ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Νόμος

ΚΩΔΙΚΟΣ

1995/2331

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

1995-08-24

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1995-08-24

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

1995-08-24

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και άλλες ποινικές διατάξεις - Ολομέλεια Αρείου Πάγου - Διαιτησίες και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
Άρθρο 1 Για την εφαρμογή των διατάξεων του πρώτου κεφαλαίου αυτού του νόμου οι ακόλουθοι όροι έχουν την εξής έννοια: α. Εγκληματική δραστηριότητα, τα εγκλήματα που προβλέπονται από τις εξής διατάξεις, όπως ισχύουν: αα) Τα εγκλήματα που προβλέπονται από το νόμο για την καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών. αβ) Τα εγκλήματα της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του ν. 2168/1993 όπλα, πυρομαχικά κ.λπ. αγ) Της ληστείας (άρθρο 380 Ποινικού Κώδικα). αδ) Της εκβίασης (άρθρο 385 παρ. 1, περίπτ. α-β Ποινικού Κώδικα). αε) Της αρπαγής (άρθρο 322 Ποινικού Κώδικα). αστ) Της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρο 372 παράγραφος 1 εδάφιο β Ποινικού Κώδικα) και των διακεκριμένων περιπτώσεων κλοπής του άρθρου 374 περίπτωση α-στ του Ποινικού Κώδικα. αζ) Της υπεξαίρεσης, αν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρο 375 παράγραφος 1β του Ποινικού Κώδικα) ή αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ή συντρέχουν οι λοιπές περιστάσεις του άρθρου 375 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα. αη) Της απάτης, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη (άρθρο 386 παράγραφος 1 εδάφιο β του Ποινικού Κώδικα) ή αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος (άρθρο 386 παράγραφος 3 του Ποινικού Κώδικα). αθ) Της παράνομης εμπορίας αρχαιοτήτων. αι) Της κλοπής φορτίου πλοίου, αν το αντικείμενό της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (άρθρο 217 παράγραφος 1 εδάφιο β Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου). αια) Τα προβλεπόμενα υπό τα στοιχεία γ και δ εδάφιο δεύτερο της παραγράφου 2 και από την παράγραφο 3 του άρθρου 10 του ν. 1383/1983 αφαιρέσεις και μεταμοσχεύσεις ανθρωπίνων ιστών και οργάνων. αιβ) Της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 περί αυξήσεων των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του δημοσίου, όπως ισχύει. αιγ) Της λαθρεμπορίας, όταν εμπίπτουν στις περιπτώσεις του άρθρου 102 παράγραφος 1 Β του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918, όπως ισχύει). αιδ) Τα προβλεπόμενα από το ν.δ. 181/1974 περί προστασίας εξ ιοντιζουσών ακτινοβολιών. αιε) Τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 349 του Ποινικού Κώδικα. αιστ) Τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα από τις διατάξεις του β.δ/τος 29/1971 περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των ισχυουσών διατάξεων περί τυχηρών και μη παιγνίων. β. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα: Τα εγκλήματα τα προβλεπόμενα στο επόμενο άρθρο. γ. Περιουσία: Περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άυλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων. δ. Πιστωτικό ίδρυμα: Επιχείρηση, η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην αποδοχή καταθέσεων από το κοινό» ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και στη χορήγηση πιστώσεων για λογαριασμό της, καθώς και το στερούμενο ίδιας νομικής προσωπικότητας υποκατάστημα ή γραφείο αντιπροσωπείας στην Ελλάδα πιστωτικού ιδρύματος που έχει την έδρα του στην αλλοδαπή. Περισσότερα υποκαταστήματα στην ημεδαπή του ίδιου αλλοδαπού πιστωτικού ιδρύματος θεωρούνται ως ενιαίο πιστωτικό ίδρυμα. Στον ορισμό αυτόν εμπίπτει επίσης το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.), η Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως (Ε.Τ.Β.Α.) και η Τράπεζα της Ελλάδος (Τ.Ε.). ε. Χρηματοπιστωτικός οργανισμός: Επιχείρηση, η οποία δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται σε τοποθετήσεις σε τίτλους ή στην άσκηση μιας ή περισσοτέρων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα σημεία β-ιβ του άρθρου 24 του ν. 2076/1992 Ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις. Στην έννοια του χρηματοπιστωτικού οργανισμού, για τις ανάγκες των διατάξεων του πρώτου κεφαλαίου του νόμου αυτού, περιλαμβάνονται ιδίως οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων, τα μέλη του Χρηματιστηρίου και όσοι ενεργούν για λογαριασμό τους, κάθε δραστηριότητα ανταλλαγής συναλλάγματος, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της καταναλωτικής πίστης, οι ασφαλιστικές εταιρίες, καθώς και τα υποκαταστήματα χρηματοπιστωτικών οργανισμών που έχουν την έδρα τους στην αλλοδαπή. στ. Αρμόδια Αρχή: Για τα πιστωτικά ιδρύματα, τις εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης, τις εταιρίες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων τρίτων, τις εταιρίες επιχειρηματικού κεφαλαίου και τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος, η Τράπεζα της Ελλάδος. Για τις ασφαλιστικές εταιρίες, το Υπουργείο Εμπορίου και τους λοιπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. ζ. Αρμόδιος Φορέας: Η προβλεπόμενη από το άρθρο 7 Επιτροπή. Άρθρο 2 1.Με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής. 2.Όποιος εξεταζόμενος από δικαστικές αρχές ως μάρτυς, ή από άλλες αρμόδιες αρχές ή αναφερόμενος σ αυτές, υπό οιανδήποτε ιδιότητα με πρόθεση αποκρύπτει ή συγκαλύπτει την αλήθεια όσον αφορά τη φύση, προέλευση, διάθεση ή διακίνηση περιουσίας ή τον τόπο στον οποίο η περιουσία αυτή βρίσκεται, γνωρίζοντας ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξι μηνών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης τιμωρίας του. Το δικαστήριο δύναται να μην επιβάλει ποινή, αν ο εξεταζόμενος ή αναφερόμενος είναι σύζυγος ή συγγενής εξ αίματος μέχρι δευτέρου βαθμού με εκείνον ο οποίος ανέπτυξε εγκληματική δραστηριότητα. 3.Όποιος ιδρύει ή αποκτά επιχείρηση ή συνιστά οργάνωση με σκοπό τη διάπραξη εγκλήματος της πρώτης παραγράφου ή εν γνώσει συμμετέχει σε τέτοια επιχείρηση ή οργάνωση ή παρέχει σε άλλον συμβουλές για τη διάπραξη τέτοιου εγκλήματος, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστο δύο ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης τιμωρίας του. 4.Τα εγκλήματα του άρθρου αυτού τιμωρούνται ακόμη και αν τελέστηκαν στην αλλοδαπή. 5.Τα κακουργήματα που προβλέπονται στο άρθρο αυτό δικάζονται από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. 6.Περιουσία που αποτελεί προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας ή που αποκτήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από προϊόν τέτοιας εγκληματικής δραστηριότητας ή περιουσία που χρησιμοποιήθηκε, εν όλω ή εν μέρει, για εγκληματική δραστηριότητα κατάσχεται και, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αποδόσεως της στον ιδιοκτήτη κατά τα άρθρα 310 παράγραφος 2 και 373 Κ.Π.Δ., δημεύεται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση. Η δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν η περιουσία ανήκει σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει της εγκληματικής δραστηριότητας κατά το χρόνο κτήσεως της περιουσίας. 7.Σε περίπτωση καταδίκης για απόπειρα τελέσεως εγκλήματος από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 στοιχείο α κατάσχεται και δημεύεται η περιουσία την οποία ο δράστης σκόπευε να χρησιμοποιήσει στο έγκλημα. 8.Δήμευση διατάσσεται και όταν δεν ασκήθηκε δίωξη λόγω θανάτου του υπαιτίου ή η δίωξη που ασκήθηκε έπαυσε ή κηρύχθηκε απαράδεκτη. Στις περιπτώσεις αυτές η δήμευση διατάσσεται με βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου ή με απόφαση του δικαστηρίου που παύει ή κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη και αν δεν ασκήθηκε δίωξη, με βούλευμα του κατά τόπον αρμόδιου συμβουλίου πλημμελειοδικών. Οι διατάξεις του άρθρου 492 Κ.Π.Δ. εφαρμόζονται αναλόγως και στην προκειμένη περίπτωση, εκτός αν η απόφαση ή το βούλευμα εκδόθηκε από τον Άρειο Πάγο ή δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο που αποφαίνεται τελεσιδίκως. Εφαρμόζονται επίσης αναλόγως και οι διατάξεις του άρθρου 504 παράγραφος 3 Κ.Π.Δ., εκτός αν η απόφαση εκδόθηκε από τον Άρειο Πάγο. 9.Τρίτος, κατά της περιουσίας του οποίου διατάχθηκε δήμευση, χωρίς να συμμετάσχει στη δίκη, ούτε να κλητευθεί, δικαιούται να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως της σχετικής διάταξης της απόφασης, μέσα σε τρεις μήνες από την επίδοσή της σ αυτόν. Τα άρθρα 492 και 504 παράγραφος 3 Κ.Π.Δ. εφαρμόζονται αναλόγως και στην προκειμένη περίπτωση. 10.Αν η αναφερόμενη στην παράγραφο 6 του άρθρου αυτού περιουσία δεν υπάρχει πλέον ή δεν έχει βρεθεί, επιβάλλεται χρηματική ποινή ίση με την κατά το χρόνο της καταδικαστικής απόφασης αξία της περιουσίας αυτής, την οποία προσδιορίζει το δικαστήριο. Άρθρο 3 1.Το Δημόσιο μπορεί, ύστερα από γνωμάτευση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, να αξιώσει ενώπιον των αρμόδιων πολιτικών δικαστηρίων από τον αμετακλήτως καταδικασμένο σε ποινή καθείρξεως ή σε ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών ετών, για έγκλημα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 στοιχείο α του νόμου αυτού, κάθε περιουσία που αυτός έχει αποκτήσει από έγκλημα αναφερόμενο στην ίδια διάταξη, έστω και αν γι αυτό δεν χώρησε καταδίκη. Με την ίδια διαδικασία δημεύεται και κάθε περιουσία που το πρόσωπο αυτό απέκτησε κατά τα τελευταία πέντε έτη πριν από το χρόνο τελέσεως εγκλήματος, που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχ. α του νόμου αυτού για το οποίο χώρησε καταδίκη και μέχρι το χρονικό σημείο που η καταδίκη αυτή έγινε αμετάκλητη. Η περιουσία αυτή τεκμαίρεται υπέρ του Δημοσίου ότι αποκτάται από έγκλημα που αναφέρεται στην ίδια διάταξη, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. 2.Αν η περιουσία μεταβιβάστηκε σε τρίτο, ο καταδικασμένος υποχρεούται σε αποζημίωση ίση με την αξία της, κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής. Η παραπάνω αξίωση μπορεί να ασκηθεί και κατά τρίτου που απέκτησε από χαριστική αιτία, εφόσον κατά το χρόνο της κτήσης ήταν σύζυγος ή συγγενής εξ αίματος κατ ευθεία γραμμή με τον καταδικασμένο ή αδελφός του ή θετό τέκνο του, καθώς και εναντίον κάθε τρίτου που απέκτησε μετά την άσκηση κατά του καταδικασμένου ποινικής δίωξης για το πιο πάνω έγκλημα και τελούσε σε κακή πίστη, αν κατά το χρόνο που απέκτησε γνώριζε την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του καταδικασμένου. Ο τρίτος και ο καταδικασμένος ευθύνονται εις ολόκληρον. Άρθρο 4 1.Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί οφείλουν κατά τη σύναψη συμβάσεων, στα πλαίσια οποιασδήποτε επιχειρηματικής σχέσης και ιδίως κατά το άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων οποιασδήποτε φύσεως, κατά τη σύναψη συμβάσεως παροχής υπηρεσιών φυλάξεως περιουσιακών στοιχείων και κατά τη μίσθωση θυρίδας θησαυροφυλακείου, καθώς και κατά τη σύναψη συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου, να απαιτούν την απόδειξη της ταυτότητας του συναλλασσομένου. Η απόδειξη γίνεται με την επίδειξη του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ή του διαβατηρίου ή άλλου δημοσίου εγγράφου. Από τα στοιχεία πρέπει πάντως να προκύπτουν η παρούσα διεύθυνση κατοικίας, το ήδη ασκούμενο από το συμβαλλόμενο ή συναλλασσόμενο επάγγελμα και η επαγγελματική του διεύθυνση. Εκτός από τις αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο συναλλαγές, η υποχρέωση αυτή υπάρχει και για κάθε συναλλαγή, το ποσό της οποίας είναι ισότιμο σε δραχμές με δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρωπαϊκές νομισματικές μονάδες (ΕΝΜ/ΕCU) τουλάχιστον, είτε γίνεται με μία πράξη είτε με περισσότερες που γίνονται την ίδια ημέρα ή ανάγονται στην ίδια έννομη σχέση. Αν το ποσό δεν είναι γνωστό κατά το χρόνο της συναλλαγής, το πιστωτικό ίδρυμα ή ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός εξακριβώνει την ταυτότητα μόλις πληροφορηθεί το ποσό ή διαπιστώσει ότι αυτό ανέρχεται στο ισότιμο των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ΕΝΜ/ΕCU τουλάχιστον. 2.Όταν ο συμβαλλόμενος ή συναλλασσόμενος ενεργεί για λογαριασμό άλλου, εκτός από την απόδειξη της δικής του ταυτότητας κατά την παράγραφο 1, οφείλει να αποδείξει και τα στοιχεία του τρίτου, φυσικού ή νομικού προσώπου, για λογαριασμό του οποίου ενεργεί. Το πιστωτικό ίδρυμα ή ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός οφείλει να εξακριβώσει την αλήθεια και των στοιχείων αυτών και όταν ο συμβαλλόμενος ή συναλλασσσόμενος δεν προβεί στην πιο πάνω δήλωση, αλλά υπάρχει βάσιμη αμφιβολία για το αν ενεργεί για δικό του λογαριασμό ή βεβαιότητα ότι ενεργεί για λογαριασμό άλλου. 3.Σε περίπτωση που υπάρχει αμφιβολία για το αν οι συμβαλλόμενοι ή συναλλασσόμενοι, που αναφέρουν οι προηγούμενες παράγραφοι, ενεργούν για ίδιο λογαριασμό ή σε περίπτωση βεβαιότητας για το ότι δεν ενεργούν για ίδιο λογαριασμό, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί λαμβάνουν τα ευλόγως απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συλλέξουν πληροφορίες για την πραγματική ταυτότητα των προσώπων για λογαριασμό των οποίων αυτοί ενεργούν. 4.Κατά παρέκκλιση από τα αναφερόμενα στις προηγούμενες παραγράφους, δεν απαιτείται εξακρίβωση της ταυτότητας: α) Στις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται από ασφαλιστικές εταιρίες, οι οποίες υπάγονται κατά το άρθρο 1 στις διατάξεις του νόμου αυτού, αν το ποσό του ασφαλίστρου ή των περιοδικών ασφαλίστρων, που πρόκειται να καταβληθούν κατά τη διάρκεια ενός έτους, δεν υπερβαίνει το ισάξιο χιλίων (1.000) ΕΝΜ/ΕCU ή στην περίπτωση εφάπαξ καταβολής το ισάξιο δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ΕΝΜ/ΕCU. Αν το ασφάλιστρο ή τα περιοδικά ασφάλιστρα που πρόκειται να καταβληθούν κατά τη διάρκεια ενός έτους αυξηθούν έτσι ώστε να υπερβούν το κατώτατο όριο των χιλίων (1.000) ΕΝΜ/ΕCU, απαιτείται η εξακρίβωση ταυτότητας. β) Στις συμβάσεις συνταξιοδοτικής ασφάλισης που συνάπτονται βάσει συμβάσεων εργασίας ή επαγγελματικής δραστηριότητας του ασφαλισμένου, υπό τον όρο ότι οι συμβάσεις αυτές δεν περιλαμβάνουν ρήτρα εξαγοράς ούτε μπορεί να χρησιμεύσουν ως εγγύηση δανείου. 5.Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί έχουν την ευχέρεια κατά την κρίση των, αλλά δεν υποχρεούνται να προβαίνουν στην κατά το άρθρο αυτό εξακρίβωση ταυτότητας, όταν ο συναλλασσόμενος είναι πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοπιστωτικός οργανισμός, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή οργανισμός που ανήκει κατά 51% τουλάχιστον στο Δημόσιο. 6.Εξακρίβωση της ταυτότητας γίνεται και σε κάθε περίπτωση που υπάρχει σοβαρή υπόνοια ότι πρόκειται για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. 7.Τα στοιχεία, τα σχετικά με τις παραπάνω συμβάσεις και συναλλαγές, και τα νομιμοποιητικά έγγραφα φυλάσσονται από το πιστωτικό ίδρυμα ή τον χρηματοπιστωτικό οργανισμό για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών: α) όσον αφορά τις συμβάσεις, μετά τη λήξη των σχέσεων τους με τους πελάτες τους, β) όσον αφορά τις συναλλαγές, από τη διενέργεια της τελευταίας συναλλαγής, εκτός αν και στις δύο περιπτώσεις, επιβάλλεται από άλλη διάταξη νόμου η φύλαξή τους επί μακρότερο χρονικό διάστημα. 8.Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των κατά τις προηγούμενες παραγράφους υποχρεώσεων του, μπορεί να επιβληθεί σε βάρος του πιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοπιστωτικού οργανισμού, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση της Αρμόδιας Αρχής, πρόστιμο πεντακοσίων χιλιάδων έως πενήντα εκατομμυρίων δραχμών. 9.Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί οφείλουν: α) να εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή κάθε συναλλαγή που από τη φύση της μπορεί να συνδεθεί με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, β) να θεσπίζουν διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και επικοινωνίας, ώστε να προλαμβάνουν και να εμποδίζουν τη διενέργεια συναλλαγών που συνδέονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, γ) να μεριμνούν ώστε οι διαδικασίες της παραγράφου αυτής να εφαρμόζονται και στα υποκαταστήματά τους του εξωτερικού, εκτός αν αυτό απαγορεύεται από τη σχετική αλλοδαπή νομοθεσία, οπότε ενημερώνουν την αρμόδια εισαγγελική αρχή. Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να προσδιορίζονται ενδεικτικώς ειδικότερα κριτήρια ή στοιχεία των συναλλαγών αυτών, καθώς και ο τρόπος, τα όργανα και οι λεπτομέρειες ασκήσεως σχετικού ελέγχου. 10.Κάθε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός οφείλει να ορίσει ένα διευθυντικό στέλεχος, στο οποίο τα άλλα διευθυντικά στελέχη και οι υπάλληλοι θα αναφέρουν κάθε συναλλαγή που θεωρούν ύποπτη νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και κάθε γεγονός του οποίου λαμβάνουν γνώση λόγω της υπηρεσίας τους και το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει ένδειξη εγκληματικής δραστηριότητας. Στα υποκαταστήματα η αναφορά αυτή γίνεται κατευθείαν στο διευθυντή του υποκαταστήματος, ο οποίος αναφέρεται αμέσως στο αρμόδιο διευθυντικό στέλεχος αν συμμερίζεται τις υπόνοιες. Αν ο διευθυντής του υποκαταστήματος ή ο αναπληρωτής του κωλύεται ή αρνείται ή αμελεί ή δεν συμμερίζεται τις υπόνοιες του αναφερόντος υπαλλήλου, τότε ο υπάλληλος αναφέρεται στο αρμόδιο διευθυντικό στέλεχος. Ο τελευταίος ενημερώνει σχετικά, τηλεφωνικώς και με εμπιστευτικό έγγραφο, τον Αρμόδιο Φορέα παρέχοντας του συγχρόνως κάθε χρήσιμη πληροφορία ή στοιχείο, αν μετά από την εξέταση που πραγματοποιεί κρίνει ότι οι πληροφορίες και τα υπάρχοντα στοιχεία αποτελούν ένδειξη εγκληματικής δραστηριότητας. 11.Την κατά την προηγούμενη παράγραφο υποχρέωση ενημερώσεως του Φορέα έχει και κάθε υπάλληλος της Αρμόδιας Αρχής, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο επιφορτισμένο με τη διενέργεια ελέγχου σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, αν κατά την άσκηση των καθηκόντων του υποπέσουν στην αντίληψη του γεγονότα τα οποία ενδέχεται να αποτελούν ένδειξη νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. 12.Τα πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί οφείλουν να μην πραγματοποιούν συναλλαγές για τις οποίες γνωρίζουν ή βάσιμα υποπτεύονται ότι συνδέονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, εκτός αν για την άμεση πραγματοποίηση της συναλλαγής συντρέχει επείγουσα περίπτωση ή αυτό επιβάλλεται από τη φύση της, καθώς και όταν η μη πραγματοποίηση της συναλλαγής ενδέχεται να δυσχεράνει την αποκάλυψη αποδεικτικών στοιχείων ή προσώπων που πιθανόν ενέχονται σε νομιμοποίηση εσόδων. Στην περίπτωση αυτή η αναφορά υποβάλλεται αμέσως μετά τη συναλλαγή. 13.Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί οφείλουν να παρέχουν στον Αρμόδιο Φορέα, στην εισαγγελική αρχή, στον ανακριτή και στο δικαστήριο, όταν τους ζητηθεί, τις απαιτούμενες πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία για όλες τις δραστηριότητες που αναφέρονται στις παραγράφους 1-8 του άρθρου αυτού ή τη διενέργεια άλλων συναλλαγών όταν, κατά την κρίση του Φορέα, της εισαγγελικής ή δικαστικής αρχής είναι πιθανόν να σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ή υπάρχει περίπτωση δημεύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου αυτού. Η σχετική αλληλογραφία είναι εμπιστευτική. Αν όμως ασκηθεί ποινική δίωξη για εγκληματική δραστηριότητα, η σχετική αλληλογραφία αποτελεί στοιχείο της δικογραφίας. Αλλιώς τίθεται στο αρχείο και παραμένει μυστική. 14.Οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους πληροφορίες και τα στοιχεία χρησιμοποιούνται μόνο σε δίκες που αφορούν εγκληματική δραστηριότητα ή νομιμοποίηση εσόδων από τέτοια δραστηριότητα. 15.Η γνωστοποίηση πληροφοριών και στοιχείων, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, όταν γίνεται καλόπιστα, δεν αποτελεί άδικη ή αντισυμβατική πράξη και δεν μπορεί να θεμελιώσει οποιουδήποτε είδους ευθύνη. 16.Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, οι υπάλληλοι και τα διευθυντικά στελέχη της παραγράφου 10, καθώς και τα κατά την παράγραφο 11 πρόσωπα, απαγορεύεται να γνωστοποιούν το γεγονός ότι διαβιβάστηκαν ή ζητήθηκαν πληροφορίες ή ότι διεξάγεται έρευνα για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα σε αυτόν τον οποίο αφορούν οι πληροφορίες ή σε τρίτους. Όποιος από πρόθεση παραβιάζει το κατά την παράγραφο αυτή καθήκον εχεμύθειας, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή. 17.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Εμπορίου, αναπροσαρμόζονται τα προβλεπόμενα από το άρθρο αυτό ποσά. Άρθρο 5 1.Όταν διεξάγεται τακτική ανάκριση για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, μπορεί ο ανακριτής, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, να απαγορεύσει την κίνηση των λογαριασμών που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, καθώς και το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακείου του κατηγορουμένου, έστω και κοινών οποιουδήποτε είδους με άλλο πρόσωπο, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί αυτοί ή οι θυρίδες περιέχουν χρήματα ή πράγματα που προέρχονται από νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Το ίδιο ισχύει και όταν διεξάγεται ανάκριση για εγκληματική δραστηριότητα και υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί ή οι θυρίδες περιέχουν χρήματα ή πράγματα που υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτού του νόμου. Σε περίπτωση διεξαγωγής προκαταρκτικής εξετάσεως ή προανακρίσεως, η απαγόρευση της κινήσεως των λογαριασμών ή του ανοίγματος των θυρίδων μπορεί να διαταχθεί από το δικαστικό συμβούλιο. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα του συμβουλίου επέχει θέση εκθέσεως κατασχέσεως, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου ή του τρίτου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό ή θυρίδα και επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στο διευθυντικό στέλεχος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού ή στο διευθυντή του υποκαταστήματος του τόπου όπου εδρεύει ο ανακριτής ή ο εισαγγελέας. Σε περίπτωση κοινού λογαριασμού ή κοινής θυρίδας επιδίδεται και στον τρίτο. 2.Η κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγόρευση ισχύει από τη χρονική στιγμή της επίδοσης στο πιστωτικό ίδρυμα ή στο χρηματοπιστωτικό οργανισμό της διάταξης του ανακριτή ή του βουλεύματος. Από τότε απαγορεύεται το άνοιγμα της θυρίδας και είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου τυχόν εκταμίευση χρημάτων από το λογαριασμό. Διευθυντικό στέλεχος ή υπάλληλος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή. 3.Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, μπορεί ο ανακριτής ή το δικαστικό συμβούλιο να διατάξει την απαγόρευση εκποιήσεως ορισμένου ακινήτου του κατηγορουμένου. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επέχει θέση εκθέσεως κατασχέσεως, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου και επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στον αρμόδιο φύλακα μεταγραφών, ο οποίος υποχρεούται να προβεί την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα οικεία βιβλία και να αρχειοθετήσει το έγγραφο που του κοινοποιήθηκε. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διάταξης της παραγράφου αυτής. Κάθε δικαιοπραξία, υποθήκη, κατάσχεση ή άλλη πράξη που εγγράφεται στο βιβλίο του υποθηκοφυλακείου, μετά την πιο πάνω σημείωση, δεν λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 6 και επ. του άρθρου 2 του νόμου αυτού. 4.Ο κατηγορούμενος και ο τρίτος δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της διάταξης του ανακριτή γ την ανάκληση του βουλεύματος, με αίτηση που απευθύνεται προς το δικαστικό συμβούλιο και κατατίθεται στον ανακριτή ή τον εισαγγελέα, μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση σ αυτόν της διάταξης ή του βουλεύματος. Το συμβούλιο, στο οποίο δεν μετέχει ο ανακριτής, αποφαίνεται αμετακλήτως μέσα σε πέντε ημέρες. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διάταξης ή του βουλεύματος. Η διάταξη ή το βούλευμα ανακαλείται αν προκύψουν νέα στοιχεία. Άρθρο 6 1.Οι διατάξεις των παραγράφων 9 και επ. του άρθρου 4 του νόμου αυτού εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς τα μέλη του Χρηματιστηρίου, καθώς και τις λοιπές επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 στοιχείο ε εδάφιο β. 2.Ο εισαγγελέας, ο ανακριτής και το δικαστήριο επιτρέπεται να λαμβάνουν γνώση των βιβλίων και των στοιχείων, τα οποία κατά τις κείμενες διατάξεις τηρούν τα μέλη του χρηματιστηρίου, καθώς και οι λοιπές επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 στοιχείο ε εδάφιο β του νόμου αυτού. Σε περίπτωση διεξαγωγής προκαταρκτικής εξετάσεως, προανακρίσεως, ανακρίσεως ή δίκης επιτρέπεται να ζητηθεί και να επισυναφθεί στη δικογραφία μόνο απόσπασμα των βιβλίων ή των στοιχείων με τις σχετικές εγγραφές που αφορούν τον κατηγορούμενο. Την ακρίβεια του αποσπάσματος βεβαιώνει το μέλος του Χρηματιστηρίου ή ο εκπρόσωπος της επιχείρησης. Ο εισαγγελέας, ο ανακριτής και το δικαστήριο δικαιούνται να ελέγξουν τα βιβλία και τα στοιχεία αυτά για να διαπιστώσουν την ακρίβεια των περιεχομένων στο απόσπασμα εγγραφών ή την ύπαρξη άλλων εγγραφών που αφορούν τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος μπορεί να ελέγξει μόνο την ύπαρξη των εγγραφών που φέρεται ή που ισχυρίζεται ότι τον αφορούν. 3.Κάθε μέλος του Χρηματιστηρίου και κάθε εκπρόσωπος των επιχειρήσεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη παράγραφο οφείλει να αναφέρει, με εμπιστευτικό έγγραφο, στον Αρμόδιο Φορέα κάθε συναλλαγή που θεωρεί ότι είναι ύποπτη νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. 4.Ως ειδικοί προανακριτικοί υπάλληλοι, για τα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου του νόμου αυτού, θεωρούνται και οι τελωνειακοί υπάλληλοι. Άρθρο 7 1.Συνιστάται Επιτροπή, έργο της οποίας είναι η συγκέντρωση, αξιολόγηση και διερεύνηση των πληροφοριών που διαβιβάζονται σ αυτήν, ως ύποπτες συναλλαγών νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 6 του νόμου αυτού. 2.Πρόεδρος της Επιτροπής είναι ανώτερος δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός των πολιτικών δικαστηρίων ή ανώτερος δικαστικός λειτουργός των διοικητικών δικαστηρίων, οριζόμενος με τον αναπληρωτή του από το οικείο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Στην Επιτροπή μετέχουν από ένας εκπρόσωπος: α) των Υπουργείων Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Εμπορίου και Δημόσιας Τάξης, οριζόμενοι με τους αναπληρωτές τους από τους αντίστοιχους Υπουργούς, β) της Τράπεζας της Ελλάδος, οριζόμενος με τον αναπληρωτή του από το Διοικητή της, γ) του Χρηματιστηρίου Αξιών, οριζόμενος με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου και δ) της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, οριζόμενος με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο της. Η θητεία του Προέδρου και των μελών της Επιτροπής είναι διετής, δυνάμενη να ανανεωθεί. Η Επιτροπή εδρεύει στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ή όπου αλλού ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, χρέη δε Γραμματέα της Επιτροπής εκτελεί υπάλληλος του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, οριζόμενος με τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό. 3.Η Επιτροπή απασχολεί υπαλλήλους των αναφερόμενων στην προηγούμενη παράγραφο Υπουργείων, με γνώσεις και εμπειρία σε υποθέσεις νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, οι οποίοι αποσπώνται με αποφάσεις των αρμόδιων Υπουργών, ώστε να απασχολούνται αποκλειστικώς με το έργο της Επιτροπής. Γραμματειακή υποστήριξη της Επιτροπής παρέχει το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, ενισχυόμενο, αν υπάρχει ανάγκη, και με υπαλλήλους που αποσπώνται για το σκοπό αυτόν από τα προαναφερόμενα Υπουργεία. 4.Οι υπάλληλοι της Επιτροπής θεωρούνται, για τα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο αυτόν, ειδικοί προανακριτικοί υπάλληλοι. Οι ειδικοί αυτοί προανακριτικοί υπάλληλοι, που ενήργησαν ανακριτικές πράξεις για τα εγκλήματα τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου του νόμου αυτού ή συμμετείχαν σ αυτές, δεν κωλύονται να εξεταστούν ως μάρτυρες στο ακροατήριο. 5.Η Επιτροπή, όταν θεωρεί ορισμένη σύμβαση ή συναλλαγή ύποπτη νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, αποστέλλει το φάκελο της υπόθεσης στον αρμόδιο εισαγγελέα. Σε διαφορετική περίπτωση θέτει την υπόθεση στο αρχείο, απ όπου είναι δυνατόν να ανασυρθεί σε κάθε περίπτωση σχετιζόμενη με την ίδια ή με οποιαδήποτε άλλη ύποπτη, κατά την προαναφερόμενη έννοια, σύμβαση ή συναλλαγή. Η Επιτροπή οφείλει να ολοκληρώσει την έρευνα μέσα σε πέντε το πολύ ημέρες από τότε που θα περιέλθει σ αυτήν η σχετική πληροφορία. Σε κάθε περίπτωση ενημερώνεται για το αποτέλεσμα της έρευνας εκείνος που διαβίβασε την πληροφορία. 6.Τα μέλη της Επιτροπής και οι απασχολούμενοι σ αυτήν υπάλληλοι έχουν το καθήκον της εχεμύθειας. 7.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καθορίζονται οι ειδικότερες διατάξεις που αφορούν τη συγκρότηση και τη λειτουργία της Επιτροπής. Με κοινή απόφαση των άνω Υπουργών καθορίζεται η αμοιβή του προέδρου, των μελών και του γραμματέα της Επιτροπής, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ν. 1256/1982, καθώς και των άρθρων 18 του ν. 1505/1984 και 8 ,του ν. 1810/1988. 8.Μέχρι την έκδοση του αναφερόμενου στην προηγούμενη παράγραφο διατάγματος, όλες οι κατά τα άρθρα 4 και 6 του νόμου αυτού πληροφορίες διαβιβάζονται στον αρμόδιο εισαγγελέα από τα αρμόδια, κατά την παράγραφο 10 του άρθρου 4 και την παράγραφο 3 του άρθρου 6, όργανα. 9.Η προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό Επιτροπή δέχεται, αξιολογεί και διερευνά κάθε πληροφορία σχετική με συναλλαγές νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες που διαβιβάζεται σ αυτήν από αλλοδαπούς φορείς, με τους οποίους και συνεργάζεται για την παροχή κάθε δυνατής συνδρομής. Άρθρο 8 Η γνωστοποίηση αρμοδίως πληροφοριών για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, από υπάλληλο ή διευθυντικό στέλεχος, κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 4 και 6 του νόμου αυτού, δεν αποτελεί παράβαση τυχόν συμβατικής, νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής απαγόρευσης ανακοίνωσης πληροφοριών και δεν συνεπάγεται οποιουδήποτε είδους ευθύνη για τα πιστωτικά ιδρύματα ή τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 1 στοιχεία δ και ε και για τους υπαλλήλους ή τα διευθυντικά στελέχη τους, εκτός αν αυτοί ενήργησαν κακοβούλως. Το ίδιο ισχύει και ως προς τα μέλη και τους υπαλλήλους της Επιτροπής του άρθρου 7. Άρθρο 9 Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται τα άρθρα 5 και 6 του τρίτου Κεφαλαίου (καταστολή της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες) του ν. 2145/1993 (ΦΕΚ 88 Α). ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Ρύθμιση ζητημάτων προσωπικού και άλλες διατάξεις Άρθρο 10 1.Στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης συνιστώνται δεκατρείς (13) θέσεις κατηγορίας ΠΕ, εκ των οποίων πέντε (5) κλάδου ΠΕ Διοικητικού- Οικονομικού, τρεις (3) κλάδου Π Ε Μηχανικών, ειδικότητας Αρχιτεκτόνων, δύο (2) κλάδου ΠΕ Μεταφραστών-Διερμηνέων και τρεις (3) κλάδου ΠΕ Πληροφορικής, ειδικοτήτων: α) Επιστήμης των Υπολογιστών (SΟFΤWΑRΕ) θέσεις δύο (2), β) Μηχανικών Η/Υ θέση μία (1). Η πλήρωση των θέσεων αυτών γίνεται κατά τις διατάξεις του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α). 2.Η παράγραφος Α3 του άρθρου 21 του π.δ/τος 278/1988 αντικαθίσταται ως εξής: 3. Της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων και Πρόληψης Εγκληματικότητας και Σωφρονιστικής Αγωγής Ανηλίκων και των Τμημάτων τους προΐστανται υπάλληλοι του κλάδου Π Ε Διοικητικού-Οικονομικού Κ.Υ.Υ.Δ. ή υπάλληλοι των κλάδων ΠΕ Σωφρονιστικού Ενηλίκων ή ΠΕ Σωφρονιστικού Ανηλίκων, αντίστοιχα. Η επιλογή προϊσταμένων των παραπάνω οργανικών μονάδων γίνεται από ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από: α) Έναν (1) Πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτεινόμενο με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως Πρόεδρο, β) έναν (1) εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, προτεινόμενο με τον αναπληρωτή του από τον οικείο προϊστάμενο, γ) έναν (1) υπάλληλο κλάδου ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού με βαθμό Α Κ.Υ.Υ.Δ., προϊστάμενο Διευθύνσεως, δ) έναν (1) υπάλληλο του κλάδου Π Ε Σωφρονιστικού Ενηλίκων προϊστάμενο Διευθύνσεως, όταν επιλέγονται προϊστάμενοι της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων και των τμημάτων της ή έναν (1) υπάλληλο του κλάδου Π Ε Σωφρονιστικού Ανηλίκων προϊστάμενο Διευθύνσεως, όταν επιλέγονται προϊστάμενοι της Διεύθυνσης Πρόληψης Εγκληματικότητας και Σωφρονιστικής Αγωγής Ανηλίκων και των τμημάτων της, ε) τον πρώτο από τους εκλεγέντες αιρετούς εκπροσώπους του υπηρεσιακού συμβουλίου υπαλλήλων Κεντρικής Υπηρεσίας Υπουργείου Δικαιοσύνης και Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών, στ) τον πρώτο από τους εκλεγέντες αιρετούς εκπροσώπους του υπηρεσιακού συμβουλίου υπαλλήλων Καταστημάτων Κράτησης, Σωφρονιστικών, Θεραπευτικών Καταστημάτων και Κ.Α.Υ.Φ., όταν επιλέγονται προϊστάμενοι της Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων και των τμημάτων της ή τον πρώτο από τους εκλεγέντες αιρετούς εκπροσώπους του υπηρεσιακού συμβουλίου υπαλλήλων Ιδρυμάτων Αγωγής Ανηλίκων και Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων, όταν επιλέγονται προϊστάμενοι της Διεύθυνσης Πρόληψης Εγκληματικότητας και Σωφρονιστικής Αγωγής Ανηλίκων και των τμημάτων της. Οι κατά τα εδάφια ε και στ πρώτοι εκλεγέντες εκπρόσωποι αναπληρώνονται από τους δεύτερους κατά σειρά εκλεγέντες αιρετούς εκπροσώπους. Χρέη γραμματέα εκτελεί υπάλληλος της Κ.Υ. του Υπουργείου Δικαιοσύνης με βαθμό Β. Ο Πρόεδρος, τα μέλη και ο γραμματέας του συμβουλίου ορίζονται με τους αναπληρωτές τους με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. 3.Μετά την παράγραφο 1 του άρθρου 8 του ν. 294/1976 (ΦΕΚ 82 Α) προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος, η οποία λαμβάνει τον αριθμό 2: 2. Υπάλληλοι του κλάδου ΔΕ Δακτυλογράφων που υπηρετούν στις δικαστικές υπηρεσίες της χώρας δύνανται, εφόσον έχουν συμπληρώσει δεκαετή πραγματική υπηρεσία ως δακτυλογράφοι σε δικαστική υπηρεσία και ηλικία τριάντα (30) ετών, να μετατάσσονται με αίτησή τους, και μετά από απόφαση του αρμόδιου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, σε κενές θέσεις γραμματέων δικαστηρίων της ίδιας κατηγορίας. Ο αριθμός των μετατασσομένων, δεν δύναται να υπερβαίνει ετησίως το ένα πέμπτο (1/5) του συνολικού αριθμού των υπηρετούντων δακτυλογράφων κατά την πρώτη Ιανουαρίου εκάστου έτους, προτιμώμενων των εχόντων το μεγαλύτερο χρόνο υπηρεσίας δακτυλογράφου. 4.Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των δικαστικών υπαλλήλων της κατηγορίας ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων μειώνεται κατά τετρακόσιες έξι (406), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε δύο χιλιάδες επτακόσιες πενήντα (2.750). Εκατόν πενήντα μία (151) από τις ανωτέρω τετρακόσιες έξι (406) θέσεις μεταφέρονται στην κατηγορία ΔΕ Δακτυλογράφων των δικαστηρίων της χώρας, ο αριθμός των οργανικών θέσεων της οποίας αυξάνεται αντίστοιχα κατά εκατόν πενήντα μία (151), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τετρακόσιες σαράντα πέντε (445). Οι υπόλοιπες διακόσιες πενήντα πέντε (255) θέσεις καταργούνται. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, για την πλήρωση των θέσεων των δακτυλογράφων των δικαστηρίων της χώρας, προσαπαιτείται πλήρης γνώση χειρισμού Η/Υ για παραγωγή κειμένου. 5.Όσοι από τους επιτυχόντες στον επαναληπτικό διαγωνισμό της 2ας Απριλίου 1994 για την πλήρωση διακοσίων πέντε (205) κενών οργανικών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών δεν έχουν διορισθεί γιατί δεν συμπεριλαμβάνονται στον πίνακα επιτυχόντων του πρώτου διαγωνισμού της 18ης Αυγούστου 1993, διορίζονται σε κενές οργανικές θέσεις δικαστικών υπαλλήλων των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών. Στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου υπάγονται και οι λαβόντες μέρος στον διαγωνισμό της 2ας Απριλίου 1994 και ισοβαθμίσαντες με τον τελευταίο επιτυχόντα. Η παράγραφος αυτή τίθεται σε ισχύ από 8.1.1996. 6.Από την έναρξη ισχύος του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ 62 Α) η παρ. 7 του άρθρου 20 αυτού αντικαθίσταται ως εξής: 7. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ 230 Α) προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: Η εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου επεκτείνεται και στους δικαστικούς υπαλλήλους, που έχουν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1980 διορισθεί ως δικαστικοί υπάλληλοι ή ως επιμελητές δικαστηρίων, εφόσον όμως οι τελευταίοι απέκτησαν μέχρι την ημερομηνία αυτή (31.12.1980) τα τυπικά προσόντα διορισμού σε θέσεις δικαστικών υπαλλήλων και έχουν μέχρι τη δημοσίευση του ν. 1868/1989 μεταταγεί σε θέσεις δικαστικών υπαλλήλων. 7.Οι διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (π.δ. 611/1977), ως εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζονται και στους υπαλλήλους των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων του Κράτους, πλην των Προϊσταμένων των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και των Διευθυντών των Κτηματολογικών Γραφείων Ρόδου και Κω-Λέρου. Συνιστάται Υπηρεσιακό Συμβούλιο αρμόδιο για την κρίση θεμάτων υπηρεσιακής και πειθαρχικής κατάστασης των ως άνω υπαλλήλων. Το Συμβούλιο είναι πενταμελές και αποτελείται από τρεις (3) μόνιμους υπαλλήλους των Υποθηκοφυλακείων Αθηνών και Πειραιώς με Α βαθμό και εικοσαετή τουλάχιστον υπηρεσία, εκ των οποίων οι δύο (2) κλάδου ΠΕ Διοικητικού και δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των εργαζομένων με Γ τουλάχιστον βαθμό. Το Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Με την απόφαση αυτή: α) ορίζονται, με ισάριθμους αναπληρωτές, οι μόνιμοι υπάλληλοι, για τους οποίους δεν θα ισχύει το τελευταίο εδάφιο της πρώτης περιόδου της παρ. 2 του άρθρου 37 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α) ως προς την κατάληψη θέσεων Διευθυντών, β) ο Πρόεδρος με τον αναπληρωτή του, μεταξύ των τακτικών μελών, καθώς και ο γραμματέας του Συμβουλίου. Στην ίδια απόφαση περιλαμβάνονται και οι αιρετοί εκπρόσωποι των εργαζομένων με τους αναπληρωτές τους. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος νόμου, στο Συμβούλιο μετέχουν, ως εκπρόσωποι των εργαζομένων, οι Πρόεδροι των συλλόγων υπαλλήλων των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων Αθηνών και Πειραιώς και προκειμένου περί κρίσεως θεμάτων υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ο Πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος του Συλλόγου τους, των οποίων η θητεία λήγει ευθύς ως ολοκληρωθεί η διαδικασία αναδείξεως των αιρετών εκπροσώπων κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 37 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α). Όταν το Υπηρεσιακό Συμβούλιο κρίνει πειθαρχικές υποθέσεις, ο Πρόεδρος αντικαθίσταται από δικαστικό λειτουργό ή σύμβουλο ή πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στις διατάξεις της παραγράφου Β1 του άρθρου 40 του ν. 1884/1990 (ΦΕΚ 81 Α). 8.Το άρθροτου ν.· 1999/1991 (ΦΕΚΑ) αντικαθίσταται ως εξής: Αρθρο 6 Το προσωπικό του Ινστιτούτου Κρητικού Δικαίου διακρίνεται: α) σε ειδικό επιστημονικό ,και β) σε διοικητικό. Το ειδικό επιστημονικό προσωπικό περιλαμβάνει δύο (2) θέσεις κύριων ερευνητών με διδακτορικό δίπλωμα στο γνωστικό αντικείμενο του Ινστιτούτου και δύο (2) θέσεις συνεργατών ερευνητών. Το ειδικό επιστημονικό προσωπικό προσλαμβάνεται για τριετή θητεία. Οι θέσεις του ειδικού επιστημονικού προσωπικού δεν είναι ασυμβίβαστες με τη δικηγορία. Το διοικητικό προσωπικό περιλαμβάνει δύο (2) θέσεις Π Ε Διοικητικού-Οικονομικού, μία (1) θέση ΤΕ Βιβλιοθηκονόμου, δύο (2) θέσεις ΔΕ Χειριστών Ηλεκτρονικού Υπολογιστή και μία (1) θέση ΥΕ Επιμελητών. Η παράγραφος 5 του άρθρου 9 του ν. 1999/1991 αντικαθίσταται ως εξής: 5. Το προσωπικό του Ινστιτούτου Αιγαίου του Δικαίου της Θάλασσας και του Ναυτικού Δικαίου διακρίνεται: 1)σε ειδικό επιστημονικό προσωπικό και β) σε διοικητικό. Το ειδικό επιστημονικό προσωπικό περιλαμβάνει τρεις (3) θέσεις κύριων ερευνητών με διδακτορικό δίπλωμα στο γνωστικό αντικείμενο του Ινστιτούτου και μία (1) θέση συνεργάτη ερευνητή. Το ειδικό επιστημονικό προσωπικό προσλαμβάνεται για τριετή θητεία. Οι θέσεις του ειδικού επιστημονικού προσωπικού δεν είναι ασυμβίβαστες με τη δικηγορία. Το διοικητικό προσωπικό περιλαμβάνει μία (1) θέση ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού, μία (1) θέση ΤΕ Βιβλιοθηκονόμου, μία (1) θέση ΤΕ Διοικητικού-Λογιστικού, μία (1) θέση ΔΕ Χειριστού Ηλεκτρονικού Υπολογιστή και μία (1) θέση ΥΕ Επιμελητών. Οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού των ανωτέρω Ινστιτούτων καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών. 9.Η ειδική αποζημίωση που χορηγείται στο προσωπικό Φυλακών, Σωφρονιστικών και Θεραπευτικών Καταστημάτων και Κ.Α.Υ. Φυλακών με την υπ αριθ. 69868/2005/ 22.7.1987 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 451 Β/21.8.1987), που κυρώθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1968/1991 (ΦΕΚ 150 Α), καθορίζεται από 1ης Ιουνίου 1995 σε έξι χιλιάδες (6.000) δραχμές για κάθε ημέρα απασχόλησης πέραν του πενθημέρου, αφαιρουμένων των νόμιμων κρατήσεων. Η αποζημίωση αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των ως άνω Υπουργών. 10.Συνιστάται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης Ειδική Νομική Υπηρεσία, σκοπός της οποίας είναι: α) η νομική κάλυψη των ελληνικών θέσεων για θέματα αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα άλλα διεθνή όργανα λήψης αποφάσεων, β) η παρακολούθηση της εξέλιξης των διακρατικών ρυθμίσεων και συμφωνιών αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης και η μέριμνα για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, γ) η αντιμετώπιση κάθε θέματος που αναφέρεται στον τομέα της εφαρμογής του Κοινοτικού και Διεθνούς Δικαίου αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης. Όλες οι ανωτέρω αρμοδιότητες ασκούνται σε συνεργασία με τις καθ ύλην αρμόδιες Διευθύνσεις. Για τη στελέχωση της συνιστώμενης υπηρεσίας συνιστώνται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης πέντε (5) θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού, οι οποίες καλύπτονται, κατά πλήρη ή μερική απασχόληση, από δικαστικούς λειτουργούς, ανεξαρτήτως βαθμού, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 51 του ν. 1756/1988 (ΦΕΚ 35 Α) και από μέλη του διδακτικού προσωπικού Α.Ε.Ι., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1268/1982 (ΦΕΚ 87 Α). 11.Στο άρθρο 29 του ν. 1851/1989 (ΦΕΚ 122 Α) προστίθεται παράγραφος 3, που έχει ως εξής: 3. Οι θέσεις των υπό στοιχεία α και β περιπτώσεων της παραγράφου 1 μπορεί να καλύπτονται με απόσπαση ιατρών από το Δημόσιο, την υπηρεσία Υγειονομικού της Ελληνικής Αστυνομίας ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με δεκαετή τουλάχιστον υπηρεσία. Η απόσπαση ενεργείται με κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του οικείου Υπουργού. 12.Στην παρ. 2 του άρθρου 41 του ν. 2318/1995 (ΦΕΚ 126 Α) προστίθεται εδάφιο ως εξής: Η ανωτέρω διάταξη δεν εφαρμόζεται για προέδρους κοινοτήτων με εγγεγραμμένους κατοίκους κάτω των χιλίων (1.000), οι οποίοι έχουν εκλεγεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. 13.Η προθεσμία ισχύος του πίνακα προσληπτέων του διαγωνισμού που διεξήχθη από 13.7.1994 έως 5.8.1994 για την πλήρωση θέσεων κλάδου ΔΕ Φύλαξης Φυλακών, Σωφρονιστικών και Θεραπευτικών Καταστημάτων και ΚΑΥΦ Φυλακών, που λήγει την 31.8.1995 παρατείνεται για ένα έτος. Ο πίνακας θα ισχύσει μέχρι και την 31.8.1996. Άρθρο 11 1.Στην παράγραφο 3 του άρθρου 16 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 3 του ν. 2172/1993 και 6 παρ. 1 του ν. 2298/1995, μετά τη φράση τοποθετούνται εισαγγελείς ή αντεισαγγελείς πρωτοδικών προστίθεται η φράση και εφετών αντιστοίχως. 2.Η παράγραφος 3 του άρθρου 572 ΚΠΔ, ως ισχύει μετά το άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 2298/1995, αντικαθίσταται ως εξής: 3. Στις φυλακές Πειραιώς (Κορυδαλλού), Θεσσαλονίκης (Διαβατών), Πατρών (Αγίου Στεφάνου) και Λάρισας τις κατά τις παραγράφους 1 και 2 αρμοδιότητες ασκεί αντεισαγγελέας εφετών επικουρούμενος από έναν εισαγγελέα πλημμελειοδικών ο οποίος τον αναπληρώνει σε περίπτωση απουσίας τους. Ο αντεισαγγελέας εφετών ορίζεται με απόφαση του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου από την οικεία εισαγγελία για ένα (1) έτος, εγκαθίσταται στο σωφρονιστικό κατάστημα της περιφέρειας του και κατά τη διάρκεια της θητείας του απαλλάσσεται από τα λοιπά καθήκοντά του. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών ορίζεται με τον ίδιο τρόπο από τους υπηρετούντες στην οικεία εισαγγελία πλημμελειοδικών για ένα ( 1 ) έτος, επικουρεί στο έργο του τον αντεισαγγελέα εφετών, τον αναπληρώνει και απαλλάσσεται από τα λοιπά καθήκοντά του εγκαθιστάμενος και αυτός στο σωφρονιστικό κατάστημα. Η θητεία των ως άνω εισαγγελικών λειτουργών μπορεί να παραταθεί για ένα (1) ακόμη έτος. 3.Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των εισαγγελέων πρωτοδικών αυξάνεται κατά τέσσερις (4) και ορίζεται συνολικά σε εκατόν οκτώ ( 108) μειουμένων αντιστοίχως κατά τέσσερις (4) των κατά την παρ. 8 του άρθρου 16 του ν. 2298/1995 δέκα (10) θέσεων αντεισαγγελέων πρωτοδικών, οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε εκατόν ογδόντα μία (181). Άρθρο 12 1.Στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 24 του ν. 2145/1993 (ΦΕΚ 88 Α) υπάγεται και το μόνιμο και με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου προσωπικό που ασχολείται με τη φύλαξη και καθαριότητα των δικαστικών καταστημάτων της χώρας, αυξανομένου σε 25% του ποσοστού, το οποίο κατά τις εν λόγω διατάξεις διατίθεται από τα εισπραττόμενα από το ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. ποσά, για τις ανάγκες της εύρυθμης λειτουργίας της γραμματείας των πολιτικών-ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών και των διοικητικών δικαστηρίων της χώρας, καθώς και των υπηρεσιών του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.. 2.Οι διατάξεις της παραγράφου 19 του άρθρου 16 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ 62 Α) εφαρμόζονται και στους επιμελητές ανηλίκων των δικαστηρίων ανηλίκων. 3.Τα κατά τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 663/1977, όπως ισχύει, και παρ. 2 εδάφιο β του άρθρου 20 του ν. 2298/1995 διατιθέμενα ποσά για τις ανάγκες της εύρυθμης λειτουργίας των γραμματειών των πολιτικών-ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών και των διοικητικών δικαστηρίων της χώρας και των υπηρεσιών του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., καθώς και της βελτιώσεως των συνθηκών λειτουργίας των έμμισθων υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων, αντίστοιχα, συνενώνονται στον με την υπ αριθμ. 51375/28.6.1993 (ΦΕΚ 528 Β) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης συσταθέντα λογαριασμό του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. στην Τράπεζα της Ελλάδος και διανέμονται ενιαία για την ικανοποίηση των ως άνω αναγκών, μη μεταβαλλόμενων των από τις ανωτέρω διατάξεις προβλεπόμενων ορίων ή και ποσοστών. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που εκδίδεται εφάπαξ καθορίζονται το είδος των αναγκών, ο τρόπος κατανομής και χορήγησης των ποσών και των ποσοστών και αποδόσεως λογαριασμού και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων. Άρθρο 13 1.Στην παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 2298/1995 η φράση από 7 έως και 18 ετών αντικαθίσταται με τη φράση από 7 έως και 17 ετών*. 2. 1)Οι παράγραφοι 2 έως 5 του άρθρου 18 του ν. 2298/1995 αντικαθίστανται ως ακολούθως: 2. Οι Εταιρείες Προστασίας Ανηλίκων έχουν ως κύριο σκοπό να συμβάλλουν ενεργά στην πρόληψη της εγκληματικότητας των ανηλίκων, που ενδέχεται να οδηγηθούν σε παραπτωματική συμπεριφορά, λόγω της προσωπικότητας ή του οικογενειακού τους περιβάλλοντος ή άλλων συνθηκών και αιτίων, παρέχουν υλική και κοινωνική στήριξη στους ανηλίκους και τις οικογένειές τους, επαγγελματική κατάρτιση, εκπαίδευση, πολιτιστική καλλιέργεια, ψυχαγωγία και στέγη, εφόσον τούτο είναι δυνατόν. Οι Εταιρίες Προστασίας Ανηλίκων, μετά από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου τους, εφόσον διαθέτουν κατάλληλο προσωπικό και δυνατότητες στέγασης, μπορούν να παρέχουν την υλική και κοινωνική βοήθεια που προαναφέρθηκε και σε ανηλίκους: 1)στους οποίους έχουν επιβληθεί αναμορφωτικά μέτρα (άρθρο 122 παρ. 1 περιπτώσεις α, β, γ και παρ. 2), 3)οι οποίοι έχουν απολυθεί από ίδρυμα αγωγής ανηλίκων ή από σωφρονιστικό κατάστημα ανηλίκων, 4)κατά των οποίων εκκρεμεί δίωξη για αξιόποινη πράξη, 5)οι οποίοι εμπίπτουν στην παράγραφο 5 του προηγούμενου άρθρου, αλλά η εισαγωγή τους σε ίδρυμα αγωγής δεν είναι αναγκαία, 6)αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσχέρειες κοινωνικής προσαρμογής. Επίσης, παρέχουν δικαστική συνδρομή στους κατηγορούμενους ανηλίκους. 3.Κάθε Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων διοικείται από επταμελές συμβούλιο. Η συμμετοχή στα συμβούλια είναι τιμητική και άμισθη, γι αυτό και τα μέλη τους επιλέγονται από άτομα που διακρίνονται για την ειδική μόρφωση και την κοινωνική ευαισθησία τους. Στο συμβούλιο μετέχουν με τριετή θητεία, επιτρεπομένου του επαναδιορισμού των αυτών μελών: α) ένας δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός, ο οποίος υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από τον αρμόδιο προϊστάμενο, β) ένας εκπαιδευτικός ανωτάτης ή μέσης εκπαίδευσης, γ) ένας επιμελητής ανηλίκων του δικαστηρίου ανηλίκων της έδρας του πρωτοδικείου ή ένας κοινωνικός λειτουργός, δ) ένας δικηγόρος, ε) ένας εκπρόσωπος του δήμου ή της εκκλησίας, στ) ένας ιατρός, κατά προτίμηση παιδοψυχίατρος ή ένας ψυχολόγος και ζ) ένα πρόσωπο, με προσφορά, ευαισθησία και εμπειρία στον τομέα καταπολέμησης της παιδικής παραβατικότητας, κατά προτίμηση πολιτικός ή αρχιτέκτων μηχανικός. Όλα τα μέλη διορίζονται με τους αντίστοιχους αναπληρωτές τους. 4.Τα αναπληρωματικά μέλη μετέχουν στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου χωρίς ψήφο, εκτός εάν απουσιάζει το αντίστοιχο τακτικό μέλος. 5.Τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των Εταιρειών Προστασίας Ανηλίκων ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Η παραπάνω απόφαση, όσον αφορά τις εταιρείες που λειτουργούν εκτός νομού Αττικής, εκδίδεται μετά από πρόταση του οικείου περιφερειακού διευθυντή, η οποία αποστέλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης τρεις (3) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του διοικητικού συμβουλίου. 1)Η παράγραφος 9 του άρθρου 18 του ν. 2298/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 9. Οι Εταιρείες Προστασίας Ανηλίκων μπορούν να αναθέτουν σε επιμελητές ανηλίκων, εντός του κύκλου των καθηκόντων των τελευταίων και ύστερα από έγκριση του προϊσταμένου δικαστού ανηλίκων της υπηρεσίας επιμελητών ανηλίκων, έργα αναγόμενα στην υποβοήθηση του σκοπού τους. 2)Η παρ. 11 του άρθρου 18 του ν. 2298/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 11. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, καταρτίζονται Οργανισμοί για τις Εταιρείες Προστασίας Ανηλίκων. Μέχρι την έκδοση του παραπάνω προεδρικού διατάγματος εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις. 3.Οι αρμοδιότητες του Τμήματος Αγωγής του Ιδρύματος Αγωγής Ανηλίκων Αρρένων Κορυδαλλού, κατά τους θερινούς μήνες και για όσο χρόνο διαρκεί η παιδική εξοχή των τροφίμων του Ιδρύματος, ασκούνται στην έδρα της κατασκήνωσης στον Άγιο Ανδρέα Αττικής. Οι αρμοδιότητες του Τμήματος Διοίκηοης-Οικονομικού, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ασκούνται σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες, τόσο στο Ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων στον Κορυδαλλό, όσο και στο χώρο της κατασκήνωσης. Άρθρο 14 1.Με αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορεί να υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.δ/τος 1017/1971 (ΦΕΚ 209 Α), περί συστάσεως Ταμείου Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων και κτίρια που προορίζονται για σκοπούς των Εταιρειών Προστασίας Αποφυλακιζομένων. 2.Στο άρθρο 15 του ν.δ/τος 1017/1971 (ΦΕΚ 209 Α) περί συστάσεως Ταμείου Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων, προστίθεται τρίτη παράγραφος, η οποία έχει ως εξής: 3. Η διάταξη του άρθρου 21 του Κανονιστικού Διατάγματος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 (ΦΕΚ 139 Α) περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου ισχύει και ως προς το ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.. 3.Για την αποκατάσταση σε έκτακτες και μόνο περιπτώσεις βλαβών και ζημιών στα καταστήματα των φυλακών εν γένει, των οποίων το ύψος της απαιτούμενης δαπάνης δεν υπερβαίνει το ποσό των δώδεκα εκατομμυρίων, οι σχετικές εργασίες θα εκτελούνται με ευθύνη της στεγαζόμενης υπηρεσίας. Ο Διευθυντής του καταστήματος ή ο νόμιμος αναπληρωτής του, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του κατά την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 2298/1995 αρμοδίου εισαγγελέως, ως προς τη συνδρομή των κατά το πρώτο εδάφιο προϋποθέσεων, θα αναθέτει την εκτέλεσή τους, με πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό, μετά από πρόσκληση αριθμού εργοληπτών. Η παρακολούθηση και η παραλαβή των εργασιών θα γίνεται από τη διαχειριστική επιτροπή της φυλακής και έναν τεχνικό υπάλληλο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της οικείας Νομαρχίας. Το ανωτέρω ποσό δύναται να αυξομειώνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων. Άρθρο 15 1.Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 του ν. 2145/1993 (ΦΕΚ 88 Α), αντικαθίσταται ως εξής: 1.Οι, κατά το άρθρο 11 της Συμβάσεως της Βιέννης του 1988 (ν.1990/1991) των Ηνωμένων Εθνών, αιτήσεις αλλοδαπών κρατών, υποβάλλονται με κάθε μέσο μεταδόσεως, αλλά πάντως εγγράφως, απευθείας ή και μέσω της ΙΝΤΕΡΠΟΛ προς το Συντονιστικό Όργανο Δίωξης Ναρκωτικών (Σ.Ο.Δ.Ν.), το οποίο, αφού ελέγξει τη νόμιμη προέλευση και το νομότυπο της αιτήσεως, αναφέρει αμέσως στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με εμπιστευτικό έγγραφό του, στο οποίο επισυνάπτει και αντίγραφο του τηλεγραφήματος ή τυχόν άλλου εγγράφου που περιέχει την αίτηση. 2.Η παράγραφος 3 του άρθρου 38 του ν. 2145/1993 (ΦΕΚ 88 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 3. Το Συντονιστικό Όργανο Δίωξης Ναρκωτικών (Σ.Ο.Δ.Ν.) έχει τον έλεγχο και την ευθύνη της πραγματοποιούμενης μεταφοράς καθόλη τη διάρκειά της, από την είσοδο μέχρι την έξοδο των ναρκωτικών από τη χώρα. 3.Στο άρθρο 38 του ν. 2145/1993 (ΦΕΚ 88 Α) προστίθεται παράγραφος 5, η οποία έχει ως εξής: 5. Αιτήσεις ημεδαπών δικαστικών αρχών για τη διενέργεια μεταφοράς υπό έλεγχο, εκτός της ελληνικής επικράτειας, διαβιβάζονται μέσω του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προς το Συντονιστικό Όργανο Δίωξης Ναρκωτικών. Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Ολομέλεια Αρείου Πάγου - Διαιτησίες Σχολή Δικαστών - Ποινικές και άλλες διατάξεις Άρθρο 16 1.Στο άρθρο 23 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 5 του ν. 2172/1993 και 2 παρ. 2 του ν. 2298/1995, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 1.Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από τις ακόλουθες δύο παραγράφους: 1. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου δικάζει σε τμήματα και σε Ολομέλεια. Κάθε τμήμα συγκροτείται από τον πρόεδρο του και τέσσερις αρεοπαγίτες. Η Ολομέλεια συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή το νόμιμο αναπληρωτή του και από το ήμισυ τουλάχιστον των λοιπών μελών του Αρείου Πάγου (πλήρης Ολομέλεια). 2.Όταν η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δικάζει πολιτικές ή ποινικές υποθέσεις, αποτελείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και, εναλλάξ, κατά δικάσιμο, από τους αντιπροέδρους και τους αρεοπαγίτες που κατέχουν εκάστοτε περιττό ή άρτιο, κατά τη σειρά της αρχαιότητας, αριθμό και συνεδριάζει νομίμως με την παρουσία δεκαεπτά (17) τουλάχιστο μελών (τακτική Ολομέλεια). Τον Πρόεδρο, όταν απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνει ο αρχαιότερος από τους αντιπροέδρους, ο οποίος κατέχει αριθμό περιττό ή άρτιο, αντίστοιχα, προς την καλούμενη για τη συγκεκριμένη δικάσιμο σειρά αρεοπαγιτών. Στην πλήρη Ολομέλεια υπάγονται: α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου και β) αιτήσεις αναίρεσης που παραπέμπονται σε αυτήν για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της τακτικής Ολομέλειας. Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας. Η τακτική Ολομέλεια οφείλει να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης στην πλήρη Ολομέλεια, αν σχηματισθεί πλειοψηφία με διαφορά μιας μόνον ψήφου. 2.Οι παράγραφοι 2 και 3 του ίδιου άρθρου αριθμούνται ως 3 και 4, αντιστοίχως, και η παράγραφος 4 καταργείται. 3.Στην παράγραφο 5 μετά τη φράση Στις συνεδριάσεις της Ολομέλειας προστίθεται η φράση (πλήρους και τακτικής). 2.Οι διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 1756/1988, οι οποίες αντικαθίστανται με την προηγούμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται στις υποθέσεις που συζητούνται από τη 16η Σεπτεμβρίου 1995. Άρθρο 17 Στο έβδομο βιβλίο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 1. Το άρθρο 869 αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 869 1.Η συμφωνία για διαιτησία καταρτίζεται εγγράφως. Έγγραφη θεωρείται η συμφωνία και αν καταρτίστηκε με ανταλλαγή ενυπόγραφων επιστολών, τηλεγραφημάτων, τηλετυπημάτων ή ενυπόγραφων τηλεομοιοτύπων. Αν αυτοί που συνομολόγησαν τη συμφωνία εμφανιστούν στους διαιτητές και λάβουν ανεπιφύλακτα μέρος στη διαιτητική διαδικασία, η έλλειψη εγγράφου θεραπεύεται. 2.Η συμφωνία για διαιτησία διέπεται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου για τις συμβάσεις. 2.Οι παράγραφοι 3 έως 5 του άρθρου 871, που προστέθηκαν με το άρθρο 1 του ν. 1816/1988 και τροποποιήθηκαν με το άρθρο 9 παρ. 13 του ν. 2145/1993, καταργούνται, προστίθεται δε άρθρο 871 Α που έχει ως εξής: Άρθρο 871Α 1.Ο ορισμός δικαστικών λειτουργών ως διαιτητών ή επιδιαιτητών διέπεται από τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων. 2.Δικαστικός λειτουργός μπορεί να είναι μόνο μοναδικός διαιτητής (μονομελής διαιτησία) ή επιδιαιτητής. Δεν μπορεί να ασκήσει διαιτητικά έργα ο δικαστικός λειτουργός που δεν έχει συμπληρώσει πενταετή τουλάχιστον συνολική δικαστική υπηρεσία. 3.Αν η διαιτησία, κατά τη συμφωνία των μερών, προβλέπεται ότι θα διεξαχθεί από δικαστικό λειτουργό ορισμένου δικαστηρίου, αυτός είναι ο εκάστοτε εκ περιτροπής καλούμενος κατά τη σειρά αρχαιότητας μεταξύ των υπηρετούντων στο δικαστήριο αυτό προέδρων και δικαστών την ημέρα κατάθεσης της αίτησης. Το όνομα του δικαστικού αυτού λειτουργού γνωστοποιείται στον αιτούντα από τον πρόεδρο του δικαστηρίου ή από τον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο. 4.Ορισμός συγκεκριμένου δικαστικού λειτουργού ως διαιτητή ή επιδιαιτητή, είτε ονομαστικά είτε έμμεσα, με κριτήριο τη θέση ή ιδιότητα που έχει ή θα έχει στο μέλλον, είναι άκυρος. Η ακυρότητα αυτή δεν επιδρά στη συμφωνία για τη διαιτησία. Στην περίπτωση αυτή διαιτητής ή επιδιαιτητής είναι ο κατά την προηγούμενη παράγραφο καλούμενος από το δικαστήριο, στο οποίο ο συγκεκριμένος δικαστικός λειτουργός υπηρετούσε κατά την κατάρτιση της διαιτητικής συμφωνίας. 5.Αν η διαιτησία, κατά τη συμφωνία των μερών, προβλέπεται ότι θα διεξαχθεί από δικαστικό λειτουργό, χωρίς όμως να καθορίζεται με την ίδια ή με μεταγενέστερη συμφωνία το δικαστήριο από το οποίο θα προέλθει, θεωρείται ότι τα μέρη απέβλεψαν στο δικαστήριο του τόπου όπου καταρτίστηκε η συμφωνία για τη διαιτησία. Αν στον τόπο κατάρτισης της συμφωνίας λειτουργούν δικαστήρια διαφόρων δικαιοδοσιών ή βαθμών και δεν προκύπτει από τη συμφωνία εκείνο στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη, θεωρείται ότι απέβλεψαν στο πολιτικό πρωτοδικείο και, αν πρόκειται για διοικητική διαφορά, στο διοικητικό πρωτοδικείο. 6.Σε κάθε δικαστήριο τηρείται από τη γραμματεία ιδιαίτερο βιβλίο, στο οποίο καταχωρίζονται για καθεμία από τις διαιτησίες και σε χωριστή στήλη, τα ονοματεπώνυμα των διαδίκων, καθώς και του μοναδικού διαιτητή ή επιδιαιτητή, οι χρονολογίες έκδοσης της απόφασης και της κατάθεσής της, καθώς και ο αριθμός της. 7.Ο κατά τις προηγούμενες διατάξεις καλούμενος δικαστικός λειτουργός υποχρεούται να διεξαγάγει τη διαιτησία η οποία αποτελεί μέρος των δικαστικών του καθηκόντων. Σε περίπτωση νόμιμου κωλύματος ή λόγου εξαίρεσης καλείται ο κατά σειράν επόμενος. Μεταγενέστερη μεταβολή στην υπηρεσιακή κατάσταση του δικαστικού λειτουργού δεν επιδρά στην ιδιότητά του ως μοναδικού διαιτητή ή επιδιαιτητή. 8.Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται ανάλογα και όταν με τη συμφωνία των μερών προβλέπεται ότι ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής θα είναι εισαγγελικός λειτουργός. 3.Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 882, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1816/1988 και την παράγραφο 17 του άρθρου 9 του ν. 2145/1993, αντικαθίσταται ως εξής: Αν ο επιδιαιτητής είναι δικαστικός λειτουργός, η αμοιβή του ρυθμίζεται από το άρθρο 882 Α και οι διαιτητές λαμβάνουν συνολικώς τα δύο τρίτα της κατά την παρούσα παράγραφο αμοιβής. Το ποσό της αμοιβής κατά διαιτητή ή επιδιαιτητή που δεν έχει την ιδιότητα δικαστικού λειτουργού δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δεκαπέντε εκατομμύρια (15.000.000) δραχμές εκτός αν η διαιτησία είναι διεθνής. 4.Τα δύο πρώτα εδάφια της παρ. 7 του άρθρου 882, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1816/1988 και την παρ. 18 του άρθρου 9 του ν. 2145/1993 αντικαθίστανται από τις ακόλουθες διατάξεις: 7. Στους διαιτητές και στον επιδιαιτητή, εάν δεν έχει ιδιότητα δικαστικού λειτουργού, καταβάλλεται ποσοστό ίσο με το ογδόντα τοις εκατό (80%) της αμοιβής τους. Το υπόλοιπο είκοσι τοις εκατό (20%) καταβάλλεται συγχρόνως στο Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.). Εάν το αντικείμενο της διαφοράς είναι αποτιμητέο σε χρήμα, η καταβολή του κατά το προηγούμενο εδάφιο ποσοστού είναι προϋπόθεση για την κατά το άρθρο 893 κατάθεση της διαιτητικής αποφάσεως και την περιαφή του τύπου της εκτελέσεως. 5.Μετά το άρθρο 882 προστίθεται άρθρο 882 Α, που έχει ως εξής: Άρθρο 882 δραχμών τμήματος αυτής, το δύο τοις εκατό (2%) επί του επιπλέον και μέχρι 50.000.000 δραχμών τμήματος αυτής και το ένα τοις εκατό (1%) επί του περαιτέρω τμήματος της αξίας, ούτε μπορεί να είναι ανώτερη των 15.000.000 δραχμών και επί διεθνών διαιτησιών των 20.000.000 δραχμών. Αν το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι αποτιμητέο σε χρήμα, η αμοιβή του δικαστικού λειτουργού καθορίζεται από αυτόν, όχι όμως άνω του ορίου των 10.000.000 δραχμών. Στην περίπτωση αυτή, καθώς και όταν ο καθορισμός της αμοιβής στηρίζεται σε αποτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς από το διαιτητή ή επιδιαιτητή, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 6 του προηγούμενου άρθρου 882. Το ποσό της αμοιβής διπλασιάζεται αν ο δικαστικός λειτουργός έχει βαθμό προέδρου εφετών, εφέτη, εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα εφετών, Παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τριπλασιάζεται αν έχει βαθμό Αρεοπαγίτη ή Συμβούλου του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου και άνω, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα δεκαπέντε εκατομμύρια (15.000.000) δραχμές και προκειμένου περί διεθνών διαιτησιών τα είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) δραχμές. 2.Από το ποσό της αμοιβής ο δικαστικός λειτουργός λαμβάνει ποσοστό 35%, 25%, καταβάλλεται συγχρόνως σε ειδικό λογαριασμό του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.), το δε υπόλοιπο 40% κατατίθεται σε έντοκο λογαριασμό και περιέρχεται σε κοινό ταμείο που τηρείται από τον οικείο πρόεδρο ή εισαγγελέα, ο οποίος τον Ιανουάριο κάθε τρίτου έτους κατανέμει το σύνολο των ποσών και των τόκων των δύο προηγούμενων ετών σε όλους τους δικαστές ή τους εισαγγελείς που υπηρετούν στο δικαστήριο ή στην εισαγγελία, κατά το χρόνο της κατανομής. Εάν το αντικείμενο της διαφοράς είναι αποτιμητέο σε χρήμα, η καταβολή των κατά το προηγούμενο εδάφιο ποσοστών είναι προϋπόθεση για την κατά το άρθρο 893 κατάθεση της διαιτητικής αποφάσεως και την περιαφή του τύπου της εκτελέσεως. Στην κατά την παρούσα παράγραφο διανομή μετέχουν και όσοι δεν έχουν συμπληρώσει την κατά το άρθρο 871 Α, παρ. 2, εδάφιο β, πενταετία. Η πρώτη κατανομή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος θα γίνει τον Ιανουάριο του 1998. 3.Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 3, 4, 5 και 7 εδάφιο 3 του προηγούμενου άρθρου 882, εκτός από τη διάταξη του εδαφίου β της παραγράφου 4, εφαρμόζονται αναλόγως και στη διαιτητική αμοιβή δικαστικών λειτουργών. 6. 1)Οι διατάξεις των τριών πρώτων εδαφίων της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 1816/1988 αντικαθίστανται ως εξής: 1.Αν μοναδικός διαιτητής - επιδιαιτητής είναι δικαστικός λειτουργός ως γραμματέας προσλαμβάνεται δικαστικός υπάλληλος. Σε περίπτωση διεθνούς διαιτησίας ως γραμματέας μπορεί να προσληφθεί άλλο πρόσωπο αν η σύνθεση της διαιτησίας επιβάλλει ειδικές γνώσεις. Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία για καθήκοντα γραμματέως προσλαμβάνεται δικαστικός υπάλληλος, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 871 Α παρ. 3 έως 7 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η αμοιβή του δικαστικού υπαλλήλου που εκτελεί χρέη γραμματέα περιλαμβάνεται στα έξοδα διεξαγωγής της διαιτησίας και είναι το 15% της αμοιβής του μοναδικού διαιτητή ή του επιδιαιτητή. β. Το όνομα του γραμματέα της διαιτησίας γνωστόποιείται στον αιτούντα και στο Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ή από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου που διευθύνει το Δικαστήριο. Οι διατάξεις σχετικά με το ύψος και την κατανομή της αμοιβής του γραμματέα της διαιτησίας εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις διαιτησιών της παρ. 3 του άρθρου 18 αυτού του νόμου. Όσοι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν ορισθεί γραμματείς διαιτησίας από τη δημοσίευση του ν. 1816/1988 και εξής δεν έχουν δικαίωμα να οριστούν γραμματείς διαιτησίας εκ νέου αν δεν παρέλθει πενταετία από την ημέρα του τελευταίου διορισμού τους. Άρθρο 18 1.Οι διατάξεις του άρθρου 871 Α, που προστίθεται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με τον παρόντα νόμο, καταλαμβάνουν και τις συμφωνίες για διαιτησία από δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίες είχαν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του, εκτός αν έχει ήδη αρχίσει η διεξαγωγή της διαιτησίας. 2.Οι διατάξεις του άρθρου 882 Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που προστίθεται με τον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται και στις διαιτησίες που διεξάγονται ήδη με συμμετοχή δικαστικών λειτουργών, εκτός αν η αμοιβή έχει εξοφληθεί έως την 5η Μαΐου 1995. Αν η αμοιβή έχει εν μέρει μόνο καταβληθεί έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ο δικαστικός λειτουργός, που διεξάγει τη διαιτησία, δικαιούται προσωπικά το υπόλοιπο της αμοιβής, εφόσον με την καταβολή του η συνολική αμοιβή δεν θα υπερβαίνει τα δεκαπέντε (15) εκατομμύρια (15.000.000) δραχμές και επί διεθνούς διαιτησίας τα είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) δραχμές. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις. 3.Οι διατάξεις του άρθρου 871 Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που προστέθηκε με τον παρόντα νόμο, δεν εφαρμόζονται ως προς την επιλογή του προσώπου του διαιτητή ή επιδιαιτητή στις διαιτησίες που αφορούν διαφορές από διεθνείς συναλλαγές μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα και τρίτου ή από τη νομοθεσία για τις επενδύσεις κεφαλαίων εισαγόμενων στην Ελλάδα ή από συμβάσεις που έχουν κυρωθεί με νόμο, εφόσον σε κάθε περίπτωση το ένα των μερών είναι το Δημόσιο ή τα ανωτέρω αναφερόμενα νομικά πρόσωπα. Δεν επιτρέπεται όμως ο ορισμός ως διαιτητή ή επιδιαιτητή του ίδιου δικαστικού λειτουργού πριν από την πάροδο τριετίας από την περάτωση τέτοιας διαιτησίας .στην οποία συμμετείχε. Οι διατάξεις του άρθρου 882 Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, για το ύψος και την κατανομή της αμοιβής, εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις αυτές χωρίς παρέκκλιση. 4.Η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 1816/1988 αντικαθίσταται ως εξής: 2. Οι διατάξεις των άρθρων 871 Α και 882 Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και στο κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Το Ελληνικό Δημόσιο όμως, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τα νομικά πρόσωπα του, δημόσιου τομέα μπορούν να ορίζουν τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και ως διαιτητές, σε κάθε περίπτωση, κατά παρέκκλιση από τη διάταξη του άρθρου 871 Α παρ. 2 εδάφιο α. 5.Το άρθρο 4 του ν. 1816/1988, όπως ισχύει αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 4 1.Τα ποσά που καταβάλλονται στον κατά το άρθρο 882 Α παρ. 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ειδικό λογαριασμό του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. διατίθενται: α) για την παροχή έκτακτης χρηματικής ενίσχυσης σε δικαστικούς λειτουργούς ή στις οικογένειες τους σε περίπτωση θανάτου του δικαστικού λειτουργού ή προστατευόμενου μέλους της οικογένειάς του και για την αντιμετώπιση ασθένειας ή ατυχήματος των ανωτέρω, κατά το μέρος που οι σχετικές δαπάνες δεν καλύπτονται από το Δημόσιο ή από φορέα υποχρεωτικής ασφάλισης, β) για την ίδρυση και λειτουργία εντευκτηρίων δικαστικών λειτουργών, γ) για την έκδοση και διάθεση στους δικαστικούς λειτουργούς κωδίκων ή κωδικοποιήσεων νομοθεσίας, καθώς και για την έκδοση δοκίμων επιστημονικών μελετών από δικαστικούς λειτουργούς που αφορούν σε νομικά θέματα ή την οργάνωση και λειτουργία της δικαιοσύνης, δ) για την ενίσχυση των βιβλιοθηκών των δικαστηρίων με νομικά βοηθήματα και ε) για τους κυρίους σκοπούς του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.. 2.Η διαχείριση του λογαριασμού γίνεται από επιτροπή η οποία αποτελείται από τον Πρόεδρο του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., ως πρόεδρο, τους αρχαιότερους αντιπροέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με αναπληρωτές οριζόμενους από τους προέδρους των αντίστοιχων δικαστηρίων και από έναν κοινό εκπρόσωπο των δικαστικών ενώσεων, οριζόμενο με τον αναπληρωτή του από τους προέδρους των ενώσεων που αποφασίζουν κατά πλειοψηφία για χρονικό διάστημα δυο (2) ετών. Αν ο εκπρόσωπος αυτός δεν οριστεί μέσα σε ένα (1) μήνα από σχετική έγγραφη πρόσκληση που απευθύνεται στις ενώσεις από τον Πρόεδρο του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., ως εκπρόσωπος των ενώσεων καλείται ο Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων, με το νόμιμο αναπληρωτή του για το ίδιο χρονικό διάστημα. Η επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Βρίσκεται σε απαρτία αν παρίστανται τρία (3) τουλάχιστον μέλη της και αποφασίζει κατ απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Η επιτροπή αυτή αποφασίζει για τη χορήγηση των κατά την προηγούμενη παράγραφο παροχών. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης δύναται να καθορίζονται η διαδικασία και οι ειδικότερες προϋποθέσεις για τις ανωτέρω παροχές. 6.Διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν την ανάθεση διαιτησιών σε δικαστικούς λειτουργούς κατά τρόπο διάφορο από αυτόν που προβλέπεται στο άρθρο 871 Α καταργούνται, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο. Άρθρο 19 Διατάξεις Πολιτικής Δικονομίας Επιτροπές Κωδικοποιήσεων 1.Ή παράγραφος 1 του άρθρου 740 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: 1. Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται οι υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739, εκτός από: α) εκείνες που αφορούν την υιοθεσία, την κήρυξη προσώπου σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης ή δικαστικής αντίληψης και τη νομιμοποίηση τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων, β) εκείνες που από το νόμο υπάγονται στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων. 2.Στις διατάξεις των άρθρων 938 παρ. 3, 959 παρ. 3, 1000 εδάφιο α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτές ισχύουν μετά το ν. 2298/1995, η προθεσμία των οκτώ (8) εργάσιμων ημερών περιορίζεται σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες. 3.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του ν. 2298/1995 αντικαθίσταται ως εξής: Κατά την κωδικοποίηση η Επιτροπή μπορεί να αλλάξει την αρίθμηση των άρθρων των άνω νομοθετημάτων, να μεταφέρει στη δημοτική γλώσσα το κείμενο διατάξεων που έχουν διατυπωθεί στην καθαρεύουσα, καθώς και να επιφέρει τις απαραίτητες φραστικές μεταβολές, ώστε, χωρίς μεταβολή του περιεχομένου του, να αποδοθεί το όλο κείμενο σε ενιαίο γλωσσικό ύφος. 4.Σε επιτροπές ή ομάδες εργασίας για τη σύνταξη κωδίκων ή κωδικοποίηση διατάξεων ή για την εκτέλεση άλλης νομοπαρασκευαστικής εργασίας, στις οποίες μετέχουν δικαστικοί λειτουργοί και καθηγητές ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, η προεδρία ανατίθεται σε δικαστικό λειτουργό, εφόσον έχει βαθμό τουλάχιστον αρεοπαγίτη ή εξομοιούμενο προς αυτόν, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 55 του ν. 1756/1988. Άρθρο 20 Διατάξεις Ποινικού Κώδικα και Κώδικα Ποινικής Δικονομίας 1.Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 349 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 6 του ν. 1653/1986, προστίθεται εδάφιο, που έχει ως εξής: Αν ο κατηγορούμενος ή ένας τουλάχιστον από τους περισσότερους κατηγορούμενους, κρατείται προσωρινά και η αναβολή σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια έχει ως συνέπεια ότι η εκδίκαση της υπόθεσης θα γίνει σε δικάσιμο μεταγενέστερη από τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου προσωπικής κράτησης, η δίκη μπορεί να αναβληθεί τότε μόνον, όταν το δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κρίνει ότι υπάρχει λόγος που καθιστά απολύτως αδύνατη τη διεξαγωγή της. 2.Η παρ. 2 του άρθρου 122 του ν. 1165/1918, όπως ισχύει σήμερα αντικαθίσταται ως εξής: 2. Εάν ο κατηγορούμενος δεν συνελήφθη επ αυτοφώρω ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο δεν έγινε δυνατή η άμεση εισαγωγή της υποθέσεως στο ακροατήριο, ο Εισαγγελέας, εκτιμώντας τη σοβαρότητα της υποθέσεως, παραγγέλει σε προανακριτικό υπάλληλο τη διενέργεια προανακρίσεως ή σε τακτικό ανακριτή τη διενέργεια τακτικής ανακρίσεως κατά τα άρθρα 243 επ. και 246 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 3.Η παρ. 3 του άρθρου 74 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: 3. Οι αλλοδαποί που απελάθηκαν με αυτόν τον τρόπο μπορούν να επιστρέφουν στη χώρα με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης αφού περάσει μία τριετία από την απέλαση και για ορισμένο χρονικό διάστημα το οποίο δύναται να παρατείνεται. 4.Η παρ. 3 του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: 3. Ο απελαθείς αλλοδαπός, του οποίου έχει ανασταλεί η ποινή κατά τα ανωτέρω, μπορεί να επιστρέφει στη χώρα με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης αφού περάσει πενταετία από την απέλαση και για ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο δύναται να παρατείνεται. 5. α. Το άρθρο 286 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 286 1.Όποιος κατά την εκπόνηση μελέτης ή τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης, με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών. 2.Η παραγραφή της άνω πράξεως αρχίζει από την ημέρα της επέλευσης του αποτελέσματος της παραβίασης. 1)Στο τέλος των άρθρων 17 και 112 του Ποινικού Κώδικα προστίθενται οι λέξεις εκτός αν ορίζεται άλλως. Άρθρο 21 1. 1)Σε περίπτωση εγκλήματος του άρθρου 5 του ν. 1729/1987, όπως ισχύει, ως και σε περίπτωση εγκλήματος που φέρεται ότι τελέστηκε για να διευκολυνθεί η χρήση ναρκωτικών ουσιών, εφόσον τα εγκλήματα αυτά έχουν τελεσθεί από πρόσωπο που απέκτησε την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εκτιμώντας τις ειδικές κατά περίπτωση περιστάσεις και με την επιφύλαξη της τελευταίας περιόδου αυτού του εδαφίου, δύναται με αιτιολογημένη διάταξη του και με έγκριση του εισαγγελέα εφετών να αναβάλει για ορισμένο χρόνο, που μπορεί να παρατείνεται, την άσκηση ποινικής δίωξης, αν λαμβάνει γνώση από έκθεση ή και εκθέσεις του διευθυντή εγκεκριμένου κατά νόμο θεραπευτικού προγράμματος ψυχικής απεξάρτησης, ότι ο δράστης έχει προσέλθει οικειοθελώς και υποβάλλεται ανελλιπώς και συστηματικά στην από τις κείμενες διατάξεις επιβαλλόμενη θεραπεία. Αν ο δράστης ολοκληρώσει με επιτυχία το θεραπευτικό πρόγραμμα σύμφωνα με έγγραφη βεβαίωση και έκθεση του διευθυντή του προγράμματος, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, με αιτιολογημένη διάταξη του και με έγκριση του εισαγγελέα εφετών, μπορεί να απόσχει οριστικά από την ποινική δίωξη. Τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραπάνω εκθέσεις του διευθυντή θεραπευτικού προγράμματος είναι απόρρητα και απαγορεύεται η ανακοίνωση τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον ίδιο το χρήστη ναρκωτικών που υποβλήθηκε σε θεραπεία, επί ανηλίκου δε στον έχοντα την επιμέλεια. Τα παραπάνω δεν εφαρμόζονται για εγκλήματα που στρέφονται κατά της ζωής, της προσωπικής ελευθερίας, της σωματικής ακεραιότητας, καθώς και για τα εγκλήματα των άρθρων 336, 374 εδ. α και β και 380 του Πανικού Κώδικα και του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, όπου δε στην παράγραφο αυτή αναφερόντα εγκλήματα του παρόντος εδαφίου α, νοείται πάντα ως ισχύουσα και η ανωτέρω εξαίρεση από την εφαρμογή του. Το ευεργέτημα του παρόντος εδαφίου παρέχεται μία μόνο φορά. 2)Κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής χορηγείται αναβολή στράτευσης, που διακόπτεται ύστερα από γραπτή βεβαίωση του διευθυντή του θεραπευτικού προγράμματος ότι ολοκληρώθηκε ή διακόπηκε η θεραπευτική αγωγή. Οι διατάξεις της προηγούμενης περιόδου εφαρμόζονται και επί των ήδη ανυπότακτων. Η υποβολή σε θεραπευτική αγωγή εγκεκριμένου κατά νόμο θεραπευτικού προγράμματος ψυχικής απεξάρτησης αποτελεί σημαντικό αίτιο αναβολής της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 349 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αυτής αγωγής αναστέλλεται η παραγραφή οποιουδήποτε εγκλήματος του θεραπευομένου. Ως χρόνος θεραπευτικού προγράμματος μπορεί να θεωρηθεί συνολικά ή κατά ένα μέρος και ο εγκεκριμένος από τον επιστημονικό διευθυντή του οικείου προγράμματος κοινωνικής επανένταξης. Κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής στο εγκεκριμένο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής απεξάρτησης δεν επιτρέπεται η σύλληψη και παραπομπή σε δίκη για λιποταξία και τα συναφή προς αυτήν εγκλήματα, ως και για τα λοιπά εγκλήματα κατά της στρατιωτικής υποχρεώσεως των άρθρων 32-45 του Σ.Π.Κ. (ν. 2287/1995, φΕΚ 20 Α). 3)Η βεβαίωση αποθεραπείας, που εκδίδεται από τα εγκεκριμένα κατά νόμο θεραπευτικά προγράμματα ψυχικής απεξάρτησης, αποτελεί πλήρη απόδειξη για κάθε νόμιμη χρήση. Απαγορεύεται σε οποιονδήποτε, εκτός από εκπρόσωπο της δικαστικής αρχής, να εισέλθει στους χώρους των παραπάνω θεραπευτικών προγραμμάτων ψυχικής απεξάρτησης, χωρίς γραπτή άδεια του διευθυντή του. 4)Ο χρόνος παραμονής στο εγκεκριμένο κατά νόμο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής απεξάρτησης θεωρείται ως χρόνος έκτισης ποινής. Ύστερα από τη συμπλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος με επιτυχία, το Δικαστικό Συμβούλιο του τόπου εκτέλεσης της ποινής μπορεί να διατάξει την απόλυση υπό όρους ανεξάρτητα από το ύψος της ποινής που έχει εκτιθεί, εφόσον πρόκειται για εγκλήματα του εδαφίου α. Με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, μετά από πρόταση του αρμόδιου εισαγγελέα, μπορεί να διαταχθεί η σύλληψη και παραπομπή σε δίκη ατόμου που υποβάλλεται σε θεραπευτική αγωγή στα παραπάνω προγράμματα, αν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι έχει διαπράξει κακούργημα του άρθρου 5 του ν. 1729/1987, όπως ισχύει, με διεθνείς διασυνδέσεις, ή κακούργημα που αφορά μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ή οποιοδήποτε έγκλημα μη περιλαμβανόμενο στο εδάφιο α. Στις περιπτώσεις αυτές δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της δεύτερης περιόδου του εδαφίου β και της πρώτης περιόδου αυτού του εδαφίου. Μετά την ολοκλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος που πιστοποιείται εγγράφως από τον επιστημονικό διευθυντή του οικείου προγράμματος, μπορεί ο ενδιαφερόμενος ή ο αρμόδιος εισαγγελέας να ζητήσει από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών να μην εγγράφονται σε απόσπασμα ή αντίγραφο φύλλου Ποινικού Μητρώου αποφάσεις ή βουλεύματα για εγκλήματα σχετικά με τα ναρκωτικά ή κατά της ιδιοκτησίας και περιουσίας του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτά καθορίζονται στο εδάφιο α, εκτός από εκείνα που προορίζονται αποκλειστικώς για χρήση του δικαστηρίου. Το ευεργέτημα της προηγούμενης περιόδου επεκτείνεται και σ αυτούς που ολοκλήρωσαν το θεραπευτικό πρόγραμμα πριν από την ψήφιση των διατάξεων αυτών. 5)Ανεξαρτήτως των όρων των διατάξεων του ΣΤ Κεφαλαίου του Γενικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα, αν Κάποιος ολοκλήρωσε με επιτυχία το εγκεκριμένο κατά νόμο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής απεξάρτησης και καταδικαστεί για εγκλήματα από αυτά που προσδιορίζονται στο εδάφιο α, που έχουν σχέση με το πάθος της τοξικομανίας και τα οποία τελέστηκαν πριν την εισαγωγή του στο θεραπευτικό πρόγραμμα, η εκτέλεση της ποινής αναστέλλεται υποχρεωτικά για ορισμένο χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία (3) και ανώτερο από έξι (6) χρόνια υπό τους οριζόμενους από το δικαστήριο όρους που πρέπει να σχετίζονται με τη διαπίστωση της διατήρησης της απεξάρτησης. Μοναδική απόδειξη της αποθεραπείας είναι η βεβαίωση που εκδίδεται από το εγκεκριμένο κατά νόμο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής απεξάρτησης. Όσοι έχουν καταδικαστεί και εκτίουν την ποινή τους μπορούν να υποβάλλουν στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση σχετική αίτηση. Η παραπάνω αναστολή ανακαλείται μόνο αν δεν τηρηθούν οι όροι που ορίζει η απόφαση. 6)Ο αρμόδιος εισαγγελέας δύναται να αναστέλλει με διάταξη του την ισχύ εντάλματος σύλληψης προσώπου, που παρακολουθεί εγκεκριμένο πρόγραμμα ψυχικής απεξάρτησης, εφόσον το ένταλμα αυτό αφορά πράξη που περιλαμβάνεται στο εδάφιο α αυτής της παραγράφου και φέρεται ότι τελέστηκε πριν από την εισαγωγή του διωκομένου στο παραπάνω πρόγραμμα. Εάν έχει διατηρηθεί η ισχύς του με σύμφωνη γνώμη του Προέδρου Εφετών ή με βούλευμα, για την αναστολή απαιτείται απόφαση του Συμβουλίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η κατηγορία. 7)Όποιος έχει βεβαίωση ολοκλήρωσης με επιτυχία εγκεκριμένου κατά νόμο θεραπευτικού προγράμματος ψυχικής απεξάρτησης, θεωρείται ότι κατά την εισαγωγή του για θεραπεία είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών. 8)Εάν σε κατάστημα φυλακών εφαρμόζεται εγκεκριμένο συμβουλευτικό πρόγραμμα, κρατούμενος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, ο οποίος το παρακολουθεί πλήρως δεν μετάγεται σε άλλο κατάστημα για όσο χρόνο διαρκεί η συστηματική παρακολούθηση, εκτός αν παραγγελθεί η μεταγωγή του για λόγους τάξης ή δικαστικούς, οπότε επαναμετάγεται μετά την έκλειψη αυτής της αιτίας. Σε περίπτωση μεταγωγής για λόγους τάξης (άρθρο 77 παρ. 2 και 79 του ν. 1851/1989) προτιμάται κατάστημα όπου αναπτύσσεται εγκεκριμένο συμβουλευτικό πρόγραμμα, εκτός αν επιβάλλεται η μεταγωγή για σοβαρούς λόγους σε άλλο. Όποιος κρατούμενος χρήστης ναρκωτικών ουσιών επιθυμεί να παρακολουθήσει εκτελούμενο πρόγραμμα, πρέπει να διευκολύνεται ή να μετάγεται σε φυλακή όπου λειτουργεί τέτοιο πρόγραμμα, εφόσον οι εκάστοτε διαθέσιμοι χώροι το επιτρέπουν και παραμένει αν το παρακολουθεί συστηματικά. 9)Όποιος έχει καταδικαστεί για τις πράξεις του εδαφίου α σε στερητική της ελευθερίας ποινή και την εκτίει στη φυλακή, αν παρακολούθησε με επιτυχία εγκεκριμένο συμβουλευτικό πρόγραμμα στο κατάστημα κράτησης και υπάρχει βεβαίωση από αναγνωρισμένο από το Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων πρόγραμμα ψυχικής απεξάρτησης, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να γίνει αποδεκτός σε αυτό, μπορεί να απολυθεί με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών του τόπου εκτίσεως της ποινής με τον όρο παρακολούθησης του οικείου προγράμματος και προ της συμπλήρωσης του κατά τα άρθρα 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα χρόνου. Οι υπεύθυνοι του προγράμματος έχουν την υποχρέωση να ενημερώνουν ανά δίμηνο, την πρώτη κάθε δεύτερου μήνα, τη δικαστική αρχή για τη συνεπή παρακολούθηση της θεραπευτικής διαδικασίας και την επιτυχή ολοκλήρωση της, καθώς επίσης αμελλητί αν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη διακοπή της. Σε περίπτωση διακοπής γίνεται ανάκληση της υφ όρον απόλυσης. 10)Επιτυχής ολοκλήρωση του εγκεκριμένου σύμφωνα με το νόμο θεραπευτικού προγράμματος ψυχικής απεξάρτησης μπορεί να αναγνωρισθεί ως ελαφρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση, της ποινής. 11)Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 26 του ν. 1729/1987, 23 του ν. 2161/1993 και 11 του ν. 2298/1995, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις αυτής της παραγράφου. 2. 1)Κρατούμενοι, οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εκτίουν ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος, απολύονται από τις φυλακές υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επομένως του Ποινικού Κώδικα, εφόσον δεν κατέστησαν φυγόποινοι μετά την καταδίκη τους και μετά την πραγματική έκτιση του ενός τετάρτου της ποινής. 2)Η διάταξη του εδαφίου α εφαρμόζεται και όταν: 1) ο κρατούμενος απέκτησε τις προϋποθέσεις του εδαφίου α ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου και 2) με δικαστική απόφαση καθορίστηκε συνολική ποινή που δεν υπερβαίνει το έτος, εφόσον και στις δύο ως άνω περιπτώσεις ο κρατούμενος εξέτιε την ποινή κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 3)Η απόλυση διατάσσεται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. 4)Κάθε αμφισβήτηση ως προς την εφαρμογή αυτής της παραγράφου λύεται από το συμβούλιο των πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. 5)Κατά τα λοιπά ως προς την απόλυση που διατάσσεται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των εδαφίων β, γ, δ και ε της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 2207/1994. 6)Αλλοδαποί κρατούμενοι, οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εκτίουν ποινή φυλάκισης και έχει διαταχθεί με την καταδικαστική απόφαση η απέλασή τους, απολύονται από τις φυλακές, μετά την πραγματική έκτιση του ενός τετάρτου της ποινής τους και ύστερα από βεβαίωση της αστυνομικής αρχής ότι είναι αμέσως εφικτή η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που διατάσσει την απέλασή τους από τη χώρα. Και στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων γ-ε. 3. 1)Η παράγραφος 4 του άρθρου 52 του ν. 1851/1989 (ΦΕΚ 122 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 4. Οι έκτακτες άδειες αποσκοπούν στην αντιμετώπιση έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών του κρατουμένου. 2)Μετά το άρθρο 55 του ν. 1851/1989 (ΦΕΚ 122 Α) προστίθεται άρθρο 55α, που έχει ως εξής: Άρθρο 55 1.Κρατούμενος δικαιούται να λάβει έκτακτη άδεια εξόδου και αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση τακτικής άδειας μόνο για την αντιμετώπιση αποδεδειγμένης και ιδιαίτερα επιτακτικής ανάγκης. 2.Η έκτακτη άδεια χορηγείται με απόφαση του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου της κράτησης. Την έκτακτη άδεια μπορεί να χορηγήσει προσωπικά και ο διευθυντής του καταστήματος κράτησης, ο οποίος ενημερώνει αμέσως τον αρμόδιο εισαγγελέα, μόνο: 1)για κηδεία συζύγου ή συγγενή πρώτου βαθμού και β) για μία επίσκεψη σε σύζυγο ή συγγενή πρώτου βαθμού σε κατεπείγουσες βεβαιωμένα κρίσιμες καταστάσεις της υγείας τους. 3.Για τη χορήγηση έκτακτης άδειας εξόδου σε υποδίκους απαιτείται και η σύμφωνη γνώμη του ανακριτή. 4.Με την ίδια απόφαση καθορίζεται αν συντρέχει λόγος ασφαλούς συνοδείας κατά τη διάρκεια της άδειας. 1)Το άρθρο 558 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας καταργείται. Άρθρο 22 1.Στο άρθρο 15 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 του ν. 2172/1993 επέρχονται οι εξής μεταβολές: 1)το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 αντικαθίσταται ως εξής: 4. Ο Πρόεδρος και τα μέλη των συμβουλίων, καθώς και οι αναπληρωτές τους, εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία από τις ολομέλειες των οικείων δικαστηρίων, οι οποίες συνέρχονται αυτοδικαίως για το σκοπό αυτόν ανά διετία την ενδέκατη πρωινή ώρα του πρώτου Σαββάτου του μηνός Μαρτίου. 2)Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 αντικαθίσταται ως εξής: 5. Η θητεία του συμβουλίου είναι διετής, αρχίζει την τρίτη ημέρα μετά την εκλογή του και λήγει την αντίστοιχη ημέρα του μεθεπόμενου έτους. 2.Η θητεία των τριμελών συμβουλίων του πολιτικού και διοικητικού εφετείου Αθηνών, των πολιτικών και διοικητικών πρωτοδικείων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά και του ειρηνοδικείου Αθηνών, που εξελέγησαν από τις Ολομέλειες των οικείων δικαστηρίων την 26η Φεβρουαρίου 1994 είναι διετής και λήγει την αντίστοιχη ημέρα του έτους 1996. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντα τους έως την τρίτη ημέρα μετά την εκλογή του συμβουλίου που θα αναδειχθεί το πρώτο ή δεύτερο Σάββατο του αμέσως επόμενου μηνός. Άρθρο 23 Στο ν. 2236/1994 Εθνική Σχολή Δικαστών επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 1.Στο άρθρο 1 παρ. 1 το εδάφιο γ αντικαθίσταται ως εξής: γ. Η Σχολή εδρεύει και λειτουργεί στο Δήμο Καλαμαριάς του Νομού Θεσσαλονίκης. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ορίζεται ότι όργανα διοίκησης και ορισμένες διοικητικές και οικονομικές υπηρεσίες της Σχολής επιτρέπεται να συνέρχονται και να λειτουργούν και στην Αθήνα ή και στη Θεσσαλονίκη ή και σε άλλη πόλη εκτός της έδρας της. Επιτροπή που συγκροτείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Μακεδονίας - Θράκης, η οποία αποτελείται από το γενικό διευθυντή της Σχολής, ως πρόεδρο, έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Μακεδονίας - Θράκης, το Δήμαρχο Καλαμαριάς, έναν εκπρόσωπο του Κέντρου Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου, υποδεικνυόμενο από το Κέντρο και τον προϊστάμενο της διεύθυνσης τεχνικών υπηρεσιών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, ως μέλη, επιβλέπει και συντονίζει τις εργασίες για την άμεση στέγαση, καθώς και για την ολοκλήρωση της εγκατάστασης και εύρυθμης λειτουργίας της Σχολής στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης. Το Τμήμα της Σχολής που είναι αρμόδιο για την επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών θα λειτουργήσει στη Θράκη, σε πόλη που θα οριστεί με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Επιμόρφωση μπορεί να παρέχεται και στην έδρα των κατά τόπους εφετείων. ?.. Στο άρθρο 1 παρ. 1 στο τέλος του εδαφίου δ, προστίθεται η ακόλουθη διάταξη: Με όμοιες συμβάσεις μπορεί να ανατίθεται από τη Σχολή στα ως άνω ιδρύματα ή σε άλλους φορείς η διδασκαλία ξένων γλωσσών και πληροφορικής ή άλλων ειδικών μαθημάτων, έναντι συνολικώς εκάστοτε, για κάθε κατηγορία εκπαιδευομένων, συμφωνούμενης αμοιβής· 3.Στο άρθρο 1 παρ. 2 εδάφιο δ, μετά τη λέξη οικονομική προστίθενται οι λέξεις και διοικητική. Η δημοσιολογιστική διαχείριση εν γένει της Σχολής διεξάγεται, μέχρις ότου συσταθεί ίδια λογιστική υπηρεσία στη Σχολή, από τη λογιστική υπηρεσία του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 4.Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 4 εδάφια α και β αντικαθίστανται ως εξής: α. Το διοικητικό συμβούλιο είναι εννεαμελές και συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης από: αα) τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ββ) τον αρχαιότερο Πρόεδρο Εφετών του Πολιτικού Εφετείου Αθηνών και τον αρχαιότερο Πρόεδρο του Πολιτικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, γγ) έναν εκπρόσωπο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, οριζόμενο, με τον αναπληρωτή του, για θητεία τεσσάρων (4) ετών, από το διοικητικό συμβούλιο του Συλλόγου, δδ) έναν εκπρόσωπο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έναν εκπρόσωπο του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, οριζόμενους, με τους αναπληρωτές τους, από τη γενική συνέλευση του νομικού τμήματος των Πανεπιστημίων αυτών, για θητεία τεσσάρων (4) ετών και εε) έναν εκπρόσωπο των σπουδαστών της Σχολής ο οποίος εκλέγεται, με τον αναπληρωτή του, σε γενική συνέλευση, ανά διετία, μέσα σε ένα (1) μήνα από την έναρξη του οικείου δικαστικού έτους. Στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. μετέχουν ως εισηγητές, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο γενικός διευθυντής και ο διευθυντής σπουδών της Σχολής. 1)Αν οι πρόεδροι των υπό αα και ββ δικαστηρίων του προηγούμενου εδαφίου δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται, αναπληρώνονται από τους νόμιμους αναπληρωτές τους. Στο Δ. Σ. της Σχολής προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου και σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματός τους, ο αρχαιότερος δικαστικός λειτουργός μέλος του Δ.Σ.. Η διάταξη του εδαφίου γ της ίδιας παραγράφου καταργείται. 5.Στη διάταξη του εδαφίου β της παραγράφου 6 του άρθρου 1 η φράση: έχει αποκλειστική απασχόληση και ορίζεται αντικαθίσταται με τη φράση: τοποθετείται με αποκλειστική απασχόληση ή ορίζεται με μερική απασχόληση. Στη διάταξη του εδαφίου Υ της παραγράφου 8 του ίδιου άρθρου η φράση: έχουν αποκλειστική απασχόληση και ορίζονται αντικαθίσταται με τη φράση: τοποθετούνται με αποκλειστική απασχόληση ή ορίζονται με μερική απασχόληση. Τα πρόσωπα που έχουν τοποθετηθεί ήδη ως γενικός διευθυντής, διευθυντής σπουδών και υποδιευθυντής σπουδών της Σχολής υπηρετούν με μερική απασχόληση. 6.Στο άρθρο 1, παρ. 6 το εδάφιο γ αντικαθίσταται ως εξής: Αν ο γενικός διευθυντής δεν υπάρχει, απουσιάζει ή ; κωλύεται, αναπληρώνεται από τους κατά την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου διευθυντή ή υποδιευθυντή σπουδών. 7.Στο άρθρο 1 παρ. 8 οι δύο πρώτες φράσεις του εδαφίου δ αντικαθίστανται ως εξής: Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορεί να ανατίθενται καθήκοντα επόπτη σπουδών σε δικαστικούς λειτουργούς ή σε μέλη ΔΕΠ, οι οποίοι συνεργάζονται με το γενικό διευθυντή, το διευθυντή και τον υποδιευθυντή σπουδών, για την οργάνωση και παρακολούθηση της πρακτικής άσκησης των εκπαιδευομένων. Το επόμενο εδάφιο ε καταργείται. 8.Η παράγραφος 9 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής: Στη Σχολή λειτουργεί επταμελές συμβούλιο σπουδών, το οποίο αποτελείται από το γενικό διευθυντή, ως πρόεδρο, το διευθυντή σπουδών, τον υποδιευθυντή σπουδών, έναν εκπρόσωπο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έναν εκπρόσωπο του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, οι οποίοι ορίζονται, με τους αναπληρωτές τους, από τους προέδρους των νομικών τμημάτων των Πανεπιστημίων αυτών, για θητεία δύο (2) ετών και από τους προέδρους των τριμελών συμβουλίων του πολιτικού και του διοικητικού πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Το συμβούλιο σπουδών συγκαλείται από τον πρόεδρο του και βρίσκεται σε απαρτία αν παρίστανται τέσσερα (4) τουλάχιστο μέλη του. Το συμβούλιο σπουδών αποφασίζει κατ απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, σε περίπτωση δε ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου του. Έργο έχει την παρακολούθηση της παρεχόμενης στη Σχολή εκπαίδευσης, την υποβολή προτάσεων σχετικά με το πρόγραμμα σπουδών και την εφαρμογή του, καθώς επίσης σχετικά με την πρακτική άσκηση, την αξιολόγηση και τη βαθμολόγηση των εκπαιδευομένων. Ο γραμματέας του συμβουλίου σπουδών και ο αναπληρωτής του ορίζονται, όπως προβλέπεται στο εδάφιο ε της παρ. 4. 9.Στο τέλος του άρθρου 2 παρ. 1 εδάφιο β προστίθενται τα ακόλουθα: Στην προκήρυξη καθορίζονται και τα εξεταστικά κέντρα όπου θα διενεργηθεί ο διαγωνισμός, τα οποία μπορεί να βρίσκονται και εκτός της έδρας της Σχολής, προβλέπεται ο διορισμός επιτηρητών και μπορεί να ρυθμίζεται κάθε συναφές θέμα. Με την προκήρυξη μπορεί επίσης να ανατίθεται στην επιτροπή διεξαγωγής του διαγωνισμού ο καθορισμός και η μεταβολή των ανωτέρω, καθώς και η απόφαση σχετικά με κάθε άλλη λεπτομέρεια που αναφέρεται στους υποψηφίους, στους όρους και στον τρόπο διεξαγωγής του διαγωνισμού. Η επιτροπή αποφασίζει κατά πλειοψηφία και οι αποφάσεις της γνωστοποιούνται με τον προσφορότερο, κατά την κρίση της, τρόπο. 10.Από το άρθρο 2 παρ. 4 εδάφιο α απαλείφονται τα υπεδάφια εε και στστ. Το υπεδάφιο ζζ αριθμείται ως εε. Το επόμενο εδάφιο β αντικαθίσταται ως εξής: β. Τα μέλη αα έως δδ ορίζονται, με ισάριθμα αναπληρωματικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 παρ. 3 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., όπως ισχύουν κάθε φορά. Το μέλος υπό εε ορίζεται με έναν αναπληρωματικό, από τον πρόεδρο του νομικού τμήματος του Α.Ε.Ι. στο οποίο ανήκει. Η επιτροπή ορίζει ως γραμματέα της υπάλληλο της Σχολής-. 11. Το άρθρο 2 παρ. 5 αντικαθίσταται ως εξής: 5.α. Ο εισαγωγικός διαγωνισμός περιλαμβάνει δύο στάδια: προκριματικό και τελικό. Κατά το προκριματικό οι υποψήφιοι εξετάζονται γραπτά σε θέματα: αα) γενικής παιδείας, ββ) συνταγματικού δικαίου, γενικού διοικητικού δικαίου και διοικητικών διαφορών, γγ) αστικού δικαίου, εμπορικού δικαίου και πολιτικής δικονομίας και δδ) ποινικού δικαίου και ποινικής δικονομίας. Η εξέταση στα νομικά μαθήματα γίνεται με συνθετική παρουσίαση πρακτικού θέματος στους τρεις ως άνω θεματικούς κύκλους. Οι ενδείξεις των ατομικών στοιχείων των διαγωνιζομένων καλύπτονται με αδιαφανές χαρτί το οποίο δεν αφαιρείται παρά μετά την οριστικοποίηση της βαθμολόγησης στο προκριματικό στάδιο. Κατά το τελικό στάδιο, στο οποίο μετέχουν μόνο όσοι έχουν επιτύχει στο προκριματικό, οι υποψήφιοι εξετάζονται στην παραπάνω ύλη προφορικά. Η εξέταση στο τελικό στάδιο γίνεται δημόσια. 1)Στο τελικό στάδιο οι υποψήφιοι εξετάζονται προαιρετικά σε μία ή περισσότερες από τις ξένες γλώσσες: αγγλική, γαλλική, γερμανική, ιταλική, ισπανική και ρωσική. Η εξέταση της ξένης γλώσσας είναι γραπτή και προφορική και γίνεται από μέλος της επιτροπής ή από τρίτο, κατά προτίμηση δικαστικό λειτουργό ή πανεπιστημιακό, που ορίζεται από την Επιτροπή. Η γραπτή εξέταση συνίσταται σε μετάφραση κειμένου από την ελληνική στην ξένη γλώσσα και αντιστρόφως. Η προφορική εξέταση συνίσταται σε συνδιάλεξη μεταξύ του υποψηφίου και του εξεταστή. Ο μέσος όρος των βαθμών που κάθε υποψήφιος έλαβε στις εξετάσεις αυτές αποτελεί τη βαθμολογία του στην ξένη γλώσσα. 2)Το πρόγραμμα, η διαδικασία, τα εξεταστικά κέντρα διεξαγωγής του διαγωνισμού, ο τρόπος επιτήρησης, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο στοιχείο εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από την υπουργική απόφαση με την οποία προκηρύσσεται ο διαγωνισμός καθορίζονται από την επιτροπή του διαγωνισμού με απόφασή της που γνωστοποιείται κατά τον προσφορότερο, κατά την κρίση της τρόπο. 12.Στο άρθρο 2 παρ. 6 επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: Στο εδάφιο β απαλείφονται οι λέξεις και τελικού. Στα εδάφια δ και ε οι λέξεις στις πέντε (5) αντικαθίστανται με τις λέξεις στις τέσσερις (4). Το εδάφιο στ απαλείφεται. Το εδάφιο ζ αντικαθίσταται ως εξής: ζ. Τελικός βαθμός επιτυχίας κάθε υποψηφίου είναι αυτός που προκύπτει από τη διαίρεση δια του 2 του αθροίσματος των μέσων όρων της γραπτής προκριματικής και της προφορικής τελικής δοκιμασίας. Το εδάφιο ι απαλείφεται. 13.Η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 εδάφιο α αντικαθίσταται ως εξής: α. Η διάρκεια εκπαίδευσης στη Σχολή είναι είκοσι τεσσάρων (24) μηνών. 14.Το άρθρο 3 παρ. 1 εδάφιο γ αντικαθίσταται ως εξής: γ. Η πρώτη φάση της εκπαίδευσης διαρκεί δέκα (10) μήνες και είναι κοινή για όλους τους εκπαιδευόμενους. Η δεύτερη φάση διαρκεί εννέα (9) μήνες. Κατά τη φάση αυτή λειτουργούν οι κατευθύνσεις: αα. διοικητικής δικαιοσύνης και ββ. πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, στις οποίες οι εκπαιδευόμενοι κατανέμονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 υποπαρ. στ. Στην τρίτη φάση που διαρκεί πέντε (5) μήνες λειτουργούν τα εξής τμήματα: αα. υποψήφιων εισηγητών του Συμβουλίου της Επικρατείας, ββ. υποψήφιων εισηγητών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, γγ. υποψήφιων παρέδρων πρωτοδικείου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, δδ. υποψήφιων παρέδρων πρωτοδικείου και εε. υποψήφιων παρέδρων εισαγγελίας. Στα τρία πρώτα τμήματα κατανέμονται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 3 υποπαρ. ε, οι εκπαιδευόμενοι που κατά τη δεύτερη φάση ακολούθησαν την κατεύθυνση διοικητικής δικαιοσύνης. Στο τέταρτο και πέμπτο τμήμα κατανέμονται όσοι ακολούθησαν την κατεύθυνση πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης. 15.Το άρθρο 3 παρ. 1 εδάφιο ε αντικαθίσταται ως εξής: ε. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται ο χρόνος έναρξης της εκπαίδευσης. Με όμοια απόφαση μπορεί να ανακατανέμεται ο συνολικός χρόνος εκπαίδευσης μεταξύ των παραπάνω εκπαιδευτικών φάσεων, καθώς και να παρατείνεται ο χρόνος εκπαίδευσης κατά δύο το πολύ μήνες. 16.Από το άρθρο 3 παρ. 3 εδάφιο στ απαλείφεται η λέξη ισπανική. 17.Στο άρθρο 3 παρ. 5 μετά το εδάφιο γ προστίθεται εδάφιο δ που έχει ως εξής: δ. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης μετά γνώμη του Γενικού Διευθυντή, μπορεί να προβλέπεται η δυνατότητα να οργανώνονται από τη Σχολή, αυτοτελώς ή σε συνεργασία με αλλοδαπούς αντίστοιχους φορείς εκπαίδευσης, δημόσιες υπηρεσίες ή δικαστήρια, εκπαιδευτικά ή ενημερωτικά προγράμματα για δικαστικούς λειτουργούς ή σπουδαστές βαλκανικών χωρών ή Χωρών - Μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς και προγράμματα επιμόρφωσης από κοινού με αλλοδαπούς δικαστικούς λειτουργούς και να ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τη διάρκεια, την κατάρτιση και εκτέλεση των προγραμμάτων αυτών και την επιλογή των δικαστικών λειτουργών που συμμετέχουν σε αυτά. Αν στο ως άνω διάταγμα προβλέπονται και δαπάνες ή αμοιβές για τους μετέχοντες στα προγράμματα αυτά, απαιτείται κοινή πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών 18.Στο άρθρο 5 παρ. 1, μετά το εδάφιο β προστίθεται εδάφιο γ που έχει ως εξής: γ. Ο γενικός διευθυντής ή ο νόμιμος αναπληρωτής του είναι πειθαρχικός προϊστάμενος του διοικητικού προσωπικού της Σχολής. 19.Το άρθρο 5 παρ. 2 αντικαθίσταται ως εξής: 2. Η εκπαίδευση ανατίθεται σε δικαστικούς λειτουργούς, σε μέλη ΔΕΠ ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή του δημόσιου τομέα, δημόσιων επιχειρήσεων και κρατικών τραπεζών, δικηγόρους, καθηγητές ξένων γλωσσών και ιδιώτες με εξειδικευμένη κατάρτιση και πείρα συναφή προς τη διδακτέα ύλη. Η ανάθεση της διδασκαλίας των συγκεκριμένων μαθημάτων και ορισμένης ύλης από κάθε μάθημα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και ωράριο γίνεται με απόφαση του συμβουλίου σπουδών ύστερα από πρόταση του γενικού διευθυντή από πίνακα διδασκόντων που καταρτίζεται με απόφαση του Δ.Σ. της Σχολής. Αν πρόκειται για δικαστικούς λειτουργούς, απαιτείται για την επιλογή στον πίνακα, έγκριση από τον πρόεδρο του δικαστηρίου ή του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί ο δικαστικός λειτουργός. Η ανάθεση μπορεί να γίνει με περιορισμό της απασχόλησης του επιλεγόμενου δικαστικού λειτουργού στην κύρια θέση του. Η ανάθεση διδασκαλίας σε δικαστικό λειτουργό κατά αποκλειστική απασχόληση γίνεται με απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου για ορισμένο εκάστοτε χρονικό διάστημα που δεν επιτρέπεται να υπερβεί συνολικά την τριετία. Σε κάθε περίπτωση μπορεί να διδάσκουν στη σχολή ορισμένα μαθήματα ο γενικός διευθυντής, καθώς και ο διευθυντής και ο υποδιευθυντής σπουδών, ύστερα από σχετική απόφαση του Συμβουλίου Σπουδών της Σχολής. Μπορούν επίσης, σε περίπτωση κωλύματος μέλους του διδακτικού προσωπικού, να το αναπληρώνουν κατά τις ώρες που κωλύεται. Για ανάθεση διάλεξης ή σειράς έως δέκα (10) διαλέξεων ή μαθημάτων διάρκειας έως είκοσι (20) κατά ανώτατο όριο ωρών κατ έτος και για κάθε καλούμενο, δεν απαιτείται απόφαση του Δ.Σ. της Σχολής αλλά αρκεί απόφαση του γενικού διευθυντή ύστερα από πρόταση του διευθυντή σπουδών. 20.Το άρθρο 5 παρ. 3 εδάφιο β αντικαθίσταται ως εξής: β. Στη Σχολή συνιστώνται επίσης οι εξής θέσεις μόνιμου προσωπικού: αα. μία (1) θέση ΠΕ Προϊσταμένου Διεύθυνσης, ββ. τρεις (3) θέσεις κλάδου ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού, γγ. δύο (2) θέσεις κλάδου ΤΕ Διοικητικού - Λογιστικού, δδ. μία (1) θέση ΤΕ Βιβλιοθηκονόμου, εε. δύο (2) θέσεις κλάδου ΔΕ Δακτυλογράφων -Στενογράφων, στστ. τρεις (3) θέσεις κλάδου ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού και ζζ. δύο (2) θέσεις κλάδου Υ Ε Επιμελητών. 20α.Στο τέλος του άρθρου 5 παρ. 3 εδάφιο δ προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: Δικαστικοί υπάλληλοι επιτρέπεται να αποσπώνται στη Σχολή για χρονικό διάστημα ενός έτους, το οποίο μπορεί να παρατείνεται για ένα ακόμη έτος. Οι υπάλληλοι αυτοί λαμβάνουν τον από το άρθρο 24 παρ. 4 του ν. 2145/1993, σε συνδυασμό προς την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης 51375/28.6.1993, προβλεπόμενο πόρο. 21.Στο τέλος του άρθρου 5 παρ. 5 εδάφιο β προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο γ: γ. Με όμοια απόφαση μπορεί να ορίζονται ημερήσια αποζημίωση, εκτός έδρας και οδοιπορικά για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και για τα μέλη του συμβουλίου σπουδών που ορίζονται ως εκπρόσωποι του Αριστοτελείου και του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου. 22.Κατά το πρώτο δεκάμηνο από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου όλες οι αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου της Σχολής, εκτός από την έγκριση του τελικού απολογισμού και ισολογισμού, ασκούνται από τετραμελές συμβούλιο αποτελούμενο από το γενικό διευθυντή, το διευθυντή και τον υποδιευθυντή σπουδών και από έναν εκπρόσωπο του Κέντρου Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου που ορίζεται από αυτό. Το τετραμελές συμβούλιο μπορεί εφόσον απαιτείται από τις διδακτικές ανάγκες της Σχολής, κατά τη διάρκεια του ως άνω χρονικού διαστήματος, να συμπληρώνει τον πίνακα διδασκόντων που έχει ήδη εγκριθεί από το Δ.Σ. κατά τη συνεδρίασή του της 18ης Απριλίου 1995, επιλέγοντας το. κατάλληλο διδακτικό προσωπικό. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα το συμβούλιο αυτό αποφασίζει για κάθε μεταβολή του προϋπολογισμού που έχει εγκριθεί κατά την ίδια συνεδρίαση του Δ. Σ. της Σχολής, εφόσον η μεταβολή αυτή καθίσταται κατά την κρίση του αναγκαία από τη μεταστέγαση της Σχολής στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης ή από άλλα νεότερα της εγκριτικής αυτής απόφασης γεγονότα. Το τετραμελές συμβούλιο προεδρεύεται από το γενικό διευθυντή, συγκαλείται από αυτόν, αποφασίζει κατά πλειοψηφία, σε περίπτωση δε ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου του. Μπορεί να συνεδριάζει και στη Θεσσαλονίκη ή στην Αθήνα, οπότε τα πρακτικά τηρούνται από τον υποδιευθυντή σπουδών. 23.Η κατά το άρθρο 2 παρ. 7 εδάφιο γ του ν. 2236/1994 ανάρτηση των αποτελεσμάτων του πρώτου εισαγωγικού διαγωνισμού θα γίνει την 1η Αυγούστου 1995 στην έδρα της Σχολής στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και η εκπαίδευση θα αρχίσει την 1η Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Άρθρο 24 1.Τα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, απαλλάσσονται της καταβολής της υπέρ του Δημοσίου εφάπαξ εισφοράς, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν.δ/τος 49/1968 (ΦΕΚ 294 Α), όπως ισχύει, για τα τιθέμενα σε κυκλοφορία ασθενοφόρα αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης. 2.Η ισχύς της προηγούμενης παραγράφου αρχίζει από 20 Ιουνίου 1995. Άρθρο 25 Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Επιλογή και διορισμός του Προέδρου της Εθνικής Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες. 2006/7_17-5-2006 2006
Πράξη Διοικητή αριθ. 2483/20.12.2001 Αναπροσαρμογή και καθορισμός σε ευρώ ορίων που αναφέρονται σε διατάξεις αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος. ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 2002/1_10.01.2002 2002
Πράξη Διοικητή 2536/4.2.2004 Προϋποθέσεις παροχής άδειας λειτουργίας και κανόνες εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος των εταιρειών διαμεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων. ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 2004/1_11.02.2004 2004
Πράξη Διοικητή αριθ. 2541/27.2.2004 Κωδικοποίηση και τροποποίηση των διατάξεων της ΠΔ/ΤΕ 2440/11.1.1999 Ίδρυση και λειτουργία ανταλλακτηρίων συναλλάγματος στην Ελλάδα από ανώνυμες εταιρείες που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα, όπως ισχύει. ΤΡΑΠΕΖΑ[...]" 2004/2_05.04.2004 2004
(Πράξη Διοικητή αριθ. 2535/21.1.2004) Τροποποίηση και κωδικοποίηση διατάξεων σχετικών με τη στατιστική πληροφόρηση της Τράπεζας της Ελλάδος για συναλλαγές μεταξύ κατοίκων Ελλάδος και μη κατοίκων σε ευρώ και σε συνάλλαγμα. ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 2004/2_28.01.2004 2004
Πλαίσιο αρχών λειτουργίας και κριτηρίων αξιολόγησης της οργάνωσης και των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και σχετικές αρμοδιότητες των διοικητικών τους οργάνων. ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 2006/1_20.03.2006 2006
Αναδιοργάνωση υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και άλλες διατάξεις 1995/2343 1995
Οργανωμένες υπηρεσίες παροχής προστασίας από φορείς κοινωνικής πρόνοιας και άλλες διατάξεις. 1995/2345 1995
Τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, του Κώδικα Βασικών Κανόνων για τη Μεταχείριση των Κρατουμένων και άλλες διατάξεις. 1996/2408 1996
Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, επιτάχυνση των δικών, δικονομικές απλουστεύσεις και άλλες διατάξεις. 1997/2479 1997
Ειδικό μισθολόγιο δικαστικών λειτουργών, μισθολόγια κύριου προσωπικού Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και ιατροδικαστών και άλλες διατάξεις. 1997/2521 1997
Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το ξέπλυμα, την έρευνα, την κατάσχεση και δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες. 1998/2655 1998
Κύρωση της Σύμβασης για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών σε διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές. 1998/2656 1998
Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις. 1999/2713 1999
Τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών οργανώσεων. 2001/2928 2001
Προσωπικό Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις. 2001/2935 2001
Τροποποίηση και συμπλήρωση του Ν. 2725/1999, ρύθμιση θεμάτων Υπουργείου Πολιτισμού και άλλες διατάξεις. 2002/3057 2002
Καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας, της πορνογραφίας ανηλίκων και γενικότερα της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής και αρωγή στα θύματα των πράξεων αυτών. 2002/3064 2002
Τροποποίηση και συμπλήρωση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου και άλλες διατάξεις. 2002/3075 2002
Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, αντικατάσταση και συμπλήρωση των διατάξεων για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και άλλες διατάξεις 2003/3148 2003
Αναμόρφωση της ποινικής νομοθεσίας ανηλίκων και άλλες διατάξεις. 2003/3189 2003
Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών και άλλες διατάξεις. 2004/3259 2004
Αμοιβαία συνδρομή των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της άμεσης φορολογίας, φορολογία τόκων και άλλες διατάξεις. 2005/3312 2005
Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις. 2006/3472 2006
Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις. 2007/3601 2007
Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσωνκαι άλλες διατάξεις. 2007/3606 2007
Κύρωση και εφαρμογή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς και αντικατάσταση συναφών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα 2008/3666 2008
Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις. 2008/3691 2008
Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις 2013/4139 2013
Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2015/849/ΕΕ) και άλλες διατάξεις. 2018/4557 2018
Οργανισμός του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.. 1996/218 1996
Εξέταση εκπαιδευομένων στην Εθνική Σχολή Δικαστών μετά τη δεύτερη φάση της εκπαίδευσης. 1996/309 1996
Κατανομή νέων και ανακατανομή οργανικών θέσεων Εισαγγελικών λειτουργών. 1996/35 1996
(1) «Περί οργανώσεως και λειτουργίας της Επιτροπής για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες του άρθρου 7 του Νόμου 2331/95». 1996/401 1996
Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου 1997/376 1997
Οργανισμός Ινστιτούτου Κρητικού Δικαίου 2001/18 2001
Τροποποίηση του π.δ/τος 376/1997 «Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου» (Α΄ 246), όπως ισχύει. 2005/263 2005
Τροποποίηση του π.δ/τος 376/1997 «Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου» (Α΄ 246), όπως ισχύει. 2006/224 2006
Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ «περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών», όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2005/51/ΕΚ της Επιτροπής και την Οδηγία 2005/75/[...]" 2007/60 2007
Τροποποίηση του π.δ/τος 376/1997 «Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου» (Α΄ 246), όπως ισχύει. 2009/141 2009