ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Νόμος

ΚΩΔΙΚΟΣ

1995/2298

ΦΕΚ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

1995-04-04

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1995-04-04

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

1995-04-03

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Συμβιβαστική επίλυση ιδιωτικών διαφορών - Επιτάχυνση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης - Σχεδιασμός και εφαρμογή Σωφρονιστικής Πολιτικής και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 2
1.  
    Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 563 του Κ.Πολ.Δ. προστίθεται η ακόλουθη διάταξη: Αν όμως το ζήτημα της συνταγματικότητας έχει ήδη κριθεί με απόφαση της ολομέλειας, η παραπομπή είναι δυνητική..
2.  
    Η παράγραφος 5 του άρθρου 23 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 του ν. 2172/1993, αντικαθίσταται ως εξής: 5. Στις συνεδριάσεις της ολομέλειας και των ποινικών τμημάτων του Αρείου Πάγου παρίσταται ο εισαγγελέας του. Στις συνεδριάσεις των τμημάτων που εκδικάζουν πολιτικές υποθέσεις ο εισαγγελέας παρίσταται μόνο αν είναι διάδικος ή έχει υποβάλει, έως την έναρξη της δικασίμου, έγγραφη πρόταση την οποία και αναπτύσσει προφορικά..
3.  
    Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 574 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, όταν παρίσταται, αγορεύει τελευταίος, εκτός αν είναι διάδικος ή εκπροσωπεί αναιρεσείοντα εισαγγελέα..
4.  
    Η διάταξη της παραγράφου 1 εφαρμόζεται αμέσως, εφόσον κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού δεν έχει εκδοθεί απόφαση του τμήματος για την παραπομπή. Οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 εφαρμόζονται σε υποθέσεις που συζητούνται μετά την πάροδο μηνός από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.
Άρθρο 3
1.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 654 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής:.
2.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 674 του Κ.Πολ.Δ., όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 8α του άρθρου 9 του ν. 2145/1993, αντικαθίσταται ως εξής: 2. Τα άρθρα 668 έως 671 και 673 εφαρμόζονται και στην κατ έφεση δίκη. Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται..
3.  
    Το άρθρο 681 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής:.
Άρθρο 4
1.  
    Στην παράγραφο 1 του άρθρου 931 του Κ.Πολ.Δ. προστίθεται δεύτερο εδάφιο που έχει ως εξής: Αν η αναγκαστική εκτέλεση δεν πραγματώθηκε, ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει σχετική έκθεση στην οποία αναφέρει και τους λόγους.
2.  
    Ο δικαστικός επιμελητής σημειώνει επίσης στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, με ειδική ευδιάκριτη σφραγίδα, τις προθεσμίες που πρέπει να τηρηθούν για τις αιτήσεις αναστολής του πλειστηριασμού, διόρθωσης της κατασχετήριας έκθεσης και αλλαγής τόπου πλειστηριασμού, κατά τα άρθρα 938 παρ. 3, 1000, 954 παρ. 4 και 959 παρ. 3. 3. Τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του..
3.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 938 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: 3. Μέσα στην ίδια προθεσμία η κατά τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου περίληψη επιδίδεται στον ειρηνοδίκη του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση. Η. αίτηση με την οποία ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο οκτώ (8) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Αν δεν εκδίδεται καθημερινή εφημερίδα, η περίληψη της έκθεσης ανακοινώνεται δημόσια: α) με τοιχοκόλληση, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό, στο γραφείο της κοινότητας ή του δήμου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο και β) με κήρυξη από κήρυκα στην έδρα του δήμου ή της κοινότητας, όπου ο τόπος του πλειστηριασμού, και στο συνηθισμένο για τους πλειστηριασμούς τόπο, την προηγούμενη του πλειστηριασμού Τετάρτη, από τις 12.00 το μεσημέρι έως τις 14.00 το απόγευμα. Για την κήρυξη ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει έκθεση που υπογράφεται και από Τον κήρυκα.
4.  
    Ο πλειστηριασμός με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που ορίζονται στην παρ. 1 και στην παρ. 3 εδάφια πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έκτο.
5.  
    Οι διατάξεις των άρθρων 972 και 973 εφαρμόζονται και εδώ εφόσον στο άρθρο αυτό δεν ορίζεται διαφορετικά..
6.  
    Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 953 του Κ.Πολ.Δ. προστίθεται εδάφιο γ, που έχει ως εξής:.
  1. όταν πρόκειται για κινητά πράγματα που είχαν μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, εφόσον η κατάσχεση επιβάλλεται από δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης ως καταδολιευτικής κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα..
7.  
    Στο άρθρο 954 του Κ.Πολ.Δ. επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:.
  1. Στο τέλος της παραγράφου 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
  2. Στην έκθεση αναφέρονται επίσης οι όροι που τυχόν έθεσε, σχετικά με τον πλειστηριασμό, ο υπέρ ου η εκτέλεση με την κατά το άρθρο 927 εντολή. β) Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται ως εξής:
  3. 4.
  4. Ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς.
  5. Μπορεί επίσης να επιβάλει πρόσθετα μέτρα δημοσιότητας πέρα από αυτά που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 960.
  6. Η ανακοπή είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.
  7. Η απόφαση πρέπει, κατά το δυνατόν, να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της προηγούμενης του πλειστηριασμού ημέρας.
  8. Αν η ανακοπή γίνει δεκτή, εφόσον ο υπολειπόμενος χρόνος δεν επαρκεί για την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας, ορίζεται με την απόφαση νέα ημέρα πλειστηριασμού.
  9. Η απόφαση αυτή κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και, αφού η σχετική διόρθωση γίνει και στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, τηρούνται οι διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 960 παρ. 2..
8.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 955 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: Αντίγραφο ή περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, η οποία περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο του υπέρ ου και του καθ ου η εκτέλεση, τον εκτελεστό τίτλο, συνοπτική περιγραφή των πραγμάτων που κατασχέθηκαν, την εκτίμηση της αξίας τους, την τιμή πρώτης προσφοράς, την ημέρα, την ώρα και τον τόπο του πλειστηριασμού και το όνομα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τους όρους του πλειστηριασμού που έχουν τυχόν τεθεί από τον υπέρ ου η εκτέλεση με την κατά το άρθρο 927 εντολή, επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ ου η εκτέλεση, αν είναι παρών, και, αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του..
9.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 956 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: 3. Αν κατασχέθηκαν χρήματα ή άλλα πράγματα δεκτικά κατά το νόμο κατάθεσης, ο δικαστικός επιμελητής τα καταθέτει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 965 παρ. 4..
10.  
    Στο άρθρο 959 του Κ.Πολ.Δ. επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:.
  1. Στο τέλος του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 η φράση με το πρόγραμμα αντικαθίσταται με τη φράση με την κατασχετήρια έκθεση
  2. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 959 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
  3. Οι δήμοι και οι κοινότητες οφείλουν να διαθέτουν για τη διενέργεια των πλειστηριασμών κατάλληλη αίθουσα με έδρα ειδικά διαρρυθμισμένη για τον υπάλληλο του πλειστηριασμού
  4. Στο τέλος της παραγράφου 3 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:
  5. Η αίτηση είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο οκτώ (8) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.
  6. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, εφόσον ο υπολειπόμενος χρόνος δεν επαρκεί, ορίζεται με την απόφαση νέα ημέρα πλειστηριασμού.
  7. Η απόφαση αυτή κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και, αφού σημειωθούν στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης οι μεταβολές που επήλθαν, τηρούνται οι διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται στο άρθρο 960 παρ. 2.
  8. Στην παράγραφο 4 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
  9. Αν η ημέρα του πλειστηριασμού ορίστηκε σε χρόνο απώτερο του τριμήνου από την ημέρα της κατάσχεσης, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 973 παρ. 4..
11.  
    Στο άρθρο 960 του Κ.Πολ.Δ. επέρχονται οι ακόλουθες μεταβολές:.
  1. Η παράγραφος 1 καταργείται
  2. Η παράγραφος 2 αριθμείται ως παράγραφος 1 και αντικαθίσταται ως εξής:
  3. Ί. Η κατά το άρθρο 955 παρ. 1 περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης δημοσιεύεται δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, στο κύριο φύλλο καθημερινής εφημερίδας που εκδίδεται στο δήμο ή στην κοινότητα της περιφέρειας του τόπου του πλειστηριασμού και, αν δεν εκδίδεται τέτοια εφημερίδα, σε κύριο φύλλο καθημερινής εφημερίδας που εκδίδεται στην πρωτεύουσα της επαρχίας στην οποία υπάγεται ο δήμος ή η κοινότητα.
  4. Αν δεν εκδίδεται τέτοια εφημερίδα ή αν η αξία των κινητών είναι κατώτερη των πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμών, η περίληψη ανακοινώνεται δημόσια:
  5. α) με τοιχοκόλληση στο γραφείο του δήμου ή της κοινότητας, όπου ο τόπος του πλειστηριασμού, πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό και β) με κήρυξη από κήρυκα, στην έδρα του δήμου ή της κοινότητας, όπου ο τόπος του πλειστηριασμού, στο συνηθισμένο για τους πλειστηριασμούς τόπο, την προηγούμενη του πλειστηριασμού Τετάρτη από τις 12.00 το μεσημέρι έως τις 14.00 το απόγευμα.
  6. Για την κήρυξη ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει έκθεση που υπογράφεται και από τον κήρυκα.
  7. Η παράγραφος 3 καταργείται
  8. Η παράγραφος 4 αριθμείται ως παράγραφος 2 και αντικαθίσταται ως εξής:
  9. 2.
  10. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας της παραγράφου 1, διαφορετικά είναι άκυρος..
12.  
    .Το άρθρο 961 του Κ.Πολ.Δ. καταργείται.
13.  
    Στο άρθρο 965 του Κ.Πολ.Δ. επέρχονται οι ακόλουθες μεταβολές:.
  1. Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής:
  2. Ί. Η πλειοδοσία αρχίζει με βάση την τιμή της πρώτης προσφοράς.
  3. Δεν μπορούν να πλειοδοτήσουν ο οφειλέτης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και οι υπάλληλοι του.
  4. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, αν προβληθεί αντίρρηση από τον επισπεύδοντα ή τον καθ ου η εκτέλεση ή από οποιονδήποτε πλειοδότη να αποκλείσει από την πλειοδοσία κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου επισπεύδεται αναπλειστηριασμός, εφόσον το γεγονός αυτό προκύπτει από δημόσιο έγγραφο ή ομολογείται.
  5. Κάθε πλειοδότης οφείλει να καταθέτει, σε μετρητά ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας ή με επιταγή, που έχει εκδοθεί από τράπεζα ή από άλλο πιστωτικό ίδρυμα, εγγυοδοσία ίση προς το ένα τρίτο της τιμής της πρώτης προσφοράς.
  6. Αν υπερθεματιστής αναδείχθηκε άλλος ή αν η κατακύρωση ματαιώθηκε από οποιονδήποτε λόγο, η εγγυοδοσία επιστρέφεται σε εκείνον που την είχε καταθέσει αμέσως μετά το πέρας του πλειστηριασμού..
  7. Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται ως εξής:
  8. 4.
  9. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, το αργότερο την τρίτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να προβεί σε δημόσια κατάθεση του πλείστηριάσματος στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
  10. γ) Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται ως εξής:
  11. 5.
  12. Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει εμπροθέσμως το πλειστηριασμό, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει μέσα στις επόμενες δύο (2) εργάσιμες ημέρες να τον οχλήσει με εξώδικη πρόσκληση που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή.
  13. Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει το πλειστηριασμό μέσα στις επόμενες από την όχληση πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, η κατακύρωση σε αυτόν ανατρέπεται, η εγγυοδοσία που έχει καταθέσει καταπίπτει, καλούνται δε οι επόμενοι πλειοδότες, η προσφορά των οποίων, αθροιζομένη με το ποσό της εγγυοδοσίας που κατέπεσε, είναι ίση με το πλειστηριασμό, να καταβάλουν σε τακτή ημέρα που ορίζεται στην πρόσκληση, το ποσόν που είχαν προσφέρει.
  14. Η πρόσκληση επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή.
  15. Αν εμφανισθούν περισσότεροι ενδιαφερόμενοι συντάσσεται σχετική έκθεση από το συμβολαιογράφο και η κατακύρωση γίνεται σε εκείνον που είχε προσφέρει κατά τον πλειστηριασμό το μεγαλύτερο ποσόν.
  16. Το πλειστηριασμό συνίσταται στο άθροισμα του ποσού που καταβλήθηκε και της εγγυοδοσίας του αρχικού υπερθεματιστή που κατέπεσε.
  17. Αν, κατά την ελεύθερη κρίση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, η κατά τα προηγούμενα εδάφια πρόσκληση των επόμενων πλειοδοτών είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής για λόγους που εκτίθενται σε σχετική έκθεση, καθώς και σε κάθε περίπτωση που η διαδικασία αυτή δεν τελεσφόρησε, γίνεται αναπλειστηριασμός κατά τις διατάξεις των επόμενων εδαφίων.
  18. Η επίσπευση του αναπλειστηριασμού γίνεται είτε με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού είτε από τον υπέρ ου ή από τον καθ ου η εκτέλεση ή από κάθε δανειστή που έχει αναγγελθεί με τίτλο εκτελεστό.
  19. Ο αναπλειστηριασμός επισπεύδεται με πράξη του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με δήλωση προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού του υπέρ ου ή του καθ ου ή του δανειστή, για την οποία συντάσσεται πράξη.
  20. Περίληψη της πράξης, η οποία περιέχει και όσα πρέπει να περιλαμβάνονται στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, υποβάλλεται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 960 παρ. 2.
  21. Η διάταξη του άρθρου 959 παρ. 4 ισχύει αναλόγως και η σχετική προθεσμία υπολογίζεται αφότου συνταχθεί η πράξη.
  22. Ο αρχικός υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε το πλειστηριασμό, δεν μπορεί να πλειοδοτήσει, δικαιούται όμως, έως ότου αρχίσει η πλειοδοσία, να καταβάλει το οφειλόμενο πλειστηριασμό, με τον τόκο υπερημερίας, καθώς και τα έξοδα του αναπλειστηριασμού και να ζητήσει να του κατακυρωθεί το πράγμα. δ) Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται ως εξής:
  23. 6.
  24. Αν κατά τον αναπλειστηριασμό δεν επιτευχθεί το ίδιο πλειστηριασμό, ο πρώτος υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε, ευθύνεται για τη διαφορά εντόκως, με το επιτόκιο υπερημερίας.
  25. Η εγγυοδοσία που είχε καταθέσει, με τους τυχόν τόκους της, καταλογίζεται στη διαφορά για την οποία ευθύνεται.
  26. Αν απομένει επιπλέον διαφορά, η έκθεση του αναπλειστηριασμού αποτελεί εναντίον του τίτλο εκτελεστό για τη συμπλήρωση.
  27. Αν έγιναν περισσότεροι αναπλειστηριασμοί, όλοι οι προηγούμενοι διαδοχικοί υπερθεματιστές, που δεν κατέβαλαν, εξακολουθούν να ευθύνονται εις ολόκληρον για την τυχόν διαφορά μεταξύ του αρχικού πλειστηριάσματος και του πλειστηριάσματος που τελικά επιτεύχθηκε και καταβλήθηκε, χωρίς όμως η ευθύνη του καθενός να υπερβαίνει το ποσόν της διαφοράς από τη δική του οφειλή.
  28. Οι εγγυοδοσίες που είχαν κατατεθεί από τους προηγούμενους διαδοχικούς υπερθεματιστές δεν επιστρέφονται έως ότου καταβληθεί το πλειστηρίασμα από τον τελικό υπερθεματιστή, προκειμένου να γίνει ο ως άνω καταλογισμός στην τυχόν διαφορά.
  29. Ο υπερθεματιστής που δεν κατέβαλε δεν δικαιούται, αν κατά τον αναπλειστηριασμό επιτεύχθηκε μεγαλύτερο πλειστηριασμό, να απαιτήσει το επιπλέον..
  30. Στο τέλος του ίδιου άρθρου 965 προστίθεται παράγραφος 7 που έχει ως εξής:
  31. 7.
  32. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί, αν κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, να ζητεί την παρουσία κατά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού αστυνομικού οργάνου, στο οποίο παρέχει τις αναγκαίες οδηγίες για την τήρηση της τάξης..
14.  
    Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 966 προστίθεται η φράση με την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς..
15.  
    Στο άρθρο 973 του Κ.Πολ.Δ. επέρχονται οι ακόλουθες μεταβολές:.
  1. Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής:
  2. 1.
  3. Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με εντολή προς το δικαστικό επιμελητή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση.
  4. Η εντολή κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη.
  5. Η νέα ημέρα πλειστηριασμού ορίζεται με την εντολή συνέχισηςτης εκτέλεσηςή μετην πράξη κατάθεσής της.Η διάταξητου άρθρου 959 παρ.4 εφαρμόζεται αναλόγως και η σχετική προθεσμία υπολογίζεται από τη χρονολογία της πράξης κατάθεσης της εντολής συνέχισης.
  6. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται με βάση την περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, η οποία υποβάλλεται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 960 παρ. 2. β) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής:
  7. 3.
  8. Όταν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό, κατά την παρ. 2, πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθείσχετική πράξη.Η διάταξη του άρθρου 959 παρ. 4 εφαρμόζεται αναλόγως και η σχετική προθεσμία υπολογίζεται από τη χρονολογία της πράξης.
  9. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται στον επισπεύδοντα.
  10. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται με βάση την περίληψητης κατασχετήριας έκθεσης,η οποία υποβάλλεται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 960 παρ. 2.
  11. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου υπαλλήλου. γ) Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται ως εξής:
  12. 4.
  13. Κάθε δανειστής της παραγράφου 2 μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να του επιτρέψει να επισπεύσει αυτός την εκτέλεση, αν ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε για δεύτερη φορά χωρίς σοβαρό λόγο, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που από τη στάση του επισπεύδοντος προκύπτει συμπαιγνία ή ολιγωρία.
  14. Η ανάθεση της επίσπευσης στον αιτούντα μπορεί να εξαρτηθεί από τη ματαίωση του τυχόν επισπευδόμενου πλειστηριασμού.
  15. Ο δανειστής, στον οποίο ανατέθηκε η επίσπευση, οφείλει να προβεί στην κατά την παράγραφο 3 δήλωση.
  16. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου αυτής. δ) Προστίθεται παράγραφος 5 που έχει ως εξής:
  17. 5.
  18. Αν στην περίπτωση της παραγράφου 3 εμφανίστηκαν ταυτόχρονα περισσότεροι δανειστές που θέλουν να επισπεύσουν την εκτέλεση ή, στην περίπτωση της παραγράφου 4, οι αιτούντες είναι περισσότεροι, το κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, ύστερα από αυτοτελή ή παρεμπίπτουσα αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., επιλέγει τον καταλληλότερο στον οποίο και αναθέτει την επίσπευση.
  19. Ο πλειστηριασμός επισπεύδεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 3..
16.  
    Στο τέλος του άρθρου 974 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: Η πέρα του διμήνου από τη λήξη των προθεσμιών αυτών καθυστέρηση σύνταξης του πίνακα αποτελεί για τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πειθαρχικό παράπτωμα..
17.  
  1. Στο άρθρο 975 του Κ.Πολ.Δ. τίθεται αριθμός 4 που έχει ως εξής:
  2. 4.
  3. Οι απαιτήσεις αγροτών ή αγροτικών συνεταιρισμών από πώληση αγροτικών προϊόντων, αν προέκυψαν κατά τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης..
  4. οι αριθμοί 4, 5 και 6 του αυτού ως άνω άρθρου γίνονται 5, 6 και 7 αντιστοίχως
18.  
    Στην παράγραφο 2 του άρθρου 979 του Κ.Πολ.Δ. η αρχική φράση Μέσα σε οκτώ ημέρες αντικαθίσταται με τη φράση Μέσα σε δώδεκα εργάσιμες ημέρες..
19.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 992 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: 1. Μπορεί να γίνει κατάσχεση ακινήτου που ανήκει στην κυριότητα του οφειλέτη ή εμπράγματου δικαιώματος του οφειλέτη επάνω σε ακίνητο. Ακίνητο που έχει μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο κατάσχεται στην περιουσία του οφειλέτη από το δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής ως καταδολιευτικής, κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, αφού η απόφαση που απαγγέλλει τη διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης. Οι διατάξεις για την κατάσχεση ακινήτου εφαρμόζονται και για την κατάσχεση δικαιωμάτων στα οποία ισχύουν οι σχετικοί με τα ακίνητα κανόνες, καθώς και για την κατάσχεση πλοίων και αεροσκαφών..
20.  
    Στο άρθρο 993 του Κ.Πολ.Δ. επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:.
  1. Στο τέλος της παραγράφου 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
  2. Αν για το ακίνητο που κατάσχεται προβλέπεται αντικειμενική αξία για τον υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης, η εκτίμηση δεν μπορεί να υπολείπεται της αξίας αυτής, όπως ισχύει κατά το χρόνο της κατάσχεσης..
  3. Προστίθεται παράγραφος 3 που έχει ως εξής:
  4. 3.
  5. Για την επιβολή της κατάσχεσης και την περιγραφή του ακινήτου ο δικαστικός επιμελητής έχει το δικαίωμα να εισέρχεται σε αυτό έστω και αν κατέχεται από τρίτο..
21.  
    Η τελευταία φράση του άρθρου 994 του Κ.Πολ.Δ. για τη σύνταξη του προγράμματος πλειστηριασμού αντικαθίσταται με τη φράση για την επίσπευση του πλειστηριασμού..
22.  
    Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 997 του Κ.Πολ.Δ. προστίθενται τα εξής εδάφια: Μετά την κατάσχεση του ακινήτου η εκμίσθωση του από τον οφειλέτη ή τον τρίτο κύριο ή νομέα ή η παραχώρηση της χρήσης ή κατοχής του βάσει άλλης έννομης σχέσης, μπορεί να καταγγελθεί από τον υπερθεματιστή μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την καταγγελία αυτή η μίσθωση ή άλλη σχέση λύεται μετά εξάμηνο και χωρεί η κατά το άρθρο 1005 παρ. 2 εκτέλεση. Δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης κατά το άρθρο 615 του Αστικού Κώδικα δεν θίγεται και εφαρμόζεται η διάταξη του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 1009..
23.  
    Στο άρθρο 998 του Κ.Πολ.Δ. επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:.
  1. Στο τέλος της παραγράφου 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
  2. Οι δήμοι και οι κοινότητες οφείλουν να διαθέτουν για τη διενέργεια των πλειστηριασμών κατάλληλη αίθουσα με έδρα ειδικά διαρρυθμισμένη για τον υπάλληλο του πλειστηριασμού
  3. Στο τέλος της παραγράφου 4 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
  4. Αν η ημέρα πλειστηριασμού ορίστηκε σε χρόνο απώτερο του τετραμήνου από την ημέρα της κατάσχεσης, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 973 παρ. 4..
24.  
    Το άρθρο 999 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: 1.0 αρμόδιος για την εκτέλεση δικαστικός επιμελητής καταρτίζει περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, που περιέχει συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και με μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, το ονοματεπώνυμο του υπέρ ου και του καθ ου η εκτέλεση, το όνομα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, την τιμή της πρώτης προσφοράς και τους όρους του πλειστηριασμού που θέτει τυχόν ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στο δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927.
25.  
    Τα τρία πρώτα εδάφια του άρθρου 1000 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίστανται ως ακολούθως: Ύστερα από αίτηση του καθ ου η εκτέλεση, η οποία κατατίθεται, με ποινή απαραδέκτου, οκτώ (8) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, το δικαστήριο του άρθρου 933, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία του πλειστηριασμού έως έξι (6) μήνες από την αρχική ημέρα πλειστηριασμού, αν δεν υπάρχει κίνδυνος βλάβης του επισπεύδοντος και εφόσον προσδοκάται βάσιμα ότι ο οφειλέτης θα ικανοποιήσει μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα τον επισπεύδοντα ή ότι, αν περάσει το χρονικό αυτό διάστημα, θα επιτευχθεί μεγαλύτερο πλειστηριασμό. Αν με την αρχική αναστολή δεν εξαντλήθηκε το εξάμηνο, επιτρέπεται χορήγηση και δεύτερης αναστολής μόνον, εφόσον συντρέχουν έκτακτοι λόγοι που αναφέρονται συγκεκριμένα στην απόφαση, όχι όμως πέρα από τους έξι (6) συνολικά μήνες από την αρχική ημέρα πλειστηριασμού. Η αναστολή χορηγείται πάντοτε υπό τον όρο της καταβολής: α) των τυχόν εξόδων επίσπευσης του πλειστηριασμού, τα οποία καθορίζονται κατά προσέγγιση στην απόφαση και β) του ενός τετάρτου τουλάχιστον του οφειλόμενου στον επισπεύδοντα κεφαλαίου, εκτός αν για εξαιρετικούς λόγους, που αναφέρονται συγκεκριμένα στην απόφαση, το καταβλητέο έναντι του κεφαλαίου αυτού ποσόν πρέπει να οριστεί μικρότερο. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση για την αναστολή πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού.
26.  
    Από το άρθρο 1001 Α του Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 1682/1987, καταργούνται τα δύο τελευταία εδάφια της τελευταίας υποπαραγράφου Υ·.
27.  
    Η παράγραφος 4 του άρθρου 1003 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: 4. Οι διατάξεις των άρθρων 965 παρ. 4 έως 7 και 966 παρ. 1 έως 4 εφαρμόζονται αναλόγως..
28.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 1004 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: 1. Ο υπερθεματιστής οφείλει να καταβάλει αμέσως ολόκληρο το πλειστηριασμό, εκτός αν ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του επιτρέψει να καταβάλει το πέραν της εγγυοδοσίας οφειλόμενο πλειστηρίασμα ή μέρος του μέσα σε δεκαπέντε (15) το αργότερο ημέρες. Στην τελευταία περίπτωση ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί, εκτός από το ποσόν που έχει προκαταβληθεί ή για το οποίο έχει κατατεθεί εγγυοδοσία κατά το άρθρο 965 παρ. 1 εδ. β, να ζητήσει από τον υπερθεματιστή και περαιτέρω εγγυοδοσία για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων του..
29.  
    Στο άρθρο 1012 του Κ.Πολ.Δ. επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:.
  1. Στην παράγραφο 2 η φράση το πρόγραμμα του πλειστηριασμού αντικαθίσταται με τη φράση η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης
  2. Στην παράγραφο 3 η φράση τοιχοκόλληση του προγράμματος του πλειστηριασμού αντικαθίσταται με τη φράση τοιχοκόλληση της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης..
  3. Στην παράγραφο 5 η φράση το πρόγραμμα αντικαθίσταται με τη φράση η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης..
30.  
    Στο άρθρο 1013 του Κ.Πολ.Δ. η φράση και το πρόγραμμα του πλειστηριασμού αντικαθίσταται με τη φράση και την περίληψη της.
31.  
    Στο άρθρο 1015 του Κ.Πολ.Δ. επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:.
  1. Στην παράγραφο 2 η φράση Το πρόγραμμα του πλειστηριασμού αντικαθίσταται με τη φράση Η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης
  2. Στην παράγραφο 3 η φράση Τοιχοκόλληση του προγράμματος του πλειστηριασμού αντικαθίσταται με τη φράση Τοιχοκόλληση της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης..
32.  
    Στο άρθρο 1016 του Κ.Πολ.Δ. η φράση και του προγράμματος πλειστηριασμού αντικαθίσταται με τη φράση και της περίληψής της.
33.  
    Στο άρθρο 1019 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά το ν. 2145/1993, επέρχονται οι ακόλουθες μεταβολές:.
  1. Στην παράγραφο 2 η φράση σύμφωνα με τα άρθρα 961 και 966 παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίσταται με τη φράση σύμφωνα με το άρθρο 966 παράγραφοι 3 και 4. β) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής:
  2. 3.
  3. Αν πριν από την έκδοση της κατά την παρ. 1 απόφασης είχαν αναγγελθεί δανειστές με τα προσόντα αυτοτελούς κατάσχεσης, κατά τα άρθρα 972 παρ. 2 εδ. β και 1006 παρ. 1 εδ. α, η ανατροπή επέρχεται ως προς αυτούς μόνο αν οι ως άνω προθεσμίες είχαν συμπληρωθεί και ως προς αυτούς από τις αναγγελίες τους.
  4. Διαφορετικά, η κατάσχεση ως προς αυτούς διατηρείται και ισχύει αυτοτελής προθεσμία ανατροπής της από την αναγγελία τους, η προθεσμία όμως αυτή ουδέποτε συμπληρώνεται πριν από την πάροδο εξαμήνου από την ανατροπή..
34.  
    Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 1021 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: Όταν σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία των μερών γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου, η διαδικασία αρχίζει με έκθεση περιγραφής, η οποία συντάσσεται από δικαστικό επιμελητή και περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 955, αν πρόκειται για κινητό, ή του άρθρου 999, αν πρόκειται για ακίνητο. Περαιτέρω, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 954 παρ. 4, 955 παρ. 1, 960 παρ. 2, 965, 966, 967, 969 παρ.1, 999, 1001 παρ. 1, 1002, 1003 παρ. 1, 2 και 4, 1004, 1005 παρ. 1 και 2 και 1010..
35.  
    Οι διατάξεις του ν. δ/τος 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) και του ν.δ/τος της 17ης Ιουλίου - 13ης Αυγούστου 1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών δεν θίγονται. Όπου όμως οι διατάξεις αυτές ή άλλες διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονιστικών διοικητικών πράξεων αναφέρονται στο κατά τα άρθρα 960 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως είχαν πριν από την τροποποίησή τους, πρόγραμμα πλειστηριασμού, νοείται εφεξής η κατά τα άρθρα 955 παρ. 1 ή 999 παρ. 1, όπως τροποποιούνται με το άρθρο αυτό, περίληψη ή το απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης.
36.  
    Η δημοσίευση στις εφημερίδες, που προβλέπεται στο άρθρο 59 παρ. 2 του ν.δ/τος της 17ης Ιουλίου -13ης Αυγούστου 1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, περιορίζεται σε περίληψη του προγράμματος, στην οποία περιέχονται συνοπτικά τα στοιχεία που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 955 ή του 999 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκαν με τις παραγράφους 8 και 24 του άρθρου αυτού αντίστοιχα.
37.  
    Οι διατάξεις που τροποποιούνται με το παρόν άρθρο εφαρμόζονται από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού ως προς το ατέλεστο μέρος της διαδικασίας. Το κύρος όμως και οι έννομες συνέπειες των πράξεων της διαδικασίαςπου έχουν ήδη γίνειδεν θίγονται. Αν έχει εκδοθεί αρχικό πρόγραμμα πλειστηριασμού, σε διόρθωση κατά το άρθρο 961 υπόκειται αυτό, ο πλειστηριασμός επισπεύδεται βάσει αυτού και τυχόν περαιτέρω επισπεύσεις, μετά ματαίωση ή υποκατάσταση, καθώς και η επίσπευση αναπλειστηριασμού, γίνονται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους. Οι διατάξεις όμως που αφορούν την υποκατάσταση στη θέση του επισπεύδοντος, την πλειοδοσία, τη διαδικασία του άρθρου 965 παρ. 5, την ευθύνη επί αναπλειστηριασμού, την κατάθεση του πλειστηριάσματος και τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση στο ατέλεστο μέρος της διαδικασίας. Η προθεσμία του άρθρου 979 παρ. 2, όπως τροποποιείται, ισχύει για τις ανακοπές με τις οποίες προσβάλλονται πίνακες που συντάχθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ.
Άρθρο 5
1.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 16 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ.) αντικαθίσταται ως εξής: 3. Οι αιτήσεις εξαίρεσης κατά των δικαστικών προσώπων που συμπράττουν ή πρόκειται να συμπράξουν στην ίδια διαδικασία υποβάλλονται εφάπαξ ως προς όλους τους λόγους εξαίρεσης και κατά όλων των προσώπων αυτών πριν από την επιχείρηση της διαδικαστικής ενέργειας. Το δικαστήριο αποφαίνεται με ενιαία απόφαση. Κάθε μεταγενέστερη αίτηση δεν λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν ταυτόχρονα αποδεικνύεται ότι ο λόγος της εξαίρεσης έγινε γνωστός ή ανέκυψε μεταγενέστερα.
2.  
    Για την άσκηση των κατά την παράγραφο 1 αρμοδιοτήτων του ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών επισκέπτεται τη φυλακή τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα. Κατά τις επισκέψεις αυτές δέχεται κρατουμένους που έχουν ζητήσει ακρόαση. 2. Η επίδοση σε πρόσωπο που κρατείται σε φυλακή ή σε άλλο καθορισμένο για την κράτηση τόπο (άρθρο 155 παρ. 3) μπορεί να γίνει και με τηλεομοιοτυπική διαβίβαση του εγγράφου. Το συντασσόμενο για την επίδοση αυτή αποδεικτικό μπορεί να διαβιβαστεί σε αυτόν που παράγγειλε την επίδοση αυτή με ίδιο τρόπο..
3.  
    Στις φυλακές Πειραιώς (Κορυδαλλού), Θεσσαλονίκης (Διαβατών), Πατρών (Αγίου Στεφάνου) και Λάρισας τις κατά τις παραγράφους 1 και 2 αρμοδιότητες ασκεί αντεισαγγελέας εφετών, επικουρούμενος από έναν αντεισαγγελέα πλημμελειοδικών. 3. Ο αντεισαγγελέας πλημμελειοδικών με τον αναπληρωτή του ορίζεται με τον ίδιο τρόπο από την οικεία εισαγγελία πλημμελειοδικών για ένα έτος, επικουρεί στο έργο του τον αντεισαγγελέα εφετών και απαλλάσσεται από τα λοιπά καθήκοντά του εν μέρει. Η θητεία των ως άνω εισαγγελικών λειτουργών μπορεί να παραταθεί για ένα ακόμη έτος. ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΩΔΙΚΑΣΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ. Ρυπαρά ή επιβλαβή για τη δημόσια υγεία πράγματα καταστρέφονται και αν δεν έχει παρέλθει πενταετία από την κατάσχεσή τους. Όπλα και πυρομαχικά παραδίδονται στην αρμόδια στρατιωτική υπηρεσία μετά από έγγραφη πρόσκληση του εισαγγελέα. Για την παράδοση συντάσσεται σχετικό πρωτόκολλο.
4.  
    Στο άρθρο 287 του Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2207/1994, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:.
  1. Στην παράγραφο 1 και προ του εδαφίου α η φράση το δικαστικό συμβούλιο αποφαίνεται αμετάκλητα με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα του αντικαθίσταται με τη φράση το δικαστικό συμβούλιο αποφαίνεται με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμά του,
  2. Τα εδάφια τρίτο και τέταρτο της υπό στοιχείο α διάταξης της παραγράφου 1 αντικαθίστανται ως εξής:
  3. Πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση ειδοποιείται με οποιοδήποτε μέσο (έγγραφο, τηλεγράφημα, τηλετύπημα ή τηλεομοιοτύπημα) ο κατηγορούμενος, ο οποίος μπορεί να εκθέσει τις απόψεις του με υπόμνημα που διαβιβάζεται αμέσως στο δικαστικό συμβούλιο με επιμέλεια της διεύθυνσης της φυλακής.
  4. Το συμβούλιο μπορεί να καλέσει με τον ίδιο τρόπο τον κατηγορούμενο να εμφανισθεί για να αναπτύξει προφορικά τις απόψεις του, είτε αυτοπροσώπως είτε δια συνηγόρου, ο οποίος διορίζεται με απλό έγγραφο θεωρημένο από το διευθυντή της φυλακής.
  5. Το συμβούλιο αποφαίνεται αφού ακούσει και τον εισαγγελέα..
  6. Το τελευταίο εδάφιο της υπό στοιχείο β διάταξης της παραγράφου 2 αντικαθίσταται ως εξής:
  7. Κατά τα λοιπά ισχύουν όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο για την ακρόαση του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα..
  8. Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής:
  9. 3.
  10. Αν η προσωρινή κράτηση δεν παραταθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών μετά τη συμπλήρωση των τριών (3) ή των έξι (6) μηνών που προβλέπονται στην παρ. 1, το ένταλμα ή το βούλευμα με το οποίο είχε διαταχθεί παύει να ισχύει και ο αρμόδιος εισαγγελέας διατάσσει την απόλυση του προσωρινώς κρατουμένου.
  11. Η απόλυση διατάσσεται και μετά τη λήξη του χρόνου παράτασης της προσωρινής κράτησης, που αποφασίστηκε με βούλευμα..
  12. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 αντικαθίσταται ως εξής:
  13. Κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση ως προς την παράταση ή τη συμπλήρωση των ανώτατων ορίων της προσωρινής κράτησης επιλύεται από το κατά την παράγραφο 2 αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, εφαρμόζονται δε και στην περίπτωση αυτήν όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α για την ακρόαση του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα..
5.  
    Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 306 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: Έπειτα ο πρόεδρος του δικαστικού συμβουλίου αποστέλλει το βούλευμα για καθαρογραφή και υπογραφή, σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ. 2, στον αρμόδιο γραμματέα, ο οποίος υποχρεούται να καταχωρίσει τούτο σε ειδικό βιβλίο που τηρείται για το σκοπό αυτόν. Αν περιέχονται διατάξεις αφορώσες τη σύλληψη ή προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου ή άλλες που απαιτούν άμεση εκτέλεση, το βούλευμα, με τη φροντίδα του εισαγγελέα είναι εκτελεστό και πριν από την καθαρογραφή του. Στις περιπτώσεις αυτές, με την παράδοση της απόφασης στο γραμματέα, συντάσσεται περίληψη των προς εκτέλεση διατάξεων που, αφού υπογραφεί από τον πρόεδρο και το γραμματέα, παραδίδεται στον εισαγγελέα. Αν πρόκειται για σύλληψη, επιβολή περιοριστικών όρων ή προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου, η περίληψη αυτή πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 276 παρ. 3 και 283 παρ. 2. Για την άσκηση ένδικων μέσων η έκδοση του βουλεύματος θεωρείται ότι έγινε μόλις καθαρογραφεί και υπογραφεί.
6.  
    Το άρθρο 572 του Κ.Π.Δ. αντικαθίσταται ως εξής: 1. Ο εισαγγελέας των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή ασκεί τις προβλεπόμενες στον Κώδικα βασικών κανόνων για τη μεταχείριση των κρατουμένων αρμοδιότητές του και μεριμνά για την έκτιση της ποινής και την εφαρμογή των μέτρων ασφάλειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, του Ποινικού Κώδικα και των ειδικών νόμων για την εκτέλεση ποινών.
Άρθρο 6
1.  
    Την εισαγγελία διευθύνει ο εισαγγελέας, ο οποίος φροντίζει για την εύρυθμη διεξαγωγή των εργασιών της. Άρθρο 16.
2.  
    Στις εισαγγελίες, όπου υπηρετούν τρεις (3) τουλάχιστον εισαγγελείς, δεν μπορεί να ασκεί τη διεύθυνση εισαγγελέας, ο οποίος τιμωρήθηκε πειθαρχικώς με ποινή προσωρινής παύσης για πράξη ή παράλειψη που ανάγεται στην εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον για την ποινή αυτή δεν συντρέχουν οι όροι της διαγραφής της από το μητρώο του εισαγγελικού λειτουργού Εφόσον στον Άρειο Πάγο λειτουργούν δύο ποινικά τμήματα, στο προηγούμενο κατά τη σειρά της αρίθμησης τμήμα εισάγονται οι αιτήσεις αναίρεσης, στις οποίες κατά την προσβαλλόμενη απόφαση ή κατά το προσβαλλόμενο βούλευμα το επώνυμο του κατηγουρουμένου (αναιρεσείοντος ή αναιρεσιβλήτου) ή του πρώτου από αυτούς αρχίζει από τα γράμματα Α μέχρι και Λ και στο επόμενο τμήμα εισάγονται οι υπόλοιπες υποθέσεις. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις των άρθρων 451 και 528, 529 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
3.  
    Η παράγραφος 4 του άρθρου 42 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 7 του ν. 1868/1989 και το άρθρο 28 του ν. 1921/1991. αντικαθίσταται ως εξής: 4. Από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εξαιρούνται οι δικαστικοί λειτουργοί που υπηρετούν σε δικαστήρια των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, Πατρών. Λαρίσης, Βόλου, Ηρακλείου, Ρόδου, Χανίων και Ιωαννίνων.
4.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 44 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 4 του ν. 1968/1991, αντικαθίσταται ως εξής: 6. Στους δικαστικούς λειτουργούς μπορεί, ύστερα από αίτησή τους, να χορηγείται ειδική κανονική άδεια χωρίς αποδοχές και για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, προκειμένου να αναλάβουν θέση έμμισθη η άμισθη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς ή σε άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργεί στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλων διεθνών οργανισμών, για παροχή νομικών υπηρεσιών με οποιαδήποτε σχέση. Η άδεια αυτή μπορεί να παραταθεί για χρονικό διάστημα τριών (3) ακόμη ετών..
5.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 83 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Οι περιφέρειες της επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι τρεις και περιλαμβάνουν: Η Α το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, η Β τα Διοικητικά Εφετεία Πειραιώς, Πατρών, Τρίπολης και Χανίων και η Γ τα Διοικητικά Εφετεία Θεσσαλονίκης, Ιωαννίνων, Κομοτηνής και Λάρισας.
6.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 97 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του ν. 2172/1993, αντικαθίσταται ως εξής: 4. Τα πειθαρχικά συμβούλια των εφετείων πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης λειτουργούν στα Εφετεία Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Πατρών και των διοικητικών εφετείων στα Διοικητικά Εφετεία Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Πατρών και συγκροτούνται από έναν πρόεδρο εφετών και τέσσερις (4) εφέτες, που ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που υπηρετούν στο ίδιο εφετείο και έχουν τουλάχιστον τριετή υπηρεσία ως εφέτες.
7.  
    Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 97 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του ν. 2172/1993, αντικαθίσταται ως εξής: Ως πλησιέστερα διοικητικά εφετεία θεωρούνται: για το Διοικητικό Εφετείο Χανίων, το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς, για τα Διοικητικά Εφετεία Λάρισας και Κομοτηνής, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης και για τα Διοικητικά Εφετεία Τρίπολης και Ιωαννίνων το Διοικητικό Εφετείο Πατρών.
8.  
    Η παράγραφος 4 του άρθρου 106 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 7 του άρθρου 5 του ν. 2207/1994, αντικαθίσταται ως εξής: 4. Διαγράφονται από το μητρώο του δικαστικού λειτουργού και δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τις κρίσεις του οι ποινές της επίπληξης μετά ένα έτος, του προστίμου μετά διετία και της προσωρινής παύσης μετά πενταετία, αν κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα δεν έχει επιβληθεί σε αυτόν οποιαδήποτε νέα πειθαρχική ποινή. Αν μέσα στον άνω χρόνο επιβληθεί νέα πειθαρχική ποινή, η διαγραφή επέρχεται μετά την πάροδο του χρόνου που προβλέπεται γι αυτήν, ο οποίος υπολογίζεται από τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται για την πρώτη. ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣΚΑΙΕΦΑΡΜΟΓΗΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ.
Άρθρο 7
1.  
    Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης συνιστάται Κεντρικό Επιστημονικό Συμβούλιο Φυλακών (Κ.Ε.Σ.Φ.).
2.  
    Το Κ.Ε.Σ.Φ. είναι πενταμελές, συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος ορίζει • τον πρόεδρο του και τα αναπληρωματικά μέλη και αποτελείται από προσωπικότητες αναγνωρισμένου κύρους στον τομέα τους.
3.  
    Το Κ.Ε.Σ.Φ. απαρτίζεται από δύο νομικούς με ενασχόληση σε θέματα ποινικού δικαίου ή σωφρονιστικής πολιτικής, έναν κοινωνιολόγο ή κοινωνικό λειτουργό ή ψυχολόγο, το Γενικό Διευθυντή Σωφρονιστικής Πολιτικής και τον Επιθεωρητή Υγειονομικού Ελέγχου του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η θητεία των μελών του Κ.Ε.Σ.Φ. είναι τριετής. Το Κ.Ε.Σ.Φ. συνεδριάζει ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου τουλάχιστον δύο φορές το μήνα, βρίσκεται σε απαρτία αν παρίστανται τρία (3) τουλάχιστον μέλη και αποφασίζει με πλειοψηφία των παρόντων. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η γνώμη του Προέδρου. Χρέη γραμματείας του Συμβουλίου εκτελούν υπάλληλοι του Υπουργείου Δικαιοσύνης που ορίζονται με την απόφαση που εκδίδεται κατά την παράγραφο 2. 4. Οι αρμοδιότητες του Κ.Ε.Σ.Φ. είναι οι εξής: α. Εισηγείται στον Υπουργό Δικαιοσύνης τη συνολική σωφρονιστική πολιτική, καθώς και τη λήψη μέτρων για τη βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας των καταστημάτων κράτησης και για την ακώλυτη άσκηση των δικαιωμάτων των κρατουμένων.
  1. Καταρτίζει και υποβάλλει στον Υπουργό Δικαιοσύνης προτάσεις κανονισμών λειτουργίας των καταστημάτων κράτησης, ύστερα από γνώμη του οικείου Συμβουλίου Φυλακής.
  2. Επίσης εισηγείται στον Υπουργό Δικαιοσύνης την έκδοση εγκυκλίων, οδηγιών και συστάσεων για την εφαρμογή των νόμων.
  3. Επισκέπτεται τις φυλακές και συντάσσει εκθέσεις, τις οποίες υποβάλλει στον Υπουργό Δικαιοσύνης.
  4. Το έργο αυτό μπορεί να ανατίθεται σε ένα ή περισσότερα από τα μέλη του Κ.Ε.Σ.Φ. και γίνεται όποτε το Συμβούλιο το αποφασίσει.
  5. Η διεύθυνση κάθε σωφρονιστικού καταστήματος υποχρεούται να παρέχει στο Συμβούλιο ή στα εξουσιοδοτημένα μέλη του κάθε διευκόλυνση και πληροφορία για την επιτέλεση του έργου του.
  6. Οργανώνει την επιμόρφωση του προσωπικού των καταστημάτων κράτησης
  7. Παρακολουθεί την εκτέλεση προγραμμάτων απασχόλησης, επιμόρφωσης και κατάρτισης κρατουμένων και προβαίνει σε προτάσεις και υποδείξεις σε κάθε αρμόδιο όργανο των καταστημάτων κράτησης
  8. Στον Πρόεδρο, τα μέλη και τους γραμματείς του Συμβουλίου καταβάλλεται για κάθε συνεδρίαση ή επίσκεψη στις φυλακές αποζημίωση, που καθορίζεται κατ’ ανώτατο όριο για τέσσερις συνεδριάσεις ή και επισκέψεις το μήνα με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ν. 1256/1982, καθώς και των άρθρων 18 του ν. 1505/1984 και 8 του ν. 1810/1988.
  9. Η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται και όταν οι συνεδριάσεις ή οι επισκέψεις γίνονται κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας.
  10. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται και τα έξοδα μετακίνησης και εκτός έδρας διαμονής του προέδρου, των μελών και των υπαλλήλων της γραμματειακής υποστήριξης του Συμβουλίου, καθώς και οι προϋποθέσεις και ο τρόπος καταβολής τους.
Άρθρο 8
1.  
    Στα καταστήματα κράτησης συνιστώνται τριάντα τρεις (33) θέσεις κατηγορίας ΠΕ διαφόρων ειδικοτήτων. Η διάκριση των θέσεων αυτών σε κλάδους ή ειδικότητες γίνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Δικαιοσύνης.
2.  
    Αυξάνονται οι οργανικές θέσεις των υπαλλήλων των καταστημάτων κράτησης:
  1. του κλάδου ΠΕ ειδικότητας ψυχολόγων κατά τριάντα δύο (32) και ορίζονται συνολικά σε σαράντα δύο (42) και
  2. του κλάδου ΤΕ Υγείας - Πρόνοιας (ειδικότητας κοινωνικής εργασίας) κατά τριάντα (30) και ορίζονται συνολικά σε εκατό (100)
3.  
    Η κατανομή των θέσεων των παραγράφων 1 και 2 στα καταστήματα κράτησης γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως
Άρθρο 9
1.  
    Σε κάθε κατάστημα κράτησης λειτουργεί Συμβούλιο Φυλακής. Το Συμβούλιο Φυλακής είναι τριμελές και απαρτίζεται από το διευθυντή της φυλακής, ως πρόεδρο, τον αρχαιότερο ψυχολόγο ή κοινωνικό λειτουργό και τον αρχαιότερο ειδικό επιστήμονα (νομικό ή κοινωνιολόγο ή εκπαιδευτικό) του οικείου καταστήματος κράτησης, ως μέλη. Ο διευθυντής αναπληρώνεται από τον υποδιευθυντή και ο ψυχολόγος ή ο ειδικός επιστήμονας από τον αρχαιότερο κοινωνικό λειτουργό. Κατά τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου τηρούνται πρακτικά.
2.  
    Το Συμβούλιο Φυλακής αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούν:
  1. την αγωγή των κρατουμένων (άρθρα 39-48 του ν. 1851/1989 Κώδικας Βασικών Κανόνων για τη μεταχείριση των κρατουμένων),.
  2. την επικοινωνία με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον (άρθρα 49-51 του ίδιου Κώδικα)
Άρθρο 10
1.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 51 του ν. 1851/1989 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Η τηλεφωνική επικοινωνία του κρατουμένου με οποιοδήποτε πρόσωπο διεξάγεται από τηλέφωνα που βρίσκονται σε ελεγχόμενους ή κοινόχρηστους χώρους του καταστήματος. Με απόφαση του συμβουλίου φυλακής καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι για τη χρήση των ως άνω τηλεφώνων.
2.  
    Η αίτηση του κρατουμένου και η γνώμη της επιτροπής της παραγράφου 1 του άρθρου 55 πρέπει να συνοδεύονται από αντίστοιχη εισήγηση της κοινωνικής υπηρεσίας.. 6. Κρατούμενος, ο οποίος δεν επιστρέφει στο κατάστημα κράτησης του με τη λήξη ή ανάκληση χορηγηθείσας άδειας, χωρίς να έχει προβεί σε έγκαιρη και ακριβή ενημέρωση και παραδεκτή δικαιολόγηση προς την υπηρεσία αυτού του καταστήματος, δεν δικαιούται νέα τακτική ή εκπαιδευτική άδεια πριν από την πάροδο δύο (2) ετών από την επιστροφή ή σύλληψή του. Η επιτυχία καθενός κρίνεται από το μέσο όρο της βαθμολογίας της γραπτής και προφορικής δοκιμασίας. Οι μη επιτυχόντες υποχρεούνται να φοιτήσουν και πάλι στη Σχολή, σε επόμενη εκπαιδευτική περίοδο. Οι μη διανύσαντες ευδοκίμως και τη δεύτερη περίοδο απολύονται της υπηρεσίας. Μετά την επιτυχή αποφοίτησή τους οι υπάλληλοι υποχρεούνται να ασκηθούν για τέσσερις (4) μήνες στη φυλακή που έχουν τοποθετηθεί υπό την επίβλεψη υπαρχιφύλακα και την εποπτεία του αρχιφύλακα. Μετά το τέλος της άσκησης συντάσσεταιαπό τοναρχιφύλακα καιτον υπαρχιφύλακα έκθεση για το βαθμό προσαρμογής και την υπηρεσιακή απόδοση του υπαλλήλου, η οποία υποβάλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης από το διευθυντή της φυλακής, συνοδευόμενη από πρότασή του για μονιμοποίηση ή μη. Η επιτυχής παρακολούθηση του προγράμματος εισαγωγικής εκπαίδευσης και η επιτυχής άσκηση αποτελούν προϋπόθεση για τη μονιμοποίηση του προσωπικού φύλαξης, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Μεαπόφαση τουΥπουργού Δικαιοσύνης καθορίζονται τα αφορώντα στη διοίκηση, οργάνωση και λειτουργία της σχολής, το διδακτικό προσωπικό, τη διεξαγωγή των εξετάσεων, τον αριθμό των εκπαιδευομένων, τηδιδακτέα ύλη,την έναρξηκαιλήξητων μαθημάτων και κάθε άλλο συναφές με την οργάνωση και λειτουργία της Σχολής θέμα.
3.  
    Το άρθρο 55 του ν. 1851/1989 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Αρμόδια για τη χορήγηση τακτικής άδειας είναι επιτροπή, που αποτελείται από: 1) τον κατά τις παραγράφους 1 ή 3 του άρθρου 572 του Κ.Π.Δ. εισαγγελικό λειτουργό, ως πρόεδρο, αναπληρούμενο από το νόμιμο αναπληρωτή του, 2) το διευθυντή του καταστήματος όπου κρατείται ο κατάδικος, αναπληρούμενο από τον υποδιευθυντή, 3) τον ψυχολόγο, 4) τον ειδικό επιστήμονα, που μετέχουν στο Συμβούλιο Φυλακής του καταστήματος και 5) τον αρχαιότερο κοινωνικό λειτουργό του οικείου καταστήματος κράτησης, αναπληρούμενο από τον αμέσως νεότερο, ο οποίος και εισηγείται στην επιτροπή.
4.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 65 του ν. 1851/1989 αντικαθίσταται ως εξής: 3. Ο καθορισμός της εργασίας των κρατουμένων για την εφαρμογή του άρθρου 64 και της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου γίνεται από την επιτροπή της παραγράφου 1 του άρθρου 55.
5.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 70 του ν. 1851/1989 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Η επιτροπή της παραγράφου 1 του άρθρου 55 με τη συμμετοχή του ιατρού και του γεωπόνου του καταστήματος εκτιμά τη σωματική και ψυχική κατάσταση και ιδιαίτερα την τυχόν επαγγελματική αγροτική ιδιότητα του κρατουμένου, καθώς και τη δυνατότητα προσαρμογής σε ορισμένο είδος εργασίας από αυτές που οργανώνονται στα αγροτικά καταστήματα κράτησης και προσδιορίζει την κατάλληλη εργασία. 6 Στο άρθρο 76 του ν. 1851/1989 επέρχονται οι ακόλουθες μεταβολές:.
  1. στο τέλος της παραγράφου 2 προστίθενται τα εξής:
  2. Αν όμως ο ατομικός λογαριασμός του κρατουμένου δεν υπερβαίνει το ποσόν που ορίζεται ετησίως με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, το σύνολο του κατατίθεται στο λογιστήριο του καταστήματος, ως τρεχούμενος λογαριασμός και διατίθεται κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο
  3. στην παράγραφο 3 η φράση και για την κάλυψη ατομικών ή οικογενειακών αναγκών αντικαθίσταται με τη φράση και για την κάλυψη οικογενειακών αναγκών
  4. στην παράγραφο 4 η φράση ύστερα από γραπτή έγκριση του διευθυντή του καταστήματος αντικαθίσταται με τη φράση ύστερα από γραπτή έγκριση της διαχειριστικής επιτροπής·
  5. στην παράγραφο 5 η φράση να διαθέσει οποιοδήποτε ποσό από το λογαριασμό του υπέρ τρίτου κρατουμένου αντικαθίσταται με τη φράση να διαθέσει οποιοδήποτε ποσό από το λογαριασμό του υπέρ τρίτου
7.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 77 του ν. 1851/1989 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Η μεταγωγή κρατουμένου παραγγέλλεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση του διευθυντή του καταστήματος και γνώμη της επιτροπής του άρθρου 55.
8.  
    Το άρθρο 79 του ν. 1851/1989 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Η μεταγωγή κρατουμένου γίνεται ύστερα από αίτησή του, για λόγους προσωπικούς, οικογενειακούς, υγείας, εκπαιδευτικούς, για τοποθέτηση σε εργασία ή σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 77 για τους πιο πάνω λόγους, καθώς και για λόγους τάξης ή έλλειψης χώρου του καταστήματος κράτησης.
9.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 81 του ν. 1851/1989 αντικαθίσταται ως εξής: 2. Η μεταγωγή ασθενούς κρατουμένου παραγγέλλεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης με πρόταση του Συμβουλίου Φυλακής του καταστήματος, ηοποία συνοδεύεται από έκθεση του ιατρού και μετά από γνώμη του εισαγγελέα εφετών.
10.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 85 του ν. 1851/1989 αντικαθίσταται ως εξής: 2. Σε κάθε κατάστημα λειτουργεί πειθαρχικό συμβούλιο το οποίο απονέμει τις αμοιβές και επιβάλλει τις βαρύτερες πειθαρχικές κυρώσεις. Το συμβούλιο αποτελείται από τον κατά τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 572 του Κ.Π.Δ. εισαγγελέα, ως πρόεδρο, τα μέλη του συμβουλίου φυλακής και έναν κοινωνικό λειτουργό. 11 Τα άρθρα 15, 16 και η παράγραφος 3 του άρθρου 85 του ν. 1851/1989 καταργούνται.
12.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 88 του ν. 1851/1989 αντικαθίσταται ως εξής: 2. Οι πειθαρχικές κυρώσεις επιβάλλονται από το πειθαρχικό συμβούλιο, εκτός από την επίπληξη, που επιβάλλεται από το διευθυντή.
13.  
    Όπου στα άρθρα 39-51 του ν. 1851/1989 αναφέρεται ο διευθυντής, τις αρμοδιότητες του ασκεί το Συμβούλιο Φυλακής, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 3 του άρθρου 46.
14.  
    Έως ότου ορισθεί από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο ο κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 572 του Κ.Π.Δ. αντεισαγγελέας εφετών για τις φυλακές Πειραιώς (Κορυδαλλού). Θεσσαλονίκης (Διαβατών), Πάτρας (Αγίου Στεφάνου) και Λάρισας και διορισθεί στα καταστήματα κράτησης το επιστημονικό προσωπικό που προβλέπεται στο άρθρο 8, οι μεν αρμοδιότητες του κατά το άρθρο 9 Συμβουλίου Φυλακής ασκούνται από συμβούλιο που αποτελείται από το διευθυντή της φυλακής. ως πρόεδρο, και δύο υπαλλήλους του καταστήματος κράτησης, ως μέλη, που ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το άρθρο 15α του ν. 1851/1989, η δε επιτροπή για τη χορήγηση αδειών του άρθρου 55 και το πειθαρχικό συμβούλιο της παραγράφου 2 του άρθρου 85 του ν. 1851/1989 συντίθενται από:.
  1. τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου, όπου εκτίεται η ποινή ή το νόμιμο αναπληρωτή του, ως πρόεδρο,
  2. το διευθυντή της φυλακής, αναπληρούμενο από τον υποδιευθυντή και
  3. τον αρχαιότερο κοινωνικό λειτουργό.
  4. Αν δεν υπηρετεί στο κατάστημα κράτησης κοινωνικός λειτουργός, το τρίτο μέλος της συνθέσεως των ως άνω συμβουλίων και επιτροπών με τον αναπληρωτή του ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 15α του ν. 1851/1989, που προσετέθη με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 1877/1990 (ΦΕΚ 28 Α).
15.  
    α Για πειθαρχικά αδικήματα του προσωπικού των καταστημάτων κράτησης ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να παραγγείλει την ενέργεια πειθαρχικής προκαταρκτικής εξέτασης από εισαγγελικό λειτουργό
  1. Η παραγγελία απευθύνεται στον προϊστάμενο της οικείας εισαγγελίας πρωτοδικών ο οποίος, στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ασκήσει και την πειθαρχική δίωξη, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 117-139 του ν. 1025/1971 Περί καταστάσεως δικαστικών υπαλλήλων.
  2. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των εδαφίων α και β, πειθαρχική δικαιοδοσία ασκούν τα συμβούλια του πλημμελειοδικείου και του εφετείου σε πρώτο και δεύτερο βαθμό
16.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 99 του ν. 1851/1989 αντικαθίσταται ως εξής:.
17.  
    Η Β Εκπαιδευτική περίοδος της άνω Σχολής για το έτος 1994 θα περατωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο έναρξης της εκπαιδευτικής περιόδου. ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ.
Άρθρο 13
1.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του π.δ/τος 774/1980 (ΦΕΚ 189 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 3. Κάθε τμήμα αποτελείται από έναν αντιπρόεδρο ή το νόμιμο αναπληρωτή του, ως πρόεδρο, δύο συμβούλους, δύο παρέδρους και το γραμματέα. Ο πρόεδρος του Συνεδρίου μπορεί να προεδρεύσει και σε οποιοδήποτε τμήμα. Οι πάρεδροι μετέχουν στα τμήματα με γνώμη συμβουλευτική. Με απόφαση της Ολομέλειας μπορεί να απαλλάσσονται εν όλω ή εν μέρει από την άσκηση των ελεγκτικών καθηκόντων τους οι πάρεδροι που μετέχουν στα τμήματα.
2.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του π.δ/τος 774/1980 αντικαθίσταται ως εξής: Κάθε τριμελές κλιμάκιο αποτελείται από ένα σύμβουλο ή το νόμιμο αναπληρωτή του, ως πρόεδρο, δύο παρέδρους και το γραμματέα. Τον έναν από τους παρέδρους μπορεί να αναπληρώνει εισηγητής ή δόκιμος εισηγητής. Οι πάρεδροι, οι εισηγητές και οι δόκιμοι εισηγητές μετέχουν στα κλιμάκια με γνώμη αποφασιστική.
3.  
    Καθήκοντα γραμματέα τμήματος ή κλιμακίου ασκεί ο προϊστάμενος της αντίστοιχης γραμματείας ή, αν αυτός δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται, ο ανώτερος κατά βαθμό από τους υπαλλήλους που υπηρετούν στην ίδια γραμματεία και, μεταξύ ομοιοβάθμων, εκείνος που έχει το μεγαλύτερο χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό
4.  
    Μετά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 14 του ν. 2145/1993 (ΦΕΚ 88 Α) προστίθεται εδάφιο, που έχει ως εξής: Αν δεν υπάρχει επίτροπος ή ο επίτροπος απουσιάζει, ως αναπληρωτής του μπορεί να ορισθεί από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου για χρονικό διάστημα έως δύο μήνες δικαστικός υπάλληλος με βαθμό Α ή Β κατηγορίας ΠΕ..
5.  
    Ο αριθμός των θέσεων των αντιπροέδρων στο Ελεγκτικό Συνέδριο αυξάνεται κατά μία (1) και ορίζεται σε έξι (6)
6.  
    Ο αριθμός των θέσεων των αντεπιτρόπων της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο αυξάνεται κατά μία (1) και ορίζεται σε τρεις (3)
7.  
    Στο Ελεγκτικό Συνέδριο συνιστάται γενική διεύθυνση ελέγχου και αντίστοιχη θέση γενικού διευθυντή. Ως γενικός διευθυντής επιλέγεται και τοποθετείται, για τρία (3) έτη, μόνιμος δικαστικός υπάλληλος της κατηγορίας ΠΕ (πτυχιούχος ανώτατης σχολής), που είχε την 31.3.1986 το 2ο ή 3ο βαθμό ή έχει, κατά το χρόνο της επιλογής του, εικοσιπενταετή πραγματική υπηρεσία στο Ελεγκτικό Συνέδριο, από την οποία τριετή σε θέση προϊσταμένου διεύθυνσης. Ο τοποθετούμενος ως γενικός διευθυντής εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του έως την τυχόν επανεπιλογή του ή την τοποθέτηση νέου γενικού διευθυντή. Ως προς τα λοιπά προσόντα κρίσης, την επιλογή και τη διαδικασία τοποθέτησης του γενικού διευθυντή, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 33 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137 Α). Οι αρμοδιότητες της γενικής διεύθυνσης, καθώς και τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή, αναφέρονται στο συντονισμό και την εποπτεία του ελεγκτικού έργου και καθορίζονται με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρο 14
1.  
    Στο άρθρο 99 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (ν. 670/1977) προστίθεται δεύτερο εδάφιο, που έχει ως εξής: Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται ως προς τις πράξεις που ακολουθούν την έκθεση αναγκαστικού, εκούσιου ή δικαστικού πλειστηριασμού, μεταξύ των οποίων η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η πράξη παράδοσης πράγματος και η εξόφληση πλειστηριάσματος, αν ο επισπεύδων ή αιτών ή συνεχίζων ή καθ ου είναι πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, καθώς και ως προς τις πράξεις που αφορούν την εκκαθάριση επιχειρήσεων κατά το ν 1386/1983, αν εκκαθαριστής ή υπό εκκαθάριση επιχείρηση ή αγοραστής είναι πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο..
2.  
    Στην παράγραφο 1 του άρθρου 102 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (ν. 670/1977), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 834/1978 και αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του ν. 1653/1986, προστίθεται δεύτερο εδάφιο, που έχει ως εξής: Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και ως προς τις πράξεις αναγκαστικού, εκούσιου ή δικαστικού πλειστηριασμού, μεταξύ των οποίων η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η πράξη παράδοσης πράγματος και η εξόφληση πλειστηριάσματος, αν ο επισπεύδων ή αιτών ή συνεχίζων ή καθ ου είναι πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο παραπάνω εδάφιο, καθώς και ως προς τις πράξεις που αφορούν την εκκαθάριση επιχειρήσεων κατά το ν. 1386/1983, αν εκκαθαριστής ή υπό εκκαθάριση επιχείρηση ή αγοραστής είναι πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο πρώτο εδάφιο.
Άρθρο 19
1.  
    Συνιστάται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ειδική Επιτροπή για την κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του Εισαγωγικού του Νόμου, όπως αντικαταστάθηκαν ή τροποποιήθηκαν με μεταγενέστερα νομοθετήματα. Κατά την κωδικοποίηση η Επιτροπή μπορεί να προβεί και σε αλλαγή της αρίθμησης των άρθρων των άνω νομοθετημάτων.
2.  
    Ο Πρόεδρος και τα μέλη της άνω Επιτροπής ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης από καθηγητές πανεπιστημίου, δικαστικούς λειτουργούς εν ενεργεία ή όχι και δικηγόρους. Στην Επιτροπή μπορεί να μετέχουν και υπάλληλοι του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Με την ίδια απόφαση ορίζονται ως μέλη της Επιτροπής έως τρεις (3) ειδικοί εισηγητές και ανατίθενται καθήκοντα γραμματέα σε υπάλληλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή δικαστηρίου ή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου.
3.  
    Η Επιτροπή οφείλει να περατώσει το έργο της μέσα στην προθεσμία που ορίζει η υπουργική απόφαση. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί.
4.  
    Η κωδικοποίηση θα κυρωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 76 παράγραφοι 6 και 7 του Συντάγματος
5.  
    Στον Πρόεδρο, τα μέλη, τους εισηγητές και το γραμματέα της Επιτροπής καταβάλλεται αποζημίωση, που ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ν. 1256/1982, καθώς και των άρθρων 18 του ν. 1505/1984 και 8 του ν. 1810/1988.
Άρθρο 20
1.  
    Η διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 5 του ν. 2207/1994, με την οποία προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 2 του άρθρου 99 του ν. 1756/1988, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού πειθαρχικές αγωγές. Εκκρεμείς πειθαρχικές αγωγές κατά δικαστικών λειτουργών, κατά την άσκηση των οποίων δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της ανωτέρω παραγράφου, τίθενται στο αρχείο, εφόσον δεν περατωθούν εντός διμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος.
2.  
    Στο τέλος της παραγράφου 7 του άρθρου 20 του ν. 2145/1993 (ΦΕΚ 88 Α) προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια: Από το ποσοστό αυτό έως το ένα όγδοο (1/8) διατίθεται για τη βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας των έμμισθων υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων. Με απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία εκδίδεται εφάπαξ, καθορίζονται οι συγκεκριμένες ανάγκες, για την κάλυψη των οποίων διατίθεται το παραπάνω ποσόν, ο τρόπος κατανομής και χορήγησης του ποσού και απόδοσης του λογαριασμού, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια.
3.  
    Για την τροποποίηση των καταστατικών των ναυτεργατικών οργανώσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 του ν. 2224/1994 (ΦΕΚ 112 Α), τάσσεται νέα προθεσμία έξι (6) μηνών από το χρόνο λήξεως της προθεσμίας, που τέθηκε με την παράγραφο 8 του ανωτέρω άρθρου.
4.  
  1. Συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, προσωπικού που είχε προσληφθεί στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής και στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, για τα προγράμματα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά, που έληξαν από 1ης Σεπτεμβρίου 1994 έως 15 Ιανουαρίου 1995, παρατείνονται έως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις που καθορίζουν την ανώτατη διάρκεια της σύμβασης ή παράτασής τους και η σχέση του μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου
  2. Το προσωπικό της προηγούμενης παραγράφου κατατάσσεται σε θέσεις ειδικότητας αντίστοιχης των τυπικών τους προσόντων ή ειδικότητας που καθορίζεται με την πράξη κατάταξης σε θέσεις που συνιστώνται αυτοδικαίως με την ίδια πράξη.
  3. Οι συνιστώμενες θέσεις είναι προσωποπαγείς και καταργούνται με την αποχώρηση από την υπηρεσία, καθ οποιονδήποτε τρόπο, των υπαλλήλων αυτών.
5.  
    Στο άρθρο 4 του ν. 1897/1990 (ΦΕΚ 120 Α) προστίθεται παράγραφος 3, που έχει ως εξής: 3. Το επίδομα του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου αυτού υπολογίζεται επί του συνόλου των αποδοχών (τακτικών και πρόσθετων), που λαμβάνουν οι έμμισθοι δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι πολιτικοί και στρατιωτικοί του αυτού κλάδου με τα ίδια έτη υπηρεσίας και τον ίδιο βαθμό. Η προκύπτουσα κατά το προηγούμενο εδάφιο αύξηση καταβάλλεται μόνο για το διάστημα που ο παθών βρίσκεται στην ενεργό υπηρεσία .
6.  
    Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3. του άρθρου 1 του ν. 1649/1986 καταργείται. Οι συνέπειες της κατάργησης δεν ισχύουν για εκκρεμείς πολιτικές υποθέσεις κατά τη δημοσίευση του παρόντος.
7.  
    Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ 230 Α) προστίθεται εδάφιο, που έχει ως εξής: Η εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου επεκτείνεται με τη δημοσίευση του νόμου αυτού και στους δικαστικούς υπαλλήλους, που έχουν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1980 διορισθεί ως δικαστικοί υπάλληλοι ή ως δικαστικοί επιμελητές, εφόσον όμως οι τελευταίοι απέκτησαν μέχρι την ημερομηνία αυτή (31.12.1980) τα τυπικά προσόντα διορισμού σε θέσεις δικαστικών υπαλλήλων και έχουν μέχρι τη δημοσίευση του ν. 1868/1989 μεταταγεί σε θέσεις δικαστικών υπαλλήλων.
8.  
    Στην παράγραφο 4 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 προστίθεται δεύτερο εδάφιο, που έχει ως εξής: Επίσης, για τον ίδιο λόγο αναβάλλεται η εκτέλεση της καταγνωσθείσας ποινής ή διακόπτεται η αρξάμενη εκτέλεση αυτής, η οποία τελικά εξαλείφεται σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης.
9.  
    Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του ν. 2172/1993 προστίθεται εδάφιο, που έχει ως εξής: Αν στο ως άνω τμήμα λειτουργούν δύο σχηματισμοί, στον προηγούμενο κατά τη σειρά της αρίθμησης σχηματισμό εισάγονται οι υποθέσεις, στις οποίες, κατά το προσβαλλόμενο βούλευμα ή κατά την πρόταση του εισαγγελέα, το επώνυμο του κατηγορουμένου ή του πρώτου από αυτούς αρχίζει από τα γράμματα Α έως Λ και στον άλλο σχηματισμό εισάγονται οι υπόλοιπες υποθέσεις.
Άρθρο 21
1.  
    Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 2129/1993 (ΦΕΚ 57 Α) και μετά το τρίτο εδάφιο που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 2187/1994 (ΦΕΚ 16 Α) προστίθεται νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: Κατ εξαίρεση, για το έτος 1994 το ύψος της συνολικής ετήσιας δαπάνης για τη χορήγηση της ανωτέρω ειδικής αποζημίωσης καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης.
2.  
    Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 2129/1993 και μετά το τρίτο εδάφιο που προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 2187/1994 προστίθεται νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: Κατ εξαίρεση, για το έτος 1994 το ύψος της συνολικής ετήσιας δαπάνης για τη χορήγηση της ανωτέρω ειδικής αποζημίωσης καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας.
Άρθρο 22
1.  
    Οι προβλεπόμενες από το άρθρο μόνο του π.δ/τος 256/1988 (ΦΕΚ 260 Α) οργανικές θέσεις (Κατηγορίας ΥΕ) αρχειοθετών και προσωπικού καθαριότητας με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Πειραιώς και του Κτηματολογικού Γραφείου Ρόδου, ορίζονται σε θέσεις πλήρους απασχόλησης.
2.  
    Στις κατά την προηγούμενη παράγραφο θέσεις κατατάσσεται κατά ειδικότητα το προσωπικό που υπηρετεί στις θέσεις αυτές με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης κατά τη δημοσίευση του νόμου τούτου
3.  
    Για την κατά την προηγούμενη παράγραφο κατάταξη εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο διαπιστωτική πράξη, που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως
Άρθρο 23
1.  
    Ο τίτλος του Μέρους ΙΧ του αν. 192/1936 (ΦΕΚ 438 Α) Περί Ευρέσεως Εργασίας εις εργάτας θαλάσσης αντικαθίσταται ως εξής: ΙΧ Ποινικές και διοικητικές κυρώσεις.
2.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 14 του α.ν. 192/1936 (ΦΕΚ 438 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 2. Οι παραβάτες των διατάξεων του άρθρου 13 του παρόντος νόμου τιμωρούνται: με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 1.500.000 δραχμών, καθώς και με αφαίρεση της άδειας άσκησης του επαγγέλματος για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών έως πέντε (5) ετών, αν αυτοί είναι πράκτορες ή ασκούν άλλο επάγγελμα, για το οποίο απαιτείται ειδική άδεια της Αρχής και σε περίπτωση υποτροπής με οριστική αφαίρεση της άδειας ή οριστική στέρηση άσκησης του επαγγέλματος. Στους παραβάτες του άρθρου 13 επιβάλλεται επίσης πρόστιμο 500.000 έως 5.000.000 δραχμών, με αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή του Γραφείου Ευρέσεως Ναυτικής Εργασίας Πειραιώς, στον οποίο αποστέλλεται αντίγραφο της σχηματισθείσης από την αρμόδια προανακριτική αρχή δικογραφίας. Το εν λόγω πρόστιμο αποτελεί έσοδο του Κεφαλαίου Ανεργίας ή Ασθενείας Ναυτικών (Κ.Α.Α.Ν.). Η διαδικασία είσπραξης και απόδοσής του, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια ρυθμίζεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Κατά της απόφασης επιβολής προστίμου επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής από τον παραβάτη εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από της κοινοποίησης σε αυτόν της απόφασης ενώπιον του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας. Η προσφυγή δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να αυξάνεται το ανώτατο όριο του προστίμου που επιβάλλει ο Διευθυντής του Γραφείου Ευρέσεως Ναυτικής Εργασίας.
Άρθρο 24
1.  
    Σε όσες ποινικές υποθέσεις, μετά την υποβολή πρότασης κατηγορίας κατά μέλους, Κυβέρνησης. ή υφυπουργού, η Βουλή έχει μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου αποφασίσει να μην διεξαχθεί προανάκριση ή η προανακριτική επιτροπή που συγκροτείται για να διεξαγάγει προανάκριση έχει ήδη αποφανθεί ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος που αναφέρεται στην πρόταση κατηγορίας ή η Βουλή έχει ήδη απορρίψει την πρόταση για παραπομπή του μέλους της Κυβέρνησης ή του υφυπουργού σε δίκη, δεν επιτρέπεται η δίωξη κατά των μη πολιτικών προσώπων που κατηγορούνται ως αυτουργοί, ηθικοί αυτουργοί ή συμμέτοχοι των ίδιων πράξεων ή πράξεων συναφών με αυτές που αναφέρονται στην πρόταση κατηγορίας. Τυχόν ποινικές διώξεις που έχουν ήδη ασκηθεί κατά μη πολιτικών προσώπων για τέτοιες πράξεις παύουν οριστικά σε όποιο στάδιο και αν βρίσκονται οι σχετικές δίκες και οι οικείες δικογραφίες τίθενται στο αρχείο με διάταξη του εισαγγελέα εφετών.
2.  
    Παύει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των προσώπων που διώκονται ως αυτουργοί, ηθικοί αυτουργοί ή συμμέτοχοι πράξεων, για τις οποίες έχει μέχρι την έναρξη εφαρμογής αυτού του νόμου καταδικασθεί μέλος της Κυβέρνησης ή υφυπουργός ή πράξεων συναφών με αυτές, εφόσον στο καταδικασθέν μέλος της Κυβέρνησης ή υφυπουργό χορηγήθηκε χάρη, σε όποιο στάδιο και αν βρίσκονται οι σχετικές δίκες και οι οικείες δικογραφίες τίθενται στο αρχείο με διάταξη του εισαγγελέα εφετών
3.  
    Από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, όπως αυτό τελικώς αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 παρ. 1 του ν. 2172/1993, διαγράφεται το άρθρο 256 Π.Κ. και προστίθεται δεύτερο εδάφιο, που έχει ως εξής: Στον ένοχο του αδικήματος που προβλέπεται ειδικώς από το άρθρο 256 του Ποινικού Κώδικα, τα παραπάνω εφαρμόζονται μόνον όταν το αδίκημα στρέφεται κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
Άρθρο 25
1.  
    Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Άρθρο 681 "Τα άρθρα 670, 671 και 673 εφαρμόζονται και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και στην αναψηλάφηση. Το άρθρο 672 εφαρμόζεται μόνο στον πρώτο βαθμό. Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Οι διατάξεις των άρθρων 666 παρ. 3, [...]"
4.  
    Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται, όπως τροποποιούνται με το νόμο αυτόν, σε εφέσεις που συζητούνται μετά την έναρξη της ισχύος του
Άρθρο 157Α
1.  
    Πριν από την πρώτη συνάντηση των διαδίκων για τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς κατά το άρθρο 214 Α του Κ. Πολ. Δ., ο διάδικος που προτίθεται κατά τη συνάντηση αυτή να παραστεί με δικηγόρο ή να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο, υποχρεούται να καταβάλει στο ταμείο του οικείου δικηγορικού συλλόγου το οριζόμενο στο νόμο αυτόν ποσόν αμοιβής του δικηγόρου του για παράσταση ενώπιον του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή. Ως προς την καταβολή του άνω ποσού ισχύουν αναλόγως οι παράγραφοι 2 έως 5 και 7 του άρθρου 96, όπως αντικαταστάθηκαν από την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν. 1649/1986 και το άρθρο 96 Α, που προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του αυτού ως άνω νόμου.
2.  
    Αν αποτύχει η απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και ακολουθήσει συζήτηση της υποθέσεως, ως προς την παράλειψη καταβολής της αμοιβής του δικηγόρου, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, εφαρμόζεται η παράγραφος 6 του άρθρου 96, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν. 1649/1986. Αν επιτύχει η απόπειρα, η παράλειψη καταβολής της αμοιβής ελέγχεται σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη κατά την επικύρωση του οικείου πρακτικού. Ο επισπεύδων την επικύρωση μπορεί να καταβάλει και την αμοιβή του δικηγόρου του αντιδίκου του. Στην περίπτωση αυτή ο αρμόδιος για την επικύρωση πρόεδρος του πολυμελούς ή ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου περιλαμβάνει στο πρακτικό διάταξη, με την οποία επιδικάζει σε βάρος του καθ ου ως έξοδα και το ποσό της αμοιβής του δικηγόρου για παράσταση κατά την απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς.
3.  
    Αν επιτευχθεί εν όλω ή εν μέρει συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς οι δικηγόροι των διαδίκων δικαιούνται, εκτός από το ποσόν που καταβλήθηκε κατά την παράγραφο 1 και αμοιβή σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 124
4.  
    Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται αν για την αμοιβή του δικηγόρου υπάρχει συμφωνία που διέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 3 έως 6 του άρθρου 92 ή αν ο δικηγόρος απασχολείται με πάγια περιοδική αμοιβή
Άρθρο 214Α
1.  
    Διαφορές ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενες στην καθ ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς και του μονομελούς πρωτοδικείου, για τις οποίες επιτρέπεται να γίνει συμβιβασμός κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δεν επιτρέπεται να συζητηθούν, αν δεν προηγηθεί απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων
2.  
    Αμέσως μετά τη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης της αγωγής και τον ορισμό δικασίμου, ο γραμματέας με ειδική ευδιάκριτη σφραγίδα σημειώνει στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου της δίκης ότι συζήτηση δεν επιτρέπεται να γίνει, αν δεν προηγηθεί απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς
3.  
    Στην κλήση για συζήτηση της αγωγής ο δικηγόρος του ενάγοντος πρέπει να περιλαμβάνει και πρόσκληση προς τον εναγόμενο για συνάντηση στο γραφείο του σε ορισμένη ημέρα και ώρα. Η ημερομηνία της πρώτης συνάντησης ορίζεται δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες μετά την επίδοση του αντιγράφου της αγωγής και οπωσδήποτε δέκα (10) ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο. Στη συνάντηση μπορεί να κληθεί και ο τυχών προσεπικαλούμενος.
4.  
    Κατά τη συνάντηση οι διάδικοι, μόνοι ή μαζί με τους δικηγόρους τους ή και με τρίτο πρόσωπο κοινής επιλογής, εξετάζουν ολόκληρη τη διαφορά και τις τυχόν ανταξιώσεις του εναγομένου χωρίς να δεσμεύονται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Χρησιμοποιούν όλα τα πρόσφορα μέσα για να εξακριβώσουν τα κρίσιμα -περιστατικά και τα σημεία συμφωνίας και διαφωνίας των διαδίκων μερών, καθώς και τις έννομες συνέπειες που οι διάδικοι δέχονται ή αμφισβητούν, ώστε να επιτύχουν αμοιβαίως αποδεκτή λύση της διαφοράς, εν όλω ή εν μέρει.
5.  
    Αν οι διάδικοι καταλήξουν σε ολική ή μερική λύση της διαφοράς, συντάσσεται πρακτικό στο οποίο αναγράφεται το περιεχόμενο της συμφωνίας τους και ιδίως το είδος ή και το ποσόν της οφειλόμενης παροχής, οι τυχόν όροι με τους οποίους θα εκπληρωθεί και τα έξοδα τα οποία καθορίζονται και επιβάλλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 176 επ. Το πρακτικό χρονολογείται και υπογράφεται από τους διαδίκους και τους δικηγόρους τους ή μόνο από τους δικηγόρους, αν έχουν ειδική πληρεξουσιότητα κατά το άρθρο 98. Το πρακτικό συντάσσεται σε τόσα πρωτότυπα όσοι οι αντιδικούντες διάδικοι ή ομάδες διαδίκων. Κάθε διάδικος μπορεί προσκομίζοντας το πρωτότυπο του πρακτικού, να ζητήσει από τον πρόεδρο του πολυμελούς πρωτοδικείου, ή το δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αγωγή, την επικύρωσή του και την περιαφή του εκτελεστήριου τύπου. Ο πρόεδρος ή ο δικαστής, αφού διαπιστώσει: α) ότι η διαφορά είναι δεκτική συμβιβαστικής επίλυσης, κατά την παράγραφο 1, β) ότι το πρακτικό έχει υπογραφεί σύμφωνα με τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου και γ) ότι από αυτό προκύπτει σαφώς το είδος ή και το ποσόν της παροχής που συμφωνήθηκε, επικυρώνει το πρακτικό και το περιάπτει με τον εκτελεστήριο τύπο. Από την επικύρωση του το πρακτικό αποτελεί τίτλο εκτελεστό.
6.  
    Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία κατά την προηγούμενη παράγραφο, συντάσσεται και κατατίθεται με τις προτάσεις από το δικηγόρο του ενάγοντος σχετική δήλωση, στην οποία μπορεί να εκτίθενται και οι λόγοι της αποτυχίας της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς. Όμοια δήλωση μπορεί να συνταχθεί και από το δικηγόρο του εναγομένου.
7.  
    Συζήτηση της αγωγής μπορεί να γίνει: α) αν η απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς απέτυχε εν όλω ή εν μέρει και β) αν κάποιος από τους διαδίκους αρνήθηκε ή δεν προσήλθε να μετάσχει στην απόπειρα. Η κατά το εδάφιο β άρνηση ή μη προσέλευση διαδίκου πρέπει να προκύπτει από δήλωση του αντιδίκου του ή του δικηγόρου του τελευταίου, που κατατίθεται με τις προτάσεις. Ψευδής δήλωση τιμωρείται κατά το άρθρο 225 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα. Η αποτυχία της απόπειρας εν όλω ή εν μέρει πρέπει να προκύπτει από τις δηλώσεις της προηγούμενης παραγράφου ή από το οικείο πρακτικό αντιστοίχως.
8.  
    Το απαράδεκτο της συζήτησης της αγωγής λόγω παράλειψης της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς κατά τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων μπορεί να προταθεί και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως μόνο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Μετά τη συζήτηση αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, μπορεί όμως να προταθεί εκ νέου, αν παραδεκτώς προτάθηκε κατά την πρώτη συζήτηση.
9.  
    Η τήρηση της διαδικασίας των προηγούμενων παραγράφων δεν είναι υποχρεωτική στις υποθέσεις του μονομελούς πρωτοδικείου που δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 683 επ., καθώς και στις παρεμβάσεις, προσεπικλήσεις και άλλες παρεμπίπτουσες αγωγές.
10.  
    Αγωγή για αναγνώριση ακυρότητας ή για ακύρωση της δήλωσης βούλησης που περιέχεται στο κατά την παράγραφο 5 πρακτικό ασκείται ενώπιον του εφετείου, στην περιφέρεια του οποίου συντάχθηκε το πρακτικό, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την επίδοση της απόφασης του προέδρου του πολυμελούς πρωτοδικείου ή του δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου που το επικυρώνει. Αν γίνει δεκτή η αγωγή, η εκκρεμοδικία λογίζεται ότι δεν καταργήθηκε ποτέ. Νέα απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς δεν απαιτείται. Η διάταξη του άρθρου 184 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζεται αναλόγως*.
Άρθρο Άρθρο1
1.  
    Μετά το άρθρο 214 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ. Πολ. Δ’.) προστίθεται άρθρο 214 Α που έχει ως εξής:.
Άρθρο Άρθρο11 "Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 26 του ν. 1729/1987, καθόσον τούτο διατηρήθηκε σε ισχύ με την παράγραφο 6 του άρθρου 23 του ν. 2161/1993, αντικαθίστανται ως εξής: 1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται μόνο [...]"
2.  
    Στην περίπτωση των εγκλημάτων που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών με αιτιολογημένη διάταξή του μπορεί, με έγκριση του εισαγγελέα εφετών, να αναβάλει για ορισμένο χρόνο, που μπορεί να παρατείνεται, την άσκηση ποινικής δίωξης, αν λάβει γνώση από έκθεση του ΚΕΘΕΑ ή μονάδων απεξάρτησης του Ε.Σ.Υ. ή του Ο.ΚΑ.ΝΑ., ότι ο δράστης έχει προσέλθει οικειοθελώς και υποβάλλεται σε θεραπεία. Αν ο δράστης συμπληρώσει με επιτυχία το θεραπευτικό πρόγραμμα, σύμφωνα με έγγραφη βεβαίωση και έκθεση του επιστημονικού υπεύθυνου του προγράμματος, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών με αιτιολογημένη διάταξή του και έπειτα από έγκριση του εισαγγελέα εφετών μπορεί να απόσχει οριστικά από την ποινική δίωξη για τις παραπάνω πράξεις. Σε περίπτωση εκκρεμούς ποινικής δίωξης, αν μεν δεν έχει ακόμη εκδοθεί δικαστική απόφαση, ο εισαγγελέας των πλημμελειοδικών, υπό τις παραπάνω πάντα προϋποθέσεις, μπορεί να παύσει με διάταξή του την ποινική δίωξη, αν δε εκκρεμεί ένδικο μέσο κατά καταδικαστικής απόφασης για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, για την κατά τα ανωτέρω παύση της ποινικής δίωξης αποφαίνεται το οικείο δικαστικό συμβούλιο του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί το ένδικο μέσο.
Άρθρο Άρθρο12
1.  
    Μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την άσκηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου από μέρους του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου το αναιρεσείον, με επιμέλεια του υπογράφοντος το αναιρετήριο δικαστικού πληρεξουσίου, αποστέλλει στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) αντίγραφα του αναιρετηρίου, των προσβαλλόμενων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης και των παρεμπιπτουσών δικών, καθώς και των προτάσεων των διαδίκων.
2.  
    Το κατά την επόμενη παράγραφο αρμόδιο τμήμα του Ν.Σ.Κ., μέσα σε τρεις (3) μήνες από την άσκηση της αναίρεσης, αποφαίνεται αιτιολογημένα για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό της και για το παραδεκτό και το βάσιμο τουλάχιστον ενός από τους λόγους της, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και τη νομολογία του οικείου δικαστηρίου. Αν μέσα στην ανωτέρω προθεσμία των τριών (3) μηνών ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η αναίρεση, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε. Μέχρι την πάροδο της κατά τα ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας, ή μέχρι την κατάθεση της κατά τα ανωτέρω θετικής γνώμης, η αίτηση αναίρεσης δεν ανατίθεται σε εισηγητή και δεν ορίζεται δικάσιμος. Αν η κατά τα ανωτέρω γνώμη του αρμόδιου τμήματος του Ν.Σ.Κ. είναι θετική ως προς ορισμένους μόνο λόγους του αναιρετηρίου, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση μόνο ως προς αυτούς.
3.  
    Με απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που εκδίδεται μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της ολομέλειας του Ν.Σ.Κ. και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται τα τμήματα του συμβουλίου, τα οποία γνωμοδοτούν κατά κατηγορίες υποθέσεων σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου και ρυθμίζεται κάθε διαδικαστική λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ορίζονται κατηγορίες υποθέσεων, για τις οποίες απαιτείται και έγκριση του Υπουργού Οικονομικών, για τη μη σύνταξη και κατάθεση θετικής γνώμης για την αναίρεση.
4.  
    Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται επί αναιρέσεων που ασκούνται από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης) και τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα
5.  
    Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 4 εφαρμόζονται επί αναιρέσεων που ασκούνται από τις 16 Σεπτεμβρίου 1995 και εφεξής
6.  
    Εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δίκες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας επί αιτήσεων αναίρεσης, οι οποίες έχουν ασκηθεί από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και αφορούν διαφορές από φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, ασφαλιστικές εισφορές, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, καταργούνται αυτοδικαίως, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς είναι κατώτερο από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές. Ως αντικείμενο της διαφοράς νοείται το αμφισβητούμενο ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ποσόν χωρίς πρόσθετους φόρους και προσαυξήσεις.
7.  
    Για να διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της προηγούμενης παραγράφου, η διάδικος διοικητική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με μέριμνα της γραμματείας του δικαστηρίου υποβάλλει στο Συμβούλιο της Επικρατείας σημείωμα για το ποσόν της διαφοράς, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου
8.  
    Για την κατάργηση της δίκης, σύμφωνα με την παράγραφο 6, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του προέδρου του οικείου σχηματισμού του δικαστηρίου
9.  
    Οι διατάξεις των παραγράφων 6 και επ. έχουν εφαρμογή σε υποθέσεις, για τις οποίες δικάσιμος, αρχική ή μετ αναβολή, έχει οριστεί ημερομηνία μεταγενέστερη της 15ης Σεπτεμβρίου 1995, καθώς και σε εκείνες, για τις οποίες δεν έχει προσδιοριστεί δικάσιμος κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
10.  
    Οι παράγραφοι 6 έως 9 δεν έχουν εφαρμογή επί αιτήσεων αναιρέσεως κατ αποφάσεων που εκδίδονται κατ έφεση επί προσφυγών ουσίας, τις οποίες προβλέπουν το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του ν. 702/1994 και τα άρθρα 1 παρ. 2 εδάφιο στ και 2 παρ. 1 του ν. 1406/1983, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές.
11.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 αντικαθίσταται ως εξής: 3. Μετά την πάροδο της κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου προθεσμίας μπορεί να ασκηθεί αίτηση αναίρεσης από τον αρμόδιο υπουργό, από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ή από το Γενικό Επίτροπο των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αλλά μόνον υπέρ του νόμου, χωρίς αποτέλεσμα μεταξύ των διαδίκων. Δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση υπέρ του νόμου έχει και ο υπουργός που εποπτεύει το διάδικο νομικό πρόσωπο.
Άρθρο Άρθρο15
1.  
    Στο άρθρο 1192 του Αστικού Κώδικα προστίθεται εδάφιο 5, που έχει ως εξής: 5. οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες αναγνωρίζεται κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο, που έχουν κτηθεί με έκτακτη χρησικτησία.
2.  
    Στο άρθρο 1198 του Αστικού Κώδικα η φράση Χωρίς μεταγραφή, στις περιπτώσεις που αυτή απαιτείται κατά τα άρθρα 1192 και 1193 αντικαθίσταται με τη φράση Χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1192 εδάφια 1 έως 4 και 1193
Άρθρο Άρθρο16
1.  
    Στο άρθρο 21 του ν. 663/1977 προστίθεται εδάφιο ε που έχει ως εξής: ε) του εγκλήματος που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 29 του ν. 2081/1992 .
2.  
    Το εδάφιο γ του άρθρου 2 του ν. 1290/1982 αντικαθίσταται ως εξής: γ. Έφεση κατά των αποφάσεων των μονομελών πλημμελειοδικείων για αγορανομικά αδικήματα επιτρέπεται, εφόσον επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης που υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες ή χρηματική ποινή που υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές..
3.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 31 του ν. 2214/1994 αντικαθίσταται ως εξής: 2. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των πλημμελημάτων φοροδιαφυγής είναι και το μονομελές πλημμελειοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα της η επιχείρηση..
4.  
    Στο εδάφιο α της παραγράφου 1 του άρθρου 44 του ν. 2172/1993 προστίθενται τα εξής: Αν οι υπηρετούντες εφέτες δεν επαρκούν, αναδεικνύονται με την ίδια διαδικασία ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου πρόεδροι πρωτοδικών ή πρωτοδίκες που υπηρετούν στην περιφέρεια του οικείου εφετείου.
5.  
    Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 44 του ν. 2172/1993 οι αιρετοί εκπρόσωποι των υπαλλήλων καλούνται και μπορεί να παρίστανται κατά τη συζήτηση και μόνο και να εκφράζουν γνώμη και ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων.
6.  
    Δικαστικοί υπάλληλοι, σύζυγοι δημοσίων υπαλλήλων, μετατίθενται με αίτησή τους στις γραμματείες δικαστηρίων ή εισαγγελιών του τόπου όπου υπηρετούν οι σύζυγοι τους και καθ υπέρβαση του αριθμού των οργανικών θέσεων της υπηρεσίας στην οποία μετατίθενται Οι μετατιθέμενοι καθ υπέρβαση του αριθμού των οργανικών θέσεων καταλαμβάνουν την πρώτη οργανική θέση που θα κενωθεί μετά τη μετάθεσή τους
7.  
    Πάρεδροι πρωτοδικείου και εισαγγελίας, που έχουν επιτύχει στο διαγωνισμό της 1ης Οκτωβρίου 1992, καθώς και πάρεδροι πρωτοδικείου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, που έχουν επιτύχει στο διαγωνισμό της 26ης Μαΐου 1993, κρίνονται και διορίζονται σε θέσεις πρωτοδικών, αντεισαγγελέων πρωτοδικών και πρωτοδικών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αντίστοιχα, μετά τη συμπλήρωση ενός έτους υπηρεσίας παρέδρου
8.  
    Από 1ης Ιανουαρίου 1996 οι οργανικές θέσεις των αντεισαγγελέων εφετών, των αντεισαγγελέων πρωτοδικών και των πρωτοδικών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων αυξάνονται κατά τέσσερις (4), δέκα (10) και δεκαεννέα (19) αντίστοιχα και ο συνολικός αριθμός αυτών ορίζεται σε ογδόντα τέσσερις (84), εκατόν ογδόντα πέντε (185) και οκτακόσιες πενήντα τρεις (853)
9.  
    Συμβολαιογράφοι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, που αποχωρούν από την υπηρεσία τους πριν από τη συμπλήρωση του νόμιμου ορίου ηλικίας, μπορούν να διορίζονται δικηγόροι στο δικηγορικό σύλλογο, στην περιφέρεια του οποίου έχουν την έδρα τους
10.  
    Στο άρθρο 21 του ν. 1968/1991, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 50 του ν. 2172/1993, επέρχονται οι εξής μεταβολές:.
  1. Στην παράγραφο 1 η φράση αποτελούμενη από έναν αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως πρόεδρο αντικαθίσταται με τη φράση αποτελούμενη από έναν αντιπρόεδρο ή σύμβουλο της Επικρατείας, ως πρόεδρο.
  2. β) Προστίθεται παράγραφος 4 που έχει ως εξής:
  3. 4.
  4. Η κύρωση του Κώδικα αυτού θα γίνει κατά τη διαδικασία του άρθρου 76 παράγραφος 6 του Συντάγματος..
11.  
    Η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 έως και 15 του Κεφαλαίου Β του ν. 1805/1988 Εκσυγχρονισμός του θεσμού του Ποινικού Μητρώου, τροποποίηση ποινικών διατάξεων και ρύθμιση άλλων σχετικών θεμάτων (ΦΕΚ 199 Α) αναστέλλεται μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1995.
12.  
    Τα σχέδια νόμου για τη μεταρρύθμιση του δικαίου της επιτροπείας και υιοθεσίας, που συντάσσονται από την ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή, η οποία συστήθηκε κατά το άρθρο 7 του ν.δ/τος 908/1971 και συγκροτήθηκε με την 5279/20.1.1994 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, θα κυρωθούν με νόμο κατά τη διαδικασία του άρθρου 76 παράγραφος 6 του Συντάγματος.
13.  
    Παρατείνεται μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1996 η αναστολή εφαρμογής των άρθρων 58 έως 60 και 64 έως 75 του ν. 1851/1989 Κώδικας βασικών κανόνων για τη μεταχείριση των κρατουμένων και άλλες διατάξεις και διατηρείται κατά τη διάρκεια αυτής της παράτασης η ισχύς των άρθρων 53 έως 68 του α.ν. 125/1967 Σωφρονιστικός Κώδικας εκτελέσεως ποινών και ασφαλιστικών μέτρων.
14.  
    Με τον ανακαθορισμό της χωρικής αρμοδιότητας των νομαρχιών του Νομού Αττικής, που έγινε με την παράγραφο 5 του άρθρου 1 του ν. 2240/1994, δεν θίγεται η κατά τόπο αρμοδιότητα των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων Αθηνών και Πειραιώς, η οποία εξακολουθεί να διέπεται και στο εξής από τις πριν .από τη θέσπιση του νόμου αυτού ισχύουσες διατάξεις.
15.  
  1. Συνιστάται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης νομοπαρασκευαστική επιτροπή για τη σύνταξη νέου Κώδικα Συμβολαιογράφων
  2. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής αυτής ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης από δικαστικούς λειτουργούς εν ενεργεία ή μη, καθηγητές πανεπιστημίου και συμβολαιογράφους.
  3. Καθήκοντα γραμματέα της επιτροπής ανατίθενται με την ίδια απόφαση σε υπάλληλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
  4. Η επιτροπή πρέπει να περατώσει το έργο της μέσα στην προθεσμία που ορίζει η απόφαση, η οποία μπορεί να παραταθεί
  5. Στον πρόεδρο και τα μέλη της επιτροπής καταβάλλεται αποζημίωση, που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 18 του ν. 1505/1984 και 8 του ν. 1810/1988.
  6. Ο Κώδικας του εδαφίου α θα κυρωθεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 76 παρ. 6 του Συντάγματος.
16.  
    Στο διαγωνισμό για την πλήρωση των κενών θέσεων συμβολαιογράφων της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ο συμβολαιογράφος - μέλος της Επιτροπής του άρθρου 24 του ν. 670/1977, όπως έχει αντικατασταθεί με την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 1653/1986, ορίζεται με τον αναπληρωτή του, από το Συμβολαιογραφικό Σύλλογο του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά από έγγραφο του Προέδρου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας.
17.  
    Η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 1γ του άρθρου 1 του ν. 2236/1994 Εθνική Σχολή Δικαστών αντικαθίσταται ως εξής: γ. Έδρα της Σχολής είναι η Θεσσαλονίκη. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να οριστεί προσωρινά, και έως ότου υπάρξει η αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή για τη στέγαση και την εύρυθμη λειτουργία της Σχολής στη Θεσσαλονίκη, ως έδρα της Σχολής, δήμος ή κοινότητα του Νομού Αττικής, προκειμένου να εξασφαλισθεί η άμεση λειτουργία της από το ακαδημαϊκό έτος 1994-1995.
18.  
    Για το διορισμό υπαλλήλων του Κλάδου ΠΕ Ιατρών ειδικοτήτων των Φυλακών, Σωφρονιστικών και Θεραπευτικών Καταστημάτων ορίζεται ως ανώτατο όριο ηλικίας το 45ο έτος
19.  
    Η κατ αποκοπή αποζημίωση, που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 1153/1981, όπως εκάστοτε ισχύει, για τους μέχρι και του βαθμού του προέδρου πρωτοδικών δικαστικούς λειτουργούς, επεκτείνεται από 1.7.1995 και στους υπαλλήλους των γραμματειών των πολιτικών - ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών, του Συμβουλίου της Επικρατείας, των διοικητικών δικαστηρίων, της Γενικής Επιτροπείας των διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και των έμμισθων υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων, με μείωση κατά ποσοστό 25%. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου (έμμισθοι υποθηκοφυλακείων) εφαρμόζονται και στους υπαλλήλους του Ταμείου Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων και η σχετική δαπάνη βαρύνει τον προϋπολογισμό του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. Το υπό της παρ. 5 του άρθρου 24 του ν. 2145/1993 (ΦΕΚ 88 Α) προβλεπόμενο ποσοστό 0,8% από τα εισπραττόμενα από το ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. ποσά, σύμφωνα με την παρ. 2 του αυτού άρθρου, αυξάνεται σε 3,8%.
20.  
  1. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 62 του ν.δ/τος 3026/1954 Περί του Κώδικα των Δικηγόρων προστίθενται εδάφια, που έχουν ως εξής:
  2. Δικηγόροι που έχουν εκλεγεί βουλευτές ή ευρωβουλευτές δεν επιτρέπεται να παρίστανται κατά τη διάρκεια της θητείας τους σε υποθέσεις ναρκωτικών κατά την προδικασία και ενώπιον των δικαστηρίων.
  3. Η απαγόρευση παράστασης στις άνω υποθέσεις δεν αποτελεί ούτε μερική αναστολή άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος.
  4. Η απαγόρευση δεν ισχύει αν πρόκειται για υποθέσεις των ιδίων, των συζύγων τους ή συγγενών τους εξ αίματος ή αγχιστείας μέχρι το δεύτερο βαθμό.
  5. Δικηγόροι που απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και σε όλους τους Διεθνείς Οργανισμούς, των οποίων είναι μέλος η Ελλάδα, τελούν σε αναστολή του λειτουργήματός τους.
  6. Η διάταξη του εδαφίου α ισχύει αναδρομικώς, αφότου ίσχυσε το άρθρο 47 του ν. 2172/1993.
  7. Η διάταξη του άρθρου 47 του ν. 2172/1993 καταργείται, αφότου ίσχυσε.
Άρθρο Άρθρο17
1.  
    Στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Δικαιοσύνης υπάγονται τα ιδρύματα αγωγής ανηλίκων (πρώην αναμορφωτικά καταστήματα ανηλίκων), που έχουν ως αποστολή την αγωγή, την κοινωνική στήριξη, την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση ανηλίκων, οι οποίοι έχουν αναπτύξει παραβατική συμπεριφορά ή αντιμετωπίζουν δυσχέρειες κοινωνικής προσαρμογής
2.  
    Για την εφαρμογή του παρόντος και του επόμενου άρθρου ο όρος ανήλικοι περιλαμβάνει πρόσωπα ηλικίας από 7 έως και 18 ετών
3.  
    Οι διατάξεις του παρόντος και του επόμενου άρθρου δεν επηρεάζουν την ύπαρξη και λειτουργία άλλων υπηρεσιών, οργανισμών, ιδρυμάτων ή εταιριών που επιδιώκουν τους ίδιους ή παρεμφερείς σκοπούς
4.  
    Στα Ιδρύματα Αγωγής Ανηλίκων εισάγονται ανήλικοι στους οποίους:
  1. επιβάλλεται το αναμορφωτικό μέτρο της τοποθέτησης τους σε κατάλληλο κατάστημα αγωγής κατ άρθρο 122 παρ. 1δ του Ποινικού Κώδικα, β) η τοποθέτηση αυτή επιβάλλεται ως περιοριστικός όρος κατ άρθρο 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
5.  
    Στα Ιδρύματα Αγωγής Ανηλίκων εισάγονται επίσης ανήλικοι οι οποίοι διαβιώνουν σε κοινωνικό περιβάλλον ατόμων, τα οποία τελούν καθ έξη ή κατ επάγγελμα αξιόποινες πράξεις. Στην περίπτωση αυτή για την εισαγωγή είναι αναγκαία η υποβολή αίτησης των προσώπων που έχουν τη γονική μέριμνα του ανηλίκου ή, εφόσον την αίτηση αυτή υποβάλλει οποιοσδήποτε τρίτος, η γραπτή συναίνεσή τους. Η αίτηση υποβάλλεται στον εισαγγελέα πρωτοδικών ή στις αστυνομικές αρχές του τόπου κατοικίας του ανηλίκου και διαβιβάζεται στο Δικαστή Ανηλίκων. Ο τελευταίος αποφασίζει, αφού λάβει υπόψη την προσωπικότητα του ανηλίκου και τις κοινωνικές συνθήκες του περιβάλλοντός του και μετά από γνωμάτευση του Επιμελητή Ανηλίκων.
6.  
    Από την εισαγωγή του ανηλίκου στο Ίδρυμα Αγωγής, το τελευταίο ασκεί τα κατά το άρθρο 1510 του Αστικού Κώδικα δικαιώματα και έχει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη γονική μέριμνα
7.  
    Κατά την εισαγωγή του ανηλίκου στο Ίδρυμα Αγωγής ερευνώνται από το προσωπικό του τελευταίου οι γραμματικές γνώσεις, οι δεξιότητες, οι κλίσεις και τα λοιπά στοιχεία της προσωπικότητάς του. Με βάση τα στοιχεία αυτά και τον εσωτερικό κανονισμό του Ιδρύματος Αγωγής καταρτίζεται το πρόγραμμα αγωγής του, το οποίο περιλαμβάνει την εκπαίδευση, την επαγγελματική κατάρτιση, την πολιτιστική καλλιέργεια, τη φυσική αγωγή και τις ψυχαγωγικές δραστηριότητες. Τα Ιδρύματα Αγωγής ή ιδιαίτερα τμήματά τους μπορούν να εξειδικεύονται ανάλογα με το είδος της εκπαίδευσης ή της επαγγελματικής κατάρτισης που παρέχουν.
8.  
    Για κάθε εισερχόμενο ανήλικο καταρτίζεται δελτίο αγωγής, στο οποίο καταχωρίζονται τα σχετικά με τις γραμματικές του γνώσεις, τις κλίσεις και τις σχέσεις του με την οικογένεια στοιχεία, οι επιδόσεις του κατά την παρακολούθηση του προγράμματος του Ιδρύματος και χαρακτηρισμοί της στάσης του απέναντι στο προσωπικό του Ιδρύματος και στους συντρόφους του. Με βάση τα προκύπτοντα από το δελτίο στοιχεία, στο τέλος του σχολικού έτους ή όποτε τούτο ζητηθεί από το Δικαστή Ανηλίκων, υποβάλλεται στον τελευταίο έκθεση του Ιδρύματος Αγωγής για την πορεία και την πρόοδο του ανηλίκου στα πλαίσια της αγωγής του.
9.  
    Τα παρεχόμενα στα Ιδρύματα Αγωγής Ανηλίκων μαθήματα στοιχειώδους ή μέσης εκπαίδευσης μπορούν να διεξάγονται σε δημόσια σχολεία κάθε περιοχής, όπως ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εθνικής Παιδείας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ειδικό πιστοποιητικό, ανάλογα με την περίπτωση, εκδίδεται για την παρεχόμενη, από το Ίδρυμα ή από προγράμματα στα οποία τούτο συμπράττει, επαγγελματική κατάρτιση.
10.  
    Στους ανήλικους που έχουν εισαχθεί στα Ιδρύματα Αγωγής κατά τις παραγράφους 4 και 5 ο Δικαστής Ανηλίκων μπορεί να χορηγεί άδεια δοκιμασίας ή άδεια για λόγους υγείας. Η άδεια δοκιμασίας χορηγείται ύστερα από αιτιολογημένη γνώμη του Διευθυντή του Ιδρύματος και έχει διάρκεια έως έξι (6) μήνες, η οποία μπορεί να παραταθεί έως έξι (6) μήνες. Η τμηματική χορήγηση της είναι επίσης δυνατή. Η άδεια για λόγους υγείας χορηγείται ύστερα από αιτιολογημένη έκθεση του ιατρού του καταστήματος και αφορά κατ οίκον νοσηλεία.
11.  
    Δυνατή είναι επίσης η χορήγηση από το Διευθυντή του Ιδρύματος αδειών διάρκειας έως είκοσι (20) ημερών για έκτακτες οικογενειακές ανάγκες, για την εξυπηρέτηση εκπαιδευτικών αναγκών, αναγκών της επαγγελματικής κατάρτισης και κατά τις περιόδους εορτών. Αν συντρέχει επιτακτική ανάγκη, άδεια διάρκειας έως είκοσι (20) ημερών χορηγεί και ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση του Διευθυντή του Ιδρύματος.
12.  
    Η απόλυση των ανηλίκων που εισάγονται στα Ιδρύματα Αγωγής Ανηλίκων, σύμφωνα με την παράγραφο 4, χωρεί κατά τα προβλεπόμενα στον Ποινικό Κώδικα ή στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας
13.  
    Η απόλυση των ανηλίκων που εισάγονται κατά την παράγραφο 5 του άρθρου αυτού διατάσσεται από το Δικαστή Ανηλίκων οποτεδήποτε ανακληθεί η αίτηση ή συναίνεση των προσώπων που είχαν τη γονική μέριμνα του ανηλίκου κατά τον Αστικό Κώδικα ή μετά την υποβολή έκθεσης της Διεύθυνσης του Ιδρύματος, εφόσον ο λόγος εισαγωγής τους έχει πάψει να υφίσταται ή ο ανήλικος είναι έτοιμος πλέον να αντιμετωπίσει τις συνθήκες του ανοικτού κοινωνικού περιβάλλοντος. Σε κάθε περίπτωση οι ανήλικοι απολύονται αυτοδικαίως εφόσον συμπληρώσουν το 18ο έτος της ηλικίας τους 14. Ανήλικοι οι οποίοι κρατούνται στα Ιδρύματα Αγωγής Ανηλίκων, κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 4 ή 5 του παρόντος άρθρου, απολύονται, εκτός αν δοθεί γραπτή συναίνεση για την παραμονή τους από τα πρόσωπα που προβλέπονται στην παράγραφο 5. Τη συνδρομή των προϋποθέσεων απολύσεως διαπιστώνει ο κατά τόπο αρμόδιος Δικαστής Ανηλίκων, ύστερα από αίτηση των κατά την παράγραφο 5 προσώπων ή του Διευθυντή του Ιδρύματος Αγωγής του υπό απόλυση ανηλίκου.
Άρθρο Άρθρο18
1.  
    Στην έδρα κάθε πρωτοδικείου λειτουργεί εταιρία προστασίας ανηλίκων ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου εποπτευόμενο από το Υπουργείο Δικαιοσύνης
2.  
    Οι εταιρίες προστασίας ανηλίκων έχουν ως σκοπό την παροχή υλικής και κοινωνικής στήριξης, επαγγελματικής κατάρτισης, εκπαίδευσης, πολιτιστικής καλλιέργειας, ψυχαγωγίας ή, εφόσον τούτο είναι δυνατόν, και στέγης σε ανηλίκους: α) στους οποίους έχουν επιβληθεί αναμορφωτικά μέτρα (άρθρο 122 παρ. 1 περιπτώσεις α, β, γ και παρ. 2), β) οι οποίοι έχουν απολυθεί από Ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων ή από σωφρονιστικό κατάστημα ανηλίκων, γ) κατά των οποίων εκκρεμεί δίωξη για αξιόποινη πράξη, δ) οι οποίοι εμπίπτουν στην παράγραφο 5 του προηγούμενου άρθρου, αλλά η εισαγωγή τους σε Ίδρυμα Αγωγής δεν κρίνεται αναγκαία ή ε) αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσχέρειες κοινωνικής προσαρμογής. Επίσης, παρέχουν δικαστική συνδρομή στους κατηγορούμενους ανηλίκους.
3.  
    Κάθε εταιρία προστασίας ανηλίκων διοικείται από συμβούλιο επταμελές για την Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα και πενταμελές για τις υπόλοιπες πόλεις. Στο συμβούλιο μετέχουν με τριετή θητεία:.
  1. Ένας καθηγητής νομικού ή κοινωνιολογικού μαθήματος σε Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα που εδρεύει ή λειτουργεί στην έδρα κάθε εταιρίας προστασίας ανηλίκων, που υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από τους οικείους τομείς των πανεπιστημιακών τμημάτων.
  2. Αν δεν υπάρχουν τα παραπάνω τμήματα στην έδρα της εταιρίας, στο συμβούλιο μετέχει καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, που υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από την τοπική Ένωση Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης.
  3. Ένας καθηγητής παιδαγωγικού μαθήματος σε Παιδαγωγικό Τμήμα Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος που εδρεύει ή λειτουργεί στην έδρα της εταιρίας προστασίας ανηλίκων, που υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από το οικείο τμήμα.
  4. Αν δεν υπάρχει το παραπάνω τμήμα, στο συμβούλιο μετέχει καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, που υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από την τοπική Ένωση Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης.
  5. Ένας επιμελητής ανηλίκων, που υπηρετεί στο πρωτοδικείο της έδρας κάθε εταιρίας προστασίας ανηλίκων, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του, σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 3 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και, αν δεν υπάρχει διδάσκαλος που υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από το τοπικό Συμβούλιο της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδος.
  6. Ένας δικηγόρος, που υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από τον τοπικό δικηγορικό σύλλογο
  7. Ένας εκπρόσωπος του δήμου όπου εδρεύει κάθε εταιρία, που υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από το δήμαρχο.
  8. Στα επταμελή συμβούλια, μετέχουν και.
  9. ένας οικονομολόγος,
  10. ένας παιδοψυχίατρος ή ψυχολόγος ή κοινωνικός λειτουργός, που υποδεικνύονται από τους οικείους συνδέσμους
4.  
    Τα αναπληρωματικά μέλη μετέχουν στο Δ.Σ. εφόσον το τακτικό μέλος με την αντίστοιχη ιδιότητα δεν υπάρχει, κωλύεται ή απουσιάζει.
5.  
    Τα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των εταιριών προστασίας ανηλίκων διορίζει ο Υπουργός Δικαιοσύνης, μετά από εισήγηση του οικείου νομάρχη. Για το σκοπό αυτόν, ο νομάρχης, τρεις (3) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας προστασίας ανηλίκων, συντάσσει και αποστέλλει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης την εισήγησή του, λαμβάνοντας υπόψη τις υποδείξεις των συλλογικών οργάνων στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης ορίζει και τον πρόεδρο κάθε Διοικητικού Συμβουλίου.
6.  
    Το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε εταιρίας προστασίας ανηλίκων στην πρώτη μετά τη συγκρότησή του συνεδρίαση εκλέγει από τα μέλη του αντιπρόεδρο, γραμματέα και ταμία
7.  
    Ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να ορίσει, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου εταιρίας, ως επίτιμο πρόεδρο εταιρίας προστασίας ανηλίκων πρόσωπο που προσέφερε για μεγάλο χρονικό διάστημα αξιόλογες υπηρεσίες στον τομέα της προστασίας των ανηλίκων
8.  
    Το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε εταιρίας προστασίας ανηλίκων μπορεί να συγκροτεί ομάδες κατάλληλων προσώπων, τα οποία προσφέρουν εθελοντική συνδρομή για την εκπλήρωση των σκοπών της εταιρίας (π.χ. υποβοήθηση της εκπαίδευσης ή κατάρτισης, οργάνωση πολιτιστικών ή ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων, παροχή δικαστικής συνδρομής κ.λπ.).
9.  
    Οι εταιρίες προστασίας ανηλίκων μπορούν να αναθέτουν σε επιμελητές ανηλίκων, εντός του κύκλου των καθηκόντων των τελευταίων, έργα αναγόμενα στην υποβοήθηση των σκοπών τους
10.  
    Οι εταιρίες προστασίας ανηλίκων έχουν δική τους περιουσία, προερχόμενη από επιχορηγήσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή άλλων αρχών ή οργανισμών, από εισφορές, δωρεές ή κληροδοτήματα ιδιωτών, καθώς και από έσοδα από εκδηλώσεις ή δραστηριότητες που ασκούνται στο πλαίσιο της λειτουργίας τους
11.  
    Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, θεσπίζονται κανονισμοί λειτουργίας των εταιριών προστασίας ανηλίκων. Μέχρι την έκδοση των παραπάνω προεδρικών διαταγμάτων παραμένουν σε ισχύ οι υφιστάμενοι κανονισμοί λειτουργίας.
12.  
    Τα κεφάλαια Α και Γ του α.ν. 2724/1940 Περί οργανώσεως και λειτουργίας αναμορφωτικών καταστημάτων ανηλίκων, όπως τροποποιημένος ίσχυε κατά τη δημοσίευση του παρόντος, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου. καταργούνται.
13.  
    Εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, ο οικείος νομάρχης, αφού ζητήσει και λάβει τις υποδείξεις των προβλεπόμενων στην παράγραφο 3 συλλογικών οργάνων, διαβιβάζει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης την εισήγησή του για τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της οικείας εταιρίας προστασίας ανηλίκων. Η θητεία των υφιστάμενων κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Διοικητικών Συμβουλίων λήγει από το διορισμό των νέων μελών από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 2008/1 2008
ΑΠΟΦΑΣΗ 1994/5279 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1994/5279 1994
ΝΟΜΟΣ 1950/1608 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1950/1608 1950
ΝΟΜΟΣ 1977/663 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1977/663 1977
ΝΟΜΟΣ 1977/670 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1977/670 1977
ΝΟΜΟΣ 1978/834 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1978/834 1978
ΝΟΜΟΣ 1981/1153 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1981/1153 1981
ΝΟΜΟΣ 1982/1256 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1982/1256 1982
ΝΟΜΟΣ 1982/1290 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1982/1290 1982
ΝΟΜΟΣ 1983/1386 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1983/1386 1983
ΝΟΜΟΣ 1983/1406 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1983/1406 1983
ΝΟΜΟΣ 1984/1505 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1984/1505 1984
ΝΟΜΟΣ 1986/1649 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1986/1649 1986
ΝΟΜΟΣ 1986/1653 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1986/1653 1986
ΝΟΜΟΣ 1987/1682 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1987/1682 1987
ΝΟΜΟΣ 1988/1756 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1988/1756 1988
ΝΟΜΟΣ 1988/1805 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1988/1805 1988
ΝΟΜΟΣ 1988/1810 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1988/1810 1988
ΝΟΜΟΣ 1989/1851 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1989/1851 1989
ΝΟΜΟΣ 1989/1868 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1989/1868 1989
ΝΟΜΟΣ 1990/1877 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1990/1877 1990
ΝΟΜΟΣ 1990/1882 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1990/1882 1990
ΝΟΜΟΣ 1990/1892 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1990/1892 1990
Περί απονοµής συντάξεως και παροχής βοηθείας σε θύµατα τροµοκρατίας, τροποποιήσεως διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικο. νοµίας και άλλων διατάξεων. 1990/1897 1990
ΝΟΜΟΣ 1991/1921 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1991/1921 1991
ΝΟΜΟΣ 1991/1968 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1991/1968 1991
Ρύθμιση του θεσμού των Επιμελητηρίων, τροποποίηση των διατάξεων του V.-1712/1987 για τον εκσυγχρονισμό των επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών και άλλες διατάξεις. 1992/2081 1992
ΝΟΜΟΣ 1993/2129 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1993/2129 1993
Ρύθμιση θεμάτων εκτελέσεως πάνων, επιταχύνσεως και εκσυγχρονισμού των διαδικασιών απονομής της δικαιοσύνης και άλλων θεμάτων 1993/2145 1993
Κίνητρα ανάπτυξης επιχειρήσεων, διαρρυθμίσεις στην έμμεση και άμεση φορολογία και άλλες διατάξεις. 1993/2166 1993
Τροποποίηση και αντικατάσταση διατάξεων του Ν. 1756/ 1988 «Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών», του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις. 1993/2172 1993
Ρύθμιση θεμάτων σχετικών με τη σύναψη και διαχείριση δανείων του Ελληνικού Δημοσίου από το εσωτερικό και το εξωτερικό και άλλες διατάξεις. 1994/2187 1994
Προσωρινή κράτηση και έλεγχος της διάρκειάς της, αναστολή ποινών, απόλυση υπό όρο, επιτάχυνση διαδικασίας πολιτικών υποθέσεων και άλλες διατάξεις. 1994/2207 1994
Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις. 1994/2214 1994
Ρύθμιση θεμάτων εργασίας, συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων και οργάνωσης Υπουργείου Εργασίας και των εποπτευομένων από αυτό νομικών προσώπων και άλλες διατάξεις. 1994/2224 1994
Εθνική Σχολή Δικαστών. 1994/2236 1994
Συμπλήρωση διατάξεων για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και άλλες διατάξεις. 1994/2240 1994
ΝΟΜΟΣ 1994/702 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1994/702 1994
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1954/3026 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1954/3026 1954
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1971/908 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1971/908 1971
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1974/356 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1974/356 1974
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ 1936/192 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1936/192 1936
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ 1940/2724 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1940/2724 1940
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ 1967/125 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1967/125 1967
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ 1989/1851 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1989/1851 1989
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1980/774 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1980/774 1980
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1988/256 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1988/256 1988
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1989/18 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1989/18 1989
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Συγχώνευση του κλάδου σύνταξης του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων (Τ.Ε.Α.-Π.Ε.Λ.) στον Τομέα Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών που λειτουργεί στο Ι.Κ.Α. (Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ.) και ρύθμιση άλλων θεμάτων κοινωνικής ασφάλισης. 1995/2335 1995
Δαπάνες κίνησης των μετακινούμενων προσώπων με εντολή του Δημοσίου εντός και εκτός της Επικράτειας για εκτέλεση υπηρεσίας και άλλες διατάξεις 1995/2346 1995
Ρυθμίσεις θεμάτων εθνικών κληροδοτημάτων, δημοσίων και ανταλλαξίμων κτημάτων και άλλες διατάξεις. 1996/2386 1996
Τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, του Κώδικα Βασικών Κανόνων για τη Μεταχείριση των Κρατουμένων και άλλες διατάξεις. 1996/2408 1996
Ρύθμιση θεμάτων προσφύγων κατά τροποποίηση των διατάξεων του Ν. 1975/1991 και άλλες διατάξεις. 1996/2452 1996
Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, επιτάχυνση των δικών, δικονομικές απλουστεύσεις και άλλες διατάξεις. 1997/2479 1997
Ειδικό μισθολόγιο δικαστικών λειτουργών, μισθολόγια κύριου προσωπικού Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και ιατροδικαστών και άλλες διατάξεις. 1997/2521 1997
Φορολογικές διαρρυθμίσεις και άλλες διατάξεις 1998/2579 1998
Τροποποίηση της νομοθεσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων. 2001/2944 2001
Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατάσταση των Λειτουργών και των Υπαλλήλων του. 2002/3086 2002
Αναμόρφωση της ποινικής νομοθεσίας ανηλίκων και άλλες διατάξεις. 2003/3189 2003
Βελτίωση και επιτάχυνση των διαδικασιών της δίκης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και άλλες διατάξεις 2008/3659 2008
Εταιρεία ιδιωτικών πλοίων αναψυχής, επιβολή ειδικού φόρου και έκτακτης εισφοράς στα πλοία αναψυχής, ρύθμιση φορολογικών θεμάτων, θεμάτων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και λοιπές διατάξεις. 2009/3790 2009
Επιλογή δικαστικών λειτουργών στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης και επαναφορά του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων 2010/3841 2010
Βελτιώσεις της ποινικής νομοθεσίας για τους ανήλικους δράστες, πρόληψη και αντιμετώπιση της θυματοποίησης και της εγκληματικότητας των ανηλίκων. 2010/3860 2010
Κατανομή νέων και ανακατανομή οργανικών θέσεων Εισαγγελικών λειτουργών. 1996/35 1996
Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου 1997/376 1997
Διάκριση σε κλάδους και ειδικότητες των 33 θέσεων ΠΕ Κατηγορίας που έχουν συσταθεί στα Καταστήματα Κράτησηςμε τις διατάξεις του άρθρου8 του Ν.2298/95 1997/58 1997
Τροποποίηση του π.δ/τος 376/1997 «Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου» (Α΄ 246), όπως ισχύει. 2005/263 2005
Τροποποίηση του π.δ/τος 376/1997 «Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου» (Α΄ 246), όπως ισχύει. 2006/224 2006
Τροποποίηση του π.δ/τος 376/1997 «Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου» (Α΄ 246), όπως ισχύει. 2009/141 2009