Κατάργηση του Ταμείου Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών, υπαγωγή των ασφαλισμένων του στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 2
1.  
    Οι ασφαλισμένοι του συγχωνευόμενου κλάδου συντάξεων του Τ.Α.Τ και Μ.Γ.Τ. υπάγονται από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. και διέπονται από τις διατάξεις του κανονισμού βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, εφόσον εξακολουθούν να ασκούν επάγγελμα, που ασφαλιζόταν στο Τ.Α.Τ. και Μ.Γ.Τ. πριν τη συγχώνευση του.
2.  
    Οι ημέρες εργασίας, που πραγματοποιήθηκαν στην ασφάλιση του συγχωνευόμενου κλάδου, θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκαν στην ασφάλιση του Ι.ΚΑ, και λαμβάνοντα υπόψη για τη συμπλήρωση των χρονικών προϋποθέσεων της περίπτωσης Υ της παραγρ. 1, του άρθρου 2 του Κανονισμού Βαρέων και Ανθιυγιεινών επαγγελμάτων αυτού. Ο χρόνος ασφάλισης, που αναγνωρίστηκε και εξαγοράστηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του συγχωνευόμενου κλάδου, θεωρείται ως χρόνος πραγματικής ασφάλισης στον κλάδο συντάξεως του Ι.Κ.Α. χρόνος, ο οποίος αναγνωρίστηκε, αλλά δεν εξαγοράστηκε, εξαγοράζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του κανονισμού ασφάλισης του Ι.Κ.Α.
3.  
    Για τους ήδη ασφαλισμένους, από την υπαγωγή τους στο Ι.ΚΑ, καταβάλλονται οι ασφαλιστικές εισφορές, που προβλέπονται από τη γενική νομοθεσία του Ι.Κ.Α., καθώς και η πρόσθετη εισφορά για τα βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα.
4.  
    Όσα εισέρχονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στα επαγγέλματα που ασφαλίζονταν στο συγχωνευόμενο κλάδο διέπονται από τις διατάξεις της γενικής νομοθεσίας του Ι.Κ.Α. και για την υπαγωγή τους στα βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα εφαρμόζεται η νομοθεσία του ιδρύματος.
Άρθρο 3
1.  
    Από τη συγχώνευση του κλάδου συντάξεων του Τ.Α.Τ. και Μ.Γ.Τ. το Ι.Κ.Α. βαρύνεται με την καταβολή των συντάξεων των συνταξιούχων του, οι οποίοι θεωρούνται συνταξιούχοι του Ι.Κ.Α. Από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου οι συντάξεις, που καταβάλλονται από το συγχωνευόμενο κλάδο, αναπροσαρμόζονται με τη νομοθεσία του Ι.Κ.Α. και κατατάσσονται στην ανάλογη ασφαλιστική κλάση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 παρ. 1 του α.ν. 1846/1951, στην οποία αντιστοιχεί το ίδιο ή το πλησιέστερο ποσό σύνταξης ως εξής:.
  1. Οι συνταξιούχοι, που τους καταβάλλεται το κατώτερο όριο σύνταξης, κατατάσσονται με βάση τον αριθμό ημερών ασφάλισης, με τον οποίο απονεμήθηκε η σύνταξη και το οργανικό ποσό σύνταξης, που* περιέχεται στην απόφαση απονομής αναπροσαρμοζόμενο ανάλογα με τις αυξήσεις που έχουν δοθεί από το ταμείο μέχρι τη συγχώνευση και οι οποίες θα υπολογιστούν με τη μορφή ετήσιων συντελεστών από το διοικητικό συμβούλιο του Ι.Κ.Α., αφαιρουμένων των προσαυξήσεων για οικογενειακά βάρη και απόλυτη αναπηρία.
  2. Οι συνταξιούχοι, που τους καταβάλλεται το οργανικό ποσό σύνταξης, κατατάσσονται με βάση τον αριθμό ημερομισθίων, με τον οποίο απονεμήθηκε η σύνταξη και το καταβαλόμενο ποσό σύνταξης την ημερομηνία της συγχώνευσης, αφαιρουμένων των προσαυξήσεων νια οικογενειακά βάρη και απόλυτη αναπηρία
2.  
    Τα επιδόματα για οικογενειακά βάρη και απόλυτη αναπηρία μετά τον ανακαθορισμό υπολογίζονται, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Ι.Κ.Α., όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία της συγχώνευσης για τους συνταξιούχους του Ι.Κ.Α.
3.  
    Οι ασφαλισμένοι του συγχωνευόμενου κλάδου, οι οποίοι θα υποβάλουν αίτηση για συνταξιοδότηση μέσα σε πέντε (5) έτη από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δικαιούνται να επιλέξουν για τη συνταξιοδότηση τους την εφαρμογή των διατάξεων του συγχωνευόμενου κλάδου, όπως ισχύουν κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. Στην περίπτωση αυτήν ως χρόνος ασφάλισης θεωρείται τόσο ο χρόνος ασφάλισης στο συγχωνευόμενο κλάδο όσο και ο χρόνος που διανύθηκε στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. μετά τη συγχώνευση του κλάδου και ο οποίος θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο συγχωνευόμενο κλάδο. Οι συνταξιοδοτούμενοι με τις διατάξεις της νομοθεσίας του συγχωνευόμενου κλάδου εντάσσονται σε ασφαλιστικές κλάσεις του Ι.ΚΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου β του άρθρου αυτού.
4.  
    Εάν το ποσό σύνταξης, που θα προκύψει από την κατάταξη των προηγούμενων παραγράφων, είναι μικρότερο από αυτό που καταβάλλεται από το συγχωνευόμενο κλάδο, η διαφορά διατηρείται ως προσωρινό επίδομα, το οποίο συμψηφίζεται με μελλοντικές αυξήσεις
Άρθρο 4
1.  
    Δικαιούχοι του αναγραφόμενου στην παρ. 4 του άρθρου 1 ποσού είναι άπαντες οι ασφαλισμένοι στον καταργούμενο κλάδο πρόνοιας, με την προϋπόθεση ότι έχουν καταβληθεί εισφορές για 300 τουλάχιστον ημέρες ασφάλισης στον κλάδο πρόνοιας και εφόσον υποβάλλουν στο Ι.Κ.Α. σχετική αίτηση εντός δύο (2) ετών από την ισχύ του παρόντος. 2. Η ανωτέρω εισφορά συμβεβαιώνεται και συνεισπράττεται μαζί με τα τέλη κυκλοφορίας όταν πρόκειται για αυτοκίνητα, για τα οποία καταβάλλονται τα τέλη αυτά και αποδίδεται στο Ταμείο Συντάξεων Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.) εντός τριμήνου από την είσπραξη της. Για τα αυτοκίνητα, για τα οποία δεν καταβάλλονται τέλη κυκλοφορίας, η εν λόγω εισφορά καταβάλλεται από τους υπόχρεους στο Τ.Σ.Α. και συνεισπράττεται μαζί με την ασφαλιστική εισφορά, εφαρμόζονται δε για την είσπραξη αυτήν οι διατάξεις της νομοθεσίας, που διέπει εκάστοτε το Τ.Σ.Α. Δύο (2) θέσεις Υ Ε βοηθητικού προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
2.  
    Η διανομή στους κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαιούχους γίνεται από το Ι.Κ.Α., το οποίο οφείλει να προσδιορίσει προηγουμένως τον ακριβή αριθμό των δικαιούχων προσώπων. Ο αριθμός των δικαιούχων και οι ημέρες ασφάλισης τους στον κλάδο πρόνοιας αποδεικνύονται από τις μισθολογικές καταστάσεις, που έχει στη διάθεση του το καταργούμενο ταμείο και συμπληρωματικώς οι εργοδότες.
3.  
    Από την πρώτη του μεθεπόμενου μήνα της δημοσίευσης του παρόντος νόμου και εφεξής το ποσό της ανωτέρω εισφοράς δύναται να αυξάνεται κατ έτος μετά γνώμη του Δ.Σ. του Τ.Σ.Α. με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Για τη βεβαίωση και είσπραξη των πιο πάνω εισφορών παρακρατείται από το Τ.Σ.Α. ποσοστό προμήθειας πέντε τοις εκατό (5%) για τη βεβαίωση και τρία τοις εκατό (3%) για την είσπραξη, το οποίο αντιστοιχεί στην κάλυψη των απαιτουμένων δαπανών παροχής των υπηρεσιών του.
4.  
    Εισφορές, που έχουν βεβαιωθεί μέχρι την κατάργηση του κλάδου πρόνοιας και δεν έχουν καταβληθεί στο καταργούμενο ταμείο, εισπράττονται από το Ι.Κ.Α. Εισφορές, που οφείλονται μέχρι την κατάργηση του Κλάδου Πρόνοιας και δεν έχουν καταβληθεί, εισπράττονται από το ΙΚΑ. Άρθρο S.
5.  
    Από την πρώτη του μεθεπόμενου μήνα της δημοσίευσης τού παρόντος νόμου θεσπίζεται υπέρ του Τ.ΣΑ ειδική εισφορά εκμεταλλεύσεως αυτοκινήτου Δ.Χ., η οποία θα καταβάλλεται από κάθε κύριο και νομέα ή χρησιούχο και εκμεταλλευτή αυτοκινήτου Δ.Χ. ή μοτοσυκλέτας Δ.Χ. Η πιο πάνω εισφορά καθορίζεται κατά μήνα, ως εξής: - Για αυτοκίνητα και ρυμουλκούμενα οχήματα μέχρι τριών (3) τόννων, δραχμές πεντακόσιες (500) και για κάθε επιπλέον τόννο πέραν των τριών (3) τόνων, δραχμές εκατό (100) -ανά τόννο. - Για λεωφορεία-πούλμαν μέχρι είκοσι (20) θέσεων, δραχμές πεντακόσιες (500) και για κάθε επιπλέον θέση πέραν των είκοσι (20), δραχμές τριάντα (30) ανά θέση. - Για ταξί και αγοραία δραχμές είκοσι (20) ανά εκατοστό ιδιοκτησίας. - Για αυτοκίνητα, των οποίων τα τέλη κυκλοφορίας υπολογίζονται με βάση μόνο την ιπποδύναμη ή την ιπποδύναμη και το ωφέλιμο φορτίο ή τον αριθμό των θέσεων και το ωφέλιμο φορτίο, η κατά μήνα εισφορά καθορίζεται ως εξής:Για κάθε ίππο, δραχμές πενήντα (50). Για κάθε θέση, δραχμές τριάντα (30). Και Για κάθε τόννο ωφέλιμου φορτίου, δραχμές εκατό (100). - Για μοτοσυκλέτες Δ.Χ., δραχμές τριακόσιες (300). Εφεξής το ποσό της πιο πάνω εισφοράς μπορεί να αυξάνεται μετά γνώμη του Δ.Σ. του ΤΣΑ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η εισφορά αυτή συμβεβαιώνεται και συνεισπράττεται από της πρώτης του επόμενου έτους της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου μαζί με τα τέλη κυκλοφορίας, όταν πρόκειται για αυτοκίνητα που καταβάλλουν τέτοια τέλη και αποδίδεται στο Τ.Σ.Α. μέσα σε ένα τρίμηνο από την είσπραξη της. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται κατά ενιαίο τρόπο η συμβεβαίωση και η συνείσπραξη της εισφοράς αυτής μαζί με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 984/1979. Για αυτοκίνητα που δεν καταβάλλουν τέλη κυκλοφορίας ως και για το μέχρι λήξεως του έτους της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού χρονικό διάστημα για αυτοκίνητα που καταβάλλουν τέλη κυκλοφορίας, η πιο πάνω εισφορά καταβάλλεται από τους υπόχρεους στο Τ.Σ.Α., εφαρμοζομένων, για την είσπραξη αυτών, των διατάξεων που διέπουν κάθε φορά το Τ.Σ.Α. για την είσπραξη των ασφαλιστικών του εισφορών.
6.  
    Από την πρώτη του μεθεπόμενου μήνα της δημοσίευσης του παρόντος νόμου κάθε κύριος και νομέας ή χρησιούχος και εκμεταλλευτής αυτοκινήτου Δ.Χ: υποχρεούται κατά τον περιοδικό τεχνικό έλεγχο του αυτοκινήτου του να προσκομίζει στις αρμόδιες υπηρεσίες του Κέντρου Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων (Κ.Τ.Ε.Ο.) του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών βεβαίωση του Τ.Σ.Α. περί εξοφλήσεως απασών των προς αυτό υποχρεώσεων του εκ πάσης φύσεως εισφορών.
7.  
    Ωσαύτως από την ίδια ημερομηνία κατά τη σύναψη σύμβασης έργων ιδιοκτητών αυτοκινήτων Δ.Χ., με το Δημόσιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. και οργανισμούς του δημόσιου τομέα (Δ.Ε.Η., Ο.Τ.Ε., Ε.ΥΔ.Α.Π., Ολυμπιακή Αεροπορία κ.λπ.) είναι υποχρεωτική η προσκόμιση από αυτούς, βεβαίωσης του Τ.Σ.Α. ότι είναι ασφαλισμένοι σ αυτό και έχουν εξοφλήσει τις ασφαλιστικές τους εισφορές.
8.  
    Οι μέχρι την 31/12/1991 οφειλές του Τ.ΣΑ προς το Ι.ΚΑ, που προέρχονται από την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 3 του π.δ. 434/1980 (ΦΕΚ 116 Α) και του άρθρου 10 του ν. 1405/1983 (ΦΕΚ 180 Α) κεφαλαιοποιούνται, άνευ πρόσθετων τελών και λοιπών προσαυξήσεων και εξοφλούνται σε δώδεκα (12) ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις της πρώτης αρχομένης από τις 31/1/1993. Καθυστέρηση καταβολής των δόσεων πέραν των δυο (2) μηνών, συνεπάγεται προσαύξηση τρία τοις εκατό (3%) για W&e; μήνα καθυστέρησης και μέχρι το ένα τέταρτο (1/4) του ποσού της κάθε δόσης. Αρθρο 7 Οι τεχνικοί τύπου, που απασχολούνται, κατά κύρια απασχόληση, με οποιαδήποτε ειδικότητα της νέας τεχνολογίας, στις τυπογραφικές επιχειρήσεις, που αναλαμβάνουν εργολαβικά τη φωτοστοιχειοθεσία ή σελιδοποίηση ή εκτύπωση ημερήσιων και εβδομαδιαίων πολιτικών εφημερίδων των Αθηνών καθώς και ημερήσιων οικονομικών και αθλητικών Εφημερίδων των Αθηνών, θα συνεχίσουν να υπάγονται στην ασφάλιση του φορέα στον οποίο έχουν καταβληθεί μέχρι της έναρξης-ισχύος του παρόντος οι ασφαλιστικές εισφορές. Για όσους από τους ανωτέρω υπάγονται στην ασφάλιση του Τ.Α.Τ. και Μ.Γ.Τ, ισχύουν εφεξής οι διατάξεις των άρθρων 1-4 του παρόντος νόμου. Εκκρεμείς δίκες ως προς τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα, για την υπαγωγή των ανωτέρω ασφαλισμένων, καταργούνται. Οι τεχνικοί τύπου που θα απασχοληθούν, κατά κύρια απασχόληση, για πρώτη φορά, μετά την ισχύ του παρόντος, με τις ειδικότητες της νέας τεχνολογίας στις παραπάνω επιχειρήσεις, θα ασφαλίζονται στο φορέα στην ασφάλιση του οποίου υπάγονται οι επιχειρήσεις αυτές κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, κατά τα οριζόμενα στην αρχική παράγραφο του παρόντος άρθρου. Αρθρο Β Η προβλεπόμενη, από την παρ. 1 του άρθρου 1 της αριθμ. Φ11/616/15.3.91 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που κυρώθηκε με το ν. 1976/1991 (ΦΕΚ 184 Α), αναστολή καταβολής εισφορών στο Ι.ΚΑ. για επιχειρήσεις που υπέστησαν ζημιές από τρομοκρατικές ή άλλες βίαιες ενέργειες πριν από την ισχύ της εν λόγω απόφασης, αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης τους για αναστολή (και όχι από την ημερομηνία που συνέβη το γεγονός). Τα παραπάνω ισχύουν και για επιχειρήσεις που έχουν υποβάλει αιτήσεις σε οργανισμούς που ασφαλίζουν αυτοτελώς απασχολούμενους κατ εφαρμογή του άρθρου 15 του Υ. 2042/1992 (ΦΕΚ 75 Α).
Άρθρο 9
1.  
    Οι ασφαλισμένοι στα Ταμεία Προνοίας Δικηγόρων, οι οποίοι διακόπτουν την άσκηση του επαγγέλματος τους και συνταξιοδοτούνται από το Ταμείο Συντάξεων Νομικών, αλλά δεν έχουν τις χρονικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία των Ταμείων αυτών για τη λήψη εφάπαξ βοηθήματος, δικαιούνται από τα οικεία Ταμεία εφάπαξ βοηθήματος ανάλογα με το χρόνο της ασφάλισης τους στα Ταμεία αυτά
2.  
    Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και για τους ασφαλισμένους των πιο πάνω Ταμείων οι οποίοι έχουν συνταξιοδοτηθεί από το Ταμείο Συντάξεων Νομικών πριν από την ισχύ του νόμου αυτού, εφόσον δεν έχουν αναλάβει τις ασφαλιστικές τους εισφορές από τα Ταμεία αυτά
Άρθρο 10
1.  
    Η παρ. 2 του άρθρου 3 ν. 1759/1988 (ΦΕΚ 50 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 2. Για την υπαγωγή του προσωπικού της προηγούμενης παραγράφου στις διατάξεις του β.δ. 7/65 καταβάλλονται πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές κλάδου σύνταξης ασφαλισμένου και εργοδότη 10,85% που βαρύνουν τον ασφαλισμένο σε ποσοστό 5,53% και τον εργοδότη σε ποσοστό 5,32%.
Άρθρο 11
1.  
    Στο τέλος της παρ.1 του άρθρου 5 του ν.δ. 95/1973 (ΦΕΚ 169 Α), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 253/1976 (ΦΕΚ 16 Α) προστίθεται περίπτωση στ΄, ως ακολούθως: στ. Εάν απομακρυνθεί οπωσδήποτε .της υπηρεσίας και πληροί τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης βάσει των οποίων θεμελίωσε, συνταξιοδοτικό δικαίωμα από το Δημόσιο ή το φορέα κύριας ασφάλισης..
2.  
    Η διάταξη της παρ. 1 ισχύει από 17-10-90 και έχει ανάλογη εφαρμογή και στα Επικουρικά Ταμεία ή λοιπά Ταμεία Αρωγής, οι ασφαλισμένοι των οποίων συνταξιοδοτούνται από το Δημόσιο ή δεν συνταξιοδοτούνται από το Δημόσιο διέπονται όμως από το ίδιο νομικό καθεστώς βάσει ιδιαιτέρων νομοθετημάτων που είτε παραπέμπουν σης διατάξεις των δημοσίων υπαλλήλων είτε επαναλαμβάνουν κατά βάση τις διατάξεις αυτές.
Άρθρο 12
1.  
    Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 2042/1992 (ΦΕΚ 75 Α ) έχουν εφαρμογή και για την Επιτροπή μελέτης που συστήθηκε με την υπ αριθ. 162/27.1.1992 απόφαση του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Άρθρο 13
1.  
    Έλληνες υπήκοοι ή ομογενείς, καθώς και τα μέλη της οικογένειας τους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας από 1-1-1947 και μετά και επέστρεψαν από τη χώρα αυτή απευθείας στην Ελλάδα μέχρι και την 2-10-1990, δικαιούνται να αναγνωρίσουν το χρόνο της απασχόλησης τους στη χώρα αυτή, στους αντίστοιχους ελληνικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας ασφάλισης, με κριτήριο το επάγγελμα στο οποίο διανύθηκε ο μακρύτερος χρόνος απασχόλησης τους. Η αναγνώριση αυτή δεν είναι δυνατή αν ο αντίστοιχος χρόνος έχει ήδη αναγνωρισθεί σε οποιοδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης. Αν ο χρόνος απασχόλησης διανύθηκε για λογαριασμό του Δημοσίου ή δημόσιων οργανισμών ή κοινωνικών οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε αγροτικές εργασίες, αρμόδιος φορέας για την αναγνώριση είναι το Ι.Κ.Α. Για τον υπολογισμό του χρόνου ασφάλισης σε οργανισμούς στους οποίους η ασφάλιση καθορίζεται σε ημέρες ο ασφαλισμένος θεωρείται ότι πραγματοποίησε 25 ημέρες κάθε μήνα ή 300 ημέρες κάθε έτος ασφάλισης.
2.  
    Η εισφορά για την εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου είναι αυτή, που ορίζεται από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν.1539/1985, οι οποίες εφαρμόζονται ανάλογα.Οι εισφορές εξαγοράς καταβάλλονται στο Ι.Κ.Α. και στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς από τον Ειδικό Λογαριασμό του άρθρου 2 του ν. 1539/1985. Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 1539/1985 εφαρμόζονται ανάλογα για την απόδοση των εισφορών των πιο πάνω προσώπων.
3.  
    Οι διατάξεις των παρ. 1,2,3 και 5 του άρθρου 3 του ν. 1539/1985 εφαρμόζονται ανάλογα και για τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.
4.  
    Για την αναγνώριση του χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1. οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να υποβάλουν σχετική αίτηση εντός/δύο ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Τα οικονομικά αποτελέσματα δεν δύνανται να αρχίζουν πριν την 7/10/1991.
5.  
  1. Από τα πρόσωπα της παρ. 1 δεν υπάγονται στις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εκείνα τα οποία δεν επέστρεψαν μέχρι την 2-10-1990 απευθείας στην Ελλάδα από την πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, αλλά είχαν τη συνήθη διαμονή τους στην (πρώην) Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ή σε άλλο τρίτο Κράτος και επέστρεψαν στην Ελλάδα από τις χώρες αυτές μέχρι την 2-10-1990.
  2. Για τα πρόσωπα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Γερμανικού Δικαίου περί κοινωνικής ασφάλισης σε συνδυασμό με το υπερκρατικό και διακρατικό δίκαιο περί κοινωνικής ασφάλισης.
  3. Κατεξαίρεση των προβλεπομένων στο εδ. α, όσα από τα ανωτέρω πρόσωπα έχουν συνταξιοδοτηθεί από ελληνικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις της κοινής υπουργικής απόφασης 21/30/οικ.671/10.3.1987 (ΦΕΚ 192 Β79.4.1987), εξακολουθούν να συνταξιοδοτούνται από τον εν λόγω ελληνικό ασφαλιστικό φορέα τους, ανεξαρτήτως του γεγονότος της χορήγησης σύνταξης από γερμανικό ασφαλιστικό φορέα είτε αυτοτελώς, είτε κατ εφαρμογή των διατάξεων των Κανονισμών ΕΟΚ 1408/1971 και 574/1972 είτε και στην περίπτωση κατά την οποία για τη σύνταξη του γερμανικού φορέα έχει ληφθεί υπόψη ο χρόνος ασφάλισης τους στην πρώην Λ.Δ.Π.
6.  
    Από τα πρόσωπα της παρ. 1, εκείνα τα οποία μετά την 2-10-1990 επέστρεψαν ή θα επιστρέψουν από τη Γερμανία απευθείας ή μέσω τρίτου Κράτους στην Ελλάδα, υπάγονται αποκλειστικά στις διατάξεις του γερμανικού δικαίου περί κοινωνικής ασφάλισης, σε συνδυασμό με το υπερκρατικό και διακρατικό δίκαιο περί κοινωνικής ασφάλισης.
Άρθρο 14
1.  
    Η χορήγηση των εξόδων κίνησης, που προβλέπονται από την παρ. 7 του άρθρου 38 του ν. 2008/1992 για τους υπαλλήλους του Ι.Κ.Α. που εκτελούν εξωτερική υπηρεσία, επεκτείνεται και στους κοινωνικούς λειτουργούς του Ι.Κ.Α. καθώς και στους υπαλλήλους εξωτερικής υπηρεσίας είσπραξης και ελέγχου εσόδων των λοιπών Ασφαλιστικών Οργανισμών αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στους υπαλλήλους Επιθεώρησης των μονάδων των Οργανισμών αυτών, ως και στους τεχνικούς υπαλλήλους, που μετακινούνται για εκτέλεση υπηρεσίας. Αλλες διατάξεις, που προβλέπουν τη χορήγηση εξόδων κίνησης στους υπαλλήλους της προηγούμενης παραγράφου δεν έχουν εφαρμογή.
Άρθρο 15
1.  
    Η παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 103/1975 (ΦΕΚ 167 Α) τροποποιείται ως εξής: 1. Στους τακτικούς υπαλλήλους των Ν.Π.Δ.Δ., που δεν υπάγονται στην ασφάλιση Ταμείου Πρόνοιας ή κλάδου Πρόνοιας ή στον α.ν. 513/1968 (ΦΕΚ 186 Α.) Περί καταβολής αποζημιώσεως εις τους εκ της υπηρεσίας αποχωρούντες λόγω συνταξιοδοτήσεως υπαλλήλους Ν.Π.Δ.Δ. αρμοδιότητας Υπουργείου Γεωργίας που αποχωρούν ή απολύονται από την υπηρεσία και δικαιούνται σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας καταβάλλεται από τα νομικά πρόσωπα από τα οποία αποχωρούν ή απολύονται αυτοί, αναλόγως των ετών της υπηρεσίας τους, εφάπαξ χρηματικό βοήθημα υπολογιζόμενο επί των τακτικών αποδοχών τους κατά τον εξής τρόπο: ΧΡΟΝΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ 2 μηνών - 1 έτους άνω του έτους 4 ετων συμπληρωμένα - 6 ετών ΠΟΣΟ ΒΟΗΘΗΜΑΤΟΣ 1 μηνός αποδοχές 2 μηνών Η παραπάνω κλίμακα δύναται να τροποποιείται με π.δ/γμα εκδιδόμενο μετά από πρόταση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σε περίπτωση συνταξιοδότησης του υπαλλήλου λόγω αναπηρίας, το εφάπαξ βοήθημα καταβάλλεται κατά το χρόνο της οριστικοποίησης της σύνταξης, υπολογιζόμενο με βάση τη νομοθεσία που θα ισχύει κατά το χρόνο αυτόν και τις τακτικές αποδοχές εξόδου από την υπηρεσία όπως αυτές θα έχουν διαμορφωθεί όταν η σύνταξη του θα καταστεί οριστική.
2.  
    Η παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 103/1975 τροποποιείται ως εξής: 2. Το παραπάνω χρηματικό βοήθημα, σε περίπτωση θανάτου του υπαλλήλου δικαιούνται η χήρα (χήρος) και τα τέκνα αυτού, έκαστος κατά το ποσοστό του κληρονομικού του δικαιώματος, εφόσον ο αποθανών κατά την ημέρα του θανάτου του είχε θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης ή τα πιο πάνω πρόσωπα δικαιούνται συντάξεως, εξαιτίας του θανάτου του υπαλλήλου. Η διάταξη της παραγράφου αυτής έχει εφαρμογή και για τις περιπτώσεις θανόντων υπαλλήλων που υπήγοντο στο καθεστώς του ν. 103/1975 από της ισχύος του.
3.  
    Στο τέλος του άρθρου 1 του ν. 103/1975, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 5 του ν. 854/1978 (ΦΕΚ 236 Α) προστίθενται παράγραφοι 5 και 6 που έχουν ως εξής: 5α. Τακτικοί υπάλληλοι των Ν.Π.Δ.Δ., που υπάγονται στο καθεστώς του ν. 103/1975 μπορούν να αναγνωρίσουν τον μετά την 1.10.75 χρόνο της πάσης φύσεως συντάξιμης υπηρεσίας τους που διανύθηκε στο νομικό πρόσωπο στο οποίο υπηρετούν ή σε άλλο Ν.Π.Δ.Δ. ή στο Δημόσιο, εφόσον δεν ήταν ασφαλισμένοι σε Ταμείο ή Λογ/σμό Πρόνοιας για την υπηρεσία τους αυτή, με την καταβολή της προβλεπόμενης, από το άρθρο 2 του νόμου αυτού, εισφοράς. Η παραπάνω εισφορά υπολογίζεται στις τακτικές αποδοχές (Μισθολογικό κλιμάκιο + χρονοεπίδομα + Α.Τ.Α.) του χρόνου υποβολής της σχετικής αίτησης, το δε ποσό του εξαγοραζόμενου χρόνου εξοφλείται σε μηνιαίες δόσεις που καθορίζονται από το Δ.Σ. του Ν.Π.Δ.Δ. ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των αναγνωριζόμενων μηνών.
  1. Σε περίπτωση εξαγοράς ολόκληρου του παραπάνω χρόνου, για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος, λαμβάνεται υπόψη και όλος ο χρόνος της συντάξιμης υπηρεσίας που διανύθηκε πριν την 1.10.75 στο νομικό πρόσωπο, από το οποίο αποχωρεί ο υπάλληλος, καθώς και στο Δημόσιο και σε άλλους οργανισμούς (Ν.Π.Δ.Δ.), άλλως λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρόνος υπηρεσίας του υπαλλήλου από την υπαγωγή του στις διατάξεις του ν. 103/1975 και μετά, προσμετρούμενου και του τυχόν χρόνου υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας η οποία έχει αναγνωρισθεί και εξαγορασθεί.
5.  
    Σε περίπτωση μετάταξης τακτικού υπαλλήλου, που υπάγεται στο καθεστώς του ν. 103/1975 από Ν.Π.Δ.Δ. σε άλλο Ν.Π.Δ.Δ., αρμόδιο για την απονομή του εφάπαξ βοηθήματος του ν. 103/1975 είναι το νομικό πρόσωπο από το οποίο αποχωρεί ο υπάλληλος λόγω συνταξιοδότησης. Οι εισφορές που έχουν καταβληθεί από τον υπάλληλο υπέρ του νόμου αυτού σε προηγούμενο Ν.Π.Δ.Δ. μεταφέρονται στο Ν.Π.Δ.Δ. που απονέμει το βοήθημα εντόκως με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο για πς καταθέσεις των Ν.Π.Δ.Δ. στην Τράπεζα της Ελλάδος.
6.  
    Σε περίπτωση που ο υπάλληλος κατά το χρόνο της εξόδου του από την υπηρεσία δεν έχει τις προϋποθέσεις, που απαιτούνται από το νόμο για τη λήψη εφάπαξ βοηθήματος δικαιούται επιστροφής των εισφορών του ατόκως, εφόσον του έχουν γίνει τουλάχιστον πέντε ετών κρατήσεις. 4 α) Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 103/1975, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 854/1978, τροποποιείται ως εξής: Για τους υπαλλήλους που έχουν συμπληρώσει 10ετή τουλάχιστον υπηρεσία σε Ν.Π.Δ.Δ. ή συμπληρώνουν αυτή στο μέλλον, η παραπάνω κράτηση ορίζεται σε πέντε τοις εκατό 5%, επί των αυτών αποδοχών.
  1. Τυχόν επιπλέον ή επί έλλαττον καταβληθείσες εισφορές κατ εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου για τον πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου χρόνο δεν επιστρέφονται ούτε αναζητούνται
Άρθρο 16
1.  
    Ασφαλισμένοι του 1.Κ.Α.-Τ.ΕΑΜ., που απασχολούνται σε υπόγειες στοές μεταλλείων και λιγνιτορυχείων και συνταξιοδοτούνται με Βάση τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 997/1979 (ΦΕΚ 287 Α) όπως συμπληρώθηκαν από πς διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 1654/1986 (ΦΕΚ 177 Α), εφόσον γεννήθηκαν κατά τα έτη 1926. 1927 και 1928 και έχουν συμπληρώσει στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. -Τ.Ε.Α.Μ. τις ημέρες ασφάλισης, που ορίζουν οι διατάξεις της παρ. 3γ του άρθρου 3 του ν. 997/1979. όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 4 του ν. 1276/1982 (ΦΕΚ 100 Α), δικαιούνται να συνεχίσουν προαιρετικά την ασφάλιση τους στο Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ. ανεξάρτητα από, όριο ηλικίας.
2.  
    Η κατά τα ανωτέρω προαιρετική ασφάλιση αρχίζει από την ημερομηνία συνταξιοδότησης τους από τον φορέα κύριας ασφάλισης και η συνταξιοδότηση από το Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ. από την πλήρη εξόφληση των εισφορών προαιρετικής ασφάλισης.
Άρθρο 17
1.  
    Οι δημόσιοι υπάλληλοι και υπάλληλοι Ν.Π.Δ.Δ., που είναι ασφαλισμένοι για επικουρική σύνταξη στους οικείους οργανισμούς ασφάλισης και είχαν υποβάλει αίτηση παραίτησης από την υπηρεσία πριν από την ισχύ του ν. 1892/1990, αλλά παρέμειναν υποχρεωτικά επί εξάμηνο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 86 του ανωτέρω νόμου, αντί του μέχρι τότε ισχύοντος τριμήνου, μπορούν, στην περίπτωση που θα εφαρμοσθούν για τη συνταξιοδότηση τους οι διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης, να δηλώσουν στον τελευταίο οργανισμό, ότι δεν επιθυμούν να ληφθεί υπόψη ο χρόνος ασφάλισης που διανύθηκε σ αυτόν μετά τη συμπλήρωση του τριμήνου από την υποβολή της αίτησης παραίτησης τους, προκειμένου να κριθεί ποιος είναι ο αρμόδιος οργανισμός για την κρίση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
Άρθρο 18
1.  
    Αν με υπουργική απόφαση επιλύθηκε αφμισβήτηση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. 11 του ν.δ. 4202/1961 και κρίθηκε ο αρμόδιος για την απονομή της σύνταξης Οργανισμός, αλλά ύστερα από προσφυγή κατά της απόφασης αυτής εκδόθηκε τελεσίδικη δικαστική απόφαση που καθόρισε άλλο φορέα ως αρμόδιο για την απονομή της σύνταξης, η σύνταξη, που χορηγήθηκε από τον πρώτο φορέα, εξακολουθεί να καταβάλλεται μέχρι να εκδοθεί απόφαση συνταξιοδότησης από το φορέα που κρίθηκε ως αρμόδιος από τη δικαστική απόφαση. Τα ποσά σύνταξης που καταβλήθηκαν από τον πρώτο φορέα δεν αναζητούνται από τον ασφαλισμένο και συμψηφίζονται με τα ποσά των συντάξεων που οφείλει να καταβάλει στον ασφαλισμένο ο Οργανισμός που κρίθηκε αρμόδιος με τη δικαστική απόφαση. Αν ο ασφαλισμένος δικαιούται να λάβει από το δεύτερο Οργανισμό μεγαλύτερα ποσά συντάξεων από αυτά που έλαβε από τον πρώτο Οργανισμό για την ίδια χρονική περίοδο, τα ποσά καταβάλλονται από τον Οργανισμό αυτόν αναδρομικά, αν όμως δικαιούται να λάβει μικρότερα ποσά συντάξεων από αυτά που έλαβε από τον πρώτο Οργανισμό, τα ποσά αυτά δεν αναζητούνται. Η διάταξη αυτή ισχύει από 1/1/90.
2.  
    Η παρ. 1 του αρθρ. 11 του ν.δ/τος 4202/1961 τροποποιείται ως ακολούθως: 1. Αμφισβητήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος επιλύονται διοικητικά με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ύστερα από γνωμοδότηση του Συμβουλίου Κοιν. Ασφαλείας, ανεξάρτητα αν η αμφισβήτηση αφορά Οργανισμούς που υπάγονται στην εποπτεία άλλου υπουργείου*. Ο ασφαλισμένος, που αμφισβητεί την απόφαση Ασφαλιστικού Οργανισμού πρέπει να υπόβαλα σχετική αίτηση μέσα σε προθεσμία τριών μηνών, που αρχίζει από την ημέρα της λήψης της σχετικής απόφασης.
3.  
    Το εδ. β της παρ. 1 του αρ. 11 του ν. 1405/1983 αντικαθίσταται ως εξής: β. Στους ασφαλισμένους που για πρώτη φορά από 1/1/79 και μετά, ασφαλίσθηκαν διαδοχικά σε οποιονδήποτε φορέα ασφάλισης, εκτός αυτών που ασφαλίσθηκαν μεν διαδοχικά για πρώτη φορά από 1-1-79 και μετά, από φορέα ασφάλισης μισθωτών σε άλλο φορέα ασφάλισης μισθωτών, παρέμειναν όμως απασχολούμενοι στον ίδιο εργοδότη*. Η διάταξη αυτή ισχύει από 1-1-1979.
4.  
    Για τη συμπλήρωση του χρόνου ασφάλισης, που απαιτείται από τη νομοθεσία ασφαλιστικού φορέα για την προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης, λαμβάνεται υπόψη μόνο σε ένα φορέα και ο διαδοχικά διανυθείς χρόνος ασφάλισης
5.  
    Ως αποδοχές για τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής θεωρούνται οι αποδοχές ή τα ποσά που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του εφάπαξ, κατά το χρόνο διακοπής της ασφάλισης σε ταμείο, κλάδο ή λογαριασμό Πρόνοιας. Το ποσό της εφάπαξ παροχής που προκύπτει σύμφωνα με τα παραπάνω, καταβάλλεται εντόκως με επιτόκιο 8% για κάθε χρόνο από τη διακοπή της ασφάλισης από κάθε φορέα πρόνοιας και μέχρι την οριστική αποχώρηση του ασφαλισμένου από τον τελευταίο φορέα που καταβάλλει εφάπαξ παροχή.
Άρθρο 19
1.  
    Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγρ. 14 του άρθρου 20 του ν. 1735/1987 (ΦΕΚ. 195 Α) προστίθεται νέο εδάφιο που έχει ως εξής: Οι υπάλληλα του πιο πάνω εδαφίου έχουν δικαίωμα επιλογής και για τα Ταμεία παροχών ασθενείας..
Άρθρο 20
1.  
    Η παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 854/1978 αντικαθίσταται ως εξής: 2. το ποσό, που Καθορίζεται κάθε φορά για έξοδα κηδείας των συνταξιούχων του Δημοσίου, ισχύει και για τα έξοδα κηδείας των συνταξιούχων υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. και των μελών οικογενείας τους.
Άρθρο 21
1.  
    Στην προβλεπόμενη υγειονομική περίθαλψη, από τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, περιλαμβάνεται και ο έλεγχος και η θεραπεία της πρωτοπαθούς στείρωσης και των δύο φύλων
Άρθρο 22
1.  
    Η πάγια αποζημίωση, που καταβάλλεται στους Προέδρους των διακητικών συμβουλίων των Ασφαλιστικών Οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αναπροσαρμόζεται εκάστοτε με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων
2.  
    Το ύψος της αποζημίωσης, που καθορίζεται συμφώνα με την προηγούμενη παράγραφο κλιμακώνεται σε τρεις κατηγορίες σε συνάρτηση με το ύψος του προϋπολογισμού, του αριθμού των ασφαλισμένων, εργοδοτών και συνταξιούχων και γενικά του όγκου και της έκτασης των εργασιών εκάστου οργανισμού
Άρθρο 23 "Η προθεσμία ισχύος των διατάξεων των ν.δ. 4377/1964 (ΦΕΚ 174 Α) και 4378/1964 (ΦΕΚ 174 Α), που έληξε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 48 του ν. 1469/1984 (ΦΕΚ 111 Α) και παρατάθηκε με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 13 [...]"
2.  
    Από την ισχύ του παρόντος άρθρου για την εφαρμογή των διατάξεων των ν.δ. 4377/1964 και 4378/1964 δεν ισχύουν οι περιορισμοί, που προβλέπονται από την παρ. 1 του άρθρου 1, καθώς και από τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 της 165 Π.Υ.Σ., που κυρώθηκε με το ν.δ. 4377/1964.
3.  
    Στα πρόσωπα, που θα συνταξιοδοτηθούν με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, έχουν ανάλογη εφαρμογή α διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 28 του ν. 1539/1985. Τα παραπάνω ισχύουν και για όσους έχουν συνταξιοδοτηθεί μέχρι την ισχύ του παρόντος άρθρου, με βάση τις διατάξεις της παρ. 1 αυτού του άρθρου. Για την κατηγορία αυτή των συνταξιούχων δεν έχουν εφαρμογή α διατάξεις του άρθρου.21 του ν. 997/1979 (ΦΕΚ 287 Α).
4.  
    Πρόσωπα τα οποία εμπίπτουν στις διατάξεις του ν.δ. 4378/1964 και διαμένουν σε πόλεις ή χωριά κάτω των 10.000 κατοίκων δικαιούνται σύνταξη από τον Ο.Γ.Α. Οι προϋποθέσεις, α όρα συνταξιοδότησης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου καθορίζονται με κανή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
5.  
    Οι ασφαλιστικοί οργανισμοί για την αντιμετώπιση της επιβάρυνσης, που προκαλείται εφεξής από την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, ενισχύονται με κρατική επιχορήγηση, που θα αναγράφεται για το σκοπό αυτόν σε ειδική πίστωση στον κατ έτος προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αρχής γενομένης από το έτος 1993. Το ύψος της κρατικής επιχορήγησης θα καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του αρμόδιου ασφαλιστικού οργανισμού, αφού ληφθεί υπόψη το κόστος συνταξιοδότησης των εν λόγω προσώπων.
Άρθρο 24
1.  
    Στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης συνιστάται Κλάδος Ασφάλισης ιδιοκτητών ημερησίων εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, στον οποίο συγχωνεύονται α ειδικοί λογαριασμοί των ιδιοκτητών ημερησίων εφημερίδων των Αθηνών και της θεσσαλονίκης, που έχουν συσταθεί με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 5 του αν. 2176/1940 (ΦΕΚ 11 Α). Σκοπός του συνιστώμενου Κλάδου είναι η ασφάλιση, κατά των κινδύνων γήρατος, αναπηρίας, θανάτου και διακοπής έκδοσης της εφημερίδας, για τη χορήγηση κύριας σύνταξης.
  1. Των ιδιοκτητών ημερησίων πολιτικών, οικονομικών και αθλητικών εφημερίδων, που εκδίδονται στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, εφόσον αυτές κυκλοφορούν στο σύνολο τους ή κατά ένα μέρος μέσω αναγνωρισμένου πρακτορείου τύπου και έχουν κυκλοφορία σε όλη τη χώρα τουλάχιστον πέντε χιλιάδες (5.000) φύλλα ή χίλια (1.000) φύλλα εφόσον εκδίδονται κατά τη δημοσίευση του παρόντος και έχουν ήδη συμπληρώσει δέκα (10) έτη έκδοσης.
  2. Των μελών οικογενείας των παραπάνω προσώπων σε περίπτωση θανάτου του άμεσα ασφαλισμένου.
  3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλειας καθορίζονται τα ασφαλιστέα στον Κλάδο πρόσωπα στην περίπτωση που η εκδοτική επιχείρηση είναι ιδιοκτησία πολιτικού κόμματος ή συνιδιοκτησία ή κοινωνία ή προσωπική εταιρεία ή ανώνυμη εταιρεία.
2.  
    Πόροι του Κλάδου είναι:
  1. Εισφορά των παραπάνω εφημερίδων ίση με 0,60% στην τιμή κάθε πωλουμένου φύλλου εφημερίδας
  2. Οι τόκοι των κεφαλαίων του κλάδου, καθώς και οι κάθε Φύσης πρόσοδοι της περιουσίας του
  3. Κάθε περιουσιακό στοιχείο που αποκτάται από δωρεές, κληροδοτήματα και κάθε άλλη χαριστική αιτία
3.  
    Ο Κλάδος διοικείται από το Δ.Σ. του Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ. και εξυπηρετείται από τις υπηρεσίες του Ταμείου αυτού. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται η συμμετοχή του Κλάδου στις γενικές δαπάνες λειτουργίας του Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ.
4.  
    Οι συντάξεις των άμεσων συνταξιούχων των συγχωνευόμενων ειδικών λογαριασμών επανυπολογίζονται σύμφωνα με τον τρόπο υπολογισμού που θα καθοριστεί για τις συντάξεις των εφεξής συνταξιοδοτούμενων από το συνιστώμενο Κλάδο
5.  
    Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά γνώμη του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου και γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλειας
  1. Καθορίζονται οι προϋποθέσεις απονομής των παροχών για κάθε ασφαλιζόμενο κίνδυνο, η έκταση και το ύψος αυτών, ο τρόπος του υπολογισμού των χορηγούμενων από τον Κλάδο συντάξεων και η αύξηση αυτών, καθώς και των συντάξεων που κατέβαλλαν οι ειδικοί λογαριασμοί, η έναρξη και η λήξη του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, η συρροή συντάξεων, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την ασφάλιση και τη συνταξιοδότηση, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία του συνιστώμενου Κλάδου
  2. Καθορίζονται οι όροι και α προϋποθέσεις για τη χορήγηση σύνταξης από τον Κλάδο, κατ εξαίρεση, στους ιδιοκτήτες ημερησίων εφημερίδων Αθηνών - θεσσαλονίκης με κυκλοφορία άνω των χιλίων (1000) φύλλων, οι οποίοι την τελευταία πενταετία πριν τη δημοσίευση του παρόντος έπαυσαν να είναι ιδιοκτήτες, λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης ή συνιδιοκτήτες ή κοινωνοί ή ομόρρυθμοι εταίροι ή εταίριοι Ε.Π.Ε. ή κάτοχοι μετοχών ανώνυμης εταιρείας, εφόσον δεν έλαβαν σύνταξη από το Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ:
  3. η τους ειδικούς λογαριασμούς ιδιοκτητών,.
  4. Τροποποιούνται, συμπληρώνονται και αντικαθίστανται οι διατάξεις της νομοθεσίας του Κλάδου
6.  
    Οι διατάξεις των άρθρων 6, 16 έωα και 28, 31 παρ. 3 και 4β, 32, 33 παρ. 1β, 2 και 3, 34 έως 36, 47, 48 παρ. 1, 49, 51, 52, 53, 54 έως 57 του π.δ. 284/1974 περί τροποποιήσεως και ανασυντάξεως του Καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά εφαρμόζονται ανάλογα και στους ασφαλισμένους και συνταξιούχους του Κλάδου.
7.  
    Καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 5 του α.ν. 2176/1940 του άρθρου 8 του α. ν. 2176/1940 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2619/1940, του άρθρου μόνου του ν.δ. 265/1941, της περίπτωσης ζ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. δ. 791/1941, του ν. 598/1943, του_ ν. 1674/1944, της παρ. 6 του άρθρου 36 του ν.δ. 158/1S48, της παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του ν. 4504/1966 και* του άρθρου 1 του ν.δ. 1346/1973.
Άρθρο 25
1.  
    Η ισχύς του παρόντος νόμου, αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως Νόμου του Κράτους.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΑΠΟΦΑΣΗ 1972/1408/1971574 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1972/1408_1971574 1972
ΑΠΟΦΑΣΗ 1987/21/30/ΟΙΚ.671 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1987/21_30_ΟΙΚ_671 1987
ΑΠΟΦΑΣΗ 1991/Φ11/616 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1991/Φ11_616 1991
ΑΠΟΦΑΣΗ 1992/162 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1992/162 1992
ΝΟΜΟΣ 1940/2176 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1940/2176 1940
ΝΟΜΟΣ 1940/2619 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1940/2619 1940
ΝΟΜΟΣ 1943/598 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1943/598 1943
ΝΟΜΟΣ 1944/1674 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1944/1674 1944
ΝΟΜΟΣ 1966/4504 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1966/4504 1966
ΝΟΜΟΣ 1975/103 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1975/103 1975
ΝΟΜΟΣ 1976/253 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1976/253 1976
ΝΟΜΟΣ 1978/854 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1978/854 1978
ΝΟΜΟΣ 1979/984 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1979/984 1979
ΝΟΜΟΣ 1979/997 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1979/997 1979
ΝΟΜΟΣ 1980/1027 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1980/1027 1980
ΝΟΜΟΣ 1983/1405 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1983/1405 1983
ΝΟΜΟΣ 1985/1539 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1985/1539 1985
ΝΟΜΟΣ 1987/1735 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1987/1735 1987
ΝΟΜΟΣ 1988/1759 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1988/1759 1988
ΝΟΜΟΣ 1990/1892 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1990/1892 1990
ΝΟΜΟΣ 1991/1976 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1991/1976 1991
ΝΟΜΟΣ 1992/2008 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1992/2008 1992
Αύξηση των συντάξεων και άλλες ασφαλιστικές διατάξεις. 1992/2042 1992
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1941/265 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1941/265 1941
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1941/791 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1941/791 1941
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1961/4202 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1961/4202 1961
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1964/4377 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1964/4377 1964
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1964/43774378 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1964/43774378 1964
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1964/4378 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1964/4378 1964
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1973/1346 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1973/1346 1973
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1973/95 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1973/95 1973
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 2001/158 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2001/158 2001
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ 1940/2176 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1940/2176 1940
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ 1951/1846 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1951/1846 1951
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ 1968/513 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1968/513 1968
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1974/284 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1974/284 1974
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1980/434 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1980/434 1980
ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1965/7 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1965/7 1965
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Ρύθμιση θεμάτων σχετικών με τη σύναψη και διαχείριση δανείων του Ελληνικού Δημοσίου από το εσωτερικό και το εξωτερικό και άλλες διατάξεις. 1994/2187 1994
Συγχώνευση του κλάδου σύνταξης του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων (Τ.Ε.Α.-Π.Ε.Λ.) στον Τομέα Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών που λειτουργεί στο Ι.Κ.Α. (Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ.) και ρύθμιση άλλων θεμάτων κοινωνικής ασφάλισης. 1995/2335 1995
Μέτρα για τους νέους αγρότες, σύσταση Οργανισμού Γεωργικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Κατάρτισης και Απασχόλησης και άλλες διατάξεις. 1997/2520 1997
Μέτρα κατά της εισφοροδιαφυγής, διασφάλιση εσόδων Ι.Κ.Α. και άλλα θέματα. 1997/2556 1997
Σύσταση Λογαριασμού Αγροτικής Εστίας και άλλες διατάξεις 2002/3050 2002
Οργάνωση και λειτουργία των Γραφείων Τύπου και Επικοινωνίας του Υπουργείου Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και ρυθμίσεις για τον ευρύτερο τομέα των μέσων ενημέρωσης. 2003/3166 2003
Θέματα κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις. 2004/3232 2004
Διοικητική και οργανωτική μεταρρύθμιση του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις. 2008/3655 2008
Σύσταση Παγίας προκαταβολής στην Πρεσβεία της Ελλάδος στο Μπακού. 1993/435 1993
Καθορισμός αρμοδιοτήτων που διατηρούνται από τον Υπουργό Υγείας, Προνοίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 1993/93 1993
Προσθήκη διάταξης στο άρθρο 7 του Καταστατικού του Κλάδου Ασφάλισης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης (Π.Δ. 442/1993, 184Α). 1999/215 1999