Εθνική Σχολή Δικαστών.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 1
2.  
  1. Η Εθνική Σχολή Δικαστών έχει τακτικούς και έκτακτους πόρους
  2. Τακτικοί πόροι είναι:
  3. α.α. ετήσια κρατική επιχορήγηση από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στον οποίο εγγράφεται με ιδιαίτερο κωδικό αριθμό με τίτλο Επιχορήγηση Εθνικής Σχολής Δικαστών, β.β. ετήσια επιχορήγηση από τον προϋπολογισμό δημόσιων επενδύσεων και γ.γ. πρόσοδοι από την περιουσία της και έσοδα από τη διάθεση δημοσιευμάτων και την παροχή υπηρεσιών σε τρίτους έναντι αμοιβής.
  4. Έκτακτοι πόροι είναι:
  5. επιχορηγήσεις, δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες και κάθε είδους εισφορές νομικών ή φυσικών προσώπων, ημεδαπών ή αλλοδαπών
  6. Η οικονομική διαχείριση γίνεται με τον τρόπο και τα όργανα που καθορίζει ειδικός κανονισμός, ο οποίος καταρτίζεται από το γενικό διευθυντή της Σχολής, εγκρίνεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
  7. Η οικονομική διαχείριση υπάγεται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
  8. Ο ετήσιος ισολογισμός της Σχολής συντάσσεται με τη λήξη του λογιστικού έτους και συνοδεύεται από λεπτομερή έκθεση του γενικού διευθυντή της Σχολής για τη διαχείριση και την οικονομική απόδοσή της κατά το λογιστικό έτος, καθώς και για τις προβλέψεις του για το μέλλον
  9. Τα τυχόν πλεονάσματα του ετήσιου απολογισμού της Σχολής μεταφέρονται στην οικονομική χρήση του επόμενου έτους
3.  
    Όργανα διοίκησης της Εθνικής Σχολής Δικαστών είναι το διοικητικό συμβούλιο (Δ.Σ.) και ο γενικός διευθυντής.
4.  
  1. Το διοικητικό συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης από:
  2. αα) τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ββ) έναν (1) σύμβουλο Επικρατείας, έναν (1) αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και. έναν (1) σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ορίζονται με τους αναπληρωτές τους σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 41 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάσταση Δικαστικών Λειτουργών, γγ) τους προέδρους των συμβουλίων που διευθύνουν τα πολιτικά και διοικητικά Εφετεία Αθηνών, καθώς και τα πολιτικά και διοικητικά Πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά, δδ) τους προέδρους των εξής ενώσεων δικαστικών λειτουργών:
  3. Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Ένωσης Διοικητικών Δικαστών και Ένωσης Εισαγγελέων, εε) τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, στστ) ένα (1) μέλος Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) νομικού τμήματος ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τη γενική συνέλευση του οικείου τμήματος του Α.Ε.Ι. στο οποίο ανήκει, ζζ) έναν (1) γενικό διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και ηη) δύο (2) εκπροσώπους των σπουδαστών της Σχολής, που εκλέγονται με τους αναπληρωτές τους από τους σπουδαστές σε γενική συνέλευση μέσα σε ένα (1) μήνα από την έναρξη κάθε δικαστικού έτους.
  4. Στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. μετέχουν ως εισηγητές, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο γενικός διευθυντής και ο διευθυντής σπουδών της Σχολής.
  5. Στο Δ.Σ. της Σχολής προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου.
  6. Τα μέλη του Δ.Σ. των περιπτώσεων ββ, στστ και ζζ ορίζονται με θητεία τεσσάρων (4) ετών που μπορεί να ανανεώνεται.
  7. Το Δ.Σ. συγκροτείται νομίμως, έστω και αν δεν έχουν εκλεγεί οι εκπρόσωποι των σπουδαστών.
  8. Το Δ.Σ., ύστερα από εισήγηση του γενικού διευθυντή, ορίζει υπαλλήλους της Σχολής ως γραμματέα του και αναπληρωτή του.
5.  
  1. Το Δ.Σ. χαράσσει τις γενικές κατευθύνσεις των δραστηριοτήτων της Σχολής και εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμό, απολογισμό και ισολογισμό της.
  2. Στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους το Δ.Σ. υποβάλλει στον Υπουργό Δικαιοσύνης αναλυτική έκθεση για τις δραστηριότητες και τις προοπτικές της Σχολής.
  3. Η έκθεση κατατίθεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης στη Βουλή.
  4. Το διοικητικό συμβούλιο συνεδριάζει, ύστερα από πρόσκληση του προέδρου του, τουλάχιστον δύο φορές το έτος.
  5. Ο πρόεδρος συγκαλεί υποχρεωτικά το συμβούλιο, όταν το ζητήσει η πλειοψηφία των μελών του ή ο Υπουργός Δικαιοσύνης.
6.  
  1. Γενικός διευθυντής της Εθνικής Σχολής Δικαστών τοποθετείται με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από πρόταξη, του Υπουργού Δικαιοσύνης, δικαστικός λειτουργός τουλάχιστον ανώτερου βαθμού.
  2. Για την τοποθέτηση αυτή απαιτείται προηγούμενη απόφαση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου κατά τις κείμενες διατάξεις.
  3. Ο γενικός διευθυντής έχει αποκλειστική απασχόληση και ορίζεται με θητεία διάρκειας τεσσάρων (4) ετών, που μπορεί να ανανεώνεται
  4. Ο γενικός διευθυντής, αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνεται από το διευθυντή σπουδών
8.  
  1. Ο διευθυντής σπουδών, υπό την εποπτεία του γενικού διευθυντή, έχει τη γενική φροντίδα για την παρεχόμενη, στα πλαίσια της Σχολής, θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση, μεριμνά για την εκτέλεση του προγράμματος σπουδών και συντονίζει τις εκπαιδευτικές διαδικασίες.
  2. Ο διευθυντής σπουδών, αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνεται από τον υποδιευθυντή σπουδών.
  3. Το διευθυντή σπουδών επικουρεί ο υποδιευθυντής σπουδών.
  4. Οι αρμοδιότητες του υποδιευθυντή σπουδών καθορίζονται με απόφαση του γενικού διευθυντή, που καταχωρίζεται και αναρτάται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην υποπαράγραφο γ της παραγράφου 7 του άρθρου αυτού.
  5. Με όμοια απόφαση ρυθμίζονται τα θέματα της αναπλήρωσης του υποδιευθυντή σπουδών.
  6. Ο διευθυντής και ο υποδιευθυντής σπουδών έχουν αποκλειστική απασχόληση και ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης με θητεία διάρκειας τεσσάρων (4) ετών, που μπορεί να ανανεώνεται.
  7. Στις θέσεις αυτές τοποθετούνται δικαστικοί λειτουργοί ή μέλη Δ.Ε.Π. ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής.
  8. Για την τοποθέτηση δικαστικών λειτουργών απαιτείται προηγούμενη απόφαση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου κατά τις κείμενες διατάξεις.
  9. Για την τοποθέτηση μελών Δ.Ε.Π. απαιτείται απόφαση της γενικής συνέλευσης του οικείου τμήματος του Α.Ε.Ι. στο οποίο ανήκουν.
  10. Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου αυτού, ο υποδιευθυντής σπουδών ορίζεται με θητεία δύο (2) ετών. που μπορεί να ανανεώνεται.
  11. Οι σύμβουλοι σπουδών είναι δύο (2) και παρακολουθούν. υπό την εποπτεία του διευθυντή ή του υποδιευθυντή σπουδών, την πρακτική άσκηση των εκπαιδευομένων.
  12. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ανατίθενται καθήκοντα συμβούλου σπουδών σε δικαστικούς λειτουργούς, κατά αποκλειστική απασχόληση ή με παράλληλη, πλήρη ή μειωμένη άσκηση των καθηκόντων της κύριας θέσης τους.
  13. Η ανάθεση γίνεται για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει την τριετία και μπορεί να ανανεώνεται.
  14. Για την ανάθεση καθηκόντων συμβούλου σπουδών απαιτείται προηγούμενη απόφαση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου κατά τις κείμενες διατάξεις.
  15. Με την έναρξη του δικαστικού έτους 1995-1996 αναλαμβάνει τα καθήκοντά του ο πρώτος σύμβουλος σπουδών και με την έναρξη του δικαστικού έτους 1996-1997 ο δεύτερος
9.  
  1. Στη Σχολή λειτουργεί επιστημονικό συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και αποτελείται από:
  2. αα) έναν (1) σύμβουλο Επικρατείας, ββ) έναν (1) αρεοπαγίτη, γγ) έναν (1) σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δδ) έναν (1) πρόεδρο εφετών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εε) έναν (1) εισαγγελέα εφετών, στστ) τέσσερα (4) μέλη Δ.Ε.Π. ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, από τα οποία το ένα τουλάχιστον πρέπει να ανήκει σε νομικό τμήμα, οριζόμενα από τη γενική συνέλευση του οικείου τμήματος του Α.Ε.Ι. στο οποίο ανήκουν, ζζ) έναν (1) δικηγόρο παρ Αρείω Πάγω, οριζόμενο από το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου, ηη) το διευθυντή σπουδών της Σχολής, θθ) ένα (1) μέλος του διδακτικού προσωπικού της Σχολής, οριζόμενο από το γενικό διευθυντή της Σχολής και ιι) έναν (1) εκπαιδευόμενο, που διανύει τη δεύτερη φάση της εκπαίδευσης, εκλεγόμενο από τους μετέχοντες στη δεύτερη φάση εκπαίδευσης σπουδαστές.
  3. Τα μέλη των περιπτώσεων αα, ββ, γγ, δδ και εε ορίζονται, με τους αναπληρωτές τους, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 41 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.) - (κυρ. ν. 1756/ 1988 ΦΕΚ 35 Α), όπως ισχύουν κάθε φορά.
  4. Με την απόφαση συγκρότησης του συμβουλίου ορίζεται ως πρόεδρος ο αρχαιότερος των δικαστικών λειτουργών-μελών του.
  5. Με την ίδια απόφαση ορίζεται ως γραμματέας του συμβουλίου διοικητικός υπάλληλος της Σχολής.
  6. Στο επιστημονικό συμβούλιο μπορούν να μετέχουν, χωρίς δικαίωμα ψήφου και να εισηγούνται σε θέματα της αρμοδιότητάς τους, μέλη του εκπαιδευτικού και του διοικητικού προσωπικού της Σχολής.
  7. Το επιστημονικό συμβούλιο συνεδριάζει, ύστερα από πρόσκληση του προέδρου του, τουλάχιστον μια φορά το έτος και εκτάκτως, όταν το ζητήσει ο γενικός διευθυντής της Σχολής
  8. Το επιστημονικό συμβούλιο επεξεργάζεται τις γενικές κατευθύνσεις της παρεχόμενης εκπαίδευσης ή επιμόρφωσης, γνωμοδοτεί ύστερα από ερώτημα του Δ.Σ. ή του γενικού διευθυντή της Σχολής για κάθε θέμα σχετικό με το περιεχόμενο και τη διάρκεια της εκπαίδευσης ή επιμόρφωσης και τις ακολουθούμενες εκπαιδευτικές μεθόδους και συντάσσει κάθε έτος έκθεση, με την οποία αξιολογείται το εκπαιδευτικό έργο της Σχολής και υποβάλλονται προτάσεις για τη βελτίωσή του.
  9. Στη Σχολή λειτουργεί επίσης συμβούλιο σπουδών, το οποίο αποτελείται από το διευθυντή σπουδών, ως πρόεδρο, τα μέλη του διδακτικού προσωπικού της Σχολής και από έναν εκπρόσωπο των εκπαιδευομένων κάθε φάσης της εκπαίδευσης, εκλεγόμενο, με το αναπληρωματικό του μέλος, από το σύνολο των εκπαιδευομένων της αντίστοιχης φάσης σε γενική τους συνέλευση, το αργότερο σε ένα (1) μήνα από την έναρξη της εκπαιδευτικής περιόδου της φάσης αυτής.
  10. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος και εωσότου λειτουργήσουν και οι τρεις φάσεις εκπαίδευσης, στο συμβούλιο σπουδών μετέχουν διαδοχικώς ένας ή δύο εκπρόσωποι των εκπαιδευομένων, ανάλογα με τον αριθμό των φάσεων εκπαίδευσης που λειτουργούν.
  11. Το συμβούλιο σπουδών συγκροτείται νομίμως έστω και αν δεν έχουν εκλεγεί οι εκπρόσωποι των εκπαιδευομένων.
  12. Το συμβούλιο σπουδών συνεδριάζει, ύστερα από πρόσκληση του προέδρου του, τουλάχιστον μία φορά το μήνα και εκτάκτως, όταν το ζητήσει ο γενικός διευθυντής της Σχολής.
  13. Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται η συμμετοχή εννέα (9) τουλάχιστον μελών.
  14. Το συμβούλιο σπουδών παρακολουθεί το εκπαιδευτικό έργο της Σχολής και υποβάλλει προτάσεις για τη βελτίωση τους και ιδίως για το περιεχόμενο του προγράμματος σπουδών, τον τρόπο εφαρμογής του, τον τρόπο οργάνωσης της φοίτησης στη Σχολή και της πρακτικής άσκησης, καθώς και τον τρόπο αξιολόγησης και βαθμολόγησης των εκπαιδευομένων
1α.  
    Ιδρύεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Εθνική Σχολή Δικαστών (Ε.Σ.ΔΙ.). Η Σχολή έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και εποπτεύεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.
  1. Σκοπός της Εθνικής Σχολής Δικαστών είναι η επιλογή, η εκπαίδευση και η κατάρτιση των προοριζομένων να διοριστούν σε θέσεις δόκιμων δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και η διαρκής επιμόρφωση των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών
  2. Έδρα της Σχολής είναι η Θεσσαλονίκη.
  3. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να οριστεί προσωρινά, και εωσότου υπάρξει η αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή για τη στέγαση και την εύρυθμη λειτουργία της Σχολής στη Θεσσαλονίκη, ως έδρα της Σχολής η Εκάλη Αττικής, προκειμένου να εξασφαλισθεί η άμεση λειτουργία της από το ακαδημαϊκό έτος 1994-1995.
  4. Επιτροπή που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και αποτελείται από το γενικό διευθυντή της Σχολής ως πρόεδρο και έναν (1) καθηγητή του Νομικού Τμήματος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, έναν (1) καθηγητή της Πολυτεχνικής Σχολής Θεσσαλονίκης, τον προϊστάμενο των Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης και τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης ως μέλη, επιβλέπει και συντονίζει τις εργασίες για την εξασφάλιση της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής για τη στέγαση και την εύρυθμη λειτουργία της Σχολής στη Θεσσαλονίκη.
  5. Το Τμήμα της Σχολής που είναι αρμόδιο για την επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών, θα λειτουργήσει στη Θράκη.
  6. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ορίζεται η πόλη στην οποία θα λειτουργήσει το Τμήμα αυτό.
  7. Στα πλαίσια του σκοπού της η Σχολή μπορεί να συμβάλλεται με εκπαιδευτικά ιδρύματα και άλλους φορείς εκπαίδευσης ή επαγγελματικής κατάρτισης του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής ή με πρόσωπα αναγνωρισμένου επιστημονικού κύρους, να διοργανώνει συνέδρια, σεμινάρια, διαλέξεις και ημερίδες, να διενεργεί μελέτες και έρευνες και να πραγματοποιεί σχετικές εκδόσεις.
  8. Μπορεί, επίσης, για τα θέματα της πρακτικής άσκησης των εκπαιδευομένων, να συμβάλλεται με τις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στην υποπαράγραφο β της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του νόμου αυτού.
  9. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ορίζεται ότι τμήμα της Σχολής λειτουργεί ή ορισμένες δραστηριότητές της ασκούνται εκτός της έδρας της.
  10. Με όμοια απόφαση ορίζεται το σήμα και η σφραγίδα της Σχολής.
7α.  
    Ο γενικός διευθυντής είναι αρμόδιος για όλα τα θέματα που αφορούν τη διοίκηση, τη διαχείριση και το εκπαιδευτικό έργο της Σχολής, εκτός από εκείνα για τα οποία η αρμοδιότητα αυτή έχει ανατεθεί σε άλλο όργανο. Εκπροσωπεί τη Σχολή δικαστικώς και εξωδίκως.
  1. Ο γενικός διευθυντής:
  2. αα) προΐσταται του διοικητικού προσωπικού της Σχολής, το οποίο τοποθετεί και κατανέμει ανάλογα με τις ανάγκες, ββ) εισηγείται στο Δ.Σ. την έγκριση του προϋπολογισμού, απολογισμού και ισολογισμού της Σχολής και γγ) μεριμνά για την εκτέλεση των αποφάσεων του Δ.Σ. της Σχολής.
  3. Ο γενικός διευθυντής με απόφασή του μπορεί να εξουσιοδοτεί άλλα όργανα της Σχολής να ασκούν συγκεκριμένες αρμοδιότητές του ή να υπογράφουν με εντολή του κάθε είδους πράξεις, έγγραφα, εντάλματα, συμβάσεις ή αποφάσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητά του.
  4. Η απόφαση αυτή καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο προσιτό στο κοινό, που τηρείται στη γραμματεία της Σχολής και αναρτάται επί εικοσαήμερο στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής.
Άρθρο 2
1.  
  1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται έως το τέλος του μηνός Μαίου κάθε έτους και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προκηρύσσεται ο εισαγωγικός διαγωνισμός στην Εθνική Σχολή Δικαστών.
  2. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος νόμου η απόφαση αυτή εκδίδεται και δημοσιεύεται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.
  3. Στην προκήρυξη ορίζεται ο συνολικός αριθμός των εισακτέων στη Σχολή, ο αριθμός των εκπαιδευομένων που θα κατανεμηθούν στα τμήματα τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 3 παρ. 1 υποπαρ. γ, ο τόπος και ο χρόνος έναρξης του διαγωνισμού και κάθε σχετικό με το διαγωνισμό θέμα. 2.α. Στο διαγωνισμό γίνονται δεκτοί όσοι:
  4. Τα κωλύματα πρέπει να μην υπάρχουν κατά το χρόνο έναρξης του διαγωνισμού και κατά το χρόνο εγγραφής στη Σχολή.
  5. Η εγγραφή του υποψηφίου στη Σχολή οριστικοποιείται με την προσαγωγή κυρωμένου αντιγράφου του ποινικού του μητρώου και πιστοποιητικού υγείας, το οποίο εκδίδεται από την οικεία επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 1 περίπτ. ια του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., όπως ισχύει κάθε φορά. γ. Το παραπάνω ανώτατο όριο ηλικίας παρατείνεται:
  6. αα) για όσο χρονικό διάστημα έχει διαρκέσει η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία του υποψηφίου και.
    • έχουν συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο (25ο) και δεν έχουν υπερβεί το τριακοστό δεύτερο (32ο) έτος της ηλικίας τους στις 31 Δεκεμβρίου του έτους του διαγωνισμού και
    • έχουν τα προσόντα που ορίζονται στο άρθρο 36 παράγραφοι 1, 2 και 3 και δεν έχουν τα κωλύματα που προβλέπονται στα άρθρα 37 και 38 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., όπως ισχύουν κάθε φορά, για το διορισμό τους ως δικαστικών λειτουργών.
  7. Η ηλικία του υποψηφίου αποδεικνύεται σύμφωνα με τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.
3.  
  1. Ο υποψήφιος υποβάλλει στη γραμματεία της Σχολής αίτηση συμμετοχής στο διαγωνισμό μέσα σε προθεσμία που ορίζεται στην προκήρυξη
  2. Με την αίτηση συνυποβάλλονται το πτυχίο και τα δικαιολογητικά, που αποδεικνύουν τη συνδρομή των νόμιμων προσόντων και την έλλειψη κωλύματος για το διορισμό του υποψηφίου ως δικαστικού λειτουργού
  3. Το μέλος με στοιχεία ζζ ορίζεται με το αναπληρωματικό του από τη γενική συνέλευση του οικείου τμήματος του Α.Ε.Ι. στο οποίο ανήκει.
  4. Με την αίτηση ο υποψήφιος δηλώνει σε ποια από τα κάτ επιλογή μαθήματα των υποπαραγράφων β και γ της παραγράφου 5 επιθυμεί να εξεταστεί στο προκριματικό και στο οριστικό στάδιο, καθώς και την ξένη ή τις ξένες γλώσσες στις οποίες επιθυμεί να εξεταστεί σύμφωνα με την υποπαράγραφο ε της παραγράφου 5. 4.α. Ο εισαγωγικός διαγωνισμός γίνεται από επιτροπή που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και αποτελείται από:.
    • έναν (1) σύμβουλο ή πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ββ) έναν (1) αρεοπαγίτη,
    • έναν (1) αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δδ) έναν (1) σύμβουλο ή πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εε) έναν (1) πρόεδρο εφετών ή εφέτη, στστ) έναν (1) πρόεδρο εφετών ή εφέτη διοικητικών δικαστηρίων και
    • έναν (1) καθηγητή ή αναπληρωτή καθηγητή του ιδιωτικού δικαίου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος
5.  
  1. Ο εισαγωγικός διαγωνισμός περιλαμβάνει δύο στάδια, ένα προκριματικό και ένα τελικό
  2. Το προκριματικό στάδιο περιλαμβάνει υποχρεωτικά γραπτή εξέτασητων υποψηφίωνστους εξής τρεις τομείς θεματικής ύλης:
  3. αα) γενικής παιδείας,
    • συνταγματικού και γενικού διοικητικού δικαίου, γγ) αστικού και εμπορικού δικαίου και δδ) ποινικού δικαίου - γενικό μέρος.
    • Οι υποψήφιοι εξετάζονται γραπτώς και σε ένα από τα εξής κατ επιλογή μαθήματα:.
    • κοινοτικό δίκαιο, ββ) δημοσιονομικό και φορολογικό δίκαιο και γγ) εργατικό δίκαιο
  4. Στο τελικό στάδιο του διαγωνισμού συμμετέχουν μόνο οι υποψήφιοι που πέτυχαν στο προκριματικό στάδιο.
  5. Το τελικό στάδιο περιλαμβάνει:
  6. Α. γραπτή δοκιμασία με συνθετική παρουσίαση πρακτικού θέματος:
  7. αα) στο συνταγματικό, διοικητικό και δημόσιο διεθνές δίκαιο, ββ) στο αστικό και εμπορικό δίκαιο και γγ) σε ένα από τα κατ επιλογή μαθήματα του προκριματικού σταδίου που επιλέγει ο υποψήφιος, εκτός από εκείνο στο οποίο εξετάστηκε κατά το προκριματικό στάδιο και .
  8. Β. προφορική εξέταση στα υποχρεωτικά υπό στοιχεία ββ, γγ και δδ της υποπαραγράφου β, μαθήματα και σε όλα τα κατ επιλογή μαθήματα του προκριματικού σταδίου, καθώς και στη δικονομία (πολιτική, ποινική και διοικητική - φορολογική).
  9. Στην προκήρυξη του διαγωνισμού μπορεί να προβλέπεται ότι η προφορική εξέταση περιλαμβάνει και παρουσίαση, από τον υποψήφιο, φακέλου με στόχο τη διακρίβωση των αναλυτικών και συνθετικών ικανοτήτων του.
  10. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται το περιεχόμενο του φακέλου και ο τρόπος με τον οποίο βαθμολογείται η επίδοση του υποψηφίου.
  11. Στο τελικό στάδιο οι υποψήφιοι εξετάζονται προαιρετικά σε μία ή περισσότερες από τις γλώσσες αγγλική, γαλλική, γερμανική, ιταλική, ισπανική και ρωσική.
  12. Η εξέταση αυτή είναι γραπτή και προφορική και γίνεται από μέλος της επιτροπής ή από ειδικό εξεταστή στην ξένη γλώσσα, δικαστικό λειτουργό ή μη, που ορίζεται από την επιτροπή.
  13. Η γραπτή εξέταση στην ξένη γλώσσα συνίσταται:
  14. αα) στη μετάφραση κειμένου από την ελληνική στην ξένη γλώσσα και ββ) στη μετάφραση κειμένου από την ξένη γλώσσα στην ελληνική.
  15. Η προφορική εξέταση συνίσταται στη συνδιάλεξη του υποψηφίου με τον εξεταστή.
  16. Ο μέσος όρος των βαθμών στις τρεις αυτές δοκιμασίες αποτελεί το βαθμό επίδοσης του υποψηφίου στην ξένη γλώσσα.
  17. Το πρόγραμμα, η διαδικασία και οι χώροι διεξαγωγής των εξετάσεων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις υπουργικές αποφάσεις, που εκδίδονται κατ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού, καθορίζονται από την επιτροπή διαγωνισμού
  18. Οι ενδείξεις των ατομικών στοιχείων του υποψηφίου στα γραπτά δοκίμια καλύπτονται με αδιαφανές χαρτί κατά την παράδοση του γραπτού στον επιτηρητή.
  19. Τα γραπτά αποκαλύπτονται μετά την ολοκλήρωση της βαθμολόγησης ή της τυχόν αναβαθμολόγησής τους από τους βαθμολογητές.
6.  
  1. Η βαθμολογική κλίμακα των εισιτηρίων εξετάσεων για όλες τις δοκιμασίες (προκριματικού και τελικού σταδίου) είναι μηδέν (0) έως δεκαπέντε (15)
  2. Η βαθμολόγηση των γραπτών δοκιμίων του προκριματικού και τελικού σταδίου γίνεται από δύο βαθμολογητές, μέλη της επιτροπής, τακτικά ή αναπληρωματικά, ή ειδικούς επιστήμονες που ορίζονται από την επιτροπή.
  3. Ο μέσος όρος των βαθμών των δύο βαθμολογητών αποτελεί το βαθμό του υποψηφίου στο γραπτό δοκίμιο, εφόσον η διαφορά τους δεν είναι παραπάνω από τρεις (3) μονάδες.
  4. Σε αντίθετη περίπτωση, τα γραπτά δοκίμια βαθμολογούνται από άλλους δύο βαθμολογητές, που ορίζονται από την επιτροπή, οπότε βαθμός του γραπτού δοκιμίου είναι ο μέσος όρος των βαθμών των τεσσάρων βαθμολογητών.
  5. Η αξιολόγηση της επίδοσης του υποψηφίου στην προφορική δοκιμασία γίνεται από κάθε μέλος της επιτροπής, το οποίο, μετά το τέλος της εξέτασης, βαθμολογεί ιδιαιτέρως την επίδοση του υποψηφίου με ένα βαθμό για ολόκληρη την εξεταστέα ύλη.
  6. Ο μέσος όρος των πέντε (5) βαθμών αποτελεί το βαθμό του υποψηφίου στην προφορική δοκιμασία.
  7. Ο μέσος όρος των βαθμών στις πέντε (5) γραπτές δοκιμασίες του προκριματικού σταδίου αποτελεί το βαθμό του υποψηφίου στην προκριματική δοκιμασία
  8. Θεωρούνται ως επιτυχόντες στο προκριματικό στάδιο όσοι υποψήφιοι έλαβαν μέσο όρο βαθμολογίας και στις πέντε (5) γραπτές δοκιμασίες οκτώ (8) μονάδες, αλλά σε καμία δεν έλαβαν κάτω από έξι (6) μονάδες. στ.
  9. Ο μέσος όρος των βαθμών στις τρεις (3) γραπτές δοκιμασίες του τελικού σταδίου αποτελεί το βαθμό της γραπτής τελικής δοκιμασίας.
  10. Τελικός βαθμός επιτυχίας του υποψηφίου είναι ο βαθμός που προκύπτει από τη διαίρεση με τον αριθμό τρία (3) του αθροίσματος των κατά τις υποπαραγράφους γ, δ και στ τριών (3) βαθμών:
  11. αα) της προκριματικής δοκιμασίας, ββ) της γραπτής τελικής δοκιμασίας και γγ) της προφορικής δοκιμασίας
  12. Ο τελικός βαθμός προσαυξάνεται με μια κλασματική μονάδα 1/5 για κάθε ξένη γλώσσα, εφόσον ο βαθμός επίδοσης στην ξένη .γλώσσα είναι δέκα (10) τουλάχιστον μονάδες.
  13. Στον πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων του επόμενου άρθρου κατατάσσονται μόνο οι υποψήφιοι που έλαβαν τελικό βαθμό επιτυχίας, μαζί με την προσαύξηση της προηγούμενης παραγράφου, τουλάχιστον οκτώ (8) μονάδες
  14. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα εξεταστικά κέντρα, όπου διενεργείται ο διαγωνισμός, τα οποία μπορεί να βρίσκονται και εκτός της έδρας της Σχολής και κάθε θέμα σχετικό με το διορισμό επιτηρητών
7.  
  1. Με βάση τον τελικό βαθμό επιτυχίας κάθε υποψηφίου, όπως αυτός εξάγεται σύμφωνα με τις υποπαραγράφους ζ και η της προηγούμενης παραγράφου, καταρτίζεται ο πίνακας οριστικών αποτελεσμάτων.
  2. Ο πίνακας αυτός κυρώνεται από την επιτροπή διαγωνισμού, αποστέλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής.
  3. Στη Σχολή εγγράφονται οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στον πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων κατά σειρά επιτυχίας, εωσότου καλυφθεί ο αριθμός των θέσεων που αναφέρεται στην προκήρυξη.
  4. Σε περίπτωση ισοβαθμίας για την πλήρωση της τελευταίας θέσης, οι υποψήφιοι που ισοβάθμησαν εγγράφονται ως υπεράριθμοι.
  5. Οι αιτήσεις για την εγγραφή στη Σχολή υποβάλλονται μέσασε αποκλειστικήπροθεσμία είκοσι(20) ημερών από την ανάρτηση του πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής.
  6. Αν ορισμένοι από τους υποψηφίους, που δικαιούνται να εγγραφούν, δεν υποβάλουν αίτηση μέσα στην παραπάνω προθεσμία και εφόσον ο αριθμός των θέσεων που έχουν προκηρυχθεί δεν καλύπτεται με εγγραφή τυχόν υπεραρίθμων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη υποπαράγραφο, προσκαλείται, με ανάρτηση σχετικής ανακοίνωσης στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής, ίσος αριθμός υποψηφίων, κατά σειρά επιτυχίας, με βάση τον πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων, να υποβάλει αίτηση εγγραφής μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την ανάρτηση της σχετικής ανακοίνωσης.
Άρθρο 3
1.  
  1. Η εκπαίδευση στη Σχολή διαρκεί τουλάχιστον τριάντα δύο (32) μήνες και έως τριάντα έξι (36) μήνες το πολύ
  2. Η εκπαίδευση είναι θεωρητική και πρακτική καικατανέμεται σε τρεις διαδοχικές φάσεις.
  3. Κάθε φάση κατανέμεται σε εναλλασσόμενες περιόδους φοίτησης στη Σχολή και πρακτική άσκησης.
  4. Κατά τις περιόδους φοίτησης στη Σχολή η εκπαίδευση παρέχεται κυρίως με τη μορφή επεξεργασίας φακέλων, σύνταξης ατομικών και συλλογικών εργασιών, παρουσίασης και ανάλυσης κειμένων, συμμετοχής σε σεμινάρια και ομάδες εργασίας και παρακολούθησης διαλέξεων.
  5. Ηπρακτική άσκηση μπορεί να πραγματοποιείται σε δικαστήρια όλων των κλάδων και των βαθμών και εισαγγελίες, δημόσιες υπηρεσίες, στις οποίες περιλαμβάνονται και σωφρονιστικά καταστήματα, υπηρεσίες οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, δημόσιες επιχειρήσεις, κρατικές τράπεζες, πρεσβείες και προξενεία χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διεθνείς οργανισμούς, διεθνή δικαστήρια και δικαστήρια ξένων χωρών, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στο πρόγραμμα σπουδών.
  6. Για το σκοπό αυτόν ο γενικός διευθυντής της Σχολής έρχεται σε συνεννόηση με τα αρμόδια όργανα των παραπάνω υπηρεσιών και των άλλων φορέων και συνάπτει τις σχετικές συμβάσεις, όπου αυτό απαιτείται.
  7. Οι υπηρεσίες και οι φορείς αυτοί, εκτός των διεθνών οργανισμών, διεθνών δικαστηρίων και δικαστηρίων ξένων κρατών, υποχρεούνται να συνεργάζονται με τη Σχολή για την πρακτική άσκηση των εκπαιδευομένων, καθώς και να παρέχουν κάθε σχετική με αυτή συνδρομή.
  8. Κατά την πρακτική τους άσκηση στα δικαστήρια και τις εισαγγελίες οι εκπαιδευόμενοι ιδίως επεξεργάζονται, υπό την καθοδήγηση δικαστή ή εισαγγελέα, υποθέσεις που αυτός τους αναθέτει, συντάσσουν προεισηγήσεις και προσχέδια αποφάσεων και προτάσεων, παρίστανται κατά την προανάκριση και ανάκριση και μετέχουν χωρίς δικαίωμα λόγου ή ψήφου στις συνθέσεις των δικαστηρίων κατά τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο.
  9. Ο δικαστής ή εισαγγελέας, ο οποίος έχει την ευθύνη της πρακτικής άσκησης ενός ή περισσότερων εκπαιδευομένων, ορίζεται από τον πρόεδρο του οικείου δικαστηρίου ή τον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ή τον προϊστάμενο της οικείας εισαγγελίας σε συνεννόηση με το γενικό διευθυντή της Σχολής.
  10. Η πρώτη φάση της εκπαίδευσης διαρκεί συνολικά δέκα (10) έως δώδεκα (12) μήνες και είναι κοινή για όλους τους εκπαιδευόμενους.
  11. Η δεύτερη φάση διαρκεί επίσης δέκα (10) έως δώδεκα (12)μήνες συνολικά.
  12. Κατά τη φάση αυτή λειτουργούν οι κατευθύνσεις:
  13. αα) διοικητικής δικαιοσύνης και ββ) πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, στις οποίες κατανέμονται οι εκπαιδευόμενοι, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 υποπαρ. στ.Στην τρίτη φάση λειτουργούντα εξής τμήματα:
  14. αα) υποψήφιων εισηγητών του Συμβουλίου της Επικρατείας, ββ) υποψήφιων εισηγητών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, γγ) υποψήφιων παρέδρων πρωτοδικείου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, δδ) υποψήφιων παρέδρων πρωτοδικείουκαι.
    • υποψήφιων παρέδρων εισαγγελίας.
    • Στατρία πρώτααπό τα τμήματα αυτά, κατανέμονται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 3 υποπαρ. ε, οι εκπαιδευόμενοι που κατά τη δεύτερη φάση ακολούθησαν την κατεύθυνση διοικητικής δικαιοσύνης και στο τέταρτο και πέμπτο όσοι ακολούθησαν την κατεύθυνση πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης.
  15. Στην πρώτη και τη δεύτερη φάση η εκπαίδευση περιλαμβάνει αντικείμενατης νομικής επιστήμης καιάλλη ύλη σχετιζόμενη με το έργο του δικαστικού λειτουργού, με σκοπό την ανάπτυξη των ικανοτήτων των εκπαιδευομένων, τη διεύρυνση της γενικής παιδείας τους, την προσέγγιση σύγχρονων κοινωνικών προβλημάτων και την απόκτηση γνώσεων σε τομείς που είναι αναγκαίοι για την ορθή άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος.
  16. Στην ύλη αυτή μπορεί να περιλαμβάνονται ιδίως θέματα κοινωνιολογίας, οικονομικής επιστήμης, γενικών αρχών λογιστικής, ψυχολογίας, δικαστικής ψυχιατρικής, εγκληματολογίας, επιστημολογίας, τεχνικής της επικοινωνίας, ιστορίας και ιστορίας της δικαιοσύνης, δικαστικής δεοντολογίας, μεθοδολογίας του δικαστικού ¦ έργου, ανθρώπινων δικαιωμάτων, οργάνωσης της δικαιοσύνης υπό τα διάφορα δικαϊκά συστήματα στα σύγχρονα κράτη, οικολογίας, γραμμάτων και τεχνών και πληροφορικής, όπωςκαθορίζονται ειδικότεραμε το πρόγραμμα σπουδών.
  17. Στην τρίτη φάση η εκπαίδευση είναι προσανατολισμένη στις ειδικότερες ανάγκες του κλάδου δικαστικών λειτουργών, τον οποίο αφορά κάθε τμήμα.
  18. Μέρος της εκπαίδευσης της δεύτερης και τρίτης φάσης μπορεί να είναι κοινό για τις δύο κατευθύνσεις ή τα πέντε τμήματα, αντιστοίχως.
  19. Και στις τρεις φάσεις της εκπαίδευσης είναι υποχρεωτική η παρακολούθηση της διδασκαλίας μιας τουλάχιστον ξένης γλώσσας.
  20. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του γενικού διευθυντή και γνώμη του Δ.Σ. και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται ο χρόνος έναρξης της εκπαίδευσης, η συνολική διάρκειά της και η διάρκεια κάθε φάσης μέσα στα όρια των υποπαραγράφων α και.
  21. Το πρόγραμμα σπουδών καταρτίζεται από το γενικό διευθυντή της Σχολής, ύστερα από εισήγηση του διευθυντή σπουδών και εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
  22. Με το πρόγραμμα σπουδών καθορίζονται, ιδίως, η διδασκόμενη ύλη, η χρονική διάρκεια και ο τρόπος διδασκαλίας κάθε ενότητας θεμάτων, τα οποία μπορεί να διακρίνονται σε υποχρεωτικά και κατ επιλογή. καθώς και τα θέματα που αφορούν τη χρονική διάρκεια και τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται η πρακτική άσκηση των εκπαιδευομένων.
3.  
  1. Μετά το πέρας της δεύτερης φάσης της εκπαίδευσης, οι εκπαιδευόμενοι καθεμιάς από τις κατευθύνσεις της παραγράφου 1 υποπαρ. γ προσέρχονται σε γραπτές και προφορικές εξετάσεις σε ύλη από το δίκαιο, ενώπιον τριμελούς επιτροπής, που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία ορίζεται και διοικητικός υπάλληλος της Σχολής, ως γραμματέας.
  2. Η εξεταστική επιτροπή για την κατεύθυνση διοικητικής δικαιοσύνης αποτελείται από:
  3. αα) έναν (1) αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή σύμβουλο Επικρατείας, ως πρόεδρο, ββ) έναν (1) σύμβουλο ή πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και γγ) έναν (1) πρόεδρο εφετών ή εφέτη τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
  4. Η εξεταστική επιτροπή για την κατεύθυνση πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης αποτελείται από:
  5. αα) έναν (1) αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου ή έναν (1) αρεοπαγίτη, ως πρόεδρο, ββ) έναν (1) αρεοπαγίτη ή πρόεδρο εφετών ή εφέτη και γγ) έναν (1) αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα εφετών.
  6. Τα μέλη των επιτροπών αυτών ορίζονται, με τους αναπληρωτές τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 παρ. 3 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., όπως ισχύουν κάθε φορά.
  7. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. της Σχολής, καθορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία διεξαγωγής των εξετάσεων της προηγούμενης υποπαραγράφου, ο αριθμός και το περιεχόμενο των γραπτών και προφορικών δοκιμασιών και η εξεταστέα ύλη, ο τρόπος βαθμολόγησης, η βαθμολογική κλίμακα με δυνατότητα καθορισμού και βαθμολογικής βάσης, ο τρόπος υπολογισμού του τελικού βαθμού, για τον οποίο είναι δυνατή η χρησιμοποίηση συντελεστών για τις επί μέρους δοκιμασίες και κάθε θέμα σχετικό με τις εξετάσεις.
  8. Μετά το τέλος των παραπάνω εξετάσεων η γραμματεία της Σχολής συντάσσει πίνακα για καθεμία από τις κατευθύνσεις, στον οποίο εγγράφονται όσοι πέτυχαν στις εξετάσεις αυτές.
  9. Στον πίνακα αυτόν οι εκπαιδευόμενοι εγγράφονται κατά σειρά, με βάση το συνολικό βαθμό που έλαβαν κατά τη δεύτερη φάση της εκπαίδευσης.
  10. Ο βαθμός αυτός καθορίζεται με βάση το βαθμό που έλαβε ο εκπαιδευόμενος κατά τις παραπάνω εξετάσεις, υπολογιζόμενο με συντελεστή 2, και το βαθμό προόδου κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης της εκπαίδευσης, υπολογιζόμενο με συντελεστή 1.
  11. Μεταξύ εκπαιδευομένων με τον ίδιο συνολικό βαθμό προηγείται εκείνος που έλαβε υψηλότερο βαθμό στις εξετάσεις της υποπαραγράφου α.
  12. Όσοι εκπαιδευόμενοι δεν εγγραφούν στον οικείο πίνακα διαγράφονται από τη Σχολή. δ. Οι παραπάνω πίνακες επιτυχίας αναρτώνται στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής.
  13. Μέσα σε δέκα (10) το πολύημέρες μετάτην ανάρτησητου πίνακαοι εκπαιδευόμενοι υποβάλλουν στη Γραμματεία της Σχολής δήλωση, με την οποία προσδιορίζουν το τμήμα ή κατά σειρά προτίμησης τα τμήματα που επιθυμούν να ακολουθήσουν κατά την τρίτη φάση της εκπαίδευσης.
  14. Όσοι επιτύχουν στις παραπάνω εξετάσεις κατανέμονται, με βάση τη σειρά εγγραφής τους στον οικείο πίνακα και τη δήλωση προτίμησής τους, στα τμήματα, που προβλέπονται στην παράγραφο 1 υποπαρ. γ, στα πλαίσια του αριθμού που έχει καθοριστεί για κάθε τμήμα με την προκήρυξη του εισαγωγικού διαγωνισμού. στ.
  15. Για την κατανομή στον οικείο πίνακα απαιτείται επιπλέον η επιτυχία του εκπαιδευομένου σε εξέταση σε μία απότις ακόλουθες ξένες γλώσσες:
  16. αγγλική, γαλλική, γερμανική, ιταλική, ισπανική.
  17. Η εξέταση αυτή γίνεται μετά το πέρας των εξετάσεων της υποπαραγράφου α ενώπιον της προβλεπόμενης στην ίδια υποπαράγραφο τριμελούς εξεταστικής επιτροπής.
  18. Η επιτροπή μπορεί να ορίζει ως ειδικούς εξεταστές στην ξένη γλώσσαδικαστικούς λειτουργούς,μέλη Δ.Ε.Π.ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ή άλλους ειδικούς επιστήμονες.
  19. Η βαθμολόγηση του εκπαιδευομένου στην ξένη γλώσσα δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του τελικού βαθμού στις εξετάσεις της υποπαραγράφου α.
  20. Με το προεδρικό διάταγμα της υποπαραγράφου β ρυθμίζονται και όλα τα θέματα που αφορούν τον τρόπο και τη διαδικασία της εξέτασης στην ξένη γλώσσα, τον ορισμό ειδικών εξεταστών, τον τρόπο βαθμολόγησης και τη βαθμολογική κλίμακα.
4.  
  1. Οι εκπαιδευόμενοι κατά την πρώτη, δεύτερη και τρίτη φάση της εκπαίδευσης στη Σχολή λαμβάνουν αποδοχές ίσες προς το 75%, 85% και 90%, αντιστοίχως, των συνολικών αποδοχών του παρέδρου πρωτοδικείου.
  2. Οι δαπάνες μετακίνησης τους για εκπαιδευτικούς λόγους βαρύνουν τη Σχολή.
  3. Στους εκπαιδευομένους, παρέχεται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη από το Δημόσιο.
  4. Οι εκπαιδευόμενοι έχουν την υποχρέωση να επιστρέψουν τις αποδοχές που έχουν λάβει, αν με υπαιτιότητά τους διακοπεί η εκπαίδευσή τους στη Σχολή.
  5. Ο καταλογισμός γίνεται με πράξη του γενικού διευθυντή.
  6. Με απόφαση του Δ.Σ. μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση αυτή όσοι διακόπτουν την εκπαίδευση λόγω αποτυχίας στις εξετάσεις που διεξάγονται μετά το πέρας της πρώτης και της δεύτερης φάσης.
  7. Δεν απαλλάσσονται όσοι κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης δεν επέδειξαν την προσήκουσα επιμέλεια.
  8. Οι εκπαιδευόμενοι έχουν την υποχρέωση να παρακολουθούν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα και να προσέρχονται στις εξετάσεις και δοκιμασίες που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης
  9. Όσοι εκπαιδευόμενοι έχουν την ιδιότητα του δικηγόρου, από την ημερομηνία εγγραφής τους στη Σχολή τελούν σε αναστολή άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.
  10. Όσοι έχουν την ιδιότητα του δημόσιου υπαλλήλου ή του υπαλλήλου νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα η δημόσιας επιχείρησης ή κρατικής τράπεζας ή του μέλους Δ.Ε.Π. ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος θεωρούνται αυτοδικαίως ότι τελούν σε απόσπαση από την ημερομηνία εγγραφής τους και καθ όλη τη διάρκεια της εκπαίδευσής τους στη Σχολή.
  11. Οι εκπαιδευόμενοι αυτοί λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται στην υποπαράγραφο α.
  12. Για όσους εκπαιδευόμενους αποχωρούν από τη Σχολή μετάτο τέλος της πρώτηςή της δεύτερης φάσης της εκπαίδευσης λόγω αποτυχίας στις εξετάσεις, που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 και εφόσον οι εκπαιδευόμενοι αυτοί δεν έχουν την ιδιότητα του δικηγόρου, ο χρόνος εκπαίδευσης στη Σχολή λογίζεται ως υπηρεσία ασκούμενου δικηγόρου.
  13. Οι εκπαιδευόμενοι αυτοί μπορούν επίσης να διορίζονται δικαστικοί υπάλληλοι, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και τη διαδικασία, που καθορίζονται με προεδρικό προεδρικό διάταγμα, εκδιδόμενο με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης. στ.
  14. Με απόφαση του Δ.Σ. της Σχολής, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του συμβουλίου σπουδών και εγκρίνεται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θεσπίζεται κανονισμός σπουδών.
  15. Με τον κανονισμό προβλέπονται ιδίως:
  16. αα) ο τρόπος και η διαδικασία εγγραφής, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και ο τρόπος υποβολής τους, ββ) οι ειδικότερες υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των εκπαιδευομένων,.
    • ο τρόπος αξιολόγησης. εξέτασης και βαθμολόγησής τους, τόσο κατά τις περιόδους φοίτησης στη Σχολή όσο και κατά τις περιόδους, πρακτικής άσκησης, δδ) η βαθμολογική κλίμακα και η. βαθμολογική βάση, εε) οι προϋποθέσεις απαλλαγής ορισμένων εκπαιδευομένων από την παρακολούθηση., της, διδασκαλίας ξένης γλώσσας και στστ) τα πειθαρχικά αδικήματα, οι- πειθαρχικές ποινές, τα πειθαρχικά όργανα και η πειθαρχική διαδικασία.
    • Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου αυτού θεσπίζεται προσωρινός κανονισμός, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
5.  
  1. Η Σχολή οργανώνει προγράμματα επιμόρφωσης των δικαστικών λειτουργών
  2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, καθορίζονται το γενικό πλαίσιο, η διάρκεια, τα όργανα και η διαδικασία κατάρτισης των προγραμμάτων επιμόρφωσης, καθώς και τα κριτήρια της τυχόν επιλογής, κατά κατηγορίες, των δικαστικών λειτουργών που συμμετέχουν στα προγράμματα αυτά.
  3. Με όμοιο διάταγμα μπορεί να ορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες είναι υποχρεωτική η συμμετοχή στα προγράμματα αυτά των δικαστικών λειτουργών που επιλέγονται και να ορίζεται επίσης ότι αυτοί απαλλάσσονται, μερικώς ή ολικώς, από τα δικαστικά τους καθήκοντα κατά τη διάρκεια της επιμόρφωσης, όπως επίσης και ότι η συμμετοχή στα εν λόγω προγράμματα μπορεί να λαμβάνεται υπόψη στις υπηρεσιακές τους μεταβολές.
  4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με την απόδοση των δαπανών μετακίνησης και διαμονής των δικαστικών λειτουργών, που συμμετέχουν στα προγράμματα επιμόρφωσης, όπως και κάθε άλλης δαπάνης σχετικής με την επιμόρφωσή τους
2α.  
    Μετά το πέρας της πρώτης φάσης της εκπαίδευσης οι εκπαιδευόμενοι προσέρχονται σε εξετάσεις που περιλαμβάνουν τρεις (3) γραπτές δοκιμασίες, οι οποίες συνίστανται στη συνθετική παρουσίαση πρακτικού θέματος: αα) συνταγματικού δικαίου, διοικητικού δικαίου και διοικητικής δικονομίας, ββ) αστικού δικαίου, εμπορικού δικαίου και πολιτικής δικονομίας και γγ) ποινικού δικαίου και ποινικής δικονομίας. Οι εξετάσεις διενεργούνται ενώπιον πενταμελούς επιτροπής, που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και αποτελείται από: αα) έναν (1) σύμβουλο Επικρατείας ή πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ββ) έναν (1) αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή πρόεδρο εφετών ή εφέτη ή εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα εφετών, γγ) έναν (1) σύμβουλο ή πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δδ) έναν (1) πρόεδρο εφετών ή εφέτη των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, που ορίζονται με τους αναπληρωτές τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 παρ. 3 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., όπως ισχύουν κάθε φορά και εε) έναν (1) καθηγητή ή αναπληρωτή καθηγητή του ιδιωτικού δικαίου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τη γενική συνέλευση του οικείου τμήματος του Α.Ε.Ι. στο οποίο ανήκει. Με την απόφαση συγκρότησης της επιτροπής ορίζεται ως γραμματέας της διοικητικός υπάλληλος της Σχολής.
  1. Η βαθμολογική κλίμακα για τις παραπάνω δοκιμασίες είναι μηδέν (0) έως δεκαπέντε (15)
  2. Μετά το τέλος των εξετάσεων της υποπαραγράφου Α η γραμματεία της Σχολής συντάσσει δύο πίνακες επιτυχόντων, από τους οποίους ο ένας αφορά την κατεύθυνση διοικητικής δικαιοσύνης και ο άλλος την κατεύθυνση πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης.
  3. Σε καθέναν από τους πίνακες αυτούς εγγράφονται όλοι οι εκπαιδευόμενοι, κατά σειρά επιτυχίας, που καθορίζεται με βάση το βαθμό τους σε καθεμία από τις παραπάνω τρεις (3) δοκιμασίες και το βαθμό προόδου κατά την πρώτη φάσητης εκπαίδευσης,υπολογιζόμενους με συντελεστές ως εξής:
  4. για τον πίνακα της κατεύθυνσης διοικητικής δικαιοσύνης, οι βαθμοί στις δοκιμασίες:
  5. αα) συνταγματικού δικαίου, διοικητικού δικαίου και διοικητικής δικονομίας, ββ) αστικού δικαίου, εμπορικού δικαίου και πολιτικής δικονομίας, γγ) συνταγματικού δικαίου, ποινικού δικαίου και ποινικήςδικονομίας καιο βαθμός προόδου υπολογίζονται με συντελεστές 4, 2, 1 και 3, αντιστοίχως, για δε τον πίνακα της κατεύθυνσης πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης οι βαθμοί αυτοί υπολογίζονται με συντελεστές 1, 4, 2 και 3, αντιστοίχως.
  6. Μεταξύ εκπαιδευομένωνπου εγγράφονται στον ίδιο πίνακα με τον ίδιο συνολικό βαθμό προηγείται εκείνος που έλαβε τον υψηλότερο βαθμό στη δοκιμασία του συνταγματικού δικαίου, διοικητικού δικαίου και διοικητικής δικονομίας, αν πρόκειται για τον πίνακα της κατεύθυνσης διοικητικής δικαιοσύνης ή στη δοκιμασία του αστικού δικαίου, εμπορικού δικαίου και πολιτικής δικονομίας, αν πρόκειται για τον πίνακα πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης.
  7. Αν οι εκπαιδευόμενοι ισοβάθμησαν και στη δοκιμασία αυτή, προηγείται εκείνος που έχει τον υψηλότερο βαθμό προόδου.
  8. Αν έχουν και τον ίδιο βαθμό προόδου, γίνεται κλήρωση.
  9. Δεν εγγράφονται στον πίνακα επιτυχίας της κατεύθυνσης διοικητικής δικαιοσύνης όσοι εκπαιδευόμενοι λάβουν βαθμό μικρότερο από επτά (7) στη δοκιμασία του συνταγματικού δικαίου, διοικητικού δικαίου και διοικητικής δικονομίας και στον πίνακα της κατεύθυνσης πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης όσοι λάβουν βαθμό μικρότερο από επτά (7) στηδοκιμασία του αστικού δικαίου, εμπορικούδικαίου καιπολιτικής δικονομίας.
  10. Όσοι εκπαιδευόμενοι δεν εγγραφούν σε κανέναν από τους παραπάνω πίνακες διαγράφονται από τη Σχολή. ε. Οι παραπάνω πίνακες επιτυχίας αναρτώνται στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής.
  11. Μέσα σε δέκα (10) το πολύ ημέρες από την ανάρτηση των πινάκων, οι εκπαιδευόμενοι υποβάλλουν στη γραμματεία της Σχολής δήλωση, με την οποία προσδιορίζουν την κατεύθυνση που επιθυμούν να ακολουθήσουν κατά τη δεύτερη φάση της εκπαίδευσης. στ.
  12. Μεβάση τη σειρά εγγραφής στους παραπάνω πίνακες επιτυχίας και τη δήλωση προτίμησης, οι εκπαιδευόμενοι κατανέμονται στις δύο κατευθύνσεις,στα πλαίσια του αριθμού που έχει καθοριστεί για καθεμία με την προκήρυξη του εισαγωγικού διαγωνισμού.
Άρθρο 4 "Διορισμός των αποφοίτων ως δικαστικών λειτουργών - Δοκιμαστική περίοδος"
1.  
    Οι εκπαιδευόμενοι, που περατώνουν επιτυχώς την τρίτη φάση εκπαίδευσης, διορίζονται σε θέσεις δόκιμων δικαστικών λειτουργών στον κλάδο στον οποίο αντιστοιχεί το τμήμα της Σχολής, που ακολούθησαν κατά την τρίτη φάση της εκπαίδευσης. Η σειρά αρχαιότητας μεταξύ των διοριζομένων καθορίζεται με βάση το συνολικό βαθμό που έλαβαν κατά τη δεύτερη φάση της εκπαίδευσης, υπολογιζόμενο με συντελεστή 3, και τον τελικό βαθμό προόδου κατά την τρίτη φάση της εκπαίδευσης, υπολογιζόμενο με συντελεστή 1. Σε περίπτωση ισοβαθμίας προηγείται εκείνος που έλαβε το μεγαλύτερο συνολικό βαθμό κατά τη δεύτερη φάση της εκπαίδευσης. Οι διοριζόμενοι διανύουν δοκιμαστική περίοδο έξι (6) μηνών.
2.  
    Όποιος δεν αποδέχεται το διορισμό του. υποχρεώνεται να επιστρέψει τις αποδοχές που εισέπραξε κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης στη Σχολή. Ο διοριζόμενος έχει την υποχρέωση να υπηρετήσει στο δικαστικό σώμα επί χρόνο διπλάσιο από το χρόνο εκπαίδευσης στη Σχολή. Αν ο διοριζόμενος παραιτηθεί νωρίτερα, επιστρέφει ποσοστό των αποδοχών που εισέπραξε κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του ανάλογο προς τον υπολειπόμενο χρόνο υποχρεωτικής υπηρεσίας στο δικαστικό σώμα.
3.  
    Ο χρόνος εκπαίδευσης στη Σχολή θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας όσων διοριστούν ως δικαστικοί λειτουργοί για τον καθορισμό της σειράς αρχαιότητας και όλα τα λοιπά θέματα της υπηρεσιακής και μισθολογικής κατάστασής τους; εκτός από το δικαίωμα λήψης αναδρομικών αποδοχών
4.  
    Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 40 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών εφαρμόζεται και στους εκπαιδευομένους στην Εθνική Σχολή Δικαστών,
Άρθρο 5
1.  
  1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Δικαιοσύνης και κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις:
    • καθορίζεται η οργανωτική διάρθρωση των υπηρεσιακών μονάδων της Σχολής και οι αρμοδιότητές τους,
    • συνιστώνται, αναδιαρθρώνονται, συγχωνεύονται ή καταργούνται υπηρεσιακές μονάδες της Σχολής και
    • καθορίζεται ο κλάδος και ο βαθμός ή, προκειμένου για προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου, η ειδικότητα και τα τυχόν απαιτούμενα προσόντα των προϊσταμένων των υπηρεσιακών μονάδων της Σχολής και η αναπλήρωσή τους
  2. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η πλήρωση των θέσεων των προϊσταμένων των υπηρεσιακών μονάδων της Σχολής μπορεί να γίνεται με μετάταξη ή απόσπαση υπαλλήλων του Δημοσίου, των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, των δημόσιων επιχειρήσεων και των κρατικών τραπεζών
2.  
  1. Στο διδακτικό προσωπικό της Σχολής μπορεί να εντάσσονται δικαστικοί λειτουργοί, μέλη Δ.Ε.Π. ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, άλλοι δημόσιοι λειτουργοί, υπάλληλοι του Δημοσίου, των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, των δημόσιων επιχειρήσεων και κρατικών τραπεζών, δικηγόροι, καθηγητές ξένων γλωσσών και ιδιώτες, ημεδαποί ή αλλοδαποί, με εξειδικευμένη επιστημονική ή τεχνική κατάρτιση και πείρα συναφή προς τη διδακτέα ύλη.
  2. Η ένταξη στο διδακτικό προσωπικό γίνεται με την ανάθεση διδακτικών καθηκόντων στους παραπάνω λειτουργούς και υπαλλήλους, είτε κατ αποκλειστική απασχόληση είτε με παράλληλη, πλήρη ή μειωμένη, άσκηση των καθηκόντων της κύριας θέσης τους, καθώς επίσης και σε ιδιώτες, που έχουν τα αναφερόμενα στην προηγούμενη υποπαράγραφο προσόντα.
  3. Η ανάθεση γίνεται με απόφαση του Δ.Σ. της Σχολής.
  4. Για τους δικαστικούς λειτουργούς η απόφαση αυτή εκδίδεται είτε ύστερα από πρόταση του προέδρου του δικαστηρίου ή του προέδρου του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο, στο οποίο υπηρετεί ο ενδιαφερόμενος, αν η ανάθεση γίνεται με παράλληλη άσκηση των καθηκόντων της κύριας θέσης τους είτε ύστερα από απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, αν γίνεται κατ αποκλειστική απασχόληση.
  5. Ανάθεση διδακτικών καθηκόντων σε δικαστικό λειτουργό κατ αποκλειστική απασχόληση δεν μπορεί να υπερβεί την τριετία.
  6. Για την ένταξη στο διδακτικό προσωπικό της Σχολής των λοιπών δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων, όταν η ανάθεση διδακτικών καθηκόντων γίνεται κατ αποκλειστική απασχόληση, απαιτείται και απόσπαση που γίνεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του αρμόδιου κατά περίπτωση υπουργού, με την οποία ορίζεται και η χρονική διάρκεια της.
  7. Ο χρόνος υπηρεσίας στη Σχολή θεωρείται ότι διανύεται στην υπηρεσία από την οποία προέρχεται ο δημόσιος λειτουργός ή ο υπάλληλος, ως προς κάθε θέμα σχετικόμε τηνασφαλιστική τουκάλυψη, την υπηρεσιακή τουκατάσταση καιτηβαθμολογικήκαι μισθολογική του εξέλιξη που σε καμία περίπτωση δεν παρεμποδίζεται από την απόσπαση.
  8. Από την ίδια υπηρεσία εξακολουθεί να μισθοδοτείται ο λειτουργός ή ο υπάλληλος.
  9. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, μπορεί να προβλέπεται ότι η δαπάνη για τη μισθοδοσία τουπαραπάνω λειτουργούή υπαλλήλου αποδίδεται, από τη Σχολή, στο σύνολό της ή μερικώς, στην υπηρεσία του.
  10. Με την απόφαση αυτή καθορίζονται επίσης οι όροι και η διαδικασία της απόδοσης και κάθε σχετικό θέμα.
3.  
  1. Στη Σχολή συνιστώνται:
  2. αα) μία (1) θέση γενικού διευθυντή, ββ) μία (1) θέση διευθυντή σπουδών, γγ) μία (1) θέση υποδιευθυντή σπουδών και δδ) δύο (2) θέσεις συμβούλων σπουδών.
  3. Η πλήρωση των θέσεων αυτών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 6 και 8 του άρθρου 1. β. ΣτηΣχολή συνιστώνται επίσης οι εξήςθέσεις μόνιμου προσωπικού:.
    • τέσσερις (4)θέσεις κλάδουΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού, ββ) δύο (2) θέσεις κλάδου ΤΕ Διοικητικού - Λογιστικού, γγ) μία (1) θέση κλάδου ΤΕ Βιβλιοθηκονόμου, δδ) δύο (2)θέσεις κλάδου ΔΕ Δακτυλογράφων -Στενογράφων,
    • τρεις (3) θέσεις κλάδου ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού και στστ) δύο (2) θέσεις κλάδου ΥΕ Επιμελητών. γ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του γενικού διευθυντή της Σχολής, μπορεί να συνιστώνται, αναδιαρθρώνονται, συγχωνεύονται ή καταργούνται κλάδοι και θέσεις κάθε βαθμού ή ειδικότητας, μόνιμου ή με οποιαδήποτε σχέση προσωπικού και να καθορίζονται ειδικά τυπικά προσόντα κάθε κλάδου ή ειδικότητας.
  4. Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου αυτού οι θέσεις της υποπαραγράφου β μπορεί να καλύπτονται και με μετάταξη ή απόσπαση υπαλλήλων του Δημοσίου, των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, των δημόσιων επιχειρήσεων και των κρατικών τραπεζών
4.  
    Η Σχολή στις δικαστικές και νομικές γενικώς υποθέσεις της εξυπηρετείται από το Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης
5.  
  1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται, κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις, οι αποδοχές και οι κάθε είδους αποζημιώσεις (όπως για έξοδα κίνησης, υπερωριακή εργασία), οι οποίες καταβάλλονται στο γενικό διευθυντή, στο διευθυντή και υποδιευθυντή σπουδών, καθώς και στους συμβούλους σπουδών
  2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του γενικού διευθυντή της Σχολής και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται, κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις, οι αποδοχές και κάθε είδους αποζημιώσεις (όπως για έξοδα κίνησης, υπερωριακή εργασία),οιοποίεςκαταβάλλονται στο διδακτικό προσωπικό της Σχολής, στους δικαστικούς και άλλους δημόσιους λειτουργούς και υπαλλήλους, που αναλαμβάνουν την πρακτική εκπαίδευση των εκπαιδευομένων και δεν ανήκουν στο διδακτικό προσωπικό της Σχολής, καθώς επίσης και στα μέλη της επιτροπής του εισαγωγικού διαγωνισμού και των εξεταστικών επιτροπών, τους βαθμολογητές, τους εξεταστές, τους επιτηρητές και το λοιπό προσωπικό που απασχολείται με τη διεξαγωγή των παραπάνω διαγωνισμών και εξετάσεων, αλλά και όλων των εξετάσεων που διενεργούνται στη Σχολή κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης
6.  
  1. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της Σχολής, μπορεί να συνάπτει συμβάσεις με φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου για τη μίσθωση των ακινήτων που είναι αναγκαία για τη στέγαση ή την ικανοποίηση άλλων αναγκών της Σχολής.
  2. Ειδικώς, μπορεί να συνάπτει με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος συμβάσεις μίσθωσης χώρων του Εκπαιδευτικού Κέντρου της Τράπεζας στη Νέα Ερυθραία Αττικής ή άλλων ακινήτων της με τις εγκαταστάσεις και συναφείς υπηρεσίες.
  3. Για το σκοπό αυτόν μπορεί να παραχωρούνται κατά χρήση στη Σχολή ακίνητα του Δημοσίου.
  4. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί με απόφασή του να μεταβιβάζει τις αρμοδιότητες της προηγούμενης υποπαραγράφου στο Γενικό Γραμματέα ή οχ γενικό διευθυντή ή διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή στο γενικό διευθυντή της Σχολής
Άρθρο 6 "Μεταβατική διάταξη"
1.  
    Στους εισαγωγικούς διαγωνισμούς, που θα διενεργηθούν τα τρία πρώτα έτη μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, γίνονται δεκτοί και υποψήφιοι που δεν έχουν υπερβεί το τριακοστό πέμπτο (35ο) έτος της ηλικίας τους στις 31 Δεκεμβρίου του έτους κάθε διαγωνισμού. Στους διαγωνισμούς αυτούς δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της υποπαραγράφου γ της παραγράφου 2 του άρθρου 2.
Άρθρο 7 "Έναρξη ισχύος"
1.  
    Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Ημερομηνία Τίτλος ΦΕΚ
1994-09-06 Εθνική Σχολή Δικαστών.
Τροποποίηση Τύπος
A/1994/146
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Συμβιβαστική επίλυση ιδιωτικών διαφορών - Επιτάχυνση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης - Σχεδιασμός και εφαρμογή Σωφρονιστικής Πολιτικής και άλλες διατάξεις. 1995/2298 1995
Τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, του Κώδικα Βασικών Κανόνων για τη Μεταχείριση των Κρατουμένων και άλλες διατάξεις. 1996/2408 1996
Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, επιτάχυνση των δικών, δικονομικές απλουστεύσεις και άλλες διατάξεις. 1997/2479 1997
Ειδικό μισθολόγιο δικαστικών λειτουργών, μισθολόγια κύριου προσωπικού Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και ιατροδικαστών και άλλες διατάξεις. 1997/2521 1997
Επιτάχυνση της τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και λοιπές δικονομικές και συναφείς ρυθμίσεις. 2001/2915 2001
Τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών οργανώσεων. 2001/2928 2001
Έκτιση ποινών εμπόρων ναρκωτικών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. 2001/2943 2001
Για την επίλυση των διαφορών του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος και άλλες διατάξεις. 2002/3038 2002
Μεταφορά αρμοδιοτήτων του Υπουργικού Συμβουλίου σε άλλα κυβερνητικά όργανα. 2002/3065 2002
Τροποποίηση και συμπλήρωση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου και άλλες διατάξεις. 2002/3075 2002
Βελτίωση και επιτάχυνση των διαδικασιών της δίκης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και άλλες διατάξεις 2008/3659 2008
Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών καιάλλες διατάξεις. 2008/3689 2008
Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια, το παιδί, την κοινωνία και άλλες διατάξεις. 2008/3719 2008
Οργανωτική διάρθωση των Υπηρεσιακών μονάδων της . Εθνικής Σχολής Δικαστών. 1996/165 1996
Εξέταση εκπαιδευομένων στην Εθνική Σχολή Δικαστών μετά τη δεύτερη φάση της εκπαίδευσης. 1996/309 1996
Εξέταση εκπαιδευομένων στην Εθνική Σχολή Δικαστών μετά την πρώτη φάση της εκπαίδευσης. 1998/8 1998