Οργανωτική και λειτουργική αναδιάρθρωση των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις

loading...

Loading content ...


Expand whole document 

Container
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α ΕΝΟΠΟΙΗΣΕΙΣ - ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΕΙΣ -ΚΑΤΑΡΓΗΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ Άρθρο 1 Σύσταση Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών 1.Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.). Ο Οργανισμός τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και έχει έδρα την Αθήνα. 2.Ο ΟΑΕ.Ε. περιλαμβάνει τον Κλάδο Σύνταξης και τον Κλάδο Υγείας με πλήρη οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια έκαστος. Άρθρο 2 Σκοπός Ο.Α.Ε.Ε. Ο Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών έχει ως σκοπό την ασφαλιστική κάλυψη των προσώπων που αναφέρονται στο επόμενο άρθρο σε περίπτωση γήρατος, αναπηρίας, θανάτου, ατυχήματος, ασθένειας και μητρότητας, καθώς και των μελών της οικογενείας τους σε περίπτωση ασθένειας ή θανάτου τους. Άρθρο 3 1.Στην ασφάλιση του ανωτέρω Οργανισμού υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα, που ασκούν επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (Τ.Α.Ε.) του Ταμείου Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος (Τ.Ε.Β.Ε.),του Ταμείου Συντάξεων Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.), το τακτικό προσωπικό του Τ.Σ.Α., καθώς και οι ξενοδόχοι των οποίων η επιχειρηματική δραστηριότητα αρχίζει μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Προαιρετικά υπάγονται στην ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε. οι ξενοδόχοι των οποίων η επιχειρηματική δραστηριότητα έχει αρχίσει πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. 2.Από την έναρξη ισχύος του κατά το άρθρο 12 παρ. 2 Οργανισμού, όλοι οι ασφαλισμένοι των καταργούμενων Ταμείων μεταφέρονται στον Ο.Α.Ε.Ε. και θεωρούνται ασφαλισμένοι αυτού. 3.Ο χρόνος ασφάλισης, που πραγματοποιήθηκε στα καταργούμενα Ταμεία, ο χρόνος που αναγνωρίσθηκε και εξαγοράσθηκε ως συντάξιμος στα Ταμεία αυτά, καθώς και ο χρόνος που διανύεται ή αναγνωρίζεται έως την έναρξη ισχύος του Οργανισμού, λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε στην ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε.. 4.Με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται μετά πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Ε., αναλογιστική μελέτη και γνώμη του Σ.Κ.Α., υπάγονται στην ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε. οι αυτοτελώς απασχολούμενοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες, που σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις δεν είναι υποχρεωτικά ασφαλισμένοι σε άλλο Φορέα κύριας ασφάλισης. 5.Από την έναρξη ισχύος του Οργανισμού του Ο.Α.Ε.Ε. κάθε δήλωση φυσικού ή νομικού προσώπου προς τις Διευθύνσεις Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) για την έναρξη ασκήσεως επαγγέλματος, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος, πρέπει να συνοδεύεται υποχρεωτικά από βεβαίωση του Ο.Α.Ε.Ε. ότι ο δηλών υπέβαλε απογραφική δήλωση ασφάλισης. Άρθρο 4 1.Από την έναρξη ισχύος του προβλεπόμενου από το άρθρο 12 παρ. 2 του παρόντος νόμου Οργανισμού, το Τ.Α.Ε., το Τ.Ε.Β.Ε. και το Τ.Σ.Α. καταργούνται και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας αυτών περιέρχεται αυτοδικαίως στον Κλάδο Σύνταξης και στον Κλάδο Υγείας του Ο.Α.Ε.Ε., αντίστοιχα, ως καθολικό διάδοχο, χωρίς την καταβολή φόρου, τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων προσώπων. Οι μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου οικονομικές υποχρεώσεις του Τ.Σ.Α. προς το Ι.Κ.Α. του Κλάδου Ασθένειας καταβάλλονται από το Λ.Α.Φ.Κ.Α., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 67 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α) και με τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Κανονισμού Λειτουργίας του Λογαριασμού (Φ3/οικ. 4331/11.11.1992, ΦΕΚ 693 Β). 2.Για τη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων των καταργούμενων Ταμείων εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία μεταγράφεται ατελώς στα οικεία βιβλία του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου. 3.Εκκρεμείς δίκες, με διάδικο το Τ.Α.Ε., το Τ.Ε.Β.Ε. και το Τ.Σ.Α. συνεχίζονται από τον Ο.Α.Ε.Ε. χωρίς διακοπή. 4.Το Ταμείο Προνοίας Ξενοδόχων εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις του ν.δ. 688/1948 (ΦΕΚ 133 Α), όπως ισχύει, και καταβάλλει στα ασφαλιζόμενα από αυτό πρόσωπα τις προβλεπόμενες παροχές ως συμπληρωματικό βοήθημα. Άρθρο 5 Πόροι του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών Πόρους του Ο.Α.Ε.Ε. αποτελούν τα πάσης φύσεως έσοδα των καταργούμενων Ταμείων, έσοδα από ατομικές εισφορές ή άλλες εισφορές, επιχορηγήσεις από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, έσοδα από κοινωνικούς πόρους, πρόσοδοι περιουσίας, απόδοση των κεφαλαίων και αποθεματικών των Κλάδων των καταργούμενων Ταμείων, καθώς και κάθε άλλο έσοδο, που προκύπτει από τη δραστηριότητα του. Άρθρο 6 Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους από 1.1.1993 Τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στα καταργούμενα Ταμεία από 1ης Ιανουαρίου 1993 και εφεξής και από την έναρξη ισχύος του Οργανισμού, ασφαλίζονται στον Ο.Α.Ε.Ε., εξακολουθούν να διέπονται από τις σχετικές διατάξεις του ν. 2084/1992, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. Άρθρο 7 Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992 1.Όσοι από τους ασφαλισμένους θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μετά την έναρξη ισχύος του προβλεπόμενου από το άρθρο 12 παρ. 1 του παρόντος νόμου Καταστατικού του Ο.Α.Ε.Ε. και υποβάλλουν αίτηση εντός 3ετίας από την έναρξη ισχύος τούτου, μπορούν να επιλέξουν, ως προς τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, τον τρόπο υπολογισμού του ποσού της σύνταξης και τα χορηγούμενα επιδόματα, την εφαρμογή των καταστατικών διατάξεων των καταργούμενων Ταμείων, όπως ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις τους από γενικές ή ειδικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων και των δια τάξεων περί κατωτάτων ορίων ή τις καταστατικές δια τάξεις του Ο.Α.Ε.Ε.. 2.Όσοι μέχρι την έναρξη ισχύος του Οργανισμού είναι παράλληλα ασφαλισμένοι στα καταργούμενα Ταμεία και συνεχίσουν να ασφαλίζονται στον Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών, κατά τη συνταξιοδότηση τους και για κάθε χρόνο παράλληλης ασφάλισης δικαιούνται προσαύξηση κατά ποσοστό 2% στο ποσό της σύνταξης τους. Άρθρο 8 1.Ως κατώτατα όρια σύνταξης για τους ασφαλισμένους μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1992, οι οποίοι συνταξιοδοτούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ορίζονται τα κατώτατα όρια σύνταξης του Ταμείου Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος (Τ.Ε.Β.Ε.), όπως αυτά διαμορφώνονται με τις χορηγούμενες κάθε φορά αυξήσεις. Μετά την έναρξη ισχύος του Καταστατικού του Ο.Α.Ε.Ε., το διαμορφούμενο κατώτατο όριο δεν μπορεί να είναι μικρότερο του κατωτάτου ορίου του προηγούμενου εδαφίου. 2.Στους συνταξιούχους του Τ.Σ.Α., καθώς και σε όσους συνταξιοδοτηθούν από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου, των οποίων το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης είναι κάτω από το κατώτατο όριο του Τ.Ε.Β.Ε., καταβάλλεται, εντός μεταβατικής περιόδου τριών (3) ετών και από 1ης Ιανουαρίου εκάστου έτους, αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους ισχύος του νόμου αυτού, το 1/3 της αρχικής διαφοράς και, πέραν του κατ έτος χορηγούμενου ποσοστού αυξήσεως των κατώτατων ορίων του Τ.Ε.Β.Ε.. Η επιβάρυνση που θα προκύψει από τη διαφορά αυτή καταβάλλεται από το Λ.Α.Φ.Κ.Α., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 67 του ν. 2084/1992, και με τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Κανονισμού Λειτουργίας του Λογαριασμού (Φ3/οικ.4331/ 11.11.1992, ΦΕΚ 693 Β). 3.Στους συνταξιούχους του Ταμείου Εμπόρων (Τ.Α.Ε.) κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εξακολουθεί να καταβάλλεται το ποσό της σύνταξης, καθώς και τα κατώτατα όρια του Ταμείου αυτού και όπως αυτά δια μορφώνονται κάθε φορά με τις χορηγούμενες αυξήσεις. 4.Σε όσους συνταξιοδοτηθούν από το Τ.Α.Ε. μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και πριν την έναρξη ισχύος του Καταστατικού, το ποσό της σύνταξης, καθώς και τα κατώτατα όρια υπολογίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις του Τ.Α.Ε.. 5.Όσοι ασφαλισμένοι του Τ.Α.Ε. θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα και υποβάλλουν αίτηση μέσα σε μία τριετία από την έναρξη ισχύος του Καταστατικού αυτού, μπορούν να επιλέγουν ως προς τις συνταξιο δοτικές προϋποθέσεις, τον τρόπο υπολογισμού του ποσού της σύνταξης, τα επιδόματα, τις διατάξεις του καταργούμενου Ταμείου ή τις καταστατικές διατάξεις του Ο.Α.Ε.Ε.. Ειδικότερα, ως προς τα κατώτατα όρια το διάστημα επιλογής ορίζεται σε δέκα (10) χρόνια από την έναρξη ισχύος του Καταστατικού αυτού. 6.Από την έναρξη ισχύος του Οργανισμού οι συνταξιούχοι των καταργούμενων Ταμείων καθίστανται συνταξιούχοι του Ο.Α.Ε.Ε., ο οποίος στο εξής βαρύνεται με την καταβολή της σύνταξης τους. Άρθρο 9 Αύξηση παροχών Η αύξηση των συντάξεων και λοιπών παροχών του Ο.Α.Ε.Ε. χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού και εντός των ορίων της εισοδηματικής πολιτικής, όπως ειδικότερα ορίζεται από το άρθρο 66 του ν. 2084/1992. Άρθρο 10 1.Στον Κλάδο Υγείας υπάγονται υποχρεωτικά: α) οι ασφαλιζόμενοι στον Κλάδο Ασθένειας του Τ.Ε.Β.Ε., β) οι ασφαλιζόμενοι στον Κλάδο Ασθένειας του Τ.Α.Ε. και γ) οι ξενοδόχοι των οποίων η επιχειρηματική δραστηριότητα αρχίζει μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και προαιρετικά οι ξενοδόχοι των οποίων η επιχειρηματική δραστηριότητα άρχισε πριν την έναρξη ισχύος αυτού. Στην ασφάλιση του Κλάδου Υγείας υπάγονται και τα μέλη οικογένειας όλων των παραπάνω κατηγοριών. Η λειτουργία του Κλάδου αρχίζει από την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 12 έναρξη ισχύος του Οργανισμού του Ο.Α.Ε.Ε.. 2.Ο χρόνος υποχρεωτικής και προαιρετικής ασφάλισης, που πραγματοποιήθηκε στους Κλάδους Υγείας των καταργούμενων Ταμείων, θεωρείται χρόνος ασφάλισης του Κλάδου Υγείας του Ο.Α.Ε.Ε.. 3.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών και του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Ασφαλιστικού Οργανισμού Ασθένειας, μπορούν να υπάγονται στον Κλάδο Υγείας και λοιπές κατηγορίες ασφαλισμένων και συνταξιούχων του Κλάδου Σύνταξης του Οργανισμού. 4.Πόροι του Κλάδου Υγείας από τη λειτουργία του Ο.Α.Ε.Ε. είναι τα πάσης φύσεως έσοδα των αντίστοιχων κλάδων των καταργούμενων Ταμείων. Ειδικότερα, έσοδα από εισφορές, επιχορηγήσεις, προσόδους περιουσίας, αποδόσεις, καθώς και κάθε άλλο έσοδο που προκύπτει από τη δραστηριότητα του. Για τον υπολογισμό του ύψους των εισφορών οι ασφαλισμένοι του Κλάδου κατατάσσονται σε ασφαλιστικές κατηγορίες. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδίδεται εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, μετά από γνώμη του Δ. Σ. του Ο.Α.Ε.Ε., καθορίζονται οι ασφαλιστικές κατηγορίες γι αυτούς που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση πριν την 31η Δεκεμβρίου 1992, οι προϋποθέσεις κατάταξης σε καθεμία από αυτές, το ύψος των εισφορών κατά κατηγορία και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την κατά τα ανωτέρω κατάταξη των ασφαλισμένων. Για τους ασφαλισμένους του Κλάδου Υγείας, που υπήχθησαν στην ασφάλιση μετά την 1η Ιανουαρίου 1993, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 22 και του άρθρου 35 του ν. 2084/1992, όπως αυτές ισχύουν. 5.Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδίδεται εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Ε., εγκρίνεται Κανονισμός Παροχών Ασθενείας σε είδος και σε χρήμα. Με τον Κανονισμό καθορίζεται η έκταση και το ύψος των παροχών ασθένειας, ο τρόπος και η διαδικασία χορήγησης τους, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια. 6. Μέχρι την έκδοση των υπουργικών αποφάσεων των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν ισχύουσες οι διατάξεις των Κλάδων Ασθένειας του Τ.Ε.Β.Ε. και Ασθένειας και Μητρότητας του Τ.Α.Ε.. Μετά την έκδοση τους και μέχρι την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 12 έναρξη λειτουργίας του Ο.Α.Ε.Ε. αυτές εφαρμόζονται υποχρεωτικά για τους ασφαλισμένους των Τ.Ε.Β.Ε., Τ.Α.Ε. και τους ξενοδόχους, οι οποίοι και εξυπηρετούνται από τις υφιστάμενες διοικητικές και υγειονομικές υπηρεσίες των Τ.Ε.Β.Ε. και Τ.Α.Ε.. Οι προβλεπόμενες εισφορές αποτελούν έσοδα των Κλάδων Ασθένειας των δύο Ταμείων. Άρθρο 11 1.Ο Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών διοικείται από εννεαμελές Διοικητικό Συμβούλιο: α) Από το Διοικητή, ως Πρόεδρο. 1)Από τέσσερις (4) εκπροσώπους των ασφαλισμένων με ισάριθμους αναπληρωτές, από τους οποίους: ένας από τους επαγγελματίες, ένας από τους βιοτέχνες, ένας από τους εμπόρους και ένας από τους αυτοκινητιστές. 2)Από έναν (1) υπάλληλο με βαθμό Α του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 3)Από δύο (2) εκπροσώπους των συνταξιούχων με τους αναπληρωτές τους. 4)Από έναν (1) υπάλληλο του Ο.Α.Ε.Ε., ως εκπρόσωπο των εργαζομένων, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. μετέχει άνευ ψήφου, ως Κυβερνητικός Επίτροπος, υπάλληλος με βαθμό Α του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η θητεία του Δ.Σ. είναι τετραετής. Χρέη γραμματέα του Δ.Σ. εκτελεί υπάλληλος του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών, οριζόμενος από τον Διοικητή. Ο Διοικητής του Ο.Α.Ε.Ε., καθώς και τα υπό στοιχείο β1 της παραγράφου 1 μέλη του Δ.Σ. είναι αιρετά. Με προεδρικά διατάγματα καθορίζονται οι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου και του Διοικητή, τα προσόντα που απαιτούνται για την κατάληψη της θέσης, ο τρόπος, η διαδικασία, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία ρύθμιση για την ανάδειξη της αιρετής Διοίκησης. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών . Ασφαλίσεων και μετά από γνώμη του Δ.Σ. καθορίζονται τα της λειτουργίας του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Α.Ε.Ε. και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. 2.Μέχρι τη συγκρότηση της νέας Διοίκησης ο Ο.Α.Ε.Ε. διοικείται από δεκαεννεαμελές προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο, από: 1)Τον εκλεγέντα Διοικητή του Τ.Ε.Β.Ε. ο οποίος διορίζεται ως Διοκητής του Ο.Α.Ε.Ε. και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. 2)Από τους ήδη Προέδρους των Ταμείων Τ.Α.Ε. και Τ.Σ.Α., οι οποίοι διορίζονται ως Αντιπρόεδροι Α και Β1 του Διοικητικού Συμβουλίου. 3)Τα έξι (6) ήδη εκλεγμένα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Ε.Β.Ε.. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων διορίζονται: 1)Τέσσερις (4) εκπρόσωποι των ασφαλισμένων των καταργούμενων Ταμείων Τ.Α.Ε. και Τ.Σ.Α. με τους ισάριθμους αναπληρωτές τους. 2)Τρεις (3) εκπρόσωποι των συνταξιούχων των Τ.Ε.Β.Ε., Τ.Α.Ε. και Τ.Σ.Α. με τους ισάριθμους αναπληρωτές τους. 3)Ένας (1) εκπρόσωπος του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με τον αναπληρωτή του. 7)Δύο (2) εκπρόσωποι (κοινοί) των υπαλλήλων των Τ.Ε.Β.Ε., Τ.Α.Ε. και Τ.Σ.Α., υποδεικνυόμενοι από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής (Π.Ο.Π.Ο.Κ.Π.) με τους αναπληρωτές τους. 8)Ο Κυβερνητικός Επίτροπος υπάλληλος με βαθμό Α, ο οποίος μετέχει στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου με τον αναπληρωτή του. Με την ίδια απόφαση ορίζονται ως αναπληρωτές των Αντιπροέδρων Α και Β δύο (2) μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εκπρόσωποι των ασφαλισμένων, οι οποίοι προέρχονται από τους αντίστοιχους επαγγελματικούς χώρους του Τ.Α.Ε. και του Τ.Σ.Α. και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία του προσωρινού Διοικητικού Συμβουλίου. Το Διοικητή αναπληρώνει σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος ή για οποιονδήποτε λόγο αδυναμίας ασκήσεως καθηκόντων ο Αντιπρόεδρος Α και σε περίπτωση αδυναμίας αυτού ο Αντιπρόεδρος Β. Στο Διοικητή του Ο.Α.Ε.Ε. εξακολουθούν να καταβάλλονται οι αποδοχές που ελάμβανε ως Διοικητής του Τ.Ε.Β.Ε., καθώς και τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας. Οι αποδοχές των Αντιπροέδρων Α και Β καθορίζονται στο 80% των εκάστοτε μηνιαίων αποδοχών του Διοικητή. Οι Αντιπρόεδροι είναι πλήρους αλλά όχι αποκλειστικής απασχόλησης. 3.Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στο προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών ανατίθεται: 1)η Διοίκηση των Ταμείων Τ.Ε.Β.Ε., Τ.Α.Ε. και Τ.Σ.Α., η διαχείριση της περιουσίας αυτών, η μέριμνα για την είσπραξη πόρων και η εν γένει εκπλήρωση των σκοπών και στόχων του Ο.Α.Ε.Ε., 2)η έγκριση των προϋπολογισμών - απολογισμών και ισολογισμών των Ταμείων Τ.Ε.Β.Ε., Τ.Α.Ε. και Τ.Σ.Α., καθώς και οι απαιτούμενες τροποποιήσεις των προϋπολογισμών κατά την εκτέλεση αυτών, 3)η τοποθέτηση ή η επένδυση των κεφαλαίων των Ταμείων, καθώς και η αγορά, η αξιοποίηση, η ανοικοδόμηση και εκποίηση ακινήτων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων, με την επιφύλαξη κάθε φορά των σχετικών ισχυουσών ειδικών διατάξεων, 4)η εισήγηση και υποβολή προτάσεων στον αρμόδιο Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την έκδοση των Κανονιστικών Πράξεων, των προβλεπομένων από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, 5)η εισήγηση και υποβολή προτάσεων στον αρμόδιο Υπουργό για την αύξηση των εισφορών και των παροχών, 6)η άσκηση κάθε άλλης αρμοδιότητας που, μέχρι την ισχύ του νόμου, ασκούν τα Δ.Σ. των Ταμείων Τ.Ε.Β.Ε., Τ.Α.Ε. και Τ.Σ.Α.. Με απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Ε. δύνανται να εκχωρούνται αρμοδιότητες, πλην των αναφερομένων στις ως άνω περιπτώσεις α, β, γ, δ1 και ε, στον Πρόεδρο, καθώς και στους Αντιπροέδρους Α1 και Β1 που αφορούν το Τ.Ε.Β.Ε., Τ.Α.Ε. και Τ.Σ.Α ή σε οποιοδήποτε άλλο όργανο κατά την κρίση του. Ο Διοικητής του Ο.Α.Ε.Ε. εξακολουθεί να ασκεί τις αρμοδιότητες, όπως αυτές καθορίζονται από το άρθρο 5 του π.δ. 326/1974 (ΦΕΚ 120 Α), ως ο Διοικητής του Τ.Ε.Β.Ε.. Ο Αντιπρόεδρος Α ασκεί τις αρμοδιότητες, όπως αυτές καθορίζονται από το άρθρο 16 του π.δ. 668/1981 (ΦΕΚ 167 Α), ως ο Πρόεδρος του Τ.Α.Ε.. Ο Αντιπρόεδρος Β ασκεί τις αρμοδιότητες, όπως αυτές καθορίζονται από το άρθρο 6 του π.δ. 669/1981 (ΦΕΚ 169 Α), ως ο Πρόεδρος του Τ.Σ.Α.. Οι αρμοδιότητες που έχουν εκχωρηθεί σύμφωνα με το ν. 861/1979 (ΦΕΚ 2 Α) εξακολουθούν να ισχύουν. Ο Διοικητής του Ο.Α.Ε.Ε. και οι Αντιπρόεδροι Α και Β δύνανται, όταν κρίνουν σκόπιμο, να παραπέμπουν κάθε θέμα της αρμοδιότητας τους στο Δ.Σ. για λήψη απόφασης ή να ζητούν τη γνώμη αυτού. Μετά την έναρξη ισχύος του Οργανισμού και μέχρι την εκλογή νέας Διοίκησης, το προσωρινό Δ.Σ. ασκεί όλες τις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου και ο Διοικητής του Ο.Α.Ε.Ε. τις αρμοδιότητες του Διοικητή και των Προέδρων των καταργούμενων Ταμείων Τ.Ε.Β.Ε., Τ.Α.Ε. και Τ.Σ.Α.. Άρθρο 12 1.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μέσα σε δύο (2) χρόνια από την ισχύ του παρόντος, με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Ε., αναλογιστική μελέτη και γνώμη του Σ.Κ.Α., καταρτίζονται το Καταστατικό του Ο.Α.Ε.Ε., με το οποίο ορίζονται οι ενιαίες ασφαλιστικές κατηγορίες για παλαιούς και νέους ασφαλισμένους, το ύψος των ασφαλιστικών κατηγοριών, το εισπρακτικό σύστημα, οι προϋποθέσεις προαιρετικής ασφάλισης, οι προϋποθέσεις απονομής των παροχών, το είδος, η έκταση και το ύψος αυτών, ο τρόπος υπολογισμού της σύνταξης, το κατώτατο καταβαλλόμενο όριο, οι κανόνες που ισχύουν επί συρροής συντάξεων, η εν γένει διαδικασία χορήγησης των παροχών, οι λόγοι έκπτωσης και αναστολής της καταβολής παροχών, η παραγραφή των αξιώσεων επί των παροχών, ο χρόνος έναρξης και λήξης του δικαιώματος για τις παροχές, η αναγνώριση και εξαγορά προϋπηρεσίας, η αναγνώριση και εξαγορά χρόνου προαιρετικής ασφάλισης των ξενοδόχων, τα ασφαλιζόρενα πρόσωπα κατά το άρθρο 3 του παρόντος, καθώς και κάθε αναγκαία ρύθμιση για την υλοποίηση του παρόντος νόμου. 2.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μέσα σε δύο (2) χρόνια από τη δημοσίευση του παρόντος, με πρόταση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών και γνώμη του Δ.Σ., ύστερα από εκπόνηση μελέτης οργανωτικού και λειτουργικού σχεδιασμού και μηχανοργάνωσης, καταρτίζεται ο Οργανισμός του Ο.Α.Ε.Ε., ως προς το περιεχόμενο του οποίου εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 3 του άρθρου 20 του ν. 2503/1997 (ΦΕΚ 107 Α). Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα προβλέπεται και η μεταφορά των θέσεων και του υπηρετούντος προσωπικού στον Ο.Α.Ε.Ε.. 3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Ε.: α) αυξάνονται οι ασφαλιστικές εισφορές και β) ρυθμίζεται κάθε θέμα τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα, αναγκαίο για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος. 4.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αναλογιστική μελέτη και γνώμη των οικείων Φορέων και του Σ.Κ.Α., εντάσσεται στον Ο.Α.Ε.Ε. και ο Κλάδος Κύριας Ασφάλισης του Ταμείου Ασφαλίσεως Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων (Τ.Α.Ν.Π.Υ.). 5.Εάν, εντός των προβλεπόμενων από το νόμο αυτόν προθεσμιών, το Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Ε. δεν εκφέρει την απαιτούμενη γνώμη για την έκδοση των Κανονιστικών Πράξεων, ο αρμόδιος Υπουργός εκδίδει τις προβλεπόμενες Πράξεις, τηρούμενης της λοιπής διαδικασίας. Άρθρο 13 1.Μέχρι την έναρξη ισχύος του Οργανισμού του Ο.Α.Ε.Ε.: • α. Οι υπηρεσίες των στο άρθρο 3 αναφερόμενων Ταμείων εξακολουθούν να λειτουργούν με την προβλεπόμενη διάρθρωση θέσεων και το προσωπικό που υπηρετεί σε αυτά. Το προσωπικό εξακολουθεί να υπάγεται στα ειδικά υπηρεσιακά συμβούλια, που λειτουργούν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. 1)Τα πρόσωπα που ασφαλίζονται για πρώτη φορά μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και μέχρι την έναρξη ισχύος του Οργανισμού του Ο.Α.Ε.Ε., εξακολουθούν να εγγράφονται και να εξυπηρετούνται από τα αρμόδια Ταμεία ασφάλισης. 2)Τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος νόμου Ταμεία διατηρούν την οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια τους και εξακολουθούν να καταβάλλουν τις προβλεπόμενες έως σήμερα παροχές στους ήδη συνταξιούχους, σε όσους συνταξιοδοτηθούν και να εισπράττουν τους πάσης φύσεως πόρους τους. 3)Τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 Ταμεία υποχρεούνται να τακτοποιήσουν τις λογιστικές εκκρεμότητες και να κλείσουν τους σχετικούς ισολογισμούς. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2042/1992. 4)Οι ξενοδόχοι που ασφαλίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος νόμου διέπονται από τη νομοθεσία του Τ.Ε.Β.Ε. και εξυπηρετούνται από τις υπηρεσίες του. 2.Η ισχύς των διατάξεων των άρθρων 1 έως και 13 αρχίζει από την πρώτη του μεθεπόμενου μήνα της δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρο 14 Σύσταση Τ.Ε.Α.Δ.Υ. - Σκοπός Συνιστάται, από την 1η του τρίτου της δημοσίευσης του παρόντος νόμου μηνός, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Ε.Α.Δ.Υ.). Το Ταμείο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και έχει έδρα την Αθήνα. Σκοπός του Ταμείου είναι η παροχή επικουρικής σύνταξης στα κατά το επόμενο άρθρο αναφερόμενα πρόσωπα, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους με τους όρους και προϋποθέσεις συνταξιοδότησης τους από το Δημόσιο ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης. Άρθρο 15 1.Στην ασφάλιση του Ταμείου υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια: 1)Τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στα Ταμεία Αρωγής Υπαλλήλων: Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, Υπουργείων Βιομηχανίας, Γεωργίας, Δικαιοσύνης, Εμπορίου, Οικονομικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, Προεδρίας της Κυβέρνησης και Εξωτερικών, Κοινωνικών Υπηρεσιών, Συγκοινωνιών και Τελωνειακών Υπαλλήλων. 2)Οι διοριζόμενοι μετά την έναρξη ισχύος του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. τακτικοί υπάλληλοι στα Υπουργεία Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 3)Οι διορισθέντες από 1.1.1993 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και οι εφεξής διοριζόμενοι τακτικοί υπάλληλοι των Υπουργείων που δεν έχουν άλλη επικουρική ασφάλιση πλην του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων. 4)Οι τακτικοί υπάλληλοι των συνιστώμενων μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) που εποπτεύονται από Υπουργεία. 5)Το τακτικό προσωπικό των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) που συνιστούν αυτές, εφόσον υπάγεται στο ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς του Ι.Κ .Α.. στ. Οι τακτικοί υπάλληλοι του Τ.Ε.Α.Δ.Υ.. 2. 1)Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού είναι δυνατή η υπαγωγή στην ασφάλιση του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. και των τακτικών υπαλλήλων των διορισθέντων μέχρι 31.12.1992 των άλλων Υπουργείων, που δεν ασφαλίζονται για επικουρική σύνταξη σε άλλο επικουρικό Ταμείο με εξαίρεση το Μ.Τ.Π.Υ., μετά από γνώμη της Α.Δ.Ε.Δ.Υ., του Δ.Σ. του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. και ύστερα από την εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης. Με την ίδια απόφαση δύνανται επίσης να ρυθμίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την υπαγωγή στην ασφάλιση του Ταμείου. 2)Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και γνώμη του Δ.Σ. του Φορέα και του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλισης, μπορούν να συγχωνευτούν στο Τ.Ε.Α.Δ.Υ., Φορείς ή κλάδοι ή λογαριασμοί Επικουρικής Ασφάλισης που χορηγούν σύνταξη σε μόνιμους υπαλλήλους του Δημοσίου ή υπαλλήλους Ν.Π.Δ.Δ., εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 76, 77 και 78 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α). 3.Μέχρι την έναρξη ισχύος του προβλεπόμενου από το άρθρο 23 Οργανισμού, το προσωπικό των Φορέων του παρόντος άρθρου, που δεν υπήγετο στην ασφάλιση των καταργούμενων Ταμείων, διέπεται από τη νομοθεσία του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. και εξυπηρετείται από τις υπηρεσίες του Ταμείου Αρωγής Υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Άρθρο Άρθρο Άρθρο 1 6 Καταργούμενα Ταμεία Αρωγής Δημοσίων Υπαλλήλων 1.Από την ημερομηνία σύστασης του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. τα αναφερόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου Ταμεία Αρωγής, καταργούνται και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους περιέρχεται αυτοδικαίως στο Ταμείο, ως καθολικό διάδοχο, χωρίς καταβολή φόρου, τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων προσώπων. 2.Για τη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων των καταργούμενων Ταμείων εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία μεταγράφεται ατελώς στα οικεία βιβλία του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου. 3.Εκκρεμείς δίκες με διάδικο τα Καταργούμενα Ταμεία συνεχίζονται στο όνομα του Ταμείου χωρίς διακοπή. Άρθρο 17 α. Μηνιαία εισφορά των ασφαλισμένων οριζόμενη σε ποσοστό 5% επί των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν με βάση τις μισθοδοτικές καταστάσεις. Ως τακτικές αποδοχές νοούνται ο βασικός μισθός μισθολογικού κλιμακίου που θα ισχύει κάθε φορά, μετά του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας και τις αυξήσεις της εισοδηματικής πολιτικής ή κάθε αύξηση αντί αυτής. Η κράτηση δεν ενεργείται στο τμήμα των τακτικών αποδοχών που υπερβαίνει το μηνιαίο βασικό μισθό του πρώτου κλιμακίου του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α), όπως αυτό ισχύει κάθε φορά, προσαυξημένο με το επίδομα χρόνου υπηρεσίας 60% και τα ποσοστά της εισοδηματικής πολιτικής ή κάθε άλλης αύξησης η οποία παρέχεται αντί αυτής. β. Κράτηση ποσού ίσου με τις αποδοχές του πρώτου δεκαπενθημέρου από του διορισμού όσων ασφαλίζονται για πρώτη φορά στο Τ.Ε.Α.Δ.Υ., σε είκοσι τέσσερις (24) ισόποσες μηνιαίες δόσεις. γ. Κράτηση της διαφοράς αποδοχών όσων προάγονται ή λαμβάνουν μισθολογική προαγωγή το πρώτο δεκαπενθήμερο μετά την προαγωγή ή την απονομή του επιδόματος. δ. Κράτηση 5% στις πάσης φύσεως αμοιβές των ασφαλισμένων στο Ταμείο λόγω παροχής πρόσθετης υπηρεσίας πάσης φύσεως, περιλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης και οδοιπορικών, με εξαίρεση τα καταβαλλόμενα για εκτός έδρας μετακινήσεις και όσα εξαιρούνται με ρητή διάταξη νόμου. Τα καταβαλλόμενα δώρα εορτών Χριστουγέννων-Νέου Έτους και Πάσχα, καθώς και το επίδομα αδείας δεν υπόκεινται σε κράτηση, με εξαίρεση τους ασφαλισμένους στο Ταμείο Αρωγής και Υγείας Τελωνειακών Υπαλλήλων. ε. Εισφορά εργοδότη. Από 1.1.2000 το Δημόσιο υποχρεούται σε απόδοση εργοδοτικής εισφοράς υπέρ του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. σε ποσοστό 1 %, επί των ιδίων τακτικών αποδοχών που υπολογίζεται η μηνιαία τακτική εισφορά των ασφαλισμένων. Από 1.1.2001 το ποσοστό της εργοδοτικής εισφοράς αυξάνεται σε 2%, μειούμενης αντίστοιχα της εισφοράς των ασφαλισμένων κατά 1 % και από 1.1.2002 σε 3%, μειούμενης της εισφοράς των ασφαλισμένων κατά 2% και διαμορφούμενης αυτής σε 3% (ισόποση με αυτήν του εργοδότη). Β. Για τους ασφαλισμένους από 1ης Ιανουαρίου 1993 και εφεξής: α. Για τους διοριζόμενους μετά την 1η Ιανουαρίου 1993 και ασφαλιζόμενους στο Τ.Ε.Α.Δ.Υ. εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 22 και 32 του ν. 2084/1992, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. β. Κράτηση ποσού ίσου με τις αποδοχές του πρώτου δεκαπενθημέρου από το διορισμό όσων ασφαλίζονται για πρώτη φορά στο Τ.Ε.Α.Δ.Υ., σε είκοσι τέσσερις (24) ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Γ.α. Οι δωρεές, τα κληροδοτήματα και τα έσοδα που προέρχονται από κάθε άλλη νόμιμη αιτία. β. Οι τόκοι και οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και της περιουσίας του Ταμείου. γ. Κάθε άλλο υφιστάμενο έσοδο υπέρ των καταργούμενων Ταμείων περιέρχεται στο συνιστώμενο Ταμείο. 2.Οι παραπάνω κρατήσεις αναγράφονται υποχρεωτικά στις σχετικές καταστάσεις και εντάλματα πληρωμής και τα ποσά αυτών αποδίδονται απευθείας από τον εκκαθαριστή των αποδοχών στο Τ.Ε.Α.Δ.Υ., μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο από την καταβολή τους. 3.Για τους ασφαλισμένους του εδαφίου Α της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου τα έσοδα που προέρχονται από παροχές μέσω ειδικών λογαριασμών εκτός του Κρατικού Προϋπολογισμού, πέραν της καθοριζόμενης κρατήσεως από την περίπτωση δ του εδαφίου Α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, περιέρχονται στο Τ.Ε.Α.Δ.Υ. και τηρούνται σε ειδικούς λογαριασμούς αυτού, κατά φορέα προέλευσης εσόδου. Τα ποσά κάθε λογαριασμού που προκύπτουν σύμφωνα με τα ανωτέρω χορηγούνται για την αύξηση της μηνιαίας σύνταξης τους, πέραν της καθοριζόμενης κάθε φορά από την παρ. 1 του εδαφίου α του άρθρου 19 του παρόντος, στους συνταξιούχους των φορέων από τους οποίους προέρχονται τα επιπλέον έσοδα, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του Ταμείου, ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα κάθε ειδικού λογαριασμού. Με αναλογιστική μελέτη, η οποία θα εκπονηθεί εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προσδιορίζεται το ποσό που προήλθε από την επιπλέον κράτηση των ανωτέρω παροχών, το οποίο, με απόφαση του Δ.Σ. του Τ.Ε.Α.Δ.Υ., μεταφέρεται από το αποθεματικό των καταργούμενων Ταμείων στους κατά τα ανωτέρω συνιστώμενους ειδικούς λογαριασμούς των οικείων φορέων. Με απόφαση του Δ.Σ. του Τ.Ε.Α.Δ.Υ., που εγκρίνεται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι ανωτέρω διατάξεις που αναφέρονται στους ειδικούς λογαριασμούς έχουν ανάλογη εφαρμογή και στις περιπτώσεις που από κατηγορίες ασφαλισμένων καταβάλλονται για επικουρική ασφάλιση ποσά από κρατήσεις ή εισφορές, πέραν των προβλεπομένων από την περίπτωση δ του εδαφίου Α της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικά με την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. Άρθρο 18 1.Ασφαλισμένοι του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. και τα μέλη της οικογένειας αυτών δικαιούνται σύνταξης, αν συνταξιοδοτηθούν για την αυτήν αιτία από το Δημόσιο ή το φορέα κύριας ασφάλισης και έχουν κατά περίπτωση τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης του κύριου φορέα. 2. Ως μέλη οικογένειας θεωρούνται: α) ο επιζών των συζύγων, 1)τα άγαμα παιδιά, φυσικά, νόμιμα, αναγνωρισμένα, νομιμοποιημένα και υιοθετημένα. 3.Η σύνταξη των μελών οικογένειας υπολογίζεται στο ίδιο ποσοστό με το χορηγούμενο κάθε φορά από το Δημόσιο ή το φορέα κύριας ασφάλισης για την αυτήν αιτία. 4.Η ανικανότητα προς εργασία των ασφαλισμένων, καθώς και η ανικανότητα προς εργασία των παιδιών των ασφαλισμένων και συνταξιούχων διαπιστώνεται από τη συνταξιοδοτική απόφαση του Δημοσίου ή του φορέα κύριας ασφάλισης. Άρθρο 19 1. 1)Η σύνταξη που χορηγείται με τη συμπλήρωση τριάντα πέντε (35) χρόνων συντάξιμης υπηρεσίας, ανέρχεται σε ποσοστό 20% των συντάξιμων αποδοχών του τελευταίου μηνός εξόδου από την υπηρεσία. Το ποσό που προκύπτει από τον παραπάνω υπολογισμό μειώνεται κατά 1/35 για κάθε χρόνο που υπολείπεται από τα τριάντα πέντε (35) χρόνια ασφάλισης. Το ποσό σύνταξης για όσους παραμένουν στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση 35ετούς συντάξιμου χρόνου ασφάλισης στο Ταμείο, αυξάνεται κατά 1/50 για κάθε έτος πέραν του 35ου έτους. Το ποσό της σύνταξης που προκύπτει από τον παραπάνω υπολογισμό στρογγυλοποιείται σε ακέραιες δεκάδες δραχμές, των ποσών μέχρι πέντε (5) δραχμές παραλειπομένων, των δε ανωτέρων των πέντε (5) δραχμών λογιζομένων ως ακέραιων δεκάδων δραχμών. Συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό της σύνταξης είναι οι οριζόμενες από την περίπτωση α του εδαφίου Α της παρ. 1 του άρθρου 17 του παρόντος νόμου, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. Ως χρόνος ασφάλισης για τον καθορισμό του ποσού της σύνταξης νοείται ο χρόνος πραγματικής ασφάλισης για τον οποίο καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές, καθώς και κάθε αναγνωριζόμενος χρόνος σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 2)Όπου από τις καταστατικές διατάξεις των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 του άρθρου 15 Ταμείων Αρωγής Δημοσίων Υπαλλήλων προβλέπεται ποσοστό μικρότερο από το οριζόμενο στο προηγούμενο εδάφιο, αυτό αυξάνεται από 1.1.2000 και για κάθε επόμενο έτος κατά ποσοστό 1%, μέχρι να εξισωθεί με το ανωτέρω ποσοστό. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. και μελέτη της οικονομικής του δυνατότητας, το ποσοστό μπορεί να μειώνεται ή να αυξάνεται. 3)Όπου από τις καταστατικές διατάξεις των καταργούμενων Ταμείων Αρωγής των Δημοσίων Υπαλλήλων προβλέπεται μεγαλύτερο ποσοστό από το οριζόμενο στο εδάφιο α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου και εφόσον έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση μέχρι 31.12.1992, αυτό εξακολουθεί να καταβάλλεται και για τους ασφαλισμένους που θα καταστούν συνταξιούχοι μετά τη δημοσίευση του παρόντος. Στο ποσοστό του παρόντος εδαφίου περιλαμβάνεται και η αύξηση της σύνταξης που προέρχεται από τους ειδικούς λογαριασμούς της παρ. 3 του άρθρου 17 του παρόντος νόμου. 2.Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από αναλογιστική μελέτη και γνώμη του Δ.Σ. του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. μπορεί να αναπροσαρμόζεται το οριζόμενο από το εδάφιο α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου ποσοστό υπολογισμού της σύνταξης, να καθορίζεται ενιαίο ποσοστό και να ανακαθορίζονται οι συντάξεις και τα κατώτατα όρια. Το Δ.Σ. του Ταμείου υποχρεούται στην εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης εντός δύο (2) ετών από τη δημοσίευση του παρόντος. 3.Για τους ασφαλισμένους από 1.1.1993 και εφεξής έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 2084/1992, όπως ισχύουν κάθε φορά. 4.Η αύξηση των συντάξεων γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. και εντός των ορίων της εισοδηματικής πολιτικής, όπως ειδικότερα ορίζεται από το άρθρο 66 του ν. 2084/1992. Άρθρο 20 1.Ασφαλισμένοι του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. δικαιούνται να αναγνωρίσουν κάθε προϋπηρεσία τους που συμπίπτει με συντάξιμο χρόνο στο Δημόσιο ή το φορέα κύριας ασφάλισης, καθώς και τη στρατιωτική υπηρεσία, εφόσον δεν έχει αναγνωρισθεί ως συντάξιμη από άλλο επικουρικό Ταμείο με εξαίρεση το Μ.Τ.Π.Υ.. Η αναγνώριση γίνεται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου έπειτα από αίτηση του ασφαλισμένου. Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, τη σχετική αίτηση μπορούν να υποβάλουν τα μέλη της οικογενείας αυτού. 2.Η εξαγορά της αναγνωριζόμενης προϋπηρεσίας γίνεται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο ή τα μέλη οικογενείας αυτού, του συνόλου της προβλεπόμενης εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη για κάθε μήνα αναγνωριζόμενης προϋπηρεσίας, η οποία υπολογίζεται επί των αποδοχών που ορίζονται από τις διατάξεις της περίπτωσης α του εδαφίου Α της παρ. 1 του άρθρου 17 του παρόντος νόμου, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Σε περίπτωση υποβολής αίτησης από τα μέλη της οικογένειας, ως αποδοχές για την αναγνώριση των προϋπηρεσιών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του τελευταίου μηνός προ της επέλευσης του θανάτου του ασφαλισμένου, όπως αυτές θα έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης. Η αναγνωριζόμενη προϋπηρεσία σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από δεκαπέντε (15) χρόνια με εξαίρεση τις περιπτώσεις που δεν θεμελιώνεται συνταξιοδοτικό δικαίωμα, οπότε και αναγνωρίζεται όσος χρόνος απαιτείται για τη θεμελίωση αυτού. Η εξόφληση του παραπάνω ποσού εξαγοράς γίνεται εφάπαξ, οπότε παρέχεται έκπτωση ποσοστού 10% ή με δόσεις, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των αναγνωριζόμενων μηνών. Για τους ασφαλισμένους που βρίσκονται στην ενεργό υπηρεσία η εξόφληση των δόσεων γίνεται με παρακράτηση των αποδοχών τους και αποδίδονται στο Τ.Ε.Α.Δ.Υ. από την υπηρεσία τους μαζί με τις τακτικές εισφορές. Σε περίπτωση εξοφλήσεως εφάπαξ του ποσού εξαγοράς, η οφειλή πρέπει να καταβληθεί μέσα σε δύο (2) μήνες από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης. 3.Σε περίπτωση συνταξιοδότησης πριν την ολοσχερή εξαγορά του αναγνωρισθέντος χρόνου, το υπόλοιπο της οφειλής καταβάλλεται εφάπαξ, άλλως ο χρόνος αυτός δεν υπολογίζεται για τη θεμελίωση ή την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης. 4.Αιτήσεις αναγνώρισης που έχουν υποβληθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος εξετάζονται με το προϊσχύον καθεστώς. Άρθρο 21 Άσκηση δικαιώματος - Έναρξη - Λήξη συνταξιοδότησης από το Τ.Ε.Α.Δ.Υ. 1.Το δικαίωμα συνταξιοδότησης ασκείται από το δικαιούχο με αίτηση που υποβάλλεται και συνοδεύεται από αντίγραφο απόφασης χορήγησης σύνταξης από το Δημόσιο ή το φορέα κύριας ασφάλισης. 2.Η καταβολή της σύνταξης αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης καταβολής της κύριας σύνταξης, εφόσον η αίτηση υποβληθεί μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης για την απονομή της κύριας σύνταξης. Σε περίπτωση που η αίτηση για την απονομή σύνταξης από το Τ.Ε.Α.Δ.Υ. υποβληθεί μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, η σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. 3.Ως προς την αναστολή ή τη λήξη του δικαιώματος στη σύνταξη, εφαρμόζονται ανάλογα οι σχετικές δια τάξεις του Δημοσίου ή του φορέα κύριας ασφάλισης, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. Άρθρο 22 1.Το Ταμείο διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο δεκατριών (13) μελών, που αποτελείται: α. Από τον Πρόεδρο. 1)Από πέντε (5) εκπροσώπους των Υπουργείων των οποίων το προσωπικό ασφαλίζεται στο Τ.Ε.Α.Δ.Υ.. 2)Από πέντε (5) εκπροσώπους των δημοσίων υπαλλήλων προτεινόμενους από την Α.Δ.Ε.Δ.Υ.. 3)Από έναν (1) εκπρόσωπο των συνταξιούχων, που προτείνεται από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτικών Συνταξιούχων. 4)Από έναν (1) υπάλληλο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 2.Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου με ισάριθμους αναπληρωτές διορίζονται με τριετή θητεία, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3.Στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου μετέχει χωρίς ψήφο, ως Κυβερνητικός Επίτροπος, υπάλληλος με Α βαθμό του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 4.Όταν συζητούνται θέματα προσωπικού ή οργάνωσης και λειτουργίας του Ταμείου, μετέχει με δικαίωμα ψήφου ένας (1) εκπρόσωπος από τους υπαλλήλους του Ταμείου. 5.Θέματα που αφορούν τη συγκρότηση, τη λειτουργία, τη διαδικασία ψηφοφορίας και την απαρτία του Διοικητικού Συμβουλίου, τις αρμοδιότητες αυτού μετά τα καθήκοντα του Προέδρου, του Κυβερνητικού Επιτρόπου, των μελών και του Γραμματέα αυτού, τις προϋποθέσεις διορισμού αυτών και την εξαίρεση τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία του Δ.Σ., καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 6.Μέχρι το διορισμό νέας Διοίκησης, η οποία ορίζεται μέσα σε ένα (1) έτος από τη δημοσίευση του παρόντος, η Διοίκηση του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. ασκείται από το Δ.Σ. του Ταμείου Αρωγής Υπαλλήλων Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, το οποίο διευρύνεται με τη συμμετοχή ενός (1) εκπροσώπου από τα Υπουργεία Οικονομικών, Υγείας και Πρόνοιας, Γεωργίας και Δικαιοσύνης. Το προσωρινό Δ.Σ. και ο Πρόεδρος αυτού ασκούν όλες τις αρμοδιότητες των Δ.Σ. και των Προέδρων των καταργούμενων Ταμείων. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ορίζονται οι ανωτέρω εκπρόσωποι με τους αναπληρωτές τους. Το Δ.Σ. συνεδριάζει στο κτίριο που στεγάζεται το Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου. Ως εισηγητές στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. παρίστανται για τα θέματα αρμοδιότητας των καταργούμενων Ταμείων οι μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος προϊστάμενοι αυτών. Άρθρο 23 Διάρθρωση υπηρεσιών και θέσεων - Προσωπικό Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται εντός δύο (2) ετών από τη δημοσίευση του παρόντος με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του Ταμείου, καταρτίζεται ο Οργανισμός του ΤΕ.Α.Δ.Υ., ως προς το περιεχόμενο του οποίου εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2503/1997 (Φ ΕΚ 107 Α). Μέχρι την έκδοση του Οργανισμού, οι υπηρεσίες των καταργούμενων Ταμείων εξακολουθούν να λειτουργούν με την υφιστάμενη διάρθρωση και το υπηρετούν προσωπικό, το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες που έχουν εκχωρηθεί και εξακολουθεί να υπάγεται στα υφιστάμενα κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, υπηρεσιακά συμβούλια. Άρθρο 24 1.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Τ.Ε.Α.Δ.Υ., αναλογιστική μελέτη και γνώμη του Σ.Κ.Α., καταρτίζεται το Καταστατικό του Τ.Ε.Α.Δ.Υ., με το οποίο ορίζονται τα ασφαλιζόμενα πρόσωπα, οι ασφαλιστικές εισφορές, οι αποδοχές επί των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές και οι συντάξεις, περιλαμβανομένων των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, τα δικαιούμενα σύνταξης πρόσωπα, οι προϋποθέσεις απονομής των παροχών, ο χρόνος ασφάλισης, η αναγνώριση προϋπηρεσιών και ο τρόπος εξαγοράς τους, οι λόγοι έκπτωσης και αναστολής των παροχών, η παραγραφή των αξιώσεων, η έναρξη και λήξη των παροχών, καθώς και κάθε αναγκαία ρύθμιση για τη λειτουργία του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων. 2.Κάθε γενική η ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 14 έως και 24 του παρόντος νόμου ή κατά το μέρος που ρυθμίζει διαφορετικά θέματα που διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων αυτών καταργείται. 3.Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται ο τρόπος οικονομικής οργάνωσης και λογιστικής λειτουργίας του Τ.Ε.Α.Δ.Υ., καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Άρθρο 25 Συγχώνευση του Κλάδου Σύνταξης του Ε.Τ.Ε.Μ. στο Ι.Κ.Α. - Τ.Ε ΑΜ. Ο Κλάδος Σύνταξης του Επικουρικού Ταμείου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου (Ε.Τ.Ε.Μ.), που συστάθηκε με το ν.δ. της 5/11.11.1935 (ΦΕΚ 539 Α), συγχωνεύεται στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών, που λειτουργεί στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ.). Το Επικουρικό Ταμείο Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου (Ε.Τ.Ε.Μ.) μετονομάζεται σε Ταμείο Πρόνοιας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου (ΤΑ.Π.Ε.Μ.) και διέπεται από τη νομοθεσία του Κλάδου Προνοίας του μετονομαζόμενου Ταμείου, εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 1 του ν. 2335/1995 (ΦΕΚ 185 Α). Συνιστάται Τοπικό Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. στον Πειραιά με αποκλειστική αρμοδιότητα τη διεκπεραίωση των εκκρεμοτήτων του συγχωνευόμενου κλάδου του Ε.Τ.Ε.Μ., που θα υφίστανται κατά την ημερομηνία της συγχώνευσης. Το συνιστώμενο Υποκατάστημα θα αποτελείται από τα εξής τμήματα: - Απονομής σύνταξης - Εσόδων - Μητρώου ασφαλισμένων - Πληρωμών συντάξεων - Γραμματείας. Οι αρμοδιότητες και η στελέχωση των τμημάτων αυτών καθορίζονται με απόφαση του διοικητή του Ι.Κ.Α., που θα εκδοθεί εντός μηνός από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου. Η λειτουργία του Υποκαταστήματος αρχίζει από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και λήγει την 31.12.2000. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δύναται να παραταθεί η λειτουργία αυτού εφόσον κριθεί απαραίτητο. Στο Υποκατάστημα αυτό συνιστάται τοπική διοικητική επιτροπή του Ι.Κ.Α., εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του β.δ. 11-5-/26.2.1954 (ΦΕΚ 134 Α), όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 13 του ν. 825/1978 (ΦΕΚ 189 Α) και ισχύει. Έργο της επιτροπής θα είναι η εξέταση των εκκρεμών ενστάσεων ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου του τέως Ε.Τ.Ε.Μ. και των ενστάσεων επί συνταξιοδοτικών αποφάσεων του αρμόδιου οργάνου του Υποκαταστήματος. 2.Οι ασφαλισμένοι και οι συνταξιούχοι του συγχωνευόμενου Κλάδου της προηγούμενης παραγράφου γίνονται ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Ι.Κ.Α. -Τ.Ε.Α.Μ.. Για τους συνταξιούχους εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 2434/1996 (ΦΕΚ 188 Α). Ο χρόνος ασφάλισης στον Κλάδο που συγχωνεύεται, συμπεριλαμβανομένου και αυτού, που με βάση τις διατάξεις του Καταστατικού του έχει αναγνωρισθεί ή προσμετρηθεί από προϋπηρεσία ή άλλη αιτία, θεωρείται ως χρόνος ασφάλισης στο Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ.. Η ασφαλιστική σχέση των ασφαλισμένων του Κλάδου, από τη συγχώνευση και μετά, διέπεται από τις διατάξεις του ιδρυτικού νόμου και του Καταστατικού του Ι.Κ.Α. -Τ.Ε.Α.Μ.. Για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος των ασφαλισμένων αυτών απαιτούνται οι πλήρεις χρονικές προϋποθέσεις του Ι.Κ.Α.- Τ.Ε.Α.Μ., όπως αυτές ορίζονται από τις σχετικές διατάξεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 1384/1983 (ΦΕΚ 106 Α), ως προς τους υπαχθέντες στην ασφάλιση του συγχωνευόμενου Κλάδου του Ε.Τ.Ε.Μ. μέχρι την ημερομηνία συγχώνευσης του. Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού, που προέρχεται από το συγχωνευόμενο Κλάδο, οι πόροι που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις υπέρ αυτού, η κινητή περιουσία του, καθώς και η ακίνητη περιουσία του Ταμείου, περιέρχονται από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στο Ι.Κ.Α.- Τ.Ε.Α.Μ., ως καθολικό διάδοχο αυτού, με εξαίρεση το οικόπεδο του Ταμείου, περιοχής Βιλλίων, το οποίο παραμένει στο ΤΑ.Π.Ε.Μ. με αποκλειστική χρήση τη λειτουργία κατασκηνώσεων. Για τη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων του εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία μεταγράφεται ατελώς στα βιβλία μεταγραφών των οικείων υποθηκοφυλακείων. Η μεταβίβαση αυτή δεν υπόκειται σε τέλη και δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου, δήμου, κοινότητας ή τρίτου. Εκκρεμείς δίκες που προέκυψαν κατά τη λειτουργία του Κλάδου που συγχωνεύεται συνεχίζονται υπέρ ή κατά του Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ. χωρίς διακοπή. 3.Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου αυτού αρχίζει από την πρώτη του μεθεπόμενου της δημοσίευσης του παρόντος νόμου μηνός. Άρθρο 26 1.Το Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Εκπροσώπων και Υπαλλήλων Εργατικών Επαγγελματικών Οργανώσεων (Τ.Ε.Α.Ε.Υ.Ε.Ε.Ο.), που συστάθηκε με τις διατάξεις του α.ν. 971/1937 (ΦΕΚ 482 Α) αποκαλούμενο στις επόμενες διατάξεις του άρθρου αυτού Ταμείο, συγχωνεύεται από την πρώτη του τέταρτου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών, που λειτουργεί στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο οποίος αποκαλείται στη συνέχεια του ίδιου άρθρου Ι.Κ.Α.- Τ.Ε.Α.Μ.. Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού που προέρχεται από το συγχωνευόμενο Ταμείο, οι πόροι που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις υπέρ αυτού, καθώς και η κινητή και ακίνητη περιουσία του, πλην των κινητών στοιχείων αυτής που ανήκουν στον Κλάδο Πρόνοιας, περιέρχονται από τη συγχώνευση αυτού στο Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ. ως καθολικό διάδοχο. Για τη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων του Ταμείου στο Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ. εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία μεταγράφεται ατελώς στα βιβλία μεταγραφών των οικείων υποθηκοφυλακείων. Η μεταβίβαση αυτή δεν υπόκειται σε τέλη και δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου, δήμου, κοινότητας ή τρίτου. Εκκρεμείς δίκες που προέκυψαν από τη λειτουργία του Ταμείου συνεχίζονται υπέρ ή κατά του Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ. χωρίς διακοπή. 2.Οι υφιστάμενες κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού οργανικές θέσεις του Τ.Ε.Α.Ε.Υ.Ε.Ε.Ο., μόνιμες και ιδιωτικού δικαίου με το υπηρετούν προσωπικό, μεταφέρονται στο Ι.Κ.Α.. 3.Οι διατάξεις των άρθρων 1, 5 (παρ. 1 περίπτ. στ) μέχρι 9 (παρ. 2 και 3), 10, 30 μέχρι 34, 36 και 38 του Καταστατικού του Ταμείου, από την ημερομηνία της συγχωνεύσεως παύουν να ισχύουν. 4.Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου καθίστανται ασφαλισμένοι του Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ.. Η ασφαλιστική σχέση των ασφαλισμένων αυτών, μετά από τη συγχώνευση, διέπεται από τις διατάξεις του Καταστατικού του Ταμείου που εξακολουθούν ισχύουσες με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Ο χρόνος ασφαλίσεως στο Ταμείο, συμπεριλαμβανομένου και αυτού που έχει αναγνωρισθεί ή προσμετρηθεί από προϋπηρεσία ή άλλη αιτία βάσει των διατάξεων του Καταστατικού του, υπολογίζεται για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος των ασφαλισμένων αυτών, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του Ταμείου, όπως αυτές ορίζονται από τις καταστατικές διατάξεις αυτού. 5.Πρόσωπα τα οποία αποκτούν μετά τη συγχώνευση την ιδιότητα εκπροσώπου συνδικαλιστικών οργανώσεων, για την οποία υπήγοντο στην ασφάλιση του Ταμείου, σύμφωνα με τη νομοθεσία του, εξαιρούνται από την ασφάλιση του Ι.Κ.Α.- Τ.Ε.Α.Μ. για την ιδιότητα τους αυτή. Τα πρόσωπα αυτά σε κάθε περίπτωση υπάγονται στους οικείους Φορείς επικουρικής ασφάλισης για την απασχόληση τους. 6.Οι συνταξιούχοι του Ταμείου γίνονται συνταξιούχοι του Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ.. Οι συντάξεις αυτών εξακολουθούν να καταβάλλονται αμετάβλητες, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων του άρθρου 19 του ν. 2434/1996 (ΦΕΚ 188 Α). Σε περίπτωση καταβολής συντάξεων από το Τ.Ε.Α.Ε.Υ.Ε.Ε.Ο. και το Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ. ή από άλλο επικουρικό φορέα, οι διατάξεις περί διπλοσυνταξιούχων δεν εφαρμόζονται. Οι ανωτέρω συντάξεις αυξάνονται κατά τον τρόπο αύξησης των λοιπών συντάξεων των συνταξιούχων του Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ.. 7.Οι ειδικές εισφορές του άρθρου μόνου του ν. 1114/1944 (ΦΕΚ 19 Α), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, καθώς και της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 678/1977 (ΦΕΚ 246 Α) που έχουν θεσπισθεί υπέρ του Ταμείου, διατηρούνται και περιέρχονται εξ ολοκλήρου στο Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ., επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 59 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α). Οι παραπάνω εισφορές δύνανται να μειώνονται με προεδρικό διάταγμα, εκδιδόμενο με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α., ύστερα από σύνταξη αναλογιστικής μελέτης. 8.Ο Κλάδος Πρόνοιας του Τ.Ε.Α.Ε.Υ.Ε.Ε.Ο., που συστάθηκε με τις διατάξεις της αριθμ. 59360 Σ. 1509/ 24.1.1950 (ΦΕΚ 51 Β) απόφασης του Υπουργού Εργασίας, καταργείται από την ημερομηνία συγχώνευσης του Ταμείου. Τα αποθεματικά του καταργούμενου Κλάδου διανέμονται στους ασφαλισμένους του Κλάδου αυτού, οι οποίοι έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση του και έχουν συμπληρώσει μέχρι την ημερομηνία συγχώνευσης του Ταμείου τουλάχιστον τρία (3) έτη ασφάλισης, μετά από σχετική αίτηση, η οποία υποβάλλεται στο Ι.Κ.Α.- Τ.Ε.Α.Μ. εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από την ημερομηνία συγχώνευσης του. Το Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ., ως καθολικός διάδοχος του Ταμείου, αναγράφει στον προϋπολογισμό του το ποσό που προκύπτει κατά το κλείσιμο του ισολογισμού του καταργούμενου Κλάδου και το οποίο θα διανεμηθεί στους δικαιούχους. Από το προς διανομή ποσό αφαιρείται το ποσό που θα καταβληθεί ως εφάπαξ παροχή, σε όσους έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις του καταργούμενου Κλάδου και έχουν υποβάλει σχετική αίτηση μέχρι την ημερομηνία κατάργησης του, καθώς και σε όσους έχουν συμπληρώσει τις χρονικές προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως, όπως προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις του καταργούμενου Ταμείου, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας και συνταξιοδότησης από τον κλάδο σύνταξης. Το ποσό που θα καταβληθεί σε κάθε δικαιούχο είναι το πηλίκο της διαίρεσης του προς διανομή ποσού και των ημερών ασφάλισης του συνόλου των δικαιούχων, πολλαπλασιαζόμενο με τις ημέρες ασφάλισης του δικαιούχου. Το ποσό που προκύπτει δεν δύναται να είναι ανώτερο εκείνου που θα ελάμβανε ο δικαιούχος ως εφάπαξ παροχή βάσει των καταστατικών διατάξεων του καταργούμενου Κλάδου. Τυχόν αδιάθετο ποσό μεταφέρεται στο Ι.Κ.Α. -Τ.Ε.Α.Μ.. Με απόφαση του Διοικητή του Ι.Κ.Α. συγκροτείται επιτροπή αποτελούμενη από υπαλλήλους του καταργούμενου Ταμείου, έργο της οποίας είναι η χορήγηση στους δικαιούχους του προς διανομή ποσού. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο χρόνος περάτωσης του έργου της. Άρθρο 27 1.Το Ταμείο Αρωγής Αξιωματικών Χωροφυλακής (Τ.Α.Α.Χ.) ενοποιείται με το Ταμείο Αρωγής Οπλιτών Χωροφυλακής (Τ.Α.Ο.Χ.), το οποίο μετονομάζεται σε Ταμείο Αρωγής Αστυνομικών (Τ.Α.ΑΣ.), αποκαλούμενο στις επόμενες διατάξεις Ταμείο. 2.Οι ασφαλισμένοι των ενοποιημένων Φορέων καθίστανται ασφαλισμένοι του Ταμείου και ο χρόνος ασφάλισης που έχει διανυθεί σε αυτά θεωρείται ως χρόνος ασφάλισης στο νέο Ταμείο. 3.Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού, όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία του Τ.Α.Α.Χ., οι προβλεπόμενοι από τη νομοθεσία του πόροι και γενικά όλα τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του μεταβιβάζονται αυτοδίκαια στο Τ.Α.ΑΣ., ως καθολικό διάδοχο αυτού. Εκκρεμείς δίκες, οι οποίες προέκυψαν κατά το χρόνο λειτουργίας του Τ.Α.Α.Χ., συνεχίζονται από και κατά του Τ.Α.ΑΣ. χωρίς διακοπή. Η μεταβίβαση των ακινήτων απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής φόρου υπέρ του Δημοσίου, όπως και άλλων φόρων, τελών ή δικαιωμάτων υπέρ δήμου ή κοινότητας ή άλλων τρίτων. Για τη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία μεταγράφεται ατελώς στα οικεία βιβλία του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου. 4.Το Ταμείο διοικείται από επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο αποτελούμενο από: 1)τον αρχαιότερο κατά βαθμό, από τους υπηρετούντες στο Νομό Αττικής, μέτοχο του ως Πρόεδρο, 2)έναν ανώτερο αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας, μέτοχο του Ταμείου, 3)έναν αρχιφύλακα ή αστυφύλακα με δεκαετή τουλάχιστον υπηρεσία, μέτοχο του Ταμείου, 4)έναν υπάλληλο με βαθμό Α του Υπουργείου Οικονομικών, 5)έναν υπάλληλο με βαθμό Α του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στ) έναν εκπρόσωπο της Πανελλήνιας Ένωσης Αξιωματικών Αστυνομίας (Π.ΕΝ.Α.Α.), μέτοχο του Ταμείου, 6)έναν εκπρόσωπο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αστυνομικών Υπαλλήλων (Π.Ο.ΑΣ.Υ.), μέτοχο του Ταμείου, ως μέλη. 5.Στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου μετέχει χωρίς ψήφο, ως Κυβερνητικός Επίτροπος υπάλληλος με Α1 βαθμό του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 6.Όταν συζητούνται θέματα προσωπικού ή οργάνωσης και λειτουργίας του Ταμείου, μετέχει με δικαίωμα ψήφου ένας εκπρόσωπος από τους υπαλλήλους του Ταμείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, ορίζονται τα μέλη αστυνομικοί του Δ. Σ. του Τ.Α.ΑΣ. μαζί με ισάριθμους αναπληρωτές. Οι εκπρόσωποι των Ομοσπονδιών των συνδικαλιστικών Φορέων προτείνονται από αυτές, σύμφωνα με τα καταστατικά τους. Τα μέλη (τακτικά και αναπληρωματικά) του Δ.Σ. του Τ.Α.ΑΣ. που ανήκουν στο Υπουργείο Οικονομικών και στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η θητεία του Δ.Σ. και των λοιπών οργάνων του Τ.Α.Α.Χ. λήγει από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Α.Ο.Χ. παρατείνεται μέχρι του διορισμού του νέου Δ.Σ. του Τ.Α.ΑΣ.. 7.Ως διευθυντής και υποδιευθυντής του Ταμείου τοποθετείται ανώτερος αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας και ως γραμματέας αυτού, καθώς και του Δ.