ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Νόμος

ΚΩΔΙΚΟΣ

1999/2721

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

1999-06-03

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1999-06-03

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

1999-06-03

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Τροποποίηση και αντικατάσταση διατάξεων των νόμων 175611988 (ΦΕΚ 35Α), 172911987 (ΦΕΚ 144 Α), του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α ΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ, ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ Άρθρο 1 Εκπαιδευτική άδεια δικαστών Στο άρθρο 46 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 παρ. 4 του ν. 1868/1989 προστίθεται παρ. 15, η οποία έχει ως εξής: 15. Επιτρέπεται να χορηγείται εκπαιδευτική άδεια απουσίας σε δικαστικούς λειτουργούς της παρ. 1 οι οποίοι έχουν γίνει δεκτοί και παρακολουθούν αναγνωρισμένο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών σε νομική σχολή της ημεδαπής. Η εκπαιδευτική άδεια δεν μπορεί να υπερβεί τα τέσσερα συνολικά εξάμηνα και χορηγείται σε όσους δεν έχουν συμπληρώσει το τεσσαρακοστό όγδοο (48ο) έτος της ηλικίας τους, με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 περ. 2 εδ. β, 2, 3, 9, 11, 13 και 6 του παρόντος άρθρου, πλην της φράσεως ημερομηνία αναχώρησης και εγκατάστασης στην αλλοδαπή. Στον υπότροφο δεν παρέχονται έξοδα μετάβασης και επιστροφής στο Πανεπιστήμιο φοίτησης και άλλες αποδοχές, εκτός από τις αποδοχές της οργανικής θέσης. Άρθρο 2 1.Ο πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου Διεύθυνσης των Δικαστηρίων, καθώς και οι αναπληρωτές τους δεν επιτρέπεται να μετατεθούν από την εκλογή τους έως τη λήξη της θητείας τους, χωρίς αίτηση τους. Η άσκηση πειθαρχικής δίωξης και η όλη πειθαρχική διαδικασία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της θητείας των ανωτέρω εκτός εάν ασκηθεί κατ αυτών ποινική δίωξη για τα αδικήματα τα οποία αναφέρονται στην περίπτωση ε της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του ν. 1756/1988 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών. 2.Στο εδάφιο α της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παράγραφος 3α του ν. 2479/1997 (ΦΕΚ 67 Α) μετά τη φράση χωρίς αίτηση τους τίθεται τελεία, απαλείφεται η φράση εκτός αν υπέπεσαν σε βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη και προστίθεται εδάφιο β που έχει ως εξής: Η άσκηση πειθαρχικής δίωξης και η όλη πειθαρχική διαδικασία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της θητείας των ανωτέρω εκτός αν ασκηθεί κατ αυτών ποινική δίωξη για τα αδικήματα τα οποία αναφέρονται στην περίπτωση ε της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του ν. 1756/1988 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών. 3.Μετά την πρώτη περίοδο του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 15 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών του ν. 1756/1988, όπως ήδη ισχύει και μετά τη φράση Ειρηνοδίκη αντιστοίχως προστίθεται περίοδος που έχει ως ακολούθως: Δεν περιλαμβάνονται στους εκλόγιμους οι δικαστές που κατά το χρόνο της εκλογής έχουν ήδη προαχθεί σε βαθμό ανώτερο του απαιτούμενου για τη θέση του προέδρου ή του μέλους του συμβουλίου, με απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, η οποία δεν έχει κοινοποιηθεί επισήμως σε αυτούς, καθώς και εκείνοι οι οποίοι αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας κατά το έτος διενέργειας των αρχαιρεσιών. 4.Το τέταρτο και το πέμπτο από τα εδάφια της παραγράφου 5 του άρθρου 15 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών του ν. 1756/1988. όπως ισχύει, αντικαθίστανται και προστίθεται έκτο εδάφιο στην ίδια παράγραφο 5 ως ακολούθως: Σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης, ή εξόδου από την υπηρεσία κατά οποιονδήποτε τρόπο του τακτικού προέδρου ή των τακτικών μελών του συμβουλίου ενεργείται αναπληρωματική εκλογή, για την οποία εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία της παραγράφου 4. Αυτοί που εκλέγονται γίνονται τακτικά μέλη χωρίς καμία άλλη διατύπωση και η θητεία τους λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών. Σε περίπτωση ελλείψεως για οποιονδήποτε λόγο του αναπληρωματικού προέδρου ή των αναπληρωματικών μελών του συμβουλίου, τη θέση τους καταλαμβάνουν αντίστοιχα οι αμέσως επόμενοι κατά σειρά ψήφων δικαστές. 5.Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών του ν. 1756/1988, όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: Ή δεύτερη περίοδος του τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 15 εφαρμόζεται αναλόγως. Άρθρο 3 Εποπτεία Στο άρθρο 19 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε και τροποποιήθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 6 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ 230 Α), 4 παρ. 4 του ν 1968/1991 (ΦΕΚ 150 Α) και 3 παρ. 5 του ν. 2479/1997 (ΦΕΚ 67 Α), προστίθεται παράγραφος 4, που έχει ως εξής: 4. Στην εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης ανήκει και η έκδοση γενικών ενημερωτικών οδηγιών προς τις εισαγγελίες σε σχέση με την εφαρμογή των νομικών μέσων που θεσπίζονται στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφορούν τη δικαστική συνεργασία των Κρατών-Μελών στους τομείς της πρόληψης και καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος, της εμπορίας και διακίνησης ναρκωτικών της διεθνούς τρομοκρατίας, της σύστασης συμμοριών και εγκληματικών οργανώσεων για τη διάπραξη ανθρωποκτονιών, εμπορίας ανθρώπων και των εγκλημάτων κατά παιδιών, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των εγκλημάτων με χρήση μέσων υψηλής τεχνολογίας και του διεθνούς οικονομικού εγκλήματος. Άρθρο 4 Τροποποιήσεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών 1.Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου 80 του Κώδικα που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του αρχικά με την παράγραφο 3 του άρθρου 5 του ν. 2207/1994, και στη συνέχεια με την παράγραφο 10 Α του άρθρου 3 του ν. 2479/1997 (ΦΕΚ 67 Α), αντικαθίστανται ως εξής: Άρθρο 80 1.Α. Το Συμβούλιο Επιθεώρησης των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των δικαστικών λειτουργών προΐσταται της Επιθεώρησης και αποτελείται από έναν αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως Πρόεδρο, και δύο αρεοπαγίτες. Ο αντιπρόεδρος ως τακτικό μέλος της επιθεώρησης απαλλάσσεται από οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία, κατά το χρονικό διάστημα που μετέχει στο Συμβούλιο Επιθεώρησης με εξαίρεση τη συμμετοχή του στη μείζονα Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση θανάτου, κωλύματος ή αποχώρησης του Προέδρου ή μέλους του Συμβουλίου, τη θέση του καταλαμβάνει ο αναπληρωτής του και μόνο για το υπόλοιπο της θητείας του. Β. Την επιθεώρηση ενεργούν: 1)Στα εφετεία, στα πρωτοδικεία και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, καθώς και στα ειρηνοδικεία και στα πταισματοδικεία, εφόσον υπάρχουν, αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου. 2)Στα πρωτοδικεία, στα ειρηνοδικεία και στα πταισματοδικεία και οι πρόεδροι εφετών και στις εισαγγελίες πρωτοδικών και οι εισαγγελείς εφετών. 3)Στις γραμματείες των παραπάνω δικαστηρίων και εισαγγελιών οι πρόεδροι και εισαγγελείς εφετών και οι πρόεδροι και εισαγγελείς πρωτοδικών αντίστοιχα. 2.Ο πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης και οι επιθεωρητές αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, ένας για κάθε περιφέρεια επιθεώρησης, ορίζονται με κλήρωση που γίνεται κατά το μήνα Ιούνιο ενώπιον του Α (1η Σύνθεση) Τμήματος του Αρείου Πάγου. Σε μία κληρωτίδα τοποθετούνται τα ονόματα των αντιπροέδρων και αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου και σε άλλη τα ονόματα των αρεοπαγιτών και αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου που έχουν ήδη συμπληρώσει διετή υπηρεσία ως αρεοπαγίτες ή αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου. Δεν κληρώνονται ως τακτικοί επιθεωρητές περισσότεροι του ενός αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου και δεν τοποθετούνται στην κληρωτίδα τα ονόματα όσων διατέλεσαν τακτικοί επιθεωρητές κατά την προηγούμενη διετία. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι αδιαφανή σφαιρίδια. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το Τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν τα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου τα ονόματα των αντιπροέδρων, των αρεοπαγιτών και των αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο Πρόεδρος εξάγει δύο (2) σφαιρίδια από την πρώτη κληρωτίδα που περιέχει τα ονόματα των αντιπροέδρων και δώδεκα (12) σφαιρίδια από τη δεύτερη κληρωτίδα που περιέχει τα ονόματα των αρεοπαγιτών και αντεισαγγελέων. Μετά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου, ο Πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρουμένου, το οποίο επιδεικνύεται στα λοιπά μέλη του Τμήματος. Από τους κληρωθέντες της πρώτης κληρωτίδας ο πρώτος Αντιπρόεδρος κατά τη σειρά κλήρωσης αποτελεί το τακτικό και ο δεύτερος το αναπληρωματικό μέλος του Συμβουλίου Επιθεώρησης. Από τους κληρωθέντες από τη δεύτερη κληρωτίδα οι τρεις (3) αρχαιότεροι αποτελούν τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης, οι δύο πρώτοι τα τακτικά και ο τρίτος το αναπληρωματικό μέλος και οι υπόλοιποι, κατά τη σειρά κληρώσεως, αποτελούν τους επιθεωρητές των έξι (6) περιφερειών της Επιθεώρησης και οι τελευταίοι τρεις (3) είναι οι αναπληρωτές των επιθεωρητών. Για την κλήρωση συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Οι αναπληρωτές, κατά τη σειρά της κλήρωσης τους, αναπληρώνουν τους επιθεωρητές σε περίπτωση θανάτου, κωλύματος ή αποχώρησης από την υπηρεσία τους και μόνο για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας τους. Η θητεία των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών είναι ετήσια, αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του έτους κατά το οποίο γίνεται η κλήρωση και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους. Η θητεία των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών (τακτικών και αναπληρωματικών), οι οποίοι θα κληρωθούν κατά το πρώτο εδάφιο αυτής της παραγράφου το μήνα Ιούνιο του 1999, αρχίζει την 1η Ιουλίου 1999. Η θητεία των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών (τακτικών και αναπληρωματικών), που κληρώθηκαν κατά το Δεκέμβριο 1998 και ασκούν τα καθήκοντα τους κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, παύει την 30ή Ιουνίου 1999. Ειδικά για την Α και Β Περιφέρεια η θητεία των Επιθεωρητών λήγει την 15.9.1999. 3.Οι επιθεωρητές αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, κατά το χρονικό διάστημα της άσκησης των καθηκόντων τους, απαλλάσσονται από οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία με εξαίρεση τη συμμετοχή των αρεοπαγιτών στη μείζονα Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. 2.Η παράγραφος 1 του άρθρου 86 του Κώδικα που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 10Γ του άρθρου 3 του ν. 2479/1997, καταργείται και οι επόμενες παράγραφοι 2, 3 και 4 αυτού παίρνουν αντιστοίχως τους αριθμούς 1, 2 και 3. 3.Η παράγραφος 3 του άρθρου 81 του ίδιου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 1968/1991 (ΦΕΚ 150 Α), καταργείται. 4.Το εδάφιο α της παρ. 2 του άρθρου 84 του Κώδικα που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως ακολούθως: Οι επιθεωρητές αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου οφείλουν να μεταβαίνουν στις έδρες των δικαστηρίων και εισαγγελιών της περιφέρειας τους για τη διενέργεια επιθεώρησης τη 16η Σεπτεμβρίου του έτους κατά το οποίο γίνεται η κλήρωση. Οι σύμβουλοι Επικρατείας οφείλουν να μεταβαίνουν στις έδρες των δικαστηρίων της περιφέρειας τους για τη διενέργεια επιθεώρησης, όσοι έχουν οριστεί για την Α΄ Περιφέρεια οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της θητείας τους και όσοι έχουν οριστεί για τις λοιπές περιφέρειες από 1ης Ιουλίου μέχρι 31η Δεκεμβρίου. Η ισχύς του πρώτου εδαφίου αυτής της παραγράφου αρχίζει την 1.7.1999.. 5.Η παράγραφος 3 του άρθρου 84 του πιο πάνω Κώδικα αντικαθίσταται ως ακολούθως: 3. Η επιθεώρηση της παραγράφου 1 αφορά την εργασία των δικαστικών λειτουργών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων που εκτελέστηκε από τη 16η Σεπτεμβρίου του προηγούμενου έτους ορισμού του Επιθεωρητή έως τη 15η Σεπτεμβρίου του έτους ορισμού και των λοιπών δικαστικών λειτουργών από την 1η Ιανουαρίου έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους ορισμού του Επιθεωρητή. 6.Η Επιθεώρηση των δικαστικών λειτουργών της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης της παραγράφου 1 του άρθρου 84 καλύπτει το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 15.9.1999. Ειδικά για την Α και Β Περιφέρεια η Επιθεώρηση καλύπτει το διάστημα και τους δικαστικούς λειτουργούς που δεν έχουν επιθεωρηθεί μέχρι 15.9.1999. 7.Στην παράγραφο 3 (ήδη 2) του άρθρου 86 του Κώδικα, όπως αυτό αντικαταστάθηκε ως άνω, προστίθεται γ εδάφιο, που έχει ως εξής: Για κάθε άλλη ενέργεια μόνος αρμόδιος είναι ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Επιθεώρησης ή το οριζόμενο από αυτόν μέλος του συμβουλίου. 8.