Οδηγια 2014/51/ΕΕ του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλιου και του Συμβουλιου, της 16ης Απριλίου 2014 , σχετικά με την τροποποίηση των οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ, και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, όσον αφορά τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών)

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
22.5.2014 EL Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 153/1 ΟΔΗΓΙΑ 2014/51/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με την τροποποίηση των οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ, και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, όσον αφορά τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη την Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 50, 53, 62 και 114, Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια, Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1), Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2), Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3), Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Η χρηματοπιστωτική κρίση το 2007 και το 2008 έφερε στην επιφάνεια σημαντικές αδυναμίες της χρηματοπιστωτικής εποπτείας, τόσο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όσο και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ως σύνολο. Τα εθνικά μοντέλα εποπτείας υπερκεράστηκαν από τη χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση και την πραγματικότητα των ολοκληρωμένων και αλληλοσυνδεόμενων ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών, όπου πολλά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα λειτουργούν διασυνοριακά. Η κρίση αποκάλυψε αδυναμίες συνεργασίας, συντονισμού, συνεπούς εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας και εμπιστοσύνης μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών. (2) Σε ορισμένα ψηφίσματα που εγκρίθηκαν πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση και κατά τη διάρκειά της, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητούσε μια πιο ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή εποπτεία για να εξασφαλιστούν πραγματικά ίσοι όροι ανταγωνισμού για όλους τους παράγοντες σε επίπεδο Ένωσης, η οποία να αντικατοπτρίζει την προϊούσα ολοκλήρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών στην Ένωση, ειδικότερα στα ψηφίσματά της, της 13ης Απριλίου 2000, σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής για την υλοποίηση του πλαισίου για τις χρηματοπιστωτικές αγορές: σχέδιο δράσης, της 21ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με τους κανόνες προληπτικής εποπτείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, της 11ης Ιουλίου 2007, σχετικά με την πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (2005-2010) — Λευκή βίβλος, της 23ης Σεπτεμβρίου 2008, που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τα αμοιβαία κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνων (hedge funds) και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών (private equity), της 9ης Οκτωβρίου 2008 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την παρακολούθηση της διαδικασίας Lamfalussy: μελλοντική δομή της εποπτείας, και τις θέσεις της, της 22ας Απριλίου 2009, σχετικά με την τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II), και της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας. (3) Τον Νοέμβριο του 2008, η Επιτροπή ανέθεσε σε ομάδα υψηλού επιπέδου υπό την προεδρία του Jacques de Larosière να διατυπώσει συστάσεις σχετικά με τρόπους ενίσχυσης των ευρωπαϊκών εποπτικών ρυθμίσεων, με στόχο τη βελτίωση της προστασίας των πολιτών της Ένωσης και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Στην τελική έκθεσή της, την οποία παρουσίασε στις 25 Φεβρουαρίου 2009 (έκθεση de Larosière), η ομάδα συνέστησε να ενισχυθεί το εποπτικό πλαίσιο ώστε να μειωθούν ο κίνδυνος και η σοβαρότητα μελλοντικών χρηματοπιστωτικών κρίσεων. Εισηγήθηκε ευρείες μεταρρυθμίσεις στη δομή της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Ένωση. Η έκθεση de Larosière προτείνει και ένα ευρωπαϊκό σύστημα χρηματοπιστωτικής εποπτείας με τρεις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές —μία για τον τομέα των τραπεζών, μία για τον τομέα των κινητών αξιών, και μία για τον τομέα των ασφαλίσεων και των επαγγελματικών συντάξεων— και ένα ευρωπαϊκό συμβούλιο συστημικού κινδύνου. (4) Η χρηματοπιστωτική σταθερότητα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να μπορεί η πραγματική οικονομία να προσφέρει απασχόληση, πιστοδότηση και ανάπτυξη. Η χρηματοπιστωτική κρίση αποκάλυψε σημαντικές ελλείψεις στη χρηματοπιστωτική εποπτεία, η οποία δεν προέβλεψε τις δυσμενείς μακροπροληπτικές εξελίξεις ούτε απέτρεψε τη συσσώρευση υπερβολικών κινδύνων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. (5) Στα συμπεράσματα της διάσκεψης της 18ης και 19ης Ιουνίου 2009, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συνέστησε να ιδρυθεί ένα ευρωπαϊκό σύστημα χρηματοπιστωτικής εποπτείας με τρεις νέες ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές. Συνέστησε επίσης, το σύστημα να έχει ως στόχο την αναβάθμιση της ποιότητας και της συνέπειας της εθνικής εποπτείας, την ενίσχυση της επιτήρησης διασυνοριακών ομίλων και την κατάρτιση ενιαίου ευρωπαϊκού εγχειριδίου κανόνων, το οποίο να ισχύει για όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στην εσωτερική αγορά. Τόνισε ότι οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές (οι «ΕΕΑ») θα πρέπει να έχουν επίσης αρμοδιότητες εποπτείας όσον αφορά τους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, και κάλεσε την Επιτροπή να επεξεργαστεί συγκεκριμένες προτάσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας («ΕΣΧΕ») θα μπορεί να αντιμετωπίζει καταστάσεις κρίσης. (6) Το 2010, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξέδωσαν τρεις κανονισμούς σχετικά με τη σύσταση των ΕΕΑ: τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) («EIOPA»), και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) («ESMA») ως μέρος του ΕΣΧΕ. (7) Για την αποτελεσματική λειτουργία του ΕΣΧΕ, απαιτούνται μεταβολές στη νομοθεσία της Ένωσης στον τομέα της λειτουργίας των τριών ΕΕΑ. Οι αλλαγές αφορούν τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής ορισμένων εξουσιών των ΕΕΑ, την ενσωμάτωση ορισμένων εξουσιών στις διαδικασίες που έχουν θεσπιστεί διά της κειμένης νομοθεσίας της Ένωσης, και τροποποιήσεις προς εξασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας των ΕΕΑ στο πλαίσιο του ΕΣΧΕ. (8) Η σύσταση των ΕΕΑ θα πρέπει επομένως να συνοδεύεται από την ανάπτυξη ενιαίου εγχειριδίου κανόνων, ώστε να εξασφαλίζονται η συνεπής εναρμόνιση και η ομοιόμορφη εφαρμογή, συμβάλλοντας σε μια αποτελεσματικότερη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και στην ουσιαστικότερη εφαρμογή της μικροπροληπτικής εποπτείας. Οι κανονισμοί για τη δημιουργία του ΕΣΧΕ προβλέπουν ότι οι ΕΕΑ μπορούν να καταρτίζουν σχέδια τεχνικών προτύπων σε τομείς οριζόμενους στη σχετική νομοθεσία, τα οποία υποβάλλονται προς έγκριση στην Επιτροπή βάσει των άρθρων 290 και 291 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) μέσω κατ' εξουσιοδότηση πράξεων ή εκτελεστικών πράξεων. Επειδή η οδηγία 2010/78/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) έχει προσδιορίσει ένα πρώτο σύνολο τέτοιων τομέων, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προσδιορίσει ένα περαιτέρω σύνολο τομέων, ιδίως για τις οδηγίες 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8), και για τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. (9) Οι σχετικές νομοθετικές πράξεις θα πρέπει να καθορίζουν τους τομείς στους οποίους οι ΕΕΑ είναι εξουσιοδοτημένες να καταρτίζουν σχέδια τεχνικών προτύπων, και τον τρόπο έγκρισης των προτύπων αυτών. Οι ανωτέρω πράξεις θα πρέπει να προσδιορίζουν τα στοιχεία, τις προϋποθέσεις και τις προδιαγραφές όπως περιγράφονται λεπτομερώς στο άρθρο 290 ΣΛΕΕ στην περίπτωση των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων. (10) Στον καθορισμό των τομέων στους οποίους θα πρέπει να εγκρίνονται τεχνικά πρότυπα θα πρέπει να επιτευχθεί κατάλληλη ισορροπία ώστε η δημιουργία ενιαίου συνόλου εναρμονισμένων κανόνων να μην περιπλέξει αδικαιολόγητα τη νομοθεσία και την εφαρμογή της. Θα πρέπει να επιλέγονται μόνο οι τομείς στους οποίους η θέσπιση συνεκτικών τεχνικών προτύπων θα συμβάλει αισθητά και αποτελεσματικά στην επίτευξη των στόχων των σχετικών νομοθετικών πράξεων, ενώ παράλληλα θα εξασφαλίζεται ότι οι αποφάσεις πολιτικής λαμβάνονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σύμφωνα με τις συνήθεις διαδικασίες τους. (11) Τα θέματα που υπόκεινται σε τεχνικά πρότυπα θα πρέπει να είναι όντως τεχνικής φύσεως και η επεξεργασία τους να απαιτεί τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων σε θέματα εποπτείας. Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εγκρίνονται ως κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ θα πρέπει να αναπτύσσουν περαιτέρω, να εξειδικεύουν και να καθορίζουν τους όρους για τη συνεπή εναρμόνιση των κανόνων που περιλαμβάνονται σε νομοθετικές πράξεις που έχουν θεσπιστεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, συμπληρώνοντας ή τροποποιώντας ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία της νομοθετικής πράξης. Παράλληλα, τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που εγκρίνονται με εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 291 ΣΛΕΕ θα πρέπει να καθορίζουν όρους για την ομοιόμορφη εφαρμογή νομοθετικών πράξεων. Τα τεχνικά πρότυπα δεν θα πρέπει να αφορούν επιλογές πολιτικής. (12) Στην περίπτωση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, ενδείκνυται η εφαρμογή της διαδικασίας των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, κατά περίπτωση. Τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα θα πρέπει να εγκρίνονται με τη διαδικασία του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, κατά περίπτωση. (13) Τα ρυθμιστικά και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα θα πρέπει να συμβάλλουν στην κατάρτιση ενιαίου εγχειριδίου κανόνων για τη νομοθεσία στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, όπως συμφώνησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στα συμπεράσματά του Ιουνίου του 2009. Στον βαθμό που ορισμένες απαιτήσεις των ενωσιακών νομοθετικών πράξεων δεν είναι πλήρως εναρμονισμένες, και σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης στον τομέα της εποπτείας, τα ρυθμιστικά και τα εκτελεστικά πρότυπα που αναπτύσσουν, προσδιορίζουν ή καθορίζουν τους όρους εφαρμογής αυτών των απαιτήσεων δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τα κράτη μέλη να απαιτούν πρόσθετες πληροφορίες ή να επιβάλλουν αυστηρότερες απαιτήσεις. Επομένως τα ρυθμιστικά και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα θα πρέπει να επιτρέπουν στα κράτη μέλη να απαιτούν πρόσθετες πληροφορίες ή να επιβάλλουν αυστηρότερες απαιτήσεις σε συγκεκριμένους τομείς στους οποίους οι εν λόγω νομοθετικές πράξεις προβλέπουν αυτή τη διακριτική ευχέρεια. (14) Σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, πριν από την υποβολή των ρυθμιστικών ή των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή, οι ΕΕΑ θα πρέπει, όπου είναι σκόπιμο, να διεξάγουν ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τους κανόνες αυτούς και να προβαίνουν σε ανάλυση της αναμενόμενης σχέσης κόστους/οφέλους. (15) Τα ρυθμιστικά και τα εκτελεστικά πρότυπα θα πρέπει να είναι δυνατόν να προβλέπουν μεταβατικά μέτρα, με την προϋπόθεση να υπάρχουν κατάλληλες προθεσμίες, αν το κόστος της άμεσης εφαρμογής αναμένεται υπερβολικό σε σχέση με τα αντίστοιχα οφέλη. (16) Κατά τη στιγμή της έκδοσης της παρούσας οδηγίας, το έργο της προετοιμασίας και της διαβούλευσης για την πρώτη δέσμη των μέτρων εφαρμογής του πλαισίου κανόνων της οδηγίας 2009/138/ΕΚ έχει ήδη προχωρήσει σημαντικά. Για να διευκολυνθεί η έγκαιρη ολοκλήρωση των μέτρων αυτών, είναι σκόπιμο να μπορεί η Επιτροπή, για μια μεταβατική περίοδο, να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, με τη διαδικασία για τη θέσπιση κατ' εξουσιοδότηση πράξεων. Οποιεσδήποτε τροποποιήσεις αυτών των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων ή, μετά την εκπνοή της μεταβατικής περιόδου, οποιαδήποτε ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για την εφαρμογή της οδηγίας 2009/138/ΕΚ θα πρέπει να εγκρίνονται σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. (17) Επιπλέον, είναι σκόπιμο να επιτραπεί στην EIOPA, μετά την παρέλευση διετούς μεταβατικής περιόδου, να προτείνει την επικαιροποίηση ορισμένων κατ' εξουσιοδότηση πράξεων υπό μορφή ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων. Οι επικαιροποιήσεις αυτές θα πρέπει να περιορίζονται σε τεχνικές πτυχές των σχετικών κατ' εξουσιοδότηση πράξεων και δεν θα πρέπει να συνιστούν στρατηγικές αποφάσεις ή πολιτικές επιλογές. (18) Όταν η EIOPA προετοιμάζει και καταρτίζει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για την προσαρμογή κατ' εξουσιοδότηση πράξεων στις τεχνικές εξελίξεις των χρηματοπιστωτικών αγορών, η Επιτροπή θα πρέπει να μεριμνά για την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των πληροφοριών σχετικά με το πεδίο εφαρμογής αυτών των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. (19) Οι κανονισμοί (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 προβλέπουν μηχανισμό διευθέτησης διαφωνιών μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών. Αν μια εθνική εποπτική αρχή διαφωνεί με τη διαδικασία ή με το περιεχόμενο πράξης ή παράλειψης άλλης εθνικής εποπτικής αρχής σε τομείς προσδιοριζόμενους σε νομοθετικές πράξεις της Ένωσης σύμφωνα με τους ανωτέρω κανονισμούς, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η σχετική νομοθετική πράξη απαιτεί συνεργασία, συντονισμό ή κοινή απόφαση από εθνικές εποπτικές αρχές περισσότερων του ενός κρατών μελών, η οικεία ΕΕΑ, κατόπιν αιτήματος μιας από τις οικείες εθνικές εποπτικές αρχές, θα πρέπει να μπορεί να βοηθά τις αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία εντός της προθεσμίας που τους θέτει, στον καθορισμό της οποίας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι σχετικές προθεσμίες που προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία, καθώς επίσης ο επείγων χαρακτήρας και η πολυπλοκότητα της διαφωνίας. Αν η διαφωνία συνεχιστεί, η ΕΕΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να διευθετήσει το θέμα. (20) Οι κανονισμοί (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 απαιτούν να ορίζονται στην τομεακή νομοθεσία οι περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται να εφαρμόζεται ο μηχανισμός διευθέτησης διαφωνιών μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προσδιορίσει ένα πρώτο σύνολο τέτοιων περιπτώσεων στον ασφαλιστικό και στον αντασφαλιστικό τομέα, με την επιφύλαξη της προσθήκης περαιτέρω περιπτώσεων στο μέλλον. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις ΕΕΑ να ενεργούν σύμφωνα με άλλες εξουσίες ή να εκτελούν καθήκοντα οριζόμενα στους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, συμπεριλαμβανομένων της μη δεσμευτικής μεσολάβησης και της συμβολής στη συνεπή, αποδοτική και αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Επιπλέον, στους τομείς στους οποίους η σχετική νομοθετική πράξη προβλέπει ήδη κάποιας μορφής μη δεσμευτική διαμεσολάβηση ή στους οποίους υπάρχουν προθεσμίες για τη λήψη κοινών αποφάσεων από μία ή περισσότερες εθνικές εποπτικές αρχές, απαιτούνται τροποποιήσεις για να εξασφαλίζονται η σαφήνεια και η ελάχιστη δυνατή διατάραξη της διαδικασίας που αποβλέπει στη λήψη κοινής απόφασης, αλλά και να εξασφαλιστεί ότι οι ΕΕΑ θα είναι σε θέση να επιλύουν διαφωνίες, όποτε απαιτείται. Η δεσμευτική διαδικασία επίλυσης διαφωνιών προορίζεται για τη διευθέτηση καταστάσεων κατά τις οποίες οι εθνικές εποπτικές αρχές δεν μπορούν να επιλύσουν με συνεννόηση μεταξύ τους ορισμένα διαδικαστικά ή ουσιώδη ζητήματα σχετιζόμενα με τη συμμόρφωση προς το δίκαιο της Ένωσης. (21) Επομένως, είναι σκόπιμο η παρούσα οδηγία να εντοπίσει τις καταστάσεις εκείνες στις οποίες ενδέχεται να πρέπει να επιλυθεί διαδικαστικό ή ουσιαστικό ζήτημα συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της Ένωσης, το οποίο ίσως δεν μπορούν να λύσουν οι εθνικές εποπτικές αρχές με τα μέσα που διαθέτουν. Σε τέτοια περίπτωση, μία από τις εμπλεκόμενες εθνικές εποπτικές αρχές θα πρέπει να μπορεί να θέτει το θέμα στην οικεία ΕΕΑ. Η εν λόγω ΕΕΑ θα πρέπει να ενεργεί σύμφωνα με τον ιδρυτικό της κανονισμό και με την παρούσα οδηγία. Θα πρέπει να μπορεί να ζητεί από τις εμπλεκόμενες εθνικές εποπτικές αρχές να προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες ή να απέχουν από ενέργειες ώστε να επιλυθεί το θέμα και να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τη νομοθεσία της Ένωσης, με δεσμευτικά αποτελέσματα για τις εμπλεκόμενες εθνικές εποπτικές αρχές. Όπου η σχετική νομοθετική πράξη της Ένωσης αφήνει περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στα κράτη μέλη, οι αποφάσεις μιας ΕΕΑ δεν θα πρέπει να αντικαθιστούν την άσκηση διακριτικής ευχέρειας των εθνικών εποπτικών αρχών εφόσον η άσκηση αυτή τηρεί το δίκαιο της Ένωσης. (22) Η οδηγία 2009/138/ΕΚ προβλέπει κοινές αποφάσεις όσον αφορά την έγκριση αιτήσεων για τη χρήση ενός εσωτερικού υποδείγματος σε επίπεδο ομίλου και θυγατρικών, την έγκριση αιτήσεων για την υπαγωγή μιας θυγατρικής στα άρθρα 238 και 239 της συγκεκριμένης οδηγίας, και τον προσδιορισμό της αρχής εποπτείας ομίλου σε διαφορετική βάση από τα κριτήρια του άρθρου 247 της ίδιας οδηγίας. Σε όλους αυτούς τους τομείς, η τροποποίηση θα πρέπει να αναφέρει σαφώς ότι σε περίπτωση διαφωνίας η EIOPA μπορεί να επιλύσει τη διαφωνία προσφεύγοντας στη διαδικασία του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. Η συγκεκριμένη προσέγγιση καθιστά σαφές ότι, παρόλο που η EIOPA δεν θα πρέπει να υποκαταστήσει την άσκηση διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους των εθνικών εποπτικών αρχών, θα πρέπει να είναι δυνατή η διευθέτηση διαφωνιών και η ενίσχυση της συνεργασίας πριν από τη λήψη τελικής απόφασης από την εθνική εποπτική αρχή ή την έκδοση τελικής απόφασης απευθυνόμενης σε ένα ίδρυμα. Η EIOPA θα πρέπει να επιλύει διαφωνίες διαμεσολαβώντας μεταξύ των αντικρουόμενων απόψεων των εθνικών εποπτικών αρχών. (23) Η νέα αρχιτεκτονική του συστήματος εποπτείας που δημιουργείται με το ΕΣΧΕ θα απαιτήσει τη στενή συνεργασία των εθνικών εποπτικών αρχών με τις ΕΕΑ. Οι τροποποιήσεις των σχετικών νομοθετικών πράξεων θα πρέπει να διασφαλίζουν την απουσία νομικών εμποδίων στις υποχρεώσεις ανταλλαγής πληροφοριών οι οποίες περιλαμβάνονται στους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και ότι η παροχή πληροφοριών δεν θα συνεπάγεται περιττό διοικητικό φόρτο. (24) Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να υποχρεούνται μόνο να παρέχουν στις εθνικές εποπτικές αρχές τους πληροφορίες χρήσιμες για την εποπτεία, λαμβανομένων υπόψη των στόχων της εποπτείας όπως καθορίζονται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ. Πληροφορίες για πλήρη κατάλογο στοιχείων ενεργητικού, ανά στοιχείο, και άλλες πληροφορίες παρεχόμενες με συχνότητα μεγαλύτερη από μία φορά το έτος θα πρέπει να απαιτούνται μόνο αν η πρόσθετη γνώση που αποκτούν οι εθνικές εποπτικές αρχές για τον σκοπό της παρακολούθησης της οικονομικής ευρωστίας των επιχειρήσεων ή σε σχέση με τον πιθανό αντίκτυπο των αποφάσεών τους δικαιολογεί την επιβάρυνση που συνεπάγονται ο υπολογισμός και η υποβολή των συγκεκριμένων πληροφοριών. Οι εθνικές εποπτικές αρχές, αφού εξετάσουν τη φύση, την κλίμακα και της πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης, διαθέτουν την εξουσία να επιτρέπουν περιορισμούς όσον αφορά τη συχνότητα και την έκταση των πληροφοριών που θα πρέπει να υποβάλλονται, ή εξαιρέσεις από την υποχρέωση υποβολής αναλυτικών πληροφοριών ανά στοιχείο, μόνο αν η συγκεκριμένη επιχείρηση δεν υπερβαίνει ορισμένα όρια. Θα πρέπει να εξασφαλίζεται η επιλεξιμότητα των μικρότερων επιχειρήσεων για περιορισμούς και εξαιρέσεις, και ότι οι επιχειρήσεις αυτές δεν αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 20 % της αγοράς ασφαλίσεων ζωής και ασφαλίσεων κατά ζημιών ή αντασφάλισης σε κάθε κράτος μέλος. (25) Για να εξασφαλίζονται η ακρίβεια και η πληρότητα των πληροφοριών που υποβάλλουν οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή οι ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου σε επίπεδο ομίλου, οι εθνικές εποπτικές αρχές δεν θα πρέπει να επιτρέπουν περιορισμούς στις υποβαλλόμενες πληροφορίες ή εξαιρέσεις από την υποβολή αναλυτικών πληροφοριών ανά στοιχείο για επιχειρήσεις που ανήκουν σε όμιλο, εκτός αν η εθνική εποπτική αρχή κρίνει ότι η υποβολή των πληροφοριών δεν θα ήταν ενδεδειγμένη λόγω της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας του ομίλου. (26) Στους τομείς στους οποίους η Επιτροπή εξουσιοδοτείται σήμερα με βάση την οδηγία 2009/138/ΕΚ να εγκρίνει εκτελεστικά μέτρα τα οποία αποτελούν μη νομοθετικές πράξεις γενικής εφαρμογής για τη συμπλήρωση ή την τροποποίηση ορισμένων μη ουσιωδών στοιχείων της συγκεκριμένης οδηγίας κατά την έννοια του άρθρου 290 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να θεσπίζει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο αυτό ή να εγκρίνει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. (27) Για να εξασφαλίζεται η ίδια μεταχείριση για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας (SCR), σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ, με τον κανονικό τύπο, ή για να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις της αγοράς, θα πρέπει να εκχωρηθεί στην Επιτροπή η εξουσία να θεσπίζει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις για τον υπολογισμό της SCR με τον κανονικό τύπο. (28) Όταν οι κίνδυνοι δεν καλύπτονται επαρκώς από μια υποενότητα, η EIOPA θα πρέπει να εξουσιοδοτείται να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για ποσοτικά όρια και κριτήρια ορίων επιλεξιμότητας στοιχείων ενεργητικού για την SCR με βάση τον κανονικό τύπο. (29) Για να εξασφαλίζεται συνέπεια στον υπολογισμό τεχνικών προβλέψεων από τις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ, απαιτείται να υπάρχει κεντρικός φορέας ο οποίος να συγκεντρώνει, να δημοσιεύει και να επικαιροποιεί σε τακτική βάση ορισμένες τεχνικές πληροφορίες σχετικά με τη διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη παρατηρήσεις στη χρηματοπιστωτική αγορά. Η εκτίμηση της διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου θα πρέπει να γίνεται με διαφάνεια. Δεδομένου του τεχνικού και ασφαλιστικού χαρακτήρα τους, τα καθήκοντα αυτά θα πρέπει να εκτελούνται από την EIOPA. (30) Η σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου θα πρέπει να αποτρέπει την τεχνητή μεταβλητότητα στις τεχνικές προβλέψεις και στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια, και να προσφέρει κίνητρα για καλή διαχείριση του κινδύνου. Η επιλογή του εναρκτήριου σημείου για την παρέκταση των επιτοκίων άνευ κινδύνου θα πρέπει να επιτρέπει στις επιχειρήσεις να αντιστοιχίζουν με ομόλογα τις ταμειακές ροές οι οποίες προεξοφλούνται με τα μη παρεκτεταμένα επιτόκια κατά τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης. Σε συνθήκες αγοράς παρόμοιες με εκείνες κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, το εναρκτήριο σημείο για την παρέκταση των επιτοκίων άνευ κινδύνου, και ειδικότερα αυτών του ευρώ, θα πρέπει να αντιστοιχεί στο επιτόκιο 20ετούς διάρκειας. Υπό συνθήκες αγορών παρόμοιες με εκείνες κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, το παρεκτεταμένο μέρος της διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου, και ειδικότερα αυτών του ευρώ, θα πρέπει να συγκλίνει προς το οριακό επιτόκιο πρόσω με τρόπο ώστε για διάρκειες πέραν των 40 ετών από το εναρκτήριο σημείο της παρέκτασης, το παρεκτεταμένο επιτόκιο πρόσω να μη διαφέρει περισσότερο από 3 μονάδες βάσης από το οριακό επιτόκιο πρόσω. Για νομίσματα άλλα από το ευρώ, τα χαρακτηριστικά των τοπικών αγορών ομολόγων και συμβάσεων ανταλλαγής (swap) θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό του εναρκτήριου σημείου της παρέκτασης των επιτοκίων άνευ κινδύνου, και της κατάλληλης περιόδου σύγκλισης στο οριστικό επιτόκιο πρόσω. (31) Ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που κατέχουν ομόλογα ή άλλα στοιχεία ενεργητικού με παρόμοια χαρακτηριστικά ταμειακής ροής έως τη ληκτότητα δεν εκτίθενται στον κίνδυνο μεταβολής των περιθωρίων (spread) για τα συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού. Για να αποφεύγονται οι επιπτώσεις των μεταβολών των περιθωρίων των στοιχείων ενεργητικού στο ύψος των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων αυτών, θα πρέπει να επιτρέπεται στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις να προσαρμόζουν τη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης σύμφωνα με την εξέλιξη των περιθωρίων των στοιχείων ενεργητικού τους. Η εφαρμογή μιας τέτοιας προσαρμογής επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων θα πρέπει να υπόκειται σε έγκριση από την εποπτική αρχή, ενώ με την επιβολή αυστηρών απαιτήσεων σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού θα πρέπει να εξασφαλίζεται ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να διατηρούν τα στοιχεία ενεργητικού τους έως τη ληκτότητα. Θα πρέπει ειδικότερα να αντιστοιχίζονται οι ταμειακές ροές των στοιχείων ενεργητικού με τις υποχρεώσεις, τα δε στοιχεία ενεργητικού να αντικαθίστανται για τον σκοπό της διατήρησης της αντιστοιχίας μόνον όταν οι αναμενόμενες ταμειακές ροές έχουν μεταβληθεί ουσιαστικά, όπως στην περίπτωση πιστωτικής υποβάθμισης ή αθέτησης ομολόγου. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να δημοσιοποιούν τον αντίκτυπο που έχει στην οικονομική τους θέση η προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης, για να εξασφαλίζεται επαρκής διαφάνεια. (32) Για να αποτρέπεται η φιλοκυκλική επενδυτική συμπεριφορά, θα πρέπει να επιτρέπεται στις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να προσαρμόζουν τη σχετική διαχρονική διάρθρωση των άνευ κινδύνου επιτοκίων τους κατά τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των τεχνικών προβλέψεων για τον μετριασμό της επίδρασης υπερβολικών μεταβολών στα πιστωτικά περιθώρια εξ ομολόγων. Αυτή η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας θα πρέπει να βασίζεται σε χαρτοφυλάκια αναφοράς σε νομίσματα που σχετίζονται με αυτές τις επιχειρήσεις και, όπου είναι αναγκαίο για την εξασφάλιση αντιπροσωπευτικότητας, σε χαρτοφυλάκια αναφοράς που αντιστοιχούν σε εθνικές ασφαλιστικές αγορές. Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να δημοσιοποιούν τον αντίκτυπο που έχει στην οικονομική τους θέση η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, για να εξασφαλίζεται επαρκής διαφάνεια. (33) Δεδομένης της σημασίας της προεξόφλησης για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, η οδηγία 2009/138/ΕΚ θα πρέπει να εξασφαλίζει ενιαίες προϋποθέσεις για την επιλογή προεξοφλητικών επιτοκίων από τις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Για να εξασφαλισθούν τέτοιες ενιαίες προϋποθέσεις, θα πρέπει ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες για να προσδιορίσει τις σχετικές διαχρονικές διαρθρώσεις των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης, τα βασικά πιστωτικά περιθώρια για τον υπολογισμό της προσαρμογής επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, και των προσαρμογών επιτοκίου λόγω μεταβλητότητας. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10). Στις εν λόγω εκτελεστικές πράξεις θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τεχνικά στοιχεία προερχόμενα και δημοσιευμένα από την EIOPA. Η συμβουλευτική διαδικασία θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την έκδοση των εν λόγω εκτελεστικών πράξεων. (34) Η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή εφόσον, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις σχετικά με τη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου, τούτο επιβάλλεται από επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης. (35) Για τον περιορισμό των δυνητικών περιττών φαινομένων φιλοκυκλικότητας, η περίοδος για την αποκατάσταση συμμόρφωσης προς την SCR θα πρέπει να παρατείνεται, μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις απότομης πτώσης των χρηματοπιστωτικών αγορών, συστηματικά χαμηλών επιτοκίων, και καταστροφικών συμβάντων με έντονο αντίκτυπο, που επηρεάζουν αρνητικά τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο της αγοράς ή τις πληττόμενες κατηγορίες δραστηριοτήτων. Η EIOPA θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για τη διαπίστωση της ύπαρξης έκτακτων αντίξοων καταστάσεων, η δε Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει αρμοδιότητα για τη θέσπιση μέτρων μέσω κατ' εξουσιοδότηση ή εκτελεστικών πράξεων, όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων και των σχετικών διαδικασιών. (36) Στο πλαίσιο της προσαρμογής επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στην αντίστοιχη διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου που προβλέπεται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, η υποχρέωση σύμφωνα με την οποία η οργάνωση και η διαχείριση του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης στο οποίο εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης και του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου γίνονται χωριστά από ό,τι για τις άλλες δραστηριότητες της επιχείρησης και ότι τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη ζημιών από άλλες δραστηριότητες της επιχείρησης θα πρέπει να γίνεται αντιληπτή σε οικονομικό πλαίσιο. Δεν θα πρέπει να συνεπάγεται υποχρέωση των κρατών μελών να διαθέτουν στη νομοθεσία τους νομική έννοια για τα κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης. Οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν την προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων θα πρέπει να προσδιορίζουν, να οργανώνουν και να διαχειρίζονται το χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού και παθητικού χωριστά από τα άλλα μέρη της επιχείρησης, και συνεπώς δεν θα πρέπει να τους επιτρέπεται να αναλαμβάνουν κινδύνους που προκύπτουν σε άλλα μέρη της επιχείρησης χρησιμοποιώντας το δεσμευμένο χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού. Μολονότι αυτό επιτρέπει την αποτελεσματική διαχείριση χαρτοφυλακίου, για τους σκοπούς της προσαρμογής επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων θα πρέπει ο περιορισμός της μεταβιβασιμότητας και των περιθωρίων διαφοροποίησης μεταξύ του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου και των υπόλοιπων αναγκών της επιχείρησης να συνεπάγεται προσαρμογές των ιδίων κεφαλαίων και της SCR. (37) Το πιστωτικό περιθώριο του χαρτοφυλακίου αναφοράς που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να καθορίζεται με διαφάνεια, μέσω των σχετικών δεικτών, όπου υπάρχουν. (38) Για την εξασφάλιση διαφάνειας στην εφαρμογή της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας, της