ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Ευρωπαϊκή Οδηγία

ΚΩΔΙΚΟΣ

2007/32007L0066

EU GAZETTE

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ EURLEX

ΕΦΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΑΠΟ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

2007-12-20

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2008-01-09

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

2007-12-11

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ

 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Οδηγία 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007 , για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ )

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
20.12.2007 EL Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 335/31 ΟΔΗΓΊΑ 2007/66/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 11ης Δεκεμβρίου 2007 για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 95, την πρόταση της Επιτροπής, τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1), τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2), Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (3), Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημόσιων έργων (4), καθώς και η οδηγία 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (5) αφορούν τις διαδικασίες προσφυγής σχετικά με συμβάσεις που συνάπτονται από τις αναθέτουσες αρχές κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 9, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (6), και τους αναθέτοντες φορείς κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (7). Οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ αποσκοπούν στη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των οδηγιών 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ. (2) Ως εκ τούτου, οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ ισχύουν μόνο για συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ και της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, κατά την ερμηνεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όποια διαγωνιστική διαδικασία ή μέσο προκήρυξης διαγωνισμού και να χρησιμοποιείται, π.χ. διαγωνισμοί μελετών, συστήματα προσόντων και συστήματα δυναμικών αγορών. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι διατίθενται αποτελεσματικά και ταχέα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών και των αναθετόντων φορέων ως προς το ζήτημα αν συγκεκριμένη σύμβαση εμπίπτει στο προσωπικό και θεματικό πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ. (3) Οι διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη καθώς και η νομολογία του Δικαστηρίου απεκάλυψαν ορισμένες αδυναμίες στους μηχανισμούς προσφυγής που υπάρχουν στα κράτη μέλη. Λόγω των αδυναμιών αυτών, οι μηχανισμοί που προβλέπουν οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ δεν επιτρέπουν πάντοτε να εξασφαλίζεται συμμόρφωση με τις κοινοτικές διατάξεις, ιδίως σε στάδιο στο οποίο μπορούν ακόμη να διορθωθούν οι παραβιάσεις. Ως εκ τούτου, οι εγγυήσεις διαφάνειας και αποφυγής των διακρίσεων που επιδιώκονται με τις εν λόγω οδηγίες θα πρέπει να ενισχυθούν προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η Κοινότητα, ως σύνολο, μπορεί να επωφεληθεί πλήρως από τα θετικά αποτελέσματα του εκσυγχρονισμού και της απλούστευσης των κανόνων περί δημόσιων συμβάσεων, που έχουν επιτευχθεί με τις οδηγίες 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ. Ενδείκνυται λοιπόν να τροποποιηθούν οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ με την προσθήκη των απαραίτητων αποσαφηνίσεων που θα καταστήσουν δυνατή την επίτευξη των αποτελεσμάτων που επεδίωκε ο κοινοτικός νομοθέτης. (4) Στις αδυναμίες που εντοπίστηκαν περιλαμβάνεται συγκεκριμένα η απουσία προθεσμίας που θα καθιστά δυνατή την αποτελεσματική προσφυγή μεταξύ της απόφασης για ανάθεση σύμβασης και της σύναψης της σχετικής σύμβασης. Αυτό μερικές φορές έχει ως αποτέλεσμα οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς, που επιθυμούν να καταστήσουν αμετάκλητες τις συνέπειες της αμφισβητούμενης απόφασης για ανάθεση, να επισπεύδουν την υπογραφή της σύμβασης. Για να αντιμετωπιστεί η αδυναμία αυτή, που αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για την αποτελεσματική έννομη προστασία των ενδιαφερομένων προσφερόντων, ήτοι εκείνων που δεν έχουν αποκλεισθεί ακόμη οριστικά, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται η σύναψη της σχετικής σύμβασης, ασχέτως του αν η σύναψη γίνεται τη στιγμή της υπογραφής της σύμβασης ή όχι. (5) Για τον καθορισμό της διάρκειας της ελάχιστης ανασταλτικής προθεσμίας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα διάφορα μέσα επικοινωνίας. Αν χρησιμοποιούνται μέσα ταχείας επικοινωνίας είναι δυνατόν να προβλεφθεί βραχύτερη προθεσμία από εκείνη που προβλέπεται για άλλα μέσα επικοινωνίας. Η παρούσα οδηγία προβλέπει μόνο την ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να προβλέψουν ή να διατηρήσουν προθεσμίες που υπερβαίνουν τις προαναφερθείσες ελάχιστες προθεσμίες. Τα κράτη μέλη έχουν επίσης την ευχέρεια να αποφασίζουν ποια προθεσμία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε περίπτωση που διάφορα μέσα επικοινωνίας χρησιμοποιούνται σωρευτικά. (6) Η ανασταλτική προθεσμία θα πρέπει να παρέχει στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες επαρκή χρόνο προκειμένου να εξετάσουν την απόφαση ανάθεσης και να αξιολογήσουν αν είναι σκόπιμο να κινήσουν διαδικασία προσφυγής. Κατά την κοινοποίηση της απόφασης ανάθεσης θα πρέπει να παρέχονται στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες οι σχετικές πληροφορίες που είναι απαραίτητες για να ασκήσουν αποτελεσματική προσφυγή. Το αυτό ισχύει κατ’ αναλογία για τους υποψήφιους στο βαθμό που η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας δεν έχει παράσχει εγκαίρως πληροφορίες σχετικά με την απόρριψη της αίτησής τους. (7) Στις πληροφορίες αυτές περιλαμβάνεται, συγκεκριμένα, συνοπτική έκθεση των σχετικών λόγων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 41 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ και στο άρθρο 49 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ. Δεδομένου ότι η διάρκεια της ανασταλτικής προθεσμίας ποικίλλει από κράτος σε κράτος, είναι επίσης σημαντικό να ενημερώνονται οι ενδιαφερόμενοι προσφέροντες και υποψήφιοι σχετικά με την προθεσμία που όντως έχουν στη διάθεσή τους για να κινήσουν διαδικασία προσφυγής. (8) Η ελάχιστη αυτή ανασταλτική προθεσμία δεν πρόκειται να εφαρμόζεται αν η οδηγία 2004/18/ΕΚ ή η οδηγία 2004/17/ΕΚ δεν απαιτούν προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης σύμβασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ειδικότερα σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες συντρέχουν λόγοι κατεπείγουσας ανάγκης κατά την έννοια του άρθρου 31 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/18/ΕΚ ή του άρθρου 40 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της οδηγίας 2004/17/ΕΚ. Στις περιπτώσεις αυτές, αρκεί να προβλέπονται αποτελεσματικές διαδικασίες προσφυγής μετά τη σύναψη της σύμβασης. Ομοίως, δεν απαιτείται ανασταλτική προθεσμία, αν μόνος ενδιαφερόμενος προσφέρων είναι εκείνος στον οποίο ανατίθεται η σύμβαση και δεν υπάρχουν ενδιαφερόμενοι υποψήφιοι. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει κανείς άλλος στη διαδικασία ανάθεσης που να ενδιαφέρεται να παραλάβει τη γνωστοποίηση και να δικαιούται ανασταλτικής προθεσμίας που καθιστά δυνατή μια αποτελεσματική προσφυγή. (9) Τέλος, στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις βασίζονται σε συμφωνία-πλαίσιο ή σε δυναμικό σύστημα αγορών, η υποχρεωτική ανασταλτική προθεσμία θα μπορούσε να επηρεάσει τη βελτιωμένη αποτελεσματικότητα που επιδιώκεται με τις εν λόγω διαδικασίες υποβολής προσφορών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν επομένως, αντί για υποχρεωτική ανασταλτική προθεσμία, να προβλέψουν το ανενεργό της σύμβασης ως αποτελεσματική κύρωση σύμφωνα με το άρθρο 2δ τόσο της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ όσο και της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ, για τις παραβάσεις του άρθρου 32 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση και του άρθρου 33 παράγραφοι 5 και 6 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, και του άρθρου 15 παράγραφοι 5 και 6 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ. (10) Στις περιπτώσεις του άρθρου 40 παράγραφος 3 στοιχείο θ) της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, οι συμβάσεις που βασίζονται σε συμφωνία-πλαίσιο δεν απαιτούν προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, η ανασταλτική προθεσμία δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωτική. (11) Όταν κράτος μέλος απαιτεί από το πρόσωπο που προτίθεται να χρησιμοποιήσει διαδικασία προσφυγής να πληροφορεί την αναθέτουσα αρχή ή τον αναθέτοντα φορέα για την πρόθεσή του, θα πρέπει να καθίσταται σαφές ότι αυτό δεν επηρεάζει την ανασταλτική προθεσμία ή οιαδήποτε άλλη προθεσμία άσκησης προσφυγής. Επίσης, όταν ένα κράτος μέλος απαιτεί από τον ενδιαφερόμενο να ασκήσει πρώτα προσφυγή στην αναθέτουσα αρχή ή τον αναθέτοντα φορέα, θα πρέπει το εν λόγω πρόσωπο να έχει στη διάθεσή του εύλογη ελάχιστη προθεσμία ώστε να προσφύγει στο αρμόδιο όργανο προσφυγής πριν από τη σύναψη της σύμβασης στην περίπτωση που θα επιθυμούσε να αμφισβητήσει την απάντηση ή την έλλειψη απάντησης εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής ή του αναθέτοντος φορέα. (12) Η άσκηση προσφυγής λίγο πριν από τη λήξη της ελάχιστης ανασταλτικής προθεσμίας δεν θα πρέπει να στερεί από την αρχή που είναι υπεύθυνη για τις διαδικασίες προσφυγής τον ελάχιστο χρόνο που χρειάζεται ώστε να δράσει, ιδίως προκειμένου να παρατείνει την ανασταλτική προθεσμία για τη σύναψη της σύμβασης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλέπεται μια αυτόνομη ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία η οποία δεν θα πρέπει να λήγει πριν το όργανο προσφυγής λάβει απόφαση σχετικά με την προσφυγή. Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει το όργανο προσφυγής να προβεί σε εκ των προτέρων εκτίμηση για το παραδεκτό της προσφυγής αυτής, ως έχει. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η προθεσμία αυτή λήγει είτε όταν το όργανο προσφυγής λάβει απόφαση για την εφαρμογή προσωρινών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της περαιτέρω αναστολής της σύναψης της σύμβασης, ή όταν το όργανο προσφυγής λάβει απόφαση επί της ουσίας, ιδίως για την προσφυγή ακύρωσης παρανόμων αποφάσεων. (13) Προκειμένου να καταπολεμηθεί η παράνομη απευθείας ανάθεση συμβάσεων, την οποία το Δικαστήριο έχει χαρακτηρίσει ως τη σημαντικότερη παράβαση του κοινοτικού δικαίου για τις δημόσιες συμβάσεις εκ μέρους μιας αναθέτουσας αρχής ή ενός αναθέτοντος φορέα, θα πρέπει να προβλέπεται αποτελεσματική, αναλογική και αποτρεπτική κύρωση. Κάθε σύμβαση που προκύπτει από παράνομη απευθείας ανάθεση θα πρέπει συνεπώς να θεωρείται καταρχήν ανενεργή. Το ανενεργό δεν θα πρέπει να έχει αυτόματο χαρακτήρα, αλλά να κηρύσσεται από ανεξάρτητο όργανο προσφυγής ή θα πρέπει να προκύπτει από απόφαση ανεξαρτήτου οργάνου προσφυγής. (14) Το ανενεργό αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο για την αποκατάσταση του ανταγωνισμού και για τη δημιουργία νέων επιχειρηματικών ευκαιριών για τους οικονομικούς φορείς που στερήθηκαν παράνομα της ευκαιρίας να συναγωνιστούν. Οι απευθείας αναθέσεις κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να περιλαμβάνουν όλες τις αναθέσεις συμβάσεων χωρίς προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια της οδηγίας 2004/18/ΕΚ. Αυτό αντιστοιχεί σε διαδικασία χωρίς προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού κατά την έννοια της οδηγίας 2004/17/ΕΚ. (15) Η απευθείας ανάθεση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας μπορεί να δικαιολογείται μεταξύ άλλων από τις εξαιρέσεις των άρθρων 10 έως 18 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, την εφαρμογή του άρθρου 31, του άρθρου 61 ή του άρθρου 68 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, την ανάθεση σύμβασης παροχής υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 21 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ ή νόμιμη εσωτερική ανάθεση σύμβασης κατά την ερμηνεία του Δικαστηρίου. (16) Το ίδιο ισχύει για συμβάσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις εξαίρεσης ή ειδικών διευθετήσεων σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, τα άρθρα 18 έως 26, τα άρθρα 29 και 30 ή το άρθρο 62 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, για υποθέσεις που αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 40 παράγραφος 3 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ ή την ανάθεση σύμβασης παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με το άρθρο 32 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ. (17) Θα πρέπει να παρέχεται διαδικασία προσφυγής τουλάχιστον σε κάθε πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εικαζόμενη παράβαση. (18) Για την πρόληψη σοβαρών παραβάσεων της υποχρεωτικής ανασταλτικής προθεσμίας και της αυτόματης αναστολής, που αποτελούν προϋποθέσεις αποτελεσματικής προσφυγής, χρειάζονται αποτελεσματικές κυρώσεις. Οι συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται κατά παραβίαση της ανασταλτικής προθεσμίας ή της αυτόματης αναστολής θα πρέπει να θεωρούνται επομένως ανενεργές καταρχήν αν συνδυάζονται με παραβάσεις της οδηγίας 2004/18/ΕΚ ή της οδηγίας 2004/17/ΕΚ εφόσον οι παραβάσεις αυτές επηρέασαν τις πιθανότητες του προσφέροντος που ασκεί την προσφυγή να του ανατεθεί η σύμβαση. (19) Στην περίπτωση άλλων παραβάσεων τυπικών απαιτήσεων, τα κράτη μέλη ενδέχεται να θεωρήσουν ότι η αρχή του ανενεργού δεν είναι κατάλληλη. Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν την ευελιξία να προβλέπουν εναλλακτικές κυρώσεις. Οι εναλλακτικές κυρώσεις θα πρέπει να περιορίζονται μόνο στην επιβολή προστίμων, τα οποία θα πρέπει να καταβάλλονται σε όργανο ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή ή φορέα, ή στη σύντμηση της διάρκειας της σύμβασης. Ο προσδιορισμός των λεπτομερειών των εναλλακτικών κυρώσεων και η θέσπιση των κανόνων εφαρμογής τους επαφίενται στα κράτη μέλη. (20) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να αποκλείει την εφαρμογή αυστηρότερων κυρώσεων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. (21) Ο επιδιωκόμενος στόχος όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες βάσει των οποίων θεωρείται ανενεργή μια σύμβαση, είναι η παύση της άσκησης και εκτέλεσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων δυνάμει της σύμβασης. Οι συνέπειες της κήρυξης του ανενεργού των συμβάσεων θα πρέπει να προσδιορίζονται από το εθνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, το εθνικό δίκαιο μπορεί, για παράδειγμα, να προβλέπει την αναδρομική ακύρωση όλων των συμβατικών υποχρεώσεων (ex tunc) ή, αντιθέτως, να περιορίζει την εμβέλεια της ακύρωσης στις υποχρεώσεις εκείνες που δεν έχουν εκπληρωθεί ακόμη (ex nunc). Αυτό δεν θα πρέπει να οδηγεί στην απουσία αποτελεσματικών κυρώσεων, αν οι συμβατικές υποχρεώσεις έχουν ήδη εκπληρωθεί, είτε εξ ολοκλήρου είτε σχεδόν εξ ολοκλήρου. Στις περιπτώσεις αυτές τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν και εναλλακτικές κυρώσεις λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό στον οποίο μια σύμβαση παραμένει σε ισχύ σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Ομοίως, οι συνέπειες όσον αφορά την ενδεχόμενη ανάκτηση τυχόν καταβληθέντων ποσών, καθώς και άλλες δυνατές μορφές επανόρθωσης, περιλαμβανομένης της χρηματικής επανόρθωσης όταν η επανόρθωση σε είδος είναι αδύνατη, πρέπει να καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο. (22) Ωστόσο, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αναλογικότητα των εφαρμοζόμενων κυρώσεων, τα κράτη μέλη δύνανται να παρέχουν στο όργανο που είναι υπεύθυνο για τις διαδικασίες προσφυγής τη δυνατότητα να μη θέτει υπό αμφισβήτηση τη σύμβαση ή να αναγνωρίζει ορισμένα ή και όλα τα χρονικά της αποτελέσματα, εφόσον οι εξαιρετικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης επιβάλλουν το σεβασμό ορισμένων επιτακτικών λόγων που συνδέονται με το γενικό συμφέρον. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να εφαρμόζονται εναλλακτικές κυρώσεις. Το ανεξάρτητο από την αναθέτουσα αρχή ή τον αναθέτοντα φορέα όργανο προσφυγής θα πρέπει να εξετάζει όλες τις σχετικές πτυχές, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος επιβάλλουν τη διατήρηση των αποτελεσμάτων της σύμβασης. (23) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η χρήση της διαδικασίας με διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση προκήρυξης κατά την έννοια του άρθρου 31 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ ή του άρθρου 40 παράγραφος 3 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ επιτρέπεται αμέσως μετά την ακύρωση της σύμβασης. Αν, στις περιπτώσεις αυτές, για τεχνικούς ή άλλους επιτακτικούς λόγους οι υπόλοιπες συμβατικές υποχρεώσεις μπορούν να εκτελούνται, σε αυτό το στάδιο, μόνο από τον οικονομικό φορέα στον οποίο έχει ανατεθεί η σύμβαση, η εφαρμογή επιτακτικών λόγων θα μπορούσε να είναι δικαιολογημένη. (24) Η ύπαρξη οικονομικών συμφερόντων για τη διατήρηση των αποτελεσμάτων μιας σύμβασης θεωρείται ως επιτακτικός λόγος αν σε εξαιρετικές περιστάσεις το ανενεργό θα οδηγούσε σε δυσανάλογες συνέπειες. Ωστόσο, τα οικονομικά συμφέροντα τα οποία συνδέονται άμεσα με τη σύμβαση δεν θα πρέπει να συνιστούν επιτακτικούς λόγους. (25) Επιπλέον, η αναγκαιότητα να εξασφαλιστεί διαχρονικά η ασφάλεια δικαίου των αποφάσεων που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς απαιτεί τον καθορισμό μιας εύλογης ελάχιστης προθεσμίας παραγραφής των προσφυγών με τις οποίες ζητείται να κηρυχθεί ανενεργή μια σύμβαση. (26) Για να μη δημιουργηθεί ανασφάλεια δικαίου λόγω του ανενεργού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν εξαίρεση από οιαδήποτε διαπίστωση ανενεργού στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας κρίνει ότι η απευθείας ανάθεση οιασδήποτε σύμβασης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης σύμβασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι επιτρεπτή σύμφωνα με τις οδηγίες 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ και έχει εφαρμόσει την ελάχιστη ανασταλτική προθεσμία που επιτρέπει πραγματικές επανορθώσεις. Η εκούσια δημοσίευση με την οποία αρχίζει η ανασταλτική προθεσμία δεν συνεπάγεται επέκταση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την οδηγία 2004/18/ΕΚ ή την οδηγία 2004/17/ΕΚ. (27) Δεδομένου ότι η παρούσα οδηγία ενισχύει τις εθνικές διαδικασίες προσφυγής, ιδίως σε περιπτώσεις παράνομης απευθείας ανάθεσης, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται να χρησιμοποιούν τους νέους αυτούς μηχανισμούς. Για λόγους ασφάλειας δικαίου η εκτελεστότητα του ανενεργού μιας σύμβασης είναι περιορισμένη χρονικά. Η αποτελεσματικότητα των προθεσμιών αυτών θα πρέπει να γίνεται σεβαστή. (28) Η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των εθνικών διαδικασιών προσφυγής αναμένεται ότι θα ενθαρρύνει τους ενδιαφερομένους να χρησιμοποιούν περισσότερο τις δυνατότητες προσφυγής στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων πριν από τη σύναψη σύμβασης. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο διορθωτικός μηχανισμός θα πρέπει να αναπροσανατολιστεί στις υποθέσεις σοβαρών παραβάσεων των κοινοτικών διατάξεων για τις δημόσιες συμβάσεις. (29) Το εκούσιο σύστημα βεβαίωσης που προβλέπει η οδηγία 92/13/ΕΟΚ, με το οποίο οι αναθέτοντες φορείς έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν ότι διαπιστώνεται η συμμόρφωση των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων που εφαρμόζουν, μέσω περιοδικών επιθεωρήσεων, παρέμεινε ουσιαστικά αχρησιμοποίητο. Επομένως, το σύστημα δεν μπορεί να επιτύχει το στόχο της πρόληψης σημαντικού αριθμού παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου για τις δημόσιες συμβάσεις. Αντίθετα, η υποχρέωση των κρατών μελών, σύμφωνα με την οδηγία 92/13/ΕΟΚ, να εξασφαλίσουν τη μόνιμη διαθεσιμότητα διαπιστευμένων για το σκοπό αυτό οργανισμών μπορεί να αντιπροσωπεύει διοικητικό κόστος συντήρησης που δεν δικαιολογείται πλέον, λόγω της έλλειψης πραγματικής ζήτησης εκ μέρους των συμβαλλόμενων φορέων. Για τους λόγους αυτούς θα πρέπει να καταργηθεί το σύστημα βεβαίωσης. (30) Επίσης, ο μηχανισμός συμβιβασμού που προβλέπει η οδηγία 92/13/ΕΟΚ δεν προκάλεσε το πραγματικό ενδιαφέρον των οικονομικών φορέων. Αυτό συμβαίνει τόσο επειδή ο μηχανισμός δεν επιτρέπει αφ’ εαυτού να λαμβάνονται δεσμευτικά προσωρινά μέτρα που θα μπορούν να εμποδίσουν εγκαίρως την παράνομη σύναψη μιας σύμβασης, όσο και λόγω της φύσης του που δεν συμβιβάζεται εύκολα με την τήρηση των ιδιαίτερα σύντομων προθεσμιών για προσφυγές με τις οποίες ζητούνται προσωρινά μέτρα και ακύρωση των παράνομων αποφάσεων. Εξάλλου, η δυνητική αποτελεσματικότητα του μηχανισμού συμβιβασμού εξασθένησε ακόμη περισσότερο λόγω των δυσκολιών σχετικά με την κατάρτιση ενός πλήρους και επαρκώς εκτεταμένου καταλόγου ανεξάρτητων φορέων συμβιβασμού για κάθε κράτος μέλος, που θα ήταν διαθέσιμοι ανά πάσα στιγμή και θα μπορούσαν να επιλαμβάνονται των αιτήσεων συμβιβασμού σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Για τους λόγους αυτούς, ο εν λόγω μηχανισμός συμβιβασμού θα πρέπει να καταργηθεί. (31) Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζητεί από τα κράτη μέλη να της παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία εθνικών διαδικασιών προσφυγής, αναλόγων με τον επιδιωκόμενο στόχο, με τη σύμπραξη της συμβουλευτικής επιτροπής για τις δημόσιες συμβάσεις κατά τον προσδιορισμό της έκτασης και της φύσης των πληροφοριών αυτών. Πράγματι, μόνο η διαθεσιμότητα σχετικών πληροφοριών μπορεί να επιτρέψει την ορθή αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των τροποποιήσεων που εισάγονται στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας μετά τη λήξη ενός σημαντικού χρονικού διαστήματος εφαρμογής της οδηγίας αυτής. (32) Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάζει την πρόοδο των κρατών μελών και να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την αποτελεσματικότητα της παρούσας οδηγίας εντός τριών ετών το αργότερο από το πέρας της προθεσμίας για την εφαρμογή της. (33) Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ εγκρίνονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (8). (34) Δεδομένου ότι, για τους προαναφερθέντες λόγους, οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 2004/18/ΕΚ και 2004/17/ΕΚ, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών, τηρουμένης παράλληλα και της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών. (35) Σύμφωνα με την παράγραφο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (9), τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση, και προς όφελος της Κοινότητας, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίοι αποτυπώνουν την αντιστοιχία των οδηγιών με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και να τους δημοσιοποιούν. (36) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία επιδιώκει να εξασφαλίσει την πλήρη τήρηση του δικαιώματος πραγματικής επανόρθωσης και δίκαιης δίκης, σύμφωνα με το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 47 του χάρτη. (37) Ως εκ τούτου, οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ θα πρέπει να τροποποιηθούν ανάλογα, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Τροποποιήσεις της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ τροποποιείται ως εξής: 1. Τα άρθρα 1 και 2 αντικαθίστανται από τα εξής: α) να λαμβάνονται, το συντομότερο δυνατόν και με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινά μέτρα για να επανορθωθεί η εικαζόμενη παράβαση ή να αποτραπεί η περαιτέρω ζημία των θιγομένων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που αναστέλλουν ή επιτρέπουν την αναστολή της διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης ή της εκτέλεσης οιασδήποτε απόφασης λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές· β) να ακυρώσουν ή να διασφαλίσουν την ακύρωση των παράνομων αποφάσεων, και ιδίως να καταργούν τις τεχνικές, οικονομικές και χρηματοδοτικές προδιαγραφές που εισάγουν διακρίσεις και περιλαμβάνονται στα έγγραφα με τα οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό, στις συγγραφές υποχρεώσεων ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει σχέση με τη διαδικασία σύναψης της συγκεκριμένης σύμβασης· γ) να επιδικάζουν αποζημίωση στα ζημιωθέντα από την παράβαση πρόσωπα. 2. Παρεμβάλλονται τα εξής άρθρα: — συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων κατά το άρθρο 41 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, με την επιφύλαξη του άρθρου 41 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας, και — σαφή δήλωση της επακριβούς ανασταλτικής προθεσμίας που ισχύει σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της παρούσας παραγράφου. α) αν η οδηγία 2004/18/ΕΚ δεν απαιτεί προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης· β) αν ο μόνος ενδιαφερόμενος προσφέρων, κατά την έννοια του άρθρου 2α παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, είναι εκείνος στον οποίο ανατίθεται η σύμβαση και δεν υπάρχουν ενδιαφερόμενοι υποψήφιοι· γ) εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που βασίζονται σε συμφωνία-πλαίσιο, όπως προβλέπει το άρθρο 32 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ και εφόσον πρόκειται για συγκεκριμένη σύμβαση η οποία βασίζεται σε δυναμικό σύστημα αγορών όπως προβλέπει το άρθρο 33 της εν λόγω οδηγίας. — συντρέχει παράβαση του άρθρου 32 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση ή του άρθρου 33 παράγραφος 5 ή 6 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, και — εκτιμάται ότι η αξία της σύμβασης είναι ίση ή υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του άρθρου 7 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ. α) εφόσον η αναθέτουσα αρχή έχει αναθέσει σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς αυτό να επιτρέπεται σύμφωνα με την οδηγία 2004/18/ΕΚ· β) σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 1 παράγραφος 5, του άρθρου 2 παράγραφος 3 ή του άρθρου 2α παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, αν λόγω της παράβασης αυτής ο προσφέρων ο οποίος ασκεί προσφυγή στερήθηκε της δυνατότητας άσκησης προσυμβατικών διαδικασιών προσφυγής, εφόσον η παράβαση αυτή συνδυάζεται με παράβαση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, όταν η εν λόγω παράβαση επηρέασε τις πιθανότητες του προσφέροντος που ασκεί προσφυγή να του ανατεθεί η σύμβαση· γ) στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2β στοιχείο γ) δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας, αν τα κράτη μέλη έχουν επικαλεσθεί την παρέκκλιση από την ανασταλτική προθεσμία για συμβάσεις βασιζόμενες σε συμφωνία-πλαίσιο και σε δυναμικό σύστημα αγορών. — η αναθέτουσα αρχή κρίνει ότι η ανάθεση σύμβασης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι επιτρεπτή σύμφωνα με την οδηγία 2004/18/ΕΚ, — η αναθέτουσα αρχή δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκήρυξη όπως προβλέπει το άρθρο 3α της παρούσας οδηγίας, με την οποία εκφράζει την πρόθεσή της να συνάψει τη σύμβαση, και — η σύμβαση δεν έχει συναφθεί πριν από τη λήξη προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της δημοσίευσης της προκήρυξης αυτής. — η αναθέτουσα αρχή θεωρεί ότι η ανάθεση σύμβασης είναι σύμφωνη με το άρθρο 32 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση ή με το άρθρο 33 παράγραφοι 5 και 6 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, — η αναθέτουσα αρχή έχει αποστείλει την απόφαση ανάθεσης μαζί με συνοπτική έκθεση των λόγων κατά το άρθρο 2α παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο πρώτη περίπτωση της παρούσας οδηγίας στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες, και — η σύμβαση δεν έχει συναφθεί πριν την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας αποστολής της απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες σε περίπτωση χρήσης τηλεομοιοτυπίας ή ηλεκτρονικών μέσων ή, σε περίπτωση χρήσης άλλων μέσων επικοινωνίας, πριν την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας αποστολής της απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης ανάθεσης. — την επιβολή προστίμων στην αναθέτουσα αρχή, ή — τη σύντμηση της διάρκειας της σύμβασης. α) πριν από την πάροδο τουλάχιστον 30 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία: — η αναθέτουσα αρχή δημοσίευσε απόφαση ανάθεσης σύμβασης σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 4, και τα άρθρα 36 και 37 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, εφόσον η δημοσίευση αυτή περιλαμβάνει αιτιολόγηση της απόφασης της αναθέτουσας αρχής να αναθέσει τη σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή — η αναθέτουσα αρχή ενημέρωσε τους ενδιαφερόμενους προσφέροντες και υποψηφίους σχετικά με τη σύναψη της σύμβασης, εφόσον οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, με την επιφύλαξη του άρθρου 41 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας. Η δυνατότητα αυτή ισχύει και στις περιπτώσεις του άρθρου 2β στοιχείο γ) της παρούσας οδηγίας· β) και εν πάση περιπτώσει πριν από την πάροδο τουλάχιστον 6 μηνών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία συνήφθη η σύμβαση. 3. Το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το εξής: α) βεβαίωση ότι η παράβαση διορθώθηκε· ή β) αιτιολογημένη απάντηση με την οποία εξηγεί για ποιο λόγο δεν έγινε καμία διορθωτική ενέργεια· ή γ) γνωστοποίηση ότι η διαδικασία ανάθεσης της εν λόγω σύμβασης ανεστάλη, είτε με πρωτοβουλία της αναθέτουσας αρχής είτε στο πλαίσιο της άσκησης των εξουσιών που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α). 4. Παρεμβάλλονται τα εξής άρθρα: α) όνομα και στοιχεία επικοινωνίας της αναθέτουσας αρχής· β) περιγραφή του αντικειμένου της σύμβασης· γ) αιτιολόγηση της απόφασης της αναθέτουσας αρχής να αναθέσει τη σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης· δ) όνομα και στοιχεία επικοινωνίας του οικονομικού φορέα υπέρ του οποίου ελήφθη μια απόφαση ανάθεσης μιας σύμβασης· και, ε) εφόσον απαιτείται, οιαδήποτε άλλη πληροφορία κρίνει χρήσιμη η αναθέτουσα αρχή. 5. Το άρθρο 4 αντικαθίσταται από το εξής: 6. Παρεμβάλλεται το εξής άρθρο: Άρθρο 2 Τροποποιήσεις της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ Η οδηγία 92/13/ΕΟΚ τροποποιείται ως εξής: 1. Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το εξής: 2. Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής: α) παρεμβάλλεται ο τίτλος «Απαιτήσεις για τις διαδικασίες προσφυγής»· β) οι παράγραφοι 2 έως 4 αντικαθίστανται ως εξής: γ) η παράγραφος 6 αντικαθίσταται ως εξής: δ) στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «δικαιοδοτικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 177 της συνθήκης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δικαιοδοτικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 234 της συνθήκης». 3. Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα: — συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων κατά το άρθρο 49 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, και — σαφή δήλωση της επακριβούς ανασταλτικής προθεσμίας που ισχύει σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της παρούσας παραγράφου. α) αν η οδηγία 2004/17/ΕΚ δεν απαιτεί προηγούμενη δημοσίευση της προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης· β) αν ο μόνος προσφέρων, κατά την έννοια του άρθρου 2α παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, είναι εκείνος στον οποίο ανατίθεται η σύμβαση, και δεν υπάρχουν ενδιαφερόμενοι υποψήφιοι· γ) εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που βασίζονται σε δυναμικό σύστημα αγορών, όπως προβλέπεται από το άρθρο 15 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ. — συντρέχει παράβαση του άρθρου 15 παράγραφος 5 ή 6 της οδηγίας 2001/17/ΕΚ, και — εκτιμάται ότι η αξία της σύμβασης ισούται προς ή υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του άρθρου 16 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ. α) εφόσον ο αναθέτων φορέας έχει αναθέσει σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς αυτό να επιτρέπεται σύμφωνα με την οδηγία 2004/17/ΕΚ· β) σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 1 παράγραφος 5, του άρθρου 2 παράγραφος 3 ή του άρθρου 2α παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, αν λόγω της παράβασης αυτής ο προσφέρων ο οποίος ασκεί προσφυγή στερήθηκε της δυνατότητας άσκησης προσυμβατικών διαδικασιών προσφυγής, εφόσον η παράβαση αυτή συνδυάζεται με παράβαση της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, όταν η εν λόγω παράβαση επηρέασε τις πιθανότητες του προσφέροντος που ασκεί προσφυγή να του ανατεθεί η σύμβαση· γ) στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2β στοιχείο γ) δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας, αν τα κράτη μέλη έχουν επικαλεσθεί την παρέκκλιση από την ανασταλτική προθεσμία για συμβάσεις βασιζόμενες σε δυναμικό σύστημα αγορών. — ο αναθέτων φορέας κρίνει ότι η ανάθεση σύμβασης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι επιτρεπτή σύμφωνα με την οδηγία 2004/17/ΕΚ, — ο αναθέτων φορέας δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκήρυξη όπως προβλέπει το άρθρο 3α της παρούσας οδηγίας, με την οποία εκφράζει την πρόθεσή του να συνάψει τη σύμβαση, και — η σύμβαση δεν έχει συναφθεί πριν από τη λήξη προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της δημοσίευσης της προκήρυξης αυτής. — ο αναθέτων φορέας θεωρεί ότι η ανάθεση σύμβασης είναι σύμφωνη με το άρθρο 15 παράγραφοι 5 και 6 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, — ο αναθέτων φορέας έχει αποστείλει την απόφαση ανάθεσης μαζί με συνοπτική έκθεση των λόγων κατά το άρθρο 2α παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο πρώτη περίπτωση της παρούσας οδηγίας στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες, και — η σύμβαση δεν έχει συναφθεί πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας αποστολής της απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες σε περίπτωση χρήσης τηλεομοιοτυπίας ή ηλεκτρονικών μέσων ή, σε περίπτωση χρήσης άλλων μέσων επικοινωνίας, πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας αποστολής της απόφασης ανάθεσης στους ενδιαφερομένους προσφέροντες ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης ανάθεσης. — την επιβολή προστίμων στον αναθέτοντα φορέα, ή — τη σύντμηση της διάρκειας της σύμβασης. α) πριν από την πάροδο τουλάχιστον 30 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία: — ο αναθέτων φορέας δημοσίευσε απόφαση ανάθεσης σύμβασης σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 44 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, εφόσον η δημοσίευση αυτή περιλαμβάνει αιτιολόγηση της απόφασης του αναθέτοντος φορέα να αναθέσει τη σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή — ο αναθέτων φορέας ενημέρωσε τους ενδιαφερόμενους προσφέροντες και υποψηφίους σχετικά με τη σύναψη της σύμβασης, εφόσον οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ. Η δυνατότητα αυτή ισχύει και στις περιπτώσεις του άρθρου 2β στοιχείο γ) της παρούσας οδηγίας· β) και εν πάση περιπτώσει πριν από την πάροδο τουλάχιστον 6 μηνών από την επομένη της ημέρας κατά την οποία συνήφθη η σύμβαση. 4. Τα άρθρα 3 έως 7 αντικαθίστανται από το εξής: α) όνομα και στοιχεία επικοινωνίας του αναθέτοντος φορέα· β) περιγραφή του αντικειμένου της σύμβασης· γ) αιτιολόγηση της απόφασης του αναθέτοντος φορέα να αναθέσει τη σύμβαση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης· δ) όνομα και στοιχεία επικοινωνίας του οικονομικού φορέα υπέρ του οποίου ελήφθη η απόφαση ανάθεσης της σύμβασης· και, ε) εφόσον απαιτείται, οιαδήποτε άλλη πληροφορία κρίνει χρήσιμη ο αναθέτων φορέας. 5. Το άρθρο 8 αντικαθίσταται ως εξής: α) επιβεβαίωση ότι η παράβαση διορθώθηκε· ή β) αιτιολογημένη απάντηση με την οποία εξηγεί για ποιο λόγο δεν έγινε καμία διορθωτική ενέργεια· ή γ) γνωστοποίηση ότι η διαδικασία ανάθεσης της εν λόγω συμβάσεως ανεστάλη είτε με πρωτοβουλία του αναθέτοντος φορέα, είτε στο πλαίσιο άσκησης των εξουσιών που προβλέπει το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α). 6. Τα άρθρα 9 έως 12 αντικαθίστανται ως εξής: 7. Το παράρτημα διαγράφεται. Άρθρο 3 Μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο 1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο έως τις 20 Δεκεμβρίου 2009. Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων αυτών. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής αποφασίζεται από τα κράτη μέλη. 2.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των βασικών διατάξεων εθνικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που καλύπτει η παρούσα οδηγία. Άρθρο 4 Έναρξη ισχύος Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρθρο 5 Αποδέκτες Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Στρασβούργο, 11 Δεκεμβρίου 2007. Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Ο Πρόεδρος H.-G. PÖTTERING Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος M. LOBO ANTUNES (1)  ΕΕ C 93 της 27.4.2007, σ. 16. (2)  ΕΕ C 146 της 30.6.2007, σ. 69. (3)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 21ης Ιουνίου 2007 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 15ης Νοεμβρίου 2007. (4)  ΕΕ L 395 της 30.12.1989, σ. 33. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50/ΕΟΚ (ΕΕ L 209 της 24.7.1992, σ. 1). (5)  ΕΕ L 76 της 23.3.1992, σ. 14. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/97/ΕΚ (ΕΕ L 363 της 20.12 2006, σ. 107). (6)  ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/97/ΕΚ. (7)  ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/97/ΕΚ. (8)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ (ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ. 11). (9)  ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1. (10)  ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/97/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 107).» (11)  ΕΕ L 185 της 16.8.1971, σ. 15. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 77/63/ΕΟΚ (ΕΕ L 13 της 15.1.1977, σ. 15). (12)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ (ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ. 11).» (13)  ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/97/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 107)». (14)  ΕΕ L 185 της 16.8.1971, σ. 15. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 77/63/ΕΟΚ (ΕΕ L 13 της 15.1.1977, σ. 15). (15)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ (ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ. 11).»
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία