ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Νόμος

ΚΩΔΙΚΟΣ

1998/2579

ΦΕΚ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

1998-02-17

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1998-02-17

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

1998-02-17

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Φορολογικές διαρρυθμίσεις και άλλες διατάξεις

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Άρθρο 1 "Απαλλαγές, έκπτωση δαπανών από το εισόδημα και προθεσμία υποβολής της δήλωσης"
1.  
    Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης στ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α) αντικαθίσταται ως εξής: Ή αξία των ακινήτων που μεταβιβάζονται, καθώς και τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από το φορολογούμενο λόγω δωρεάς στο Δημόσιο, τους δήμους και τις κοινότητες του κράτους, τους ιερούς ναούς, τις ιερές μονές του Αγίου Όρους, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, την Ιερά Μονή Σινά, τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα κρατικά και δημοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα και τα νοσοκομεία που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, καθώς και το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων..
2.  
    Το έκτο εδάφιο της υποπερίπτωσης γγ της περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής: Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται λόγω δωρεάς προς τα κοινωφελή ιδρύματα, τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σωματεία που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και χορηγούν υποτροφίες, τους ιερούς ναούς, τις ιερές μονές του Αγίου Όρους, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, την Ιερά Μονή Σινά, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμα έχουνσυσταθεί ή συνιστώνται και τα οποίαεπιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς και σε οποιοδήποτε αθλητικό σωματείο, που έχει συσταθεί νόμιμα και είναι αναγνωρισμένο από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, εφόσον οι δωρεές αυτές προορίζονται για την καλλιέργεια και ανάπτυξη των ερασιτεχνικών τους τμημάτων.
3.  
    Στην παράγραφο 6 του άρθρου 6 του ν. 2238/1994 προστίθεται νέα περίπτωση α, που έχει ως εξής: α) Οι αμοιβές που καταβάλλει η Παγκόσμια Ένωση Αναπήρων Καλλιτεχνών (V.D.Μ.F.Κ.), στα μέλη της ζωγράφους με το πόδι και το στόμα, που είναι μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας, για την εργασία της ζωγραφικής που κάνουν, αμειβόμενοι αποκλειστικά από την Ένωση αυτή σε συνάλλαγμα..
4.  
    Η περίπτωση γ της παραγράφου 1 του άρθρου 52 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως έξης: γ) Μέχρι την ημερομηνία που ορίζεται από την παράγραφο αυτή για τα από κάθε πηγή εισοδήματα του δικαιούχου, του έτους είσπραξης ή απόκτησης των εισοδημάτων: αα) από μισθώματα ακινήτων γενικά που καταβάλλονται αναδρομικώς με βάση νόμο ή δικαστική απόφαση, ββ) από κάθε είδους αποδοχές και συντάξεις που καταβάλλονται αναδρομικώς με βάση νομό, δικαστική απόφαση ή συλλογική σύμβαση, καθώς και από πρόσθετες αμοιβές και αποζημιώσεις του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 46. γγ) από διατροφή που καταβάλλεται αναδρομικώς με βάση δικαστική απόφαση και δδ) από υπηρεσίες ελευθέριου επαγγέλματος που αντιπροσωπεύουν εργασίες δύο ή περισσότερων ετών και καταβάλλονται μεταγενέστερα.
5.  
    Πέρα από το ποσοστό έκπτωσης που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο οι τράπεζες δικαιούνται να εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδά τους, για τον προσδιορισμό των αποτελεσμάτων της χρήσης πρόσθετες ειδικές κατά περίπτωση προβλέψεις για την απόσβεση απαιτήσεων κατά πελατών τους, για τις οποίες έχει διακοπεί ο λογισμός τόκων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 27 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α). Κατά το μέρος που οι προβλέψεις αυτές δεν επαληθευθούν και δεν διενεργηθούν οριστικές εγγραφές διαγραφής των απαιτήσεων μέσα στις επόμενες οκτώ (8) χρήσεις από τη χρήση σχηματισμού τους, η τράπεζα υποχρεούται μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη λήξη της όγδοης χρήσης να υποβάλει συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικείου οικονομικού έτους, στο οποίο σχηματίστηκε η πρόβλεψη, μη εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των διατάξεων του άρθρου 84. Ειδικότερα τα αυτοτελώς ή με ειδικό τρόπο φορολογούμενα εισοδήματα αναγράφονται μετά την αφαίρεση του οικείου φόρου, εφόσον ο φόρος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκκαθάριση του φόρου με βάση τη δήλωση αυτή.. Σε περίπτωση μη υποβολής της δήλωσης αυτής εκδίδεται φύλλο ελέγχου καταλογισμού του οφειλόμενου τυχόν φόρου πλέον των νόμιμων προσαυξήσεων.
6.  
    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 105 του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α) αντικαθίσταται ως εξής: Τέτοιες χορηγήσεις είναι οι απαιτήσεις κεφαλαίου και οι απαιτήσεις των εγγεγραμμένων τόκων, όχι όμως και επισφαλών ή μη εισπράξιμων τόκων των επισφαλών απαιτήσεων ή απαιτήσεων μη παραγωγικών, τους οποίους οι τράπεζες δικαιούνται να μην εμφανίζουν ή εγγράφουν στα βιβλία τους, υποχρεούμενες να αποδεικνύουν ότι πρόκειται για τέτοιους τόκους, καθώς και η κάλυψη στο σύνολο του ή εν μέρει ομολογιακού δανείου ιδιωτικών επιχειρήσεων ή η απόκτηση μετοχών κατά τη σύσταση ανώνυμης εταιρείας ή αύξηση του κεφαλαίου της, για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι τίτλοι των ομολογιών ή μετοχών παραμένουν στο χαρτοφυλάκιο της τράπεζας..
7.  
    Διαγράφεται το προτελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 105 του ν. 2238/1994.
8.  
    Η παράγραφος 5 του άρθρου 105 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής:.
9.  
    Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων 6, 7 και 8 έχουν εφαρμογή για ισολογισμούς που κλείνουν μετά την 30.12.1990 και εφεξής.
Άρθρο 4
1.  
    Ο πίνακας του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής: Φορολογήσιμοι ίπποι Ετήσια τεκμαρτή αυτοκινήτου δαπάνη διαβίωσης (σε δραχμές) μέχρι7 1.650.000 8 2.100.000 9 2.750.000 10 3.400.000 11 4.050.000 12 4.850.000 13 5.700.000 14 7.000.000 15 9.050.000 16 11.450.000 17 14 100.000 18 16.900.000 19 19.700.000 20 22.700.000 21 25.300.000 22 - 23 29.100.000 24 - 25 32.700.000 26 - 27 36.800.000 28 και άνω 38.500.000.
2.  
    Το δεύτερο εδάφιο της υποπερίπτωσης γγ της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής: Το ίδιο ποσοστό μείωσης υπολογίζεται για τη δαπάνη που προκύπτει με βάση το αυτοκίνητο που έχει αγοραστεί από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού (Ο.Δ.Δ.Υ.), καθώς και όταν πρόκειται για επιβατικά αυτοκίνητα .ιδιωτικής χρήσης τα οποία είναι ειδικά διασκευασμένα για αναπήρους..
3.  
    Στην περίπτωση β της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 2238/1994, μετά την υποπερίπτωση γγ αυτής, προστίθεται υποπερίπτωση δδ, που έχει ως εξής: δδ) Πενήντα τοις εκατό (50%) για τη δαπάνη που προκύπτει με βάση αυτοκίνητο που ανήκει στην κυριότητα του φορολογουμένου για χρονικό διάστημα πάνω από δέκα (10) έτη, εφόσον αυτός έχει ηλικία πάνω από εξήντα (60) έτη και αποκτά αποκλειστικώς εισοδήματα από συντάξεις ή και από ιδιοκατοίκηση κύριας και δευτερεύουσας κατοικίας, καθώς και για τη δαπάνη που προκύπτει με βάση το επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης ιδιοκτησίας προσώπου που το εισήγαγε με μειωμένους δασμούς, φόρους ή τέλη λόγω μετοικεσίας του από την αλλοδαπή για τα δύο αμέσως επόμενα έτη από τη λήξη της απαλλαγής της περίπτωσης ε του άρθρου 18, εφόσον ο δικαιούχος της μείωσης εξακολουθεί κατά τα έτη αυτά να κατοικεί στην Ελλάδα.
4.  
    Η υποπερίπτωση ββ του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής: ββ) η εργοστασιακή τιμολογιακή αξία τους, κατά το κρινόμενο έτος, προσαυξημένη κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%). Για όσα από αυτά τα οχήματα έχουν ήδη ταξινομηθεί μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1991 ως εργοστασιακή τιμολογιακή αξία θεωρείται εκείνη της 31ης Δεκεμβρίου 1991, προσαυξημένη κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), η οποία δεν μπορεί να υπερβεί την εργοστασιακή τιμολογιακή αξία ίδιου ή όμοιου με αυτά τύπου οχήματος κατά το κρινόμενο έτος. Για όσα από αυτά τα οχήματα ταξινομήθηκαν από 1η Ιανουαρίου 1992 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1997 ως εργοστασιακή τιμολογιακή αξία θεωρείται εκείνη του χρόνου της αγοράς τους από το φορολογούμενο, προσαυξημένη κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), η οποία δεν μπορεί να υπερβεί την εργοστασιακή τιμολογιακή αξία ίδιου ή όμοιου με αυτά τύπου οχήματος κατά το κρινόμενο έτος..
5.  
    Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής: Ή ετήσια τεκμαρτή δαπάνη με βάση τον κυβισμό του δίτροχου ή τρίτροχου ιδιωτικής χρήσης αυτοκινούμενου οχήματος, η οποία καθορίζεται στο ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών για μοτοσυκλέτα πεντακοσίων (500) κυβικών εκατοστών, προσαυξανόμενη με το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών ανά εκατό (100) κυβικά εκατοστά προκειμένου για μοτοσυκλέτες με κυβισμό πάνω από πεντακόσια (500) κυβικά εκατοστά.
6.  
    Η υποπερίπτωση αα της περίπτωσης ε της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής: αα) Για μηχανοκίνητα σκάφη ανοικτού τύπου, ταχύπλοα και μη, ολικού μήκους μέχρι τρία (3) μέτρα στο ποσό των τετρακοσίων σαράντα χιλιάδων (440.000) δραχμών, που προσαυξάνεται με το ποσό των διακοσίων είκοσι χιλιάδων (220.000) δραχμών για κάθε μέτρο μήκους πάνω από τα τρία (3) μέτρα.
7.  
    Ο πίνακας του πρώτου εδαφίου της υποπερίπτωσης ββ της περίπτωσης ε της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως έξης: Μήκος σκάφους Ετήσια τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης (σε δραχμές) Μέχρι 8 μέτρα 3.600.000 πάνω από 8 και μέχρι 10 μέτρα 6.500.000 πάνω από 10 και μέχρι 12 μέτρα 9.500.000 πάνω από 12 και μέχρι 14 μέτρα 12.700.000 πάνω από 14 και μέχρι 16 μέτρα 16.200.000 πάνω από 16 και μέχρι 18 μέτρα 20.100.000 πάνω από 18 και μέχρι 20 μέτρα 24.6C0.000 πάνω από 20 και μέχρι 22 μέτρα 29.800.000 πάνω από 22 και μέχρι 24 μέτρα 35.800.000 πάνω από 24 και μέχρι 26 μέτρα 42.600.000 πάνω από 25 και μέχρι 28 μέτρα 50.400.000 πάνω από 28 και μέχρι 30 μέτρα 59.300.000 πάνω από 30 και μέχρι 32 μέτρα 69.400.000 πάνω από 32 μέτρα 77.600.000.
8.  
    Οι υποπεριπτώσεις αα, ββ και γγ της περίπτωσης στ της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 2238/1994, αντικαθίστανται ως εξής: αα) Για αεροσκάφη με κινητήρα κοινό, εσωτερικής καύσης και στροβιλοελικοφόρα καθώς και ελικόπτερα στο ποσό των έντεκα εκατομμυρίων (11.000.000) δραχμών για τους εκατόν πενήντα (150) πρώτους ίππους, που προσαυξάνεται με το ποσό των ενενήντα χιλιάδων (90.000) δραχμών για κάθε ίππο πάνω από τους εκατόν πενήντα (150) ίππους του κινητήρα αυτών. ββ) Για αεροσκάφη αεριοπροωθούμενα (JΕΤ) στο ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων (32.000) δραχμών για κάθε λίμπρα ώθησης. γγ) Για ανεμόπτερα στο ποσό των δύο εκατομμυρίων διακοσίων χιλιάδων (2.200.000) δραχμών.
9.  
    Στην παράγραφο 1 του άρθρου 16 του ν. 2238/ 1994 προστίθεται περίπτωση ζ, που έχει ως εξής: ζ) Η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη που υπολογίζεται με βάση το ύψος των ετήσιων εξόδων συντήρησης και χρήσης δεξαμενής κολύμβησης που χρησιμοποιείται για τις οικογενειακές ανάγκες ή του κυρίου της ή του κατόχου της, και της συμμετοχής των εξόδων αυτών στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Η ετήσια αυτή τεκμαρτή δαπάνη ορίζεται με βάση την επιφάνεια της δεξαμενής ως εξής: ΕπιφάνειαΕτήσια τέταρτη δαπάνη της δεξαμενής κολύμβησης διαβίωσης εξωτερικής δεξαμενής (σε τετραγωνικά μέτρα) (σε δραχμές) Από 25 μέχρι και 60 2.000.000Πάνω από 60 μέχρι και 120 5.000.000 Πάνω από 120 3.000.000Προκειμένου για εσωτερική δεξαμενή κολύμβησης τα ποσά της τεκμαρτής δαπάνης αυτής της περίπτωσης προσαυξάνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).·.
10.  
    Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α του άρθρου 17 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής: Αγορά ή χρηματοδοτική μίσθωση αυτοκινήτων, δίτροχων ή τρίτροχων αυτοκινούμενων οχημάτων, πλοίων αναψυχής και λοιπών σκαφών αναψυχής, αεροσκαφών και κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας με εξαίρεση αυτά του αποτελούν αρδευτικό εξοπλισμό γεωργικής εκμετάλλευσης..
11.  
    Οι περιπτώσεις γ, δ και ε του άρθρου 17 του /. 2238/1994 αντικαθίστανται ως εξής: γ) Αγορά ή χρονομεριστική ή χρηματοδοτική μίσθωση (([ακινήτων ή ανέγερση οικοδομών ή κατασκευή δεξαμενής κολύμβησης. Ως τίμημα αγοράς λαμβάνεται η αξία που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982. Αν το τίμημα που καθορίζεται στα οικεία πωλητήρια συμβόλαια είναι μεγαλύτερο από την πιο πάνω αξία, ως καταβαλλόμενη δαπάνη λαμβάνεται -ο καθοριζόμενο σε αυτά τα συμβόλαια τίμημα. Ειδικά, για τις περιοχές που δεν ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, ως καταβαλλόμενη δαπάνη λαμβάνεται: αα) Το τίμημα που καθορίζεται στα οικεία πωλητήρια συμβόλαια. ββ) Η διαφορά μεταξύ του τιμήματος ή της αξίας κατά περίπτωση, που φορολογήθηκε και της πραγματικής αξίας του ακινήτου, η οποία εξευρίσκεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων. Εξαιρείται η δαπάνη για ανέγερση οικοδομής από επιχείρηση που αναλαμβάνει κατά κύριο επάγγελμα την ανέγερση οικοδομών. Επίσης, εξαιρείται η δαπάνη για την αγορά από ενήλικο, με δικαίωμα πλήρους κυριότητας, καθώς και η ανέγερση από αυτόν οικοδομής, ως πρώτης κατοικίας, εφόσον η επιφάνεια της δεν υπερβαίνει τα εκατόν είκοσι (120) τετραγωνικά μέτρα. Αν η επιφάνεια της οικοδομής υπερβαίνει τα εκατόν είκοσι (120) τετραγωνικά μέτρα, λαμβάνεται υπόψη η δαπάνη που αντιστοιχεί στην επιφάνεια πάνω από τα εκατόν είκοσι (120) τετραγωνικά μέτρα. Κατά την εφαρμογή των δύο προηγούμενων εδαφίων δεν θεωρείται ότι αποκτιέται πρώτη κατοικία αν ο υπόχρεος, ο άλλος σύζυγος και τα τέκνα που τους βαρύνουν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 έχουν δικαίωμα πλήρους κυριότητας ή ισόβιας επικαρπίας ή οίκησης, εξ ολοκλήρου ή επί ιδανικού μεριδίου, σε άλλη οικία ή οικίες, εφόσον το άθροισμα της συνολικής επιφάνειας που τους αντιστοιχεί υπερβαίνει τα τριάντα πέντε (35) τετραγωνικά μέτρα προκειμένου για άγαμο, διαζευγμένο η χήρο και τα εβδομήντα (70) τετραγωνικά μέτρα προκειμένου για έγγαμο. Η επιφάνεια αυτή προσαυξάνεται κατά δεκαπέντε (15) τετραγωνικά μέτρα για καθένα τέκνο που βαρύνει τον υπόχρεο ή τον άλλο σύζυγο.
  1. Χορήγηση δανείων προς οποιονδήποτε, καθώς και για προσωρινές διευκολύνσεις ή προσωρινές καταθέσεις στις ατομικές επιχειρήσεις τους ή στις εταιρίες ή κοινοπραξίες ή κοινωνίες, στις οποίες είναι μέλη ή μέτοχοι
  2. Η ετήσια δαπάνη για δωρεές, γονικές παροχές ή χορηγίες χρηματικών ποσών, εφόσον αυτά υπερβαίνουν ετησίως τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, εκτός από τις δωρεές προς το Δημόσιο, τους δήμους και τις κοινότητες του Κράτους, τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα κρατικά και δημοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα και τα νοσοκομεία, που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, καθώς και τα προνοιακά ιδρύματα του ευρύτερου δημόσιου τομέα (κρατικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου), ως και τα προνοιακά ιδρύματα ιδιωτικού δικαίου των οποίων οι εν γένει δαπάνες λειτουργίας καλύπτονται τουλάχιστον κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%) με επιχορηγήσεις από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.
12.  
    Στο άρθρο 18 του ν. 2238/1994 προστίθεται νέα περίπτωση ε, που έχει ως εξής:.
  1. Προκειμένου για τεκμαρτή δαπάνη, η οποία προκύπτει βάσει ενός επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης ιδιοκτησίας προσώπου που το εισήγαγε με μειωμένους δασμούς, φόρους ή τέλη λόγω μετοικεσίας του από την αλλοδαπή για το έτος εκτελωνισμού του αυτοκινήτου και τα δύο (2) επόμενα έτη, εφόσον ο δικαιούχος της απαλλαγής εξακολουθεί και κατά τα έτη αυτά να κατοικεί στην Ελλάδα..
13.  
    Η περίπτωση δ της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του ν. 2238/1994 καταργείται.
14.  
    Στο άρθρο 18 του ν. 2238/1994 η περίπτωση ζ γίνεται η και προστίθεται νέα περίπτωση ζ ως εξής: ζ) Προκειμένου για επιχειρήσεις μεταπώλησης αυτοκινήτων που έχουν υπαχθεί στο ειδικό καθεστώς φορολογίας του άρθρου 36α του ν. 1642/1986, για την τεκμαρτή δαπάνη που προκύπτει βάσει των επιβατικών αυτοκινήτων που έχουν αγορασθεί για μεταπώληση με βάση τις διατάξεις του άρθρου 36α του ν. 1642/1986. εφόσον η άδεια και οι πινακίδες κυκλοφορίας του μεταβιβαζόμενου αυτοκινήτου οχήματος έχουν παραμείνει στη δημόσια οικονομική υπηρεσία στην οποίο έγινε η μεταβίβαση του αυτοκινήτου προς την επιχείρηση μεταπώλησης μέχρι και την ημερομηνία μεταπώλησης από αυτή σε τρίτο και το αυτοκίνητο κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν κυκλοφόρησε παράνομα. Κατά τις μεταπωλήσεις αυτής της περίπτωσης δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 10 μέχρι και 14 του άρθρου 81. Οι μεταπωλήτριες επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση μαζί με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος να συνυποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, στην οποία να αναγράφουν τα πιο πάνω αυτοκίνητα που αγόρασαν ή πούλησαν στο οικείο έτος. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής αυτής της περίπτωσης..
Άρθρο 5
1.  
    Για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος των εμπορικών επιχειρήσεων της διαχειριστικής περιόδου 1997, για τον υπολογισμό της μισθωτικής αξίας λαμβάνεται υπόψη ποσοστό επτά και είκοσι πέντε τοις εκατό (7,25%) του ποσού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της τιμής ζώνης που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου 1995 με τον αριθμό των τετραγωνικών μέτρων της επιφάνειας της επαγγελματικής εγκατάστασης. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για την περίπτωση γ της παραγράφου 3 του άρθρου 51 του ν. 2238/1994.
2.  
    Για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος των εμπορικών επιχειρήσεων της διαχειριστικής περιόδου 1997, λαμβάνεται υπόψη ο συντελεστής εμπορικότητας που ίσχυσε για τον προσδιορισμό του ίδιου εισοδήματος της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου
3.  
    Για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος των εμπορικών επιχειρήσεων του νομού Δράμας για τη διαχειριστική περίοδο 1997 τα τρία τελευταία κλιμάκια της κλίμακας του συντελεστή εμπορικότητας της περίπτωσης γ της παραγράφου 2 του άρθρου 33 του ν. 2238/1994 αντικαθίστανται ως εξής: 2,1- 3 1.303,1-4 1.40πάνω από1.50.
4.  
    Για τα εισοδήματα της διαχειριστικής περιόδου 1997, οι διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2238/1994 δεν εφαρμόζονται για τις επιχειρήσεις των περιπτώσεων α και β της παραγράφου 13 του άρθρου αυτού, εφόσον όλες οι προβλεπόμενες από το νόμο σχετικές περιοδικές δηλώσεις απόδοσης του φόρου προστιθέμενης αξίας του έτους αυτού και του αμέσως προηγούμενου έχουν υποβληθεί εμπρόθεσμα και από αυτές προκύπτει ότι δεν πραγματοποιήθηκαν ακαθάριστα έσοδα από τις εκμεταλλεύσεις αυτές και στις ίδιες χρήσεις δεν έχουν διαπιστωθεί παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.
5.  
    Τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 14 του άρθρου 33 του ν. 2238/1994, αντικαθίστανται ως εξής: Σε επιχειρήσεις αποκλειστικά πλανόδιων λιανοπωλητών επιβάλλεται ποσό καταβαλλόμενου φόρου ίσο με εκατόν δέκα χιλιάδες (110.000) δραχμές ετησίως, με το οποίο εξαντλείται η φορολογική τους υποχρέωση από τη δραστηριότητα αυτή. Προκειμένου για επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους το ποσό αυτό ορίζεται σε εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) δραχμές ετησίως.
6.  
    Τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 15 του άρθρου 33 του ν. 2238/1994 αντικαθίστανται ως εξής: Σε επιχειρήσεις αποκλειστικά λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές είτε διαθέτουν ίδια προϊόντα είτε προϊόντα τρίτων, επιβάλλεται ποσό καταβαλλόμενου φόρου ίσο με εκατόν ογδόντα χιλιάδες (180.000) δραχμές ετησίως, αν πρόκειται για επαγγελματίες πωλητές και εκατόν σαράντα χιλιάδες (140.000) δραχμές ετησίως, αν πρόκειται για παραγωγούς αγροτικών προϊόντων, με το οποίο εξαντλείται η φορολογική τους υποχρέωση από τη δραστηριότητα αυτή. Προκειμένου για επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους το ποσό αυτό ορίζεται σε ενενήντα χιλιάδες (90.000) δραχμές ετησίως, αν πρόκειται για επαγγελματίες πωλητές και σε εβδομήντα χιλιάδες (70.000) δραχμές ετησίως, αν πρόκειται για παραγωγούς αγροτικών προϊόντων.
7.  
    Στην παράγραφο 16 του άρθρου 33 του ν. 2238/ 1994 προστίθεται περίπτωση η, που έχει ως έξης:.
  1. Καθαρά κέρδη που αποκτούν οι δικαιούχοι μετά την αποφυλάκιση τους από την άσκηση ατομικής εμπορικής επιχείρησης κατά το έτος της αποφυλάκισης τους και το αμέσως επόμενο, εφόσον η διάρκεια της τελευταίας φυλάκισης τους υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες και κατά τη διάρκεια της φυλάκισης τους δεν λειτούργησε ατομική επιχείρηση στο όνομα τους ούτε συμμετείχαν σε επιχειρήσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 2.
  2. Εξαιρούνται τα πρόσωπα που η αιτία φυλάκισής τους αναφέρεται σε χρέη προς το Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και κρατικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.
8.  
    Στην παράγραφο 23 του άρθρου 33 του ν. 2238/ 1994 προστίθενται τελευταία εδάφια, που έχουν ως εξής: Για τις επιχειρήσεις του Νομού Αττικής, εκτός αυτών που παρέχουν υπηρεσίες, που είναι εγκατεστημένες επί οδών στις οποίες εκτελούνται τα έργα κατασκευής του ΜΕΤΡΟ και έργα κατασκευής ανισόπεδου κόμβου στη συμβολή της Λεωφόρου Κηφισού με την οδό Δυρραχίου, και για περιορισμένο μήκος των κάθετων οδών, των οποίων η συναλλακτική κίνηση παρεμποδίζεται με αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση των ακαθάριστων εσόδων τους, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προσδιορίζεται με τις διατάξεις αυτού του άρθρου μπορεί να αμφισβητηθεί από τον υπόχρεο με αίτηση του, η οποία υποβάλλεται, μέσω του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μέχρι και το τέλος του επόμενου μήνα από το μήνα που έγινε η βεβαίωση του φόρου της δήλωσης, ενώπιον επιτροπής που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η αίτηση αυτή δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη του φόρου που οφείλεται. Η επιτροπή εφόσον κρίνει το αίτημα βάσιμο με απόφαση της διαγράφει ή μειώνει κατά περίπτωση το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου. Αντίγραφο της απόφασης αποστέλλεται στο φορολογούμενο με απόδειξη, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την υπογραφή της και στην περίπτωση που θα απορριφθεί το αίτημά του. Επίσης αντίγραφο της απόφασης και της αίτησης του φορολογούμενου αποστέλλεται στη Διεύθυνση Φορολογίας Εισοδήματος της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την υπογραφή της. Τυχόν προσφυγή κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου ασκείται μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 77 του ν. 4125/1960 (ΦΕΚ 202 Α), από την ημερομηνία παραλαβής της απόφασης από το φορολογούμενο. Η υποβολή της παραπάνω αίτησης δεν κωλύει την άσκηση προσφυγής, στην περίπτωση όμως άσκησης της πριν από τη λήψη απόφασης παύει κάθε ενέργεια για τη λήψη απόφασης από την επιτροπή. Η επιτροπή αποτελείται από τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Υπηρεσιών, ως πρόεδρο και μέλη τον αρμόδιο επιθεωρητή της οικείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή τους νόμιμους αναπληρωτές τους και έναν εκπρόσωπο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών ή το νόμιμο αναπληρωτή του. Εισηγητής της επιτροπής χωρίς δικαίωμα ψήφου ορίζεται ο προϊστάμενος της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. Χρέη γραμματέα της επιτροπής εκτελεί υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας. Με την ίδια απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη μείωση του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος, οι λοιπές λεπτομέρειες και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων των προηγούμενων τριών τελευταίων εδαφίων της παραγράφου αυτής.
9.  
    Στην παράγραφο 9 του άρθρου 51 του ν. 2238/1394 προστίθεται τελευταίο εδάφιο, που έχει ως εξής: Προκειμένου για παλιννοστούντες ομογενείς το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος μειώνεται κατά το πρώτο έτος άσκησης του επαγγέλματος τους στην Ελλάδα κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), κατά το δεύτερο έτος κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) και κατά το τρίτο έτος κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).
10.  
    Τα πέμπτο και έκτο εδάφια της παραγράφου 15 του άρθρου 33 του ν. 2238/1994 αντικαθίστανται ως εξής: Ό φόρος αυτής της παραγράφου, καθώς και της προηγούμενης, όταν η άδεια εκδίδεται ή ανανεώνεται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από έξι (6) μήνες, καταβάλλεται στην αρμόδια για τη φορολογία του εισοδήματος του υπόχρεου δημόσια οικονομική υπηρεσία σε δύο (2) ίσες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του Ιανουαρίου και η επόμενη μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του Ιουλίου..
Άρθρο 6
1.  
    Στην παράγραφο 7 του άρθρου 12 του ν. 2238/1994 προστίθεται περίπτωση θ, που έχει ως εξής: θ) Προθεσμιακές καταθέσεις σε δραχμές που προέρχονται από εισαγωγή συναλλάγματος που έχουν συναφθεί από μη κατοίκους Ελλάδας μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1997 και για το χρονικό διάστημα μέχρι την πρώτη ανανέωσή τους μετά από αυτή την ημερομηνία.
2.  
    Οι περιπτώσεις δ και ζ της παραγράφου 7 του άρθρου 12 του ν. 2238/1994 καταργούνται.
3.  
    Όσοι παρακρατούν φόρο σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 8, 9, 10, 11 και 12 του άρθρου 13, των περιπτώσεων β, γ, δ, στ και ζ της παραγράφου 1 του άρθρου 55 και της παραγράφου 4 του άρθρου 57, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν με σχετική δήλωση που πρέπει να υποβάλλουν μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση μήνα στη δημόσια οικονομική υπηρεσία, στην περιφέρεια της οποίας έγινε η καταβολή των ποσών για τα οποία παρακρατήθηκε ο φόρος, ο οποίος αποδίδεται εφάπαξ με την υποβολή της οικείας δήλωσης..
4.  
    Στο άρθρο 13 του ν. 2238/1994 προστίθεται παράγραφος 12, που έχει ως εξής: Ί2. Τα χρηματικά ποσά που παρέχονται σε όσους συμμετέχουν σε ραδιοφωνικούς, τηλεοπτικούς και λοιπούς παρεμφερείς διαγωνισμούς που διενεργούνται με οποιαδήποτε μορφή φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), εφόσον το καταβαλλόμενο ποσό υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών. Ο φόρος που προκύπτει παρακρατείται από τον καταβάλλοντα κατά το χρόνο της καταβολής του ποσού στο δικαιούχο. Για την απόδοση του φόρου αυτού εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 60. Με την παρακράτηση αυτού του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος των δικαιούχων για τα ποσά αυτά..
5.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α) αντικαθίσταται ως εξής: Οι εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου υποχρεούνται σε καταβολή φόρου τρία τοις χιλίοις (3%ο) ετησίως, που υπολογίζεται επί του μέσου όρου των επενδύσεών τους, πλέον διαθεσίμων, σε τρέχουσες τιμές, όπως απεικονίζονται στους τριμηνιαίους πίνακες επενδύσεων που προβλέπονται από την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του παρόντος.
6.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής: Η Α.Ε. Διαχειρίσεως υποχρεούται σε καταβολή φόρου τρία τοις χιλίοις (3%ο) ετησίως, στο όνομα και για λογαριασμό του αμοιβαίου κεφαλαίου, ο οποίος υπολογίζεται επί του εξαμηνιαίου μέσου όρου ολόκληρου του καθαρού ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου..
7.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 60 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής:.
8.  
    Ο προβλεπόμενος από την παράγραφο 6 του άρθρου 16α του ν. 2459/1997 (ΦΕΚ 17 Α) συντελεστής φορολογίας δύο τοις χιλίοις (2%ο) αυξάνεται σε τρία τοις χιλίοις (3%ο).
Άρθρο 7
1.  
    Στο άρθρο 34 του ν. 2238/1994 προστίθενται νέες παράγραφοι 5 και 6 και οι παράγραφοι 5 και 6 αυτού αναριθμούνται σε 7 και 8, αντίστοιχα, ως εξής:.
2.  
    Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή για κέρδη που προκύπτουν από ισολογισμούς που κλείνουν οι επιχειρήσεις με 31 Δεκεμβρίου 1997 συμπεριλαμβανόμενης και μετά
3.  
    Η παράγραφος 8 του άρθρου 34 του ν. 2238/1994, μετά την αναρίθμησή της από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αντικαθίσταται ως εξής: 8. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις που είναι ανάδοχοι προγραμμάτων ενεργού πολεοδομίας και η έναρξη της διαδικασίας κατάρτισης των προγραμμάτων έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. δ/τος 1003/1971 (ΦΕΚ 198 Α) ή του ν. 947/1979 (ΦΕΚ 169 Α) ή του ν.1337/1983 (ΦΕΚ 33 Α), καθώς και για τον προσδιορισμό των καθαρών κερδών της Δημόσιας Επιχείρησης Πολεοδομίας και Στέγασης (Δ.Ε.Π.Ο.Σ.) που αφορούν πωλήσεις οικοδομών τις οποίες ανεγείρει για Ομογενειακά Χωριά.
4.  
    Στο άρθρο 106 του ν. 2238/1994 προστίθενται παράγραφοι 9, 10, 11, που έχουν ως εξής: 9. Επί ημεδαπών ανώνυμων εταιριών, εταιριών περιορισμένης ευθύνης και συνεταιρισμών, των οποίων τα κέρδη προσδιορίζονται τεκμαρτώς με τις διατάξεις του άρθρου 34, σε περίπτωση που μετά την έγκριση του ισολογισμού και τη διάθεση των κερδών της οικείας διαχειριστικής χρήσης από τη γενική συνέλευση και την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος, απομένει υπόλοιπο κερδών που δεν φορολογήθηκε στο νομικό πρόσωπο και εμφανίζεται στο λογαριασμό Αφορολόγητα κέρδη τεχνικών και οικοδομικών επιχειρήσεων, το σαράντα τοις εκατό (40%) αυτού φορολογείται στο νομικό πρόσωπο με τους συντελεστές φορολογίας που προβλέπονται από το άρθρο 109 κατά περίπτωση. Προς τούτο, το νομικό πρόσωπο υποχρεούται για τα κέρδη αυτά να υποβάλλει ιδιαίτερη δήλωση φορολογίας εισοδήματος μέχρι το τέλος του ένατου μήνα από τη λήξη της οικείας διαχειριστικής χρήσης και να καταβάλλει το φόρο που προκύπτει σε τρεις (3) ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης και οι υπόλοιπες δύο την τελευταία εργάσιμη ημέρα των δύο επόμενων μηνών. Επί του φόρου που προκύπτει από τη δήλωση αυτή δεν ενεργείται βεβαίωση προκαταβολής φόρου εισοδήματος. Δήλωση που υποβάλλεται χωρίς την καταβολή του οφειλόμενου φόρου θεωρείται απαράδεκτη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Με την καταβολή του φόρου αυτού για το μέρος των φορολογηθέντων κερδών εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση του νομικού προσώπου και των μετόχων ή εταίρων ή μελών, κατά περίπτωση. Τα φορολογηθέντα αυτά κέρδη, μετά την αφαίρεση του φόρου που καταβάλλεται, εμφανίζονται σε ειδικούς λογαριασμούς στα τηρούμενα βιβλία της επιχείρησης και δύνανται οποτεδήποτε να διανεμηθούν ή να κεφαλαιοποιηθούν, χωρίς περαιτέρω φορολογική επιβάρυνση.
5.  
    Για τον προσδιορισμό των φορολογητέων καθαρών κερδών των νομικών προσώπων της παραγράφου 4 του άρθρου 2 και των ατομικών επιχειρήσεων, που τηρούν βιβλία και στοιχεία τρίτης κατηγορίας του Κ.Β.Σ., σε περίπτωση που τα δηλούμενα ή κατ έλεγχο προσδιοριζόμενα κέρδη, τα οποία προέρχονται από εργασίες που αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου αυτού. είναι μεγαλύτερα των τεκμαρτώς προσδιοριζόμενων καθαρών κερδών, για τον υπολογισμό των φορολογητέων κερδών των υπόχρεων, προστίθεται στα τεκμαρτά κέρδη και το σαράντα τοις εκατό (40%) του ποσού της ως άνω διαφοράς καθαρών κερδών. Το υπόλοιπο κερδών που απομένει και δεν φορολογήθηκε μεταφέρεται και εμφανίζεται στα βιβλία στο λογαριασμό Αφορολόγητα κέρδη τεχνικών και οικοδομικών επιχειρήσεων. Κατά τη διανομή ή κεφαλαιοποίηση του αποθεματικού αυτού εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 106, ενώ προκειμένου για ατομική επιχείρηση το αναλαμβανόμενο ή κεφαλαιοποιούμενο αφορολόγητο αποθεματικά προστίθεται στα λοιπά εισοδήματα του φυσικού προσώπου του οικείου οικονομικού έτους και φορολογείται με βάση την κλίμακα του άρθρου 9.
6.  
    Οι διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994 έχουν εφαρμογή για τεχνικά έργα που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις αυτές από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και μετά. Σε περίπτωση όμως κατά την οποία, εκτός από ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες και εταιρίες περιορισμένης ευθύνης συμμετέχουν και άλλα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101 και της παραγράφου 4 του άρθρου 2 ή ατομικές επιχειρήσεις, οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μονό για το τμήμα των κερδών που υπερβαίνουν τα προσδιοριζόμενα τεκμαρτά και κατά το μέρος που αντιστοιχεί στα ποσοστά συμμετοχής των νομικών αυτών προσώπων ή των ατομικών επιχειρήσεων, με εξαίρεση τις συμμετέχουσες ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες και εταιρίες περιορισμένης ευθύνης..
10.  
    Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν ανάλογη εφαρμογή και στις επιχειρήσεις των περιπτώσεων β και δ της παραγράφου 1 του άρθρου 101 για τα πέραν των τεκμαρτών κέρδη της οικείας διαχειριστικής χρήσης που δεν φορολογήθηκαν κατά την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του άρθρου 107
11.  
    Για τις αλλοδαπές εταιρίες και οργανισμούς που αναλαμβάνουν την εργοληπτική κατασκευή δημοσίων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων στην Ελλάδα, για τις οποίες έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 13, με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ίδιου άρθρου παρακράτηση φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος των επιχειρήσεων αυτών μόνο για τα προσδιοριζόμενα με το άρθρο 34 τεκμαρτά κέρδη. Σε περίπτωση πραγματοποίησης κερδών από τις εργασίες τους στην Ελλάδα πέραν των φορολογούμενων τεκμαρτών κερδών, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 9 και 10 του άρθρου αυτού για το μέρος των κερδών που δεν φορολογήθηκε.
Άρθρο 8
1.  
    Επιβάλλεται αυτοτελής φορολογία εισοδήματος με συντελεστή δεκαεπτάμισι τοις εκατό (17,5%) στο σαράντα τοις εκατό (40%) των αποθεματικών υπεραξίας χρεογράφων που απαλλάχθησαν από τη φορολογία εισοδήματος κατ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 38 του ν. 2238/1994, τα οποία έχουν προκύψει από αγοραπωλησία χρεογράφων και εμφανίσθηκαν στον τελευταίο ισολογισμό που έκλεισαν πριν από την 1.1.1997 τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101 και της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ν. 2238/1994 και τα οποία δεν έχουν διανεμηθεί ή κεφαλαιοποιηθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Τα πιο πάνω νομικά πρόσωπα έχουν τη δυνατότητα, εφόσον το επιθυμούν, να φορολογηθούν αυτοτελώς με τον ίδιο συντελεστή και για ποσά αποθεματικών μεγαλύτερα του σαράντα τοις εκατό (40%) των σχηματισθέντων ως άνω αποθεματικών, εφόσον υποβάλλουν τη σχετική δήλωση καταβολής του φόρου μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Για το συνολικό κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενο φόρο επί των σχηματισθέντων αποθεματικών υποχρεούνται τα νομικά πρόσωπα να υποβάλλουν ιδιαίτερη δήλωση για την καταβολή του οφειλόμενου φόρου. Η δήλωση αυτή υποβάλλεται στην αρμόδια για τη φορολογία του νομικού προσώπου δημόσια οικονομική υπηρεσία μέσα σε δύο (2) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Ο φόρος που προκύπτει με βάση τη δήλωση καταβάλλεται σε πέντε (5) ίσες δίμηνες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης και οι υπόλοιπες τέσσερις την τελευταία εργάσιμη ημέρα των τεσσάρων επόμενων, από την υποβολή της δήλωσης, διμήνων. Με την καταβολή του φόρου αυτού για τα φορολογηθέντα αποθεματικά εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση του νομικού προσώπου και των μετόχων ή εταίρων αυτών. Τα φορολογηθέντα αποθεματικά, μετά την αφαίρεση του φόρου που καταβάλλεται. εμφανίζονται σε ειδικούς λογαριασμούς στα τηρούμενα βιβλία της επιχείρησης και δύνανται οποτεδήποτε να διανεμηθούν ή να κεφαλαιοποιηθούν ή να εξαχθούν στο εξωτερικό, προκειμένου για αλλοδαπές επιχειρήσεις, χωρίς περαιτέρω φορολογική επιβάρυνση. Οι διατάξεις του άρθρου 113 του ν. 2238/1994, του ν. 4125/1960 και του ν. 2523/1997 εφαρμόζονται ανάλογα και στο φόρο που οφείλεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
2.  
    Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όλα εν γένει τα σχηματισθέντα αποθεματικά από τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του ν. 2238/1994, που προέρχονται από κέρδη που δεν φορολογήθηκαν κατά το χρόνο πρόκυψης τους, λόγω απαλλαγής αυτών κατ εφαρμογή διατάξεων νόμων ή εγκύκλιων διαταγών και τα οποία δεν έχουν διανεμηθεί ή κεφαλαιοποιηθεί μέχρι το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος νόμου.
3.  
    Ειδικά για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου στα αφορολόγητα αποθεματικά των τεχνικών και οικοδομικών επιχειρήσεων που σχηματίσθηκαν από τα πέραν των τεκμαρτών κερδών πραγματικά κέρδη τους, τα οποία προέκυψαν από την εκτέλεση έργων στην ημεδαπή και στην αλλοδαπή, ο συντελεστής φορολόγησης αυτών ορίζεται σε ποσοστά δωδεκάμισι τοις εκατό (12,5%)
4.  
    Εξαιρούνται από την αυτοτελή φορολογία που προβλέπουν οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων τα πιο κάτω αποθεματικά:
  1. Τα αφορολόγητα αποθεματικά ή οι αφορολόγητες εκπτώσεις που σχηματίσθηκαν με βάση τις διατάξεις αναπτυξιακών νόμων για την πραγματοποίηση παραγωγικών επενδύσεων
  2. Τα αποθεματικά από χρεόγραφα που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 101 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α).
  3. Τα αποθεματικά που προβλέπουν οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος που έχουν σχηματίσει οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης μέχρι το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α).
  4. Τα αποθεματικά που έχουν σχηματίσει τα νομικά πρόσωπα της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του ν. 2238/1994 από τα κέρδη που απαλλάσσονται από τη φορολογία εισοδήματος με βάση τις διατάξεις της περίπτωσης θ της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του ν. 2238/1994.
  5. Τα αποθεματικά που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος που έχουν σχηματίσει τα νομικά πρόσωπα της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του ν. 2238/1994, από κέρδη που απηλλάσσοντο από τη φορολογία με βάση τις κείμενες διατάξεις της φορολογίας εισοδήματος.
  6. Τα αποθεματικά που προβλέπουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου και τα οποία έχουν σχηματίσει οι ανώνυμες εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου
5.  
    Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994 εξακολουθούν να ισχύουν για το μέρος των αφορολόγητων αποθεματικών που διανέμονται ή κεφαλαιοποιούνται και τα οποία δεν φορολογήθηκαν μετα προβλεπόμενααπό τιςδιατάξεις τουπαρόντος άρθρου.
Άρθρο 9 "Φορολογία έντοκων τίτλων και χρηματιστηριακών συναλλαγών"
1.  
    Το τρίτο εδάφιο και τα επόμενα της παραγράφου 8 του άρθρου 12 του ν. 2238/1994 αντικαθίστανται ως εξής:Ό φόρος αυτός για τα έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, που εκδίδονται με φυσικούς τίτλους ή με τη μορφή άυλων τίτλων, προεισπράττεται κατά την έκδοση τους, ενώ για τα ομόλογα ο φόρος παρακρατείται κατά το χρόνο της εξαργύρωσης των τοκομεριδίων τους ή κατά τη λήξη τους, όταν πρόκειται για ομόλογα χωρίς τοκομερίδια (ΖΕRΟ CΟUΡΟΝ). Σε περίπτωση σιωπηρής ανανέωσης έντοκων γραμματίων για τους τόκους που προκύπτουν στο διάστημα που διαρκεί η ανανέωση, γίνεται παρακράτηση του φόρου που αναλογεί κατά το χρόνο της εξόφλησης τους. Με τον προεισπραττόμενο ή παρακρατούμενο κατά περίπτωση φόρο πιστώνεται ο τηρούμενος στην Τράπεζα της Ελλάδος οικείος λογαριασμός του Ελληνικού Δημοσίου. Με την προείσπραξη ή την παρακράτηση του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για τα εισοδήματα αυτά. Φόρος με τον ίδιο ως άνω συντελεστή επιβάλλεται και στους τόκους, οι οποίοι αποκτώνται από τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής και προκύπτουν από έντοκους τίτλους που εκδίδονται στην Ελλάδα με τις εγκρίσεις που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, το Διεθνή Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως, τη Διεθνή Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως και την Ασιατική Τράπεζα Αναπτύξεως. Ο φόρος αυτός παρακρατείται κατά το χρόνο λήξης και εξόφλησης των τοκομεριδίων τους ή κατά τη λήξη των τίτλων όταν πρόκειται για ομόλογα χωρίς τοκομερίδια, από το διαχειριστή εκάστου δανείου ή από το νόμιμο εκπρόσωπο του εκδότη στην Ελλάδα ή από άλλο εξουσιοδοτημένο προς τούτο πρόσωπο. Ο παρακρατούμενος φόρος του προηγούμενου εδαφίου αποδίδεται με εφάπαξ καταβολή στο Δημόσιο, με την υποβολή δήλωσης, από το πρόσωπο που διενήργησε την παρακράτηση, στη δημόσια οικονομική υπηρεσία στην περιφέρεια της οποίας αυτό έχει την έδρα του, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα που έγινε η παρακράτηση του φόρου. Οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου αυτού έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή. Στους έντοκους τίτλους που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή και οι οποίοι εκδίδονται από την 3η Ιανουαρίου 1998 και μετά, ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) στο ποσό των τόκων που προκύπτουν από την απόδοση αυτών. Με τον ίδιο συντελεστή φορολογούνται και οι τόκοι που προκύπτουν από ανανεώσεις εκδοθέντων έντοκων γραμματίων, εφόσον η ανανέωση αυτών γίνεται μετά τη 2η Ιανουαρίου 1998..
2.  
    Επιβάλλεται φόρος με συντελεστή δύο τοις χιλίοις (2‰) στις πωλήσεις μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών για συναλλαγές που πραγματοποιούνται σε αυτό. Ο φόρος αυτός υπολογίζεται επί της αξίας πώλησης των μετοχών και βαρύνει τον πωλητή, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ενώσεις προσώπων ή ομάδες περιουσίας, χωρίς να εξετάζεται η ιθαγένεια και ο τόπος που διαμένουν ή κατοικούν ή έχουν την έδρα τους και ανεξάρτητα αν έχουν απαλλαγή από οποιονδήποτε φόρο ή τέλος από διατάξεις άλλων νόμων. Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ελληνικά Χρηματιστήρια Α.Ε.» (ΕΧΑΕ) κατά το διακανονισμό των συναλλαγών που διενεργούνται στο Χρηματιστήριο χρεώνει σε ημερήσια βάση με τον πιο πάνω φόρο τις Ανώνυμες Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία παρέχουν υπηρεσίες θεματοφυλακής, για λογαριασμό των πωλητών για όλες τις συναλλαγές πώλησης μετοχών που διακανονίστηκαν από τις πιο πάνω εταιρείες και ιδρύματα. Τον αναλογούντα φόρο για τις πωλήσεις μετοχών που διακανονίστηκαν μέσα σε κάθε μήνα, υποχρεούται η ΕΧΑΕ να αποδίδει εφάπαξ στην αρμόδια για τη φορολογία της Δ.Ο.Υ. με δήλωση που υποβάλλεται μέχρι το τέλος του πρώτου δεκαπενθήμερου του επόμενου μήνα από το μήνα που διακανονίστηκαν οι πιο πάνω συναλλαγές. Οι διατάξεις του άρθρου 113 του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α΄), τουν. 2717/1999 (ΦΕΚ 97 Α΄) και του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α΄) εφαρμόζονται ανάλογα και στο φόρο που οφείλεται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή για πωλήσεις μετοχών που διενεργούνται από 1ης Απριλίου 2011.
Επιβάλλεται φόρος με συντελεστή τρία τοις χιλίοις (3%ο) στις πωλήσεις μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών για συναλλαγές που πραγματοποιούνται σε αυτό. Ο φόρος αυτός υπολογίζεται επί της αξίας πώλησης των μετοχών, όπως αυτή αναγράφεται στο πινακίδιο το οποίο εκδίδει η χρηματιστηριακή εταιρία που μεσολαβεί και βαρύνει τον πωλητή των μετοχών, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ενώσεις προσώπων ή ομάδες περιουσίας, χωρίς να εξετάζεται η ιθαγένεια και ο τόπος που διαμένουν ή κατοικούν ή έχουν την έδρα τους και ανεξάρτητα αν έχουν απαλλαγή από οποιονδήποτε φάρο ή τέλος από διατάξεις άλλων νόμων. Η Α.Ε. ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΩΝ ΤΙΤΛΩΝ κατά την εκκαθάριση των χρηματιστηριακών συναλλαγών που διενεργούνται από τις χρηματιστηριακές εταιρίες στο Χρηματιστήριο, χρεώνει σε ημερήσια βάση με τον πιο πάνω φόρο τις χρηματιστηριακές εταιρίες για λογαριασμό των πωλητών εντολέων τους για όλες τις συναλλαγές πώλησης μετοχών που διενεργήθηκαν από αυτές. Τον αναλογούντα φόρο για τις πωλήσεις μετοχών που διενεργήθηκαν μέσα σε κάθε μήνα, υποχρεούται η Α.Ε. ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΩΝ ΤΙΤΛΩΝ να αποδίδει εφάπαξ στην αρμόδια για τη φορολογία της δημόσια οικονομική υπηρεσία με δήλωση που υποβάλλεται μέχρι το τέλος του πρώτου δεκαπενθημέρου του επόμενου μήνα από το μήνα που διενεργήθηκαν οι πιο πάνω συναλλαγές. Οι διατάξεις του άρθρου 113 του ν. 2238/1994, του ν. 4125/196C (ΦΕΚ 205 Α) και του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α) εφαρμόζονται ανάλογα και στο φόρο που οφείλεται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής.
3.  
    Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή για πωλήσεις μετοχών που διενεργούνται στο Χρηματιστήριο Αθηνών από τη μεθεπόμενη ημέρα από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του παρόντος νόμου
Άρθρο 10
1.  
    Σε κάθε μεταβίβαση αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης με την άδεια κυκλοφορίας του από επαχθή αιτία, περιλαμβανομένης και της ανταλλαγής του, πριν από τη μεταβίβαση αυτή, καταβάλλεται εφάπαξ πάγιο ποσό φόρου για τη μεταβίβαση της άδειας κυκλοφορίας ως εξής:
  1. Για φορτηγό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης εθνικών και διεθνών μεταφορών, ποσό τετρακόσιες χιλιάδες (400.000) δραχμές.
  2. Για νομαρχιακό φορτηγό αυτοκίνητο του ν.1073/1980 (ΦΕΚ 214 Α) το πιο πάνω ποσό φόρου περιορίζεται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).
  3. Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης, κατά την πρώτη μεταβίβαση, ποσό εννιακόσιες χιλιάδες (900.000) δραχμές.
  4. Για καθεμιά από τις μετέπειτα από αυτή μεταβιβάσεις, ποσό τετρακόσιες χιλιάδες (400.000) δραχμές.
  5. Τα ποσά αυτά μειώνονται κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%), εφόσον το αυτοκίνητο έχει ως έδρα δήμο ή κοινότητα με πληθυσμό κάτω από εκατό χιλιάδες (100.000) κατοίκους και κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), εφόσον το αυτοκίνητο έχει ως έδρα δήμο ή κοινότητα με πληθυσμό κάτω από πέντε χιλιάδες (5.000) κατοίκους.
  6. Ως πρώτη μεταβίβαση για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης αυτής θεωρείται η μεταβίβαση που έγινε μετά την 1.1.1997.
  7. Για τουριστικό λεωφορείο δημόσιας χρήσης, ποσό εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές.
  8. Για λεωφορείο δημόσιας χρήσης, που ανήκει σε φυσικό πρόσωπο ή σε επιχείρηση οποιασδήποτε νομικής μορφής η σε κοινοπραξία ή σε κοινωνία, που είναι ενταγμένο σε Κ.Τ.Ε.Λ. και εκτελεί μεταφορές με κόμιστρο, σε:
  9. αα) Υπεραστικές επιβατικές γραμμές, αναλόγως του ύψους του μερίσματος που διανεμήθηκε για το μεταβιβαζόμενο λεωφορείο στο προηγούμενο έτος από τη μεταβίβαση, ποσό εξακόσιες χιλιάδες (600.000) δραχμές, εφόσον το υπόψη μέρισμα δεν ήταν μεγαλύτερο από δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δραχμές, ποσό ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, εφόσον το υπόψη μέρισμα ήταν πάνω από δέκα εκατομμύρια (10.000.000) και μέχρι δεκαπέντε εκατομμύρια (15.000.000) δραχμές και ποσό ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) δραχμές, εφόσον το υπόψη μέρισμα υπερέβαινε τα δεκαπέντε εκατομμύρια (15.000.000) δραχμές.
  10. ββ) Αστικές επιβατικές γραμμές, ποσό πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές.
  11. Για λεωφορείο δημόσιας χρήσης που ανήκει στον Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (Ο.Α.Σ.Θ.), ποσό ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές.
  12. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της παραγράφου, για κάθε μεταβίβαση ποσοστού δικαιώματος συνιδιοκτησίας, το αντίστοιχο ποσό φόρου επιμερίζεται ανάλογα.
  13. Τα οριζόμενα με την παράγραφο αυτή ποσά φόρου επιβάλλονται για μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου μέχρι την 31.12.1998.
2.  
    Σε κάθε μεταβίβαση του οχήματος αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης από επαχθή αιτία, περιλαμβανομένης και της ανταλλαγής του, πριν από τη μεταβίβαση αυτή, καταβάλλεται εφάπαξ πάγιο ποσό φόρου για τη μεταβίβαση του πάγιου αυτού στοιχείου και ως εξής:
  1. Για φορτηγό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης γενικώς, ποσό διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές.
  2. Οι διατάξεις του άρθρου 55 του ν.1591/1986 εφαρμόζονται ανάλογα και στην παρούσα περίπτωση.
  3. Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης, ποσό εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές.
  4. Για τουριστικό λεωφορείο δημόσιας χρήσης, αναλόγως του αριθμού των θέσεων καθήμενων επιβατών του οχήματος και των ετών κυκλοφορίας του στην Ελλάδα, ως εξής:
  5. Ποσό φόρου σε δραχμές ΘΕΣΕΙΣ Έτη κυκλοφορίας αυτοκινήτου στην Ελλάδα μέχρι και 6 έτη πάνω από 6 και μέχρι 13 έτη πάνω από 13 και μέχρι 20 έτη πάνω από 20 έτη μέχρι 25 120.000 165.000 110.000 70.000 από 26 μέχρι και 38 140.000 330.000 220.000 150.000 από 39 μέχρι και 52 180.000 560.000 420.000 210.000 απόκαι πάνω 200.000 650.000 500.000 280.000.
  6. Για λεωφορείο δημόσιας χρήσης, που είναι ενταγμένο σε Κ.Τ.Ε.Λ. ή ανήκει σε επιχείρηση με οποιαδήποτε νομική μορφή ή κοινοπραξία ή κοινωνία, το οποίο εκτελεί ή εκτελούσε μεταφορές σε αστικές ή υπεραστικές επιβατικές γραμμές, ποσό τετρακόσιες χιλιάδες (400.000) δραχμές.
  7. Στην περίπτωση που από το έτος της πρώτης κυκλοφορίας του λεωφορείου στην Ελλάδα έχουν παρέλθει πάνω από δέκα έτη, ως πρώτου έτους λαμβανομένου του έτους της πρώτης κυκλοφορίας του στην Ελλάδα, το πιο πάνω ποσό μειώνεται στις διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές.
  8. Για κάθε μεταβίβαση ποσοστού συνιδιοκτησίας του οχήματος, το αντίστοιχο ποσό φόρου αυτής της παραγράφου επιμερίζεται ανάλογα.
  9. Τα οριζόμενα με την παράγραφο αυτή ποσά φόρου επιβάλλονται για μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου μέχρι 31.12.1998.
3.  
    Τα ποσά των φόρων των προηγούμενων παραγράφων βαρύνουν τον πωλητή και καταβάλλονται από αυτόν με την υποβολή σχετικής δήλωσης στη δημόσια οικονομική υπηρεσία που είναι αρμόδια για τη φορολογία του εισοδήματος του. Η δήλωση αυτή υπογράφεται από όλους τους συμβαλλόμενους και υποβάλλεται σε τέσσερα (4) αντίτυπα, από τα οποία τα δυο επιστρέφονται θεωρημένα στον αγοραστή και το ένα στον πωλητή. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής, καθώς και οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού.
4.  
    Απαγορεύεται η σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων, καθώς και η καταχώριση σε δημόσια βιβλία ή έγγραφα συμβολαιογραφικού ή ιδιωτικού συμφωνητικού, για δικαιοπραξία των παραγράφων 1 και 2 αυτού του άρθρου, καθώς και η έκδοση οποιουδήποτε δημόσιου εγγράφου που να βεβαιώνει οτιδήποτε που να προκύπτει από αυτή τη δικαιοπραξία, χωρίς την υποβολή θεωρημένου από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία αντιτύπου της δήλωσης αυτού του άρθρου. Τα πρόσωπα που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από αυτό το άρθρο υπόκεινται και στο πρόστιμο της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 2523/1997.
5.  
    Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, πριν από τη μεταβίβαση αυτοκινήτου που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού του άρθρου, ύστερα από αίτηση του πωλητή, θα εκδίδουν βεβαίωση σχετικά με κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για τον υπολογισμό των ποσών φόρου αυτού του άρθρου
6.  
    Κατά το χρονικό διάστημα ισχύος αυτού του άρθρου, οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 9 του ν. 383/1976, του άρθρου 23 του ν. 588/ 1977, του άρθρου 28 του ν. 2119/1952, της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν. 2238/1994. του π.δ/τος 697/1977, του π.δ/τος 814/1976, του άρθρου 24 του ν. 1959/1991 και της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν.δ/τος 223/1973, δεν εφαρμόζονται μόνο κατά το μέρος που αφορούν την υποχρέωση για καταβολή φόρων ή εισφοράς που προβλέπεται σε αυτές και την υποβολή της οικείας δήλωσης για την απόδοσή τους, όσον αφορά αυτοκίνητα που αναφέρονται σε αυτά το άρθρο.
7.  
    Κατά τη διάρκεια ισχύος αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης ζ της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του ν. 2238/1994 και του δεύτερου και επόμενων αυτού εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ/τος 1146/1976, για μεταβιβάσεις των αυτοκινήτων οχημάτων της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου.
8.  
    Υποθέσεις του παρόντος άρθρου που δεν έχουν περαιωθεί οριστικά μέχρι το χρόνο έναρξης της ισχύος των διατάξεων αυτού του άρθρου και εκκρεμούν στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες ή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, κρίνονται με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι με αίτηση τους, που υποβάλλεται στον αρμόδιο προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενενήντα (90) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, ζητήσουν τη διοικητική επίλυση της διαφοράς και συγχρόνως καταβάλουν εφάπαξ το ποσό του φόρου που προκύπτει από την εφαρμογή αυτού του άρθρου. Για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς υπογράφεται σχετικό πρακτικό από τον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και από το φορολογούμενο που έχει υποβάλει την οικεία δήλωση υπεραξίας ή κατά του οποίου έχει εκδοθεί φύλλο ελέγχου, μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες από την υποβολή της αίτησης για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς. Το πρακτικό αυτό, προκειμένου για υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, διαβιβάζεται στη γραμματεία του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου για την περαίωση της δίκης. Για τις υποθέσεις που περαιώθηκαν με βάση τις διατάξεις αυτού του νόμου δεν επιβάλλεται πρόσθετη επιβάρυνση. Ποσά φόρου που βεβαιώθηκαν με βάση τη δήλωση της οικείας υπεραξίας συμψηφίζονται με τα ποσά του φόρου που προκύπτουν από την εφαρμογή αυτού του άρθρου και τα τυχόν επιπλέον ποσά δεν επιστρέφονται. Για τις υποθέσεις που περαιώνονται με τις διατάξεις αυτού του άρθρου, τα ποσά που βεβαιώθηκαν λόγω άσκησης προσφυγής ή με βάση απόφαση του διοικητικού πρωτοδικείου συμψηφίζονται με τα ποσά φόρου που προκύπτουν από την εφαρμογή αυτού του άρθρου και τα τυχόν επιπλέον ποσά δεν επιστρέφονται. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί η περαίωση των εκκρεμών αυτών υποθέσεων με τις διατάξεις του παρόντος, έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις φορολογίας του εισοδήματος, όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο μεταβίβασης. 9. Τα ποσά φόρου που καταβάλλονται με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου δεν αναγνωρίζονται για έκπτωση από το εισόδημα του καταβάλλοντος.
Άρθρο 11 "Αύξηση κεφαλαίου εταιριών Τροποποίηση διατάξεων του ν.δ/τος 1297/1972"
1.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 8 του κ.ν. 2190/1920 Περί ανωνύμων εταιριών αντικαθίσταται ως εξής: 2. Οι υφιστάμενες εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, που έχουν κεφάλαιο κατώτερο των έξι εκατομμυρίων (6.000.000) δραχμών υποχρεούνται, εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, να αυξήσουν αυτό μέχρι του ως άνω κατώτατου ορίου. Σε περίπτωση κατά την οποία το πιο πάνω κατώτατο όριο δεν επαρκεί για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραγράφου 2 τούτο αυξάνεσαι κατά το αναγκαίο ποσό. Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την αύξηση του κεφαλαίου των υφιστάμενων εταιριών.
2.  
    Για τις υφιστάμενες ανώνυμες εταιρίες, που έχουν εταιρικό κεφάλαιο μικρότερο από αυτό που ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 8 του κ.ν. 2190/1920.
3.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του ν. 3190/1955 Περί εταιρίας περιορισμένης ευθύνης αντικαθίσταται ως εξής:.
4.  
    Σε βάρος των υφιστάμενων εταιριών περιορισμένης ευθύνης που δεν συμμορφώνονται με τις διατάξεις του παρόντος επιβάλλεται πρόστιμο ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών, από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται η εταιρία κατά το χρόνο που διαπιστώνεται η πιο πάνω παράλειψη. Για την επιβολή του προστίμου εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2523/1997 και σε περίπτωση εξώδικης λύσης της διαφοράς δεν επέρχεται καμία μείωση αυτού.
5.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 41 του ν. 3190/1955 αντικαθίσταται ως εξής: 3. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το εταιρικό κεφάλαιο να μειωθεί κάτω των έξι εκατομμυρίων (6.0C0.000) δραχμών, ούτε τα εταιρικά μερίδια κάτω των δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών..
6.  
    Για τα καταβαλλόμενα από τους εταίρους ποσά για την αύξηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, κεφαλαίου, των υφιστάμενων εταιριών περιορισμένης ευθύνης, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2238/1994.
7.  
    Η περίπτωση α του άρθρου 4 του ν.δ/τος 1297/1972 (ΦΕΚ 217 Α) αντικαθίσταται ως εξής: α) ότι η από τη συγχώνευση ή μετατροπή προερχόμενη εταιρία θα έχει κατά το χρόνο της συγχώνευσης ή σύστασής της, ολοσχερώς καταβεβλημένο κεφάλαιο όχι κατώτερο, αν μεν είναι ανώνυμη εταιρία των εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών, αν δε είναι εταιρία περιορισμένης ευθύνης, των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών..
8.  
    Η παράγραφος 5 του άρθρου 2 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137 Α) αντικαθίσταται ως εξής:.
9.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του ν. 2166/1993 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Σε περίπτωση εισφοράς από λειτουργούσα ανώνυμη εταιρία ή εταιρία περιορισμένης ευθύνης ενός ή περισσότερων κλάδων αυτής σε λειτουργούσα ανώνυμη εταιρία, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας που απορροφά τον κλάδο δεν μπορεί να είναι μικρότερο μετά την εισφορά από το προβλεπόμενο από την παράγραφο 5 του άρθρου 2 του παρόντος και το κεφάλαιο της εισφέρουσας τον κλάδο επιχείρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο μετά την εισφορά από το ελάχιστο όριο κεφαλαίου, που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του κ.ν. 2190/1920, προκειμένου για ανώνυμες εταιρίες, και από την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 3190/1955, προκειμένου για εταιρίες περιορισμένης ευθύνης..
10.  
    Η παράγραφος 4 του άρθρου 5 του ν.δ/τος 1297/1972 αντικαθίσταται ως εξής: 4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση διάλυσης της με το παρόν συνιστώμενης ή συγχωνεύουσας εταιρίας για το σκοπό περαιτέρω: α) συγχώνευσης ή απορρόφησης με άλλη επιχείρηση, με βάση τις διατάξεις του παρόντος ή του ν. 2166/1993 ή του ν. 2386/1996 (ΦΕΚ 43 Α), ή β) διάσπασης ανώνυμης εταιρίας βάσει του π.δ/τος 498/ 1987 (ΦΕΚ 236 Α) ή γ) απόσχισης κλάδου κατά το άρθρο 7 του παρόντος για ίδρυση ανώνυμης εταιρίας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τους νόμους αυτούς..
11.  
    Η περίπτωση β του άρθρου 4 του ν.δ/τος 1297/ 1972 αντικαθίσταται ως εξής:.
  1. ότι, στις περιπτώσεις μετατροπής ατομικής επιχείρησης ή προσωπικής εταιρίας ή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης σε ανώνυμη εταιρία ή εισφοράς κλάδου των επιχειρήσεων αυτών σε ανώνυμη εταιρία ή συγχώνευσης αυτών με ανώνυμη εταιρία, εκτός της περίπτωσης συγχώνευσης ανωνύμων εταιριών, οι μετοχές της ανώνυμης εταιρίας, που αντιστοιχούν στην αξία του εισφερόμενου κεφαλαίου, θα είναι υποχρεωτικά ονομαστικές στο σύνολό τους και μη μεταβιβάσιμες κατά ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του συνόλου τους για μια πενταετία από το χρόνο της συγχώνευσης ή μετατροπής
12.  
    Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων 10 και 11 του παρόντος άρθρου καταλαμβάνουν και ήδη συντελεσθέντες μετασχηματισμούς επιχειρήσεων με βάση τις διατάξεις του ν.δ/τος 1297/1972.
Άρθρο 12
1.  
    Επιβάλλεται τέλος υπέρ του Δημοσίου, με την ονομασία τέλος συνδρομητών κινητής τηλεφωνίας, το οποίο βαρύνει τους συνδρομητές των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας. Το τέλος αυτό υπολογίζεται για κάθε μηνιαίο λογαριασμό κάθε σύνδεσης και ορίζεται ως εξής: Για μηνιαίο λογαριασμό μέχρι 10.000 δραχμές 500 δραχμές Για μηνιαίο λογαριασμό από 10.001 - 20.000 δραχμές 1.000 δραχμές Για μηνιαίο λογαριασμό από 20.001 - 30.000 δραχμές 1.500 δραχμές Για μηνιαίο λογαριασμό από 30.001 δραχμές και πάνω 2.000 δραχμές Εάν ο λογαριασμός εκδίδεται για περισσότερους μήνες επιβάλλονται τόσα τέλη όσοι και οι μήνες. Στην περίπτωση αυτή ο λογαριασμός για την εξεύρεση του τέλους επιμερίζεται σε ίσα μέρη, ανάλογα των μηνών για τους οποίους εκδίδεται, εφόσον από το λογαριασμό δεν προκύπτει διαφορετικός επιμερισμός. Για την εξεύρεση του κλιμακίου του τέλους αυτού λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός μηνιαίος λογαριασμός, περιλαμβανομένου και του πάγιου τέλους που εισπράττεται υπέρ της επιχείρησης, χωρίς το φόρο προστιθέμενης αξίας. Το τέλος το εισπράττουν οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας από τους συνδρομητές και το αποδίδουν στη δημόσια οικονομική υπηρεσία, που είναι αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος των επιχειρήσεων αυτών, με μηνιαίες δηλώσεις που υποβάλλονται μέχρι το τέλος του μεθεπόμενου μήνα από την έκδοση κάθε λογαριασμού, ανεξάρτητα από το χρόνο που γίνεται η εξόφληση του λογαριασμού.
2.  
    Απαλλαγές από φόρους και τέλη που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις υπέρ ορισμένων προσώπων δεν καταλαμβάνουν το τέλος της προηγούμενης παραγράφου
  1. στις βεβαιώσεις, πιστοποιητικά και αποδεικτικά εν γένει έγγραφα, που προβλέπονται από τις διατάξεις της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του άρθρου 17 και στα αντίγραφα και αποσπάσματα αυτών,
  2. στα πιστοποιητικά, που προβλέπονται από την παράγραφο 6 του άρθρου 20 και στα αντίγραφα και αποσπάσματα αυτών,
  3. στα πιστοποιητικά και βεβαιώσεις, που προβλέπονται από την παράγραφο 5 του Κεφαλαίου Β του άρθρου 26 και στα αντίγραφα και αποσπάσματα αυτών
3.  
    Η ισχύς του άρθρου αυτού αρχίζει από 1.3.1998.
4.  
    Όλα το θέματα που αναφέρονται στην υποβολή και επαλήθευση της δήλωσης, στη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους και του πρόσθετου τέλους, στην παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου, στην έκδοση καταλογιστικών πράξεων και γενικά στη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του τέλους και του πρόσθετου τέλους διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά στη φορολογία εισοδήματος, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του άρθρου αυτού
5.  
    Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης και της πράξης επιβολής του τέλους και του πρόσθετου τέλους και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού
6.  
    Η ισχύς του άρθρου αυτού αρχίζει από 1.2.1998 και καταλαμβάνει λογαριασμούς που εκδίδονται από την ημερομηνία αυτή και μετά. Άρθρο 13 Αύξηση της αξίας των υπεύθυνων δηλώσεων του ν.1599/1986 Κατάργηση ορισμένων πάγιων τελών χαρτοσήμου.
Άρθρο 14
1.  
    Η περίπτωση ιγ του άρθρου 23 του ν. 2459/1997 αντικαθίσταται και στο ίδιο άρθρο προστίθενται περιπτώσεις κζ και κη ως εξής:.
  1. Οι κατά το άρθρο 13 παράγραφος 2 του Συντάγματος γνωστές θρησκείες και τα δόγματα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 35 του παρόντος νόμου..
  2. Τα νομικά πρόσωπα ως δικαιούχοι κάθε μορφής δουλείας ή ασκούντα τα παραπάνω δικαιώματα σε ακίνητα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου ή του Ε.Ο.Τ., που έχουν αποκτήσει είτε κατόπιν μεταβίβασης είτε κατόπιν οποιουδήποτε τύπου παραχώρησης με σύμβαση, οποιασδήποτε μορφής ή με ειδικές διατάξεις νόμων.
  3. Τα γήπεδα, κτίρια και εγκαταστάσεις που ανήκουν σε τράπεζες και θυγατρικές τους εταιρίες, είτε αυτά ιδιοχρησιμοποιούνται είτε είναι μισθωμένα και για τα οποία έχει αρχίσει η διαδικασία ένταξης τους σε ζώνες ενεργού πολεοδομίας με απόφαση του αρμόδιου οργάνου, κατά τις διατάξεις των νόμων 1337/ 1983 (ΦΕΚ 33 Α)και 2508/1997 (ΦΕΚ 124 Α).
  4. Οι περιπτώσεις ιγ και κζ που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή ισχύουν από 1.1.1997.
2.  
    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 6 και η παράγραφος 8 του άρθρου 27 του ν. 2459/1997 καταργούνται.
3.  
    Αν ο υπόχρεος καταβάλει εφάπαξ όλα τα ποσά που βεβαιώθηκαν σε βάρος του, με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση, μέσα στην προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης, εκπίπτει ποσοστό δυόμισι τοις εκατό (2,5%). Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή για υποθέσεις έτους φορολογίας 1998 και μετά.
4.  
    Σε περίπτωση υποβολής συμπληρωματικής δήλωσης ως προς την έκταση μεταβιβασθέντος ακινήτου, μετά την οριστική περαίωση της υπόθεσης ή μετά την πάροδο της προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών, που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 41 του ν.1249/1982, όπως ισχύει, από τον υπόχρεο σε φόρο ή τους ειδικούς ή καθολικούς διαδόχους αυτού, επιβάλλεται φόρος για την κατά το χρόνο της υποβολής της συμπληρωματικής δήλωσης αξία της επιπλέον έκτασης. Δεν επιβάλλεται φόρος αν η διάφορα μεταξύ της έκτασης, όπως αυτή προσδιορίστηκε οριστικά και της πραγματικής που προκύπτει μετά από νεότερη καταμέτρηση, δεν υπερβαίνει το ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) αυτής που οριστικά προσδιορίστηκε και η αξία του ποσοστού αυτού δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές.
5.  
    Η παράγραφος 7 του άρθρου 1 του α.ν. 1521/1950 αντικαθίσταται ως ακολούθως:.
6.  
    Στην παράγραφο 5 του άρθρου 42 του ν.δ/τος 118/1973 (ΦΕΚ 202 Α), όπως ισχύει, προστίθεται τέταρτο εδάφιο, που έχει ως εξής: Επίσης δεν οφείλεται φόρος, όταν η επιπλέον έκταση δεν υπερβαίνει το ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) της έκτασης που αναγράφεται στο συμβόλαιο που επαναλαμβάνεται και η αξία του ποσοστού αυτού δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές..
7.  
    Αν σε συμβόλαιο μεταβίβασης ακινήτου ή εμπράγματου σε αυτό δικαιώματος, που συντάσσεται με οποιαδήποτε αιτία, η έκταση του μεταβιβαζόμενου ακινήτου είναι μεγαλύτερη της αναγραφόμενης στον με επαχθή αιτία τίτλο κτήσης αυτού, εκτός του οικείου φόρου για τη σύμβαση μεταβίβασης καταβάλλεται και φόρος μεταβίβασης για την αξία της επιπλέον έκτασης, με χρόνο φορολογίας το χρόνο κατάρτισης του μεταβιβαστικού συμβολαίου που βαρύνει τον μεταβιβάζοντα το ακίνητο. Δεν οφείλεται φόρος αν η επιπλέον έκταση δεν υπερβαίνει το ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) της έκτασης που αναγράφεται στον αρχικό τίτλο κτήσης και η αξία του ποσοστού αυτού δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές.
8.  
    Στο τέλος της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του α.ν.1521/1950, όπως ισχύει, προστίθεται τέταρτο εδάφιο, που έχει ως έξης: Δεν οφείλεται φόρος όταν η επιπλέον έκταση δεν υπερβαίνει το ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) της έκτασης που αναγράφεται στο συμβόλαιο που επαναλαμβάνεται ή διορθώνεται και η αξία του ποσοστού αυτού δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές..
9.  
    Οι διατάξεις της παραγράφου 1 και του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν.δ/τος 118/1973 (ΦΕΚ 202 Α), όπως ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής: 1. Οι δικαιούχοι της κτήσης, ανάλογα με τη συγγενική τους σχέση προς τον κληρονομούμενο, κατατάσσονται στις επόμενες τέσσερις (4) κατηγορίες. Για καθεμία από τις κατηγορίες αυτές ισχύει χωριστή φορολογική κλίμακα ως εξής: ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Α Για κληρονομική μερίδα ή κληροδοσία που περιέρχεται σε: α) σύζυγο του κληρονομούμενου, β) κατιόντες πρώτου βαθμού (τέκνα από νόμιμο γάμο, τέκνα χωρίς γάμο έναντι της μητέρας, αναγνωρισθέντα εκουσίως ή δικαστικώς έναντι του πατέρα, νομιμοποιηθέντα με επιγενόμενο γάμο ή δικαστικώς έναντι και των δύο γονέων), γ) ανιόντες εξ αίματος πρώτου βαθμού. Κλιμάκια Συν/στής κλιμακίου Φόρος κλιμακίου Φορολογητέα περιουσία Φόρος που αναλογεί 5.175.0C0 - - 5.175.000 9.825.000 5 491.250 15.000.000 491.250 45.000.000 15 6.750.000 60.000.000 7.241.250 Υπερβάλλον 25 Ειδικά, σε περίπτωση κτήσης περιουσίας με κληρονομιά ή κληροδοσία, που οι δικαιούχοι της είναι ανήλικα τέκνα του κληρονομούμενου, εφόσον η αξία της κληρονομικής μερίδας είναι:.
  1. 3% υπέρ δήμων και κοινοτήτων, που προβλέπεται από τις διατάξεις του β.δ/τος 24/9 - 20.10.1958 (ΦΕΚ 171 Α) και β) 7% υπέρ νομαρχιακών ταμείων οδοποιίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 3155/1995 (ΦΕΚ 63 Α).
  2. Η απόδοση των φόρων υπέρ τρίτων γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 81 του παρόντος. Προκειμένου για κληρονόμους ή κληροδόχους με αναπηρία τουλάχιστον 67%, ο φόρος που αναλογεί στη μέχρι 39.100.000 δραχμές αξία της κληρονομικής μερίδας ή κληροδοσίας μειώνεται κατά 60%.
  3. ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Β Για κληρονομική μερίδα ή κληροδοσία που περιέρχεται σε:
  4. α) κατιόντες δεύτερου και επόμενων βαθμών, β) ανιόντες δεύτερου και επόμενων βαθμών, γ) εκουσίως η δικαστικώς αναγνωρισθέντα τέκνα έναντι των ανιόντων του πατέρα που τα αναγνώρισε, δ) κατιόντες του αναγνωρισθέντος έναντι του αναγνωρίσαντος και των ανιόντων αυτού, ε) αδελφούς (αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς) και στ) συγγενείς εξ αίματος τρίτου βαθμού εκ πλαγίου.
  5. Κλιμάκια Συν/στής Φόρος Φορολογητέα Φόρος κλιμακίου κλιμακίου περιουσία που αναλογεί 3.795.000 - - 3.795.000 11.205.000 10 1.120.500 15.000.000 1.120.500 45.000.000 20 9.000.000 60.000.000 10.120.500 Υπερβάλλον 35 ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Γ Για κληρονομική μερίδα ή κληροδοσία που περιέρχεται σε:
  6. α) πατριούς και μητριές, β) τέκνα από προηγούμενο γάμο του συζύγου, γ) τέκνα εξ αγχιστείας (γαμπρούς - νύφες), δ) ανιόντες εξ αγχιστείας (πεθερός - πεθερά).
  7. Κλιμάκια Συν/στης κλιμακίου Φόρος κλιμακίου Φορολογητέα περιουσία Φόρος που αναλογεί 1.725.000 - - 1.725.000 13.275.000 20 2.655.000 15.000.000 2.555.000 45.000.000 35 15.750.000 60.000.000 18.405.000 Υπερβάλλον 50 ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Δ Για κληρονομική μερίδα ή κληροδοσία που περιέρχεται σε οποιονδήποτε άλλον εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενή του κληρονομούμενου ή εξωτικό.
  8. Κλιμάκια Συν/στής κλιμακίου Φόρος κλιμακίου Φορολογητέα περιουσία Φόρος που αναλογεί 1.035.000 - - 1.035.000 13.965.000 35 4.887.750 15.000.000 4.387.750 45.000.000 5C 22.500.000 60.000.000 27.387.750 Υπερβάλλον 6G Στο ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση τις πιο πάνω κλίμακες περιλαμβάνεται ο φόρος υπέρ του Δημοσίου και οι πρόσθετοι σ αυτόν φόροι:.
10.  
    Τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 1 του δεύτερου άρθρου του ν.1329/1983 (ΦΕΚ 25 Α) αντικαθίστανται ως ακολούθως: Περιουσιακές παροχές γονέων προς τα τέκνα τους, που γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1509 του Α.Κ. όπως αυτό θεσπίζεται με τον παραπάνω νόμο, υπόκεινται στο μισό του φόρου δωρεών μέχρι το ποσό των 23.000.000 δραχμών, αυτοτελώς για κάθε γονέα. Το ποσό αυτό αυξάνεται σε 34.500.000 δραχμές στην περίπτωση που ένας από τους γονείς έχει αποβιώσει. Στο ως άνω ποσό συνυπολογίζονται και τυχόν προγενέστερες δωρεές η γονικές παροχές των γονέων προς τα τέκνα τους. Π. Η παράγραφος δ του άρθρου 23 του ν. 1823/1989 (ΦΕΚ 2 Α), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως έξης: 6. Σε περίπτωση μεταβίβασης με γονική παροχή οικίας, διαμερίσματος ή οικοπέδου, εξ ολοκλήρου και κατά πλήρη κυριότητα, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 του ν. 1591/1986 (ΦΕΚ 50 Α), δεν υπόκειται σε φόρο ποσό δραχμών 1.955.000 για το δικαιούχο της γονικής παροχής και δραχμών 1.380.000 για καθένα από τα λοιπά μέλη της οικογένειας του, όπως αυτά ορίζονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου και νόμου. Ειδικώς, εάν ο δικαιούχος της γονικής παροχής παρουσιάζει αναπηρία τουλάχιστον 67%, η απαλλαγή ανέρχεται στο μισό της φορολογητέας αξίας του ακινήτου μη δυνάμενη να υπερβεί τα 19.550.000 δραχμές.
12.  
    Τα δεύτερο και τρίτο εδάφια της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του ν.1591/1986 (ΦΕΚ 50 Α), όπως ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής: Ή κατά το προηγούμενο εδάφιο απαλλαγή παρέχεται για ποσό αγοραίας αξίας οικίας ή διαμερίσματος μέχρι 11.500.000 δραχμές για κάθε κληρονόμο ή κληροδόχο. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά 5.750.000 δραχμές για καθένα από τα λοιπά μέλη της οικογένειας του κληρονόμου ή κληροδόχου, έστω και εάν αυτά δεν είναι κληρονόμοι ή κληροδόχοι, εφόσον στο δικαιούχο κληρονόμο ή κληροδόχο περιέρχεται μια μόνο οικία ή ένα διαμέρισμα εξ ολοκλήρου και κατά πλήρες κυριότητας δικαίωμα και όχι ποσοστό εξ αδιαιρέτου..
13.  
    Τα τέσσερα πρώτα εδάφια της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 2459/1997 (ΦΕΚ 17 Α) αντικαθίστανται ως εξής: Από τη συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας, μετά την αφαίρεση των χρεών της προηγούμενης παραγράφου, παραμένει αφορολόγητο ποσό εξήντα εννέα εκατομμυρίων (69.000.000) δραχμών για τα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα. Ειδικά, για τα ημεδαπά και τα ξένα με τον όρο της αμοιβαιότητας νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που επιδιώκουν αποδεδειγμένα σκοπούς κοινωφελείς, θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς και εκπαιδευτικούς, καθώς και για τα ημεδαπά κοινωφελή ιδρύματα, το αφορολόγητο ποσό ορίζεται σε εκατόν εβδομήντα δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (172.500.000) δραχμές. Δεν φορολογούνται οι σύζυγοι, στην περίπτωση που η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας και των δύο είναι εκατόν τριάντα οχτώ εκατομμύρια (138.000.000) δραχμές προσαυξημένη κατά δεκαεπτά εκατομμύρια διακόσιες πενήντα χιλιάδες (17.250.000) δραχμές για καθένα από τα ανήλικα παιδιά τους. Στην περίπτωση θανάτου ή διαζυγίου, το αφορολόγητο ποσό του επιζώντα ή διαζευγμένου συζύγου προσαυξάνεται κατά δεκαεπτά εκατομμύρια διακόσιες πενήντα χιλιάδες (17.250.000) δραχμές για καθένα από τα ανήλικα παιδιά τους, των οποίων έχει τη γονική μέριμνα.
14.  
    Η περίπτωση α της παραγράφου 5 του άρθρου 26 του ν. 2459/1997 αντικαθίσταται ως εξής: α) Τα φυσικά πρόσωπα που η αξία της ακίνητης περιουσίας τους υπερβαίνει το ποσό των εξήντα εννέα εκατομμυρίων (69.000.000) δραχμών. Σε περίπτωση συζύγων θα πρέπει το άθροισμα της αξίας της περιουσίας και των δύο συζύγων να είναι μεγαλύτερο από εκατόν τριάντα οκτώ εκατομμύρια (138.000.000) δραχμές..
15.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 29 του ν. 2459/1997 αντικαθίσταται ως εξής:.
16.  
    Ως αξία των ακινήτων που μεταβιβάζονται με επαχθή αιτία, δωρεά ή γονική παροχή, μετά την 1.1.1998 μέχρι και 28.2.1998, για τον υπολογισμό του φόρου και για τη σύνταξη του οικείου συμβολαίου λαμβάνεται η αντικειμενική αξία που ίσχυε την 31.12.1997, εφόσον οι σχετικές δηλώσεις υποβλήθηκαν μέχρι την ημερομηνία αυτή. Το πιστοποιητικό ή η υπεύθυνη δήλωση των παραγράφων 1 και 2 αντίστοιχα του άρθρου 32 του ν. 2459/1997, καθώς και το πιστοποιητικό της παραγράφου 1 του άρθρου 81 του ν. 2238/1994, που αφορούν φορολογικές υποχρεώσεις έτους 1997, ισχύουν εφόσον εκδόθηκαν ή πρόκειται να εκδοθούν μέχρι τη σύνταξη του οικείου συμβολαίου.
17.  
    Οι διατάξεις των παραγράφων 9 έως και 14 και της παραγράφου 16 του παρόντος άρθρου ισχύουν από 1.1.1998.
Άρθρο 15 "Οι διατάξεις του π.δ/τος 186/1992 (ΦΕΚ 84 Α) τροποποιούνται, αντικαθίστανται και συμπληρώνονται ως εξής:"
1.  
    Το όριο της τρίτης κατηγορίας βιβλίων της παραγράφου 7 του άρθρου 4 αυξάνεται από 130.000.000 δραχμές σε 250.000.000 δραχμές.
2.  
    Τα όρια τήρησης βιβλίου αποθήκης του άρθρου 8 αυξάνονται ως εξής:
  1. Το όριο των 370.000.000 δραχμών της παραγράφου 1 αυξάνεται σε 500.000.000 δραχμές.
  2. Τα άρια των 550.000.000 και των 650.000.000 δραχμών της παραγράφου 2 αυξάνονται αντίστοιχα σε 700.000.000 και 800.000.000 δραχμές.
  3. Το όριο των 370.000.000 δραχμών των παραγράφων 4 και 5 αυξάνεται σε 500.000.000 δραχμές.
  4. Το όριο των 650.000.000 δραχμών της παραγράφου 6 αυξάνεται σε 900.000.000 δραχμές.
3.  
    Επιτρέπεται στις επιχειρήσεις και οργανισμούς του Δημοσίου, στις τράπεζες και στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, καθώς και στις επιχειρήσεις που εφαρμόζουν πλήρως το Ε.Γ.Λ.Σ. (π.5. 1123/1980) ή Κλαδικά σχέδια, να διαφυλάττουν τα φορολογικά στοιχεία εκδόσεως τους, πλην των συνοδευτικών, σε μικροφίλμς ή σε ηλεκτρονική μορφή (οπτικοί δίσκοι CD-RΟΜ τεχνολογίας WΟRΜ) με φωτογράφιση ή ψηφιοποίηση από τα αντίστοιχα στελέχη, μετά την υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας, για όσο χρόνο ορίζεται στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, εφόσον υπάρχει και σύστημα αναζήτησης, εμφάνισης και εκτύπωσης (αναπαραγωγής) των φορολογικών στοιχείων. Ειδικά για τα χρησιμοποιούμενα ηλεκτρονικά μέσα του ανωτέρω εδαφίου απαιτείται, προ της χρησιμοποίησης τους, σήμανση από αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών. Η αδυναμία αναπαραγωγής αντιγράφων λογίζεται ως μη διαφύλαξη των σχετικών φορολογικών στοιχείων. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση μη σήμανσης των ηλεκτρονικών μέσων αρχειοθέτησης.
4.  
    Η περίπτωση α της παραγράφου 5 του άρθρου 10 αντικαθίσταται ως εξής:
  1. ο εκμεταλλευτής οίκου ευγηρίας, ξενοδοχείου, ξενώνα, επιπλωμένων διαμερισμάτων και οικιών, καθώς και ο εκμεταλλευτής κάμπινγκ, τηρεί βιβλίο κίνησης πελατών (πόρτας), στο οποίο καταχωρεί το ονοματεπώνυμο του πελάτη, το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία εκείνου κατ εντολή του οποίου διαμένει ο πελάτης (ένοικος), την ημερομηνία άφιξης και αναχώρησής του και τον αριθμό του δωματίου.
  2. Επιπλέον ο εκμεταλλευτής κάμπινγκ καταχωρεί τον αριθμό των ατόμων που συνοδεύουν κάθε πελάτη, καθώς και το είδος του κατασκηνωτικού και μεταφορικού μέσου.
  3. Σε περίπτωση παροχής υπηρεσιών πακέτο καταχωρεί και τις περιλαμβανόμενες στο πακέτο υπηρεσίες και αγαθά.
5.  
    Στο άρθρο 21 προστίθεται νέα παράγραφος 3, που έχει ως εξής:
6.  
    Στην παράγραφο 6 του άρθρου 24 προστίθεται εδάφιο, που έχει ως εξής: Το βιβλίο μετόχων των ανωνύμων εταιριών, των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο, μπορεί να εκτυπώνεται μία φορά στο τέλος της χρήσης και εντός της προθεσμίας κλεισίματος του ισολογισμού με τους κατόχους των μετοχών κατά τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου, με την προϋπόθεση ότι οι αναλυτικές κινήσεις του βιβλίου μετόχων θα φυλάσσονται σε ηλεκτρομαγνητικά μέσα αποθήκευσης και υπάρχει δυνατότητα εκτύπωσης αυτών όταν ζητηθεί από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ.
7.  
    Στην περίπτωση στ της παραγράφου 4 του άρθρου 30 μετά τη φράση . . με τα οποία ενεργούνται οι πρωτογενείς εγγραφές στα ημερολόγια., η τελεία γίνεται κόμμα και προστίθεται νέα φράση ως εξής: ανεξάρτητα από τις διαχειριστικές περιόδους στις οποίες αυτά αφορούν.
8.  
    Τα έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο εδάφια της παραγράφου 5 του άρθρου 30 αντικαθίστανται ως εξής: Στην έδρα κάθε Περιφερειακής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης συνιστάται τριμελής Επιτροπή ή, προκειμένου για τις Οικονομικές Επιθεωρήσεις Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας, μία Επιτροπή για κάθε Υποδιεύθυνση αυτών, που θα κρίνει υποθέσεις αρμοδιότητας που εποπτεύει, αποτελούμενη από:
  1. Έναν Οικονομικό Επιθεωρητή που εποπτεύει Δ.Ο.Υ. η οποία βρίσκεται στην ίδια περιφέρεια διοικήσεως, ως πρόεδρο, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από το Γενικό Διευθυντή Οικονομικής Επιθεώρησης.
  2. Έναν Οικονομικό Επιθεωρητή που εποπτεύει Δ.Ο.Υ., η οποία βρίσκεται μέσα στην ίδια περιφέρεια διοικήσεως, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από το Γενικό Διευθυντή Οικονομικής Επιθεώρησης.
  3. Έναν εκπρόσωπο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της πόλης που εδρεύει η Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από αυτό.
  4. Ειδικά για την κρίση των Βιβλίων και Στοιχείων των επιτηδευματιών των Νομαρχιών Αθηνών, Πειραιά, Ανατολικής και Δυτικής Αττικής, με ακαθάριστα έσοδα άνω του ποσού που ορίζεται με την υποπερίπτωση γ1 της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του ν. 2343/1995 (ΦΕΚ 211 Α), συνιστώνται τρεις τριμελείς επιτροπές.
  5. Στις επιτροπές αυτές μετέχουν ως πρόεδροι οι Προϊστάμενοι των Διευθύνσεων Φορολογίας Εισοδήματος, Σχεδιασμού και Συντονισμού Φορολογικών Ελέγχων και Βιβλίων και Στοιχείων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, που τοποθετούνται σε κάθε επιτροπή με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, αναπληρούμενοι από τους νόμιμους αναπληρωτές τους..
9.  
    Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης Β της παραγράφου 1 του άρθρου 37 αντικαθίσταται ως έξης: Στην έδρα της Περιφερειακής Διεύθυνσης της Οικονομικής Επιθεώρησης Κεντρικής Μακεδονίας, αποτελούμενη από Οικονομικό Επιθεωρητή που εποπτεύει Δ.Ο.Υ., ως πρόεδρο, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από το Γενικό Διευθυντή Οικονομικής Επιθεώρησης και λοιπά μέλη τα αυτά με εκείνα που αποτελούν την πιο πάνω Επιτροπή στη Διεύθυνση Βιβλίων και Στοιχείων του Υπουργείου Οικονομικών, που ορίζονται με την ίδια ακριβώς διαδικασία..
10.  
    Η υποπερίπτωσηγδ τηςπερίπτωσης γτου. άρθρου 38 αντικαθίσταται και προστίθεται νέα υποπερίπτωση γιγ, ως εξής: γδ) να υποχρεώνει σε αναγραφή του είδους κατά γενικές κατηγορίες και να ρυθμίζει διαφορετικά τον τρόπο και το χρόνο έκδοσης των αποδείξεων λιανικής πώλησης αγαθών, παροχής υπηρεσιών και των ειδικών στοιχείων και να ορίζει διαφορετικά τις προϋποθέσεις, βάσει των οποίων η ταινία της ταμειακής μηχανής δύναται να θεωρείται ως στέλεχος των αποδείξεων και των ειδικών στοιχείων αυτών, για όλους τους υπόχρεους ή για κατηγορίες μόνο αυτών, σε ολόκληρη τη χώρα ή σε τμήματα αυτής, γιγ) να περιορίζει ή να διευρύνει τις κατηγορίες προσώπων στα οποία παρέχεται δικαίωμα φύλαξης παραστατικών σε μικροφίλμς ή σε ηλεκτρονική μορφή, τα είδη παραστατικών για τα οποία παρέχεται η ως άνω δυνατότητα, καθώς και να ορίζει τον τρόπο, τη διαδικασία, τις προϋποθέσεις και την αρμόδια υπηρεσία σήμανσης των ηλεκτρονικών μέσων και γενικά να καθορίζει κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
Άρθρο 16 "Οι διατάξεις του ν. 1809/1988 (ΦΕΚ 222 Α) τροποποιούνται, αντικαθίστανται και συμπληρώνονται ως έξης:"
1.  
    0 πωλητής φορολογικών ταμειακών μηχανών και συστημάτων εκδίδει το δελτίο αποστολής ή το τιμολόγιο - δελτίο αποστολής σε δυο επιπλέον αντίτυπα με την ένδειξη για τη Δ.Ο.Υ. του αγοραστή, από τα οποία το ένα υποχρεούται να παραδώσει στη Δ.Ο.Υ. αυτή μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης του. Ο οφειλέτης δεν δύναται να παραιτηθεί από το ακατάσχετο, παρά μόνο μετά από σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας για τη φορολογία του Δ.Ο.Υ. Οι πιο πάνω υποχρεώσεις ισχύουν αναλόγως και στις περιπτώσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης φορολογικής ταμειακής μηχανής ή συστήματος ή μίσθωσης πάγιου εξοπλισμού με παραχώρηση της χρήσης φορολογικής ταμειακής μηχανής ή συστήματος. Κατασχέσεις που θα επιβληθούν θεωρούνται απόλυτα (αυτοδικαίως) άκυρες. Με την παράδοση της φορολογικής ταμειακής μηχανής ή του συστήματος παρέχεται έγγραφη εγγύηση του κατασκευαστή ή εισαγωγέα της φορολογικής ταμειακής μηχανής ή του συστήματος οκταετούς διάρκειας. Το ακριβές περιεχόμενο της εγγύησης καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
2.  
    Όπου αναφέρεται στον παρόντα νόμο και στις αποφάσεις που εκδίδονται κατ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού ή στις τεχνικές προδιαγραφές η φράση ηλεκτρονικές ταμειακές μηχανές νοείται η φράση φορολογικές ταμειακές μηχανές.. Αρθρο 4 Οι αγοραστές ή χρήστες, στην ίδια προθεσμία, υποχρεούνται να προσκομίσουν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και το βιβλιάριο συντήρησης κάθε καινούργιας φορολογικής ταμειακής μηχανής ή συστήματος προς θεώρηση. Η ίδια υποχρέωση υφίσταται και στην περίπτωση αντικατάστασης της φυσικής μνήμης της μηχανής. Το βιβλιάριο συντήρησης σε περίπτωση μεταβίβασης ή παραχώρησης χρήσης ακολουθεί τη φορολογική ταμειακή μηχανή ή σύστημα και παραδίδεται στο νέο χρήστη ή κάτοχο, ο οποίος έχει τις υποχρεώσεις του νόμου αυτού.
3.  
    Για όλες τις παραβάσεις εφαρμόζεται η Βάση Υπολογισμού Νο 1 (ΒΑΣ.ΥΠ.1) και συντελεστής βαρύτητας με αριθμητική τιμή που ορίζεται ως εξής:. Ό χρήστης ή κάτοχος φορολογικής ταμειακής μηχανής ή συστήματος οφείλει να τηρεί και να διαφυλάσσει το βιβλιάριο συντήρησης, που παραδίδεται από τον προμηθευτή ή τον προηγούμενο χρήστη ή κάτοχο κατά την απόκτηση, καθώς και την ταμειακή μηχανή ή το μέρος του συστήματος με τα ενταμιευμένα σ αυτά δεδομένα για χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο, που κάθε φορά ορίζεται από τις αντίστοιχες διατάξεις του Κ.Β.Σ., για τη διαφύλαξη των φορολογικών στοιχείων. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο τρόπος ασφάλισης του δείγματος και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
  1. Για τις επιχειρήσεις που έχουν λάβει, από την αρμόδια Επιτροπή του άρθρου 7, άδεια καταλληλότητας ή έγκριση μόνο τεχνικής υποστήριξης σε τέσσερα (4).
  2. Α.Φ.Μ, ονοματεπώνυμο ή επωνυμία, διεύθυνση.
  3. α.1 Σε περίπτωση άρνησης ή παρακώλυσης ή μη διευκόλυνσης με οποιονδήποτε τρόπο του ελέγχου της αξιοπιστίας των φορολογικών ταμειακών μηχανών και συστημάτων σε δεκαπέντε (15). α.2 Σε περίπτωση μη διαφύλαξης του δείγματος για τον προβλεπόμενο χρόνο σε τριάντα (30). α.3 Σε περίπτωση υποβολής ανακριβών στοιχείων στην Επιτροπή του άρθρου 7 για τη χορήγηση άδειας καταλληλότητας σε είκοσι (20).
  4. Για τις επιχειρήσεις που έχουν εξουσιοδοτηθεί για την παροχή υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής φορολογικών ταμειακών μηχανών και συστημάτων σε δύο (2)
  5. Για τους χρήστες ή κατόχους φορολογικών ταμειακών μηχανών και συστημάτων σε ένα (1).
  6. Ειδικά, η έκδοση αποδείξεων από μη εγκεκριμένη ή μη δηλωμένη φορολογική ταμειακή μηχανή ή σύστημα λογίζεται ως μη έκδοση αυτών.
  7. Για την επιβολή του αντικειμενικού προστίμου θεωρείται αυτοτελής παράβαση, για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 8 περίπτωση α του άρθρου 5 του ν. 2523/1997.
  8. Όταν τα στοιχεία αυτά έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία πριν από οποιονδήποτε έλεγχο θεωρείται γενική παράβαση.
  9. 1 Σε περίπτωση που υπαίτιος της παράβασης είναι η επιχείρηση που έχει λάβει, από την αρμόδια Επιτροπή του άρθρου 7, άδεια καταλληλότητας ή έγκριση μόνο τεχνικής υποστήριξης σε εξήντα (60). δ.2 Σε περίπτωση που υπαίτιος της παράβασης είναι η επιχείρηση που έχει εξουσιοδοτηθεί από τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα για την παροχή υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής φορολογικών ταμειακών μηχανών και συστημάτων σε τριάντα (30). δ.3 Σε περίπτωση που υπαίτιος της παράβασης είναι ο χρήστης ή κάτοχος της φορολογικής ταμειακής μηχανής και συστήματος ή άλλος τρίτος σε τριάντα (30).
  10. Το ονοματεπώνυμο - επωνυμία και Α.Φ.Μ. του πωλητή ή εκμισθωτή.
  11. Ο τόπος εγκατάστασης της φ.τ.μ. η συστήματος:
  12. έδρα ή υποκατάστημα, αρμόδια Δ.Ο.Υ.
  13. Παρατηρήσεις για τυχόν μεταβολές, όπως πώληση ή καταστροφή φ.τ.μ. ή συστήματος, μεταφορά της επιχείρησης.
  14. Η Δ.Ο.Υ. νέας εγκατάστασης, καθώς και ο Α.Φ.Μ. και το ονοματεπώνυμο ή επωνυμία του νέου κατόχου (για τις περιπτώσεις μεταβίβασης).
4.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 6 αντικαθίσταται ως εξής: Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες και οι διαδικασίες μεταβίβασης ή μεταβολής χρήστη ή κατόχου ηλεκτρονικής ταμειακής μηχανής ή συστήματος..
5.  
    Αν υπαίτιος αδικήματος της περίπτωσης δ της παραγράφου 3 είναι η επιχείρηση που έχει λάβει την άδεια καταλληλότητας των φορολογικών ταμειακών μηχανών ή συστημάτων ή εξουσιοδοτημένος από αυτήν αντιπρόσωπος της, ανεξάρτητα από τα διοικητικά πρόστιμα και τις ποινικές κυρώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 3 υποπερίπτωση δ.1. και 4, μπορεί να ανακληθεί από την Επιτροπή του άρθρου 7 η άδεια καταλληλότητας για τη διάθεση των μηχανών του συγκεκριμένου τύπου. Ό έλεγχος για την εφαρμογή των διατάξεων των περιπτώσεων α και δ της παραγράφου 1 του άρθρου 2, καθώς και για τη συνέχιση της ύπαρξης ή εφαρμογής των τεχνικών προδιαγραφών και της καταλληλότητας σε κάθε εγκεκριμένο τύπο φορολογικής ταμειακής μηχανής ή συστήματος, μπορεί να ανατίθεται από την πιο πάνω Επιτροπή, με απόφαση της, σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα ή άλλους οργανισμούς του Δημοσίου, που διαθέτουν το απαραίτητο επιστημονικό προσωπικό και τον αναγκαίο εργαστηριακό εξοπλισμό
6.  
    Μετά το άρθρο 9 προστίθεται νέο άρθρο 9α, που έχει ως εξής: Άρθρο 9α
7.  
    Για τις παραβάσεις που διαπιστώνονται από την Επιτροπή του άρθρου 7 ή τη Διεύθυνση Βιβλίων και Στοιχείων ενημερώνεται εγγράφως η αρμόδια Δ.Ο.Υ. του παραβάτη, η οποία συντάσσει τη σχετική έκθεση και τη μηνυτήρια αναφορά, αν συντρέχει περίπτωση, εκδίδει δε και την απόφαση επιβολής προστίμου. Άρθρο 10 1: Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του νόμου αυτού, των αποφάσεων που εκδίδονται κατ εξουσιοδότηση του και των διατάξεων που αναφέρονται στις τεχνικές προδιαγραφές των φορολογικών ταμειακών μηχανών και συστημάτων τιμωρείται με πρόστιμο που προσδιορίζεται κατ αντικειμενικό τρόπο
8.  
    Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 11 αντικαθίσταται ως εξής: Όπου αναφέρεται στον παρόντα νόμο η λέξη κατασκευαστής ή εισαγωγέας, νοείται η επιχείρηση που έχει λάβει άδεια καταλληλότητας από την αρμόδια Επιτροπή για συγκεκριμένους τύπους φορολογικών ταμειακών μηχανών ή συστημάτων, τις οποίες κατασκευάζει, συναρμολογεί ή αγοράζει από το εσωτερικό ή το εξωτερικό..
9.  
    Στην προθεσμία υποβολής των στοιχείων του άρθρου 20 του Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992), όλοι οι χρήστες ή κάτοχοι φορολογικών ταμειακών μηχανών και συστημάτων πρέπει να υποβάλλουν στη Δ.Ο.Υ. της έδρας ή στη Δ.Ο.Υ. που είναι αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος απογραφική δήλωση των χρησιμοποιούμενων ή κατεχόμενων φορολογικών ταμειακών μηχανών και συστημάτων κατά την 30.4.1999, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφέρονται τουλάχιστον τα εξής στοιχεία:.
  1. Τα στοιχεία του χρήστη ή του κατόχου, όπως επωνυμία ή ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση της έδρας, ο Α.Φ.Μ. και η αρμόδια Δ.Ο.Υ.
  2. Είδος, σειρά, αύξοντος αριθμός, ημερομηνία παραστατικού κτήσης φ.τ.μ. ή συστήματος.
  3. Αριθμός μητρώου και τύπος φ.τ.μ.
  4. Διεύθυνση επαγγελματικής εγκατάστασης που χρησιμοποιείται η φ.τ.μ. ή το σύστημα (έδρα ή υποκατάστημα κ.λπ.).
  5. Ονοματεπώνυμο ή επωνυμία και Α.Φ.Μ. προμηθευτή.
  6. Η υποβολή της ανωτέρω δήλωσης αποτελεί προϋπόθεση για τη μεταβίβαση της κυριότητας ή της χρήσης φ.τ.μ. ή συστήματος.
  7. Παραβάσεις των διατάξεων αυτής της παραγράφου επισύρουν τα πρόστιμα της παραγράφου 3 του άρθρου 10 του ν. 1809/1983.
Άρθρο Άρθρο2 "Προσδιορισμός ακαθάριστου εισοδήματος από ακίνητα"
1.  
    Οι παράγραφοι 2, 3 και 4 του άρθρου 22 του ν. 2238/1994 αναριθμούνται σε 3, 4 και 5 αντίστοιχα και προστίθεται νέα παράγραφος 2, η οποία έχει ως εξής: 2. Σε περίπτωση που η οικοδομή κατοικήθηκε από τον ιδιοκτήτη της, το ετήσιο ακαθάριστο εισόδημα αυτής δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το τριάμισι τοις , εκατό (3,5%) της αξίας του ακινήτου, όπως αυτή προσδιορίζεται ως το γινόμενο των εξής παραγόντων:.
  1. Της κύριας επιφάνειας της οικοδομής στην οποία προστίθεται και ποσοστά είκοσι τοις εκατό (20%) της επιφάνειας των αποθηκευτικών χώρων, καθώς και των χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων που ενδεχόμενα υπάρχουν στην οικοδομή - κατοικία
  2. Της τιμής ζώνης για τις περιοχές που ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων ή της τιμής εκκίνησης για τις λοιπές περιοχές, οι οποίες ισχύουν κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους. όπως αυτές ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41α του ν. 1249/1982 (ΦΕΚ 43 Α).
  3. Του διορθωτικού συντελεστή, ο οποίος ανάλογα με την τιμή ζώνης ή εκκίνησης του ακινήτου ορίζεται ως ακολούθως:
  4. Τιμή ζώνης ή εκκίνησης Συντελεστής για κάθε τετραγωνικό μέτρο μέχρι150.000 δρχ. 1,10 Από150.001 έως 250.000 1,20 Από250.001 έως 400.000 1,30 Από400.001 και πάνω 1,40.
  5. Του συντελεστή παλαιότητας.
  6. Ως συντελεστής παλαιότητας λαμβάνεται αυτός που ισχύει κάθε φορά στη φορολογία κεφαλαίου για τον προσδιορισμό της αξίας κτιρίων με βάση την τιμή ζώνης.
  7. Το τεκμαρτό μίσθωμα μιας ή περισσότερων εξοχικών κατοικιών υπολογίζεται σε καθεμία από αυτές για τρεις (3) μήνες το έτος.
  8. Οι διατάξεις των τεσσάρων τελευταίων εδαφίων της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση αυτή..
2.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 22 του ν. 2238/1994, όπως αυτή αναριθμήθηκε με την προηγούμενη παράγραφο, αντικαθίσταται ως εξής: 3. Σε περίπτωση που η οικοδομή χρησιμοποιήθηκε με άλλον τρόπο από τον ιδιοκτήτη, το νομέα, τον επιφανειούχο, τον επικαρπωτή κ.λπ. ή με τη συγκατάθεση αυτού κατοικήθηκε ή χρησιμοποιήθηκε με άλλο τρόπο από τρίτο, χωρίς αντάλλαγμα, το ακαθάριστο εισόδημα βρίσκεται ύστερα από τη σύγκριση της με άλλες οικοδομές που εκμισθώνονται, πάντως το ετήσιο ακαθάριστο εισόδημα που καθαρίζεται με αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί να είναι ανώτερο από το πέντε τοις εκατό (5%) ούτε μικρότερο από το τριάμισι τοις εκατό (3,5%) της αξίας του ακινήτου, όπως η αξία αυτή προσδιορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν.1249/1982. Ειδικά, γιο τις περιοχές που δεν ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακίνητων, το ετήσιο ακαθάριστο εισόδημα δεν μπορεί να είναι ανώτερο από το τέσσερα τοις εκατό (4%) της πραγματικής αξίας της οικοδομής κατά το χρόνο της φορολογίας. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των τεσσάρων τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 1..
Άρθρο Άρθρο3 "Υπολογισμός, προκαταβολή και παρακράτηση του φόρου"
1.  
    Όσοι παρακρατούν φόρο, σύμφωνο με τις διατάξεις των παραγράφων 4, 5. δ και 7 του άρθρου 14, των περιπτώσεων α, ε και η της παραγράφου 1 του άρθρου 55 και των άρθρων 56, 57 και 58, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν με εφάπαξ καταβολή στη δημόσια οικονομική υπηρεσία της περιφέρειας στην οποία έγινε η καταβολή των ποσών, για τα οποία έγινε η παρακράτηση, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο των μηνών Μαρτίου, Μαΐου, Ιουλίου, Σεπτεμβρίου, Νοεμβρίου και Ιανουαρίου κάθε έτους με προσωρινή δήλωση, η οποία περιλαμβάνει τα ακαθάριστα ποσά που έχουν καταβληθεί στο προηγούμενο ημερολογιακό δίμηνο και το φόρο που παρακρατήθηκε. ΚλιμάκιοΦορολογικός φόρος Σ Υ Ν Ο Λ Ο εισοδήματος συντελεστής κλιμακίου εισοδήματος φόρου 1.055.000 0 0 1.055 000 0 1.582.500 5 79.125 2.637.500 79.125 1.582.500 15 237 375 4.220.000 316.500 3.165.000 30 949 500 7.385 000 1 266.000 8.440.000 40 3.376.000 15.825 000 4 642 000 Υπερβάλλον 45.
2.  
    Οι περιπτώσεις α, β και γ της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 2238/1994 αντικαθίστανται ως εξής: ¦α) Είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές για κάθε τέκνο του, όταν έχει μέχρι δύο (2) τέκνα που τον βαρύνουν.
  1. Τριάντα πέντε χιλιάδες (35.000) δραχμές για κάθε τέκνο του. όταν έχει τρία (3) τέκνα που τον βαρύνουν.
  2. Σαράντα πέντε χιλιάδες (45.000) δραχμές για κάθε τέκνο του. όταν έχει τέσσερα (4) τέκνα και πάνω που τον βαρύνουν..
3.  
    Εκτός από τις προσωρινές δηλώσεις εκείνοι που έχουν υποχρέωση να παρακρατούν φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 57, οφείλουν να επιδίδουν μέσα στο μήνα Μάρτιο, κάθε έτους, στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας στην περιφέρεια της οποίας καταβλήθηκαν οι αμοιβές από τις οποίες ενεργείται η παρακράτηση, οριστική δήλωση, η οποία περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση κατοικίας κάθε δικαιούχου, τον αριθμό φορολογικού μητρώου του, το ποσό των αμοιβών, το ποσό του φόρου που αναλογεί επ αυτών βάσει της κλίμακας του άρθρου 9, το ποσό του φόρου που οφείλεται μετά την έκπτωση από τον αναλογούντα φόρο του ποσοστού που ορίζεται με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 57, το φόρο που παρακρατήθηκε για κάθε μισθωτό ή ημερομίσθιο ή συνταξιούχο, κατά περίπτωση, καθώς και το υπόλοιπο για καταβολή ποσό φόρου, το οποίο θα καταβάλλεται εφάπαξ με την υποβολή της δήλωσης.. Όταν ο οφειλόμενος με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση φόρος καταβάλλεται εφάπαξ μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης, όπως οι δόσεις ορίζονται στην παράγραφο αυτή, παρέχεται στο συνολικό ποσό του φόρου και των λοιπών συμβεβαιούμενων με αυτόν οφειλών έκπτωση δυόμισι τοις εκατό (2,5%), όταν οι δόσεις ορίζονται σε τρεις..
4.  
    Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 64 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής: Στην περίπτωση που ο οφειλόμενος φόρος με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση καταβάλλεται εφάπαξ μέσα στην προθεσμία υποβολής της δήλωσης παρέχεται έκπτωση δυόμισι τοις εκατό (2.5%) στο συνολικό ποσό αυτού και των λοιπών συμβεβαιούμενων με αυτόν οφειλών..
5.  
    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 110 του ν. 2238/1S94 αντικαθίσταται ως εξής: Σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής του συνολικού ποσού της οφειλής, που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο με την εμπρόθεσμη δήλωση, παρέχεται έκπτωση δυόμισι τοις εκατό (2.5%) επί του καταβαλλόμενου ποσού.
6.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 9 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής: Όσοι κατοικούν στην αλλοδαπή και αποκτούν εισόδημα από πηγή που βρίσκεται στην Ελλάδα, στο ποσό του φόρου που αντιστοιχεί με βάση τη φορολογική κλίμακα της παραγράφου 1 προστίθεται ο φόρος, ο οποίος προκύπτει με την εφαρμογή του αναλογικού συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) για το τμήμα εισοδήματος μέχρι ένα εκατομμύριο πενήντα πέντε χιλιάδες (1.055.000) δραχμές..
7.  
    Οι περιπτώσεις α και β της παραγράφου 1 του άρθρου 109 του ν. 2238/1994 αντικαθίστανται ως εξής:.
  1. Για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, των οποίων οι μετοχές κατά τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου δεν είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, τις ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες και τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν.1667/1986 (ΦΕΚ 196 Α), καθώς και για τις αλλοδαπές εταιρίες και οργανισμούς που αποβλέπουν στην απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων, σαράντα τοις εκατό (40%).
  2. Για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, των οποίων οι μετοχές κατά τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, τριάντα πέντε τοις εκατό (35%)
8.  
    Οι διατάξεις της παραγράφου 13 του άρθρου 14 του ν. 2459/1997 (ΦΕΚ 17 Α) εφαρμόζονται με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις για τις απαιτήσεις ξενοδοχειακών επιχειρήσεων κατά αλλοδαπών επιχειρήσεων, που έχουν αποδεδειγμένα κηρυχθεί σε πτώχευση μέσα στο έτος 1997.
9.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 52 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής: Με βάση τη δήλωση του άρθρου 61 και τους λοιπούς τίτλους βεβαίωσης του άρθρου 74 βεβαιώνεται ποσό ίσο με το πενήντα πέντε τοις εκατό (55%) του φόρου που προκύπτει από τους βεβαιωτικούς αυτούς τίτλους για το φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου οικονομικού έτους..
10.  
    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 111 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως έξης: Με βάση την οριστική δήλωση του νομικού προσώπου ή τον οριστικό τίτλο, ο προϊστάμενος της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας βεβαιώνει ποσό ίσο με το πενήντα πέντε τοις εκατό (55%) του φόρου που αναλογεί στα εισοδήματα της διαχειριστικής περιόδου ή του ημερολογιακού έτους, κατά περίπτωση, που έληξε..
11.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 54 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής: 2. Στα εισοδήματα της περίπτωσης στ της παραγράφου 1 του άρθρου 24 ενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%), εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρέωσης του δικαιούχου για τα εισοδήματα αυτά.
12.  
    Τα τρία τελευταία εδάφια της παραγράφου 4 του άρθρου 54 του ν. 2238/1994 αντικαθίστανται ως εξής: Εξαιρετικά, για αμοιβές μελών διοικητικού συμβουλίου και τόκους από ιδρυτικούς τίτλους και προνομιούχες μετοχές, που εκπίπτουν σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α, β κα γ της παραγράφου 6 του άρθρου 105 από τα ακαθάριστα έσοδα, καθώς και για τα εισοδήματα των παραγράφων 2 και 5 του άρθρου 25 ενεργείται παρακράτηση φόρου ως ακολούθως:.
  1. Με συντελεστή σαράντα τοις εκατό (40%). εφόσον τα εισοδήματα προέρχονται από ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών ή ημεδαπές ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες, ανεξάρτητα αν οι μετοχές αυτών είναι εισηγμένες ή όχι στο Χρηματιστήριο Αθηνών.
  2. Με συντελεστή τριάντα πέντε τοις εκατό (35%), εφόσον τα εισοδήματα προέρχονται από ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες των οποίων οι μετοχές κατά την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών με εξαίρεση τις τραπεζικές.
  3. Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου για τα εισοδήματα αυτά.
13.  
    Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ν. 2238/1994 αντικαθίσταται ως εξής: Στα εισοδήματα της περίπτωσης στ της παραγράφου 3 του άρθρου 28, με συντελεστή τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) όταν οι μετοχές της καταβάλλουσας ανώνυμης εταιρίας είναι εισηγμένες κατά την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου στο Χρηματιστήριο Αθηνών και με συντελεστή σαράντα τοις εκατό (40%) για τις λοιπές ανώνυμες εταιρίες που καταβάλλουν τα εισοδήματα αυτά. Ειδικά στα πιο πάνω εισοδήματα που καταβάλλουν οι τραπεζικές ανώνυμες εταιρίες, η παρακράτηση ενεργείται με συντελεστή σαράντα τοις εκατό (40%), ανεξάρτητα αν οι μετοχές αυτών είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών ή όχι. Οι συντελεστές παρακράτησης εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, στο ποσό που προκύπτει μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλονται και των αναλογούντων τελών χαρτοσήμου.
14.  
    Στην περίπτωση γ της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ν. 2238/1994 προστίθενται δύο εδάφια, που έχουν ως έξης: Σε περίπτωση που η αμοιβή ή προμήθεια αποστέλλεται με έμβασμα ή επιταγή απευθείας στο όνομα του αντιπροσώπου, προκειμένου να διενεργηθεί η πιο πάνω παρακράτηση από τις τράπεζες, ο αντιπρόσωπος οφείλει να υποβάλλει σχετική δήλωση σε αυτές με την οποία να γνωρίζει ότι το ποσό του εμβάσματος ή της επιταγής αποτελεί ή όχι προμήθεια. Ειδικά αν η προμήθεια αντιπροσώπου κατατίθεται από τον ξένο οίκο σε τραπεζικό λογαριασμό του στην αλλοδαπή, τότε ο φόρος αυτός αποδίδεται με δήλωση του δικαιούχου της αμοιβής κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 60 μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα από την έκδοση του σχετικού παραστατικού στοιχείου.
15.  
    Ο προβλεπόμενος από τις διατάξεις των περιπτώσεων δ, ε, ζ και η της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ν. 2238/1994 συντελεστής παρακράτησης δεκαπέντε τοις εκατό (15%) αυξάνεται σε είκοσι τοις [κατά (20%).
16.  
    Οι περιπτώσεις α, γ, δ και ε της παραγράφου : και το τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του άρθρου 57 του ν. 2238/1994 αντικαθίστανται ως εξής:.
  1. Με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 1 και του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 9 στους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό, τους συνταξιούχους και τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση μίσθωσης εργασίας πάνω από ένα έτος στον ίδιο εργοδότη ή με σχέση μίσθωσης εργασίας αόριστου χρόνου, μετά από προηγούμενη αναγωγή του μισθού ή τηςσύνταξης ή του ημερομισθίουή τηςαμοιβής, που ορίζεται με άλλη βάση, σε ετήσιο καθαρό Εισόδημα
  2. Στις καθαρές αμοιβές για υπερωριακή εργασία, επιχορηγήσεις, επιδόματα, αποζημιώσεις και σε κάθε άλλου είδους πρόσθετες αμοιβές ή παροχές, οι οποίες καταβάλλονται τακτικά ή έκτακτα και δεν συνεντέλλονται με τις τακτικές αποδοχές, με συντελεστή ο οποίος ορίζεται σε είκοσι τοις εκατό (20%)
  3. Στα εισοδήματα που καταβάλλονται αναδρομικά, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 46, με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο καταβαλλόμενο ποσό, ανεξάρτητα από το έτος στο οποίο ανάγονται για να φορολογηθούν τα εισοδήματα αυτά
  4. Στο καθαρό ποσό των συντάξεων ή άλλων παροχών παρόμοιας φύσης, που καταβάλλονται από ταμεία επικουρικά, μετοχικά, αρωγής ή αλληλοβοήθειας και δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της περίπτωσης α, ο φόρος υπολογίζεται ως εξής:
    • Με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), αν το καθαρό ποσό της παροχής δεν υπερβαίνει τις εξακόσιες χιλιάδες (600.000) δραχμές ετησίως.
    • Με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%). αν το καθαρό ποσό της παροχής υπερβαίνει τις εξακόσιες χιλιάδες (600.000) δραχμές ετησίως.
    • Με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%), αν το καθαρό ποσό της παροχής υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο τετρακόσιες χιλιάδες (1.400.000) δραχμές ετησίως. Ο φόρος που παρακρατείται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου μειώνεται κατά ποσοστό δυόμισι τοις εκατό (2,5%) κατά την παρακράτησή του.
17.  
    Ο προβλεπόμενος από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 58 του ν. 2238/1994 συντελεστής παρακράτησης δεκαπέντε τοις εκατό (15%) αυξάνεται σε είκοσι τοις εκατό (20%).
18.  
    Ο τίτλος και οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 59 του ν. 2238/1994 αντικαθίστανται ως έξης: Απόδοση του φόρου με διμηνιαίες δηλώσεις.
Άρθρο Άρθρο17 "Θέματα είσπραξης δημοσίων εσόδων"
1.  
    Σε όσες περιπτώσεις ανατίθεται στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες η είσπραξη των εσόδων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, άλλων νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή φυσικών προσώπων εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος. 3. Από την ημερομηνία που το χρέος καθίσταται ληξιπρόθεσμο στη Δ.Ο.Υ. θα επιβάλλονται επ αυτού προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος. Εφόσον νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και τρίτοι αποστέλλουν για είσπραξη έσοδα τους στις Δ.Ο.Υ., οφείλουν να έχουν πρόβλεψη για τη δαπάνη των εξόδων για τα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, τα οποία θα λαμβάνονται από τις Δ.Ο.Υ. χωρίς προηγούμενη έγκριση.
2.  
    Τα όργανα του Δημοσίου που κατά τις κείμενες διατάξεις έχουν αρμοδιότητα για παροχή διευκολύνσεων τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών ή αναστολή εκτέλεσης που επισπεύδεται κατά οφειλετών του Δημοσίου, έχουν την αυτή αρμοδιότητα και προκειμένου περί εσόδων και οφειλετών του άρθρου αυτού.. Αρθρο 5 Επιφυλασσομένων των διατάξεων του ν. 5960/1933 (ΦΕΚ 401 Α), όπως ισχύει, για τις προβλεπόμενες κυρώσεις, η μη πληρωμή από τον πληρωτή επιταγής που εκδόθηκε για την εξόφληση οφειλής προς το Δημόσιο συνεπάγεται την προσαύξηση της οφειλής για την οποία εκδόθηκε αυτή κατά ποσό Ίσο με το ποσό της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Η προσαύξηση του προηγούμενου εδαφίου επιβάλλεται με πράξη του προϊσταμένου της υπηρεσίας, στην οποία επιστράφηκε απλήρωτη η επιταγή, η οποία κατατέθηκε για εξόφληση οφειλών. Η προσαύξηση αυτή μειώνεται κατά το ποσό που υπήρχε ως διαθέσιμο πιστωτικό υπόλοιπο, στο λογαριασμό σε βάρος του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, κατά την ημέρα εμφάνισης της, ή εφόσον αυτή εμφανίστηκε προς πληρωμή μετά την παρέλευση οκτώ (8) ημερών από την έκδοση της, κατά το ποσό που υπήρχε ως διαθέσιμο πιστωτικό υπόλοιπο στο λογαριασμό αυτόν την τελευταία ημέρα του οκταημέρου. Η προσαύξηση που επιβάλλεται με το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, όπως αυτή διαμορφώνεται με την εφαρμογή των διατάξεων του δεύτερου εδαφίου του παρόντος, περιορίζεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%), εφόσον καταβληθεί ολόκληρο το ποσό της επιταγής, μέσα σε τρεις (3) ημέρες από τη με επίσημα στοιχεία αποδεικνυόμενη λήψη της ειδοποίησης της υπηρεσίας, στην οποία κατατέθηκε η επιταγή που επιστράφηκε απλήρωτη. Το χρέος που εξοφλήθηκε μετά την κατάθεση επιταγής που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή αναβιώνει από τη χρονολογία κατά την οποία με την παράδοση της επιταγής εκδόθηκε το σχετικό αποδεικτικό είσπραξης, με όλες γενικά τις συνέπειες της υπερημερίας. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτής της παραγράφου τρόπος υπολογισμού της προσαύξησης εφαρμόζεται για τις επιταγές που επιστρέφονται απλήρωτες μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του παρόντος νομού.
3.  
    Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 91 του ν.δ/τος 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) αντικαθίστανται ως εξής:.
4.  
    Η παράγραφος 5 του άρθρου 39 του ν. 2065/1992, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 11 του άρθρου 22 του ν. 2523/1997, αντικαθίσταται ως εξής: 5. Αμελείται η λήψη των προβλεπόμενων από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974) αναγκαστικών μέτρων είσπραξης σε βάρος οφειλετών, εκτός του μέτρου της κατάσχεσης απαιτήσεων εις χείρας τρίτων, εφόσον οι συνολικές βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές τους στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες υπέρ του Δημοσίου ή νομικών προσώπων ή τρίτων δεν υπερβαίνουν τις τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές. Το παραπάνω όριο δεν ισχύει για οφειλές υπέρ οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και για οφειλές από πρόστιμα του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ (ΚΕ.Π.Ε.) ΑΠΟ Ν.Π.Δ.Δ. ΣΕΝ.Π.Ι.Δ.
Άρθρο 18
1.  
    Το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕ.Π.Ε.) μετατρέπεται από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) και συνεχίζεται με τη μορφή αυτή. Το ΚΕ.Π.Ε. ανήκει στο Κράτος, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και λειτουργεί χάριν προαγωγής της οικονομικής έρευνας και υπέρ του δημοσίου συμφέροντος.
2.  
    Έδρα του ΚΕ.Π.Ε. ορίζεται η Αθήνα.
3.  
    Η εποπτεία του Κράτους επί του ΚΕ.Π.Ε. ασκείται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας.
Άρθρο 19
1.  
    Το ΚΕ.Π.Ε. έχει ως αποστολή την επιστημονική μελέτη των οικονομικών προβλημάτων της χώρας, την ενθάρρυνση των οικονομικών ερευνών και τη συνεργασία με άλλα επιστημονικά ιδρύματα του εσωτερικού και του εξωτερικού και ιδία: την κατάρτιση σχεδίων βραχυχρόνιων και μακροχρόνιων προγραμμάτων ανάπτυξης, την εκπόνηση σχεδίων προγραμμάτων περιφερειακής και χωροταξικής ανάπτυξης, καθώς και προγραμμάτων δημοσίων επενδύσεων, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, την παρακολούθηση και ανάλυση της βραχυπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης εξέλιξης της ελληνικής οικονομίας, καθώς και την κατάρτιση προτάσεων για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, την κατάρτιση οικονομικών μελετών για λογαριασμό δημόσιων ή ιδιωτικών φορέων, ημεδαπής και αλλοδαπής, την ανάληψη ή συμμετοχή σε προγράμματα συγχρηματοδοτούμενα από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, τη μεταπτυχιακή τεχνική κατάρτιση και εκπαίδευση στελεχών σε θέματα προγραμματισμού και οικονομικής πολιτικής, την παρακολούθηση των θεμάτων που συνδέονται με την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων των κλάδων της οικονομίας και την κατάρτιση μελετών για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, την προώθηση της οικονομικής έρευνας, την οργάνωση και διατήρηση ειδικευμένης βιβλιοθήκης και ειδικού αρχείου στοιχείων και οικονομικών θεμάτων.
2.  
    Το ΚΕ.Π.Ε. δύναται να αναλαμβάνει τη σύνταξη οικονομικών και συναφών μελετών ύστερα από αίτηση οργανισμών και επιχειρήσεων ημεδαπής και αλλοδαπής, με ανάλογη οικονομική επιβάρυνση των φορέων αυτών που αναθέτουν την εκτέλεση της μελέτης. Επίσης, για την εκπόνηση και κατάρτιση προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας το ΚΕ.Π.Ε. μπορεί να αναθέτει με αμοιβή σχετικές μελέτες, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του ν. 716/1977 Περί μητρώου μελετητών και αναθέσεως και εκπονήσεως μελετών σε σχολές ή καθηγητές ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, σε ερευνητικά κέντρα και ιδρύματα.
Άρθρο 20
1.  
    Το ΚΕ.Π.Ε. διοικείται από πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από τον Επιστημονικό Διευθυντή και από τέσσερα μέλη εγνωσμένου κύρους και επιστημονικής ειδίκευσης σε θέματα αρμοδιότητας αυτού.
2.  
    Επιστημονικός Διευθυντής του ΚΕ.Π.Ε. διορίζεται, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, διάρκειας τριών ετών, καθηγητής ελληνικού ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος που έχει συγγενή προς το επιστημονικό αντικείμενο του Κέντρου ειδικότητα ή επιστήμονας εγνωσμένου κύρους και ερευνητικής εμπειρίας περί το επιστημονικό αντικείμενο του Κέντρου, που κατέχει τον απαιτούμενο διδακτορικό τίτλο για το διορισμό σε θέση καθηγητή Α.Ε.Ι.
3.  
    Πρόεδρος του Συμβουλίου ορίζεται ο Επιστημονικός Διευθυντής του Κέντρου
4.  
    Τα λοιπά μέλη του Συμβουλίου διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας με θητεία διάρκειας τριών ετών, δυναμένη να ανανεώνεται. Με την ίδια ή όμοια απόφαση ορίζεται και το μέλος που αναπληρώνει τον Πρόεδρο του Δ.Σ., σε περίπτωση ελλείψεως, απουσίας ή κωλύματος αυτού.
5.  
    Χρέη γραμματέα του Συμβουλίου ασκεί υπάλληλος του ΚΕ.Π.Ε., επιλεγόμενος από το Συμβούλιο.
6.  
    Στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. του ΚΕ.Π.Ε. μετέχει. άνευ ψήφου, και εκλεγμένος εκπρόσωπος των εργαζομένων, κάθε φορά που συζητούνται θέματα προσωπικού.
7.  
    Το Διοικητικό Συμβούλιο ασκεί κάθε αρμοδιότητα που αναφέρεται στη διοίκηση του ΚΕ.Π.Ε. και στη διαχείριση των πόρων και της περιουσίας του. Το Συμβούλιο καταρτίζει τον προϋπολογισμό και εκπονεί τα προγράμματα ερευνών του Κέντρου. Ο προϋπολογισμός του Κέντρου εγκρίνεται από τον εποπτεύοντα Υπουργό Εθνικής Οικονομίας.
8.  
    Το Συμβούλιο συνέρχεται σε τακτική συνεδρίαση μία φορά το μήνα, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε κληθεί από τον Πρόεδρο αυτού και ευρίσκεται σε απαρτία εφόσον παρίστανται τρία τουλάχιστο μέλη αυτού. Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, σε περίπτωση δε ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου ή του αναπληρούντος αυτόν.
9.  
    Ο Πρόεδρος εκπροσωπεί το Κέντρο ενώπιον των δικαστηρίων και πάσης αρχής, συγκαλεί το Συμβούλιο αυτού, κατά τους όρους της προηγούμενης παραγράφου, καταρτίζει την ημερήσια διάταξη και προεδρεύει των εργασιών αυτού
10.  
    Ο Επιστημονικός Διευθυντής προΐσταται του ΚΕ. Π.Ε. και φέρει την ευθύνη της εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν το Κέντρο, καθώς και των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου. Το Συμβούλιο δύναται να εκχωρεί με απόφαση του αρμοδιότητες του Επιστημονικού Διευθυντή, ύστερα από πρόταση του, σε έτερο πρόσωπο που υπηρετεί στο Κέντρο. Η εκχώρηση αυτή πρέπει να είναι ειδική και συγκεκριμένη.
11.  
    Από τη δημοσίευση του παρόντος λήγει η θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΕ.Π.Ε.
Άρθρο 21 "Ομάδα ερευνητικού προγραμματισμού"
1.  
    Στο ΚΕ.Π.Ε. λειτουργεί ομάδα ερευνητικού προγραμματισμού αποτελούμενη από τον Επιστημονικό Διευθυντή και από δύο ερευνητές του Κέντρου, που ορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, που έχει ως σκοπό την υποβολή στο Συμβούλιο προτάσεων για την πληρότητα των καταρτιζόμενων από το ΚΕ.Π.Ε. σχεδίων προγραμμάτων, καθώς και για κάθε άλλο επιστημονικό θέμα που σχετίζεται με τις αρμοδιότητες του Κέντρου.
Άρθρο 22
1.  
    Ο τακτικός έλεγχος οικονομικής διαχείρισης του Κέντρου και ο έλεγχος του ισολογισμού του ενεργείται με τη διαδικασία που ορίζεται από τις κείμενες διατάξεις περί Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών
2.  
    Το διαχειριστικό έτος του Κέντρου αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31 η Δεκεμβρίου. Το πρώτο διαχειριστικό έτος θα αρχίζει από την ημέρα αλλαγής της νομικής μορφής του ΚΕ.Π.Ε.
3.  
    Οι ασκούντες τον τακτικό έλεγχο οικονομικής διαχείρισης ορκωτοί ελεγκτές υποβάλλουν την ετήσια έκθεση τους στον εποπτεύοντα το ΚΕ.Π.Ε. Υπουργό. Ο εποπτεύων Υπουργός μπορεί να διατάσσει οποτεδήποτε έκτακτους έλεγχους οικονομικής διαχείρισης του Κέντρου.
Άρθρο 23
1.  
    Τακτικοί πόροι του Κέντρου είναι:
  1. Ετήσια τακτική επιχορήγηση που εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας.
  2. Το ύψος της δαπάνης καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και βαρύνει τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων.
  3. Οι πρόσοδοι από την περιουσία του
  4. Οι πρόσοδοι από την παροχή υπηρεσιών σε τρίτους
  5. Τα έσοδα από την πώληση των δημοσιευμάτων του
2.  
    Έκτακτοι πόροι του Κέντρου είναι:
  1. Έκτακτες η ειδικές κρατικές χρηματοδοτήσεις
  2. Πρόσοδοι από επιχορηγήσεις, δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες και από κάθε φύσεως τακτικές ή έκτακτες εισφορές φυσικών ή νομικών προσώπων εσωτερικού ή εξωτερικού
3.  
    Προς επιτέλεση του έργου του ΚΕ.Π.Ε., οι δημόσιες υπηρεσίες, τα Ν.Π.Δ.Δ., οι δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί, δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, στους οποίους μετέχει το Δημόσιο, οφείλουν όπως θέτουν στη διάθεση του Κέντρου, ύστερα από αίτησή του, κάθε στοιχείο ή μελέτη απαραίτητα για τη διεξαγωγή του έργου αυτού.
Άρθρο 24
1.  
    Το πάσης φύσεως προσωπικό του Κέντρου προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου ή ορισμένου χρόνου, δυναμένη να ανανεώνεται για ορισμένο η αόριστο χρόνο
2.  
    Σε σχέση με το ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α) με το προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ρυθμίζονται τα της οργανώσεως, διαρθρώσεως και λειτουργίας των υπηρεσιών του Κέντρου, τα των κατηγοριών και κλάδων προσωπικού, τα των οργανικών θέσεων, προσόντων και της υπηρεσιακής κατάστασης αυτού, τα της συνθέσεως των υπηρεσιακών και πειθαρχικών συμβουλίων, τα της εκπαιδεύσεως και μετεκπαιδεύσεως του προσωπικού του Κέντρου, τα των αμοιβών αυτού, τα του πειθαρχικού ελέγχου και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
3.  
    Με κοινή απόφαση, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ρυθμίζονται η διαδικασία της οικονομικής διαχείρισης, της διενέργειας δαπανών προμηθειών πάσης φύσεως υλικού, οργάνων και εκτέλεσης έργων. Με την ίδια ή όμοια απόφαση καθορίζονται οι αποδοχές του Επιστημονικού Διευθυντή και η αμοιβή των μελών και του Γραμματέα του Δ.Σ. του ΚΕ.Π.Ε.
Άρθρο 25
1.  
    Τυχόν εκκρεμείς δίκες του ΚΕ.Π.Ε. υπό την προηγούμενη μορφή του, ως Ν.Π.Δ.Δ., συνεχίζονται, χωρίς άλλη διατύπωση, από το ΚΕ.Π.Ε. υπό τη νέα του μορφή.
2.  
    Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου το ΚΕ.Π.Ε. υπό τη νέα του μορφή υπεισέρχεται ως καθολικός διάδοχος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του, υπό την προηγούμενη μορφή, ΚΕ.Π.Ε. και αποκτά τα περιουσιακά στοιχεία αυτού, χωρίς καμία διατύπωση.
3.  
    Το πάσης φύσεως προσωπικό που υπηρετεί, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, στο ΚΕ.Π.Ε. εντάσσεται υποχρεωτικά σε οργανικές θέσεις που θα συσταθούν κατά τη διαδικασία της παραγράφου 2 του προηγούμενου άρθρου, αναλόγως των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων αυτού. Μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης στις νέες θέσεις, το προσωπικό του ΚΕ.Π.Ε. θα διέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος.
4.  
    Επιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλων από και προς το ΚΕ.Π.Ε., προς και από υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες και Ν.Π.Δ.Δ., με απόφαση των αρμόδιων υπουργών και του Υπουργού Οικονομικών, μετά από προηγούμενη γνώμη των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων.
5.  
    Κάθε διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του κεφαλαίου αυτού καταργείται
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 26
1.  
    Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών είναι δυνατόν να διατίθενται δωρεάν, με όρους ή χωρίς όρους, απευθείας στη Σχολή Επιμόρφωσης Υπαλλήλων Υπουργείου Οικονομικών (Σ.Ε.Υ.Υ.Ο), για τις ανάγκες λειτουργίας της και επιτέλεσης του σκοπού της, κινητά περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου που τα διαχειρίζεται το Υπουργείο Οικονομικών και είχαν διατεθεί στη διεύθυνση εκπαίδευσης αυτού, η οποία καταργείται από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
2.  
    Η παράγραφος 13 του άρθρου 2 του ν.2343/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 13. Σε περίπτωση αδυναμίας πλήρωσης όλων των κενών θέσεων οικονομικών επιθεωρητών που προκηρύχθηκαν, λόγω έλλειψης υποψηφίων με τα κατάλληλα προσόντα, καθήκοντα οικονομικού επιθεωρητή είναι δυνατόν να ανατίθενται προσωρινά, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, σε υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών, κατηγορίας ΠΕ και βαθμού Α, που μπορούν να ανταποκριθούν στο ανατιθέμενο έργο, ανεξαρτήτως του κλάδου στον οποίο ανήκουν. Οι παραπάνω υπάλληλοι, κατά το χρόνο άσκησης καθηκόντων επιθεωρητή, εξομοιούνται με τους οικονομικούς επιθεωρητές και λαμβάνουν τις αποδοχές αυτών..
3.  
    Όπου από τις κείμενες διατάξεις προβλέπεται η συμμετοχή σε συλλογικά όργανα προϊσταμένων υπηρεσιών επιθεώρησης ή επιθεωρητών του Υπουργείου Οικονομικών, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, στη θέση αυτών ορίζονται οικονομικοί επιθεωρητές του άρθρου 2 του ν. 2343/1995.
4.  
    Όταν για τη νόμιμη συγκρότηση και λειτουργία συλλογικών οργάνων του Υπουργείου Οικονομικών προβλέπεται η συμμετοχή, ως μέλους, γραμματέα ή εισηγητή ή με άλλη ιδιότητα, ως εκ της θέσεώς του, υπαλλήλου υπηρεσίας που έχει καταργηθεί ή έχει αλλάξει μορφή, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή του εξουσιοδοτημένου από αυτόν οργάνου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται για το σκοπό αυτόν υπάλληλος άλλης υπηρεσίας του ίδιου ή άλλου φορέα. Με όμοια απόφαση ορίζεται η έδρα των οργάνων αυτών στην περίπτωση που η έδρα της παραπάνω υπηρεσίας είχε ορισθεί και ως έδρα αυτών. Τυχόν πλημμέλειες σε γνωμοδοτήσεις ή αποφάσεις των συλλογικών οργάνων του Υπουργείου Οικονομικών, που εκδόθηκαν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του ν. 2503/1997 (ΦΕΚ 107 Α), μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού και ανάγονται στη συμμετοχή στα όργανα αυτά, εκπροσώπων υπηρεσιών της Περιφέρειας ή άλλων υπηρεσιών που δεν υπάγονται στην Περιφέρεια, στη θέση υπαλλήλων υπηρεσιών που προβλέπονται στη συγκρότηση των παραπάνω συλλογικών οργάνων, οι οποίες έχουν καταργηθεί ή μεταβάλει μορφή ή αρμοδιότητες, δεν επηρεάζουν το κύρος των πράξεων αυτών.
5.  
    Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών, δύναται να συνιστώνται στο Υπουργείο Οικονομικών οργανικές μονάδες ενδιάμεσου επιπέδου μεταξύ διεύθυνσης και τμήματος. Η επιλογή προϊσταμένων των παραπάνω οργανικών μονάδων γίνεται κατά τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 6 του άρθρου 36 του ν. 2190/1994. Οι υφιστάμενες οργανικές μονάδες του Υπουργείου Οικονομικών του επιπέδου αυτού εξακολουθούν να λειτουργούν ως έχουν και μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του ν. 2503/1997 (ΦΕΚ 107 Α).
6.  
    Η οργάνωση της Κεντρικής Υπηρεσίας και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών δύναται να ορίζεται με ιδιαίτερα προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών
7.  
    Στην παράγραφο 2 του άρθρου 39 του ν.1914/1990 (ΦΕΚ 178 Α), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 6 του ν. 2526/1997 (ΦΕΚ 205 Α), προστίθεται δεύτερο εδάφιο, που έχει ως εξής: Προϊστάμενοι των συνεργείων δύναται να τοποθετούνται και οι προϊστάμενοι διευθύνσεων και τμημάτων των δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών και των περιφερειακών διευθύνσεων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.)..
8.  
    Η περίπτωση β της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του π.δ. 211/1996 (ΦΕΚ 166 Α) αντικαθίσταται ως εξής: β) Συνολικό χρόνο υπηρεσίας, κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου της επιλογής έτους, που να μην υπερβαίνει τα είκοσι οκτώ (28) έτη. Στο χρόνο αυτόν συνυπολογίζεται ο αναγνωρισμένος χρόνος κατά τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης, μη συμπεριλαμβανομένου του χρόνου της στρατιωτικής θητείας. Οι περιορισμοί αυτοί δεν ισχύουν για τους υποψήφιους, οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος διατάγματος υπηρετούσαν σε υπηρεσίες Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών και ασκούσαν καθήκοντα επιθεωρητή.
9.  
    Για τη στελέχωση των Υπηρεσιών του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), με προσωπικό που έχει τα τυπικά προσόντα της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 1943/1991 (ΦΕΚ 50 Α) δεν απαιτούνται οι προϋποθέσεις του πρώτου και δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του π.δ. 218/1996 (ΦΕΚ 168 Α).
Άρθρο 27 "Διαφάνεια στις οικονομικές σχέσεις του Κράτους και των δημόσιων επιχειρήσεων του μεταποιητικού τομέα"
1.  
    Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι η εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 93/84/ΕΟΚ της Επιτροπής της Ε.Ε. της 30/9/93 για την τροποποίηση της Οδηγίας 80/723/ΕΟΚ περί της διαφάνειας των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των Κρατών-Μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων (ΕΕ 254/12/10/93).
2.  
    Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου ως δημόσια επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες στο μεταποιητικό τομέα θεωρείται κάθε επιχείρηση που έχει κύριο τομέα δραστηριότητας της το μεταποιητικό, ο οποίος πρέπει να αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικού κύκλου εργασιών της, όπως αυτός ορίζεται στους υπότιτλους ΔΑ έως ΔΝ του τίτλου Δ της κοινής ονοματολογίας των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΝΑCΕ-αναθεωρημένη) του Κανονισμού (ΕΟΚ) 761/93 της Επιτροπής της Ε.Ε. (ΕΕ 83/3/4/93).
3.  
    Η Διεύθυνση Επιχειρησιακού Σχεδιασμού Δημόσιων Επιχειρήσεων και Οργανισμών Δ.Ε.Κ.Ο. του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας υποχρεούται να κοινοποιεί στην αρμόδια Διεύθυνση της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένες οικονομικές πληροφορίες, σε ετήσια βάση, για τις δημόσιες επιχειρήσεις του μεταποιητικού τομέα, όπως αυτές ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, των οποίων ο κύκλος εργασιών έχει υπερβεί κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος τις διακόσια πενήντα εκατομμύρια (250.000.000) ΕΝΜ.
4.  
    Οι οικονομικές πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο είναι οι ακόλουθες:
  1. Ετήσια έκθεση και ετήσιοι λογαριασμοί, οι οποίοι να περιλαμβάνουν τον ισολογισμό, τα αποτελέσματα χρήσεως και το προσάρτημα, καθώς και τις λογιστικές αρχές, τη σχετική δήλωση του Διοικητικού Συμβουλίου, τα στοιχεία ανά τομέα και την έκθεση πεπραγμένων.
  2. Επίσης, κοινοποιούνται τα πρακτικά των συνελεύσεων των μετόχων, καθώς και κάθε άλλη σχετική πληροφορία.
  3. Εφόσον δεν εμφανίζονται στην έκθεση διαχείρισης και στους ετήσιους λογαριασμούς, πρέπει να παρέχονται ξεχωριστά για κάθε επιχείρηση και οι ακόλουθες πληροφορίες:
    • Οι εισφορές σε μετοχικό κεφάλαιο ή οιονεί κεφάλαιο εξομοιούμενο με εταιρικό κεφάλαιο.
    • Να διευκρινίζονται οι όροι με τους οποίους πραγματοποιείται η εισφορά (κοινές μετοχές, προνομιούχες, με απόδοση υπό αίρεση ή μετατρέψιμες και επιτόκια, μερίσματα ή σχετικά δικαιώματα μετατροπής).
    • Στο μετοχικό κεφάλαιο περιλαμβάνεται το μετοχικό κεφάλαιο που παρέχει άμεσα το Κράτος και το μετοχικό κεφάλαιο από δημόσιες εταιρίες χαρτοφυλακίου και άλλες δημόσιες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, που ανήκουν ή όχι στον ίδιο όμιλο.
    • Επίσης, να διευκρινίζεται η σχέση μεταξύ του χρηματοδότη και του δικαιούχου.
    • Οι μη επιστρεπτέες επιχορηγήσεις ή επιστρεπτέες μόνο υπό ορισμένους όρους
    • Η χορήγηση δανείων προς την επιχείρηση, συμπεριλαμβανομένων των καθ υπέρβαση χορηγήσεων και των προκαταβολών έναντι των εισφορών κεφαλαίου.
    • Να διευκρινίζονται τα επιτόκια και οι όροι του δανείου και κατά περίπτωση, οι εγγυήσεις που παρέχονται στο δανειστή από την επιχείρηση που λαμβάνει το δάνειο.
    • Οι εγγυήσεις που παρέχει στην επιχείρηση το Δημόσιο για την κάλυψη του χορηγούμενου δανείου, καθώς και οι όροι και τα ενδεχόμενα τέλη που καταβάλλει η επιχείρηση για τις εν λόγω εγγυήσεις
    • Τα καταβληθέντα μερίσματα και μη διανεμηθέντα κέρδη
    • Κάθε άλλη μορφή κρατικής παρέμβασης, ιδίως η παραίτηση του Κράτους από οφειλές των δημόσιων επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων της επιστροφής δανείων, των επιχορηγήσεων, της ρύθμισης των φορολογικών χρεών των εταιριών και των κοινωνικών επιβαρύνσεων ή παρόμοιων οφειλών.
    • Οι ανωτέρω πληροφορίες παρέχονται ξεχωριστά για κάθε δημόσια επιχείρηση συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που είναι εγκαταστημένες σε άλλο Κράτος-Μέλος της Ε.Ε.
    • Οι πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, στοιχεία σχετικά με τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στο εσωτερικό ενός ομίλου και μεταξύ διαφόρων ομίλων δημόσιων επιχειρήσεων, καθώς και άμεσα μεταξύ του Κράτους και των δημόσιων επιχειρήσεων.
    • Οι εκθέσεις που αναφέρονται στην πιο πάνω περίπτωση α υποβάλλονται για καθεμία δημόσια επιχείρηση ξεχωριστά, καθώς και για την ελέγχουσα εταιρία χαρτοφυλακίου, η οποία περιλαμβάνει πολλές δημόσιες επιχειρήσεις, στο βαθμό που η ελέγχουσα εταιρία χαρτοφυλακίου, μπορεί, βάσει των ενοποιημένων πωλήσεων, να ταξινομηθεί ως μεταποιητική σύμφωνα με τον ορισμό της παραγράφου 2.
5.  
    Για τις δημόσιες επιχειρήσεις που έχουν κατανείμει τις δραστηριότητές τους σε διάφορες επιχειρήσεις ανεξάρτητες μεταξύ τους από νομική άποψη, αρκεί μια ενοποιημένη έκθεση. Η ενοποιημένη αυτή έκθεση θα αντικατοπτρίζει την οικονομική πραγματικότητα του ομίλου των επιχειρήσεων που ασκεί δραστηριότητες στον ίδιο ή σε στενά συνδεδεμένους τομείς. Οι ενοποιημένες εκθέσεις από διάφορες εταιρίες χαρτοφυλακίου καθαρά χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα δεν επαρκούν.
6.  
    Οι οικονομικές πληροφορίες της παραγράφου 4 αποστέλλονται στην Επιτροπή της Ε.Ε. σε ετήσια βάση. Για το 1997 και τα επόμενα έτη η παροχή των οικονομικών πληροφοριών προς την Επιτροπή πραγματοποιείται εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης της ετήσιας έκθεσης της δημόσιας επιχείρησης. Για τα τέσσερα (4) έτη που προηγούνται του έτους της δημοσίευσης του παρόντος νόμου, οι πληροφορίες κοινοποιούνται στην Επιτροπή εντός εξαμήνου από την ημερομηνία της ανωτέρω δημοσίευσης. Για τις επιχειρήσεις που δεν δημοσιεύουν ετήσια έκθεση, οι απαιτούμενες πληροφορίες υποβάλλονται το αργότερο εντός εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία λήξης της εταιρικής χρήσης.
7.  
    Εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου η Διεύθυνση Επιχειρησιακού Σχεδιασμού Δ.Ε.Κ.Ο. του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας κοινοποιεί στην Επιτροπή της Ε.Ε. κατάλογο των εταιριών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου, αναφέροντας τον κύκλο εργασιών τους. Ο κατάλογος αυτός θα ενημερώνεται στις 31 Μαρτίου κάθε έτους. Επίσης, η ανωτέρω αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας παρέχει στην Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάθε συμπληρωματική πληροφορία που αυτή κρίνει αναγκαία για την πλήρη εκτίμηση των στοιχείων που της κοινοποιούνται.
Άρθρο 28
1.  
    Η παράγραφος 28 του άρθρου 19 του ν. 2386/1996 (ΦΕΚ 43 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 28. Οι διατάξεις των άρθρων 1 και 5 του κανονιστικού διατάγματος της 26ης Ιουνίου - 10ης Ιουλίου 1944 Περί κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου (ΦΕΚ 139 Α), όπως τροποποιηθείσες ισχύουν, έχουν εφαρμογή και στις δικαστικές διαφορές του Δημοσίου, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, με εξαίρεση τις φορολογικές διαφορές, τις υποθέσεις των περιπτώσεων ε και ζ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 (ΦΕΚ 182 Α) και τις υποθέσεις της ακυρωτικής διαδικασίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Διοικητικών Εφετείων. Οι προβλεπόμενες από διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας επιδόσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Δημοσίου ή των κατά το άρθρο 1 του πιο πάνω κανονιστικού διατάγματος νομικών προσώπων, γίνονται στο κατάστημα του Ν.Σ.Κ. Στις διαφορές του άρθρου 1 του ν. 1406/1983, στις οποίες εφαρμόζονται τα άρθρα 1 και 5 του παραπάνω κανονιστικού διατάγματος, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, όταν εναγόμενο ή καθ ου η προσφυγή, ή η ανακοπή, ή το ένδικο μέσο ή βοήθημα είναι το Δημόσιο, ή τα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, η Γραμματεία του οικείου διοικητικού δικαστηρίου, κοινοποιεί εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο τη σχετική με αυτή πράξη του Προέδρου, μαζί με επικυρωμένο αντίγραφό του οικείου δικογράφου, στο δικηγόρο που το υπογράφει και στη δημόσια υπηρεσία από ενέργεια της οποίας προήλθε η ένδικη διαφορά. Επικυρωμένο αντίγραφο της πράξης αυτής και του δικογράφου υποχρεούται ο δικηγόρος να κοινοποιήσει στο Δημόσιο ή στο νομικό πρόσωπο τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο και να προσκομίσει τις εκθέσεις επίδοσης στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, μία τουλάχιστον ημέρα πριν απ αυτή. Σε περίπτωση παράλειψης της υποχρέωσης αυτής ή μη προσήκουσας κοινοποίησης και απουσίας του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου στη δίκη, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και ορίζεται νέα δικάσιμος για να γίνει η κλήτευσή τους, σύμφωνα με τα παραπάνω. Αν η κλήτευση αυτή δεν γίνει, το δικαστήριο απορρίπτει το σχετικό δικόγραφο ως απαράδεκτο. Σε περίπτωση που συντρέχει λόγος για νέα ή περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης, επαναλαμβάνεται η ίδια διαδικασία για την κλήτευσή τους. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, αν το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο παρίστανται και δεν αντιλέγουν, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί ως προς αυτά οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου για τις κοινοποιήσεις. Η αρμόδια για την παροχή στοιχείων δημόσια υπηρεσία υποχρεούται να διαβιβάζει τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο έκθεση απόψεων μαζί με το σχετικό φάκελο, τόσο στη Γραμματεία του οικείου διοικητικού δικαστηρίου, όσο και στο αρμόδιο για το χειρισμό της υπόθεσης ΓραφείοΝομικού ΣυμβούλουήΔικαστικό Γραφείο ή δικηγόρο του Δημοσίου, επιφυλασσομένων, σε περίπτωση μη αποστολής τους, των συνεπειών των άρθρων 37 του π.δ. 341/1978 (ΦΕΚ 71 Α) και 20 παρ. 2 του π.δ. 282/1996 (ΦΕΚ 199 Α) αντιστοίχως. Οι ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου ως προς τη διαδικασία κλήτευσης του Δημοσίου και των παραπάνω νομικών προσώπων δεν ισχύουν για τα δικόγραφα που έχουν κατατεθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του, καθώς και για τις αιτήσεις αναιρέσεως, για την κοινοποίηση των οποίων προβλέπει το άρθρο 21 παρ. 4, 5 και 6 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α). Τα πρακτικά γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. σε υποθέσεις ακυρωτικής διαδικασίας, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Διοικητικού Εφετείου, εγκρίνονται από τον αρμόδιο κατά περίπτωση υπουργό..
2.  
    Οι προθεσμίες, που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 5 του ν. 1386/1983 (ΦΕΚ 107 Α), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 του ν. 1882/1990 και του άρθρου 46α παρ. 10 του ν. 1892/1990, όπως το εν λόγω άρθρο προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε ως προς την παρ. 10 με το άρθρο 53 παρ. 3 του ν. 2224/1994 (ΦΕΚ 112 Α) αρχίζουν για το Δημόσιο, από την κοινοποίηση της σχετικής πρόσκλησης του εκκαθαριστή, στον Υπουργό Οικονομικών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
3.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ 62 Α) αντικαθίσταται ως εξής: Ί. Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου από μέρους του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, του οποίου η νομική υπηρεσία και η δικαστική εκπροσώπηση διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) ή από μέλη του, το αναιρεσείον, με επιμέλεια του υπογράφοντος το αναιρετήριο δικαστικού πληρεξουσίου, αποστέλλει στο Ν.Σ.Κ. αντίγραφο του αναιρετηρίου, των προσβαλλόμενων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης και των παρεμπιπτουσών δικών, καθώς και των προτάσεων των διαδίκων.
4.  
    Οι διατάξεις των άρθρων 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26ης Ιουνίου - 10ης Ιουλίου 1944 Περί Κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου και 22 παρ. 4 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ 230 Α) έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.). Τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης, ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών.
5.  
    Το ανώτατο όριο της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό καθορίζεται κάθε φορά με την κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 (ΦΕΚ 200 Α), επιδικάζεται συνολικά υπέρ όλων των διαδίκων που παρίστανται στη δίκη με κοινό δικόγραφο. Το ίδιο ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
6.  
    Τα τρίτο και τέταρτο εδάφια της παραγράφου 3 του άρθρου 18 του ν.δ. 797/1971 (ΦΕΚ 1 Α) εφαρμόζονται αναλόγως και επί των αιτήσεων αναίρεσης του άρθρου 21 αυτού.
7.  
    Στις περιπτώσεις που υπηρεσίες του Δημοσίου, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 190 Α), επιμελούνται για την είσπραξη εσόδων άλλων νομικών προσώπων, υπέρ των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές, στις σχετικές δίκες που δημιουργούνται, δεν νομιμοποιείται να παρίσταται ως διάδικο το Δημόσιο, αλλά το ενδιαφερόμενο νομικό πρόσωπο.
8.  
    Η Ολομέλεια του Ν.Σ.Κ. διακρίνεται σε πλήρη, όταν συγκροτείται, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 2 του π.δ. 282/1996 Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και σε τακτική, όταν αποτελείται από τον Πρόεδρο και, εναλλάξ κατά συνεδρίαση από τους αντιπροέδρους και τους Νομικούς Συμβούλους, που κατέχουν εκάστοτε περιττό ή άρτιο, κατά τη σειρά της αρχαιότητας τους, αριθμό και η οποία συνεδριάζει νομίμως με την παρουσία δεκαεπτά (17) τουλάχιστον μελών. Τον πρόεδρο, όταν απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνει ο αρχαιότερος από τους αντιπροέδρους. ο οποίος κατέχει αριθμό περιττό ή άρτιο, αντίστοιχα. προς την καλούμενη για τη συγκεκριμένη συνεδρίαση σειρά Νομικών Συμβούλων. Η πλήρης Ολομέλεια γνωμοδοτεί: α) σε υποθέσεις και ερωτήματα, για τα οποία ζητείται από Υπουργό απευθείας η γνώμη της, ή για τα οποία προηγήθηκε γνωμοδότηση της τακτικής Ολομέλειας με πλειοψηφία μιας ψήφου και β) στην περίπτωση του άρθρου 5 παρ. 3 περ. δ του π.δ. 282/1996.
9.  
    Η διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 24 του άρθρου 19 του ν. 2386/1996 αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε ως εξής: Τα πρακτικά ή οι γνωμοδοτήσεις του Ν.Σ.Κ. που εκδίδονται κατά περίπτωση επί των υποθέσεων των παραπάνω Ν.Π.Δ.Δ. εγκρίνονται ή γίνονται αποδεκτές αντίστοιχα από το όργανο, που εκπροσωπεί το οικείο νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις που το διέπουν..
10.  
    Η νομική και δικαστική υποστήριξη των υπηρεσιών φορολογικού ελέγχου (Ελεγκτικά Κέντρα) και του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, που συστήθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του ν. 2343/1995 ανατίθεται στα κατά τόπους αντίστοιχα Γραφεία του Ν.Σ.Κ. Οι θέσεις νομικών συμβούλων, που συστήθηκαν με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 12 του εν λόγω νόμου στις πιο πάνω, υπηρεσίες μετατρέπονται σε θέσεις παρέδρων και μαζί με τις λοιπές θέσεις παρέδρων που συστήθηκαν με την ίδια διάταξη μεταφέρονται στο Ν.Σ.Κ. και κατανέμονται στα Γραφεία αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις, που το διέπουν. Οι θέσεις του διοικητικού προσωπικού του Ν.Σ.Κ. κατηγορίας Δ.Ε. (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) αυξάνονται κατά τριάντα (30) και κατανέμονται στους κλάδους αυτής με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. Οι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις κατηγορίας ΠΕ του ίδιου προσωπικού μετατρέπονται σε θέσεις κατηγορίας ΔΕ και κατανέμονται στους κλάδους αυτής με όμοια απόφαση.
11.  
    Οι αρμοδιότητες των Γραφείων Νομικών Συμβούλων, που προβλέπονται στο άρθρο 17 παρ. 2 περ. α του π.δ. 282/1996 και οι όμοιες αρμοδιότητες των ειδικών Νομικών Γραφείων του Ν.Σ.Κ., μπορεί με απόφαση του προέδρου να μεταφέρονται και να ασκούνται από τους αρμόδιους, κατά περίπτωση, Σχηματισμούς της Κεντρικής Υπηρεσίας. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία μεταφοράς, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
12.  
    Με πράξη του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. εκδίδεται ο Εσωτερικός Κανονισμός Εργασιών αυτού, με τον οποίο ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας των υπηρεσιακών του μονάδων, οι σχετικές διαδικασίες, τα κατ ιδίαν καθήκοντα του προσωπικού, τα τηρούμενα βιβλία, ευρετήρια και στατιστικά στοιχεία και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
13.  
    Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 49 του ν. 2172/1993 (ΦΕΚ 207 Α) προστίθεται εδάφιο που ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1995 και το οποίο έχει ως εξής: Για την εφαρμογή αυτή δεν υπολογίζεται ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας ως κληρωτού ή εφέδρου.
14.  
    Οι διοικητικές πράξεις, που εκδίδονται για τα θέματα του διοικητικού προσωπικού του Ν.Σ.Κ., που αναφέρονται στο άρθρο 104 του π.δ. 282/1996 υπογράφονται από τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., εφόσον στις λοιπές διατάξεις του ίδιου διατάγματος δεν προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση.
15.  
    Η μετάταξη γίνεται ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου και σύμφωνη . γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου του Ν.Σ.Κ., σε κενές οργανικές θέσεις του διοικητικού του προσωπικού, κατηγορίας και κλάδου αντίστοιχου των προσόντων του μετατασσομένου και αν δεν υπάρχουν κενές θέσεις, σε αντίστοιχες θέσεις προσωποπαγείς, οι οποίες συνιστώνται με την πιο πάνω απόφαση.
Άρθρο 29
1.  
    Με απόφαση του το Διοικητικό Συμβούλιο του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών δύναται να κηρύξει άκυρη πράξη (χρηματιστηριακή συναλλαγή) που καταρτίσθηκε μέσω του Αυτόματου Συστήματος Ηλεκτρονικών Συναλλαγών, εφόσον κατά την κρίση του η κήρυξη της πράξης ως άκυρης απαιτείται για την εύρυθμη λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς ή την προστασία συμφερόντων του επενδυτικού κοινού, όπως όταν η κατάρτιση της πράξης είναι κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών προϊόν απάτης. Η παραπάνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνεται το αργότερο εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας από την ημερομηνία κατάρτισης της σχετικής πράξης και ανακοινώνεται αμέσως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της δύναται να ακυρώσει την κοινοποιούμενη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών με απόφαση της, η οποία λαμβάνεται εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας από την κοινοποίηση της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, άλλως η κηρυχθείσα ως άκυρη πράξη δεν παράγει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα και ιδιαίτερα ως προς τα αντισυμβαλλόμενα μέλη και τους παραγγελείς τους. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και της Εκτελεστικής Επιτροπής της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν ευθύνονται έναντι των αντισυμβαλλόμενων μελών, των παραγγελέων τους ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου για τη λήψη ή μη απόφασης ως προς την ακυρότητα ή μη πράξης (χρηματιστηριακής συναλλαγής) που καταρτίσθηκε μέσω του Αυτόματου Συστήματος Ηλεκτρονικών Συναλλαγών. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να εξειδικεύσει, με απόφαση της, τα κριτήρια που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης.
2.  
    Τα μέλη διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας που έχουν διορισθεί βάσει της διαδικασίας του άρθρου 91 του ν. 2533/1997 (ΦΕΚ 228 Α), κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν ευθύνονται ποινικά ούτε ενέχονται ατομικά προς καταβολή, λόγω της μη καταβολής φόρων ή εν γένει χρεών προς το Δημόσιο ή οποιαδήποτε άλλη αρχή ή ασφαλιστικό οργανισμό, τα οποία είχαν γεννηθεί πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους ως μελών της προσωρινής διοίκησης της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας. Για τις ίδιες αιτίες δεν διατάσσεται σε βάρος των προσώπων αυτών απαγόρευση εξόδου από τη χώρα. Με την παρούσα διάταξη δεν θίγεται η ευθύνη των παραπάνω προσώπων για φόρους ή χρέη προς το Δημόσιο ή οποιαδήποτε άλλη αρχή ή ασφαλιστικό οργανισμό που θα γεννηθούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ως προσωρινής διοίκησης της εταιρίας. Η ισχύς της διάταξης αυτής ανατρέχει στην 1.9.1997.
3.  
    Η Εκτελεστική Επιτροπή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει για την άσκηση κάθε ένδικου μέσου ή την παραίτηση από αυτό και παρέχει την εντολή και αναγκαία πληρεξουσιότητα στους δικηγόρους της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής και σε άλλους δικηγόρους για την επιχείρηση οποιασδήποτε δικαστικής ή εξώδικης ενέργειας
4.  
    Στην παράγραφο 2 του άρθρου 4 του ν. 2527/1997 προστίθενται οι λέξεις: πλην των διατάξεων του άρθρου 37 του ν. 2459/1997 και του άρθρου 36 παράγραφος 2δ και παράγραφος 3 του ν. 2324/1995. Η διάταξη αυτής της παραγράφου ισχύει από 8.10.1997.
5.  
    Αντικαθίσταται η παράγραφος 1 του άρθρου 23 του ν. 2396/1996 ως εξής: 1. Η χρηματιστηριακή εταιρία είναι ανώνυμη εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με κύριο σκοπό τη διεξαγωγή χρηματιστηριακών συναλλαγών. Η ανώνυμη εταιρία μπορεί να παρέχει, επίσης, οποιαδήποτε κύρια ή παρεπόμενη επενδυτική υπηρεσία κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος νόμου. εφόσον απαριθμείται στην άδεια της. Οι υφιστάμενες κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρίες δικαιούνται να παρέχουν τις ακόλουθες υπηρεσίες:.
  1. Τις υπηρεσίες του άρθρου 2 παράγραφος 1 περίπτωση α υποπερίπτωση i και ii, περίπτωση β του ν. 2396/1996 ως προς κινητές αξίες που είναι εισηγμένες σε διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων.
  2. Τις υπηρεσίες του άρθρου 2 παράγραφος 1 περίπτωση δ του ν. 2396/1996 ως προς την εισαγωγή κινητών αξιών σε οργανωμένη αγορά, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις περί αναδοχής έκδοσης τίτλων κατά τις κείμενες διατάξεις.
  3. Τις υπηρεσίες του άρθρου 2 παράγραφος 2 περίπτωση α του ν. 2396/1996 ως προς κινητές αξίες που είναι εισηγμένες σε διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά και μερίδια συλλογικών επενδύσεων.
  4. Τις υπηρεσίες του άρθρου 2 παράγραφος 2 περιπτώσεις ε και στ ως προς κινητές αξίες εισαγόμενες ή εισηγμένες σε διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά.
  5. Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν. 1306/1988 (ΦΕΚ 207 Α), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α), καταργείται..
6.  
    Ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρείες δύνανται, κατ εξαίρεση, να κατέχουν για ίδιο λογαριασμό κινητές αξίες που δεν είναι διαπραγματεύσιμες σε οργανωμένες αγορές, εάν με σχετική απόφαση της η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χορηγήσει τη σχετική άδεια. Η παραπάνω απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δύναται να αφορά είτε σε συγκεκριμένη τοποθέτηση μετά από αίτηση της ενδιαφερόμενης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας είτε σε κατηγορία ή κατηγορίες επενδύσεων, χωρίς να απαιτείται στην περίπτωση σχετική προς τούτο αίτηση ενδιαφερομένου. Ύστερα από αίτηση που υποβάλλεται εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται με απόφαση της να εγκρίνει τοποθετήσεις που έγιναν, προ της ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου, από χρηματιστηριακές εταιρίες σε κινητές αξίες μη διαπραγματεύσιμες σε οργανωμένες αγορές.
7.  
    Κατά παρέκκλιση των προβλεπομένων στο στοιχείο (βγ) του εδαφίου (β) της παραγράφου 6 του άρθρου 43 του κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του π.δ. 367/1994, ως τρέχουσα τιμή μετοχών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών Α.Ε., τις οποίες απέκτησε ανώνυμη εταιρία μέσω ιδιωτικής τοποθέτησης από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 2324/1995, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 101 του ν. 2533/1997 (ΦΕΚ 228 Α), θεωρείται η τιμή κτήσης των μετοχών αυτών κατά την παραπάνω αναφερόμενη ιδιωτική τοποθέτηση. Η παρούσα διάταξη ισχύει από 1ης Δεκεμβρίου 1997.
8.  
    Μέτοχος των Εταιριών Χρηματιστήριο Παραγώγων Αθηνών Α.Ε. και Εταιρία Εκκαθάρισης Συναλλαγών επί Παραγώγων Α.Ε., η διαδικασία σύστασης των οποίων ρυθμίζεται από τις ειδικές διατάξεις του ν. 2533/1997 (ΦΕΚ 228 Α), δύναται να είναι και η Ανώνυμη Εταιρία Αποθετηρίων Τίτλων (Α.Ε.Α.Τ.). Ως προς τους όρους συμμετοχής της Α.Ε.Α.Τ. στο μετοχικό κεφάλαιο των ανωτέρω εταιριών ισχύουν αναλογικά οι διατάξεις του ν. 2533/1997 που αφορούν τη συμμετοχή του Χ.Α.Α. Α.Ε. στο μετοχικό τους κεφάλαιο.
Άρθρο 30
1.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 43 και 44α του κ.ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιριών, οι επιχειρήσεις και οργανισμοί των οποίων αποκλειστικός μέτοχος ή με πλειοψηφία μετοχών άνω του εξήντα τοις εκατό (60%) είναι το Δημόσιο, ευθέως ή μέσω άλλης επιχείρησης ή οργανισμού του οποίου αποκλειστικός ή πλειοψηφών μέτοχος είναι το Δημόσιο και λειτουργούν με τη μορφή Α.Ε., υποχρεούνται να διαθέτουν από την εταιρική χρήση 1997 και εφεξής ολόκληρο το προβλεπόμενο από το καταστατικό τους ή από διατάξεις νόμων μέρισμα στο μέτοχο.
2.  
    Οι εκπρόσωποι του Δημοσίου στη Γενική Συνέλευση των μετόχων υποχρεούνται να ακολουθήσουν τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου κατά τη λήψη της απόφασης περί διάθεσης των κερδών. Ομοίως οι εκπρόσωποι των επιχειρήσεων ή οργανισμών της προηγούμενης παραγράφου ασκούντες το δικαίωμα μετόχου στη Γενική Συνέλευση θυγατρικής επιχείρησης υποχρεούνται να ακολουθήσουν τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου κατά τη λήψη της απόφασης περί διάθεσης των κερδών.
3.  
    Απόφαση Γενικής Συνέλευσης που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού θεωρείται άκυρη κατά το μέρος αυτής περί διάθεσης των κερδών και η αρμόδια υπηρεσία για τη δημοσίευση των στοιχείων της περίπτωσης ζ της παραγράφου 1 του άρθρου 7α του κ.ν. 2190/1920 υποχρεούται να αρνηθεί την εντολή για δημοσίευση του ισολογισμού στο τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, εφόσον δεν συνοδεύεται με βεβαίωση της αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών ότι η διάθεση των κερδών έγινε σύμφωνα με το νόμο αυτόν.
4.  
    Το Ελληνικό Δημόσιο δικαιούται από το οικονομικό έτος 1997 και εφεξής μέρισμα δέκα τοις εκατό (10%) στα ετήσια καθαρά κέρδη της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.) και του Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας (Τ.Ε.Ο.). Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τρόπος απόδοσης του ανωτέρω μερίσματος.
5.  
    Η παράγραφος 7 του άρθρου 2 του ν. 2366/1995 (ΦΕΚ 256 Α) αντικαθίσταται ως εξής:.
6.  
    Για την εταιρική χρήση 1997 και μέχρι μεταβιβάσεως του 85% του μετοχικού κεφαλαίου της Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε. στο Ελληνικό Δημόσιο, τόσο η Δ.Ε.Π. Α.Ε. όσο και οι θυγατρικές της εταιρίες είναι υποχρεωμένες να καταβάλουν μέρισμα, ύψους 35% επί των ετήσιων καθαρών κερδών τους, ανεξαρτήτως του ύψους του καταβεβλημένου κεφαλαίου τους και τυχόν αντίθετης διάταξης του καταστατικού τους.
7.  
    Τα εδάφια αα και ββ της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του ν. 2328/1995, όπως αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 2433/1996 (ΦΕΚ 180 Α) αντικαθίστανται ως εξής: αα) ΛΟΤΤΟ από 1.1.1998: Ποσοστό σαράντα τρία τοις εκατό (43%) του συνόλου ως κέρδος των συμμετεχόντων στο αριθμολαχείο. Ποσοστό επτά τοις εκατό (7%) παρακρατείται από τον Ο.Π.Α.Π. για την κάλυψη των πάσης φύσεως εξόδων διοίκησης και λειτουργίας του, καθώς και λοιπών εξόδων του διαχειριστή, ως και για μελλοντικές επενδύσεις εκσυγχρονισμού. Ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%) στο Υπουργείο Πολιτισμού για την ενίσχυση του προγράμματος πολιτιστικής ανάπτυξης. Ποσοστό δεκαεπτά τοις εκατό (17%) στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού. Ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) στο Υπουργείο Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης για την προβολή των εθνικών θεμάτων. Ποσοστό δεκαεννέα τοις εκατό (19%) με επιμέλεια του Ο.Π.Α.Π. στο Ελληνικό Δημόσιο. ββ) ΠΡΟΤΟ από 1.1.1998: