ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Νόμος

ΚΩΔΙΚΟΣ

1999/2778

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

1999-12-30

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1999-12-30

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

1999-12-29

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Αμοιβαία Κεφάλαια Ακίνητης Περιουσίας - Εταιρείες Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
Άρθρο 1 "Ορισμός αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας"
1.  
    Το αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας είναι ομάδα περιουσίας η οποία σχηματίζεται από.α) ακίνητα, δικαιώματα αγοράς ακινήτων δια προσυμφώνων και μετοχών ανώνυμων εταιρειών κατά την έννοια των περιπτώσεων α΄ έως γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του παρόντος, β) μέσα χρηματαγοράς κατά την έννοια του άρθρου 3 του ν. 3283/2004.
Άρθρο 1 "Ορισμός αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας"
1.  
    Το αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας είναι ομάδα περιουσίας, η οποία σχηματίζεται από ακίνητα, κινητές αξίες και μετρητά και της οποίας τα επί μέρους στοιχεία ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα
Άρθρο 2
1.  
    Το αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας δεν έχει νομική προσωπικότητα. Η διαχείριση του ασκείται από Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (Α.Ε.Δ.Α.Κ.), που συνιστάται και λειτουργεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου ή είναι εταιρία διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α) που πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 7 του παρόντος άρθρου. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου με τον όρο Ά.Ε.Δ.Α.Κ. νοούνται εταιρίες και των δύο ανωτέρω κατηγοριών.
2.  
    Η Α.Ε.Δ.Α.Κ. λαμβάνει υποχρεωτικά τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας και έχει ως αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων, στην οποία περιλαμβάνεται και η διαχείριση ενός ή περισσοτέρων αμοιβαίων κεφαλαίων ακίνητης περιουσίας. Για τη σύσταση της εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 27 του ν. 1969/1991, όπως ισχύουν. Για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας της Α.Ε.Δ.Α.Κ., η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξετάζει αν η εταιρία, τα μέλη της διοίκησης της και τα διευθυντικά της στελέχη διαθέτουν εμπειρία στον τομέα των επενδύσεων σε ακίνητα. Αν η Α.Ε.Δ.Α.Κ. ζητήσει και τη σύσταση αμοιβαίων κεφαλαίων του ν. 1969/1991, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξετάζει αν τα ανωτέρω πρόσωπα διαθέτουν επίσης εμπειρία στον τομέα των επενδύσεων σε κινητές αξίες.
3.  
    Για την τροποποίηση του καταστατικού της Α.Ε.Δ.Α.Κ., καθώς και για την αύξηση του κεφαλαίου της, απαιτείται άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς απαιτείται και για τη συμβατική μεταβίβαση μετοχών της Α.Ε.Δ.Α.Κ., εφόσον ο αποκτών τις μετοχές συγκεντρώνει με τη μεταβίβαση αυτήν, ποσοστό τουλάχιστον δέκα τοις εκατό (10%) του κεφαλαίου της εταιρίας. Για τη χορήγηση της άδειας εφαρμόζεται το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 27 του ν. 1969/1991. Η παράλειψη της άδειας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς συνεπάγεται την απόλυτη ακυρότητα της μεταβίβασης.
4.  
    Οποιαδήποτε άλλη μεταβολή της μετοχικής σύνθεσης της Α.Ε.Δ.Α.Κ., εκτός αυτής που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο, όπως και οποιαδήποτε μεταβολή της σύνθεσης του διοικητικού της συμβουλίου και των προσώπων που χαράσσουν την επιχειρηματική της πολιτική ή εκπροσωπούν την εταιρία, γνωστοποιούνται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χωρίς καθυστέρηση. Η διάταξη της Παρ. 5 του άρθρου 27 του ν. 1969/1991 εφαρμόζεται αναλόγως.
5.  
    Το μετοχικό κεφάλαιο της Α.Ε.Δ.Α.Κ. ανέρχεται τουλάχιστον σε ένα δισεκατομμύριο (1.000.000.000) δραχμές, που καταβάλλεται ολοσχερώς κατά τη σύσταση της. Το ποσό αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Οι μετοχές της Α.Ε.Δ.Α.Κ. είναι ονομαστικές. Τουλάχιστον τα δύο πέμπτα (2/5) του μετοχικού κεφαλαίου της Α.Ε.Δ.Α.Κ. πρέπει να ανήκουν σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ασφαλιστικό ταμείο ή ανώνυμη εταιρία με μετοχικό κεφάλαιο ύψους τουλάχιστον πέντε δισεκατομμυρίων (5.000.000.000) δραχμών ολοσχερώς καταβεβλημένο. Το ύψος του ανωτέρω ποσού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Δεν επιτρέπεται η συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο της Α.Ε.Δ.Α.Κ. φυσικού ή νομικού προσώπου σε ποσοστό που υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του κεφαλαίου της εταιρίας.
6.  
    Δεν επιτρέπεται η συμμετοχή στο κεφάλαιο της Α.Ε.Δ.Α.Κ. εταιριών με κύριο αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή ή εκμετάλλευση ακινήτων σε ποσοστό που υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) για καθεμία από αυτές και το είκοσι τοις εκατό (20%) για το σύνολο εταιριών με το παραπάνω αντικείμενο δραστηριότητας.
7.  
    Ανώνυμες εταιρίες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, που συνιστώνται και λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1969/1991, μπορούν να διαχειρίζονται αμοιβαία κεφάλαια ακίνητης περιουσίας εφόσον: α) πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο για τη σύσταση και λειτουργία των Α.Ε.Δ.Α.Κ., β) έχουν λάβει από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άδεια για τη διαχείριση και αμοιβαίων κεφαλαίων ακίνητης περιουσίας και γ) η διαχείριση των αμοιβαίων κεφαλαίων ακίνητης περιουσίας περιλαμβάνεται στο σκοπό των εταιριών αυτών.
Άρθρο 3 "Εκπροσώπηση μεριδιούχων"
1.  
    Οι μεριδιούχοι του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας εκπροσωπούνται δικαστικά και εξώδικα από την Α.Ε.Δ.Α.Κ. Οι μεριδιούχοι δεν ευθύνονται για πράξεις ή παραλείψεις της εταιρίας αυτής ή του θεματοφύλακα σχετικές με την ενταγμένη στο αμοιβαίο κεφάλαιο περιουσία.
Άρθρο 4 "Έδρα αμοιβαίου κεφαλαίου"
1.  
    Το αμοιβαίο κεφάλαιο του παρόντος νόμου θεωρείται ότι έχει την έδρα του στην Ελλάδα, εφόσον η Α.Ε.Δ.Α.Κ. έχει την έδρα της στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτήν η κεντρική διοίκηση του αμοιβαίου κεφαλαίου είναι υποχρεωτικά στην Ελλάδα.
Άρθρο 5
1.  
    Το αμοιβαίο κεφάλαιο του παρόντος νόμου συνιστάται ύστερα από άδεια που χορηγείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Η άδεια χορηγείται ύστερα από αίτηση της Α.Ε.Δ.Α.Κ., εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:.
  1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει προηγουμένως χορηγήσει άδεια λειτουργίας στην Α.Ε.Δ.Α.Κ. και έχει εγκρίνει την εκλογή του θεματοφύλακα και τον κανονισμό του αμοιβαίου κεφαλαίου.
  2. Οι διευθύνοντες την Α.Ε.Δ.Α.Κ. και ο θεματοφύλακας διαθέτουν εμπειρία στον τομέα των επενδύσεων σε ακίνητα και ανταποκρίνονται στα κριτήρια καταλληλότητας που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 17α του ν. 1969/1991.
  3. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται αναλόγως.
  4. Στο σχέδιο κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας λαμβάνεται επαρκής μέριμνα για τη διαφύλαξη των συμφερόντων των μεριδιούχων του