Το εδάφιο α της παρ. 1 του άρθρου 50 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2172/1993 (ΦΕΚ 277 Α), αντικαθίσταται ως ακολούθως: α. αα. ύστερα από αίτηση τους, ββ. αν η μετάθεση καθίσταται επιτακτικά αναγκαία εξαιτίας της συνδρομής εξαιρετικών υπηρεσιακών λόγων, οι οποίοι βεβαιώνονται με αιτιολογημένη απόφαση του ανωτάτου δικαστικού συμβουλίου και είναι άσχετη με την άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων του δικαστή. 9.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 26 του Κώδικα περί Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών του ν. 1756/1988, όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: Στα λοιπά δικαστήρια πλημμελειοδικών οι ανακριτές ορίζονται μεταξύ των αρχαιότερων πρωτοδικών, εφόσον δεν έχουν ασκήσει στο παρελθόν καθήκοντα ανακριτή στο ίδιο δικαστήριο. 10.Αντικαθίσταται η παράγραφος 3 του άρθρου 86 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παράγραφος 10 Γ του ν. 2479/1997 ως εξής: 3. (α) Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Επιθεώρησης των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων και ο Προϊστάμενος Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Συμβουλίου της Επικρατείας ασκεί την πειθαρχική αγωγή σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αν κατά την κρίση του συντρέχει τέτοια περίπτωση. 1)Το Συμβούλιο Επιθεώρησης και ο Προϊστάμενος Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Συμβουλίου της Επικρατείας: α) παραγγέλλει έκτακτη επιθεώρηση, ενεργούμενη από τακτικό επιθεωρητή ή επανάληψη ή συμπλήρωση προηγούμενης, εφόσον συντρέχει λόγος, β) αποφαίνεται επί προσφυγής επιθεωρουμένου κατά της έκθεσης τακτικής επιθεώρησης, γ) συγκεντρώνει τις εκθέσεις επιθεώρησης και διατυπώνει σε ιδιαίτερη έκθεση του τις τυχόν παρατηρήσεις του σε αυτές και δ) με γενική προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης έκθεση του περιγράφει την κατάσταση των δικαστηρίων, των εισαγγελιών και της γραμματείας τους και υποδεικνύει τα τυχόν αναγκαία μέτρα για την εύρυθμη λειτουργία τους. Για την άσκηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου Επιθεώρησης αρκεί η λήψη αποφάσεως κατά πλειοψηφία. Άρθρο 5 1.Οι βαθμοί και οι θέσεις Γενικών Διευθυντών των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών (άρθρο 27 του ν. 2166/ 1993 ΦΕΚ 137 Α) του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου, της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Εφετείου Αθηνών, του Εφετείου Θεσσαλονίκης και του Εφετείου Πειραιώς, καταργούνται. Σε όσες από τις Γραμματείες του προηγουμένου εδαφίου οι Γενικοί Διευθυντές έχουν αποχωρήσει πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, η κατάργηση θεωρείται ότι έγινε από τότε που αποχώρησαν οι υπηρετούντες. 2.Όσοι υπηρετούν ως Γενικοί Διευθυντές στις θέσεις της προηγούμενης παραγράφου μπορούν, ύστερα από αίτηση τους, που πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, να τοποθετηθούν σε κενές θέσεις Προϊσταμένων Διεύθυνσης σε δικαστική υπηρεσία της πρωτοδικειακής ή, κατά περίπτωση, εφετειακής περιφέρειας στην οποία ανήκουν. Αν δεν υποβληθεί αίτηση, οι κάτοχοι των καταργούμενων θέσεων απολύονται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου. Για την απόλυση τους εκδίδεται διαπιστωτική πράξη. 3.Οι αρμοδιότητες των προϊσταμένων της οικείας Γραμματείας (δικαστηρίου ή εισαγγελίας) ασκούνται από δικαστικό υπάλληλο, ο οποίος επιλέγεται σε προϊστάμενο διεύθυνσης, με απόφαση του οικείου δικαστικού συμβουλίου. 4.Η ισχύς των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος αρχίζει από 30.6.1999. Άρθρο 6 Μεταβολή κατηγορίας δικαστικών υπαλλήλων Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του ν.1868/1989, όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 7 του άρθρου 20 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ 62 Α) και αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 6 του άρθρου 10 του ν. 2331/1995 (ΦΕΚ 173 Α), προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: Ή εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου επεκτείνεται στους δικαστικούς υπαλλήλους οι οποίοι προέρχονται από τον ίδιο διαγωνισμό, με τους υπαλλήλους του προηγούμενου εδαφίου, ανεξάρτητα από το χρόνο που αυτοί διορίστηκαν. Στη ρύθμιση υπάγονται και οι υπάλληλοι του ίδιου διαγωνισμού, οι οποίοι στο μεταξύ διάστημα έχουν μεταταγεί στην κατηγορία ΤΕ. Άρθρο 7 Στέγαση Εθνικής Σχολής Δικαστών Στο άρθρο 1 παρ. 1 εδάφιο γ του ν. 2236/1994 (ΦΕΚ 146 Α), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2331/1995 (ΦΕΚ 173 Α), προστίθεται υποπαράγραφος γγ που έχει ως εξής: 1) Με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, παραχωρείται δωρεάν στην Εθνική Σχολή Δικαστών (Ε.Σ.Δι.) η χρήση: α) του κτιρίου που έχει ανεγερθεί με βάση την οικοδομική άδεια 98/4.9.1996 του Πολεοδομικού Γραφείου Καλαμαριάς στο Τμήμα του Β.Κ. 2528 δημόσιου κτήματος, του οποίου η χρήση έχει παραχωρηθεί στο Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου (Κ.Δ.Ε.Ο.Δ.) με την απόφαση 6928/9.7.1979 του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και β) του ακάλυπτου χώρου εμβαδού 900 τ.μ. που περιβάλλει το παραπάνω κτίριο. 2) Το Κ.Δ.Ε.Ο.Δ. δικαιούται να χρησιμοποιεί το δώμα του παραπάνω κτιρίου για την εγκατάσταση μηχανημάτων ψύξης, θέρμανσης ή άλλων συναφών μηχανημάτων, καθώς και τμήμα του υπογείου του κτιρίου αυτού για την εγκατάσταση αρχείου ή την αποθήκευση πραγμάτων. 3) Με σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του Γενικού Διευθυντή της Ε.Σ.Δι. και του Προέδρου Διευθυντή του Κ.Δ.Ε.Ο.Δ. ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, τον τρόπο χρησιμοποίησης των εγκαταστάσεων και μηχανημάτων που τυχόν εξυπηρετούν τόσο το παραπάνω κτίριο όσο και εκείνο στο οποίο στεγάζεται το Κ.Δ.Ε.Ο.Δ., ιδίως εγκαταστάσεων θέρμανσης και ψύξης, την κατανομή των δαπανών λειτουργίας και συντήρησης των εγκαταστάσεων και μηχανημάτων αυτών, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα που τυχόν ανακύπτει μεταξύ των παραπάνω νομικών προσώπων σχετικά με τη χρησιμοποίηση των δύο αυτών κτιρίων και του περιβάλλοντος χώρου ως και τη λειτουργία των υπηρεσιών που στεγάζονται σε αυτά. 4) Αν το κτίριο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 παύσει να χρησιμοποιείται από την Ε.Σ.Δι. λόγω μετεγκατάστασης της ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, η χρήση του περιέρχεται στο Κ.Δ.Ε.Ο.Δ.. Για τη μεταβολή αυτή εκδίδεται διαπιστωτική πράξη των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. 5) Με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να προβλέπεται η ετήσια χρηματοδότηση της Εθνικής Σχολής Δικαστών από το Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών συντήρησης και επισκευής του κτιρίου, στο οποίο στεγάζεται η Σχολή, και των μηχανολογικών, ηλεκτρολογικών και λοιπών εγκαταστάσεων του, εφοδιασμού του με τα αναγκαία εποπτικά μέσα, καθώς και διαμόρφωσης και συντήρησης του περιβάλλοντος χώρου. Άρθρο 8 1.Στο ν. 2236/1994 (ΦΕΚ 146 Α) επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 1)Η παράγραφος 1α του άρθρου 3, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 6 παρ. 3 περ. η του ν. 2408/1996 (ΦΕΚ 104 Α) και 22 παρ. 3 εδάφιο α του ν. 2521/1997 (ΦΕΚ 174 Α) αντικαθίσταται ως εξής: Η εκπαίδευση στη Σχολή διαρκεί δεκαοκτώ (18) μήνες. 2)Η διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 4 εδάφιο α περίπτωση εε όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 2 περ. β του ν. 2408/1996 (ΦΕΚ 104 Α), αντικαθίσταται ως εξής: εε) έναν εκπρόσωπο των εκπαιδευομένων, ο οποίος εκλέγεται με τον αναπληρωτή του από όλους τους εκπαιδευόμενους στη Σχολή τους μήνες Μάιο ή Ιούνιο κάθε έτους. 3)Στην πρώτη περίοδο της παραγράφου 9 του άρθρου 1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 2 περ. γ του ν. 2408/1996 (ΦΕΚ 104 Α) η φράση από τους εκπαιδευόμενους κάθε έτος το πρώτο εικοσαήμερο από την έναρξη της πρώτης φάσης εκπαίδευσης αντικαθίσταται με τη φράση από όλους τους εκπαιδευόμενους στη Σχολή το μήνα Μάιο κάθε έτους. 4)Το εδάφιο γ της παραγράφου 3 του άρθρου 2 αντικαθίσταται ως εξής: γ) με την αίτηση ο υποψήφιος δηλώνει την ξένη ή τις ξένες γλώσσες στις οποίες επιθυμεί να εξετασθεί σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου. 5)Στο εδάφιο γ της παραγράφου 2 (3) του άρθρου 3, όπως αντικαταστάθηκε και αναριθμήθηκε ως παράγραφος 2 με την περ. ιε παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 2408/1996, η φράση Ό βαθμός αυτός καθορίζεται με βάση το βαθμό που έλαβε ο εκπαιδευόμενος κατά τις παραπάνω εξετάσεις υπολογιζόμενο με συντελεστή 3 και το βαθμό προόδου κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης εκπαίδευσης υπολογιζόμενου με συντελεστή 1* αντικαθίσταται με τη φράση Ο συνολικός αυτός βαθμός προκύπτει από το μέσο όρο του βαθμού τον οποίο έλαβε ο εκπαιδευόμενος κατά τις παραπάνω εξετάσεις και το βαθμό προόδου κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης εκπαίδευσης. Η ισχύς αυτού του εδαφίου αρχίζει από 1.1.2000. 6)Στο εδάφιο δ της παραγράφου 2 (3) του άρθρου 3, όπως αντικαταστάθηκε και αναριθμήθηκε ως παράγραφος 2 με την περ. στ παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 2408/1996, η φράση Μέσα σε δέκα (10) το πολύ ημέρες αντικαθίσταται με τη φράση Μέσα σε πέντε (5) το πολύ ημέρες. 7)Στο εδάφιο ε της παραγράφου 3 (4) του άρθρου 3, όπως αντικαταστάθηκε και αναριθμήθηκε ως παράγραφος 3 με την περ. ιστ παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 2408/1996, η φράση στις παραγράφους 2 και 3 αντικαθίσταται με τη φράση στην παράγραφο 2, και η φράση δεν έχουν την ιδιότητα του δικηγόρου αντικαθίσταται με τη φράση δεν έχουν μια από τις αναφερόμενες στο προηγούμενο εδάφιο ιδιότητες. 2.Το εδάφιο α της παραγράφου 1 περ. γ του άρθρου 3, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 6 παρ. 2 περ. 1 του ν. 2408/1996 (ΦΕΚ 104 Α) και παρ. 3 εδάφιο β του άρθρου 22 του ν. 2521/1997 (ΦΕΚ 174 Α) αντικαθίσταται ως εξής: γ. Η πρώτη φάση εκπαίδευσης διαρκεί έντεκα (11) μήνες από 1ης Μαΐου έως 31 Μαρτίου του επόμενου έτους. Η δεύτερη φάση διαρκεί έξι (6) μήνες από 1ης Μαΐου έως 31 Οκτωβρίου. Κατά το μήνα Απρίλιο διεξάγονται οι εξετάσεις που προβλέπονται στην παρ. 2. 3. 1)Η εκπαίδευση των σπουδαστών της Εθνικής Σχολής Δικαστών οι οποίοι φοιτούν στη Σχολή και προέρχονται από το διαγωνισμό του έτους 1997 που είχε προκηρυχθεί με τις υπ αριθ. 67871/18.6.1997 και 99918/5.9.1997 αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης ορίζεται σε δεκαπέντε (15) μήνες. 2)Οι φάσεις σπουδών για τους σπουδαστές της κατηγορίας αυτής διαμορφώνονται ως ακολούθως: Η πρώτη φάση λήγει την 31η Μαΐου 1999. Η δεύτερη φάση διαρκεί από 1.7.1999 έως 30.9.1999. Οι εξετάσεις θα διενεργηθούν από 1 έως 30 Ιουνίου 1999. 4.Στην παράγραφο 3 του άρθρου 5, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3 περίπτωση κστ του ν. 2408/1996, προστίθεται εδάφιο στ που έχει ως εξής: Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση του Γενικού Διευθυντή, πραγματοποιείται εκκαθάριση των Αρχείων της Σχολής. Κατά την εκκαθάριση των Αρχείων καταστρέφονται τα έγγραφα τα οποία δεν έχουν υπηρεσιακή χρησιμότητα ή ιστορική αξία. Η καταστροφή πραγματοποιείται από τριμελή επιτροπή, που αποτελείται από τον υποδιευθυντή σπουδών και δύο υπαλλήλους της Σχολής και συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Διευθυντή. Η επιτροπή συντάσσει αναλυτικό πρωτόκολλο καταστροφής. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το άρθρο μόνο του β.δ. 120/1966 (ΦΕΚ 30 Α). 5.Στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 του ν. 2236/1994, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 21 του ν. 2331/1995 (ΦΕΚ 173 Α) και την παράγραφο 2 περ. στ του άρθρου 6 του ν. 2408/1996 (ΦΕΚ 104 Α), προστίθεται εδάφιο δ που έχει ως εξής: Με την ίδια απόφαση ορίζεται γραμματέας της επιτροπής. Καθήκοντα γραμματέα ανατίθενται σε υπάλληλο της Εθνικής Σχολής Δικαστών, εφόσον ο διαγωνισμός διενεργείται στην έδρα της Σχολής, και στην περίπτωση που ο εισαγωγικός διαγωνισμός διενεργείται εκτός της έδρας της Σχολής, σε δικαστικό υπάλληλο με βαθμό Α που υπηρετεί σε μία από τις δικαστικές υπηρεσίες του τόπου όπου διενεργείται ο διαγωνισμός ή σε υπάλληλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ένα αναπληρωματικό μέλος. 6.Η πρώτη περίοδος του εδαφίου β της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του ν. 2236/1994 (ΦΕΚ 146 Α), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 11 του άρθρου 23 του ν. 2331/1995 (ΦΕΚ 173 Α), αντικαθίσταται ως εξής: Στο τελικό στάδιο οι υποψήφιοι εξετάζονται προαιρετικά σε μία έως δύο από τις ξένες γλώσσες, αγγλική, γαλλική, γερμανική, ιταλική, ισπανική και ρωσική. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ, ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 9 1.Στο άρθρο 12 του ν. 1729/1987 (ΦΕΚ 144 Α) Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 14 του ν. 2161/1993 (ΦΕΚ 119 Α), προστίθεται παράγραφος 4 που έχει ως εξής: 4. Ο υπαίτιος των πράξεων της παραγράφου 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, αν από τη μικροποσότητα ναρκωτικών που έχει προμηθευτεί για τις προσωπικές του ανάγκες, διαθέτει σε άλλον μικρή ποσότητα για δική του αποκλειστική χρήση. Η ποινή αυτή μπορεί να μετατρέπεται σε χρηματική και να αναστέλλεται σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα. Αν συντρέχει διακεκριμένη περίπτωση από την προβλεπόμενη στο άρθρο 6 ή επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του νόμου, επιβάλλεται πρόσκαιρη κάθειρξη και χρηματική ποινή οκτακοσίων χιλιάδων (800.000) δραχμών έως εκατόν είκοσι εκατομμυρίων (120.000.000) δραχμών. Το μέγεθος της μικρής ποσότητας ναρκωτικής ουσίας μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. 2.Στο άρθρο 13 του ν. 1729/1987, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 15 του ν. 2161 /1993, προστίθεται παράγραφος 5, που έχει ως εξής: 5. Των ευεργετικών διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου και των περιπτώσεων α, ε και ί της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του ν. 2331/1995 απολαμβάνουν, εκτός από εκείνους που θα ακολουθήσουν εγκεκριμένο θεραπευτικό πρόγραμμα της ημεδαπής και όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών με την έννοια της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αλλά αποδεδειγμένα την απέκτησαν και την απέβαλαν, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Η απόκτηση της έξης της χρήσης ναρκωτικών ουσιών σε χρόνο προγενέστερο της πράξης πρέπει να αποδεικνύεται κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο από εργαστηριακές εξετάσεις, εκθέσεις ή βεβαιώσεις προερχόμενες από επιστημονικό διευθυντή δημόσιου νοσοκομείου της ημεδαπής ή χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή αναγνωρισμένων από τις αρμόδιες αρχές, θεραπευτικών προγραμμάτων της ημεδαπής ή χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και β) Η εντελής απεξάρτηση να αποδεικνύεται με βεβαίωση αναγνωρισμένης κατά νόμο θεραπευτικής κοινότητας που λειτουργεί νομότυπα στα πλαίσια των θεραπευτικών προγραμμάτων του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας. Η βεβαίωση θα δίδεται μετά από προηγούμενη παρακολούθηση εγκεκριμένου κατά νόμο θεραπευτικού προγράμματος σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης για διάστημα έξι (6) τουλάχιστον μηνών. Σε περίπτωση που δεν προσκομιστεί αυτή η βεβαίωση αλλά αποδέχεται ο κατηγορούμενος την εισαγωγή του, διατάσσεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο η εισαγωγή του αιτουμένου την εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων, σε θεραπευτική κοινότητα του προηγούμενου εδαφίου. Απαιτείται επίσης να προσκομιστεί πιστοποιητικό ότι ο κατηγορούμενος δεν διώκεται για αξιόποινες πράξεις που τυχόν διέπραξε στο διάστημα της επικαλούμενης θεραπείας μέχρι την εκδίκαση του αδικήματος με αφορμή το οποίο ζητεί την εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων που έχουν σχέση με τα ναρκωτικά και την εξασφάλιση μέσων για την προμήθεια τους. 3.Στο τέλος της περιπτώσεως δ της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του ν. 2331/1995 προστίθενται τα εξής εδάφια: Ό αρμόδιος εισαγγελέας δύναται να αναστέλλει με διάταξη του την εκτέλεση ποινής προσώπου που παρακολουθεί εγκεκριμένο κατά νόμο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής απεξάρτησης, εφόσον οι ποινές αυτές αφορούν πράξεις που περιλαμβάνονται στην περίπτωση δ και φέρεται ότι τελέστηκαν πριν την εισαγωγή του διωκομένου στο παραπάνω πρόγραμμα. Το ευεργέτημα της μη εγγραφής σε απόσπασμα ή αντίγραφο φύλλου Ποινικού Μητρώου αποφάσεων ή βουλευμάτων για εγκλήματα σχετικά με τα ναρκωτικά ή κατά της ιδιοκτησίας και περιουσίας του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτά καθορίζονται στην περίπτωση α, παρέχεται κατά τη διαδικασία της περιπτώσεως δ της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του ν. 2331/1995 στα πρόσωπα για τα οποία ολοκλήρωσαν με επιτυχία το πρόγραμμα υποκατάστασης (Π.Υ.) και έχουν απεξαρτηθεί σωματικά και ψυχικά. 4.Η παρ. 5 του άρθρου 14 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 του ν. 2161/1993, αντικαθίσταται ως εξής: Ή καταδικαστική απόφαση αναγράφεται μόνο στα αντίγραφα που προορίζονται για δικαστική χρήση, στην περίπτωση κατά την οποία εκείνος που καταδικάστηκε έχει απολυθεί υπό όρους μετά από επιτυχή παρακολούθηση θεραπευτικού προγράμματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και του άρθρου 26 του αυτού νόμου. 5.Στην περίοδο ε του εδαφίου δ του άρθρου 21 του ν. 2331/1995 μετά τη φράση όπως αυτά που καθορίζονται στο εδάφιο α και πριν από τη φράση εκτός από εκείνα προστίθεται η φράση του παρόντος άρθρου και στο εδάφιο α της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 του ν. 2161/1993. Άρθρο 10 Ίδρυση και στελέχωση κέντρων απεξάρτησης τοξικομανών κρατουμένων 1.Ιδρύονται δύο (2) Ειδικά Θεραπευτικά Καταστήματα με τίτλο: 1)Κέντρο Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων με έδρα το Δημοτικό Διαμέρισμα Ελαιώνα του Δήμου Θηβαίων και β) Κέντρο Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων, με έδρα το Δήμο Κασσάνδρας Χαλκιδικής. Σκοπός των καταστημάτων αυτών είναι η θεραπευτική μεταχείριση τοξικομανών κρατουμένων για τη σωματική και ψυχική τους απεξάρτηση. 2.Για τη στελέχωση του πρώτου (Κέντρου Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων με έδρα το Δημοτικό Διαμέρισμα Ελαιώνα του Δήμου Θηβαίων): Α) Συνιστώνται: 1)3 θέσεις κατηγορίας ΤΕ - Κλάδου Τεχνολογίας Γραφικών Τεχνών, 2)1 θέση κατηγορίας ΤΕ - Κλάδου Ηλεκτρονικών, 3)1 θέση κατηγορίας ΔΕ - Κλάδου Ηλεκτρονικών, 4)1 θέση κατηγορίας ΤΕ - Κλάδου Τεχνολόγων Δομικών Έργων, 5)10 θέσεις κατηγορίας ΤΕ - Κλάδου Ψυχολόγων. Β) Αυξάνονται οι υφιστάμενες οργανικές θέσεις των καταστημάτων κράτησης ως κατωτέρω: 1)Κλάδου ΠΕ Ιατρών ψυχιάτρων κατά οκτώ (8) οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε είκοσι επτά (27) και κλάδου ΠΕ ψυχολόγων κατά έξι (6) οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε δεκαέξι (16). 2)Κλάδου ΤΕ Υγείας και Πρόνοιας ειδικότητας Κοινωνικής - Εργασίας κατά είκοσι τέσσερις (24), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε εκατόν είκοσι τεσσάρων (124), 3)Κλάδου ΠΕ Ιατρών ειδικότητας Παθολόγου, κατά τέσσερις (4), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τριάντα δύο (32), 4)Κλάδου ΠΕ Ιατρών ειδικότητας Μικροβιολογίας κατά δύο (2), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τρεις (3), 5)Κλάδου ΠΕ Φαρμακοποιών κατά δύο (2), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τρεις (3), στ) Κλάδου ΤΕ Τεχνολογίας Γεωπονίας κατά μία (1), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε έξι (6), 11)Κλάδου ΤΕ Προσωπικού Υγείας Πρόνοιας ειδικότητας Νοσηλευτικής κατά δώδεκα (12), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τριάντα τρεις (33), 12)Κλάδου ΤΕ Διοικητικού - Λογιστικού κατά είκοσι τέσσερις (24), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε είκοσι εννέα (29), 13)Κλάδου ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού κατά δώδεκα (12), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε διακόσιες δώδεκα (212), 14)Κλάδου ΔΕ Τεχνικού κατά δώδεκα (12), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε είκοσι οκτώ (28), 15)Κλάδου ΔΕ Βοηθών Νοσοκόμων κατά δέκα (10), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τριάντα πέντε (35), 16)Κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Προσωπικού κατά οκτώ (8), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε έντεκα (11). 3.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Υγείας και Πρόνοιας και Δικαιοσύνης καθορίζονται οι αναγκαίες θέσεις για την έναρξη της λειτουργίας του Ειδικού Θεραπευτικού Καταστήματος. Για την κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος άρθρου πλήρωση των θέσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 21 του ν. 2446/1996 (ΦΕΚ 276 Α). Άρθρο 11 Επιλογή ατόμων που εισάγονται στα κέντρα απεξάρτησης τοξικομανών κρατουμένων Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 2161/1993 (ΦΕΚ 118 Α) προστίθεται η εξής φράση: Με την ίδια κοινή απόφαση καθορίζονται οι προϋποθέσεις και ο τρόπος επιλογής των ατόμων που εισάγονται στα ως άνω καταστήματα. Άρθρο 12 1.Στο άρθρο 74 του Ποινικού Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 1 από το άρθρο 1 παράγραφος 2 του ν. 2408/1996 και της παραγράφου 3 από την παράγραφο 3 του άρθρου 20 του ν. 2331/1995, προστίθεται παράγραφος 4, που έχει ως εξής: 4. Ο αλλοδαπός, μέχρι την απέλαση του, εξακολουθεί να παραμένει κρατούμενος οε ειδικούς χώρους των κατασπιμάτων κράτησης ή θεραπευτικών καταστημάτων. 2.Στην παράγραφο 2 του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4α του άρθρου 1 του ν. 2408/1996, προστίθεται εδάφιο τρίτο, που έχει ως εξής: γ. Η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής επέρχεται με την πραγματοποίηση της απέλασης του αλλοδαπού από τη χώρα. Στην περίπτωση αυτήν ο χρόνος κράτησης του, σύμφωνα με την παρ, 4 του άρθρου 74 του Ποινικού Κώδικα, αφαιρείται από την ποινή που έχει ανασταλεί. Άρθρο 13 1.Στην παράγραφο 2 του άρθρου 82 του Π.Κ. προστίθεται εδάφιο που έχει ως ακολούθως: Ή περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία, μπορεί, με απόφαση του δικαστηρίου ειδικά αιτιολογημένη, να μετατραπεί σε χρηματική, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί για να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. 2.Κατηγορούμενοι που έχουν εις βάρος τους καταδικαστικές αποφάσεις με ποινές φυλάκισης από δύο έως τρία έτη, μπορούν, με αίτηση τους απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που τις επέβαλε, να ζητήσουν τη μετατροπή τους σε χρηματική με τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου. Άρθρο 14 1.Στα άρθρα 98, 289, 379 και 393 του Ποινικού Κώδικα γίνονται οι ακόλουθες προσθήκες: 1.1. Στο άρθρο 98 του Π.Κ. αριθμείται το ισχύον κείμενο ως παράγραφος 1 και προστίθεται παράγραφος 2 που έχει ως εξής: 2. Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. 1.2. Στο άρθρο 289 του Π.Κ. αριθμείται το ισχύον κείμενο ως παράγραφος 1 και προστίθεται παράγραφος 2 που έχει ως εξής: 2.Ο υπαίτιος των πράξεων της προηγούμενης παραγράφου απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν με την ελεύθερη θέληση του μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έχει επιχειρήσει να μειώσει την έκταση του κινδύνου που έχει προκαλέσει και σε περίπτωση βλάβης ξένων πραγμάτων έχει ικανοποιήσει πλήρως τους ζημιωθέντες, με την καταβολή του κεφαλαίου των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που έχουν εκκαθαριστεί. 1.3. Στο άρθρο 379 του Π.Κ. αριθμείται το ισχύον κείμενο ως παράγραφος 1 και προστίθεται παράγραφος 2 που έχει ως εξής: 2. Ο υπαίτιος της πράξης της υπεξαίρεσης εφόσον η πράξη αυτή δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα με τη θέληση του, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την καταβολή του κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που έχουν εκκαθαριστεί και δηλώσει τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του. 1.4. Στο άρθρο 393 του Π.Κ. αριθμείται το ισχύον κείμενο ως παράγραφος 1 και προστίθεται παράγραφος 2 που έχει ως εξής: 2.Ο υπαίτιος των εγκληματικών πράξεων των άρθρων 386, 386 Α, εφόσον δεν τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, 388 και 390 του Ποινικού Κώδικα απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν με ελεύθερη θέληση του ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την καταβολή του κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που έχουν εκκαθαριστεί και δηλώσει τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του. 2.Στην παράγραφο 3 του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 7α του άρθρου 1 του ν. 2408/1996 (ΦΕΚ 104 Α): 1)Αντικαθίσταται η προστεθείσα με την παράγραφο 7α φράση ως εξής: Εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. 2)Προστίθεται δεύτερο εδάφιο που έχει ως εξής: Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών. 3. 1)Στην παράγραφο 1 του άρθρου 375 του Π.Κ. προστίθενται εδάφια που έχουν ως εξής: Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. 2)Στην παράγραφο 2 του άρθρου 375 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, προστίθεται εδάφιο δεύτερο, που έχει ως εξής: Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. 4.Η παράγραφος 3 του άρθρου 386 του Π.Κ., όπως έχει αντικατασταθεί με την παράγραφο 11 του άρθρου 1 του ν. 2408/1996, αντικαθίσταται ως εξής: 3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. 5. 1)Η περίπτωση γ του άρθρου 256 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης συνολικά των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή β) το αντικείμενο της πράξης έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. 2)Η περίπτωση γ του άρθρου 258 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. 6.Στην παράγραφο 3 του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 7β του άρθρου 1 του ν. 2408/1996 (ΦΕΚ 104 Α), μετά τη φράση κάθειρξη, εάν προστίθεται το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη. 7.Στο άρθρο 374 του Π.Κ. στην περίπτωση ε μετά τη φράση κατ επάγγελμα ή κατά συνήθεια προστίθεται η φράση ή αν η συνολική αξία των αντικειμένων της κλοπής υπερβαίνει το ποσό των είκοσι, πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. 8.Στο άρθρο 404 του Ποινικού Κώδικα επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: 1)Στην παράγραφο 1 η φράση με φυλάκιση μέχρι δύο ετών αντικαθίσταται με τη φράση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. β Στην παράγραφο 3 η φράση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών αντικαθίσταται με τη φράση με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. 2)Η παράγραφος 5 καταργείται και η επόμενη παράγραφος 6 αριθμείται ως 5. Άρθρο 15 1.Κρατούμενοι που κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν ποινή φυλάκισης απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, εφόσον: 1)Η ποινή τους έχει διάρκεια μέχρι δύο έτη και έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο αυτής, χωρίς να έχουν καταστεί φυγόποινοι μετά την καταδίκη τους. 2)Η ποινή τους έχει διάρκεια μεγαλύτερη των δύο ετών και έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα τρίτο αυτής, χωρίς να έχουν καταστεί φυγόποινοι μετά την καταδίκη τους. 2.Όσοι απολύονται με βάση τις πιο πάνω διατάξεις, αν υποπέσουν μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε νέο από δόλο τελούμενο έγκλημα και καταδικαστούν αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη του έτους, εκτίουν αθροιστικά και το υπόλοιπο της ποινής, για το οποίο έχουν απολυθεί υπό όρο. 3.Οι διευθυντές των σωφρονιστικών καταστημάτων υποβάλλουν μέσα σε πέντε ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στον εισαγγελέα του τόπου έκτισης της ποινής τους φακέλους των καταδίκων οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου. 4.Απολύσεις που γίνονται κατά το άρθρο αυτό ανακοινώνονται από τους διευθυντές των καταστημάτων κράτησης στις αρμόδιες υπηρεσίες ποινικού μητρώου και καταχωρούνται στα οικεία δελτία των απολυθέντων. 5.Δεν επιτρέπεται η προσωπική κράτηση όσων απολύονται κατά το άρθρο αυτό για την είσπραξη των δικαστικών εξόδων και τελών που τους έχουν επιβληθεί με τις οικείες καταδικαστικές αποφάσεις. Εφόσον στους ανωτέρω έχει επιβληθεί και χρηματική ποινή, αυτή βεβαιώνεται αρμοδίως πριν την απόλυση τους κατά τις κείμενες διατάξεις. 6.Κάθε αμφισβήτηση ως προς την εφαρμογή του άρθρου αυτού λύεται από το Συμβούλιο των Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και στους κατάδικους που αποκτούν τις προϋποθέσεις του μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου και εφόσον η έκτιση της ποινής τους έχει αρχίσει κατά τη δημοσίευση του παρόντος. Άρθρο 16 Αναστολή ποινής επί αλλοδαπών καταδικασθέντων Αλλοδαποί που κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν ποινή φυλάκισης, που τους είχε επιβληθεί πριν από τη δημοσίευση του ν. 2408/1996, μπορούν να ζητήσουν από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής τους την άμεση εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, όπως συμπληρώθηκε και με τον παρόντα νόμο, εφόσον η έκτιση της ποινής άρχισε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2408/1996. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί και αυτεπάγγελτα από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. Άρθρο 17 Αυτεπάγγελτος διορισμός συνηγόρων Μετά το άρθρο 96 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο με τον αριθμό 96Α, το οποίο έχει ως εξής: Άρθρο 96 1.Σε κάθε περίπτωση που προβλέπεται αυτεπαγγέλτως διορισμός για τον κατηγορούμενο συνηγόρου, από το δικαστήριο ή συμβούλιο ή από τον ανακριτή, η επιλογή του γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κατά τις διατάξεις της επόμενης παραγράφου. 2.Συνήγορος διορίζεται και όταν ο κατηγορούμενος κατά του οποίου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βαθμό πλημμελήματος ή δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της προηγούμενης παραγράφου, δεν έχει οικονομική δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο. Η αίτηση υποβάλλεται στον προϊστάμενο των υπηρεσιών του δικαστηρίου ή τον δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, υποχρεωτικά πριν από τη δίκη ή τη δικαστική ενέργεια για την οποία ζητείται ο διορισμός, πέντε τουλάχιστον ημέρες επί συντμήσεως προθεσμίας, δέκα ημέρες εάν μεσολαβεί διάστημα ολιγότερο του μήνα από την κλήτευση και έναν τουλάχιστον μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση. Διαλαμβάνει το λόγο για τον οποίο ζητείται ο διορισμός, τη διαδικαστική ενέργεια ή δίκη για την οποία ζητείται και συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία της επικαλούμενης οικονομικής αδυναμίας. Αν πιθανολογηθεί η βασιμότητα της αίτησης διορίζεται συνήγορος από τον πίνακα της επόμενης παραγράφου. Ο κατηγορούμενος έχει υποχρέωση να αποδεχθεί το συνήγορο που του διορίστηκε στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου. Ο διορισμός ισχύει μέχρι την οριστική περάτωση της δίκης ή διαδικαστικής ενέργειας στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και για την άσκηση ενδίκου μέσου. 3.Ο οικείος δικηγορικός σύλλογος μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου κάθε τρίτου έτους καλεί τους δικηγόρους που το επιθυμούν να γραφούν στον πίνακα που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο. Ο πίνακας καταρτίζεται με ευθύνη του δικηγορικού συλλόγου και συμπληρώνεται έως το τέλος του Ιουνίου, ισχύει δε για την επόμενη τριετία. Διαγράφεται από τον πίνακα και δεν μπορεί να γραφεί στο μέλλον δικηγόρος που αρνήθηκε να αναλάβει ή εγκατέλειψε το έργο της υπεράσπισης χωρίς σπουδαίο λόγο, κατά την κρίση του προέδρου ή δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Οι τελευταίοι συντάσσουν σχετική έκθεση, η οποία με ευθύνη της γραμματείας του Δικαστηρίου αποστέλλεται στο δικηγορικό σύλλογο. Ο πίνακας αποστέλλεται από τον τοπικό δικηγορικό σύλλογο στα δικαστήρια της περιφέρειας του και τίθεται στη διάθεση των δικαστών και των ανακριτών. Ο διορισμός συνηγόρου γίνεται κατά τη σειρά εγγραφής στον πίνακα. Εκ νέου διορισμός δικηγόρου που έχει διοριστεί επιτρέπεται μετά την εξάντληση του αριθμού των επόμενων κατά σειρά εγγεγραμμένων. 4.Στους διοριζόμενους αυτεπαγγέλτως από τον πίνακα δικηγόρους καταβάλλεται, εφόσον άσκησαν το έργο της υπεράσπισης, η προβλεπόμενη κατώτατη αμοιβή από τον Κώδικα των Δικηγόρων. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή συμβουλίου ή ο ανακριτής ή ανακριτικός υπάλληλος μπορούν να ορίζουν, με συνοπτικά αιτιολογημένη πράξη τους, αυξημένη αμοιβή εν όψει της διάρκειας του υπερασπιστικού έργου που ο συνήγορος έφερε σε πέρας. 5.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών τίθενται τα πλαίσια και ορίζεται ο τρόπος εκκαθάρισης και καταβολής της κατά την προηγούμενη παράγραφο αμοιβής και ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού. 6.Όπου στις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 3, 200 παρ. 1 εδ. β, 340, 376, 423 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας γίνεται λόγος για πίνακα του Δικηγορικού Συλλόγου, εννοείται ο πίνακας της παρ. 3 του παρόντος. 7.Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από 1.7.1999. Άρθρο 18 Προσθήκη και τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας 1.Στο εδάφιο Α του άρθρου 114 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με την παράγραφο 4α του άρθρου 2 του ν. 2408/1996, προστίθεται περίπτωση δ, που έχει ως εξής: δ. εκείνα των άρθρων 259 και 397 του Ποινικού Κώδικα. 2.Από την περίπτωση ε του εδαφίου Β του ως άνω άρθρου του Κ.Π.Δ., όπως προστέθηκε με την παράγραφο 4β του ίδιου άρθρου 2 του πιο πάνω νόμου, απαλείφονται οι διατάξεις των άρθρων 314 και 372 παρ. 1 εδ. α του Ποινικού Κώδικα και η διάταξη παραμένει ως εξής: ε του άρθρου 179 του Ποινικού Κώδικα. 3.Οι διατάξεις των πιο πάνω παραγράφων δεν εφαρμόζονται στις υποθέσεις για τις οποίες είχε γίνει κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 320 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού. 4.Στο άρθρο 248 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται παράγραφος 4 που έχει ως εξής: 4. Ο ανακριτής οφείλει να περατώσει την κύρια ανάκριση μέσα σε ένα έτος και τη συμπληρωματική ανάκριση μέσα σε τρεις μήνες αφότου η δικογραφία περιέλθει σε αυτόν. Οι προθεσμίες αυτές μπορούν να παραταθούν τμηματικά μέχρι έξι (6) μήνες και δύο (2) μήνες, με αιτιολογημένη σε κάθε περίπτωση απόφαση του οικείου δικαστικού συμβουλίου, στο οποίο ο ανακριτής απευθύνεται πριν από τη συμπλήρωση των πιο πάνω προθεσμιών. Κατ εξαίρεση για τα Πρωτοδικεία Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, η παράταση μπορεί να δοθεί με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, για ένα (1) έτος και έξι (6) μήνες, αντίστοιχα. 5.Στο άρθρο 502 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται παράγραφος 6 που έχει ως εξής: 6. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικώς δεκτή και αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ εφαρμογή των άρθρων 59 και 61, δεσμεύεται από την απόφαση του για το τύποις παραδεκτό της εφέσεως, στη μετ αναβολή συζήτηση αυτής. 6.Το άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 2172/1993 (ΦΕΚ 207 Α) τροποποιείται ως ακολούθως: 1)Στο τέλος του πρώτου εδαφίου μετά τη φράση στο Δικαστήριο αυτό προστίθεται η φράση εκτός εκείνων που είχαν κληρωθεί κατά την έναρξη της αμέσως προηγούμενης διετίας ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη και άσκησαν τα καθήκοντα τους για δεκαοκτώ τουλάχιστον μήνες. 2)Στο τέταρτο, έκτο και όγδοο εδάφιο της ίδιας παραγράφου διαγράφεται η λέξη όλων και προστίθεται μετά τις λέξεις Εφετών, Προέδρων Εφετών, Εφετών στα ίδια εδάφια η φράση του πρώτου εδαφίου. 3)Στο τέλος του τελευταίου εδαφίου μετά τη λέξη κωλύονται προστίθεται η φράση ανεξάρτητα από τη διάρκεια της έλλειψης, της απουσίας ή του κωλύματος. 7.Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 155 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται η φράση ή τον υπάλληλο του Δήμου ο οποίος έχει οριστεί για το σκοπό αυτόν με απόφαση του Δημάρχου. 8.Το εδάφιο δ του άρθρου 556 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως ακολούθως: δ) αν η ποινή δεν υπερβαίνει τα δύο έτη για αποδεδειγμένες οικογενειακές ή επαγγελματικές ανάγκες και έως έξι το πολύ μήνες. Άρθρο 19 Αναστολή προθεσμιών ενδίκων μέσων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Στο άρθρο 473 του Κ.Π.Δ. προστίθεται παράγραφος 4 που έχει ως εξής: 4. Οι παραπάνω προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων και αποφάσεων αναστέλλονται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου. Άρθρο 20 Εξάλειψη αξιοποίνου επί μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών Στον α.ν. 86/1967 (ΦΕΚ 136 Α) προ του υπάρχοντος άρθρου 2 που αναριθμείται σε άρθρο 3, προστίθεται άρθρο 2, που έχει ως εξής: Άρθρο 2 Το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος εξόφλησε πλήρως τις βαρύνουσες αυτόν ασφαλιστικές εισφορές σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης. Σε περίπτωση εξόφλησης και εφόσον δεν έχει επιδοθεί κλητήριο θέσπισμα στον κατηγορούμενο, οι δικογραφίες τίθενται στο αρχείο με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, η οποία εγκρίνεται από τον Εισαγγελέα Εφετών. Άρθρο 21 Αναστολή εφαρμογής διατάξεων περί ποινικού μητρώου και Κώδικα Βασικών Κανόνων Μεταχείρισης των Κρατουμένων 1.Η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 έως και 15 του Κεφαλαίου Β του ν. 1805/1988 Εκσυγχρονισμός του θεσμού του Ποινικού Μητρώου, τροποποίηση ποινικών διατάξεων και ρύθμιση άλλων σχετικών θεμάτων (ΦΕΚ 199 Α) αναστέλλεται μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2001. 2.Η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 58 έως 60 και 64 έως 75 του Κώδικα Βασικών Κανόνων Μεταχείρισης των Κρατουμένων (ν. 1851/.1989, ΦΕΚ 122 Α), η οποία είχε ανασταλεί μέχρι 31.12.1998 με τις διατάξεις της παραγράφου 19γ του άρθρου 3 του ν. 2479/1997 (ΦΕΚ 67 Α), αναστέλλεται εκ νέου από την πιο πάνω ημερομηνία μέχρι 31.12.2000. Κατά τη διάρκεια της αναστολής διατηρείται η ισχύς των άρθρων 53 έως 68 του α.ν. 125/1967 (ΦΕΚ 152 Α). Άρθρο 22 Περιπτώσεις της κατ έγκληση δίωξης του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής 1.Το εδάφιο γ της παραγράφου 5 του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, που προστέθηκε με το άρθρο 4 παράγραφος 1α του ν. 2408/1996, αντικαθίσταται ως εξής: γ) Για πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου. 2.Αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1γ του άρθρου 4 του ν. 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Η παραπάνω δήλωση και η ανάκληση της έγκλησης γίνονται στις αρχές της παραγράφου 2 του άρθρου 52 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 3.Τα εδάφια α, β και γ της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του ν. 2521/1997 εφαρμόζονται και για τις δικαστικές αποφάσεις που κατέστησαν αμετάκλητες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή θα καταστούν αμετάκλητες μέσα σε ένα εξάμηνο από την έναρξη ισχύος του. Άρθρο 23 Τάξη και ασφάλεια σωφρονιστικών καταστημάτων Η διατήρηση της τάξης και ασφάλειας του καταστήματος αποτελεί καθήκον του σωφρονιστικού προσωπικού. Αν εκδηλωθεί ομαδική απείθεια, στάση, αντίσταση κρατουμένων σε νόμιμη διαταγή και ιδίως στη διαταγή επιστροφής και εγκλεισμού στα κελιά, ο εισαγγελέας και ο νόμιμος αναπληρωτής του και σε περίπτωση κατεπείγοντος ο διευθυντής της φυλακής ή ο υποδιευθυντής ή ο αρχιφύλακας που αναπληρώνει το διευθυντή μπορεί να καλεί την αστυνομική δύναμη προς παροχή οποιασδήποτε κατά την κρίση του αναγκαίας συνδρομής, συμπεριλαμβανομένης και της επέμβασης στην περίπτωση στάσης. Ο τρόπος της επέμβασης αποφασίζεται από τον επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης. Η πρόσκληση γίνεται εγγράφως και σε κατεπείγουσα περίπτωση προφορικώς, οπότε ακολουθεί σχετικό έγγραφο. Αν η επέμβαση της αστυνομικής δύναμης είναι κατά την κρίση των ως άνω οργάνων άμεσα αναγκαία και δεν παρευρίσκεται εισαγγελέας κατ αυτήν, ενημερώνεται αυτός αμέσως προκειμένου να μεταβεί στο σωφρονιστικό κατάστημα. Άρθρο 24 Συνέπειες καταδίκης προσωπικού Α.Ε.Ι. Η παράγραφος 2 του άρθρου 331 του ν. 5343/1932 (ΦΕΚ 86 Α) τροποποιείται ως εξής: 2. Μέλος του διδακτικού προσωπικού ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος απέχει υποχρεωτικά από την άσκηση των καθηκόντων του, αν καταδικάστηκε σε στερητική της ελευθερίας ποινή από πρωτόδικο δικαστήριο για πράξη σε βαθμό κακουργήματος ή για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, πλαστογραφία, ψευδορκία, ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμιση ή για έγκλημα σχετικά με το νόμισμα ή την υπηρεσία ή κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή είναι προσωρινά κρατούμενος για οποιοδήποτε έγκλημα και για όσο χρόνο κρατείται. Άρθρο 25 Εξάλειψη αξιοποίνων και παύση ποινικής δίωξης ορισμένων αξιόποινων πράξεων διαπραχθεισών κατά τις αγροτικές κινητοποιήσεις 1.Εξαλείφεται το αξιόποινο των πράξεων των άρθρων 290, 291 και 292 του Ποινικού Κώδικα που αφορούν την παρακώλυση συγκοινωνιών, καθώς και των παραβάσεων του άρθρου 34 παρ. 12 του ν. 2696/1999 (ΦΕΚ 57 Α) και έχουν τελεστεί προ του Μαρτίου του έτους 1997, εκ μέρους αγροτών κατά τη διάρκεια αγροτικών κινητοποιήσεων, με τη μορφή βίαιης διακοπής συγκοινωνιών και σε βάρος της αγροτικής και εθνικής οικονομίας. 2.Την παύση της ποινικής δίωξης κηρύσσει το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμούν υποθέσεις της ανωτέρω μορφής, με πρόταση του εισαγγελέα της έδρας ή με αίτηση του κατηγορουμένου, είτε και αυτεπαγγέλτως, οι τυχόν δε αμετακλήτως επιβληθείσες ποινές διαγράφονται επίσης από το Ποινικό Μητρώο με απόφαση του δικαστηρίου που τις επέβαλε, ύστερα από αίτηση του καταδικασθέντος ή πρόταση του εισαγγελέα της έδρας του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ Άρθρο 26 Αρμοδιότητα επί ζημίας που προκλήθηκε από αυτοκίνητο Μετά το άρθρο 40 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 40Α που έχει ως εξής: Άρθρο 40 Α Διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημιές που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο, μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου προκλήθηκε η ζημία. Άρθρο 27 Εκτέλεση απόφασης περί απόδοσης τέκνου Η παράγραφος 1 του άρθρου 950 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 2447/1996 (ΦΕΚ 278 Α), αντικαθίσταται ως εξής: 1. Με την απόφαση που διατάζεται η απόδοση ή παράδοση τέκνου καταδικάζεται ο γονέας που έχει το τέκνο να εκτελέσει αυτή την πράξη και με την (δια απόφαση, για την περίπτωση που δεν την εκτελέσει, απαγγέλλεται αυτεπαγγέλτως χρηματική ποινή έως δύο εκατομμύρια δραχμές υπέρ του αιτούντος την απόδοση ή παράδοση ή σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος ή και στις δύο ποινές. Αν το τέκνο δεν βρεθεί, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 861 έως 866. Άρθρο 28 1.Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 1544 του Αστικού Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό τέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2447/1996 που κύρωσε τον Κώδικα του σχεδίου νόμου Υιοθεσία, επιτροπεία και αναδοχή ανηλίκου, δικαστική συμπαράσταση, δικαστική επιμέλεια ξένων υποθέσεων και συναφείς ουσιαστικές, δικονομικές και μεταβατικές διατάξεις, αντικαθίσταται ως εξής: Αυτός που υιοθετεί ανήλικο πρέπει να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον κατά δεκαοκτώ, αλλά όχι και περισσότερο από πενήντα χρόνια. Ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για εκείνον από τους συζυγούς που επιθυμεί να υιοθετήσει τέκνο που υιοθετείται ή που έχει ήδη υιοθετηθεί από το σύζυγο του. 2.Υποθέσεις περί υιοθεσίας που ήσαν εκκρεμείς την 30.6.1998 κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από το ν. 2447/1996 Κύρωση ως Κώδικα του σχεδίου νόμου Υιοθεσία, επιτροπεία και αναδοχή ανηλίκου, δικαστική συμπαράσταση, δικαστική επιμέλεια ξένων υποθέσεων και συναφείς ουσιαστικές, δικονομικές και μεταβατικές διατάξεις (ΦΕΚ 78 Α), εφόσον ο υιοθετούμενος είναι τέκνο αδελφού ή αδελφής εκείνου που υιοθετεί και ο αδελφός ή η αδελφή έχει ήδη αποβιώσει. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ Άρθρο 29 Περί της αρμοδιότητας των Διοικητικών Δικαστηρίων 1.Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 (ΦΕΚ 268 Α) αντικαθίστανται ως εξής: 1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση σε πρώτο βαθμό αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών, οι οποίες αφορούν: 1)το διορισμό και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων (πολιτικών, στρατιωτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, 2)την εισαγωγή και κατάσταση γενικώς μαθητών των παραγωγικών σχολών των πιο πάνω υπαλλήλων και τις μεταβολές της κατάστασης των έφεδρων αξιωματικών, 3)την πρόσληψη και την κατάσταση γενικώς του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξαρτήτως από τη φύση της σχέσης που το συνδέει, καθώς και το προσωπικό γενικώς των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και φροντιστηρίων, 4)την εφαρμογή της εκπαιδευτικής νομοθεσίας για τους μαθητές, σπουδαστές, φοιτητές, υποτρόφους και μετεκπαιδευομένους, 5)την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρουμένων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών, 6)την τακτοποίηση, προσκύρωση και αναλογισμό αποζημίωσης ακινήτων, 7)το χαρακτηρισμό κτισμάτων ή κατασκευών ως αυθαιρέτων και την εξαίρεση τους από την κατεδάφιση. 2.Εξακολουθούν να υπάγονται στην κατά πρώτο και τελευταίο βαθμό αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας αιτήσεις ακυρώσεως που αφορούν: 1)το διορισμό ή την πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση γενικώς των δικαστικών λειτουργών και των ανώτατων υπαλλήλων, 2)την προαγωγή από ανώτερο σε ανώτατο βαθμό της υπαλληλικής ιεραρχίας, εκτός από την προαγωγή στο βαθμό του ταξίαρχου ή αντίστοιχο, 3)την εκλογή και την υπηρεσιακή κατάσταση γενικώς των μελών του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, 4)την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την αναγνώριση τίτλων σπουδών της αλλοδαπής. 2. 1)Στην παράγραφο 1 του άρθρου 7 του ν. 702/1977 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του π.δ. 341/1978 (ΦΕΚ 268 Α) προστίθεται περίπτωση ε, που έχει ως εξής: ε) Για την υγειονομική περίθαλψη των υπαλλήλων, των λοιπών ασφαλισμένων του Δημοσίου και των μελών των οικογενειών τους και 2)στο τέλος των ίδιων παραγράφων των παραπάνω διατάξεων προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: Στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διοικητικές διαφορές ουσίας, και οι διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ της Διοίκησης και τρίτων προσώπων, τα οποία βλάπτονται από πράξη ή παράλειψη που αφορά αναγνώριση ή χορήγηση δικαιώματος, ευεργετήματος ή οποιασδήποτε άλλης παροχής, κατ εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής. 3.Η περίπτωση θ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 (ΦΕΚ 182 Α) αντικαθίσταται ως εξής: θ) Τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. 4.Στο άρθρο 1 του ν. 1406/1983 προστίθεται παράγραφος 3, που έχει ως εξής: 3. Στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά: α) τη χορήγηση ή την ανάκληση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας και την επιβολή κυρώσεων κατά τη λειτουργία καταστημάτων και εργαστηρίων υγειονομικού ενδιαφέροντος, καθώς και των επιχειρήσεων που εξομοιούνται με αυτά, περιλαμβανομένων και των διαφορών που προκαλούνται από πράξεις, οι οποίες εκδίδονται κατ εφαρμογή της νομοθεσίας περί μηχανολογικών εγκαταστάσεων και αποτελούν προϋπόθεση για τη χορήγηση των ανωτέρω αδειών, β) τη χορήγηση, ανάκληση ή αφαίρεση άδειας κυκλοφορίας οχημάτων και την επιβολή συναφών κυρώσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προβλεπόμενες από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, γ) την παραχώρηση δικαιώματος και τον καθορισμό των όρων εκμετάλλευσης αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (λεωφορείων, φορτηγών, επιβατηγών, βυτιοφόρων και λοιπών), τη μεταβολή της έδρας τους, καθώς και κάθε άλλη σχετική μεταβολή, δ) επιβολή πειθαρχικών ποινών σε μέλη επαγγελματικών ενώσεων με χαρακτήρα νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όπως είναι, ιδίως, οι ιατρικοί, οδοντιατρικοί και φαρμακευτικοί σύλλογοι, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος και η Ένωση Ελλήνων Χημικών. 5.Στο άρθρο 3 του ν. 1406/1983 προστίθεται παράγραφος 3, που έχει ως εξής: 3. Στις διαφορές της περίπτωσης θ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του νόμου αυτού, οι οποίες προκαλούνται από πράξεις ή παραλείψεις αφορώσες περιοδική παροχή, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης ανεξαρτήτως από το ποσό της διαφοράς. 6.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, κωδικοποιούνται σε ενιαίο κείμενο οι διατάξεις με τις οποίες διοικητικές διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ως διαφορές ουσίας. Αν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της κωδικοποίησης, μπορεί να μεταβληθεί η σειρά, η αρίθμηση και η φραστική διατύπωση των άρθρων και παραγράφων. Άρθρο 30 1.Η διάταξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 9 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 42 του ν. 2172/1993 (ΦΕΚ 207 Α), καταργείται. 2.Η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του Κώδικα περί Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών του ν. 1756/1988, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: 1. Σε πάρεδρο ΤΟU Συμβουλίου της Επικρατείας προάγεται κατ εκλογή εισηγητής με πέντε (5) έτη υπηρεσίας, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία του ως δόκιμου εισηγητή. Άρθρο 31 Αναπλήρωση Προϊσταμένου Γραμματείας Σ.τ.Ε. Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 3. Τον Προϊστάμενο της Γραμματείας, όταν ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνει ένας από τους Προϊσταμένους Τμημάτων της Γραμματείας, που ορίζεται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τον πιο πάνω αναπληρωτή προϊστάμενο αναπληρώνει υπάλληλος που ορίζεται επίσης από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Άρθρο 32 Κοινοποίηση αναιρέσεων Σ.τ.Ε. και κατάθεση έκθεσης εισηγητή 1.Η παράγραφος 4 του άρθρου 21 του ν.δ. 170/1973 (ΦΕΚ 229 Α), όπως διαμορφώθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 20 του ν. 702/1977, αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 1470/1984 (ΦΕΚ 112 Α) και κωδικοποιήθηκε, με την ίδια αρίθμηση, με το π.δ. 18/1989, αντικαθίσταται ως εξής: Σε περίπτωση αιτήσεως αναιρέσεως, η κοινοποίηση αυτής και της πράξης που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο γίνεται στον αναιρεσίβλητο, μόνης δε της πράξης στον αναιρεσείοντα. Αν στην αίτηση αναιρέσεως δεν αναγράφεται διεύθυνση του αναιρεσίβλητου, χωρίς να γίνεται σε αυτή μνεία ότι από κανένα δικόγραφο του αναιρεσίβλητου δεν προκύπτει η διεύθυνση του ή αν διαπιστωθεί ότι η διεύθυνση που έχει αναγραφεί είναι εσφαλμένη και δεν φέρεται σε κανένα δικόγραφο του αναιρεσίβλητου, η αίτηση εισάγεται για συζήτηση με ειδική πράξη του Προέδρου ή του Προέδρου του οικείου Τμήματος. Στην περίπτωση αυτήν το δικαστήριο αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης και με απόφαση του, που κοινοποιείται στον αναιρεσείοντα, ορίζει νέα δικάσιμο και διατάσσει την κοινοποίηση της απόφασης αυτής και του αναιρετηρίου με επιμέλεια του αναιρεσείοντος. Αν δεν γίνει η κοινοποίηση αυτή ή η κοινοποίηση δεν γίνει εμπροθέσμως και νομοτύπως και ο αναιρεσίβλητος δεν παραστεί κατά τη συζήτηση, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και με πράξη του Προέδρου ορίζεται νέα δικάσιμος για να γίνει από τον αναιρεσείοντα νέα κοινοποίηση της αναίρεσης και της πράξης του Προέδρου. Αν η κοινοποίηση αυτή δεν γίνει, το δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. 2.Στο άρθρο 22 του ν δ. 170/1973, όπως αυτό, με την ίδια αρίθμηση, κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 18/1989, προστίθεται παράγραφος 4 που έχει ως εξής: 4. Ο εισηγητής, πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσιμο που έχει ορισθεί με την οικεία πράξη του Προέδρου, οφείλει να δηλώσει προς τη Γραμματεία του οικείου σχηματισμού αν η υπόθεση είναι ώριμη για συζήτηση. Η παράλειψη της δήλωσης αυτής, καθώς και η μη εμπρόθεσμη και γενικά νομότυπη κατάθεση της έκθεσης του εισηγητή σύμφωνα με τα α και β εδάφια της παραγράφου 1, όταν η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση, επάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης της υπόθεσης και την αυτεπάγγελτη αναβολή της σε μεταγενέστερη ρητώς οριζόμενη δικάσιμο. Άρθρο 33 Ι. Στο π.δ. 18/1989 Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας προστίθεται άρθρο 34Α, που έχει ως εξής: Άρθρο 34Α 1.Ο οικείος δικαστικός σχηματισμός με πενταμελή σύνθεση μπορεί, με απόφαση του που λαμβάνεται σε συμβούλιο, να απορρίπτει ένδικα μέσα και βοηθήματα που είναι προφανώς απαράδεκτα ή αβάσιμα ή έχουν ασκηθεί χωρίς την καταβολή τελών ή παραβόλου και να παραπέμπει στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο υποθέσεις που έχουν εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας αναρμοδίως. 2.Η απόφαση κοινοποιείται σε αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή βοήθημα. Ο τελευταίος μπορεί, με αίτηση του που κατατίθεται σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του παρόντος, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση, να ζητήσει τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, καταβάλλοντος ως ειδικό επιπλέον παράβολο τριπλάσιο από το κατά περίπτωση προβλεπόμενο. Στην περίπτωση αυτή η απόφαση που ελήφθη σε συμβούλιο παύει να ισχύει και ο Πρόεδρος εισάγει την υπόθεση για συζήτηση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 και επομένων του παρόντος. 2 Η παράγραφος 4 του άρθρου 35 του π.δ. 18/1989 καταργείται και οι παράγραφοι 5 και 6 του ίδιου άρθρου αριθμούνται ως παράγραφοι 4 και 5, αντιστοίχως. Άρθρο 34 Δικαστικές δαπάνες Στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 39 του π.δ. 18/1989 διαγράφεται η φράση: όπως η αμοιβή αυτή ορίζεται από την ισχύουσα διατίμηση και στη θέση της τίθεται η ακόλουθη διάταξη: Η Ολομέλεια του Δικαστηρίου καθορίζει, με απόφαση που λαμβάνεται σε συμβούλιο, το ύψος της δικαστικής δαπάνης, με βάση το ύψος της προεισπραττόμενης δικηγορικής αμοιβής, τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον τεκμαρτό προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος των δικηγόρων και το συντελεστή υπολογισμού των δικηγορικών αμοιβών του Κώδικα περί Δικηγόρων. Άρθρο 35 Αναστολή εκτελέσεως Το άρθρο 52 του π.δ. 18/1989 αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 52 1.Αν υποβληθεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο αρμόδιος Υπουργός και επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου το ανώτατο διοικητικό όργανο τους μπορεί, μετά από αίτηση εκείνου που άσκησε αίτηση ακυρώσεως, να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης. 2.Επιτροπή που συγκροτείται κάθε φορά από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου ή του αρμόδιου τμήματος και απαρτίζεται από τον ίδιο ή το νόμιμο αναπληρωτή του, τον εισηγητή της υπόθεσης και ένα σύμβουλο, μπορεί, μετά από αίτηση εκείνου που άσκησε αίτηση ακυρώσεως, να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση η οποία εκδίδεται σε συμβούλιο. 3.Η αίτηση πρέπει να διαλαμβάνει τους ειδικούς λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν την αναστολή εκτέλεσης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Με πράξη που συντάσσεται πάνω στο δικόγραφο της αίτησης, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ή του αρμόδιου Τμήματος τάσσει προθεσμία στον αρμόδιο Υπουργό ή το αρμόδιο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου για να διαβιβάσουν στο Συμβούλιο το φάκελο και τις απόψεις της Διοίκησης επί της υποθέσεως. Μέχρι τη λήξη της ίδιας προθεσμίας ο αιτών οφείλει να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζει τους ισχυρισμούς του. Η προθεσμία αυτή κινείται από την κοινοποίηση, με επιμέλεια του διαδίκου, στον Υπουργό ή στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης με την πράξη του Προέδρου. 4.Με εντολή του εισηγητή της υπόθεσης, αντίγραφο της αίτησης κοινοποιείται, με επιμέλεια του αιτούντος, σε εκείνον που έχει δικαίωμα να παρέμβει στην ακυρωτική δίκη. Ο τελευταίος δικαιούται να υποβάλει ενώπιον της Επιτροπής υπόμνημα και πριν ακόμη ασκήσει παρέμβαση. Το υπόμνημα υπόκειται στα τέλη της αίτησης αναστολής. 5.Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ή του αρμόδιου Τμήματος μπορεί, με την κατάθεση της αιτήσεως, να εκδώσει προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση. Η προσωρινή διαταγή ισχύει μέχρι την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής και μπορεί να ανακληθεί ακόμη και αυτεπαγγέλτως από τον Πρόεδρο ή την Επιτροπή. Λόγο ανάκλησης συνιστά και η παράλειψη του αιτούντος να προβεί, μέσα σε εύλογο χρόνο, στις προβλεπόμενες στις προηγούμενες παραγράφους κοινοποιήσεις. 6.Η αίτηση αναστολής εκτέλεσης γίνεται δεκτή, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακυρώσεως. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από πγν ωφέλεια του αιτούντος. 7.Εάν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμη, μπορεί να δεχθεί την αίτηση αναστολής, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη Αντίθετα, η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη. 8.Η Επιτροπή, εκτός από την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, μπορεί να διατάξει και κάθε άλλο, κατά περίπτωση, κατάλληλο μέτρο, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. 9.Η απόφαση της Επιτροπής μπορεί να ανακληθεί ύστερα από αίτηση του αρμόδιου Υπουργού ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή εκείνου που θα είχε δικαίωμα παρέμβασης στην ακυρωτική δίκη. Την ανάκληση μπορεί να δικαιολογήσουν μόνο νεότερα κρίσιμα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη της Επιτροπής κατά την έκδοση της απόφασης της ή μεταβολή των δεδομένων βάσει των οποίων χορηγήθηκε η αναστολή εκτέλεσης. 10.Αν απορριφθεί η αίτηση αναστολής επιτρέπεται η άσκηση νέας αίτησης, υπό τις προϋποθέσεις του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου που εφαρμόζεται αναλόγως. 11.Αν υποβληθεί παραίτηση από την αίτηση αναστολής, συντάσσεται σχετικό πρακτικό και αποδίδεται το παράβολο στον αιτούντα. 12.Ως προς τη δικαστική δαπάνη εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 35 του παρόντος. Άρθρο 36 Περί του παραδεκτού των αιτήσεων αναιρέσεως ενώπιον του Σ.τ.Ε. 1.Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 προστίθεται τρίτο εδάφιο που έχει ως εξής: Σε καμία περίπτωση η αίτηση δεν μπορεί να ασκηθεί μετά την πάροδο τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της απόφασης. 2.Η παράγραφος 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 αντικαθίσταται ως εξής: 3. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από 500.000 δραχμές. Το ποσό αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατ εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο από το παραπάνω ποσό, όταν με το εισαγωγικό δικόγραφο προβάλλεται από το διάδικο ότι η επίλυση της διαφοράς έχει γι αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση της αίτησης. Προκειμένου για διαφορές από ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, ως ποσό της διαφοράς νοείται το ποσό της εισφοράς, φόρου κ.λπ. χωρίς προσαυξήσεις και πρόσθετους φόρους που αμφισβητείται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων έχουν εφαρμογή και όταν το ένδικο μέσο που ασκήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους. Όταν η αίτηση αναιρέσεως ασκείται από τον ιδιώτη διάδικο, η αρμόδια κατά περίπτωση αρχή ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υποβάλλουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με μέριμνα. της Γραμματείας του Δικαστηρίου, σημείωμα για το παραπάνω ποσό της διαφοράς. Όταν η αίτηση αναιρέσεως ασκείται από τη διάδικο διοικητική αρχή ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή από τον προϊστάμενο τους Υπουργό, το εν λόγω σημείωμα συνυποβάλλεται με την κατάθεση του δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως. 3.Στο άρθρο 53 του π.δ. 18/1989 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: 4. Η παράγραφος 3 δεν έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναιρέσεως κατά αποφάσεων που εκδίδονται κατ έφεση επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές. Άρθρο 37 Προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων από το Γενικό Επίτροπο Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Η προθεσμία άσκησης από το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο των ενδίκων μέσων που προβλέπονται από τον Οργανισμό του Δικαστηρίου (π.δ. 774/1980, ΦΕΚ 189 Α), ορίζεται σε ένα (1) έτος από την ημερομηνία περιέλευσης στη Γραμματεία της Γενικής Επιτροπείας της διοικητικής πράξης ή της πράξης ή της απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά των οποίων ασκείται το ένδικο μέσο. Άρθρο 38 1. 1)Συνιστάται στο Ελεγκτικό Συνέδριο κλάδος Επιτρόπων εποπτευόμενος από τον Πρόεδρο αυτού. Ο κλάδος αυτός αποτελείται από ενενήντα έξι (96) οργανικές θέσεις Επιτρόπων και δύο (2) οργανικές θέσεις Γενικών Συντονιστών Επιτρόπων. 2)Οι υφιστάμενες οργανικές θέσεις του Γενικού Διευθυντή Ελέγχου και πενήντα έξι (56) προϊσταμένων Διεύθυνσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου καταργούνται από την πλήρωση θέσεων που συνιστώνται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο. 3)Οι οργανικές θέσεις των Εισηγητών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που συστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφος 3 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α) και 13 παρ. 4 του ν. 2145/1993, μειώνονται από της ισχύος του παρόντος κατά σαράντα πέντε (45) και ο συνολικός αριθμός αυτών ορίζεται σε σαράντα (40). 2. 1)Οι θέσεις των Γενικών Συντονιστών Επιτρόπων πληρούνται με προαγωγή από τους υπηρετούντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο Επιτρόπους, που έχουν εικοσιπενταετή τουλάχιστον συνολική υπηρεσία σε αυτό, από την οποία τριετή τουλάχιστον στο βαθμό του Επιτρόπου. Ο Γενικός Διευθυντής του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος, κατατάσσεται αυτοδικαίως στο βαθμό του Γενικού Συντονιστή Επιτρόπων. Οι αρμοδιότητες των Γενικών Συντονιστών Επιτρόπων συνίστανται στο συντονισμό και την εποπτεία του ελεγκτικού έργου των Υπηρεσιών Επιτρόπων, καθώς και, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 20 του π.δ. 774/1980 (ΦΕΚ 189 Α) και 124 έως 130 του π.δ. 1255/1981 (ΦΕΚ 304 Α), στην επιθεώρηση αυτών. Οι παραπάνω αρμοδιότητες και η κατανομή αυτών καθορίζονται με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος για την πλήρωση των θέσεων των Γενικών Συντονιστών Επιτρόπων, ως χρόνος υπηρεσίας Επιτρόπου λογίζεται και ο χρόνος ασκήσεως καθηκόντων προϊσταμένου Διεύθυνσης. 2)Οι θέσεις των Επιτρόπων πληρούνται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του οικείου Δικαστικού (Υπηρεσιακού) Συμβουλίου, με μετάταξη, κατόπιν αιτήσεως από τους υπηρετούντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο προϊσταμένους Τμήματος, που ανήκουν στην Κατηγορία ΠΕ4 (Πτυχιούχοι Ανώτατων Σχολών) και που έχουν άνω των δεκαπέντε (15) ετών υπηρεσίας σε αυτό, από την οποία τριετή τουλάχιστον στη θέση αυτή. 3.Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η πλήρωση όλων των συνιστώμενων θέσεων των Επιτρόπων γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Δικαστικού (Υπηρεσιακού) Συμβουλίου, από τους υπηρετούντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο Προϊσταμένους Διεύθυνσης και Τμήματος. Οι τελευταίοι πρέπει να έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου για τρία (3) τουλάχιστον έτη. 4.Ο Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναπληρώνεται, σε κάθε περίπτωση, από άλλον Επίτροπο, που ορίζεται με απόφαση του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 5.Οι αρμοδιότητες και η υπηρεσιακή κατάσταση των Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Οργανισμού του (π.δ. 774/1980), όπως ισχύουν κάθε φορά, εκτός αν ορίζονται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο. 6.Οι εκθέσεις αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων των υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου συντάσσονται από τον προϊστάμενο του Τμήματος ως Α Κριτή και από τον Επίτροπο ως Β Κριτή και των Προϊσταμένων Τμήματος από τον Επίτροπο ως Α Κριτή και από το Γενικό Συντονιστή ως Β Κριτή. 7.Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται επίτροπος ή προϊστάμενος Διεύθυνσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου νοείται στο εξής Επίτροπος του συνιστώμενου με τον παρόντα νόμο κλάδου Επιτρόπων, όπου δε αναφέρεται Διεύθυνση νοείται στο εξής αντίστοιχη υπηρεσία Επιτρόπου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ Άρθρο 39 1.Εκτός από τις ιατροδικαστικές υπηρεσίες, που λειτουργούν στις έδρες των Εφετείων Αθηνών, Πειραιώς και Κρήτης, συνιστώνται αντίστοιχες ιατροδικαστικές υπηρεσίες και στις ακόλουθες έδρες Εφετείων της χώρας: α) Λαρίσης, β) Ναυπλίου, γ) θεσσαλονίκης, δ) Θράκης, ε) Πατρών, στ) Δυτ. Μακεδονίας, ζ) Δωδεκανήσου, η) Κέρκυρας, θ) Ιωαννίνων, ι) Αιγαίου. 2.Η συγκρότηση της ιατροδικαστικής υπηρεσίας στην έδρα κάθε εφετείου γίνεται ως ακολούθως: Δύο (2) θέσεις ιατροδικαστών Δ Τάξεως. Τις θέσεις αυτές καταλαμβάνουν οι κάτοχοι τίτλου ειδικότητας ιατροδικαστή. Μία (1) θέση κλάδου ΔΕ - δακτυλογράφου - στενογράφου. Τη θέση αυτή καταλαμβάνουν οι κάτοχοι τουλάχιστον απολυτηρίου Λυκείου. Μία (1) θέση υπαλλήλου γενικών καθηκόντων. Τη θέση αυτή καταλαμβάνουν οι κάτοχοι απολυτήριου Λυκείου. Μία (1) θέση βοηθού νοσοκόμου. Τη θέση αυτή καταλαμβάνουν πτυχιούχοι αντιστοίχου σχολής τουλάχιστον 2ετούς φοιτήσεως. Μία (1) θέση κλάδου ΥΕ νεκροτόμου. Τη θέση αυτή καταλαμβάνουν οι κάτοχοι απολυτήριου τουλάχιστον Γυμνασίου ή οι άσοι εργάσθηκαν τουλάχιστον επί διετία ως νεκροσκόποι ή ως βοηθοί χειρουργών σε χειρουργεία. 3.Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις που διέπουν την λειτουργία των υπαρχουσών ιατροδικαστικών υπηρεσιών. 4.Οι θέσεις των ιατροδικαστών της ιατροδικαστικής υπηρεσίας του Εφετείου Αθηνών αυξάνονται κατά μία και από της ισχύος του παρόντος αποσπάται ένας ιατροδικαστής στην έδρα του Πρωτοδικείου Αθηνών, με απόφαση του προϊσταμένου, για χρονική περίοδο δύο (2) ετών, που μπορεί να παραταθεί για μία ακόμη περίοδο. Άρθρο 40 Αναπλήρωση προϊσταμένων εμμίσθων υποθηκοφυλακείων 1.Η αναπλήρωση των προϊσταμένων των Εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και του Κτηματολογικού Γραφείου Ρόδου, σε περίπτωση ελλείψεως, απουσίας ή κωλύματος τους, γίνεται από τον αρχαιότερο πτυχιούχο προϊστάμενο υποκείμενης οργανικής μονάδας και τούτου μη υπάρχοντος από τον αρχαιότερο πτυχιούχο υπάλληλο. 2.Σε περίπτωση ελλείψεως, απουσίας ή κωλύματος οι προϊστάμενοι ίων λοιπών Εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και του Κτηματολογικού Γραφείου Κω, Λέρου αναπληρώνονται από τον αρχαιότερο πτυχιούχο υπάλληλο του Υποθηκοφυλακείου. Αν αυτός ελλείπει, η αναπλήρωση γίνεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 του κ.δ 19/23.7.1941 περί αναπληρώσεως αμίσθων Υποθηκοφυλάκων. 3.Με απόφαση του Προϊσταμένου του Υποθηκοφυλακείου δύναται να ανατεθεί η υπογραφή του όλου ή μέρους των πρωτότυπων πράξεων και των εκδιδόμενων πιστοποιητικών στους προϊσταμένους των υποκείμενων οργανικών μονάδων του Υποθηκοφυλακείου, εφόσον υπάρχουν τέτοιοι. Άρθρο 41 1.Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 101 του ν. 670/1977 (ΦΕΚ 232 Α), όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 2α που έχει ως εξής: 2.α. Σε περίπτωση αποχώρησης συμβολαιογράφου λόγω ολικής ανικανότητας που προήλθε από τραυματισμό συνεπεία τρομοκρατικής ενέργειας, εκείνος που αποχώρησε δικαιούται μερίσματος για το χρονικό διάστημα από την αποχώρηση του μέχρι του χρόνου που θα συμπλήρωνε τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης και επιπλέον για μία δωδεκαετία. Σε περίπτωση θανάτου συμβολαιογράφου που προήλθε συνεπεία τρομοκρατικής ενέργειας, η οικογένεια του δικαιούται μερίσματος για το χρονικό διάστημα από το θάνατο μέχρι του χρόνου που θα συμπλήρωνε τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης και επιπλέον για μία δωδεκαετία. 2.Όσοι έχουν εγγραφεί στους πίνακες βαθμολογίας του διαγωνισμού συμβολαιογράφων έτους 1998 και έχουν ισοβαθμίσει με τον τελευταίο επιτυχόντα, διορίζονται ως υπεράριθμοι σε προσωρινές θέσεις, μετά από σχετική αίτηση που υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και στη συνέχεια καταλαμβάνουν τις πρώτες οργανικές θέσεις που θα κενωθούν. 3.Στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Καλλονής -Μυτιλήνης συνιστώνται δύο θέσεις συμβολαιογράφων, με έδρα τους Δήμους Αγ. Παρασκευής και Πέτρας, αντιστοίχως, και ο συνολικός αριθμός των συμβολαιογράφων του άνω Ειρηνοδικείου αυξάνεται σε επτά (7). ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 42 Περί των αιτήσεων αναιρέσεως του Δημοσίου Η παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ 62 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 2. Το κατά την επόμενη παράγραφο αρμόδιο τμήμα του Ν.Σ.Κ., μέσα σε τρεις (3) μήνες από την άσκηση της αναίρεσης, αποφαίνεται αιτιολογημένα για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό της και για το παραδεκτό και βάσιμο τουλάχιστον ενός από τους λόγους της, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και τη νομολογία του οικείου δικαστηρίου. Αν μέσα στην ανωτέρω προθεσμία των τριών (3) μηνών ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο έχει κατατεθεί η αναίρεση, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και δεν διαβιβάζεται στο Δικαστήριο που απευθύνεται. Η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση μόνο ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου, ως και τους τυχόν προσθέτους, για τους οποίους υπάρχει ήδη θετική γνώμη του αρμόδιου τμήματος του Ν.Σ.Κ..* Άρθρο 43 Δάνεια νέων δικηγόρων Οι τόκοι δανείων που χορηγήθηκαν από το Ταμείο Νομικών σε δικηγόρους, οι οποίοι έχουν ασκήσει το λειτούργημα τους για διάστημα μικρότερο των επτά (7) ετών, διαγράφονται από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης από το Ταμείο Νομικών νέων δανείων σε δικηγόρους που έχουν ασκήσει το λειτούργημα τους για διάστημα μικρότερο των επτά (7) ετών. Τα δάνεια αυτά μπορεί να είναι άτοκα ή με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει το τέσσερα τοις εκατό (4%) ετησίως. Άρθρο 44 1.Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1, 6, 8, 10, 17 και 39 σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, καλύπτονται κατά ένα μέρος τους από την αναμενόμενη αύξηση των δημοσίων εσόδων, που θα προκύψει από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 1, 13 παρ. 2, 22 και 33 παρ. 1 και την εξοικονόμηση δαπανών που θα προκύψει από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και 13. Κατά το υπόλοιπο μέρος τους οι ανωτέρω δαπάνες θα καλυφθούν για μεν το τρέχον οικονομικό έτος από τις εγγεγραμμένες πιστώσεις στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης, για δε τα επόμενα οικονομικά έτη από τις πιστώσεις που θα εγγράφονται στον Προϋπολογισμό αυτόν. 2.Η ενδεχόμενη απώλεια εσόδων που θα προκληθεί από τις διατάξεις του άρθρου 15 αντισταθμίζεται από την κατά τα ανωτέρω αύξηση των δημοσίων εσόδων και εξοικονόμηση δαπανών. 3.Η δαπάνη που ενδέχεται να προκληθεί από τις διατάξεις του άρθρου 7 σε βάρος του προϋπολογισμού του ΤΑ.Χ ΔΙ.Κ. θα καλύπτεται από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού αυτού. 4.Η απώλεια εσόδων του προϋπολογισμού του Ταμείου Νομικών, που θα προκληθεί από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 43, αναπληρώνεται από άλλες πηγές εσόδων του Ταμείου αυτού. Άρθρο 45 Συνέπειες της υπαγωγής επιχειρήσεως σε ειδική εκκαθάριση ως προς τους δικηγόρους αυτής Από της ενάρξεως της ισχύος του άρθρου 14 του ν. 2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α) η υπαγωγή επιχειρήσεως υπό το καθεστώς της ειδικής εκκαθαρίσεως που προβλέπουν τα άρθρα 46 και 46α του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α) ισοδυναμεί με πτώχευση της επιχειρήσεως όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εμμίσθου εντολής των δικηγόρων και για την υποχρέωση καταβολής της υπό της ίδιας διατάξεως προβλεπόμενης αποζημιώσεως. Άρθρο 46 θέματα Κώδικα Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων Το άρθρο 146 του Κώδικα Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2304/1995 (ΦΕΚ 83 Α), αντικαθίσταται ως εξής: Με προεδρικά διατάγματα, που καταρτίζονται μετά από πρόταση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, καθορίζονται τα θέματα που αναφέρονται στην οργάνωση και λειτουργία εν γένει των στρατιωτικών δικαστηρίων, στη συγκρότηση, στις αρμοδιότητες και στον τρόπο λειτουργίας της ολομέλειας αυτών, στη διάρκεια του δικαστικού έτους και των δικαστικών διακοπών, στις προϋποθέσεις, στην αρμοδιότητα χορήγησης και στη διάρκεια των αδειών εν γένει των δικαστικών λειτουργών, στον τρόπο κατάρτισης και στο περιεχόμενο των κανονισμών εσωτερικής υπηρεσίας των στρατιωτικών δικαστηρίων, που καταρτίζονται από αυτά, στην πειθαρχική δικαιοδοσία των προέδρων και εισαγγελέων των στρατιωτικών δικαστηρίων επί του στρατιωτικού και πολιτικού προσωπικού που υπηρετεί σε αυτά, στην οργάνωση και στις αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Στρατιωτικής Δικαιοσύνης, καθώς και στην πειθαρχική δικαιοδοσία του Διευθυντή της επί του στρατιωτικού και πολιτικού προσωπικού που υπηρετεί σε αυτήν, στις ηθικές αμοιβές, στον τύπο του δελτίου ταυτότητας και στην αρχή εκδόσεως αυτού, στα ειδικά προνόμια των επίτιμων δικαστικών λειτουργών, στον τύπο της τηβέννου, της στολής και των διακριτικών σημείων των δικαστικών λειτουργών και γενικώς στα θέματα που προβλέπονται από τον Κώδικα και απαιτούν ειδικότερη ρύθμιση.* Άρθρο 47 Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα 1.Μετά το εδ. γ της παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 2472/1997 προστίθεται: Όποτε οι τελευταίοι μετέχουν στη συνεδρίαση με ψήφο ανεξάρτητα από την παράλληλη παρουσία του τακτικού μέλους. 2.Η παράγραφος 2 του άρθρου 11 του ν. 2623/1998 τροποποιείται ως εξής: 2. Οι προθεσμίες που ορίζονται στις παραγράφους 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 24 του ν. 2472/1997 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 2623/1998 λήγουν στις 31 Δεκεμβρίου 1999. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΦΡΟΥΡΗΣΗ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΝΟΣΗΛΕΥΟΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΑ ΚΑΤΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΔΙΚΩΝ Άρθρο 48 1.Συνιστάται ειδική υπηρεσία στο Υπουργείο Δικαιοσύνης με τίτλο Υπηρεσία Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης. Σκοπός και αποστολή της υπηρεσίας αυτής είναι η εξωτερική φρούρηση των Καταστημάτων Κράτησης, η φρούρηση των νοσηλευομένων σε οποιοδήποτε θεραπευτήριο καταδίκων και υποδίκων και η συνοδεία αυτών προς ανάκριση, εμφάνιση σε δικαστήριο, ιατρική εξέταση, εκτέλεση έκτακτης άδειας ή άλλου έργου. 2.Ως εξωτερική φρούρηση νοείται η μέριμνα για την αντιμετώπιση και αποτροπή οποιασδήποτε μεμονωμένης ή ομαδικής απόδρασης ή απόπειρας απόδρασης κρατουμένων από τα ως άνω Καταστήματα, ή κατά τη διάρκεια μεταγωγής τους, η καταδίωξη κρατουμένων που έχουν δραπετεύσει, μέχρις ότου επιληφθεί η αρμόδια αστυνομική αρχή, ως και η προστασία των καταστημάτων τούτων, από οποιαδήποτε εκτός αυτών προερχόμενη προσβολή, με σκοπό τη διευκόλυνση απόδρασης κρατουμένων ή την άσκηση βίας κατά προσώπων ή τη ρίψη απαγορευμένων αντικειμένων εντός του χώρου αυτών. 3.Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τη σύσταση της οικείας Υπηρεσιακής Μονάδας, την οργάνωση και στελέχωση της, τα καθήκοντα, τις αρμοδιότητες της, τα προσόντα και τα καθήκοντα του Προσωπικού, την εκπαίδευση και επιμόρφωση του, τη στολή, τον οπλισμό και τον τρόπο παραλαβής, φύλαξης, συντήρησης και χρήσης αυτού, τη σύνθεση των φρουρών των επί μέρους Καταστημάτων, την πραγματοποίηση των μεταγωγών και εκτέλεση των αδειών, τη σχέση των Υπηρεσιών Εξωτερικής Φρούρησης με την Ελληνική Αστυνομία και τη μεταφορά ευθύνης ασκήσεως των έργων της προηγούμενης παραγράφου από την Ελληνική Αστυνομία στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Με τα εν λόγω προεδρικά διατάγματα επιτρέπεται να παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Δικαιοσύνης και στον κατά περίπτωση αρμόδιο Υπουργό να καθορίζουν με αποφάσεις τους, τις αναγκαίες για την υλοποίηση των προεδρικών διαταγμάτων λεπτομέρειες. 4.Το Προσωπικό Εξωτερικής Φρούρησης των Καταστημάτων Κράτησης έχει τις ίδιες αρμοδιότητες, εξουσίες, καθήκοντα και υποχρεώσεις με το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας στην άσκηση των ανατιθέμενων σε αυτό δια του παρόντος καθηκόντων του. Άρθρο 49 1.Στους κλάδους του Προσωπικού Καταστημάτων Κράτησης που προβλέπονται στο άρθρο 20 του π.δ. 278/1988 προστίθεται νέος κλάδος ΔΕ Προσωπικού Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης. 2.Για τη στελέχωση του κλάδου αυτού συνιστώνται 1.300 θέσεις. Τα θέματα της υπηρεσιακής κατάστασης, της εκπαίδευσης, των αποδοχών και της ασφάλισης του προσωπικού αυτού και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια διέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις και ρυθμίσεις που αφορούν το φυλακτικό προσωπικό των Καταστημάτων Κράτησης. 3.Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης γίνεται η κατανομή κατά Καταστήματα των θέσεων της προηγούμενης παραγράφου. 4.Για την κάλυψη των ανωτέρω θέσεων φυλάκων προσλαμβάνονται με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια), Έλληνες πολίτες, 1.270 άνδρες από τους οποίους σαράντα (40) απόφοιτοι Γυμνασίου και οι υπόλοιποι απόφοιτοι Λυκείου ή ισότιμης σχολής του εσωτερικού ή του εξωτερικού οι οποίοι έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις και δεν έχουν υπερβεί το 30ό έτος, και τριάντα (30) γυναίκες, για την Κλειστή Κεντρική Φυλακή Γυναικών Κορυδαλλού, που δεν έχουν υπερβεί το 28ο έτος της ηλικίας τους. Οι αριθμοί αυτοί, κατά φύλο, είναι δυνατόν να αυξομειώνονται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Κριτήρια πρόσληψης αποτελούν ο βαθμός του απολυτηρίου τίτλου σπουδών και η εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων κατά προτίμηση ως εφέδρων αξιωματικών ή σε ειδικές δυνάμεις των Ενόπλων Δυνάμεων ή ως εθελοντών πενταετούς υπηρεσίας. Ο αριθμός των μορίων κατά κριτήριο, τα λοιπά απαιτούμενα προσόντα και ο τρόπος διαπίστωσης αυτών, η προκήρυξη των θέσεων, η διαδικασία πρόσληψης, τα υποβαλλόμενα δικαιολογητικά, οι αθλητικές δοκιμασίες και οι υγειονομικές εξετάσεις των υποψηφίων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. 5.Για την πρόσληψη των υποψηφίων συγκροτείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης τριμελής επιτροπή που αποτελείται από έναν Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, οριζόμενο από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έναν εκπρόσωπο του Α.Σ.Ε.Π. οριζόμενο από τον πρόεδρο του, και το Γενικό Διευθυντή Σωφρονιστικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Οι συνεδριάσεις της επιτροπής γίνονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και ως Γραμματέας ορίζεται υπάλληλος της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με βαθμό Α. 6.Οι προσλαμβανόμενοι φύλακες υφίστανται κατάλληλη βασική εκπαίδευση για διάστημα τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζεται ο τόπος, ο χρόνος και το είδος της εκπαίδευσης. Ως εκπαιδευτικό προσωπικό των φυλάκων Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης δύναται να χρησιμοποιείται και αστυνομικό προσωπικό, το οποίο διατίθεται για το σκοπό αυτόν κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Δημόσιας Τάξης. 7.Οι φύλακες Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης φέρουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους στολή (και κατάλληλο οπλισμό) που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Μετάταξη υπαλλήλων από και προς τις θέσεις αυτές δεν επιτρέπεται. Το προσωπικό αυτό διέπεται για όλα τα λοιπά υπηρεσιακά θέματα που δεν ρυθμίζονται με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των κατ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων, από τις διατάξεις που εφαρμόζονται για το μόνιμο προσωπικό εσωτερικής φύλαξης των ως άνω χώρων. Άρθρο 50 1.Το Προσωπικό της Εξωτερικής Φρούρησης κατά την άσκηση των καθηκόντων φέρει όπλα και μπορεί να κάνει χρήση αυτών πέραν των περιπτώσεων νομίμου αμύνης κατά τον Ποινικό Κώδικα, στις ακόλουθες περιπτώσεις χωρίς να ευθύνεται για τις συνέπειες: 1)Όταν κρατούμενοι αποπειρώνται να αποδράσουν με βία που στρέφεται κατά προσώπων ή πραγμάτων, ή όταν για τον ίδιο σκοπό αναρριχώνται στον εξωτερικό τοίχο του Καταστήματος. 2)Όταν κρατούμενοι εξέλθουν του εξωτερικού μανδρότοιχου του Καταστήματος ή βρεθούν στην εξωτερική ζώνη αυτού ή εκτός των ορίων του Καταστήματος και δεν σταθούν στη σχετική πρόσκληση του φρουρού δια των λέξεων Αλτ ή Πυροβολώ. 3)Όταν ενεργείται κατά του Προσωπικού επίθεση από τον εσωτερικό ή εξωτερικό χώρο του Καταστήματος, με όπλα ή άλλα αντικείμενα, δυνάμενα να επιφέρουν σε αυτό σοβαρή σωματική βλάβη. 4)Όταν το Προσωπικό Εξωτερικής Φρούρησης δεν μπορεί να υπερασπίσει άλλως τη θέση που κατέχει ή τα άτομα τα οποία παραδίδονται σε αυτό προς φύλαξη. 5)Όταν τρίτα πρόσωπα επιχειρούν με χρήση βίας να ελευθερώσουν κρατούμενο σε οποιαδήποτε περίπτωση. 6)Όταν επιχειρείται επέμβαση για απελευθέρωση ομήρων μετά την άρνηση των κρατουμένων σε νόμιμη πρόσκληση να απελευθερώσουν αυτούς. 7)Όταν καλείται νομίμως ένοπλο άτομο να παραδώσει ή εγκαταλείψει το όπλο του. 2.Όπλα θεωρούνται τα αναφερόμενα στη διάταξη ΤΟU άρθρου 1 του ν. 2168/1993 όπως εκάστοτε ισχύει. 3.Προ πάσης δραστικής χρήσεως των όπλων, προηγούνται τα ήπια μέσα προς αποτροπή της απόδρασης. Ως ήπια μέσα θεωρούνται ιδίως: 1)η παροχή συμβουλών ή παραινέσεων ή εκτόξευση απειλών προς τον ή τους αποπειραμένους να δραπετεύσουν ή να δράσουν κατά τα ανωτέρω, ως Αλτ ή Πυροβολώ, 2)η εκτόξευση νερού υπό πίεση, 3)η χρήση χημικών μέσων που παρέχονται από την Υπηρεσία και 4)η ρίψη προειδοποιητικών πυροβολισμών στον αέρα. Άρθρο 51 1.Οι αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 48 παρ. 1 του παρόντος εξακολουθούν να ασκούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας μέχρι 30.6.2000. 2.Μετά από την ημερομηνία αυτή η ευθύνη της φύλαξης περιέρχεται στην Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η οποία θα υποβοηθείται στο έργο της μέχρι 30.6.2001 από την Υπηρεσία Εξωτερικής Φρούρησης Φυλακών της Ελληνικής Αστυνομίας με το ήμισυ της δύναμης που μέχρι σήμερα διαθέτει. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η Άρθρο 52 1.Οι διατάξεις των άρθρων 29 έως και 31 και 33 έως και 37 του Δ Κεφαλαίου καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις και ισχύουν από 16.9.1999. 2.Στις εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αιτήσεις αναιρέσεως, με αντικείμενο της διαφοράς κατώτερο από 500.000 δραχμές, εφαρμόζονται αναλόγως τα οριζόμενα στις παραγράφους 6 έως 8 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ 62 Α). Ο αναιρεσείων μπορεί, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τις 16.9.1999, να προβάλει με υπόμνημα ότι η επίλυση της εκκρεμούς διαφοράς έχει ευρύτερες για αυτόν οικονομικές επιπτώσεις, που δικαιολογούν τη συνέχιση της δίκης. Στην περίπτωση αυτήν, η υπόθεση εισάγεται υποχρεωτικά για συζήτηση ενώπιον του αρμόδιου δικαστικού σχηματισμού, ο οποίος και αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι περίπτωση να καταργηθεί η δίκη. 3.Στις εκκρεμείς υποθέσεις που παραπέμπονται στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια για να εκδικασθούν ως διοικητικές διαφορές ουσίας, επιτρέπεται η προβολή λόγων που προσιδιάζουν στην ουσιαστική φύση της διαφοράς με δικόγραφο πρόσθετων λόγων, υποβαλλόμενο σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 4.Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν. 5.Η παρ. 8 του άρθρου 3 του ν. 2408/1996 καταργείται. Άρθρο 53 1.Στους προέδρους, στα μέλη, στους γραμματείς και στους βοηθούς γραμματείς των επιτροπών, στους βαθμολογητές και αναβαθμολόγησες των γραπτών δοκιμίων και γενικά στο κάθε είδους προσωπικό που ασχολείται με τις εξετάσεις της Β και Γ τάξης του Ενιαίου Λυκείου της δοκιμασίας δεξιοτήτων και της διαδικασίας επιλογής των εισαγόμενων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αποφοίτων του Ενιαίου Λυκείου, καταβάλλεται αποζημίωση κατ αποκοπή ή κατά συνεδρίαση ή κατά γραπτό ή ωριαία αντιμισθία, που καθορίζεται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών, οι οποίες δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 19 του ν. 2470/1997, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2517/1997, εφαρμόζονται ανάλογα και κατά την εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου αυτής. 2.Οι εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, υπάγονται στις διατάξεις του ν. 2683/1999 Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών και υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 19 Α) από την ημερομηνία ισχύος του με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων των επόμενων περιπτώσεων και με εξαίρεση τα θέματα τα οποία ρυθμίζονται από ειδικές γι αυτούς διατάξεις: 1)Οι μητέρες τακτικοί εκπαιδευτικοί μπορούν να επιλέγουν τη χορήγηση άδειας εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού του άρθρου 53 ή τις διευκολύνσεις της παραγράφου 8 του άρθρου 13 του ν. 1566/1985 (ΦΕΚ 167 Α) και του άρθρου 30 παράγραφος 14 του ν. 2083/1992 (ΦΕΚ 159 Α). 2)Οι κατά το άρθρο 156 απολύσεις λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετούς υπηρεσίας, για τους εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης πραγματοποιούνται στο τέλος του διδακτικού έτους από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας και της τριακονταπενταετούς υπηρεσίας. 3)Στο δευτεροβάθμιο υπηρεσιακό συμβούλιο του άρθρου 160 μετέχουν ως αιρετοί εκπρόσωποι των εκπαιδευτικών οι εκλεγμένοι αιρετοί εκπρόσωποι του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Πρωτοβάθμιας ή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, αντίστοιχα, αναπληρούμενοι σε περίπτωση κωλύματος τους, από τους νόμιμους αναπληρωτές τους. 4)Τα ανωτέρω ισχύουν και για τους εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης των ιδιωτικών σχολείων. 3.Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων παρατείνονται μέχρι πέρατος και του επόμενου σχολικού έτους 31.8 2000 οι αποσπάσεις εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που έχουν ήδη ή πρόκειται να συμπληρώσουν τον υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπόμενο ανώτατο χρόνο απόσπασης: α) στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ύστερα από γνώμη του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και β) οε νομικά πρόσωπα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που εποπτεύονται από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από γνώμη των αρμόδιων οργάνων τους. Άρθρο 54 Η παρ. 8 του άρθρου 43 του ν. 1337/1983 Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις (ΦΕΚ 33 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 8.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, κατά τις διατάξεις του ν.δ. από 17.7/ 16.8.1923 περί σχεδίων πόλεων κλπ. μπορεί να εγκρίνεται τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο και να καθορίζονται όροι και περιορισμοί δόμησης σε περιοχές εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως και εκτός των ορίων οικισμών προ του 1923 για τη μεταφορά οικισμών που πλήγηκαν από σεισμούς ή κατολισθήσεις ή μεταφέρονται από αρχαιολογικούς χώρους ή μεταφέρονται λόγω αναπτυξιακών έργων οργανισμών κοινής ωφέλειας. Για τους ιδιοκτήτες των μεταφερόμενων λόγω αναπτυξιακών έργων οργανισμών κοινής ωφέλειας οικισμών και εντός των κατά τα ανωτέρω εγκρινόμενων σχεδίων έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 2520/1997 (ΦΕΚ 173 Α) και ειδικότερα οι παράγραφοι 1.11α, β, γ - 2.α, γ, και δ. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Ανάπτυξης καθορίζονται η διαδικασία κάλυψης της μείωσης των αμοιβών των μηχανικών και οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του ανωτέρω εδαφίου. Άρθρο 55 Έναρξη ισχύος Η ισχύς των διατάξεων του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στις επί μέρους διατάξεις. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως Νόμου του Κράτους.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Ρυθμίσεις θεμάτων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και άλλες διατάξεις 2001/2909 2001
Επιτάχυνση της τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και λοιπές δικονομικές και συναφείς ρυθμίσεις. 2001/2915 2001
Τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών οργανώσεων. 2001/2928 2001
Έκτιση ποινών εμπόρων ναρκωτικών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. 2001/2943 2001
Τροποποίηση της νομοθεσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων. 2001/2944 2001
Για την επίλυση των διαφορών του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος και άλλες διατάξεις. 2002/3038 2002
Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητος του Υπουργείου Δικαιοσύνης. 2002/3060 2002
Επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας και άλλες διατάξεις. 2003/3160 2003
Αναμόρφωση της ποινικής νομοθεσίας ανηλίκων και άλλες διατάξεις. 2003/3189 2003
Παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος και άλλες διατάξεις 2004/3226 2004
Ρυθμίσεις για την οργάνωση και λειτουργία της Κυβέρνησης, τη διοικητική διαδικασία και τους Ο.Τ.Α. 2004/3242 2004
Τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και άλλες διατάξεις. 2004/3258 2004
Θέματα εξωτερικών φρουρών και άλλες διατάξεις. 2005/3388 2005
Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις. 2006/3472 2006
Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις. 2006/3500 2006
Βελτίωση και επιτάχυνση των διαδικασιών της δίκης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και άλλες διατάξεις 2008/3659 2008
Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών καιάλλες διατάξεις. 2008/3689 2008
Εταιρεία ιδιωτικών πλοίων αναψυχής, επιβολή ειδικού φόρου και έκτακτης εισφοράς στα πλοία αναψυχής, ρύθμιση φορολογικών θεμάτων, θεμάτων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και λοιπές διατάξεις. 2009/3790 2009
Επιλογή δικαστικών λειτουργών στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης και επαναφορά του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων 2010/3841 2010
Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις. 2010/3900 2010
Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις 2013/4139 2013
Ηλεκτρονική επιτήρηση υπόδικων, κατάδικων και κρατούμενων σε άδεια και άλλες διατάξεις. 2013/4205 2013
Καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας και άλλες διατάξεις. 2014/4267 2014
Ρυθμίσεις Ποινικού και Σωφρονιστικού Δικαίου και άλλες διατάξεις. 2014/4274 2014
Οργάνωση Υπηρεσίας Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης και νοσηλευομένων στα Θεραπευτήρια καταδίκων και υποδίκων 1999/265 1999
Κανονισμός Οργανώσεως και Λειτουργίας των Στρατιωτικών Δικαστηρίων και του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. 2002/21 2002
Καθορισμός αριθμού θέσεων συμβολαιογράφων στις περιφέρειεςτων Ειρηνοδικείων Ρεθύμνου, Ερμούπολης, Θήρας, Θεσσαλονίκης, Βασιλικών, Νέων Μουδανιών, Σερρών, Κιλκίς, Γιαννιτσών, Αλμωπίας (Αριδαία), Βέροιας, Νάουσας, Αλεξάνδρειας, Κατερίνης, Λάρισας Βόλου[...]" 2002/5 2002
Καθορισμός αριθμού θέσεων συμβολαιογράφων στις περιφέρειες των Ειρηνοδικείων Ιωαννίνων, Κορίνθου, Τριπόλεως, Καλαμάτας και Σπάρτης. 2002/6 2002
Καθορισμός αριθμού θέσεων συμβολαιογράφων στις περιφέρειες των Ειρηνοδικείων Καρπάθου, Παξών, Ηγουμενίτσας, Δράμας, Ξάνθης, Καβάλας, Αλεξανδρούπολης, Παγγαίου (Ελευθερούπολη), Νέστου (Σιδηρόνερο) και Σαμοθράκης. 2002/7 2002
ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ - UNKNOWN TITLE 2003/264 2003
Τύπος και αρχή εκδόσεως του δελτίου ταυτότητας των δικαστικών λειτουργών του δικαστικού σώματος Ενόπλων Δυνάμεων. 2006/166 2006
Κανονισμός Οργάνωσης και Λειτουργίας της Υπηρεσίας Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης. 2006/215 2006
Κύρωση του Κανονισμού Οργάνωσης και Αρμοδιοτήτων της Διεύθυνσης Στρατιωτικής Δικαιοσύνης του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. 2009/63 2009
Κύρωση του Κανονισμού Οργάνωσης και Αρμοδιοτήτων της Διεύθυνσης Στρατιωτικής Δικαιοσύνης του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. 2009/95 2009
Διατήρηση σε ισχύ του υφιστάμενου ειδικού συστήματος αξιολόγησης και του συστήματος επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων του προσωπικού Φύλαξης και Εξωτερικής Φρούρησης των Καταστημάτων Κράτησης. 2012/24 2012
Διατήρηση σε ισχύ του Ειδικού Συστήματος Αξιολόγησης και του Συστήματος Επιλογής Προϊσταμένων Οργανικών Μονάδων των Δικαστικών Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2012/35 2012
Ίδρυση Υπηρεσίας Εξωτερικής Ασφάλειας Καταστήματος Κράτησης Γ΄ τύπου Δομοκού και κατάρτιση Κανονισμού Λειτουργίας αυτής. 2014/168 2014