προσαρμογής επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, και των μεταβατικών μέτρων για τα επιτόκια άνευ κινδύνου και τις τεχνικές προβλέψεις που προβλέπονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, οι επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης θα πρέπει να δημοσιοποιούν τον αντίκτυπο της μη εφαρμογής των μέτρων αυτών στις οικονομικές τους θέσεις, συμπεριλαμβανομένων του ποσού των τεχνικών προβλέψεων, της SCR, της ελάχιστης κεφαλαιακής απαίτησης (MCR) δυνάμει της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, των βασικών ιδίων κεφαλαίων, και των ποσών των ιδίων κεφαλαίων που πληρούν τις απαιτήσεις για την κάλυψη της MCR και της SCR. (39) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν στην εθνική τους νομοθεσία διατάξεις που εκχωρούν στις εθνικές εποπτικές αρχές εξουσία να επιτρέπουν και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να απορρίπτουν τη χρήση της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας. (40) Για να εξασφαλιστεί ότι θα παρέχονται σε εναρμονισμένη βάση ορισμένα τεχνικά στοιχεία για την SCR με χρήση του κανονικού τύπου, παραδείγματος χάρη για να είναι δυνατόν να ακολουθούνται εναρμονισμένες προσεγγίσεις στη χρήση αξιολογήσεων, θα πρέπει να ανατεθούν συγκεκριμένα καθήκοντα στην EIOPA. Η αναγνώριση των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί και να εναρμονιστεί με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), και την οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12). Δεδομένου ότι θα πρέπει να αποφευχθεί η επικάλυψη με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, δικαιολογείται ένας ρόλος για τη μεικτή επιτροπή ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών που έχει συσταθεί με τους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Η EIOPA θα πρέπει να αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις ικανότητες και την πείρα της ESMA. Ο λεπτομερής τρόπος άσκησης των καθηκόντων αυτών θα πρέπει να εξειδικεύεται περαιτέρω με μέτρα που θα θεσπίζονται με κατ' εξουσιοδότηση πράξη ή με εκτελεστική πράξη. (41) Οι καταστάσεις των περιφερειακών κυβερνήσεων και των τοπικών αρχών που δημοσιεύει η EIOPA δεν θα πρέπει να είναι λεπτομερέστερες από ό,τι απαιτείται για να εξασφαλιστεί ότι οι συγκεκριμένες κυβερνήσεις ή αρχές αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο μόνο όταν οι κίνδυνοι του ανοίγματος είναι ίδιοι όπως και για τις κεντρικές κυβερνήσεις. (42) Για να εξασφαλιστεί εναρμονισμένη προσέγγιση βάσει της οδηγίας 2009/138/ΕΚ για να καθορίζεται πότε επιτρέπεται η παράταση της περιόδου ανάκαμψης σε περιπτώσεις παραβιάσεων της SCR, θα πρέπει να διευκρινιστούν οι συνθήκες οι οποίες συνιστούν έκτακτη αντίξοη κατάσταση. Η EIOPA θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για τη διαπίστωση της ύπαρξης έκτακτων αντίξοων καταστάσεων, η δε Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει αρμοδιότητα για τη θέσπιση μέτρων μέσω κατ' εξουσιοδότηση πράξεων ή εκτελεστικών πράξεων, όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων και των σχετικών διαδικασιών στην περίπτωση τέτοιων έκτακτων αντίξοων καταστάσεων. (43) Για να εξασφαλίζεται η διατομεακή συνοχή και να πάψει να υφίσταται απόκλιση μεταξύ των συμφερόντων επιχειρήσεων που «επανασυσκευάζουν» δάνεια σε διαπραγματεύσιμους τίτλους και άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα (μεταβιβάζοντα ιδρύματα ή χορηγούς) και των συμφερόντων επιχειρήσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης που επενδύουν σε αυτούς τους τίτλους ή τα χρηματοπιστωτικά μέσα, θα πρέπει να εκχωρηθεί στην Επιτροπή η εξουσία για τη λήψη μέτρων μέσω κατ' εξουσιοδότηση πράξεων σε περιπτώσεις επενδύσεων σε «επανασυσκευασμένα» δάνεια βάσει της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όπου θα καθορίζονται όχι μόνο οι απαιτήσεις αλλά και οι συνέπειες της παραβίασης των εν λόγω απαιτήσεων. (44) Για να επιτευχθεί μεγαλύτερη σύγκλιση στις διαδικασίες για εγκρίσεις εποπτείας που προβλέπονται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ όσον αφορά παραμέτρους προσιδιάζουσες σε επιχείρηση, πολιτικές τροποποίησης μοντέλων, για φορείς ειδικού σκοπού και για τον καθορισμό και την κατάργηση πρόσθετων κεφαλαιακών επιβαρύνσεων, θα πρέπει να εκχωρηθεί στην Επιτροπή η εξουσία για τη λήψη μέτρων μέσω κατ' εξουσιοδότηση πράξεων, για τον καθορισμό της σχετικής διαδικασίας στους συγκεκριμένους τομείς. (45) Η Διεθνής Οργάνωση Ασφαλιστικών Εποπτών αναπτύσσει ένα παγκόσμιο πρότυπο φερεγγυότητας με γνώμονα τον κίνδυνο, και συνεχίζει να προωθεί τον καλύτερο συντονισμό της εποπτείας και τη συνεργασία σε διεθνή κλίμακα. Οι διατάξεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σχετικά με κατ' εξουσιοδότηση πράξεις της Επιτροπής όσον αφορά την ισοδυναμία των καθεστώτων φερεγγυότητας και προληπτικής εποπτείας τρίτων χωρών είναι συνεπείς προς τους στόχους της ενθάρρυνσης της διεθνούς σύγκλισης στην εφαρμογή καθεστώτων φερεγγυότητας με γνώμονα τον κίνδυνο, και καθεστώτων προληπτικής εποπτείας. Για να αναγνωρίζεται ότι ορισμένες τρίτες χώρες μπορεί να χρειάζονται περισσότερο χρόνο για την προσαρμογή και την εφαρμογή καθεστώτων φερεγγυότητας και προληπτικής εποπτείας που να ικανοποιούν πλήρως τα κριτήρια αναγνώρισής τους ως ισοδύναμων, είναι αναγκαίο να καθοριστούν προϋποθέσεις σχετικά με τον χειρισμό των καθεστώτων των εν λόγω τρίτων χωρών έτσι ώστε να μπορεί να αναγνωριστεί προσωρινά ισοδυναμία για τις χώρες αυτές. Στις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις της Επιτροπής σχετικά με προσωρινή ισοδυναμία θα πρέπει, όπου είναι σκόπιμο, να λαμβάνονται υπόψη οι διεθνείς εξελίξεις. Αν η Επιτροπή καθορίζει ότι το καθεστώς προληπτικής εποπτείας που εφαρμόζει μια τρίτη χώρα για την εποπτεία ομίλων είναι προσωρινά ισοδύναμο, θα πρέπει να προβλέπεται υποχρέωση πρόσθετης εποπτικής αναφοράς, για να εξασφαλίζεται η προστασία των ασφαλισμένων και των δικαιούχων παροχών στην Ένωση. (46) Δεδομένης της ιδιαίτερης φύσης της αγοράς ασφαλίσεων, για να εξασφαλίζονται ίσοι όροι για τις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, ανεξάρτητα από το αν η μητρική επιχείρηση είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να καθορίζει ότι μια τρίτη χώρα είναι προσωρινά ισοδύναμη για τους σκοπούς του υπολογισμού των απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου και των ιδίων κεφαλαίων που πληρούν τις προϋποθέσεις για την τήρηση των απαιτήσεων αυτών. (47) Για την εξασφάλιση κατάλληλης πληροφόρησης των ενδιαφερομένων σχετικά με τη διάρθρωση των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών ομίλων, πρέπει να διατίθενται δημόσια πληροφορίες σχετικά με τη νομική τους διάρθρωση και τη διοικητική και οργανωτική τους διάρθρωση. Στις πληροφορίες αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνονται τουλάχιστον η επωνυμία, ο τύπος δραστηριότητας και η χώρα εγκατάστασης των θυγατρικών τους, των σημαντικών συνδεδεμένων επιχειρήσεών τους, και των σημαντικών υποκαταστημάτων τους. (48) Για τις αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με το ότι το καθεστώς φερεγγυότητας ή προληπτικής εποπτείας μιας χώρας είναι πλήρως ή προσωρινά ισοδύναμο θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, όπου έχει εφαρμογή, η ύπαρξη, η διάρκεια και η φύση των μεταβατικών μέτρων στα καθεστώτα των συγκεκριμένων τρίτων χωρών. (49) Προκειμένου η ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρεία, που θεσπίζεται με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1435/2003 του Συμβουλίου (13) να μπορεί να παρέχει υπηρεσίες ασφάλισης και αντασφάλισης, είναι αναγκαίο να διευρυνθεί ο κατάλογος επιτρεπόμενων νομικών μορφών επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης βάσει της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ώστε να συμπεριληφθεί η Ευρωπαϊκή Συνεταιριστική Εταιρεία. (50) Τα ποσά σε ευρώ του κατώτατου ορίου MCR για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να προσαρμοστούν. Η προσαρμογή αυτή είναι απόρροια της περιοδικής ρύθμισης των υφιστάμενων κατώτατων ορίων κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, για να λαμβάνεται υπόψη ο πληθωρισμός. (51) Ο υπολογισμός της SCR για την ασφάλιση υγείας θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τα εθνικά συστήματα εξίσωσης και θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τις αλλαγές στην εθνική νομοθεσία για την υγεία, δεδομένου ότι αποτελούν θεμελιώδες τμήμα του συστήματος ασφάλισης στα εν λόγω εθνικά συστήματα υγείας. (52) Ορισμένες εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται δυνάμει του άρθρου 202 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας θα πρέπει να αντικατασταθούν από τις κατάλληλες διατάξεις δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ. (53) Η ευθυγράμμιση των διαδικασιών επιτροπολογίας με τις διατάξεις της ΣΛΕΕ, και ειδικότερα με το άρθρο 290 αυτής, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί χωριστά για κάθε περίπτωση. Για να ληφθούν υπόψη οι τεχνικές εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και να εξειδικευτούν οι απαιτήσεις που καθορίζονται στις οδηγίες οι οποίες τροποποιούνται με την παρούσα οδηγία, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία για την έκδοση κατ' εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 290 ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει να εκδίδονται για λεπτομέρειες σχετικά με τις απαιτήσεις διακυβέρνησης, την αποτίμηση, την εποπτική αναφορά, και τη δημοσιοποίηση, τον προσδιορισμό και την κατάταξη ιδίων κεφαλαίων, τον κανονικό τύπο υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας (συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε επακόλουθων μεταβολών στον τομέα των αυξήσεων κεφαλαίου), και την επιλογή μεθόδων και παραδοχών για τον υπολογισμό τεχνικών προβλέψεων. (54) Στη δήλωση αριθ. 39 για το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που προσαρτάται στην Τελική Πράξη της διακυβερνητικής διάσκεψης η οποία ενέκρινε τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η διάσκεψη έλαβε υπόψη την πρόθεση της Επιτροπής να συνεχίσει τις διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες οριζόμενους από τα κράτη μέλη κατά την προετοιμασία των σχεδίων κατ' εξουσιοδότηση πράξεων στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της. (55) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να διαθέτουν τρεις μήνες από την ημέρα κοινοποίησης για να προβάλουν αντιρρήσεις σε μια κατ' εξουσιοδότηση πράξη. Όταν πρόκειται για σημαντικούς επίμαχους τομείς, με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου το διάστημα αυτό θα πρέπει να μπορεί να παραταθεί κατά τρεις μήνες. Επίσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωστοποιούν στα άλλα θεσμικά όργανα την πρόθεσή τους να μην προβάλουν αντιρρήσεις. Η έγκαιρη αυτή έγκριση κατ' εξουσιοδότηση πράξεων ενδείκνυται ιδιαίτερα όταν πρέπει να τηρηθούν κάποιες προθεσμίες, για παράδειγμα σε περιπτώσεις που περιλαμβάνονται χρονοδιαγράμματα στη βασική πράξη στην οποία στηρίζεται η Επιτροπή για τη θέσπιση κατ' εξουσιοδότηση πράξεων. (56) Μέσα από το πρίσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης και των φιλοκυκλικών μηχανισμών που συνέβαλαν στο ξέσπασμά της και επιδείνωσαν τις συνέπειές της, το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία, και η G20 διατύπωσαν συστάσεις για τον μετριασμό των φιλοκυκλικών επιπτώσεων των χρηματοπιστωτικών κανονισμών. Οι συστάσεις αυτές αφορούν άμεσα τις επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης ως σημαντικές συνιστώσες του χρηματοπιστωτικού συστήματος. (57) Για να επιτευχθεί συνοχή στην εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και να διασφαλιστεί η μακροπροληπτική εποπτεία σε ολόκληρη την Ένωση, είναι σκόπιμο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, που συστάθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14), να αναπτύξει αρχές προσαρμοσμένες στην οικονομία της Ένωσης. (58) Η χρηματοπιστωτική κρίση κατέδειξε ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υποτίμησαν σημαντικά το επίπεδο του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου που σχετίζεται με εξωχρηματιστηριακά (OTC) παράγωγα. Αυτό οδήγησε την G20, τον Σεπτέμβριο του 2009, να ζητήσει να εκκαθαρίζονται περισσότερα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα μέσω κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Η G20 ζήτησε επίσης να υπόκεινται σε υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα τα οποία δεν μπορούν να εκκαθαρίζονται μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ώστε να αντικατοπτρίζουν ορθά τους υψηλότερους κινδύνους που ενέχουν. (59) Στον υπολογισμό του κανονικού τύπου για την SCR θα πρέπει η αντιμετώπιση των ανοιγμάτων σε επιλέξιμους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους να είναι συνεπής προς την αντιμετώπιση των ανοιγμάτων αυτών στις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τα πιστωτικά ιδρύματα και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ιδιαίτερα όσον αφορά τις διαφορές στη μεταχείριση μεταξύ των επιλέξιμων κεντρικών αντισυμβαλλομένων και των άλλων κεντρικών αντισυμβαλλομένων. (60) Για να εξασφαλιστεί ότι επιτυγχάνεται συνεχώς ο στόχος της Ένωσης για βιώσιμη ανάπτυξη και οι στόχοι της οδηγίας 2009/138/ΕΚ κυρίως όσον αφορά την προστασία των ασφαλισμένων και επίσης για την εξασφάλιση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την καταλληλότητα των μεθόδων, των παραδοχών και των τυπικών παραμέτρων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό του κανονικού τύπου της SCR, μέσα σε πέντε έτη από την εφαρμογή της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Η επανεξέταση θα πρέπει να βασίζεται ιδιαίτερα στη συνολική πείρα των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν τον κανονικό τύπο της SCR κατά τη μεταβατική περίοδο. Στην επανεξέταση θα πρέπει να συνυπολογίζονται η απόδοση κάθε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού και χρηματοπιστωτικών μέσων, η συμπεριφορά των επενδυτών στα συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού και χρηματοπιστωτικά μέσα, καθώς και οι εξελίξεις στη διεθνή προτυποποίηση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Ενδέχεται να χρειαστεί να δοθεί προτεραιότητα στην επανεξέταση των τυπικών παραμέτρων για ορισμένες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού, όπως τα χρεόγραφα σταθερής απόδοσης και η μακροπρόθεσμη υποδομή. (61) Για μια ομαλή μετάβαση σε ένα νέο καθεστώς στο πλαίσιο της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, χρειάζεται σταδιακή υλοποίηση και ειδικά μεταβατικά μέτρα. Τα μεταβατικά μέτρα θα πρέπει να στοχεύουν στην αποφυγή της διαταραχής της αγοράς και στον περιορισμό των παρεμβολών σε υφιστάμενα προϊόντα, καθώς και στην εξασφάλιση της διαθεσιμότητας ασφαλιστικών προϊόντων. Τα μεταβατικά μέτρα θα πρέπει να ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις να συμμορφωθούν προς τις συγκεκριμένες απαιτήσεις του νέου καθεστώτος το συντομότερο δυνατόν. (62) Χρειάζεται ένα μεταβατικό καθεστώς για τη δραστηριότητα των επαγγελματικών συντάξεων την οποία ασκούν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις δυνάμει του άρθρου 4 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15), για το διάστημα κατά το οποίο η Επιτροπή θα διενεργεί την αναθεώρηση της συγκεκριμένης οδηγίας. Το μεταβατικό καθεστώς θα λήξει όταν τεθεί σε ισχύ η τροποποίηση της οδηγίας 2003/41/ΕΚ. (63) Ανεξάρτητα από την προβλεπόμενη εφαρμογή