Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 1
1.  
    Συνιστάται στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης αυτοτελής ειδική αστυνομική υπηρεσία, υπαγόμενη απευθείας στον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία ονομάζεται Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων και έχει έδρα το Νομό Αττικής. Παράρτημα της Υπηρεσίας αυτής λειτουργεί στη Βόρεια Ελλάδα με έδρα το Νομό Θεσσαλονίκης και ονομάζεται Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Βόρειας Ελλάδας*.
2.  
    Η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων έχει ως αποστολή τη διερεύνηση, εξιχνίαση και δίωξη σε όλη την επικράτεια των εγκλημάτων που διαπράττουν ή συμμετέχουν σε αυτά αστυνομικοί όλων των βαθμών και προβλέπονται από τις διατάξεις:
  1. Των άρθρων 134 - 137Δ, 216 - 222, 235 - 246, 252 - 263 Α, 322 - 324, 336 - 353, 372 - 399 και 402 - 406 του Ποινικού Κώδικα
  2. των εγκλημάτων των άρθρων 216 έως και 222, 235 έως και 246, 252 έως και 263Α, 323Α, 323Β, 324, 385 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και των λοιπών εγκλημάτων που προβλέπονται στο άρθρο δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο του ν. 3666/2008 (ΦΕΚ 105 Α΄), που διαπράττουν ή συμμετέχουν σε αυτά υπάλληλοι και λειτουργοί του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίστηκε με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α΄) και επαναοριοθετήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α΄), καθώς και υπάλληλοι ή αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Διεθνών Οργανισμών που δραστηριοποιούνται στην Ελληνική Επικράτεια .
3.  
    Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων διερευνά, συλλέγει, αξιολογεί και αξιοποιεί πληροφορίες και στοιχεία που αφορούν τη διάπραξη των εν λόγω εγκλημάτων, ενεργεί προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση κατ άρθρο 243 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τη βεβαίωση τους και παραπέμπει τους υπαιτίους στην αρμόδια για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελική αρχή. Όταν ο Εισαγγελέας παραγγέλλει, σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 50 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, για τα εγκλήματα της προηγούμενης παραγράφου, δύναται να αναθέτει την ενέργεια αυτής στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων. Κατά την εκτέλεση των ανωτέρω καθηκόντων της, η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων έχει απρόσκοπτη πρόσβαση στα αρχεία όλων των αστυνομικών υπηρεσιών και των άλλων αρχών ή υπηρεσιών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται από τις διατάξεις των ν. 1256/1982, ν. 1892/1990, ν. 1943/1991 και ν. 2198/ 1994, για τα θέματα που αφορούν αστυνομικούς, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 6 του νόμου αυτού. Οι άλλες αστυνομικές, καθώς και όλες οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές υποχρεούνται, όταν τους ζητηθεί, να συνδράμουν αμέσως και ουσιαστικά τα όργανα της Υπηρεσίας.
4.  
    Πληροφορίες και στοιχεία που συλλέγονται από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, κατ εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εκπλήρωση της αποστολής της. Σε κάθε περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2472/1997.
5.  
    Οι αρμοδιότητες των άλλων δικαστικών και διωκτικών αρχών δεν θίγονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Όταν άλλη αστυνομική υπηρεσία ενεργεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 243 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προανάκριση για τα εγκλήματα αστυνομικών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, υποχρεούται να ενημερώνει αμέσως την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, προκειμένου η τελευταία να τη συνδράμει, εφόσον το κρίνει σκόπιμο. Οι άλλες αρχές οφείλουν να ενημερώνουν σχετικά την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων.
6.  
    Όταν ασκείται ποινική δίωξη σε βάρος αστυνομικού για έγκλημα που προβλέπεται στο άρθρο αυτό, η εισαγγελική αρχή υποχρεούται να τη γνωστοποιήσει και στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων
7.  
    Ο εισαγγελικός λειτουργός του άρθρου 3 του νόμου αυτού μπορεί να παραπέμπει στις αρμόδιες αστυνομικές υπηρεσίες τη διερεύνηση και βεβαίωση εγκλημάτων αστυνομικών του παρόντος άρθρου, αν κρίνει ότι η φύση της υπόθεσης και γενικά οι συνθήκες τέλεσης της πράξεως δεν απαιτούν εξειδικευμένη έρευνα, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του κατά τόπο αρμόδιου Εισαγγελέα
8.  
    Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, ρυθμίζονται τα θέματα οργάνωσης, διάρθρωσης και λειτουργίας της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, τα ειδικότερα καθήκοντα των οργάνων της και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια
Άρθρο 2 "Στελέχωση - προσόντα και διαδικασία επιλογής προσωπικού"
1.  
    Η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, στελεχώνεται από μόνιμο αστυνομικό προσωπικό, το οποίο επιλέγεται και μετατίθεται σε αυτή για τέσσερα έτη. Η θητεία αυτή μπορεί να παραταθεί μια φορά για χρονικό διάστημα τριών ετών. Το ως άνω προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση τεσσάρων ετών από την αποχώρησή του από την Υπηρεσία αυτή, μπορεί να επανεπιλέγεται για τη στελέχωσή της. Ως προϊστάμενος των Υπηρεσιών Εσωτερικών Υποθέσεων ορίζεται ανώτατος ή ανώτερος αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας.
Η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων στελεχώνεται από μόνιμο αστυνομικό προσωπικό, το οποίο επιλέγεται για μία τριετία που μπορεί να ανανεώνεται μόνο μία φορά για ένα έως και τρία έτη. Ως προϊστάμενοι των Υπηρεσιών αυτών ορίζονται ανώτεροι αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας.
1.  
    Η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, στελεχώνεται από μόνιμο αστυνομικό προσωπικό, το οποίο επιλέγεται και μετατίθεται σε αυτή για τρία (3) έτη. Η θητεία αυτή δύναται να ανανεωθεί μέχρι τρεις (3) φορές, για ένα έτος κάθε φορά. Το αστυνομικό προσωπικό μετατίθεται στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων ή στην Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Βόρειας Ελλάδας, ανάλογα με το αν η Υπηρεσία από την οποία προέρχεται, εδρεύει εντός των γεωγραφικών ορίων του Τομέα Νοτίου ή Βορείου Ελλάδος, αντίστοιχα. Το ως άνω προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση τεσσάρων (4) ετών από την αποχώρησή του από την Υπηρεσία αυτή, μπορεί να επανεπιλέγεται για τη στελέχωσή της. Ως προϊστάμενος των Υπηρεσιών Εσωτερικών Υποθέσεων ορίζεται ανώτατος ή ανώτερος αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας.
Η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων στελεχώνεται από μόνιμο αστυνομικό προσωπικό, το οποίο επιλέγεται για μία τριετία που μπορεί να ανανεώνεται μόνο μία φορά για ένα έως και τρία έτη. Ως προϊστάμενοι των Υπηρεσιών αυτών ορίζονται ανώτεροι αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας.
2.  
    Το προσωπικό της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων πρέπει να συγκεντρώνει τα ακόλουθα προσόντα:
  1. Να διακρίνεται για την αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα του, το ήθος και τη διαγωγή του, την υπευθυνότητα και αποφασιστικότητα του
  2. Να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον έξι (6) έτη από την έξοδό του από την οικεία Σχολή, να έχει αξιολογηθεί με το γενικό χαρακτηρισμό ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ κατά τη διάρκεια των πέντε (5) τελευταίων ετών και να έχει κριθεί ευμενώς από τα αρμόδια Συμβούλια Κρίσεων. 3Οι περιπτώσεις ε΄, στ΄ και ζ΄ της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 2713/1999 αντικαθίστανται ως εξής:« 1.
3.  
    Από τους διαθέτοντες τα ανωτέρω προσόντα προτιμώνται ιδίως όσοι έχουν διετή τουλάχιστον προϋπηρεσία σε Υπηρεσία ασφαλείας, όσοι επιθυμούν να υπηρετήσουν στην Υπηρεσία αυτήν, καθώς και όσοι έχουν γνώσεις στη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλες ειδικές γνώσεις
4.  
    Δεν επιτρέπεται να μετατεθεί ή να υπηρετεί στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων αστυνομικός, ο οποίος :
  1. Έχει τιμωρηθεί ή εκκρεμεί σε βάρος του πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα που επισύρει ανώτερη πειθαρχική ποινή
  2. Είναι μέλος, με οποιαδήποτε ιδιότητα, δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου της χώρας.
  3. Έχει τιμωρηθεί για παραπτώματα τα οποία, ενώ επισύρουν κατώτερη πειθαρχική ποινή, μαρτυρούν έλλειψη συνείδησης του υπηρεσιακού καθήκοντος και ακεραιότητας του χαρακτήρα
  4. Κωλύεται επανειλημμένα στην εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του για λόγους υγείας
  5. Είναι μέλος διοικητικού συμβουλίου συνδικαλιστικής οργάνωσης αστυνομικών ή εκλεγμένος αντιπρόσωπος στη γενική συνέλευση Ομοσπονδίας ή Συνομοσπονδίας αυτών
  6. Έχει υπηρετήσει κατά την προηγούμενη οκταετία ή υπηρετεί με οποιαδήποτε ιδιότητα, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού ασφαλείας, σε γραφεία μελών της Κυβέρνησης, Υφυπουργών, Γενικών Γραμματέων, Κομμάτων και Βουλευτών
  7. Έχει υπηρετήσει ή υπηρετεί στο γραφείο του εν ενεργεία Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας ή των ενεργεία Προϊσταμένων Κλάδων του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης
  8. Καταλαμβάνεται από το όριο ηλικίας ή 35ετία μέσα στην επόμενη πενταετία από την ημερομηνία επιλογής του
5.  
    Η επιλογή του προσωπικού της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων γίνεται ως εξής:
  1. Ο Διοικητής της Υπηρεσίας ορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, μετά από πρόταση του Ανώτατου Συμβουλίου Κρίσεων της Ελληνικής Αστυνομίας και γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό της Βουλής, για θητεία δύο (2) ετών.
  2. Επιτρέπεται η μετάθεσή του και πριν τη λήξη της θητείας του, ύστερα από αίτησή του ή με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, εφόσον συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 4, κατόπιν αιτιολογημένης εισήγησης του Ανώτατου Συμβουλίου Κρίσεων της Ελληνικής Αστυνομίας.
  3. Το λοιπό αστυνομικό προσωπικό της ανωτέρω Υπηρεσίας επιλέγεται, τοποθετείται και μετατίθεται από το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας μετά από πρόταση του Διοικητή της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων.
  4. Το ανωτέρω Συμβούλιο συνέρχεται με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας.
6.  
    Οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 5 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται αναλόγως και για την ανανέωση της θητείας του αστυνομικού προσωπικού στην εν λόγω Υπηρεσία
7.  
    Στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων μπορεί, ύστερα από πρόταση του προϊσταμένου της Υπηρεσίας και σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου εισαγγελικού λειτουργού του άρθρου 3, να αποσπάται προσωπικό από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3861/ 2010, ΦΕΚ 112 Α΄) με εξειδικευμένες γνώσεις σε αντικείμενα της Υπηρεσίας, για χρονικό διάστημα μέχρι ένα έτος, με κοινή απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη και του αρμόδιου Υπουργού ή διοικητή ή προϊσταμένου της Υπηρεσίας προέλευσης του υπαλλήλου, χωρίς να απαιτείται απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου.
1.  
    Η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων στελεχώνεται από μόνιμο αστυνομικό προσωπικό, το οποίο επιλέγεται και μετατίθεται σε αυτήν για μια τριετία. Η θητεία αυτή μπορεί να παρατείνεται μέχρι τρεις φορές για ένα έτος κάθε φορά. Το ως άνω προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση τριών ετών από την αποχώρηση του από την Υπηρεσία αυτή, μπορεί να επανεπιλέγεται για τη στελέχωση της. Ως προϊστάμενοι των Υπηρεσιών αυτών ορίζονται ανώτεροι αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας.
Η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων στελεχώνεται από μόνιμο αστυνομικό προσωπικό, το οποίο επιλέγεται για μία τριετία που μπορεί να ανανεώνεται μόνο μία φορά για ένα έως και τρία έτη. Ως προϊστάμενοι των Υπηρεσιών αυτών ορίζονται ανώτεροι αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας.
Άρθρο 3 "Εποπτεία"
1.  
    Η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση που ενεργείται από τη Διεύθυνση και Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων εποπτεύεται από τους εισαγγελείς εφετών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα. Η εποπτεία αυτή ασκείται είτε από τους ίδιους, είτε διά των υφισταμένων τους εισαγγελέων ή αντεισαγγελέων εφετών και συνίσταται στο δικαίωμα να ενημερώνονται για όλες τις πληροφορίες ή καταγγελίες που περιέρχονται στις Υπηρεσίες αυτές, να λαμβάνουν γνώση όλων των υποθέσεων που χειρίζονται και να παρακολουθούν την πορεία τους, να δίδουν οδηγίες, να κατευθύνουν και να παρίστανται κατά τη διενέργεια των ανακριτικών πράξεων.
Άρθρο 4
1.  
    Το προσωπικό της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων έχει καθήκον εχεμύθειας, η παραβίαση του οποίου τιμωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 252 και 253 του Π.Κ;, επιφυλασσομένων των διατάξεων περί πειθαρχικής και αστικής ευθύνης του.
2.  
    Η διάπραξη ποινικών ή πειθαρχικών παραβάσεων από το προσωπικό της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, που έχουν σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του, συνιστά επιβαρυντική περίπτωση για την επιμέτρηση της ποινής
3.  
    Για τη βεβαίωση πειθαρχικών παραπτωμάτων των αστυνομικών που υπηρετούν στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, εφαρμόζονται οι διατάξεις του οικείου πειθαρχικού δικαίου. Όταν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2622/1998 (ΦΕΚ 138 Α), ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης ζητεί πάντοτε να ενεργηθεί η Ένορκη Διοικητική Εξέταση (Ε.Δ.Ε.) από τον αρμόδιο Εισαγγελέα.
4.  
    Στο αστυνομικό προσωπικό της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων χορηγείται ειδική μηνιαία αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης. Η ανωτέρω ειδική αποζημίωση περικόπτεται αναλόγως σε περίπτωση απουσίας, πλην αυτής που οφείλεται σε λήψη κανονικής ή βραχείας άδειας.
5.  
    Μετάθεση αστυνομικού από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων μπορεί να γίνει και πριν από τη λήξη της θητείας του, μόνο με αίτηση του ή για σοβαρούς λόγους που αφορούν τη συμπεριφορά και την υπηρεσιακή του απόδοση και σύμφωνα με τη διαδικασία επιλογής του, μη εφαρμοζομένων ως προς το χρόνο μετάθεσης του των σχετικών διατάξεων του κανονισμού μεταθέσεων
6.  
    Οι αστυνομικοί της ως άνω Υπηρεσίας μετά τη λήξη της θητείας τους μετατίθενται στην Υπηρεσία από την οποία προέρχονται ακόμη και αν δεν υπάρχει κενή οργανική θέση ή σε οποιαδήποτε άλλη Υπηρεσία της ίδιας περιοχής μετάθεσης.
Οι αστυνομικοί της ως άνω Υπηρεσίας μετά τη λήξη της θητείας τους μετατίθενται, εφόσον επιθυμούν, στην Υπηρεσία του τόπου συμφερόντων τους, έστω και αν δεν υπάρχει κενή οργανική θέση
6.  
    Οι αστυνομικοί της Υπηρεσίας μετά τη λήξη της αρχικής θητείας τους μετατίθενται στην Υπηρεσία από την οποία προέρχονται, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση, ή σε οποιαδήποτε άλλη Υπηρεσία της ίδιας περιοχής μετάθεσης. Μετά τη λήξη της παράτασης της θητείας τους οι αστυνομικοί της Υπηρεσίας μετατίθενται, εφόσον επιθυμούν, σε Υπηρεσίες του τόπου συμφερόντων τους (άρθρο 2 του π.δ.100/2003, ΦΕΚ 94 Α΄), έστω και αν δεν υπάρχει κενή οργανική θέση.
Οι αστυνομικοί της ως άνω Υπηρεσίας μετά τη λήξη της θητείας τους μετατίθενται, εφόσον επιθυμούν, στην Υπηρεσία του τόπου συμφερόντων τους, έστω και αν δεν υπάρχει κενή οργανική θέση
6.  
    Οι αστυνομικοί της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, μετά τη λήξη της θητείας τους, μετατίθενται σε Υπηρεσίες της περιοχής μετάθεσης από την οποία προήλθαν. Κατ’ εξαίρεση, μετά τη λήξη της τριετούς ανανέωσης της θητείας τους, οι ως άνω αστυνομικοί δύνανται να μετατίθενται και σε Υπηρεσίες της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής ή Θεσσαλονίκης, ανάλογα με το αν υπηρετούν στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων ή στην Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Βόρειας Ελλάδας, αντίστοιχα.
Οι αστυνομικοί της ως άνω Υπηρεσίας μετά τη λήξη της θητείας τους μετατίθενται, εφόσον επιθυμούν, στην Υπηρεσία του τόπου συμφερόντων τους, έστω και αν δεν υπάρχει κενή οργανική θέση
7.  
    Στο αστυνομικό προσωπικό της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων χορηγείται ειδικό δελτίο ταυτότητας, ο τύπος του οποίου καθορίζεται με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας
Άρθρο 5 "Άρση αξιοποίνου - Ελαφρυντικές περιστάσεις Προστασία μαρτύρων"
1.  
    Δεν είναι άδικη η πράξη αστυνομικού της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων που, με εντολή του προϊσταμένου της και με σκοπό την ανακάλυψη ή τη σύλληψη προσώπου εμπλεκόμενου σε αξιόποινη πράξη από αυτές που αναφέρονται στο νόμο αυτόν, εμφανίζεται ως συμμέτοχος της πράξης. Το ίδιο ισχύει και για οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που με αυτόν το σκοπό ενεργεί ύστερα από πρόταση του προϊσταμένου της Υπηρεσίας. Και στις δύο περιπτώσεις απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του κατά το άρθρο 3 εισαγγελικού λειτουργού.
2.  
    Επίσης δεν είναι άδικη η πράξη αστυνομικού της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων όταν, ύστερα από καταγγελία ή βάσιμες υπόνοιες, ενεργεί έρευνα σε μεταφορικό μέσο για την ανεύρεση των πειστηρίων των προβλεπόμενων στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 εγκληματικών πράξεων
3.  
    Αστυνομικός ή άλλο πρόσωπο, που διέπραξε από κοινού με άλλο αστυνομικό εγκλήματα από εκείνα που αναφέρονται στο νόμο αυτόν ή συμμετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων, τιμωρείται με την ελαττωμένη ποινή του άρθρου 83 του Ποινικού Κώδικα, το ανώτατο όριο της οποίας μειώνεται περαιτέρω στο ήμισυ, με αντίστοιχη μείωση και του προβλεπόμενου στις περιπτώσεις β και γ του ανωτέρω άρθρου κατώτατου ορίου ποινής φυλάκισης, αν πριν καταγγελθεί η πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του δώσει πληροφορίες για τα πρόσωπα και την εγκληματική τους δραστηριότητα και κατ αυτόν τον τρόπο συντελέσει στην αποκάλυψη τους. Μπορεί όμως το δικαστήριο, εκτιμώντας τη μεταμέλεια και την προσωπικότητα του, καθώς και τις ειδικές περιστάσεις κάτω από τις οποίες τέλεσε την πράξη να τον κρίνει ατιμώρητο.
4.  
    Στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος, μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης και μέχρι να καταδικασθεί αμετακλήτως, δώσει τις πληροφορίες της προηγούμενης παραγράφου, το προβλεπόμενο στο νόμο ανώτατο όριο ποινής μειώνεται στο ήμισυ, χωρίς να αποκλείεται και η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 84 του Π.Κ.
5.  
    Στα πρόσωπα του παρόντος άρθρου παρέχεται από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η αναγκαία προστασία. Ανάλογη προστασία παρέχεται και στους ουσιώδεις μάρτυρες των υποθέσεων αυτών, τους πραγματογνώμονες, τα θύματα ή τους συγγενείς τους ή άλλα πρόσωπα που συνδέονται στενά με αυτούς, όπου τούτο είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφοι 2 έως και 4 του ν. 2928/2001 (ΦΕΚ 141 Α΄). Ως αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών για την εφαρμογή των ως άνω μέτρων προστασίας του παρόντος άρθρου νοείται ο εισαγγελικός λειτουργός του άρθρου 3.
Στα πρόσωπα του παρόντος άρθρου παρέχεται από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης η αναγκαία προστασία. Ανάλογη προστασία παρέχεται και στους μάρτυρες των υποθέσεων αυτών, ύστερα από αίτημα της αρμόδιας Εισαγγελικής Αρχής.
Άρθρο 6 "Άρση των απορρήτων - Δέσμευση περιουσιακών στοιχείων - Χρήση αποδεικτικών μέσων"
1.  
    Κατά τη διάρκεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης που ενεργείται για τα εγκλήματα του νόμου αυτού, αν κριθεί ότι επιβάλλεται από τις ανάγκες της έρευνας η αποδέσμευση από το απόρρητο της επιστολής και της τηλεφωνικής ή κάθε άλλης μορφής ανταπόκρισης, ο κατά το άρθρο 3 του παρόντος νόμου εισαγγελικός λειτουργός μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, να υποβάλει σχετική προς τούτο αίτηση στο αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών. Το Συμβούλιο αποφασίζει μέσα σε σαράντα οκτώ (48) ώρες για την άρση ή όχι του απορρήτου με βούλευμα του, που περιέχει τα στοιχεία που αναφέρονται στη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 2225/1994. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις την άρση μπορεί να διατάξει και ο κατά το άρθρο 3 του παρόντος νόμου εισαγγελικός λειτουργός. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 6 εδάφια β και γ του άρθρου 4 και των παραγράφων 4, 5, 6, 7, 8, 9, εδάφια β, γ, δ και ε και της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του ν. 2225/1994.
2.  
    Στις περιπτώσεις που ενεργείται προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση για εγκλήματα του παρόντος νόμου δεν ισχύει το φορολογικό απόρρητο, το δε τραπεζικό και χρηματιστηριακό απόρρητο αίρεται με σχετική διάταξη του αρμόδιου εισαγγελικού λειτουργού του άρθρου 3, αν κριθεί ότι η άρση επιβάλλεται από τις ανάγκες της έρευνας.