Σ. κατώτερος αξιωματικός, οριζόμενοι με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας. ΣΤΟ Ταμείο, για την αντιμετώπιση των υπηρεσιακών του αναγκών, τοποθείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις το απαραίτητο αστυνομικό και πολιτικό προσωπικό από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης που είναι μέτοχοι αυτού. Οι πολιτικοί υπάλληλοι του Τ.Α.Α.Χ. που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος υπηρετούν σε αυτό εξακολουθούν να υπηρετούν ως υπάλληλοι του νέου Ταμείου. Για την αντιμετώπιση των λειτουργικών αναγκών του Ταμείου, συστήνονται, επιπλέον των υφισταμένων, δύο (2) οργανικές θέσεις, που θα πληρωθούν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις: α) μία (1) θέση Νομικού Συμβούλου και β) μία (1) θέση καθαρίστριας. 8.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ταμείου, ρυθμίζονται εντός έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, τα θέματα που αφορούν τη διοικητική και οικονομική οργάνωση, τη διάρθρωση των υπηρεσιών, τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα των οργάνων, τη στελέχωση των υπηρεσιών, τη διαχείριση της περιουσίας, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για τη λειτουργία του Ταμείου. Μέχρι έκδοσης του παραπάνω διατάγματος ισχύει το π.δ. 23/1997 (ΦΕΚ 23 Α). 9.Από την έναρξη λειτουργίας του Ταμείου καθορίζεται ενιαία μηνιαία κράτηση για όλους τους ασφαλισμένους του εκ ποσοστού 5% επί του βασικού μισθού και του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, καθώς και επί των επιδομάτων εξομάλυνσης και ειδικής απασχόλησης, όπως αυτά προσδιορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 και στην υποπερίπτωση ββ της περίπτωσης β1 της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ν. 2448/1996 (ΦΕΚ 299 Α), όπως τροποποιήθηκε με την περίπτωση ά της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 2512/1997 (ΦΕΚ 138 Α), ανεξαρτήτως βαθμού οικογενειακής κατάστασης ή άλλης μεταβολής, περιλαμβανομένων και των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και του επιδόματος αδείας, που καταβάλλονται στους ασφαλισμένους, επιφυλασσομένων των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 37 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α) για τους ασφαλισμένους από 1.1.1993 και εφεξής. 10.Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος του Ταμείου μετά από αναλογιστική μελέτη, εκπονούμενη εντός έτους από την ισχύ του παρόντος νόμου. Μέχρι την έκδοση της απόφασης αυτής για τον προσδιορισμό του εφάπαξ βοηθήματος των μετόχων του Ταμείου εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις της νομοθεσίας των ενοποιημένων φορέων. 11.Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη του Δ.Σ. του Ταμείου, ανακαθορίζονται οι αποδοχές επί των οποίων διενεργείται η κράτηση και υπολογίζεται το εφάπαξ βοήθημα και αναπροσαρμόζεται το ύψος του ποσοστού των κρατήσεων και του χορηγούμενου εφάπαξ βοηθήματος. 12.Για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις που ισχύουν για το Τ.Α.Ο.Χ.. 13.Το γραφείο ενσήμου της ΕΛ.ΑΣ. υπάγεται στο ενοποιημένο Ταμείο Τ.Α.ΑΣ.. Προϊστάμενος του γραφείου αυτού ορίζεται κατώτερος αξιωματικός ή ανθυπαστυνόμος της ΕΛ.ΑΣ.. 14.Οι ασφαλισμένοι του Τ.Α.ΑΣ., οι οποίοι προσλήφθηκαν στην Ελληνική Αστυνομία μετά την 1.1.1993 και εφεξής μπορούν να ασφαλισθούν προαιρετικά και στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων, εφαρμοζομένων των διατάξεων που διέπουν το Ταμείο αυτό. Η σχετική αίτηση, η οποία δεν ανακαλείται, υποβάλλεται στο Ταμείο αυτό και στην υπηρεσία της ΕΛ.ΑΣ. από τους ήδη υπηρετούντες εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος και από τους εφεξής προσλαμβανόμενους εντός της αυτής ανατρεπτικής προθεσμίας από την ημερομηνία πρόσληψης τους στην ΕΛ.ΑΣ.. Οι ασφαλισμένοι αυτοί μπορούν να αναγνωρίσουν στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων και το χρόνο προϋπηρεσίας τους στην ΕΛ.ΑΣ., υποβάλλοντας σχετική αίτηση μέσα στην παραπάνω προθεσμία. Η αναγνώριση και η εξαγορά του χρόνου αυτού γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές καταστατικές διατάξεις του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων περί αναγνωρίσεως προϋπηρεσιών. Για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας των προσώπων αυτών, με απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Δημόσιας Τάξης, αποσπάται στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων πολιτικό προσωπικό και μέχρι δέκα (10) υπαλλήλων της Ελληνικής Αστυνομίας για χρονικό διάστημα ενός έτους. Άρθρο 28 Συγχώνευση Τ.Π.Ε.Κ.Υ. ΟΛ.Θ. στο Κ.Α.Φ. Λιμένος Θεσσαλονίκης 1.Το Ταμείο Προνοίας Εργατών Κομιστικής Υπηρεσίας Ο.Λ.Θ., το οποίο ιδρύθηκε με το άρθρο 30 του α. ν. 962/1937 (ΦΕΚ 475 Α), συγχωνεύεται στο Κεφάλαιο Αποζημίωσης Φορτοεκφορτωτών Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης, το οποίο μετονομάζεται σε Κεφάλαιο Αποζημίωσης Φορτοεκφορτωτών και Εργατών Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης. 2.Οι ασφαλισμένοι του συγχωνευόμενου Ταμείου καθίστανται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ασφαλισμένοι του Κεφαλαίου Αποζημίωσης Φορτοεκφορτωτών και Εργατών Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης και εφαρμόζεται εφεξής για το μετονομαζόμενο Οργανισμό η νομοθεσία του Κ.Α.Φ. Ο.Λ.Θ.. Ο χρόνος ασφάλισης τους στο συγχωνευόμενο Ταμείο, συμπεριλαμβανομένου και του βάσει των διατάξεων της νομοθεσίας τούτου τυχόν ήδη αναγνωρισθέντος ή προσμετρηθέντος χρόνου από προϋπηρεσία ή άλλη αιτία, θεωρείται ως χρόνος ασφάλισης στο μετονομαζόμενο Οργανισμό. 3.Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού, καθώς και η κινητή και ακίνητη περιουσία του συγχωνευόμενου Ταμείου, μεταβιβάζεται στο Κεφάλαιο Αποζημίωσης Φορτοεκφορτωτών και Εργατών Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης ως καθολικό διάδοχο αυτού. Για τη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία μεταγράφεται ατελώς στα οικεία βιβλία του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου. Η μεταβίβαση αυτή δεν υπόκειται σε τέλη και δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου, δήμου, κοινότητας ή τρίτου. Εκκρεμείς δίκες με διάδικο το Ταμείο Προνοίας Εργατών Κομιστικής Υπηρεσίας Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης, συνεχίζονται από το Κεφάλαιο Αποζημίωσης Φορτοεκφορτωτών και Εργατών Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης, χωρίς διακοπή. 4.Οι υφιστάμενες κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού θέσεις μαζί με το υπηρετούν προσωπικό μεταφέρονται στο νέο Φορέα. 5.Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου Προνοίας Εργατών Κομιστικής Υπηρεσίας Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης, οι οποίοι μέχρι την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου θεμελιώνουν δικαίωμα λήψης εφάπαξ βοηθήματος βάσει διατάξεων της νομοθεσίας του Ταμείου αυτού, διατηρούν το δικαίωμα λήψεως της εφάπαξ παροχής, σύμφωνα με τη νομοθεσία του, εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία και ασκήσουν το δικαίωμα εντός τριών (3) ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. 6.Το Κεφάλαιο Αποζημίωσης Φορτοεκφορτωτών και Εργατών Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης διοικείται από το υφιστάμενο Διοικητικό Συμβούλιο του Κ.Α.Φ. Ο.Λ.Θ.. Άρθρο 29 1.Το Ταμείο Αλληλοβοήθειας Προσωπικού ΟΣΕ, που συστάθηκε με το προεδρικό διάταγμα της 17/18 Δεκεμβρίου 1930 περί κυρώσεως κανονισμού ταμείου αλληλοβοήθειας εκάστης των εν Ελλάδι σιδηροδρομικών και τροχιοδρομικών επιχειρήσεων, συγχωνεύεται από την πρώτη του δεύτερου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στον Κλάδο Ασθένειας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε., εφαρμοζομένων των διατάξεων του Κανονισμού Περίθαλψης του Ταμείου αυτού, όπως κάθε φορά ισχύει. Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού, καθώς και όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία του Τ.Α.Π. - ΟΣΕ, περιέρχονται από τη συγχώνευση αυτού στον Κλάδο Ασθένειας του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. ως καθολικό διάδοχο. Για τη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων του Ταμείου στο Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία μεταγράφεται ατελώς στα βιβλία μεταγραφών των οικείων υποθηκοφυλακείων. Η μεταβίβαση αυτή δεν υπόκειται σε τέλη και δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων προσώπων. Εκκρεμείς δίκες που προέκυψαν από τη λειτουργία του Ταμείου συνεχίζονται υπέρ ή κατά του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. χωρίς διακοπή. 2.Χρόνος ασφάλισης που διανύθηκε στο συγχωνευόμενο Ταμείο θεωρείται χρόνος ασφάλισης του κλάδου ασθένειας του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.. 3.Οι υφιστάμενες κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού οργανικές θέσεις του Τ.Α.Π. - Ο.Σ.Ε. μόνιμες και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με το υπηρετούν προσωπικό μεταφέρονται στο Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.. Το μεταφερόμενο προσωπικό για τον Κλάδο Σύνταξης εξακολουθεί να ασφαλίζεται στους φορείς που ασφαλιζόταν πριν τη συγχώνευση και για περίθαλψη υπάγεται στην ασφάλιση του Κλάδου Ασθένειας του Τ.Α.Π -Ο.Τ.Ε.. Άρθρο 30 Κατάργηση Ταμείου Υπαλλήλων Αγροφυλακής Το Ταμείο Προνοίας Υπαλλήλων Αγροφυλακής που προήλθε δυνάμει του π.δ. 364/1981 (ΦΕΚ 100 Α), από τη συγχώνευση του Λογαριασμού Αυτασφαλίσεως Υπαλλήλων Αγροτικής Ασφαλείας (Λ.Α.Υ.Α.), που συστάθηκε με το β.δ. της 18/28.7.1952 (ΦΕΚ 173 Α) στο Ταμείο Αρωγής Οργάνων Αγροφυλακής (Τ.Α.Ο.Α.), που συστάθηκε με το ν. 1900/1951 (ΦΕΚ 214 Α), καταργείται. Το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας αυτού τίθεται υπό εκκαθάριση από το Διοικητικό Συμβούλιο και δύο εκκαθαριστές προτεινόμενους από το ίδιο όργανο. Το απομένον υπόλοιπο, μετά την αφαίρεση τυχόν προς τρίτους οφειλών, διατίθεται συμπληρούμενο από το Λ.Α.Φ.Κ.Α. για την καταβολή των εφάπαξ βοηθημάτων στους ασφαλισμένους του, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού. Άρθρο 31 1.Τα Ταμεία Προνοίας Δικηγόρων που ιδρύθηκαν με βάση τις διατάξεις του α.ν. 87/1936 (ΦΕΚ 390 Α), εκτός των Ταμείων Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών, Πειραιά και Θεσσαλονίκης, καταργούνται την πρώτη του έβδομου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Οι θεσπισμένοι πόροι βάσει της κείμενης νομοθεσίας και οι διατάξεις του αν. 87/1936 Περί ιδρύσεως ταμείου προνοίας παρ1 εκάστω δικηγορικό) συλλόγω καταργούνται από την ίδια ημερομηνία. 2.Εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, δύναται να συσταθεί σε κάθε δικηγορικό σύλλογο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ των μελών του, σωματειακής μορφής (Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα), ως καθολικός διάδοχος φορέας του καταργούμενου Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων. 3.Η κινητή και ακίνητη περιουσία των καταργούμενων Ταμείων Προνοίας Δικηγόρων, η οποία θα απογραφεί από τις διοικήσεις αυτών κατά την ημερομηνία κατάργησης τους, αφού αφαιρεθεί το ποσό που θα καταβληθεί ως εφάπαξ παροχή σε όσους έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οικείες καταστατικές διατάξεις και έχουν υποβάλει σχετική αίτηση μέχρι την ημερομηνία αυτή, περιέρχεται αυτοδικαίως στο νέο Φορέα, ο οποίος υπεισέρχεται στα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις του αντίστοιχου καταργούμενου Ταμείου. Για τη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία μεταγράφεται ατελώς στα οικεία βιβλία του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου. Η μεταβίβαση αυτή δεν υπόκειται σε τέλη και δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου, δήμου, κοινότητας ή τρίτου. 4.Σε περίπτωση που δεν συσταθεί ο νέος Φορέας, η κινητή και ακίνητη περιουσία των καταργούμενων ταμείων περιέρχεται αυτοδικαίως στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους, με την παραπάνω διαδικασία και την ευθύνη της ολοκλήρωσης της εκκαθάρισης αναλαμβάνει το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Στην περίπτωση που καταργούμενο Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων ασφαλίζει μέλη περισσότερων του ενός Δικηγορικών Συλλόγων, τότε η κινητή και ακίνητη περιουσία του περιέρχεται στον αντίστοιχο Δικηγορικό Σύλλογο ανάλογα με τον αριθμό των μελών και το χρόνο ασφάλισης τους προκειμένου να γίνει η εκκαθάριση αυτής. 5.Η θητεία των διοικήσεων των καταργούμενων Ταμείων Προνοίας Δικηγόρων, που τυχόν λήγει κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα του παραπάνω εξαμήνου, παρατείνεται αυτοδικαίως και μέχρι το χρόνο της κατάργησης των Ταμείων αυτών. 6.Το υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού προσωπικό των καταργούμενων Ταμείων μετατάσσεται και καταλαμβάνει υφιστάμενες θέσεις του αντίστοιχου βαθμού και κλάδου σε δικηγορικό σύλλογο της χώρας ή ασφαλιστικό οργανισμό αρμοδιότητας Γ.Γ.Κ.Α., κατόπιν σχετικής αίτησης, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Για τη λήψη εφάπαξ βοηθήματος υπάγεται στο καθεστώς του ν. 103/1975 στο λογαριασμό που τηρείται στη νέα υπηρεσία τους στο οποίο μεταφέρεται και ο αντίστοιχος λογαριασμός του νόμου αυτού που τηρείται στο καταργούμενο Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων, με τη διαδικασία που ορίζουν οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 15 του ν. 2079/1992 (ΦΕΚ 142 Α). ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΜΣΜΟΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ - ΠΑΡΟΧΕΣ ΥΓΕΙΑΣ Άρθρο 32 1.Συνιστάται στη Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Γ.Γ.Κ.Α.) ειδική υπηρεσία με την ονομασία Υπηρεσία Ελέγχου Δαπανών Υγείας Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α.), η οποία υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. αναπτύσσεται σε κεντρική και περιφερειακές υπηρεσίες. Η κεντρική υπηρεσία έχει έδρα τη Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων και οι περιφερειακές, τις έδρες των 13 περιφερειών ολόκληρης της χώρας. Η κεντρική υπηρεσία λειτουργεί σε επίπεδο διεύθυνσης και οι περιφερειακές υπηρεσίες σε επίπεδο τμήματος. Οι περιφερειακές υπηρεσίες στεγάζονται σε κτίρια των Ασφαλιστικών Οργανισμών που επιλέγονται για το σκοπό αυτόν από την κεντρική υπηρεσία. 2. Έργο της ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. είναι: - η εποπτεία και ο συντονισμός των ενεργειών για τον έλεγχο των δαπανών του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης όλων των Ασφαλιστικών Φορέων και Κλάδων Ασθένειας αρμοδιότητας Γ.Γ.Κ.Α., - ο έλεγχος για όλες τις υπηρεσίες υγείας που παρέχονται προς τους ασφαλισμένους και συνταξιούχους όλων των Ασφαλιστικών Οργανισμών, - ο συντονισμός των ελέγχων για τις παροχές περίθαλψης που απαιτείται έγκριση ελεγκτή γιατρού, - ο σχεδιασμός και η ανάθεση μηχανογραφικών εφαρμογών σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο, που σκοπό έχουν την παρακολούθηση της κατανάλωσης των υπηρεσιών και των παροχών υγείας, - η συγκέντρωση και η στατιστική αξιολόγηση, στοιχείων που έχουν σχέση με παροχές υγείας. 3.Ο έλεγχος των υπηρεσιών υγείας που παρέχονται προς τους ασφαλισμένους όλων των Ασφαλιστικών Φορέων διενεργείται στα φαρμακεία, νοσοκομεία, ιδιωτικές κλινικές και κάθε φορέα παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας από το προσωπικό της ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α.. Στους ελέγχους αυτούς δύναται να συμμετέχουν και υπάλληλοι των Ασφαλιστικών Οργανισμών. Ο έλεγχος αφορά την παρακολούθηση των όρων των συμβάσεων Ασφαλιστικών Οργανισμών με τους εν λόγω Φορείς και την πιστή εφαρμογή των διατάξεων των κανονισμών παροχής υγειονομικής περίθαλψης. Για κάθε πραγματοποιούμενο έλεγχο υποβάλλεται πόρισμα στην αρμόδια υπηρεσία. Το πόρισμα αποστέλλεται στους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς και εφόσον κρίνεται αναγκαίο και στην εισαγγελική αρχή προκειμένου να επιβληθούν κυρώσεις και να αναζητηθούν οι καταχρηστικά γενόμενες δαπάνες. Οι υπάλληλοι της ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α., κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ενεργούν ως ανακριτικοί υπάλληλοι και έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους. 4.Η ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. συντονίζει τους ελέγχους των Ασφαλιστικών Οργανισμών για παροχές περίθαλψης όπου απαιτείται εκ των προτέρων ή εκ των υστέρων έγκριση από ελεγκτή ιατρό ή οδοντίατρο, στις περιοχές που οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί δεν διαθέτουν τέτοιες υπηρεσίες. Για το σκοπό αυτόν δημιουργούνται ειδικά γραφεία ελέγχου. Τα ανωτέρω γραφεία δημιουργούνται στις έδρες των νομών όλης της χώρας και, εφόσον οι ανάγκες το επιβάλλουν, σε περισσότερες περιοχές του νομού, σε χώρους που επιλέγονται από την ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α.. Στα γραφεία αυτά έχουν πρόσβαση και οι ασφαλισμένοι Ταμείων, έστω και αν διαθέτουν ανάλογες υπηρεσίες στο νομό. Καθήκοντα ελεγκτή δύναται να ανατίθενται σε ιατρούς και οδοντιάτρους που υπηρετούν στους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς και στο Ε.Σ.Υ. και τις διευθύνσεις υγείας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. Με απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Υγείας και Πρόνοιας ορίζονται, μετά από πρόταση των φορέων στους οποίους υπηρετούν, οι ιατροί και οδοντίατροι των ειδικών σημείων ελέγχου, καθώς και κάθε άλλο θέμα που αφορά τη λειτουργία τους. Το έργο των ελεγκτών ιατρών υπόκειται στον έλεγχο των οργάνων της ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α.. 5.Η ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. σχεδιάζει και εισηγείται μηχανογραφικές εφαρμογές για την παρακολούθηση της κατανάλωσης των παροχών και υπηρεσιών υγείας και τον έλεγχο των δαπανών. Οι εφαρμογές του ελέγχου των δαπανών υγείας δύναται να αναπτύσσονται σε κεντρικό ή περιφερειακό επίπεδο και ανατίθενται είτε σε Ασφαλιστικούς Οργανισμούς είτε σε άλλους Φορείς του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, τηρουμένων των δια τάξεων της κείμενης νομοθεσίας. 6.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζονται η οργάνωση, η διάρθρωση, οι επί μέρους αρμοδιότητες της ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. και των οργάνων της και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία της υπηρεσίας. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δύναται να ανακαθορίζεται η κατά τόπο και καθ’ ύλην αρμοδιότητα των επί μέρους υπηρεσιών της ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α.. Με όμοιες αποφάσεις καθορίζεται ο χρόνος έναρξης της λειτουργίας κάθε υπηρεσίας. Με απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υγείας και Πρόνοιας και Εμπορικής Ναυπλίας, στις αρμοδιότητες της ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. δύναται να υπάγεται και ο έλεγχος της περίθαλψης των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και των ασφαλισμένων του Οίκου Ναύτου. 7.Η ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. στελεχώνεται με διοικητικό προσωπικό, ιατρούς ειδικοτήτων και φαρμακοποιούς. Ειδικότερα, για τη λειτουργία της υπηρεσίας αυτής, στη Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων συνιστώνται 95 οργανικές θέσεις προσωπικού Κατηγορίας ΠΕ και 5 θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Η πλήρωση των οργανικών θέσεων γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες περί προσλήψεων διατάξεις. Η πλήρωση των θέσεων του ειδικού επιστημονικού προσωπικού γίνεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου διάρκειας πέντε (5) ετών, που μπορεί να ανανεώνεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Οι παραπάνω θέσεις είναι δυνατόν να καλύπτονται και με τοποθετήσεις υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθώς και με μετατάξεις και αποσπάσεις, χωρίς χρονικό περιορισμό, υπαλλήλων κάθε κατηγορίας από Ασφαλιστικούς Οργανισμούς ή άλλες δημόσιες υπηρεσίες και Ν.Π.Δ.Δ.. Προσόντα πρόσληψης ορίζονται τα προσόντα διορισμού των δημοσίων υπαλλήλων σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις και τα αναφερόμενα υπό στοιχεία α και β της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 1943/1991. Με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 6 γίνεται η κατανομή των παραπάνω θέσεων κατά κατηγορία και ειδικότητα και προσδιορίζονται τα ειδικότερα τυπικά προσόντα του ειδικού επιστημονικού προσωπικού, καθώς και τα κριτήρια και η διαδικασία τοποθετήσεων, αποσπάσεων και μετατάξεων. Το προσωπικό της ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. υπάγεται ως προς τα θέματα της υπηρεσιακής του κατάστασης στο οικείο υπηρεσιακό και πειθαρχικό συμβούλιο της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Άρθρο Άρθρο 33 Ιατρική περίθαλψη 1.Στα πλαίσια της ιατρικής περίθαλψης που παρέχουν οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί αρμοδιότητας Γ.Γ.Κ.Α. και το Δημόσιο στους ασφαλισμένους και τα μέλη της οικογένειας τους καθιερώνεται η υποχρεωτική προληπτική ιατρική, με σκοπό την έγκαιρη διάγνωση και τη λήψη μέτρων για την πρόληψη της εκδήλωσης ή την αποτροπή της εμφάνισης νοσηρών καταστάσεων. Η προληπτική ιατρική περιλαμβάνει: 1)Εμβολιασμούς παιδιών και ενηλίκων, σύμφωνα με το εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμού για την Ελλάδα του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας. β. Εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου. 2)Εξετάσεις για την πρόληψη γυναικολογικών καρκίνων (test pap - μαστογραφία). 3)Εξέταση για την πρόληψη του καρκίνου του προστάτη. 4)Προληπτικές οδοντιατρικές εργασίες σε παιδιά ηλικίας μέχρι 14 ετών. 2.Οι δαπάνες άσκησης της προληπτικής ιατρικής βαρύνουν αποκλειστικά τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς. Για τις παροχές προληπτικής οδοντιατρικής στα παιδιά δύναται, με απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Υγείας και Πρόνοιας, να καθορίζεται το είδος των εργασιών και εφάπαξ ποσό για τη σχετική δαπάνη. Ο τρόπος παροχής της προληπτικής ιατρικής είναι αυτός που προβλέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας κάθε φορέα για την ιατρική περίθαλψη. 3.Με απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Υγείας και Πρόνοιας θα καθοριστεί το είδος, η έκταση, η περιοδικότητα των παροχών, η διαδικασία ενημέρωσης των ασφαλισμένων και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την υλοποίηση της προληπτικής ιατρικής. 4.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Υγείας και Πρόνοιας, προβλέπεται η έκδοση Κανονισμού Οδοντιατρικής Περίθαλψης, που ισχύει για όλους τους φορείς και Κλάδους Ασθένειας αρμοδιότητας Γ.Γ.Κ.Α. και το Δημόσιο. Με τον ανωτέρω Κανονισμό καθορίζεται το είδος, η έκταση και ο τρόπος χορήγησης των οδοντιατρικών παροχών. 5.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Υγείας και Πρόνοιας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, καθιερώνεται ενιαίο βιβλιάριο υγείας και έντυπο εντολών ιατρικής περίθαλψης, καθώς και κάθε άλλο έντυπο απαραίτητο για τη χορήγηση των παροχών περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Δημοσίου και των Ασφαλιστικών Οργανισμών. Θεσπίζονται ο τρόπος παροχής της ιατρικής περίθαλψης, τα όργανα και οι διαδικασίες ελέγχου αυτής και καθορίζονται οι υποχρεώσεις των ασφαλισμένων, θεραπόντων ιατρών, των εργαστηρίων και των Ασφαλιστικών Φορέων, καθώς και οι κυρώσεις σε περίπτωση μη τήρησης τους. Άρθρο 34 1.ΣΤΟ τέλος της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α) προστίθεται εδάφιο ως εξής: Εξαιρούνται οι συνταξιούχοι, που δικαιούνται του επιδόματος Ε.Κ.Α.Σ. και για όσο χρόνο το δικαιούνται, καθώς και τα μέλη οικογενείας τους. Οι παραπάνω συμμετέχουν από 1.1.1999 στην εξωνοσοκομειακή φαρμακευτική περίθαλψη με ποσοστό 10% της διατιμημένης αξίας του φαρμάκου. Η δαπάνη που θα προκύψει στους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς καλύπτεται με επιχορήγηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. 2.Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α) προστίθεται εδάφιο ως εξής: Επίσης εξαιρούνται της συμμετοχής: α) τα αντιρετροϊκά φάρμακα που χορηγούνται στους ΗΙV θετικούς ασθενείς - ασφαλισμένους και συνταγογραφούνται από τα αναγνωρισμένα κέντρα αναφοράς για τη διάγνωση του ΑΙDS και τις αναγνωρισμένες νοσοκομειακές μονάδες ειδικών λοιμώξεων και β) όλα ανεξαιρέτως τα φάρμακα που είναι απαραίτητα για τους ασφαλισμένους που υποβάλλονται σε μεταμόσχευση συμπαγών ή ρευστών οργάνων. 3.Το άρθρο 26 του ν. 2072/1992 (ΦΕΚ 125 Α) αντικαθίσταται ως εξής: Σε εξωτερικούς ασθενείς, ασφαλισμένους του Δημοσίου και των Ασφαλιστικών Οργανισμών αρμοδιότητας Γ.Γ.Κ.Α. που έχουν νοσηλευθεί και έχουν ανάγκη τακτικής παρακολούθησης για την αντιμετώπιση της πάθησης τους χορηγούνται χωρίς συμμετοχή των ασφαλισμένων από τα φαρμακεία των κρατικών νοσοκομείων ιδιοσκευάσματα υψηλού κόστους, που έχουν άδεια κυκλοφορίας μόνο για νοσοκομειακή χρήση. Με απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Υγείας και Πρόνοιας καθορίζονται τα ανωτέρω ιδιοσκευάσματα, οι παθήσεις και η διαδικασία χορήγησης τους. 4.Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2458/ 1997 προστίθεται εδάφιο ως εξής: Η ειδική επιτροπή της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού καταρτίζει μέχρι 31.12.1998 συμπληρωματικό κατάλογο, στον οποίο συμπεριλαμβάνονται ιδιοσκευάσματα από νέα δελτία τιμών που εκδόθηκαν μετά από μειώσεις τιμών ήδη αξιολογημένων ιδιοσκευασμάτων που δεν έχουν συμπεριληφθεί λόγω της τιμής τους στον πρώτο κατάλογο. Άρθρο 35 1.Πρόσωπα που ασφαλίστηκαν διαδοχικά σε περισσότερους από έναν Φορείς ή Κλάδους ασθένειας αρμοδιότητας Γ.Γ.Κ.Α. που χορηγούν επιδόματα μητρότητας δικαιούνται των επιδομάτων αυτών από το Φορέα στην ασφάλιση του οποίου επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει τις απαιτούμενες από τη νομοθεσία του τελευταίου φορέα προϋποθέσεις, με συνυπολογισμό του χρόνου ασφάλισης και των άλλων φορέων. Τα επιδόματα μητρότητας καταβάλλονται εξ ολοκλήρου από τον Οργανισμό που τα απονέμει, σύμφωνα με τη νομοθεσία του, χωρίς τη συμμετοχή των άλλων φορέων. 2.Στις περιπτώσεις που εκκρεμεί η έκδοση συνταξιοδοτικής απόφασης με βάση τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης και μέχρις ότου εκδοθεί η οριστική απόφαση συνταξιοδότησης, ο ασφαλισμένος που πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις για σύνταξη συνεχίζει να ασφαλίζεται για παροχές ασθένειας από το φορέα στην ασφάλιση του οποίου επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος και για το χρονικό διάστημα μέχρι τη συνταξιοδότηση του. 3.Όταν οι ανάγκες των ασφαλισμένων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων για παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας δεν καλύπτονται από τους υγειονομικούς σχηματισμούς του, παρέχεται η δυνατότητα στο Δ.Σ. του Ι.Κ.Α. να εγκρίνει τη σύναψη συμβάσεων με ορισμένο αριθμό φυσικοθεραπευτών για κάθε περιοχή, ανάλογα με τον αριθμό των ασφαλισμένων του, που θα αμείβονται κατά πράξη και περίπτωση. Η Διοίκηση του Ι.Κ.Α., ύστερα από πρόταση της αρμόδιας υγειονομικής υπηρεσίας, υποχρεούται να καθορίσει για κάθε πάθηση ή κατηγορία παθήσεων ανώτατο όριο συνεδριών και πράξεων ετησίως ανά δικαιούχο. 4.Στο τέλος του άρθρου 2 του ν. 656/1977, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 1027/1980, προστίθεται παρ. 6 ως εξής: 6.Το Τ.Ε.Β.Ε. δύναται να παρέχει οδοντιατρική περίθαλψη στους ασφαλισμένους του. Ο τρόπος, το ύψος, το είδος, η έκταση, η διαδικασία χορήγησης των παροχών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης, καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του Ταμείου. 5.Η περ. α της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4292/1963 (ΦΕΚ 57 Α) καταργείται. Οι περιπτώσεις β έως ε αριθμούνται σε α έως και δ1 αντίστοιχα. Στο τέλος της νέας περίπτωσης της παρ. 1 του άρθρου 4 του παραπάνω νόμου προστίθεται περίπτωση ε, που έχει ως εξής: ε) Σε περίπτωση ελλείμματος του Κλάδου Υγείας Τεχνικών του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. αυτό καλύπτεται από τον Κλάδο Κύριας Σύνταξης του Ταμείου κατά 9/10 και από το Ταμείο Πρόνοιας Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Π.Ε.Δ.Ε.) κατά 1/10. Τα ποσά που αποδίδονται στον Κ.Υ.Τ. δεν μπορούν να υπερβούν ξεχωριστά το 50% των περισσευμάτων της προηγούμενης ετήσιας οικονομικής χρήσης τόσο του κλάδου σύνταξης του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. όσο και του Τ.Π.Ε.Δ.Ε. αφού αφαιρεθούν τα ποσά που διατίθενται υποχρεωτικά για την αύξηση των ασφαλιστικών αποθεμάτων ως και κάθε άλλη δαπάνη για τη λειτουργία και εκπλήρωση του σκοπού τους. Τα ποσά του Κλάδου Σύνταξης που δεν έχουν καταβληθεί μέχρι σήμερα στο Κ.Υ.Τ., σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. α της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4292/1963 (ΦΕΚ 57 Α) δεν αναζητούνται. Στην περίπτωση που κατά το κλείσιμο των ισολογισμών του Κ.Υ.Τ. προκύψει έλλειμμα, αυτό καλύπτεται από τον Κλάδο Σύνταξης του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.. 6.ΣΤΟ τέλος της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4292/1963 (ΦΕΚ 57 Α), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1259/19/2 (ΦΕΚ 194 Α) και με την παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 915/1979 (ΦΕΚ 103 Α), προστίθεται εδάφιο ως εξής: Στην ασφάλιση του Κλάδου Υγείας Τεχνικών του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. υπάγονται προαιρετικά μετά από αίτηση τους όσοι έχουν διακόψει την άσκηση του επαγγέλματος τους και διαγράφηκαν από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, εφόσον έχουν συμπληρώσει 15 χρόνια ασφάλισης στον Κλάδο Σύνταξης του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. και δεν ασφαλίζονται για παροχές ασθένειας σε άλλον ασφαλιστικό φορέα. Στην περίπτωση αυτή, καταβάλλεται υποχρεωτικά η μηνιαία εισφορά του ελεύθερου επαγγελματία, όπως ισχύει κάθε φορά για τον Κλάδο Υγείας Τεχνικών. 7.Ποσά οφειλών από καταλογιστικές αποφάσεις που προέρχονται από νοσήλια εξωτερικού και έχουν βεβαιωθεί στο Α1 Ταμείο Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α. Αθηνών στον Α.Μ. 422521 ύψους 3.532.779 δρχ. τόσο από κύριες οφειλές όσο και από αναλογούντα σε αυτές πρόσθετα τέλη διαγράφονται. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΡΥΘΜΙΖΕΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ Άρθρο Άρθρο 36 Σύσταση Υπηρεσίας Επιχειρησιακού Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Πληροφορικής 1.Συνιστάται στη Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων υπηρεσία επιπέδου Διεύθυνσης με τον τίτλο Υπηρεσία Επιχειρησιακού Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Πληροφορικής, υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με αντικείμενο: 1)Την εισήγηση μέτρων, το σχεδιασμό για την υλοποίηση τους και την προώθηση πιλοτικών εφαρμογών για τη μείωση του διοικητικού κόστους, την απλούστευση των διαδικασιών, την καθιέρωση ενιαίων διαδικασιών και την καθιέρωση διαδικασιών συνεργασίας και αλληλοεξυπηρέτησης μεταξύ των φορέων κοινωνικής ασφάλισης. 2)Την προώθηση και ενσωμάτωση τεχνογνωσίας σε θέματα εισφοροδιαφυγής, είσπραξης εισφορών κ.λπ.. 3)Τον καθορισμό μετρήσιμων στόχων και τον προσδιορισμό δεικτών μέτρησης ποιότητας των υλοποιούμενων σχεδίων δράσης. 4)Την προώθηση σχεδίων γενικότερων συνεργασιών (τράπεζες, υπουργεία κ.λπ.) και την εξασφάλιση προγραμματικών σχέσεων για παροχή στοιχείων και υπηρεσιών, καθώς και ανταλλαγή πληροφοριών και τεχνογνωσίας. ε. Την προώθηση ανάπτυξης τηλεϋπηρεσιών με την ευρεία χρήση πολυμέσων, για την εξασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών. 5)Το σχεδιασμό πιλοτικών εφαρμογών πληροφορικής και την παρακολούθηση και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων τους. 6)Την παρακολούθηση, σε συνεργασία και στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της Υπηρεσίας Ανάπτυξης Πληροφορικής, των εξελίξεων της τεχνολογίας και την προώθηση της σχετικής τεχνογνωσίας στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης. 7)Την καθιέρωση, σε συνεργασία με την Υ.Α.Π., προτύπων και κανόνων που αφορούν στην προμήθεια υλικού και λογισμικού. 8)Την επιβολή κανόνων συμβατότητας και επικοινωνίας πληροφοριακών συστημάτων και εφαρμογών της Γ.Γ.Κ.Α., του Κ.Η.Υ.Κ.Υ. και των φορέων εποπτείας τους. 9)Τη συγκέντρωση, επεξεργασία και ανάλυση στατιστικών ή άλλων στοιχείων, τη διενέργεια ερευνών και τη σύνταξη σχετικών εκθέσεων, την εκπόνηση συγκριτικών ή άλλων μελετών και την υποβολή προτάσεων για τα παραπάνω θέματα στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 10)Την προώθηση μέτρων που εξασφαλίζουν το συντονισμό δράσεων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, με σκοπό τη μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα τους. 11)Τη μέριμνα για την οργάνωση και συμμετοχή σε ελληνικές και διεθνείς ημερίδες, σεμινάρια και αποστολές και τη σύνταξη σχετικών ενημερωτικών εκθέσεων για την αξιοποίηση της ελληνικής και διεθνούς εμπειρίας και τη μεταφορά τεχνογνωσίας σε θέματα διοικητικής οργάνωσης και λειτουργικού εκσυγχρονισμού. 12)Την κατάρτιση προγραμμάτων, χρηματοδοτούμενων από εθνικούς ή άλλους πόρους, στους τομείς της πληροφορικής και των επικοινωνιών, για την υποστήριξη των παραπάνω δράσεων. 13)Οποιοδήποτε άλλο συναφές έργο ανατίθεται σε αυτήν από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 2.Η στελέχωση της υπηρεσίας γίνεται με επιστημονικό προσωπικό αυξημένων προσόντων και εξειδικευμένων .γνώσεων, συνιστώμενων προς τούτο στη Γ.Γ.Κ.Α. είκοσι (20) θέσεων, από τις οποίες μία (1) προϊσταμένου της υπηρεσίας, καθώς και με προσωπικό διαφόρων κατηγοριών, κλάδων και ειδικοτήτων της Γ.Γ.Κ.Α. ή και των εποπτευόμενων από αυτήν φορέων, ως εξής: Α. Επιστημονικό Προσωπικό 1)Με πρόσληψη ειδικού επιστημονικού προσωπικού, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που έχουν τα γενικά προσόντα διορισμού των δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων και τα προσόντα της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 1943/1991. Το γνωστικό αντικείμενο εξειδίκευσης του προσωπικού αυτού, καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι δε αποδοχές του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η πρόσληψη γίνεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις με σύμβαση διάρκειας πέντε (5) ετών, που μπορεί να ανανεώνεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 2)Με τοποθέτηση υπαλλήλων που υπηρετούν στη Γ.Γ.Κ.Α. ή απόσπαση χωρίς χρονικό περιορισμό, υπαλλήλων που υπηρετούν στους εποπτευόμενους από αυτήν φορείς, κατηγορίας ΠΕ, που έχουν πτυχίο ή δίπλωμα Α.Ε.Ι, της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής και διδακτορικό δίπλωμα ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών (ΜΑSΤΕR ή αντίστοιχο) ελληνικού Α.Ε.Ι, ή αναγνωρισμένο ισότιμο της αλλοδαπής, σε γνωστικό αντικείμενο σχετικό με το έργο της υπηρεσίας; το οποίο ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3)Με απόσπαση ή μετάταξη υπαλλήλων από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 και της παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 1943/1991 που έχουν τα προσόντα του προηγούμενου εδαφίου (β), κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 3 του ν. 2266/1994. 4)Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων πληρούται η θέση του προϊσταμένου της υπηρεσίας από ειδικό επιστημονικό προσωπικό που διαθέτει τα προσόντα, που προβλέπεται από την παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 1943/1991. Β. Λοιπό προσωπικό Με τοποθέτηση υπαλλήλων διαφόρων κατηγοριών, κλάδων και ειδικοτήτων, της Γ.Γ.Κ.Α. ή ομοίως με απόσπαση από τους εποπτευόμενους από αυτήν φορείς. 3.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζεται ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων προσωπικού της προηγούμενης παραγράφου, ο επιμερισμός αυτών σε θέσεις μόνιμου προσωπικού ή προσωπικού επί θητεία, καθώς και η διάρθρωση της υπηρεσίας, τα θέματα εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της, ως και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης αυτής. Άρθρο 37 Ανακαθορισμός αριθμού μελών Δ.Σ. Ασφαλιστικών Οργανισμών 1.Με υπουργική απόφαση, που εκδίδεται εντός έτους από την ισχύ του νόμου, ανακαθορίζεται ο αριθμός των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων των Ασφαλιστικών Οργανισμών, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ανάλογα με τον αριθμό ασφαλισμένων, εργοδοτών και συνταξιούχων, το ύψος του προϋπολογισμού και γενικά τον όγκο και την έκταση των εργασιών εκάστου Οργανισμού, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εννέα (9) μέλη ή να είναι μικρότερος των πέντε (5), εκτός των Ι.Κ.Α., Ο.Γ.Α., Ταμείου Νομικών, Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. και Τ.Σ.Α.Υ. και των συνιστώμενων με τον παρόντα νόμο Ο.Α.Ε.Ε. και Τ.Ε.Α.Δ.Υ., όπου μπορεί να είναι και μεγαλύτερος και καταργείται κάθε γενική και ειδική διάταξη που αναφέρεται στον αριθμό μελών και τη σύνθεση. Στη νέα σύνθεση των Διοικητικών Συμβουλίων θα εκπροσωπούνται υποχρεωτικά οι ασφαλισμένοι και οι συνταξιούχοι. Τα Διοικητικά Συμβούλια συνεχίζουν να λειτουργούν με την υφιστάμενη σύνθεση μέχρι τη συγκρότηση τους. 2.Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του α.ν. 1778/1951 (ΦΕΚ 118 Α) έχουν εφαρμογή σε όλους τους εποπτευόμενους από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ασφαλιστικούς Οργανισμούς και Υπηρεσίες. 3.Η θητεία των Διοικητών και Υποδιοικητών του Ι.Κ.Α. και του Ο.Γ.Α., καθώς και του Προέδρου του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, ορίζεται τριετής. Οι κατά τη δημοσίευση του παρόντος υπηρετούντες Διοικητές, Υποδιοικητές και Πρόεδρος των αναφερόμενων στο προηγούμενο εδάφιο Οργανισμών εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντα τους μέχρι τη λήξη της θητείας για την οποία διορίστηκαν. Έναν (1) μήνα μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού λύεται η σχέση των υπηρετούντων Διοικητών, Υποδιοικητών και Προέδρου των αναφερόμενων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής Οργανισμών, για τους οποίους δεν προβλεπόταν θητεία. 4.ΣΤΟ Ι.Κ.Α. συνιστάται τρίτη θέση Υποδιοικητή, ο οποίος διορίζεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και με τριετή θητεία. Κριτήριο για το διορισμό είναι η διοικητική πείρα και ειδική κατάρτιση σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης. Ο πιο πάνω Υποδιοικητής μετέχει, όταν κρίνεται αναγκαίο, χωρίς ψήφο, στις συνεδριάσεις του Δ. Σ. και στα λοιπά συλλογικά όργανα του Ι.Κ.Α. που προεδρεύει ο Διοικητής του. Με απόφαση του Διοικητή του Ι.Κ.Α. κατανέμονται μεταξύ των τριών Υποδιοικητών οι αρμοδιότητες που ασκούνται από αυτούς. Επίσης με την ίδια απόφαση καθορίζεται και η αναπλήρωση του Διοικητή του Ι.Κ.Α. από τους Υποδιοικητές. Άρθρο Άρθρο 38 Κάλυψη δαπανών από το Λογαριασμό Βελτίωσης Κοινωνικής Ασφάλισης Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δύνανται να διατίθενται σε βάρος του Λογαριασμού Βελτίωσης Κοινωνικής Ασφάλισης (Λ.Β.Κ.Α.) ποσά για δαπάνες: α) Εκπόνησης αναλογιστικών μελετών για τη διαπίστωση της οικονομικής κατάστασης του ασφαλιστικού συστήματος σε μαχροχρόνια βάση, καθώς και επιχειρησιακών σχεδίων για ειδικά θέματα που αφορούν περισσότερους του ενός φορείς. β) Εκπόνησης μελετών και επιχειρησιακών προγραμμάτων για το λειτουργικό και οργανωτικό ανασχεδιασμό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των Ασφαλιστικών Οργανισμών. γ) Αμοιβής Συμβούλου Διαχείρισης, με αντικείμενο την καταγραφή προβλημάτων, το σχεδιασμό διαδικασιών, την προώθηση μέτρων, το συντονισμό και την παρακολούθηση υλοποίησης δράσεων για την απογραφή συνολικά ή κατά κατηγορία των ασφαλισμένων - συνταξιούχων και εργοδοτών της χώρας για την κατάρτιση του Εθνικού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης. δ) Εκπόνησης ερευνητικών προγραμμάτων στους τομείς της οργάνωσης, λειτουργίας και αξιολόγησης του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης από αναγνωρισμένα ερευνητικά κέντρα. ε) Επιχορήγησης Πανεπιστημιακών Τμημάτων και Ινστιτούτων για την ανάπτυξη της έρευνας στο πεδίο της Κοινωνικής Ασφάλισης. στ) Αμοιβής εμπειρογνωμόνων αναγνωρισμένου κύρους, ειδικών γνώσεων, επιστημονικής κατάρτισης και πείρας για την αντιμετώπιση θεμάτων που ανακύπτουν κατά τη διεξαγωγή προγραμμάτων και έργων, της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των Ασφαλιστικών Οργανισμών, καθώς και εμπειρογνωμόνων, ομάδων εργασίας και επιτροπών για τη μελέτη θεμάτων του ασφαλιστικού συστήματος. ζ) Δημοσιοποίησης και προβολής μέσω του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου, καθώς και με οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο, του έργου κατάρτισης του Εθνικού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης και χορήγησης της Κάρτας Κοινωνικής Ασφάλισης. η) Εκτύπωσης, έκδοσης, ανατύπωσης και αναπαραγωγής ανακοινώσεων, μελετών, ερευνών, συμπερασμάτων και γενικά εργασιών Επιτροπών και Οργανισμών που αναφέρονται σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης. θ) Αμοιβής του Κ.Η.Υ.Κ.Υ. για έργα σχεδιασμού και ανάπτυξης πληροφορικής που ανατίθενται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ομοίως, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δύνανται να διατίθενται σε βάρος του Λογαριασμού Βελτίωσης Κοινωνικής Ασφάλισης ποσά για την αποζημίωση Επιτροπών ή Ομάδων με αντικείμενο εργασιών την εφαρμογή και προώθηση έργων του προγράμματος ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ, που άπτονται της κοινωνικής ασφάλισης, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των επί μέρους ισχυουσών διατάξεων για τον καθορισμό της αμοιβής του Προέδρου, των μελών και των γραμματέων των πιο πάνω Επιτροπών ή Ομάδων. Άρθρο Άρθρο 39 Δήλωση ατομικών στοιχείων ασφαλισμένων και συνταξιούχων 1.Οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων υποχρεούνται να παρέχουν, όταν αυτό τους ζητηθεί, κάθε στοιχείο απαραίτητο τόσο για τον έλεγχο της ασφαλιστικής τους κατάστασης όσο και για τη δημιουργία Γενικού Μητρώου Ασφαλισμένων, Συνταξιούχων και Εργοδοτών. Σε περίπτωση μη υποβολής των στοιχείων μέχρι την ημερομηνία που ορίζεται στη σχετική ειδοποίηση, είναι δυνατή η αναστολή καταβολής της σύνταξης. Η σύνταξη επαναχορηγείται αναδρομικά, από την επόμενη της διακοπής της, εφόσον υποβληθούν τα σχετικά στοιχεία. Δικαίωμα για συλλογή στοιχείων έχουν οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί και οι υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 2.Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 64 του ν. 2084/1992, όπως η παράγραφος αυτή συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 20 του ν. 2556/1997, τροποποιείται ως ακολούθως: Οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και οι δημόσιοι φορείς, οργανισμοί και υπηρεσίες που τηρούν αρχεία για ασφαλισμένους ή συνταξιούχους υποχρεούνται να υποβάλλουν κάθε αναγκαίο στοιχείο για τη δημιουργία και λειτουργία των Εθνικών Γενικών Μητρώων Ασφαλισμένων, Συνταξιούχων και Εργοδοτών. Οι Ασφαλισμένοι, Συνταξιούχοι και οι Εργοδότες εφοδιάζονται με παραστατικό του αριθμού μητρώου τους στοιχείο, κατά τα οριζόμενα με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 3.Στο τέλος του παραπάνω εδαφίου προστίθενται εδάφια, που ισχύουν από τη δημοσίευση του ν. 2084/1992, ως εξής: Φορέας επεξεργασίας των ανωτέρω στοιχείων, για τη δημιουργία Εθνικών Μητρώων ορίζεται το Κέντρο Ηλεκτρονικού Υπολογιστή Κοινωνικών Υπηρεσιών (Κ.Η.Υ.Κ.Υ.), στο οποίο ανατίθεται και η ανάπτυξη του Πληροφοριακού Συστήματος των Εθνικών Γενικών Μητρώων και η λειτουργία αυτού. Η Διοίκηση του έργου, ο συντονισμός των αρμόδιων φορέων, οργανισμών και υπηρεσιών και ο καθορισμός διαδικασιών, προτεραιοτήτων και τρόπου επεξεργασίας - λειτουργίας - εκμετάλλευσης του Πληροφοριακού Συστήματος ανήκουν στην αρμοδιότητα της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΙΝΗΤΗΣ ΚΑΙ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ Άρθρο 40 1.Επιτρέπεται στους Ασφαλιστικούς Φορείς αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να επενδύουν μέχρι ποσοστού είκοσι τοις εκατό (20%) των κατά την παράγραφο 3Α του παρόντος άρθρου στοιχείων του ενεργητικού τους: α) σε ακίνητα, β) σε μετοχές και άλλα χρεόγραφα εταιρειών εισηγμένων στο Χ.Α.Α., περιλαμβανομένων και των μετοχών που διατίθενται σε δημόσια εγγραφή για να εισαχθούν στο Χ.Α.Α., γ) σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία επενδύουν το ενεργητικό τους σε τίτλους σταθερού εισοδήματος και μετοχές που έχουν εισαχθεί στο Χ.Α.Α.. Το ανωτέρω ποσοστό αυξάνεται σε είκοσι τρία τοις εκατό (23%) από 1.1.2001, επιτρέπεται δε η περαιτέρω σταδιακή αύξηση του με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος. Τα εδάφια 1 και 2 της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2042/1992 (ΦΕΚ 75 Α), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2469/1997 (ΦΕΚ 38 Α), καταργούνται από την 1.1.2000 για τους ανωτέρω Ασφαλιστικούς Φορείς. Η ανωτέρω ρύθμιση αφορά τις επενδύσεις που θα πραγματοποιηθούν από τα νέα αποθεματικά (ροές) που θα σχηματισθούν μετά την 1.1.2000, ενώ η σχέση των επενδύσεων κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) σε ακίνητα και εξήντα τοις εκατό (60%) σε χρεόγραφα διατηρείται μέχρι 31.12.2004, υπολογιζόμενων των ανωτέρω ποσοστών στο ύψος του κατά την παρ. 3α του άρθρου αυτού ενεργητικού, όπως έχει διαμορφωθεί κατά την 31.12.1999. 2. 1)Οι επενδύσεις του εδαφίου α1 της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται με απόφαση των Δ.Σ. των Ασφαλιστικών Φορέων, τηρουμένων των κανόνων, προδιαγραφών και προτάσεων της ΚΕΔ που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 1γ και της παραγράφου 2ε του άρθρου 43. Με την ίδια διαδικασία πραγματοποιούνται και οι εκποιήσεις των ακινήτων. 2)Οι επενδύσεις των εδαφίων β και γ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται με αποφάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων των παραπάνω Ασφαλιστικών Φορέων, κατόπιν εγκρίσεως της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου και εποπτείας διαχείρισης της περιουσίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών, η οποία παρέχεται εντός πέντε (5) ημερών από της υποβολής του σχετικού αιτήματος. Με την ίδια διαδικασία ρευστοποιούνται και οι επενδύσεις, οι οποίες πραγματοποιούνται σε κινητές αξίες, εξαιρουμένων των μετοχών των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, για τη ρευστοποίηση των οποίων ακολουθείται η διαδικασία του εδαφίου γ της παραγράφου αυτής. Οι αγοραπωλησίες σε μετοχές εταιρειών που ιδιωτικοποιούνται δεν υπόκεινται σε έγκριση της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου. Σε περίπτωση κατά την οποία παρέλθει άπρακτη η παραπάνω προθεσμία των πέντε ημερών, το Δ.Σ. του αιτούντος Ασφαλιστικού Οργανισμού πραγματοποιεί την επένδυση χωρίς την έγκριση της Επιτροπής Ελέγχου. 3)Επενδύσεις σε ποσοστό μεγαλύτερο των οριζομένων στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου επιτρέπονται ύστερα από την έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και προκειμένου περί κινητών αξιών και μετά από προηγούμενη εισήγηση της Επιτροπής Ελέγχου και Εποπτείας της διαχείρισης της περιουσίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών. 3.Α. Ως στοιχεία του ενεργητικού των Ασφαλιστικών Φορέων, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και μόνον για την εφαρμογή του, νοούνται: 1)Τα κατατεθειμένα στην Τράπεζα της Ελλάδος διαθέσιμα κεφάλαια, καθώς και τα κεφάλαια της ταμειακής διαχείρισης. β. Οι επενδύσεις σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου. 2)Οι επενδύσεις σε ακίνητα, με βάση την αντικειμενική αξία, και σε κινητές αξίες, με βάση τις τρέχουσες τιμές. 3)Τα προϋπολογισθέντα ετήσια τακτικά έσοδα, εξαιρουμένων των αντικρυζόμενων δαπανών και αφαιρουμένου του ποσού που αντιστοιχεί είτε στο ήμισυ των προβλεπόμενων στον προϋπολογισμό τακτικών δαπανών του Ασφαλιστικού Φορέα, εάν η αναλογική σχέση μεταξύ των ασφαλισμένων του, εν ενεργεία υπαλλήλων και συνταξιούχων, είναι τουλάχιστον 3 προς 1, είτε στο σύνολο των ετήσιων τακτικών δαπανών του, που έχουν προϋπολογισθεί, εάν η εν λόγω σχέση των εν ενεργεία υπαλλήλων προς τους συνταξιούχους είναι δυσμενέστερη. Β. Οι Ασφαλιστικοί Φορείς υποβάλλουν στο εποπτεύον Υπουργείο πριν από κάθε εντολή διάθεσης κεφαλαίων για επενδύσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου τα κατωτέρω στοιχεία: 1)Ανάλυση των στοιχείων της παραγράφου 3Α του παρόντος. 5)Αριθμό ασφαλισμένων εν ενεργεία και συνταξιούχων και ετήσιες τακτικές δαπάνες (συντάξεις, βοηθήματα κ.λπ.), όπως αυτές προκύπτουν από τον αρμοδίως εγκεκριμένο προϋπολογισμό του Φορέα. 2)Ποσό της εντολής προς διάθεση κεφαλαίων για επένδυση σε ακίνητα και κινητές αξίες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Ομοίως οι Ασφαλιστικοί Φορείς υποβάλλουν τα ανωτέρω στοιχεία που αφορούν επενδύσεις σε κινητές αξίες στην Επιτροπή Ελέγχου του άρθρου 42 του παρόντος. 4.Το εποπτεύον Υπουργείο ελέγχει τη νομιμότητα των επενδύσεων και σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης των διατάξεων που ρυθμίζουν τις επενδύσεις σε κινητές αξίες, αποστέλλει στο τέλος κάθε μήνα σχετικό πόρισμα στην Ειδική Επιτροπή Ελέγχου και Εποπτείας της Διαχείρισης Περιουσίας των Ασφαλιστικών Φορέων. 5.Η ανάληψη των απαιτούμενων κεφαλαίων για τις ανωτέρω επενδύσεις πραγματοποιείται βάσει σχετικής εντολής προς την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία θα συνοδεύεται με την απόφαση του Δ.Σ., καθώς και την έγκριση της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 42 για θέματα που αφορούν επενδύσεις σε κινητές αξίες, εκτός και εάν αποδεδειγμένα έχει παρέλθει η προθεσμία των πέντε ημερών του εδαφίου β της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. 6.Κάθε σχετική διάταξη, που έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, δεν εφαρμόζεται για τις επενδύσεις των Ασφαλιστικών Φορέων εποπτείας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 7.Για επενδύσεις μη εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου εξακολουθεί να ισχύει η κείμενη νομοθεσία. 8.Η ισχύς των ανωτέρω διατάξεων αρχίζει ένα (1) μήνα μετά την έκδοση των αποφάσεων που προβλέπονται από το εδάφιο δ της παραγράφου 3 του άρθρου 42 και από το εδάφιο γ της παραγράφου 1 του άρθρου 43 του νόμου αυτού. Άρθρο 41 Οι Ασφαλιστικοί Φορείς του προηγούμενου άρθρου, οι οποίοι επενδύουν διαθέσιμα κεφάλαια τους σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας, υποχρεούνται να καταθέτουν στην Τράπεζα της Ελλάδος στατιστικά στοιχεία εκάστου μηνός σχετικά με την επενδυτική δραστηριότητα τους, τα οποία πρέπει να αποστέλλονται εντός του ά 15θήμερου του επόμενου μήνα, ως εξής: - Υπόλοιπο λογαριασμού ταμιακής διαχείρισης και πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο αυτός τηρείται. - Υπόλοιπο λογαριασμού Διαθεσίμων Κεφαλαίων στην Τράπεζα της Ελλάδος. - Το σύνολο των επενδύσεων που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι το τέλος του προηγούμενου μήνα (ανάλυση σε τιμές κτήσης) σε: 1. Ακίνητα 2. Μετοχές: α) τραπεζών δημόσιου τομέα, β) λοιπές. 3. Μερίδια Αμοιβαίων Κεφαλαίων: α) σταθερού εισοδήματος, β) λοιπά. 4.Επενδύσεις σε τίτλους σταθερού εισοδήματος με ανάλυση κατά είδος και διάρκεια. Επίσης γνωστοποιείται ο αρμόδιος για τη φύλαξη των τίτλων θεματοφύλακας. 5. Λοιπές επενδύσεις. Τα ανωτέρω στατιστικά στοιχεία κοινοποιούνται απαραίτητα και στη Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις ίδιες ως άνω προθεσμίες. Άρθρο Άρθρο 42 Σύσταση Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου και Εποπτείας της Διαχείρισης της Περιουσίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών 1.Συνιστάται Ειδική Επιτροπή Ελέγχου και Εποπτείας της Διαχείρισης της Περιουσίας των Ασφαλιστικών Φορέων, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εδρεύει στην Τράπεζα της Ελλάδος και λειτουργεί στα πλαίσια της Τράπεζας της Ελλάδος. 2. α. Στην Επιτροπή μετέχουν: - Ένας εκπρόσωπος της Τράπεζας της Ελλάδος, ως πρόεδρος. - Ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας. - Ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών. - Ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. - Ένας εκπρόσωπος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. - Τρεις εκπρόσωποι Ασφαλιστικών Φορέων, οι οποίοι επιλέγονται μεταξύ των προτεινομένων από τους έξι (6) μεγαλύτερους σε κινητή και ακίνητη περιουσία φορείς. - Ένας εκπρόσωπος της Γ.Σ.Ε.Ε.. Τα μέλη της Επιτροπής είναι πρόσωπα αναγνωρισμένου κύρους και διαθέτουν επιστημονική κατάρτιση και ειδικές γνώσεις και εμπειρία σε θέματα αξιοποίησης και διαχείρισης της περιουσίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών. 1)Το έργο και η λειτουργία της Επιτροπής υποστηρίζεται από Γραμματεία, στην οποία συμμετέχουν υπάλληλοι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και της Τράπεζας της Ελλάδος. 3. Το έργο της Επιτροπής συνίσταται: 2)Στον έλεγχο των πάσης φύσεως επενδύσεων που πραγματοποιούν οι Ασφαλιστικοί Φορείς σε κινητές αξίες, με εξαίρεση αυτές που αφορούν τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου, ομόλογα τραπεζών και μετοχές εταιρειών που ιδιωτικοποιούνται, καθώς και την παροχή των σχετικών εγκρίσεων. 1)Στον τακτικό ή περιοδικό έλεγχο των στοιχείων στα οποία στηρίζονται οι επενδυτικές επιλογές των πάσης φύσεως διαχειριστών της περιουσίας των ανωτέρω Ασφαλιστικών Φορέων και της εφαρμογής της κείμενης νομοθεσίας. 4)Σε εισηγήσεις προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για επενδύσεις σε κινητές αξίες, καθ υπέρβαση των προβλεπόμενων από την παρ. 1 του άρθρου 40 του παρόντος ποσοστών και για ρευστοποιήσεις τραπεζικών μετοχών. 5)Στον καθορισμό των κανόνων επενδυτικής συμπεριφοράς για την αξιοποίηση της κινητής περιουσίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων οι ανωτέρω κανόνες, ύστερα από προηγούμενη αποδοχή τους, καθίστανται υποχρεωτικής εφαρμογής για τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς. 4.Ο έλεγχος και η αξιολόγηση της ασκούμενης διαχείρισης εκ μέρους των διαχειριστών της περιουσίας των Ασφαλιστικών Φορέων δεν υποκαθιστά σε καμία περίπτωση άλλους ελέγχους που γίνονται στα πλαίσια της κείμενης νομοθεσίας για εποπτικούς ή άλλους σκοπούς. 5.Οι ανωτέρω Ασφαλιστικοί Φορείς υποχρεούνται να παρέχουν στην Επιτροπή τα απαραίτητα, για την πραγματοποίηση του έργου της, στοιχεία ευθύς με την υποβολή της σχετικής πρότασης για επένδυση, καθώς και οποτεδήποτε η Επιτροπή τα απαιτήσει. 6.Για την υποβοήθηση του έργου της Επιτροπής μπορεί να ζητείται η συνδρομή των αρμόδιων υπηρεσιών της Τράπεζας της Ελλάδος, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθώς και της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 7.Σε περίπτωση διαπίστωσης, κατά τη διενέργεια του ελέγχου της διαχείρισης, παράβασης της κείμενης νομοθεσίας ή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, η Επιτροπή εισηγείται στους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθώς και στο Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος την με κοινή απόφαση τους επιβολή: 1)Χρηματικών προστίμων στα μέλη των οργάνων διοίκησης των ανωτέρω Ασφαλιστικών Οργανισμών, που έλαβαν τη σχετική απόφαση, και στα μέλη των οργάνων διοίκησης των ΑΕΔΑΚ των ανωτέρω Οργανισμών. 2)Διοικητικών ποινών στα μέλη των οργάνων διοίκησης, και ιδίως των Διοικητικών Συμβουλίων, των ανωτέρω Οργανισμών, οι οποίες δύναται να φθάνουν έως και την οριστική τους παύση. 8.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται οι λεπτομέρειες που σχετίζονται με τη συγκρότηση και την επιλογή των μελών της Επιτροπής, τις αρμοδιότητες και τη λειτουργία της, τις ποινές που δύναται να εισηγείται, καθώς και την αμοιβή των μελών της και των μελών της Γραμματείας, η οποία βαρύνει το Λ.Β.Κ.Α.. 9.Η ευθύνη των μελών της Επιτροπής κατά την άσκηση των καθηκόντων τους είναι αυτή των δημοσίων υπαλλήλων. Άρθρο Άρθρο 43 Αξιοποίηση ακίνητης περιουσίας Ασφαλιστικών Οργανισμών 1. 1)Συνιστάται πενταμελής Επιτροπή με αντικείμενο εργασιών τον καθορισμό κανόνων επενδυτικής συμπεριφοράς και προδιαγραφών σύνταξης μελετών για την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η Επιτροπή αποτελείται από δύο (2) υπαλλήλους της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου (Κ.Ε.Δ.), δύο (2) υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και έναν (1) υπάλληλο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας. 2)Η συγκρότηση της Επιτροπής θα γίνει με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Με την ίδια απόφαση θα καθορισθεί ο χρόνος ολοκλήρωσης των εργασιών της Επιτροπής και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία αυτής. 3)Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων οι ως άνω κανόνες και προδιαγραφές καθίστανται υποχρεωτικές και αποτελούν το ρυθμιστικό πλαίσιο αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών. 2. 1)Ανατίθεται στην Κ.Ε.Δ. η εκπόνηση μελέτης και η διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων επενδυτικής συμπεριφοράς, με βάση τις προδιαγραφές του εδαφίου α της παραγράφου 1, τόσο για την ακίνητη περιουσία του συνόλου των Ασφαλιστικών Οργανισμών όσο και για την ακίνητη περιουσία κάθε Ασφαλιστικού Οργανισμού. 2)Αντικείμενο της ανωτέρω μελέτης της Κ.Ε.Δ. είναι η πρόταση εναλλακτικών επιλογών για αξιοποίηση αφ ενός της υφιστάμενης ακίνητης περιουσίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών και για επένδυση αφ ετέρου σε νέα ακίνητα και ειδικότερα για: - τον εξορθολογισμό και εκσυγχρονισμό της υφιστάμενης ακίνητης περιουσίας με κάθε πρόσφορο μέσο (εκποίηση, ανταλλαγή, αντιπαροχή, ανοικοδόμηση, επισκευή), - την αύξηση της αποδοτικότητας αυτής μέσω σύγχρονων μορφών διαχείρισης, - την αγορά ακινήτων προς εκμετάλλευση ή προς στέγαση υπηρεσιών, - τον τρόπο αξιοποίησης ακινήτων, των οποίων η διατήρηση επιβάλλεται για λόγους πολιτιστικούς (δια τηρητέων). 3)Ο χρόνος ολοκλήρωσης των εργασιών της Κ.Ε.Δ. και παράδοσης της σχετικής μελέτης καθορίζεται σε τρεις (3) μήνες από την έκδοση της απόφασης του εδαφίου δ της παρούσας παραγράφου. 4)Το ύψος της αμοιβής της Κ.Ε.Δ., που βαρύνει τον Λ.Β.Κ.Α., ο τρόπος πληρωμής, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εκτέλεση του έργου, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από γνώμη της Κ.Ε.Δ.. 5)Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι προτάσεις της Κ.Ε.Δ. μετά την προηγούμενη αποδοχή τους καθίστανται υποχρεωτικής εφαρμογής για τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, οι οποίοι υποχρεούνται να συμπεριλάβουν αυτές σε 3ετές πρόγραμμα αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας τους. 3. 1)Η Κ.Ε.Δ. με βάση την υφιστάμενη στεγαστική κατάσταση των Ασφαλιστικών Οργανισμών καταρτίζει, ύστερα από σχετική απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προγράμματα συστέγασης των υπηρεσιών δύο ή περισσότερων Ασφαλιστικών Φορέων. Πρόγραμμα στέγασης υπηρεσιών εκπονείται και για τους συγχωνευόμενους Ασφαλιστικούς Φορείς. 2)Η συστέγαση καθίσταται, κατά τα ανωτέρω, υποχρεωτική για τους Ασφαλιστικούς Φορείς, ύστερα από απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία εγκρίνεται η πρόταση της Κ.Ε.Δ.. 3)Τα αναφερόμενα στο εδάφιο δ της παραγράφου 2 του παρόντος έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή. 5.Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης υποχρεούνται να καταρτίζουν πρόγραμμα 3ετούς διάρκειας, αρχής γενομένης από την κοινοποίηση της υπουργικής απόφασης του εδαφίου ε της παραγράφου 2 του παρόντος, για αξιοποίηση αφ ενός της υφιστάμενης ακίνητης περιουσίας και αφ ετέρου για επένδυση σε ακίνητα, είτε προς εκμετάλλευση είτε προς στέγαση των Υπηρεσιών. Το πρόγραμμα αυτό θα αναθεωρείται κατ έτος, με προοπτική τριετίας. Άρθρο Άρθρο 44 Ανάθεση έργων ή εργασιών αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας από Ασφαλιστικούς Οργανισμούς σε Τράπεζες 1.Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι εποπτεύονται από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου τους και τηρουμένων των νομίμων διαδικασιών, μπορούν να αναθέτουν σε τράπεζες που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα ή θυγατρικές εταιρείες των τραπεζών αυτών, τα ακόλουθα έργα και εργασίες: 1)Τις μελέτες αξιοποίησης ακινήτων ιδιοκτησίας τους για την αποδοτικότερη εκμετάλλευση τους. 2)Την κατάρτιση προγραμμάτων στέγασης των διοικητικών και υγειονομικών υπηρεσιών αυτών με προβλεπόμενη αγορά κτιρίων ή αξιοποίηση της ήδη υφισταμένης περιουσίας. 3)Τις διαδικασίες αγοραπωλησίας ακινήτων, μισθώσεων, εκμισθώσεων, καθώς και ανταλλαγής αυτών. Τη σύνταξη προδιαγραφών και κατάρτιση σχεδίου συμβάσεων επί αγοραπωλησίας, μίσθωσης, εκμίσθωσης και ανταλλαγής ακινήτων, την οργάνωση αρχείου ακινήτων, καθώς και την έρευνα της αγοράς για αγοραπωλησία, μίσθωση, εκμίσθωση και ανταλλαγή ακινήτων. 4)Το σύνολο ή μέρος διαδικασιών και εργασιών διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας, καθώς και εργασίες συντήρησης μικρής έκτασης. 5)Την ανάληψη και διεκπεραίωση των απαιτούμενων διαδικασιών για εκπόνηση τεχνικών μελετών, καθώς και εκτέλεση τεχνικών έργων μικρής έκτασης. 6)Τις αποτυπώσεις οικοπέδων και κτιρίων, τις επιθεωρήσεις και πραγματογνωμοσύνες επί ακινήτων, καθώς και τις εκτιμήσεις για αγοραπωλησία, εκμίσθωση, μίσθωση και ανταλλαγή ακινήτων. 7)Τη διεκπεραίωση των διαδικασιών έκδοσης τίτλων μεταφοράς συντελεστή δόμησης από ακίνητα που έχουν κριθεί διατηρητέα, με σκοπό την αξιοποίηση του υπολειπόμενου συντελεστή δόμησης. 8)Οποιαδήποτε άλλη συμπληρωματική εργασία που αφορά στην εκτέλεση οποιουδήποτε από τα παραπάνω έργα ή εργασίες. 2.Η ανάθεση γίνεται με τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών και η σύμβαση συνάπτεται μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων των ενδιαφερόμενων μερών. Το ανατιθέμενο έργο, το ύψος της αμοιβής, ο τρόπος πληρωμής, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εκτέλεση του έργου περιγράφεται και στη σύμβαση ανάθεσης. 3.Οι τράπεζες ή οι θυγατρικές εταιρείες αυτών, που θα αναλάβουν τα προαναφερόμενα έργα ή εργασίες, ενεργούν για λογαριασμό του Ασφαλιστικού Φορέα, στην ευθύνη του οποίου εναπόκειται η οριστική απόφαση αγοραπωλησίας, μίσθωσης και εκμίσθωσης ακινήτων και η εν γένει αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας. 4.Όταν οι εργασίες της παρ.1 του παρόντος εκτελούνται από τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς ή και για οποιοδήποτε έργο ή εργασία που σχετίζεται με την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας τους, οι Ασφαλιστικοί Φορείς μπορούν να αναθέτουν το έργο του τεχνικού συμβούλου σε τράπεζες που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα ή σε θυγατρικές εταιρείες αυτών. Άρθρο Άρθρο 45 Οικονομική οργάνωση και λογιστική λειτουργία των φορέων κοινωνικής ασφάλισης Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν την οικονομική οργάνωση και λογιστική λειτουργία των φορέων κοινωνικής ασφάλισης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ Άρθρο 46 Δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης Πριν την έκδοση διοικητικής πράξης απόρριψης αιτήσεως ασφαλισμένου για την απονομή σύνταξης, η αρμόδια υπηρεσία των Ασφαλιστικών Οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οφείλει να καλεί το θιγόμενο ασφαλισμένο σε ακρόαση. Το δικαίωμα της ακρόασης συνίσταται στην παροχή δυνατότητας στον ασφαλισμένο να αναπτύξει γραπτώς ή προφορικώς τις απόψεις του ενώπιον του οργάνου που είναι αρμόδιο για την έκδοση της διοικητικής πράξης και να προτείνει λύσεις πριν αυτό προβεί σε επιβαρυντική γι αυτόν ενέργεια ή μέτρο. Για την άσκηση του δικαιώματος του ο ασφαλισμένος καλείται να εκθέσει τις απόψεις του μέσα σε ένα (1) μήνα από την κοινοποίηση σε αυτόν σχετικής πρόσκλησης. Σε περίπτωση άρνησης ή άπρακτης παρέλευσης του πιο πάνω χρόνου, θεωρείται ότι έχει εκπληρωθεί το δικαίωμα. Πράξη με την οποία απορρίπτεται αίτηση απονομής σύνταξης, χωρίς προηγούμενη ακρόαση του αιτούντος, είναι παράνομη. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση των Δ.Σ. των Ασφαλιστικών Οργανισμών, δύναται να επεκτείνεται ο θεσμός και σε άλλες περιπτώσεις. Η ισχύς του άρθρου αυτού αρχίζει έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Άρθρο 47 Βεβαίωση χρόνου ασφάλισης πριν τη συνταξιοδότηση Οι Ασφαλιστικοί Φορείς υποχρεούνται να προβαίνουν στον προσδιορισμό του χρόνου ασφάλισης, μετά από σχετική αίτηση του ασφαλισμένου, που υποβάλλεται άπαξ μέσα σε πέντε (5) χρόνια πριν από την ημερομηνία συμπλήρωσης του ορίου συνταξιοδότησης και να χορηγούν βεβαίωση, που εξομοιούται με απόφαση, η οποία υπόκειται σε περίπτωση αμφισβήτησης σε όλα τα κατά νόμο προβλεπόμενα ένδικα μέσα. Αρμόδιες υπηρεσίες για την εξέταση των αιτημάτων και την έκδοση της βεβαίωσης είναι οι αρμόδιες υπηρεσίες για την απονομή συντάξεων. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Δ.Σ κάθε Ασφαλιστικού Φορέα καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διάταξης αυτής. Άρθρο 48 1.Η παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 825/1978 αντικαθίσταται ως εξής: 1, Οι λειτουργούσες στα υποκαταστήματα του ί.Κ.Α. Τοπικές Διοικητικές Επιτροπές απαρτίζονται ως ακολούθως: Α. Τοπικά και περιφερειακά υποκαταστήματα περιοχής Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης από: α) Έναν (1) εν ενεργεία δικαστικό λειτουργό των τακτικών διοικητικών ή πολιτικών δικαστηρίων ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή ένα μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή έναν διοικητικό υπάλληλο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με βαθμό Α, με το νόμιμο αναπληρωτή του, ως πρόεδρο. 1)Έναν (1) υπάλληλο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με το νόμιμο αναπληρωτή του, ως μέλος. 2)Έναν (1) εκπρόσωπο των ασφαλισμένων, από τους υπαγόμενους στην ασφάλιση του Ιδρύματος, με το νόμιμο αναπληρωτή του, ως μέλος και 3)Ένα (1) μέλος που ορίζεται από τον οικείο εργοδοτικό φορέα με το νόμιμο αναπληρωτή του. Β, Τοπικά και περιφερειακά υποκαταστήματα υπολοίπων περιοχών της χώρας, πλην Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης από: 4)Έναν (1) εν ενεργεία δικαστικό λειτουργό των τακτικών διοικητικών ή πολιτικών δικαστηρίων ή συνταξιούχο δικαστικό λειτουργό των πιο πάνω δικαστηρίων και μόνο σε περίπτωση έλλειψης ή αδυναμίας ορισμού του, από έναν (1) διοικητικό υπάλληλο με βαθμό Α, του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή εποπτευόμενου οργανισμού, πλην Ι.Κ.Α., με το νόμιμο αναπληρωτή του, ως πρόεδρο. 1)Έναν (1) υπάλληλο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή εποπτευόμενου οργανισμού, πλην Ι.Κ.Α., με το νόμιμο αναπληρωτή του, ως μέλος. 2)Έναν (1) εκπρόσωπο των ασφαλισμένων, από τους υπαγόμενους στην ασφάλιση του Ιδρύματος, με το νόμιμο αναπληρωτή του, ως μέλος. 3)Ένα (1) μέλος που ορίζεται από τον οικείο εργοδοτικό φορέα με το νόμιμο αναπληρωτή του. 2.Το άρθρο 10 τομ ν. 1096/1980 συμπληρώνεται ως εξής: Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δύναται να περιορίζεται ο συνολικός αριθμός των τοπικών διοικητικών επιτροπών με κατάργηση ή συγχώνευση των τοπικών διοικητικών επιτροπών ορισμένων υποκαταστημάτων και την ανάθεση του συνόλου των αρμοδιοτήτων τους σε υφιστάμενες τοπικές διοικητικές επιτροπές άλλων υποκαταστημάτων με ταυτόχρονη επέκταση της καθ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας των τελευταίων ώστε να καταλαμβάνουν ομάδες υποκαταστημάτων και γενικά κάθε αναγκαία λεπτομέρεια που θα προκύψει. 3.Η θητεία του προέδρου και των μελών είναι τριετής χωρίς δυνατότητα συμμετοχής των ίδιων μελών πέραν των δύο (2) συνεχών θητειών στην ίδια επιτροπή. 4.Οι διατάξεις των εδαφίων α έως και ζ1 της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν.δ. 3710/1957 (ΦΕΚ 100 Α) αντικαθίστανται ως εξής: Η Τ.Δ.Ε. ασκεί τις παρακάτω αρμοδιότητες: α) Αποφαίνεται επί των ενστάσεων κατά πάσης φύσεως αποφάσεων του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. που αφορούν την ασφάλιση, τη διάρκεια της ασφαλιστικής σχέσης, τον υπολογισμό και την καταβολή των εισφορών, την πραγματοποίηση των ασφαλιστικών παροχών και οποιοδήποτε άλλο θέμα της αρμοδιότητας του και επιλαμβάνεται τον ουσιαστικό και νομικό έλεγχο της ορθότητας αυτών. Κατά τον έλεγχο η τοπική διοικητική επιτροπή ερευνά ελευθέρως τα πραγματικά και νομικά της υπόθεσης στοιχεία. Δύναται για την ανεύρεση της αλήθειας να καλέσει οποιονδήποτε για τη λήψη πληροφοριών, να εξετάσει μάρτυρες, να ενεργήσει αυτοψία, να προκαλέσει ιατρικές γνωματεύσεις, να ζητήσει πληροφορίες από κάθε αρχή και να λάβει υπόψη της οποιοδήποτε έγγραφο στοιχείο, χωρίς να δεσμεύεται από τα υποβληθέντα έγγραφα, αποφασίζει δε ελευθέρως και κατά συνείδηση, σύμφωνα όμως προς το νόμο και τους κανονισμούς του Ιδρύματος. 1)Γνωματεύει για την αποτίμηση των παροχών, σε είδος, των εργοδοτών της περιφέρειας προς τους ασφαλισμένους, καθώς και για την κατάταξη των μισθωτών με κυμαινόμενες αποδοχές σε μισθολογικές κλάσεις, ως και των αυτοτελώς εργαζομένων, που υπάγονται στην ασφάλιση του Ιδρύματος. 2)Γνωματεύει για τον καθορισμό της τοπικής αρμοδιότητας του υποκαταστήματος και των τυχόν τοπικών υποκαταστημάτων ή παραρτημάτων αυτού και, τέλος, 3)γνωματεύει προς το Διοικητή για την ανάγκη της σύστασης ή της κατάργησης ιατρείων, θεραπευτηρίων ή τμημάτων αυτών. 5.Με τον Κανονισμό Ασφάλισης του Ι.Κ.Α. ρυθμίζονται με λεπτομέρεια τα θέματα λειτουργίας των τοπικών διοικητικών επιτροπών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ ΕΞΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΟΥΜΕΝΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Ι.Κ.Α. Άρθρο 49 Διευκολύνσεις τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Ι.Κ.Α. - Δικαιούχοι 1.Στους οφειλέτες των καθυστερούμενων, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Ι.Κ.Α., εισφορών, μετά των αναλογούντων πρόσθετων τελών, προστίμων και λοιπών επιβαρύνσεων και προσαυξήσεων, δύναται να χορηγηθεί διευκόλυνση για την πέραν των νομίμων προθεσμιών τμηματική καταβολή τους. 2.Η διευκόλυνση τμηματικής καταβολής δεν επιδρά στην υπερημερία της οφειλής και στην επιβάρυνση της με πρόσθετο τέλος, χορηγείται δε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 51 του παρόντος νόμου. Άρθρο 50 1.Αρμόδια όργανα για τη χορήγηση διευκολύνσεων τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Ι.Κ.Α. είναι: 1)Ο Διευθυντής του οικείου περιφερειακού ή τοπικού υποκαταστήματος Ι.Κ.Α., όταν το ποσό της οφειλόμενης κύριας εισφοράς δεν υπερβαίνει το ΙΟΟπλάσιο του ανώτατου ορίου του μισθού της ανώτατης ασφαλιστικής κλάσης, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 1 και 4 του α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α), όπως ισχύουν. 2)Ο Διευθυντής του οικείου ταμείου, προκειμένου για περιφερειακά και τοπικά υποκαταστήματα στην περιοχή των οποίων λειτουργούν Ταμεία Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α., όταν το ποσό της οφειλόμενης κύριας εισφοράς δεν υπερβαίνει το ΙΟΟπλάσιο του ανώτατου ορίου του μισθού της ανώτατης ασφαλιστικής κλάσης, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 1 και 4 του α.ν. 1846/1951, όπως ισχύουν. Για τον προσδιορισμό της αρμοδιότητας τα ως άνω ρυθμιζόμενα ποσά στρογγυλοποιούνται στο εκατομμύριο. Τα ποσά μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές παραλείπονται, τα δε πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές στρογγυλοποιούνται στο επόμενο εκατομμύριο. 3)Η Επιτροπή Αναστολών του άρθρου 113 του Κανονισμού Ασφάλισης Ι.Κ.Α., όταν το ποσό της οφειλόμενης κύριας ειφοράς υπερβαίνει το όριο που τέθηκε στις προηγούμενες περιπτώσεις. 2.Τα πιο πάνω όργανα κρίνουν, για κάθε περίπτωση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 51 και αποφασίζουν για τον καθορισμό της τμηματικής εξόφλησης των καθυστερούμενων εισφορών μετά των αναλογούντων πρόσθετων τελών, προστίμων και λοιπών προσαυξήσεων, εκτός από τις περιπτώσεις θεομηνιών, οπότε η ρύθμιση των οφειλών γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α), όπως ισχύει. 3.Στα πιο πάνω όργανα ανήκει και η αρμοδιότητα για τις παρακάτω ενέργειες: 1)Την αναστολή επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των οφειλετών του Ιδρύματος και των περιουσιακών στοιχείων αυτών. 2)Την επιβολή ποσοστού παρακράτησης στα χορηγούμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, αποδεικτικά ασφαλιστικής ενημερότητας και 3)Τη λήψη κάθε νόμιμου μέτρου προς εξασφάλιση των απαιτήσεων του Ιδρύματος. 4.Με τον Κανονισμό Ασφάλισης του Ι.Κ.Α. καθορίζονται τα αρμόδια όργανα, στα οποία υποβάλλεται το αίτημα για χορήγηση διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής και από τα οποία ενεργείται ο έλεγχος, η διαδικασία διαβίβασης αυτού, σε περίπτωση που η εξέταση του ανήκει στην αρμοδιότητα άλλου οργάνου, τα δικαιώματα του οργάνου κατά τη διαδικασία χορήγησης της διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής των ληξιπρόθεσμων οφειλών, τα δικαιολογητικά, καθώς και τα έγγραφα στοιχεία που πρέπει να το συνοδεύουν. Με τον ίδιο ως άνω Κανονισμό δύναται να αφαιρούνται ή να προστίθενται προϋποθέσεις για τη χορήγηση διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής, να αυξομειώνονται τα ποσά και ποσοστά της προκαταβολής, τα ποσά του παραβόλου, τα ποσοστά παρακράτησης για τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας οφειλών προς το Ι.Κ.Α. (ασφαλιστικής ενημερότητας) για λήψη χρημάτων από τράπεζες ή πιστωτικά ιδρύματα και για την είσπραξη εκκαθαρισμένων απαιτήσεων από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 59 του παρόντος, τα ποσοστά της έκπτωσης των πρόσθετων τελών, να αλλάζει ο τρόπος παροχής της εν λόγω διευκόλυνσης και να ορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των άρθρων 51 και 52 του παρόντος. Άρθρο 51 1.Αίτημα χορήγησης διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών εξετάζεται από το αρμόδιο όργανο, με κύριο κριτήριο τη συμπεριφορά του οφειλέτη και την αιτία για την οποία ζητείται η διευκόλυνση. Με απόφαση του το αρμόδιο όργανο παρέχει την ευχέρεια τμηματικής εξόφλησης μέχρι είκοσι τέσσερις (24) ισόποσες μηνιαίες δόσεις με την προϋπόθεση καταβολής των τρεχουσών εισφορών και προκαταβολής: 1)για ποσό οφειλής μέχρι 30.000.000 δραχμές ποσοστό 12%, 2)για ποσό οφειλής από 30.000.001-100.000.000 δραχμές ποσοστό 10%, 3)για ποσό οφειλής από 100.000.001 και άνω δραχμές ποσοστό 8%. Κάθε μηνιαία δόση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού των έξι (6) τεκμαρτών ημερομισθίων της 6ης ασφαλιστικής κλάσης, όπως θα ισχύει κάθε φορά, στρογγυλοποιείται δε σε χιλιάδες δραχμές. Τα ποσά μέχρι και πεντακόσιες δραχμές παραλείπονται, τα δε ποσά πάνω από πεντακόσιες δραχμές στρογγυλοποιούνται στην επόμενη χιλιάδα δραχμών. 2.Σε περίπτωση που υποβάλλεται αίτημα τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων εισφορών από: 1)Επιχείρηση που βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης ή έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, της οποίας η κύρια οφειλή έχει επιβαρυνθεί με το ανώτατο ποσοστό προσαυξήσεων και δεν έχουν αποδώσει όλα τα αναγκαστικά και άλλα μέτρα είσπραξης που ισχύουν, είναι δυνατόν, τα αρμόδια όργανα να αποφασίζουν τη ρύθμιση σε εξήντα (60) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με την προϋπόθεση προκαταβολής 2% της συνολικής οφειλής. 2)Εποχική επιχείρηση, είναι δυνατόν τα αρμόδια όργανα να αποφασίζουν τη ρύθμιση σε μηνιαίες δόσεις, σύμφωνα με τα ανωτέρω οριζόμενα, με τη δυνατότητα αυξημένου ποσού μηνιαίας δόσης, κατά τη διάρκεια λειτουργίας αυτής και μειωμένου ποσού μηνιαίας δόσης κατά 30%, όταν αυτή δεν λειτουργεί. 3.Σε περίπτωση που οφειλέτης δεν τήρησε προηγούμενη απόφαση ρύθμισης, δύναται, μετά εξάμηνο από την έκδοση της, να ζητήσει από το αρμόδιο όργανο νέα ρύθμιση του συνόλου της οφειλής, οπότε εκδίδεται νέα απόφαση σύμφωνα με τους όρους της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, εκτός από το ποσό της προκαταβολής, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο του διπλάσιου του ισχύοντος ποσοστού. Η μη τήρηση των όρων της ρύθμισης του προηγούμενου εδαφίου της παρούσας παραγράφου συνεπάγεται την επίσπευση διαδικασίας για κήρυξη της επιχείρησης σε πτώχευση, αφού προηγουμένως δεν εξοφληθεί η οφειλή από τη λήψη όλων των αναγκαστικών και άλλων μέτρων είσπραξης. Η ως άνω διαδικασία αναστέλλεται με την καταβολή του 40% της συνολικής οφειλής και τη ρύθμιση του υπολοίπου σε δόσεις, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού. Οφειλέτης που δεν τήρησε τους όρους του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου δύναται να ζητήσει οποτεδήποτε νέα ρύθμιση, οπότε εκδίδεται νέα απόφαση σύμφωνα με τους όρους της παρ. 1 του παρόντος, εκτός από το ποσό της προκαταβολής, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο του 40% της συνολικής οφειλής. 4.Στα πλαίσια της ανωτέρω ρύθμισης είναι δυνατόν να αποφασίζεται η επιβολή ποσοστού παρακράτησης για τη χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητας, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, στις παρακάτω περιπτώσεις: 1)για τη λήψη χρημάτων από τράπεζες ή πιστωτικά ιδρύματα, με ελάχιστο ποσοστό 2% και 2)για την είσπραξη όλων των εκκαθαρισμένων απαιτήσεων των επιχειρήσεων από το Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), Ο.Τ.Α. α και β1 βαθμίδας, δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις, δημόσιας ή κοινής ωφέλειας και γενικά επιχειρήσεις και οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται από την ισχύουσα κάθε φορά νομοθεσία, καθώς και από αυτούς που ενεργούν πληρωμές με εντολή ή εξουσιοδότηση των πιο πάνω, εφόσον το ποσό της εκκαθαρισμένης απαίτησης υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές τουλάχιστον, με παρακράτηση του διπλάσιου της προκαταβολής. Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης και εφόσον ο οφειλέτης είναι ενήμερος με τους όρους αυτής, χορηγείται ασφαλιστική ενημερότητα με παρακράτηση του διπλάσιου ποσού δόσης και για δύο (2) δόσεις συνολικά που δεν συμψηφίζονται με τρέχουσες δόσεις. Τα εντός του μήνα της υποβολής της αίτησης για ρύθμιση τυχόν προς είσπραξη ποσά από παρακρατήσεις τραπεζών ή εκκαθαρισμένα ποσά με βεβαίωση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. προς είσπραξη από το Δημόσιο μπορούν να συμψηφίζονται με τα ποσά της προκαταβολής, όπως αυτή ορίζεται στην απόφαση του αρμόδιου οργάνου. Σε περίπτωση μη είσπραξης των ανωτέρω ποσών ο εργοδότης δεν θεωρείται ενήμερος με τη ρύθμιση. 5.Στους οφειλέτες που κάνουν χρήση της παρεχόμενης διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών τους εισφορών και τηρούν τους όρους της ρύθμισης, παρέχεται μερική έκπτωση των πρόσθετων τελών που αντιστοιχούν στις εισφορές αυτές, ως ακολούθως: 1)Σε περίπτωση υπαγωγής στη ρύθμιση για διευκόλυνση τμηματικής καταβολής των ληξιπρόθεσμων οφειλών και εξόφληση του ποσού μέχρι είκοσι τέσσερις (24) δόσεις και ανώτατο όριο, παρέχεται έκπτωση επί των πρόσθετων τελών που αντιστοιχούν στην οφειλή κατά ποσοστό 10%. 2)Σε περίπτωση εξόφλησης της οφειλής από είκοσι πέντε (25) μέχρι τριάντα έξι (36) δόσεις, μετά από αναθεώρηση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 52 του παρόντος, παρέχεται έκπτωση επί των πρόσθετων τελών που αντιστοιχούν στην οφειλή κατά ποσοστό 5%. •Τα ως άνω ποσά μείωσης των πρόσθετων τελών αφαιρούνται από τις τελευταίες δόσεις. 3)Σε περίπτωση εξόφλησης της συνολικής οφειλής εφάπαξ παρέχεται έκπτωση κατά ποσοστό 20% επί των πρόσθετων τελών που αντιστοιχούν στην οφειλή. Τα παραπάνω αφορούν βεβαιωμένες οφειλές χρονικής περιόδου μέχρι το τέλος του μήνα της έναρξης ισχύος του παρόντος άρθρου. Επίσης, αφορούν και όσες οφειλές βεβαιωθούν, κατόπιν προσκόμισης βιβλίων και στοιχείων στο Ι.Κ.Α., μέσα σε έξι (6) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Σε περίπτωση που οφειλέτης ζητήσει την υπαγωγή του στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, για απασχόληση χρονικής περιόδου από την 1η του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου και εφεξής, καθώς και όσες οφειλές βεβαιωθούν μετά τη λήξη του εξαμήνου και αφορούν απασχόληση χρονικής περιόδου προγενέστερης της ισχύος του νόμου, δεν θα τύχουν της έκπτωσης των πρόσθετων τελών, σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι οφειλές που αντιστοιχούν στην τελευταία διετία. Άρθρο 52 1.Είναι δυνατή η τροποποίηση απόφασης που εκ δόθηκε κατά τα ισχύοντα στο άρθρο 50 του παρόντος και εφόσον οι εργοδότες είναι ενήμεροι, αφού υποβληθεί αίτηση και καταβληθεί το νόμιμο παράβολο, μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις: 1)Μετά τρίμηνο από την έκδοση της απόφασης για μείωση του ποσοστού παρακράτησης (και μέχρι το 2% που είναι το ελάχιστο όριο) από τις χορηγούμενες βεβαιώσεις ασφαλιστικής ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων από τράπεζες ή πιστωτικά ιδρύματα και εφόσον τα μηνιαία ποσά που προέρχονται από παρακρατήσεις είναι μεγαλύτερα του ποσού του 50% της μηνιαίας δόσης της απόφασης. 2)Μετά εξάμηνο από την έκδοση της απόφασης για αναπροσαρμογή του αριθμού των δόσεων, που μπορούν να παρατείνονται ανά τρίμηνο και μέχρι 4 συνεχείς ρυθμίσεις με ανώτατο όριο αύξησης των δόσεων κατά 12 επιπλέον μήνες. Για την πρώτη περίπτωση η αίτηση του εργοδότη υποβάλλεται στο αρμόδιο όργανο που εξέδωσε την προηγούμενη απόφαση, προκειμένου να εκδοθεί σχετική απόφαση από αυτό, για δε τη δεύτερη περίπτωση η αίτηση του εργοδότη υποβάλλεται στον οικείο διευθυντή του Ταμείου Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α. ή το διευθυντή της ταμειακής υπηρεσίας του υποκαταστήματος, προκειμένου να εκδοθεί σχετική απόφαση από αυτόν. Για την έκδοση αποφάσεων των ανωτέρω περιπτώσεων δεν απαιτείται προκαταβολή. Σε περίπτωση διαγραφής μέρους της οφειλής, οι ανωτέρω δόσεις αναπροσαρμόζονται οίκοθεν από το αρμόδιο να εκτελέσει την απόφαση όργανο. 2.Άρση επιβληθείσας κατάσχεσης ή εξάλειψη εγγραφείσας υποθήκης πριν από την εξόφληση της οφειλής για την οποία επιβλήθηκε, συγχωρείται, με απόφαση του αρμόδιου οργάνου που την επέβαλε, αφού παρασχεθούν εγγυήσεις αντίστοιχες του οφειλόμενου ποσού. Άρθρο 53 1.Η αίτηση για τη χορήγηση διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής εξετάζεται από το αρμόδιο όργανο, εφόσον έχει καταβληθεί παράβολο υπέρ του Ι.Κ.Α. και έχει επισυναφθεί γραμμάτιο είσπραξης του. Το ποσό του παραβόλου που πρέπει να καταβληθεί είναι ίσο: 1)Με ένα (1) τεκμαρτό ημερομίσθιο της 6ης ασφαλιστικής κλάσης, όπως ισχύει κάθε φορά, για οφειλές μέχρι δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές. 2)Με τέσσερα (4) τεκμαρτά ημερομίσθια της 6ης ασφαλιστικής κλάσης, όπως ισχύει κάθε φορά, για οφειλές από 2.000.001 μέχρι του ποσού που ρυθμίζει ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος ή Ταμείου Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α.. 3)Με δέκα (10) τεκμαρτά ημερομίσθια της 6ης ασφαλιστικής κλάσης, όπως ισχύει κάθε φορά, για οφειλές αρμοδιότητας Επιτροπής Αναστολών. Τα ποσά των ως άνω παραβόλων στρογγυλοποιούνται σε χιλιάδες δραχμές. Τα ποσά μέχρι και πεντακόσιες δραχμές παραλείπονται, τα πάνω από πεντακόσιες δραχμές στρογγυλοποιούνται στην επόμενη χιλιάδα δραχμών, εισπραττόμενα δε αποτελούν έσοδα του Ιδρύματος. Το ύψος του παραβόλου αναπροσαρμόζεται με τροποποίηση του Κανονισμού Ασφάλισης Ι.Κ.Α.. Άρθρο 54 Ευεργετήματα του οφειλέτη Η χορήγηση διευκόλυνσης τμηματικής εξόφλησης και η συμμόρφωση με αυτή παρέχει στον οφειλέτη τα ακόλουθα ευεργετήματα: α. Καθιστά τον οφειλέτη και τους κατά οποιονδήποτε τρόπο συνυπόχρεους, περιλαμβανομένων και των εγγυητών, ενήμερους για τις οφειλές τους προς το i.Κ.Α. και χορηγείται σε αυτούς αποδεικτικό ενημερότητας για κάθε χρήση, με την προϋπόθεση ότι έχουν καταβληθεί όλες οι δόσεις της διευκόλυνσης μέχρι την ημερομηνία χορήγησης του αποδεικτικού και δεν οφείλονται τρέχουσες εισφορές του αιτούντος που να εμποδίζουν τη χορήγηση του αποδεικτικού. Εξαίρεση του ευεργετήματος αυτού αποτελεί η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 εδάφιο ε του α. ν. 1846/1951, όπως ισχύει κάθε φορά. β. Αναστέλλει τη λήψη ή την εκτέλεση κάθε μέτρου σε βάρος του υπόχρεου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του επόμενου άρθρου. Άρθρο 55 1.Το Ι.Κ.Α., παρά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη χορηγηθείσα διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, δια τηρεί το δικαίωμα: 1)Να λαμβάνει ή να διατηρεί το μέτρο απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, κατά τις ισχύουσες διατάξεις. 2)Να επιβάλλει κατασχέσεις και να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, των συνυπόχρεων ή των εγγυητών, εφόσον η οφειλή είναι αδιασφάλιστη. 3)Να δίνει εντολή παρακράτησης μέρους ή του συνόλου της χρηματικής απαίτησης του οφειλέτη κατά τρίτων προσώπων, για την είσπραξη της οποίας ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας. 4)Να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του Ι.Κ.Α. και μέχρι του ύψους των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. 2.Με την απόφαση παροχής διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής αναστέλλεται ο χρόνος παραγραφής των οφειλών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 87 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α), οι οποίες αναλογικά εφαρμόζονται και στο Ι.Κ.Α., κατά τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997. 3.Οι επιβληθείσες κατασχέσεις εις χείρας τρίτων δεν αίρονται και τα ποσά που αποδίδονται από τις κατασχέσεις αυτές λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων, εφόσον δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δημιουργήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε η διευκόλυνση. Η ισχύς των άρθρων 51 μέχρι 55 αρχίζει από την 1η του πέμπτου μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, εκτός από την έκπτωση των πρόσθετων τελών σε περίπτωση εφάπαξ εξόφλησης, η οποία αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου. Άρθρο Άρθρο 56 Προθεσμία καταβολής εισφορών -Πρόσθετο τέλος εκπρόθεσμης καταβολής 1.Η παρ. 3 του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α) και όπως το τέταρτο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 2335/1995 (ΦΕΚ 185 Α), αντικαθίσταται ως εξής: 3.Με τον Κανονισμό καθορίζεται ο χρόνος καταβολής των εισφορών. Ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει εισφορές στο Ι.Κ.Α. μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει οριστεί. Για το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α. η προθεσμία καταβολής ορίζεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μεθεπόμενου μήνα. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να εφαρμόζεται για τα κοινωφελή ιδρύματα του ν. 2039/1939 (ΦΕΚ 455 Α), καθώς και για τα κρατικά Ν.Π.Ι.Δ. που το σύνολο των εσόδων τους καλύπτεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Ως προθεσμία καταβολής των εισφορών επί των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα από τους υπόχρεους (ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α.) ορίζεται η τελευταία εργάσιμη ημέρα του Φεβρουαρίου και Ιουνίου αντίστοιχα. 2.Η παρ. 1 του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951, όπως ισχύει μετά την εφαρμογή του άρθρου 3 του ν.δ. 3762/1957 (ΦΕΚ 194 Α) και τη συμπλήρωση της με την παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 1902/1990, αντικαθίσταται ως εξής: Ί. Ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του τ. Κ.Α., οι οποίες δεν είχαν καταβληθεί μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις, επιβαρύνονται με πρόσθετο τέλος από την επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία έληξε η κατά νόμο προθεσμία καταβολής τους. Ως ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α. νοούνται και οι εισφορές υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού Δώρων Εργατοτεχνιτών Οικοδόμων (Ε.Λ.Δ.Ε.Ο.), καθώς και οι εισφορές που συνεισπράττονται από το Ι.Κ.Α.. Το ποσοστό του πρόσθετου τέλους ορίζεται σε 5% για τον πρώτο μήνα καθυστέρησης και 2% για κάθε επόμενο μήνα και μέχρι 120% συνολικά. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, ως μήνας θεωρείται ο ημερολογιακός μήνας. Στη ρύθμιση αυτή υπάγονται όλες οι οφειλόμενες εισφορές, ανεξάρτητα από τις μισθολογικές περιόδους στις οποίες αναφέρονται. Τα ποσοστά πρόσθετων τελών, καθώς και το ανώτατο όριο αυτών δύνανται να αναπροσαρμόζονται με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Από την έναρξη ισχύος των παραπάνω διατάξεων καταργούνται οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951, του άρθρου 3 του ν.δ. 3762/1957, του άρθρου 7 του ν. 1239/1982 (ΦΕΚ 35 Α1) και κάθε άλλη διάταξη γενική ή ειδική που αντίκειται στις διατάξεις της παραγράφου αυτής. Μετά την κατάργηση της παρ. 2 του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951, οι παράγραφοι 3, 4, 5, 6, 7 και 8 αναριθμούνται σε 2, 3, 4, 5, 6 και 7, αντίστοιχα. Η ισχύς των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού αρχίζει από την 1η ημέρα του μεθεπόμενου μήνα εκείνου της δημοσίευσης. 3.Η παράγραφος 8 του άρθρου 21 του ν. 1976/1991 (ΦΕΚ 184 Α), όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 10 του ν. 2217/1994 (ΦΕΚ 83 Α), αντικαθίσταται ως εξής: Τα ποσοστά πρόσθετου τέλους λόγω εκπρόθεσμης καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951, όπως ισχύουν κάθε φορά, εφαρμόζονται αναλόγως για όλους τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Από την ισχύ του παρόντος οι καταστατικές διατάξεις των προαναφερόμενων Ασφαλιστικών Οργανισμών ή άλλες γενικές διατάξεις, που ρυθμίζουν διαφορετικά την επιβολή κυρώσεων, λόγω εκπρόθεσμης καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, καταργούνται. Άρθρο Άρθρο 57 Πρόσθετη επιβάρυνση εισφορών -Κατάργηση προσαυξήσεων Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 8α του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951, όπως προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν.δ. 4104/1960 (ΦΕΚ 147 Α), αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 1469/1984 (ΦΕΚ 111 Α), συμπληρώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 1976/1991, αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 2335/1995 (ΦΕΚ 185 Α) και ισχύει σήμερα, τροποποιείται ως εξής: Ο εργοδότης, σύμφωνα με τις διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά, υποχρεούται να τηρεί τα ακριβή στοιχεία απασχόλησης, ασφάλισης και αμοιβής των εργαζομένων του, τα οποία εντός των νόμιμων προθεσμιών πρέπει να καταχωρίζει στα προβλεπόμενα έντυπα ή μαγνητικά μέσα και να τα υποβάλλει στις υπηρεσίες του Ι.Κ.Α.. Ο εργοδότης που παραβαίνει τις ανωτέρω υποχρεώσεις του επιβαρύνεται με πρόσθετη επιβάρυνση εισφορών, ίση με το 30% των οφειλόμενων εισφορών από τις αιτίες αυτές, για δε τις επιχειρήσεις που ελέγχονται μέσω μηχανογραφικών συστημάτων, ίση με 50%. Οι οφειλές από την επιβολή πρόσθετης επιβάρυνσης εισφορών πρέπει να εξοφλούνται από τον υπόχρεο ως το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου της κοινοποίησης της σχετικής καταλογιστικής πράξης. Οι παραπάνω επιβαρύνσεις προσαυξάνονται μετά την προθεσμία αυτή με τα πρόσθετα τέλη, όπως ορίζονται από το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 56 του παρόντος. Με Κανονισμό ορίζεται η με μηχανογραφικά συστήματα παρακολούθηση από το Ι.Κ.Α. των ασφαλιστικών στοιχείων των ασφαλισμένων του και των λογαριασμών των εισφορών. Με τον ίδιο Κανονισμό ορίζονται οι εργοδότες κατά περιοχή ή κατηγορία, που εντάσσονται στα ανωτέρω μηχανογραφικά συστήματα, τα στοιχεία που για την απρόσκοπτη λειτουργία των συστημάτων αυτών πρέπει να τηρούν και να υποβάλλουν στο Ίδρυμα οι εργοδότες, ο χρόνος και ο τρόπος υποβολής των στοιχείων αυτών και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. Σε βάρος των εργοδοτών που καθυστερούν την προσήκουσα υποβολή των ανωτέρω στοιχείων επιβάλλονται τα οριζόμενα από την παρούσα παράγραφο πρόστιμα. Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από την 1η ημέρα του μεθεπόμενου μήνα εκείνου της δημοσίευσης, καταργουμένων των διατάξεων του έκτου και έβδομου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 825/1978, της παρ. 3 του άρθρου 4 του Κανονισμού Περί του τρόπου ασφαλίσεως των εργατοτεχνιτών οικοδόμων μέσω μηχανογραφικού συστήματος (ΑΥΚΥ Β1/21/21/ 2138/24.7.1979 (ΦΕΚ 716 Β), του άρθρου 5 του Κανονισμού Ασφάλισης Ι.Κ.Α. με μηχανογραφικό σύστημα (ΑΥΥΠΚΑ 21/21/3623/21.11.1985 (ΦΕΚ 744 Β), καθώς και κάθε άλλης διάταξης γενικής ή ειδικής που αντίκειται στις διατάξεις της παραγράφου αυτής. Άρθρο 58 Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951, που προστέθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 21 του ν. 1902/1990, αντικαθίσταται με τις εξής 6 παραγράφους: 1. Οφειλές επιχειρήσεων και οικοδομικοτεχνικών έργων, που είναι βεβαιωμένες στα ταμεία είσπραξης εσόδων και στις ταμειακές υπηρεσίες του Ι.Κ.Α. και προέρχονται από εισφορές, πρόσθετα τέλη, πρόστιμα, επιβαρύνσεις και προσαυξήσεις εισφορών υπέρ αυτού, καθώς και υπέρ τρίτων, διαγράφονται, όταν το ποσό της κύριας οφειλής από εισφορές κατά οφειλέτη δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές και δεν έχει επιτευχθεί η είσπραξη τους μέσα σε δέκα (10) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν. 2.Επίσης διαγράφονται οι βεβαιωμένες οφειλές, από τις παραπάνω υπηρεσίες του Ι.Κ.Α., που προέρχονται: 1)Από οποιαδήποτε αιτία υπέρ αυτού, ανέρχονται στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών και δεν έχει επιτευχθεί η είσπραξη τους μέσα σε δέκα (10) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν. 2)Από οφειλέτες που απεβίωσαν χωρίς να αφήσουν οποιαδήποτε περιουσία και οι κληρονόμοι τους αποποιήθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά και 3)Από οφειλέτες των οποίων εκποιήθηκε αναγκαστικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α), ολόκληρη η περιουσία και η επί δέκα (10) έτη επιδίωξη της είσπραξης των υπόλοιπων χρεών, παρά τη λήψη όλων των ληφθέντων αναγκαστικών μέτρων, δεν απέδωσε. Η διαγραφή σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις γίνεται οίκοθεν με πράξεις του προϊσταμένου του Ταμείου Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α. ή του προϊσταμένου της οικείας μονάδας όπου ανήκει οργανικά η ταμειακή υπηρεσία. 3.Αμελείται η λήψη των προβλεπόμενων από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974) αναγκαστικών μέτρων είσπραξης σε βάρος οφειλετών, εκτός του μέτρου της κατάσχεσης απαιτήσεων εις χείρας τρίτων, εφόσον οι συνολικές βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές τους στα Ταμεία Είσπραξης και στις ταμειακές υπηρεσίες του Ι.Κ.Α. που προέρχονται από κύριες εισφορές υπέρ αυτού ή υπέρ τρίτων δεν υπερβαίνουν τις τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές. 4.Δεν ενεργείται βεβαίωση στα Ταμεία Είσπραξης Εσόδων και στις ταμειακές υπηρεσίες του Ι.Κ.Α. τίτλων είσπραξης που αφορούν αυτοτελή πρόσθετα τέλη επιχειρήσεων που έχουν διαλυθεί, εφόσον το οφειλόμενο ποσό κατά οφειλέτη δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες (5.000) δραχμές. 5.Χρηματικές απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α., από οποιαδήποτε αιτία, μέχρι του ποσού των χιλίων (1.000) δραχμών, δεν αποδίδονται στους δικαιούχους. 6.Τα αναγραφόμενα ποσά στις παραπάνω παραγράφους δύναται να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α.. Άρθρο 59 Ασφαλιστική ενημερότητα για είσπραξη εκκαθαρισμένων απαιτήσεων Οι διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 39 του ν. 2065/ 1992 (ΦΕΚ 113 Α1), όπως ισχύουν μετά τη συμπλήρωση τους με το άρθρο 43 του ν. 2109/1992 (ΦΕΚ 205 Α), καθώς και της υπουργικής απόφασης Φ11/2406/ 3.11.1992 (ΦΕΚ 678 Β), όπως ισχύει μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση της με την Φ11/2456/ 15.11.1993 (ΦΕΚ 859 Β) όμοια και όπως αυτή ισχύει κάθε φορά, έχουν εφαρμογή και για την είσπραξη εκκαθαρισμένων απαιτήσεων των επιχειρήσεων από δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις δημόσιας ή κοινής ωφέλειας και επιχειρήσεις γενικά και οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται από την ισχύουσα κάθε φορά νομοθεσία, καθώς και από αυτούς που ενεργούν πληρωμές με εντολή ή εξουσιοδότηση των προαναφερόμενων επιχειρήσεων και οργανισμών. Κατά την εφαρμογή των παραπάνω δεν ισχύουν τυχόν εκχωρήσεις προς τρίτους. Άρθρο 60 1.Το εδάφιο ε1 της περίπτωσης 5 του άρθρου 8 του α.ν. 1846/1951, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 1239/1982 και αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 21 του ν. 1902/1990, τροποποιείται ως εξής: ε. Για εργασίες, επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, που διεξάγονται για λογαριασμό του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α. α και β βαθμίδας, δημόσιων, δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων δημόσιας ή κοινής ωφέλειας και γενικά επιχειρήσεων και οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται από την κάθε φορά ισχύουσα νομοθεσία, μετά από παραχώρηση ή εργολαβία, ως εργοδότες θεωρούνται οι ανάδοχοι ή εργολάβοι. Στις περιπτώσεις αυτές, κάθε υπηρεσία από τις πιο πάνω αναφερόμενες, υποχρεούται πριν από την κάθε εξόφληση ή οποιαδήποτε τμηματική καταβολή χρημάτων, να απαιτεί την προσκόμιση βεβαίωσης του Ι.Κ.Α. για την καταβολή των οφειλόμενων προς αυτό εισφορών ή άλλων συναφών οφειλών. Σε αντίθετη περίπτωση παρακρατεί το αντίστοιχο ποσό και το καταβάλλει απευθείας στο Ι.Κ.Α.. 2.Η παρ. 11 του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951 αντικαθίσταται ως εξής: 11. 1)Πράξη Επιβολής Εισφορών (Π.Ε.Ε.) συντάσσεται: α.α. Σε βάρος των εργοδοτών οι οποίοι παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου και δεν καταβάλλουν τις εισφορές ή δεν επικολλούν τα ελλείποντα ένσημα. α.β. Σε βάρος των εργοδοτών οι οποίοι παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου, με συνέπεια να δυσχεραίνεται η εξακρίβωση των προσώπων που υπάγονται στην ασφάλιση, καθώς και οι εισφορές που πρέπει να καταβληθούν. Στην περίπτωση αυτή, η πράξη επιβολής εισφορών συντάσσεται κατά την κρίση των αρμόδιων οργάνων του Ι.Κ.Α.. α.γ. Σε βάρος των εργοδοτών για τους οποίους, με ειδικές διατάξεις, έχει οριστεί η παρακολούθηση, με μηχανογραφικά συστήματα, από το Ι.Κ.Α., των ασφαλιστικών στοιχείων των ασφαλισμένων του και του λογαριασμού των εισφορών και για τις περιπτώσεις που ορίζονται σε αυτές τις ειδικές διατάξεις. α.δ. Σε βάρος των εργοδοτών οικοδομικών εργασιών οι οποίοι δεν καλύπτουν τις εισφορές Ι.Κ.Α. που υπολογίσθηκαν με βάση το άρθρο 38 του Κανονισμού Ασφάλισης Ι.Κ.Α., όπως τροποποιήθηκε με τις Φ21/ 2930/1992 (ΦΕΚ 686 Β) και Φ21/478/1997 (ΦΕΚ 252 Β) υπουργικές αποφάσεις. β. Η πράξη επιβολής εισφορών πρέπει να περιέχει: β.α. Τα στοιχεία του εργοδότη σε βάρος του οποίου συντάσσεται το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών, καθώς και τη χρονική περίοδο στην οποία ανάγονται αυτές και β.β. Τα ασφαλιστικά στοιχεία των ασφαλισμένων, για τους οποίους καταλογίστηκαν οι εισφορές, δηλαδή τον αριθμό μητρώου, ονοματεπώνυμο, κλάδο ασφάλισης, αποδοχές, αριθμό ημερών εργασίας, εισφορές και μισθολογική περίοδο στην οποία ανάγονται οι εισφορές κάθε ασφαλισμένου. Τυχόν έλλειψη του αριθμού μητρώου ή ανακριβής αναγραφή αυτού καθώς και του ονόματος των ασφαλισμένων, από τα στοιχεία της προηγούμενης υποπερίπτωσης, δεν συνεπάγεται ακυρότητα των πράξεων επιβολής εισφορών. 2)Όταν συντάσσεται πράξη επιβολής εισφορών για μη καταβολή τους ή για μη επικόλληση των ελλειπόντων ενσήμων, αυτή πρέπει να περιέχει το σύνολο των στοιχείων που αναφέρονται στην ανωτέρω περίπτωση β. Αντίθετα για όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, για τις οποίες συντάσσεται πράξη επιβολής εισφορών, αρκεί η παράθεση σε αυτήν των στοιχείων που αναφέρονται στην υποπερίπτωση βα αυτής. 3.Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 41 του α.ν. 1846/1951 αντικαθίσταται ως εξής: Ασφαλισμένος του Ι.Κ.Α. δικαιούται να συνεχίσει προαιρετικά την ασφάλιση του σε έναν ή περισσότερους κλάδους του Ιδρύματος: α) Εάν αμέσως πριν από την τελευταία ημέρα εργασίας του στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. πενταετία έχει πραγματοποιήσει πεντακόσιες (500) τουλάχιστον ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του Ιδρύματος και υποβάλλει έγγραφη δήλωση μέσα σε προθεσμία δώδεκα (12) μηνών από την τελευταία ασφάλιση του στο Ι.Κ.Α.. Η προθεσμία των δώδεκα (12) μηνών, εντός της οποίας πρέπει να υποβληθεί δήλωση προαιρετικής συνέχισης της ασφάλισης, διακόπτεται με την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί εντός του 12μήνου. Η διακοπείσα προθεσμία αρχίζει εκ νέου από την κοινοποίηση της απόφασης που εκδίδεται επί της αιτήσεως συνταξιοδότησης, β) Εάν έχει πραγματοποιήσει οποτεδήποτε τρεις χιλιάδες (3.000) ημέρες εργασίας στην ασφάλιση, ανεξάρτητα από το χρόνο υποβολής της παραπάνω δήλωσης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ Άρθρο 61 Τρόπος εξόφλησης καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών πλην Ι.Κ.Α. 1.Με αποφάσεις των Δ. Σ. των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, πλην Ι.Κ.Α., αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλήρως αιτιολογημένες, παρέχεται η ευχέρεια της εξόφλησης σε μηνιαίες δόσεις, των καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών μετά των πρόσθετων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων. Ο αριθμός των δόσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει κατ1 ανώτατο όριο τις τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις, με την προϋπόθεση της καταβολής υπό του οφειλέτου των τρεχουσών εισφορών και προκαταβολής επί της κεφαλαιοποιούμενης συνολικής οφειλής ίσης με: α. για ποσό οφειλής μέχρι 1.000.000 ποσοστό 20%, 1)για ποσό οφειλής από 1.000.001 - 3.500.000 δρχ. ποσοστό 15%, 2)για ποσό οφειλής από 3.500.001 δρχ. και άνω ποσοστό 10%. Η μηνιαία δόση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού των έξι (6) τεκμαρτών ημερομισθίων της 6ης ασφαλιστικής κλάσης του Ι.Κ.Α., όπως ισχύει κάθε φορά, στρογγυλοποιούμενη σε χιλιάδα δραχμών. 2.Εάν ο οφειλέτης απωλέσει, για οποιονδήποτε λόγο, το δικαίωμα τμηματικής εξόφλησης εισφορών σε δόσεις, δύναται να υποβάλλει νέα αίτηση, μετά εξάμηνο από την έκδοση της πρώτης απόφασης. Το αρμόδιο όργανο δύναται να ρυθμίσει εκ νέου τις οφειλές σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου και προκαταβολής ίσης με το διπλάσιο των, στην παρ. 1, προβλεπόμενων ποσοστών Στον οφειλέτη που για οποιονδήποτε λόγο απώλεσε το δικαίωμα εξόφλησης σε δόσεις, δύναται να παρέχεται από το αρμόδιο όργανο νέα δυνατότητα εξόφλησης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της παρ. 1 και προκαταβολής ίσης με το 40% της συνολικής οφειλής. 3.Με απόφαση του Δ. Σ. είναι δυνατή έκπτωση επί των προσθέτων τελών των καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών, ως ακολούθως: 1)Σε περίπτωση εφάπαξ εξόφλησης έκπτωση 20% επί των προσθέτων τελών. 2)Σε περίπτωση τμηματικής εξόφλησης σε 12 μηνιαίες δόσεις έκπτωση 15% επί των προσθέτων τελών. 3)Σε περίπτωση τμηματικής εξόφλησης σε 24 μηνιαίες δόσεις έκπτωση 10% επί των προσθέτων τελών. Τα ανωτέρω ποσά έκπτωσης των προσθέτων τελών αφαιρούνται από τις τελευταίες δόσεις. 4.Οι αποφάσεις των Δ.Σ. εκδίδονται ειδικά για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αφού ληφθεί υπόψη το ύψος του χρέους, η οικονομική κατάσταση του υπόχρεου και μετά από προηγούμενη διαπίστωση ότι η έκπτωση από το δικαίωμα υπήρξε δικαιολογημένη. Το Δ.Σ. δύναται με απόφαση του να εκχωρεί την αρμοδιότητα ρύθμισης των καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών σε δόσεις, στους Γενικούς Διευθυντές και Διευθυντές του Οργανισμού τους. 5.Το ύψος των καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών υπολογίζεται με βάση το ισχύον ασφάλιστρο, κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης του οφειλέτη μετά των αναλογούντων πρόσθετων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων. 6.Η μη εμπρόθεσμη καταβολή δύο (2) συνεχόμενων δόσεων, καθώς και η μη καταβολή των τρεχουσών εισφορών συνεπάγεται την έκπτωση από το δικαίωμα της τμηματικής εξόφλησης των οφειλόμενων εισφορών και καθιστά άμεσα απαιτητό το σύνολο του οφειλόμενου ποσού, υπολογιζόμενου βάσει του ισχύοντος ασφαλίστρου κατά την ημέρα εξόφλησης, μετά των αναλογούντων πρόσθετων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων. 7.Στους οφειλέτες, που υπάγονται στην παρούσα ρύθμιση και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, χορηγείται βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας. 8.Όπου από τις κείμενες διατάξεις κάθε ασφαλιστικού οργανισμού ορίζεται ως προϋπόθεση για την έναρξη καταβολής σύνταξης η προηγούμενη εξόφληση των οφειλών, σε περίπτωση υπαγωγής του οφειλέτη στον παρόντα διακανονισμό, εξακολουθεί να ισχύει και η σύνταξη καταβάλλεται από την 1η του επόμενου της εξόφλησης μήνα. 9.Η σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία, που ορίζουν οι καταστατικές διατάξεις, αν το οφειλόμενο ποσό δεν είναι μεγαλύτερο των δέκα (10) μηνιαίων συντάξεων κατώτατων ορίων, όπως αυτά ισχύουν κάθε φορά για καθέναν ασφαλιστικό οργανισμό. 10.Τα ανωτέρω ποσά οφειλής προσαυξημένα με τα πρόσθετα τέλη συμψηφίζονται ή παρακρατούνται από τα ποσά των συντάξεων, σε ίσες μηνιαίες δόσεις, που δεν μπορεί να είναι περισσότερες από είκοσι (20). Η 1η δόση παρακρατείται από τον πρώτο μήνα που απονεμήθηκε η σύνταξη. 11.Καταστατικές διατάξεις ασφαλιστικών φορέων, με τις οποίες προβλέπεται ευνοϊκότερος τρόπος ρύθμισης σε δόσεις των καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών μετά των αναλογουσών επιβαρύνσεων, εξακολουθούν να ισχύουν. 12.Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και για τις οφειλές που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 16 του ν. 2328/1995 (ΦΕΚ 159 Α)· 13.Σε περίπτωση μηχανογραφικής εφαρμογής συστημάτων υπολογισμού των εισφορών σε διμηνιαία βάση, η καταβολή γίνεται σε ισόποσες διμηνιαίες δόσεις που δεν μπορεί να υπερβαίνουν τις 6,12 ή 18. 14.Οι παρ. 2, 3, 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 8 του ν. 2256/1994 (ΦΕΚ 196 Α) καταργούνται. Άρθρο 62 1.Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει το χρόνο ασφάλισης, που προβλέπεται από γενικές ή καταστατικές διατάξεις των Ασφαλιστικών Οργανισμών κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για τη συνταξιοδότηση λόγω θανάτου, ο επιζών των συζύγων, ανεξαρτήτως ηλικίας, δικαιούται σύνταξη για μία τριετία από την πρώτη του επόμενου του θανάτου μήνα. 2. 1)Εάν κατά την ημερομηνία του θανάτου ο επιζών των συζύγων έχει συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας του, η σύνταξη καταβάλλεται και μετά τη λήξη της τριετίας, εφόσον δεν εργάζεται ή δεν απασχολείται ή δεν λαμβάνει σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή το Δημόσιο. Σε περίπτωση όμως που εργάζεται ή απασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή το Δημόσιο, η σύνταξη περιορίζεται στο 50%. 2)Εάν ο επιζών των συζύγων, κατά την ημερομηνία του θανάτου, είναι ανάπηρος σωματικά ή πνευματικά σε ποσοστό 67% και άνω, λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξη για όσο χρόνο διαρκεί η αναπηρία, ανεξαρτήτως άλλων προϋποθέσεων. 3)Η σύνταξη που διακόπηκε ή καταβάλλεται μειωμένη, σύμφωνα με τα παραπάνω, επαναχορηγείται ολόκληρη μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του επιζώντος των συζύγων με την προϋπόθεση ότι δεν εργάζεται ή δεν απασχολείται ή δεν λαμβάνει σύνταξη, άλλως, εφόσον συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, λαμβάνει το 70% αυτής. 4)Στην περίπτωση που ο επιζών των συζύγων είναι συνταξιούχος από ίδιο δικαίωμα, οι περιορισμοί του ποσού της σύνταξης που προβλέπονται από την παράγραφο αυτή γίνονται στη σύνταξη επιλογής του. 3.Εάν ο θανών καταλείπει τέκνα ανάπηρα ή ανήλικα ή σπουδάζοντα σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και μέχρι του 24ου έτους της ηλικίας τους, που δικαιούνται σύνταξη σύμφωνα με τις γενικές ή καταστατικές δια τάξεις κάθε ασφαλιστικού οργανισμού, η σύνταξη του επιζώντα των συζύγων που διακόπτεται ή το υπόλοιπο σε περίπτωση που καταβάλλεται μειωμένη, επιμερίζεται στα τέκνα κατ ίσα μέρη. 4.Δεν υπάγονται στις ανωτέρω ρυθμίσεις όσοι λαμβάνουν πολεμική σύνταξη, εξ ιδίου δικαιώματος, καθώς και όσοι λαμβάνουν σύνταξη με βάση τις διατάξεις των νόμων 1897/1990 (ΦΕΚ 120 Α) και 1977/1991 (ΦΕΚ 185 Α1). Επίσης οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου του Ο.Γ.Α., ο οποίος λαμβάνει σύνταξη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4169/1961 (ΦΕΚ 81 Α1), του ν.δ. 4575/1966 (ΦΕΚ 227 Α), του ν.δ. 1390/1973 (ΦΕΚ 103 Α), του ν. 1745/1987 (ΦΕΚ 234 Α) και του ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α), καθώς και στην περίπτωση που ο επιζών σύζυγος είναι ασφαλισμένος ή συνταξιούχος του Ο.Γ.Α. και λαμβάνει σύνταξη σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις. 5.Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο θάνατος επέρχεται μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Εφαρμόζονται επίσης και για τις περιπτώσεις που ο θάνατος έχει ήδη επέλθει, εφόσον κατά τις προϊσχύουσες διατάξεις ο επιζών των συζύγων δεν εδικαιούτο τη σύνταξη του θανόντος. Στην περίπτωση αυτή τα οικονομικά αποτελέσματα επέρχονται από τη δημοσίευση του παρόντος, εφόσον εκκρεμεί σχετική αίτηση, άλλως από τότε που υποβάλλεται η αίτηση. 6.Διατάξεις που ρυθμίζουν διαφορετικά το θέμα αυτό καταργούνται. Άρθρο 63 1.Οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος ή θανάτου φορέων κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που αναλαμβάνουν εργασία υπόκεινται στους εξής περιορισμούς: α) Για όσους δεν έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους αναστέλλεται η καταβολή της σύνταξης, β) Μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους το ποσό της σύνταξης ή του αθροίσματος των συντάξεων σε περίπτωση συρροής, που υπερβαίνει τις 250.000 δραχμές μηνιαίως, καταβάλλεται μειωμένο κατά 70%. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά 20% για κάθε τέκνο που είναι ανήλικο ή σπουδάζει σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και μέχρι τη συμπλήρωση του 24ου έτους ή είναι ανίκανο για κάθε βιοποριστική εργασία. Ειδικότερα για τους δικαιούχους κατωτάτων ορίων συντάξεων η σύνταξη τους περιορίζεται στο οργανικό ποσό, όπως αυτό προκύπτει από τα ασφαλιστικά δεδομένα, εφόσον δεν έχουν συμπληρώσει οι άνδρες το 65ο και οι γυναίκες το 60ό έτος της ηλικίας τους. 2.Αν ο συνταξιούχος αναπηρίας, που αναλαμβάνει εργασία, κερδίζει από αυτήν, ανάλογα με το βαθμό της αναπηρίας του, περισσότερα από όσα κερδίζει υγιής απασχολούμενος, σύμφωνα με τους γενικούς όρους αμοιβής, διακόπτεται η σύνταξη. 3.Για τον απασχολούμενο συνταξιούχο καταβάλλονται οι προβλεπόμενες από τις οικείες διατάξεις για τους λοιπούς ασφαλισμένους εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου, οι οποίες βαρύνουν τον εργοδότη και τον ασφαλισμένο αντίστοιχα. 4.Σε περίπτωση απασχόλησης συνταξιούχου λόγω γήρατος ή θανάτου, χωρίς αναστολή της σύνταξης, ο αντίστοιχος χρόνος ασφάλισης δεν λαμβάνεται υπόψη για τη προσαύξηση της σύνταξης ή για τη θεμελίωση νέου συνταξιοδοτικού δικαιώματος από άλλο φορέα. Ο συνταξιούχος δικαιούται να ζητήσει και ο ίδιος την αναστολή της συντάξεως. Με την αναστολή της σύνταξης ο χρόνος απασχόλησης λαμβάνεται υπόψη τόσο για θεμελίωση νέου συνταξιοδοτικού δικαιώματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 9 και 10 του άρθρου 47 του ν. 2084/1992, όσο και για προσαύξηση της σύνταξης της οποίας η καταβολή έχει ανασταλεί. Ο υπολογισμός για την προσαύξηση της ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης γίνεται με ποσοστό 1,714% επί του ποσού που έχουν καταβληθεί εισφορές, το οποίο δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο του 25πλάσιου του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη για κάθε έτος συντάξιμης υπηρεσίας ή 300 ημέρες εργασίας, που θα πραγματοποιηθούν μετά την αναστολή της σύνταξης. 5.Οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου υποχρεούνται, πριν αναλάβουν εργασία, που υπάγεται στην ασφάλιση φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο, να δηλώσουν τούτο στο φορέα ή στους φορείς κύριας ασφάλισης από τους οποίους συνταξιοδοτούνται. Παράλειψη της δηλώσεως συνεπάγεται καταλογισμό σε βάρος του συνταξιούχου του ποσού των συντάξεων που έλαβε κατά το χρονικό διάστημα της εργασίας του με πρόστιμο που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει το νόμιμο τόκο υπερημερίας. 6.Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν έχουν εφαρμογή: α) στον επιζώντα των συζύγων, β) στους αυτοτελώς απασχολούμενους, οι οποίοι όμως υποχρεούνται να καταβάλλουν τις προβλεπόμενες από τις οικείες διατάξεις εισφορές προσαυξημένες κατά 40%, γ) στους συνταξιούχους του Ο.Γ.Α., δ) στους πολύτεκνους των οποίων το ένα τουλάχιστον των τέκνων είναι ανήλικο ή σπουδάζει σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και μέχρι τη συμπλήρωση του 24ου ή είναι ανίκανο για κάθε βιοποριστική εργασία, ε) στις εξ ιδίου δικαιώματος πολεμικές συντάξεις, στις συντάξεις που καταβάλλονται με βάση τις διατάξεις των νόμων 1897/1990 και 1977/1991 και στ) στα πρόσωπα για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις των Καν. (ΕΟΚ) 1408/71 και 574/72, καθώς και των διμερών συμβάσεων κοινωνικής ασφάλειας. Η προσαύξηση της περ. β αποδίδεται στο ΛΑΦΚΑ. 7.Για όσους έχουν καταστεί συνταξιούχοι ή έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού και έχουν ηλικία μικρότερη των 55 ετών, έχει εφαρμογή η διάταξη της περίπτωσης β της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. 8.Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται το ύψος των προστίμων που θα καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παράγραφο 5 του παρόντος, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την εφαρμογή της διάταξης, ο χρόνος και ο τρόπος απόδοσης στο ΛΑΦΚΑ της περιπτώσεως β της παραγράφου 6 του παρόντος, η διαδικασία ελέγχου, ο τρόπος καταλογισμού και είσπραξης των συντάξεων, η σειρά μείωσης στην περίπτωση που καταβάλλονται συντάξεις από περισσότερους του ενός Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, ο τρόπος επιμερισμού της μείωσης αυτής, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. Για τη διαπίστωση της απασχόλησης των συνταξιούχων η Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων και οι αρμόδιοι ασφαλιστικοί οργανισμοί δύνανται να λαμβάνουν γνώση από το Κ.Ε.Π.Υ.Ο. των απαραίτητων για την εφαρμογή του παρόντος στοιχείων. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αναπροσαρμόζεται το ποσό των 250.000 δραχμών της περιπτώσεως β της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. 9.Κάθε διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα καταργείται, εκτός των διατάξεων του εδαφίου α της παραγράφου 14 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 και αυτών που προβλέπουν διακοπή ή αναστολή της καταβολής της σύνταξης σε περίπτωση απασχόλησης του συνταξιούχου σε εργασία υπαγόμενη στην ασφάλιση του φορέα από τον οποίο συνταξιοδοτείται. 10.Η ισχύς των διατάξεων του άρθρου αυτού αρχίζει δύο (2) χρόνια από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Άρθρο 64 Ποσό κατώτατων ορίων συντάξεων νέων ασφαλισμένων Κατά τον υπολογισμό των συντάξεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 29 του ν. 2084/ 1992 (ΦΕΚ 165 Α), λαμβάνεται υπόψη το μέσο μηνιαίο κατά κεφαλή Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (Α.Ε.Π.) του έτους 1991 προσαυξημένο κατά 50% και αναπροσαρμοσμένο κατά το εκάστοτε ποσοστό αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 65 Ασφάλιση ιεροδούλων ΣΤΟ τέλος του άρθρου 2 του α.ν. 1846/1951, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, προστίθεται διάταξη ως εξής: Επίσης υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ., ΔΛΟΕΜ και ΟΕΚ τα πρόσωπα του άρθρου 6 παρ. 1 και του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 1193/1981 περί της εξ αφροδισίων νόσων προστασίας και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων (ΦΕΚ 220 Α), και όπως αυτό ισχύει κάθε φορά, εφόσον δεν υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε άλλου οργανισμού, λόγω ασκήσεως άλλου επαγγέλματος ή δεν συνταξιοδοτούνται από άλλο φορέα λόγω άμεσου ή έμμεσου δικαιώματος. Η ασφάλιση αρχίζει από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του νομάρχη, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 6 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του ανωτέρω νόμου. Τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα υποχρεούνται τον πρώτο μήνα κάθε χρόνου κατά τις ιατρικές εξετάσεις, που διενεργούνται κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 1193/1981, να προσκομίζουν ασφαλιστική ενημερότητα. Η μη προσκόμιση ασφαλιστικής ενημερότητας συνεπάγεται τη μη ισχύ της απόφασης του νομάρχη της προηγούμενης παραγράφου. Με απόφαση του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α. καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού των ημερών ασφάλισης και της ασφαλιστικής κλάσης, οι συνέπειες της μη έγκαιρης καταβολής των εισφορών, η είσπραξη των καθυστερούμενων εισφορών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία της ασφάλισης των ανωτέρω προσώπων. Άρθρο 66 1.Η παράγραφος 1 του άρθρου 15 του ν. 1866/1989 (ΦΕΚ 222 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 1.α. Δημοσιογράφοι - συντάκτες, απασχολούμενοι, κατά κύριο επάγγελμα με σχέση εξαρτημένης εργασίας, σε μη κρατικούς ραδιοφωνικούς ή τηλεοπτικούς σταθμούς, που λειτουργούν νόμιμα και εκπέμπουν ή παρουσιάζουν δελτία ειδήσεων τρεις (3), τουλάχιστον, φορές το εικοσιτετράωρο, συνολικής διάρκειας μιας και μισής (1,30), τουλάχιστον, ώρας ή μεταδίδουν αποκλειστικά αθλητικές εκπομπές και οι οποίοι ασχολούνται με τη συλλογή, επεξεργασία, σχολιασμό και γενικά τη διαμόρφωση της ύλης, που βασίζεται σε πληροφορίες και γεγονότα και προορίζεται για τη σύνταξη δελτίων ειδήσεων, ενημερωτικών ή αθλητικών εκπομπών, υπάγονται στην ασφάλιση του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης (Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ.). Ως δελτία ειδήσεων, η διάρκεια των οποίων υπολογίζεται για τη συμπλήρωση της ανωτέρω 1,30 ώρας, θεωρούνται μόνο όσα ο σταθμός παράγει με δικά του μέσα και δικούς του δημοσιογράφους και όχι τα δελτία ειδήσεων άλλων σταθμών που αναμεταδίδονται ύστερα από σύμβαση με αυτούς. 1)Οι υπάλληλοι διοίκησης και διαχείρισης, που απασχολούνται κατά κύριο επάγγελμα με σχέση εξαρτημένης εργασίας στους μη κρατικούς ραδιοφωνικούς ή τηλεοπτικούς σταθμούς, που λειτουργούν νόμιμα και τα κέντρα εκπομπής τους βρίσκονται μέσα στα γεωγραφικά όρια των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, με τις ειδικότητες που αναφέρονται στην παρ. 7 του άρθρου 5 του π.δ. 284/1974 (ΦΕΚ 101 Α1), ασφαλίζονται στο Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ.. 2)Για την ασφάλιση των παραπάνω εργαζομένων, καταβάλλεται στο Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ. εργοδοτική εισφορά 7,5% για τον κλάδο σύνταξης και 2% για τον κλάδο ανεργίας, καθώς και εισφορά ασφαλισμένου από ποσοστό 8,5% για τον κλάδο σύνταξης. Οι εισφορές αυτές υπολογίζονται στις συνολικές αποδοχές των ασφαλισμένων και για την είσπραξη τους εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των άρθρων 31, 32 και 33 του π.δ. 284/1974. 2.Στο άρθρο 15 του ν. 1866/1989 προστίθεται παράγραφος 3, που έχει ως εξής: 3. Οι δημοσιογράφοι-συντάκτες, μη μέλη των αναγνωρισμένων Ενώσεων Συντακτών, οι οποίοι απασχολούνται στην ΕΡΤ Α.Ε. με σύμβαση έργου, υπάγονται στην ασφάλιση του Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ. μετά τη συμπλήρωση τριών (3) τουλάχιστον ετών συνεχούς απασχόλησης ή μετά τη συμπλήρωση τριών (3) τουλάχιστον ετών διακεκομμένης, η οποία όμως πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί εντός μιας (1) πενταετίας. 3.Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την ασφάλιση στο Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ. των παραπάνω απασχολουμένων στα μη κρατικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα, καθώς και των δημοσιογράφων που απασχολούνται στην ΕΡΤ Α.Ε. με σύμβαση έργου. 4.Η παράγραφος 5 του άρθρου 13 του ν. 1759/1988 (ΦΕΚ 50 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 5. Στην ασφάλιση του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης υπάγονται υποχρεωτικά και τα πρόσωπα που παρέχουν κατά κύριο επάγγελμα εξαρτημένη εργασία με μισθό ως συντάκτες στους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης Α.Ε. 5.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α) αντικαθίσταται, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: Οι προερχόμενοι από αγγελιόσημο πόροι του καταργούμενου Κλάδου, καθώς και οι πόροι που προβλέπονται από τις διατάξεις των παραγράφων 1Α περίπτωση α και 1Β περίπτωση α του άρθρου 3 του ν. 1872/1951 (ΦΕΚ 202 Α), όπως ισχύουν κάθε φορά, διατηρούνται και αποτελούν εφεξής πόρους του ΤΑΤΤΑ. 6.Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 10 του ν. 1186/1981 (ΦΕΚ 202 Α), όπως τροποποιήθηκαν με την παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 2556/1997 αντικαθίστανται ως εξής: 1. Τεχνικοί τύπου, που κατά τη δημοσίευση του ν.1186/1981 έχουν πέντε (5) χρόνια πραγματικής ασφάλισης στο Ταμείο και απασχολούνται στα έντυπα που αναφέρονται στα άρθρα 5 και 7, εφόσον απολύονται χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη πριν από τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 9 και χωρίς να συντρέχουν οι λόγοι που αναφέρονται στην παρ. 1 των άρθρων 6 και 8, δικαιούνται σύνταξη, η οποία υπολογίζεται μόνο βάσει του χρόνου ασφάλισης τους στο ταμείο, κατά την παρακάτω κλίμακα: Σύνταξη 10.000 δρχ. 20.000 δρχ. Χρόνια ασφάλισης στο Ταμείο 1)5 έως 10 χρόνια 2)10 χρόνια και μία ημέρα έως 15 χρόνια γ. 15 χρόνια και μία ημέρα έως 20 χρόνια 30.000 δρχ. 3)20 χρόνια και μία ημέρα έως 25 χρόνια 40.000 δρχ. 4)πάνω από 25 χρόνια, η σύνταξη που προβλέπεται από τις διατάξεις του καταστατικού του ταμείου. Τα ποσά των περιπτώσεων α, β, γ και δ προσαυξάνονται κατά τα ποσοστά των αυξήσεων που έχουν χορηγηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 12, από την έναρξη ισχύος του ν. 1186/1981. Πλήρες έτος λογίζεται αυτό που περιλαμβάνει από 300 μέχρι 365 ημέρες εργασίας και σε κάθε ημέρα εργασίας αναλογεί μία ημέρα ασφάλισης. Οι παράγραφοι 3 και 4 του ίδιου άρθρου αναριθμούνται σε 2 και 3 αντίστοιχα. 7.Ασφαλισμένοι του πρώην Ταμείου Ασφάλισης Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών που είχαν πραγματοποιήσει κατ ανώτατο όριο μέχρι πενήντα (50) ημέρες ασφάλισης σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό, είτε κατά το τελευταίο εξάμηνο πριν από τη συγχώνευση είτε μετά τη συγχώνευση του Ταμείου αυτού στο Ι.Κ.Α. και συμπλήρωσαν μέχρι τις 27.8.1997 το όριο ηλικίας, που προβλεπόταν από τη νομοθεσία του πρώην ΤΑΤ και ΜΓΤ, μπορούν να συνταξιοδοτηθούν με τις διατάξεις της νομοθεσίας του συγχωνευθέντος Ταμείου, εφόσον υποβάλλουν οι ίδιοι ή οι δικαιοδόχοι τους αίτηση μέσα σε έξι μήνες από την ισχύ του παρόντος, τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Συνταξιοδοτικά δικαιώματα ασφαλισμένων του πρώην ΤΑΤ και ΜΓΤ, που τυχόν απορρίφθηκαν με βάση τις διατάξεις που ίσχυαν και εμπίπτουν στην παραπάνω ρύθμιση επανακρίνονται, εφόσον υποβληθεί νέα αίτηση από τους ενδιαφερόμενους μέσα στην παραπάνω προθεσμία, τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. 8.Στην ασφάλιση των Κλάδων Επικούρησης και Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου (Τ.Α.Ι.Σ.Υ.Τ.) υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια από την πρώτη του επόμενου της δημοσίευσης του παρόντος νόμου μήνα και τα μέλη των ενώσεων φωτοειδησεογράφων και εικονοληπτών επικαίρων τηλεοράσεως και ανταποκριτών Ξένου Τύπου που ασφαλίζονται στους αντίστοιχους κλάδους κύριας σύνταξης του Ταμείου, εφόσον δεν υπάγονται στην ασφάλιση άλλου φορέα επικούρησης ή πρόνοιας, έναντι καταβολής της αυτής εισφοράς που ισχύει για τους λοιπούς ασφαλισμένους των εν λόγω Κλάδων. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του Ταμείου και εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης θα καθορισθούν τα της χρηματοδότησης των Κλάδων Επικούρησης και Πρόνοιας από τους αντίστοιχους κλάδους κύριας ασφάλισης των ως άνω προσώπων, οι όροι και οι προϋποθέσεις καταβολής των παροχών, τα της αναγνώρισης και εξαγοράς προϋπηρεσίας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την ασφαλιστική τακτοποίηση αυτών. Άρθρο 67 1.ΣΤΟ τέλος του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 2 του ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α), προστίθεται εδάφιο ως εξής: Πρόσωπα ηλικίας κάτω των 22 ετών, που έχουν τις προϋποθέσεις ασφάλισης στον Ο.Γ.Α., μπορούν, ύστερα από αίτηση τους, να ασφαλισθούν στον Κλάδο από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους εκείνου της συμπλήρωσης του 18ου έτους της ηλικίας τους. 2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 του ν. 2458/1997 αντικαθίσταται ως εξής: 3. Τα ποσά των ασφαλιστικών κατηγοριών αναπροσαρμόζονται την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους κατά το συνολικό ποσοστό αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων του προηγούμενου έτους, αρχής γενομένης από 1.1.1999. 3.Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 17 του ν. 2150/1993 (ΦΕΚ 98 Α) αντικαθίσταται ως ακολούθως: Οι δημοτικοί και κοινοτικοί υπάλληλοι, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα ανταποκριτή Ο.Γ.Α., κατά τη δημοσίευση του παρόντος, δικαιούνται αποζημίωση ίση με μια ετήσια πάγια αποζημίωση ανταποκριτή Ο.Γ.Α., ανά 4ετία απασχόλησης τους, η οποία καταβάλλεται κατά το χρόνο απαλλαγής τους από τα εν λόγω καθήκοντα. Για τον πλεονάζοντα της 4ετίας και των πολλαπλασίων αυτής χρόνο απασχόλησης, σε ακέραια έτη, καταβάλλεται ανάλογο ποσοστό αποζημίωσης. Η διάταξη της παραγράφου αυτής ισχύει και για τους εν ενεργεία δημοτικούς και κοινοτικούς υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν απαλλαγεί ήδη από τα καθήκοντα του ανταποκριτή Ο.Γ.Α.. 4.Οι διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 2224/1994 (ΦΕΚ 112 Α) από της δημοσιεύσεως του παρόντος έχουν εφαρμογή και στο προσωπικό του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.). Άρθρο 68 Εισφορές υπέρ Ο.Α.Ε.Δ. και Εργατικής Εστίας Από 1ης Ιανουαρίου 2000 ο Ο.Τ.Ε. υποχρεούται να καταβάλλει τις βαρύνουσες αυτόν ως εργοδότη εισφορές και για τον Κλάδο Ανεργίας και τον Διανεμητικό Λογαριασμό Οικογενειακών Επιδομάτων Μισθωτών (Δ.Λ.Ο.Ε.Μ.) του Ο.Α.Ε.Δ., καθώς και τον Οργανισμό Εργατικής Εστίας. Οι βαρύνουσες τους εργαζόμενους εισφορές για τον Κλάδο Ανεργίας και τον Δ.Λ.Ο.Ε.Μ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθώς και για τον Οργανισμό Εργατικής Εστίας καταβάλλονται κατά το ήμισυ από 1ης Ιανουαρίου 2001 και στο σύνολο τους από 1ης Ιανουαρίου 2002. Οφειλόμενες από τον Ο.Τ.Ε. μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος εισφορές για τον Δ.Λ.Ο.Ε.Μ. διαγράφονται και δεν αναζητούνται. Άρθρο 69 1.Η παρ. 10 του άρθρου 5 του ν. 2408/1996 (ΦΕΚ 104 Α) αντικαθίσταται ως εξής: ΣΤΟ τέλος του τέταρτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 62 του ν.δ/τος 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α), που έχει προστεθεί μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 9 του ν. 2386/1996 (ΦΕΚ 43 Α), προστίθεται και η φράση καθώς και στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 2.Οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 4. Οι διατάξεις του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α), όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζονται κατ αναλογία και για την καταβολή των οφειλόμενων στο Ι.Κ.Α. ασφαλιστικών εισφορών. 3. Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998 (ΦΕΚ 31 Α) αντικαθίσταται ως εξής: Οι προθεσμίες που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 5 του ν. 1386/1983 (ΦΕΚ 107 Α), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 του ν.1882/1990 και του άρθρου 46α παρ. 10 του ν. 1892/1990, όπως το εν λόγω άρθρο προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/ 1991 (ΦΕΚ 206 Α) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε ως προς την παρ. 10 με το άρθρο 53 παρ. 3 του ν. 2224/1994 (ΦΕΚ 112 Α), αρχίζουν για το Δημόσιο και το Ι.Κ.Α. από την κοινοποίηση της σχετικής πρόσκλησης του εκκαθαριστή στον Υπουργό Οικονομικών και στο Διοικητή του Ι.Κ.Α. αντίστοιχα, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 4. 1)Σε περίπτωση που ασκηθεί, ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου αίτηση αναστολής εκτέλεσης απορριπτικής, εν όλω ή εν μέρει απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του αρμόδιου Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. εκ δοθείσης επί ενστάσεως κατά καταλογιστικής πράξης αυτού από οποιαδήποτε αιτία, η αναστολή χορηγείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 31 του π.δ. 341/1978 (ΦΕΚ 71 Α) και με την προϋπόθεση της εφάπαξ καταβολής ποσού ίσου προς το είκοσι τοις εκατό (20%) των βεβαιωθέντων και αμφισβητούμενων ποσών. Το ποσοστό αυτό καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα. 2)Η είσπραξη του πιο πάνω βεβαιωθέντος ποσοστού δύναται να ανασταλεί μέχρι έξι (6) μήνες με απόφαση του αρμόδιου για τη χορήγηση της αναστολής δικαστηρίου, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα στην υποβληθείσα αίτηση αναστολής εκτέλεσης και παρασχεθεί ασφάλεια, η οποία καλύπτει τα ποσά των ασφαλιστικών εισφορών που αντιστοιχούν στο ποσοστό αυτό. 3)Η παρεχόμενη ασφάλεια του πιο πάνω ποσοστού συνίσταται σε εμπράγματη ασφάλεια ή εγγυητική επιστολή φερέγγυας τράπεζας, εφόσον οι κύριες, οι πρόσθετες, καθώς και οι λοιπές συμβεβαιούμενες εισφορές και τέλη για όλες τις πράξεις, για τις οποίες έχει ασκηθεί αίτηση αναστολής, υπερβαίνουν σωρευτικά το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών. Αν το ποσό είναι μικρότερο του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών αρκεί και η παροχή εγγύησης τρίτου αξιόχρεου προσώπου. 4)Η εξάλειψη της υποθήκης και η επιστροφή της εγγυητικής επιστολής πραγματοποιείται εφόσον εξοφληθεί το πιο πάνω ποσό με τις αναλογούσες προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Σε περίπτωση μη εξόφλησης της οφειλής, μετά τη λήξη της αναστολής, λαμβάνονται αναγκαστικά μέτρα εις βάρος του ακινήτου στο οποίο έχει εγγραφεί η υποθήκη ή κατά του εγγυητή και η παρασχεθείσα εγγυητική επιστολή τράπεζας καταπίπτει και εισπράττεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ι.Κ.Α.. 5)Κατά το χρονικό διάστημα που διαρκεί η αναστολή για την καταβολή του χρέους προς το Ι.Κ.Α. δεν απαλλάσσεται το χρέος από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. 6)Οι πιο πάνω διατάξεις ισχύουν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζονται και για όλες τις υποθέσεις που εκκρεμούν στα διοικητικά δικαστήρια, λόγω άσκησης αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης. 5.Το τρίτο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 26 του ν. 2639/1998 (ΦΕΚ 205 Α) τροποποιείται και συμπληρώνεται από την ημερομηνία ισχύος του ως εξής: Οι παραπάνω ρυθμίσεις εφαρμόζονται και για τα λοιπά κατ’ οίκον του εργοδότη απασχολούμενα πρόσωπα που εργάζονται σε έναν εργοδότη το μήνα, τα οποία ασφαλίζονται για τους κλάδους σύνταξης, ασθένειας, Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ. και Ο.Ε.Κ.. Για τα πρόσωπα της κατηγορίας αυτής επιτρέπεται με γραπτή συμφωνία εργοδότη και εργαζόμενου η καταβολή εισφορών και επί των πράγματι καταβαλλόμενων αποδοχών τους, εφόσον αυτές υπερβαίνουν το 25πλάσιο του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη. 6.Όταν σε εκπαιδευτικά προγράμματα που εκτελεί το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τις ανάγκες του ενταγμένου στο μέτρο 3. 2. 1. του επιχειρησιακού προγράμματος εκσυγχρονισμού της Δημόσιας Διοίκησης Κλεισθένης, έργου Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Ι.Κ.Α. και αφορούν εκπαίδευση χρηστών, προβλέπεται πρακτική εξάσκηση σε υπηρεσιακές μονάδες του Ι.Κ.Α., εκτός ωραρίου λειτουργίας, δύναται να ορίζεται αποζημίωση των υπευθύνων - εκπαιδευτών και των εκπαιδευόμενων χρηστών, με κοινή απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του Υπουργού Οικονομικών, μετά από γνώμη της οικείας μονάδας εκπαίδευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου του Ι.Κ.Α.. Υπεύθυνοι - εκπαιδευτές στην περίπτωση αυτή είναι δυνατόν να ορίζονται είτε υπάλληλοι του Ι.Κ.Α. που υπηρετούν στις μονάδες υλοποίησης της πρακτικής εξάσκησης είτε υπάλληλοι που υπηρετούν σε άλλες υπηρεσίες του φορέα είτε σε άλλους φορείς του δημόσιου τομέα είτε εξωτερικοί συνεργάτες. Άρθρο 70 1.Τα ποσά Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.), που προβλέπονται από την παρ. 5 του άρθρου 24 του ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α) αυξάνονται για το έτος 1999 κατά 50%. 2.Τα ποσά εισοδήματος των περιπτώσεων α1 και β της αυτής ως άνω παραγράφου αναπροσαρμόζονται με την ίδια βάση και την ίδια απόφαση που προβλέπονται από το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 7 του ίδιου άρθρου. 3.Ο προβλεπόμενος από το τρίτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 24 του ν. 2556/1997 τρόπος αναπροσαρμογής του ποσού του Ε.Κ.Α.Σ. εφαρμόζεται από 1.1.2000 και εφεξής. Άρθρο 71 Τ: Εικαστικοί καλλιτέχνες μέλη του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (Ε.Ε.Τ.Ε.) δεν υπάγονται στο Τ.Ε.Β.Ε. για κάθε είδους καλλιτεχνική τους δραστηριότητα, εκτός αν οι ίδιοι επιθυμούν. 2.Ασφαλισμένοι του Ταμείου Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος (Τ.Ε.Β.Ε.), αρμοδιότητας Γραφείου Τ.Ε.Β.Ε. Σητείας, οι οποίοι έχουν υποβάλει μήνυση μέχρι 30.11.1998 κατά οργάνων του Ταμείου για παρακράτηση και υπεξαίρεση ασφαλιστικών τους εισφορών, περιόδου μέχρι Νοεμβρίου 1995 ή το έχουν δηλώσει με υπεύθυνη δήλωση τους στο αρμόδιο Γραφείο Τ.Ε.Β.Ε. μέχρι την ίδια ημερομηνία, δύνανται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των ν. 1902/1990 άρθρο 33 και 1976/1991 άρθρο 21, να καταβάλλουν τις οφειλόμενες ασφαλιστικές τους εισφορές της παραπάνω χρονικής περιόδου, με. το ασφάλιστρο που ίσχυε στο χρόνο που ανάγονται χωρίς πρόσθετα τέλη. Τυχόν καταβληθείσες ή ρυθμισθείσες εισφορές του ανωτέρω χρονικού διαστήματος θεωρούνται ως καλώς καταβληθείσες. Άρθρο 72 1.Οι συνταξιούχοι του Ο.Γ.Α. και λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών, πρώην ιδιοκτήτες τρίκυκλου μοτοσικλέτας Δημόσιας Χρήσης, οι οποίοι αντικατέστησαν τα τρίκυκλα με ελαφρά φορτηγά Δ.Χ. (ν. 1073/1980, ΦΕΚ 214 Α) εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης του Τ.Σ.Α. και απαλλάσσονται των μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου οφειλόμενων εισφορών και πρόσθετων τελών, εφόσον αποξενωθούν με οποιονδήποτε τρόπο του Δ.Χ. αυτοκινήτου μέχρι 30.6.1999. 2.Ιδιοκτήτες τρίκυκλων, που αντικατέστησαν τα τρίκυκλα με ελαφρά φορτηγά Δ.Χ. (ν. 1073/1980, ΦΕΚ 214 Α), απαλλάσσονται των εισφορών του Κλάδου Ασθένειας και των επιβαλλόμενων επ αυτών πρόσθετων τελών μέχρι 30.6.1998, καθώς και του προστίμου 20% λόγω μη έγκαιρης εγγραφής στα μητρώα του Τ.Σ.Α.. Πρόσωπα της κατηγορίας αυτής, που έχουν ρυθμίσει την οφειλή τους σε δόσεις και δεν έχουν εξοφλήσει μέχρι την ισχύ του παρόντος, απαλλάσσονται των εισφορών Κλάδου Ασθένειας και των επ αυτών επιβαλλόμενων πρόσθετων τελών, για το χρονικό διάστημα που δεν έχουν καταβληθεί, καθώς και του προστίμου 20%. 3.Όσοι εκ των ως άνω ιδιοκτητών μεταβιβάσουν έως 30.6.1999 τα ελαφρά φορτηγά Δ.Χ. και έχουν ασφαλιστεί στον Ο.Γ.Α. ή σε άλλον ασφαλιστικό φορέα διαγράφονται, κατόπιν αιτήσεως τους, της ασφαλίσεως του Τ.Σ.Α. και απαλλάσσονται των οφειλόμενων εισφορών μετά των προσθέτων τελών. 4.Καταβληθείσες ήδη ασφαλιστικές εισφορές και πρόσθετα τέλη δεν επιστρέφονται και ο χρόνος για τον οποίο κατεβλήθησαν ασφαλιστικές εισφορές θεωρείται ισχυρός. 5.Το Τ.Σ.Α. υποχρεούται να χορηγεί πιστοποιητικά για τη μεταβίβαση των τρίκυκλων Δ.Χ. και των φορτηγών Δ.Χ. από αντικατάσταση τρίκυκλων, στα πρόσωπα των παραγράφων 1 έως 3 του παρόντος, χωρίς προηγούμενη εξόφληση των εισφορών. Άρθρο 73 1. 1)Ο αλλοδαπός οφείλει να πραγματοποιήσει το προβλεπόμενο στο εδάφιο β της παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 359/1997 (ΦΕΚ 240 Α) εισόδημα από 1ης Ιανουαρίου 1998 έως 31 Δεκεμβρίου 1998 και για τις οικιακές βοηθούς έως τις 28 Φεβρουαρίου 1999. 2)Η προθεσμία υποβολής των δικαιολογητικών με τα οποία θα αποδεικνύετο ότι ο αλλοδαπός εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις του εδαφίου β της παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 359/1997 παρατείνεται έως την 30ή Απριλίου 1999. γ) Οι κάτοχοι του εγγράφου πιστοποίησης της παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ. 358/1997 (ΦΕΚ 240 Α), καθώς και της λευκής κάρτας τεκμαίρεται ότι βρίσκονταν στην Ελληνική Επικράτεια πριν την 28η Νοεμβρίου 1997, εκτός και αν δημόσιο έγγραφο αποδεικνύει μεταγενέστερη είσοδο. 3)Η ισχύς του εγγράφου πιστοποίησης της παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ. 358/1997, καθώς και της λευκής κάρτας παρατείνεται έως την 30ή Απριλίου 1999. 4)Η έλλειψη του πιστοποιητικού ποινικού μητρώου, εφόσον έχει ήδη υποβληθεί η σχετική αίτηση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 359/1997, δεν εμποδίζει τη χορήγηση πράσινης κάρτας, της οποίας ανακαλείται η ισχύς αν εν τω μεταξύ βεβαιωθεί καταδικαστική απόφαση σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ. 358/1997. 5)Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του π.δ. 358/1997 αντικαθίσταται ως εξής: Οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται σε κάθε αλλοδαπό ο οποίος χωρίς να πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις εισόδου και απασχόλησης στη χώρα βρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος, εργαζόμενος ή με την επιθυμία να εργαστεί στην Ελλάδα σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή αυταπασχολούμενος ή με την επιθυμία να αυτοαπασχοληθεί. Οι λοιποί αλλοδαποί εξακολουθούν να υπάγονται στις διατάξεις του ν. 1975/1991. 6)Η διάταξη του εδαφίου 2 της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του π.δ. 358/1997 αντικαθίσταται ως εξής: Στον αλλοδαπό, που δεν υπέβαλε μαζί με την ανωτέρω αίτηση - δήλωση η δεν προσκόμισε εντός της προθεσμίας των πέντε (5) μηνών τα ως άνω οριζόμενα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία, δεν είναι δυνατόν να χορηγηθεί Κάρτα Παραμονής Περιορισμένης Χρονικής Διάρκειας. Σύζυγος και ανήλικα τέκνα του κατόχου της Κάρτας Προσωρινής Άδειας Παραμονής δεν δύναται να απελαθούν κατά τη διάρκεια της ισχύος της. Δεν χορηγείται Κάρτα Προσωρινής Άδειας Παραμονής Αλλοδαπού σε όσους έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα στην Ελλάδα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εξαιρουμένων όσων καταδικάστηκαν για παράνομη είσοδο και εργασία σε ελληνικό έδαφος προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος διατάγματος ή σε όσους αναφέρονται στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών του άρθρου 11 του ν. 1975/1991, μη συμπεριλαμβανομένων όσων είναι καταχωρημένοι συνεπεία διοικητικής ή δικαστικής απέλασης λόγω παράνομης εισόδου, παραμονής ή εργασίας, της σχετικής δικαστικής απέλασης αναστελλομένης. 7)Η διάταξη του εδαφίου 2 της παραγράφου 3 του άρθρου μόνου του π.δ. 241/1998 αντικαθίσταται ως εξής: Τα υπό στοιχεία (ε) και (στ) δικαιολογητικά μπορεί να προσκομίσει ο αλλοδαπός και πέραν της ως άνω προθεσμίας, ανεξάρτητα από το χρόνο έκδοσης τους, πάντως όχι πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 1998. 8)Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου μόνου του π.δ. 242/1998 αντικαθίσταται ως εξής: Χρέη εισηγητή εκτελεί υπάλληλος του Ο.Α.Ε.Δ. με αναπληρωτή του έναν υπάλληλο του ίδιου Οργανισμού. Η θητεία των μελών είναι δύο έτη. 2.Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 85 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α), όπως ισχύει, τροποποιείται ως εξής: Ή ισχύς των διατάξεων του εδαφίου αυτού αρχίζει ένα έτος μετά την εφαρμογή του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης. 3.Η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.δ. 172/1974 (ΦΕΚ 345 Α) προθεσμία, που παρατάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 825/1978 (ΦΕΚ 189 Α), την παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 1276/1982 (ΦΕΚ 100 Α), την παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 1469/1984 (ΦΕΚ 111 Α), το άρθρο 27 του ν. 1654/1986 (ΦΕΚ 177 Α), την παρ. 10 του άρθρου 2 του ν. 1759/1988 (ΦΕΚ 50 Α) και του άρθρου 14 του ν. 2217/1994 (ΦΕΚ 83 Α), παρατείνεται για ένα (1) έτος από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου. 4.Η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 1469/1984 (ΦΕΚ 11 Α) προθεσμία υποβολής αίτησης αναγνώρισης χρόνου απασχόλησης στην αλλοδαπή, που παρατάθηκε με τις διατάξεις του εδαφίου β1 της παρ. 16 του άρθρου 38 του ν. 1759/1988 (ΦΕΚ 50 Α) και της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α) και της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 2217/1994 (ΦΕΚ 83 Α) μέχρι 31.5.1996, παρατείνεται για ένα (1) χρόνο από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Άρθρο 74 1.Στη Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Γ.Γ.Κ.Α.) του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων συνιστώνται: 1)Κλάδος ΠΕ Οικονομικού της Κατηγορίας ΠΕ και τέσσερις (4) θέσεις προσωπικού. Προσόντα διορισμού για την πλήρωση των παραπάνω θέσεων στον εισαγωγικό-βαθμό ορίζονται: Πτυχίο ή Δίπλωμα Οικονομικών Επιστημών Α.Ε.Ι, της ημεδαπής ή πτυχίο ή δίπλωμα του Οικονομικού Πανεπιστημίου ή του Πανεπιστημίου Πειραιά ή ισότιμο αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της αλλοδαπής με κατεύθυνση στα χρηματοοικονομικά και εμπειρία τουλάχιστον δύο χρόνων στη μηχανογραφημένη Λογιστική που αποδεικνύεται με σχετικό βιβλιάριο του οικείου ασφαλιστικού φορέα. 2)Πέντε (5) θέσεις προσωπικού του Κλάδου ΠΕ Αναλογιστών της Κατηγορίας ΠΕ, προστιθέμενες στις ήδη υπάρχουσες. Προσόντα διορισμού στον εισαγωγικό βαθμό ορίζονται: Πτυχίο του Μαθηματικού Τμήματος των Φυσικομαθηματικών Σχολών των Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή ισότιμο πτυχίο αντίστοιχης σχολής της αλλοδαπής ή πτυχία άλλων σχολών των Α.Ε.Ι, της ημεδαπής ή της αλλοδαπής στις οποίες διδάσκονται ασφαλιστικά και οικονομικά μαθηματικά. 3)Μία (1) θέση στον Κλάδο ΔΕ Τεχνικό της Κατηγορίας ΔΕ ειδικότητας Οδηγού αυτοκινήτων. Προσόντα διορισμού για την πλήρωση της θέσης στον εισαγωγικό βαθμό ορίζονται τα προβλεπόμενα στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α). Κατά την πρώτη εφαρμογή, η θέση αυτή δύναται να πληρωθεί με μετάταξη από υπάλληλο της Γ.Γ.Κ.Α. της Κατηγορίας ΥΕ ειδικότητας βοηθητικού προσωπικού του Κλάδου ΥΕ με επαγγελματική άδεια οδήγησης. 4)Πέντε (5) θέσεις του Κλάδου ΔΕ Διοικητικού -Λογιστικού της Κατηγορίας ΔΕ, προστιθέμενες στις ήδη υπάρχουσες. Προσόντα διορισμού στον εισαγωγικό βαθμό ορίζονται τα προβλεπόμενα στο π.δ. 194/1988. 2. Συνιστώνται στον Ο.Γ.Α. οι παρακάτω οργανικές θέσεις προσωπικού και Κλάδος ως εξής: 1)Δεκατέσσερις (14) θέσεις του Κλάδου Ιατρών και Οδοντιάτρων εκ των οποίων μία (1) ειδικότητας ορθοπεδικού, μία (1) ειδικότητας οφθαλμιάτρου, έντεκα (11) ειδικότητας παθολόγου και μία (1) ειδικότητας ψυχιάτρου. 2)Τρεις (3) θέσεις του Κλάδου Φαρμακοποιών. 3)Πέντε (5) θέσεις του Κλάδου Πληροφορικής. 4)Εννιά (9) θέσεις του Κλάδου Διοικητικών Υπαλλήλων Β. 9)Τέσσερις (4) θέσεις του Κλάδου Προσωπικού Η/Υ. 10)Κλάδος Τεχνικός στην κατηγορία Διοικητικού Προσωπικού Β με μία (1) θέση βαθμού Β6-Δ1 με τα εξής προσόντα στον εισαγωγικό βαθμό: Απολυτήριο τίτλο ηλεκτρολόγου εσωτερικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου ή Τεχνικού Επαγγελματικού Λυκείου ή Τεχνικής - Επαγγελματικής Σχολής ή αντίστοιχης ειδικότητας Σχολής μαθητείας του Ο.Α.Ε.Δ. του ν. 1346/1983 (ΦΕΚ 46 Α) ή άλλο ισότιμο τίτλο σχολικής μονάδας της ημεδαπής ή αλλοδαπής, άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και τριετή τουλάχιστον εμπειρία αποδεικνυόμενη με σχετικό βιβλιάριο του οικείου ασφαλιστικού φορέα. 3.Στο Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων (Τ.Ε.Α.Υ.Ε.Κ.) συνιστώνται: α) κλάδοι και θέσεις προσωπικού και β) περιφερειακές υπηρεσίες ως εξής: 1)Κλάδος ΠΕ Πληροφορικής της Κατηγορίας ΠΕ (Ειδικότητας Μηχανικών Η/Υ) και μία (1) θέση. 2)Στον υφιστάμενο Κλάδο ΤΕ Πληροφορικής (Ειδικότητας ηλεκτρονικού υπολογιστικού συστήματος -ΗΑRD WΑRΕ) μία (1) θέση. 3)Κλάδος ΔΕ Προσωπικού Η/Υ (Ειδικότητας Χειριστών Η/Υ) της κατηγορίας ΔΕ και δεκαπέντε (15) θέσεις. Προσόντα διορισμού για την πλήρωση των παραπάνω θέσεων ορίζονται τα προβλεπόμενα στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α), όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 172/1992 (ΦΕΚ 81 Α). 4)Περιφερειακό Γραφείο Τ.Ε.Α.Υ.Ε.Κ. στην Καλαμάτα και μία (1) θέση Κλάδου ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού. 5)Περιφερειακό Γραφείο Τ.Ε.Α.Υ.Ε.Κ. στα Τρίκαλα και μία (1) θέση Κλάδου ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού. 4.Το πρώτο εδάφιο της περ. (η) της παρ. 3 του άρθρου 19 του ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α) αντικαθίσταται ως εξής: η) Πέντε (5) θέσεις μόνιμου προσωπικού Κλάδου ΔΕ Τεχνικών όλων των ειδικοτήτων που περιγράφονται στο άρθρο 20 του π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α). 5.Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 19 του ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α) τροποποιείται ως ακολούθως: Επίσης, συνιστώνται στο γραφείο του Διοικητή του Ο.Α.Ε.Ε. δύο (2) θέσεις ειδικών συνεργατών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 75 Προαιρετική ασφάλιση σε περισσότερους φορείς Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 2084/1992, όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωση της με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2335/1995 και την αντικατάσταση της με την παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 2556/1997, προστίθενται εδάφια ως εξής: Εφόσον επιθυμούν, τα πρόσωπα αυτά δύνανται να ασφαλιστούν προαιρετικά και σε περισσότερους του ενός φορείς, αν αυτό προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, ύστερα από σχετική αίτηση που υποβάλλεται στον αρμόδιο φορέα εντός της παραπάνω εξάμηνης προθεσμίας. Στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται στην καταβολή του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών ασφαλισμένου, εργοδότη και Κράτους των προβλεπομένων από τις ισχύουσες διατάξεις για τον οικείο φορέα. Η ισχύς της διάταξης αυτής ανατρέχει στην ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 2556/1997, τυχόν δε αιτήσεις που έχουν υποβληθεί μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, καθώς και όσες υποβληθούν εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος θεωρούνται εμπρόθεσμες. Άρθρο 76 Εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών Τ.Σ.Α.Υ. ΣΤΟ τέλος του εδαφ. α της παρ. 4 του άρθρου 6 του ν.δ. 3348/1955, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και ισχύει μετά την αντικατάσταση του από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 982/1979 (ΦΕΚ 239 Α), προστίθεται υπεδάφιο ως ακολούθως: Οι πάσης φύσεως ασφαλιστικές εισφορές των ελευθέρως ασκούντων το επάγγελμα ασφαλισμένων του Ταμείου Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών (Τ.Σ.Α.Υ.) καθίστανται απαιτητές στην 30ή Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Άρθρο 77 Συνυπολογισμός χρόνου ΣΕΠ στην 35ετία και συνταξιοδότηση προσωπικού Ο.Α. από το Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε. 1.Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι εργαζόμενοι στην πρώην Ε.Α.Σ., που απέκτησαν δικαίωμα θέσεως σε κυκλοφορία λεωφορείων δημόσιας χρήσης, συνέχισαν βάσει των διατάξεων του άρθρου 18 του ν. 2078/ 1992 (ΦΕΚ 139 Α) την ασφάλιση τους στο Ι.Κ.Α. συνυπολογίζεται για τη συμπλήρωση των απαιτούμενων από την παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 825/1978, όπως ισχύει κάθε φορά, χρονικών προϋποθέσεων. 2.Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του ν. 1759/1988 έχει, μέχρι την ολοκλήρωση του εγκεκριμένου προγράμματος εξυγίανσης της Ολυμπιακής Αεροπορίας, ανάλογη εφαρμογή από την ισχύ του ν. 2271/ 1994 (ΦΕΚ 229 Α) και για το προσωπικό της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Αεροπλοίας που αποχωρεί προαιρετικά από την υπηρεσία. 3.Το προσωπικό των Τοπικών Ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (Τ.Ε.Δ.Κ.) υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ταμείου Ασφάλισης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (Τ.Α.Δ.Κ.Υ.), εφαρμοζόμενων των διατάξεων που ισχύουν για το ταμείο αυτό. Ο χρόνος υπηρεσίας στις Τ.Ε.Δ.Κ., για τον οποίο το προσωπικό αυτό έχει ασφαλιστεί σε άλλο επικουρικό φορέα, συνυπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης. Τα πρόσωπα που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δύνανται να επιλέξουν την ασφάλιση τους στο Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ., με αίτηση που θα υποβάλουν μέχρι την 30.6.1999. Το προσωπικό των Τ.Ε.Δ.Κ., καθώς και τα μέλη οικογένειας αυτού υπάγονται στην ασφάλιση του Ταμείου Υγείας των Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (Τ.Υ.Δ.Κ.Υ.), εφαρμοζομένων των διατάξεων που ισχύουν για το ταμείο αυτό. 4.Ασφαλισμένοι των Ταμείων Κύριας Ασφάλισης, που είχαν υπαχθεί διαδοχικά, πριν την 1.1.1979, στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. και άλλου φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών, ο οποίος στη συνέχεια συγχωνεύτηκε στο Ι.Κ.Α., και μετά από την 1.1.1979 υπήχθησαν στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα, κατά τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης τους, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 1405/1983. Άρθρο 78 Συμβάσεις επιμελητών εισπράξεων Οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 δεν έχουν εφαρμογή για την ανάθεση της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από ιδιώτες. Η ανάθεση της είσπραξης των εισφορών αυτών εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 89 του ν. 2084/1992. Άρθρο 79 Πόροι συνδικαλιστικών οργανώσεων Στο άρθρο 7 του ν. 1915/1990, όπως αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2224/1994, προστίθεται παράγραφος 7, ως ακολούθως: 7. Στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις του ιδιωτικού τομέα, εφόσον έχουν τουλάχιστον 200 ψηφίσαντα μέλη θα καταβάλλονται από 1.1.1999 τα έξοδα των δικαστικών αντιπροσώπων που παρίστανται στις αρχαιρεσίες τους. Τα θέματα που αφορούν τον τρόπο καταβολής των χρηματικών ποσών και η διαδικασία πιστοποίησης της εκτέλεσης των δαπανών αυτών ρυθμίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού. Άρθρο 80 1.Η παράγραφος 4 του άρθρου 57 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α) τροποποιείται ως ακολούθως: 4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγούμενης παραγράφου, σύμφωνα με την εισοδηματική πολιτική της Κυβέρνησης, όπως αυτή καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας για τα εφάπαξ βοηθήματα. 2.Οι διατάξεις που αφορούν το Επικουρικό Ταμείο Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων, πλην των βασικών διατάξεων όπως αυτές προσδιορίζονται με το ν.δ. 2520/ 1953 (ΦΕΚ 220 Α), δύναται να τροποποιούνται, συμπληρώνονται και καταργούνται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Επικουρικού Ταμείου Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων και γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλισης. 3.Στο τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 9 του ν. 2335/1995 (ΦΕΚ 185 Α) προστίθεται εδάφιο ως εξής: Το Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Ο.Σ.Ε. θεωρείται ότι συστήθηκε και λειτουργεί νόμιμα από την ίδρυση του. Άρθρο 81 1.Στο άρθρο 5 του ν.1414/1984 προστίθεται παράγραφος 3, ως ακολούθως: 3. Είναι άκυρος όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας ή κανονισμών επιχειρήσεων που έχει διάκριση με βάση το φύλο του εργαζόμενου ως προς τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. 2.Στο άρθρο 34 του ν. 1975/1991 (ΦΕΚ 184 Α) προστίθεται παράγραφος 5, που έχει ως εξής: 5. Κατ εξαίρεση, δεν επιβαρύνονται με τέλος χαρτοσήμου οι άδειες παραμονής και εργασίας των μελών της οικογένειας των υπηκόων των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, οι οποίες εκδίδονται, ανανεώνονται και θεωρούνται μόνο με την καταβολή ποσού ίσου με τα τέλη της έκδοσης ταυτότητας ημεδαπού. Άρθρο 82 Η οικονομική επιβάρυνση που προκύπτει από την εφαρμογή των επί μέρους διατάξεων καλύπτεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και τους προϋπολογισμούς των αναφερόμενων Οργανισμών, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις. Άρθρο 83 1.Η προθεσμία της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2414/1996, όπως αυτή παρατάθηκε με το άρθρο 63 του ν. 2637/1998, παρατείνεται για ένα χρόνο από τη λήξη της. 2.Στο άρθρο 10 του ν. 2414/1996 (ΦΕΚ 135 Α) προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: 5. Το μόνιμο προσωπικό των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, τα οποία μετατρέπονται, κατ εφαρμογή του παρόντος νόμου, σε ανώνυμες εταιρείες δικαιούται από την ανώνυμη εταιρεία συνολικές αποδοχές τουλάχιστον ίσες με αυτές που ελάμβανε κατά το χρόνο της μετατροπής, διατηρεί δε τη μονιμότητα του και δεν λύεται η σχέση εργασίας του παρά μόνο για τους ίδιους λόγους με τους δημοσίους υπαλλήλους. Σε περίπτωση διάλυσης των ανωνύμων εταιρειών το προσωπικό που υπηρετεί στα παραπάνω νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κατά το χρόνο μετατροπής τους σε ανώνυμες εταιρείες μετατάσσεται, με αίτηση του, στο δημόσιο τομέα, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις. Άρθρο 84 1.Όπου στο ν. 2606/1998 (ΦΕΚ 89 Α/22.4.1998) αναφέρεται ο όρος Επιμελητής Γ, συμπληρώνεται και ειδικευόμενος. 2.Στο ιατρικό προσωπικό του κλάδου Ε.Σ.Υ. περιλαμβάνονται και οι οδοντίατροι. 3. Το άρθρο αυτό ισχύει από 1.1.1998. Άρθρο 85 θέματα φορολογίας κεφαλαίου -ληξιπρόθεσμων χρεών 1.Ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου, ο οποίος συμπληρώνεται την 31η Δεκεμβρίου 1998, παρατείνεται μέχρι και την 30ή Ιουνίου 1999 για υποθέσεις φόρου μεταβίβασης με επαχθή αιτία ή αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας, για τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του α.ν. 1521/1950 (ΦΕΚ 245 Α) και της παραγράφου 1α του άρθρου 102 του ν.δ. 118/1973 (ΦΕΚ 202 Α). Εξαιρούνται οι υποθέσεις για τις οποίες ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου είχε παραταθεί με την παράγραφο 2 του άρθρου 29 του ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α). 2.Στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης ζ του άρθρου 23 του ν. 2459/1997 (ΦΕΚ 17 Α) αντικαθίσταται η λέξη τριμηνιαίες με τη λέξη μηνιαίες. 3.Οι προθεσμίες της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του ν. 2648/1998 (ΦΕΚ 238 Α), που αναφέρονται στην υποβολή της αίτησης και την καταβολή της πρώτης δόσης της ρύθμισης, παρατείνονται μέχρι και τις 30 Δεκεμβρίου 1998. 4.Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος άρθρου αρχίζει από 23.11.1998. Άρθρο 86 Στην παράγραφο 2 του άρθρου 22 του ν. 2503/1998 (ΦΕΚ 107 Α) προστίθεται δεύτερο εδάφιο, που έχει ως εξής: Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με νεότερη απόφαση της Δ.Ε.Α. είναι δυνατή η περαιτέρω παράταση της ως άνω προθεσμίας για χρονικό διάστημα μέχρι έξι (6) ακόμα μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής. Η ισχύς της παρούσας διάταξης αρχίζει από 15.12.1998. Άρθρο 87 1.Δικηγόροι ασφαλισμένοι στο Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας (Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ.) κατ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 1 του Καταστατικού του Ταμείου, μπορούν να αναγνωρίσουν ολόκληρο το χρόνο υπηρεσίας τους ως εμμίσθων ή μέρος αυτού στην Ιονική-Λαϊκή Τράπεζα, που έχει πραγματοποιηθεί από 1.1.1980 μέχρι 31.12.1987, ως χρόνο πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, κατόπιν υποβολής αίτησης μέσα σε δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Για την αναγνώριση καταβάλλεται το σύνολο των εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότη, που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης και υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου βασικού μισθού του μήνα υποβολής αυτής. Η εξόφληση του ποσού της αναγνώρισης ενεργείται εφάπαξ εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου για τον εργοδότη και εντός πέντε (5) ετών για τον ασφαλισμένο, με ισόποσες μηνιαίες δόσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ.. 2.Στο άρθρο 18 του ν. 2367/1995 προστίθεται παράγραφος ως εξής: Ή πιο πάνω ειδική εισφορά (εθνική συμμετοχή) ισόποση προς την εισφορά που εγκρίνεται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (Ε.Κ.Α.Χ.) καταβάλλεται από τον Ο.Α.Ε.Δ. και στους χαλυβουργούς εταιρειών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (Ε.Κ.Α.Χ.) που έχουν απολυθεί κατά τα έτη 1991, 1992 και 1993. Άρθρο 88 1.Στους κυρίους ιδιωτικών οικοδομικών έργων ή εργασιών, σε βάρος των οποίων έχουν βεβαιωθεί δια φορές εισφορών με βάση τους συντελεστές του άρθρου 38 του ΚΑ Ι.Κ.Α. για έργα ή εργασίες που αποπερατώθηκαν μέχρι 31.12.1992, καθώς και γι αυτά στα οποία έγινε έναρξη εργασιών μέχρι την ίδια ημερομηνία και η αποπεράτωση τους συντελέστηκε μετά την 1.1.1993 παρέχεται δικαίωμα ρύθμισης των οφειλόμενων εισφορών. Η ρύθμιση αυτή παρέχεται και στους κυρίους έργων ή εργασιών των προαναφερόμενων χρονικών περιόδων έναρξης και περαίωσης, στα οποία δεν έχει διενεργηθεί εκκαθάριση του λογαριασμού εισφορών, εφόσον ζητήσουν από τις υπηρεσίες του Ι.Κ.Α. την εκκαθάριση του έργου, εντός εξαμήνου από της ισχύος του παρόντος, από την οποία θα προκύψουν διαφορές εισφορών με βάση τους συντελεστές του άρθρου 38 του ΚΑ ΙΚΑ. Οι παραπάνω εργοδότες, ύστερα από αίτηση τους, και ανεξάρτητα από το ύψος του οφειλόμενου ποσού μπορούν να ζητήσουν την εξόφληση του είτε: 1)Εφάπαξ με έκπτωση ογδόντα τοις εκατό (80%) επί των προσθέτων τελών και προσαυξήσεων (ΠΕΠΕΕ ή ΠΕΠΕΟ) ή 2)Τμηματικά σε εξήντα (60) ισόποσες μηνιαίες δόσεις με έκπτωση πενήντα τοις εκατό (50%) των προσθέτων τελών και προσαυξήσεων (ΠΕΠΕΕ ή ΠΕΠΕΟ), προκαταβάλλοντας το πέντε τοις εκατό (5%) της συνολικής οφειλής. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης. Οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής δεν καταλαμβάνουν οφειλές από έργα ή εργασίες που εμπίπτουν στις ειδικές ρυθμίσεις της παρ. 2 περ. δ1 του άρθρου 26 του ν. 2520/1997 και της παρ. 7 του άρθρου 4 του ν. 2556/1997. 2.Οι καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές στο Ι.Κ.Α., καθώς και στους οργανισμούς, ταμεία και λογαριασμούς, των οποίων οι εισφορές συνεισπράττονται από αυτό (για κύρια και επικουρική ασφάλιση), που οφείλονται από επιχειρήσεις της πόλης της Αθήνας που υπέστησαν υλικές ζημιές από πράξεις βίας ομάδας (-ων) αναρχικών ατόμων που είχαν υπαχθεί στις δια τάξεις των υπουργικών αποφάσεων Φ11/οικ.792/ 6.3.1989, που κυρώθηκε με το άρθρο 16 του ν. 1858/1989 (ΦΕΚ 148 Α) και Φ11/616/15.3.1991, που κυρώθηκε με το άρθρο 23 του ν. 1976/1991 (ΦΕΚ 184 Α) και απώλεσαν το δικαίωμα της ρύθμισης και είναι απαιτητές μέχρι το τέλος του προηγούμενου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος, μαζί με τα αναλογούντα σε αυτές πρόσθετα τέλη, υπολογιζόμενα μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, μειωμένα κατά ογδόντα τοις εκατό (80%), τους τόκους, λοιπές προσαυξήσεις ή επιβαρύνσεις, δικαστικά έξοδα, έξοδα και δικαιώματα εκτέλεσης κ.λπ. κεφαλαιοποιούνται και αναστέλλεται η καταβολή τους για ένα (1) έτος από τη δημοσίευση του παρόντος. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζονται πρόσθετα τέλη και άλλες προσαυξήσεις. Μετά το πέρας της αναστολής, οι προαναφερόμενες εισφορές εξοφλούνται σε εξήντα (60) ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Προϋπόθεση για υπαγωγή στη ρύθμιση αυτή είναι η υποβολή αίτησης από την πληγείσα επιχείρηση στο αρμόδιο Υποκατάστημα ή Ταμείο Είσπραξης Εσόδων του Ι.Κ.Α. στο οποίο είναι βεβαιωμένες οι οφειλές, μέχρι το τέλος του τρίτου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος. Κατά τα λοιπά ισχύουν τα οριζόμενα στο άρθρο 51 του παρόντος νόμου. 3.Στο τέλος του άρθρου 51 του παρόντος νόμου προστίθεται παρ. 6 ως εξής: 6. Ειδικά για τα αστικά και υπεραστικά ΚΤΕΛ και τους δημοτικούς οργανισμούς και δημοτικές επιχειρήσεις που εκτελούν συγκοινωνιακό έργο, καθώς και για τις επιχειρήσεις της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης περιοχών Πειραιά, Αγίας Σοφίας, Σαλαμίνας, Δραπετσώνας, Καμινιών, Κερατσινίου και Περάματος, οι οποίες λειτουργούσαν αποδεδειγμένα κατά την 31.12.1996, η προβλεπόμενη από την παραπάνω παράγραφο 5 έκπτωση στα πρόσθετα τέλη ανέρχεται σε ογδόντα τοις εκατό (80%) σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής και πενήντα τοις εκατό (50%) σε περίπτωση καταβολής σε 24 έως 60 δόσεις, για οφειλές που είναι απαιτητές μέχρι το τέλος του προηγούμενου μήνα της δημοσίευσης του παρόντος. Η ρύθμιση της παραγράφου αυτής έχει εφαρμογή και επί των μέχρι 31.12.1997 οφειλών των επιχειρήσεων που λειτουργούν στους νομούς Έβρου, Ροδόπης και Ξάνθης, προς τους κλάδους επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας του Επικουρικού Ταμείου Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου, όπως οι κλάδοι αυτοί διαμορφώνονται με τις διατάξεις του άρθρου 25 του παρόντος νόμου. 4.Οι προβλεπόμενοι από τους πίνακες 1, 2 και 3 του άρθρου 38 του Κανονισμού Ασφάλισης Ι.Κ.Α. συντελεστές υπολογισμού των κατ ελάχιστον απαιτούμενων ημερών εργασίας για τα ιδιωτικά οικοδομοτεχνικά έργα μειώνονται κατά δέκα τοις εκατό (10%). Οι προκύπτοντες μετά την παραπάνω μείωση συντελεστές στρογγυλοποιούνται σε εκατοστά της μονάδας, προκειμένου για τους πίνακες 1 και 2, παραλειπομένων των μέχρι 0,5 χιλιοστών, των δε πάνω 0,5 χιλιοστών στρογγυλοποιούμενων στο επόμενο εκατοστό, προκειμένου δε για τον πίνακα 3 σε χιλιοστά της μονάδας, παραλειπομένων των μέχρι 0,5 δεκάκις χιλιοστών, των δε πάνω 0,5 δεκάκις χιλιοστών στρογγυλοποιούμενων στο επόμενο χιλιοστό. Η ρύθμιση αυτή ισχύει για έργα των πινάκων 1 και 2 ή εργασιών του πίνακα 3 που θα απογραφούν από την πρώτη ημέρα του μεθεπόμενου της δημοσίευσης του παρόντος μήνα και μετά, καθώς και για έργα ή εργασίες που απεγράφησαν πριν και δεν έχει εκτελεσθεί οποιαδήποτε εργασία σε αυτά μέχρι την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής. Στις περιπτώσεις έργων του πίνακα 1 ή εργασιών του πίνακα 3 που έχει γίνει έναρξη εργασιών πριν την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης, οι νέοι συντελεστές εφαρμόζονται μόνο για όσες φάσεις εργασιών του πίνακα 1 ή εργασίες του πίνακα 3 θα ξεκινήσουν το πρώτον μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος. 5.Στο τέλος του τρίτου εδαφίου της περ. 5 του άρθρου 8 του α.ν. 1846/1951, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν.δ. 2698/1953, προστίθεται διάταξη ως εξής: Ειδικά επί ανάθεσης οικοδομικών εργασιών εργολαβικώς κατά το σύστημα της αντιπαροχής, εργοδότες θεωρούνται για την καταβολή των εισφορών αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο αρχικός κύριος ή οι αρχικοί συγκύριοι του οικοπέδου και ο εργολάβος κατασκευαστής. Άρθρο 89 Με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων (Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.), παρακρατείται από τις μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές των συνταξιούχων ασφαλισμένων του ως άνω Ταμείου μηνιαία συνδρομή υπέρ των οικείων οργανώσεων συνταξιούχων, των οποίων αυτοί είναι μέλη. Η παρακράτηση της συνδρομής, εκ μέρους του Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε., θα γίνεται μόνο στις συντάξιμες αποδοχές των συνταξιούχων, οι οποίοι έχουν υποβάλει σχετική δήλωση προς το Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.. Το ύψος της συνδρομής, που θα παρακρατείται από το Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε., θα ορίζεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης των οικείων οργανώσεων συνταξιούχων, η οποία θα κοινοποιείται στο Δ.Σ. του Ταμείου. Κατά τα λοιπά, η διαδικασία παρακράτησης και απόδοσης της συνδρομής προς τις οικείες οργανώσεις των συνταξιούχων θα καθορίζεται από το Δ.Σ. του Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε., σε συνεργασία με τις οικείες οργανώσεις των συνταξιούχων. Ποσά συνδρομών που έχουν ήδη παρακρατηθεί από το Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε. μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου αποδίδονται στις οικείες οργανώσεις συνταξιούχων κατά τα ανωτέρω. Άρθρο 90 Οι απασχολούμενοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος ή οι απασχοληθέντες κατά το παρελθόν σε χώρους εξόρυξης, εμπλουτισμού και κατεργασίας πετρωμάτων για παραγωγή ινών αμιάντου, καθώς και σε χώρους παραγωγής προϊόντων αμιαντοτσιμέντου δικαιούνται σύνταξη από το Ι.Κ.Α. και το Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ. με τη συμπλήρωση του πεντηκοστού (50ού) έτους της ηλικίας τους, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει οποτεδήποτε 4.500 τουλάχιστον ημέρες εργασίας αποκλειστικά στους παραπάνω χώρους. Για τη συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων της προηγούμενης παραγράφου καταβάλλεται η προβλεπόμενη από την παρ. 4 του άρθρου 20 του ν. 997/1979 πρόσθετη εισφορά εργοδότη και ασφαλισμένου υπέρ του κλάδου σύνταξης του Ι.Κ.Α., καθώς και της παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 2084/1992, υπέρ του Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ.. Για τους συνταξιοδοτούμενους που κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού έχουν συμπληρώσει τις ως άνω προϋποθέσεις, η επιβάρυνση που προκύπτει καλύπτεται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και καταβάλλεται στο Ίδρυμα εντός διετίας από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και εντός του πρώτου τριμήνου εκάστου έτους. Άρθρο 1 Έναρξη ισχύος Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.
Title Ref.Number Date
Title Ref.Number Date
ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΗ Νο 2538/11.2.2004 Διενέργεια Ελέγχων για την τήρηση των διατάξεων των Α.Ν. 1611/50, Ν. 2216/94, Ν. 2676/99 και των συναφών νόμων καθώς και των εις εκτέλεση αυτών κανονιστικών πράξεων. 2004/1_27.02.2004 2004
Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων αρμοδιότητας των Υπουργείων Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης και του Υπουργού Επικρατείας. 2012/1_31.12.2012 2012
Παράταση της θητείας του Διοικητή, του Κυβερνητικού Επιτρόπου, και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.), καθώς και των αναπληρωματικών τους. 2014/1_30.12.2014 2014
Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις. 1999/2713 1999
Σχεδιασμός, ολοκληρωμένη ανάπτυξη και εκτέλεση Ολυμπιακών Έργων και άλλες διατάξεις. 1999/2730 1999
Αμοιβαία Κεφάλαια Ακίνητης Περιουσίας - Εταιρείες Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία και άλλες διατάξεις. 1999/2778 1999
Απλοποίηση διαδικασιών ίδρυσης εταιρειών, αδειοδότησης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ρύθμιση θεμάτων της Α.Ε. «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ» και άλλες διατάξεις. 2001/2941 2001
Φορολογικές ρυθμίσεις, αμοιβαία κεφάλαια, συμπλήρωση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και άλλες διατάξεις. 2001/2954 2001
Αναδιάρθρωση Ο.Α.Ε.Δ. και άλλες διατάξεις. 2001/2956 2001
Σύσταση Λογαριασμού Αγροτικής Εστίας και άλλες διατάξεις 2002/3050 2002
Τροποποίηση και συμπλήρωση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου και άλλες διατάξεις. 2002/3075 2002
Κοινωνικός διάλογος για την προώθηση της απασχόλησης και την κοινωνική προστασία και άλλες διατάξεις. 2003/3144 2003
Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, αντικατάσταση και συμπλήρωση των διατάξεων για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και άλλες διατάξεις 2003/3148 2003
Άδεια δόμησης, πολεοδομικές και άλλες διατάξεις θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων. 2003/3212 2003
Μέτρα αναπτυξιακής και κοινωνικής πολιτικής - αντικειμενικοποίηση του φορολογικού ελέγχου και άλλες διατάξεις. 2004/3220 2004
Θέματα κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις. 2004/3232 2004
Ρυθμίσεις για την προώθηση της απασχόλησης, την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και άλλες διατάξεις. 2005/3385 2005
Αύξηση συντάξεων Δημοσίου και άλλες διατάξεις. 2005/3408 2005
Θεσμικό πλαίσιο επενδύσεων και αξιοποίησης της περιουσίας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης. 2007/3586 2007
Αύξηση συντάξεων του Δημοσίου από το έτος 2007 και άλλες διατάξεις. 2007/3620 2007
Διοικητική και οργανωτική μεταρρύθμιση του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις. 2008/3655 2008
Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2006/43/ΕΚ περί υποχρεωτικών ελέγχων των ετή­σιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροπο­ποίηση των Οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της Οδηγίας 84/253/Ε[...]" 2008/3693 2008
Αναδιοργάνωση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.), ρύθμιση θεμάτων Οργανισμών εποπτευόμενων από το Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και άλλες διατάξεις. 2009/3762 2009
Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης. 2010/3833 2010
Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις 2010/3846 2010
Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις,ρυ­θμί­σεις στις εργασιακές σχέσεις. 2010/3863 2010
Μεταρρύθμιση Συνταξιοδοτικού Συστήματος του Δημοσίου και συναφείς διατάξεις. 2010/3865 2010
Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, στελέχωση των ελεγκτικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών. 2011/3943 2011
Εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις. 2011/3994 2011
Θέματα Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, Ασφαλιστικών Φορέων, προσαρμογή της νομοθεσίας στην Οδηγία 2010/18/ΕΕ και λοιπές διατάξεις. 2012/4075 2012
Περιστολή δημοσίων δαπανών, ρύθμιση θεμάτωνδημοσιονομικών ελέγχων και άλλες διατάξεις 2012/4081 2012
Αντιμετώπιση της παραβατικότητας στην Κοινωνική Ασφάλιση και στην αγορά εργασίας και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. 2013/4144 2013
Τουριστικά πλοία και άλλες διατάξεις. 2014/4256 2014
Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας. 2015/4321 2015
Μέτρα για την ανακούφιση των Ατόμων με Αναπηρία (ΑμεΑ), την απλοποίηση της λειτουργίας των Κέντρων Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.), καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής και συναφή ασφαλιστικά ζητήματα και άλλες διατάξεις. 2015/4331 2015
Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας - Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού συστήματος - Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις. 2016/4387 2016
Τροποποίηση ορισμένων διατάξεων του καταστατικού του Επικουρικού Ταμείου Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων. 1999/259 1999
Μετατροπή της Δημόσιας Επιχείρησης Ανέγερσης Νοσηλευτικών μονάδων σε Ανώνυμη Εταιρεία και έγκριση του Καταστατικού της. 1999/312 1999
Μετατροπή του Οργανισμού Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος (ΟΔΙΕ) σε ανώνυμη εταιρεία (ΑΕ). 1999/56 1999
Οργανισμός του Ταμείου Αρωγής Αστυνομικών (Τ.Α.ΑΣ.). 2001/109 2001
Καθορισμός της διαρθρώσεως, των αρμοδιοτήτων ως και λοιπών λειτουργικών ρυθμίσεων αφορωσών την Υπηρεσία Ελέγχου Δαπανών Υγείας Φορέων Κοινωνικής Ασφαλίσεως (ΥΠ.Ε.ΔΥ.Φ.Κ.Α.) και την Υπηρεσία Επιχειρησιακού Σχεδιασμού και Αναπτύξεως Πληροφορικής της Γε[...]" 2001/275 2001
Ίδρυση εργαστηρίων στο Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και καθορισμός του εσωτερικού τους κανονισμού. 2001/75 2001
Καθορισμός μηνιαίας εισφοράς υπέρ Επικουρικού Ταμείου Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων (ΕΤΥΑΠ). 2002/260 2002
Οργανισμός του Ταμείου Προνοίας Προσωπικού Εμπορικών και Βιομηχανικών Επαγγελματικών και Βιοτεχνικών Επιμελητηρίων του Κράτους (ΤΠΠΕΒΕΒΕΚ). 2003/128 2003
Διορισμός ή πρόσληψη πολιτών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε θέσεις και ειδικότητες προσωπικού της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 2003/21 2003
Τροποποίηση του άρθρου 2 του καταστατικού του Επικουρικού Ταμείου Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων και αναπροσαρμογή του προβλεπόμενου από το Π.Δ/γμα 73/92 συντελεστή που λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος. 2003/39 2003
Καθορισμός του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που καταβάλλει το Επικουρικό Ταμείο Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων στους μετόχους του. 2005/203 2005
Καταστατικό του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.). 2005/258 2005
Οργανισμός του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ)». 2006/154 2006
Περί αντικαταστάσεως της παρ.1 του άρθρου 19 του π.δ. 78/1998 «Καταστατικό Ασφάλισης και Συνταξιοδότησης Αγροτών» (Α’ 72)». 2006/194 2006
Οργανισμός του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΕΑΔΥ). 2007/187 2007
Αρμοδιότητες του Διοικητή και του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ). 2007/38 2007
Τροποποίηση-συμπλήρωση των διατάξεων του π.δ/τος 258/2005 (Α΄316) – Καταστατικό του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.). 2007/5 2007
Name
Label
Label