της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ειδικότερα για σκοπούς αξιολογήσεων σχετικά με την έγκριση εσωτερικών υποδειγμάτων, συμπληρωματικών ίδιων κεφαλαίων, ταξινόμησης των ιδίων κεφαλαίων, προσιδιαζουσών σε επιχείρηση παραμέτρων, φορέων ειδικού σκοπού, της υποενότητας μετοχικού κινδύνου με γνώμονα τη διάρκεια, και από τη μεταβατική διάταξη για τον υπολογισμό της βέλτιστης αποτίμησης σε σχέση με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις που αντιστοιχούν σε καταβληθέντα ασφάλιστρα για υπάρχουσες συμβάσεις, οι οδηγίες του Συμβουλίου 64/225/ΕΟΚ (16), 73/239/ΕΟΚ (17), 73/240/ΕΟΚ (18), 76/580/ΕΟΚ (19), 78/473/ΕΟΚ (20), 84/641/ΕΟΚ (21), 87/344/ΕΟΚ (22), 88/357/ΕΟΚ (23) και 92/49/ΕΟΚ (24), και οι οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ (25), 2001/17/ΕΚ (26), 2002/83/ΕΚ (27) και 2005/68/ΕΚ (28) (συλλογικά αποκαλούμενες «Φερεγγυότητα I»), όπως τροποποιήθηκαν με τις πράξεις που παρατίθενται στο μέρος Α του παραρτήματος VI της οδηγίας 2009/138/ΕΚ θα πρέπει να εξακολουθήσουν να ισχύουν έως το τέλος του 2015. (64) Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, τα κράτη μέλη έχουν δεσμευτεί να υποβάλλουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, μαζί με την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό τους δίκαιο, ένα ή περισσότερα έγγραφα που εξηγούν τη σχέση μεταξύ των συστατικών στοιχείων μιας οδηγίας και των αντίστοιχων στοιχείων των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία και την οδηγία 2009/138/ΕΚ, ο νομοθέτης θεωρεί τη διαβίβαση των εγγράφων αυτών δικαιολογημένη. (65) Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς με την εξασφάλιση αποτελεσματικής και συνεπούς προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας υψηλού επιπέδου, η προστασία των ασφαλισμένων και των δικαιούχων παροχών και, συνακόλουθα, των επιχειρήσεων και των καταναλωτών, η διαφύλαξη της ακεραιότητας, της αποτελεσματικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών, η διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η ενίσχυση του διεθνούς εποπτικού συντονισμού, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών. (66) Συνεπώς, θα πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως οι οδηγίες 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ, και οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Τροποποιήσεις στην οδηγία 2003/71/ΕΚ Η οδηγία 2003/71/ΕΚ τροποποιείται ως εξής: 1) στο άρθρο 5 παράγραφος 4, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 2) στο άρθρο 11, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 3) στο άρθρο 13, η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 4) στο άρθρο 14, η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 5) στο άρθρο 15, η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 6) παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: Άρθρο 2 Τροποποιήσεις στην οδηγία 2009/138/ΕΚ Η οδηγία 2009/138/ΕΚ τροποποιείται ως εξής: 1) το άρθρο 13 τροποποιείται ως εξής: α) μετά το σημείο 32 παρεμβάλλεται το ακόλουθο νέο σημείο: «32α) 'επιλέξιμος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος': ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που είτε έχει εξουσιοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (29), είτε έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού· β) προστίθεται το ακόλουθο σημείο: «40) 'εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικών αξιολογήσεων' ή 'ECAI': οργανισμός αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ο οποίος είναι εγγεγραμμένος ή πιστοποιημένος σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (30), ή κεντρική τράπεζα η οποία εκδίδει πιστωτικές διαβαθμίσεις που εξαιρούνται από την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού· 2) το άρθρο 17 παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 3) παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: 4) στο άρθρο 29, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 5) το άρθρο 31 παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 6) στο άρθρο 33 προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι: 7) το άρθρο 35 τροποποιείται ως εξής: α) στην παράγραφο 1, η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: β) η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) η υποβολή των πληροφοριών αυτών θα ήταν επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης· β) οι πληροφορίες υποβάλλονται τουλάχιστον σε ετήσια βάση. α) η υποβολή των πληροφοριών αυτών θα ήταν επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης· β) η υποβολή των πληροφοριών αυτών δεν είναι αναγκαία για την αποτελεσματική εποπτεία της επιχείρησης· γ) η εξαίρεση δεν υπονομεύει τη σταθερότητα των αντίστοιχων χρηματοπιστωτικών συστημάτων στην Ένωση· και δ) η επιχείρηση είναι σε θέση να παρέχει τις πληροφορίες όποτε της ζητείται. α) τον όγκο των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης· β) τη διακύμανση των απαιτήσεων και των παροχών που καλύπτει η επιχείρηση· γ) τους κινδύνους που συνεπάγονται οι επενδύσεις της επιχείρησης· δ) το επίπεδο των συγκεντρώσεων κινδύνου· ε) τον συνολικό αριθμό των κατηγοριών ασφαλίσεων ζωής και ζημιών για τις οποίες έχει δοθεί άδεια λειτουργίας· στ) τις πιθανές επιπτώσεις της διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα· ζ) τα συστήματα και τις δομές της επιχείρησης για την παροχή πληροφοριών για σκοπούς εποπτείας και την τεκμηριωμένη πολιτική που αναφέρεται στην παράγραφο 5· η) την καταλληλότητα του συστήματος διακυβέρνησης της επιχείρησης· θ) το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και την ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση· ι) το αν η επιχείρηση είναι εξαρτημένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που καλύπτει μόνο κινδύνους οι οποίοι συνδέονται με τον βιομηχανικό ή εμπορικό όμιλο στον οποίο ανήκει. 8) το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής: α) η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής: i) το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «β) η εποπτική αρχή συμπεραίνει ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, όπως υπολογίζεται με εσωτερικό υπόδειγμα ή μερικό εσωτερικό υπόδειγμα σύμφωνα με το κεφάλαιο VI τμήμα 4 ενότητα 3, διότι ορισμένοι ποσοτικοποιήσιμοι κίνδυνοι δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη και η προσαρμογή του υποδείγματος ώστε να αντικατοπτρίζει καλύτερα το δεδομένο προφίλ κινδύνου δεν πραγματοποιήθηκε μέσα σε κατάλληλο χρονικό διάστημα·»· ii) προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο: «δ) η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει την προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 77β, την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 77δ ή τα μεταβατικά μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 308γ και 308δ, και η εποπτική αρχή συμπεραίνει ότι το προφίλ κινδύνου της συγκεκριμένης επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι ανωτέρω προσαρμογές και μεταβατικά μέτρα.»· β) η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: γ) η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 9) στο άρθρο 38 παράγραφος 2, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια: 10) το άρθρο 44 τροποποιείται ως εξής: α) στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: β) παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: α) την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους στις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η παρέκταση της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης επιτοκίων άνευ κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 77α· β) όταν εφαρμόζεται η προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 77β: i) την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους στις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της προσαρμογής επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένου του υπολογισμού του βασικού πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 1 στοιχείο β), και την πιθανή επίπτωση που θα είχε στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαιά τους μια αναγκαστική πώληση περιουσιακών στοιχείων· ii) την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους σε αλλαγές στη σύνθεση του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού· iii) τον αντίκτυπο μιας μείωσης της προσαρμογής επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στο μηδέν· γ) όταν εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 77δ: i) την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους στις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας, και την πιθανή επίπτωση που θα είχε στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαιά τους μια αναγκαστική πώληση περιουσιακών στοιχείων· ii) τον αντίκτυπο μιας μείωσης της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στο μηδέν. γ) παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: 11) στο άρθρο 45 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: 12) το άρθρο 50 αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο: α) τα στοιχεία των συστημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 41, 44, 46 και 47, και ιδίως των τομέων που καλύπτονται από τη διαχείριση στοιχείων ενεργητικού-παθητικού και την επενδυτική πολιτική, όπως αναφέρεται στο άρθρο 44 παράγραφος 2, των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων· β) τις λειτουργίες που αναφέρονται στα άρθρα 44, 46, 47 και 48. α) τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 42 και τις σχετικές λειτουργίες· β) τους όρους για εξωτερική ανάθεση, ειδικότερα σε παρόχους υπηρεσιών εγκαταστημένους σε τρίτες χώρες. 13) το άρθρο 51 τροποποιείται ως εξής: α) παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: β) στην παράγραφο 2, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 14) το άρθρο 52 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) τη μέση πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ανά επιχείρηση και την κατανομή των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων που επιβλήθηκαν από την εποπτική αρχή κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, ως ποσοστό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας. Τα στοιχεία αυτά εμφανίζονται χωριστά για τα εξής: i) τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ii) τις επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής, iii) τις επιχειρήσεις ασφάλισης ζημιών, iv) τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις ασφαλίσεις ζωής και ζημιών, v) για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις· β) για καθεμιά από τις δημοσιοποιήσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, το ποσοστό των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων που επιβάλλονται βάσει των στοιχείων α), β) και γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 37 αντίστοιχα· γ) τον αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που επωφελούνται από περιορισμό στη συχνότητα της εποπτικής αναφοράς και τον αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εξαιρούνται από την αναλυτική υποβολή πληροφοριών ανά στοιχείο που αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφοι 6 και 7, μαζί με τον όγκο των κεφαλαιακών απαιτήσεών τους, των ασφαλίστρων τους, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού τους, υπολογισμένων αντίστοιχα ως ποσοστών του συνολικού όγκου των κεφαλαιακών απαιτήσεων, των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων του κράτους μέλους· δ) τον αριθμό των ομίλων που επωφελούνται από περιορισμό στη συχνότητα της εποπτικής αναφοράς και τον αριθμό των ομίλων που εξαιρούνται από την αναλυτική υποβολή πληροφοριών ανά στοιχείο που αναφέρεται στο άρθρο 254 παράγραφος 2, μαζί με τον όγκο των κεφαλαιακών απαιτήσεών τους, των ασφαλίστρων τους, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού τους, υπολογισμένων αντίστοιχα ως ποσοστών του συνολικού όγκου των κεφαλαιακών απαιτήσεων, των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού όλων των ομίλων. α) για το σύνολο των κρατών μελών, τη συνολική κατανομή των πρόσθετων κεφαλαιακών επιβαρύνσεων, ως ποσοστό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας, για καθένα από τα ακόλουθα: i) τις επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης, ii) τις επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής, iii) τις επιχειρήσεις ασφάλισης ζημιών, iv) τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις ασφαλίσεις ζωής και ζημιών, v) τις επιχειρήσεις αντασφάλισης· β) για κάθε κράτος μέλος χωριστά, την κατανομή των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων, ως ποσοστό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας, για όλες τις επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης στο συγκεκριμένο κράτος μέλος· γ) για καθεμιά από τις δημοσιοποιήσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) της παρούσας παραγράφου, το ποσοστό των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων που επιβάλλονται δυνάμει των στοιχείων α), β) και γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 37 αντίστοιχα· δ) για όλα τα κράτη μέλη μαζί, τον συνολικό αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ομίλων που επωφελούνται από περιορισμό στη συχνότητα της εποπτικής αναφοράς και τον συνολικό αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ομίλων που εξαιρούνται από την αναλυτική υποβολή πληροφοριών ανά στοιχείο που αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφοι 6 και 7 και στο άρθρο 254 παράγραφος 2, μαζί με τον όγκο των κεφαλαιακών απαιτήσεών τους, των ασφαλίστρων τους, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού τους, υπολογισμένων αντίστοιχα ως ποσοστών του συνολικού όγκου των κεφαλαιακών απαιτήσεων, των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού όλων των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ομίλων· ε) για κάθε κράτος μέλος χωριστά, τον αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ομίλων που επωφελούνται από περιορισμό στη συχνότητα της εποπτικής αναφοράς και τον αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ομίλων που εξαιρούνται από την αναλυτική υποβολή πληροφοριών ανά στοιχείο που αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφοι 6 και 7 και στο άρθρο 254 παράγραφος 2, μαζί με τον όγκο των κεφαλαιακών απαιτήσεών τους, των ασφαλίστρων τους, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού τους, υπολογισμένων αντίστοιχα ως ποσοστών του συνολικού όγκου των κεφαλαιακών απαιτήσεων, των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ομίλων του κράτους μέλους. 15) το άρθρο 56 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 16) στο άρθρο 58, η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 17) παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: 18) παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: 19) στο άρθρο 69, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 20) το άρθρο 70 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) στις κεντρικές τράπεζες του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), και σε άλλους οργανισμούς με παρόμοια αποστολή υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικών αρχών, όταν αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των εκ του νόμου καθηκόντων τους, συμπεριλαμβανομένων της άσκησης νομισματικής πολιτικής και της συναφούς παροχής ρευστότητας, της εποπτείας συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, και της διαφύλαξης της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος· β) αν είναι σκόπιμο, σε άλλες εθνικές δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία συστημάτων πληρωμών· και γ) στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (32), αν οι πληροφορίες αυτές είναι σημαντικές για την επιτέλεση των καθηκόντων του. 21) το άρθρο 71 τροποποιείται ως εξής: α) η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) οι εποπτικές αρχές να συμμετέχουν στις δραστηριότητες της EIOPA· β) οι εποπτικές αρχές να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να συμμορφώνονται προς τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδει η EIOPA σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και αναφέρουν τους λόγους σε περίπτωση που δεν το πράξουν· γ) οι εντολές σε εθνικό επίπεδο, που ανατίθενται στις εποπτικές αρχές, να μην παρεμποδίζουν την άσκηση των καθηκόντων τους ως μελών της EIOPA ή βάσει της παρούσας οδηγίας.»· β) η παράγραφος 3 διαγράφεται· 22) το άρθρο 75 παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) στον βαθμό στον οποίο οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις της παραγράφου 2 απαιτούν τη χρήση των διεθνών λογιστικών προτύπων όπως εγκρίθηκαν από την Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002, τη συνέπεια αυτών των λογιστικών προτύπων με την προσέγγιση της αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού όπως καθορίζεται στις παραγράφους 1 και 2· β) τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν είτε δεν υπάρχουν διαθέσιμες χρηματιστηριακές τιμές είτε τα διεθνή λογιστικά πρότυπα που ενέκρινε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 είναι σε προσωρινή ή σε μόνιμη βάση ασύμβατα με την προσέγγιση αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που καθορίζεται στις παραγράφους 1 και 2· γ) τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην αποτίμηση του ενεργητικού και του παθητικού, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1, όταν οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις της παραγράφου 2 προβλέπουν τη χρήση εναλλακτικών μεθόδων αποτίμησης. 23) παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα: α) η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει δεσμεύσει ένα χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού, αποτελούμενο από ομόλογα κι άλλα στοιχεία ενεργητικού με παρόμοια χαρακτηριστικά ταμειακής ροής, για την κάλυψη τη βέλτιστης εκτίμησης του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης και διατηρεί τη δέσμευση αυτή για όλη τη διάρκεια ισχύος των υποχρεώσεων, εκτός αν πρόκειται για διατήρηση της αντιστοιχίας των αναμενόμενων ταμειακών ροών μεταξύ των στοιχείων ενεργητικού και των στοιχείων παθητικού σε περιπτώσεις ουσιαστικής μεταβολής των ταμειακών ροών· β) ο προσδιορισμός, η οργάνωση και η διαχείριση του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης στο οποίο εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης και του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου γίνονται χωριστά απ' ό,τι για τις άλλες δραστηριότητες της επιχείρησης, το δε δεσμευμένο χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη ζημιών από άλλες δραστηριότητες της επιχείρησης· γ) οι αναμενόμενες ταμειακές ροές του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού καλύπτουν καθεμιά από τις αναμενόμενες ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης στο ίδιο νόμισμα, και οποιαδήποτε αναντιστοιχία δεν προκαλεί κινδύνους σημαντικούς όσον αφορά τους εγγενείς κινδύνους του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού κλάδου στον οποίο εφαρμόζεται προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης· δ) οι συμβάσεις που καλύπτουν το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν συνεπάγονται μελλοντικές πληρωμές ασφαλίστρου· ε) οι μόνοι καλυπτόμενοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι που συνδέονται με το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης είναι ο κίνδυνος μακροβιότητας, ο κίνδυνος εξόδων, ο κίνδυνος αναθεώρησης και ο κίνδυνος θανάτου· στ) όταν ο καλυπτόμενος κίνδυνος που συνδέεται με το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης περιλαμβάνει τον κίνδυνο θανάτου, η βέλτιστη εκτίμηση του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν αυξάνεται κατά περισσότερο από 5 % σε περίπτωση απότομης μεταβολής του κινδύνου θανάτου βαθμονομημένου σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφοι 2 έως 5· ζ) οι συμβάσεις που καλύπτουν το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν περιλαμβάνουν εναλλακτικές δυνατότητες για τον ασφαλισμένο ή περιλαμβάνουν μόνο δυνατότητα εξαγοράς, όπου η τιμή εξαγοράς δεν υπερβαίνει την τιμή των στοιχείων ενεργητικού, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 75, για την κάλυψη των υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης τη στιγμή της άσκησης της δυνατότητας εξαγοράς· η) οι ταμειακές ροές του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού είναι καθορισμένες και δεν μπορούν να μεταβληθούν από τους εκδότες των στοιχείων ενεργητικού ή από τρίτα μέρη· θ) οι υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης από μια σύμβαση ασφάλισης ή αντασφάλισης δεν διαιρούνται σε διαφορετικά τμήματα όταν συνθέτουν το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου. α) η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης πρέπει να είναι ίση με τη διαφορά των ακόλουθων μεγεθών: i) ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, υπολογιζόμενο ως το ενιαίο προεξοφλητικό επιτόκιο το οποίο, όταν εφαρμόζεται στις ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, δίνει τιμή ίση προς την αξία του χαρτοφυλακίου δεσμευμένων στοιχείων ενεργητικού σύμφωνα με το άρθρο 75· ii) ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, υπολογιζόμενο ως το ενιαίο προεξοφλητικό επιτόκιο το οποίο, όταν εφαρμόζεται στις ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, δίνει τιμή ίση προς την αξία της βέλτιστης εκτίμησης του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, όπου η χρονική αξία του χρήματος λαμβάνεται υπόψη με τη χρήση της βασικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου· β) η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης δεν πρέπει να περιλαμβάνει το βασικό πιστωτικό περιθώριο που αντανακλά τους κινδύνους τους οποίους αναλαμβάνει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση· γ) ανεξάρτητα από το στοιχείο α), το βασικό πιστωτικό περιθώριο πρέπει να αυξάνεται όπου αυτό απαιτείται για να εξασφαλιστεί ότι η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης για στοιχεία ενεργητικού με πιστοληπτική ποιότητα 'sub investment grade' δεν υπερβαίνει τις προσαρμογές λόγω αντιστοίχισης για πιστοληπτική ποιότητα 'investment grade' και για την ίδια διάρκεια και κατηγορία στοιχείων ενεργητικού· δ) η χρήση εξωτερικών αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης πρέπει να είναι σύμφωνη με το άρθρο 111 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ). α) είναι ίσο με το άθροισμα των ακόλουθων μεγεθών: i) πιστωτικό περιθώριο που αντιστοιχεί στην πιθανότητα αθέτησης για τα στοιχεία ενεργητικού· ii) πιστωτικό περιθώριο που αντιστοιχεί στις αναμενόμενες ζημίες από την υποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού· β) για ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών κρατών μελών, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 30 % του μακροπρόθεσμου μέσου όρου της διαφοράς πάνω από το επιτόκιο άνευ κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού ίδιας διάρκειας, πιστοληπτικής ποιότητας και κατηγορίας όπως στις χρηματοπιστωτικές αγορές· γ) για στοιχεία ενεργητικού άλλα από ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών κρατών μελών, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 35 % του μακροπρόθεσμου μέσου όρου της διαφοράς πάνω από το επιτόκιο άνευ κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού ίδιας διάρκειας, πιστοληπτικής ποιότητας και κατηγορίας όπως στις χρηματοπιστωτικές αγορές. α) μια σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης που περιλαμβάνεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2, χωρίς προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης ή προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας· β) για κάθε σχετική διάρκεια, πιστοληπτική ποιότητα και κατηγορία στοιχείων ενεργητικού ένα βασικό πιστωτικό περιθώριο για τον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 1 στοιχείο β)· γ) για κάθε σχετική εθνική ασφαλιστική αγορά, μια προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 77δ παράγραφος 1. α) τη διαθεσιμότητα μακροπρόθεσμων εγγυήσεων σε ασφαλιστικά προϊόντα στις εθνικές αγορές τους και τη συμπεριφορά των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ως μακροπρόθεσμων επενδυτών· β) τον αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εφαρμόζουν την προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, την παράταση της περιόδου ανάκαμψης σύμφωνα με το άρθρο 138 παράγραφος 4, την υποενότητα μετοχικού κινδύνου με βάση τη διάρκεια και τα μεταβατικά μέτρα που καθορίζονται στα άρθρα 308γ και 308δ· γ) τον αντίκτυπο που έχουν στην οικονομική θέση των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, ο μηχανισμός συμμετρικής προσαρμογής στην επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω μετοχών, η υποενότητα μετοχικού κινδύνου με βάση τη διάρκεια, και τα μεταβατικά μέτρα που καθορίζονται στα άρθρα 308γ και 308δ, σε εθνικό επίπεδο και με ανώνυμο τρόπο για κάθε επιχείρηση· δ) τον αντίκτυπο που έχουν στην επενδυτική συμπεριφορά των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, ο μηχανισμός συμμετρικής προσαρμογής στην επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω μετοχών, και η υποενότητα μετοχικού κινδύνου με βάση τη διάρκεια, και αν παρέχουν αδικαιολόγητη μείωση της κεφαλαιακής απαίτησης· ε) τον αντίκτυπο που έχει οποιαδήποτε παράταση της περιόδου ανάκαμψης σύμφωνα με το άρθρο 138 παράγραφος 4 στις προσπάθειες των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να αποκαταστήσουν το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή να μειώσουν το προφίλ κινδύνου για να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας· στ) το αν οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν τα μεταβατικά μέτρα που καθορίζονται στα άρθρα 308γ και 308δ, το αν συμμορφώνονται προς τα σχέδια σταδιακής εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 308ε, και τις προοπτικές για ελάττωση της εξάρτησης από αυτά τα μεταβατικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που έχουν ληφθεί ή αναμένεται να ληφθούν από τις επιχειρήσεις και τις εποπτικές αρχές, λαμβανομένου υπόψη του ρυθμιστικού περιβάλλοντος του συγκεκριμένου κράτους μέλους. α) την προστασία των ασφαλισμένων· β) τη λειτουργία και τη σταθερότητα των ευρωπαϊκών ασφαλιστικών αγορών· γ) την εσωτερική αγορά και ιδιαίτερα τον ανταγωνισμό και την ισότητα των όρων ανταγωνισμού στις ευρωπαϊκές ασφαλιστικές αγορές· δ) τον βαθμό στον οποίο οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να λειτουργούν ως μακροπρόθεσμοι επενδυτές· ε) τη διαθεσιμότητα και την τιμολόγηση των προϊόντων προσόδου· στ) τη διαθεσιμότητα και την τιμολόγηση ανταγωνιστικών προϊόντων· ζ) τις μακροπρόθεσμες επενδυτικές στρατηγικές των ασφαλιστικών επιχειρήσεων για προϊόντα επί των οποίων τα άρθρα 77β και 77γ εφαρμόζονται σε σχέση με άλλες μακροπρόθεσμες εγγυήσεις· η) τη δυνατότητα επιλογής των καταναλωτών και τη συνείδηση κινδύνου μεταξύ των καταναλωτών· θ) τον βαθμό διαφοροποίησης του ασφαλιστικού κλάδου και του χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων· ι) τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. 24) το άρθρο 86 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) τις αναλογιστικές και στατιστικές μεθόδους υπολογισμού της βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2· β) τις μεθόδους, τις αρχές και τις τεχνικές καθορισμού της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2· γ) τις περιπτώσεις στις οποίες οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται ως σύνολο ή ως άθροισμα βέλτιστης εκτίμησης και περιθωρίου κινδύνου, και τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην περίπτωση στην οποία οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται ως σύνολο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 4· δ) τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού του ποσού των επιλέξιμων ίδιων κεφαλαίων που είναι αναγκαία για την υποστήριξη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων και για τον προσδιορισμό του επιτοκίου του κόστους κεφαλαίου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 5· ε) τις κατηγορίες δραστηριοτήτων βάσει των οποίων πρέπει να ομαδοποιούνται οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, για να υπολογιστούν οι τεχνικές προβλέψεις που αναφέρονται στο άρθρο 80· στ) τα πρότυπα που πρέπει να τηρούνται για την εξασφάλιση της καταλληλότητας, της πληρότητας και της ακρίβειας των δεδομένων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, και οι ειδικές περιστάσεις στις οποίες θα ήταν ενδεδειγμένο να χρησιμοποιηθούν προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένων ειδικών κατά περίπτωση μεθόδων υπολογισμού της βέλτιστης εκτίμησης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 82· ζ) τις προδιαγραφές για τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 77β παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων, των παραδοχών και των τυπικών παραμέτρων που πρέπει να χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό του αντικτύπου απότομης μεταβολής του κινδύνου θανάτου, που αναφέρεται στο άρθρο 77β παράγραφος 1 στοιχείο ε)· η) τις προδιαγραφές για τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 77γ, συμπεριλαμβανομένων των παραδοχών και των μεθόδων που πρέπει να χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης και του βασικού πιστωτικού περιθωρίου· θ) τις μεθόδους και τις παραδοχές για τον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 77δ, συμπεριλαμβανομένου τύπου για τον υπολογισμό του πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου. α) τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αθέτησης του αντισυμβαλλομένου, που αναφέρεται στο άρθρο 81, με σκοπό να προσδιοριστούν οι αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης του αντισυμβαλλομένου· β) όπου είναι αναγκαίο, απλοποιημένες μεθόδους και τεχνικές για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, για να εξασφαλιστεί ότι οι αναλογιστικές και οι στατιστικές μέθοδοι που αναφέρονται στα στοιχεία α) και δ) είναι αναλογικές ως προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που αναλαμβάνουν οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. 25) το άρθρο 92 τροποποιείται ως εξής: α) ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: β) η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: γ) προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: 26) το άρθρο 97 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 27) το άρθρο 99 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) τα ποσοτικά όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 98· β) τις προσαρμογές που πρέπει να γίνουν για να αντανακλάται η απουσία μεταβιβασιμότητας των στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την κάλυψη ζημιών από συγκεκριμένη κατηγορία υποχρεώσεων ή από συγκεκριμένους κινδύνους (κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης).»· 28) παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: α) καταλόγους των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών, τα ανοίγματα έναντι των οποίων θα αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης στη δικαιοδοσία της οποίας υπάγονται, με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει διαφορά κινδύνου μεταξύ αυτών των ανοιγμάτων λόγω των ειδικών εξουσιών άντλησης εσόδων αυτών των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών, και υφίστανται ειδικές θεσμικές ρυθμίσεις που περιορίζουν τον κίνδυνο αθέτησης των υποχρεώσεών τους· β) τον δείκτη μετοχών που αναφέρεται στο άρθρο 106 παράγραφος 2, σύμφωνα με τα λεπτομερή κριτήρια που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 111 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και ιε)· γ) τις προσαρμογές που πρέπει να γίνονται για νομίσματα προσδεμένα στο ευρώ στην υποενότητα 'συναλλαγματικός κίνδυνος' η οποία αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5, σύμφωνα με τα λεπτομερή κριτήρια για τις προσαρμογές όσον αφορά νομίσματα προσδεδεμένα στο ευρώ, με σκοπό τη διευκόλυνση του υπολογισμού της υποενότητας συναλλαγματικού κινδύνου, όπως ορίζεται δυνάμει του άρθρου 111 παράγραφος 1 στοιχείο ιστ). α) ο μηχανισμός επιμερισμού των αποζημιώσεων είναι διαφανής και πλήρως προσδιορισμένος πριν από την ετήσια περίοδο στην οποία εφαρμόζεται· β) ο μηχανισμός επιμερισμού των αποζημιώσεων, ο αριθμός των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που συμμετέχουν στο σύστημα εξίσωσης των κινδύνων υγείας (HRES), καθώς και το προφίλ κινδύνου της επιχειρηματικής δραστηριότητας που υπόκειται στο HRES, εξασφαλίζουν ότι για κάθε επιχείρηση που συμμετέχει στο HRES η μεταβλητότητα των ετήσιων απωλειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας που υπόκειται στο HRES μειώνεται σημαντικά μέσω του HRES, από την άποψη τόσο του κινδύνου ασφαλίστρων όσο και του κινδύνου αποθεματικών· γ) η ασφάλιση υγείας που υπόκειται στο HRES είναι υποχρεωτική και χρησιμεύει ως μερική ή πλήρης εναλλακτική λύση έναντι της κάλυψης υγείας που παρέχεται από το επίσημο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης· δ) σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων από ασφαλιστικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν στο HRES, οι κυβερνήσεις ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών εγγυώνται την πλήρη κάλυψη των απαιτήσεων των ασφαλισμένων του ασφαλιστικού κλάδου που υπόκειται στο HRES. 29) το άρθρο 111 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) έναν κανονικό τύπο υπολογισμού σύμφωνα με τα άρθρα 101 και 103 έως 109· β) όλες τις υποενότητες που είναι αναγκαίες ή καλύπτουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τους κινδύνους οι οποίοι εμπίπτουν στις αντίστοιχες ενότητες κινδύνου που αναφέρονται στο άρθρο 104, καθώς και τυχόν μεταγενέστερες επικαιροποιήσεις· γ) τις μεθόδους, τις παραδοχές και τις καθορισμένες παραμέτρους που πρέπει να βαθμονομούνται στο επίπεδο εμπιστοσύνης που αναφέρεται στο άρθρο 101 παράγραφος 3 και να χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό κάθε ενότητας ή υποενότητας κινδύνου της βασικής κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας που ορίζεται στα άρθρα 104, 105 και 304, τον μηχανισμό συμμετρικής προσαρμογής και το ενδεδειγμένο χρονικό διάστημα, εκφρασμένο σε μήνες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 106, καθώς επίσης την κατάλληλη προσέγγιση για την ενσωμάτωση της μεθόδου που αναφέρεται στο άρθρο 304 στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, όπως υπολογίζεται με τον κανονικό τύπο· δ) τις παραμέτρους αντιστοιχίας, συμπεριλαμβανομένων, όπου είναι αναγκαίο, εκείνων που καθορίζονται στο παράρτημα IV, και των διαδικασιών επικαιροποίησης αυτών των παραμέτρων· ε) όταν οι επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης χρησιμοποιούν τεχνικές μείωσης του κινδύνου, τις μεθόδους και τις παραδοχές που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των μεταβολών στην κατατομή κινδύνου της εκάστοτε επιχείρησης και την προσαρμογή του υπολογισμού της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας· στ) τα ποιοτικά κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι τεχνικές μείωσης κινδύνου που αναφέρονται στο στοιχείο ε), για να εξασφαλίζεται ότι ο κίνδυνος έχει όντως μεταβιβαστεί σε τρίτο μέρος· στα) τη μέθοδο και τις παραμέτρους που πρέπει να χρησιμοποιούνται στην αξιολόγηση της κεφαλαιακής απαίτησης για τον κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου στην περίπτωση ανοιγμάτων έναντι επιλέξιμων κεντρικών αντισυμβαλλομένων· οι παράμετροι αυτές καθορίζονται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται συνέπεια με τη μεταχείριση των ανοιγμάτων αυτών στην περίπτωση πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων υπό την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημεία 1 και 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· ζ) τις μεθόδους και τις παραμέτρους που πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά την αξιολόγηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για λειτουργικούς κινδύνους που καθορίζονται στο άρθρο 107, συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού που αναφέρεται στο άρθρο 107 παράγραφος 3· η) τις μεθόδους και προσαρμογές που πρέπει να χρησιμοποιούνται ώστε να αντανακλάται το μειωμένο εύρος διαφοροποίησης κινδύνου για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που σχετίζονται με κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης· θ) τη μέθοδο που πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της προσαρμογής της ικανότητας απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων ή των αναβαλλόμενων φόρων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 108· ι) το υποσύνολο των τυπικών παραμέτρων στις ενότητες αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης ζωής, ζημιών και υγείας, οι οποίες μπορούν να αντικαθίστανται από ειδικές παραμέτρους για κάθε επιχείρηση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 104 παράγραφος 7· ια) τις τυποποιημένες μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιεί η επιχείρηση ασφάλισης ή αντασφάλισης για τον υπολογισμό των ειδικών για την επιχείρηση παραμέτρων που αναφέρονται στο στοιχείο ι), καθώς και τυχόν κριτήρια όσον αφορά την πληρότητα, την ακρίβεια και την καταλληλότητα των χρησιμοποιούμενων δεδομένων, τα οποία πρέπει να ικανοποιούνται για να δοθεί η εποπτική έγκριση σε συνδυασμό με τη διαδικασία που πρέπει να εφαρμόζεται για την εν λόγω έγκριση· ιβ) τους προβλεπόμενους απλοποιημένους υπολογισμούς για συγκεκριμένες υποενότητες και ενότητες κινδύνου, καθώς και τα κριτήρια που οι επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης, συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημένων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης, πρέπει να ικανοποιούν για να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις απλοποιήσεις αυτές, όπως ορίζεται στο άρθρο 109· ιγ) την προσέγγιση που πρέπει να χρησιμοποιείται για τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 212, στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και ιδίως στον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου μετοχών που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5, λαμβανόμενης υπόψη της πιθανής μείωσης στη διακύμανση της αξίας των εν λόγω συνδεδεμένων επιχειρήσεων λόγω της στρατηγικής φύσης των συγκεκριμένων επενδύσεων και της επιρροής που ασκεί η συμμετέχουσα επιχείρηση σε αυτές τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις· ιδ) τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας από ECAI στον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας σύμφωνα με τον κανονικό τύπο και την αντιστοίχιση των εξωτερικών πιστοληπτικών αξιολογήσεων στην κλίμακα βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 109α παράγραφος 1, η οποία πρέπει να είναι συνεπής προς τη χρήση εξωτερικών πιστοληπτικών αξιολογήσεων από ECAI στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τα πιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26 του εν λόγω κανονισμού· ιε) τα λεπτομερή κριτήρια για τον δείκτη μετοχών που αναφέρεται στο άρθρο 109α παράγραφος 2 στοιχείο γ)· ιστ) τα λεπτομερή κριτήρια σχετικά με τις προσαρμογές οι οποίες γίνονται όσον αφορά νομίσματα προσδεμένα στο ευρώ, για τη διευκόλυνση του υπολογισμού της υποενότητας 'συναλλαγματικός κίνδυνος' που αναφέρεται στο άρθρο 109α παράγραφος 2 στοιχείο δ)· ιζ) τις προϋποθέσεις για μια κατηγοριοποίηση των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 109α παράγραφος 2 στοιχείο α)· 30) το άρθρο 114 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) τις προσαρμογές που πρέπει να γίνουν στα πρότυπα τα οποία ορίζονται στα άρθρα 120 έως 125, δεδομένου του περιορισμένου πεδίου εφαρμογής του μερικού εσωτερικού υποδείγματος· β) τον τρόπο για την πλήρη ενσωμάτωση ενός μερικού εσωτερικού υποδείγματος στον κανονικό τύπο της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 1 στοιχείο γ), καθώς και τις απαιτήσεις για τη χρήση εναλλακτικών τεχνικών ενσωμάτωσης. α) την έγκριση ενός εσωτερικού υποδείγματος σύμφωνα με το άρθρο 112· και β) την έγκριση σημαντικών μεταβολών σε ένα εσωτερικό υπόδειγμα και μεταβολών στην πολιτική για τη μεταβολή εσωτερικού υποδείγματος, που αναφέρεται στο άρθρο 115. 31) το άρθρο 127 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 32) το άρθρο 129 τροποποιείται ως εξής: α) στην παράγραφο 1 στοιχείο δ), τα σημεία i), ii) και iii) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: «i) 2 500 000 EUR για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφάλισης ζημιών, συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία καλύπτεται το σύνολο ή μέρος των κινδύνων μιας από τις κατηγορίες 10 έως 15 του μέρους Α του παραρτήματος I, οπότε το ποσό αυτό πρέπει να είναι τουλάχιστον 3 700 000 EUR· ii) 3 700 000 EUR για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις του κλάδου ζωής, συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων· iii) 3 600 000 EUR για επιχειρήσεις αντασφάλισης, εξαιρουμένων των εξαρτημένων επιχειρήσεων αντασφάλισης, για τις οποίες οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις είναι τουλάχιστον 1 200 000 EUR·»· β) στην παράγραφο 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: γ) στην παράγραφο 4, μετά από το πρώτο εδάφιο, παρεμβάλλεται το ακόλουθο νέο εδάφιο: δ) στην παράγραφο 5, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το εξής κείμενο: 33) το άρθρο 130 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 34) στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 131, οι ημερομηνίες «31 Οκτωβρίου 2012» και «31 Οκτωβρίου 2013» αντικαθίστανται από τις ημερομηνίες «31 Δεκεμβρίου 2015» και «31 Δεκεμβρίου 2016» αντίστοιχα· 35) το άρθρο 135 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) αναγνώριση, μέτρηση, παρακολούθηση και διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από επενδύσεις σε σχέση με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 132 παράγραφος 2· β) αναγνώριση, μέτρηση, παρακολούθηση και διαχείριση ειδικών κινδύνων που απορρέουν από επενδύσεις σε παράγωγα μέσα και στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 132 παράγραφος 4, και προσδιορισμός του βαθμού στον οποίο η χρήση αυτών των στοιχείων ενεργητικού μπορεί να θεωρηθεί μείωση του κινδύνου ή αποτελεσματική διαχείριση χαρτοφυλακίου όπως αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 132 παράγραφος 4. α) τις απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις που 'επανασυσκευάζουν' δάνεια σε διαπραγματεύσιμους τίτλους και άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα (μεταβιβάζοντα ιδρύματα ή χορηγοί), για να επιτρέπεται στις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να επενδύουν σε τίτλους του συγκεκριμένου τύπου οι οποίοι έχουν εκδοθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 2011, συμπεριλαμβανομένων απαιτήσεων με τις οποίες εξασφαλίζεται ότι η μεταβιβάζουσα οντότητα, χορηγός ή ο αρχικός δανειστής έχει σε διαρκή βάση σημαντικό καθαρό οικονομικό κέρδος που δεν θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να είναι μικρότερο από 5 %· β) ποιοτικές απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης που επενδύουν σε τέτοιες κινητές αξίες ή μέσα· γ) τις προδιαγραφές για τις περιστάσεις υπό τις οποίες είναι δυνατόν να επιβληθεί πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση όταν παραβιάζονται οι απαιτήσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α) και β) της παρούσας παραγράφου, με την επιφύλαξη του άρθρου 101 παράγραφος 3. 36) στο άρθρο 138 η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) απρόβλεπτη, μεγάλη και απότομη πτώση στις χρηματοπιστωτικές αγορές· β) παρατεταμένη πτώση των επιτοκίων· γ) καταστροφικό συμβάν με σοβαρό αντίκτυπο. 37) το άρθρο 143 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 38) το άρθρο 149 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 39) το άρθρο 155 τροποποιείται ως εξής: α) στην παράγραφο 3, μετά το πρώτο εδάφιο παρεμβάλλεται το ακόλουθο εδάφιο: β) η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 40) στο άρθρο 158 παράγραφος 2, παρεμβάλλεται το ακόλουθο εδάφιο μετά το πρώτο εδάφιο: 41) το άρθρο 159 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) για τις ασφάλειες ζημιών, ανά κατηγορία δραστηριοτήτων, σύμφωνα με την αντίστοιχη κατ' εξουσιοδότηση πράξη· β) για τις ασφάλειες ζωής, ανά κατηγορία δραστηριοτήτων, σύμφωνα με την αντίστοιχη κατ' εξουσιοδότηση πράξη. 42) το άρθρο 172 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) έχει δεσμευτεί έναντι της Ένωσης ότι θα εγκρίνει και θα εφαρμόσει καθεστώς φερεγγυότητας που μπορεί να θεωρηθεί ισοδύναμο σύμφωνα με την παράγραφο 2, πριν από την παρέλευση αυτού του περιορισμένου χρονικού διαστήματος και ότι θα συνεργαστεί στη διαδικασία αξιολόγησης της ισοδυναμίας· β) έχει καταρτίσει πρόγραμμα εργασίας για να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις της που αναφέρονται στο στοιχείο α)· γ) έχει διαθέσει επαρκείς πόρους για την εκπλήρωση των δεσμεύσεων που αναφέρονται στο στοιχείο α)· δ) διαθέτει καθεστώς φερεγγυότητας βασιζόμενο στον κίνδυνο και καθιερώνει ποσοτικές και ποιοτικές απαιτήσεις φερεγγυότητας και απαιτήσεις για την εποπτική αναφορά και τη διαφάνεια· ε) έχει αναλάβει έγγραφες δεσμεύσεις ότι θα συνεργάζεται και θα ανταλλάσσει εμπιστευτικές εποπτικές πληροφορίες με την EIOPA και τις εποπτικές αρχές· στ) διαθέτει ανεξάρτητο σύστημα εποπτείας· και ζ) έχει καθορίσει υποχρεώσεις επαγγελματικού απόρρητου για όλα τα πρόσωπα που ενεργούν εξ ονόματος των εποπτικών αρχών της, ιδίως όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών με την EIOPA και τις εποπτικές αρχές. 43) το άρθρο 176 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 44) το άρθρο 177 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 45) στο άρθρο 210 η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 46) στο άρθρο 211, οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: α) πεδίο εφαρμογής της έγκρισης· β) υποχρεωτικοί όροι που πρέπει να περιλαμβάνονται σε όλες τις συναπτόμενες συμβάσεις· γ) απαιτήσεις καταλληλότητας και αξιοπιστίας, όπως αναφέρονται στο άρθρο 42, για τα πρόσωπα που διοικούν τον φορέα ειδικού σκοπού· δ) απαιτήσεις καταλληλότητας και αξιοπιστίας για τους μετόχους ή τα μέλη με ειδική συμμετοχή στον φορέα ειδικού σκοπού· ε) ορθές διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, κατάλληλοι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και απαιτήσεις διαχείρισης κινδύνου· στ) απαιτήσεις σχετικά με τη λογιστική και με την προληπτική και τη στατιστική πληροφόρηση· ζ) απαιτήσεις φερεγγυότητας. 