ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Κανονισμός

ΚΩΔΙΚΟΣ

2014/251/2013

ΦΕΚ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

2014-03-04

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2014-03-04

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

2013-09-04

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Περί τροποποιήσεως διατάξεων του υπ’ αριθ. 5/1978 Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 48/1978).

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 1
1.  
    Εις τον υπ’ αριθμ. 5/1978 Κανονισμόν της Εκκλησίας της Ελλάδος το άρθρον 67 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Τμήμα Δ Μετάταξις.
Άρθρο 2
1.  
    Η διάταξις του άρθρου 48 του Κανονισμού 5/1978 αντικαθίσταται ως εξής: 1 Επιτρέπεται η χορήγησις εις τον εκκλησιαστικόν υπάλληλον, κατόπιν αιτήσεώς του, αδείας άνευ αποδοχών εκ μέρους της προϊσταμένης αρχής του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου, εφ όσον αι ανάγκαι της υπηρεσίας το επιτρέπουν Η εν λόγω άδεια δεν δύναται να υπερβεί το εξάμηνον εντός του αυτού ημερολογιακού έτους. 2 Εις τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους επιτρέπεται η χορήγησις εκ μέρους της προϊσταμένης αρχής του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου αδείας άνευ αποδοχών συνολικής διαρκείας έως πέντε (5) ετών δια σοβαρούς ιδιωτικούς λόγους ή δια λόγους εκπαιδεύσεως ή μετεκπαιδεύσεως. 3 Εκκλησιαστικός υπάλληλος, του οποίου σύζυγος υπηρετεί εις το εξωτερικόν εις υπηρεσίαν του Δημοσίου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή φορέα του Δημόσιου τομέως ή εις υπηρεσίαν ή φορέα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή εις διεθνή οργανισμόν, εις τον οποίο μετέχει και η Ελλάς, δικαιούται να λάβη άδεια άνευ αποδοχών εκ μέρους της προϊσταμένης αρχής του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου μέχρι έξι (6) έτη συνεχώς ή και τμηματικώς, εφ όσον έχει συμπληρώσει διετή πραγματικήν υπηρεσίαν. 4 Εις τον εκκλησιαστικόν υπάλληλον, ο οποίος αποδέχεται θέσιν εις την Ευρωπαϊκήν Ένωσιν ή εις διεθνή οργανισμόν, εις τον οποίον μετέχει η Ελλάς, χορηγείται εκ μέρους της προϊσταμένης αρχής του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου και μετά σύμφωνον γνώμην του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου άδεια άνευ αποδοχών έως πέντε (5) έτη, η οποία δύναται να παραταθή υπό την αυτήν διαδικασίαν δια μίαν ακόμα πενταετίαν Εάν ο υπάλληλος δεν εμφανισθεί να αναλάβη καθήκοντα εντός δύο (2) μηνών από της λήξεως της άδειας, θεωρείται ότι παρητήθη αυτοδικαίως από της υπηρεσίας Ο χρόνος της αδείας άνευ αποδοχών αποτελεί χρόνον πραγματικής υπηρεσίας Κατά την διάρκειαν της αδείας της παραγράφου αυτής ο υπάλληλος υποχρεούται να καταβάλη τας νομίμους κρατήσεις δια κύριαν και επικουρικήν ασφάλισιν και εις τα ταμεία προνοίας, αι οποίαι αντιστοιχούν εις το βαθμόν ή τον μισθόν της υπηρεσίας, εις την οποίαν ανήκει οργανικώς .
Άρθρο 3
1.  
    Εκ των διατάξεων του παρόντος δεν προκαλείται δαπάνη εις βάρος του προϋπολογισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο παρών Κανονισμός αρχίζει να ισχύη από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Ο Κανονισμός δημοσιεύεται και δια του επισήμου Δελτίου «ΕΚΚΛΗΣΙΑ». Ο κανονισμός αυτός να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρο 67
1.  
    Επιτρέπεται μετάταξις εκκλησιαστικού υπαλλήλου εκ τινος εκκλησιαστικού νομικού προσώπου εις κενήν θέσιν ομοίου ή διαφορετικού κλάδου ετέρου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου. Η μετάταξις ενεργείται τη αιτήσει του υπαλλήλου, εφ όσον ούτος έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα δια την κατάληψιν της εις ην μετατάσσεται θέσεως και εφ όσον η προϊσταμένη του αρχή κρίνη ότι δεν πρόκειται να διαταραχθή ουσιωδώς η λειτουργία του εξ ου η μετάταξις νομικού προσώπου. Δεν επιτρέπεται μετάταξη υπαλλήλου προ συμπληρώσεως δύο (2) ετών από του διορισμού του.
2.  
    Εκκρεμείς κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος Κανονισμού αιτήσεις μετατάξεως εκκλησιαστικών υπαλλήλων αξιολογούνται και διεκπεραιούνται από τα αρμόδια κατά τον νόμο όργανα από του σημείου, κατά το οποίον καταλαμβάνονται αι εκκρεμείς διαδικασίαι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Κανονισμού, άνευ εξ αρχής επαναλήψεως της διαδικασίας Εν περιπτώσει αρνητικής γνώμης του συμβουλίου ή διαφωνίας των προϊσταμένων αρχών επιτρέπεται εις τον ενδιαφερόμενον προσφυγή εντός δέκα (10) ημερών ενώπιον της Δ.Ι.Σ. αποφαινομένης μετά γνώμην του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου (Α.Υ.Σ.Ε.).
3.  
  1. Επιτρέπεται η μετάταξις εκκλησιαστικών υπαλλήλων εις οργανικάς θέσεις υπηρεσιών του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α. ή κρατικών ή δημοτικών Ν.Π.Ι.Δ. και αντιστρόφως.
  2. Εις την διαδικασίαν εκουσίων μετατάξεων, η οποία προκηρύσσεται εκ μέρους φορέων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. ή κρατικών ή δημοτικών Ν.Π.Ι.Δ. κατά τας διατάξεις των άρθρων 58 του ν. 3979/2011 (Α΄ 138) ή 71 του ν. 3528/2007 (Α΄ 26), όπως εκάστοτε ισχύουν, ή κατά τας λοιπάς εκάστοτε κειμένας διατάξεις της νομοθεσίας περί υπαλλήλων των φορέων της Γενικής Κυβερνήσεως και του Δημοσίου Τομέως επιτρέπεται να συμμετέχη υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. και το προσωπικόν, το οποίον υπάγεται εις τας διατάξεις του παρόντος Κώδικος.
  3. Όπου κατά τας ισχύουσας διατάξεις περί της διαδικασίας μετατάξεως εις τους ανωτέρω φορείς αναφέρεται ως αρμόδιον προς γνωμοδότησιν υπηρεσιακόν συμβούλιον του φορέως προελεύσεως, νοείται δια το υπαγόμενον εις τον παρόντα Κώδικα προσωπικόν το αντίστοιχον Υπηρεσιακόν Συμβούλιον της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά της τυχόν αρνητικής γνωμοδοτήσεως του οποίου χωρεί η υπό της προηγουμένης παραγράφου προβλεπομένη προσφυγή.
  4. Δια την μετάταξιν εις τους ανωτέρω φορείς εκκλησιαστικού υπαλλήλου απαιτείται η σύμφωνος γνώμη της προϊσταμένης αρχής του εκκλησιαστικού υπαλλήλου, ακόμη και εάν δεν μνημονεύεται εις τας σχετικές διατάξεις.
  5. Η αναγκαστική μεταφορά ή μετάταξις υπαλλήλου φορέων της Γενικής Κυβερνήσεως ή του Δημοσίου Τομέως επιτρέπεται και προς εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου κατά την προβλεπομένην διαδικασίαν δια τη αναγκαστικήν μεταφοράν ή μετάταξιν των υπαλλήλων τούτων εις φορείς της Γενικής Κυβερνήσεως ή του Δημοσίου Τομέως, εφ όσον προηγουμένως ο φορεύς υποδοχής έχει υποβάλει σχετικόν αίτημα δια την μεταφοράν ή μετάταξιν του υπαλλήλου
  6. Η υπηρεσία του μετατασσομένου υπαλλήλου εις το νομικόν πρόσωπον, εκ του οποίου προέρχεται, λογίζεται δια πάσαν περίπτωσιν ως υπηρεσία διανυθείσα εις το εκκλησιαστικόν νομικόν πρόσωπον, εις το οποίον ούτος διορίζεται
  7. Εις περίπτωσιν μεταφοράς θέσεως ή μετατάξεως εκκλησιαστικού υπαλλήλου εις το Δημόσιον, κρατικόν Ν.Π.Δ.Δ., και Ο.Τ.Α. ή κρατικόν ή δημοτικόν Ν.Π.Ι.Δ. και αντιστρόφως, την απόφασιν μεταφοράς ή μετατάξεως συνυπογράφει ο Πρόεδρος της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου.
4.  
    Επιτρέπεται η μετάταξις υπαλλήλου μεταξύ των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων και η μετάταξις ή μεταφορά από ή προς τους φορείς του παρόντος άρθρου ακόμη και χωρίς να υπάρχη κενή οργανική θέσις εις την υπηρεσίαν, τον κλάδον ή τον φορέα εις τον οποίον μεταφέρεται ή μετατάσσεται ο υπάλληλος, με ταυτόχρονον μεταφοράν της θέσεως, την οποίαν κατέχει, ή δια συστάσεως με την πράξιν μετατάξεως προσωποπαγούς θέσεως κλάδου ή ειδικότητας αντιστοίχου προς τον βασικόν τίτλον σπουδών του υπαλλήλου, ιδίας ή ανωτέρας κατηγορίας, εκείνης την οποίαν κατείχε ο υπάλληλος εις το φορέα προελεύσεως
5.  
    Η παρά τω εξ ου η μετάταξις εκκλησιαστικώ νομικώ προσώπω διανυθείσα υπηρεσία λογίζεται δια πάσαν περίπτωσιν ως υπηρεσία διανυθείσα παρά τω εις ο η μετάταξις εκκλησιαστικώ νομικώ προσώπω
7.  
    Υπάλληλος του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου μη εκκλησιαστικού ή Ο.Τ.Α. ή κρατικού ή δημοτικού Ν.Π.Ι.Δ. δύναται να μεταταχθή εις οργανικήν θέσιν εκκλησιαστικού νομικού προσώπου, εφ όσον κέκτηται τα δια την κατάληψιν της θέσεως ταύτης τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Η μετάταξις γίνεται κατόπιν συμφώνου γνώμης του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου δια τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους, συναινέσεως της προϊσταμένης αρχής του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου και ενεργείται δι αποφάσεως του Προέδρου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και του αρμοδίου Υπουργού του φορέως προελεύσεως, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Κατά της τυχόν αρνητικής γνωμοδοτήσεως του υπηρεσιακού συμβουλίου χωρεί η υπό της ανωτέρω παραγράφου προσφυγή ενώιον της Δ.Ι.Σ. Η Υπηρεσία του εν λόγω υπαλλήλου εις τον φορέα, εκ του οποίου προέρχεται λογίζεται διά πάσαν περίπτωσιν ως υπηρεσία διανυθείσα εις τον φορέα υποδοχής.
8.  
    Μετάταξις εις κενήν θέσιν ετέρου κλάδου τον αυτού εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου επιτρέπεται τη αιτήσει του υπαλλήλου ή και άνευ αιτήσεώς του δια εξαιρετικάς υπηρεσιακάς ανάγκας μετά γνώμην του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και εφ όσον δεν δημιουργείται ανωμαλία εις την λειτουργίαν της υπηρεσίας. Η μετάταξις ενεργείται δι αποφάσεως της προϊσταμένης αρχής του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Κατά της γνωμοδοτήσεως του συμβουλίου ή της περί μετατάξεως αποφάσεως χωρεί η δια του παρόντος προβλεπομένη προσφυγή του υπαλλήλου ενώπιον της Δ.Ι.Σ.
9.  
    Επιτρέπεται, κατόπιν αιτήσεως, η αμοιβαία μετάταξις υπαλλήλων εκκλησιαστικών νομικών προσώπων μεταξύ των ή μεταξύ των ανωτέρω υπαλλήλων και υπαλλήλων του Δημοσίου, των κρατικών Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. ή κρατικών ή δημοτικών Ν.Π.Ι.Δ., υπό την προϋπόθεσιν να ανήκουν εις την αυτήν κατηγορίαν και να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου, εις τον οποίον μετατάσσονται. Η ανωτέρω μετάταξις γίνεται κατόπιν γνώμης των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων των παραγράφων του παρόντος άρθρου.
10.  
    Δια τους εις την Ιεράν Σύνοδον μετατασσομένους κληρικούς υπαλλήλους η μετάταξις τούτων ενεργείται τη συγκαταθέσει του οικείου Μητροπολίτου και αποφάσει του Προέδρου της Δ.Ι.Σ.
11.  
    Μετάταξις εκκλησιαστικού υπαλλήλου εις κενήν θέσιν κλάδου ανωτέρας κατηγορίας του αυτού εκκλησιαστικού νομικού προσώπου επιτρέπεται κατόπιν αιτήσεως του υπαλλήλου και συμφώνου γνώμης του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Ο μετατασσόμενος οφείλει να κατέχη τον τίτλον σπουδών, ο οποίος απαιτείται δια την οργανικήν θέσιν του κλάδου, προς τον οποίον μετατάσσεται. Υπάλληλος, ο οποίος είχε τον απαιτούμενον δια πρόσληψιν ή διορισμόν εις ανωτέραν κατηγορίαν τίτλον σπουδών κατά τον χρόνον υποβολής της αιτήσεως διορισμού του ή τον απέκτησεν κατόπιν, δεν επιτρέπεται να μεταταχθή εις θέσιν κλάδου ανωτέρας κατηγορίας προ συμπληρώσεως οκταετίας από της προσλήψεώς ή του διορισμού του. Η μετάταξις ενεργείται δι αποφάσεως της προϊσταμένης αρχής του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Κατά της αρνητικής γνωμοδοτήσεως ή της περί μετατάξεως αποφάσεως χωρεί η δια του παρόντος προβλεπομένη προσφυγή ενώπιον της Δ.Ι.Σ.
12.  
    Ο υπάλληλος μετατάσσεται με τον βαθμόν, το οποίον κατέχει. Αν ο εισαγωγικός βαθμός του κλάδου στον οποίο μετατάσσεται είναι ανώτερος του βαθμού, τον οποίον κατέχει, μετατάσσεται με τον εισαγωγικό αυτό βαθμό. Ο χρόνος υπηρεσίας που έχει διανυθεί εις τον βαθμόν, με τον οποίον ο υπάλληλος μετατάσσεται, θεωρείται ότι έχει διανυθεί εις το βαθμόν της θέσεως, προς την οποίαν μετατάσσεται, εφ όσον έχει διανυθεί με τον τίτλον σπουδών, ο οποίος απαιτείται δια τον κλάδον τούτον.
13.  
    Εις περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι υποψήφιοι προς μετάταξιν, προηγούνται αυτοί, οι οποίοι κατέχουν τον προβλεπόμενον τίτλο σπουδών και ακολουθούν οι υποψήφιοι που κατέχουν τίτλον σπουδών, ο οποίος προβλέπεται ως επικουρικόν προσόν διορισμού.».
  • τας διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4, 3, 7 παρ. 1, 9, 42 και 47 παρ. 2 του ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 146),
  • το άρθρον 103 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος,
  • τας διατάξεις του υπ αριθμ. 5/1978 Κανονισμού «Περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 48),
  • τας διατάξεις του Ν. 3528/2007 (ΦΕΚ Α΄ 27),
  • την γενομένην δεκτήν υπό του Υπουργού ΔΙ.Μ.Η.Δ. γνωμοδότησιν του ΝΣΚ (ΣΤ΄ Τμ) 131/2012
  • την από 3.9.2013 Γνωμοδότησιν του Ειδικού Νομικού Συμβούλου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ψηφίζει τον υπ αριθμ. 251/2013 Κανονισμόν, έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ 251/2013 «Περί τροποποιήσεως διατάξεων του υπ αριθμ. 5/1978 Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 48/1978)»
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 2008/1 2008
ΝΟΜΟΣ 1977/590 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1977/590 1977
ΝΟΜΟΣ 1978/5 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1978/5 1978
Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. 2007/3528 2007
Για την ηλεκτρονική διακυβέρνησηκαι λοιπές διατάξεις. 2011/3979 2011
ΝΟΜΟΣ 2013/251 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2013/251 2013
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία