Επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και των πιστωτικών ιδρυμάτων και άϋλες μετοχές.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΜΕΡΟΣ
ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΚΙΝΗΤΩΝ ΑΞΙΩΝ, ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΣΚΟΠΟΣ - ΟΡΙΣΜΟΙ - ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Άρθρο 1 "Σκοπός"
1.  
    Με το Μέρος Α (άρθρα 1 έως και 38) του παρόντος νόμου σκοπείται κυρίως η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της υπ αριθμ. 93/22/Ε.Ο.Κ. Οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (L 141/ 11.6.1993, σελ. 27) για τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών και της υπ αριθμ. 93/6/Ε.Ο.Κ. Οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (L 141/11.6.1993, σελ. 1) για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και η ρύθμιση συναφών θεμάτων.
Άρθρο 2 "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: 1. Κύρια Επενδυτική Υπηρεσία: Οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες: α. (ϊ) Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερό [...]"
2.  
    Παρεπόμενη Επενδυτική Υπηρεσία: Οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες που παρέχονται προς επενδυτές:
  1. Φύλαξη ή και διακίνηση ενός ή περισσοτέρων τίτλων από τους αναφερόμενους στην παρ. 1 α (i) του παρόντος άρθρου.
  2. Ενοικίαση θυρίδων
  3. Παροχή πιστώσεων ή δανείων σε επενδυτές προς διενέργεια συναλλαγών σε τίτλους που απαριθμούνται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον στις συναλλαγές αυτές παρεμβάλλεται η επιχείρηση η οποία παρέχει την πίστωση ή το δάνειο.
  4. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να θέτει κανόνες για την παροχή πιστώσεων και δανείων από τις Ε.Π.Ε.Υ. σε επενδυτές, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.
  5. Παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις σχετικά με τη διάρθρωση του κεφαλαίου τους, τη διαμόρφωση της επιχειρηματικής τους στρατηγικής και κάθε θέμα σχετιζόμενο με την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, καθώς και παροχή συμβουλών και υπηρεσιών στους τομείς συγχωνεύσεως και εξαγοράς επιχειρήσεων
  6. Υπηρεσίες συνδεόμενες με την αναδοχή έκδοσης. στ.
  7. Παροχή συμβουλών στον τομέα των επενδύσεων με αντικείμενο έναν ή περισσότερους τίτλους από τους αναφερόμενους στην παρ. 1 α (ί) του παρόντος άρθρου.
  8. Υπηρεσίες ξένου συναλλάγματος, εφόσον συνδέονται με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών
3.  
    Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.): Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο παρέχει κατ επάγγελμα προς τρίτους μία ή περισσότερες κύριες επενδυτικές υπηρεσίες. Ειδικά για Ε.Π.Ε.Υ. που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας από τις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 23 παρ.1, 28 παρ.1 και 30 παρ.1.
4.  
    Πιστωτικά Ιδρύματα: Τα νομικά πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α). Η Τράπεζα της Ελλάδος διατηρεί την ευχέρεια να υπαγάγει ένα ή περισσότερα από τα εκεί εξαιρούμενα πιστωτικά ιδρύματα σε διατάξεις του παρόντος νόμου.
5.  
    Ιδρύματα: Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι Ε.Π.Ε.Υ.
6.  
    Κινητές Αξίες:
  1. οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών,
  2. οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι, που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά,
  3. κάθε άλλος τίτλος ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας, μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.
  4. Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται.
7.  
    Τίτλοι της Χρηματαγοράς: Τα χρηματοπιστωτικά μέσα που συνήθως αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη Χρηματαγορά
8.  
    Κράτος-Μέλος καταγωγής Ε.Π.Ε.Υ.: Ως Κράτος-Μέλος καταγωγής Ε.Π.Ε.Υ. νοείται:.
  1. Το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο οποίο η Ε.Π.Ε.Υ. έχει την κεντρική της διοίκηση, προκειμένου περί ατομικής επιχειρήσεως.
  2. Το Κράτος-Μέλος στο οποίο η Ε.Π.Ε.Υ. έχει και την καταστατική της έδρα και την κεντρική της διοίκηση, εάν η επιχείρηση αυτή είναι νομικό πρόσωπο.
  3. Σε περίπτωση που, σύμφωνα με τη νομοθεσία η οποία διέπει την Ε.Π.Ε.Υ., αυτή δεν έχει καταστατική έδρα, ως Κράτος-Μέλος καταγωγής νοείται το Κράτος-Μέλος στο οποίο βρίσκεται η κεντρική της διοίκηση.
  4. Προκειμένου για οργανωμένη αγορά, ως Κράτος-Μέλος καταγωγής νοείται εκείνο στο οποίο βρίσκεται η καταστατική έδρα του φορέα που παρέχει την υποδομή για τη διενέργεια συναλλαγών ή, εάν αυτός ο φορέας, σύμφωνα με τη νομοθεσία που τον διέπει, δεν έχει καταστατική έδρα, το Κράτος-Μέλος στο οποίο βρίσκεται η κεντρική του διοίκηση
9.  
    Κράτος-Μέλος υποδοχής Ε.Π.Ε.Υ.: Το Κράτος-Μέλος στο οποίο η Ε.Π.Ε.Υ. έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες.
10.  
    Υποκατάστημα Ε.Π.Ε.Υ.: Μονάδα εκμετάλλευσης, που αποτελεί τμήμα μιας Ε.Π.Ε.Υ., στερείται νομικής προσωπικότητας και διαμέσου του οποίου η Ε.Π.Ε.Υ. παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, για τις οποίες αυτή έχει λάβει άδεια λειτουργίας. Περισσότερες από μία μονάδες εκμετάλλευσης που έχει εγκαταστήσει στο ίδιο Κράτος-Μέλος μία Ε.Π.Ε.Υ. με εταιρική έδρα σε άλλο Κράτος-Μέλος, θεωρούνται ότι αποτελούν ένα υποκατάστημα.
11.  
    Αρμόδιες αρχές: Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, οι οποίες ασκούν εποπτεία επί των ιδρυμάτων
12.  
    Ειδική συμμετοχή Ε.Π.Ε.Υ.: Η άμεση ή έμμεση συμμετοχή η οποία αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το δέκα τοις εκατό (10%) του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας Ε.Π.Ε.Υ. ή που επιτρέπει την άσκηση σημαντικής επιρροής στη διοίκηση της Ε.Π.Ε.Υ. στην οποία υφίσταται η συμμετοχή. Για τον ορισμό της έμμεσης συμμετοχής εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 7 του π.δ/τος 51/1992 (ΦΕΚ 22 Α).
13.  
    Μητρική και Θυγατρική επιχείρηση: Η μητρική και η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε και της παραγράφου 1 του άρθρου 106 του κ.ν. 2190/1920. Κάθε θυγατρική μιας θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που ηγείται των επιχειρήσεων αυτών.
14.  
    Οργανωμένη αγορά: Η αγορά στην οποία αντικείμενο διαπραγμάτευσης αποτελούν οι αξίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 α (ί) του παρόντος άρθρου και η οποία πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
  1. Περιλαμβάνεται στον κατάλογο που καταρτίζεται βάσει των διατάξεων του, άρθρου 19 του παρόντος νόμου
  2. Λειτουργεί συστηματικά και σύμφωνα με κανόνες
  3. Οι όροι λειτουργίας της αγοράς και οι όροι υπό τους οποίους αποκτάται το δικαίωμα συμμετοχής και καταρτίσεως συναλλαγών σ αυτήν, καθώς και οι όροι εισαγωγής μετοχών στην αγορά αυτή ή οι όροι που θα πρέπει να πληροί μία αξία για να είναι διαπραγματεύσιμη στην αγορά αυτή, έχουν τεθεί με κανόνες δικαίου
  4. Υπόκειται σε κανόνες για την υποβολή στοιχείων και τη διαφάνεια των συναλλαγών ως προς τις συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα σ αυτή
15.  
    Έλεγχος: Μία επιχείρηση θεωρείται ότι ελέγχει άλλη όταν συντρέχει μία τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 42ε και 106 του κ.ν. 2190/1920.
16.  
    Ε.Π.Ε.Υ. που λειτουργεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών: Η Ε.Π.Ε.Υ. η οποία παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες στην Ελλάδα χωρίς να διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση και η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας από αρμόδια αρχή άλλου Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει την έδρα της σ αυτό.
17.  
    Αναγνωρισμένες Ε.Π.Ε.Υ. τρίτων χωρών: Οι επιχειρήσεις, που εδρεύουν σε χώρα που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα, καλύπτοντας από τον ορισμό της Ε.Π.Ε.Υ. και υπόκεινται σε θεσμοθετημένους κανόνες εποπτείας που. κατά την κρίση των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμοι ως προς την προστασία του γενικού συμφέροντος και την κατοχύρωση της κεφαλαιαγοράς προς τους κανόνες που θεσπίζει ο παρών νόμος.
18.  
    Χρηματοπιστωτικά μέσα: Τα μέσα που ορίζονται στην παράγραφο 1 α (ί) του παρόντος άρθρου. Στην έννοια των ανωτέρω χρηματοπιστωτικών μέσων δεν εμπίπτουν οι διατραπεζικές καταθέσεις.
19.  
    Χρεωστικοί τίτλοι: Νοούνται οι τίτλοι που ενσωματώνουν ρητή υπόσχεση αποπληρωμής χρέους, όπως έντοκα γραμμάτια Δημοσίου, ομολογίες, ομόλογα και άλλοι τίτλοι σταθερής ή μεταβλητής απόδοσης
20.  
    Εξωχρηματιστηριακά παράγωγα μέσα (ΟΤC):
  1. οι συμβάσεις επί επιτοκίων και τιμών συναλλάγματος, όπως αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙΙ της Π.Δ./Τ.Ε. 2054/1992 (ΦΕΚ 49 Α),.
  2. οι εκτός ισολογισμού συμβάσεις επί μετοχών, εφόσον όλες οι ανωτέρω συμβάσεις δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένες αγορές που υπόκεινται στις καθημερινές απαιτήσεις περιθωρίου και
  3. οι συμβάσεις επί συναλλάγματος που έχουν αρχική διάρκεια άνω των δεκατεσσάρων (14) ημερολογιακών ημερών
21.  
    Χαρτοφυλάκιο συναλλαγών (trading bοοk) πιστωτικού ιδρύματος ή Ε.Π.Ε.Υ.:.
  1. (ί) Οι θέσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα επί των οποίων το ίδρυμα έχει κυριότητα και κατέχει με σκοπό την επαναπώλησή τους ή/ και οι θέσεις τις οποίες έχει προκειμένου να επωφεληθεί βραχυπρόθεσμα από υφιστάμενες ή/ και από αναμενόμενες διαφορές μεταξύ τιμών αγοράς και πώλησής τους ή από άλλες διακυμάνσεις τιμών ή επιτοκίων. (ii) Οι θέσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα οι οποίες προκύπτουν από ταυτόχρονες αγορές και πωλήσεις τους για ίδιο λογαριασμό. (iii) Οι θέσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα που χρησιμοποιούνται για την αντιστάθμιση άλλων στοιχείων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. (ίν) Τα ανοίγματα που οφείλονται σε μη εκκαθαρισμένες συναλλαγές, ατελείς συναλλαγές και εξωχρηματιστηριακά παράγωγα μέσα που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2, 3 και 5 του άρθρου 36 του παρόντος νόμου. (ν) Τα ανοίγματα που οφείλονται σε συμβάσεις επαναγοράς Και δανειοδοσίας τίτλων οι οποίες βασίζονται σε τίτλους που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, όπως ορίζονται στα σημεία (i), (ii), (iii) της παρούσας παραγράφου και αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 36 του παρόντος νόμου. (νi) Τα ανοίγματα που οφείλονται σε συμβάσεις επαναπώλησης και δανειοληψίας τίτλων, όπως περιγράφονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 36 του παρόντος νόμου, εφόσον υπάρχει η έγκριση των αρμόδιων αρχών και πληρούν είτε τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην περίπτωση αα. είτε τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην περίπτωση ββ., κατωτέρω:.
    • Τα ανοίγματα αποτιμώνται σε ημερήσια βάση σε τρέχουσες αγοραίες τιμές σύμφωνα με τις διαδικασίες του άρθρου 36 του παρόντος νόμου.
    • Η εξασφάλιση αναπροσαρμόζεται λαμβάνοντας υπόψη σημαντικές μεταβολές της αξίας των τίτλων που αφορά η συγκεκριμένη σύμβαση, κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων, αποδεκτής από τις, κατά περίπτωση, αρμόδιες αρχές.
    • Η σύμβαση προβλέπει ότι σε περίπτωση υπερημερίας του αντισυμβαλλομένου, οι απαιτήσεις του ιδρύματος συμψηφίζονται αυτοδίκαια με τις απαιτήσεις του εν λόγω αντισυμβαλλομένου.
    • Οι συμβάσεις και οι συναλλαγές αυτές, ιδιαίτερα οι βραχυπρόθεσμες, θα πρέπει να μην είναι εικονικές.
    • Η σχετική σύμβαση, που πρέπει να μην είναι εικονική, είναι διεπαγγελματική κατά την έννοια της παρ. 30 του παρόντος άρθρου. (νii) Τα ανοίγματα που προέρχονται από αμοιβές, προμήθειες, τόκους, μερίσματα και περιθώρια σε παράγωγα μέσα που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά και συνδέονται άμεσα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και αναφέρονται στην παράγραφο 8 του άρθρου 36 του παρόντος νόμου.
  2. Τα ιδρύματα οφείλουν να αποτιμούν τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους σε τρέχουσες αγοραίες τιμές, σε ημερήσια βάση, εκτός αν δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 3, παρ. 5 του παρόντος νόμου.
  3. Στις περιπτώσεις έλλειψης τρεχουσών αγοραίων τιμών, η αποτίμηση αυτών των θέσεων πραγματοποιείται με μεθόδους που καθορίζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
  4. Ορισμένες επί μέρους κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων μπορούν να μην συμπεριλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, αν κάτι τέτοιο προκύπτει από την εφαρμογή αντικειμενικών κανόνων που μπορούν να περιλαμβάνουν, σε περιπτώσεις που αρμόζει, και το πρότυπο λογιστικών κανόνων που ακολουθεί το ίδρυμα.
  5. Οι κανόνες αυτοί, καθώς και η συνεπής εφαρμογή τους, υπόκεινται σε περιοδική εξέταση από τις αρχές.
22.  
    Χρηματοδοτικό ίδρυμα: επιχείρηση όπως ορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 2 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α).
23.  
    Χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών (Financial hοlding cοmpany): χρηματοδοτικό ίδρυμα οι θυγατρικές του οποίου είναι αποκλειστικά ή κυρίως πιστωτικά ιδρύματα, Ε.Π.Ε.Υ. ή άλλα χρηματοδοτικά ιδρύματα, ένα εκ των οποίων είναι τουλάχιστον πιστωτικό ίδρυμα ή μια Ε.Π.Ε.Υ.
24.  
    Συντελεστές στάθμισης κινδύνου: οι συντελεστές που εφαρμόζονται στους επί μέρους αντισυμβαλλομένους, σύμφωνα με το Κεφάλαιο ΣΤ της Π.Δ./Τ.Ε. 2054/1992 εφαρμοζόμενης αναλόγως για τις Ε.Π.Ε.Υ. με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Στοιχεία του ενεργητικού που συνίστανται σε απαιτήσεις και άλλα ανοίγματα έναντι Ε.Π.Ε.Υ. ή αναγνωρισμένων Ε.Π.Ε.Υ. τρίτων χωρών και άλλα ανοίγματα έναντι αναγνωρισμένων χρηματιστηρίων και γραφείων συμψηφισμού και εκκαθάρισης θα υπόκεινται στον ίδιο συντελεστή στάθμισης κινδύνου ως εάν ο αντισυμβαλλόμενος ήταν πιστωτικό ίδρυμα.
25.  
    Εγκεκριμένα στοιχεία:
  1. Οι θετικές και αρνητικές θέσεις:
  2. (i) στα στοιχεία ενεργητικού που απαριθμούνται στο Κεφάλαιο ΣΤ, παρ. 1β της Π.Δ./Τ.Ε. 2054/1992 και (ii) σε χρεωστικούς τίτλους εκδιδόμενους από Ε.Π.Ε.Υ. ή από αναγνωρισμένες Ε.Π.Ε.Υ. τρίτων χωρών.
  3. Οι θετικές και αρνητικές θέσεις σε χρεωστικούς τίτλους εφόσον οι εν λόγω τίτλοι πληρούν τις ακόλουθες δύο προϋποθέσεις:
  4. (ί) είναι εισηγμένοι σε μια τουλάχιστον οργανωμένη αγορά Κράτους - Μέλους ή σε οργανωμένη αγορά τρίτης χώρας, εφόσον αυτή έχει αναγνωριστεί από τις αρμόδιες αρχές συγκεκριμένου Κράτους-Μέλους και (ii) αξιολογούνται από το ίδρυμα ως επαρκώς ρευστοποιήσιμοι και ως συνεπαγόμενοι, λόγω της φερεγγυότητας του εκδότη, πιστωτικό κίνδυνο ανάλογο ή μικρότερο του αντίστοιχου κινδύνου των στοιχείων του ενεργητικού που απαριθμούνται στο Κεφάλαιο ΣΤ, παρ. 1β, της Π.Δ./Τ.Ε. 2054/1992.
  5. Ο τρόπος αξιολόγησης των τίτλων αυτών αποτελεί αντικείμενο ελέγχου των αρμόδιων αρχών οι οποίες μπορούν να επαναξιολογούν την απόφαση του ιδρύματος, εάν κρίνουν ότι οι συγκεκριμένοι τίτλοι παρουσιάζουν εξαιρετικά υψηλό πιστωτικό κίνδυνο και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποτελέσουν εγκεκριμένα στοιχεία.
  6. Ανεξάρτητα από τις ανωτέρω περιπτώσεις α και β, στα εγκεκριμένα στοιχεία είναι δυνατόν να υπάγονται και οι χρεωστικοί τίτλοι, οι οποίοι κατά την κρίση των αρμόδιων αρχών είναι επαρκώς ρευστοποιήσιμοι και λόγω της φερεγγυότητας του εκδότη υπόκεινται σε πιστωτικό κίνδυνο, ανάλογο ή μικρότερο του αντίστοιχου κινδύνου των στοιχείων του ενεργητικού που απαριθμούνται στο Κεφάλαιο ΣΤ, παρ. 1β της Π.Δ./Τ.Ε. 2054/1992 (ΦΕΚ 49 Α).
  7. Ο πιστωτικός κίνδυνος που σχετίζεται με αυτούς τους τίτλους πρέπει να έχει αποτιμηθεί σ αυτό το επίπεδο από δύο τουλάχιστον οργανισμούς διαβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας, αναγνωρισμένους από τις αρμόδιες αρχές ή και από έναν μόνο τέτοιο οργανισμό, εφόσον κανείς άλλος αναγνωρισμένος από τις αρμόδιες αρχές οργανισμός διαβάθμισης πιστοληπτικής ικανότητας δεν έχει αξιολογήσει δυσμενέστερα τους συγκεκριμένους τίτλους.
  8. Οι προϋποθέσεις αναγνώρισης των ανωτέρω θα καθορισθούν με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας ύστερα από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
  9. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά περίπτωση, μπορούν να μην αποδεχθούν μια αξιολόγηση από τους αναφερθέντες οργανισμούς διαβάθμισης πιστοληπτικής ικανότητας, λαμβανομένων υπόψη είτε των χαρακτηριστικών της αγοράς, είτε του εκδότη ή των ιδίων των τίτλων ή συνδυασμού αυτών.
  10. Οι αρχές αυτές απαιτούν από τα ιδρύματα να εφαρμόζουν την ανώτατη στάθμιση του ειδικού κινδύνου του Πίνακα 1 του άρθρου 35 του παρόντος νόμου, στα εγκεκριμένα στοιχεία που παρουσιάζουν ιδιαίτερο κίνδυνο λόγω ανεπαρκούς φερεγγυότητας του εκδότη ή/και ανεπαρκούς ρευστότητας.
  11. Οι κατά περίπτωση αρμόδιες αρχές εποπτείας αποστέλλουν τακτικά στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή πληροφόρηση για τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται στην αξιολόγηση των εγκεκριμένων στοιχείων, ιδίως όσον αφορά το βαθμό ρευστότητας του εκδιδόμενου τίτλου και τη φερεγγυότητα του εκδότη.
26.  
    Στοιχεία κεντρικής διοίκησης: οι θετικές και αρνητικές θέσεις στα στοιχεία του ενεργητικού που αναφέρονται στο Κεφάλαιο ΣΤ, παρ. 1α της Π.Δ./Τ.Ε. 2054/1992, καθώς και σε εκείνα που σταθμίζονται με μηδενικό συντελεστή, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Ζ, παρ. 1 της ίδιας Π.Δ./Τ.Ε.
27.  
    Μετατρέψιμος τίτλος: ο τίτλος που, κατ επιλογή του κατόχου του, δύναται να μετατραπεί σε άλλο τίτλο, συνήθως μετοχές του ιδίου εκδότη
28.  
    Τίτλος επιλογής (warrant): το μέσο που παρέχει στον κάτοχο του το δικαίωμα απόκτησης συγκεκριμένου αριθμού μετοχών ή άλλων τίτλων, σε καθορισμένη τιμή μέχρι και την ημερομηνία λήξης του. Ο διακανονισμός γίνεται είτε με την παράδοση των μετοχών ή άλλων τίτλων είτε με την εξόφληση της αξίας του τίτλου επιλογής.
29.  
    Καλυμμένος τίτλος επιλογής (cονered warrant): το μέσο που εκδίδεται από φορέα διαφορετικό από τον εκδότη του υποκείμενου τίτλου και παρέχει το δικαίωμα απόκτησης ορισμένου αριθμού μετοχών ή άλλων τίτλων σε καθορισμένη τιμή και διασφάλισης κέρδους ή αντιστάθμισης κινδύνων, σχετικά με διακυμάνσεις δείκτη που αφορά χρηματοπιστωτικά μέσα, που απαριθμούνται στις περιπτώσεις αα έως και ζζ της παρ. 1α (i) του άρθρου 2 του παρόντος νόμου μέχρι και την ημερομηνία λήξης του τίτλου επιλογής.
30.  
    Σύμβαση πώλησης με σύμφωνο επαναγοράς και σύμβαση αγοράς με σύμφωνο επαναπώλησης: η σύμβαση με την οποία ένα ίδρυμα ή ο αντισυμβαλλόμενος του συμφωνεί να μεταβιβάσει τίτλους ή εγγυημένα δικαιώματα που αφορούν τίτλους - εφόσον η εγγύηση αυτή έχει δοθεί από αναγνωρισμένο χρηματιστήριο που έχει τα δικαιώματα επί των τίτλων - με την ειδική συμφωνία της επαναγοράς ή του δικαιώματος εξωνήσεως των τίτλων ή των δικαιωμάτων αυτών ή ομοειδών τους σε καθορισμένη τιμή και μελλοντική ημερομηνία, η οποία ορίζεται ή μπορεί να ορισθεί από το μεταβιβάζοντα, εφόσον στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής το ίδρυμα δεν επιτρέπεται να μεταβιβάσει ή ενεχυριάσει τους συγκεκριμένους τίτλους σε πλείονες του ενός αντισυμβαλλομένους ταυτόχρονα. Η ως άνω συμφωνία για μεν το ίδρυμα που μεταβιβάζει τους τίτλους είναι σύμβαση πώλησης και επαναγοράς (repο) για δε το ίδρυμα που αποκτά τους τίτλους είναι σύμβαση αγοράς και επαναπώλησης (reνerse repο). Μια σύμβαση αγοράς και επαναπώλησης θεωρείται διεπαγγελματική, όταν ο αντισυμβαλλόμενος είναι Ε.Π.Ε.Υ. ή πιστωτικό ίδρυμα ή αναγνωρισμένη Ε.Π.Ε.Υ. τρίτης χώρας, κατά την έννοια, αντίστοιχα, των παραγράφων 3, 4 και 17 του παρόντος άρθρου ή πιστωτικό ίδρυμα της ζώνης Α, όπως αυτή καθορίζεται στην παρ. 1β του Δευτέρου Κεφαλαίου της Π.Δ./Τ.Ε. 2054/1992 ή όταν η εν λόγω σύμβαση καταρτίζεται σε οργανωμένη αγορά ή διεκπεραιώνεται μέσω αναγνωρισμένου γραφείου συμψηφισμού.
31.  
    Δανειοδοσία τίτλων και δανειοληψία τίτλων: η σύμβαση με την οποία ένα ίδρυμα ή ο αντισυμβαλλόμενος του συμφωνεί να μεταβιβάσει τίτλους έναντι εξασφαλίσεων, υπό τον όρο ότι ο δανειζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιστρέψει, σε ορισμένη μελλοντική ημερομηνία ή όταν το απαιτήσει ο μεταβιβάζων, τίτλους αντίστοιχης αξίας με ομοειδή χαρακτηριστικά. Η σύμβαση αυτή είναι δανειοδοσία τίτλων για το ίδρυμα που μεταβιβάζει τους τίτλους και δανειοληψία τίτλων για το ίδρυμα προς το οποίο μεταβιβάζονται οι εν λόγω τίτλοι. Μια σύμβαση δανειοληψίας τίτλων θεωρείται διεπαγγελματική, όταν ο αντισυμβαλλόμενος είναι Ε.Π.Ε.Υ. ή πιστωτικό ίδρυμα ή αναγνωρισμένη Ε.Π.Ε.Υ. τρίτης χώρας, κατά την έννοια, αντίστοιχα, των παραγράφων 3, 4 και 17 του παρόντος άρθρου ή πιστωτικό ίδρυμα της ζώνης Α, όπως αυτή καθορίζεται στην παρ. 1β του Δευτέρου Κεφαλαίου της Π.Δ./Τ.Ε. 2054/1992 ή όταν η εν λόγω σύμβαση καταρτίζεται σε οργανωμένη αγορά ή διεκπεραιώνεται μέσω αναγνωρισμένου γραφείου συμψηφισμού.
32.  
    Μέλος οργανωμένης αγοράς ή γραφείου συμψηφισμού: ένα μέλος οργανωμένης αγοράς ή γραφείου συμψηφισμού, το οποίο έχει άμεση συμβατική σχέση με το γραφείο συμψηφισμού ή την οργανωμένη αγορά όπου οι συναλλαγές είναι εγγυημένες. Επιχειρήσεις μη μέλη πραγματοποιούν τις συναλλαγές τους υποχρεωτικά μέσω μέλους γραφείου συμψηφισμού ή οργανωμένης αγοράς.
33.  
    Συντελεστής δέλτα: ο λόγος της αναμενόμενης μεταβολής της τιμής ενός συμβολαίου δικαιώματος προαίρεσης προς την αντίστοιχη μεταβολή της τιμής του υποκείμενου μέσου του συμβολαίου δικαιώματος προαίρεσης
34.  
    Θετική θέση (lοng), αρνητική θέση (shοrt): για τους σκοπούς του άρθρου 35, παράγραφος 4, του παρόντος νόμου, θετική θέση (lοng) είναι η θέση στην οποία ένα ίδρυμα έχει καθορίσει το επιτόκιο βάσει του οποίου υπολογίζονται οι χρηματικές ροές που πρόκειται να εισπράξει σε μελλοντική ημερομηνία και αρνητική θέση (shοrt) είναι η θέση στην οποία ένα ίδρυμα έχει καθορίσει το επιτόκιο βάσει του οποίου υπολογίζονται οι χρηματικές ροές που πρόκειται να καταβάλει σε μελλοντική ημερομηνία
35.  
    Ίδια κεφάλαια: τα ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως ορίζονται στην Π.Δ./Τ.Ε. 2053/1992 (ΦΕΚ 49 Α) όπως ισχύει της πράξεως αυτής εφαρμοζόμενης αναλόγως για τις Ε.Π.Ε.Υ. με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την επιφύλαξη χρησιμοποίησης του εναλλακτικού ορισμού ιδίων κεφαλαίων στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 38 του παρόντος νόμου.
36.  
    Αρχικό κεφάλαιο: το αρχικό κεφάλαιο των πιστωτικών ιδρυμάτων όπως ορίζεται στα σημεία 1α, 1β, 2α, 2β και 2γ της παρ. Α του Κεφαλαίου 1 της Π.Δ./Τ.Ε. 2053/1992 (ΦΕΚ 49 Α), της Πράξης αυτής εφαρμοζόμενης αναλόγως για τις Ε.Π.Ε.Υ., με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
37.  
    Αρχικά ίδια κεφάλαια: τα αρχικά ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως αυτά καθορίζονται στην παρ. Α του Κεφαλαίου Ι της Π.Δ./Τ.Ε. 2053/1992, όπως ισχύει. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς η Πράξη αυτή εφαρμόζεται ανάλογα για τις Ε.Π.Ε.Υ.
38.  
    Κεφάλαιο: τα ίδια κεφάλαια κατά την έννοια της παραγράφου 35 του παρόντος άρθρου
39.  
    Δείκτης τροποποιημένης διάρκειας: η υπολογισμένη διάρκεια σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 35, παράγραφος 9β του παρόντος νόμου
Άρθρο 3
1.  
    Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται οι Ε.Π.Ε.Υ. και τα πιστωτικά ιδρύματα με εξαίρεση τα άρθρα 23 έως και 31. Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 38 του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται, εκτός αν προβλέπεται άλλως:.
  1. Στην Τράπεζα της Ελλάδος
  2. Στην Ε.Τ.Β.Α.
  3. Στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων
  4. Στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο
  5. Στις Ασφαλιστικές Επιχειρήσεις του ν.δ/τος 400/ 1970 όπως ισχύει.
  6. Στις Ε.Π.Ε.Υ. οι οποίες παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες αποκλειστικά στη μητρική τους επιχείρηση ή σε θυγατρική τους επιχείρηση ή σε άλλη θυγατρική επιχείρηση της μητρικής τους.
  7. Σε πρόσωπα τα οποία παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ως παρεπόμενη δραστηριότητα στο πλαίσιο επαγγελματικής τους δραστηριότητας, εφόσον η εν λόγω δραστηριότητα διέπεται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή επαγγελματικό Κώδικα Δεοντολογίας, που δεν απαγορεύουν την παροχή των υπηρεσιών αυτών.
  8. Κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από τα ανωτέρω πρόσωπα εφαρμόζονται αναλόγως και καταλλήλως οι διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας του άρθρου 7.
  9. Σε επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες που συνίστανται αποκλειστικά στη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων, στα οποία συμμετέχουν αποκλειστικώς εργαζόμενοι ή συνταξιούχοι επιχειρήσεως
  10. Στις επιχειρήσεις οι οποίες πληρούν σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
  11. (ί) Παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται μόνο στη λήψη και διαβίβαση εντολών με αντικείμενο κινητές αξίες. (ii) Δεν νομιμοποιούνται να κατέχουν κεφάλαια, κινητές αξίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν σε πελάτες τους. (iii) Κατά την παροχή των υπηρεσιών αυτών δικαιούνται να διαβιβάζουν εντολές μόνο στις εξής επιχειρήσεις:.
    • Σε Ε.Π.Ε.Υ. που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα ή σε άλλο Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
    • Σε πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα ή σε άλλο Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
    • ΥΥ· Σε Ε.Π.Ε.Υ. ή πιστωτικά ιδρύματα καθώς και σε υποκαταστήματα Ε.Π.Ε.Υ. ή πιστωτικών ιδρυμάτων, που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα και υπόκεινται σε κανόνες προληπτικής εποπτείας τουλάχιστον ισοδύναμους με τους κανόνες που ισχύουν για την προληπτική εποπτεία των Ε.Π.Ε.Υ. ή των πιστωτικών ιδρυμάτων.
    • Σε Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.), σε εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου του ν. 1969/1991 και εν γένει σε θεσμικούς επενδυτές που δικαιούνται να διαθέτουν μερίδια ή μετοχές στο κοινό, ανεξάρτητα από το εάν εμπίπτουν ή όχι στις διατάξεις του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α).
  12. Σε επιχειρήσεις, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που ασκούν την υπό το στοιχείο α (ί) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου δραστηριότητα λειτουργώντας ως αντιπρόσωποι Ε.Π.Ε.Υ., εφόσον οι Ε.Π.Ε.Υ. ευθύνονται εις ολόκληρον με τις επιχειρήσεις αυτές για τις πράξεις των τελευταίων.
  13. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο της μεταξύ των επιχειρήσεων της κατηγορίας αυτής και των Ε.Π.Ε.Υ. συμβάσεως, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η εις ολόκληρον ευθύνη των Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και της δηλώσεως που πρέπει να υποβάλει η Ε.Π.Ε.Υ. στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την αναγνώριση της εις ολόκληρον ευθύνης της.
  14. Στους Ο.Σ.Ε.Κ.Α., τις ανώνυμες εταιρίες διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων και στις εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α).
  15. Σε πρόσωπα των οποίων η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα είναι η διαπραγμάτευση πρώτων υλών για επαγγελματικούς σκοπούς, είτε μεταξύ τους είτε με τους παραγωγούς ή τους χρήστες των εν λόγω προϊόντων, παρέχουν δε επενδυτικές υπηρεσίες μόνο προς τους αντισυμβαλλομένους τους κατά την άσκηση της κύριας δραστηριότητάς τους και μόνο στο βαθμό που απαιτείται για την άσκηση αυτής της κύριας δραστηριότητάς τους
2.  
    Οι ρυθμίσεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από νόμιμα εξουσιοδοτημένους φορείς στο Κράτος ή στην Τράπεζα της Ελλάδος ή σε άλλους φορείς του δημόσιου τομέα, στα πλαίσια εφαρμογής της νομισματικής και της συναλλαγματικής πολιτικής και της πολιτικής διαχειρίσεως του δημόσιου χρέους και των συναλλαγματικών διαθεσίμων
3.  
    Τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα Ε.Π.Ε.Υ. Κρατών-Μελών ή τρίτων χωρών, πλην πιστωτικών ιδρυμάτων, υπάγονται στην εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Για την εποπτεία των εγκατεστημένων στην Ελλάδα υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων Κρατών-Μελών ή τρίτων χωρών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1β του ν. 2076/1992 και της Π.Δ./Τ.Ε 2054/1992 (ΦΕΚ 49 Α).
4.  
    Οι αρμόδιες για την εποπτεία των ιδρυμάτων αρχές δύνανται με αποφάσεις τους να υπαγάγουν σε διατάξεις του παρόντος νόμου το σύνολο ή μέρος των εξαιρουμένων ιδρυμάτων
5.  
    Οι διατάξεις του παρόντος νόμου, όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις από τον κίνδυνο θέσης και τους κινδύνους αντισυμβαλλομένου - διακανονισμού στους οποίους εκτίθενται τα ιδρύματα, ισχύουν μόνον εφόσον πληρούται τουλάχιστον μια από τις παρακάτω προϋποθέσεις:
  1. Ο κύκλος εργασιών του χαρτοφυλακίου συναλλαγών των ιδρυμάτων υπερβαίνει συνήθως, κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κατά περίπτωση, το πέντε τοις εκατό (5%) του συνολικού κύκλου των εργασιών τους
  2. Το σύνολο των ανοικτών θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους σε τρέχουσες αγοραίες τιμές, υπερβαίνει συνήθως, κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κατά περίπτωση, το δραχμικό ισόποσο των δεκαπέντε (15) εκατομμυρίων ΕCU
  3. Ο κύκλος εργασιών του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους υπερβαίνει έστω και προσωρινά το έξι τοις εκατό (6%) του συνολικού κύκλου των εργασιών τους και το σύνολο των ανοικτών θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους σε τρέχουσες αγοραίες τιμές, υπερβαίνει έστω και προσωρινά το δραχμικό ισόποσο των είκοσι (20) εκατομμυρίων ΕCU.
  4. Στις περιπτώσεις όπου δεν πληρούται καμία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, τα ιδρύματα υπάγονται στις διατάξεις της Π.Δ./Τ.Ε. 2054/1992, της Π.Δ. αυτής εφαρμοζόμενης αναλόγως για τις Ε.Π.Ε.Υ., όπως θα καθοριστεί με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
6.  
    Για τον υπολογισμό της αναλογίας του κύκλου εργασιών του χαρτοφυλακίου συναλλαγών των ιδρυμάτων προς το συνολικό κύκλο των εργασιών τους στα σημεία (α) και (γ) της ανωτέρω παραγράφου 5 η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορούν να βασίζονται: είτε στον ισολογισμό και τα στοιχεία εκτός ισολογισμού είτε στα αποτελέσματα χρήσης είτε στα ίδια κεφάλαια του οικείου ιδρύματος είτε και σε συνδυασμό όλων αυτών. Κατά την καθημερινή αποτίμηση του κύκλου εργασιών των στοιχείων εντός και εκτός ισολογισμού, τα χρηματοπιστωτικά μέσα αποτιμώνται: είτε με την τρέχουσα αγοραία τιμή τους, εφόσον αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά είτε στις λοιπές περιπτώσεις, με βάση μεθόδους αποτίμησης που καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές. Οι αρνητικές και θετικές θέσεις αθροίζονται ανεξάρτητα των προσήμων τους.
7.  
    Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν τις διατάξεις της νομοθεσίας για τη μεταβίβαση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΚΑΝΟΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝΕ.Π.Ε.Υ.
Άρθρο 4
1.  
    Η καθ οιονδήποτε τρόπο κατ επάγγελμα παροχή κυρίων επενδυτικών υπηρεσιών στην Ελλάδα επιτρέπεται μόνο στις Ε.Π.Ε.Υ., σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
2.  
    Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιβάλλει σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που παραβιάζουν τις διατάξεις της παραγράφου 1 πρόστιμο ύψους μέχρι 50.000.000 δραχμών. Σε περίπτωση σοβαρών υποτροπών, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλλει πρόστιμο ύψους μέχρι 70.000.000 δραχμών. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, μπορεί να αναπροσαρμόζεται το ύψος των ανωτέρω προστίμων.
Άρθρο 5
1.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 22 για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ειδικών διατάξεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας για το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, τα μέλη του και τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ασκεί την εποπτεία επί των Ε.Π.Ε.Υ. που εδρεύουν στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που είναι εγκατεστημένες ή παρέχουν υπηρεσίες εκτός Ελλάδας, καθώς και επί των Ε.Π.Ε.Υ. που εδρεύουν εκτός Ελλάδας και λειτουργούν στην Ελλάδα ως προς τις διατάξεις που αποβλέπουν στην προστασία των επενδυτών και του γενικού συμφέροντος και ως προς τους κανόνες δεοντολογίας, σύμφωνα με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στις διατάξεις της νομοθεσίας. Στην έννοια της εποπτείας περιλαμβάνονται ιδίως ο έλεγχος της φερεγγυότητας, της ρευστότητας, της κεφαλαιακής επάρκειας και της συγκέντρωσης κινδύνων των Ε.Π.Ε.Υ., η τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας και της ειδικής συμμετοχής σε Ε.Π.Ε.Υ. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι επίσης αρμόδια για την αποδοχή και παροχή γνωστοποιήσεων που αφορούν σε Ε.Π.Ε.Υ., πλην πιστωτικών ιδρυμάτων.
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζονται για την αποτελεσματική άσκηση της εποπτείας επί των Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και για τα θέματα γνωστοποιήσεων ως προς την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα από Ε.Π.Ε.Υ. και πιστωτικά ιδρύματα με έδρα σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παρέχει η μία στην άλλη κάθε αναγκαία συνδρομή για την εκτέλεση των καθηκόντων της, σύμφωνα με όσα θα προβλεφθούν σε ειδικό Πρωτόκολλο Συνεργασίας που θα συνταχθεί εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
3.  
    Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζονται επίσης με τις αρμόδιες αρχές των λοιπών Κρατών - Μελών για την εποπτεία των Ε.Π.Ε.Υ. που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα και λειτουργούν σε ένα ή περισσότερα λοιπά Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή αντιστρόφως. Στη συνεργασία αυτή περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και α) η ανταλλαγή, ύστερα από σχετική γραπτή αίτηση, όλων των πληροφοριών οι οποίες σχετίζονται με τη λειτουργία και την κεφαλαιακή και περιουσιακή διάρθρωση των Ε.Π.Ε.Υ. και οι οποίες μπορούν να διευκολύνουν την άσκηση της εποπτείας και του ελέγχου των επιχειρήσεων αυτών και ιδίως τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 32 του παρόντος νόμου, και β) η συλλογή των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για τον έλεγχο της τήρησης από τις Ε.Π.Ε.Υ. των κανόνων της νομοθεσίας.
4.  
    Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του Κράτους - Μέλους καταγωγής για τις κυρώσεις και εν γένει μέτρα που επιβάλλονται στις Ε.Π.Ε.Υ. που έχουν την έδρα τους σε άλλο Κράτος-Μέλος και λειτουργούν στην Ελλάδα. Επίσης, διαβιβάζουν σε τακτά χρονικά διαστήματα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης πληροφορίες σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των εγκεκριμένων στοιχείων του στοιχείου 25 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, ιδίως για την εκτίμηση του βαθμού ρευστότητας των τίτλων και της φερεγγυότητας του εκδότη.
5.  
    Οι αρμόδιες αρχές του Κράτους-Μέλους καταγωγής Ε.Π.Ε.Υ. που έχουν ιδρύσει στην Ελλάδα υποκατάστημα, αφού ενημερώσουν προηγουμένως την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, μπορούν να προβούν οι ίδιες ή μέσω εξουσιοδοτημένων προς τούτο προσώπων σε επιτόπια εξακρίβωση και συλλογή των πληροφοριών που αφορούν τη λειτουργία και την κεφαλαιακή και περιουσιακή διάρθρωση των Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των εγκεκριμένων στοιχείων. Την ως άνω επιτόπια εξακρίβωση και συλλογή πληροφοριών μπορεί να ζητήσει και η ίδια η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους - Μέλους καταγωγής. Στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ζητεί από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους - Μέλους καταγωγής είτε να διενεργήσουν οι ίδιες την εξακρίβωση αυτή είτε να εξουσιοδοτήσουν την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προς διενέργεια της εξακρίβωσης από την ίδια ή από πρόσωπα που αυτή θα ορίσει. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου δεν περιορίζουν το δικαίωμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να διενεργεί επιτόπιο έλεγχο των εγκατεστημένων στην Ελλάδα υποκαταστημάτων Ε.Π.Ε.Υ. που έχουν την έδρα τους σε άλλο Κράτος-Μέλος ή των δραστηριοτήτων των Ε.Π.Ε.Υ. οι οποίες λειτουργούν υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της παρέχονται από τις κείμενες διατάξεις.
6.  
    Στις περιπτώσεις Ε.Π.Ε.Υ. που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα και λειτουργούν σε άλλα Κράτη-Μέλη με τη μορφή υποκαταστήματος ή παρέχουν υπηρεσίες υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αφού ενημερώσει προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές των Κρατών - Μελών μπορεί να προβεί η ίδια ή μέσω εξουσιοδοτημένων προς τούτο προσώπων, στην επιτόπια εξακρίβωση και συλλογή των πληροφοριών, των αναφερομένων στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.
7.  
    Κάθε πρόσωπο που ασκεί ή έχει ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ή οποιασδήποτε άλλης αρχής, στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων περί εποπτείας των Ε.Π.Ε.Υ. και εν γένει της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς, καθώς και οι εντεταλμένοι από τις αρμόδιες αρχές ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες, υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου για κάθε εμπιστευτική πληροφορία που αφορά Ε.Π.Ε.Υ. και περιέρχεται σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. ή που γνωστοποιείται σ αυτά από άλλες αρχές.
8.  
    Εμπιστευτικές πληροφορίες της προηγούμενης παραγράφου οι οποίες περιέρχονται σε γνώση των προσώπων της προηγούμενης παραγράφου επιτρέπεται να γνωστοποιούνται σε πρόσωπα ή αρχές μόνο με συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, έτσι ώστε να μην είναι δυνατός ο προσδιορισμός της Ε.Π.Ε.Υ. στην οποία αναφέρονται.
9.  
    Οι ελληνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των Ε.Π.Ε.Υ δύνανται να ανταλλάσσουν μεταξύ τους εμπιστευτικές πληροφορίες για Ε.Π.Ε.Υ. με σκοπό την πραγματοποίηση και διευκόλυνση των προβλεπόμενων στη νομοθεσία ελέγχων επί των Ε.Π.Ε.Υ και για την αποτελεσματική εποπτεία τους, υποκείμενες στο επαγγελματικό απόρρητο ως προς τις πληροφορίες αυτές. Η Τράπεζα της Ελλάδος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών δύνανται να ανταλλάσσουν πληροφορίες με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των άλλων Κρατών - Μελών, στα πλαίσια του παρόντος νόμου.
10.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και όλες οι αρμόδιες αρχές στις οποίες περιέρχονται πληροφορίες για τις Ε.Π.Ε.Υ. σύμφωνα με τις διατάξεις περί εποπτείας, καθώς και στο πλαίσιο συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές των άλλων Κρατών - Μελών, δύνανται να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές μόνο για την άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων τους, συμπεριλαμβανομένων και των περιπτώσεων στις οποίες ασκούν τον έλεγχο για να:.
  1. εξακριβώσουν εάν πληρούνται οι όροι άσκησης από Ε.Π.Ε.Υ. επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και διευκολύνουν τον ατομικό ή ενοποιημένο έλεγχο των όρων άσκησης της δραστηριότητας αυτής, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων των Ε.Π.Ε.Υ. που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου,.
  2. επιβάλλουν τις κυρώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις της νομοθεσίας
11.  
    Οι διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου δεν εφαρμόζονται προκειμένου να επιβληθούν διοικητικές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον των δικαστηρίων συνεπεία της επιβολής κυρώσεων, ούτε για την αναφορά στις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές αξιόποινων πράξεων ή για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εποπτικών και εν γένει αρμόδιων αρχών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη νομοθεσία
12.  
    Αν Ε.Π.Ε.Υ. κηρυχθεί σε πτώχευση ή τελεί υπό εκκαθάριση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες δεν αφορούν τρίτους μπορούν να ανακοινώνονται στα πλαίσια δικαστικών διαφορών.
13.  
    Κάθε ανταλλαγή πληροφοριών για Ε.Π.Ε.Υ. μεταξύ ελληνικών αρμόδιων αρχών και των αρμόδιων αρχών χώρας που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ελλάδας και της χώρας αυτής, γίνεται μόνον εφόσον έχει ληφθεί μέριμνα για την τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου από τις αρμόδιες αρχές της άλλης χώρας.
14.  
    Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφ ενός της Τράπεζας της Ελλάδος, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων τους για την εποπτεία και εν γένει τον έλεγχο Ε.Π.Ε.Υ. και αφ ετέρου του Υπουργού Εμπορίου κατά την ενάσκηση των καθηκόντων εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ανωνύμων εταιριών, καθώς και των ειδικών εξεταστικών επιτροπών της Βουλής, κατά την, σύμφωνα με τον κανονισμό της Βουλής, ενάσκηση των καθηκόντων τους. Οι αρμόδιες για την εποπτεία των Ε.Π.Ε.Υ. αρχές δεν ανακοινώνουν όμως στον Υπουργό Εμπορίου ή τις ειδικές εξεταστικές επιτροπές της Βουλής εμπιστευτικές πληροφορίες που συγκεντρώνονται μέσω των επιτόπιων ελέγχων που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 του παρόντος άρθρου, χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών του Κράτους-Μέλους στο οποίο διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος. Επιτρέπεται, επίσης, η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφ ενός της Τράπεζας της Ελλάδος, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και λοιπών αρχών που εποπτεύουν τις Ε.Π.Ε.Υ. και τα χρηματιστήρια και αφ ετέρου των οργάνων που διεξάγουν διαδικασίες εκκαθάρισης και πτώχευσης Ε.Π.Ε Υ και των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τον έλεγχο των λογαριασμών των Ε.Π.Ε.Υ. και λοιπών χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.
15.  
    Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών διαβιβάζουν προς την Τράπεζα της Ελλάδος τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία της Τράπεζας ως νομισματικής αρχής. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφασή της να καθορίζει τα στοιχεία και τις πληροφορίες που πρέπει να της υποβάλλουν οι Ε.Π.Ε.Υ. προκειμένου να ασκεί αποτελεσματικά τη νομισματική και συναλλαγματική πολιτική, τη διαδικασία παροχής των στοιχείων και πληροφοριών αυτών, καθώς και κάθε άλλο ειδικό θέμα και στοιχεία και πληροφορίες κρίνει απαραίτητα για τη διευκόλυνση της άσκησης των αρμοδιοτήτων της ως νομισματικής αρχής. Η Τράπεζα της Ελλάδος τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο για όλες τις πληροφορίες και όλα τα στοιχεία που περιέρχονται σε γνώση της σύμφωνα με τις διαδικασίες της παρούσας παραγράφου.
16.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και κάθε άλλη αρμόδια αρχή μπορούν να ανακοινώνουν πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση τους ως προς Ε.Π.Ε.Υ. στην Α.Ε. Αποθετηρίων, σε γραφεία συμψηφισμού και εκκαθαρίσεως και σε άλλους παρόμοιους οργανισμούς, αναγνωρισμένους από την ισχύουσα νομοθεσία, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες συμψηφισμού και εκκαθάρισης ή διακανονίζουν συμβάσεις σε μία από τις οργανωμένες αγορές, εφόσον η παροχή των πληροφοριών αυτών είναι απαραίτητη για την ομαλή λειτουργία των οργανισμών αυτών. Οι απασχολούμενοι στην Α.Ε. Αποθετηρίων Τίτλων και στα γραφεία ή τους οργανισμούς αυτούς τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο ως προς τις πληροφορίες αυτές. Πληροφορίες για παράβαση της νομοθεσίας από Ε.Π.Ε.Υ. που εδρεύουν σε άλλο Κράτος-Μέλος και λειτουργούν στην Ελλάδα προερχόμενες από τις αρμόδιες αρχές του κράτους καταγωγής δεν ανακοινώνονται από τις ελληνικές αρμόδιες αρχές στους παραπάνω οργανισμούς χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που τις παρέσχον.
17.  
    Κάθε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών που προβλέπεται στον παρόντα νόμο και αφορά Ε.Π.Ε.Υ. υπόκειται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου.
Άρθρο 6
1.  
    Οι Ε.Π.Ε.Υ., πλην των πιστωτικών ιδρυμάτων, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούν για δικό τους λογαριασμό τα κεφάλαια των επενδυτών-πελατών τους που έχουν στην κατοχή τους.
2.  
    Οι Ε.Π.Ε.Υ. δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούν για δικό τους λογαριασμό τους τίτλους των επενδυτών-πελατών τους που έχουν στην κατοχή τους.
3.  
    Σε περίπτωση πτωχεύσεως Ε.Π.Ε.Υ., οι τίτλοι και τα χρηματικά ποσά που ανήκουν σε πελάτες της αποχωρίζονται από την πτωχευτική περιουσία και παραδίδονται στους κυρίους τους, με την επιφύλαξη τυχόν επιβάρυνσης τους με εμπράγματη ασφάλεια, οπότε παραδίδονται στον ενεχυρούχο δανειστή. Πριν από τον αποχωρισμό, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συντάσσει πίνακα των τίτλων και χρηματικών ποσών της Ε.Π.Ε.Υ. που ανήκουν σε πελάτες της και τον κοινοποιεί στους δικαιούχους, το σύνδικο πτωχεύσεως και σε οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον.
Άρθρο 7
1.  
    Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας συγκροτείται επιτροπή από εκπροσώπους των αρμόδιων φορέων, έργο της οποίας θα είναι η κατάρτιση Κώδικα Δεοντολογίας, στον οποίο περιλαμβάνονται κανόνες που θα ρυθμίζουν τη συμπεριφορά των Ε.Π.Ε.Υ. και του προσωπικού τους. Κατά την εφαρμογή των κανόνων του Κώδικα Δεοντολογίας λαμβάνεται υπόψη η επαρκής ή μη γνώση του αντικειμένου των επενδυτικών υπηρεσιών λόγω επαγγελματικής ιδιότητας του προσώπου στο οποίο παρέχεται η επενδυτική υπηρεσία, κύρια ή παρεπόμενη. Ο Κώδικας Δεοντολογίας κυρώνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και αρχίζει να ισχύει εντός μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
2.  
    Ο Κώδικας Δεοντολογίας μπορεί να διαφοροποιείται μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων, ανωνύμων χρηματιστηριακών εταιριών και λοιπών Ε.Π.Ε.Υ., αναλόγως των παρεχόμενων από αυτές υπηρεσιών και της οργάνωσης και εποπτείας τους.
3.  
    Περιεχόμενο του Κώδικα Δεοντολογίας θα είναι κανόνες που θα διέπουν τη λειτουργία των Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και τη συμπεριφορά και τις συναλλακτικές υποχρεώσεις των προσώπων που απασχολούνται σ αυτές. Οι κανόνες αυτοί πρέπει να λαμβάνουν μέριμνα ούτως ώστε οι Ε.Π.Ε.Υ.: α) Να λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και να ενεργούν κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους έτσι, ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.
  1. Να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τόσο τους πόρους όσο και τις διαδικασίες και μεθόδους που είναι απαραίτητες για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους
  2. Να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές
  3. Να γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων με αυτούς
  4. Να αποτρέπουν τις συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των ιδίων και των πελατών τους
  5. Να εξασφαλίζουν στους πελάτες τους ίση μεταχείριση
  6. Να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της ισχύουσας νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς
4.  
    Οι τροποποιήσεις του Κώδικα Δεοντολογίας γίνονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας ύστερα από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος και του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
5.  
    Σε περίπτωση παραβάσεως του Κώδικα Δεοντολογίας η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση επιβάλλουν στους παραβάτες, καθώς και στις επιχειρήσεις στις οποίες αυτοί απασχολούνται επίπληξη ή πρόστιμο, το ύψος του οποίου κυμαίνεται μεταξύ 1.000.000 και 50.000.000 δραχμών. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, μπορεί να αναπροσαρμόζεται το ύψος του ανωτέρω προστίμου.
Άρθρο 8
1.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας για τη διαφάνεια των συναλλαγών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι Ε.Π.Ε.Υ. που παρέχουν υπηρεσίες στην Ελλάδα υποχρεούνται να τηρούν επί πέντε (5) τουλάχιστον έτη και να θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή, της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά περίπτωση, τα απαραίτητα στοιχεία για τις συναλλαγές τις οποίες έχουν πραγματοποιήσει, οι οποίες σχετίζονται με την παροχή κυρίων ή παρεπόμενων επενδυτικών υπηρεσιών και οι οποίες είχαν ως αντικείμενο τίτλους διαπραγματεύσιμους σε οργανωμένη αγορά, ανεξάρτητα από το αν οι συναλλαγές αυτές πραγματοποιήθηκαν εντός ή εκτός οργανωμένης αγοράς.
2.  
    Οι Ε.Π.Ε.Υ. καταγράφουν με πλήρη στοιχεία τις εντολές που δέχονται και τις συναλλαγές που καταρτίζουν σε σχέση με τις επενδυτικές υπηρεσίες που παρέχουν.
3.  
    Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται τα στοιχεία και οι πληροφορίες που υποβάλλουν σ αυτή, το Χρηματιστήριο Αξιών ή σε άλλη εποπτεύουσα αρχή, όπως προσδιορίζεται με την απόφαση αυτή, περιοδικά ή κατόπιν ειδικού αιτήματος, οι χρηματιστηριακές εταιρίες σε σχέση με δραστηριότητες που αναπτύσσουν εντός ή εκτός Ελλάδας και την οικονομική τους κατάσταση. Με όμοια απόφαση καθορίζονται τα στοιχεία και οι πληροφορίες που υποβάλλουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, το Χρηματιστήριο Αξιών ή σε άλλη εποπτεύουσα αρχή, όπως προσδιορίζεται με την απόφαση αυτή, περιοδικά ή κατόπιν ειδικού αιτήματος, οι Ε.Π.Ε.Υ. που εδρεύουν εκτός Ελλάδας και είναι εγκατεστημένες ή παρέχουν υπηρεσίες στην Ελλάδα σχετικά με τις δραστηριότητές τους που αναπτύσσουν στην Ελλάδα και την οικονομική τους κατάσταση..
  1. τα βιβλία και στοιχεία που πρέπει να τηρούν και να εκδίδουν οι Ε.Π.Ε.Υ. σε σχέση με τις επενδυτικές υπηρεσίες που παρέχουν,.
  2. το περιεχόμενο των υποχρεωτικών εγγραφών στα παραπάνω βιβλία και το περιεχόμενο των στοιχείων που εκδίδουν,
  3. τα στοιχεία που πρέπει να παραδίδουν τα πιστωτικά ιδρύματα και τα μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών προς τις υπηρεσίες του χρηματιστηρίου όσον αφορά τις συναλλαγές του άρθρου 15 παρ. 7 του ν. 3632/1928, καθώς και η διαδικασία και ο ακριβής χρόνος παράδοσής τους,.
  4. κάθε άλλο ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια
4.  
    Στα στοιχεία της προηγούμενης παραγράφου περιλαμβάνονται τουλάχιστον το είδος και η ποσότητα των τίτλων που αποτέλεσαν αντικείμενο συναλλαγής ή συμβάσεως, καθώς και η ώρα κατάρτισης της συναλλαγής
5.  
    Στο άρθρο 27 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α) προστίθεται παράγραφος 3, που έχει ως εξής:.
6.  
    Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 28 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α) τροποποιείται ως εξής: Στο δελτίο τιμών αναγράφονται υποχρεωτικά: α) η μέση σταθμισμένη τιμή, η ανώτερη και χαμηλότερη τιμή της ημέρας, η τιμή ανοίγματος και κλεισίματος, καθώς και οι ποσότητες των αξιών που αποτέλεσαν αντικείμενο συναλλαγής και β) σε χωριστό πίνακα οι τιμές και οι ποσότητες των αξιών για τις οποίες εκδηλώθηκε προσφορά και ζήτηση, χωρίς να πραγματοποιηθεί συναλλαγή.
7.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας για τα πιστωτικά ιδρύματα, οι ισχύουσες για τις ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρίες διατάξεις για τη δημοσίευση των οικονομικών τους καταστάσεων, τον έλεγχό τους και την παροχή στοιχείων και πληροφοριών εφαρμόζονται σε όλες τις Ε.Π.Ε.Υ. που λειτουργούν στην Ελλάδα. Η υποχρέωση παροχής στοιχείων και πληροφοριών για τα πιστωτικά ιδρύματα ως προς τις επενδυτικές υπηρεσίες που παρέχουν ισχύει έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος.
Άρθρο 9 "Επάρκεια ιδίων κεφαλαίων"
1.  
    Οι όροι και οι προϋποθέσεις της επάρκειας κεφαλαίων, όπως προσδιορίζονται με τις διατάξεις των άρθρων 32 έως και 38, καθώς και οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας Ε.Π.Ε.Υ. πρέπει να πληρούνται καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας των Ε.Π.Ε.Υ. Οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν την τήρηση των όρων αυτών και, σε περίπτωση παράβασής τους, επιβάλλουν τις προβλεπόμενες στο νόμο κυρώσεις.
Άρθρο 10 "Ασφαλιστική κάλυψη των συναλλαγών"
1.  
    Οι Ε.Π.Ε.Υ. γνωστοποιούν υποχρεωτικά προς τους επενδυτές-πελάτες τους, πριν από τη σύναψη οποιασδήποτε συναλλαγής μαζί τους, την ύπαρξη ή μη κεφαλαίων αποζημιώσεως, το ύψος των κεφαλαίων αυτών, καθώς και το βαθμό ασφαλιστικής κάλυψης που παρέχουν, όπως και οποιαδήποτε άλλη μορφή ισοδύναμης προστασίας των επενδυτών.
Άρθρο 11 "Διαφημίσεις"
1.  
    Οι Ε.Π.Ε.Υ. που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα μπορούν να διαφημίζουν με όλα τα διαθέσιμα μέσα επικοινωνίας τις υπηρεσίες που παρέχουν, σύμφωνα με τους ισχύοντες στην Ελλάδα κανόνες, που διέπουν τη μορφή και το περιεχόμενο των διαφημίσεων αυτών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Άρθρο 12
1.  
    Ε.Π.Ε.Υ. η οποία εδρεύει στην Ελλάδα, έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και προτίθεται να ιδρύσει υποκατάστημα εκτός Ελλάδας γνωστοποιεί την πρόθεσή της αυτή προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αναγράφοντας:.
  1. Το Κράτος στο οποίο προτίθεται να ιδρύσει υποκατάστημα
  2. Τη διεύθυνση του υποκαταστήματος αυτού
  3. Τα πρόσωπα που θα διευθύνουν το υποκατάστημα
  4. Το πρόγραμμα δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος, στο οποίο θα περιγράφονται, μεταξύ των άλλων, το είδος των εργασιών τις οποίες προτίθεται να ασκήσει το υποκατάστημα και η οργανωτική του δομή
2.  
    Προκειμένου περί υποκαταστήματος που πρόκειται να ιδρυθεί σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εφόσον θεωρήσει ικανοποιητική τη διοικητική οργάνωση και τη χρηματοπιστωτική κατάσταση της Ε.Π.Ε.Υ., εντός χρονικού διαστήματος τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της γνωστοποιήσεως της παραγράφου 1, ανακοινώνει στις αρμόδιες αρχές του Κράτους-Μέλους υποδοχής τα στοιχεία και τις πληροφορίες που της γνωστοποιεί η Ε.Π.Ε.Υ. σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και πλήρη στοιχεία σχετικά με το ισχύον στην Ελλάδα σύστημα αποζημίωσης που καλύπτει τους επενδυτές και πελάτες του υποκαταστήματος, καθώς και τις συναλλαγές που καλύπτει το σύστημα και τους όρους λειτουργίας του. Εντός του τριμήνου του παραπάνω εδαφίου κοινοποιείται η ανωτέρω ανακοίνωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και στην Ε.Π.Ε.Υ.
3.  
    Εάν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με βάση τα στοιχεία που της υποβάλλει η Ε.Π.Ε.Υ. και αφού λάβει υπόψη της την εν γένει οργάνωση, χρηματοοικονομική κατάσταση και τεχνικοοικονομική υποδομή της Ε.Π.Ε.Υ., κρίνει ότι η ίδρυση υποκαταστήματος θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των επενδυτών, αρνείται την ανακοίνωση των στοιχείων της παραγράφου 1 στις αρμόδιες αρχές του Κράτους - Μέλους υποδοχής, γνωστοποιώντας προς την ενδιαφερόμενη Ε.Π.Ε.Υ. τους λόγους της άρνησης, εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της γνωστοποιήσεως της παραγράφου 1.
4.  
    Σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής του περιεχομένου των στοιχείων β έως δ της ανακοινώσεως της παραγράφου 1, η Ε.Π.Ε.Υ. γνωστοποιεί την πρόθεσή της για τις μεταβολές αυτές, τόσο στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όσο και στις αρμόδιες αρχές του Κράτους-Μέλους στο οποίο θα λειτουργήσει το υποκατάστημά της ένα (1) τουλάχιστον μήνα πριν λάβουν χώρα οι μεταβολές αυτές, ώστε οι ανωτέρω αρχές να σταθμίσουν τις μεταβολές πριν από τη λήψη αποφάσεως, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3.
5.  
    Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του Κράτους-Μέλους στο οποίο λειτουργεί υποκατάστημα Ελληνικής Ε.Π.Ε.Υ., για κάθε μεταβολή των συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών.
6.  
    Προκειμένου περί υποκαταστήματος που πρόκειται να ιδρυθεί σε Κράτος που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να απαγορεύσει την ίδρυση υποκαταστήματος στο Κράτος αυτό εάν, με βάση τα στοιχεία που της υποβάλλει η Ε.Π.Ε.Υ. και αφού λάβει υπόψη της την εν γένει οργάνωση, χρηματοοικονομική κατάσταση και τεχνικοοικονομική υποδομή της Ε.Π.Ε.Υ., κρίνει ότι η ίδρυση υποκαταστήματος θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των επενδυτών.
7.  
    Ε.Π.Ε.Υ., που έχει την έδρα της στην Ελλάδα και προτίθεται να συμμετάσχει με ειδική συμμετοχή σε Ε.Π.Ε.Υ. που θα λειτουργεί εκτός Ελλάδας, γνωστοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την πρόθεσή της αυτή.
Άρθρο 13 "Ελευθερία εγκατάστασης στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος"
1.  
    Ε.Π.Ε.Υ. η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ελέγχεται από τις αρμόδιες αρχές αυτού του Κράτους, σύμφωνα με τις αρχές που τίθενται από την Οδηγία 93/22 του Συμβουλίου σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, δύναται να εγκατασταθεί και λειτουργεί στην Ελλάδα με την ίδρυση υποκαταστήματος, παρέχοντας κύριες ή παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, για τις οποίες έχει λάβει άδεια λειτουργίας από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους καταγωγής, χωρίς να απαιτείται η χορήγηση άδειας λειτουργίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την αποστολή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποίησης της αρμόδιας αρχής του Κράτους-Μέλους καταγωγής, που απευθύνεται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την οποία της ανακοινώνεται:.
  1. το πρόγραμμα των δραστηριοτήτων τις οποίες σχεδιάζει να ασκήσει η Ε.Π.Ε.Υ. στην Ελλάδα με την ίδρυση υποκαταστήματος,.
  2. η οργανωτική δομή του υποκαταστήματος,
  3. η διεύθυνση του υποκαταστήματος και
  4. τα ονόματα των διευθυνόντων το υποκατάστημα,
  5. τα συστήματα αποζημίωσης που καλύπτουν τους επενδυτές και πελάτες του υποκαταστήματος, καθώς και τις συναλλαγές που αυτά καλύπτουν και τους όρους λειτουργίας τους
2.  
    Η Ε.Π.Ε.Υ. που εγκαθίσταται στην Ελλάδα σύμφωνα με την παράγραφο 1 υποχρεούται:.
  1. Να τηρεί τους αποβλέποντες στην κατοχύρωση του γενικού συμφέροντος κανόνες που διέπουν την ελληνική κεφαλαιαγορά και την άσκηση των δραστηριοτήτων της περίπτωσης α της παραγράφου 1 στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων δεοντολογίας, όπως ισχύουν στο ελληνικό δίκαιο και τις ελληνικές οργανωμένες αγορές και γνωστοποιούνται στην Ε.Π.Ε.Υ. από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
  2. Να συντάσσει και δημοσιεύει ετήσιες οικονομικές καταστάσεις για τις δραστηριότητες που ασκεί στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις για τις ανώνυμες εταιρίες.
  3. Οι καταστάσεις αυτές ελέγχονται από ορκωτό ελεγκτή.
  4. Να υποβάλλει περιοδικά ή κατόπιν ειδικού αιτήματος τα στοιχεία που καθορίζονται και ζητούνται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή άλλα εποπτικά όργανα, ως προς τις δραστηριότητες που ασκεί στην Ελλάδα και την οικονομική της κατάσταση, κατ ανάλογο εφαρμογή των ισχυουσών και για τις ελληνικές Ε.Π.Ε.Υ. διατάξεων.
  5. Να παρέχει στην Τράπεζα της Ελλάδος τις πληροφορίες που παρέχουν και οι ελληνικές Ε.Π.Ε.Υ. για την τήρηση και τον έλεγχο της νομισματικής πολιτικής.
3.  
    Μεταβολές στο περιεχόμενο της ανακοινώσεως και στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων της παραγράφου 1 γνωστοποιούνται από την ενδιαφερόμενη Ε.Π.Ε.Υ. στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πληροφορεί την Ε.Π.Ε.Υ., ιδίως εν όψει των μεταβολών του προηγούμενου εδαφίου, για κάθε νέα απαραίτητη πληροφορία και στοιχείο ως προς το περιεχόμενο των ανακοινώσεων στις οποίες έχει προβεί προς την Ε.Π.Ε.Υ. σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 14 "Παροχή υπηρεσιών ελληνικής Ε.Π.Ε.Υ. εκτός Ελλάδας"
1.  
    Ε.Π.Ε.Υ. που εδρεύει στην Ελλάδα, έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και προτίθεται να ασκήσει για πρώτη φορά τις δραστηριότητες εκτός Ελλάδας, χωρίς να ιδρύσει υποκατάστημα, γνωστοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την πρόθεσή της αυτή, προσδιορίζοντας συγχρόνως το Κράτος στο οποίο προτίθεται να ασκήσει τη δραστηριότητα της, καθώς και τις δραστηριότητες που θα ασκήσει, με ειδική αναφορά των επενδυτικών δραστηριοτήτων που θα παρέχει.
2.  
    Προκειμένου περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί προς τις αρμόδιες αρχές του Κράτους-Μέλους υποδοχής την ανωτέρω γνωστοποίηση εντός χρονικού διαστήματος ενός (1) μηνός από την ημερομηνία της παραλαβής της. Μετά την ανωτέρω γνωστοποίηση η Ε.Π.Ε.Υ. μπορεί να αρχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες της στο εν λόγω Κράτος.
3.  
    Προκειμένου περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού σε Κράτος που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να απαγορεύσει την παροχή υπηρεσιών σ αυτό, εάν κρίνει ότι η εκεί άσκηση δραστηριοτήτων θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των επενδυτών.
Άρθρο 16 "Εγκατάσταση και ελεύθερη παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από πιστωτικό Ιδρυμα"
1.  
    Εάν η εδρεύουσα στην Ελλάδα Ε.Π.Ε.Υ., που προτίθεται να εγκατασταθεί ή να παράσχει επενδυτικές υπηρεσίες σε άλλο Κράτος, είναι πιστωτικό ίδρυμα, οι προβλεπόμενες στα άρθρα 12 και 14 γνωστοποιήσεις γίνονται προς και από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία και λαμβάνει τις σχετικές αποφάσεις.
2.  
    Εάν η εδρεύουσα εκτός Ελλάδας Ε.Π.Ε.Υ., που προτίθεται να εγκατασταθεί ή να παράσχει επενδυτικές υπηρεσίες στην Ελλάδα, είναι πιστωτικό ίδρυμα, οι προβλεπόμενες στα άρθρα 13 και 15 γνωστοποιήσεις γίνονται προς και από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία λαμβάνει τις σχετικές αποφάσεις και προβαίνει στις προβλεπόμενες υποδείξεις και αναγγελίες.
Άρθρο 18
1.  
    Κοινοτικές Ε.Π.Ε.Υ. που έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, δύνανται να αποκτούν την ιδιότητα του μέλους του Χ.Α.Α., υπό την προϋπόθεση ότι σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας του Κράτους-Μέλους καταγωγής δικαιούνται να παρέχουν τις επενδυτικές υπηρεσίες των εδαφίων α (ii) και β της παρ. 1 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου και εφόσον:.
  1. συμμετέχουν σε σύστημα αποζημιώσεως, που καλύπτει τους χρηματιστηριακούς παραγγελείς σε περίπτωση αδυναμίας των Ε.Π.Ε.Υ. να εκπληρώσουν τις έναντι αυτών υποχρεώσεις τους από τη μεταξύ τους σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας ή.
  2. έχουν ασφαλίσει σε ασφαλιστική εταιρία που λειτουργεί νόμιμα σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον κίνδυνο αδυναμίας τους να εκπληρώσουν τις έναντι των χρηματιστηριακών παραγγελέων τους υποχρεώσεις από τη μεταξύ τους σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται προστασία των επενδυτών ισοδύναμη με αυτήν που διασφαλίζουν οι διατάξεις της νομοθεσίας για το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών
2.  
    Ως μέλη του Χ.Α.Α. δύνανται να διενεργούν τις προβλεπόμενες στην ελληνική νομοθεσία για τα μέλη του Χ.Α.Α. πράξεις και συναλλαγές, για τις οποίες έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή του Κράτους καταγωγής και για τις οποίες η αρχή αυτή έχει προβεί στην προβλεπόμενη στα άρθρα 13 και 16 γνωστοποίηση προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Τράπεζα της Ελλάδος.
3.  
    Ε.Π.Ε.Υ., που εδρεύουν εκτός Ελλάδας και αποκτούν την ιδιότητα του μέλους του Χ.Α.Α., υπόκεινται στις διατάξεις της νομοθεσίας για τα μέλη του Χ.Α.Α. και τους κανόνες δεοντολογίας που τα διέπουν, τις χρηματιστηριακές συναλλαγές στο Χ.Α.Α., τις προϋποθέσεις και τους όρους κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων, τις υποχρεώσεις των μελών του Χ.Α.Α. απέναντι στις εποπτεύουσες αρχές και σε σχέση με τη διαφάνεια των συναλλαγών, τα δικαιώματα και τις συνδρομές που καταβάλλουν τα μέλη του Χ.Α.Α., καθώς και για την εκκαθάριση των συναλλαγών.
4.  
    Οι διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, με εξαίρεση την περίπτωση α της παραγράφου 1, ισχύουν και για τις αλλοδαπές Ε.Π.Ε.Υ. που εγκαθίστανται και λειτουργούν στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 και 16 του παρόντος νόμου, εφόσον αυτές έχουν καταστεί μέλη του Χ.Α.Α.
5.  
    Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999 ή προγενέστερη ημερομηνία που θα καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, ύστερα από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος, του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και του Χ.Α.Α., πιστωτικά ιδρύματα, ελληνικά ή αλλοδαπά, δεν δύνανται να είναι μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών.
6.  
    Για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές τα μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών διορίζουν εκπροσώπους τους, οι οποίοι ονομάζονται χρηματιστηριακοί εκπρόσωποι. Οι διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφοι 2-3 και 7-11 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α) εφαρμόζονται σε όλα τα μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών.
Άρθρο 20 "Απαγόρευση διενέργειας εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών"
1.  
    Οι διατάξεις της νομοθεσίας για την απαγόρευση διενέργειας εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών εφαρμόζονται επί εισηγμένων στο Ελληνικό Χρηματιστήριο κινητών αξιών
2.  
    Ε.Π.Ε.Υ., που δικαιούνται σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους-Μέλους καταγωγής και την άδεια λειτουργίας τους να διαπραγματεύονται εξωχρηματιστηριακώς κινητές αξίες εισηγμένες σε οργανωμένες αγορές, λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα και προσφέρουν στην Ελλάδα προς πώληση ή αγορά κινητές αξίες εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλην της Ελλάδας ή άλλης χώρας, υποχρεούνται:.
  1. να θέτουν υπόψη των επενδυτών, στην ελληνική γλώσσα:
  2. ι) το τελευταίο ενημερωτικό δελτίο που κυκλοφόρησε για τις αξίες αυτές και ιι) τις εκάστοτε δύο τελευταίες εξαμηνιαίες καταστάσεις που δημοσιεύονται για τις εκδότριες των αξιών αυτών εταιρίες και
  3. να ανακοινώνουν την πρόθεσή τους να προσφέρουν προς αγορά ή πώληση τις πιο πάνω αξίες δέκα (10) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν αρχίσει η προσφορά, έχοντας υποβάλει εντός της ίδιας προθεσμίας το ενημερωτικό δελτίο και τις εξαμηνιαίες καταστάσεις της περίπτωσης α
3.  
    Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορούν να τροποποιούνται, εξειδικεύονται ή συμπληρώνονται οι προϋποθέσεις για την εξωχρηματιστηριακή διαπραγμάτευση κινητών αξιών σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο 2
Άρθρο Άρθρο15 "Ελευθερία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στην Ελλάδα"
1.  
    Ε.Π.Ε.Υ., η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ελέγχεται από τις αρμόδιες αρχές αυτού του Κράτους. σύμφωνα με τις αρχές που τίθενται από την Οδηγία 93/22 του Συμβουλίου σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, δύναται να παρέχει στην Ελλάδα κύριες ή παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, για τις οποίες έχει λάβει άδεια λειτουργίας από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους καταγωγής χωρίς να ιδρύσει στην Ελλάδα υποκατάστημα, χωρίς να απαιτείται η χορήγηση άδειας λειτουργίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αφού υποβληθεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποίηση της αρμόδιας αρχής του Κράτους - Μέλους καταγωγής, που απευθύνεται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την οποία της ανακοινώνεται το πρόγραμμα των δραστηριοτήτων τις οποίες σχεδιάζει να ασκήσει η Ε.Π.Ε.Υ. στην Ελλάδα.
2.  
    Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί στην Ε.Π.Ε.Υ. τους αποβλέποντες στην κατοχύρωση του γενικού συμφέροντος κανόνες που διέπουν την ελληνική κεφαλαιαγορά και την άσκηση των δραστηριοτήτων της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων συμπεριφοράς και δεοντολογίας, όπως ισχύουν στο ελληνικό δίκαιο και τις ελληνικές οργανωμένες αγορές.
3.  
    Ε.Π.Ε.Υ., οι οποίες λειτουργούν στην Ελλάδα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, υποχρεούνται να παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όλα τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες για τη διασφάλιση αποτελεσματικού ελέγχου εκ μέρους της.
4.  
    Μεταβολές στο περιεχόμενο της ανακοινώσεως και στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων της παραγράφου 1 γνωστοποιούνται από την ενδιαφερόμενη Ε.Π.Ε.Υ. στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, καθώς και στην αρμόδια αρχή του Κράτους - Μέλους καταγωγής. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πληροφορεί την Ε.Π.Ε.Υ., ιδίως εν όψει των μεταβολών του προηγούμενου εδαφίου, για κάθε νέα απαραίτητη πληροφορία και στοιχείο ως προς το περιεχόμενο των ανακοινώσεων στις οποίες έχει προβεί προς την Ε.Π.Ε.Υ. σύμφωνα με την παράγραφο 2.
Άρθρο Άρθρο17 "Υποχρεώσεις Ε.Π.Ε.Υ. που λειτουργούν στην Ελλάδα"
1.  
    Στην περίπτωση που Ε.Π.Ε.Υ., η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο Κράτος-Μέλος και λειτουργεί στην Ελλάδα είτε μέσω υποκαταστήματος είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παραβιάζει τις ισχύουσες στην Ελλάδα νομοθετικές διατάξεις και εν γένει τους ισχύοντες κανόνες, που έχουν θεσπισθεί για λόγους γενικού συμφέροντος, καθώς και εν γένει τους ισχύοντες στην Ελλάδα κανόνες δεοντολογίας και συμπεριφοράς των Ε.Π.Ε.Υ., η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιβάλει στην Ε.Π.Ε.Υ. τις προβλεπόμενες στο ελληνικό δίκαιο για τις παραβιάσεις αυτές κυρώσεις, δυναμένη, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, να απαγορεύσει στην Ε.Π.Ε.Υ. τη συνέχιση ασκήσεως δραστηριοτήτων στην Ελλάδα, προσωρινώς ή διαρκώς.
2.  
    Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανακοινώνει στις Ε.Π.Ε.Υ. της ανωτέρω παραγράφου 1 τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν και ζητεί από αυτήν τη συμμόρφωσή της προς τις ισχύουσες διατάξεις, καθώς και την παύση και άρση της παράνομης συμπεριφοράς.
3.  
    Εάν η Ε.Π.Ε.Υ. δεν συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η τελευταία ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του Κράτους-Μέλους καταγωγής της Ε.Π.Ε.Υ. για να λάβουν τα αναγκαία μέτρα. Εάν, παρά τη λήψη μέτρων από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους-Μέλους καταγωγής ή λόγω ανεπάρκειας των μέτρων αυτών ή λόγω μη επιβολής τους στο Κράτος καταγωγής, η Ε.Π.Ε.Υ. συνεχίζει να παραβιάζει τις ισχύουσες στην Ελλάδα νομοθετικές διατάξεις και εν γένει τους ισχύοντες κανόνες, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αφού ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του Κράτους-Μέλους καταγωγής, δύναται να επιβάλει στην Ε.Π.Ε.Υ. τις προβλεπόμενες στο ελληνικό δίκαιο για τις παραβιάσεις αυτές κυρώσεις.
4.  
    Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, όταν από την καθυστέρηση λήψεως μέτρων επίκειται άμεσος και αναπότρεπτος κίνδυνος για τα συμφέροντα των επενδυτών και την εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να λαμβάνει η ίδια κατά των Ε.Π.Ε.Υ. τα προβλεπόμενα στη νομοθεσία μέτρα που έχουν προσωρινό χαρακτήρα και σκοπεύουν στην αποτροπή επικείμενου κινδύνου. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις αρμόδιες αρχές του Κράτους καταγωγής για τα μέτρα που επιβλήθηκαν και το λόγο επιβολής τους.
5.  
    Οι προβλεπόμενες στο παρόν άρθρο για την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενέργειες και κυρώσεις, προκειμένου περί Ε.Π.Ε.Υ. που είναι πιστωτικά ιδρύματα, λαμβάνονται και επιβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος.
6.  
    Στο τέλος κάθε έτους η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί στην Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον αριθμό και το είδος των περιπτώσεων κατά τις οποίες ελήφθησαν απορριπτικές αποφάσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ή για την εγκατάσταση σε άλλο Κράτος-Μέλος Ε.Π.Ε.Υ. που εδρεύει στην Ελλάδα.
7.  
    Σε κάθε περίπτωση επιβολής μέτρων ή κυρώσεων σε βάρος Ε.Π.Ε.Υ. που έχει την έδρα της σε άλλο Κράτος-Μέλος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του Κράτους-Μέλους καταγωγής της Ε.Π.Ε.Υ.
8.  
    Οι Ε.Π.Ε.Υ., που έχουν την έδρα τους εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, υποχρεούνται να τηρούν όλες τις προβλεπόμενες στην ελληνική νομοθεσία διατάξεις που αφορούν τη λειτουργία, οργάνωση και τις εν γένει υποχρεώσεις των ελληνικών Ε.Π.Ε.Υ. Σε περίπτωση παραβάσεως της νομοθεσίας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει στις Ε.Π.Ε.Υ. της παρούσας παραγράφου όλες τις προβλεπόμενες στη νομοθεσία για τις Ε.Π.Ε.Υ. που εδρεύουν στην Ελλάδα κυρώσεις.
Άρθρο Άρθρο19 "Κατάλογος οργανωμένων αγορών"
1.  
    Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καταρτίζει ετησίως κατάλογο των Χρηματιστηρίων Αξιών και των τυχόν υπαρχουσών εκάστοτε λοιπών οργανωμένων αγορών που λειτουργούν στην Ελλάδα, στις οποίες αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης κινητές αξίες και τίτλοι χρηματαγοράς. Ο ανωτέρω κατάλογος και κάθε τροποποίησή του, καθώς και οι κανόνες που διέπουν την οργάνωση και τη λειτουργία των αγορών αυτών και κάθε τροποποίησή τους κοινοποιούνται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στις αρμόδιες αρχές των Κρατών-Μελών και προς την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ
Άρθρο 21
1.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα δύνανται να παρέχουν, εντός ή εκτός Ελλάδας, τις υπηρεσίες του άρθρου 2 στοιχεία 1 και 2 και εν γένει να λειτουργούν ως Ε.Π.Ε.Υ. κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο 3, εφόσον έχουν λάβει σχετική άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2076/1992. Με την επιφύλαξη της παρ. 5 του άρθρου 18 του παρόντος νόμου, τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται επίσης να γίνονται μέλη οργανωμένης χρηματιστηριακής αγοράς, εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος παράσχει σχετική άδεια.
2.  
    Για να χορηγηθεί σε πιστωτικό ίδρυμα άδεια παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αυτό πρέπει: α) να διαθέτει την κατάλληλη οργάνωση και οργανωτική δομή, τα απαραίτητα τεχνικά και οικονομικά μέσα, και β) τα πρόσωπα που θα διευθύνουν τις δραστηριότητες αυτές πρέπει να διακρίνονται από την απαραίτητη αξιοπιστία, πείρα, επαγγελματική ικανότητα και ήθος. Η Τράπεζα της Ελλάδος εξετάζει ιδίως εάν το πιστωτικό ίδρυμα διαθέτει:.
  1. ορθολογική διοικητική και τεχνικοοικονομική οργάνωση, κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου και ασφαλείας στον τομέα της ηλεκτρονικής επεξεργασίας των δεδομένων, αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που διενεργούν τα όργανα του πιστωτικού ιδρύματος και σύστημα λογιστικής καταχώρισης των διενεργούμενων πράξεων, ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος των στοιχείων του πιστωτικού ιδρύματος για μία πενταετία τουλάχιστον,
  2. οργάνωση και μηχανισμούς που διασφαλίζουν την προστασία των τίτλων που ανήκουν σε πελάτες,
  3. διάρθρωση και οργάνωση που ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο βλάβης των συμφερόντων των πελατών από τυχόν σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των πελατών και του πιστωτικού ιδρύματος ή μεταξύ περισσότερων πελατών
3.  
    Πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα υποχρεούται να ενημερώνει τουλάχιστον ανά μήνα τους πελάτες του, των οποίων διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο, ως προς τις αγοραπωλησίες τίτλων, εφόσον έχουν γίνει πράξεις διαχειρίσεως, καθώς και την Τράπεζα της Ελλάδος, ανεξάρτητα από το αν έχουν γίνει πράξεις διαχειρίσεως, ως προς το σύνολο των υποχρεώσεών του έναντι πελατών του ως προς τα περιουσιακά στοιχεία τους που φυλάσσει ή διαχειρίζεται. Με πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος μπορούν να ορίζονται: α) οι κανόνες διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και οι μηχανισμοί ελέγχου και ασφαλείας που πρέπει να τηρεί το πιστωτικό ίδρυμα που φυλάττει ως θεματοφύλακας τίτλους πελατών του ή διαχειρίζεται χαρτοφυλάκιο πελατών του, έτσι ώστε να προστατεύονται τα δικαιώματα των πελατών του και να αποτρέπεται η χρησιμοποίηση από το πιστωτικό ίδρυμα χρηματιστηριακών πραγμάτων των πελατών του για δικό του λογαριασμό, β) τα στοιχεία που πρέπει να αποστέλλει σε κάθε πελάτη του το πιστωτικό ίδρυμα που φυλάσσει ως θεματοφύλακας τίτλους του ή διαχειρίζεται χαρτοφυλάκιό του προς ενημέρωσή του, γ) τα στοιχεία που παραδίδει το πιστωτικό ίδρυμα προς την Τράπεζα της Ελλάδος σε σχέση με τα χρηματιστηριακά πράγματα και κάθε είδους περιουσιακά στοιχεία που φυλάσσει ως θεματοφύλακας για λογαριασμό πελατών του και που διαχειρίζεται ως διαχειριστής χαρτοφυλακίου, καθώς και η διαδικασία και ο ακριβής τρόπος παράδοσής τους, δ) κάθε άλλο ειδικό θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια που σχετίζεται με την άσκηση της δραστηριότητας του θεματοφύλακα τίτλων και διαχειριστή χαρτοφυλακίου πελατών του και την τήρηση των κανόνων του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 22 "Εποπτεία"
1.  
    Για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα και παρέχουν τις υπηρεσίες του άρθρου 2 στοιχεία 1 και 2 και εν γένει λειτουργούν και ως Ε.Π.Ε.Υ. κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο 3, ισχύουν οι διατάξεις του ν. 2076/1992 και της λοιπής τραπεζικής νομοθεσίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΝΩΝΥΜΕΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΕΣΕΤΑΙΡΙΕΣ
Άρθρο 23
1.  
    Η χρηματιστηριακή εταιρία είναι ανώνυμη εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με κύριο σκοπό τη διεξαγωγή χρηματιστηριακών συναλλαγών. Η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία μπορεί επίσης να παρέχει επενδυτικές συμβουλές για επενδύσεις σε χρηματιστηριακά πράγματα, να φυλάσσει ως θεματοφύλακας τίτλους πελατών της, να διαχειρίζεται χαρτοφυλάκιο πελατών της, αποτελούμενο από μετρητά, χρηματιστηριακά πράγματα και μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και να καταθέτει τα χρηματικά ποσά των πελατών της σε τραπεζικούς λογαριασμούς επ ονόματι τους, καθώς και να παρέχει οποιαδήποτε κύρια ή παρεπόμενη επενδυτική υπηρεσία κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, του παρόντος νόμου. Η χρηματιστηριακή εταιρία πρέπει να φυλάττει τους τίτλους των πελατών της χωριστά από τους τίτλους κυριότητάς της. Υποχρεούται επίσης να ενημερώνει τουλάχιστον ανά μήνα τους πελάτες της, των οποίων διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο, ως προς τις αγοραπωλησίες τίτλων, εφόσον έχουν γίνει πράξεις διαχειρίσεως, καθώς και το χρηματιστήριο, ανεξάρτητα από το αν έχουν γίνει πράξεις διαχειρίσεως, ως προς το σύνολο των υποχρεώσεών της έναντι πελατών της ως προς τα περιουσιακά στοιχεία τους που φυλάσσει ή διαχειρίζεται. Κινητές αξίες που κατέχονται για ίδιο λογαριασμό από τις χρηματιστηριακές εταιρίες πρέπει να είναι διαπραγματεύσιμες σε οργανωμένες αγορές. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ύστερα από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε., μπορούν να ορίζονται: α) οι κανόνες διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και οι μηχανισμοί ελέγχου και ασφαλείας που πρέπει να τηρεί η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία που φυλάσσει ως θεματοφύλακας τίτλους πελατών της ή διαχειρίζεται χαρτοφυλάκιο πελατών της, έτσι ώστε να προστατεύονται τα δικαιώματα των πελατών της και να αποτρέπεται η χρησιμοποίηση από την εταιρία χρηματιστηριακών πραγμάτων ή κεφαλαίων των πελατών της για δικό της λογαριασμό, β) τα στοιχεία που πρέπει να αποστέλλει σε κάθε πελάτη της η χρηματιστηριακή εταιρία που φυλάσσει ως θεματοφύλακας τίτλους του ή διαχειρίζεται χαρτοφυλάκιό του προς ενημέρωσή του, γ) τα στοιχεία που πρέπει να παραδίδει η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία προς το χρηματιστήριο ή τα ελέγχοντα όργανα σε σχέση με τα χρηματιστηριακά πράγματα και κάθε είδους περιουσιακά στοιχεία που φυλάσσει ως θεματοφύλακας για λογαριασμό πελατών της και που διαχειρίζεται ως διαχειριστής χαρτοφυλακίου, καθώς και η διαδικασία και ο ακριβής τρόπος παράδοσής τους, δ) κάθε άλλο ειδικό θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια που σχετίζεται με την άσκηση της δραστηριότητας του θεματοφύλακα τίτλων και διαχειριστή χαρτοφυλακίου πελατών της. Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α), καταργείται.
2.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 15 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α), αντικαθίσταται ως εξής: 3. Οι μετοχές της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας είναι ονομαστικές. Η μεταβίβασή τους για οποιαδήποτε νομική αιτία, με εξαίρεση την κληρονομική διαδοχή και τη γονική παροχή, χωρίς προηγούμενη άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, είναι άκυρη εφόσον με τη μεταβίβαση αποκτώνται μετοχές που αντιπροσωπεύουν ποσοστό ίσο ή μεγαλύτερο του 10%, 20%, του 33%, του 50% ή του 66% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας ή των μετοχών με δικαίωμα ψήφου ή εφόσον η εταιρία καθίσταται θυγατρική του αποκτώντος. Για τη χορήγηση της άδειας η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εκτιμά την καταλληλότητα του αποκτώντος για τη διασφάλιση της χρηστής διαχείρισης της εταιρίας και με απόφασή της μπορεί να εξειδικεύει τα κριτήρια της χορήγησης της παραπάνω άδειας. Κάθε μεταβίβαση μετοχών της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας για την οποία δεν απαιτείται άδεια γνωστοποιείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία δικαιούται να ζητεί για μετόχους όσα στοιχεία θεωρεί απαραίτητα, εφόσον κρίνει ότι είναι δυνατό οι μέτοχοι αυτοί να επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τη διαχείριση της εταιρίας. Νομικά πρόσωπα πλην των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, δεν δύνανται να αποκτήσουν μετοχές ανωνύμων χρηματιστηριακών εταιριών σε ποσοστά άνω του σαράντα τοις εκατό (40%) του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας αυτής. Εξαιρούνται οι μετοχές χρηματιστηριακών εταιριών που έχουν εισαχθεί στην κύρια αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών. Το ανωτέρω ποσοστό δεν δύνανται να υπερβούν συνολικά συνδεδεμένες επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο οικονομικό όμιλο. Νομικά πρόσωπα που κατέχουν μετοχές σε υφιστάμενες ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρίες σε ποσοστό άνω του ανωτέρω οριζομένου υποχρεούνται να πωλήσουν το υπερβάλλον ποσοστό μετοχών το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1995. Νομικά πρόσωπα που παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις διατάξεις των τριών παραπάνω εδαφίων υπόκεινται, με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σε αναστολή των δικαιωμάτων ψήφου κατά τις Γενικές Συνελεύσεις. Εάν κατά τη χρήζουσα αδείας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς απόκτηση μετοχών σύμφωνα με το εδάφιο 2, αποκτών είναι Ε.Π.Ε.Υ. που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο Κράτος-Μέλος ή μητρική επιχείρηση Ε.Π.Ε.Υ. που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο Κράτος- Μέλος ή πρόσωπο που ελέγχει Ε.Π.Ε.Υ. που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο Κράτος-Μέλος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τη χορήγηση της άδειας ζητεί τη γνώμη και της αρμόδιας αρχής του Κράτους-Μέλους καταγωγής της Ε.Π.Ε.Υ..
3.  
    Η παράγραφος 8 του άρθρου 3 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α), που προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α), αντικαθίσταται ως εξής: Μέτοχος ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας, που προτίθεται να μεταβιβάσει μετοχές της έτσι ώστε με τη μεταβίβαση το ποσοστό συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας να κατέρχεται των ποσοστών 10%, 20%, 33%, 50% ή 66% του μετοχικού της κεφαλαίου ή των μετοχών με δικαίωμα ψήφου ή εφόσον η εταιρία παύσει να είναι θυγατρική του μεταβιβάζοντος, υποχρεούται να ενημερώσει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν από τη μεταβίβαση των μετοχών..
4.  
    Στο άρθρο 3 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α) προστίθενται παράγραφοι 9 και 10 που έχουν ως εξής: 9. Οι ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρίες ανακοινώνουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κάθε μεταβίβαση μετοχών, που εμπίπτει στις περιπτώσεις του εδαφίου 2 της παραγράφου 3 και της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου. Ομοίως ανακοινώνουν μέχρι τις 31 Ιανουαρίου κάθε έτους τους μετόχους που κατείχαν ειδική συμμετοχή κατά τη διάρκεια του παρελθόντος έτους, καθώς και το ποσοστό αυτών των συμμετοχών και τις τυχόν διακυμάνσεις του κατά τη διάρκεια του έτους.
10.  
    Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων των παραγράφων 3-9 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιβάλλει στους παραβάτες πρόστιμο ύψους 100.000 έως 50.000.000 δραχμών. Το πρόστιμο του προηγούμενου εδαφίου δύναται να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς..
Άρθρο 24
1.  
    Η παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 1806/1988, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 15 του ν.2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α), τροποποιείται ως εξής: 1. Για να εκδοθεί άδεια σύστασης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ανωνύμων εταιριών, απαιτείται να κατατεθεί προηγουμένως σε ειδικό λογαριασμό σε Τράπεζα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας, καθώς και να έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία απαριθμεί τις κύριες και παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες που θα δικαιούται να παρέχει η εταιρία. Για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεκτιμά την οργάνωση και οργανωτική δομή της εταιρίας, τα τεχνικά και οικονομικά της μέσα, την αξιοπιστία, την πείρα, την επαγγελματική ικανότητα και το ήθος των προσώπων που πρόκειται να τη διοικήσουν, καθώς και την καταλληλότητα των μετόχων που διαθέτουν ειδική συμμετοχή στην εταιρία για τη διασφάλιση της χρηστής διαχείρισής της. Ειδικότερα, η χρηματιστηριακή εταιρία πρέπει να διαθέτει:.
  1. Ορθολογική διοικητική και τεχνικοοικονομική οργάνωση, κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου και ασφαλείας στον τομέα της ηλεκτρονικής επεξεργασίας των δεδομένων, αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που διενεργούν τα όργανα της εταιρίας και σύστημα λογιστικής καταχώρισης των διενεργούμενων πράξεων, ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος των στοιχείων της εταιρίας για μία πενταετία τουλάχιστον
  2. Οργάνωση και μηχανισμούς που διασφαλίζουν την προστασία των τίτλων και των χρημάτων που ανήκουν σε επενδυτές
  3. Αντίγραφο ποινικού μητρώου, πιστοποιητικά περί μη πτωχεύσεως και βιογραφικό σημείωμα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, των διευθυντικών στελεχών της εταιρίας και των μετόχων που κατέχουν ειδική συμμετοχή στην εταιρία, καθώς και απαντήσεις των προσώπων αυτών επί του ερωτηματολογίου, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζει με απόφασή της η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
  4. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορούν να εξειδικεύονται τα παραπάνω κριτήρια.
  5. Εάν μέτοχοι που κατέχουν ειδική συμμετοχή στην υπό έγκριση χρηματιστηριακή εταιρία είναι νομικά πρόσωπα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ελέγχει τα φυσικά πρόσωπα που διοικούν τα παραπάνω νομικά πρόσωπα και τους κυρίους μετόχους ή εταίρους αυτών, δυνάμενη να ζητήσει τα πιο πάνω στοιχεία και για τη διοίκηση και τους κυρίους εταίρους και των τελευταίων νομικών προσώπων, μέχρι φυσικού προσώπου, εφόσον θεωρεί τούτο απαραίτητο για την κρίση της καταλληλότητάς τους.
  6. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με απόφασή της μπορεί να συμπληρώνει ή να τροποποιεί τα στοιχεία που απαιτείται να υποβάλει η χρηματιστηριακή εταιρία για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας.
  7. Προκειμένου περί χορηγήσεως άδειας λειτουργίας σε χρηματιστηριακή εταιρία, η οποία:.
2.  
    Στην παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α) προστίθενται εδάφια 2-4 ως εξής: Στην περίπτωση αυτή, μαζί με τα άλλα δικαιολογητικά, θα πρέπει να υποβληθούν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις των τριών (3) τελευταίων χρήσεων της εταιρίας, μαζί με τα πιστοποιητικά ελέγχου των καταστάσεων αυτών από ορκωτό ελεγκτή. Εάν η εταιρία λειτουργεί για χρονικό διάστημα μικρότερο από τρία (3) έτη, υποβάλλει τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις των ετών λειτουργίας της, ελεγμένες από ορκωτό ελεγκτή. Δεν χορηγείται άδεια λειτουργίας για τη μετατροπή σε ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία ανώνυμης εταιρίας, της οποίας η λειτουργία είναι μικρότερη των δύο (2) ετών..
3.  
    Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α) αντικαθίσταται ως εξής: Για την εγκατάσταση και λειτουργία στην Ελλάδα αλλοδαπής χρηματιστηριακής εταιρίας που δεν εδρεύει σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτείται και άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, για τη χορήγηση της οποίας συνεκτιμώνται τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1..
4.  
    Η παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανακαλεί την άδεια λειτουργίας ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας στις εξής περιπτώσεις: α) εάν κρίνει ότι συντρέχουν προϋποθέσεις που θα οδηγούσαν σε απόρριψη της αίτησης χορήγησης άδειας λειτουργίας, β) εάν η χρηματιστηριακή εταιρία δεν πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 32 έως και 38 του νόμου Επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και των πιστωτικών ιδρυμάτων και άυλες μετοχές για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων, γ) εάν η χρηματιστηριακή εταιρία έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις διατάξεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, που καθιστούν τη λειτουργία της επικίνδυνη για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς και δ) εάν η χρηματιστηριακή εταιρία δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία χορήγησής της ή παύσει να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες για συνεχόμενο χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Πριν προχωρήσει στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί στη χρηματιστηριακή εταιρία τις διαπιστωθείσες ελλείψεις ή παραβάσεις και της γνωστοποιεί την απόφαση που έχει λάβει να προχωρήσει σε ανάκληση της άδειας λειτουργίας, εάν η χρηματιστηριακή εταιρία δεν λάβει τα κατάλληλα μέτρα εντός προθεσμίας που της τάσσει, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) μήνα από την κοινοποίηση της αποφάσεως. Μετά την πάροδο της προθεσμίας και αφού λάβει υπόψη της τις θέσεις της χρηματιστηριακής εταιρίας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει οριστικώς..
5.  
    Στο άρθρο 4 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α), όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 8, που έχει ως εξής: 8. Για την τροποποίηση του σκοπού ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας ή τη διεύρυνση των δραστηριοτήτων της απαιτείται τροποποίηση της άδειας λειτουργίας που έχει χορηγήσει στην ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Για την έγκριση της τροποποίησης της άδειας λειτουργίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της πρώτης παραγράφου.
Άρθρο 25
1.  
    Η παρ. 2 του άρθρου 71 του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α) τροποποιείται ως εξής: 2. Μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, το οποίο προτίθεται να ιδρύσει υποκατάστημα ή οποιασδήποτε άλλης μορφής γραφείο αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα, γνωστοποιεί την πρόθεσή του αυτή στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αναγράφοντας: α) Τη διεύθυνση του υποκαταστήματος αυτού. β) Το πρόσωπο που θα διευθύνει το υποκατάστημα ή το γραφείο αντιπροσώπευσης. Το πρόσωπο αυτό πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις διορισμού αντικριστή, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 19 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α), και επιπλέον να είναι πτυχιούχος ανώτατης σχολής της ημεδαπής ή Τ.Ε.Ι. ή ισότιμης σχολής της αλλοδαπής. γ) Το πρόγραμμα δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος στο οποίο θα περιγράφονται μεταξύ των άλλων το είδος των εργασιών τις οποίες προτίθεται να ασκήσει το υποκατάστημα και η οργανωτική του δομή. Το υποκατάστημα πρέπει να είναι κατάλληλα εξοπλισμένο, ώστε να διασφαλίζεται η συνεχής επικοινωνία με τα γραφεία της χρηματιστηριακής εταιρίας στην έδρα της και το Χρηματιστήριο Αξιών και να είναι δυνατή η συνεχής και υπεύθυνη πληροφόρηση των επενδυτών. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, με απόφασή της, που κοινοποιείται στη χρηματιστηριακή εταιρία, απαγορεύει την ίδρυση του υποκαταστήματος ή του γραφείου αντιπροσώπευσης αν δεν πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις ή αν κρίνει ότι δεν είναι ικανοποιητική η διοικητική οργάνωση και η χρηματοπιστωτική κατάσταση της χρηματιστηριακής εταιρίας, εντός χρονικού διαστήματος ενός (1) μηνός από την ημερομηνία υποβολής της γνωστοποιήσεως. Μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών μπορεί να δέχεται εντολές προς εκτέλεση συναλλαγών μέσω επιχειρήσεων που ενεργούν ως αντιπρόσωποι του, εφόσον το μέλος ευθύνεται εις ολόκληρον με τις επιχειρήσεις αυτές για τις πράξεις των τελευταίων. Οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει να διευθύνονται από πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις διορισμού αντικριστή, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 19 του ν.2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α), και επιπλέον είναι πτυχιούχος ανώτατης σχολής της ημεδαπής ή Τ.Ε.Ι. ή ισότιμης σχολής της αλλοδαπής. Για την έναρξη λειτουργίας των επιχειρήσεων αυτών απαιτείται άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία εξετάζει τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί επίσης να ορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο της μεταξύ των επιχειρήσεων της κατηγορίας αυτής και των μελών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών συμβάσεως, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η εις ολόκληρον ευθύνη των μελών του Χρηματιστηρίου, καθώς και της δηλώσεως που πρέπει να υποβάλει το μέλος του Χρηματιστηρίου στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την αναγνώριση της εις ολόκληρον ευθύνης του..
Άρθρο 26
1.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 6 του ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 3. Χρηματιστηριακός εκπρόσωπος διορίζεται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς:.
  1. Όποιος έχει διατελέσει χρηματιστής στο Χ.Α.Α. με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 14 του ν.2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α).
  2. Αυτός που επιτυγχάνει σε ειδικές εξετάσεις που διεξάγονται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 10, εφόσον έχει τα προσόντα που προβλέπονται από την παρ. 3 του ίδιου άρθρου.
  3. Υπήκοοι Κρατών-Μελών που επιτυγχάνουν στις εξετάσεις του ανωτέρω εδαφίου β
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑ ΑΞΙΩΝ
Άρθρο 27
1.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 13, 15 και της παρ. 5 του άρθρου 18 του παρόντος νόμου, καθώς και της παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α) τις υπό στοιχεία α (ii) και β της παραγράφου 1 του άρθρου 2 κύριες επενδυτικές υπηρεσίες επιτρέπεται να παρέχονται στην Ελλάδα κατ επάγγελμα μόνο από μέλη του Χ.Α.Α. και από πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας.
2.  
    Τις κύριες επενδυτικές υπηρεσίες υπό στοιχεία α (i), γ και δ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, δύνανται επίσης να παρέχουν κατ επάγγελμα και οι Ε.Π.Ε.Υ. που δεν είναι μέλη του Χ.Α.Α. Οι εν λόγω Ε.Π.Ε.Υ., υπό την επιφύλαξη της χορήγησης άδειας λειτουργίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 29 του παρόντος νόμου, δύνανται να ασκούν δραστηριότητες, οι οποίες συνίστανται, ενδεικτικώς: α) στην παραγωγή χρηματιστηριακών εργασιών και την εν γένει διαμεσολάβηση μεταξύ επενδυτών πελατών τους και Ε.Π.Ε.Υ. που εκτελούν εντολές για αγοραπωλησία τίτλων ή διαπραγματεύονται τίτλους για ίδιο λογαριασμό, β) στην αγορά και πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων για ίδιο λογαριασμό μέσω μελών του Χ.Α.Α. ή Ε.Π.Ε.Υ. που διαπραγματεύονται τίτλους για ίδιο λογαριασμό, όπως η κατάρτιση συναλλαγών με τις χρηματιστηριακές εταιρίες του άρθρου 23 του ν. 1806/1988 στο πλαίσιο εκτός κύκλου συναλλαγών, γ) στη διαχείριση χαρτοφυλακίου πελατών τους και δ) στην παροχή υπηρεσιών αναδόχου έκδοσης τίτλων, εφόσον πληρούν τις κείμενες διατάξεις περί αναδοχής εκδόσεως τίτλων.
3.  
    Τις παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες της περίπτ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος δύνανται να παρέχουν οι Ε.Π.Ε.Υ. των ανωτέρω παραγράφων 1 και 2.
4.  
    Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν άδεια λειτουργίας για Ε.Π.Ε.Υ., μόνο εφόσον αυτές παρέχουν μία τουλάχιστον κύρια επενδυτική υπηρεσία.
Άρθρο 28
1.  
    Οι Ε.Π.Ε.Υ. του άρθρου 27 παρ. 2 λειτουργούν ως ανώνυμες εταιρίες. Το μετοχικό τους κεφάλαιο έχει ελάχιστο ύψος διακόσια εκατομμύρια (200.000.000) δραχμές. Για την παροχή υπηρεσιών αναδόχου έκδοσης τίτλων το μετοχικό κεφάλαιο των Ε.Π.Ε.Υ. αυτών έχει ελάχιστο ύψος ένα δισεκατομμύριο (1.000.000.000) δραχμές. Τα ανωτέρω όρια μετοχικού κεφαλαίου δύνανται να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Για την καταβολή του κεφαλαίου ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν.1806/1988.
2.  
    Οι μετοχές των Ε.Π.Ε.Υ. της παρ. 2 του άρθρου 27 είναι ονομαστικές. Για τη μεταβίβασή τους ισχύουν οι διατάξεις των παρ. 3, 8 και 9 του άρθρου 3 του ν.1806/1988.
3.  
    Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιβάλει στους παραβάτες πρόστιμο ύψους 100.000 έως 50.000.000 δραχμών. Το πρόστιμο του προηγούμενου εδαφίου δύναται να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Άρθρο 29
1.  
    Για να εκδοθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις ανώνυμες εταιρίες, άδεια σύστασης Ε.Π.Ε.Υ. της παρ.2 του άρθρου 27 του παρόντος νόμου, απαιτείται να κατατεθεί προηγουμένως σε ειδικό λογαριασμό σε τράπεζα, που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας, καθώς και να έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία απαριθμεί τις κύριες και παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες που θα δικαιούται να παρέχει η εταιρία. Για τη χορήγηση της άδειας ισχύουν οι διατάξεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου 4 του ν. 1806/1988.
2.  
    Οι Ε.Π.Ε.Υ. της παρ. 2 του άρθρου 27 του παρόντος νόμου πρέπει να αναγράφουν σε κάθε δημοσίευση, ανακοίνωση ή διαφήμιση τον αριθμό άδειας λειτουργίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
3.  
    Οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 5 και 8 του άρθρου 4 και του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1806/1988 εφαρμόζονται και στις Ε.Π.Ε.Υ. της παρ. 2 του άρθρου 27.
Άρθρο 30
1.  
    Οι επιχειρήσεις του εδαφίου θ της παρ.1 του άρθρου 3 επιτρέπεται να λειτουργούν μόνο με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας, της οποίας οι μετοχές είναι ονομαστικές. Το μετοχικό τους κεφάλαιο δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερο των τριάντα εκατομμυρίων (30.000.000) δραχμών.
2.  
    Ο τακτικός και έκτακτος έλεγχος που προβλέπεται από τις διατάξεις για τις ανώνυμες εταιρίες ασκείται στις εταιρίες του παρόντος άρθρου από ορκωτό ελεγκτή
3.  
    Οι εταιρίες της παραγράφου 1 γνωστοποιούν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τα στοιχεία που υποβάλλονται σε δημοσιότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7α του κ.ν. 2190/1920.
4.  
    Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δικαιούται να ελέγχει τα βιβλία και στοιχεία που τηρούν οι εταιρίες της παραγράφου 1, οι οποίες υποχρεούνται να παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και τα όργανα που αυτή εντέλλεται για τη διενέργεια του ελέγχου όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την άσκηση του ελέγχου
5.  
    Οι διατάξεις του προβλεπόμενου στο άρθρο 7 Κώδικα Δεοντολογίας, που θα ισχύει για τις Ε.Π.Ε.Υ. της παραγράφου 2 του άρθρου 27, θα εφαρμόζονται αναλόγως και στις εταιρίες του παρόντος άρθρου.
6.  
    Εάν διαπιστωθεί ότι οι εταιρίες του παρόντος άρθρου παραβιάζουν τις διατάξεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας ή θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα των επενδυτών, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιβάλει στις εταιρίες αυτές πρόστιμο ύψους μέχρι δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, το οποίο, σε περίπτωση σοβαρής υποτροπής, μπορεί να ανέλθει μέχρι του ποσού των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) δραχμών. Σε περίπτωση σοβαρών και επανειλημμένων παραβάσεων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να απαγορεύσει τη λειτουργία των εταιριών αυτών, οπότε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την αρμόδια, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, εποπτεύουσα αρχή, η οποία και ανακαλεί την άδεια συστάσεως της εταιρίας εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σ αυτήν της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Το πρόστιμο του πρώτου εδαφίου δύναται να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Άρθρο 31
1.  
    Οι Ε.Π.Ε.Υ. που λειτουργούν σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 27, οι επιχειρήσεις του εδαφίου θ της παρ.1 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, καθώς και όλες οι επιχειρήσεις που παρέχουν κύριες επενδυτικές υπηρεσίες, υποχρεούνται να συμμορφωθούν στις διατάξεις του παρόντος νόμου εντός εξαμήνου από της ενάρξεως της ισχύος του, με την επιφύλαξη της παρ.4 του άρθρου 14 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ
Άρθρο 32 "Κάλυψη κινδύνων - Υποχρέωση συμμόρφωσης προς κεφαλαιακές απαιτήσεις"
1.  
    Τα ιδρύματα οφείλουν σε ημερήσια βάση να διατηρούν ίδια κεφάλαια ικανά να ανταποκριθούν στη σωρευτική κάλυψη των παρακάτω κεφαλαιακών απαιτήσεων:
  1. αυτών που υπολογίζονται για την κάλυψη του κινδύνου θέσεως σύμφωνα με το άρθρο 35 του παρόντος νόμου, βάσει του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,
  2. αυτών που υπολογίζονται για την κάλυψη του κινδύνου διακανονισμού - αντισυμβαλλόμενου, σύμφωνα με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου, βάσει του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,
  3. αυτών που υπολογίζονται για την κάλυψη του κινδύνου από ανοικτές συναλλαγματικές θέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 37 του παρόντος νόμου, βάσει του συνόλου των δραστηριοτήτων τους,
  4. αυτών που υπολογίζονται για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, σύμφωνα με το άρθρο 33 του παρόντος νόμου, βάσει του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,
  5. αυτών που προβλέπονται από την Π.Δ./Τ.Ε. 2054/ 1992 (ΦΕΚ 49 Α), η οποία εφαρμόζεται ανάλογα και για τις Ε.Π.Ε.Υ. (με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς), βάσει του συνολικού κύκλου εργασιών, εκτός εκείνων που προέρχονται από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και των μη ρευστοποιήσιμων στοιχείων του ενεργητικού, όπως περιγράφονται στην παρ. 5 του άρθρου 38 του παρόντος νόμου, με την προϋπόθεση ότι αυτά αφαιρούνται κατά τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων, σύμφωνα με τον εναλλακτικό ορισμό ιδίων κεφαλαίων της παρ. 5 του άρθρου 38 του παρόντος νόμου,.
  6. αυτών που αναλογούν σε τυχόν συναλλαγές που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου και της Π.Δ./Τ.Ε. 2054/1992 (ΦΕΚ 49 Α), αλλά ενέχουν κινδύνους παρόμοιους με αυτούς που καλύπτονται από τον παρόντα νόμο και την Π.Δ./Τ.Ε. 2054/1992.
2.  
    Ανεξαρτήτως του ποσού των κεφαλαιακών απαιτήσεων που αναφέρονται στα σημεία α) έως και στ), τα απαιτούμενα ίδια κεφάλαια των Ε.Π.Ε.Υ. δεν μπορεί να είναι κατώτερα από το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων τους του προηγούμενου έτους. Το ποσό αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής των δραστηριοτήτων της Ε.Π.Ε.Υ. σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Εάν η Ε.Π.Ε.Υ. δεν έχει ασκήσει ακόμη τις δραστηριότητές της κατά τη διάρκεια ολόκληρου του έτους, περιλαμβανομένης της ημέρας έναρξης των δραστηριοτήτων της, τα απαιτούμενα ίδια κεφάλαιά της δεν μπορεί να είναι κατώτερα από το ένα τέταρτο των προβλεπόμενων στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων της παγίων εξόδων, εκτός εάν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτήσει την αναπροσαρμογή αυτού του προγράμματος.
3.  
    Στην περίπτωση όπου τα ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων δεν είναι ικανά να ανταποκριθούν σε ημερήσια βάση στη σωρευτική κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων της παρ.1 του παρόντος άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά περίπτωση, μεριμνούν ώστε το οικείο ίδρυμα να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να επανορθώσει την κατάσταση το ταχύτερο δυνατόν. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του ιδρύματος, για μεν τα πιστωτικά ιδρύματα εφαρμόζονται οι κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 22 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α), για δε τις Ε.Π.Ε.Υ. οι κυρώσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο.
4.  
    Τα Πιστωτικά Ιδρύματα και οι Ε.Π.Ε.Υ. υποχρεούνται να υποβάλλουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία και τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτίμηση της συμμόρφωσης τους με τις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου. Τα Πιστωτικά Ιδρύματα υποχρεούνται να υποβάλλουν τουλάχιστον ανά εξάμηνο στην Τράπεζα της Ελλάδος στοιχεία, το πλαίσιο και το περιεχόμενο των οποίων θα καθορίζεται από αυτήν. Οι Ε.Π.Ε.Υ. υποχρεούνται να υποβάλλουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στοιχεία, το πλαίσιο και το περιεχόμενο των οποίων θα καθορίζεται από αυτή, ως εξής :.
  1. τουλάχιστον μια φορά το μήνα οι Ε.Π.Ε.Υ. που παρέχουν την επενδυτική υπηρεσία 1 δ του άρθρου 2 του παρόντος νόμου,.
  2. τουλάχιστον κάθε τρεις (3) μήνες οι Ε.Π.Ε.Υ. που παρέχουν τις επενδυτικές υπηρεσίες 1 α, 1 β και 1 γ του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, και.
  3. τουλάχιστον κάθε έξι (6) μήνες οι Ε.Π.Ε.Υ. που παρέχουν τις επενδυτικές υπηρεσίες 1 α του άρθρου 2 του παρόντος νόμου.
  4. Κατά παρέκκλιση, οι Ε.Π.Ε.Υ. που αναφέρονται στις ανωτέρω περιπτώσεις α) και β) υποχρεούνται να υποβάλλουν τα στοιχεία κάθε έξι (6) μήνες, εφόσον αυτά είναι σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση.
  5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να καθορίζει συχνότερα διαστήματα υποβολής των ανωτέρω στοιχείων.
5.  
    Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και οι διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες των ιδρυμάτων επιτρέπουν οποτεδήποτε τον έλεγχο συμμόρφωσής τους προς τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Για το σκοπό αυτόν εκδίδουν πράξεις - αποφάσεις ως προς τον καθορισμό των λεπτομερειών και όρων εφαρμογής των ανωτέρω ελέγχων. Τα ιδρύματα υποχρεούνται να διαθέτουν αξιόπιστα και αποτελεσματικά συστήματα διοικητικής πληροφόρησης, ώστε : α) να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να υπολογίζουν με εύλογη ακρίβεια την οικονομική κατάσταση του ιδρύματος και β) να παρακολουθούν και να ελέγχουν το ύψος του κινδύνου από μεταβολές επιτοκίων επί του συνόλου των δραστηριοτήτων τους. Η επάρκεια των ανωτέρω συστημάτων αποτελεί αντικείμενο εποπτείας των αρμόδιων αρχών. Οι αρμόδιες αρχές επιβάλλουν στα ιδρύματα την υποχρέωση να τους αναφέρουν αμέσως οποιαδήποτε περίπτωση, όπου οι αντισυμβαλλόμενοι τους σε συμφωνίες πώλησης και επαναγοράς και αγοράς και επαναπώλησης ή συναλλαγές δανειοληψίας και δανειοδοσίας, δεν εκπληρώνουν τις συμβατικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εν λόγω συναλλαγές ως προς την εκτέλεση των υποχρεώσεών τους.
Άρθρο 33 "Παρακολούθηση και έλεγχος των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων"
1.  
    0 υπολογισμός των ανώτατων ορίων των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων, η διαδικασία γνωστοποίησής τους στην Τράπεζα της Ελλάδος και η εποπτεία τους, διέπονται από τις διατάξεις της Π.Δ./Τ.Ε. 2246/16.9.1993 (ΦΕΚ 198 Α), όπως ισχύει, εφαρμοζομένων αναλόγως και στις Ε.Π.Ε.Υ. με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
2.  
    Εφόσον οι κεφαλαιακές απαιτήσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, τα ιδρύματα παρακολουθούν και ελέγχουν τα μεγάλα τους ανοίγματα προς πελάτες ή ομάδες συνδεδεμένων πελατών, σύμφωνα με τις διατάξεις της Π.Δ./Τ.Ε. 2246/16.9.1993, με τις κατωτέρω τροποποιήσεις:.
  1. Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα προς έναν πελάτη που προκύπτουν στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, υπολογίζονται ως άθροισμα των ακόλουθων στοιχείων:
  2. 0) της θετικής και μόνο υπέρβασης των θετικών έναντι των αρνητικών θέσεων του ιδρύματος σε όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται από τον ίδιο πελάτη, η καθαρή θέση των οποίων προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του κινδύνου θέσης του παρόντος νόμου,
  3. σε περίπτωση αναδοχής (underwriting) χρεωστικών τίτλων ή μετοχών, το χρηματοδοτικό άνοιγμα του πιστωτικού ιδρύματος είναι η καθαρή θέση που προκύπτει αν αφαιρεθούν οι θέσεις αναδοχής ή υπό αναδοχής τρίτων με νομότυπη συμφωνία, σταθμισμένη με την εφαρμογή συντελεστών μείωσης, όπως αυτοί καθιερώνονται με την παράγραφο 14 β του άρθρου 35 του παρόντος νόμου.
  4. Τα ιδρύματα υποχρεούνται να εισάγουν συστήματα ελέγχου και παρακολούθησης των ανοιγμάτων τους από εργασίες αναδοχής εκδόσεων, από τη στιγμή της συμβατικής ανάληψης αυτής της υποχρέωσης μέχρι την πρώτη εργάσιμη ημέρα διάθεσης των τίτλων για την πρόληψη των κινδύνων που πηγάζουν από τις εν λόγω αγορές, (iii) των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που οφείλονται σε συναλλαγές, συμφωνίες και συμβάσεις του ίδιου πελάτη που αναφέρονται στο άρθρο 36 του παρόντος νόμου, για τους κινδύνους διακανονισμού και αντισυμβαλλομένου και τα οποία υπολογίζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου άρθρου, χωρίς την εφαρμογή των σχετικών συντελεστών στάθμισης για τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου.
  5. Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών προς ομάδες συνδεδεμένων πελατών υπολογίζονται με άθροισμα των επί μέρους χρηματοδοτικών ανοιγμάτων προς συγκεκριμένους πελάτες μέσα στην ομάδα, όπως προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο α
  6. Το συνολικό χρηματοδοτικό άνοιγμα του ιδρύματος προς έναν πελάτη ή μία ομάδα συνδεδεμένων πελατών υπολογίζεται ως άθροισμα των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που προκύπτουν στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και εκείνων που προκύπτουν εκτός αυτού, λαμβανομένων υπόψη και των διατάξεων του κεφαλαίου Ε της Π.Δ./Τ.Ε. 2246/16.9.1993.
  7. Για τον υπολογισμό των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών, τα ιδρύματα υπολογίζουν ως μηδενικό το χρηματοδοτικό άνοιγμα που προκύπτει από τα στοιχεία του ενεργητικού που αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαιά τους, όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 38 του παρόντος νόμου.
  8. Τα ανωτέρω συνολικά χρηματοδοτικά ανοίγματα γνωστοποιούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου Γ της Π.Δ./Τ.Ε. 2246/1993 ή, κατά περίπτωση, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
  9. Το άθροισμα των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων προς έναν πελάτη ή μία ομάδα συνδεδεμένων πελατών δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ανώτατα όρια που προσδιορίζονται στο Κεφάλαιο Δ της Π.Δ./Τ.Ε. 2246/1993 με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κεφαλαίου Ζ της ίδιας Π.Δ./Τ.Ε.
  10. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν τα στοιχεία που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις και άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι Ε.Π.Ε.Υ., αναγνωρισμένων Ε.Π.Ε.Υ. τρίτων χωρών και αναγνωρισμένων γραφείων συμψηφισμού, καθώς και σε συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα, ανεξαρτήτως της διάρκειάς τους, εφόσον τα ως άνω στοιχεία δεν αποτελούν ίδια κεφάλαια των Ε.Π.Ε.Υ., να σταθμίζονται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%).
3.  
    Οι αρμόδιες αρχές δύνανται με γενικές ή ειδικές αποφάσεις τους να επιτρέπουν την υπέρβαση των ορίων του Κεφ. Δ της Π.Δ./Τ.Ε. 2246/1993, εφόσον πληρούνται αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:.
  1. Το εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών χρηματοδοτικό άνοιγμα σέναν πελάτη ή ομάδα συνδεδεμένων πελατών δεν υπερβαίνει τα όρια που καθορίζονται στην Π.Δ./Τ.Ε. 2246/1993, υπολογιζόμενο σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια, όπως αυτά ορίζονται στην Π.Δ./Τ.Ε. 2053/1992 (ΦΕΚ 49 Α), ώστε η υπέρβαση να προκύπτει αποκλειστικά από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών.
  2. Η υπέρβαση σε σχέση με τα όρια που καθορίζονται στην Π.Δ./Τ.Ε. 2246/93 Κεφ.
  3. Δ παρ. 1 α και β αντιμετωπίζεται με πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση.
  4. Ο υπολογισμός της απαίτησης αυτής βασίζεται στις συνιστώσες του συνολικού χρηματοδοτικού ανοίγματος από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών προς έναν πελάτη ή ομάδα πελατών, στις οποίες εφαρμόζονται οι αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες απαιτήσεις από τα άρθρα 35 ή/και 36 για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου και των οποίων το σύνολο ισούται με το ποσό της υπέρβασης που αναφέρεται στο παραπάνω σημείο α.
  5. Εφόσον η υπέρβαση αυτή διήρκεσε μέχρι δέκα (10) ημέρες, η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ισούται με το διακόσια τοις εκατό (200%) των απαιτήσεων που προβλέπονται για τις προαναφερόμενες συνιστώσες.
  6. Σε περίπτωση που η υπέρβαση διήρκεσε περισσότερο από δέκα (10) ημέρες, οι προαναφερόμενες συνιστώσες κατανέμονται στην αντίστοιχη σειρά της στήλης 1 του παρακάτω πίνακα κατ αύξουσα τάξη των απαιτήσεων για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου των άρθρων 35 ή/και 36.
  7. Το ίδρυμα τότε αντιμετωπίζει την υπέρβαση αυτή με πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ίση με το άθροισμα των απαιτήσεων του ειδικού κινδύνου των άρθρων 35 ή/και 36 γι αυτές τις συνιστώσες επί τον αντίστοιχο συντελεστή που αναγράφεται στη δεύτερη στήλη του ίδιου πίνακα.
  8. Υπέρβαση των ορίων (βάσει ποσοστού ιδίων κεφαλαίων) Συντελεστές(1) (2)άνοιγμα έως 40% των ιδίων κεφαλαίων 200%άνοιγμα μεταξύ 40% - 60% 300% άνοιγμα μεταξύ 60% - 80% 400% άνοιγμα μεταξύ 80% - 100% 500% άνοιγμα μεταξύ 100% - 250% 600% άνοιγμα άνω του 250% 900%.
  9. Σε περίπτωση παρέλευσης μέχρι δέκα (10) ημερών από την πραγματοποίηση της υπέρβασης, το άνοιγμα του χαρτοφυλακίου συναλλαγών για το συγκεκριμένο πελάτη ή την ομάδα συνδεδεμένων πελατών δεν πρέπει να υπερβαίνει το πεντακόσια τοις εκατό (500%) των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος
  10. Το σύνολο των υπερβάσεων που διαρκούν περισσότερο από δέκα (10) ημέρες δεν πρέπει να υπερβαίνει συνολικάτο εξακόσια τοις εκατό (600%) τωνιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος
  11. Κάθε τρίμηνο, τα ιδρύματα αναφέρουν στις αρμόδιες αρχές όλες τις περιπτώσεις όπου υπήρξε υπέρβαση, κατά το παρελθόν τρίμηνο, των ορίων που ορίζονται στην Π.Δ./Τ.Ε. 2246/1993 Κεφ.
  12. Δ παρ. 1 α και β, αναφέροντας το όνομα του συγκεκριμένου πελάτη ή ομάδας πελατών και το ποσό της υπέρβασης.
4.  
    Για τους σκοπούς των παραγράφων 2, περιπτώσεις β και γ, και 3 του παρόντος άρθρου τα ιδρύματα με τη σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων αρχών μπορούν να χρησιμοποιούν το διαζευκτικό ορισμό των ιδίων κεφαλαίων, όπως προσδιορίζεται στις παραγράφους 2 και 5 του άρθρου 38 του παρόντος νόμου, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω ιδρύματα τηρούν τις υποχρεώσεις των κεφαλαίων Γ και Δ της Π.Δ./Τ.Ε. 2246/1993 για τα εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ανοίγματα, χρησιμοποιώντας (δια κεφάλαια, όπως ορίζονται στην Π.Δ./Τ.Ε. 2053/1992.
5.  
    Οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν ειδικές διαδικασίες, ενημερώνοντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να εμποδίζονται τα ιδρύματα να μεταφέρουν προσωρινά, μέσω εικονικών συναλλαγών, τα ανοίγματά τους σε άλλη εταιρία που ανήκει στον ίδιο όμιλο ή όχι, ώστε να κλείνουν το άνοιγμα των δέκα (10) ημερών και να δημιουργήσουν άλλο, με σκοπό να αποφεύγουν τις πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις, οι οποίες ούτως ή άλλως θα προέκυπταν, λόγω της υπέρβασης των ορίων της Π.Δ./Τ.Ε. 2246/1993 παρ. 1 α και β. Τα ιδρύματα οφείλουν να ανακοινώνουν αμέσως στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά περίπτωση, οποιαδήποτε μεταφορά που θα είχε το προαναφερόμενο αποτέλεσμα και να διατηρούν τα αναγκαία για το σκοπό αυτόν συστήματα εσωτερικού ελέγχου.
Άρθρο 34 "Εποπτεία ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση, προϋποθέσεις εξαίρεσης από την ενοποιημένη εποπτεία, υπολογισμός ενοποιημένων απαιτήσεων"
1.  
    Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για την κάλυψη των κινδύνων και των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, όπως αυτές επιβάλλονται από τα άρθρα 32 και 33 του παρόντος νόμου, υπολογίζονται σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ/τος 267/1995 (ΦΕΚ 149 Α) και του παρόντος άρθρου:.
  1. για τα ιδρύματα τα οποία έχουν ως θυγατρική επιχείρηση τουλάχιστον ένα πιστωτικό ίδρυμα, όπως προκύπτει από το π.δ. 267/1995, μία Ε.Π.Ε.Υ. ή άλλο χρηματοδοτικό ίδρυμα ή διαθέτουν συμμετοχή σ αυτά και.
  2. για τα ιδρύματα των οποίων οι μητρικές τους επιχειρήσεις είναι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών
2.  
    Ένας όμιλος που υπάγεται στην ανωτέρω παράγραφο 1 και δεν συμπεριλαμβάνει πιστωτικό ίδρυμα υπόκειται σε εποπτεία, βάσει της ενοποιημένης χρηματοοικονομικής του κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ/τος 267/1995, λαμβανομένων υπόψη των κατωτέρω:.
  1. Ως χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών θεωρείται χρηματοδοτικό ίδρυμα, οι θυγατρικές του οποίου είναι αποκλειστικά ή κυρίως Ε.Π.Ε.Υ. ή άλλα χρηματοδοτικά ιδρύματα, περιλαμβάνουν δε τουλάχιστον μία Ε.Π.Ε.Υ.
  2. Ως εταιρεία συμμετοχής μικτών δραστηριοτήτων θεωρείται μητρική επιχείρηση που δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή Ε.Π.Ε.Υ., οι θυγατρικές της οποίας περιλαμβάνουν μία τουλάχιστον Ε.Π.Ε.Υ.
  3. Αρμόδια αρχή για την άσκηση εποπτείας είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς
  4. Οι αναφορές στα πιστωτικά ιδρύματα και στο ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α) αντικαθίστανται από αναφορές σε Ε.Π.Ε.Υ. και στις διατάξεις του παρόντος νόμου που αναφέρονται σ αυτές.
  5. Το εδάφιο 1 δ του άρθρου 6 του π.δ/τος 267/1995 δεν εφαρμόζεται.
  6. Η παράγραφος 3 του άρθρου 8 του π.δ/τος 267/1995 αντικαθίσταται ως εξής:
  7. Σε περίπτωση κατά την οποία μία Ε.Π.Ε.Υ., μια χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μια εταιρεία συμμετοχής μεικτών δραστηριοτήτων ελέγχει μία ή περισσότερες θυγατρικές που είναι ασφαλιστικές εταιρείες που προσφέρουν επενδυτικές υπηρεσίες και υπόκεινται σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται στενά με το Υπουργείο Εμπορίου που ασκεί εποπτεία επί των επιχειρήσεων αυτών, για την αποτελεσματική άσκηση της εποπτείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος προεδρικού διατάγματος, μη εφαρμοζομένων στις περιπτώσεις αυτές τυχόν ισχυόντων, με βάση άλλες διατάξεις της νομοθεσίας, περιορισμών ως προς την κοινοποίηση εμπιστευτικών ή απορρήτων στοιχείων.
3.  
    Για τα ιδρύματα που δεν είναι ούτε μητρικές επιχειρήσεις ούτε θυγατρικές μητρικών επιχειρήσεων των περιπτώσεων α και β, αντίστοιχα, της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που απαιτούνται από τα άρθρα 32 και 33 του παρόντος νόμου υπολογίζονται σε ατομική βάση για καθένα απ αυτά
4.  
    Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και όταν οι περιστάσεις το δικαιολογούν μπορεί να απαλλάσσει από την ενοποίηση τα ιδρύματα που καλύπτονται από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, υπό τον όρο ότι κάθε Ε.Π.Ε.Υ. του ομίλου:.
  1. χρησιμοποιεί τον ορισμό των ιδίων κεφαλαίων που προβλέπεται στο άρθρο 38 του παρόντος νόμου με τις ακόλουθες τροποποιήσεις:
  2. i) Αφαιρούνται τα μη ρευστοποιήσιμα στοιχεία του ενεργητικού, όπως αυτά ορίζονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 38 του παρόντος νόμου. ii) Συνυπολογίζονται οι τοποθετήσεις, όπως προσδιορίζονται στην παράγραφο Δ του Κεφαλαίου Ι της Π.Δ./Τ.Ε. 2053/1992 (ΦΕΚ 49 Α), που έχει η Ε.Π.Ε.Υ. σε επιχειρήσεις που υπάγονται στις διατάξεις περί εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. iii) Τα όρια που καθορίζονται στο Κεφάλαιο ΙΙΙ της Π.Δ./Τ.Ε. 2053/1992 υπολογίζονται σε σχέση με τα αρχικά ίδια κεφάλαια μείον τις τοποθετήσεις που αναφέρονται στο σημείο (ii) ανωτέρω, τα οποία όμως αποτελούν στοιχεία των αρχικών ιδίων κεφαλαίων των Ε.Π.Ε.Υ. iν) Για τους σκοπούς των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 38 του παρόντος νόμου, οι τοποθετήσεις που αναφέρονται στο (iii) ανωτέρω αφαιρούνται από τα αρχικά ίδια κεφάλαια και όχι από το σύνολο των στοιχείων, όπως ορίζεται από την παράγραφο Δ του Κεφαλαίου Γ της Π.Δ./Τ.Ε. 2053/1992.
  3. Υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις σε ατομική βάση που επιβάλλουν τα άρθρα 32 και 33 του παρόντος νόμου
  4. Καθιερώνει διαδικασίες παρακολούθησης και ελέγχου των πηγών προέλευσης των κεφαλαίων και της χρηματοδότησης όλων των άλλων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που ανήκουν στον όμιλο
  5. Γνωστοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τους κινδύνους κυρίως αυτούς που συνδέονται με τη σύνθεση και τις πηγές των κεφαλαίων και της χρηματοδότησής της, οι οποίοι θα μπορούσαν να βλάψουν την οικονομική της κατάσταση
5.  
    Εάν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κρίνει ότι η οικονομική κατάσταση των Ε.Π.Ε.Υ. της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου δεν προστατεύεται επαρκώς, απαιτεί από αυτές να λαμβάνουν μέτρα, όπως περιορισμούς στις μεταφορές κεφαλαίων προς άλλες επιχειρήσεις του ομίλου. Σε περίπτωση που η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν επιβάλλει την υποχρέωση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, δυνάμει της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, λαμβάνει μέτρα για την εποπτεία των κινδύνων και συγκεκριμένα των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων σε ολόκληρο τον όμιλο, συμπεριλαμβανομένων και των επιχειρήσεων που δεν είναι εγκατεστημένες σε κανένα Κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
6.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων των Π.Δ./Τ.Ε 2053/1992 (Κεφ. Ι, Δβ εδάφ. 2) και 2054/1992 (Κεφ. 3 παρ. 3 και Κεφ. 9 παρ. 3) (ΦΕΚ 49 Α), οι αρμόδιες αρχές μπορούν να μην εφαρμόζουν σε υποενοποιημένη ή ατομική βάση τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλουν τα άρθρα 32 και 33 του παρόντος νόμου στα ιδρύματα τα οποία, ως μητρικές επιχειρήσεις, υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία, καθώς και στις θυγατρικές τους επιχειρήσεις που εποπτεύονται από αυτές και συμπεριλαμβάνονται στην ενοποιημένη εποπτεία του μητρικού ιδρύματος. Η ίδια δυνατότητα ισχύει και για τα ιδρύματα των οποίων η μητρική επιχείρηση είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών που εδρεύει στην Ελλάδα, εφόσον αυτή υπόκειται στην εποπτεία που ασκείται επί των ιδρυμάτων και ιδίως στις απαιτήσεις των άρθρων 32 και 33 του παρόντος. Στις περιπτώσεις αυτές οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλισθεί η ορθή κατανομή των ιδίων κεφαλαίων εντός του ομίλου.
7.  
    Σε περίπτωση ιδρύματος το οποίο εδρεύει στην Ελλάδα και αποτελεί θυγατρική μητρικής επιχείρησης που εδρεύει σε άλλο Κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν επ αυτού τους κανόνες που αναφέρονται στα άρθρα 32 και 33 είτε σε ατομική είτε σε ενοποιημένη βάση, ανεξάρτητα από την υπαγωγή ή μη του μητρικού ιδρύματος σε ενοποιημένη εποπτεία εκ μέρους τους
8.  
    Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο 7, σε περίπτωση ιδρύματος που εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, και αποτελεί θυγατρική μητρικού ιδρύματος που εποπτεύεται από τις αρμόδιες αρχές άλλου Κράτους-Μέλους της Ε.Ε., η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά περίπτωση, μπορούν με αποφάσεις τους και κατόπιν διμερούς σχετικής συμφωνίας να εκχωρήσουν την εποπτική τους αρμοδιότητα στις αρμόδιες αρχές του άλλου Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά περίπτωση, ενημερώνουν την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με την ύπαρξη και το περιεχόμενο τέτοιου είδους συμφωνιών.
9.  
    Εφόσον δεν γίνεται χρήση των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις ανωτέρω παραγράφους 6 και 8, για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 33 και 35 του παρόντος νόμου, σε ενοποιημένη βάση, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν το συμψηφισμό των καθαρών θέσεων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών ενός ιδρύματος με τις αντίστοιχες θέσεις άλλου ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στα άρθρα 33 και 35 του παρόντος νόμου. Επιπροσθέτως, μπορούν να επιτρέπουν συμψηφισμό των συναλλαγματικών θέσεων που υπάγονται στο άρθρο 37 του παρόντος νόμου, ενός ιδρύματος, με τις αντίστοιχες θέσεις άλλου ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 του παρόντος νόμου.
10.  
    Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν να γίνεται συμψηφισμός των συναλλαγματικών θέσεων, καθώς επίσης και αυτών που αφορούν το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε τρίτες χώρες, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
  1. οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν άδεια λειτουργίας σε μια τρίτη χώρα και είτε ανταποκρίνονται στον ορισμό του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν.2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α), είτε είναι αναγνωρισμένες Ε.Π.Ε.Υ. τρίτων χωρών,.
  2. οι εν λόγω επιχειρήσεις εφαρμόζουν κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας ισοδύναμους με τους κανόνες του παρόντος νόμου,
  3. δεν υπάρχουν κανονισμοί που να επηρεάζουν ουσιαστικά τις μεταφορές κεφαλαίων εντός του ομίλου
11.  
    Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν το συμψηφισμό που προβλέπεται στην ανωτέρω παράγραφο 9 μεταξύ ιδρυμάτων, τα οποία ανήκουν σε όμιλο και τα οποία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, υπό τους παρακάτω όρους:
  1. υφίσταται ορθολογική κατανομή ιδίων κεφαλαίων εντός του ομίλου,
  2. το κανονιστικό, νομικό ή συμβατικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν τα ιδρύματα είναι τέτοιο που να εγγυάται την αμοιβαία χρηματοδοτική υποστήριξη εντός του ομίλου
12.  
    Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να επιτρέπουν συμψηφισμό, όπως προβλέπεται στην ανωτέρω παράγραφο 9, μεταξύ των ιδρυμάτων που ανήκουν σε έναν όμιλο, ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις της ανωτέρω παραγράφου 11 και ενός ιδρύματος που ανήκει στον ίδιο όμιλο αλλά έχει λάβει άδεια σε άλλο Κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την προϋπόθεση ότι το δεύτερο ίδρυμα υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλονται με τα άρθρα 32 και 33, σε ατομική βάση
13.  
    Τα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια υπολογίζονται σύμφωνα με το Κεφάλαιο ΙΙ της Π.Δ./Τ.Ε. 2053/1992 (ΦΕΚ 49 Α).
14.  
    Μετά από γενική ή ειδική άδεια των αρμόδιων αρχών, τα ιδρύματα, κατά τον υπολογισμό των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων τους, μπορούν να εφαρμόζουν τους ειδικούς ορισμούς των ιδίων κεφαλαίων που περιγράφονται στο άρθρο 38 του παρόντος νόμου
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ
Άρθρο 35 "Α. Γενικά"
1.  
    Ειδικός και γενικός κίνδυνος: Προκειμένου να υπολογιστεί η κεφαλαιακή απαίτηση ενός ιδρύματος για την κάλυψη έναντι του κινδύνου θέσης σε διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους ή μετοχές ή σε παράγωγα μέσα σε διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους ή μετοχές, ακολουθείται η μέθοδος των συστατικών στοιχείων (building blοck apprοach). Σύμφωνα με αυτή, ο κίνδυνος θέσης αναλύεται σε δύο συνιστώσες:.
  1. Η πρώτη συνιστώσα αφορά στον ειδικό κίνδυνο που ενέχει η θέση, δηλαδή τον κίνδυνο μεταβολής της τιμής του σχετικού μέσου λόγω της επίδρασης παραγόντων που σχετίζονται με τον εκδότη του ή, στην περίπτωση ενός παράγωγου μέσου, με τον εκδότη του υποκείμενου τίτλου
  2. Η δεύτερη συνιστώσα καλύπτει το γενικό κίνδυνο της θέσης, δηλαδή τον κίνδυνο μεταβολής της τιμής του σχετικού μέσου, είτε λόγω μεταβολής στο επίπεδο των επιτοκίων, στην περίπτωση ενός διαπραγματεύσιμου χρεωστικού τίτλου ή παράγωγου μέσου που βασίζεται σε χρεωστικούς τίτλους, είτε λόγω μίας ευρείας μεταβολής των τιμών στην αγορά μετοχών που δεν σχετίζεται με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μεμονωμένων τίτλων, στην περίπτωση μίας μετοχής ή ενός παράγωγου μέσου που βασίζεται σε μετοχές
2.  
    Έκταση εφαρμογής: Εάν ένα ίδρυμα είτε μεταβιβάζει προσωρινά τίτλους ή εγγυημένα δικαιώματα κυριότητας τίτλων μέσω συμβάσεων επαναγοράς (repοs) είτε δανείζει τίτλους μέσω συμβάσεων δανειοδοσίας τίτλων (securities lending), οι τίτλοι αυτοί περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της κεφαλαιακής του απαίτησης για τον κίνδυνο θέσης, εφόσον εντάσσονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του. Οι θέσεις του ιδρύματος σε μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) δεν υπόκεινται στην κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο θέσης, με βάση τον παρόντα νόμο, αλλά στην απαίτηση της Π.Δ./Τ.Ε. 2054/1992 (ΦΕΚ 49 Α) σχετικά με το συντελεστή φερεγγυότητας, της πράξης αυτής εφαρμοζόμενης αναλόγως και στις Ε.Π.Ε.Υ., με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
3.  
    Συμψηφισμός και κατάταξη θέσεων: Το ποσό κατά το οποίο οι θετικές (αρνητικές) θέσεις υπερβαίνουν τις αρνητικές (θετικές) θέσεις του ιδρύματος στην ίδια έκδοση μετοχών, χρεωστικών και μετατρέψιμων τίτλων, καθώς και σε πανομοιότυπες (identical) προθεσμιακές συμβάσεις, τίτλους επιλογής και καλυμμένους τίτλους επιλογής και πανομοιότυπα δικαιώματα προαιρέσεων (οptiοns) αντιπροσωπεύει την καθαρή θέση του σε καθένα από τα προαναφερθέντα μέσα. Οι θέσεις σε δικαιώματα προαίρεσης επιτρέπεται να συμψηφίζονται και με τις αντίθετες θέσεις σε πανομοιότυπους υποκείμενους τίτλους ή άλλα πανομοιότυπα παράγωγα μέσα. Πριν από τη συνολική άθροισή τους όλες οι καθαρές θέσεις μετατρέπονται καθημερινά σε δραχμές, βάσει της τιμής fixing, ανεξάρτητα από το νόμισμα στο οποίο έχει συνομολογηθεί η σύμβαση και το πρόσημό τους. Ο συμψηφισμός μίας θέσης σε ένα μετατρέψιμο τίτλο με μία αντίθετη θέση, στο μέσο στο οποίο αφορά ο μετατρέψιμος τίτλος, επιτρέπεται μόνο μετά από έγκριση των αρμόδιων αρχών.
4.  
    Παράγωγα μέσα σε τίτλους: Κατά τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης για την κάλυψη έναντι του ειδικού και του γενικού κινδύνου, τα ιδρύματα συνυπολογίζουν τις θέσεις τους σε παράγωγα μέσα, σύμφωνα με τα ακόλουθα:
  1. Προθεσμιακές πράξεις και συμβάσεις:
  2. Οι θέσεις σε προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίου (interest rate futures), προθεσμιακές συμφωνίες επιτοκίου (fοrward rate agreements) και προθεσμιακές δεσμεύσεις αγοράς ή πώλησης χρεωστικών τίτλων (fοrward cοmmitments) αντιμετωπίζονται ως συνδυασμοί θετικών και αρνητικών θέσεων.
  3. Ειδικότερα:
  4. (i) Μία θετική θέση σε προθεσμιακή σύμβαση επιτοκίου αντιστοιχεί σε συνδυασμό ενός ποσού που έχει δανειστεί το ίδρυμα και λήγει την ημερομηνία παράδοσης της προθεσμιακής σύμβασης (αρνητική θέση) και της κατοχής από το ίδρυμα ενός στοιχείου ενεργητικού με ημερομηνία λήξης ίδια με εκείνη του υποκείμενου τίτλου ή της υποκείμενης πλασματικής θέσης (θετική θέση). (ii) Μία αρνητική θέση σε προθεσμιακή συμφωνία επιτοκίου αντιμετωπίζεται ως συνδυασμός μίας θετικής θέσης με διάρκεια ίση με το άθροισμα του χρονικού διαστήματος μέχρι την ημερομηνία διακανονισμού και της διάρκειας της συμφωνίας και μίας αρνητικής θέσης με ημερομηνία λήξης την ημερομηνία διακανονισμού. (iii) Η προθεσμιακή δέσμευση αγοράς χρεωστικού τίτλου αντιμετωπίζεται ως συνδυασμός ενός δανειζόμενου ποσού που λήγει την ημερομηνία παράδοσης και μίας θετικής θέσης στον ίδιο το χρεωστικό τίτλο.
  5. Δικαιώματα προαίρεσης (οptiοns):
  6. Οι θέσεις σε δικαιώματα προαίρεσης επί επιτοκίων, χρεωστικών τίτλων, μετοχών, δεικτών μετοχών, προθεσμιακών συμβάσεων σε χρηματοπιστωτικά μέσα, συμβάσεων ανταλλαγής και συναλλάγματος, αντιμετωπίζονται ως θέσεις ισόποσες με την αξία του υποκείμενου μέσου στο οποίο βασίζεται το δικαίωμα, σταθμισμένες με το συντελεστή δέλτα του δικαιώματος προαίρεσης.
  7. Ως συντελεστής δέλτα μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναλλακτικά εκείνος ο οποίος:
  8. (i) χρησιμοποιείται και από το χρηματιστήριο στο οποίο γίνεται η διαπραγμάτευση του δικαιώματος προαίρεσης ή (ii) υπολογίζεται από το ίδιο το ίδρυμα.
  9. Ο συντελεστής δέλτα που υπολογίζει το ίδιο το ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνον αν δεν υπάρχει άλλος διαθέσιμος συντελεστής ή αν πρόκειται για εξωχρηματιστηριακές συμβάσεις προαίρεσης και κάτω από την προϋπόθεση ότι η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θεωρούν τον υπολογισμό αυτόν ως ικανοποιητικό.
  10. Τίτλοι επιλογής (warrants):
  11. Η μέθοδος υπολογισμού των θέσεων σε τίτλους επιλογής και καλυμμένους τίτλους επιλογής είναι η (δια με εκείνη που προβλέπεται για τα δικαιώματα προαίρεσης
  12. Συμβάσεις ανταλλαγής (swaps):
  13. Οι θέσεις σε συμβάσεις ανταλλαγής αντιμετωπίζονται όσον αφορά τον κίνδυνο από μεταβολές επιτοκίων σύμφωνα με την ίδια μέθοδο που χρησιμοποιείται και για τα στοιχεία εντός ισολογισμού.
  14. Συνεπώς, μία σύμβαση ανταλλαγής επιτοκίου (interest rate swap) με την οποία ένα ίδρυμα λαμβάνει χρηματικές ροές βάσει μεταβλητού επιτοκίου και καταβάλλει χρηματικές ροές βάσει σταθερού επιτοκίου αντιστοιχεί σε μία θετική θέση σε ένα χρηματοπιστωτικό μέσο μεταβλητού επιτοκίου, με προθεσμία λήξης ίση με την απομένουσα περίοδο μέχρι τον επανακαθορισμό του επιτοκίου και μία αρνητική θέση σε ένα μέσο σταθερού επιτοκίου με προθεσμία λήξης ίση με εκείνη του συμβολαίου ανταλλαγής.
  15. Εναλλακτική μέθοδος υπολογισμού θέσεων σε παράγωγα μέσα και ομόλογα:
  16. Υποδείγματα ευαισθησίας (sensitiνity mοdels).
  17. Τα ιδρύματα που αποτιμούν τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα και διαχειρίζονται το σχετικό κίνδυνο επιτοκίων με τη μέθοδο της παρούσας αξίας των μελλοντικών χρηματικών ροών (discοunted - cash - flοw methοd), μπορούν να χρησιμοποιούν υποδείγματα ευαισθησίας για τον υπολογισμό των θέσεων τους σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα, καθώς και σε τίτλους ομολογιακών δανείων που αποσβέννυνται σταδιακά μέχρι τη λήξη τους και όχι με εφάπαξ αποπληρωμή του κεφαλαίου κατά τη λήξη.
  18. Τόσο τα υποδείγματα ευαισθησίας, όσο και η χρήση τους από το ίδρυμα τελούν υπό την έγκριση των αρμόδιων αρχών.
  19. Τα υποδείγματα ευαισθησίας πρέπει να οδηγούν σε θέσεις με την ίδια ευαισθησία στις διακυμάνσεις των επιτοκίων, όπως και οι υποκείμενες χρηματικές ροές Η εκτίμηση της ευαισθησίας γίνεται με βάση τις παρατηρούμενες τάσεις δειγματοληπτικά επιλεγμένων επιτοκίων κατά μήκος της καμπύλης απόδοσης (yield curνe), με ένα τουλάχιστον σημείο ευαισθησίας για κάθε διάστημα ληκτότητας του Πίνακα 2 του παρόντος άρθρου.
  20. Οι θέσεις που προκύπτουν κατ αυτόν τον τρόπο συνυπολογίζονται κατά τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για την κάλυψη έναντι του ειδικού και του γενικού κινδύνου, σύμφωνα με τη μέθοδο των συστατικών στοιχείων (building blοck apprοach).
  21. Όσα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν υποδείγματα ευαισθησίας για τον υπολογισμό των θέσεών τους στις ανωτέρω κατηγορίες παράγωγων μέσων, μπορούν, με την έγκριση των αρμόδιων αρχών, να θεωρούν ως πλήρως συμψηφισμένες (fully οffsetting) τις αντίθετες θέσεις τους σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα και συνεπώς δεν δημιουργούν κεφαλαιακή απαίτηση, εφόσον πληρούνται τουλάχιστον οι παρακάτω προϋποθέσεις:
  22. (i) οι θέσεις έχουν την ίδια αξία και είναι εκφρασμένες στο ίδιο νόμισμα, (ii) το επιτόκιο αναφοράς για τις θέσεις μεταβλητού επιτοκίου ή το τοκομερίδιο για τις θέσεις σταθερού επιτοκίου είναι στενά αντιστοιχισμένο, (iii) η επόμενη ημερομηνία καθορισμού του επιτοκίου ή, για θέσεις σε τίτλους σταθερού επιτοκίου, η διάρκεια μέχρι τη λήξη των υποκείμενων τίτλων, αντιστοιχεί στα εξής όρια:
  23. αα. εάν είναι κάτω του ενός (1) μηνός, αυθημερόν, ββ. εάν είναι ενός (1) μηνός και μέχρι ενός (1) έτους, εντός επτά (7) ημερών,.
    • εάν είναι άνω του έτους, εντός τριάντα (30) ημερών.
    • Οι λεπτομέρειες της υποβολής των θέσεων που αναφέρονται σε παράγωγα μέσα, σύμφωνα με τα ανωτέρω, καθορίζονται με αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
    • Β. Διαπραγματεύσιμοι χρεωστικοί τίτλοι.
5.  
    Το ίδρυμα κατατάσσει τις καθαρές θέσεις του που μετατρέπονται καθημερινά σε δραχμές, βάσει της τιμής fixing, ανάλογα με το νόμισμα στο οποίο αυτές είναι εκφρασμένες και υπολογίζει την κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη του γενικού κινδύνου αφ ενός και του ειδικού κινδύνου θέσης αφ ετέρου σε κάθε νόμισμα χωριστά
6.  
    Ειδικός κίνδυνος: Κατά τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησής του για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου σε διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους και σε παράγωγα μέσα που έχουν τέτοιους τίτλους ως υποκείμενο μέσο, το ίδρυμα κατατάσσει τις καθαρές θέσεις του στις κατάλληλες κατηγορίες του Πίνακα 1 του παρόντος άρθρου, με βάση την εναπομένουσα διάρκεια μέχρι την προθεσμία λήξης τους. Οι χρεωστικοί τίτλοι που έχουν εκδώσει τα ίδια τα ιδρύματα δεν λαμβάνονται υπόψη. Στη συνέχεια σταθμίζει τις θέσεις αυτές με τους κατάλληλους συντελεστές που προβλέπονται στον Πίνακα 1 του παρόντος άρθρου και αθροίζει όλες τις αρνητικές και όλες τις θετικές σταθμισμένες θέσεις, αντίστοιχα. Η κεφαλαιακή απαίτηση ισούται με το άθροισμα των σταθμισμένων αυτών θέσεων. Η κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου από θέσεις σε προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίου και προθεσμιακές συμφωνίες επιτοκίου, τόσο για το δανειζόμενο ποσό (αρνητική πλασματική θέση), όσο και για το κατεχόμενο στοιχείο ενεργητικού (θετική πλασματική θέση), είναι μηδενική. Στην περίπτωση των προθεσμιακών δεσμεύσεων αγοράς χρεωστικών τίτλων, το δανειζόμενο ποσό περιλαμβάνεται στη στήλη κεντρική διοίκηση του Πίνακα 1 του παρόντος άρθρου και ο χρεωστικός τίτλος σε όποια στήλη του ίδιου Πίνακα είναι κατάλληλη, ανάλογα με την ιδιότητα του εκδότη του.
7.  
    Γενικός κίνδυνος: Κατά τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης για την κάλυψη του γενικού κινδύνου από διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους και παράγωγα μέσα σ αυτούς τους τίτλους, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα, γενικά ή μεμονωμένα, να χρησιμοποιούν σε συνεχή βάση: α) είτε τη μέθοδο που βασίζεται στη ληκτότητα των τίτλων (maturity-based methοd), β) είτε τη μέθοδο που βασίζεται στο μέσο σταθμικό δείκτη διάρκειάς τους (duratiοn-based methοd)
8.  
    Υπολογισμός σε συνάρτηση με τη ληκτότητα: Κατά τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης για την κάλυψη του γενικού κινδύνου, σύμφωνα με αυτή τη μέθοδο, εφαρμόζονται τα ακόλουθα:
  1. Το ίδρυμα κατατάσσει όλες τις καθαρές θέσεις του (lοng-shοrt) στο κατάλληλο διάστημα ληκτότητας στη δεύτερη ή την τρίτη, κατά περίπτωση (2 ή 3) στήλη του Πίνακα 2 του παρόντος άρθρου, ανάλογα είτε με την εναπομένουσα προθεσμία λήξης για τα μέσα σταθερού επιτοκίου είτε την περίοδο μέχρι τον επόμενο επανακαθορισμό του επιτοκίου πριν από την ημερομηνία λήξης για τα μέσα μεταβλητού επιτοκίου.
  2. Η κατάταξη, αντίστοιχα, στη δεύτερη ή την τρίτη στήλη του ίδιου Πίνακα γίνεται ανάλογα με το ύψος απόδοσης του τοκομεριδίου.
  3. Το ίδρυμα σταθμίζει κάθε καθαρή θέση με το συντελεστή στην τέταρτη στήλη του Πίνακα 2 του παρόντος άρθρου, που αντιστοιχεί στο σχετικό διάστημα ληκτότητας.
  4. Στη συνέχεια αθροίζει για κάθε διάστημα ληκτότητας αφ ενός μεν το σύνολο των σταθμισμένων θετικών θέσεων και αφ ετέρου το σύνολο των σταθμισμένων αρνητικών θέσεων.
  5. Το ποσό των θετικών θέσεων που αντιστοιχίζεται έναντι των αρνητικών θέσεων μέσα σε κάθε διάστημα ληκτότητας αποτελεί την αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση σ αυτό το διάστημα (matched weighted pοsitiοn ή οffset).
  6. Η εναπομένουσα θετική ή αρνητική θέση αντιπροσωπεύει τη μη αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση στο ίδιο διάστημα ληκτότητας (unmatched weighted pοsitiοn ή residual), είτε είναι lοng είτε είναι shοrt.
  7. Ο υπολογισμός αυτός γίνεται για όλα τα διαστήματα ληκτότητας.
  8. Το ίδρυμα υπολογίζει το άθροισμα των μη αντιστοιχισμένων σταθμισμένων θετικών θέσεων στα διαστήματα ληκτότητας που περιλαμβάνονται σε καθεμία από τις τρεις ζώνες του Πίνακα 2 του παρόντος άρθρου, προκειμένου να προσδιορίσει τη μη αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θετική θέση σε κάθε ζώνη.
  9. Ομοίως, τα αθροίσματα των μη αντιστοιχισμένων σταθμισμένων αρνητικών θέσεων στα διαστήματα ληκτότητας κάθε ζώνης προστίθενται, προκειμένου να υπολογιστεί η μη αντιστοιχισμένη σταθμισμένη αρνητική θέση κάθε ζώνης:
  10. (i) Το τμήμα της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θετικής θέσης σε μια δεδομένη ζώνη που αντιστοιχίζεται έναντι της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης αρνητικής θέσης στην ίδια ζώνη αντιπροσωπεύει την αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση σ αυτή τη ζώνη (οffset). (ii) Το τμήμα της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης - θετικής ή αρνητικής - θέσης σε μια ζώνη, το οποίο δεν αντιστοιχίζεται κατ αυτόν τον τρόπο, αντιπροσωπεύει τη μη αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση γι αυτή τη ζώνη (residual).
  11. Ο υπολογισμός αυτός πραγματοποιείται για κάθε ζώνη χωριστά.
  12. Κατόπιν το ίδρυμα προβαίνει στα ακόλουθα:
  13. (i) Υπολογίζει το ποσό της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θετικής (αρνητικής) θέσης στη ζώνη 1 του Πίνακα 2 του παρόντος άρθρου, που αντιστοιχίζεται προς τη μη αντιστοιχισμένη αρνητική (θετική) θέση στη ζώνη 2 του ίδιου Πίνακα.
  14. Το ποσό αυτό αποτελεί την αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνώνκαι 2 (οffset). (ii) Στη συνέχεια αντιστοιχίζει κατά τον ίδιο τρόπο το εναπομένον ποσό της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 2 του Πίνακα 2 του παρόντος άρθρου με τη μη αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση στη ζώνη 3 του ίδιου Πίνακα, προκειμένου να προσδιοριστεί η αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνώνκαι 3.
  15. Το ίδρυμα μπορεί να υπολογίσει την αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνών 2 και 3 πριν από τον υπολογισμό της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης μεταξύ των ζωνών 1 και 2. (iii) Ακολούθως, το υπόλοιπο της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 1 του Πίνακα 2 του παρόντος άρθρου αντιστοιχίζεται έναντι εκείνου που εναπομένει στη ζώνη 3, μετά την αντιστοίχισή της με τη ζώνη 2 του ίδιου Πίνακα, προκειμένου να προσδιοριστεί η αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνών 1 και 3. (iν) Τέλος, αθροίζει τις εναπομένουσες μη αντιστοιχισμένες σταθμισμένες θέσεις μετά τις τρεις ανωτέρω αντιστοιχίσεις.
  16. Η κεφαλαιακή απαίτηση του ιδρύματος υπολογίζεται ως το άθροισμα των ακόλουθων ποσών, με βάση τον Πίνακα 2 του παρόντος άρθρου :
  17. (i) 10% του αθροίσματος των αντιστοιχισμένων σταθμισμένων θέσεων σε όλα τα διαστήματα ληκτότητας, (ii) 40% της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 1, (iii) 30% της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 2, (iν) 30% της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 3, (ν) 40% της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης μεταξύ των ζωνών 1 και 2 και μεταξύ των ζωνών 2 και 3, (νi) 150% της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης μεταξύ των ζωνών 1 και 3, και (νii) 100% του αθροίσματος των εναπομενουσών μη αντιστοιχισμένων σταθμισμένων θέσεων
9.  
    Υπολογισμός του γενικού κινδύνου σε συνάρτηση με το μέσο σταθμικό δείκτη διάρκειας: Για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης σύμφωνα με αυτή τη μέθοδο το ίδρυμα ακολουθεί την εξής διαδικασία:
  1. Λαμβάνει την αγοραία τιμή κάθε χρεωστικού τίτλου σταθερού επιτοκίου και βάσει αυτής υπολογίζει την απόδοση του μέχρι τη λήξη, που αποτελεί το προεξοφλητικό του επιτόκιο.
  2. Η απόδοση των χρεωστικών διαπραγματεύσιμων τίτλων μεταβλητού επιτοκίου υπολογίζεται με βάση την αγοραία τιμή τους μέχρι τη λήξη (yield tο maturity) με την υπόθεση ότι το κεφάλαιο είναι πληρωτέο την επόμενη φορά που μπορεί να αλλάξει το επιτόκιο.
  3. Υπολογίζει τον τροποποιημένο μέσο σταθμικό δείκτη διάρκειας (mοdified duratiοn) κάθε τίτλου χρησιμοποιώντας τον ακόλουθο τύπο:
  4. τροποποιημένος μέσος σταθμικός δείκτης διάρκειας = D / (1+r), όπου:
  5. D - μέσος σταθμικός δείκτης διάρκειας r = ονομαστική απόδοση μέχρι τη λήξη του τίτλου (yield tο maturity) Ct - χρηματική πληρωμή στο τέλος της περιόδου t m - διάρκεια τίτλου μέχρι τη λήξη του
  6. Κατατάσσει όλους τους τίτλους στην κατάλληλη ζώνη του Πίνακα 3 του παρόντος άρθρου με βάση τον τροποποιημένο μέσο σταθμικό δείκτη διάρκειάς τους
  7. Υπολογίζει, βάσει του δείκτη διάρκειας, τη σταθμισμένη θέση κάθε τίτλου, πολλαπλασιάζοντας την αγοραία αξία του με τον τροποποιημένο σταθμικό δείκτη διάρκειάς του, καθώς και με το συντελεστή της στήλης 3 του Πίνακα 3 που αφορά στην τεκμαιρόμενη ποσοστιαία μεταβολή του επιτοκίου, όταν πρόκειται για μέσο που έχει αυτό το συγκεκριμένο τροποποιημένο σταθμικό δείκτη διάρκειας
  8. Υπολογίζει τις, βάσει του δείκτη διάρκειας, σταθμισμένες θετικές θέσεις και αντίστοιχα τις σταθμισμένες αρνητικές θέσεις του για κάθε χρονική ζώνη του Πίνακα 3 ως εξής :
  9. (i) Το τμήμα της σταθμισμένης θετικής θέσης σε κάθε ζώνη που αντιστοιχίζεται έναντι της σταθμισμένης αρνητικής θέσης στην ίδια ζώνη αντιπροσωπεύει τη σταθμισμένη βάσει του δείκτη διάρκειας αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση σ αυτή τη ζώνη (οffset). (ii) Το εναπομένον τμήμα της σταθμισμένης, θετικής ή αρνητικής, θέσης σε μια ζώνη, το οποίο δεν αντιστοιχίζεται, αντιπροσωπεύει τη μη αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση γι αυτή τη ζώνη (residual).
  10. Προβαίνει, τέλος, σε αντιστοίχιση μεταξύ ζωνών, κατά τον εξής τρόπο:
  11. 0) Υπολογίζει το ποσό της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θετικής (αρνητικής) θέσης στη ζώνη 1 του Πίνακα 3, που αντιστοιχίζεται προς τη μη αντιστοιχισμένη αρνητική (θετική) θέση στη ζώνη 2 του ίδιου Πίνακα.
  12. Το ποσό αυτό αποτελεί την αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνών 1 και 2 (οffset). (ii) Αντιστοιχίζει το εναπομένον ποσό της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 2 του Πίνακα 3 με τη μη αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση στη ζώνη 3 του ίδιου Πίνακα, προκειμένου να προσδιοριστεί η αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνών 2 και 3.
  13. Το ίδρυμα μπορεί να υπολογίζει την αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνών 2 και 3 πριν από τον υπολογισμό της αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης μεταξύ των ζωνών 1 και 2. (iii) Το υπόλοιπο της μη αντιστοιχισμένης σταθμισμένης θέσης στη ζώνη 1 του Πίνακα 3 αντιστοιχίζεται έναντι εκείνου που εναπομένει στη ζώνη 3 του Ιδιου άρθρου μετά την αντιστοίχισή της με τη ζώνη 2, προκειμένου να προσδιοριστεί η αντιστοιχισμένη σταθμισμένη θέση μεταξύ των ζωνών 1 και 3. (iν) Οι εναπομένουσες μη αντιστοιχισμένες σταθμισμένες θέσεις μετά τις τρεις χωριστές αντιστοιχίσεις αθροίζονται.
  14. Η κεφαλαιακή απαίτηση του ιδρύματος υπολογίζεται στη συνέχεια ως το άθροισμα των ακόλουθων ποσών:
  15. (i) Δύο τοις εκατό (2%) των βάσει του δείκτη διάρκειας σταθμισμένων αντιστοιχισμένων θέσεων σε κάθε ζώνη, (ii) Σαράντα τοις εκατό (40%) των σταθμισμένων βάσει του δείκτη διάρκειας θέσεων που αντιστοιχίζονται μεταξύ των ζωνών 1 και 2 και μεταξύ των ζωνών 2 και 3 του Πίνακα 3, (iii) Εκατόν πενήντα τοις εκατό (150%) των βάσει του δείκτη διάρκειας σταθμισμένων θέσεων που αντιστοιχίζονται μεταξύ των ζωνών 1 και 3 του Πίνακα 3 και (iν) Εκατό τοις εκατό (100%) του αθροίσματος των βάσει του δείκτη διάρκειας σταθμισμένων μη αντιστοιχισμένων θέσεων που εναπομένουν.
  16. Γ. Μετοχές.
10.  
    Το ίδρυμα αθροίζει το σύνολο των καθαρών θετικών και το σύνολο των καθαρών αρνητικών θέσεων του σε μετοχές και σε παράγωγα μέσα που έχουν μετοχές ως υποκείμενο τίτλο. Το άθροισμα των δύο ποσών αντιπροσωπεύει τη συνολική μικτή θέση του. Το ποσό κατά το οποίο το ένα από τα δύο αθροίσματα υπερβαίνει το άλλο αντιπροσωπεύει τη συνολική καθαρή θέση του.
11.  
    Ειδικός κίνδυνος: Η κεφαλαιακή απαίτηση του ιδρύματος για την κάλυψη του ειδικού κινδύνου ισούται με το τέσσερα τοις εκατό (4%) της συνολικής μικτής θέσης του. Κατ εξαίρεση, με απόφαση των αρμόδιων αρχών, η απαίτηση αυτή μπορεί να καθοριστεί στο δύο τοις εκατό (2%) της συνολικής μικτής θέσης του ιδρύματος, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις :.
  1. Οι εκδότες των μετοχών δεν έχουν εκδώσει διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους οι οποίοι, σύμφωνα με τον Πίνακα 1 του παρόντος άρθρου, συνεπάγονται κεφαλαιακή απαίτηση ύψους οκτώ τοις εκατό (8%)
  2. Οι μετοχές κρίνονται ως μετοχές υψηλής ρευστότητας από τις αρμόδιες αρχές βάσει αντικειμενικών κριτηρίων
  3. Καμιά θέση σε μετοχές του ίδιου εκδότη δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) της αξίας του συνολικού χαρτοφυλακίου μετοχών του ιδρύματος.
  4. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν κατ εξαίρεση να επιτρέπουν θέσεις σε μετοχές του ίδιου εκδότη μέχρι δέκα τοις εκατό (10%), εφόσον το σύνολο τέτοιων θέσεων δεν υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του χαρτοφυλακίου μετοχών του ιδρύματος.
12.  
    Γενικός κίνδυνος : Η κεφαλαιακή απαίτηση του ιδρύματος για την κάλυψη του γενικού κινδύνου ισούται με το οκτώ τοις εκατό (8%) της συνολικής καθαρής θέσης του
13.  
    Προθεσμιακές συμβάσεις σε δείκτη μετοχών : Οι προθεσμιακές συμβάσεις σε δείκτη μετοχών, τα σταθμισμένα με το συντελεστή δέλτα ισοδύναμα των συμβάσεων προαίρεσης σε τέτοιες συμβάσεις ή σε δείκτες τιμών μετοχών καλούνται κατ οικονομίαν προθεσμιακές συμβάσεις σε δείκτη μετοχών. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν οι συμβάσεις αυτές να αναλύονται σε επί μέρους θέσεις στις μετοχές από τις οποίες συντίθενται. Προθεσμιακή σύμβαση σε δείκτη μετοχών που δεν αναλύεται στις υποκείμενες θέσεις αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένη μετοχή. Η κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη έναντι του ειδικού κινδύνου αυτής της μετοχής είναι μηδενική, αν η σύμβαση είναι διαπραγματεύσιμη στο χρηματιστήριο και αντιπροσωπεύει, κατά τη γνώμη των αρμόδιων αρχών, έναν ευρέως διαφοροποιημένο δείκτη. Τα ιδρύματα, εφόσον δικαιούνται, με την έγκριση των αρμόδιων αρχών, να συμψηφίζουν τις θέσεις τους σε μία ή περισσότερες από τις μετοχές που συνθέτουν μία προθεσμιακή σύμβαση σε δείκτη μετοχών, με άλλες αντίθετες θέσεις που έχουν στις ίδιες αυτές μετοχές. Στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται να έχουν επαρκή κεφάλαια για την κάλυψη του κινδύνου που γεννάται από το ενδεχόμενο η τιμή της προθεσμιακής σύμβασης να μην ακολουθεί πλήρως τις τιμές των μετοχών που τη συνθέτουν. Το ίδιο ισχύει όταν ένα ίδρυμα κατέχει αντίθετες θέσεις σε προθεσμιακές συμβάσεις σε δείκτη μετοχών των οποίων η λήξη προθεσμίας ή/και η σύνθεση δεν συμπίπτουν. Κατ εξαίρεση, στην περίπτωση προθεσμιακών συμβάσεων σε δείκτη μετοχών που είναι διαπραγματεύσιμες στο χρηματιστήριο και αντιπροσωπεύουν, κατά την κρίση των αρμόδιων αρχών, ευρέως διαφοροποιημένους δείκτες, η κεφαλαιακή απαίτηση για την μεν κάλυψη του γενικού κινδύνου είναι οκτώ τοις εκατό (8%), για την δε κάλυψη του ειδικού κινδύνου είναι μηδενική. Οι συμβάσεις αυτές λαμβάνονται υπόψη μόνο κατά τον υπολογισμό της συνολικής καθαρής θέσης του ιδρύματος σε μετοχές, αλλά δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της συνολικής μικτής θέσης του. Δ. Αναδοχή έκδοσης τίτλων.
14.  
    Για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης από την αναδοχή της έκδοσης χρεωστικών τίτλων και μετοχών η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά περίπτωση, μπορούν να επιτρέψουν στο ίδρυμα να ακολουθήσει την ακόλουθη διαδικασία:
  1. Υπολογίζει τις καθαρές θέσεις αναδοχής αφαιρώντας τις θέσεις αναδοχής που έχουν αναληφθεί από τρίτους αναδόχους ή υποαναδόχους βάσει σχετικής έγκυρης συμφωνίας.
  2. Ως θέση αναδοχής ορίζεται το ποσό για το οποίο το ίδρυμα αναλαμβάνει αμετάκλητη συμβατική υποχρέωση κάλυψής του.
  3. Μειώνει τις καθαρές θέσεις αναδοχής με την εφαρμογή των ακόλουθων συντελεστών μείωσης:
  4. -εργάσιμη ημέρα Ο :100% -εργάσιμη ημέρα 1 :
  5. 90% -εργάσιμες ημέρες 2 έως και 3 :
  6. 75% -εργάσιμη ημέρα 4 :
  7. 50% -εργάσιμη ημέρα 5 :
  8. 25% -μετά την εργάσιμη ημέρα 5 :0% Εργάσιμη ημέρα 0 είναι η εργάσιμη ημέρα κατά την οποία το ίδρυμα αναλαμβάνει την αμετάκλητη συμβατική δέσμευση να αποδεχθεί μία δεδομένη ποσότητα τίτλων σε προσυμφωνημένη τιμή
  9. Υπολογίζει την κεφαλαιακή απαίτηση του χρησιμοποιώντας τις ανωτέρω μειωμένες θέσεις της αναδοχής έκδοσης τίτλων.
  10. Το ίδρυμα οφείλει να διακρατεί επαρκή κεφάλαια για την κάλυψη του κινδύνου ζημίας που υφίσταται ανάμεσα στην εργάσιμη ημέρα 0 και στην εργάσιμη ημέρα 1.
  11. Ε. Ειδικές διαδικασίες σε παράγωγα μέσα.
15.  
    Κατά παρέκκλιση από τη μέθοδο των συστατικών στοιχείων (building blοck apprοach) η κεφαλαιακή απαίτηση για την κάλυψη του κινδύνου θέσης που προκύπτει είτε από προθεσμιακές συμβάσεις είτε από παραχωρηθέντα (written) δικαιώματα προαίρεσης που είναι διαπραγματεύσιμα σε χρηματιστήριο, επιτρέπεται να είναι ίση με το ποσό των περιθωρίων εγγύησης (margin) την καταβολή των οποίων απαιτεί το χρηματιστήριο, εάν η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά περίπτωση, κρίνουν αφ ενός μεν ότι το ποσό αυτό αποτελεί ορθό μέτρο του κινδύνου που συνδέεται με την εν λόγω σύμβαση και αφ ετέρου ότι η μέθοδος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του περιθωρίου είναι ισοδύναμη με την προαναφερθείσα μέθοδο υπολογισμού. Στα αποκτηθέντα δικαιώματα προαίρεσης (bοught οptiοns), είτε διαπραγματεύσιμα σε χρηματιστήριο είτε όχι, η κεφαλαιακή απαίτηση επιτρέπεται να ισούται με την απαίτηση που καθορίζεται για το υποκείμενο μέσο, εφόσον αυτή δεν υπερβαίνει την αγοραία αξία του δικαιώματος προαίρεσης. Στα εξωχρηματιστηριακά παραχωρηθέντα δικαιώματα προαίρεσης (written ΟΤC οptiοns) επιτρέπεται ο καθορισμός της κεφαλαιακής απαίτησης σε συνάρτηση με το υποκείμενο μέσο. Οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν, επίσης, τους όρους και τις προϋποθέσεις για την κατάλληλη κάλυψη και των άλλων κινδύνων που προκύπτουν από θέσεις σε δικαιώματα προαίρεσης, εκτός από τον κίνδυνο που σχετίζεται με το συντελεστή δέλτα. Οι αρμόδιες αρχές με αποφάσεις τους δύνανται να προσαρμόζουν και να τροποποιούν τους κατωτέρω πίνακες, καθώς και να εξειδικεύουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής αυτών των πινάκων και των Κεφαλαίων Γ και Δ του παρόντος νόμου. Στα εξωχρηματιστηριακά παραχωρηθέντα δικαιώματα προαίρεσης (written ΟΤC Οptiοns) επιτρέπεται ο καθορισμός της κεφαλαιακής απαίτησης σε συνάρτηση με το υποκείμενο μέσο.