47) το άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «ε) 'Σώμα εποπτών: μια μόνιμη αλλά ευέλικτη δομή για τη συνεργασία, τον συντονισμό και τη διευκόλυνση της λήψης αποφάσεων σχετικά με την εποπτεία ομίλου·»· 48) το άρθρο 216 τροποποιείται ως εξής: α) στην παράγραφο 1 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια: β) στην παράγραφο 4, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: γ) η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 49) το άρθρο 217 τροποποιείται ως εξής: α) στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: β) η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 50) το άρθρο 227 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) μπορεί να αποδειχτεί ότι η συγκεκριμένη τρίτη χώρα εφαρμόζει ήδη ή μπορεί να θεσπίσει και να εφαρμόσει καθεστώς φερεγγυότητας που πληροί τις προϋποθέσεις για να αξιολογηθεί ως ισοδύναμο σύμφωνα με την παράγραφο 4· β) η τρίτη χώρα διαθέτει καθεστώς φερεγγυότητας βασιζόμενο στον κίνδυνο και καθιερώνει ποσοτικές και ποιοτικές απαιτήσεις φερεγγυότητας και απαιτήσεις για την εποπτική αναφορά και τη διαφάνεια· γ) το δίκαιο της τρίτης χώρας επιτρέπει, καταρχήν, τη συνεργασία και την ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών με την EIOPA και τις εποπτικές αρχές· δ) η τρίτη χώρα διαθέτει ανεξάρτητο σύστημα εποπτείας· και ε) η τρίτη χώρα έχει θεσπίσει υποχρεώσεις επαγγελματικού απορρήτου για όλα τα πρόσωπα που ενεργούν εξ ονόματος των εποπτικών αρχών του. α) ανακληθεί η σχετική κατ' εξουσιοδότηση πράξη· ή β) έχει εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με την παράγραφο 4 με βάση την οποία το καθεστώς εποπτείας της συγκεκριμένης τρίτης χώρας κρίνεται ισοδύναμο με εκείνο που καθορίζεται στον τίτλο I, κεφάλαιο VI. 51) το άρθρο 231 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 52) στην παράγραφο 232 πρώτο εδάφιο, το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 53) στο άρθρο 232, η τρίτη παράγραφος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 54) στο άρθρο 233 παράγραφος 6, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 55) το άρθρο 234 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 56) το άρθρο 237 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) ενδεχόμενες απόψεις και επιφυλάξεις άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών· β) ενδεχόμενες επιφυλάξεις άλλων εποπτικών αρχών από το Σώμα εποπτών. 57) στο άρθρο 238 η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 58) το άρθρο 238 παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 59) στο άρθρο 239 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: α) την έγκριση του σχεδίου ανάκαμψης, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε παράτασης της περιόδου ανάκαμψης, μέσα στην τετράμηνη περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ή β) την έγκριση των προτεινόμενων μέτρων μέσα στο χρονικό διάστημα ενός μηνός που αναφέρεται στην παράγραφο 2. α) μετά την παρέλευση του τετράμηνου ή του ενός μηνός αντιστοίχως, που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο· β) μετά την επίτευξη συμφωνίας στο πλαίσιο του Σώματος σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 ή το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2· γ) στην περίπτωση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2. 60) το άρθρο 241 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν τηρούνται οι όροι που αναφέρονται στο άρθρο 236· β) τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται για να αποφασιστεί τι συνιστά κατάσταση έκτακτης ανάγκης δυνάμει του άρθρου 239 παράγραφος 2· γ) οι διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται από τις εποπτικές αρχές κατά την ανταλλαγή πληροφοριών, την άσκηση των δικαιωμάτων τους και την εκπλήρωση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τα άρθρα 237 έως 240.»· 61) στο άρθρο 242 η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 62) στο άρθρο 242 παράγραφος 2, η ημερομηνία «31 Οκτωβρίου 2015» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2018»· 63) το άρθρο 244 παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 64) το άρθρο 245 παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 65) στο άρθρο 247, οι παράγραφοι 3 έως 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: 66) το άρθρο 248 τροποποιείται ως εξής: α) στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: β) στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: γ) στην παράγραφο 4, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: δ) στην παράγραφο 5, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο: ε) οι παράγραφοι 6 και 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: 67) το άρθρο 249 τροποποιείται ως εξής: α) στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: β) παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: γ) η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) τα στοιχεία τα οποία πρέπει να συγκεντρώνονται σε συστηματική βάση από τον επόπτη ομίλου και να κοινοποιούνται στις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές ή να διαβιβάζονται στον επόπτη ομίλου από τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές· β) τα στοιχεία που είναι ουσιώδη ή συναφή με την εποπτεία σε επίπεδο ομίλου, με σκοπό την ενίσχυση της σύγκλισης της εποπτικής αναφοράς. 68) το άρθρο 250 τροποποιείται ως εξής: α) μεταβολές στη μετοχική διάρθρωση, στην οργανωτική ή στη διοικητική δομή των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ενός ομίλου, οι οποίες απαιτούν την έγκριση ή την άδεια εποπτικών αρχών· β) την απόφαση σχετικά με παράταση της περιόδου ανάκαμψης δυνάμει του άρθρου 138 παράγραφοι 3 και 4· γ) σημαντικές κυρώσεις ή έκτακτα μέτρα που λαμβάνονται από εποπτικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων της επιβολής πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας δυνάμει του άρθρου 37 και της επιβολής οποιουδήποτε περιορισμού στη χρήση εσωτερικού υποδείγματος για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας δυνάμει του τίτλου I κεφάλαιο VI, τμήμα 4, ενότητα 3. 69) στο άρθρο 254 παράγραφος 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 70) στο άρθρο 255 παράγραφος 2 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια: 71) το άρθρο 256 τροποποιείται ως εξής: α) η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: β) προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: 72) παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: 73) το άρθρο 258 παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 74) το άρθρο 259 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) τη διαδικασία ορισμού του επόπτη ομίλου, τον αριθμό των εποπτών ομίλου και τη γεωγραφική κάλυψη· β) το έργο του Σώματος εποπτών, ειδικότερα όσον αφορά τη συμμετοχή και τις υποχρεώσεις εποπτικών αρχών άλλων από τους επόπτες ομίλου. 75) το άρθρο 260 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) έχει δεσμευτεί έναντι της Ένωσης ότι θα εγκρίνει και θα εφαρμόσει καθεστώς προληπτικής εποπτείας που μπορεί να θεωρηθεί ισοδύναμο σύμφωνα με την παράγραφο 3, πριν από την παρέλευση αυτού του περιορισμένου χρονικού διαστήματος και ότι θα συνεργαστεί στη διαδικασία αξιολόγησης της ισοδυναμίας· β) έχει καταρτίσει πρόγραμμα εργασίας για να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις της σύμφωνα με το στοιχείο α)· γ) έχει διαθέσει επαρκείς πόρους για την εκπλήρωση των δεσμεύσεων δυνάμει του στοιχείου α)· δ) διαθέτει καθεστώς προληπτικής εποπτείας βασιζόμενο στον κίνδυνο και καθιερώνει ποσοτικές και ποιοτικές απαιτήσεις φερεγγυότητας και απαιτήσεις για την εποπτική αναφορά και τη διαφάνεια, και για την εποπτεία ομίλων· ε) έχει αναλάβει έγγραφες δεσμεύσεις ότι θα συνεργάζεται και θα ανταλλάσσει εμπιστευτικές εποπτικές πληροφορίες με την EIOPA και τις εποπτικές αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 13 παράγραφος 10· στ) διαθέτει ανεξάρτητο σύστημα εποπτείας· ζ) έχει καθορίσει υποχρεώσεις επαγγελματικού απόρρητου για όλα τα πρόσωπα που ενεργούν εξ ονόματος των εποπτικών αρχών της, ιδίως όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών με την EIOPA και τις εποπτικές αρχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 13 παράγραφος 10. 76) στο άρθρο 262 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: α) τις διατάξεις των άρθρων 218 έως 235 και των άρθρων 244 έως 258 τηρουμένων των αναλογιών· β) μια από τις μεθόδους που προσδιορίζονται στην παράγραφο 2.»· 77) στο άρθρο 300, η πρώτη παράγραφος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 78) το άρθρο 301 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 79) στο άρθρο 304, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 80) προστίθεται το ακόλουθο τμήμα στον τίτλο VI κεφάλαιο I: α) των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το άρθρο 90· β) της ταξινόμησης των ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 95 τρίτη παράγραφος· γ) ειδικών ανά επιχείρηση παραμέτρων σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 7· δ) πλήρους ή μερικού εσωτερικού υποδείγματος σύμφωνα με τα άρθρα 112 και 113· ε) των φορέων ειδικού σκοπού που θα εγκατασταθούν στην επικράτειά τους σύμφωνα με το άρθρο 211· στ) των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων μιας ενδιάμεσης ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου σύμφωνα με το άρθρο 226 παράγραφος 2· ζ) εσωτερικού υποδείγματος ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 230, το άρθρο 231 και το άρθρο 233 παράγραφος 5· η) της χρήσης της υποενότητας μετοχικού κινδύνου με βάση τη διάρκεια σύμφωνα με το άρθρο 304· θ) της χρήσης της προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου σύμφωνα με τα άρθρα 77β και 77γ· ι) αν το ζητούν τα κράτη μέλη, της χρήσης της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 77δ· ια) της χρήσης του μεταβατικού μέτρου για τα επιτόκια άνευ κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 308γ· ιβ) της χρήσης του μεταβατικού μέτρου για τις τεχνικές προβλέψεις σύμφωνα με το άρθρο 308δ. α) να καθορίζουν το επίπεδο και την έκταση της εποπτείας ομίλου, σύμφωνα με τα τμήματα 2 και 3 του τίτλου III κεφάλαιο I· β) να προσδιορίζουν τον επόπτη ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 247· γ) να συγκροτούν Σώμα εποπτών σύμφωνα με το άρθρο 248. α) να αποφασίζουν την αφαίρεση οποιασδήποτε συμμετοχής σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 228· β) να καθορίζουν την επιλογή μεθόδου για τον υπολογισμό της φερεγγυότητας στο επίπεδο του ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 220· γ) να προβαίνουν σε διαπίστωση περί ισοδυναμίας ή προσωρινής ισοδυναμίας, σύμφωνα με τα άρθρα 227 και 260· δ) να επιτρέπουν σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να υπάγονται στα άρθρα 238 και 239, σύμφωνα με το άρθρο 236· ε) να προβαίνουν στις εξακριβώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 262 και 263· στ) να αποφασίζουν, όταν είναι σκόπιμο, την εφαρμογή μεταβατικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 308β. α) έχουν πείσει την εποπτική αρχή ότι θα τερματίσουν τη δραστηριότητά τους πριν από την 1η Ιανουαρίου 2019· είτε β) έχουν υπαχθεί σε μέτρα αναδιάρθρωσης που καθορίζονται στον τίτλο IV κεφάλαιο II και έχει οριστεί διαχειριστής. α) στην παράγραφο 1 στοιχείο α) υπάγονται στους τίτλους I, ΙΙ και ΙΙΙ της παρούσας οδηγίας από την 1η Ιανουαρίου 2019 ή από προηγούμενη ημερομηνία αν η εποπτική αρχή δεν είναι ικανοποιημένη με την πρόοδο που έχει σημειωθεί όσον αφορά τον τερματισμό της δραστηριότητας τις επιχείρησης· β) στην παράγραφο 1 στοιχείο β) υπάγονται στους τίτλους I, ΙΙ και ΙΙΙ της παρούσας οδηγίας από την 1η Ιανουαρίου 2021 ή από προηγούμενη ημερομηνία αν η εποπτική αρχή δεν είναι ικανοποιημένη με την πρόοδο που έχει σημειωθεί όσον αφορά τον τερματισμό της δραστηριότητας της επιχείρησης. α) η επιχείρηση δεν ανήκει σε όμιλο ή, αν ανήκει, όλες οι επιχειρήσεις που ανήκουν στον όμιλο πάψουν να συνάπτουν νέες συμβάσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης· β) η επιχείρηση υποβάλλει στην εποπτική αρχή ετήσια έκθεση σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειώσει όσον αφορά τον τερματισμό της δραστηριότητάς της· γ) η επιχείρηση έχει κοινοποιήσει στην εποπτική αρχή ότι εφαρμόζει τα μεταβατικά μέτρα. α) έχουν εκδοθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2016 ή πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της κατ' εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 97, ό,τι συνέβη πρώτο· β) στις 31 Δεκεμβρίου 2015 μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας σε ποσοστό έως 50 % του περιθωρίου φερεγγυότητας σύμφωνα με τη νομοθεσία, τους κανονισμούς και τις διοικητικές διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, του άρθρου 1 της οδηγίας 2002/13/ΕΚ, του άρθρου 27 παράγραφος 3 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ και του άρθρου 36 παράγραφος 3 της οδηγίας 2005/68/ΕΚ· γ) δεν μπορούσαν με άλλο τρόπο να ταξινομηθούν στην κατηγορία 1 ή την κατηγορία 2 σύμφωνα με το άρθρο 94. α) έχουν εκδοθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2016 ή πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της κατ' εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 97, ό,τι συνέβη πρώτο· β) στις 31 Δεκεμβρίου 2015 μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας σε ποσοστό έως 25 % του περιθωρίου φερεγγυότητας σύμφωνα με τη νομοθεσία, τους κανονισμούς και τις διοικητικές διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, του άρθρου 1 της οδηγίας 2002/13/ΕΚ, του άρθρου 27 παράγραφος 3 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ και του άρθρου 36 παράγραφος 3 της οδηγίας 2005/68/ΕΚ. α) έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017 οι τυπικές παράμετροι που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου συγκεντρώσεων και της υποενότητας κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων με τον κανονικό τύπο θα είναι, για τα ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών κρατών μελών που έχουν γίνει και έχουν καλυφθεί στο εγχώριο νόμισμα οποιουδήποτε κράτους μέλους, ίδιες με εκείνες που εφαρμόζονται για τέτοια ανοίγματα που έχουν γίνει και έχουν καλυφθεί στο εθνικό τους νόμισμα· β) το 2018, οι τυπικές παράμετροι που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου συγκεντρώσεων και της υποενότητας κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων με τον κανονικό τύπο θα μειωθούν κατά 80 % για τα ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών κρατών μελών που έχουν γίνει και έχουν καλυφθεί στο εγχώριο νόμισμα οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους· γ) το 2019, οι τυπικές παράμετροι που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου συγκεντρώσεων και της υποενότητας κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων με τον κανονικό τύπο θα μειωθούν κατά 50 % για τα ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών κρατών μελών που έχουν γίνει και έχουν καλυφθεί στο εγχώριο νόμισμα οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους· δ) από την 1η Ιανουαρίου 2020, οι τυπικές παράμετροι που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου συγκεντρώσεων και της υποενότητας κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων με τον