Η διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 1059/1971, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του ν. 1868/1989, για την άρση του απορρήτου των τραπεζικών ή χρηματιστηριακών λογαριασμών, εφαρμόζεται και για τα εγκλήματα του παρόντος νόμου. Στην περίπτωση αυτή την πρόταση προς το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο υποβάλλει ο κατά το άρθρο 3 του παρόντος νόμου εισαγγελικός λειτουργός. Στις περιπτώσεις όπου ενεργείται προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση για εγκλήματα του παρόντος νόμου δεν ισχύει το φορολογικό απόρρητο.
3.  
    Με τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να διαταχθεί η απαγόρευση κινήσεως των λογαριασμών ή του ανοίγματος των θυρίδων, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί ή οι θυρίδες περιέχουν χρήματα ή πράγματα προερχόμενα από τη διάπραξη των εγκλημάτων του παρόντος νόμου. Η διάταξη των εισαγγελικών λειτουργών ή το βούλευμα του Συμβουλίου επέχουν θέση εκθέσεως κατασχέσεως, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου ή του τρίτου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό ή θυρίδα και επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στο διευθυντικό στέλεχος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού ή στο διευθυντή του υποκαταστήματος του τόπου όπου εδρεύει ο εισαγγελέας. Σε περίπτωση κοινού λογαριασμού ή κοινής θυρίδας επιδίδεται και στον τρίτο. Οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 5 του ν. 2331/1995 εφαρμόζονται ανάλογα και για τα εγκλήματα του παρόντος νόμου. Το Δημόσιο δικαιούται να αξιώσει και να προβεί σε δήμευση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του ν. 2331/1995, κάθε περιουσίας που αποκτήθηκε από τη διάπραξη των εγκλημάτων του άρθρου 1 του νόμου αυτού.
4.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, επιτρέπεται η καταγραφή σχετικών πράξεων με συσκευές ήχου ή εικόνας ή άλλα ειδικά τεχνικά μέσα και η χρησιμοποίηση του υλικού ως αποδεικτικών στοιχείων ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, ανακριτικής ή άλλης δημόσιας αρχής
Άρθρο 7 "Αποκατάσταση κατηγορηθέντων"
1.  
    Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης υποχρεούται, ύστερα από αίτημα του ενδιαφερομένου, να εκδίδει ανακοίνωση αποκατάστασης του κατηγορηθέντος αστυνομικού για διάπραξη των εγκλημάτων του άρθρου 1 του νόμου αυτού, η οποία δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες της Αθήνας και στον Τύπο της περιοχής όπου είχε την έδρα της η Υπηρεσία του, στην περίπτωση που εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ή αμετάκλητο βούλευμα που αποφαίνεται να μη γίνει κατ αυτού κατηγορία ή η υπόθεση τεθεί στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. Οι διατάξεις του π.δ. 281/1993 (ΦΕΚ 122 Α) εφαρμόζονται αναλόγως και για την κάλυψη των εξόδων υπεράσπισης των ανωτέρω αστυνομικών που αποκαθίστανται.
Άρθρο 8 "Κοινοβουλευτική εποπτεία"
1.  
    Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης υποβάλλει στη Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής μέχρι το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου κάθε έτους, έκθεση με τον απολογισμό του έργου και των δραστηριοτήτων του προηγούμενου έτους, με σκοπό την κοινοβουλευτική εποπτεία, τον έλεγχο και τη διαφάνεια
Άρθρο 9 "Χορήγηση αντιγράφων ποινικών δικογραφιών"
1.  
    Οι διωκτικές αρχές, που ενεργούν προανάκριση για αξιόποινες πράξεις στις οποίες εμπλέκονται αστυνομικοί, υποχρεούνται, μετά το πέρας αυτής και ταυτόχρονα με την υποβολή της σχετικής δικογραφίας στην αρμόδια για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελική αρχή, να διαβιβάζουν αντίγραφα των σχετικών προανακριτικών εκθέσεων στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης, προκειμένου να αποτελέσουν αποδεικτικό υλικό και της διοικητικής δικογραφίας κατά τη διερεύνηση του πειθαρχικού μέρους της υπόθεσης. Την ίδια υποχρέωση έχουν και οι εισαγγελικές αρχές για τις προανακρίσεις που διενεργούν δικαστικοί λειτουργοί κατόπιν παραγγελίας τους.
Άρθρο 10
1.  
    Η παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 2622/1998 (ΦΕΚ 138 Α) αντικαθίσταται ως εξής: Ί. Για τη βεβαίωση πειθαρχικού παραπτώματος αστυνομικού που σχετίζεται με παράβαση των διατάξεων του ν.1165/1918, του άρθρου 58 του π.δ. της 9/ 24.8.1932, του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.1608/1950, του β.δ. 29/1971, του ν. 1729/1987, του άρθρου 33 παρ. 1, 3, 4 και 9 του ν. 1975/1991, του άρθρου 15 του ν. 2168/1993 και των άρθρων 235, 258, 349, 372, 374, 380 και 385 του Ποινικού Κώδικα, ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης μπορεί να ζητήσει δια του Υπουργού Δικαιοσύνης, όπως διενεργηθεί η Ένορκη Διοικητική Εξέταση εντός ορισμένης προθεσμίας, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών, αν ο εγκαλούμενος είναι ανώτερος ή ανώτατος Αξιωματικός ή τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών σε κάθε άλλη περίπτωση. Οι ανωτέρω Εισαγγελείς ενεργούν την Ε.Δ.Ε. οι ίδιοι ή την αναθέτουν σε υφιστάμενο τους εισαγγελικό λειτουργό, ο οποίος στην περίπτωση που αυτή αφορά ανώτερο ή ανώτατο αξιωματικό, φέρει βαθμό τουλάχιστον Αντεισαγγελέα Εφετών. Ειδικά αν ο εγκαλούμενος είναι ο Αρχηγός ή Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, η αίτηση για τη διενέργεια της Ε.Δ.Ε. απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος την ενεργεί ο ίδιος ή την αναθέτει σε έναν εκ των παρ αυτώ Αντεισαγγελέων. Για τη διενέργεια της Ε.Δ.Ε. εφαρμόζονται οι διατάξεις του οικείου πειθαρχικού δικαίου, με τη διαφοροποίηση ότι για την εξαίρεση του εισαγγελικού λειτουργού εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Κ.Π.Δ. Το πόρισμα της Ε.Δ.Ε. με το αποδεικτικό υλικό διαβιβάζεται στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης, ο οποίος ενεργεί περαιτέρω σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις.
2.  
    Σε όλα τα στάδια της πειθαρχικής διαδικασίας, ο εγκαλούμενος αστυνομικός δύναται να παρίσταται μετά συνηγόρου. Η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 2334/1995 (ΦΕΚ 184 Α) καταργείται.
Άρθρο 11 "Τροποποίηση διατάξεων του ν. 1339/1983"
1.  
    Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 1339/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2452/1996 (ΦΕΚ 283 Α), αντικαθίσταται ως εξής: Της ως άνω προστασίας απολαμβάνουν με τις ίδιες προϋποθέσεις και περιορισμούς ο/η σύζυγος, τα τέκνα, οι γονείς και οι αδελφοί των πολιτών που τραυματίζονται θανάσιμα ή καθίστανται ανίκανοι σε ποσοστό τουλάχιστον 67%, εξαιτίας της ενεργούς συμμετοχής τους στην καταδίωξη ή σύλληψη δραστών εγκληματικών πράξεων ή εξαιτίας αστυνομικής επιχείρησης προς πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος ή επιχείρησης του Πυροσβεστικού Σώματος προς κατάσβεση πυρκαγιάς.
Άρθρο 12 "Τροποποίηση διατάξεων του ν. 2226/1994 και του ν. 2265/1994"
1.  
    Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης δύναται, μετά από σχετικό αίτημα, να χορηγεί άδεια παραμονής σε αλλοδαπό, για τον οποίο δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από τις λοιπές διατάξεις του παρόντος νόμου σχετικές προϋποθέσεις, εφόσον τούτο επιβάλλεται για λόγους ανθρωπιστικούς ή δημόσιου συμφέροντος ή συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας που παρεμποδίζουν την επιστροφή του αλλοδαπού στη χώρα προέλευσης Το ποσοστό των εισαγόμενων στις Αστυνομικές Σχολές γυναικών καθορίζεται σε 15% επί του συνολικού αριθμού εισακτέων. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί στον αριθμό του αστυνομικού προσωπικού που ασκεί δραστηριότητες διοικητικής υποστήριξης, διαβατηριακού ελέγχου, τροχαίας, εφαρμογής τουριστικών και αγορανομικών διατάξεων και ορισμένες ανακριτικές δραστηριότητες, για την άσκηση των οποίων ο παράγων φύλο δεν ασκεί επιρροή, ενώ το λοιπό αστυνομικό προσωπικό, λόγω της φύσης της αποστολής της Ελληνικής Αστυνομίας, εκτελεί, κάτω από δυσμενείς τοπικές και χρονικές συνθήκες, δραστηριότητες που αφορούν στην αντιμετώπιση πράξεων βίας, στην τήρηση ή αποκατάσταση της τάξης σε μαζικές εκδηλώσεις και συναθροίσεις, στη δίωξη και σύλληψη επικίνδυνων κακοποιών, στην εξουδετέρωση εκρηκτικών μηχανισμών, στη φύλαξη και μεταγωγή ανδρών κρατουμένων, στην προστασία υψηλών προσώπων, στη δίωξη ζωοκλοπής, στην επαναπροώθηση λαθρομεταναστών και σε ορισμένες τεχνικές εφαρμογές, οι οποίες για την άσκηση τους απαιτούν αυξημένο επίπεδο μυϊκής δύναμης, ταχύτητας και αντοχής, κριτήρια τα οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας, διαθέτουν, λόγω βιολογικών ιδιαιτεροτήτων, οι άνδρες.
2.  
    Η ανωτέρω άδεια, η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει το ένα (1) έτος, χορηγείται μετά γνώμη επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, ως πρόεδρο και ως μέλη ένα διπλωματικό υπάλληλο του Υπουργείου Εξωτερικών και έναν ανώτερο αξιωματικό της Διεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, οι οποίοι ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από τους οικείους Υπουργούς. Αεροπορικές ή ναυτιλιακές εταιρείες ή ταξιδιωτικά γραφεία υποχρεούνται να μη δέχονται για μεταφορά και να λαμβάνουν κάθε μέτρο, που να αποκλείει τη μεταφορά από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπών που δεν είναι εφοδιασμένοι με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα. Στους παραβάτες των ανωτέρω υποχρεώσεων επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο, επιφυλασσομένων των προβλεπομένων στον παρόντα νόμο ποινικών διατάξεων. Το ύψος του προστίμου, τα όργανα και η διαδικασία επιβολής και είσπραξης του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης..
3.  
    Για τη χορήγηση της άδειας αυτής, ο αιτών καλείται και παρουσιάζεται αυτοπροσώπως στην επιτροπή της προηγούμενης παραγράφου, προσκομίζοντας στοιχεία αποδεικτικά της ταυτότητας του, καθώς και των λόγων τους οποίους επικαλείται. Ειδικότερα σε αλλοδαπό, ο οποίος παρέβη τις περί παραμονής στη χώρα μας διατάξεις του παρόντος, δύναται ιδίως για λόγους ανθρωπιστικούς, ανωτέρας βίας ή δημοσίου συμφέροντος, αντί της απέλασης να τάσσεται προθεσμία προς αναχώρηση, που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες.
4.  
    Η παραπάνω άδεια δύναται να ανανεώνεται υπό τις προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων και μέχρι να εκλείψουν οι ανωτέρω λόγοι Τα παραπάνω πρόσωπα με βαθμό μέχρι και Αστυνομικού Υποδιευθυντή δεν μετατίθενται, όσο διαρκεί η θητεία τους, εκτός της περιοχής μετάθεσης, στην οποία υπηρετούν, αν δεν το ζητήσουν οι ίδιοι ή δεν κριθεί τούτο αναγκαίο λόγω προαγωγής, άσκησης πειθαρχικής δίωξης για πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις ανώτερη πειθαρχική ποινή ή θέσης τους σε κατάσταση διαθεσιμότητας για λόγους πειθαρχίας.
5.  
    Κατά της απόφασης που αρνείται τη χορήγηση ή ανανέωση της άδειας αυτής δεν χωρεί η προσφυγή του άρθρου 16 του παρόντος
Άρθρο 13
1.  
    Μετά το άρθρο 12 του ν.1975/1991 (ΦΕΚ 184 Α) προστίθεται άρθρο 12 Α ως εξής:.
Άρθρο 14 "Συμπλήρωση διατάξεων του ν. 1951/1991"
1.  
    Μετά το άρθρο 5 του ν.1951/1991 (ΦΕΚ 84 Α) προστίθεται άρθρο 5 Α ως εξής:.
Άρθρο 15 "Κάλυψη δαπανών"
1.  
    Από τις διατάξεις του παρόντος νόμου προκαλούνται δαπάνες ύψους 166 εκατομμυρίων δραχμών περίπου για το έτος 1999 και 155 εκατομμυρίων δραχμών περίπου για το έτος 2000 και για καθένα από τα επόμενα έτη. Οι ανωτέρω δαπάνες θα αντιμετωπίζονται με την εγγραφή ανάλογων πιστώσεων στους σχετικούς ΚΑΕ των κατ έτος προϋπολογισμών εξόδων Ε.Φ. 43 - 110 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ.
Άρθρο 16
1.  
    Σε κάθε δήμο ή κοινότητα με πληθυσμό άνω των τριών χιλιάδων (3.000) κατοίκων συνιστάται Τοπικό Συμβούλιο Πρόληψης της Παραβατικότητας (ΤΟ.Σ.Π.ΠΑ.). Σε περιοχές με ιδιαίτερες ανάγκες είναι δυνατόν να συνιστώνται τέτοια συμβούλια και ανά δημοτικό διαμέρισμα. Τα γενικότερα θέματα που αφορούν τη συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία των Συμβουλίων και τη συνεργασία τους με τις αρμόδιες αρχές και φορείς, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, ενώ η σύσταση και λειτουργία του κάθε Τοπικού Συμβουλίου Πρόληψης της Παραβατικότητας πραγματοποιείται με απόφαση του αρμόδιου Δημάρχου ή Προέδρου Κοινότητας, ύστερα από πρόταση του οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου.
Σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα, με πληθυσμό άνω των τριών χιλιάδων (3.000) κατοίκων, συνιστάται Συμβούλιο Πρόληψης της Εγκληματικότητας. Τα θέματα που αφορούν τη συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία του εν λόγω Συμβουλίου καθορίζονται με απόφαση του Δημάρχου ή Προέδρου της Κοινότητας, ύστερα από πρόταση του οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου.
2.  
    Το ανωτέρω Συμβούλιο αποτελείται από επιστήμονες και λειτουργούς που διαμένουν στην περιφέρεια του Δήμου ή της Κοινότητας και διαθέτουν ειδικές γνώσεις στον τομέα της εγκληματικότητας, όπως δικαστικούς λειτουργούς, εγκληματολόγους, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, αστυνομικούς, κοινωνικούς λειτουργούς και ιατρούς, καθώς και εκπροσώπους παραγωγικών τάξεων και κοινωνικών φορέων. Τα μέλη του Συμβουλίου δεν επιτρέπεται να είναι λιγότερα των πέντε (5) ή περισσότερα των έντεκα (11), ορίζονται για τρία (3) χρόνια και η θέση τους είναι τιμητική και άμισθη.
3.  
    Έργο του ως άνω Συμβουλίου είναι η κατάρτιση προγράμματος πρόληψης της εγκληματικότητας στη δημοτική ή κοινοτική περιφέρεια αρμοδιότητας του, η διατύπωση γνώμης επί σχετικών ερωτημάτων του Δημάρχου ή Προέδρου της Κοινότητας ή των τοπικών κοινωνικών και επιστημονικών φορέων, η συνεργασία με τα αντίστοιχα Συμβούλια όμορων Δήμων ή Κοινοτήτων, η διοργάνωση ημερίδων, σεμιναρίων και άλλων συναφών εκδηλώσεων για την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, η συνεχής, μέσω των τοπικών μέσων μαζικής επικοινωνίας, ενημέρωση των κατοίκων, καθώς και η εκδήλωση κάθε άλλης σχετικής δραστηριότητας. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζονται τα θέματα λειτουργίας του εν λόγω Συμβουλίου, συνεργασίας αυτού με τις αρμόδιες αρχές και φορείς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
Άρθρο 17
1.  
    Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του π.δ. 358/1997 (ΦΕΚ 240 Α), όπως αντικαταστάθηκε από το εδάφιο στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 73 του ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α), αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε ως εξής: Οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται σε κάθε αλλοδαπό, ο οποίος χωρίς να πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις είτε εισόδου, είτε παραμονής, είτε απασχόλησης στη χώρα και βρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος, εργαζόμενος ή με την επιθυμία να εργαστεί στην Ελλάδα σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή αυτοαπασχολούμενος ή με την επιθυμία να αυτοαπασχοληθεί. Οι λοιποί αλλοδαποί εξακολουθούν να υπάγονται στις διατάξεις του ν. 1975/ 1991·.
2.  
    Η διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ. 358/1997, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο του π.δ. 241/1998 (ΦΕΚ 180 Α) και το εδάφιο η της παρ. 1 του άρθρου 73 του ν. 2676/1999, αντικαθίσταται ως εξής: Τα υπό στοιχεία (ε) και (στ) δικαιολογητικά μπορεί να προσκομίσει ο αλλοδαπός και πέραν της ως άνω προθεσμίας και πάντως όχι μετά την 30ή Απριλίου 1999, με την προϋπόθεση ότιη σχετική αίτηση έχει υποβληθεί έως και την 31η Δεκεμβρίου 1998.
3.  
    Η διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 5 του π.δ. 359/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου μόνου του π.δ. 242/1998 (ΦΕΚ 180 Α) και το εδάφιο θ της παρ. 1 του άρθρου 73 του ν. 2676/1999, αντικαθίσταται ως εξής: Χρέη εισηγητή και γραμματέα εκτελούν υπάλληλοι του Ο.Α.Ε.Δ. με αναπληρωτές τους υπαλλήλους του ίδιου Οργανισμού. Η θητεία των μελών είναι δύο (2) έτη.
4.  
    Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ. 358/1997 (ΦΕΚ 240 Α), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο του π.δ. 241/1998 και το άρθρο 73 παρ. 1 εδάφ. ζ του ν. 2676/1999, προστίθεται εδάφιο ως εξής: Ειδικά τα ανήλικα τέκνα του κατόχου της Κάρτας Προσωρινής Άδειας Παραμονής Αλλοδαπού, τα οποία ενηλικιώθηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος της δεν απελαύνονται μέχρι τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας τους.
5.  
    Στο άρθρο 2 του π.δ. 359/1997 (ΦΕΚ 240 Α), προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: 4. Σύζυγος και ανήλικα τέκνα του κατόχου της Κάρτας Παραμονής Περιορισμένης Χρονικής Διάρκειας ή εκείνου στον οποίο έχει χορηγηθεί από την αρμόδια υπηρεσία Ο.Α.Ε.Δ. σχετική βεβαίωση κατάθεσης των προβλεπόμενων δικαιολογητικών για την έκδοση της Κάρτας αυτής, δεν απελαύνονται κατά τη διάρκεια της ισχύος τους. Ειδικά τα ανήλικα τέκνα του κατόχου των εγγράφων του προηγούμενου εδαφίου (Κάρτας ή βεβαίωσης), τα οποία ενηλικιώθηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος αυτών δεν απελαύνονται μέχρι τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας τους. Τα πρόσωπα αυτά από την ενηλικίωση τους και μέχρι τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας τους δύνανται να ζητήσουν με αίτηση - δήλωση τους τη χορήγηση Κάρτας Περιορισμένης Χρονικής Διάρκειας. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία, η διάρκεια και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση της κατά την παρούσα παράγραφο Κάρτας Περιορισμένης Χρονικής Διάρκειας.
Άρθρο 18 "Έναρξη ισχύος"
1.  
    Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως Νόμου του Κράτους.
Άρθρο 5Α "Ενίσχυση Πυροσβεστικών Υπηρεσιών με εθελοντές"
1.  
    ΠυροσβέστεςΣτους Πυροσβεστικούς Σταθμούς και στα Κλιμάκια του Πυροσβεστικού Σώματος επιτρέπεται να παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως εθελοντές πυροσβέστες και ιδιώτες που είναι μόνιμοι κάτοικοι του δήμου που έχει την έδρα της η οικεία Πυροσβεστική Υπηρεσία. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου που αφορούν τα προσόντα, την εκπαίδευση, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εθελοντών πυροσβεστών έχουν ανάλογη εφαρμογή και σε αυτούς..
Ημερομηνία Τίτλος ΦΕΚ
1999-04-30 Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις.
Τροποποίηση Τύπος
A/1999/89
2005-09-12 Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕ.ΜΕ.Α.) και άλλες διατάξεις.
Τροποποίηση Τύπος
Σε κάθε δήμο ή κοινότητα με πληθυσμό άνω των τριών χιλιάδων (3.000) κατοίκων συνιστάται Τοπικό Συμβούλιο Πρόληψης της Παραβατικότητας (ΤΟ.Σ.Π.ΠΑ.).
Σε περιοχές με ιδιαίτερες ανάγκες είναι δυνατόν να συνιστώνται τέτοια συμβούλια και ανά δημοτικό διαμέρισμα.
Τα γενικότερα θέματα που αφορούν τη συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία των Συμβουλίων και τη συνεργασία τους με τις αρμόδιες αρχές και φορείς, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, ενώ η σύσταση και λειτουργία του κάθε Τοπικού Συμβουλίου Πρόληψης της Παραβατικότητας πραγματοποιείται με απόφαση του αρμόδιου Δημάρχου ή Προέδρου Κοινότητας, ύστερα από πρόταση του οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου.
Αντικατάσταση
A/2005/224
2008-08-01 Ρύθμιση θεμάτων προσωπικούτης Ελληνικής Αστυνομίας.
Τροποποίηση Τύπος
Οι αστυνομικοί της ως άνω Υπηρεσίας μετά τη λήξη της θητείας τους μετατίθενται στην Υπηρεσία από την οποία προέρχονται ακόμη και αν δεν υπάρχει κενή οργανική θέση ή σε οποιαδήποτε άλλη Υπηρεσία της ίδιας περιοχής μετάθεσης.
Αντικατάσταση
A/2008/158
2008-12-23 Αναδιοργάνωση της δημοτικής αστυνομίας και ρυθμίσεις λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών.
Τροποποίηση Τύπος
Η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων στελεχώνεται από μόνιμο αστυνομικό προσωπικό, το οποίο επιλέγεται και μετατίθεται σε αυτήν για μια τριετία.
Η θητεία αυτή μπορεί να παρατείνεται μέχρι τρεις φορές για ένα έτος κάθε φορά.
Το ως άνω προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση τριών ετών από την αποχώρηση του από την Υπηρεσία αυτή, μπορεί να επανεπιλέγεται για τη στελέχωση της.
Ως προϊστάμενοι των Υπηρεσιών αυτών ορίζονται ανώτεροι αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας.
Αντικατάσταση
A/2008/263
2011-03-31 Σύσταση Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και άλλες διατάξεις.
Τροποποίηση Τύπος
Στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων μπορεί, ύστερα από πρόταση του προϊσταμένου της Υπηρεσίας και σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου εισαγγελικού λειτουργού του άρθρου 3, να αποσπάται προσωπικό από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3861/ 2010, ΦΕΚ 112 Α΄) με εξειδικευμένες γνώσεις σε αντικείμενα της Υπηρεσίας, για χρονικό διάστημα μέχρι ένα έτος, με κοινή απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη και του αρμόδιου Υπουργού ή διοικητή ή προϊσταμένου της Υπηρεσίας προέλευσης του υπαλλήλου, χωρίς να απαιτείται απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου.
Προσθήκη
Η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, στελεχώνεται από μόνιμο αστυνομικό προσωπικό, το οποίο επιλέγεται και μετατίθεται σε αυτή για τέσσερα έτη.
Η θητεία αυτή μπορεί να παραταθεί μια φορά για χρονικό διάστημα τριών ετών.
Το ως άνω προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση τεσσάρων ετών από την αποχώρησή του από την Υπηρεσία αυτή, μπορεί να επανεπιλέγεται για τη στελέχωσή της.
Ως προϊστάμενος των Υπηρεσιών Εσωτερικών Υποθέσεων ορίζεται ανώτατος ή ανώτερος αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας.
Αντικατάσταση
Οι αστυνομικοί της Υπηρεσίας μετά τη λήξη της αρχικής θητείας τους μετατίθενται στην Υπηρεσία από την οποία προέρχονται, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση, ή σε οποιαδήποτε άλλη Υπηρεσία της ίδιας περιοχής μετάθεσης.
Μετά τη λήξη της παράτασης της θητείας τους οι αστυνομικοί της Υπηρεσίας μετατίθενται, εφόσον επιθυμούν, σε Υπηρεσίες του τόπου συμφερόντων τους (άρθρο 2 του π.δ.100/2003, ΦΕΚ 94 Α΄), έστω και αν δεν υπάρχει κενή οργανική θέση.
Αντικατάσταση
Στα πρόσωπα του παρόντος άρθρου παρέχεται από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η αναγκαία προστασία.
Ανάλογη προστασία παρέχεται και στους ουσιώδεις μάρτυρες των υποθέσεων αυτών, τους πραγματογνώμονες, τα θύματα ή τους συγγενείς τους ή άλλα πρόσωπα που συνδέονται στενά με αυτούς, όπου τούτο είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφοι 2 έως και 4 του ν. 2928/2001 (ΦΕΚ 141 Α΄).
Ως αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών για την εφαρμογή των ως άνω μέτρων προστασίας του παρόντος άρθρου νοείται ο εισαγγελικός λειτουργός του άρθρου 3.
Αντικατάσταση
Στις περιπτώσεις που ενεργείται προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση για εγκλήματα του παρόντος νόμου δεν ισχύει το φορολογικό απόρρητο, το δε τραπεζικό και χρηματιστηριακό απόρρητο αίρεται με σχετική διάταξη του αρμόδιου εισαγγελικού λειτουργού του άρθρου 3, αν κριθεί ότι η άρση επιβάλλεται από τις ανάγκες της έρευνας.
Αντικατάσταση
  • των εγκλημάτων των άρθρων 216 έως και 222, 235 έως και 246, 252 έως και 263Α, 323Α, 323Β, 324, 385 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και των λοιπών εγκλημάτων που προβλέπονται στο άρθρο δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο του ν. 3666/2008 (ΦΕΚ 105 Α΄), που διαπράττουν ή συμμετέχουν σε αυτά υπάλληλοι και λειτουργοί του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίστηκε με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α΄) και επαναοριοθετήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α΄), καθώς και υπάλληλοι ή αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Διεθνών Οργανισμών που δραστηριοποιούνται στην Ελληνική Επικράτεια .
  • Αντικατάσταση
    A/2011/61
    2017-03-01 Συμπληρωματικά μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΟΜ) 1141/2014 περί ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων και ιδρυμάτων, μέτρα επιτάχυνσης του κυβερνητικού έργου αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών και άλλες διατάξεις.
    Τροποποίηση Τύπος
    Η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, στελεχώνεται από μόνιμο αστυνομικό προσωπικό, το οποίο επιλέγεται και μετατίθεται σε αυτή για τρία (3) έτη.
    Η θητεία αυτή δύναται να ανανεωθεί μέχρι τρεις (3) φορές, για ένα έτος κάθε φορά.
    Το αστυνομικό προσωπικό μετατίθεται στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων ή στην Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Βόρειας Ελλάδας, ανάλογα με το αν η Υπηρεσία από την οποία προέρχεται, εδρεύει εντός των γεωγραφικών ορίων του Τομέα Νοτίου ή Βορείου Ελλάδος, αντίστοιχα.
    Το ως άνω προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση τεσσάρων (4) ετών από την αποχώρησή του από την Υπηρεσία αυτή, μπορεί να επανεπιλέγεται για τη στελέχωσή της.
    Ως προϊστάμενος των Υπηρεσιών Εσωτερικών Υποθέσεων ορίζεται ανώτατος ή ανώτερος αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας.
    Αντικατάσταση
  • Είναι μέλος, με οποιαδήποτε ιδιότητα, δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου της χώρας.
  • Προσθήκη
    Οι αστυνομικοί της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, μετά τη λήξη της θητείας τους, μετατίθενται σε Υπηρεσίες της περιοχής μετάθεσης από την οποία προήλθαν.
    Κατ’ εξαίρεση, μετά τη λήξη της τριετούς ανανέωσης της θητείας τους, οι ως άνω αστυνομικοί δύνανται να μετατίθενται και σε Υπηρεσίες της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής ή Θεσσαλονίκης, ανάλογα με το αν υπηρετούν στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων ή στην Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Βόρειας Ελλάδας, αντίστοιχα.
    Αντικατάσταση
  • Να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον έξι (6) έτη από την έξοδό του από την οικεία Σχολή, να έχει αξιολογηθεί με το γενικό χαρακτηρισμό ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ κατά τη διάρκεια των πέντε (5) τελευταίων ετών και να έχει κριθεί ευμενώς από τα αρμόδια Συμβούλια Κρίσεων. 3Οι περιπτώσεις ε΄, στ΄ και ζ΄ της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 2713/1999 αντικαθίστανται ως εξής:« 1.
  • Αντικατάσταση
  • Ο Διοικητής της Υπηρεσίας ορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, μετά από πρόταση του Ανώτατου Συμβουλίου Κρίσεων της Ελληνικής Αστυνομίας και γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό της Βουλής, για θητεία δύο (2) ετών.
  • Επιτρέπεται η μετάθεσή του και πριν τη λήξη της θητείας του, ύστερα από αίτησή του ή με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, εφόσον συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 4, κατόπιν αιτιολογημένης εισήγησης του Ανώτατου Συμβουλίου Κρίσεων της Ελληνικής Αστυνομίας.
  • Αντικατάσταση
    A/2017/24
    Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
    ΝΟΜΟΣ 1918/1165 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1918/1165 1918
    ΝΟΜΟΣ 1950/1608 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1950/1608 1950
    ΝΟΜΟΣ 1982/1256 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1982/1256 1982
    ΝΟΜΟΣ 1983/1339 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1983/1339 1983
    ΝΟΜΟΣ 1987/1729 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1987/1729 1987
    ΝΟΜΟΣ 1989/1868 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1989/1868 1989
    ΝΟΜΟΣ 1990/1892 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1990/1892 1990
    ΝΟΜΟΣ 1991/1943 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1991/1943 1991
    ΝΟΜΟΣ 1991/1951 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1991/1951 1991
    ΝΟΜΟΣ 1991/1975 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1991/1975 1991
    Ρύθμιση θεμάτων που αφορούν όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς μηχανισμούς και άλλες διατάξειςΟ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: 1993/2168 1993
    Αύξηση αποδοχών δημοσίων υπαλλήλων εν γένει, σύναψη δανείων, υπό του Ελληνικού Δημοσίου και δημιουργία στην Τράπεζα της Ελλάδος Συστήματος Παρακολούθησης Συναλλαγών επί Τίτλων με Λογιστική Μορφή (Άθλοι Τίτλοι) και άλλες διατάξεις. 1994/2198 1994
    Για την προστασία της ελευθερίας της ανταπόκρισης και επικοινωνίας και άλλες διατάξεις. 1994/2225 1994
    Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και άλλες ποινικές διατάξεις - Ολομέλεια Αρείου Πάγου - Διαιτησίες και άλλες διατάξεις. 1995/2331 1995
    Υπηρεσία Εναέριων Μέσων της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις. 1995/2334 1995
    Ρύθμιση θεμάτων προσφύγων κατά τροποποίηση των διατάξεων του Ν. 1975/1991 και άλλες διατάξεις. 1996/2452 1996
    Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. 1997/2472 1997
    Υπηρεσίες Συνοριακής Φύλαξης - Δήλωση περιουσιακής κατάστασης αστυνομικών και άλλες διατάξεις. 1998/2622 1998
    Οργανωτική και λειτουργική αναδιάρθρωση των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις 1999/2676 1999
    ΝΟΜΟΣ 1999/2713 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1999/2713 1999
    ΝΟΜΟΣ 2001/2928 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2001/2928 2001
    ΝΟΜΟΣ 2008/3666 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2008/3666 2008
    ΝΟΜΟΣ 2010/3861 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2010/3861 2010
    ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1971/1059 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1971/1059 1971
    ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1932/9 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1932/9 1932
    Προϋποθέσεις χορήγησης στο αστυνομικό και πυροσβεστικό προσωπικό των εξόδων υπεράσπισής του ενώπιον των δικαστηρίων για ενέργειες του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. 1993/281 1993
    Προϋποθέσεις και διαδικασία, για τη νόμιμη παραμονή και εργασία αλλοδαπών στην Ελλάδα, που δεν είναι υπήκοοι των Κρατών - Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 1997/358 1997
    Χορήγηση της Κάρτας Παραμονής Περιορισμένης Χρονικής Διάρκειας σε αλλοδαπούς. 1997/359 1997
    Τροποποίηση του Π.Δ. 358/97 (Α. 240) «Προϋποθέσεις και διαδικασία, για τη νόμιμη παραμονή και εργασία αλλοδαπών στην Ελλάδα, που δεν είναι υπήκοοι των Κρατών - Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης». 1998/241 1998
    Τροποποίηση του Π.Δ. 359/97 (Α.240) «Χορήγηση της Κάρτας Παραμονής Περιορισμένης Χρονικής Διάρκειας σε αλλοδαπούς. 1998/242 1998
    ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 2003/100 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2003/100 2003
    ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1971/29 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1971/29 1971
    Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
    Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης. Αναβάθμιση του Σώματος Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης και του Συντονιστικού Οργάνου Επιθεώρησης και Ελέγχου και άλλες διατάξεις. 2002/3074 2002
    Έκδοση διαβατηρίων από την Ελληνική Αστυνομία και άλλες διατάξεις. 2003/3103 2003
    Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕ.ΜΕ.Α.) και άλλες διατάξεις. 2005/3387 2005
    Για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα και τη ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. 2006/3448 2006
    Προστασία του περιβάλλοντος, αγροτική ασφάλειακαι άλλες διατάξεις. 2007/3585 2007
    Αναδιοργάνωση της δημοτικής αστυνομίας και ρυθμίσεις λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών. 2008/3731 2008
    Σύσταση Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και άλλες διατάξεις. 2011/3938 2011
    Πρόληψη και καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και προστασία των θυμάτων αυτής και άλλες διατάξεις. 2013/4198 2013
    Καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας και άλλες διατάξεις. 2014/4267 2014
    Συμπληρωματικά μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΟΜ) 1141/2014 περί ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων και ιδρυμάτων, μέτρα επιτάχυνσης του κυβερνητικού έργου αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών και άλλες διατάξεις. 2017/4456 2017
    Ρυθμίσεις περί σταδιοδρομίας και εξέλιξης στελεχών και οικονομικής µέριµνας και λογιστικού των Ενόπλων Δυνάμεων, σύσταση Κοινού Σώματος Οικονομικών Επιθεωρητών και άλλες διατάξεις. 2017/4494 2017
    Οργάνωση, διάθρωση και καθήκοντα οργάνων της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας. 1999/179 1999
    Εισαγωγή στη Σχολή Δοκίμων Αρχιπυροσβεστών της Πυροσβεστικής Ακαδημίας και τροποποίηση διατάξεων του Π.Δ. 170/1996 «Κανονισμός κατάταξης δοκίμων πυροσβεστών και μεταθέσεων του πυροσβεστικού προσωπικού του Πυροσβεστικού Σώματος» (Α΄ 131). 2001/122 2001
    Οργάνωση Υπηρεσιών Ελληνικής Αστυνομίας. 2001/14 2001
    Ρύθμιση θεμάτων, μεταθέσεων, αποσπάσεων και λοιπών μετακινήσεων του αστυνομικού προσωπικού κατά τροποποίηση του Π.Δ. 69/1997 (Α΄ - 62). 2001/271 2001
    Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και λοιπές μετακινήσεις αστυνομικού προσωπικού. 2003/100 2003
    Τροποποίηση διατάξεων του Π.Δ. 22/1996 «Πειθαρχικό Δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού» (Α΄- 15). 2004/3 2004
    Δήλωση περιουσιακής κατάστασης αστυνομικού προσωπικού, συνοριακών φυλάκων και ειδικών φρουρών της Ελληνικής Αστυνομίας, των συζύγων και των τέκνων τους. 2005/148 2005
    Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετακινήσεις συνοριακών φυλάκων και ειδικών φρουρών. 2005/211 2005
    Πειθαρχικό Δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού 2008/120 2008
    Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και λοιπές μετακινήσεις αγρονομικού προσωπικού. 2009/125 2009
    Οργάνωση Υπηρεσιών Ελληνικής Αστυνομίας. 2014/178 2014
    Αναδιάταξη - αναδιοργάνωση, σύσταση και λειτουργία περιφερειακών υπηρεσιών Ελληνικής Αστυνομίας. 2017/7 2017
    Ρύθμιση θεμάτων αστυνομικού προσωπικού. 2018/6 2018