάφιο Παράρτημα III(3.2) Άρθρο 1(7) και Παράρτημα 3(β) Παράρτημα III(2.2), (3), (3.1) Παράρτημα III(4) έως (6) Άρθρο 1(7) και Παράρτημα 3(γ) Παράρτημα III(3.2) Παράρτημα III(8) Παράρτημα III(4) Παράρτημα III(11) Παράρτημα IV(1) έως (20) Παράρτημα VII(1) έως (20) Άρθρο 1(7) και Παράρτημα 5 Παράρτημα IV(21) Άρθρο 11α Άρθρο 1(6) Παράρτημα V(1) έως (12) τέταρτο εδάφιο Παράρτημα VIII(1) έως (13)(ii) Άρθρο 1(7) και Παράρτημα 5 Παράρτημα V(12) πέμπτο εδάφιο Παράρτημα V(12) έκτο εδάφιο έως (13) Παράρτημα VIII(13)(iii) έως (14) Άρθρο 1(7) και Παράρτημα 5 Παράρτημα VI Παράρτημα VI(8)(2) μετά το πρώτο εδάφιο Παράρτημα VII Παράρτημα VIII Παράρτημα IX
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία