Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
Άρθρο 1 "Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από εμπορική επιχείρηση"
1.  
    Ως ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από την άσκηση ατομικής εμπορικής επιχείρησης, η οποία δεν τηρεί βιβλία ή τηρεί βιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, θεωρείται εκείνο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αθροίσματος της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής εγκατάστασης της επιχείρησης και της εμπορικής αμοιβής, με τους συντελεστές εμπορικότητας και απόδοσης
2.  
    Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου νοούνται ως:
  1. Μισθωτική αξία, ποσοστό έξι τοις εκατό (6%) του ποσού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της τιμής ζώνης που ισχύει κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, σύμφωνα με τις διατάξεις περί φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων, με τον αριθμό των τετραγωνικών μέτρων της επιφάνειας της επαγγελματικής εγκατάστασης.
  2. Για τις περιοχές, οι οποίες δεν έχουν ενταχθεί στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, ως τιμή ζώνης λαμβάνεται η κατώτερη τιμή ζώνης που ισχύει για την πρωτεύουσα του νομού, όπου βρίσκεται η εγκατάσταση της επιχείρησης.
  3. Για τις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης η μισθωτική αξία που λαμβάνεται υπόψη περιορίζεται στο πενήντα τοις εκατό (50%).
  4. Εμπορική αμοιβή, η ετήσια αμοιβή η οποία προβλέπεται από τη συλλογική σύμβαση εργασίας των εμποροϋπαλλήλων, που ισχύει κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, για υπάλληλο με πέντε (5) χρόνια υπηρεσίας, χωρίς προσαυξήσεις επιδομάτων πολυετίας και οικογενειακών βαρών, στρογγυλοποιούμενο στην πλησιέστερη εκατοντάδα χιλιάδας.
  5. Προκειμένου για επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες, εκτός από τις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης, η αμοιβή του προηγούμενου εδαφίου προσαυξάνει κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).
  6. Συντελεστής εμπορικότητας, ο οποίος ανάλογα με το συντελεστή εμπορικότητας, που προβλέπεται από τις διατάξεις περί φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων, προσδιορίζεται ως ακολούθως:
  7. Για επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε περιοχές με συντελεστή εμπορικότητας Συντελεστής εμπορικότητας 1 1 1,1 - 2 1,20 2,1 - 3 1,40 3,1 - 4 1,60 πάνω από 4 1,80 Για επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε περιοχές, οι οποίες δεν έχουν ενταχθεί στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, ως συντελεστής εμπορικότητας λαμβάνεται ο αριθμός ένα (1)
  8. Συντελεστής απόδοσης, ο οποίος ανάλογα με το μοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους, όπως οι συντελεστές αυτοί ορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, προσδιορίζεται ως ακολούθως:
  9. Για επιχειρήσεις με μοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους Συντελεστής απόδοσης μέχρι5% 1 πάνω από 5% μέχρι 10% 1,15 10%15% 1,30 15% 20% 1,45 20% 1,60 Προκειμένου για επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες, ο συντελεστής απόδοσης προσδιορίζεται ως ακολούθως:
  10. Για επιχειρήσεις με μοναδική συντελεστή καθαρού κέρδους Συντελεστής απόδοσης μέχρι20% 1 πάνω από 20% μέχρι 30% 1,20 30%40% 1,40 40% 1,60 Για επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζονται περισσότεροι από ένα μοναδικοί συντελεστές καθαρού κέρδους, για τον προσδιορισμό του συντελεστή απόδοσης λαμβάνεται υπόψη εκείνος της κύριας δραστηριότητας.
  11. Ως κύρια δραστηριότητα, για την εφαρμογή αυτής της διάταξης, θεωρείται αυτή με τα περισσότερα ακαθάριστα έσοδα.
3.  
    Η μισθωτική αξία μειώνεται προκειμένου για:
  1. Επαγγελματική εγκατάσταση που βρίσκεται αποκλειστικά σε όροφο οικοδομής, πάνω από το ισόγειο, κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%)
  2. Επαγγελματική εγκατάσταση που βρίσκεται αποκλειστικά σε υπόγειο οικοδομής, κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%)
  3. Αποθηκευτικό χώρο, κατά ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%).
  4. Η μισθωτική αξία του αποθηκευτικού χώρου προσαυξάνει τη μισθωτική αξία της έδρας της επιχείρησης.
  5. Αν στην πόλη όπου βρίσκεται ο αποθηκευτικός χώρος δεν είναι εγκατεστημένη η έδρα της επιχείρησης αλλά υποκατάστημα αυτής, η μισθωτική αξία του αποθηκευτικού χώρου προσαυξάνει τη μισθωτική αξία του υποκαταστήματος.
4.  
    Η μισθωτική αξία που λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος δεν μπορεί να υπερβεί την εμπορική αμοιβή. Στην περίπτωση κατά την οποία η εμπορική αμοιβή μειώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7, η μισθωτική αξία δεν περιορίζεται αναλόγως.
5.  
    Για επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες, οι οποίες συστεγάζονται στον ίδιο επαγγελματικό χώρο, η μισθωτική αξία επιμερίζεται ανάλογα με τον αριθμό των συστεγαζόμενων επιχειρήσεων
6.  
    Σε περίπτωση κατά την οποία ως επαγγελματική στέγη χρησιμοποιείται η κατοικία του φορολογούμενου, για τον υπολογισμό της μισθωτικής αξίας λαμβάνεται υπόψη το ένα τρίτο (1/3) της επιφάνειας της κατοικίας του
7.  
    Για επιχειρήσεις που διατηρούν υποκαταστήματα, προσδιορίζεται χωριστά το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος κάθε υποκαταστήματος και το συνολικό ποσό όλων των υποκαταστημάτων προστίθεται στο ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος της έδρας της επιχείρησης. Για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος κάθε υποκαταστήματος η εμπορική αμοιβή μειώνεται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).
8.  
    Κατά τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών δεν λαμβάνεται υπόψη ο συντελεστής εμπορικότητας
9.  
    Στις μικτές επιχειρήσεις πώλησης αγαθών και παροχής υπηρεσιών προσδιορίζεται το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος για την κύρια δραστηριότητα και το ποσό που προκύπτει προσαυξάνει με το ποσοστό συμμετοχής των ακαθάριστων εσόδων της δευτερεύουσας δραστηριότητας στο σύνολο των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης. Το ποσοστό όμως της προσαύξησης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%). Για την εφαρμογή αυτής της διάταξης, ως κύρια δραστηριότητα θεωρείται αυτή στην οποία αντιστοιχούν τα περισσότερα ακαθάριστα έσοδα.
10.  
    Αν ο φορολογούμενος δηλώνει εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και από εμπορικές επιχειρήσεις, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος περιορίζεται στο μισό, εφόσον το καθαρό εισόδημα που προέρχεται από μισθωτές υπηρεσίες είναι ίσο ή ανώτερο από την εμπορική αμοιβή
11.  
    Κατά τα τρία (3) πρώτα χρόνια λειτουργίας της επιχείρησης το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος μειώνεται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%). Για τις επιχειρήσεις οι οποίες αναφέρονται στις παραγράφους 13 έως και 15 αυτού του άρθρου δεν αναγνωρίζεται αυτή η έκπτωση. Για τον υπολογισμό της τριετίας ως πρώτο έτος θεωρείται το επόμενο εκείνου μέσα στο οποίο ο φορολογούμενος υπέβαλε για πρώτη φορά δήλωση έναρξης άσκησης επαγγέλματος. Σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί τέτοια δήλωση ή έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα, μετά την πάροδο εξαμήνου από την πραγματική έναρξη άσκησης του επαγγέλματος, οι προηγούμενες διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα έτη άσκησης του επαγγέλματος από τον υπόχρεο. Προκειμένου για επιχειρήσεις των υπόχρεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 του ν.δ. 3323/1955 (ΦΕΚ 214 Α), οι οποίες προέρχονται από τη λύση ή μετατροπή υφιστάμενης επιχείρησης, δεν θεωρούνται νέες επιχειρήσεις για τη μείωση του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος, εφόσον μετέχει σε αυτές ένα τουλάχιστον μέλος από αυτά που μετείχαν στην επιχείρηση που λύθηκε ή μετατράπηκε ή η νέα επιχείρηση λειτουργεί στην ίδια επαγγελματική εγκατάσταση με την επιχείρηση που λύθηκε ή μετατράπηκε. Στις επιχειρήσεις που δεν τηρούν βιβλία και στοιχεία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων αν και έχουν υποχρέωση τήρησης ή τηρούν ανακριβή βιβλία και στοιχεία, δεν αναγνωρίζεται η πιο πάνω έκπτωση.
12.  
    Στην περίπτωση κατά την οποία η επιχείρηση έκανε έναρξη λειτουργίας ή διακοπή των εργασιών της μέσα στην κρινόμενη περίοδο, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος περιορίζεται σε τόσα δωδέκατα όσοι οι μήνες λειτουργίας της επιχείρησης. Χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δεκαπέντε (15) ημέρες λογίζεται ολόκληρος μήνας. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και για τα υποκαταστήματα ή τις άλλες επαγγελματικές εγκαταστάσεις της επιχείρησης.
13.  
    Ειδικά για τις παρακάτω επιχειρήσεις, όταν δεν τηρούν βιβλία ή τηρούν βιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος προσδιορίζεται ως ακολούθως:
  1. Για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια, σε εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) δραχμές ετησίως για κάθε δωμάτιο.
  2. Για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται κάμπινγκ, σε πενήντα χιλιάδες (50.000) δραχμές ετησίως για κάθε θέση εγκατάστασης σκηνής ή τροχόσπιτου ή αυτοκινήτου.
  3. Αν στον ίδιο χώρο ασκούνται και άλλες δραστηριότητες, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος των δραστηριοτήτων αυτών προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 12 αυτού του άρθρου.
  4. Για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος προσδιορίζεται ως ακολούθως:
    • Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης με άδεια κυκλοφορίας εκατό τοις εκατό (100%) και οδηγό τον ιδιοκτήτη, σε τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές.
    • Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης με άδεια κυκλοφορίας εκατό τοις εκατό (100%) και οδηγό τρίτο πρόσωπο, σε δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) δραχμές.
    • Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης με άδεια κυκλοφορίας πενήντα τοις εκατό (50%) και οδηγό τον ιδιοκτήτη, σε δύο εκατομμύρια τετρακόσιες χιλιάδες (2.400.000) δραχμές.
    • Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης με άδεια κυκλοφορίας πενήντα τοις εκατό (50%) και οδηγό τρίτο πρόσωπο, σε ένα εκατομμύριο οκτακόσιες χιλιάδες (1.800.000) δραχμές.
    • Τα παραπάνω ποσά μειώνονται προκειμένου για επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) και για επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από πενήντα χιλιάδες (50.000) κατοίκους κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).
    • Προκειμένου για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται επιβατικά λεωφορεία μη ενταγμένα σε Κ.Τ.Ε.Λ. τα ποσά της περίπτωσης γ αυτής της παραγράφου προσαυξάνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) και αποτελούν το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος των επιχειρήσεων αυτών.
  5. Για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης με βάση το ωφέλιμο φορτίο του αυτοκινήτου ως ακολούθως:
  6. Ωφέλιμο φορτίο (τόνοι) Με οδηγό τον ιδιοκτήτη Με οδηγό τρίτο πρόσωπο μέχρι 5 2.200.000 1.500.000 πάνω από 5 μέχρι 11 2.800.000 2.000.00016,5 3.400.000 2.400.000 16,5 4.000.000 2.600.000 μέχρι 5 2.200.0001.500.000 πάνω από 5 μέχρι 11 2.800.0002.000.00016,5 3.400.0002.400.000 16,54.000.000 2.600.000Τα παραπάνω ποσά μειώνονται προκειμένου για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης και έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).
  7. Εξαιρετικά, για επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν για τις ανάγκες τους πετρελαιοκίνητα φορτηγά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, τα ακαθάριστα έσοδα, που δηλώνουν με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος, δεν μπορούν να είναι κατώτερα για δύο (2) συνεχή έτη και για κάθε αυτοκίνητο από το ογδόντα τοις εκατό (80%) των ακαθάριστων εσόδων που είναι απαραίτητο να δηλωθούν για την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας των αυτοκινήτων αυτών, όπως ορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.
14.  
    Σε επιχειρήσεις αποκλειστικά πλανόδιων λιανοπωλητών επιβάλλεται ποσό καταβαλλόμενου φόρου ίσο με εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) δραχμές ετησίως, με το οποίο εξαντλείται η φορολογική τους υποχρέωση από τη δραστηριότητα αυτή. Προκειμένου για επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους το ποσό αυτό ορίζεται σε πενήντα χιλιάδες (50.000) δραχμές ετησίως. Δαπάνες που αφορούν τη δραστηριότητα αυτή, καθώς και εισφορές που καταβάλλονται σε ταμεία ασφάλισης λόγω της δραστηριότητας αυτής, δεν εκπίπτουν από τα τυχόν άλλα εισοδήματα του φορολογούμενου.
15.  
    Σε επιχειρήσεις αποκλειστικά λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές, είτε διαθέτουν ίδια προϊόντα είτε προϊόντα τρίτων, επιβάλλεται ποσό καταβαλλόμενου φόρου ίσο με εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές ετησίως, με το οποίο εξαντλείται η φορολογική τους υποχρέωση από τη δραστηριότητα αυτή. Προκειμένου για επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, το ποσό αυτό ορίζεται σε πενήντα χιλιάδες (50.000) δραχμές ετησίως. Δαπάνες που αφορούν τη δραστηριότητα αυτή, καθώς και εισφορές που καταβάλλονται σε ταμεία ασφάλισης λόγω της δραστηριότητας αυτής, δεν εκπίπτουν από τα τυχόν άλλα εισοδήματα του φορολογούμενου. Ο φόρος της παραγράφου αυτής, καθώς και της προηγούμενης, καταβάλλεται στην αρχή κάθε διαχειριστικής περιόδου, το αργότερο μέχρι το τέλος του μηνός Ιανουαρίου και σε κάθε περίπτωση πριν από την έκδοση ή την ανανέωση της οικείας άδειας άσκησης του επαγγέλματος από την αρμόδια αρχή. Εξαιρετικά, για τη διαχειριστική περίοδο 1994 οι υπόχρεοι αυτών των παραγράφων υποχρεούνται να καταβάλουν το φόρο μέχρι την 30ή Ιουνίου 1994.
16.  
    Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται για:
  1. Καθαρά κέρδη που αποκτούν οι δικαιούχοι από την εκμετάλλευση θεάτρου, κινηματογράφου ή λεωφορείου ενταγμένου σε Κ.Τ.Ε.Λ.
  2. Καθαρά κέρδη που αποκτούν οι δικαιούχοι, τα οποία προσδιορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 και της περίπτωσης α της παραγράφου 2 του άρθρου 36α του ν.δ. 3323/1955.
  3. Καθαρά κέρδη που αποκτούν παραγωγοί ή μεσίτες ασφαλειών χωρίς επαγγελματική εγκατάσταση, περιοδεύοντες αντιπρόσωποι (πλασιέ), εκτελωνιστές, πρακτορεία εφημερίδων και περιοδικών, εφημεριδοπώλες, πρακτορεία ειδήσεων και λοιπού δημοσιογραφικού υλικού, πρακτορεία λαχείων γενικά, πρακτορεία ΠΡΟ-ΠΟ και ιπποδρομιακών στοιχημάτων, καθώς και πλανόδιοι μικροπωλητές λαχείων
  4. Επιχειρήσεις ή υποκαταστήματα αυτών που είναι εγκατεστημένα σε δήμους, κοινότητες ή οικισμούς με πληθυσμό κάτω από τέσσερις χιλιάδες (4.000) κατοίκους, εκτός αν οι δήμοι ή οι κοινότητες ή οι οικισμοί αυτοί έχουν χαρακτηρισθεί τουριστικοί τόποι σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
  5. Επιχειρήσεις οι οποίες είναι εγκατεστημένες σε παραλιακές περιοχές ή κατά μήκος των εθνικών οδών, εκτός αυτών που αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις α, β και γ, δεν εξαιρούνται από τις διατάξεις αυτού του άρθρου.
17.  
    Αν το δηλούμενο ποσό εισοδήματος από την άσκηση ατομικής επιχείρησης, η οποία δεν τηρεί βιβλία ή τηρεί βιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, είναι μικρότερο από το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου, η διαφορά προσαυξάνει το εισόδημα που δηλώνεται, ως προερχόμενο από την επιχείρηση αυτή και ο φόρος υπολογίζεται στο συνολικό εισόδημά του που προκύπτει με αυτόν τον τρόπο
18.  
    Τα ποσά που οφείλονται με βάση τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του υπόχρεου για φόρους, τέλη και εισφορές που συμβεβαιώνονται με αυτή, προσδιορίζονται με βάση τα ποσά του εισοδήματος ή του φόρου, κατά περίπτωση, που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος
19.  
    Οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπόχρεους που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 του ν.δ. 3323/1955, οι οποίοι δεν τηρούν βιβλία ή τηρούν βιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.
Άρθρο 2 "Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από ελευθέριο επάγγελμα"
1.  
    Ως ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από ατομική άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος του δικηγόρου, ιατρού, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, ψυχολόγου, φυσιοθεραπευτή, οικονομολόγου, συμβούλου επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη και αναλυτή-προγραμματιστή, που δεν τηρούν βιβλία αν και υπόχρεοι, ή τηρούν βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Β.Σ., θεωρείται εκείνο που προκύπτει από το άθροισμα της επαγγελματικής αμοιβής και της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής εγκατάστασης, κλιμακούμενο ανάλογα με τα έτη άσκησης του επαγγέλματος και προσαυξανόμενο με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στις επόμενες παραγράφους. Ειδικά για τους δικηγόρους, αντί επαγγελματικής αμοιβής λαμβάνεται υπόψη τεκμαρτό εισόδημα που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο αριθμό παραστάσεων, αυξανόμενο ή μειούμενο με βάση ειδικότερα κριτήρια. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται κλιμάκωση του ελάχιστου καθαρού εισοδήματος με βάση τα έτη άσκησης του επαγγέλματος.
2.  
    Ως ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος ανεξάρτητα από την πηγή προέλευσης του εισοδήματος αυτού, του καλλιτέχνη ή του τραγουδιστή των κέντρων διασκέδασης, που δεν τηρεί βιβλία ή τηρεί βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Β.Σ., θεωρείται αυτό που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της επαγγελματικής αμοιβής, όπως ορίζεται στην υποπερίπτωση στστ της περίπτωσης α της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού και του δείκτη δισκογραφικής δραστηριότητας.
3.  
    Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού ορίζονται τα ακόλουθα:
  1. Η επαγγελματική αμοιβή:
    • Του ιατρού, το ποσό των δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων (2.500.000) δραχμών, που θεωρείται ότι αντιστοιχεί στις ετήσιες τακτικές αποδοχές ιατρού, επιμελητή Β του Ε.Σ.Υ. στο πρώτο έτος υπηρεσίας.
    • Του οδοντιάτρου και του ψυχολόγου, το ποσό του ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων χιλιάδων (1.800.000) δραχμών, που θεωρείται ότι αντιστοιχεί στις ετήσιες τακτικές αποδοχές οδοντίατρου επιμελητή Γ του Ε.Σ.Υ. στο πρώτο έτος υπηρεσίας.
    • Του δικηγόρου, το ποσό του ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων χιλιάδων (1.800.000) δραχμών, που θεωρείται ότι αντιστοιχεί σε εισόδημα δικηγόρου με τριάντα (30) παραστάσεις.
    • Του φυσιοθεραπευτή και του κτηνιάτρου, το ποσό τουενός εκατομμυρίουοκτακοσίων χιλιάδων(1.800.000) δραχμών, που θεωρείται ότι αντιστοιχεί στις ετήσιες τακτικές αποδοχές μισθωτού φυσιοθεραπευτή - νοσηλευτή στο πρώτο έτος υπηρεσίας και κτηνιάτρου μισθωτού στο δημόσιο τομέα στο πρώτο έτος υπηρεσίας προσαυξημένες κατά τριάντα τοις εκατό (30%).
    • Του οικονομολόγου, συμβούλου επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη και αναλυτή - προγραμματιστή, το ποσό του ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων χιλιάδων (1.800.000) δραχμών, που θεωρείται ότι αντιστοιχεί στις ετήσιες τακτικές αποδοχές μισθωτού λογιστή στο πρώτο έτος υπηρεσίας.
    • Του καλλιτέχνη ή τραγουδιστή των κέντρων διασκέδασης, το ποσό των δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων (2.500.000) δραχμών, που θεωρείται ότι αντιστοιχεί στις ετήσιες ακαθάριστες αποδοχές μουσικού με βάση το κατώτερο προβλεπόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά τριάντα τοις εκατό (30%).
    • Τα ποσά που αναφέρονται στις παραπάνω υποπεριπτώσεις (αα έως και στστ) αναπροσαρμόζονται κάθε έτος ανάλογα με το συνολικό ποσοστό αύξησης του μισθού των υπαλλήλων του Δημοσίου βάσει της εισοδηματικής πολιτικής, με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
    • Κατά την αναπροσαρμογή τα ποσά στρογγυλοποιούνται στην πλησιέστερη εκατοντάδα χιλιάδας.
  2. Συντελεστής δισκογραφικής δραστηριότητας, ο οποίος, ανάλογα με την κυκλοφορία των δίσκων και συναφών του έτους φορολογίας και του αμέσως προηγούμενου έτους, προσδιορίζεται ως εξής:
  3. Εάν έχει κυκλοφορήσει δίσκο 1,5με κυκλοφορία μέχριτεμ. 3 από5001 έως 10.00010.001 έως 15.00015.001 έως 20.00020.001 έως 30.000άνω των 30 000y) Μισθωτική αξία, ποσοστό έξι τοις εκατό (6%) του ποσού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της τιμής ζώνης που ισχύει κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους σύμφωνα με τις διατάξεις περί φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων, με τον αριθμό των τετραγωνικών μέτρων της επιφάνειας της επαγγελματικής εγκατάστασης.
  4. Για τις περιοχές οι οποίες δεν έχουν ενταχθεί στο σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, ως τιμή ζώνης λαμβάνεται η κατώτερη τιμή ζώνης, που ισχύει για την πρωτεύουσα του νομού, όπου ασκείται το επάγγελμα.
  5. Τα παραπάνω πρόσωπα, όταν συστεγάζονται στην ίδια επαγγελματική εγκατάσταση, η μισθωτική αξία επιμερίζεται ανάλογα με τον αριθμό των συστεγαζομένων.
  6. Η αντιστοιχούσα έκταση επαγγελματικής εγκατάστασης δεν μπορεί να είναι μικρότερη από είκοσι (20) τετραγωνικά μέτρα, εφόσον πρόκειται για δικηγόρο και σαράντα (40) τετραγωνικά μέτρα, εφόσον πρόκειται για ιατρό, οδοντίατρο, κτηνίατρο και ψυχολόγο.
  7. Ο ιατρός, ο οδοντίατρος, ο ψυχολόγος και ο δικηγόρος, εφόσον χρησιμοποιούν ως επαγγελματική εγκατάσταση την κατοικία τους, ως επιφάνεια που υπολογίζεται η μισθωτική αξία λαμβάνονται υπόψη σαράντα (40) τετραγωνικά μέτρα, εφόσον πρόκειται για ιατρό, οδοντίατρο και ψυχολόγο, είκοσι (20) τετραγωνικά μέτρα, εφόσον πρόκειται για δικηγόρο.
4.  
    Το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος των προσώπων της παραγράφου 1 με εξαίρεση του δικηγόρου, κλιμακώνεται ανάλογα με τα έτη άσκησης του επαγγέλματος, από το 4ο έτος κατά δέκα τοις εκατό (10%) ανά έτος μέχρι το 20ό έτος, μειούμενου από το 21ο έτος κατά το ίδιο ποσοστό ανά έτος
5.  
    Για τους δικηγόρους το ελάχιστο καθαρό εισόδημα που προκύπτει από το άθροισμα του τεκμαρτού εισοδήματος κατά τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση γγ της περίπτωσης α της παραγράφου 3 και της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής εγκατάστασης, προσαυξάνεται ως εξής:
  1. Κατά ένα τοις εκατό (1%) για κάθε γραμμάτιο προείσπραξης πέραν των τριάντα (30) κατ έτος, με εξαίρεση τα γραμμάτια προείσπραξης που αφορούν σε διεξαγωγές, παραστάσεις ενώπιον πταισματοδικείου και μεταβιβάσεις ακινήτων, τις κατ αποκοπή παραστάσεις για λογαριασμό του Δημοσίου, των δήμων και κοινοτήτων, των δημόσιων οργανισμών και επιχειρήσεων, των ασφαλιστικών εταιριών, του Επικουρικού Κεφαλαίου και των τραπεζών, καθώς και των εργατικών υποθέσεων για τις οποίες υποβάλλεται το εργολαβικό συμβόλαιο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
  2. Οι εξαιρέσεις αυτής της περίπτωσης ισχύουν και για τις επόμενες περιπτώσεις β και γ.
  3. Για όσους έχουν λιγότερα από τριάντα (30) γραμμάτια προείσπραξης κατ έτος, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος μειώνεται κατά ένα και μισό τοις εκατό (1,5%) για κάθε γραμμάτιο προείσπραξης κάτω των τριάντα (30).
  4. Κατά πέντε τοις εκατό (5%) για κάθε παράσταση σε πενταμελή εφετεία και κατά τρία τοις εκατό (3%) σε τριμελή εφετεία
  5. Κατά δέκα τοις εκατό (10%) για κάθε παράσταση σε εφετεία κακουργημάτων, κακουργοδικεία και ανώτατα δικαστήρια
  6. Στις περιπτώσεις των εργατικών υποθέσεων, όπου ο δικηγόρος αμείβεται με εργολαβικό συμβόλαιο, υποχρεούται, από τη δημοσίευση του παρόντος, να υποβάλλει αντίγραφο του συμβολαίου αυτού στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
  7. Το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., οι δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφελείας, οι Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Ι.Δ. υποχρεούνται να παρακρατούν ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί της αμοιβής του δικηγόρου.
  8. Τα ίδια πρόσωπα αποδίδουν τα ποσά της παρακράτησης της παραγράφου αυτής μέχρι τη 10η ημέρα του επόμενου μήνα.
  9. Μαζί με την οικεία δήλωση απόδοσης του παρακρατούμενου φόρου γνωστοποιείται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και αντίγραφο της απόφασης του δικαστηρίου.
  10. Σε περιπτώσεις εργατικών υποθέσεων που δεν έχει υποβληθεί το εργολαβικό συμβόλαιο, το καθαρό εισόδημα του δικηγόρου, που προκύπτει με βάση το άρθρο αυτό, προσαυξάνεται κατά δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές ανά ομόδικο των υποθέσεων αυτών.
  11. Με το πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού που προκύπτει από τις κατ αποκοπή παραστάσεις για λογαριασμό του Δημοσίου, δήμων και κοινοτήτων, δημόσιων οργανισμών και επιχειρήσεων, ασφαλιστικών εταιριών και τραπεζών, εφόσον το ποσό αυτό προκύπτει από σχετική βεβαίωση και με το πενήντα τοις εκατό (50%) του μερίσματος που διανέμεται κατ έτος από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο
6.  
    Το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, που προκύπτει από το άθροισμα της επαγγελματικής αμοιβής ή του τεκμαρτού εισοδήματος στην περίπτωση δικηγόρου και της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής εγκατάστασης, μετά την προβλεπόμενη κλιμάκωση στην παράγραφο 5 και τις προσαυξήσεις κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4, προσαυξάνεται με βάση τα παρακάτω κριτήρια ως εξής: Α) Του ιατρού
  1. Κατά δέκα τοις εκατό (10%) για τους πτυχιούχους ελληνικών ή ξένων πανεπιστημίων
    • Κατά σαράντα τοις εκατό (40%) για τους χειρούργους όλων των ειδικοτήτων, εφόσον ασκούν χειρουργική ειδικότητα σε οποιοδήποτε νοσηλευτικό ίδρυμα, μαιευτήρες και ορθοδοντικούς
    • Κατά είκοσι τοις εκατό (20%) για όλες τις κλινικές ειδικότητες ιατρών
  2. Κατά δέκα τοις εκατό (10%) για τους λέκτορες.
  3. Γ) Του οικονομολόγου, συμβούλου επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη και αναλυτή -προγραμματιστή με βάση τους τίτλους σπουδών:.
    • Κατά πενήντα τοις εκατό (50%) για τους καθηγητές πανεπιστημίου οποιασδήποτε βαθμίδας
    • Κατά είκοσι τοις εκατό (20%) για τους λέκτορες, τους κατέχοντες μεταπτυχιακούς και επαγγελματικούς τίτλους.
    • Ως επαγγελματικός τίτλος για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρείται η θέση του υπεύθυνου διεύθυνσης ή τμήματος που κατείχε, πριν την έναρξη άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος, σε οποιοδήποτε νοσηλευτικό ίδρυμα.
    • Β) Του δικηγόρου με βάση τους πανεπιστημιακούς τίτλους, που αναφέρονται σε νομικά μαθήματα της εφαρμοσμένης νομικής επιστήμης:.
7.  
    Αν ο φορολογούμενος δηλώνει εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και από άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, το συνολικό εισόδημα που προκύπτει με βάση τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους μειώνεται ως εξής:
  1. Του ιατρού, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου και ψυχολόγου κατά πενήντα τοις εκατό (50%).
  2. Το συνολικό όμως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και του υπολοίπου μετά τη μείωση αυτή εισοδήματος, δεν μπορεί να είναι μικρότερο του συνολικού εισοδήματος που προκύπτει με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
  3. Του φυσιοθεραπευτή, οικονομολόγου, συμβούλου επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη και αναλυτή προγραμματιστή κατά πενήντα τοις εκατό (50%), εφόσον διαθέτουν επαγγελματική εγκατάσταση.
  4. Το συνολικό εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και του υπολοίπου μετά τη μείωση αυτή εισοδήματος, δεν μπορεί να είναι μικρότερο του συνολικού εισοδήματος που προκύπτει με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
  5. Στην περίπτωση αυτή, εάν τα παραπάνω πρόσωπα δεν διαθέτουν επαγγελματική εγκατάσταση, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του παρόντος άρθρου.
  6. Το συνολικό εισόδημα του ιατρού, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, ψυχολόγου και φυσιοθεραπευτή μειώνεται επίσης κατά τριάντα τοις εκατό (30%) εφόσον κατοικούν και ασκούν το επάγγελμα σε παραμεθόρια περιοχή
8.  
    Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή για δικηγόρους που ασκούν το επάγγελμα παράλληλα και με πάγια αντιμισθία ή είναι μισθωτοί ή συνταξιούχοι και έχουν πραγματοποιήσει λιγότερες από πέντε (5) παραστάσεις σε εφετεία κακουργημάτων, κακουργοδικεία και ανώτατα δικαστήρια συνολικά. Το συνολικό όμως εισόδημα των δικηγόρων που προέρχεται από μισθωτές υπηρεσίες και από την άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος δεν μπορεί να είναι κατώτερο από αυτό που προκύπτει κατά τις διατάξεις αυτού του άρθρου.
9.  
    Δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου αυτού κατά τα τρία (3) πρώτα χρόνια άσκησης του επαγγέλματος και εφόσον δεν έχουν παρέλθει δέκα (10) έτη από την απόκτηση του πτυχίου. Για τον υπολογισμό της τριετίας ως πρώτο έτος θεωρείται το επόμενο εκείνου μέσα στο οποίο ο φορολογούμενος υπέβαλε για πρώτη φορά δήλωση έναρξης επαγγέλματος. Σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί τέτοια δήλωση ή έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα μετά την πάροδο εξαμήνου από την πραγματική έναρξη άσκησης του επαγγέλματος, οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα πρώτα χρόνια άσκησης επαγγέλματος. Στην περίπτωση κατά την οποία η έναρξη επαγγέλματος ή η διακοπή εργασιών έγινε μέσα στην κρινόμενη περίοδο, το εισόδημα που προκύπτει με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού περιορίζεται σε τόσα δωδέκατα, όσα και οι μήνες λειτουργίας της επιχείρησης. Χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δεκαπέντε (15) ημέρες λογίζεται ολόκληρος μήνας.
10.  
    Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, εφόσον πριν την έναρξη επαγγέλματος άσκησαν το επάγγελμά τους ως μισθωτοί ή με οποιαδήποτε άλλη σχέση εργασίας περισσότερο από μία δεκαετία, τότε για την εφαρμογή του άρθρου αυτού κατατάσσονται στο δέκατο έτος άσκησης του επαγγέλματος. Στα παραπάνω πρόσωπα για την εφαρμογή της διάταξης αυτής περιλαμβάνονται οι προερχόμενοι ιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, ψυχολόγοι, και φυσιοθεραπευτές από όλα τα δημόσια ή ιδιωτικά νοσηλευτικά ιδρύματα και συναφείς υπηρεσίες και όσοι παρείχαν οικονομολογικές, λογιστικές, φορολογικές, καθώς και υπηρεσίες αναλυτή - προγραμματιστή σε οποιονδήποτε εργοδότη δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα.
11.  
    Αν το δηλούμενο ποσό εισοδήματος από την άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος, όταν δεν τηρούν βιβλία αν και υπόχρεοι ή τηρούν βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, είναι μικρότερο από το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, όπως προσδιορίζεται αυτό με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου, η διαφορά προσαυξάνει το εισόδημα που δηλώνεται ως προερχόμενο από την άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος και ο φόρος υπολογίζεται στο συνολικό εισόδημα που προκύπτει με αυτόν τον τρόπο
12.  
    Το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος ελεύθερου επαγγελματία, ο οποίος, εκτός από την άσκηση του επαγγέλματος ατομικά, συμμετέχει και σε μία ή περισσότερες εταιρίες ελεύθερων επαγγελματιών του άρθρου 3 παράγραφος 3 του ν.δ. 3323/1955, δεν μπορεί να είναι κατώτερο από αυτό που προκύπτει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Όταν ελεύθερος επαγγελματίας δεν ασκεί ατομικά ελευθέριο επάγγελμα αλλά το εισόδημά του προέρχεται από συμμετοχή σε μία ή περισσότερες από τις ανωτέρω εταιρίες ελεύθερων επαγγελματιών, ως ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος θεωρείται αυτό που θα προέκυπτε, αν ασκούσε το ελευθέριο επάγγελμά του ατομικά. Στην περίπτωση αυτή, ως επαγγελματική εγκατάσταση ελεύθερου επαγγελματία θεωρείται αυτή που αντιστοιχεί στην εταιρία που συμμετέχει με το μεγαλύτερο ποσοστό. Το εμβαδόν όμως της επαγγελματικής του εγκατάστασης δεν μπορεί να είναι κάτω των σαράντα (40) τετραγωνικών μέτρων για ιατρό, οδοντίατρο, κτηνίατρο, ψυχολόγο και είκοσι (20) τετραγωνικά μέτρα για τα λοιπά ελευθέρια επαγγέλματα. Για τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος του φυσικού προσώπου της παραγράφου αυτής αφαιρείται το ποσό που φορολογήθηκε αυτοτελώς στο όνομα της εταιρίας.
Άρθρο 3
1.  
    Ο προσδιορισμός του εισοδήματος κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του παρόντος, δεν αποκλείει τον κατά τις ισχύουσες διατάξεις λογιστικό ή εξωλογιστικό προσδιορισμό εισοδήματος μεγαλύτερου από αυτό που πρέπει να δηλωθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων αυτών
2.  
    Σε περίπτωση που το εισόδημα που προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του παρόντος είναι μεγαλύτερο από αυτό που δηλώνεται με την ετήσια αρχική δήλωση του φορολογούμενου, τούτο θεωρείται οριστικό, εφόσον δεν διαπιστωθεί παράβαση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων που να θίγει το κύρος των βιβλίων, κατά την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του π.δ.186/1992 (ΦΕΚ 84 Α) μέσα σε μια πενταετία.
3.  
    Οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται προκειμένου για επιχειρήσεις που ασκούνται από άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών και ελεύθερους επαγγελματίες ηλικίας άνω των 65 ετών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά ασκούν την επιχείρηση ή το επάγγελμα για μία δεκαετία, καθώς και από άτομα που είναι τυφλοί και είναι γραμμένοι στο γενικό μητρώο τυφλών της οικείας νομαρχίας ή είναι ανάπηροι με ποσοστό αναπηρίας πάνω από ογδόντα τοις εκατό (80%)
4.  
    Το προσδιοριζόμενο εισόδημα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του παρόντος, μπορεί να αμφισβητηθεί από το φορολογούμενο ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, αν από τα στοιχεία που προσκομίζει ο φορολογούμενος αποδεικνύεται ότι από γεγονότα ανώτερης βίας ή από λόγους που αναφέρονται στην προσωπική του κατάσταση, όπως η εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας τους, η νοσηλεία σε νοσοκομείο ή κλινική, καθώς και η φυλάκιση, το πραγματικό καθαρό εισόδημα είναι κατώτερο από αυτό που προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου. Δεν συνιστούν και δεν αποδεικνύουν τέτοιους λόγους μόνες οι εγγραφές στα τηρούμενα βιβλία του φορολογούμενου. Η επίκληση των λόγων αυτών, καθώς και η προσαγωγή των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων γίνεται με την προσφυγή η οποία ασκείται από το φορολογούμενο, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του οικείου οικονομικού έτους. Αν ο φορολογούμενος λάβει το εκκαθαριστικό σημείωμα μετά τις 31 Δεκεμβρίου του οικείου οικονομικού έτους, η προσφυγή ασκείται μέσα στις προθεσμίες, που ορίζονται στο άρθρο 77 του ν. 4125/1960 (ΦΕΚ 202 Α). Ισχυρισμοί που δεν περιέχονται στην προσφυγή αυτή δεν μπορούν να προβληθούν παραδεκτώς ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, εκτός αν η όψιμη προβολή τους οφείλεται σε αποχρώντα λόγο. Η άσκηση προσφυγής κατά τα ανωτέρω δεν αναστέλλει τη βεβαίωση του φόρου που οφείλεται και την είσπραξη του πενήντα τοις εκατό (50%) του βεβαιωθέντος φόρου.
5.  
    Ο Υπουργός Οικονομικών με αποφάσεις του μπορεί να αναπροσαρμόζει το ελάχιστο εισόδημα των περιπτώσεων της παραγράφου 13 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. Η αναπροσαρμογή όμως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου έτους, όπως αυτός προκύπτει από τα στοιχεία της Ε.Σ.Υ.Ε. Επίσης, ο τρόπος και η διαδικασία, καθώς και λοιπές λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 1 και 2 του παρόντος, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.
Άρθρο 4 "Προσδιορισμός ελάχιστου κόστους κατασκευής οικοδομών"
1.  
    Για την εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων περί φορολογίας εισοδήματος και Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) των εργολάβων, υπεργολάβων και εν γένει επιτηδευματιών που εκτελούν οποιανδήποτε επί μέρους εργασία σε ανεγειρόμενη οικοδομή, καθώς και των επιχειρήσεων που ασχολούνται με την κατασκευή και πώληση οικοδομών, καθιερώνεται σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού του ελάχιστου συνολικού κόστους κατασκευής των οικοδομών και των ελάχιστων ποσοστών συμμετοχής των επί μέρους εργασιών στο συνολικό κόστος. Το προσδιοριζόμενο ελάχιστο συνολικό κόστος κατασκευής και τα ελάχιστα κόστη των επί μέρους εργασιών αποτελούν τη βάση προσδιορισμού των φορολογικών υποχρεώσεων των επιτηδευματιών της παραγράφου αυτής. Με τον όρο κόστος νοείται το καθαρό κατασκευαστικό κόστος το οποίο περιλαμβάνει την αξία αγοράς των υλικών με το Φ.Π.Α. και την αμοιβή εργασίας, η οποία προσφέρεται απευθείας ή μέσω υπεργολάβου, χωρίς τις ασφαλιστικές εισφορές και το Φ.Π.Α.
2.  
    Για τον προσδιορισμό του ελάχιστου κόστους των οικοδομών και των ποσοστών συμμετοχής των επί μέρους εργασιών λαμβάνονται υπόψη:
  1. Οι τιμές εκκίνησης κόστους κατά τετραγωνικό μέτρο, οι οποίες αναπροσαρμόζονται με βάση τη μεταβολή του δείκτη κόστους κατασκευής κτηρίων της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος
  2. Συντελεστές αναγωγής των βοηθητικών χώρων των διαφόρων κατηγοριών οικοδομών σε κύριους χώρους αυτών
  3. Συντελεστές αυξομείωσης των τιμών εκκίνησης, για τον προσδιορισμό του συνολικού κόστους, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου κτηρίου, όπως μέγεθος, ποιότητα, αριθμός όψεων
  4. Πίνακες των ελάχιστων ποσοστών συμμετοχής των επί μέρους εργασιών στο συνολικό κόστος.
  5. Σε επί μέρους εργασίες ή σε κτήρια με ιδιαιτερότητες, όπου δεν ορίζονται ελάχιστα ποσοστά συμμετοχής, αυτά καθορίζονται από το μηχανικό μελετητή της οικοδομής πριν από την έκδοση της οικοδομικής άδειας.
  6. Μετά το πέρας των εργασιών, ο κύριος της οικοδομής ή η επιχείρηση που ασχολείται με την κατασκευή και πώληση αυτής, υποβάλλει τελικό πίνακα με τα τελικά ποσά κόστους των επί μέρους εργασιών, ταπλήρη στοιχεία των εργολάβων, υπεργολάβων και προμηθευτών, το συνολικό αριθμό των εκδοθέντων στοιχείων και τη συνολική αξία αυτών.
  7. Εξαιρετικά, προκειμένου για επί μέρους εργασίες που έγιναν χωρίς την ανάθεσή τους σε εργολάβο ή υπεργολάβο, αλλά με τη χρησιμοποίηση ημερομισθίων τεχνιτών και εργατών, αυτό γίνεται δεκτό για συνολικό ποσό μέχρι το είκοσι τοις εκατό (20%) του ελάχιστου συνολικού κόστους της κατασκευής.
  8. Το όριο αυτό δεν ισχύει για επιχειρήσεις που αποδεδειγμένα απασχολούν δικό τους προσωπικό για το σκοπό αυτόν.
  9. Εάν κατά την εκτέλεση των εργασιών υπάρξουν μεταβολές στα ποσοστά συμμετοχής του αρχικού πίνακα, οι ως άνω υπόχρεοι συμπληρώνουν στον τελικό πίνακα τα αναθεωρημένα ποσοστά συμμετοχής με αιτιολόγηση των μεταβολών αυτών.
  10. Η προσκόμιση βεβαίωσης της αρμόδιας για τη φορολογία εισοδήματος Δ.Ο.Υ. του ιδιοκτήτη ή της επιχείρησης κατασκευής και πώλησης οικοδομών, από την οποία θα προκύπτει ότι υποβλήθηκαν οι πίνακες που προβλέπονται από την παράγραφο αυτή, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την τελική ηλεκτροδότηση της οικοδομής.
3.  
    Στην περίπτωση που υποβάλλεται τελικός πίνακας, ο οποίος περιέχει ανακριβή στοιχεία ως προς τα μεγέθη του έργου, τα στοιχεία των εργολάβων, υπεργολάβων και προμηθευτών, καθώς και ως προς την αξία των δηλωθέντων φορολογικών στοιχείων, επιβάλλεται σε βάρος του υπόχρεου πρόστιμο ίσο με το πενήντα τοις εκατό (50%) της διαφοράς φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), που προκύπτει από την ανακρίβεια. Ειδικώς για ανακρίβεια που αναφέρεται στα στοιχεία των εργολάβων, υπεργολάβων και προμηθευτών, από την οποία δεν προκύπτει διαφορά φόρου, επιβάλλεται πρόστιμο μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές. Για την εν γένει διαδικασία επιβολής, βεβαίωσης και είσπραξης του προστίμου αυτού, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του ν.δ. 3323/1955, όπως ισχύουν κάθε φορά.
4.  
    Τα οριζόμενα από τις διατάξεις της παραγράφου 2 στοιχεία, για τον προσδιορισμό του ελάχιστου κόστους, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση καθ ύλην αρμόδιου υπουργού, μετά από εισήγηση της επιτροπής που θα αποτελείται από: τρεις (3) οικονομικούς υπαλλήλους, τον προϊστάμενο του τμήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων της Διεύθυνσης Κεφαλαίου του Υπουργείου Οικονομικών, ένα (1) μηχανικό, μόνιμο υπάλληλο του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., έναν (1) εκπρόσωπο του Τ.Ε.Ε., έναν (1) εκπρόσωπο της Ελληνικής Ομοσπονδίας Κατασκευαστών και Οικοδομικών Επιχειρήσεων (Ε.Ο.Κ.Ο.Ε.) και μέχρι δύο (2) ακόμη πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις ή ιδιάζουσα εμπειρία.
5.  
    Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:
  1. Οι λεπτομέρειες και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού
  2. Η συγκρότηση της επιτροπής που προβλέπουν οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και κάθε αναγκαία δαπάνη για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού
  3. Ο τύπος, το περιεχόμενο, η διαδικασία και ο χρόνος υποβολής των δηλώσεων, που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου. την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
  4. δ) Οι υποχρεώσεις των προσώπων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
6.  
    Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται για κατασκευές οικοδομών, των οποίων η οικοδομική άδεια θα εκδοθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 1994
7.  
    Για υποθέσεις, που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν.1882/1990 (ΦΕΚ 43 Α).
Άρθρο 5 "Προσδιορισμός ακαθάριστων εσόδων των εργολάβων, υπεργολάβων και εν γένει επιτηδευματιών, που εκτελούν οποιανδήποτε επί μέρους εργασία σε ανεγειρόμενες οικοδομές"
1.  
    Τα ακαθάριστα έσοδα, που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του εισοδήματος των προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, δεν μπορεί να είναι κατώτερα από εκείνα που προκύπτουν σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του άρθρου. Τυχόν προκύπτοντα επιπλέον ακαθάριστα έσοδα, με βάση τις διατάξεις του παρόντος, θεωρούνται ως ακαθάριστα έσοδα:.
  1. Της χρήσης μέσα στην οποία υποβλήθηκε ο τελικός πίνακας της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του παρόντος για τους εργολάβους, υπεργολάβους και εν. γένει επιτηδευματίες, που εκτελούν οποιανδήποτε εργασία σε ανεγειρόμενη οικοδομή.
  2. Της χρήσης που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 36α του ν.δ. 3323/1955, για τις επιχειρήσεις ανέγερσης και πώλησης οικοδομών.
2.  
    Το ποσό Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, που οφείλουν να έχουν καταβάλει τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που προκύπτει από το κόστος της αντίστοιχης επί μέρους εργασίας ή το συνολικό κόστος, κατά περίπτωση, όπως αυτό προσδιορίζεται στην παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 4. Σε αντίθετη περίπτωση, η προκύπτουσα, μετά το τέλος των εργασιών, διαφορά οφείλεται ως φόρος εκροών της φορολογικής περιόδου υποβολής του τελικού πίνακα.
3.  
    Στην περίπτωση κατά την οποία το συνολικό κόστος, όπως προσδιορίζεται στον τελικό πίνακα, είναι κατώτερο του ελάχιστου συνολικού κατασκευαστικού κόστους, όπως προκύπτει κατ εφαρμογή του άρθρου 4 του παρόντος, ο ιδιώτης ιδιοκτήτης καταβάλλει αυτοτελές πρόστιμο ισόποσο με τη διαπιστούμενη διαφορά του Φ.Π.Α.
4.  
    Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:
  1. Οι λεπτομέρειες και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού
  2. Ο τύπος, το περιεχόμενο, η διαδικασία και ο χρόνος υποβολής των δηλώσεων που απαιτούνται για την υλοποίηση της εφαρμογής των διατάξεων αυτού του άρθρου
  3. Οι υποχρεώσεις των προσώπων των παραγράφων 1, 2 και 3 αυτού του άρθρου
5.  
    Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται για οικοδομές, των οποίων η οικοδομική άδεια θα εκδοθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 1994
6.  
    Για υποθέσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α). Κάθε άλλη αντίθετη διάταξη παύει να ισχύει από την ισχύ του άρθρου αυτού.
Άρθρο 6
1.  
    Ως καθαρό γεωργικό εισόδημα, από οποιανδήποτε γεωργική δραστηριότητα, στην περίπτωση που δεν τηρούνται βιβλία του Κ.Β.Σ., από τα οποία να εξάγεται λογιστικό αποτέλεσμα για τη δραστηριότητα αυτή, θεωρείται η πρόσοδος από το έδαφος, το κεφάλαιο και την εργασία, από τη συμμετοχή τους στην παραγωγική δραστηριότητα μιας γεωργικής εκμετάλλευσης, η οποία προσδιορίζεται με αντικειμενική μέθοδο. Για τον προσδιορισμό αυτό λαμβάνεται υπόψη το καθαρό γεωργικό εισόδημα, όπως αυτό υπολογίζεται με βάση τις καθιερωμένες αρχές της γεωργικής λογιστικής, ανά στρέμμα και είδος προϊόντος ή κατά κεφαλή και είδος εκτρεφόμενου ζώου ή κατά άλλη μονάδα παραγωγής για ειδικές περιπτώσεις, επί τον αριθμό των στρεμμάτων ή των εκτρεφόμενων ζώων ή των άλλων μονάδων παραγωγής ή συνδυασμό αυτών. Για την εξειδίκευση της άνω αντικειμενικής μεθόδου, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας καθορίζονται:.
  1. Τα προσδιοριστικά στοιχεία που διαμορφώνουν την πρόσοδο από το έδαφος, αφού συνεκτιμηθούν η συνολική έκταση, το σχήμα, η τοπογραφική κατάσταση, όπως κλίση και γενικά τα στοιχεία τα οποία καθορίζουν τη φυσική του παραγωγικότητα, όπως σύσταση εδάφους, γονιμότητα
  2. Τα στοιχεία που προσδιορίζουν την πρόσοδο από την εργασία, αφού συνεκτιμηθούν ο χρόνος απασχόλησης, η ηλικία, το φύλο, η ίδια ή ξένη απασχόληση
  3. Τα στοιχεία που προσδιορίζουν την πρόσοδο από το κεφάλαιο, αφού συνεκτιμηθούν το μέγεθος, η μορφή αυτού, όπως έγγειες βελτιώσεις, γεωργικές κατασκευές, μηχανές, μόνιμες φυτείες
  4. Η μέθοδος υπολογισμού των βασικών αυτών συντελεστών παραγωγής της γεωργικής εκμετάλλευσης. ε)·Κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
2.  
    Ο προσδιορισμός του καθαρού γεωργικού εισοδήματος, για κάθε ημερολογιακό έτος, με αντικειμενική μέθοδο, γίνεται με την ακόλουθη διαδικασία: Συνιστάται, στη Διεύθυνση Φορολογίας Εισοδήματος του Υπουργείου Οικονομικών, Επιτροπή Αντικειμενικού Προσδιορισμού του Γεωργικού Εισοδήματος (Ε.Α.Π.Γ.Ε.), αποτελούμενη από το Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας και Δημόσιας Περιουσίας, ως Πρόεδρο και μέλη τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Φορολογίας Εισοδήματος ή τους νόμιμους αναπληρωτές τους, δύο ειδικούς επιστήμονες του Υπουργείου Γεωργίας με τους αναπληρωτές τους, που προτείνονται από την Υπηρεσία τους, έναν ειδικό επιστήμονα με τον αναπληρωτή του, που προτείνεται από την ΠΑ.ΣΕ.ΓΕ.Σ., δύο ειδικούς επιστήμονες με τους αναπληρωτές τους, που προτείνονται από τις αγροτικές συνομοσπονδίες, ένα μέλος του Διδακτικού Επιστημονικού Προσωπικού του Τμήματος Γεωργικής Οικονομίας του Γεωργικού Πανεπιστημίου Αθηνών με τον αναπληρωτή του, που προτείνεται από το Τμήμα αυτό και έναν ειδικό επιστήμονα με τον αναπληρωτή του, που προτείνεται από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Χρέη γραμματέα της Επιτροπής εκτελεί φοροτεχνικός . υπάλληλος της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας και Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών. Έργο της Επιτροπής είναι η κατάρτιση πινάκων, που περιλαμβάνουν εκτιμήσεις του καθαρού γεωργικού εισοδήματος της παραγράφου 1, για όλα τα γεωργικά προϊόντα που παράγονται στην Ελληνική Επικράτεια, καθώς και εκτιμήσεις του αντιπροσωπευτικού ενοικίου, ανά στρέμμα ενοικιαζόμενης γεωργικής γής. Οι πιο πάνω εκτιμήσεις εξειδικεύονται κατά νομό, ζώνη καλλιεργούμενης έκτασης (πεδινή - ορεινή - ημιορεινή) και δυνατότητα άρδευσης ή όποια άλλη διάκριση κρίνεται αναγκαία, λαμβάνοντας υπόψη ειδικούς συντελεστές, όπως συντελεστές ζώνης καλλιεργούμενης έκτασης, συντελεστές αρδευσιμότητας και όποιο άλλο στοιχείο κρίνεται πρόσφορο από την Επιτροπή με βάση δεδομένα προηγούμενων ετών, δεκτικά αξιολόγησης. Η Επιτροπή (Ε.Α.Π.Γ.Ε.) καταρτίζει οριστικούς πίνακες, μέχρι τέλους Φεβρουαρίου κάθε έτους, αφού συνεκτιμήσει ανάλογους πίνακες, οι οποίοι έχουν καταρτισθεί από τις Νομαρχιακές Επιτροπές της επόμενης παραγράφου.
3.  
    Σε κάθε νομαρχία, στη Διεύθυνση Επιθεώρησης και Συντονισμού Δ.Ο.Υ., συνιστάται Επιτροπή αποτελούμενη από Επιθεωρητή της οικείας Διεύθυνσης, που είναι αρμόδια για το νομό, ως Πρόεδρο και μέλη τον προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας του νομού, έναν ειδικό επιστήμονα της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας, έναν ειδικό επιστήμονα, που προτείνεται από την ένωση γεωργικών συνεταιρισμών της έδρας του νομού και έναν ειδικό επιστήμονα, που προτείνεται από κάθε αγροτική ομοσπονδία του νομού, εκ περιτροπής κατ έτος, όταν υπάρχουν περισσότερες της μιας ομοσπονδίες. Για τους παραπάνω ορίζονται και αναπληρωτές τους. Χρέη γραμματέα της Επιτροπής εκτελεί φοροτεχνικός υπάλληλος δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας του νομού. Έργο της Επιτροπής είναι η οριστικοποίηση, σε επίπεδο νομού, πινάκων καθαρού εισοδήματος της παραγράφου 1. Οι πίνακες αυτοί καταρτίζονται, με ευθύνη των Διευθύνσεων Γεωργίας, από διαθέσιμα λογιστικά στοιχεία γεωργικών εκμεταλλεύσεων, για όλα τα παραγόμενα γεωργικά προϊόντα του νομού, με βάση τις καθιερωμένες γεωργοοικονομικές μεθόδους και προσκομίζονται στην Επιτροπή μέχρι 15 Ιανουαρίου κάθε έτους. Με ευθύνη του Προέδρου της Επιτροπής, οι οριστικοποιημένοι πίνακες αποστέλλονται μέχρι 31 Ιανουαρίου κάθε έτους στην Επιτροπή της παραγράφου 2.
4.  
    Η Επιτροπή της παραγράφου 2, σε περίπτωση που δεν έχει στη διάθεσή της πίνακες της προηγούμενης παραγράφου ή αυτοί είναι ελλιπείς, οριστικοποιεί τις αρχικές εκτιμήσεις της. Οι τελικοί αυτοί πίνακες εγκρίνονται από τον Υπουργό Οικονομικών και με ευθύνη του Προέδρου της Επιτροπής κοινοποιούνται στις νομαρχίες και τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες των νομών. Με ευθύνη των νομαρχών, οι πίνακες αυτοί κοινοποιούνται σε όλους τους Ο.Τ.Α., τις συνεταιριστικές οργανώσεις και τους αγροτικούς συλλόγους, μέχρι 1Ο Μαρτίου κάθε έτους.
5.  
    Αν από τα τηρούμενα βιβλία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, από τα οποία δεν εξάγεται λογιστικό αποτέλεσμα, προκύπτει καθαρό γεωργικό εισόδημα, διαφορετικό από αυτό που προσδιορίζεται με την αντικειμενική μέθοδο, λαμβάνεται υπόψη για τη φορολογία εισοδήματος το κατά περίπτωση προκύπτον μεγαλύτερο εισόδημα
6.  
    Αν από τα στοιχεία, που προσκομίζει ο φορολογούμενος, αποδεικνύεται ότι, εξαιτίας ζημιών από γεγονότα απρόβλεπτα ή οφειλόμενα σε ανώτερη βία, δεν αποκτήθηκε εισόδημα ή το αποκτηθέν είναι κατώτερο του προσδιοριζομένου με την αντικειμενική μέθοδο, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας δεν λαμβάνει υπόψη ή μειώνει κατά περίπτωση το προκύπτον με την αντικειμενική μέθοδο καθαρό γεωργικό εισόδημα
7.  
    Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:
  1. Οι λεπτομέρειες και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού
  2. Η συγκρότηση της επιτροπής που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 2, καθώς και κάθε αναγκαία δαπάνη για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού
8.  
    Με αποφάσεις του οικείου νομάρχη καθορίζονται: α) Οι λεπτομέρειες και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου αυτού. β) Η συγκρότηση της Επιτροπής που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 3.
9.  
    Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται από το οικονομικό έτος 1995 για τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν στη χρήση 1994
Άρθρο 7
1.  
    Φυσικά πρόσωπα, κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, που έχουν την κατοικία τους στην Ελλάδα, υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση, εφόσον το ετήσιο καθαρό γεωργικό τους εισόδημα υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών και δεν συντρέχει για τα πρόσωπα αυτά μία από τις περιπτώσεις α έως και ια της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν.δ.3323/1955.
2.  
    Εξαιρετικά, οι άνω υπόχρεοι υποβάλλουν δήλωση, εφόσον λαμβάνουν επιδοτήσεις ποσού άνω των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών, για προϊόντα φυτικής παραγωγής ή επτακοσίων πενήντα χιλιάδων (750.000) δραχμών, για προϊόντα ζωικής παραγωγής.
3.  
    Φυσικά πρόσωπα, τα οποία αποκτούν και γεωργικό εισόδημα, χωρίς να είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση, ανεξάρτητα από το ύψος του καθαρού γεωργικού εισοδήματος που αποκτούν ή το ύψος των επιδοτήσεων που λαμβάνουν ή το ύψος του επιστρεφόμενου φόρου προστιθέμενης αξίας που εισπράτουν
4.  
    Η δήλωση υποβάλλεται μέχρι 15 Απριλίου του οικείου οικονομικού έτους, όταν μεταξύ των εισοδημάτων του υπόχρεου περιλαμβάνονται και γεωργικά εισοδήματα
5.  
    Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να αναπροσαρμόζονται τα ποσά που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος
Άρθρο 8
1.  
    Από το καθαρό γεωργικό εισόδημα, που προσδιορίζεται με την αντικειμενική μέθοδο του άρθρου 1, εκπίπτονται:
  1. Το ποσό του καταβαλλόμενου ενοικίου για εκμίσθωση της γεωργικής γης
  2. Ποσό ίσο με το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), της δαπάνης αγοράς καινούργιου πάγιου εξοπλισμού, που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την κάλυψη αναγκών της γεωργικής εκμετάλλευσης, εφάπαξ κατά το χρόνο πραγματοποίησης της δαπάνης, χωρίς δυνατότητα έκπτωσης αυτής, ολικά ή μερικά, σε επόμενες χρήσεις
2.  
    Από το καθαρό γεωργικό εισόδημα των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, φυσικών προσώπων, απαλλάσσεται του φόρου ποσό πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών. Το ποσό αυτό ορίζεται σε ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, εφόσον τα παραπάνω πρόσωπα λαμβάνουν εξισωτικές αποζημιώσεις. Ειδικά για νέους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, που δεν έχουν υπερβεί το 35ο έτος της ηλικίας τους, τα παραπάνω ποσά προσαυξάνονται κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) για τα πρώτα πέντε (5) συνεχή χρόνια άσκησης του επαγγέλματος τους. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, ως νέοι αγρότες θεωρούνται εκείνοι που για πρώτη φορά αναλαμβάνουν την οικονομική και νομική ευθύνη μιας γεωργικής εκμετάλλευσης. Η απαλλαγή αυτή παρέχεται με την πρόσθετη προϋπόθεση ότι θα εξακολουθήσουν να είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες για μια ακόμη δεκαετία. Σε αντίθετη περίπτωση βεβαιώνεται ο φόρος που δεν καταβλήθηκε. 3. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:.
  1. Οι λεπτομέρειες και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού
  2. Οι υποχρεώσεις των προσώπων της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού
  3. Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την αναγνώριση της συνδρομής των προϋποθέσεων των απαλλαγών ή εκπτώσεων του άρθρου αυτού
Άρθρο 9 "Μίσθωμα από εκμίσθωση γαιών"
1.  
    Αν το δηλούμενο εισόδημα από εκμίσθωση γεωργικής γης ή το τεκμαρτό μίσθωμα από δωρεάν παραχώρηση προς οποιονδήποτε τρίτο, εκτός των συζύγων, είναι μικρότερο του προσδιοριζόμενου με την αντικειμενική μέθοδο, για την εφαρμογή των φορολογικών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη το μίσθωμα που προσδιορίζεται αντικειμενικά. Ο φορολογούμενος μπορεί να αμφισβητήσει το ύψος του αντικειμενικού μισθώματος, εφόσον από εξαιρετικούς λόγους, που ανάγονται αποκλειστικά στους παράγοντες που επηρεάζουν τη μισθωτική αξία της γεωργικής γης, αποδεικνύεται ότι αυτή είναι μικρότερη της προσδιοριζόμενης με την αντικειμενική μέθοδο. Η επίκληση των λόγων αυτών, καθώς και η προσαγωγή των αποδεικτικών στοιχείων, γίνεται από το φορολογούμενο με την άσκηση προσφυγής κατά τις κείμενες διατάξεις, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του οικείου οικονομικού έτους. Αν το μίσθωμα που συμφωνήθηκε και δηλώθηκε είναι ανώτερο του προσδιοριζόμενου με την αντικειμενική μέθοδο, για την εφαρμογή των φορολογικών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη το δηλωθέν.
Άρθρο 10
1.  
    Κρατικές υπηρεσίες ή κρατικοί φορείς, αρμόδιοι για την έγκριση και καταβολή επιδοτήσεων ή αποζημιώσεων σε δικαιούχους, αναγράφουν υποχρεωτικά στις εγκριτικές ή διαπιστωτικές πράξεις που συντάσουν, εκτός των λοιπών στοιχείων των δικαιούχων και τον αριθμό φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.) ή τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και την αρμόδια για τη φορολογία του δικαιούχου δημόσια οικονομική υπηρεσία. Αντίγραφα των πράξεων αυτών ή άλλα στοιχεία, αναγκαία για τις ελεγκτικές επαληθεύσεις, διαβιβάζονται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες.
2.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας καθορίζονται τα στοιχεία για τις επαληθεύσεις, οι διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια, που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού
Άρθρο 11
1.  
    Όσοι αποκτούν καθαρό γεωργικό εισόδημα, από οποιανδήποτε γεωργική δραστηριότητα και είναι υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, αν δεν δηλώσουν το εισόδημα αυτό και είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, δεν δικαιούνται:
  1. να εισπράξουν επιστρεφόμενο φόρο προστιθέμενης αξίας, ποσού άνω των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δραχμών,.
  2. να εισπράξουν επιδοτήσεις ποσού άνω των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών, για τη φυτική παραγωγή και επτακοσίων πενήντα χιλιάδων (750.000) δραχμών, για τη ζωική παραγωγή,.
  3. να πάρουν άδεια από την αρμόδια αρχή να πωλούν αγροτικά προϊόντα πλανοδίως ή σε λαϊκές αγορές,
  4. να πάρουν άδεια αγροτικού αυτοκινήτου,
  5. να μεταβιβάσουν με οποιονδήποτε τρόπο την κυριότητα γεωργικής γης, για μια πενταετία από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος
2.  
    Όσοι δεν είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και αποκτούν καθαρό γεωργικό εισόδημα, από οποιανδήποτε γεωργική δραστηριότητα, αν δεν δηλώσουν το εισόδημα αυτό, δεν δικαιούνται:
  1. να εισπράξουν κάθε μορφής και ποσού επιδότηση,
  2. να εισπράξουν κάθε ποσό αποζημίωσης γεωργικής παραγωγής, λόγω έκτακτων και απρόβλεπτων ζημιών,
  3. να πάρουν άδεια αγροτικού αυτοκινήτου,
  4. να μεταβιβάσουν με οποιονδήποτε τρόπο την κυριότητα γεωργικής γης, για μια πενταετία από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος
3.  
    Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να αναπροσαρμόζονται τα ποσά της προηγούμενης παραγράφου. Με τις ίδιες αποφάσεις ρυθμίζεται και κάθε άλλη λεπτομέρεια, που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
Άρθρο 12
1.  
    Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: Το ετήσιο τεκμαρτό ή καταβαλλόμενο μίσθωμα για δευτερεύουσα κατοικία, γενικώς, εφόσον η επιφάνειά της υπερβαίνει τα εκατόν είκοσι (120) τετραγωνικά μέτρα, το οποίο πολλαπλασιάζεται με συντελεστή δύο (2). Αν ο φορολογούμενος, η σύζυγός του και τα πρόσωπα που συνοικούν με αυτόν και τον βαρύνουν έχουν στην κατοχή ή στην κυριότητά τους περισσότερα ακίνητα με συνολική επιφάνεια τουλάχιστον εκατόν είκοσι (120) τετραγωνικά μέτρα, τα οποία χρησιμοποιούνται από αυτούς ως δευτερεύουσα κατοικία, τότε για τον υπολογισμό του πραγματικού ή του τεκμαρτού μισθώματός τους λαμβάνονται υπόψη όλες οι μισθούμενες ή ιδιοκατοικούμενες κατοικίες τους.
2.  
    Οι υποπεριπτώσεις αα, ββ και γγ της περίπτωσης β της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίστανται ως εξής και η υποπερίπτωση δδ καταργείται: αα) Είκοσι τοις εκατό (20%) για χρονικό διάστημα πάνω από πέντε (5) μέχρι δέκα (10) έτη, ββ) Τριάντα τοις εκατό (30%) για χρονικό διάστημα πάνω από δέκα (10) έτη και μέχρι δεκαπέντε (15) έτη, γγ) Πενήντα τοις εκατό (50%) για χρονικό διάστημα πάνω από δεκαπέντε (15) έτη. Το ίδιο ποσοστό μείωσης υπολογίζεται για τη δαπάνη που προκύπτει με βάση το αυτοκίνητο που έχει αγοραστεί από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού (Ο.Δ.Δ.Υ.), για τη δαπάνη που προκύπτει με βάση αυτοκίνητο που ανήκει στην κυριότητα του φορολογούμενου για χρονικό διάστημα πάνω από δέκα (10) έτη, εφόσον αυτός έχει ηλικία πάνω από εξήντα (60) ετών και αποκτά αποκλειστικώς εισοδήματα από συντάξεις ή και από ιδιοκατοίκηση κύριας και δευτερεύουσας κατοικίας, καθώς και όταν πρόκειται για επιβατικά αυτοκίνητα Ι.Χ., τα οποία είναι ειδικά διασκευασμένα για ανάπηρους. Ως επιβατικά αυτοκίνητα Ι.Χ. ειδικά διασκευασμένα για ανάπηρους θεωρούνται εκείνα που διασκευάσθηκαν, ύστερα από άδεια της αρμόδιας αρχής, για να οδηγούνται από πρόσωπα που παρουσιάζουν αναπηρία με ποσοστό τουλάχιστον εξήντα επτά τοις εκατό (67%) από φυσική αναπηρία, νοητική καθυστέρηση ή ψυχική πάθηση ή για να μεταφέρουν αυτά τα πρόσωπα μαζί με τα αντικείμενα που είναι απαραίτητα για τη μετακίνησή τους.
3.  
    Η πρώτη περίοδος του τρίτου εδαφίου και η υποπερίπτωση ι της περίπτωσης β της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίστανται ως εξής: Στις περιπτώσεις εταιριών ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων ή περιορισμένης ευθύνης ή ανώνυμων ή αστικών, καθώς και των κοινωνιών και κοινοπραξιών που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, οι οποίες έχουν στην κυριότητα ή στην κατοχή τους επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, η τεκμαρτή δαπάνη που αναλογεί σε αυτά λογίζεται ως τεκμαρτή δαπάνη των:.
  1. Ομόρρυθμων ή απλών εκτός των ετερόρρυθμων εταίρων ή κοινωνών ή μελών της κοινοπραξίας, φυσικών προσώπων, μεριζόμενη μεταξύ αυτών κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρία, προκειμένου περί ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων ή αστικών εταιριών ή στην κοινωνία ή στην κοινοπραξία
4.  
    Η υποπερίπτωση ιιιι του τέταρτου εδαφίου της περίπτωσης β της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: ιιιι) Των διευθυνόντων και εντεταλμένων συμβούλων, διοικητών ανώνυμων εταιριών και προέδρων των διοικητικών συμβουλίων τους, μεριζόμενη ισομερώς μεταξύ τους.
5.  
    Στην περίπτωση β της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955, μετά το τρίτο εδάφιο προστίθενται δύο νέα εδάφια, που έχουν ως εξής: Αν στις πιο πάνω περιπτώσεις οι εταίροι των ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων ή περιορισμένης ευθύνης ή αστικών εταιριών, καθώς και των κοινωνιών ή κοινοπραξιών είναι νομικά πρόσωπα, η τεκμαρτή δαπάνη που προκύπτει με βάση τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που έχουν στην κυριότητα ή την κατοχή τους λογίζεται ως τεκμαρτή δαπάνη των φυσικών προσώπων, που μετέχουν σε αυτά τα νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο. Για τις αλλοδαπές επιχειρήσεις, που δεν υπάγονται στις διατάξεις της περίπτωσης δ της παραγράφου 6 αυτού του άρθρου, το ποσό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης, που προκύπτει με βάση αυτοκίνητα αυτής της περίπτωσης, ιδιοκτησίας ή κατοχής γραφείου, υποκαταστήματος ή πρακτορείο τους εγκατεστημένο στην Ελλάδα, βαρύνει το πρόσωπο που εκπροσωπεί στην Ελλάδα την αλλοδαπή επιχείρηση και προΐσταται του οικείου γραφείου ή υποκαταστήματος ή πρακτορείου.
6.  
    Στην περίπτωση γ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 μετά τη λέξη δίτροχου προστίθεται η φράση ή τριτρόχου.
7.  
    Η παράγραφος 4 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: 4. Το ετήσιο συνολικό ποσό τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης, που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, μπορεί να αμφισβητηθεί από το φορολογούμενο όταν η πραγματική δαπάνη του φορολογούμενου και των μελών που τον βαρύνουν είναι μικρότερη από την τεκμαρτή δαπάνη, όπως αποδεικνύεται από τον υπόχρεο με βάση πραγματικά περιστατικά. Η επίκληση των περιστατικών αυτών μπορεί να γίνει μόνο από τους υπόχρεους οι οποίοι:.
  1. Υπηρετούν τη στρατιωτική θητεία τους στις Ένοπλες Δυνάμεις
  2. Είναι φυλακισμένοι
  3. Νοσηλεύονται σε νοσοκομείο ή κλινική
  4. Έχουν δικαίωμα εισαγωγής επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης με μειωμένους δασμούς, φόρους ή τέλη.
  5. Τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό δύνανται να επικαλούνται το περιστατικό αυτό για πέντε (5) έτη από το έτος του εκτελωνισμού του αυτοκινήτου, εκτός από τους ναυτικούς, οι οποίοι μπορούν να το επικαλούνται για ένα ( 1 ) έτος από το έτος του εκτελωνισμού του αυτοκινήτου.
  6. Είναι άνεργοι και για το χρονικό διάστημα που δικαιούνται βοήθημα ανεργίας
  7. Συγκατοικούν με συγγενείς πρώτου βαθμού και έχουν μειωμένες δαπάνες διαβίωσης, γιατί αποδεικνύεται, ότι στις δαπάνες συμβάλλουν οι συγγενείς αυτοί οι οποίοι πραγματοποιούν εισόδημα από εμφανείς πηγές
  8. Είναι ορφανοί ανήλικοι, οι οποίοι έχουν στην κυριότητά τους επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, από κληρονομιά του πατέρα ή της μητέρας τους
  9. Προσκομίζουν στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι από γεγονότα ανώτερης βίας πραγματοποίησαν δαπάνη μικρότερη από την τεκμαρτή.
  10. Οταν συντρέχει μια ή περισσότερες από τις περιπτώσεις αυτής της παραγράφου, ο φορολογούμενος υποχρεούται να υποβάλει μαζί με τη δήλωσή του και τα αναγκαία δικαιολογητικά για την απόδειξη των ισχυρισμών του.
  11. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ελέγχει την ακρίβεια των ισχυρισμών και τα αποδεικτικά στοιχεία του φορολογούμενου και μειώνει ανάλογα την ετήσια τεκμαρτή δαπάνη στην οποία αναφέρονται οι ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά στοιχεία. 8.
  12. Η περίπτωση α της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής:
  13. α) Αγορά αυτοκινήτων, δίτροχων ή τρίτροχων αυτοκινούμενων οχημάτων, πλοίων αναψυχής και λοιπών σκαφών αναψυχής, αεροσκαφών και κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας.
  14. Ως κινητά πράγματα μεγάλης αξίας νοούνται εκείνα που η αξία τους υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών.
  15. Αν η αξία κάθε πράγματος είναι μικρότερη του ποσού αυτού , τα αγορασθέντα όμως πράγματα αποτελούν, κατά τις συναλλακτικές αντιλήψεις, ενιαίο σύνολο, τότε για τον υπολογισμό της αξίας λαμβάνεται υπόψη η αξία όλων αυτών των πραγμάτων, εφόσον υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών.
  16. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης δεν λαμβάνονται υπόψη τα χρηματικά ποσά που διατίθενται για την αγορά κινητών πραγμάτων, που αποτελούν το άμεσο αντικείμενο της ασκούμενης εμπορικής δραστηριότητας.
9.  
    Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης β της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 καταργούνται.
10.  
    Στην παράγραφο 5 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 προστίθενται περιπτώσεις ε και στ, που έχουν ως εξής: ε) Η ετήσια δαπάνη για δωρεές ή χορηγίες χρηματικών ποσών, εφόσον αυτά υπερβαίνουν ετησίως τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, εκτός από τις δωρεές προς το Δημόσιο, τους δήμους και τις κοινότητες του κράτους και τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα.
  1. Η ετήσια δαπάνη που καταβάλλεται για την τοκοχρεωλυτική απόσβεση δανείων ή πιστώσεων οποιασδήποτε μορφής, στην οποία περιλαμβάνεται και το ποσό τυχόν τόκων υπερημερίας
11.  
    Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 καταργείται και στην παράγραφο 12 του άρθρου 5 του ίδιου νομοθετήματος, όπως αυτό αναριθμήθηκε με την παράγραφο 14 του άρθρου 2 του ν. 2065/1992, προστίθεται δεύτερο εδάφιο, που έχει ως εξής: Επίσης, όσοι δεν αναγράφουν στη δήλωση τη δαπάνη αγοράς ή ανέγερσης ακινήτων, υπόκεινται στις κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 73α..
12.  
    Η παράγραφος 6 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: 6. Το τεκμήριο προσδιορισμού της ετήσιας δαπάνης δεν εφαρμόζεται:.
  1. Προκειμένου για τεκμαρτή δαπάνη, η οποία προκύπτει βάσει ενός (1) επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης μέχρι και δεκατέσσερις (14) φορολογήσιμους ίππους, το οποίο ανήκει στην κυριότητα ή κατοχή πολύτεκνου με τέσσερα (4) τουλάχιστον τέκνα που τον βαρύνουν ή της συζύγου του και των προσώπων που συνοικούν μαζί τους και τους βαρύνουν
  2. Προκειμένου για τεκμαρτή δαπάνη, η οποία προκύπτει βάσει επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης αναπήρου, το οποίο απαλλάσσεται από τα τέλη κυκλοφορίας
  3. Προκειμένου για αλλοδαπό προσωπικό που δεν διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα ή ημεδαπό προσωπικό που διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και απασχολείται αποκλειστικά σε επιχειρήσεις που υπάγονται στις διατάξεις του α.ν. 89/1967 (ΦΕΚ 132 Α), του α.ν. 378/1968 (ΦΕΚ 82 Α) και του άρθρου 25 του ν. 27/1975 (ΦΕΚ 77 Α), για το ποσό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης, η οποία προκύπτει βάσει του επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης ή του ενοικίου.
  4. Προκειμένου για αλλοδαπές επιχειρήσεις που υπάγονται στις διατάξεις του α.ν. 89/1967, του α.ν. 378/1968 και του άρθρου 25 του ν. 27/1975, για το ποσό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης, η οποία προκύπτει βάσει επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης.
  5. Προκειμένου για τη δαπάνη, που καταβάλλεται για την αγορά κτηματικών ομολόγων του Δημοσίου, για την αγορά δημόσιων κτημάτων, εφόσον αυτά εκποιούνται σε δημόσιο πλειστηριασμό από την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου, καθώς και για την αγορά δημόσιων εκτάσεων, κατά τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 1947/1991 (ΦΕΚ 70 Α).
  6. Προκειμένου για αγορά ομολόγων του Δημοσίου ή τίτλων εταιριών, στις οποίες μετέχει το Δημόσιο κατά ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) ή για αγορά μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο ή μετοχών που έχει εγκριθεί η εισαγωγή τους σε αυτό, ύστερα από έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή για αγορά εντόκων γραμματίων του Δημοσίου ή γενικά τίτλων του Δημοσίου ή για αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, καθώς και κάθε άλλου τίτλου που είναι διαπραγματεύσιμος στο Χρηματιστήριο
13.  
    Η υποπερίπτωση ββ της περίπτωσης δ της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: ββ) που είχαν διαμείνει τρία (3) τουλάχιστον χρόνια στην αλλοδαπή και η εισαγωγή του συναλλάγματος γίνεται μέσα σε δύο (2) χρόνια από τη μετοικεσία τους.
14.  
    Στο τέλος της περίπτωσης ζ της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 προστίθενται εδάφια ως εξής: Για την κάλυψη ή περιορισμό της διαφοράς που προκύπτει κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2019/1992 (ΦΕΚ 34 Α) για τα ποσά των πραγματικών ή τεκμαρτών δαπανών που πραγματοποιούνται από 1.1.1994. Χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί υπόψη από τη δήλωση που, τυχόν, υποβλήθηκε κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2019/1992, για την κάλυψη ή τον περιορισμό διαφοράς δαπάνης, αφαιρούνται από το κεφάλαιο που σχηματίζεται από προηγούμενα έτη, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση όσα ορίζονται στα εδάφια δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αυτής της περίπτωσης.
15.  
    Η παράγραφος 11 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955, όπως αυτή αναριθμήθηκε με την παράγραφο 14 του άρθρου 2 του ν. 2065/1992, καταργείται από 1ης Ιανουαρίου 1994.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ Ι. ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
Άρθρο 13
1.  
    Στην περίπτωση ιβ της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955, μετά την υποπερίπτωση στστ, προστίθεται τελευταία εδάφιο, που έχει ως εξής: Αν το συνολικό ποσό των εξόδων ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης του φορολογούμενου και των λοιπών προσώπων που συνοικούν με αυτόν και τον βαρύνουν αυτής της περίπτωσης, καθώς και της παραγράφου 11, δεν καλύπτεται από το συνολικό ετήσιο πραγματικό εισόδημα του φορολογούμενου και της συζύγου του, το υπόλοιπο που απομένει μεταφέρεται για να αφαιρεθεί διαδοχικά, κατά το ποσό που απομένει κάθε φορά, στα δύο (2) επόμενα οικονομικά έτη, αθροιζόμενο με τα χρηματικά ποσά, τυχόν, άλλων εξόδων ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης σε αυτά τα έτη.
2.  
    Η υποπερίπτωση εε της περίπτωσης ιβ της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: εε) τα έξοδα νοσοκομειακής περίθαλψης των τέκνων που είναι άγαμα ή διαζευγμένα ή τελούν σε κατάσταση χηρείας, εφόσον το ετήσιο φορολογούμενο και απαλλασσόμενο εισόδημά τους δεν υπερβαίνει το ποσό των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) δραχμών και πάσχουν από ανίατο νόσημα, καθώς επίσης και με τις ίδιες προϋποθέσεις η δαπάνη για την περίθαλψη με οποιονδήποτε τρόπο των τυφλών, κωφαλάλων ή διανοητικά καθυστερημένων τέκνων του φορολογούμενου, όπως και η δαπάνη αυτών για δίδακτρα ή τροφεία που καταβάλλονται για αυτά τα τέκνα σε ειδικές για την πάθησή τους σχολές ή θεραπευτήρια..
3.  
    Στην περίπτωση ιγ της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955, τα πέμπτο και έβδομο εδάφια καταργούνται και προστίθεται μετά το τρίτο νέο τέταρτο εδάφιο ως εξής: Αν το ποσό των ανωτέρω δωρεών υπερβαίνει το συνολικό ετήσιο πραγματικό εισόδημα του φορολογούμενου, το υπόλοιπο που απομένει μεταφέρεται διαδοχικά, κατά το ποσό που απομένει κάθε φορά, στα δύο (2) επόμενα οικονομικά έτη, αθροιζόμενο με τα χρηματικά ποσά, τυχόν, άλλων δωρεών των ίδιων περιπτώσεων σε αυτά τα έτη.
4.  
    Η περίπτωση ιδ της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: ιδ) Το ποσό των δεδουλευμένων τόκων που καταβάλλονται από το φορολογούμενο για: αα) Στεγαστικά δάνεια για απόκτηση πρώτης κατοικίας, που χορηγούνται στο φορολογούμενο με υποθήκη ή προσημείωση από Τράπεζες, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, τα Ταχυδρομικά Ταμιευτήρια και λοιπούς πιστωτικούς οργανισμούς, εφόσον οφείλονται από αυτόν και η υποθήκη ή προσημείωση έχει εγγραφεί σε ακίνητο του ή του άλλου συζύγου ή των τέκνων τους που τους βαρύνουν. ββ) Στεγαστικά δάνεια για απόκτηση πρώτης κατοικίας, που χορηγούνται από ασφαλιστικές επιχειρήσεις στους υπαλλήλους αυτών, εφόσον οφείλονται από αυτούς και η υποθήκη ή προσημείωση έχει εγγραφεί σε ακίνητο τους ή του άλλου συζύγου ή των τέκνων τους που τους βαρύνουν. γγ) Προκαταβολές που χορηγούνται από τα Ταμεία Αλληλοβοήθειας Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν.δ. 398/1974 (ΦΕΚ 116 Α) για απόκτηση πρώτης κατοικίας από τους βοηθηματούχους αυτών. δδ) Δάνεια που χορηγούνται στο φορολογούμενο από Τράπεζες, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, τα Ταχυδρομικά Ταμιευτήρια και λοιπούς πιστωτικούς οργανισμούς, εφόσον οφείλονται από αυτόν, για αναστήλωση, επισκευή, συντήρηση ή εξωραϊσμό διατηρητέων κτισμάτων, καθώς και κτισμάτων που βρίσκονται σε περιοχές χαρακτηριζόμενες ως παραδοσιακά τμήματα πόλεων ή ως παραδοσιακοί οικισμοί. εε) Χρέη προς το Δημόσιο από φόρο κληρονομιάς, δωρεάς και γονικής παροχής που οφείλονται από αυτόν. Το αφαιρούμενο συνολικό ποσό τόκων της υποπερίπτωσης αυτής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι ανώτερο από το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του συνολικού οικογενειακού εισοδήματος που δηλώνεται με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση του υπόχρεου. Το ποσό της δαπάνης της περίπτωσης αυτής δεν πρέπει να έχει εκπέσει με βάση άλλη διάταξη του παρόντος.
5.  
    Στην παράγραφο 6 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955 προστίθεται περίπτωση ιστ, που έχει ως εξής: ιστ) Εκτός από τις δαπάνες που ορίζονται στις προηγούμενες περιπτώσεις, από tο συνολικό εισόδημα του φορολογούμενου αφαιρείται ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του συνολικού ετήσιου ποσού των οικογενειακών δαπανών, στις οποίες υποβάλλεται ο φορολογούμενος, η σύζυγός του και τα τέκνα τους που συνοικούν με αυτούς και τους βαρύνουν, για αγορά αγαθών και υπηρεσίες γενικά. Από τις δαπάνες αυτές εξαιρούνται: αα) αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 20 του παρόντος, ββ) πραγματικές δαπάνες που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του παρόντος, γγ) αυτές που ορίζονται στις προηγούμενες περιπτώσεις, δδ) δαπάνες για αγορά τροφίμων και ποτών, γενικώς, καθώς και καυσίμων, εε) δαπάνες για ύδρευση, αποχέτευση, συγκοινωνίες, φωταέριο, παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, ασφάλιστρα και τέλη κυκλοφορίας αυτοκινήτων, καθώς και για δίδακτρα σε ιδιωτικά σχολεία. Το ποσό που αφαιρείται συνολικά και για τους δύο συζύγούς δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δραχμών. Το ποσό αυτό μερίζεται μεταξύ των συζύγων ανάλογα με το ύψος του φορολογούμενου με τις γενικές διατάξεις εισοδήματος του καθενός, όπως αυτό δηλώθηκε με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωσή τους. Η μείωση του φόρου, που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης, δεν μπορεί να είναι ανώτερη για κάθε σύζυγο του ποσοστού δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί του αφορολόγητου ποσού που του αναλογεί ούτε ανώτερη από το φόρο που εκπίπτει για τις δαπάνες αυτές με βάση την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση. Για τη διενέργεια της έκπτωσης αυτής πρέπει το συνολικό ποσό των δαπανών, που καταβλήθηκε για αγαθά και υπηρεσίες, να αναγράφεται στην αρχική εμπρόθεσμη δήλωση εισοδήματος και να συνυποβάλλονται με αυτή τα πρωτότυπα των νόμιμων δικαιολογητικών, που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. Αποδείξεις λιανικής πώλησης αξίας άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών γίνονται δεκτές για την αναγνώριση της έκπτωσης της δαπάνης που αντιπροσωπεύουν, μόνον εάν αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του αγοραστή φορολογούμενου και τίθεται η σφραγίδα του πωλητή. Δαπάνες αυτής της παραγράφου που γίνονται στην αλλοδαπή δεν αφαιρούνται..
6.  
    Η παράγραφος 10 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: 10. Όταν ο ένας από τους συζύγους δεν έχει εισόδημα φορολογούμενο ή αυτό που έχει είναι κατώτερο από τα ποσά των δαπανών των περιπτώσεων ιβ και ιστ της παραγράφου 6 και της παραγράφου 7, που αφορούν αυτόν προσωπικά και τα πρόσωπα που τον βαρύνουν, τότε ολόκληρο το ποσό των δαπανών ή η διαφορά προστίθεται στις δαπάνες του άλλου συζύγου. Όταν το σύνολο των δαπανών του ενός συζύγου είναι ανώτερο από το φορολογούμενο εισόδημα του, τότε η διαφορά που προκύπτει και μέχρι το άθροισμα των δαπανών των περιπτώσεων ιβ και ιστ της παραγράφουκαι της παραγράφου 7, προστίθεται στις δαπάνες του άλλου συζύγου.
7.  
    Στην περίπτωση ε της παραγράφου 1 του άρθρουτου ν.δ. 3323/1955 προστίθεται υποπερίπτωση ιγ ως εξής: ιγ) Το στεγαστικό επίδομα που καταβάλλεται στους δικαιούχους με βάση τις διατάξεις της περιπτώσεως στ του άρθρου 10 του ν. 1284/1982 (ΦΕΚ 114 Α) και των παραγράφων 19 και 44 του άρθρου 11 του ν.1881/1990 (ΦΕΚ 42 Α)..
8.  
    Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης δ της παραγράφου 3 του άρθρου 40 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: Ό φόρος υπολογίζεται με βάση την κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 9, στο καθαρό ποσό της αποζημίωσης, μετά την αφαίρεση ποσού ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών που δεν θεωρείται εισόδημα και παρακρατείται κατά την πληρωμή της στο δικαιούχο.
Άρθρο 14
1.  
    Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 9 του ν.δ.3323/1955 αντικαθίστανται ως εξής: 1. Το εισόδημα που απομένει, μετά την αφαίρεση των ποσών των μειώσεων και των δαπανών από το συνολικό εισόδημα του φορολογούμενου, υποβάλλεται σε φόρο με βάση την ακόλουθη κλίμακα: Κλιμάκιο εισοδήματος Φορολογικός συντελεστής Φόρος κλιμακίου Σύνολοεισοδήματος φόρουΕιδικά, για φορολογούμενο με εισόδημα από μισθούς ή συντάξεις, το ποσό του πρώτου κλιμακίου της πιο πάνω κλίμακας, προκειμένου να υπολογισθεί ο φόρος που αναλογεί στο εισόδημά του, αυξάνεται κατά τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές με ισόποση μείωση του ποσού του δεύτερου κλιμακίου. Το πρόσθετο αυτό ποσό δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το συνολικό ποσό του μισθού ή της σύνταξης που δηλώνεται.
2.  
    Για το φορολογούμενο που τον βαρύνουν τέκνα, το ποσό φόρου που προκύπτει με βάση την πιο πάνω κλίμακα μειώνεται ως εξής: Ειδικώς, ο συντελεστής του πρώτου εδαφίου αυξάνεται σε έξι τοις εκατό (6%) και επιβάλλεται στο ακαθάριστο εισόδημα από ακίνητα που χρησιμοποιούνται ως κατοικίες, εφόσον η επιφάνεια καθεμιάς από αυτές υπερβαίνει τα τριακόσια (300) τετραγωνικά μέτρα..
  1. είκοσι χιλιάδες (20.000) δραχμές για καθένα τέκνο του, όταν έχει μέχρι δύο (2) τέκνα που τον βαρύνουν.
  2. τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές για καθένα τέκνο του, όταν έχει τρία (3) τέκνα που τον βαρύνουν.
  3. σαράντα χιλιάδες (40.000) δραχμές για καθένα τέκνο του, όταν έχει τέσσερα (4) τέκνα και πάνω που τον βαρύνουν.
  4. Για το φορολογούμενο που αποκτά εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, εφόσον αυτός προσφέρει υπηρεσίες ή κατοικεί για εννέα (9) τουλάχιστον μήνες μέσα στο έτος που απέκτησε το εισόδημα αυτό στους νομούς Ξάνθης, Ροδόπης, Έβρου, Λέσβου, Χίου, Σάμου και Δωδεκανήσου, καθώς και σε περιοχή των νομών Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων, Καστοριάς, Φλώρινας, Πέλλης, Κιλκίς, Σερρών και Δράμας, η οποία περιλαμβάνεται σε ζώνη βάθους είκοσι (20) χιλιομέτρων από τη μεθοριακή γραμμή, τα ως άνω ποσά μειώσεως του φόρου προσαυξάνονται με δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές για κάθε τέκνο που βαρύνει το φορολογούμενο.
  5. Αν με βάση τη φορολογική κλίμακα δεν προκύπτει, για το φορολογούμενο, ποσό φόρου ή αυτό είναι μικρότερο του συνολικού ποσού των ανωτέρω μειώσεων, ολόκληρο το ποσό των μειώσεων ή η διαφορά που προκύπτει μειώνει το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική κλίμακα για τον άλλο σύζυγο.
  6. Εάν το συνολικό ποσό των ανωτέρω μειώσεων είναι μεγαλύτερο του φόρου, ο οποίος προκύπτει με βάση τη φορολογική κλίμακα για το φορολογούμενο και τη σύζυγό του, η διαφορά δεν επιστρέφεται ούτε και συμψηφίζεται.
  7. Το ποσό που απομένει ύστερα από τις ανωτέρω μειώσεις αποτελεί το φόρο που αναλογεί στο συνολικό καθαρό εισόδημα του φορολογούμενου*.
3.  
    Οι περιπτώσεις α και β του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίστανται ως εξής: α) στις αμοιβές που καταβάλλονται από τον εργοδότη, σε ξένο νόμισμα, με αναλογικό συντελεστή οκτώ τοις εκατό (8%), β) στις αμοιβές που καταβάλλονται από τον εργοδότη σε δραχμές, με αναλογικό συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%)..
4.  
    Στην παράγραφο 7 του άρθρου 9 του ν.δ. 3323/1955 προστίθενται δύο τελευταία εδάφια, που έχουν ως εξής: Όταν ο οφειλόμενος, με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση, φόρος καταβάλλεται εφάπαξ μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης, όπως αυτές ορίζονται στην παράγραφο αυτή, παρέχεται έκπτωση πέντε τοις εκατό (5%) στο συνολικό ποσό αυτού και των λοιπών συμβεβαιούμενων με αυτόν οφειλών. Στην περίπτωση που η βεβαίωση ενεργείται ύστερα από το μήνα Οκτώβριο του οικείου οικονομικού έτους, παρέχεται έκπτωση τρία τοις εκατό (3%) στην εφάπαξ καταβολή της οφειλής μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης, μόνον όταν αυτή προέρχεται από εμπρόθεσμη δήλωση και η βεβαίωση γίνει μέχρι το μήνα Οκτώβριο του επόμενου οικονομικού έτους.
5.  
    Στο άρθρο 1 του ν. 2019/1992 η παράγραφος 5 αναριθμείται σε 6 και προστίθεται νέα παράγραφος 5, που έχει ως εξής: 5. Ο φόρος που παρακρατείται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 και του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης στ της παραγράφου 1 του άρθρου 43 του ν.δ. 3323/1955, μειώνεται κατά ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) κατά την παρακράτησή του.
6.  
    Τα δεύτερο και τρίτο εδάφια της παραγράφου 6 του άρθρου 59 του ν.δ. 3323/1955 καταργούνται.
Άρθρο 15
1.  
    Στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του ν.δ. 3323/1955 προστίθεται περίπτωση ιβ, που έχει ως εξής: Ίβ) όποιος έχει υπερβεί το εικοστό πέμπτο (25) έτος της ηλικίας του, εκτός αν αποκτά εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, μέχρι το ποσό των οκτακοσίων χιλιάδων (80Ό.00Ό) δραχμών ή και από ιδιοκατοίκηση κύριας κατοικίας με επιφάνεια μέχρι εξήντα (60) τετραγωνικά μέτρα ή είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότης..
2.  
    Η υποχρέωση υποβολής δήλωσης των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος
3.  
    Στην παράγραφο 4 του άρθρου 12 του ν.δ. 3323/1955 προστίθεται, νέο, δεύτερο εδάφιο που έχει ως εξής: Μαζί με την ετήσια δήλωσή του ο υπόχρεος υποβάλλει δήλωση με τα στοιχεία των ακινήτων που του ανήκουν κατά πλήρες δικαίωμα ιδιοκτησίας ή κατ επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή έχει δικαίωμα χρήσης ή οίκησης σε αυτά..
Άρθρο 16 "Καταβολή του φόρου της δήλωσης του άρθρου 16α και εξαιρέσεις από αυτόν"
1.  
    Το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 16α του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: Τα ποσοστά αυτά δεν ισχύουν για τις εταιρίες του άρθρου 13 του ν. 718/1977 (ΦΕΚ 304 Α)..
2.  
    Η παράγραφος 12 του άρθρου 16α του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: 12. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 5 αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται για:.
  1. Κοινωνίες αστικού δικαίου που εκμεταλλεύονται φορτηγά ή επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης για τα καθαρά κέρδη που προέρχονται από τη συνεκμετάλλευση με τη μορφή κοινωνίας μέχρι και δύο αυτοκινήτων.
  2. Τα καθαρά κέρδη που προέρχονται από την εκμετάλλευση των πάνω από δύο αυτοκινήτων φορολογούνται με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
  3. Τους λοιπούς υπόχρεους, που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 3, οι οποίοι εκμεταλλεύονται ένα μόνο αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης
  4. Εταιρίες συστεγαζόμενων φαρμακείων στις οποίες συμμετέχουν αποκλειστικώς φαρμακοποιοί..
3.  
    Μετά το τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 16α του ν.δ. 3323/1955 προστίθεται νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: Όταν η αρχική δήλωση υποβάλλεται εκπρόθεσμα και μέχρι τριάντα (30) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της, εξακολουθεί να ισχύει το δικαίωμα αφαίρεσης της επιχειρηματικής αμοιβής από τα κέρδη.
4.  
    Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 16α του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: Η επιλογή αυτή δηλώνεται με την οικεία αρχική εμπρόθεσμη ή εκπρόθεσμη, κατά περίπτωση, δήλωση της εταιρείας και δεν ανακαλείται.
5.  
    Στην παράγραφο 8 του άρθρου 16α του ν.δ. 3323/1955 μετά το δεύτερο εδάφιο προστίθενται δύο νέα εδάφια που έχουν ως εξής: Δήλωση που υποβάλλεται χωρίς την ταυτόχρονη καταβολή των αναφερόμενων στα προηγούμενα εδάφια ποσών, θεωρείται απαράδεκτη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Στην περίπτωση που ο οφειλόμενος φόρος, με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση, καταβάλλεται εφάπαξ μέσα στην προθεσμία υποβολής της δήλωσης, παρέχεται έκπτωση πέντε τοις εκατό (5%) στο συνολικό ποσό αυτού και των λοιπών συμβεβαιωμένων με αυτόν οφειλών..
Άρθρο 17 "Εκπτώσεις από το ακαθάριστο εισόδημα των επιχειρήσεων"
1.  
    Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 35 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: Ειδικά οι δαπάνες συντήρησης, λειτουργίας, επισκευής, κυκλοφορίας, αποσβέσεων και μισθωμάτων που καταβάλλονται σε εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης για επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης με κυλινδρισμό κινητήρα μέχρι δύο χιλιάδες (2.000) κυβικά εκατοστά, που έχουν στην κυριότητά τους οι επιχειρήσεις ή που έχουν μισθωμένα από τρίτους, εκπίπτουν μέχρι ογδόντα τοις εκατό (80%) του συνολικού ύψους αυτών, εφόσον χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες της επιχείρησης..
2.  
    Οι διατάξεις της περίπτωσης θ της παραγράφου 1 του άρθρου 35 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίστανται ως εξής: θ) Το ποσό των προβλέψεων για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων. Το ποσό της πρόβλεψης αυτής υπολογίζεται σε ποσοστό μισό τοις εκατό (0,5%) επί της αναγραφόμενης στα τιμολόγια πώλησης ή παροχής υπηρεσιών αξίας προς επιτηδευματίες, μετά την αφαίρεση: αα) των επιστροφών ή εκπτώσεων, ββ) της αξίας των πωλήσεων ή παροχής υπηρεσιών προς το δημόσιο, δήμους και κοινότητες, δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς ή επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και γγ) του ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαιοειδών, του φόρου κατανάλωσης καπνού και λοιπών ειδικών φόρων που εμπεριέχονται στην τιμή πώλησης. Το ποσό αυτό της πρόβλεψης για κάθε διαχειριστική χρήση, συναθροιζόμενο με το ποσό της διενεργειθείσας πρόβλεψης σε προγενέστερες διαχειριστικές χρήσεις που εμφανίζεται στα τηρούμενα βιβλία της επιχείρησης, δεν μπορεί να υπερβεί το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικού χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού πελάται, όπως αυτό εμφανίζεται στην απογραφή τέλους χρήσης. Για τον υπολογισμό του χρεωστικού υπολοίπου των πελατών δεν περιλαμβάνονται τυχόν υπόλοιπα που αφορούν το Δημόσιο, δήμους ή κοινότητες, δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς ή επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Η έκπτωση της δαπάνης αυτής από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων εμφανίζεται στα τηρούμενα βιβλία αυτών σε ειδικό λογαριασμό Προβλέψεις για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων*. Αν σε δεδομένη διαχειριστική χρήση το ποσό των πραγματοποιηθεισών προβλέψεων που εμφανίζονται στον ως άνω λογαριασμό είναι μεγαλύτερο του πενήντα τοις εκατό (50%) του χρεωστικού υπολοίπου, του λογαριασμού πελάται της διαχειριστικής αυτής χρήσης, το ποσό της πραγματοποιηθείσας πρόβλεψης κατά το υπερβάλλον μέρος αυτής μεταφέρεται στα Αποτελέσματα χρήσεως της διαχειριστικής αυτής χρήσης και υπόκειται σε φόρο εισοδήματος. Πέραν της σχηματιζόμενης κατά τα ανωτέρω πρόβλεψης, ουδέν άλλο ποσό αναγνωρίζεται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων..
3.  
    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 35 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: Σε ακαθάριστα έσοδα μέχρι τρία (3) δισεκατομμύρια δραχμές, ποσοστό έκπτωσης δύο τοις εκατό (2%) και σε ακαθάριστα έσοδα από τρία (3) δισεκατομμύρια και άνω, ποσοστό έκπτωσης ένα τοις εκατό (1%)..
Άρθρο 18 "Εισόδημα τεχνικών επιχειρήσεων"
1.  
    Τα όγδοο και ένατο εδάφια της παραγράφου 1 του άρθρου 36α του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίστανται ως εξής: Η αντικειμενική ή η πραγματική αξία, κατά περίπτωση, των αυτοτελών οικοδομών, διαμερισμάτων, καταστημάτων, γραφείων, αποθηκών και λοιπών χώρων που περιέρχονται κατά το χρόνο της διάλυσης στα μέλη των υπόχρεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 3, θεωρείται ως ακαθάριστο έσοδο των υπόχρεων αυτών κατά το χρόνο της διάλυσής τους. Το καθαρό κέρδος που προκύπτει με βάση τα έσοδα αυτά φορολογείται στο όνομα των υπόχρεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 με συντελεστή τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) κατά το έτος που διαλύεται η εταιρία, κοινωνία ή κοινοπραξία.
Άρθρο 19
1.  
    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: Εξαιρετικά, στα μερίσματα που διανέμονται από ημεδαπές εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου και στα κέρδη από ημεδαπά αμοιβαία κεφάλαια, ενεργείται παρακράτηση φόρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 16 και 48 του ν. 1969/1991..
2.  
    Στην παράγραφο 4 του άρθρου 29 του ν.δ. 3323/1955 προστίθενται οι περιπτώσεις στ και ζ, που έχουν ως εξής: στ) Για τα μερίσματα που διανέμουν οι ημεδαπές εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, κατά το χρόνο έγκρισής τους από τη γενική συνέλευση των μετόχων. ζ) Για τα κέρδη από ημεδαπά αμοιβαία κεφάλαια, κατά το χρόνο έγκρισής τους από την Α.Ε. Διαχειρίσεως..
3.  
    Η περίπτωση α της παραγράφου 5 του άρθρου 29 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: α. Για τα εισοδήματα των περιπτώσεων α, β, γ και στ της προηγούμενης παραγράφου, η ημεδαπή ανώνυμη εταιρία που τα καταβάλλει.
4.  
    Στην παράγραφο 5 του άρθρου 29 του ν.δ. 3323/1955 προστίθεται περίπτωση δ, που έχει ως εξής: δ. Για τα εισοδήματα της περίπτωσης ζ της προηγούμενης παραγράφου η Α.Ε. Διαχειρίσεως που τα καταβάλλει.
5.  
    Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 37α του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: Στα εισοδήματα εργοληπτών κατασκευής κάθε είδους τεχνικών έργων και ενοικιαστών δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή λιμενικών προσόδων με συντελεστή τρία τοις εκατό (3%) που υπολογίζεται στην αξία του κατασκευαζόμενου έργου ή του μισθώματος..
6.  
    Στην περίπτωση στ της παραγράφου 1 του άρθρου 37α του ν.δ. 3323/1955 προστίθεται υποπερίπτωση δδ, και στη συνέχεια δύο νέα εδάφια της περίπτωσης αυτής, που έχουν ως εξής: δδ) Οταν προμηθεύονται αγαθά ή τους παρέχονται υπηρεσίες από τις πολεμικές βιομηχανίες Ε.Α.Β., Ε.Β.Ο. και ΠΥΡΚΑΛ. Επίσης, εξαιρείται από την υποχρέωση παρακράτησης φόρου η δημόσια επιχείρηση ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ για τις υπηρεσίες που παρέχονται σε αυτή. Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης β της παραγράφου 4, εφαρμόζονται αναλόγως..
7.  
    Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν από 8 Φεβρουαρίου 1994 για τιμολόγια που εκδίδονται από την ημερομηνία αυτή και μετά
8.  
    Στην παράγραφο 1 του άρθρου 37α του ν.δ. 3323/1955 προστίθενται περιπτώσεις ζ και η, που έχουν ως εξής: ζ) Στα εισοδήματα που προέρχονται από αμοιβές ή προμήθειες λόγω διαμεσολάβησης για πώληση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, με συντελεστή δέκα πέντε τοις εκατό (15%), που υπολογίζεται στο ποσό της αμοιβής ή προμήθειας του δικαιούχου. Οι Α.Ε. Διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων υποχρεούνται να παρακρατούν το φόρο κατά την καταβολή των προμηθειών ή αμοιβών.
  1. Οι μισθοί και λοιπές αμοιβές που καταβάλλει η εταιρία περιορισμένης ευθύνης σε διαχειριστές εταίρους αυτής, λόγω παρεχόμενων σε αυτήν υπηρεσιών, δεν υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου.
  2. Για τα πιο πάνω ποσά, το νομικό πρόσωπο υποχρεούται, έναντι του οφειλόμενου φόρου επί της επιχειρηματικής αμοιβής, να καταβάλλει στο Δημόσιο φόρο που υπολογίζεται με συντελεστή δέκα πέντε τοις εκατό (15%), πλέον τελών χαρτοσήμου ένα τοις εκατό (1%).
  3. Για την απόδοση του φόρου αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 44.
  4. Ο φόρος της περίπτωσης αυτής εκπίπτεται από τον παρακρατούμενο, σύμφωνα με την περίπτωση δ, φόρο και το προκύπτον χρεωστικό υπόλοιπο καταβάλλεται εφάπαξ σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.
  5. Τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο επιστρέφεται.
9.  
    Η παράγραφος 5 του άρθρου 37α του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: 5. Όσοι παρακρατούν φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων β, γ, δ, στ και ζ της παραγράφου 1 και της παραγράφου 3 αυτού του άρθρου, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν με σχετική δήλωση που πρέπει να υποβάλουν μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση μήνα, στη Δ.Ο.Υ., στην περιφέρεια της οποίας έγινε η καταβολή των ποσών για τα οποία παρακρατήθηκε ο φόρος, ο οποίος αποδίδεται εφάπαξ με την υποβολή της οικείας δήλωσης.
10.  
    Στην παράγραφο 1 του άρθρου 40 του ν.δ.3323/1955 προστίθεται δεύτερο εδάφιο, που έχει ως εξής: Ομοίως, εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες θεωρείται και το εισόδημα που αποκτούν οι δικηγόροι ως πάγια αντιμισθία για την παροχή νομικών υπηρεσιών, καθώς και το εισόδημα που αποκτούν οι ξεναγοί οι οποίοι υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 37 του ν. 1545/1985 (ΦΕΚ 91 Α)..
11.  
    Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του ν. 1921/1991 (ΦΕΚ 12 Α) προστίθενται δύο εδάφια που έχουν ως εξής: Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου θεωρούνται τόκοι καταθέσεων και τα εισοδήματα που προκύπτουν από πράξεις, όπως αυτές ορίζονται στις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 15 του ν. 3632/1928, που προσετέθησαν με το άρθρο 74 του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α), τα οποία λαμβάνουν οι δικαιούχοι φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου..
12.  
    Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται στα εισοδήματα που αποκτούν οι δικαιούχοι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού
Άρθρο 20 "Προσδιορισμός καθαρού εισοδήματος αρχιτεκτόνων και μηχανικών"
1.  
    Το πρώτο εδάφιο και οι περιπτώσεις αυτού α έως και ε της παραγράφου 5 του άρθρου 46 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίστανται ως εξής: Κατ εξαίρεση, για αμοιβές αρχιτεκτόνων και μηχανικών για τη σύνταξη μελετών και σχεδίων οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, την επίβλεψη της εκτέλεσης τους, τη διεύθυνση εκτέλεσης (διοίκηση του έργου) και την ενέργεια πραγματογνωμοσυνών και διαιτησιών σχετικών με αυτά τα έργα, το καθαρό εισόδημα εξευρίσκεται με τη χρήση συντελεστή στις ακαθάριστες νόμιμες αμοιβές τους, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι πάσης φύσεως τόκοι υπερημερίας λόγω καθυστέρησης στην καταβολή των πιο πάνω αμοιβών, ως εξής:.
  1. Τριάντα οκτώ τοις εκατό (38%) για μελέτη επίβλεψη κτιριακών έργων
  2. Είκοσι δύο τοις εκατό (22%) για μελέτη - επίβλεψη χωροταξικών, πολεοδομικών, συγκοινωνιακών, υδραυλικών έργων και για ακαθάριστες αμοιβές από διεύθυνση εκτέλεσης έργου
  3. Είκοσι έξι τοις εκατό (26%) για μελέτη - επίβλεψη ηλεκτρομηχανολογικών έργων
  4. Δεκαεπτά τοις εκατό (17%) για μελέτη - επίβλεψη τοπογραφικών έργων
  5. Εξήντα τοις εκατό (60%) για ακαθάριστες αμοιβές αρχιτεκτόνων και μηχανικών που προσφέρουν ανεξάρτητες υπηρεσίες σε οργανωμένα γραφεία και για την ενέργεια πραγματογνωμοσυνών και διαιτησιών σχετικών με αυτά τα έργα..
2.  
    Οι συντελεστές της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και όταν διατάξεις άλλου νόμου παραπέμπουν στις περιπτώσεις α έως και ε της παραγράφου 5 του άρθρου 46 του ν.δ. 3323/1955, με τους ίδιους όρους και τις ίδιες προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο αυτή.
3.  
    Το προτελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 46 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: Αν από τα βιβλία και στοιχεία του υπόχρεου προκύπτει ότι οι δαπάνες της χρήσης βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία με το υπόλοιπο των ακαθάριστων αμοιβών (τεκμαρτές δαπάνες) που προκύπτουν από την εφαρμογή του συντελεστή, ο προϊστάμενος την Δ.Ο.Υ. προσαυξάνει το συντελεστή αυτόν κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%)..
Άρθρο 21
1.  
    Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 της Ε.3789/128/15.3.1988 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 22 του ν. 1796/1988 (ΦΕΚ 152 Α) αντικαθίσταται, αφότου ίσχυσε, ως εξής: Δεν επιβάλλεται έκτακτη εφάπαξ εισφορά στο μέρος των κερδών των επιχειρήσεων που προέρχονται από εξαγωγές προς μη κοινοτικές χώρες..
2.  
    Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, οι εξαγωγικές επιχειρήσεις υποχρεούνται να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α) στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην οποία θα αναγράψουν το σύνολο των ακαθάριστων εσόδων που πραγματοποίησαν κατά το οικονομικό έτος 1987 από εξαγωγές προς χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με τη δήλωση αυτή θα συνυποβάλλονται και φωτοαντίγραφα των σχετικών διασαφήσεων εξαγωγής. Σε περίπτωση μη υποβολής της υπεύθυνης δήλωσης, ο υπολογισμός και η βεβαίωση της εισφοράς γίνεται χωρίς να αφαιρεθεί το μέρος των κερδών που αναλογεί στις εξαγωγές προς μη κοινοτικές χώρες.
3.  
    Το ποσό της έκτακτης εφάπαξ εισφοράς που προκύπτει από την εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος, καταβάλλεται σε έξι (6) ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες, η πρώτη μέσα στον επόμενο από τη βεβαίωση μήνα
Άρθρο 22 "Εναρμόνιση των διατάξεων του Ζ ψηφίσματος του έτους 1975 με τις ισχύουσες διατάξεις της φορολογίας εισοδήματος"
1.  
    Τα δεύτερο και επόμενα εδάφια της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Ζ ψηφίσματος του έτους 1975 (ΦΕΚ 23 Α) της Ε Αναθεωρητικής Βουλής, όπως ισχύουν σήμερα, αντικαθίστανται ως εξής: Από το Ειδικό Λογιστήριο της Βουλής διενεργείται, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα Φεβρουαρίου του επόμενου έτους, οριστική εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος στο τμήμα της ετήσιας βουλευτικής αποζημίωσης που φορολογήθηκε αυτοτελώς. Αν ο βουλευτής, εκτός από τη βουλευτική αποζημίωση, αποκτά και άλλα εισοδήματα, τότε οι προβλεπόμενες εκπτώσεις του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955 ενεργούνται κατ επιλογή του δικαιούχου, μετά από σχετική δήλωσή του, είτε από το Ειδικό Λογιστήριο της Βουλής κατά την οριστική εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος, ο οποίος αναλογεί στο τμήμα της βουλευτικής αποζημίωσης που φορολογείται αυτοτελώς είτε από τα άλλα εισοδήματά του που φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις του ν.δ. 3323/1955, κατά την εκκαθάριση του φόρου της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματός του, από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία. Αν ο βουλευτής επιλέξει οι δαπάνες του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955 να εκπεσθούν από το τμήμα της βουλευτικής αποζημίωσης που φορολογείται, τότε ο βουλευτής, μαζί με τη δήλωση επιλογής του, έχει υποχρέωση να υποβάλει στο Ειδικό Λογιστήριο της Βουλής και τα δικαιολογητικά των δαπανών του άρθρου 8, που προβλέπονται από τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις. Σε αυτή την περίπτωση στο φόρο, που προκύπτει με βάση την κλίμακα του άρθρου 9 του ν.δ. 3323/1955 στα λοιπά εισοδήματά του, προστίθεται ο φόρος ο οποίος προκύπτει με την εφαρμογή αναλογικού συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) στο τμήμα του φορολογούμενου εισοδήματος μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται ανάλογα, αν ο βουλευτής επιλέξει, η αφαίρεση των δαπανών του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955 να γίνει από τα λοιπά εισοδήματά του. Σε κάθε περίπτωση οι μειώσεις του φόρου που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ίδιου νομοθετήματος ενεργούνται μόνο από το φόρο που αναλογεί με βάση την κλίμακα αυτού του άρθρου στο τμήμα της βουλευτικής αποζημίωσης που υπόκειται σε φόρο, και στη βεβαίωση της παραγράφου 2 του άρθρου 70 του ν.δ. 3323/1955 θα αναγράφεται μεταξύ άλλων, αν οι εκπτώσεις του άρθρου 8 διενεργήθηκαν από το τμήμα της βουλευτικής αποζημίωσης ή όχι..
2.  
    Μεταξύ του δεύτερου και τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ζ ψηφίσματος του έτους 1975 της Ε Αναθεωρητικής Βουλής, όπως ισχύει σήμερα, προστίθεται νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: Εάν κατά τη διενεργούμενη από το Ειδικό Λογιστήριο της Βουλής οριστική εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος που αναλογεί στο τμήμα της βουλευτικής αποζημίωσης που φορολογείται αυτοτελώς, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, προκύπτει διαφορά μεταξύ του ποσού του φόρου που προκύπτει με βάση την οριστική εκκαθάριση και του ποσού του φόρου που παρακρατήθηκε κατά τη διάρκεια του οικείου έτους, τότε η διαφορά αυτή βεβαιώνεται ή επιστρέφεται κατά περίπτωση
3.  
    Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων ισχύουν για εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1.1.1992 και μετά.
4.  
    Στην περίπτωση που, από δύο ή περισσότερες αιτίες καταβάλλονται στον ίδιο δικαιούχο, μέσα στο οικείο έτος, χρηματικά ποσά που φορολογούνται με τις διατάξεις του όρθρου 5 του Ζ ψηφίσματος του έτους 1975, οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται στο άθροισμα αυτών των ποσών
5.  
    Σε αυτή την περίπτωση την οριστική εκκαθάριση του φόρου στο άθροισμα αυτών των χρηματικών ποσών διενεργεί η Υπηρεσία η οποία στο οικείο έτος τελευταία κατέβαλε στο δικαιούχο τέτοιο χρηματικό ποσό και εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ζ ψηφίσματος του έτους 1975
6.  
    Οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 ισχύουν για εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1.1.1993 και μετά. ΙΙ. ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ.
Άρθρο 23 "Ρυθμίσεις στη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων"
1.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του ν.δ. 3843/1958 (ΦΕΚ 148 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 1. Ο φόρος υπολογίζεται στο συνολικό φορολογητέο εισόδημα του υπόχρεου νομικού προσώπου, με φορολογικούς συντελεστές, οι οποίοι καθορίζονται, κατά κατηγορία υποχρέων, ως εξής:.
  1. Για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, των οποίων οι μετοχές κατά τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου είναι ανώνυμες μη εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών και για τις αλλοδαπές εταιρίες και οργανισμούς που αποβλέπουν στην απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων, σαράντα τοις εκατό (40%)
  2. Για τις λοιπές ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, τριάντα πέντε τοις εκατό (35%).
  3. Σε περίπτωση ημεδαπών ανώνυμων εταιριών που έχουν ονομαστικές και ανώνυμες μετοχές μη εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ο συντελεστής της περίπτωσης α επιβάλλεται στο μέρος των κερδών που αναλογεί στον αριθμό των υπαρχουσών ανώνυμων μετοχών.
  4. Για την εξεύρεση του πιο πάνω μέρους κερδών επιμερίζονται τα συνολικά καθαρά κέρδη ανάλογα με τον αριθμό των ονομαστικών και ανώνυμων μετοχών που προκύπτουν από τα τηρούμενα βιβλία κατά τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου.
  5. Για τα λοιπά νομικά πρόσωπα, που αναφέρονται στο άρθρο 3, τριάντα πέντε τοις εκατό (35%)
2.  
    Η παράγραφος 4 του άρθρου 8Α του ν.δ.3843/1958, αντικαθίσταται ως εξής: 4. Αφορολόγητα αποθεματικά ανώνυμων εταιριών, εταιριών περιορισμένης ευθύνης ή συνεταιρισμών, ανεξάρτητα του χρόνου σχηματισμού τους, διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα οποτεδήποτε, φορολογούνται κατά το χρόνο της διανομής ή κεφαλαιοποίησης με βάση τις διατάξεις του παρόντος στο όνομα του νομικού προσώπου, μετά την αναγωγή αυτών σε μικτό ποσό με την προσθήκη του αναλογούντος φόρου. Τα ως άνω διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα αποθεματικά φορολογούνται αυτοτελώς, μη συναθροιζομένων των ποσών αυτών με το προκύπτον αποτέλεσμα του ισολογισμού, κατά το χρόνο που γίνεται η διανομή ή κεφαλαιοποίηση. Προς τούτο, το νομικό πρόσωπο υποχρεούται να υποβάλει δήλωση του άρθρου 11, εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του επόμενου μήνα από το μήνα που λαμβάνεται η απόφαση από το αρμόδιο όργανο για διανομή ή κεφαλαιοποίηση των αποθεματικών. Ο προκύπτων φόρος καταβάλλεται σε τρεις ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες, η πρώτη ταυτόχρονα με την υποβολή της δήλωσης, οι δε υπόλοιπες δύο την τελευταία εργάσιμη ημέρα των δύο επόμενων, από την υποβολή της δήλωσης, μηνών. Με την καταβολή του ως άνω φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για τα διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα αποθεματικά. Τα ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή : α; σε αφορολόγητα αποθεματικά, για την κεφαλαιοποίηση των οποίων ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 1473/1984 (ΦΕΚ 127 Α) και του άρθρου 101 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α), β) σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησης αφορολόγητων αποθεματικών που έχουν σχηματίσει μέχρι του χρόνου έναρξης ισχύος του ν. 2065/1992 οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, με εξαίρεση τα σχηματισθέντα βάσει αναπτυξιακών νόμων αποθεματικά. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα και για τις επιχειρήσεις της περίπτωσης δ της παραγράφου 1 του άρθρου 3, σε περίπτωση πίστωσης του κεντρικού καταστήματος ή ανάληψης ή εξαγωγής στο εξωτερικό κερδών ή αποθεματικών που δεν έχουν φορολογηθεί στο όνομα του νομικού προσώπου, ανεξάρτητα του χρόνου σχηματισμού τους. Στην περίπτωση αυτήν η δήλωση του άρθρου 11 για την καταβολή του οφειλόμενου φόρου υποβάλλεται εντός του πρώτου δεκαπενθήμερου του επόμενου μήνα από το μήνα που γίνεται η πίστωση ή η ανάληψη ή η εξαγωγή στο εξωτερικό των κερδών ή αποθεματικών και ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από την παράγραφο αυτήν.
3.  
    Τα εισπραττόμενα από τους μετόχους της εταιρίας επενδύσεων χαρτοφυλακίου μερίσματα απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος, με εξαίρεση το μέρος των διανεμόμενων μερισμάτων που προέρχεται από εισοδήματα απαλλασσόμενα της φορολογίας, από κέρδη από την πώληση χρεωγράφων σε τιμή ανώτερη της τιμής κτήσης και από εισοδήματα αλλοδαπής προέλευσης, γιο τα οποία η καταβάλλουσα εταιρία υποχρεούται σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Με την παρακράτηση αυτήν εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των μετόχων. Για την εξεύρεση των διανεμόμενων μερισμάτων που υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου, γίνεται επιμερισμός του συνόλου των διανεμόμενων μερισμάτων ανάλογα με το συνολικό ύψος των εσόδων που προέρχονται από απαλλασσόμενα της φορολογίας εισοδήματα, από κέρδη από την πώληση χρεωγράφων και από τίτλους αλλοδαπής προέλευσης και των λοιπών ακαθάριστων εσόδων. Κατά την υποβολή της δήλωσης απόδοσης του παρακρατούμενου φόρου εκπίπτεται το μέρος του φόρου που αποδεδειγμένα καταβλήθηκε στην αλλοδαπή και το οποίο αναλογεί στα διανεμόμενα εισοδήματα αλλοδαπής προέλευσης. Το ποσό του εκπιπτόμενου φόρου δεν μπορεί να υπερβαίνει αυτό που προκύπτει με την εφαρμογή του συντελεστή του πρώτου εδαφίου.
4.  
    Μετά το πέμπτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του ν.δ. 3843/1958 προστίθεται, νέο εδάφιο που έχει ως εξής: Όταν η αρχική δήλωση υποβάλλεται εκπρόθεσμα και μέχρι τριάντα (30) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της, εξακολουθεί να ισχύει το δικαίωμα αφαίρεσης της επιχειρηματικής αμοιβής από τα κέρδη..
5.  
    Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του ν.δ. 3843/1958 αντικαθίσταται ως εξής: Η επιλογή αυτή δηλώνεται με την οικεία αρχική εμπρόθεσμη ή εκπρόθεσμη, κατά περίπτωση, δήλωση της εταιρίας και δεν ανακαλείται..
6.  
    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του ν.δ. 3843/1958 αντικαθίσταται ως εξής: Σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής του συνολικού ποσού της οφειλής που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο με την εμπρόθεσμη δήλωση, παρέχεται έκπτωση ποσοστού πέντε τοις εκατό (5%) επί του καταβαλλόμενου ποσού..
7.  
    Το οριζόμενο από τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του ν.δ. 3843/1958 ποσοστό συντελεστή αντικαθίσταται σε σαράντα τοις εκατό (40%).
8.  
    Τα οριζόμενα από τις περιπτώσεις α, β και γ της παραγράφου 5 του άρθρου 15 του ν.δ. 3843/1958 ποσοστά των συντελεστών αντικαθίστανται σε τέσσερα τοις εκατό (4%), τέσσερα και ογδόντα τοις εκατό (4,80%) και δέκα τοις εκατό (10%), αντίστοιχα.
9.  
    Στην παράγραφο 3 του άρθρου 29 του ν.δ. 3323/1955 προστίθενται δύο νέα εδάφια που έχουν ως εξής: Όταν, στα εισοδήματα του προηγούμενου εδαφίου που προέρχονται από ανώνυμη εταιρία, της οποίας οι μετοχές είναι ανώνυμες μη εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, η παρακράτηση φόρου ενεργείται με συντελεστή σαράντα τοις εκατό (40%). Αν ανώνυμη εταιρία έχει ονομαστικές και ανώνυμες μετοχές, ο αυξημένος συντελεστής παρακράτησης φόρου εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία ο αριθμός των ανώνυμων μετοχών που υπάρχουν κατά την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου είναι ίσος ή μεγαλύτερος από το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνόλου των μετοχών.
10.  
    Η παράγραφος 7 του άρθρου 8 του ν.δ. 3843/1958 αντικαθίσταται ως εξής: 7. Για την εξεύρεση του φορολογητέου εισοδήματος εφαρμόζονται κατ αναλογία οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του ν.δ. 3323/1955. Επίσης, επί εξωλογιστικού προσδιορισμού του κέρδους από εμπορικές επιχειρήσεις, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 36 του ν.δ. 3323/1955 .
11.  
    Στο τέλος της περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν.δ. 3843/1958 προστίθεται εδάφιο, που έχει ως εξής: Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να μεταφέρεται ειδικά για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες η ημερομηνία λήξης της προθεσμίας που ορίζεται πιο πάνω, για τρεις (3) ακόμη ημέρες και να κατανέμονται σε αυτές οι υπόχρεοι με βάση την αλφαβητική σειρά της επωνυμίας ή του τίτλου τους.
12.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 11 του ν.δ. 3843/1958 αντικαθίσταται ως εξής: 2. Τα δεύτερο και τρίτο εδάφια και η περίπτωση ια της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν.δ. 3323/1955 εφαρμόζονται ανάλογα και στα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του παρόντος.
13.  
    Η παράγραφος 5 του άρθρου 42 του ν. 2065/1992 αντικαθίσταται ως εξής: 5. Οι διατάξεις των παραγράφων 10, 11 και 12 του άρθρου 29 του ν.δ. 3323/1955 και των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 15 του ν.δ. 3843/1958 εξακολουθούν να ισχύουν για την εφαρμογή των προβλεπόμενων από τις παραγράφους 1 έως και 4 του παρόντος άρθρου..
14.  
    Το άρθρο 16 του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α) αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 16.
15.  
    Το άρθρο 48 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής:.
Άρθρο 24
1.  
    Οι μετοχές των ημεδαπών ανώνυμων εταιριών, που έχουν ως αντικείμενο εργασιών την εκμετάλλευση κλινικών, διαγνωστικών κέντρων, κέντρων αποθεραπείας και αποκατάστασης, γηροκομείων, εκπαιδευτηρίων, φροντιστηρίων, ινστιτούτων επαγγελματικής κατάρτισης, επαγγελματικών σχολών και γενικά την παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ή εκπαίδευσης οποιασδήποτε μορφής και βαθμίδας, είναι υποχρεωτικά ονομαστικές στο σύνολό τους. Η ανωτέρω υποχρέωση ισχύει και για τις λοιπές ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, με εξαίρεση τις ξενοδοχειακές, αυτές που ασχολούνται με την ανέγερση και πώληση οικοδομών, καθώς και τις εταιρείες που τελούν υπό εκκαθάριση, εφόσον τα κεφάλαιά τους στα οποία περιλαμβάνονται και τα πάσης φύσεως αποθεματικά που έχουν σχηματίσει είναι επενδεδυμένα σε αστικά ακίνητα κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) και άνω.
2.  
    Οι υφιστάμενες ανώνυμες εταιρίες που εμπίπτουν στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού και το μετοχικό τους κεφάλαιο καλύπτεται συνολικά ή μερικά με μετοχές ανώνυμες, υποχρεούνται, μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να μετατρέψουν αυτές σε ονομαστικές. Αν η ανωτέρω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, ο προϊστάμενος της αρμόδιας για τη φορολογία της εταιρίας Δ.Ο.Υ. εκδίδει πράξη κατά της ανώνυμης εταιρίας, με την οποία επιβάλλει σε βάρος της για κάθε μήνα καθυστέρησης, ανεξάρτητα αν υπήρχε ή όχι δόλος ή αμέλεια, πρόστιμο που ορίζεται σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί της κατά το χρόνο έκδοσης της πρώτης πράξης αξίας του συνόλου των μετοχών της, η οποία προσδιορίζεται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 12 του ν.δ. 118/1973 (ΦΕΚ 202 Α).
3.  
    Για τις ανώνυμες εταιρίες, που εμπίπτουν στις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, καθώς και των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 13 του ν. 4459/1965 (ΦΕΚ 35 Α), όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 51 του ν. 542/1977 (ΦΕΚ 41 Α). Στην περίπτωση που η αξία των αστικών ακινήτων ανώνυμης εταιρίας υπερβεί το εξήντα τοις εκατό (60%) του κεφαλαίου της, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και τα πάσης φύσεως αποθεματικά σε κάποια διαχειριστική περίοδο, η ανώνυμη εταιρία υποχρεούται να προβεί στην ονομαστικοποίηση των μετοχών της μέσα σε έξι (6) μήνες από το τέλος αυτής της διαχειριστικής περιόδου. Εξαιρετικά για τις ανώνυμες εταιρίες που είναι εισηγμένες ή εισάγονται στο Χρηματιστήριο δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 13 του ν. 4459/1965.
4.  
    Για την επιβολή του προστίμου των προηγούμενων παραγράφων και γενικά της διαδικασίας βεβαίωσης και είσπραξης, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 16 του ν.δ. 3843/1958.
Άρθρο 48
1.  
    Η πράξη σύστασης αμοιβαίου κεφαλαίου, η διάθεση και η εξαγορά των μεριδίων απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, δικαίωμα ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου και γενικώς τρίτων
2.  
    Κατά την είσπραξη τόκων στο όνομα και για λογαριασμό του αμοιβαίου κεφαλαίου ενεργείται από τον καταβάλλοντα παρακράτηση φόρου εισοδήματος σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 21 του ν. 1921/1991 (ΦΕΚ 12 Α) και το άρθρο 29 του ν.δ.3323/1955, κατά περίπτωση. Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των μεριδούχων για τα εισοδήματα αυτά.
3.  
    Τα κέρδη, που διανέμονται από το αμοιβαίο κεφάλαιο στους μεριδούχους, απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος, με εξαίρεση το μέρος των διανεμόμενων κερδών που προέρχεται από εισοδήματα απαλλασσόμενα της φορολογίας, από κέρδη από την πώληση χρεωγράφων σε τιμή ανώτερη της τιμής κτήσης και από εισοδήματα αλλοδαπής προέλευσης, για τα οποία το αμοιβαίο κεφάλαιο υποχρεούται σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Με την παρακράτηση αυτήν εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των μεριδούχων. Για την εξεύρεση των διανεμόμενων κερδών που υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου, γίνεται επιμερισμός του συνόλου των διανεμόμενων κερδών ανάλογα με το συνολικό ύψος των εσόδων που προέρχονται από απαλλασσόμενα της φορολογίας εισοδήματα, από κέρδη από την πώληση χρεωγράφων και από τίτλους αλλοδαπής προέλευσης και των λοιπών ακαθάριστων εσόδων. Κατά την υποβολή της δήλωσης απόδοσης του παρακρατούμενου φόρου από την Ά.Ε. Διαχειρίσεως εκπίπτεται το μέρος του φόρου που αποδεδειγμένα καταβλήθηκε στην αλλοδαπή και το οποίο αναλογεί στα διανεμόμενα εισοδήματα αλλοδαπής προέλευσης. Το ποσό του εκπιπτόμενου φόρου δεν μπορεί να υπερβαίνει αυτό που προκύπτει με την εφαρμογή του συντελεστή του πρώτου εδαφίου.
4.  
    Η πρόσθετη αξία που προκύπτει επωφελεία των μεριδούχων από την εξαγορά μεριδίων σε τιμή ανώτερη της τιμής κτήσεως, απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, δικαίωμα ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και γενικώς τρίτων
5.  
    Επί απώλειας τίτλων μεριδίων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 12α του κ.ν.2190/1920.
6.  
    Οι τίτλοι μεριδίων δύνανται να ενεχυρασθούν για εξασφάλιση απαίτησης σύμφωνα με τους όρους των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του α.ν.1818/1951 (ΦΕΚ 149 Α) και των άρθρων 1244 επ. του Αστικού Κώδικα. Η ενεχύραση ισχύει κατά της Α.Ε. Διαχειρίσεως, αφότου αυτή ανακοινωθεί στην τελευταία από τον ενεχυρούχο δανειστή..
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ
Άρθρο 2
1.  
    Οι ηλεκτρονικές ταμειακές μηχανές και τα ταμειακά συστήματα του προηγούμενου άρθρου, για να χρησιμοποιηθούν για την έκδοση αποδείξεων λιανικής πώλησης αγαθών και παροχής υπηρεσιών από επιτηδευματίες που υπόκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού, πρέπει να είναι εφοδιασμένες με άδεια καταλληλότητας. Την άδεια αυτή χροηγεί η Επιτροπή του άρθρου 7 μετά από αίτηση του κατασκευαστή ή εισαγωγέα αντιπροσώπου ξένου οίκου. Για την έκδοση της άδειας καταλληλότητας η Επιτροπή εκτιμά ιδίως: α) αν το δείγμα της ηλεκτρονικής ταμειακής μηχανής ή του ταμειακού συστήματος, το οποίο υποχρεούται να προσκομίσει ο ενδιαφερόμενος πριν από την εξέταση της αίτησής του, ανταποκρίνεται στις ιδιότητες και τα τεχνικά χαρακτηριστικά που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, β) αν ο κατασκευαστής ή ο εισαγωγέας διαθέτει στην Ελλάδα άρτιο δίκτυο επισκευής και συντήρησης, το απαραίτητο επιστημονικό προσωπικό και εξασφαλίζει τα αναγκαία αποθέματα ανταλλακτικών και εξαρτημάτων στην Ελλάδα, γ) αν ο κατασκευαστής ή εισαγωγέας είναι φερέγγυος και αν η οικονομική συγκρότηση της επιχείρησής του εγγυάται την ομαλή πορεία της, δ) αν είναι δυνατή η Παρακολούθηση από την Επιτροπή, στο στάδιο της κατασκευής ή κάθε εισαγωγής, ότι οι παραγόμενες ή εισαγόμενες ηλεκτρονικές ταμειακές μηχανές ή τα ταμειακά συστήματα συμφωνούν με το δείγμα. ΗΕπιτροπή δικαιούται να εξετάσει και κάθε άλλο στοιχείο που είναι απαραίτητο για τηδιαμόρφωση τελικήςγνώμης, καθώςκαι να επανεξετάζει, μετά τη χορήγηση της άδειας καταλληλότητας, αν εξακολουθούν να τηρούνται, σε κάθε περίπτωση, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις πιο πάνω περιπτώσεις β, γ και δ. Ο κατασκευαστής ή ο εισαγωγέας υποχρεούται να προσκομίσει στην Επιτροπή κάθε στοιχείο που θα ζητηθεί από αυτήν.
2.  
    Ο αριθμός και η χρονολογία της άδειας καταλληλότητας αναγράφεται στην ειδική μεταλλική ετικέτα κάθε μηχανής του συγκεκριμένου τύπου ή του συγκεκριμένου ταμειακού συστήματος, μαζί με τα λοιπά στοιχεία ταυτότητάς της
3.  
    Για να είναι δυνατή η σφράγιση των μηχανών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 6, είναι απαραίτητη η ύπαρξη της βεβαίωσης του ελέγχου της προηγούμενης παραγράφου, για την καταλληλότητα των μηχανών που πρόκειται να σφραγιστούν, διαφορετικά ο αρμόδιος φοροτεχνικός υπάλληλος υποχρεούται να αρνηθεί τη σφράγιση τους Ό πωλητής των ηλεκτρονικών ταμειακών μηχανών εκδίδει το τιμολόγιο ή το τιμολόγιο - δελτίο αποστολής με δύο επιπλέον αντίτυπα με την ένδειξη για τη Δ.Ο.Υ. του αγοραστή, από τα οποία το ένα υποχρεούται να παραδώσει στη Δ.Ο.Υ. αυτή μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ημέρα έκδοσής του. Το άλλο αντίτυπο παραδίδεται στον αγοραστή, ο οποίος υποχρεούται να το παραδώσει στη Δ.Ο.Υ. που υπάγεται μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τη λήψη του. 2. Ο αγοραστής υποχρεούται να υποβάλει στη Δ.Ο.Υ. που υπάγεται, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ημέρα αγοράς κάθε ηλεκτρονικής ταμειακής μηχανής, υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, στην οποία αναγράφονται τα στοιχεία ταυτότητας της μηχανής (τύπος, αριθμός μητρώου κ.λπ.) και ο ακριβής τόπος (διεύθυνση του κεντρικού καταστήματος, υποκαταστήματος ή άλλου χώρου), στον οποίο πρόκειται να εγκαταστήσει και να λειτουργήσει τη συγκεκριμένη μηχανή. Σε περίπτωση μεταφοράς και λειτουργίας της μηχανής σε άλλο τόπο, ο χρήστης υποχρεούται να δηλώσει τη μεταβολή αυτή μέσα στην πιο πάνω προθεσμία και κατά τον ίδιο τρόπο.
4.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του ν. 1809/1988 αντικαθίσταται και προστίθεται νέα παράγραφος 3, ως ακολούθως, της μέχρι τώρα παραγράφου 3 αριθμούμενης σε 4: 2. Ο έλεγχος για την εφαρμογή των διατάξεων των περιπτώσεων α και ε της παραγράφου 2 του άρθρου 2, καθώς και για τη συνέχιση της ύπαρξης ή εφαρμογής των τεχνικών προδιαγραφών και της καταλληλότητας σε κάθε εγκεκριμένο τύπο ηλεκτρονικής ταμειακής μηχανής ή ταμειακού συστήματος, μπορεί να ανατίθεται από την πιο πάνω Επιτροπή, με απόφασή της, σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα ή άλλους οργανισμούς του Δημοσίου, που διαθέτουν το απαραίτητο επιστημονικό προσωπικό και τον αναγκαίο εργαστηριακό εξοπλισμό. Ο πιο πάνω έλεγχος γίνεται, για τις ηλεκτρονικές ταμειακές μηχανές, σε δείγμα, που η ποσότητά του καθορίζεται με βάση τα διεθνώς ισχύοντα και επαναλαμβάνεται με τη συμπλήρωση κάθε πεντακοσίων (500) μηχανών, όταν αυτές κατασκευάζονται ή συναρμολογούνται σε εγχώρια εργαστήρια ή με την εισαγωγή κάθε νέας ποσότητας, όταν αυτές εισάγονται ολοκληρωμένες από άλλη χώρα, καθώς και για κάθε ταμειακό σύστημα ή για κάθε τύπο ταμειακού συστήματος, κατά περίπτωση και επαναλαμβάνεται τουλάχιστον ανά διετία. Αν συντρέξουν ειδικοί λόγοι, η επανάληψη των ελέγχων αυτών επιτρέπεται με τη συμπλήρωση της κατασκευής ή συναρμολόγησης μικρότερου αριθμού μηχανών ή σε μικρότερο χρονικό διάστημα, κατά περίπτωση. Για το αποτέλεσμα κάθε ελέγχου χορηγείται στον ενδιαφερόμενο σχετική βεβαίωση, αντίγραφο της οποίας υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών. Οι δαπάνες που προκαλούνται από τους πιο πάνω ελέγχους βαρύνουν τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα των ηλεκτρονικών ταμειακών μηχανών ή των ταμειακών συστημάτων ή το χρήστη συγκεκριμένου ταμειακού συστήματος.
5.  
    Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 11 του ν. 1809/1988, όπως αυτό ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Όπου αναφέρεται στον παρόντα νόμο η λέξη κατασκευαστής, νοείται η επιχείρηση που έχει λάβει άδεια καταλληλότητας από την αρμόδια Επιτροπή για συγκεκριμένο ή συγκεκριμένους τύπους ηλεκτρονικών ταμειακών μηχανών ή ταμειακών συστημάτων, τις οποίες κατασκευάζει σε εγχώρια εργαστήρια ή εισάγει ολοκληρωμένες από άλλη χώρα..
6.  
    Η ισχύς των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 1995
Άρθρο 25 "Υποχρέωση παροχής πληροφοριών προς τις φορολογικές αρχές"
1.  
    Στη διάταξη της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 50 του ν.δ. 3323/1955, όπως ισχύει, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια: Κατά την αληθή έννοια της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου υφίσταται υποχρέωση παροχής των ζητούμενων πληροφοριών από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Η εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής δεν εμποδίζεται από την επίκληση, εκ μέρους οποιουδήποτε του κατά την ισχύουσα νομοθεσία απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων, το οποίον αίρεται ειδικώς προς διευκόλυνση του φορολογικού ελέγχου. Για την άρση του απορρήτου στην περίπτωση αυτήν απαιτείται κοινή απόφαση του επιθεωρητή της Δ.Ο. Υ., και του προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ., οι οποίοι είναι αρμόδιοι για το συγκεκριμένο φορολογικό έλεγχο..
2.  
    Η παράγραφος 5 του άρθρου 50 του ν.δ. 3323/1955 αντικαθίσταται ως εξής: 5. Τα δικαιώματα ελέγχου, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 4, έχουν και οι επιθεωρητές των δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών, οι οποίοι μπορεί να διατάσσουν και επανέλεγχο για οποιαδήποτε φορολογική υπόθεση με υπαλλήλους της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή με άλλους υπαλλήλους των δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών που εποπτεύουν, οι οποίοι μετακινούνται για το σκοπό αυτόν με απόφασή τους.
3.  
    Στο άρθρο 1 του ν.δ. 1059/1971 (ΦΕΚ 270 Α) προστίθεται νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: Εξαιρετικά, επιτρέπεται η άρση του τραπεζικού απορρήτου ύστερα από ενέργεια του προϊστάμενου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., στην περίπτωση που προσκομίζεται προσωπική επιταγή ποσού άνω του ενός εκατομμυρίου (1.000 000) δραχμών, για εξόφληση χρεών προς το Δημόσιο, οπότε και δίδεται πρόβλεψη και δέσμευση του ποσού υπέρ της Δ.Ο.Υ..
Άρθρο 26
1.  
    Συνιστάται στη Διεύθυνση Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών Γραφείο Έρευνας Τιμών, που έχει ως σκοπό τη συλλογή πληροφοριών περί των τιμών των εισαγόμενων και εξαγόμενων, ως και των εντός της χώρας διακινούμενων αγαθών και υπηρεσιών
2.  
    Το ως άνω Γραφείο, επιφυλλασσομένων των υποχρεώσεων που προκύπτουν από διεθνείς συμβάσεις ή τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
  1. Μεριμνά για την καθιέρωση και ανάπτυξη μηχανογραφικού συστήματος πληροφοριών περί των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών δι απευθείας επαφών αυτού μετά παντός ημεδαπού ή αλλοδαπού οργανισμού δυναμένου να του παράσχει τις πληροφορίες αυτές
  2. Παρακολουθεί και ερευνά τη διαμόρφωση των τιμών των πάσης φύσεως εισαγόμενων και εξαγόμενων, ως και εντός της χώρας διακινούμενων αγαθών (υλικών και άυλων), καθώς και υπηρεσιών
  3. Εισηγείται στον Υπουργό των Οικονομικών την έκδοση γενικών οδηγιών και κατευθύνσεων προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών, περί των τρεχουσών τιμών για συγκεκριμένα αγαθά ή υπηρεσίες, ως και για κάθε χρήσιμη πληροφορία σε θέματα αρμοδιότητας Γραφείου Έρευνας Τιμών ή των φορολογικών ελέγχων
  4. Παρέχει πληροφορίες, οδηγίες και τεχνικές συμβουλές στα φοροτεχνικά όργανα, προς διενέργεια συγκεκριμένων ελεγκτικών επαληθεύσεων, στις περιπτώσεις που κατ εφαρμογή των κείμενων πάσης φύσεως φορολογικών διατάξεων διαπιστώνονται από το φορολογικό έλεγχο περιπτώσεις υπέρ ή υποτιμολόγησης αγαθών ή υπηρεσιών
  5. Ζητεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες στοιχεία και πληροφορίες, περί του ύψους των πληρωμών σε συνάλλαγμα για την εισαγωγή αγαθών και παροχή υπηρεσιών, αλλά και τεχνολογικού εξοπλισμού, προς εξακρίβωση της πραγματικής τιμής αγοράς αυτών
3.  
    Τα της οργάνωσης, στελέχωσης και λειτουργίας του ως άνω Γραφείου καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών
4.  
    Συνιστάται στο Γραφείο Έρευνας Τιμών Επιτροπή, η σύνθεση και λειτουργία της οποίας θα καθορίζεται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, έργον της οποίας θα είναι η μετά προηγούμενη εισήγηση του Γραφείου Έρευνας Τιμών γνωμάτευση για πάσης φύσεως ζητήματα υπερτιμολογήσεων ή υποτιμολογήσεων αγαθών (υλικών και άϋλων), ως και υπηρεσιών που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια ενεργούμενων πάσης φύσεως φορολογικών ελέγχων
Άρθρο 27
1.  
    Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 1809/1988 (ΦΕΚ 222 Α) προστίθενται δύο νέα εδάφια, που έχουν ως εξής: Την υποχρέωση αυτήν έχουν και οι κυρίως χονδροπωλητές επιτηδευματίες, όταν οι λιανικές τους πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών διενεργούνται κατά σύστημα και όχι περιστασιακά, ανεξάρτητα από το ποσοστό των πωλήσεων αυτών επί του συνόλου των ετήσιων πωλήσεών τους. Με απόφαση του προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ. της έδρας του επιτηδευματία του προηγούμενου εδαφίου, μπορεί να απαλλαγεί ο επιτηδευματίας αυτός από την υποχρέωση χρησιμοποίησης ηλεκτρονικής ταμειακής μηχανής, για την έκδοση των αποδείξεων λιανικής πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί λόγοι για την απαλλαγή αυτή. άρθρο 2 του ν. 1809/1988, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:.
Άρθρο 28
1.  
    Συμπλήρωση μελών επιτροπής για την αναστολή λειτουργίας καταστημάτων επιτηδευματιών Οι διατάξεις των περιπτώσεων γ, δ και ε του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 και του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου του άρθρου 48 του ν. 2065/1992, αντικαθίστανται ως εξής: γ. Το γενικό διευθυντή Φορολογίας και Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, με αναπληρωτή τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Φορολογίας Εισοδήματος του ίδιου Υπουργείου. δ. Το γενικό διευθυντή Επιθεώρησης και Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, με αναπληρωτή τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ελέγχων του ίδιου Υπουργείου. ε. Έναν ορκωτό ελεγκτή, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Οικονομικών. Στην επιτροπή μετέχει ως εισηγητής, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Βιβλίων και Στοιχείων του Υπουργείου Οικονομικών ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. κεφάλαιο δ κυρώσεις.
Άρθρο 29 "Πρόσθετος φόρος"
1.  
    Το άρθρο 67 του ν.δ. 3323/1955, όπως αυτό ισχύει σήμερα, αντικαθίσταται ως εξής:.
Άρθρο 30 "Πρόσημα"
1.  
    Το άρθρο 73 του ν.δ. 3323/1955, όπως αυτό ισχύει σήμερα, αντικαθίσταται ως εξής:.
Άρθρο 31 "1 Αδίκημα φοροδιαφυγής διαπράττει και όποιος καταλαμβάνεται να μεταφέρει αγαθά, χωρίς να φέρει μαζί του τα προβλεπόμενα από τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων συνοδευτικά στοιχεία ή χωρίς τα στοιχεία αυτά να έχουν εκδοθεί ακριβώς, [...]"
2.  
    Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των πλημμελημάτων φοροδιαφυγής είναι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο υπαίτιος ή έχει την έδρα της η επιχείρηση
Άρθρο 32 "Ποινικές και διοικητικές κυρώσεις για μη απόδοση παρακρατούμενων φόρων, επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών"
1.  
    Οι παράγραφοικαι 2 του άρθρου 45 του ν. 2065/1992 αντικαθίστανται ως εξής: 1.Όποιος δεν υποβάλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμη δήλωση μετά την παρέλευση δεκαπέντε (15) ημερών από τηλήξη τηςνόμιμης προθεσμίαςή υποβάλλει ανακριβή δήλωση με βάση τα δεδομένα των υπ αυτού τηρούμενων βιβλίων και στοιχείων, που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις για την απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας ή άλλων φόρων τελών και εισφορώνπου παρακρατούνται,. επιρρίπτονται ή εισπράττονται για να αποδοθούν στο Δημόσιο, εφόσον το προςαπόδοση ποσόγια κάθεφορολογία είναι ανώτερο των δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών τιμωρείται με φυλάκιση: α) μέχρι τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή μέχρι πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών, εφόσον το προς απόδοση ποσό για κάθε φορολογία δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές, β) τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές και άνω, εφόσον το προς απόδοση ποσό για κάθε φορολογία δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, γ) τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή από ένα εκατομμύριο (1.000.000) και άνω, εφόσον το προς απόδοση ως άνω ποσό υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, εφόσον δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλες διατάξεις.
2.  
    Η παράγραφος 8 του άρθρου 45 του ν. 2065/1992 αντικαθίσταται ως εξής: 8 Για τη δίωξη του αδικήματος δεν απαιτείται οριστικοποίηση της πράξης της φορολογούσας αρχής ή υπηρεσίας, η οποία καταλογίζει την οικεία φορολογική παράβαση ούτε περαίωση της τυχόν κύριας ή συναφούς φορολογικής ή άλλης δίκης, αλλά αρκεί η έκδοση της πράξης καταλογισμού του μη αποδοθέντος φόρου. Τυπικές πλημμέλειες της πιο πάνω πράξης δεν ασκούν επιρροή στην ποινική υπόθεση. Η άσκηση προσφυγής ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, καθώς και η διαδικασία γενικά της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές φορολογικές διατάξεις δεν αποτελούν λόγο αναστολής της ποινικής δίωξης..
3.  
    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 45 του ν. 2065/1992 αντικαθίσταται ως εξής: Σε περίπτωση που ο υπόχρεος καταβάλλει το οφειλόμενο ποσό μέχρι την ημέρα της δίκης, μπορεί να επιβληθεί μόνο χρηματική ποινή..
4.  
    Στο άρθρο 45 του ν. 2065/1992 προστίθεται παράγραφος 14, που έχει ως εξής; 14. Τα αδικήματα της παραγράφου 1 θεωρούνται πάντοτε αυτόφωρα..
Άρθρο 33 "Διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής"
1.  
    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 44 του ν. 2065/1992 αντικαθίσταται ως εξής: Αν μέσα στην προθεσμία αυτή δεν έχουν εκδοθεί τα φύλλα ελέγχου ή οι πράξεις, οι συνέπειες και απαγορεύσεις που καθορίζονται με το άρθρο αυτό, αίρονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατά την έκδοση της οποίας διερευνάται η ύπαρξη υπαιτιότητας, είτε από μέρους του φορολογούμενου είτε από μέρους της φορολογούσας αρχής. Σε περίπτωση υπαιτιότητας του φορολογούμενου διατηρούνται οι συνέπειες και απαγορεύσεις του άρθρου αυτού και σε περίπτωση υπαιτιότητας της φορολογικής αρχής ασκείται σε βάρος του φορολογικού οργάνου, στο οποίο έχει ανατεθεί ο φορολογικός έλεγχος, πειθαρχική δίωξη, επιφυλασσομένων των περί παραβάσεως καθήκοντος διατάξεων του Ποικινού Κώδικα..
2.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 46 του ν.2065/1992 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Για τα ληξιπρόθεσμα προς το Δημόσιο χρέη, που βεβαιώνονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α), καθώς και για τα ληξιπρόθεσμα προς το Ι.Κ.Α. χρέη, εκτός των φόρων μεταβίβασης ακινήτων, δωρεών, γονικών παροχών και κληρονομιών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 1867/1989 (ΦΕΚ 227 Α) με τις ακόλουθες παρεκκλίσεις..
3.  
    Στην περίπτωση α της παραγράφου 1 του άρθρου 46 του ν.2065/1992 προστίθεται δεύτερο εδάφιο, που έχει ως εξής: Η προθεσμία προς άσκηση έφεσης, καθώς και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης..
4.  
    Η περίπτωση β της παραγράφου 1 του άρθρου 46 του ν.2065/1992 αντικαθίσταται ως εξής: β) Εντός δέκα πέντε (15) ημερών από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο οικείο βιβλίο της γραμματείας του Δικαστηρίου, η απόφαση διαβιβάζεται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. στο αστυνομικό τμήμα της κατοικίας ή διαμονής του οφειλέτη προς εκτέλεση.
5.  
    Η περίπτωση δ της παραγράφου 1 του άρθρου 46 του ν. 2065/1992 αντικαθίσταται ως εξής: δ. Η προσωπική κράτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, διατάσσεται για συνολικές οφειλές πάνω από ένα εκατομμύριο ( 1.000.000) δραχμές.
6.  
    Μετά την παράγραφο 2 του άρθρου 46 του ν. 2065/1992 προστίθεται νέα παράγραφος 3 που έχει ως ακολούθως, και οι παράγραφοι 3 και 4 του ίδιου άρθρου αναριθμούνται σε 4 και 5 αντίστοιχα: 3. Αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης επιτρέπονται μόνο για την περίπτωση εξόφλησης της οφειλής ή συμψηφισμού αυτής και εκδικάζονται από τον πρόεδρο του αρμόδιου δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επόμενα του Κ.Πολ.Δ. .
7.  
    Αποφάσεις, που διατάσσουν προσωπική κράτηση για ποσό κατώτερο του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος δεν εκτελούνται.
8.  
    Εκκρεμείς αιτήσεις προϊσταμένων Δ.Ο.Υ. ή ένδικα μέσα κατά πρωτόδικων αποφάσεων, για χρέη κάτω του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών, δεν εισάγονται προς συζήτηση.
Άρθρο 67
1.  
    Οι υπόχρεοι που υποβάλλουν εκπρόθεσμη δήλωση υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο που ορίζεται σε ποσοστό δυόμισι τοις εκατό (2,5%) επί του οφειλόμενου με τη δήλωση φόρου για κάθε μήνα εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης
2.  
    Οι υπόχρεοι που υποβάλλουν ανακριβή δήλωση υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο που υπολογίζεται σε ποσοστό επί του φόρου, την πληρωμή του οποίου θα απέφευγε ο υπόχρεος λόγω της ανακρίβειας ως ακολούθως:
  1. Επί διαφοράς φόρου μέχρι ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών ο πρόσθετος φόρος ορίζεται σε ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).
  2. Για το πέραν του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών ποσό, ο πρόσθετος φόρος ορίζεται σε ποσοστό εκατόν πενήντα τοις εκατό (150%).
3.  
    Οι υπόχρεοι που δεν υποβάλλουν δήλωση υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο, που ορίζεται σε ποσοστό διακόσια τοις εκατό (200%) επί του φόρου, την πληρωμή του οποίουθα απέφευγαν,λόγω μηυποβολής τηςδήλωσης
4.  
    Προκειμένου για υπόχρεους σε παρακράτηση φόρου, τα παραπάνω ποσοστά πρόσθετων φόρων διπλασιάζονται. Απαγορεύεται η με οποιονδήποτε τρόπο επίρριψη του πρόσθετου φόρου από τον υπόχρεο σε παρακράτηση στον πραγματικό φορολογούμενο.
5.  
    Οι πρόσθετοι φόροι του παρόντος άρθρου επιβάλλονται χωρίς να εξετάζεται η ύπαρξη δόλου ή αμέλειας ή αν ο υπόχρεος παρερμήνευσε σχετικές διατάξεις
6.  
    Όσοι έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν δήλωση, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 11, ευθύνονται αλληλεγγύως με τους φορολογούμενους για την καταβολή των πρόσθετων φόρων που ορίζονται στο άρθρο αυτό. Ειδικά η ευθύνη των κληρονόμων του φορολογούμενου εκτείνεται μόνο μέχρι το ποσό της κληρονομικής μερίδας που περιήλθε σε κάθε έναν από αυτούς.
7.  
    Κατά τον καθορισμό του πρόσθετου φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ως δηλούμενο θεωρείται το ποσό του συνολικού καθαρού εισοδήματος του φορολογούμενου, το οποίο λαμβάνεται υπόψη για τη βεβαίωση του φόρου που προκύπτει στο εισόδημα, σύμφωνα με το άρθρο 9, είτε το εισόδημα αυτό εξευρίσκεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4, με την άθροιση των επί μέρους εισοδημάτων από τις κατηγορίες Α έως Ζ, είτε καθορίζεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5
8.  
    Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2, και 3 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση υποβολής συμπληρωματικών δηλώσεων, με τις οποίες ο υπόχρεος αποδέχεται το τεκμαρτό ακαθάριστο εισόδημα από οικοδομές, όπως αυτό έχει προσδιορισθεί με βάση τα στοιχεία έγγραφης πρόσκλησης του αρμόδιου προϊστάμενου της οικείας Δ.Ο.Υ., σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του ν.δ. 3323/1955.
9.  
    Επί της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς οι επιβληθέντες παραπάνω πρόσθετοι φόροι περιορίζονται στο ένα τρίτο (1/3) για την περίπτωση της παραγράφου 2 και στο ένα δεύτερο (1/2) για τις περιπτώσεις των παραγράφων 3 και 4..
Άρθρο 73
1.  
    Τα πρόσωπα που παραβαίνουν τις διατάξεις των άρθρων 5, 11, 12, 14, 16α, 29, 30, 44, 50, 50α, 69 παράγραφοι 7 και 8, 70, 71 και 72 υπόκεινται για κάθε παράβαση σε πρόστιμο που ορίζεται σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί του φόρου που προκύπτει κάθε φορά, μη δυνάμενο να είναι μικρότερο των εξήντα χιλιάδων (60.000) δραχμών και μεγαλύτερο των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δραχμών, στην περίπτωση δε που δεν προκύπτει ποσό οφειλόμενου φόρου, επιβάλλεται το ελάχιστο πρόστιμο.
2.  
    Τα πρόστιμα που προβλέπουν οι διατάξεις του παρόντος άρθρου επιβάλλονται με το οικείο φύλλο ελέγχου ή με ιδιαίτερη πράξη του αρμόδιου προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ. κατά περίπτωση. Κατά τη διοικητική επίλυση της διαφοράς το πρόστιμο που επιβλήθηκε μειούται στο ένα τρίτο (1/3) αυτού..
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Άρθρο 34
1.  
    Χρέη προς το Δημόσιο, βεβαιωμένα στις Δ.Ο.Υ. Α και Β Ηρακλείου Κρήτης, τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1993, οφειλόμενα από κατοίκους ή επιχειρήσεις που υπέστησαν ζημίες από τις πλημμύρες του μηνός Ιανουαρίου 1994, ρυθμίζονται και καταβάλλονται σε είκοσι τέσσερις (24), κατ ανώτατο όριο, ίσες μηνιαίες δόσεις χωρίς να επιβαρύνονται με τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που αναλογούν σε αυτά, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.). Το ποσό της κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τριάντα χιλιάδων (30.000) δραχμών. Προϋπόθεση για την υπαγωγή στη ρύθμιση αποτελεί η προσκόμιση βεβαίωσης της Νομαρχίας ή του αρμόδιου Επιμελητηρίου Ηρακλείου, από την οποία να προκύπτει ότι ο οφειλέτης είχε υποστεί ζημίες από τις πλημμύρες αυτές. Η σχετική αίτηση για τη ρύθμιση των υφιστάμενων ως άνω χρεών πρέπει να κατατεθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. μέσα σε ένα (1) μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και η καταβολή της πρώτης δόσης πρέπει να γίνει μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, οι δε υπόλοιπες δόσεις την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 7 έως και 13 του άρθρου 15 και της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 2198/1994 (ΦΕΚ 43 Α). Χρέη προς το Δημόσιο των αναφερόμενων οφειλετών που έπρεπε να καταβληθούν από 12.1.1994 μέχρι και 30.6.1994 για κάθε είδους οφειλή με βάση δήλωση των υπόχρεων, μπορούν να καταβληθούν σε έξι (6) άτοκες ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη με την υποβολή δήλωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. που πρέπει να γίνει μέχρι 30.6.1994 και οι υπόλοιπες δόσεις την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών. Η παράλειψη καταβολής μιας δόσης έχει ως συνέπεια την απώλεια του δικαιώματος καταβολής σε δόσεις και την καταβολή του υπόλοιπου ποσού της οφειλής εφάπαξ, επιβαρυνομένου με προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής από τη λήξη της ημερομηνίας καταβολής της πρώτης δόσης. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών θα καθορισθούν οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την καταβολή των ανωτέρω, βάσει δήλωσης, οφειλών.
2.  
    Στην παράγραφο 6 του άρθρου 4 του ν. 2187/1994 (ΦΕΚ 16 Α) προστίθεται νέα περίπτωση ια, που έχει ως εξής: Ία) Στη ρύθμιση της περίπτωσης α υπάγονται και βεβαιωμένα χρέη σε Δ.Ο.Υ. εκτός των αναφερομένων στην περίπτωση αυτή, που οφείλονται από επιχειρήσεις που έχουν τη μοναδική εγκατάστασή τους αποκλειστικά στις περιοχές του νομού Ηλείας που επλήγησαν από τους σεισμούς του μηνός Μαρτίου 1993. Στην περίπτωση αυτήν η σχετική αίτηση μπορεί να υποβληθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. μέσα σε ένα (1) μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος, στην τελευταία εργάσιμη ημέρα του οποίου θα καταβληθούν και οι δόσεις που θα έχουν λήξει μέχρι την ημέρα αυτήν..
3.  
    Στις πολεμικές βιομηχανίες Ε.Α.Β., Ε.Β.Ο. και ΠΥΡΚΑΛ είναι δυνατή η χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας για τα χρέη τους προς το Δημόσιο μετά από απόφαση αρμόδιου οργάνου, χωρίς να καθίσταται υποχρεωτική η παρακράτηση μέρους των εισπραττόμενων απαιτήσεών τους, όπως ορίζεται από το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 63 του ν. 1249/1982 (ΦΕΚ 43 Α), που προστέθηκε με το άρθρο 15 του ν.1914/1990 (ΦΕΚ 178 Α).
4.  
    Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 16 του ν. 2198/1994 προστίθενται δύο νέα εδάφια, που έχουν ως εξής: Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται για ολόκληρες τις σεισμόπληκτες περιοχές των νομών Φθιώτιδας, Πρεβέζης, Ιωαννίνων, Μαγνησίας και Θεσπρωτίας, με την προϋπόθεση ότι η σχετική αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση πρέπει να υποβληθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. μέσα σε ένα (1) μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος, στην τελευταία εργάσιμη ημέρα του οποίου θα καταβληθούν και οι δόσεις που θα έχουν λήξει μέχρι την ημέρα αυτή. Στην έννοια των τόκων του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου αυτής δεν περιλαμβάνονται οι τόκοι που έχουν επιβληθεί και βεβαιωθεί στις Δ.Ο.Υ. από τις δανείστριες τράπεζες.
5.  
    Υφιστάμενες κατά τη δημοσίευση του παρόντος οφειλές από ειδικό φόρο ραδιοτηλεοπτικών διαφημίσεων των νόμων 1326/1983, 1884/1990, 1947/1991, που βεβαιώθηκαν στις Δ.Ο.Υ. κατ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 24 του άρθρου 22 του ν. 2166/1993, όπως συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 2187/1994, ρυθμίζονται και καταβάλλονται σε σαράντα (40) ίσες μηνιαίες δόσεις μαζί με τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που αναλογούν σε αυτές, μέχρι την ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης. Η κατάθεση της σχετικής αίτησης και η καταβολή της πρώτης δόσης πρέπει να γίνει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, οι δε υπόλοιπες δόσεις την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 13 του άρθρου 15 του ν. 2198/1994.
6.  
    Στο αναφερόμενο ποσοστό προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 14 του άρθρου 15 του ν. 2198/1994 περιλαμβάνονται πρόστιμα και οι τόκοι υπερημερίας που έχουν βεβαιωθεί στις Δ.Ο.Υ. από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων.
7.  
    Οι διατάξεις της παραγράφου 14 του άρθρου 22 του ν. 2166/1993 όπως συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 2187/1994, ισχύουν και για τα δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου που χορηγήθηκαν στο ΚΤΕΛ Λήμνου μέχρι 7 Μαΐου 1990.
Άρθρο 35
1.  
    Στο άρθρο 38 του ν. 1473/1984 προστίθεται παράγραφος με αριθμό 3 που έχει ως εξής: 3. Το ως άνω αναφερόμενο επιτόκιο είναι αυτό που ισχύει κατά την πρώτη ημέρα έναρξης του έντοκου της επιστροφής, παραμένει σταθερό μέχρι την εξόφληση του τίτλου, μη επηρεαζόμενο από τις μετέπειτα διακυμάνσεις αυτού. Το έντοκο του επιστρεφόμενου ποσού συνεχίζεται μέχρι την ημέρα που ο δικαιούχος ειδοποιήθηκε αποδεδειγμένα να προσέλθει για την είσπραξη αυτού, τυχόν δε καθυστέρηση εξόφλησης του τίτλου που οφείλεται σε υπαιτιότητα του δικαιούχου δεν δημιουργεί αξίωση αυτού για έντοκη επιστροφή, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Σε περίπτωση συμψηφισμού των ως άνω ποσών με οφειλές του δικαιούχου προς το Δημόσιο, το έντοκο της επιστροφής λογίζεται μέχρι την ημερομηνία συνάντησης των αμοιβαίων απαιτήσεων. Η πληρωμή του αναλογούντος τόκου στο δικαιούχο γίνεται από την ίδια υπηρεσία που επιστρέφει και τον αχρεωστήτως καταβληθέντα φόρο, δασμό ή πρόστιμο. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη διαδικασία εκκαθάρισης και πληρωμής του αναλογούντος τόκου.