ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Νόμος

ΚΩΔΙΚΟΣ

1993/2172

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

1993-12-16

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1993-12-16

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

1993-12-16

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Τροποποίηση και αντικατάσταση διατάξεων του Ν. 1756/ 1988 «Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών», του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
Άρθρο 2 Το άρθρο 15 του ν. 1756/ 19Β8, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 4 του ν. 1868/1989, 4 παρ.1 του ν. 1968/ 1991 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 παρ.3α του ν. 2145/1993, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 15 1.Τα δικαστήρια διευθύνονται: 1)από τον πρόεδρο του δικαστηρίου και αν οι πρόεδροι είναι περισσότεροι από τον αρχαιότερο, 2)από τον ειρηνοδίκη το ειρηνοδικείο και τον πταισματοδίκη το πταισματοδικείο και. αν αυτοί είναι περισσότεροι, από τον αρχαιότερο. 2.Το πολιτικό και διοικητικό εφετείο Αθηνών, τα πρωτοδικεία, πολιτικά και διοικητικά Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά και το Ειρηνοδικείο Αθηνών, διευθύνονται από τριμελές συμβούλιο. 3.Το συμβούλιο αποτελείται: 1)για το πολιτικό και διοικητικό εφετείο Αθηνών από έναν πρόεδρο εφετών, ως πρόεδρο και δύο εφέτες, ως μέλη, 2)για τα πολιτικά και διοικητικά πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά από έναν πρόεδρο πρωτοδικών, ως πρόεδρο και δύο πρωτοδίκες, ως μέλη, 3)για το Ειρηνοδικείο Αθηνών από έναν ειρηνοδίκη Α τάξεως, ως πρόεδρο και δύο ειρηνοδίκες των λοιπών τάξεων, ως μέλη. 4.Ο Πρόεδρος και τα μέλη των συμβουλίων, καθώς και οι αναπληρωτές τους εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία από τις ολομέλειες των οικείων δικαστηρίων, οι οποίες συνέρχονται αυτοδικαίως για το σκοπό αυτόν ανά διετία την ενδεκάτη πρωινή ώρα του δεύτερου Σαββάτου του μηνός Οκτωβρίου. Αν κατά τη συνεδρίαση αυτή δεν υπάρχει η απαρτία που προβλέπεται οπό τις διατάξεις των δύο πρώτων εδαφίων της παραγράφου 5 του άρθρου 14 οι ολομέλειες συνέρχονται αυτοδικαίως την ίδια ώρα του επόμενου Σαββάτου, και τα παρόντα κατά τη συνεδρίαση μέλη τους εκλέγουν τον πρόεδρο και τα μέλη των συμβουλίων. Υποψήφιοι είναι υποχρεωτικά όλοι οι δικαστές που υπηρετούν στο οικείο δικαστήριο και. προκειμένου για πρωτοδίκες και ειρηνοδίκες όσοι έχουν τριετή τουλάχιστον υπηρεσία πρωτοδίκη ή ειρηνοδίκη αντιστοίχως. Η εκλογή διενεργείται από τριμελή εφορευτική επιτροπή, οριζόμενη από την ολομέλεια με χωριστά ψηφοδέλτια για τον πρόεδρο και τα μέλη, στα οποία έχουν αναγραφεί τα ονόματα όλων των εκλόγιμων προέδρων και όλων των εκλόγιμων μελών. Κάθε μέλος της ολομέλειας εκφράζει την προτίμησή του σε δύο από τους προέδρους και τέσσερις από τα μέλη με σταυρό προτίμησης, που τίθεται στο ψηφοδέλτιο πριν από το όνομα του υποψηφίου με γραφίδα μπλέ ή μαύρου χρώματος. Με βάση τις ψήφους που έλαβε κάθε υποψήφιος εκλέγονται ο πρόεδρος με έναν αναπληρωτή και τα μέλη του συμβουλίου με δύο αναπληρωτές. Αν υπάρξει ισοψηφία διενεργείται κλήρωση από την εφορευτική επιτροπή. Σε περίπτωση έλλειψης ή μετάθεσης προέδρου ή μέλους συμβουλίου τη θέση καταλαμβάνει ο αναπληρωτής. Για την εκλογή η εφορευτική επιτροπή συντάσσει πρακτικό το οποίο παραδίδει στον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου, προκειμένου να υποβληθεί στις προϊστάμενες αρχές και κοινοποιηθεί στους εκλεγόμενους. 5.Η θητεία του συμβουλίου είναι διετής και αρχίζει την 1η Ιανουαρίου του επόμενου της εκλογής έτους. Απο την εκλογή τους και έως τη λήξη της θητείας τους, ο πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου, καθώς και οι αναπληρωτές τους δεν επιτρέπεται να μετατεθούν χωρίς αίτηση τους, εκτός αν υπέπεσαν σε βαρύ παράπτωμα, για το οποίο έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη. 6.Δεν μπορεί να είναι πρόεδροι ή μέλη των συμβουλίων οι δικαστές που: 1)Εχουν τιμωρηθεί πειθαρχικά με την ποινή της προσωρινής παύσης, για την οποία δεν συντρέχουν οι όροι διαγραφής της από το μητρώο, σύμφωνα με το άρθρο 106 παρ.4. 2)Εκκρεμεί εναντίον τους ποινική δίωξη για κακούργημα ή πλημμέλημα που τελέστηκε με δόλο. 7.Τα όργανα που διευθύνουν τα δικαστήρια έχουν τις εξής αρμοδιότητες: 1)Το τριμελές συμβούλιο: 1) ορίζει τους δικαστές και δικαστικούς υπαλλήλους που θα μετέχουν σε επιτροπές, συλλογικά όργανα της Διοίκησης, συμβούλια ή άλλα μη δικαιοδοτικά όργανα, που προβλέπονται από το νόμο ή τον κανονισμό του δικαστηρίου, 2) καταρτίζει τις συνθέσεις των τμημάτων του δικαστηρίου πριν από την έναρξη του δικαστικού έτους, εφόσον ο νόμος ή ο κανονισμός του δικαστηρίου δεν ορίζει διαφορετικά, 3) παραπέμπει τα σημαντικά θέματα στην ολομέλεια του δικαστηρίου, 4) αποφασίζει για οποιοδήποτε άλλο θέμα, το οποίο δεν υπάγεται ρητά από το νόμο ή τον κανονισμό στην αρμοδιότητα του προέδρου του συμβουλίου ή της ολομέλειας (τεκμήριο αρμοδιότητας), 5) τοποθετεί δικαστικούς υπαλλήλους στα διάφορα τμήματα και υπηρεσίες του δικαστηρίου, 6) μετακινεί δικαστές από ένα τμήμα σε άλλο κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους, εφόσον το επιβάλλουν ειδικές υπηρεσιακές ανάγκες. Το συμβούλιο αποφασίζει κατά πλειοψηφία και πάντοτε με τριμελή σύνθεση. 2)Ο πρόεδρος του συμβουλίου: 1) εκπροσωπεί το δικαστήριο και φροντίζει για την εύρυθμη διεξαγωγή των εργασιών του, 2) αποφασίζει για τη σύγκληση της ολομέλειας του δικαστηρίου στις προβλεπόμενες από το νόμο ή τον κανονισμό του δικαστηρίου περιπτώσεις, καθορίζει την ημερήσια διάταξη και διευθύνει τις εργασίες της, 3) ορίζει τους κατά το άρθρο 5 αναπληρωτές δικαστές, 4) προσδιορίζει κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους, σε επείγουσες περιπτώσεις, συζητήσεις υποθέσεων καθ υπέρβαση του αριθμού, που έχει καθοριστεί από την ολομέλεια ή τον κανονισμό του δικαστηρίου και σε ποσοστό που δεν υπερβαίνει το 10% του αριθμού αυτού, 5) συγκαλεί το συμβούλιο με πρόσκληση που επιδίδεται με απόδειξη στα μέλη του συμβουλίου και εκτελεί τις αποφάσεις του συμβουλίου και της ολομέλειας του δικαστηρίου, 6) έχει την επιμέλεια της αλληλογραφίας του δικαστηρίου, 7) προΐσταται της γραμματείας του δικαστηρίου, ηη) εγκρίνει τη χορήγηση αντιγράφων, θθ) βεβαιώνει την ιδιότητα και το γνήσιο της υπογραφής των δικαστών και δικαστικών υπαλλήλων, 8) αποφαίνεται για τις αιτήσεις κατά προτίμηση προσδιορισμού συζήτησης υπόθεσης σε σύντομη δικάσιμο. Οι κατά προτίμηση προσδιοριζόμενες υποθέσεις δεν μπορούν να υπερβαίνουν τον αριθμό που έχει καθοριστεί από την ολομέλεια ή τον κανονισμό του δικαστηρίου, 9) ορίζει το ανακριτικό τμήμα, στο οποίο εισάγεται κάθε υπόθεση για την οποία παραγγέλθηκε κύρια ανάκριση. Στην άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών ο πρόεδρος επικουρείται από τα μέλη του συμβουλίου, στα οποία μπορεί να αναθέτει ορισμένες από αυτές. 3)Ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο: όλες τις αρμοδιότητες του τριμελούς συμβουλίου και του προέδρου του. 8.Οι πράξεις και αποφάσεις του τριμελούς συμβουλίου για όλα τα θέματα των αρμοδιοτήτων του, καθώς και του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο για τις αντίστοιχες αρμοδιότητες, υπόκεινται σε προσφυγή στην ολομέλεια του δικαστηρίου, που συγκαλείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περίπτ. α, καθώς και αν ζητηθεί από το μέλος ή τα μέλη της ολομέλειας, τα οποία οι πράξεις και αποφάσεις αυτές αφορούν. Οι πράξεις και αποφάσεις του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του της παρ.7 περίπτ. α6, καθώς και οι αντίστοιχες του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, υπόκεινται σε προσφυγή στην ολομέλεια του δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περίπτ. α. Άρθρο 3 Το άρθρο 16 του ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 παρ. 3β του ν. 2145/1993, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 16 Την εισαγγελία διευθύνει ο εισαγγελέας, ο οποίος φροντίζει για την εύρυθμη διεξαγωγή των εργασιών της. Αν στην ίδια εισαγγελία υπηρετούν περισσότεροι εισαγγελείς, τη διεύθυνση ασκεί ο αρχαιότερος. Άρθρο 4 1.Η παράγραφος 1 του άρθρου 17 στοιχ. Α του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 1868/1989, αντικαθίσταται ως εξής: 1.Με την επιφύλαξη του άρθρου 23 κάθε δικαστήριο ή εισαγγελία οφείλει να καταρτίζει κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας, ο οποίος συμπληρώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, όταν επιβάλλεται από υπηρεσιακές ανάγκες. 2.Οι παράγραφοι 1, 3 και 4 του άρθρου 17 στοιχ. Β του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 1868/1989, αντικαθίστανται ως εξής: 1. Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση. 3.Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα: Στο πρωτοδικείο: 1)όλων των προέδρων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και ο ανάλογος προς τις υπηρεσιακές ανάγκες αριθμός από τους προέδρους των τριμελών πλημμελειοδικείων. 2)των αρχαιότερων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των υπόλοιπων τριμελών πλημμελειοδικείων, 3)όλων των υπόλοιπων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών δικαστηρίων, των τριμελών πλημμελειοδικείων και οι δικαστές των μονομελών πλημμελειοδικείων, 4)των παρέδρων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται μόνο αριστερά μέλη στις συνθέσεις τριμελών πλημμελειοδικείων. Στην εισαγγελία πρωτοδικών: α) όλων των εισαγγελέων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και ανάλογος προς τις υπηρεσιακές ανάγκες αριθμός από τους εισαγγελείς των τριμελών πλημμελειοδικείων, 2)όλων των αντεισαγγελέων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των υπόλοιπων τριμελών πλημμελειοδικείων και ανάλογος προς τις υπηρεσιακές ανάγκες αριθμός από τους εισαγγελείς των μονομελών πλημμελειοδικείων, 3)των παρέδρων εισαγγελίας, από τους οποίους κληρώνονται εισαγγελείς των μονομελών πλημμελειοδικείων και εφόσον επιβάλλεται από υπηρεσιακές ανάγκες και ανάλογος αριθμός από τους εισαγγελείς των τριμελών πλημμελειοδικείων. Στο εφετείο: 1)όλων των προέδρων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των μικτών ορκωτών εφετείων και των πενταμελών εφετείων, 2)των αρχαιότερων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων, 3)όλων των υπόλοιπων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών, των πενταμελών και των τριμελών εφετείων. Στην εισαγγελία εφετών: 1)όλων των εισαγγελέων, από τους οποίους κληρώνονται εισαγγελείς των μικτών ορκωτών, των πενταμελών και ανάλογος αριθμός από τους εισαγγελείς των τριμελών εφετείων, 2)όλων των αντεισαγγελέων, από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των υπόλοιπων τριμελών εφετείων. 4.Με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός. Αν εξαντληθούν οι κλήροι πριν συμπληρωθούν όλες οι συνθέσεις, τοποθετούνται πάλι στην κληρωτίδα. Δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του ίδιου δικαστικού έτους έχουν κληρωθεί κατ επανάληψη, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν με προσφυγή στο τριμελές συμβούλιο ή στον προϊστάμενο της εισαγγελίας την εξαίρεσή τους από την κλήρωση του επόμενου μήνα. Στην κληρωτίδα δεν τίθενται τα ονόματα των δικαστικών λειτουργών που έχουν συμπληρώσει την ανάλογη μηνιαία υπηρεσία. Τα πρόχειρα πρακτικά της κλήρωσης συντάσσονται με χρήση χημικού χάρτη σε δύο όμοια πρωτότυπα, τα οποία υπογράφονται στην έδρα. Το ένα από αυτά αναρτάται αμέσως στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Άρθρο 5 Το άρθρο 23 του ν.1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου δικάζει σε ολομέλεια και τμήματα. Κάθε τμήμα συγκροτείται από τον πρόεδρο του και τέσσερις αρεοπαγίτες. Η ολομέλεια συγκροτείται από τον πρόεδρο ή το νόμιμο αναπληρωτή του και τα μισά τουλάχιστον από τα λοιπά μέλη του Αρείου Πάγου. 2.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ορίζονται τα πολιτικά και ποινικά τμήματα, η συγκρότηση τους, οι αρμοδιότητες κάθε τμήματος και ρυθμίζεται η εσωτερική οργάνωση, ο τρόπος διεξαγωγής των εργασιών και κάθε άλλη λεπτομέρεια που αφορά την εύρυθμη λειτουργία του Αρείου Πάγου και της Εισαγγελίας του. 3.Με απόφαση της ολομέλειας σε συμβούλιο, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γίνεται η σύνθεση των τμημάτων, με κατανομή σε αυτά των μελών του Αρείου Πάγου. Για την κατανομή λαμβάνονται υπόψη οι προτιμήσεις των αντιπροέδρων και των αρεοπαγιτών και ικανοποιούνται υποχρεωτικά κατά σειρά αρχαιότητας. Κατά την κατανομή μπορεί να ορίζονται για κάθε τμήμα και αναπληρωτές αρεοπαγίτες που υπηρετούν σε άλλα τμήματα. 4.Αν πρόκειται για εξαιρετικής σημασίας υπόθεση, ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου μπορεί να την εισαγάγει στην ολομέλεια. 5.Στις συνεδριάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου παρίσταται ο εισαγγελέας του. 6.Αν δεν υπάρχει, κωλύεται ή είναι απών, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αναπληρώνεται από αντεισαγγελέα κατά τη σειρά της αρχαιότητας του. Αν οι αντεισαγγελείς κωλύονται ή είναι απόντες, ο εισαγγελέας αναπληρώνεται από το νεότερο αρεοπαγίτη. Άρθρο 6 1.Η παράγραφος 1 του άρθρου 50 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1868/1989, αντικαθίσταται ως εξής: 1.Οι δικαστικοί λειτουργοί μπορεί να μετατίθενται: 1)ύστερα από αίτησή τους, 2)αν υποβληθούν αιτήσεις αμοιβαίας μετάθεσης, 3)αν υπάρχει ή προκύπτει κώλυμα εντοπιότητας, δ. αν υπηρετούν στο ίδιο δικαστήριο ή στην ίδια εισαγγελία περισσότερο από πέντε (5) έτη και η μετάθεση επιβάλλεται για πλήρωση κενής θέσης. Στην περίπτωση αυτή για την επιλογή του μεταθετέου, λαμβάνονται υπόψη η διάρκεια της υπηρεσίας στον ίδιο τόπο και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις, 4)αν υπέπεσαν σε βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, εξαιτίας του οποίου δεν ενδείκνυται η παραμονή τους στον τόπο, όπου υπηρετούν. 2.Η παράγραφος 2 του άρθρου 50 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1868/1989, καταργείται και η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου λαμβάνει αριθμό 2. Άρθρο 7 1.Η παράγραφος 1 του άρθρου 61 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1868/1989, αντικαθίσταται ως εξής: 1. Σε θέση δόκιμου εισηγητή του Συμβουλίου της Επικρατείας διορίζεται αυτός που πέτυχε στο σχετικό διαγωνισμό. Ο διαγωνισμός γίνεται από επιτροπή που αποτελείται από τρία (3) μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, τα οποία ορίζονται με τους αναπληρωτές τους με κλήρωση. Η κλήρωση γίνεται από το Α Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας σε δημόσια συνεδρίαση, είκοσι (20) ημέρες τουλάχιστον πριν από την έναρξη του διαγωνισμού. Για τη διαδικασία της κλήρωσης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 67. 2.Η παράγραφος 1 του άρθρου 69 του ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 11 του ν. 1868/1989, αντικαθίσταται ως εξής: 1. Οι θέσεις των δόκιμων εισηγητών του Ελεγκτικού Συνεδρίου συμπληρώνονται με το διορισμό αυτών που πέτυχαν στο σχετικό διαγωνισμό. Ο διαγωνισμός γίνεται από επιτροπή, που αποτελείται από τρία (3) μέλη τα οποία ορίζονται με τους αναπληρωτές τους με κλήρωση, στην οποία μετέχουν ο πρόεδρος, οι αντιπρόεδροι, οι σύμβουλοι και ο γενικός επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η κλήρωση γίνεται από το Α Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε δημόσια συνεδρίαση είκοσι (20) ημέρες τουλάχιστον πριν από την έναρξη του διαγωνισμού. Για τη διαδικασία της κλήρωσης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 72. 3.Στο άρθρο 75 του ν. 1756/1988, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 1868/1989 και το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 1877/1990, επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις: 1.Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Σε θέση παρέδρου πρωτοδικείου και εισαγγελίας διορίζεται αυτός που πέτυχε στο σχετικό διαγωνισμό. Ο διαγωνισμός γίνεται από επιτροπή που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και αποτελείται από: 1)Τρία (3) μέλη που ορίζονται με τους αναπληρωτές τους με κλήρωση, στην οποία μετέχουν ο πρόεδρος, ο εισαγγελέας, οι αντιπρόεδροι του Αρείου Πάγου, οι αεροπαγίτες και οι αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου από τα μέλη αυτά μόνο το ένα μπορεί να προέρχεται από την εισαγγελία του Αρείου Πάγου, 2)δύο (2) καθηγητές ή αναπληρωτές καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, έναν του αστικού και έναν του εμπορικού δικαίου, που ορίζει με τους αναπληρωτές τους η οικεία σχολή. Η κλήρωση των μελών της περίπτωσης α γίνεται από το Α τμήμα του Αρείου Πάγου σε δημόσια συνεδρίαση είκοσι (20) ημέρες τουλάχιστον πριν από την έναρξη του διαγωνισμού. Για τη διαδικασία της κλήρωσης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις Γης παραγράφου 4 του άρθρου 78. 2.Η παράγραφος 2 καταργείται και οι επόμενες παράγραφοι 3 έως 15 λαμβάνουν τους αριθμούς 2 έως 14. Άρθρο 8 Οι παράγραφοι 2, 3 και 5 του άρθρου 67 του ν.1756/1988 αντικαθίστανται ως εξής: 2. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμμουλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης εδρεύει στο κατάστημα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συγκροτείται από έντεκα (11) μέλη, εκτός αν πρόκειται για προαγωγή στο βαθμό του συμβούλου επικρατείας ή προέδρου εφετών διοικητικών δικαστηρίων ή διορισμό αντεπιτρόπου της επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, οπότε συγκροτείται από δεκαπέντε (15) μέλη. Τακτικά μέλη είναι ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, που προεδρεύει, και άλλα δέκα (10) ή δεκατέσσερα (14) κατά περίπτωση μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, που ορίζονται κάθε χρόνο με κλήρωση. Στην κλήρωση αυτή μετέχουν οι αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας και οι σύμβουλοι, που έχουν δύο (2) έτη υπηρεσίας στο βαθμό του συμβούλου, όταν αρχίζει η θητεία τους ως μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. 3.Η κλήρωση των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης γίνεται από το Α Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην πρώτη δημόσια συνεδρίαση του μήνα Δεκεμβρίου. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι σφαιρίδια αδιαφανή. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το Τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου, τα ονόματα των μελών του δικαστηρίου που έχουν τα προσόντα συμμετοχής στην κλήρωση. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα είκοσι (20) σφαιρίδια. Μετά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος το οποίο επιδεικνύεται στα λοιπά μέλη του τμήματος. Από τους κληρωθέντες οι δέκα (10) πρώτοι κατά σειρά κλήρωσης αποτελούν τα τακτικά και οι λοιποί τα αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου. Όταν για τη συγκρότηση του συμβουλίου απαιτείται συμμετοχή δεκατεσσάρων (14) μελών, τακτικά μέλη είναι οι δεκατέσσερις (14) πρώτοι κατά σειρά κλήρωσης και αναπληρωματικά οι λοιποί έξι (6). Τα τακτικά μέλη αναπληρώνονται από τα αναπληρωματικά κατά σειρά της κλήρωσής τους. Για τα δύο στάδια της κλήρωσης συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. 5.Για την αντικατάσταση τακτικών ή αναπληρωματικών μελών που αποχώρησαν από την υπηρεσία γίνεται συμπληρωματική κλήρωση σε δημόσια συνεδρίαση του Α Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε αυτή μετέχουν οι αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας και οι σύμβουλοι με διετή τουλάχιστον υπηρεσία στο βαθμό, οι οποίοι δεν αποτελούν ήδη τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Για τη διαδικασία της κλήρωσης εφαρμόζεται η παράγραφος 3. Ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα τόσα σφαιρίδια, όσα είναι τα τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη που αντικαθίστανται. Αυτοί που κληρώνονται γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου χωρίς καμιά άλλη διατύπωση και η θητεία τους λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Άρθρο 9 Η παράγραφος 8 του άρθρου 68 του ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 παρ.3 του ν. 1868/ 1989, αντικαθίσταται ως εξής: 8. Προσφυγή στην ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά της απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, που αφορά προαγωγή, καθώς και οποιαδήποτε άλλη μεταβολή της υπηρεσιακής κατάστασης, έχει δικαίωμα να ασκήσει ο δικαστικός λειτουργός, τον οποίο αφορά η απόφαση αυτή. Η προσφυγή κατατίθεται στον πρόεδρο του συμβουλίου ή στο δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, στο οποίο υπηρετεί ο δικαστικός λειτουργός, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ημερών από τότε που του γνωστοποιήθηκε εγγράφως η απόφαση από τον πρόεδρο του. Η προσφυγή διαβιβάζεται αμέσως στην ολομέλεια δια του Υπουργού Δικαιοσύνης. Άρθρο 10 Η παράγραφος 6 του άρθρου 70 του ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκε, αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε από το άρθρο 13 του ν. 1877/1990, την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991, τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 12 του ν. 1999/1991 και την παράγραφο 1 του άρθρου 19 του ν. 2145/1993, αντικαθίσταται ως εξής: 6. Ως πάρεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου διορίζονται δικαστικοί λειτουργοί, που έχουν συμπληρώσει τα προσόντα προαγωγής τους σε πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφέτη και αντεισαγγελέα εφετών, εφέτη τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και πρωτοδίκες και αντεισαγγελείς πρωτοδικών με δετή τουλάχιστον υπηρεσία. Άρθρο 11 Οι παράγραφοι 2, 3 και 9 του άρθρου 72 του ν. 1756/ 1988 αντικαθίστανται ως εξής: 2. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου εδρεύει στο κατάστημα του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Συγκροτείται από εννέα (9) μέλη, εκτός αν πρόκειται για προαγωγή στο βαθμό συμβούλου ή αντεπιτρόπου Ελεγκτικού Συνεδρίου, οπότε συγκροτείται από έντεκα (11) μέλη. Τακτικά μέλη είναι ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή ο νόμιμος αναπληρωτής του, ο γενικός επίτροπος της επικρατείας ή ο νόμιμος αναπληρωτής του και άλλα επτά (7) ή εννέα (9) μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ορίζονται κάθε έτος με κλήρωση. Στην κλήρωση μετέχουν οι αντιπρόεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι σύμβουλοι που έχουν δύο (2) έτη υπηρεσίας στο βαθμό του συμβούλου, όταν άρχιζα η θητεία τους ως μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Αν υπάρχουν κενές θέσεις συμβούλων με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η συγκρότηση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, το εννεαμελές συγκροτείται από επτά και το ενδεκαμελές από εννέα μέλη. 3.Η κλήρωση των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου γίνεται από το Α τμήμα στην πρώτη δημόσια συνεδρίαση του μήνα Δεκεμβρίου. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι σφαιρίδια αδιαφανή. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο προκειμένου να τοποθετηθούν στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου, τα ονόματα των μελών του δικαστηρίου που έχουν τα προσόντα συμμετοχής στην κλήρωση. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα δεκαέξι (16) σφαιρίδια. Μετά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος, το οποίο επιδεικνύεται στα λοιπά μέλη του τμήματος. Από τους κληρωθέντες οι επτά (7) πρώτοι κατά σειρά κλήρωσης αποτελούν τα τακτικά και οι λοιποί τα αναπληρωματικά μέλη του Συμβουλίου. Όταν για τη συγκρότηση του συμβουλίου απαιτείται συμμετοχή έντεκα (11) μελών, τακτικά μέλη είναι οι εννέα (9) πρώτοι και αναπληρωματικοί οι υπόλοιποι. Τα τακτικά μέλη αναπληρώνονται από τα αναπληρωματικά κατά τη σειρά της κλήρωσης τους. Για τα δύο στάδια της κλήρωσης συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. 9.Για την αντικατάσταση τακτικών ή αναπληρωματικών μελών που αποχώρησαν από την υπηρεσία γίνεται συμπληρωματική κλήρωση σε δημόσια συνεδρίαση του Α τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Σε αυτήν μετέχουν οι αντιπρόεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι σύμβουλοι με διετή τουλάχιστον υπηρεσία στο βαθμό, οι οποίοι δεν αποτελούν ήδη τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Για τη διαδικασία της κλήρωσης εφαρμόζεται η παράγραφος 3. Ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα τόσα σφαιρίδια, όσα είναι τα τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη που αντικαθίστανται. Αυτοί που κληρώνονται γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου χωρίς καμιά άλλη διατύπωση και η θητεία τους λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Άρθρο 12 Οι παράγραφοι 2, 4, και 7 του άρθρου 78 του ν. 1756/1988 αντικαθίστανται ως εξής: 2. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης εδρεύει στο κατάστημα του Αρείου Πάγου. Συγκροτείται από έντεκα (11) μέλη, εκτός αν πρόκειται για προαγωγή στο βαθμό του αρεοπαγίτη, αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, προέδρου και εισαγγελέα εφετών, οπότε συγκροτείται από δεκαπέντε (15) μέλη. Τακτικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου είναι ο πρόεδρος και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και κατά περίπτωση εννέα (9) ή δεκατρία (13) μέλη που ορίζονται με κλήρωση. 4.Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι σφαιρίδια αδιαφανή. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης, το τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο προκειμένου να τοποθετηθούν στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου, τα ονόματα των μελών του δικαστηρίου που έχουν τα απαιτούμενα προσόντα συμμετοχής στην κλήρωση. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα είκοσι (20) σφαιρίδια. Μετά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος, το οποίο επιδεικνύεται στα λοιπά μέλη του τμήματος. Από τους κληρωθέντες οι εννέα (9) πρώτοι κατά σειρά κλήρωσης αποτελούν τα τακτικά και οι υπόλοιποι τα αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου. Όταν για τη συγκρότηση του συμβουλίου απαιτείται συμμετοχή δεκατριών (13) μελών, τακτικά μέλη είναι οι δεκατρείς (13) πρώτοι, κατά σειρά κλήρωσης και αναπληρωματικά οι υπόλοιποι επτά (7). Τα τακτικά μέλη αναπληρώνονται από τα αναπληρωματικά κατά τη σειρά της κλήρωσής τους. Για τα δύο στάδια της κλήρωσης συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. 7.Η κλήρωση γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση του Α Τμήματος του Αρείου Πάγου. Σε αυτή μετέχουν οι αντιπρόεδροι και οι αρεοπαγίτες με διετή τουλάχιστον υπηρεσία στο βαθμό, οι οποίοι δεν αποτελούν ήδη τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Για τη διαδικασία της κλήρωσης εφαρμόζεται η παράγραφος 4. Ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα τόσα σφαιρίδια όσα είναι τα τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη που αντικαθίστανται. Αυτοί που κληρώνονται γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου χωρίς καμιά άλλη διατύπωση και η θητεία τους λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών. Άρθρο 13 1.Η παράγραφος 1 του άρθρου 34 του ν. 2161/1993 καταργείται. Το άρθρο 82 του ν. 1756/1988, όπως είχε τροποποιηθεί με την παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν. 1868/1989, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο Άρθρο 82 Όργανα επιθεώρησης 1.Την επιθεώρηση ενεργούν: 1)Στους παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ορίζεται με απόφαση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου Με ίδια απόφαση ορίζεται προϊστάμενος της επιθεώρησης αντιπρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου με βοηθό του ένα σύμβουλο. 2)Στα διοικητικά εφετεία και πρωτοδικεία τρεις (3) σύμβουλοι επικρατείας, οριζόμενοι από το οικείο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο. 3)Στα διοικητικά πρωτοδικεία και πρόεδροι εφετών. Οι πρόεδροι εφετών Αθηνών και Πειραιώς συνεπικουρούνται από δύο (2) εφέτες που ορίζονται από το ανώτατο δικαστικό συμβούλιο. 4)Στις γραμματείες των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ο γενικός επίτροπος της Επικρατείας των δικαστηρίων αυτών και οι πρόεδροι εφετών και πρωτοδικών. 2.Προϊστάμενος της επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, που ορίζεται με απόφαση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. 2.Οι διατάξεις του άρθρου 80 παρ. 3, 4, 5 και 6 του ν. 1756/1988 εφαρμόζονται αναλόγως και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Άρθρο 14 Τα εδάφια τέταρτο και πέμπτο της παραγράφου 2 του άρθρου 84 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 1968/1991, αντικαθίστανται ως εξής: Επίσης ο πρόεδρος του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, καθώς και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορούν να παραγγέλλουν έκτακτη επιθεώρηση όλων των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών και των δικαστικών καταστημάτων, που ενεργείται από τον οικείο επιθεωρητή. Άρθρο 15 Οι παράγραφοι 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 του άρθρου 95 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 1868/1989, αντικαθίστανται ως εξής: 5. Το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι αρμόδιο: α. Σε πρώτο βαθμό, να κρίνει τα πειθαρχικά παραπτώματα και να επιβάλλει όλες τις πειθαρχικές ποινές εκτός από την οριστική παύση: αα. στους παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας, ββ. στους προέδρους εφετών, στους εφέτες και στους προέδρους πρωτοδικών των διοικητικών δικαστηρίων. β. Σε δεύτερο βαθμό να κρίνει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των πενταμελών πειθαρχικών συμβουλίων των διοικητικών εφετείων. 6.Το εννεαμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι αρμόδιο να κρίνει τις εφέσεις κατά των πειθαρχικών αποφάσεων που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό από το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας. 7.Το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Αρείου Πάγου είναι αρμόδιο: 1)Σε πρώτο βαθμό, να κρίνει τα πειθαρχικά παραπτώματα και να επιβάλλει όλες τις πειθαρχικές ποινές, εκτός από την οριστική παύση, στους προέδρους και εισαγγελείς εφετών, εφέτες και αντεισαγγελείς εφετών, προέδρους και εισαγγελείς πρωτοδικών. 2)Σε δεύτερο βαθμό να κρίνει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των πενταμελών πειθαρχικών συμβουλίων των εφετείων. 8.Το εννεαμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Αρείου Πάγου είναι αρμόδιο να κρίνει τις εφέσεις κατά των πειθαρχικών αποφάσεων που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό από το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Αρείου Πάγου. 9.Το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι αρμόδιο σε πρώτο βαθμό να κρίνει τα πειθαρχικά παραπτώματα και να επιβάλλει όλες τις πειθαρχικές ποινές, εκτός από την οριστική παύση, στους παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές. 10.Το εννεαμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι αρμόδιο να κρίνει τις εφέσεις κατά των πειθαρχικών αποφάσεων που εκδίδονται από το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 11.Τα πενταμελή πειθαρχικά συμβούλια των εφετείων (πολιτικών και διοικητικών) είναι αρμόδια σε πρώτο βαθμό να κρίνουν τα πειθαρχικά παραπτώματα και να επιβάλλουν όλες τις πειθαρχικές ποινές, εκτός από την οριστική παύση, στους δικαστικούς λειτουργούς του αντίστοιχου σώματος μέχρι και το βαθμό του πρωτοδίκη και αντεισαγγελέα πρωτοδικών. Συγκρούσεις αρμοδιότητας μεταξύ πενταμελών πειθαρχικών συμβουλίων αίρονται με απόφαση του οικείου επταμελούς συμβουλίου, ύστερα από αίτηση του διωκόμενου ή εκείνου που ασκεί την πειθαρχική δίωξη. Άρθρο 16 Μετά το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 96 του ν. 1756/1988 προστίθεται τέταρτο εδάφιο, που έχει ως εξής: Για τη διαδικασία της κλήρωσης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 345/1976, όπως η παράγραφος αυτή αντικαθίσταται. Άρθρο 17 Οι παράγραφοι 1, 2 και 4 του άρθρου 97 του ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 παρ. 6 του ν. 2145/1993, αντικαθίστανται ως εξής: 1. Τα επταμελή και τα εννεαμελή πειθαρχικά συμβούλια του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτούνται από αντίστοιχο αριθμό τακτικών δικαστών, που ορίζονται κάθε έτος με κλήρωση. Η κλήρωση γίνεται το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου κάθε έτους σε δημόσια συνεδρίαση του Α τμήματος των δικαστηρίων αυτών. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι σφαιρίδια αδιαφανή. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου, τα ονόματα του προέδρου, των αντιπροέδρων και των λοιπών μελών του οικείου δικαστηρίου. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα είκοσι δύο (22) σφαιρίδια. Μετά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος, το οποίο επιδεικνύεται στα λοιπά μέλη του τμήματος. Από τους κληρωθέντες, οι εννέα (9) πρώτοι κατά σειρά κληρούμενοι αποτελούν τα μέλη του εννεαμελούς πειθαρχικού συμβουλίου, οι επόμενοι επτά (7) τα μέλη του επταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου, οι επόμενοι τέσσερις (4) τα αναπληρωματικά μέλη του εννεαμελούς πειθαρχικού συμβουλίου και οι τελευταίοι δύο (2) τα αναπληρωματικά μέλη του επταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου. Για τα δύο στάδια της κλήρωσης συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Τα αναπληρωματικά μέλη κατά τη σειρά κλήρωσης τους αναπληρώνουν τα τακτικά μέλη που απουσιάζουν ή κωλύονται. Το ίδιο ισχύει όταν ελλείπει τακτικό μέλος, έως ότου γίνει συμπληρωματική κλήρωση. 2.Η θητεία των μελών των πειθαρχικών συμβουλίων αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του επόμενου από την κλήρωση τους έτους. Αν κατά τη διάρκεια της θητείας αποχωρήσει από την υπηρεσία ή αποβιώσει τακτικό ή αναπληρωματικό μέλος του συμβουλίου, γίνεται συμπληρωματική κλήρωση για την οποία εφαρμόζεται η διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου. Αυτοί που κληρώνονται γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη και η θητεία τους λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών του πειθαρχικού συμβουλίου. 4.Τα πειθαρχικά συμβούλια των εφετείων πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης λειτουργούν στα Εφετεία Αθηνών, Πειραιά, Θεσσαλονίκης και Πατρών και των διοικητικών εφετείων στα Διοικητικά Εφετεία Αθηνών, Πειραιά και Θεσσαλονίκης και συγκροτούνται από έναν πρόεδρο εφετών και τέσσερις (4) εφέτες, που ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που υπηρετούν στο ίδιο εφετείο και έχουν τουλάχιστον τριετή υπηρεσία ως εφέτες. Η κλήρωση γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση του εφετείου με τριμελή σύνθεση και με δύο κληρωτίδες. Από την πρώτη, που περιέχει σφαιρίδια με τα ονόματα των προέδρων εφετών, εξάγονται δύο (2) σφαιρίδια. Από τους κληρωθέντες ο πρώτος είναι ο πρόεδρος του πενταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου και ο δεύτερος αναπληρωτής του. Από τη δεύτερη κληρωτίδα, που περιέχει σφαιρίδια με τα ονόματα των εφετών που έχουν τριετή υπηρεσία ως εφέτες, εξάγονται έξι (6) σφαιρίδια. Από τους κληρωθέντες οι τέσσερις (4) πρώτοι είναι τα τακτικά και οι επόμενοι δύο (2) τα αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου. Τα αναπληρωματικά μέλη αναπληρώνουν τα τακτικά, όταν απουσιάζουν ή κωλύονται. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων. Πειθαρχικά παραπτώματα αρμοδιότητας πενταμελών πειθαρχικών συμβουλίων, εφόσον διαπράχθηκαν από δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν σε περιφέρεια εφετείου στο οποίο, δε λειτουργεί πενταμελές πειθαρχικό συμβούλιο, εκδικάζονται από το πειθαρχικό συμβούλιο του πλησιέστερου εφετείου. Ως πλησιέστερα εφετεία θεωρούνται για τα Εφετεία Κέρκυρας και Ιωαννίνων το Εφετείο Πατρών, για τα Εφετεία Ναυπλίου, Κρήτης, Αιγαίου και Δωδεκανήσου το Εφετείο Πειραιά, για τα Εφετεία Θράκης, Δυτικής Μακεδονίας και Λάρισας το Εφετείο Θεσσαλονίκης. Ως πλησιέστερα διοικητικά εφετεία θεωρούνται για το Διοικητικό Εφετείο Πατρών, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, για το Διοικητικό Εφετείο Χανίων, το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά και για τα Διοικητικά Εφετεία Λάρισας και Κομοτηνής, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης. ΤΜΗΜΑ ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 18 Ο αριθμός των θέσεων των αρεοπαγιτών, των αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου, των προέδρων εφετών και των εισαγγελέων εφετών μειώνεται κατά δέκα (10), δύο (2), πέντε (5) και πέντε (5) αντιστοίχως και ορίζεται σε σαράντα (40), δέκα (10), πενήντα τέσσερις (54) και είκοσι επτά (27). Άρθρο 19 1.Το τμήμα βουλευμάτων, που λειτουργούσε στο Εφετείο Αθηνών πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2145/1993, ανασυνιστάται από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. 2.Οι δικαστές (πρόεδροι και εφέτες), που μετέχουν στο τμήμα αυτό με ισάριθμους αναπληρωματικούς, ορίζονται με κλήρωση μεταξύ όλων των προέδρων εφετών και των εφετών που υπηρετούν στο δικαστήριο αυτό. Η κλήρωση γίνεται από το Α τριμελές εφετείο στην πρώτη δικάσιμο του μήνα Ιουνίου σε δημόσια συνεδρίαση και με δύο κληρωτίδες. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι σφαιρίδια αδιαφανή. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το δικαστήριο συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου, τα ονόματα όλων των προέδρων εφετών και των εφετών. Στη συνέχεια, τοποθετούνται τα σφαιρίδια σε χωριστές κληρωτίδες για τους προέδρους εφετών και τους εφέτες. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο πρόεδρος εξάγει από την πρώτη κληρωτίδα, που περιέχει σφαιρίδια με τα ονόματα όλων των προέδρων εφετών, τέσσερις (4) κλήρους. Από τους κληρωθέντες οι δύο πρώτοι είναι οι τακτικοί πρόεδροι του τμήματος και οι επόμενοι δύο οι αναπληρωτές τους. Ακολούθως, εξάγει από τη δεύτερη κληρωτίδα, που περιέχει σφαιρίδια με τα ονόματα όλων των εφετών, αριθμό κλήρων ίσο προς το διπλάσιο των εφετών που πρόκειται να υπηρετήσουν στο τμήμα. Από τους κληρωθέντες οι πρώτοι κατά τη σειρά της κλήρωσης μέχρι τη συμπλήρωση του ημίσεως του όλου αριθμού αποτελούν τα τακτικά και οι υπόλοιποι τα αναπληρωματικά μέλη του τμήματος. Για τα δύο στάδια της κλήρωσης συντάσσονται πρόχειρα πρακτικά, με χρήση χημικού χάρτη σε δύο όμοια πρωτότυπα, τα οποία υπογράφονται στην έδρα. Το ένα από αυτά αναρτάται αμέσως στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου.. Τα αναπληρωματικά μέλη αναπληρούν κατά τη σειρά κλήρωσης τους τα τακτικά, όταν ελλείπουν, απουσιάζουν ή κωλύονται. 3.Η θητεία των μελών του τμήματος αρχίζει στις 16 Σεπτεμβρίου του έτους της κλήρωσης και είναι διετής. Άρθρο 20 1.Οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 23 του ν. 1756/1988 εφαρμόζονται αναλόγως και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. 2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 71 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 11 του ν. 1868/1989, αντικαθίσταται ως εξής: 2. Σε σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο προάγεται, μόνο κατ απόλυτη εκλογή, πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου που έχει πέντε (5) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στο βαθμό αυτό. Άρθρο 21 1.Ενώπιον του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και της Ολομέλειας, όταν συζητείται θέμα που αφορά την υπηρεσιακή κατάσταση δικαστικών λειτουργών, καλούνται και μπορεί να παρίστανται κατά τη συζήτηση: 1)για τους ειρηνοδίκες, δύο (2) ειρηνοδίκες που υπηρετούν στο ειρηνοδικείο Αθηνών, 2)για τους δικαστές του πρώτου βαθμού, ένας πρόεδρος πρωτοδικών και ένας πρωτοδίκης που υπηρετούν στο πρωτοδικείο ή στο διοικητικό πρωτοδικείο Αθηνών αντιστοίχως, 3)για τους δικαστές του δεύτερου βαθμού, ένας πρόεδρος εφετών και ένας εφέτης που υπηρετούν στο εφετείο ή στο διοικητικό εφετείο Αθηνών αντιστοίχως, 4)για τους παρέδρους εισαγγελίας, καθώς και τους αντεισαγγελείς και εισαγγελείς πρωτοδικών και εφετών, ένας εισαγγελέας και ένας αντεισαγγελέας από την οικεία εισαγγελία πρωτοδικών ή εφετών Αθηνών, 5)για τους εισηγητές και τους παρέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, δύο (2) εισηγητές ή δύο (2) πάρεδροι αντιστοίχως, 6)για τους εισηγητές και τους παρέδρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δύο (2) εισηγητές ή δύο (2) πάρεδροι αντιστοίχως. 2.Οι δικαστές αυτοί με ισάριθμους αναπληρωτές ορίζονται με κλήρωση από την ολομέλεια των οικείων δικαστηρίων ή από το σύνολο των εισαγγελικών λειτουργών που υπηρετούν στην οικεία εισαγγελία ή από το σύνολο των εισηγητών ή από το σύνολο των παρέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου αντιστοίχως. Η κλήρωση γίνεται το μήνα Οκτώβριο κάθε έτους και όσοι κληρώνονται ασκούν τα καθήκοντα τους κατά το επόμενο ημερολογιακό έτος. Για την κλήρωση συντάσσεται πρακτικό, το οποίο υποβάλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στον πρόεδρο του οικείου Ανώτατου Δικαστηρίου. 3.Κατά την πρώτη εφαρμογή του άρθρου αυτού η κλήρωση των δικαστών της παραγράφου 1 γίνεται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και όσοι κληρωθούν ασκούν τα καθήκοντά τους έως τις 31.12.1994. Άρθρο 22 1.Απόφαση για μετάθεση δικαστικού λειτουργού χωρίς αίτηση του ή για παράλειψή του από προαγωγή πρέπει να στηρίζεται σε εμπεριστατωμένη έγγραφη εισήγηση, στην οποία αναφέρονται υποχρεωτικά οι λόγοι που επιβάλλουν τη μετάθεση ή την παράλειψη. 2.Η εισήγηση κοινοποιείται, με μέριμνα του εισηγητή, στον ενδιαφερόμενο, στον οποίο παρέχεται εύλογη προθεσμία, όχι μικρότερη των δέκα (10) ημερών, για να υποβάλει υπόμνημα εάν το επιθυμεί. Το υπόμνημα υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος στον εισηγητή, δικαιούται δε με αυτό να ζητήσει και αυτοπρόσωπη παράσταση στο συμβούλιο, οπότε υποχρεωτικώς καλείται σ αυτό, πριν από τρεις (3) τουλάχιστον ημέρες, και ακούγεται πριν ληφθεί σχετική απόφαση. 3.Αν, παρά την ύπαρξη αντίθετης εισήγησης, το ζήτημα της μετάθεσης ή της παράλειψης προκύψει κατά τη συζήτηση στο συμβούλιο, η λήψη της απόφασης αναβάλλεται, για να τηρηθεί η διαδικασία των παραγράφων 1 και 2. Άρθρο 23 1.Οι αποφάσεις των ανώτατων δικαστικών συμβουλίων και των οικείων ολομελειών, όταν κρίνουν επί προσφυγών, πρέπει να είναι αιτιολογημένες. Ειδική αιτιολογία απαιτείται για προαγωγή κατ απόλυτη εκλογή ή για παράλειψη προαγωγής. Στην απόφαση και το οικείο πρακτικό καταχωρίζονται υποχρεωτικώς η γνώμη της τυχόν μειοψηφίας και τα ονόματα των μελών που μειοψηφούν. 2.Η παράγραφος 6 του άρθρου 49 του ν. 175671988 καταργείται. 3.Η φράση Η γνώμη των μειοψηφούντων καταχωρίζεται στα πρακτικά, που περιλαμβάνεται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 68 του ν. 1756/1988, απαλείφεται. ΤΜΗΜΑ ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 24 1.Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού λήγει η θητεία των τριμελών συμβουλίων του πολιτικού και διοικητικού Εφετείου Αθηνών, των πολιτικών και διοικητικών Πρωτοδικείων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά και του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς και των Προϊσταμένων των Εισαγγελιών Εφετών Αθηνών και Πρωτοδικών Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά. Οι πρόεδροι των συμβουλίων και οι προϊστάμενοι των εισαγγελιών, που είχαν ορισθεί με αποφάσεις των οικείων ανώτατων δικαστικών συμβουλίων, επανέρχονται αυτοδικαίως στις θέσεις τους. 2.Τη διεύθυνση των δικαστηρίων, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, εκτός από το Πρωτοδικείο Αθηνών, αναλαμβάνουν ο αρχαιότερος πρόεδρος εφετών ή πρωτοδικών ή ειρηνοδίκης αντιστοίχως. Τη διεύθυνση του Πρωτοδικείου Αθηνών αναλαμβάνει τριμελές συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από τον αρχαιότερο πρόεδρο πρωτοδικών, ως πρόεδρο και τους δύο αμέσως επόμενους κατά την αρχαιότητα προέδρους πρωτοδικών, ως μέλη. 3.Οι ολομέλειες των Δικαστηρίων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συνέρχονται αυτοδικαίως την ενδέκατη πρωινή ώρα της 26ης Φεβρουαρίου 1994 για να εκλέξουν τα μέλη των νέων συμβουλίων. Αν κατά τη συνεδρίαση αυτή δεν υπάρχει η απαρτία που προβλέπεται από τις διατάξεις των δύο πρώτων εδαφίων της παραγράφου 5 του άρθρου 14, οι ολομέλειες συνέρχονται αυτοδικαίως την ίδια ώρα της 5ης Μαρτίου 1994 και τα παρόντα κατά τη συνεδρίαση μέλη τους εκλέγουν τον πρόεδρο και τα μέλη των συμβουλίων. 4.Η θητεία των μελών των νέων συμβουλίων αρχίζει από την εκλογή τους και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 1995. Άρθρο 25 Οι δικαστές που υπηρετούν στα καταργούμενα ποινικά τμήματα του Εφετείου Αθηνών και του Πρωτοδικείου Αθηνών τοποθετούνται στα υπόλοιπα τμήματα από το δικαστή ή το συμβούλιο που διευθύνει προσωρινώς το δικαστήριο κατά την παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου. Η οριστική τοποθέτησή τους γίνεται από το συμβούλιο που διευθύνει καθένα από τα δικαστήρια αυτά, μετά τη συγκρότησή του. Άρθρο 26 1.Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου αυτού α πρόεδροι του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκαλούν τις οικείες ολομέλειες το μήνα Ιούνιο του έτους 1994 για την κατανομή των μελών τους σε τμήματα. Οι αποφάσεις που θα εκδοθούν για την κατανομή ισχύουν από 16 Σεπτεμβρίου 1994. 2.Για τις τοποθετήσεις σε τμήματα των πιο πάνω δικαστηρίων, οι οποίες θα γίνουν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού έως τον Ιούνιο του 1094 εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 23 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του νόμου αυτού. Άρθρο 27 Η πρώτη κλήρωση για την ανάδειξη των δικαστών που θα υπηρετήσουν στο τμήμα βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, γίνεται μέσα σε ένα (1) μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Οι δικαστές που θα κληρωθούν υπηρετούν στο τμήμα έως τις 15 Σεπτεμβρίου 1995. Έως ότου γίνει η κλήρωση, οι δικαστές που υπηρετούν στο τμήμα αυτό, ορίζονται από το συμβούλιο ή το δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Άρθρο 28 Έως ότου εφοδιασθούν τα δικαστήρια με αδιαφανή σφαιρίδια, οι κληρώσεις που προβλέπονται από το νόμο αυτόν γίνονται με χρήση κοινών κλήρων. Άρθρο 29 Η πρώτη κλήρωση για τη συγκρότηση των Ανώτατων Δικαστικών Συμβουλίων διοικητικής δικαιοσύνης, πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, γίνεται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Η θητεία των νέων μελών αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 1994 ή από την τυχόν μεταγενέστερη ημέρα της κλήρωσής τους, οπότε λήγει η θητεία των τυχόν κληρωθέντων για το έτος 1994 νέων μελών. Άρθρο 30 Η πρώτη κλήρωση νια την ανάδειξη μελών των πειθαρχικών συμβουλίων γίνεται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Η θητεία των μελών των νέων συμβουλίων αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 1994 ή από την τυχόν μεταγενέστερη ημέρα της κλήρωσης τους, οπότε λήγει η θητεία των τυχόν κληρωθέντων για το έτος 1994 μελών των πειθαρχικών συμβουλίων. ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Αρθρο 31 1.Η παράγραφος 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.δ. 490/ 1974, αντικαθίσταται ως εξής: 3. Αν ο Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. 2.Η παράγραφος 4 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.δ. 490/ 1974, καταργείται. 3.Οι παράγραφοι 5 και 6 tοu άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.δ. 490/1974, λαμβάνουν αριθμό 4 και 5 αντιστοίχως και αντικαθίστανται ως εξής: 4. Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. 5.Αν ο Αρειος Πάγος, δικάζοντας σε ολομέλεια, απορρίψει τους λόγους αναίρεσης που παραπέμφθηκαν στην ολομέλεια και υπάρχουν και άλλοι λόγοι αναίρεσης που δεν έχουν παραπεμφθεί, η υπόθεση αναπέμπεται στο τμήμα που την παρέπεμψε, στο οποίο συζητείται με κλήση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 568. Αν αναιρέσει την απόφαση, παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 3. Άρθρο 32 Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται οι εξής διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.: 1.Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 444 που προστέθηκε με το άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 1941/1991. 2.Το άρθρο 656. 3.Το άρθρο 675Α. που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 8 εδ. β του ν. 2145/1993. 4.Η παράγραφος 6 του άρθρου 692, που προστέθηκε με το άρθρο 23 του ν.1941/1991. 5.Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 937, που προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 6 του ν. 2145/1993. 6.Η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, εφαρμόζεται και επί όλων ανεξαιρέτως των εκκρεμών ενώπιον του Αρείου Πάγου υποθέσεων, εφόσον δεν έχει εκδοθεί επ αυτών αναιρετική απόφαση. ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ, ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΜΗΜΑ ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ Άρθρο 33 1.Η ποινή του θανάτου καταργείται. Όπου στις κείμενες διατάξεις προβλέπεται για ορισμένη αξιόποινη πράξη αποκλειστικώς η ποινή του θανάτου, νοείται ότι απειλείται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Αν η ποινή του θανάτου προβλέπεται διαζευκτικώς με άλλη ποινή, νοείται ότι απειλείται μόνο η τελευταία. 2.Η παράγραφος 1 του άρθρου 106 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: 1. Η απόλυση υπό όρο χορηγείται οπωσδήποτε, εκτός αν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή του καταδίκου, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά απολύτως αναγκαία τη συνέχιση της κράτησης του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται σε καταδικασθέντες για το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας, για τους οποίους εξακολουθεί να ισχύει η παρ. 1 του άρθρου 106 του ν. 1492/1950 Κύρωση του Ποινικού Κώδικα. 3.Μετά το άρθρο 110 του Ποινικού Κώδικα, προστίθεται άρθρο 110Α, που έχει ως εξής: Αρθρο 110Α 1.Η απόλυση υπό όρο χορηγείται ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106, εφόσον ο κατάδικος νοσεί από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας. 2.Η διακρίβωση της προϋποθέσεως της παραγράφου 1 γίνεται μετά από αίτηση του καταδίκου από το αρμόδιο συμβούλιο Πλημμελειοδικών, το οποίο διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη και η διαδικασία της καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 3.Η απόλυση υπό όρο κατά την παρ. 1 σημειώνεται στο Ποινικό Μητρώο του καταδίκου και χορηγείται μόνο μία φορά. 4.Η παράγραφος 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του ν. 1941/1991 και αναδιατυπώθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 19 του ν. 1968/1991, αντικαθίσταται ως εξής: 2. Επίσης η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέρα από πέντε (5) έτη για τα κακουργήματα, τρία (3) για τα πλημμελήματα και ένα (1) έτος για τα πταίσματα. 5.Το άρθρο 155 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 155 Προσβολή συμβόλων ξένου κράτους Όποιος, για να εκδηλώσει μίσος ή περιφρόνηση, αφαιρεί, καταστρέφει, παραμορφώνει ή ρυπαίνει την επίσημη σημαία ή έμβλημα της κυριαρχίας ξένου κρότους, που τελεί σε ειρήνη με την Ελλάδα και είναι αναγνωρισμένο από αυτήν ή διακόπτει ή ηχητικά παρεμποδίζει τη δημόσια ανάκρουση του εθνικού του ύμνου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή, εφόσον η αμοιβαιότητα είναι εξασφαλισμένη τόσο κατά το χρόνο εκτέλεσης της πράξης, όσο και κατά το χρόνο εκδίκασης της. Η δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από αίτηση της ξένης κυβέρνησης. 6.Το άρθρο 181 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 1738/1987, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 181 Προσβολή συμβόλων του ελληνικού Κράτους. Όποιος, για να εκδηλώσει μίσος ή περιφρόνηση, αφαιρεί, καταστρέφει, παραμορφώνει ή ρυπαίνει την επίσημη σημαία του Κράτους ή έμβλημα της κυριαρχίας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών. 7.Το άρθρο 370Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: 1. Όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο παρεμβαίνει σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή με σκοπό να πληροφορηθεί ή να μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων τιμωρείται με φυλάκιση. Η χρησιμοποίηση από το δράστη των πληροφοριών ή μαγνητοταινιών που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2.Όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοσκοπεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος μαγνητοφωνεί ιδιωτική συνομιλία μεταξύ αυτού και τρίτου χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου εφαρμόζεται και σ αυτήν την περίπτωση. 3.Με φυλάκιση τιμωρείται όποιος κάνει χρήση των πληροφοριών ή των μαγνητοταινιών ή των μαγνητοσκοπήσεων που αποκτήθηκαν με τους τρόπους που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού του άρθρου. 4.Η πράξη της παραγράφου 3 δεν είναι άδικη αν η χρήση έγινε ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, ανακριτικής ή άλλης δημόσιας αρχής για τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά και ιδίως σε ποινικό δικαστήριο για την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και γενικά αν η χρήση έγινε για την εκπλήρωση καθήκοντος του κατηγορουμένου ή για τη διαφύλαξη έννομου ή άλλου δικαιολογημένου ουσιώδους δημοσίου συμφέροντος. 5.Η ποινική δίωξη της πράξης της παραγράφου 3 γίνεται μόνο με έγκληση. 6.Αν ο δράστης των πράξεων των παραγράφων 1, 2 και 3 αυτού του άρθρου είναι ιδιωτικός αστυνομικός ή τελεί τις πράξεις αυτές κατ επάγγελμα ή απέβλεπε στην είσπραξη αμοιβής, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή. 7.Όποιος διαθέτει στο εμπόριο ή με άλλον τρόπο προσφέρει για εγκατάσταση τεχνικά μέσα ειδικά μόνο για την τέλεση των πράξεων των παραγράφων 1 και 2 αυτού του άρθρου ή δημόσια διαφημίζει ή προσφέρει τις υπηρεσίες του για την τέλεσή τους, τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή. 8.Η δίωξη πράξεων, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 370Α, η οποία ασκήθηκε αυτεπαγγέλτως, χωρεί κανονικά και παύει οριστικά μόνο αν ο παθών δηλώσει ότι δεν επιθυμεί τη συνέχισή της. Η δήλωση γίνεται στις αρχές της παραγράφου 2 του άρθρου 52 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 9.Καταργούνται οι εξής διατάξεις του Ποινικού Κώδικα: 1)Το άρθρο 232α, που προστέθηκε με το άρθρο 7 του ν. 1941/1991. 2)Το άρθρο 370Δ, που προστέθηκε με το άρθρο 31 του ν. 1941/1991 και αριθμήθηκε με το άρθρο 19 παρ. 4 του ν. 1968/1991. ΤΜΗΜΑ ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Άρθρο 34 1.Το άρθρο 162 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.6 του ν.1941/ 1991, αντικαθίσταται ως εξής: Το αποδεικτικό της επίδοσης, που συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 161, έχει αποδεικτική δύναμη ωσότου προσβληθεί για πλαστότητα. Η προσβολή του ως πλαστού δεν εμποδίζει την ποινική δίκη να προχωρήσει, αν το δικαστήριο κρίνει ότι αυτός στον οποίο έγινε η επίδοση πληροφορήθηκε έγκαιρα το περιεχόμενο του εγγράφου που επιδόθηκε. Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν λείπει κάποιο στοιχείο που αναφέρεται στο κύρος του αποδεικτικού εγγράφου. Ως προς το ζήτημα αυτό αιτιολογημένα αποφασίζει το δικαστήριο. 2.Η παράγραφος 2 του άρθρου 170 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.7 του ν. 1941/1991, αντικαθίσταται ως εξής: 2. Η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. 3.Στο άρθρο 171 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 8 παρ.8 του ν. 1941/1991, προστίθεται παράγραφος 2, που έχει ως εξής: 2. Αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. 4.Το άρθρο 273 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 1941/1991, αντικαθίσταται ως εξής: 1. α) Όταν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί ενώπιον του ανακριτή ή εισαγγελέα, του πταισματοδίκη ή του ειρηνοδίκη που ενεργεί την προανάκριση, αυτοί είναι υποχρεωμένοι να εξακριβώσουν τα στοιχεία της ταυτότητάς του από το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας ή από το διαβατήριο του, προσκαλώντας τον ταυτόχρονα να δηλώσει την τωρινή διεύθυνση της κατοικίας του ή της διαμονής του (πόλη, χωριό, συνοικία, οδό, αριθμό). Τα στοιχεία αυτά καταχωρίζονται στην έκθεση της απολογίας. 0) Αν ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν έχει δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο και δεν αμφισβητεί την ταυτότητα που του αποδίδεται, όποιος ενεργεί την εξέταση καταχωρίζει στην έκθεση της απολογίας το γεγονός αυτό, καθώς και τα κατά τη δήλωση του κατηγορουμένου στοιχεία της ταυτότητας του. αποστέλλοντας αμέσως απόσπασμα του μέρους αυτού της έκθεσης στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη. Ο εισαγγελέας ελέγχει την ακρίβεια των στοιχείων της ταυτότητας που δηλώθηκαν και ασκεί ποινική δίωξη, αν υπάρχει περίπτωση παράβασης του άρθρου 225 παρ. 2 του Π.Κ. ή των διατάξεων του ν.δ. 127/1969 ή του ν. 1975/1991, όπως ισχύουν, γ) Ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέτοια δήλωση ως προς τη μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη. Επάνω στη δήλωση συντάσσεται έκθεση για την παράδοση της, η οποία καταχωρίζεται σε ειδικό αλφαβητικό ευρετήριο που τηρείται στο γραφείο του εισαγγελέα. Αντίγραφο της δήλωσης μαζί με τη σχετική έκθεση για την παράδοσή της εντάσσεται χωρίς χρονοτριβή στην οικεία δικογραφία. Ως τέτοια δήλωση κατοικίας ή διαμονής θεωρείται και εκείνη που αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή της προσφυγής κατά της απευθείας κλήσεως ή στην περί αναιρέσεως δήλωση της παρ. 2 του άρθου 473. Στην τελευταία περίπτωση, η περί αναιρέσεως δήλωση του κατηγορουμένου ή αντίγραφα αυτής επισυνάπτεται στην οικεία δικογραφία, μερίμνη του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, δ) Εκείνος που ενεργεί την ανάκριση ή την προανάκριση υπενθυμίζει στον κατηγορούμενο την υποχρέωση του, κατά το προηγούμενο εδάφιο και τις συνέπειες σε περίπτωση παράλειψης, μνημονεύοντας ρητά το γεγονός αυτό στην έκθεση της απολογίας, ε) Αν ο κατηγορούμενος δηλώσει αρχικά ή μεταγενέστερα διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής στην αλλοδαπή, οι επιδόσεις που αναφέρονται στο εδ. γ της παραγράφου αυτής, γίνονται μόνο στο συνήγορο που διορίστηκε κατά το άρθρο 96 παρ.1, και αν οι συνήγοροι είναι περισσότεροι, σε έναν από αυτούς. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει διορίσει συνήγορο, οφείλει στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου να διορίσει αντίκλητο έναν από τους δικηγόρους της έδρας του οικείου πλημμελειοδικείου, στον οποίο και μόνον γίνονται όλες οι παραπάνω επιδόσεις. Αν ο κατηγορούμενος παραλείψει το διορισμό αντικλήτου ή η επίδοση στον αντίκλητο είναι αδύνατη ή έπαυσε η ιδιότητά του ως αντικλήτου, οι επιδόσεις αυτές γίνονται στο γραμματέα της εισαγγελίας του πλημμελειοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου ενεργείται ή έχει ενεργηθεί η ανάκριση ή η προανάκριση. Ο γραμματέας της εισαγγελίας φυλάσσει τα επιδιδόμενα έγγραφα σε ιδιαίτερο για κάθε κατηγορούμενο φάκελο, το περιεχόμενο του οποίου μπορούν οποτεδήποτε να πληροφορηθούν ο κατηγορούμενος και ο συνήγορος του. Ο αντίκλητος δικηγόρος διατηρεί την ιδιότητά του αυτή, εκτός αν δηλώσει στον προαναφερόμενο γραμματέα ότι έληξε η σχέση εντολής με τον κατηγορούμενο. Η διάταξη του εδαφίου δ της παραγράφου αυτής εφαρμόζεται αναλόγως και στο ακροατήριο. Την υπόμνηση οφείλει να κάνει ο διευθύνων τη συζήτηση και γίνεται σχετική μνεία στα πρακτικά. 2.Αφού εξακριβωθεί η ταυτότητα του κατηγορουμένου και του εξηγηθούν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το άρθρο 103, εκείνος που ενεργεί την εξέταση του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται και τον προσκαλεί να απολογηθεί και να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισής του. Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει. Επίσης έχει δικαίωμα να παραδώσει την απολογία του γραπτή. Σε αυτήν την περίπτωση όποιος ενεργεί την ανάκριση απευθύνει στον κατηγορούμενο τις απαραίτητες ερωτήσεις για να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο της έγγραφης απολογίας. Οι ερωτήσεις πρέπει να αναγράφονται ρητά στην έκθεση. 3.Οι διατάξεις των άρθρων 223 παρ. 2, 3 και 5 και 225 εφαρμόζονται και για την εξέταση κατηγορουμένων. 5.Η παράγραφος 2 του άρθρου 305 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: 2. Όταν πρόκειται να κριθούν ζητήματα, που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης (άρθρο 307) ή η περάτωση της (άρθρο 308), δεν επιτρέπεται η συμμετοχή του ανακριτή στη σύνθεση του συμβουλίου. 6.Η παράγραφος 3 του άρθρου 349 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που προστέθηκε με το άρθρο 11 παρ. 8 του ν. 1941/1991, αντικαθίσταται ως εξής: 3. Η αποχή των δικηγόρων αποτελεί σημαντικό αίτιο για την αναβολή των ποινικών δικών. 7.Η παράγραφος 2 του άρθρου 365 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που προστέθηκε με το άρθρο 11 παρ. 9 του ν.1941/1991, αντικαθίσταται ως εξής: 2. Το δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει μάρτυρα που κλητεύθηκε εκ παραδρομής. 8.Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 430 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν.1941/1991, αντικαθίσταται ως εξής: 1. Εκείνος που καταδικάστηκε, αν δεν εμφανίστηκε και δεν άσκησε ένδικο μέσο που επιτρέπεται από το νόμο κατά της καταδικαστικής απόφασης, μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της για το λόγο ότι κατά την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος δεν συνέτρεχαν οι όροι του άρθρου 428, καθορίζοντας συγχρόνως και τον τόπο στον οποίο τότε διέμενε, διαφορετικά, η αίτηση του είναι απαράδεκτη. 9.Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 432 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν.1941/1991, αντικαθίσταται ως εξής: 2. Αν εκείνος που παραπέμφθηκε για κακούργημα έχει απολυθεί από τις φυλακές, επειδή συμπλήρωσε το ανώτατο όριο που επιτρέπεται για την προσωρινή κράτηση και δεν εμφανίζεται να δικασθεί στη δικάσιμο που ορίστηκε, δικάζεται σαν να ήταν παρών, αν κλητεύθηκε ως γνωστής διαμονής. Η απόφαση που εκδίδεται δεν προσβάλλεται με κανένα ένδικο μέσο. 10.Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας με απόφαση δικαστηρίου, κατ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 432 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν.1941/1991, μπορεί να ζητήσει την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής μέχρις ότου εκδοθεί η κατ αντιμωλία απόφαση κατ άρθρο 432 παρ. 2 εδ.3. Η αίτηση απευθύνεται στο δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση και αν πρόκειται για μεικτό ορκωτό δικαστήριο ή μεικτό ορκωτό εφετείο, στο τριμελές ή πενταμελές εφετείο αντίστοιχα. Η αναστολή διατάσσεται αν ο κατηγορούμενος δεν είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος και δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχει βάσιμος φόβος πως θα τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις. Στον κατηγορούμενο μπορεί να επιβληθούν περιοριστικοί όροι, σύμφωνα με το άρθρο 282 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 11.Η παράγραφος 2 του άρθρου 471 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 2 του ν.1941/1991, αντικαθίσταται ως εξής: 2. Κατ εξαίρεση, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης και η αίτηση για την αναίρεση δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της καταδικαστικής απόφασης, αν με αυτή επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας. Το δικαστήριο όμως που εξέδωσε αυτή την απόφαση, αν το ζητήσει ο εισαγγελέας ή ο κατηγορούμενος, μπορεί σε κάθε περίπτωση να αποφασίσει την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης που προσβλήθηκε, μόλις ασκηθεί η αίτηση αναίρεσης. Δεν έχει επίσης ανασταλτική δύναμη το ένδικο μέσο, όταν ο νόμος δεν το χορηγεί ρητά. 12.Η παράγραφος 1 του άρθρου 482 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 4 του ν.1941/1991, αντικαθίσταται ως εξής: 1. Εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 310 και της παραγράφου 2 του άρθρου 476, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν επίσης την αναίρεση του βουλεύματος: Α Ο κατηγορούμενος όταν το βούλευμα: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω κι αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα, σύμφωνα με τα στοιχεία α, β και γ, β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του, γ) αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, δεχόμενο έμπρακτη μετάνοια. Β Ο πολιτικώς ενάγων με τους όρους του άρθρου 480 παρ. 2, όταν το βούλευμα: α) παύει προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, β) αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Γ Ο τρίτος που άσκησε έφεση κατά του βουλεύματος των πλημμελειοδικών στην περίπτωση του άρθρου 310 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο. 13.Στην παράγραφο 2 του άρθρου 486 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 9 του ν. 2145/1993, προστίθεται εδάφιο β, που έχει ως εξής: Αν η απόφαση είναι ομόφωνη τέτοια έφεση δεν επιτρέπεται. 14.Η παράγραφος 7 του άρθρου 497 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 6 του ν.1941/1991, αντικαθίσταται ως εξής: 7. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε με απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε ποινή στερητική της ελευθερίας και άσκησε έφεση, η οποία όμως δεν έχει ανασταλτική δύναμη, μπορεί να ζητηθεί, με αίτηση του ίδιου ή του εισαγγελέα, η αναστολή της εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, μέχρις ότου εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η αίτηση απευθύνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και, αν πρόκειται για το μεικτό ορκωτό εφετείο, στο πενταμελές εφετείο. Η αναστολή διατάσσεται αν ο κατηγορούμενος δεν είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος ή ύποπτος φυγής και δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχει βάσιμος φόβος πως θα τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις, εφόσον η έκτιση της ποινής μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως επί της εφέσεως προβλέπεται ότι θα έχει σαν συνέπεια υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη για τον ίδιο ή για την οικογένεια του. Στον κατηγορούμενο μπορεί να επιβληθούν περιοριστικοί όροι, σύμφωνα με το άρθρο 282 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 15.Η παράγραφος 8 του άρθρου 497 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που προστέθηκε με το άρθρο 13 παράγραφος 7 του ν.1941/1991, αντικαθίσταται ως εξής: 8. Ο κατηγορούμενος κλητεύεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 έως 161 και 166 στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο κατά την προηγούμενη παράγραφο. 16.Το εδάφιο γ της παραγράφου 1 του άρθρου 578 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: γ) Όταν η απόφαση, για την οποία έχει συνταχθεί δελτίο ποινικού μητρώου, ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή η πράξη αμνηστευθεί ή απονεμηθεί χάρη με ολική άρση των συνεπειών κατ άρθρο 47 παρ. 2 του Συντάγματος ή με ρητή διάταξη μεταγενέστερου νόμου, η πράξη παύει να είναι αξιόποινη. 17.Το άρθρο 583 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 του ν.1941/1991, αντικαθίσταται ως εξής: 1. Σε περίπτωση απόφασης που απορρίπτει εξ ολοκλήρου την αίτηση αναίρεσης ή επανάληψης της διαδικασίας, τα έξοδα επιβάλλονται ταυτόχρονα σε καθέναν από εκείνους που άσκησαν το ένδικο μέσο. 2.Σε περίπτωση αποφάσεων που απορρίπτουν εφέσεις, αιτήσεις για ακύρωση της απόφασης ή της διαδικασίας, ενστάσεις και αιτήσεις γενικά που υποβάλλονται από οποιονδήποτε διάδικο στη διάρκεια της συζήτησης ποινικών υποθέσεων, δεν γίνεται καταδίκη στα έξοδα. 18.Καταργούνται οι εξής διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας: 1)Η παράγραφος 4 του άρθρου 20, που προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 του ν.1941/1991. 2)Η παράγραφος 4 του άρθρου 145, που προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.1941/1991. 3)Η παράγραφος 2 του άρθρου 233, που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν.1941/1991. 4)Η διάταξη, που προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ.6 του ν.1941/1991, ως τελευταίο εδάφιο, στην παρ. 2 του άρθρου 286 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 5)Η παράγραφος 4 του άρθρου 291, που προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 7 του ν.1941/1991. 6)Η παράγραφος 5 του άρθρου 327, που προστέθηκε με το άρθρο 11 παρ. 5 του ν.1941/1991 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 6 του ν.2145/1993. 7)Η παράγραφος 3 του άρθρου 335, που προστέθηκε με το άρθρο 11 παρ. 6 του ν.1941/1991. 8)Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 431, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 3 του ν.1941/1991. ΤΜΗΜΑ ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Αρθρο 35 1. Ο ν. 1916/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2145/1993, καταργείται. 2. α) Αν εκκρεμεί προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 1916/1990. όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2145/1993, η δικογραφία υποβάλλεται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την ισχύ του νόμου αυτού στον αρμόδιο εισαγγελέα, ο οποίος ενεργεί περαιτέρω κατά τα άρθρα 43 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. β) Εκκρεμείς υποθέσεις για τις οποίες έχει ασκηθεί έως την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού ποινική δίωξη με βάση τις διατάξεις του ν. 1916/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2145/1993 και βρίσκονται στο στάδιο της ανάκρισης, εισάγονται εντός δεκαπέντε ημερών από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού στο αρμόδιο με βάση την κρινόμενη πράξη συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 308 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Το συμβούλιο έχει την προβλεπόμενη στα άρθρα 309 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αρμοδιότητα. Περαιτέρω ανάκριση διατάσσεται ιδίως όταν η διενεργηθείσα πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού ανάκριση δεν είχε ολοκληρωθεί ή όταν με βάση το ν. 1916/1990. όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2145/1993, είχαν διαταχθεί ή διενεργηθεί ανακριτικές πράξεις, οι οποίες σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πάσχουν από απόλυτη ακυρότητα. Σε περίπτωση παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, αρμόδιο είναι το από τις οικείες διατάξεις προβλεπόμενο δικαστήριο. γ. Αν η υπόθεση πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εκδικάστηκε σε πρώτο βαθμό και εκκρεμεί έφεση, η εκδίκασή της γίνεται από το κατά τόπο και καθ ύλην, με βάση την κρινόμενη πράξη, δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ανεξαρτήτως του δικαστηρίου που δίκασε σε πρώτο βαθμό. 3. Το άρθρο 28 του ν. 2145/1993 καταργείται. 4. α) Απαγορεύεται η μετάδοση από την τηλεόραση ή η κινηματογράφηση ή βιντεοσκόπηση ή φωτογράφηση των προσώπων που προσάγονται ενώπιον των δικαστικών ή εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών, εφόσον αυτά δεν συναινούν ρητά. β) Το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του μπορεί να απαγορεύσει τη μαγνητοφώνηση ή βιντεοσκόπηση της δίκης και την τηλεοπτική ή ραδιοφωνική μετάδοσή της, μόνο αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από κατηγορούμενο ή παθόντα και η δίκη δεν συνδέεται με τη δημόσια ζωή. γ) Όποιος παραβαίνει ή διευκολύνει την παραβίαση της απαγόρευσης της παραγράφου 4 εδάφιο α τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) δρχ. έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δρχ. Άρθρο 36 1.Η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 4 του ν. 1738/1987 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1877/1990, αντικαθίσταται ως εξής: 1. Στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216, 218, 235, 236, 237. 242, 256, 258. 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. 2.Το άρθρο 390 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: Αρθρο 390. Απιστία Όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση. ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 37 Η παράγραφος 2 του άρθρου 2 του Κώδικα Περί του κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που κυρώθηκε με το ν. 345/1976, αντικαθίσταται ως εξής: 2. Κατά το δεύτερο δεκαήμερο του μήνα Δεκεμβρίου κάθε δεύτερου έτους διενεργείται κλήρωση ενώπιον της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε δημόσια συνεδρίαση, με βάση τους κατά την προηγούμενη παράγραφο καταλόγους. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι σφαιρίδια αδιαφανή. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης η ολομέλεια συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη, τα ονόματα των συμβούλων της επικρατείας, των αρεοπαγιτών και των καθηγητών των πανεπιστημίων που περιέχονται στους κατά την προηγούμενη παράγραφο καταλόγους. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας εξάγει από τις κληρωτίδες που περιέχουν τα ονόματα των συμβούλων της επικρατείας και των αρεοπαγιτών οκτώ (8) κλήρους από καθεμιά. Μετά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος, το οποίο επιδεικνύει στα λοιπά μέλη της ολομέλειας. Οι αναγραφόμενοι στους τέσσερις (4) πρώτους κλήρους που εξάγονται από κάθε κληρωτίδα είναι τα τακτικά μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου και οι επόμενοι τέσσερις (4), κατά τη σειρά εξαγωγής, τα αναπληρωματικά μέλη του. Ακολούθως, ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας εξάγει τέσσερις (4) κλήρους από την κληρωτίδα που περιέχει τα ονόματα των καθηγητών των πανεπιστημίων και εκφωνεί κατά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου το όνομα του κληρωθέντος, το οποίο επιδεικνύει στα λοιπά μέλη της ολομέλειας. Οι αναγραφόμενοι στους δύο (2) πρώτους από τους κλήρους αυτούς είναι τακτικά μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου, κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του, σύμφωνα με τα εδάφια δ και ε της παρ. 1 του άρθρου 100 του Συντάγματος και οι αναγραφόμενοι στους επόμενους κλήρους είναι αναπληρωματικά μέλη κατά τη σειρά εξαγωγής. Για τα δύο στάδια της κλήρωσης συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Άρθρο 38 Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν. 693/1977 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα Δεκεμβρίου κάθε έτους ο Υπουργός Δικαιοσύνης αποστέλλει προς τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας καταλόγους: α) των συμβούλων επικρατείας, β) των αρεοπαγιτών, γ) των συμβούλων του ελεγκτικού συνεδρίου, δ) των τακτικών καθηγητών των νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών ή νομικών τμημάτων των πανεπιστημίων της Χώρας, ε) των δικηγόρων μελών, τακτικών και αναπληρωματικών, του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου των δικηγόρων. Καθηγητές που έχουν και κάποια από τις παραπάνω ιδιότητες δεν περιλαμβάνονται στους καταλόγους των καθηγητών. Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μήνα Δεκεμβρίου η ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικαρατείας, σε δημόσια συνεδρίαση, ενεργεί με βάση τους παραπάνω καταλόγους κλήρωση από χωριστές κληρωτίδες ενός συμβούλου της επικρατείας, ενός αρεοπαγίτη, ενός συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δύο τακτικών καθηγητών των νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της χώρας και δύο δικηγόρων από τα μέλη του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου των δικηγόρων με διπλάσιο αριθμό αναπληρωματικών. Οι αναπληρωματικοί καλούνται κατά τη σειρά της κλήρωσης όταν ελλείπουν, απουσιάζουν, κωλύονται ή εξαιρούνται οι τακτικοί. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι σφαιρίδια αδιαφανή. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης η ολομέλεια συνέρχεται σε συμβούλιο προκειμένου να τοποθετηθούν στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη, τα ονόματα όσων περιλαμβάνονται στους παραπάνω καταλόγους. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας εξάγει από τις κληρωτίδες τα σφαιρίδια και εκφωνεί το όνομα κάθε κληρουμένου, το οποίο επιδεικνύει στα λοιπά μέλη της ολομέλειας. Για τα δύο στάδια της κλήρωσης συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Άρθρο 39 1.Οι αρεοπαγίτες επικουρούνται στην άσκηση των καθηκόντων τους από εφέτες. 2.Με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου αποσπώνται στον Άρειο Πάγο δώδεκα (12) εφέτες από τα Εφετεία Αθηνών και Πειραιά, επιλεγόμενοι μεταξύ εκείνων οι οποίοι λόγω της αρχαιότητας τους, δεν προβλέπεται ότι θα κριθούν για προαγωγή κατά την επόμενη τριετία. 3.Ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου καλεί όλους τους εφέτες που υπηρετούν στα Εφετεία Αθηνών και Πειραιά να δηλώσουν εγγράφως μέσα σε ορισμένη προθεσμία, αν επιθυμούν την απόσπασή τους. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποφασίζει για την απόσπαση, αφού λάβει υπόψη και τις δηλώσεις των εφετών. 4.Οι αποσπώμενοι τοποθετούνται από τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου στα πολιτικά τμήματα, βοηθούν τους αρεοπαγίτες στην επεξεργασία των υποθέσεων που ορίζει ο πρόεδρος κάθε τμήματος και παρακολουθούν τις διασκέψεις του τμήματος και της ολομέλειας. 5.Η θητεία των εφετών που αποσπώνται είναι διετής και δεν μπορεί να ανανεωθεί. Άρθρο 40 Στις δικαστικές αποφάσεις και τα βουλεύματα καταχωρίζονται υποχρεωτικώς η γνώμη της τυχόν μειοψηφίας και τα ονόματα των δικαστών που μειοψηφούν. Άρθρο 41 1.Η χορήγηση στους δικαστικούς λειτουργούς του μισθού του επόμενου και του μεθεπόμενου βαθμού γίνεται εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσονται από τις κείμενες διατάξεις, εκτός από το ευδόκιμο της υπηρεσίας. 2.Ο μισθός χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, αν διαπιστωθεί η συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων. 3.Αν ο δικαστικός λειτουργός έχει τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή μεγαλύτερη του προστίμου, για την οποία δεν συντρέχουν οι όροι διαγραφής της από το μητρώο του κρινομένου, σύμφωνα με το άρθρο 106 παρ. 4 του ν. 1756/1988, για τη χορήγηση του μισθού απαιτείται προηγούμενη απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, προς το οποίο διατυπώνεται σχετικό ερώτημα. 4.Σε όσους δικαστικούς λειτουργούς δεν έχει χορηγηθεί ο μισθός του επόμενου και του μεθεπόμενου βαθμού, λόγω απορριπτικών αποφάσεων του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, ο μισθός χορηγείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων. Άρθρο 42 1.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του π.δ. 18/1989 αντικαθίσταται ως εξής: Για την κατανομή λαμβάνονται υπόψη οι προτιμήσεις των αντιπροέδρων και των συμβούλων και ικανοποιούνται υποχρεωτικά κατά σειρά αρχαιότητας. Κατά την κατανομή μπορεί να ορίζονται για κάθε τμήμα και αναπληρωτές σύμβουλοι και πάρεδροι που υπηρετούν σε άλλα τμήματα. 2.Η παράγραφος 4 του άρθρου 15 του π.δ. 18/1989, που προστέθηκε με την παράγραφο 7 του άρθρου 1 του ν. 1968/1991, αντικαθίσταται ως εξής: 4. Το Ε τμήμα επεξεργάζεται τα κανονιστικά διατάγματα με σύνθεση είτε τριμελή, που περιλαμβάνει τον πρόεδρο του τμήματος ή τον αναπληρωτή του, ένα σύμβουλο, έναν πάρεδρο και το γραμματέα, είτε πενταμελή, που περιλαμβάνει τον πρόεδρο του τμήματος ή τον αναπληρωτή του, τρεις συμβούλους, έναν πάρεδρο και το γραμματέα. Αν το τμήμα κρίνει ότι, λόγω της σπουδαιότητας των νομικών ζητημάτων που εγείρονται, η επεξεργασία του σχεδίου διατάγματος πρέπει να παραπεμφθεί σε ευρύτερο σχηματισμό, εκφράζει τη γνώμη του και παραπέμπει τα πιο πάνω ζητήματα σε σχηματισμό της ολομέλειας. Στο σχηματισμό αυτόν συμμετέχουν ο πρόεδρος του συμβουλίου της Επικρατείας ή ο νόμιμος αναπληρωτής του, έξι σύμβουλοι και δύο πάρεδροι, τους οποίους ορίζει η ολομέλεια στην αρχή του έτους και για ετήσιο διάστημα που μπορεί να ανανεώνεται. Η ολομέλεια ορίζει επίσης τρεις συμβούλους και δύο παρέδρους ως αναπληρωματικούς. Κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών στο σχηματισμό αυτόν, στον οποίο προεδρεύει ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ο νόμιμος αναπληρωτής του, συμμετέχουν οι έξι (6) αρχαιότεροι σύμβουλοι και ΟΧ δύο (2) αρχαιότεροι πάρεδροι, που μετέχουν στο οικείο τμήμα διακοπών, αναπληρούμενοι από τους λοιπούς μετέχοντες συμβούλους και παρέδρους, αντιστοίχως, κατά τη σειρά αρχαιότητας. Δικαίωμα παραπομπής για τον πιο πάνω λόγο έχει και ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του αρμόδιου υπουργού. Οι πάρεδροι, που μετέχουν στην παραπάνω τριμελή ή πενταμελή σύνθεση του Ε τμήματος και στον προαναφερόμενο σχηματισμό της ολομέλειας, έχουν αποφασιστική ψήφο. Αν ενώπιον δικαστικού σχηματισμού εγερθεί, κυρίως ή παρεπιπτόντως, το ζήτημα της νομιμότητας κανονιστικού διατάγματος και ο σχηματισμός αυτός αποκλίνει από τη γνωμοδότηση του παραπάνω σχηματισμού της ολομέλειας, που έχει ήδη επεξεργαστεί το διάταγμα, το ζήτημα τούτο παραπέμπεται στη δικαστική ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. 3.Κατά την πρώτη εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου τα μέλη του σχηματισμού της ολομέλειας ορίζονται μέσα σε δέκα ημέρες από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου. 4.Για την έκδοση των προεδρικών διαταγμάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν.δ. 170/1973, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν. 702/1977 (άρθρο 14 παρ. 1 του κωδ. προεδρικού διατάγματος 18/1989) και με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 1968/1991, απαιτείται σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας του Συμβουλίου. 5.Καταργούνται αφότου ίσχυσαν οι διατάξεις των παραγράφων 3 έως και 10 του άρθρου 12 του ν. 2145/1993. Άρθρο 43 Η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 έως και 15 του Κεφαλαίου Β του ν. 1805/1988 Εκσυγχρονισμός του θεσμού του Ποινικού Μητρώου κ.λπ. αναστέλλεται μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1994. Άρθρο 44 1. 1)Τα τριμελή δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια που λειτουργούν σε κάθε εφετείο καθίστανται πενταμελή. Τα συμβούλια αυτά συγκροτούνται από τον πρόεδρο Του συμβουλίου του εφετείου ή τον αρχαιότερο πρόεδρο εφετών, ως πρόεδρο και τέσσερις εφέτες, ως μέλη. Τα μέλη με ισάριθμους αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με κλήρωση που γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση του Α Τριμελούς Εφετείου, μεταξύ όλων των εφετών που υπηρετούν στο οικείο εφετείο. 2)Τα τριμελή και πενταμελή δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια που λειτουργούν σε κάθε ανώτατο δικαστήριο καθίστανται πενταμελή και επταμελή αντιστοίχως. Τα πενταμελή συγκροτούνται από το νεότερο αντιπρόεδρο, ως πρόεδρο και τέσσερα (4) μέλη, τα οποία κληρώνονται μαζί με ισάριθμους αναπληρωτές μεταξύ όλων των αρεοπαγιτών ή των συμβούλων που υπηρετούν στο οικείο ανώτατο δικαστήριο. Τα επταμελή συγκροτούνται από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο, ως πρόεδρο και έξι (6) μέλη, τα οποία μαζί με ισάριθμους αναπληρωτές κληρώνονται μεταξύ όλων των αρεοπαγιτών ή των συμβούλων που υπηρετούν στο οικείο ανώτατο δικαστήριο. 2.Για την κλήρωση των μελών των δικαστικών συμβουλίων εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία, που προβλέπεται από τις παραγράφους 1, 2 και 4 του άρθρου 97 του ν. 1756/1988, όπως αυτές αντικαθίστανται με το άρθρο 17 του παρόντος νόμου. 3.Κατά τη συζήτηση υποθέσεων που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών υπαλλήλων καλούνται και μπορεί να παρίστανται και να εκφράζουν γνώμη ενώπιον των υπηρεσιακών συμβουλίων δύο αιρετοί εκπρόσωποι τους. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος (Ο.Δ.Υ.Ε.), καθορίζονται οι προϋποθέσεις για την εκλογιμότητα και οι διαδικασίες για την εκλογή των εκπροσώπων αυτών, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου αυτού, οι εκπρόσωποι ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος (Ο.Δ.Υ.Ε.). Η θητεία των εκπροσώπων αυτών λήγει την 30.6.1994. 4.Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρονται δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια δικαστικών υπαλλήλων, νοούνται όπως αυτά συντίθενται με την παράγραφο 1. Άρθρο 45 1.Α. Εφόσον δεν έχει εκδοθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού αμετάκλητη δικαστική απόφαση, παραγράφονται σε οποιοδήποτε στάδιο της προδικασίας ή της κύριας διαδικασίας και αν βρίσκεται η ποινική τους δίωξη, η οποία παύει οριστικά: 1)ποινικά αδικήματα του τύπου ή που τελέστηκαν δια του τύπου, 2)ποινικά αδικήματα που τελέστηκαν δια των ραδιοτηλεοπτικών μέσων μαζικής επικοινωνίας και 3)ποινικά αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 16 του ν. 1730/1987, όπως ισχύει. Με τη ρύθμιση του παρόντος εδαφίου δεν θίγονται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας περί καταλήψεως ή βλάβης δημόσιας (δασικής ή μη) εκτάσεως. Β. Αν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας, ο αρμόδιος εισαγγελέας αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του κατηγορουμένου διαπιστώνει την παραγραφή και υποβάλλει πρόταση στο δικαστικό συμβούλιο για την παύση της ποινικής δίωξης. Σε περίπτωση δε που η υπόθεση εκκρεμεί ήδη ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου ή ενώπιον του δικαστηρίου, το συμβούλιο ή το δικαστήριο παύει οριστικά την ποινική δίωξη μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση του κατηγορουμένου. Γ. Σε περίπτωση που για την αποδιδόμενη πράξη έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση η οποία δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, την παραγραφή διαπιστώνει και την παύση της ποινικής δίωξης διατάσσει το δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση του καταδικασθέντα. Η αίτηση κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού και εισάγεται στη συντομότερη δυνατή δικάσιμο. Στη συζήτηση της κλητεύεται να παραστεί και ο καταδικασθείς, ο οποίος δύναται να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο. 2.Ποινές στερητικές της ελευθερίας που έχουν επιβληθεί αμετάκλητα για τα αδικήματα της παραγράφου 1Α, καθώς και για τα συνεκδικασθέντα συρρέοντα ή συναφή ή καθ οιονδήποτε τρόπο σχετιζόμενα προς αυτά και δεν έχουν για οποιονδήποτε λόγο αποτιθεί, παραγράφονται. Την παραγραφή διαπιστώνει το δικαστήριο που έχει εκδόσει την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση του καταδικασθέντος, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου. 3.Αξιώσεις για αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που απορρέουν από τα αδικήματα της παραγράφου 1Α ή αξιώσεις αποζημιώσεως για τη μη δημοσίευση ή τη βραδεία δημοσίευση των αποφάσεων της παραγράφου 6 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 32 του ν. 1941/1991, έστω και αμετακλήτως επιδικασθείσες, αποσβένονται, οι δε σχετικές δίκες καταργούνται και ματαιώνεται αυτοδικαίως η τυχόν αναγκαστική εκτέλεση που άρχισε. Διατηρείται μόνο η αξίωση για την τελεσιδίκως επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη και για τα έξοδα των ενεργηθεισών πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Άρθρο 46 Με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας ρυθμίζεται ο τρόπος και το ύψος της αμοιβής των δικαστικών αντιπροσώπων που παρίστανται, κατά τις κείμενες διατάξεις, στις αρχαιρεσίες και πάσης φύσεως εκλογές των ναυτεργατικών σωματείων ή ναυτεργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων παντός βαθμού. Άρθρο 47 Η παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 2145/1993 τροποποιείται ως εξής: Ί. Στην παρ. 3 του άρθρου 62 του ν.δ. 3026/1954, όπως ισχύει Περί του Κώδικα των Δικηγόρων προστίθενται εδάφια, που έχουν ως εξής: Δικηγόροι που έχουν εκλεγεί Βουλευτές ή Ευρωβουλευτές τελούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους σε μερική αναστολή του λειτουργήματός τους, η οποία συνίσταται στην απαγόρευση παραστάσεώς τους για υποθέσεις ναρκωτικών στην προδικασία και ενώπιον των δικαστηρίων. Η ανωτέρω αναστολή δεν ισχύει, αν πρόκειται για υποθέσεις των ιδίων, των συζύγων τους ή συγγενών τους εξ αίματος ή αγχιστείας μέχρι και τον β βαθμό. Δικηγόροι που απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στα όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς, των οποίων είναι μέλος η Ελλάδα, τελούν σε αναστολή ασκήσεως. Άρθρο 48 Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: 1.Η παράγραφος 6 του άρθρου 4 του ν. 1756/1988, που προστέθηκε με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 2145/ 1993. 2.Το εδάφιο δ της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του ν. 1756/1988, όπως αντικαστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 1868/1989. 3.Η παράγραφος 2 του άρθρου 31 του ν. 1941/1991. 4.Η παράγραφος 5 του άρθρου 13 και η παράγραφος 6 του άρθρου 27 του ν. 2145/1993. Άρθρο 49 Οι διατάξεις των άρθρων 263 παραγρ. Ι και 264 παραγρ. Ι εδάφιο πρώτο του Υπαλληλικού Κώδικα -π.δ. 611/1977 (ΦΕΚ 138 τ.Α), όπως αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 126 τ.Α) εφαρμόζονται και στο κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Το προσωπικό αυτό μπορεί με αίτηση του να παραμένει στην υπηρεσία εκτός οργανικών θέσεων και μετά τη συμπλήρωση τριακονταπενταετούς υπηρεσίας και πάντως όχι πέραν του 65ου έτους της ηλικίας του με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από πρόταση του Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Άρθρο 50 1.Το άρθρο 21 του ν. 1968/1991 αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 21 1.Συνιστάται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης νομοπαρασκευαστική Επιτροπή Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, αποτελούμενη από έναν αντιπρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας, ως πρόεδρο, δύο συμβούλους της Επικρατείας, έναν πρόεδρο εφετών και έναν εφέτη των διοικητικών δικαστηρίων, δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου και έναν δικηγόρο, ως μέλη. Χρέη γραμματέα εκτελεί δικαστικός υπάλληλος του Συμβουλίου της Επικρατείας. 2.Στην Επιτροπή αυτήν, που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ανατίθεται η αναθεώρηση και συμπλήρωση του σχεδίου που επεξεργάζεται η Επιτροπή που συγκροτήθηκε με την 377/22.1.1993 απόφαση. Η Επιτροπή οφείλει να περατώσει το έργο της μέσα στην προθεσμία που ορίζει η απόφαση, η οποία μπορεί να παραταθεί. 3.Στον Πρόεδρο, τα μέλη και το γραμματέα της Επιτροπής καταβάλλεται αποζημίωση, που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 18 του ν. 1505/1984 και 8 του ν. 1810/1988. 2.Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 1968/1991 προστίθεται η φράση: και κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 18 του ν. 1505/1984 και 8 του ν. 1810/1988. Άρθρο 51 1.Συνιστάται στο Πρωτοδικείο Πειραιά ειδικό τμήμα στο οποίο εκδικάζονται: α) οι ναυτικές διαφορές που εισάγονται στο Πρωτοδικείο αυτό, β) οι υποθέσεις που εισάγονται στο ίδιο Πρωτοδικείο και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εφόσον αφορούν τη ρύθμιση δικαιωμάτων ή καταστάσεων που σχετίζονται άμεσα με πράξεις αναφερόμενες στην παράγραφο 3 και γ) οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων των περιφερειών των Πρωτοδικείων Πειραιά και Αθήνας που κρίνουν διαφορές και υποθέσεις των προηγούμενων εδαφίων (τμήμα ναυτικών διαφορών). 2.Για την εκδίκαση των ναυτικών διαφορών η δικαιοδοσία του Πρωτοδικείου Πειραιά εκτείνεται σε ολόκληρο το νομό Αττικής. 3.Α. Ναυτικές διαφορές είναι οι ιδιωτικές διαφορές που πηγάζουν από πράξεις του θαλάσσιου εμπορίου, τη χρησιμοποίηση, λειτουργία ή ναυσιπλοΐα πλοίου ή την παροχή εργασίας σ αυτό. Β. Ενδεικτικά ναυτικές διαφορές είναι εκείνες που έχουν αιτία: 1)τη ναυπήγηση, την πώληση και γενικότερα την εκποίηση πλοίου με επαχθή αιτία, 2)την επισκευή, μετασκευή, εξοπλισμό, καταμέτρηση, χάραξη γραμμών φόρτωσης, επιθεώρηση σκάφους, μηχανής και εξαρτισμού και το δεξαμενισμό πλοίου, 3)δικαιοπραξίες που επιχείρησε ο πλοίαρχος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, 4)αδικοπραξίες που διέπραξε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ο πλοίαρχος, μέλος του πληρώματος, ο πλοηγός ή άλλο πρόσωπο ευρισκόμενο στην υπηρεσία του πλοίου, καθώς και οι ζημίες από ναυάγιο πλοίου ή φορτίου, 5)συμβάσεις σχετικές με την οικονομική χρησιμοποίηση ή λειτουργία πλοίου, τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων, την αλιεία, τη ρυμούλκηση, τη θαλάσσια αρωγή, την αναψυχή ή τη χρήση πλοίου για την πόντιση υποβρύχιων καλωδίων, τη διεξαγωγή επιστημονικών ερευνών ή άλλου σκοπού, καθώς και με τη χρήση ή εκμετάλλευση εμπορευματοκιβωτίων, 6)την απώλεια ή βλάβη εμπορευμάτων, αποσκευών ή εμπορευματοκιβωτίων μεταφερομένων με πλοίο, 7)την πλοήγηση, 8)την κοινή αβαρία, 9)τη θαλάσσια ασφάλιση, 10)την προμήθεια προϊόντων ή υλικών για τη συντήρηση, λειτουργία, εκμετάλλευση ή τη χρήση πλοίου, 11)δαπάνες του πλοιάρχου ή μέλους του πληρώματος για λογαριασμό του πλοίου, 12)δαπάνες του μισθωτή, ναυλωτή ή πράκτορα για το λογαριασμό του πλοίου, του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή, 13)την κυριότητα, νομή ή κατοχή πλοίου, υποθήκη (απλή ή προτιμώμενη) ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε πλοίο, 14)τη συμπλοιοκτησία, 15)την παροχή αρωγής σε πλοίο ή άλλο περιουσιακό αγαθό, την ανέλκυση, μετατόπιση ή διάλυση πλοίου ή ναυαγίου πλοίου ή φορτίου, καθώς και ενέργειες για την πρόληψη ή τον περιορισμό ζημίας στο θαλάσσιο περιβάλλον από το πλοίο ή το φορτίο του, 16)περιουσιακές ζημίες που προκλήθηκαν από πλοίο με σύγκρουση, πρόσκρουση, ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος ή άλλο τρόπο, 17)το θάνατο ή σωματική βλάβη προσώπων που έχει αιτία το πλοίο, τη λειτουργία, εκμετάλλευση ή χρήση. 4.Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, πλοίο είναι κάθε πλωτή κατασκευή ικανή για την εκτέλεση ορισμένου έργου ή υπηρεσίας στο θαλάσσιο χώρο. 5. 1)Διαφορές και υποθέσεις, που υπάγονται στο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Πρωτοδικείου Πειραιά και εισάγονται σε άλλο τμήμα του ίδιου Πρωτοδικείου, παραπέμπονται στο τμήμα ναυτικών διαφορών. Διαφορές και υποθέσεις που δεν υπάγονται στο τμήμα ναυτικών διαφορών και εισάγονται σ αυτό, μπορεί να δικαστούν από το τμήμα αυτό ή να παραπεμφθούν στο αρμόδιο τμήμα. 2)Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 46 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 6. 1)Συνιστάται στο Εφετείο Πειραιά ειδικό τμήμα στο οποίο εκδικάζονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων του Μονομελούς ή Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που κρίνουν ναυτικές διαφορές και υποθέσεις (τμήμα ναυτικών διαφορών). 2)Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και στις διαφορές και υποθέσεις που δεν εισάγονται στο αρμόδιο τμήμα του Εφετείου Πειραιά. 7.Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο κατά την πλήρωση των θέσεων δικαστικών λειτουργών του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά λαμβάνει υπόψη αν ο δικαστής έχει μετεκπαιδευθεί στο ναυτικό δίκαιο ή έχει ιδιαίτερη εμπειρία ή επιστημονική δραστηριότητα στον κλάδο αυτόν του δικαίου και γνωρίζει ικανοποιητικά τουλάχιστο μια από τις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και ιδίως την αγγλική. 8.Για την ανάκριση των αξιόποινων πράξεων που προβλέπει το ν.δ. 187/1973 Περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου ή έχουν σχέση με το θαλάσσιο εμπόριο ή τη χρησιμοποίηση ή λειτουργία πλοίου ή την παροχή εργασίας σ αυτό ή τη ναυσιπλοία, ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ορίζει κατά προτίμηση ανακριτικό τμήμα στο οποίο υπηρετεί διακαστής που έχει τα προσόντα της παραγράφου 7. 9 α) Οι δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις της παραγράφου 1 και είναι εκκρεμείς στο Πρωτοδικείο Αθηνών εκδικάζονται από το δικαστήριο αυτό ωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση. Εφέσεις που έχουν ασκηθεί κατ αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών που έκριναν διαφορές ή υποθέσεις της παραγράφου 1 εκδικάζονται από το Πρωτοδικείο αυτό. 1)Οι δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις της παραγράφου 1 και είναι εκκρεμείς στο Εφετείο Αθηνών εκδικάζονται από το δικαστήριο αυτό, ωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Εφέσεις που έχουν ασκηθεί κατ αποφάσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών που έκριναν διαφορές ή υποθέσεις της παραγράφου 1 εκδικάζονται από το Εφετείο Αθηνών, ωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. 2)Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μπορεί να συσταθούν τμήμα ναυτικών διαφορών και σε άλλα πρωτοδικεία ή εφετεία. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται αναλόγως και στα τμήματα αυτά. 3)Οι διατάξεις του άρθρου αυτού αρχίζουν να ισχύουν ύστερα από τρεις (3) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Άρθρο 52 Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Προσωρινή κράτηση και έλεγχος της διάρκειάς της, αναστολή ποινών, απόλυση υπό όρο, επιτάχυνση διαδικασίας πολιτικών υποθέσεων και άλλες διατάξεις. 1994/2207 1994
Συμβιβαστική επίλυση ιδιωτικών διαφορών - Επιτάχυνση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης - Σχεδιασμός και εφαρμογή Σωφρονιστικής Πολιτικής και άλλες διατάξεις. 1995/2298 1995
Ρυθμίσεις θεμάτων εθνικών κληροδοτημάτων, δημοσίων και ανταλλαξίμων κτημάτων και άλλες διατάξεις. 1996/2386 1996
Τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, του Κώδικα Βασικών Κανόνων για τη Μεταχείριση των Κρατουμένων και άλλες διατάξεις. 1996/2408 1996
Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, επιτάχυνση των δικών, δικονομικές απλουστεύσεις και άλλες διατάξεις. 1997/2479 1997
Ειδικό μισθολόγιο δικαστικών λειτουργών, μισθολόγια κύριου προσωπικού Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και ιατροδικαστών και άλλες διατάξεις. 1997/2521 1997
Φορολογικές διαρρυθμίσεις και άλλες διατάξεις 1998/2579 1998
Για την επίλυση των διαφορών του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος και άλλες διατάξεις. 2002/3038 2002
Σύσταση Σώματος Επιθεώρησης και Ελέγχου των Καταστημάτων Κράτησης και άλλες διατάξεις. 2002/3090 2002
Αναμόρφωση της ποινικής νομοθεσίας ανηλίκων και άλλες διατάξεις. 2003/3189 2003
Ρυθμίσεις για την οργάνωση και λειτουργία της Κυβέρνησης, τη διοικητική διαδικασία και τους Ο.Τ.Α. 2004/3242 2004
Επιλογή δικαστικών λειτουργών στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης και επαναφορά του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων 2010/3841 2010
Τροποποίηση και συμπλήρωση του Π.Δ. 309/1986 Κατανομή σε τμήματα των υποθέσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΦΕΚ 136/8.9.1986, τ. Α). 1994/239 1994
Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου 1997/376 1997
Κατανομή σε Τμήματα των υποθέσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας. 2001/361 2001
Κατανομή σε Τμήματα των υποθέσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας. 2003/334 2003
Τροποποίηση του π.δ/τος 376/1997 «Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου» (Α΄ 246), όπως ισχύει. 2005/263 2005
Τροποποίηση του π.δ/τος 376/1997 «Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου» (Α΄ 246), όπως ισχύει. 2006/224 2006
Τροποποίηση του π.δ/τος 376/1997 «Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου» (Α΄ 246), όπως ισχύει. 2009/141 2009