κανονικό τύπο δεν θα μειωθούν για τα ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών κρατών μελών που έχουν γίνει και έχουν καλυφθεί στο εγχώριο νόμισμα οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους. α) της τυπική παραμέτρου που πρέπει να χρησιμοποιείται στον υπολογισμό της υποενότητας μετοχικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 304· και β) της τυπικής παραμέτρου που πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τον υπολογισμό της υποενότητας μετοχικού κινδύνου σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, χωρίς την επιλογή που αναφέρεται στο άρθρο 304. α) την εξάλειψη του διπλού υπολογισμού επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων και της εσωτερικής δημιουργίας στο πλαίσιο του ομίλου, των συνόλων κεφαλαίων που καθορίζονται στα άρθρα 222 και 223· β) την αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που καθορίζεται στο άρθρο 224· γ) την εφαρμογή των μεθόδων υπολογισμού στις συνδεδεμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 225· δ) την εφαρμογή των μεθόδων υπολογισμού στις ενδιάμεσες ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου που καθορίζονται στο άρθρο 226· ε) τις μεθόδους υπολογισμού της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου, που καθορίζονται στα άρθρα 230 και 233· στ) τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας που καθορίζεται στο άρθρο 231· ζ) τον καθορισμό των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων που καθορίζονται στο άρθρο 232· η) τις αρχές για τον υπολογισμό της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου, μιας ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου που καθορίζεται στο άρθρο 235. α) του επιτοκίου που καθορίζεται από την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική αρχή σύμφωνα με τη νομοθεσία, τους κανονισμούς και τις διοικητικές διατάξεις που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 20 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ την τελευταία ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας αυτής· β) το ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, υπολογιζόμενο ως το ενιαίο προεξοφλητικό επιτόκιο το οποίο, όταν εφαρμόζεται στις ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, δίνει τιμή ίση προς την αξία της βέλτιστης εκτίμησης του χαρτοφυλακίου αποδεκτών υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης, όπου η χρονική αξία του χρήματος λαμβάνεται υπόψη με τη χρήση της σχετικής διαχρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2. α) οι συμβάσεις από τις οποίες προκύπτουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις είχαν συναφθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, εξαιρουμένων των ανανεώσεων συμβάσεων που πραγματοποιήθηκαν την (ή μετά από την) ημερομηνία αυτή· β) μέχρι την τελευταία ημέρα εφαρμογής της οδηγίας 2002/83/ΕΚ, οι τεχνικές προβλέψεις για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις προσδιορίζονται σύμφωνα με τη νομοθεσία, τους κανονισμούς και τις διοικητικές διατάξεις που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 20 της εν λόγω οδηγίας την τελευταία ημερομηνία εφαρμογής της· γ) το άρθρο 77β δεν εφαρμόζεται για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις. α) δεν περιλαμβάνουν τις αποδεκτές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας που καθορίζεται στο άρθρο 77δ· β) δεν εφαρμόζουν το άρθρο 308δ· γ) στην έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης που αναφέρεται στο άρθρο 51 δηλώνουν δημόσια ότι εφαρμόζουν τη μεταβατική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου, και την αποτίμηση του αντικτύπου της μη εφαρμογής του συγκεκριμένου μεταβατικού μέτρου στην οικονομική τους θέση. α) τεχνικές προβλέψεις μετά τη μείωση των ανακτήσιμων ποσών από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού, υπολογιζόμενες σύμφωνα με το άρθρο 76 την πρώτη ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας οδηγίας· β) τεχνικές προβλέψεις μετά τη μείωση των ανακτήσιμων ποσών από συμβάσεις αντασφάλισης, υπολογιζόμενες σύμφωνα με τη νομοθεσία, τους κανονισμούς και τις διοικητικές διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 15 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, του άρθρου 20 της οδηγίας 2002/83/ΕΚ και του άρθρου 32 της οδηγίας 2005/68/ΕΚ κατά την προηγουμένη της ημερομηνίας κατάργησης των οδηγιών αυτών δυνάμει του άρθρου 310 της παρούσας οδηγίας. α) δεν εφαρμόζουν το άρθρο 308γ· β) στις περιπτώσεις όπου δεν θα συμμορφώνονταν προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας χωρίς εφαρμογή της μεταβατικής μείωσης, υποβάλλουν σε ετήσια βάση έκθεση στην εποπτική αρχή τους, αναφέροντας τα μέτρα που έλαβαν και την πρόοδο που έχουν σημειώσει όσον αφορά την αποκατάσταση, στο τέλος της μεταβατικής περιόδου που καθορίζεται στην παράγραφο 2, επιπέδου επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων το οποίο καλύπτει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, ή τη μείωση του προφίλ κινδύνου τους ώστε να αποκατασταθεί η συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας· γ) στην έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης που αναφέρεται στο άρθρο 51 δηλώνουν δημόσια ότι εφαρμόζουν τη μεταβατική μείωση στις τεχνικές προβλέψεις και την αποτίμηση του αντικτύπου της μη εφαρμογής αυτής της μεταβατικής μείωσης στην οικονομική τους θέση. 81) το άρθρο 309 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής: α) το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: β) προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: 82) παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: 83) το άρθρο 311 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 84) στο παράρτημα III, το μέρος Α σημείο 28 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «(28) σε κάθε περίπτωση και εναλλακτικά προς τις μορφές των επιχειρήσεων ασφάλισης κατά ζημιών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 27 και 29, τη μορφή της Ευρωπαϊκής Εταιρείας (SE), όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2157/2001 του Συμβουλίου (1), (29) αν το οικείο κράτος μέλος προβλέπει την άσκηση δραστηριότητας ασφάλισης κατά ζημιών από επιχειρήσεις που έχουν τη νομική μορφή της συνεταιριστικής εταιρείας, και εναλλακτικά προς τις μορφές των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που αναφέρονται στα σημεία 1 έως 28, τη μορφή της Ευρωπαϊκής Συνεταιριστικής Εταιρείας, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1435/2003 του Συμβουλίου. (34) 85) στο παράρτημα III μέρος Β, το σημείο 28 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «(28) σε κάθε περίπτωση, και εναλλακτικά προς τις μορφές των επιχειρήσεων ασφάλισης ζωής που αναφέρονται στα σημεία 1 έως 27 και 29, τη μορφή της Ευρωπαϊκής Εταιρείας (SE), όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2157/2001· (29) αν το οικείο κράτος μέλος προβλέπει την άσκηση δραστηριότητας ασφάλισης ζωής από επιχειρήσεις που έχουν τη νομική μορφή της συνεταιριστικής εταιρείας, και εναλλακτικά προς τις μορφές των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που αναφέρονται στα σημεία 1 έως 28, τη μορφή της Ευρωπαϊκής Συνεταιριστικής Εταιρείας, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1435/2003.»· 86) στο παράρτημα III μέρος Γ, το σημείο 28 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «(28) σε κάθε περίπτωση και εναλλακτικά προς τις μορφές των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που αναφέρονται στα σημεία 1 έως 27 και 29, τη μορφή της Ευρωπαϊκής Εταιρείας (SE), όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2157/2001· (29) αν το οικείο κράτος μέλος προβλέπει την άσκηση δραστηριότητας αντασφάλισης από επιχειρήσεις που έχουν τη νομική μορφή της συνεταιριστικής εταιρείας, και εναλλακτικά προς τις μορφές των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που αναφέρονται στα σημεία 1 έως 28, τη μορφή της Ευρωπαϊκής Συνεταιριστικής Εταιρείας (SCE), όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1435/2003.»· 87) στον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος VII, στη στήλη «Παρούσα οδηγία», προστίθεται το άρθρο 13 παράγραφος 27 σε αντιστοιχία με το άρθρο 5 στοιχείο δ) της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ. Άρθρο 3 Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 Στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, το άρθρο 2 παράγραφος 3 διαγράφεται. Άρθρο 4 Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 τροποποιείται ως εξής: 1) στο άρθρο 13, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 2) στο άρθρο 17 παράγραφος 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Άρθρο 5 Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 τροποποιείται ως εξής: 1) Το άρθρο 13 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 2) Στο άρθρο 17 παράγραφος 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: Άρθρο 6 Αναθεώρηση Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2017, και εν συνεχεία σε ετήσια βάση, έκθεση που προσδιορίζει αν οι ΕΕΑ έχουν υποβάλει τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που προβλέπουν οι οδηγίες 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ, είτε η υποβολή των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή των σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων είναι υποχρεωτική είτε προαιρετική, συνοδευόμενη από προτάσεις, εφόσον ενδείκνυται. Άρθρο 7 Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο 1.   Τα κράτη μέλη εκδίδουν και δημοσιεύουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση με το άρθρο 1 σημείο 1 και το άρθρο 2 σημεία 1, 3, 6 έως 11, 13, 14, 17 έως 23, 32, 34, 36, 38 έως 44, 46 έως 54, 56 έως 59, 65 έως 70, 72, 75, 76, 80, 81, 84, 85 και 86 έως τις 31 Μαρτίου 2015. Διαβιβάζουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω μέτρων. 2.   Εφαρμόζουν τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 από την 1η Ιανουαρίου 2016. Όταν εκδοθούν τα εν λόγω μέτρα από τα κράτη μέλη, περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την εν λόγω αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος αυτής της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη. 3.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή το κείμενο των βασικών διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία. Άρθρο 8 Έναρξη ισχύος Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 2 σημεία 25, 43 και 82 εφαρμόζονται από τις 31 Μαρτίου 2015. Άρθρο 9 Αποδέκτες Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Στρασβούργο, 16 Απριλίου 2014. Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Ο Πρόεδρος M. SCHULZ Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Δ. ΚΟΥΡΚΟΥΛΑΣ (1)  ΕΕ C 159 της 28.5.2011, σ. 10. (2)  ΕΕ C 218 της 23.7.2011, σ. 82. (3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 11ης Μαρτίου 2014 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 14ης Απριλίου 2014. (4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12). (5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ, και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 48). (6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84). (7)  Οδηγία 2010/78/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, όσον αφορά τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών), της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 120). (8)  Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ), (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1). (9)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 1). (10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13). (11)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1). (12)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338). (13)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1435/2003 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρείας (SCE) (ΕΕ L 207 της 18.8.2003, σ. 1). (14)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 1). (15)  Οδηγία 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΕΕ L 235 της 23.9.2003, σ. 10). (16)  Οδηγία 64/225/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί καταργήσεως των περιορισμών στο δικαίωμα εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα της αντασφαλίσεως και της αντεκχωρήσεως (ΕΕ 56 της 4.4.1964, σ. 878/64). (17)  Πρώτη οδηγία 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων πού αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ L 228 της 16.8.1973, σ. 3). (18)  Οδηγία 73/240/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί καταργήσεως των περιορισμών στο δικαίωμα εγκαταστάσεως στον τομέα της πρωτασφαλίσεως εκτός από την ασφάλιση ζωής (ΕΕ L 228 της 16.8.1973, σ. 20). (19)  Οδηγία 76/580/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1976, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ «περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν των ανάληψη δραστηριότητας πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής» (ΕΕ L 189 της 13.7.1976, σ. 13). (20)  Οδηγία 78/473/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1978, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων στον τομέα της κοινοτικής συνασφαλίσεως (ΕΕ L 151 της 7.6.1978, σ. 25). (21)  Οδηγία 84/641/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 1984, για την τροποποίηση, όσον αφορά ιδίως την τουριστική βοήθεια, της πρώτης οδηγίας (73/239/ΕΟΚ) περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητας πρωτοασφάλισης, εκτός της ασφάλισης ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ L 339 της 27.12.1984, σ. 21). (22)  Οδηγία 87/344/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1987, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την ασφάλιση νομικής προστασίας (ΕΕ L 185 της 4.7.1987, σ. 77). (23)  Δεύτερη οδηγία 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1988, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και τη θέσπιση των διατάξεων που σκοπό έχουν να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ (ΕΕ L 172 της 4.7.1988, σ. 1). (24)  Οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) (ΕΕ L 228 της 11.8.1992, σ. 1). (25)  Οδηγία 98/78/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενός ασφαλιστικού ομίλου (ΕΕ L 330 της 5.12.1998, σ. 1). (26)  Οδηγία 2001/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 2001, για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων (ΕΕ L 110 της 20.4.2001, σ. 28). (27)  Οδηγία 2002/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφάλιση ζωής (ΕΕ L 345 της 19.12.2002, σ. 1). (28)  Οδηγία 2005/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2005, σχετικά με τις αντασφαλίσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, καθώς και των οδηγιών 98/78/ΕΚ και 2002/83/ΕΚ (ΕΕ L 323 της 9.12.2005, σ. 1). (29)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).»· (30)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 1).»· (31)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 48).»· (32)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 1).»· (33)  Απόφαση 2004/9/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Νοεμβρίου 2003, για τη σύσταση της ευρωπαϊκής επιτροπής ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων (ΕΕ L 3 της 7.1.2004, σ. 34)»· (34)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1435/2003 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρείας (ΕΕ L 207 της 18.8.2003, σ. 1).»·
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία