Κύρωση Διεθνούς Σύμβασης για την καταστολή των παράνομων πράξεων κατά της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας και Πρωτοκόλλου για την καταστολή παράνομων πράξεων κατά της ασφάλειας των σταθερών εγκαταστάσεων στην υφαλοκρηπίδα.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 2 "Διαπράττει ποινική παράβαση κάθε πρόσωπο που παράνομα και σκόπιμα: α) καταλαμβάνει σταθερή εγκατάσταση ή ασκεί έλεγχο επ αυτής δια βίας ή απειλής βίας, ή β) προβαίνει σε πράξη βίας κατά προσώπου που ευρίσκεται επί μιας σταθερής εγκατάστασης, εάν η πρ [...]"
1.  
    Η λήψη των απαιτούμενων μέτρων προς αντιμετώπιση των εγκλημάτων των προβλεπόμενων στις διατάξεις του παρόντος νόμου στα πλοία, στις σταθερές εγκαταστάσεις στην υφαλοκρηπίδα και χερσαίους χώρους των λιμένων ασκείται από το Λιμενικό Σώμα, το οποίο εκπονεί και εφαρμόζει τα σχετικά σχέδια ασφάλειας για την αποτελεσματική υλοποίηση των οποίων οι λοιπές δημόσιες υπηρεσίες, και τα ν.π.δ.δ. οφείλουν να παρέχουν την αναγκαία συνδρομή και βοήθεια.
2.  
    Τελεί ποινική παράβαση επίσης κάθε πρόσωπο που:
  1. αποπειράται να τελέσει μια από τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 παραβάσεις,
  2. παρακινεί άλλο πρόσωπο να τελέσει μια από αυτές τις παραβάσεις, εάν η παράβαση πράγματι τελείται, ή εάν είναι καθ οιονδήποτε τρόπο συνεργός του προσώπου που τελεί τέτοια παράβαση, ή
  3. απειλεί ότι θα τελέσει μια οιαδήποτε εκ των προβλεπόμενων στα εδάφια β) και γ) της παραγράφου 1 παραβάσεων, εάν η απειλή αυτή είναι φύσης που να θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της σταθερής εγκατάστασης, ανεξαρτήτως του εάν η εν λόγω απειλή συνδυάζεται ή όχι σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, με μέτρο που αποβλέπει στην παρεμπόδιση φυσικού ή νομικού προσώπου να τελέσει ή να απέχει της τέλεσης μιας τέτοιας πράξης
Άρθρο 3
1.  
    Διαπράττει ποινική παράβαση κάθε πρόσωπο που παράνομα και σκόπιμα: Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.
  1. κατά ή επί σταθερής εγκατάστασης όταν αυτή ευρίσκεται στην υφαλοκρηπίδα του Κράτους αυτού, ή β) από υπήκοο του Κράτους αυτού
  2. προβαίνει σε πράξη βίας εναντίον προσώπου πάνω σε πλοίο, εφόσον αυτή η πράξη θα μπορούσε να βάλει σε κίνδυνο την ασφάλεια του εν λόγω σκάφους εν πλω ή
  3. καταστρέφει πλοίο ή επιφέρει ζημία στο εν λόγω πλοίο ή στο φορτίο του, από την οποία προκύπτει ή μπορεί να προκύψει κίνδυνος σε ό,τι αφορά την ασφαλή ναυσιπλοΐα αυτού του πλοίου ή
  4. τοποθετεί πάνω σε πλοίο συσκευή ή ουσία ή προκαλεί την τοποθέτηση πάνω σε τέτοιο πλοίο με οποιονδήποτε τρόπο, συσκευής ή ουσίας από την οποία μπορεί να προκύψει κίνδυνος καταστροφής του σκάφους ή κίνδυνος βλάβης του φορτίου του ή πιθανόν να θέσει σε κίνδυνο την ασφαλή ναυσιπλοΐα αυτού του πλοίου ή
  5. καταστρέφει ή επιφέρει σοβαρές ζημίες στις ευκολίες ναυσιπλοίας ή εμποδίζει σοβαρά τη λειτουργία τέτοιων ευκολιών, εφόσον οποιαδήποτε τέτοια πράξη μπορείς να βάλει σε κίνδυνο την ασφαλή ναυσιπλοΐα του πλοίου ή
  6. διαβιβάζει πληροφορίες, τις οποίες γνωρίζει ότι είναι ψευδείς βάζοντας σε κίνδυνο την ασφαλή ναυσιπλοΐα του πλοίου ή
  7. τραυματίζει ή δολοφονεί πρόσωπο, όταν αυτά τα γεγονότα συνδέονται με οποιαδήποτε παράβαση που προβλέπεται από τα εδάφια α) και στ), είτε αυτή ετελέσθη είτε έγινε απόπειρα τελέσεως της
2.  
    Ένα Κράτος Μέρος μπορεί επίσης να ενασκήσει τη δικαιοδοσία του επί μιας οιασδήποτε των παραβάσεων αυτών:
  1. αποπειράται να τελέσει οποιαδήποτε από τις παραβάσεις που προβλέπονται από την παράγραφο 1 ή
  2. προτρέπει άλλο πρόσωπο να τελέσει οποιαδήποτε παράβαση από εκείνες, που προβλέπονται από την παράγραφο 1, εφόσον αυτή η παράβαση πράγματι τελείται, ή είναι με οποιονδήποτε τρόπο συνεργός του προσώπου, το οποίο τελεί οποιαδήποτε τέτοια παράβαση ή
  3. απειλεί ότι θα τελέσει οποιαδήποτε παράβαση από εκείνες που προβλέπονται από τα εδάφια β), γ) και ε) της παραγράφου 1, εφόσον οποιαδήποτε τέτοια απειλή μπορεί να βάλει σε κίνδυνο την ασφαλή ναυσιπλοΐα του εν λόγω πλοίου, ανεξάρτητα από το εάν η εν λόγω απειλή συνδυάζεται ή όχι, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία, με αίρεση η οποία προσβλέπει στον πειθαναγκασμό φυσικού ή νομικού προσώπου να τελέσει ή να απέχει από την τέλεση κάποιας πράξης
3.  
    Κάθε Κράτος Μέρος που καθιέρωσε τη δικαιοδοσία του νια τις αναφερόμενες στην παράγραφο 2 περιπτώσεις κοινοποιεί τούτο στο Γενικό Γραμματέα του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (που θα καλείται εφεξής ο Γενικός Γραμματέας). Εάν το εν λόγω Κράτος Μέρος καταργήσει στη συνέχεια τη νομοθεσία αυτήν κοινοποιεί τούτο στο Γενικό Γραμματέα.
4.  
    Κάθε Κράτος Μέρος παίρνει τα αναγκαία μέτρα για την ενάσκηση της δικαιοδοσίας του επί των προβλεπόμενων στο άρθρο 2 παραβάσεων στις περιπτώσεις που ο εικαζόμενος δράστης της παράβασης ευρίσκεται επί του εδάφους του και δεν τον εκδίδει σε ένα εκ των Κρατών Μερών που έχουν καθιερώσει τη δικαιοδοσία τους σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου
5.  
    Το παρόν Πρωτόκολλο δεν αίρει ουδεμία ποινική δικαιοδοσία που ενασκείται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία
Άρθρο 4
1.  
    Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται εάν το πλοίο ναυσιπλοεί ή σύμφωνα με το σχέδιο πλου πρέπει να πλεύσει σε ύδατα, δια μέσου υδάτων ή από ύδατα τα οποία βρίσκονται πέρα από το εξωτερικό όριο των χωρικών υδάτων ενός Κράτους, ή από τα παράπλευρα όρια των χωρικών του υδάτων με τα παρακείμενα Κράτη
2.  
    Στις περιπτώσεις στις οποίες η Σύμβαση δεν είναι εφαρμόσιμη σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι διατάξεις της εφαρμόζονται εντούτοις εφόσον ο δράστης ή ο εικαζόμενος δράστης της παραβάσεως ανακαλυφθεί μέσα στην επικράτεια Συμβαλλόμενου Κράτους άλλου από αυτό που αναφέρεται στην παράγραφο 1
Άρθρο 5
1.  
    Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος καταστέλλει τις προβλεπόμενες από το άρθρο 3 παραβάσεις με κατάλληλες ποινές, οι οποίες λαμβάνουν υπ όψη την σοβαρότητα των παραβάσεων αυτών Θα παραμείνει στη συνέχεια ανοικτό για την προσχώρηση.
2.  
    Τα Κράτη μπορούν να εκφράσουν τη συγκατάθεση τους να συνδεθούν με το παρόν Πρωτόκολλο με:
  1. υπογραφή χωρίς επιφύλαξη ως προς την επικύρωση, την αποδοχή ή την έγκριση, ή
  2. υπογραφή με επιφύλαξη ως προς την επικύρωση, την αποδοχή ή την έγκριση, που ακολουθείται από επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση, ή
  3. προσχώρηση
3.  
    Η επικύρωση, η αποδοχή, η έγκριση ή η προσχώρηση πραγματοποιούνται με τη κατάθεση για το σκοπό αυτόν ενός οργάνου παρά το Γενικό Γραμματέα
4.  
    Μόνο τα Κράτη που έχουν υπογράψει τη Σύμβαση χωρίς επιφύλαξη ως προς την επικύρωση, την αποδοχή ή την έγκριση που έχουν επικυρώσει, αποδεχθεί, εγκρίνει τη Σύμβαση ή έχουν προσχωρήσει σε αυτή, δύνανται να γίνουν Μέρη στο παρόν Πρωτόκολλο
Άρθρο 6
1.  
    Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος παίρνει τα αναγκαία μέτρα για την ενάσκηση της δικαιοδοσίας του σε ό,τι αφορά τις παραβάσεις, που προβλέπονται από το άρθρο 3, όταν η παράβαση διαπράττεται: Πάντως, το παρόν Πρωτόκολλο δεν δύναται να τεθεί σε ισχύ πριν από τη θέση σε ισχύ της Σύμβασης.
  1. εναντίον ή πάνω σε πλοίο, το οποίο, κατά το χρόνο της τέλεσης της παράβασης, πλέει υπό τη σημαία του Κράτους αυτού ή
  2. στο έδαφος του Κράτους αυτού, συμπεριλαμβανόμενων των χωρικών υδάτων αυτού ή
  3. από κάποιον υπήκοο του εν λόγω Κράτους
2.  
    Ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί επίσης να καθιερώσει τη δικαιοδοσία του σε οποιαδήποτε από τις εν λόγω παραβάσεις:
  1. όταν τελείται από πρόσωπο το οποίο είναι άπατρις και έχει τη συνήθη του διαμονή στο Κράτος αυτό ή
  2. όταν, κατά την τέλεση αυτής, κάποιος υπήκοος του εν λόγω Κράτους αιχμαλωτίσθηκε, απειλήθηκε, τραυματίσθηκε ή φονεύθηκε ή
  3. όταν τελέσθηκε με το σκοπό να πειθαναγκασθεί το εν λόγω Κράτος να διαπράξει κάποια πράξη ή να απέχει από αυτήν
3.  
    Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος, το οποίο ενασκεί τη δικαιοδοσία του στις περιπτώσεις, που αναφέρονται στην παράγραφο 2, αναφέρει τούτο στο Γενικό Γραμματέα του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (από δω και πέρα ο Γενικός Γραμματέας). Εάν το εν λόγω Συμβαλλόμενο Κράτος καταργεί στη συνέχεια τη νομοθεσία αυτήν, το αναφέρει στο Γενικό Γραμματέα.
4.  
    Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος θα παίρνει τα αναγκαία μέτρα με σκοπό να ενασκήσει τη δικαιοδοσία του σε ό,τι αφορά τις παραβάσεις που προβλέπονται από το άρθρο 3 στην περίπτωση που ο εικαζόμενος δράστης της παραβάσεως βρίσκεται στο έδαφος του και στην περίπτωση που το εν λόγω Κράτος δεν τον εκδίδει σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, τα οποία καθιέρωσαν τη δικαιοδοσία τους, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου
5.  
    Η παρούσα Σύμβαση δεν αποκλείει οποιαδήποτε πανί κή δικαιοδοσία, που ασκείται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία
Άρθρο 7
1.  
    Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος πάνω στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο δράστης ή ο εικαζόμενος δράστης της παράβασης, εφόσον θεωρεί ότι οι περιστάσεις το επιβάλλουν, εξασφαλίζει την κράτηση του προσώπου αυτού ή παίρνει κάθε άλλο αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλίσει την παρουσία του. Αυτή η κράτηση και τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι σύμφωνα με τη νομοθεσία του εν λόγω Κράτους και δεν μπορούν να διατηρηθούν παρά μόνο για το αναγκαίο διάστημα για την έναρξη της ποινικής δίωξης ή της διαδικασίας έκδοσης.
2.  
    Η καταγγελία πραγματοποιείται με την κατάθεση παρά το Γενικό Γραμματέα ενός οργάνου καταγγελίας
3.  
    Η καταγγελία θα έχει αποτέλεσμα μετά πάροδο ενός έτους από της ημέρας λήψεως του οργάνου καταγγελίας υπό του Γενικού Γραμματέα ή μετά τη λήξη κάθε μεγαλύτερης προθεσμίας, που αναφέρεται στο όργανο αυτό
  1. να επικοινωνήσει χωρίς καθυστέρηση με τον κοντινότερο αρμόδιο εκπρόσωπο του Κράτους, του οποίου έχει την ιθαγένεια ή διαφορετικά δικαιούται τέτοια επικοινωνία ή εάν είναι άπατρις με το Κράτος στο έδαφος του οποίου έχει τη συνήθη του διαμονή,
  2. να δεχθεί την επίσκεψη ενός αντιπροσώπου του εν λόγω Κράτους
4.  
    Καταγγελία της Σύμβασης εκ μέρους ενός Κράτους Μέρους εκλαμβάνεται ως καταγγελία υπό του Μέρους αυτού του παρόντος Πρωτοκόλλου
5.  
    Όταν ένα Συμβαλλόμενο Κράτος θέτει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ένα πρόσωπο υπό κράτηση, θα γνωστοποιεί αμέσως στα Κράτη τα οποία καθιέρωσαν τη δικαιοδοσία τους, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 6, καθώς και οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο Κράτος, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, ότι το πρόσωπο αυτό βρίσκεται υπό κράτηση και τις περιστάσεις στις οποίες θεωρήθηκε αναγκαία η κράτηση του. Το Κράτος το οποίο κάνει την προκαταρκτική ανάκριση, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, θα ανακοινώσει χωρίς καθυστέρηση τα πορίσματα του στα πιο πάνω Κράτη και θα δηλώσει, εάν προτίθεται να ασκήσει τη δικαιοδοσία του.
Άρθρο 8
1.  
    Ο Οργανισμός δύναται να συγκαλεί σύνοδο για αναθεώρηση ή τροποποίηση του παρόντος Πρωτοκόλλου
2.  
    Ο Γενικός Γραμματέας συγκαλεί σύνοδο των Κρατών Μερών στο παρόν Πρωτόκολλο για να αναθεωρήσουν ή να τροποποιήσουν το Πρωτόκολλο εάν αυτό ζητηθεί από το εν τρίτο των Κρατών Μερών ή από πέντε Κράτη Μέρη, εάν ο τελευταίος αυτός αριθμός είναι μεγαλύτερος
3.  
    Κάθε όργανο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης που κατατίθεται μετά την ημέρα θέσης σε ισχύ μιας τροπολογίας στο παρόν Πρωτόκολλο θεωρείται ότι εφαρμόζεται στο Πρωτόκολλο, όπως αυτό τροποποιήθηκε Κράτος που αρνείται να δεχθεί πρόσωπο οφείλει να διατυπώνει τους λόγους για την ενέργεια αυτή.
4.  
    Το Κράτος της σημαίας θα επιλαμβάνεται, ώστε ο κυβερνήτης του πλοίου του να μπορεί να γνωστοποιεί στις Αρχές του Κράτους - αποδέκτη τα αποδεικτικά στοιχείο που έχει στη διάθεση του και που είναι σχετικά με την εικαζόμενη παράβαση
5.  
    Κράτος - αποδέκτης που αποδέχθηκε την παράδοση προσώπου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3, θα μπορεί με τη σειρά του να ζητά από το Κράτος της σημαίας την αποδοχή της παράδοσης του προσώπου αυτού. Το Κράτος της σημαίας θα εξετάζει το αίτημα αυτό και, εάν το αποδεχθεί, θα ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7. Άρνηση αποδοχής κάποιου προσώπου θα πρέπει να είναι αιτιολογημένη.
Άρθρο 9
1.  
    Καμία διάταξη της παρούσας Σύμβασης δεν μπορεί να προσβάλλει με οποιονδήποτε τρόπο τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, που είναι σχετικοί με την άσκηση της δικαιοδοσίας των Κρατών σε ό,τι αφορά την έρευνα ή την τέλεση πάνω σε πλοία, τα οποία δεν πλέουν υπό τη σημαία τους Ο Γενικός Γραμματέας: α) ενημερώνει όλα τα Κράτη, που έχουν υπογράψει το παρόν Πρωτόκολλο ή έχουν προσχωρήσει σε αυτό, καθώς και όλα τα Μέλη του Οργανισμού: 1 ) για κάθε νέα υπογραφή ή κάθε κατάθεση ενός νέου οργάνου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, καθώς και για τις ημερομηνίες αυτών, 2) για την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του παρόντος Πρωτοκόλλου, 3) για την κατάθεση κάθε οργάνου καταγγελίας του παρόντος Πρωτοκόλλου και για την ημερομηνία λήψης του, καθώς και για την ημερομηνία θέσης σε ισχύ της καταγγελίας. 4) για τη λήψη κάθε δήλωσης ή κοινοποίησης που γίνεται δυνάμει του παρόντος Πρωτοκόλλου ή της Σύμβασης που αφορά στο παρόν Πρωτόκολλο, β) διαβιβάζει ακριβή αντίγραφα του παρόντος Πρωτοκόλλου, ένα ακριβές αντίγραφο διαβιβάζεται από το Θεματοφύλακα στο Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για να καταχωρισθεί και να δημοσιευθεί σύμφωνα με το Άρθρο 102 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Άρθρο 10
1.  
    Το Συμβαλλόμενο Κράτος στην επικράτεια του οποίου ανακαλύφθηκε και κρατείται ο δράστης ή ο εικαζόμενος δράστης της παράβασης, στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το άρθρο 6, εφόσον δεν εκδίδει αυτόν, υποχρεούται χωρίς καθυστέρηση και χωρίς καμία εξαίρεση και ανεξάρτητα από το εάν η παράβαση τελέστηκε ή όχι στην επικράτεια του, να υποβάλει την υπόθεση στις αρμόδιες αρχές του, με σκοπό την ποινική δίωξη και με διαδικασία σύμφωνα με τους νόμους του Κράτους αυτού. Οι Αρχές αυτές θα πάρουν την απόφαση τους σα να επρόκειτο για παράβαση σοβαρής φύσης του κοινού δικαίου, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους αυτού. ΣΥΝΕΤΑΧΘΗ ΣΤΗ ΡΩΜΗ σήμερα στις δέκα Μαρτίου χίλια εννιακόσια ογδόντα οκτώ.
2.  
    Κάθε πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει ασκηθεί δίωξη για μια από τις παραβάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3, θα έχει εγγυημένη και δίκαιη μεταχείριση σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και θα απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα και τις εγγυήσεις, που προβλέπονται για μια τέτοια διαδικασία από τους νόμους του Κράτους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται αυτός
Άρθρο 11
1.  
    Οι παραβάσεις που προβλέπονται από το άρθρο 3 θα θεωρηθούν αυτοδίκαια ως παραβάσεις, που υπόκεινται σε έκδοση σε οποιαδήποτε συνθήκη περί εκδόσεως, που έχει συναφθεί μεταξύ των Συμβαλλόμενων Κρατών. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμπεριλάβουν αυτές τις παραβάσεις ως παραβάσεις, που υπόκεινται σε έκδοση, σε κάθε συνθήκη περί εκδόσεως, που έχει υπογραφεί από αυτά.
2.  
    Εάν ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη το οποίο εξαρτά την έκδοση από την ύπαρξη σύμβασης, δεχθεί αίτηση έκδοσης από άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος με το οποίο δεν συνδέεται με συνθήκη έκδοσης, το Κράτος που ζητά την έκδοση μπορεί να θεωρήσει ότι η παρούσα Σύμβαση αποτελεί τη νομική βάση για έκδοση, σε σχέση με τις παραβάσεις που προβλέπονται από το άρθρο 3. Η έκδοση θα υπόκειται στους υπόλοιπους όρους που προβλέπονται από το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση.
3.  
    Τα Συμβαλλόμενα Κράτη, που δεν υποχρεούνται σε έκδοση βάσει υπάρχουσας συνθήκης, θα αναγνωρίσουν τις παραβάσεις που προβλέπονται από το άρθρο 3, ως παραβάσεις που υπόκεινται σε έκδοση, με τους όρους που προβλέπονται από το δίκαιο του Κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση
4.  
    Εάν είναι αναγκαίο, μεταξύ των Συμβαλλόμενων Κρατών, οι παραβάσεις του άρθρου 3 θεωρούνται για έκδοση σαν να έχουν τελεσθεί, όχι μόνο στον τόπο όπου διαπράχθηκαν, αλλ επίσης και στον τόπο όπου καθιερώνει τη δικαιοδοσία του το Συμβαλλόμενο Κράτος που ζητά την έκδοση
5.  
    Συμβαλλόμενο Κράτος, το οποίο δέχεται περισσότερες από μια αιτήσεις έκδοσης εκ μέρους των Κρατών τα οποία έχουν καθιερώσει τη δικαιοδοσία τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 και το οποίο αποφασίζει να μην ασκήσει ποινική δίωξη, θα πρέπει να λαμβάνει υπ όψη του, κατά την επιλογή του Κράτους στο οποίο θα οφείλει να εκδοθεί ο δράστης ή ο εικαζόμενος δράστης, τα συμφέροντα και τις ευθύνες του Συμβαλλόμενου Κράτους υπό τη σημαία του οποίου έπλεε το πλοίο κατά το χρόνο της τέλεσης της παράβασης
6.  
    Όταν εξετάζει αίτηση έκδοσης του εικαζόμενου δράστη κάποιας παράβασης, αίτηση που έχει υποβληθεί δυνάμει της παρούσας Σύμβασης, θα πρέπει να γνωρίζει το Κράτος στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, εάν το εν λόγω πρόσωπο μπορεί να ασκήσει, στο Κράτος που ζητά την έκδοση του, τα δικαιώματα του, όπως αυτά προβλέπονται από την παράγραφο 3 του άρθρου 7
7.  
    Σε ό,τι αφορά τις παραβάσεις που έχουν ορισθεί στην παρούσα Σύμβαση, οι διατάξεις που προβλέπονται σε όλες τις συνθήκες και συμφωνίες περί έκδοσης που συνάφθηκαν μεταξύ των Συμβαλλόμενων Κρατών, μπορούν να τροποποιηθούν μεταξύ των Συμβαλλόμενων Κρατών, εφόσον αυτές είναι ασυμβίβαστες με την παρούσα Σύμβαση
Άρθρο 12
1.  
    Τα Συμβαλλόμενα Κράτη θα παρέχουν αμοιβαία την πιο ευρεία δικαστική συνδρομή σε κάθε ποινική διαδικασία που είναι σχετική με τις παραβάσεις που προβλέπονται από το άρθρο 3, συμπεριλαμβανόμενης και της παροχής αποδείξεων, τις οποίες διαθέτουν, αναγκαίων για την εν γένει διαδικασία
2.  
    Τα Συμβαλλόμενα Κράτη εκπληρούν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της παραγράφου 1, σύμφωνα με κάθε συνθήκη περί αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής, η οποία είναι δυνατό να υπάρχει μεταξύ τους. Στην περίπτωση όπου υφίσταται τέτοια συνθήκη, τα Συμβαλλόμενα Κράτη παρέχουν αμοιβαία την εν λόγω δικαστική συνδρομή, σύμφωνα με τις εσωτερικές τους νομοθεσίες.
Άρθρο 13
1.  
    Τα Συμβαλλόμενα Κράτη θα συνεργαστούν για την πρόληψη των παραβάσεων που προβλέπονται από το άρθρο 3 και ιδιαίτερα:
  1. Θα πάρουν όλα τα δυνατά μέτρα της πρόληψης προπαρασκευών στα εδάφη τους για την εκτέλεση τέτοιων παραβάσεων μέσα ή έξω από το έδαφος τους
  2. Θα ανταλλάσουν πληροφορίες σύμφωνα με τις διατάξεις των εσωτερικών τους νομοθεσιών και θα συντονίζουν τη λήψη διοικητικής ή άλλης φύσης μέτρων, τα οποία κρίνουν αναγκαία για την πρόληψη εκτέλεσης τέτοιων παραβάσεων που προβλέπονται από το άρθρο 3
2.  
    Εάν το ταξίδι πλοίου καθυστερήσει ή διακοπεί από την τέλεση μιας από πς προβλεπόμενες από το άρθρο 3 παραβάσεις, κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μέσα στην επικράτεια του οποίου ευρίσκεται το πλοίο, οι επιβάτες ή το πλήρωμα, οφείλει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς αποφυγή ανάρμοστης κράτησης ή καθυστέρησης του πλοίου και των επιβατών, του πληρώματος και του φορτίου πάνω σε αυτό
Άρθρο 14
1.  
    Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος το οποίο έχει λόγους να πιστεύει ότι πρόκειται να τελεστεί μια από τις παραβάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3, παρέχει σύμφωνα με το εσωτερική του δίκαιο, το ταχύτερο δυνατόν, κάθε χρήσιμη πληροφορία την οποία κατέχει στα Κράτη τα οποία πιστεύει ότι είναι τα Κράτη που καθιέρωσαν τη δικαιοδοσία τους σύμφωνα με το άρθρο 6
Άρθρο 15
1.  
    Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, αναφέρει, το ταχύτερο δυνατόν, στο Γενικό Γραμματέα κάθε σχετική χρήσιμη πληροφορία που κατέχει σε ό,τι αφορά:
  1. τις συνθήκες της παράβασης,
  2. τα μέτρα που ελήφθησαν κατ εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 13,
  3. τα μέτρα που ελήφθησαν αναφορικά με το δράστη ή τον εικαζόμενο δράστη της παράβασης, και ειδικότερα, τα αποτελέσματα οποιασδήποτε διαδικασίας έκδοσης ή άλλης νομικής διαδικασίας
2.  
    Το Συμβαλλόμενο Κράτος όπου ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του εικαζόμενου δράστη της παράβασης, θα ανακοινώσει σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία το τελικό αποτέλεσμα της διαδικασίας προς το Γενικό Γραμματέα
3.  
    Ο Γενικός Γραμματέας θα διαβιβάσει τις πληροφορίες που του ανακοινώθηκαν, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, προς όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη, τα Μέλη του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (από δω και πέρα ο Οργανισμός), τα άλλα ενδιαφερόμενα Κράτη και τους αρμόδιους διεθνείς διακυβερνητικούς οργανισμούς
Άρθρο 16
1.  
    Κάθε διαφορά μεταξύ των Συμβαλλόμενων Κρατών, που αφορά στην ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης, η οποία δεν μπορεί να διευθετηθεί μέσα σε λογική προθεσμία με διαπραγματεύσεις, θα υποβάλλεται με αίτηση του ενός από αυτά σε διαιτησία. Εάν μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία της αίτησης διαιτησίας, τα μέρη δεν συμφωνήσουν σχετικά με την οργάνωση της διαιτησίας, οποιοδήποτε από τα μέρη αυτά μπορεί να υποβάλει τη διαφωνία στο Δικαστήριο της Διεθνούς Δικαιοσύνης με αίτηση σύμφωνα με το καταστατικό του Δικαστηρίου.
2.  
    Κάθε Κράτος μπορεί κατά την υπογραφή, επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση της παρούσας Σύμβασης ή κατά την προσχώρηση σε αυτή, να δηλώσει ότι δεν θεωρεί ότι δεσμεύεται με οποιαδήποτε διάταξη ή με όλες τις διατάξεις της παραγράφου 1. Τα άλλα Συμβαλλόμενα Κράτη δε θα θεωρούνται ότι δεσμεύονται με τις πιο πάνω διατάξεις απέναντι σε Συμβαλλόμενο Κράτος, που έχει διατυπώσει τέτοια επιφύλαξη.
3.  
    Οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Κράτος που έχει διατυπώσει επιφύλαξη, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2, μπορεί οποτεδήποτε να αποσύρει την επιφύλαξη αυτή με γνωστοποίηση που να απευθύνεται προς το Γενικό Γραμματέα
Άρθρο 17
1.  
    Η παρούσα Σύμβαση θα ανοίγει προς υπογραφή στη Ρώμη σης 10 Μαρτίου 1988 από τα Κράτη που συμμετέχουν στη Διεθνή Διάσκεψη περί καταστολής παράνομων πράξεων κατά της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας. Η Σύμβαση θα ανάγει προς υπογραφή από όλα τα Κράτη στην Έδρα του Οργανισμού από τις 14 Μαρτίου μέχρι τις 9 Μαρτίου 1988. Η παρούσα Σύμβαση θα είναι ανοικτή προς υπογραφή.
2.  
    Τα Κράτη μπορούν να δηλώσουν ότι επιθυμούν να δεσμευτούν από την παρούσα Σύμβαση με:
  1. υπογραφή χωρίς επιφύλαξη που αφορά στην επικύρωση, την αποδοχή ή την έγκριση,
  2. υπογραφή με επιφύλαξη επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης την οποία ακολουθεί επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση,
  3. προσχώρηση
3.  
    Η επικύρωση, η αποδοχή, η έγκριση ή η προσχώρηση συντελούνται με κατάθεση, για το σκοπό αυτόν, εγγράφου στο Γενικό Γραμματέα
Άρθρο 18
1.  
    Η παρούσα Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ μετά από ενενήντα μέρες από την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβασης χωρίς επιφύλαξη που να αφορά στην επικύρωση, την αποδοχή ή την έγκριση, ή της κατάθεσης κάποιου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης δεκαπέντε Κρατών
2.  
    Για Κράτος που καταθέτει κάποιο έγγραφο επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης της παρούσας Σύμβασης ή προσχώρησης σε αυτή μετά από την εκπλήρωση των όρων που διέπουν τη θέση σε ισχύ αυτής της Σύμβασης, η επικύρωση, η αποδοχή, η έγκριση ή η προσχώρηση θα τεθεί σε ισχύ ενενήντα μέρες μετά από την ημερομηνία της κατάθεσης
Άρθρο 19
1.  
    Οποιοδήποτε από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, μπορεί να καταγγείλει την παρούσα Σύμβαση οποτεδήποτε μετά από πάροδο ενός έτους από την ημέρα που θα τεθεί σε ισχύ για το Κράτος αυτό η παρούσα Σύμβαση
2.  
    Η καταγγελία θα συντελείται με κατάθεση εγγράφου καταγγελίας στο Γενικό Γραμματέα
3.  
    Η καταγγελία θα έχει αποτέλεσμα μετά από πάροδο ενός έτους από την ημέρα λήψης του οργάνου καταγγελίας από το Γενικό Γραμματέα ή από την τελευταία ημέρα της μεγαλύτερης προθεσμίας η οποία αναφέρεται στο έγγραφο αυτό
Άρθρο 20 "1.0 Οργανισμός μπορεί να συγκαλέσει σε διάσκεψη για αναθεώρηση ή τροποποίηση της παρούσας Σύμβασης."
2.  
    Ο Γενικός Γραμματέας συγκαλεί σε διάσκεψη τα Συμβαλλόμενα στην παρούσα Σύμβαση Κράτη για να αναθεωρήσουν ή να τροποποιήσουν τη Σύμβαση, με αίτηση του ενός τρίτου από τα Συμβαλλόμενα Κράτη ή δέκα Συμβαλλόμενων Κρατών, εφόσον ο τελευταίος αυτός αριθμός είναι μεγαλύτερος
3.  
    Κάθε έγγραφο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης που θα κατετίθετο μετά από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ τροποποίησης της παρούσας Σύμβασης θεωρείται ότι εφαρμόζεται στην παρούσα Σύμβαση όπως αυτή τροποποιήθηκε
Άρθρο 21
1.  
    Η παρούσα Σύμβαση κατατίθεται στο Γενικό Γραμματέα
2.  
    Ο Γ ενικός Γραμματέας:
  1. θα γνωστοποιεί προς τα Κράτη που έχουν υπογράψει την παρούσα Σύμβαση ή έχουν προσχωρήσει ο αυτήν, καθώς και σε όλα τα Μέλη του Οργανισμού:
  2. i) Κάθε νέα υπογραφή ή κάθε νέα κατάθεση εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης και την ημερομηνία αυτής της υπογραφής ή κατάθεσης. ii) Την ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ. iii) Κάθε κατάθεση εγγράφου καταγγελίας της παρούσας Σύμβασης, καθώς και την ημερομηνία της λήψης αυτής και την ημερομηνία κατά την οποία η καταγγελία θα έχει αποτέλεσμα. ίν) Τη λήψη οποιασδήποτε δήλωσης ή γνωστοποίησης που γίνεται δυνάμει της παρούσας Σύμβασης.
  3. Διαβιβάζει τα επικυρωμένα αντίγραφα της παρούσας Σύμβασης σε όλα τα Κράτη που έχουν υπογράψει αυτήν ή έχουν προσχωρήσει σε αυτή
3.  
    Αμέσως μόλις η παρούσα Σύμβαση τεθεί σε ισχύ, επικυρωμένο αντίγραφο της θα διαβιβασθεί από το θεματοφύλακα προς το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών με την καταχώριση της στα μητρώα και τη δημοσίευση της σύμφωνα με το Αρθρο 102 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών
Άρθρο 22 "Η παρούσα Σύμβαση έγινε στην αγγλική, αραβική, κινεζική, ισπανική, γαλλική και ρωσσική γλώσσα και όλα τα κείμενα είναι εξ (σου αυθεντικά, σε ένα μόνο αντίτυπο. ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΠΙΟ ΠΑΝΩ, οι υπογεγραμμένοι πληρεξούσιοι, που έχουν αρμόδια εξουσιοδοτηθεί [...]"
1.  
    Οι διατάξεις των άρθρων 5 και 7 και αυτές των άρθρων 10 έως 16 της Σύμβασης για την καταστολή παράνομων πράξεων κατά της ασφάλειας της ναυσιπλοίας (που θα καλείται εφεξής η Σύμβαση) εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών (mutatis mutandis) και στις προβλεπόμενες στο άρθρο 2 του παρόντος Πρωτοκόλλου παραβάσεις όταν οι παραβάσεις αυτές διαπράττονται επί ή κατά σταθερών εγκαταστάσεων στην υφαλοκρηπίδα
2.  
    Στις περιπτώσεις που το παρόν Πρωτόκολλο δεν είναι εφαρμόσιμο, σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι διατάξεις του είναι εν τούτοις εφαρμόσιμες εάν ο δράστης ή δ εικαζόμενος δράστης της παράβασης ανακαλύπτεται επί του εδάφους ενός Κράτους Μέρους άλλου από το Κράτος στα εσωτερικά ύδατα ή στη χωρική θάλασσα του οποίου ευρίσκεται η σταθερή εγκατάσταση
3.  
    Για τους σκοπούς του παρόντος Πρωτοκόλλου, σταθερή εγκατάσταση σημαίνει τεχνητό νησί, μόνιμη εγκατάσταση ή έργο που έχει τη βάση του στο βυθό της θάλασσας και που έχει ως σκοπό την έρευνα ή την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών ή άλλους οικονομικούς σκοπούς