2.  
    Με την αίτηση για τη χορήγηση της άδειας συστάσεως των αμοιβαίων κεφαλαίων ακίνητης περιουσίας, η Α.Ε.Δ.Α.Κ. υποβάλλει:.
  1. Αναλυτικό κατάλογο των στοιχείων του αρχικού ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας, τα οποία πρέπει να είναι συνολικής αξίας τουλάχιστον δέκα δισεκατομμυρίων (10.000.000.000) δραχμών.
  2. Το ύψος του ποσού αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
  3. Τα στοιχεία του ενεργητικού είναι μετρητά ή ακίνητα και η αποτίμηση τους διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 7 έως και 9 του άρθρου 6 του παρόντος.
  4. Δήλωση πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ότι δέχεται να αρκεί καθήκοντα θεματοφύλακα του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας.
  5. Σχέδιο κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας, το οποίο υπογράφεται από την Α.Ε.Δ.Α.Κ. και το θεματοφύλακα.
  6. Επενδυτικό σχέδιο με τον ειδικότερο επενδυτικό προσανατολισμό του αμοιβαίου κεφαλαίου.
  7. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, με κανονιστική απόφασή της, να καθορίσει το ειδικότερο περιεχόμενο του επενδυτικού σχεδίου.
3.  
    Εντός έξι (6) μηνών από τη χορήγηση της άδειας σύστασης του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας, πρέπει να κατατεθεί στο θεματοφύλακα το αρχικό ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου, πλην αυτού που αποτελείται από ακίνητα. Η κατάθεση πιστοποιείται από το θεματοφύλακα, με ειδική βεβαίωση, η οποία υποβάλλεται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς από την Α.Ε.Δ.Α.Κ. εντός της ανωτέρω περιόδου των έξι (6) μηνών. Ο θεματοφύλακας πιστοποιεί ομοίως ότι έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες μεταβίβασης στο αμοιβαίο κεφάλαιο των ακινήτων που εισφέρθηκαν στο αρχικό ενεργητικό αυτού.
4.  
    Το αργότερο εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της βεβαίωσης κατάθεσης της ανωτέρω παραγράφου 2, το ενεργητικό αυτό πρέπει να επενδυθεί, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6 του παρόντος νόμου και σύμφωνα με το επενδυτικό πρόγραμμα της παρ. 2 περίπτωση δ του παρόντος άρθρου. Η Α.Ε.Δ.Α.Κ. καταρτίζει αναλυτική κατάσταση των επενδύσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου στο τέλος του εξαμήνου ή όταν θα έχει γίνει η προσαρμογή του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου με τις διατάξεις του άρθρου 6 του παρόντος νόμου. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται με απόφαση της να παρατείνει _την προθεσμία του πρώτου εδαφίου έως δύο (2) έτη αν διαπιστώνει ικανοποιητική υλοποίηση του υποβληθέντος επενδυτικού σχεδίου ή και την ύπαρξη συνθηκών στην αγορά ακινήτων ή κινητών αξιών που δικαιολογούν . την παράταση της προθεσμίας αυτής.
5.  
    Η μη τήρηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου συνεπάγεται την υποχρεωτική ανάκληση της άδειας σύστασης του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας
6.  
    Η διάθεση μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας, καθώς και η διαφήμιση του απαγορεύεται πριν τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της άδειας σύστασης του αμοιβαίου κεφαλαίου και την τήρηση των υποχρεώσεων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου
Άρθρο 6
1.  
    Το ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου επενδύεται υποχρεωτικά:
  1. Σε ποσοστό τουλάχιστον εβδομήντα τοις εκατό (70%), σε ακίνητη περιουσία, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου
  2. Σε κινητές αξίες ή άλλα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 32 παρ. 1 περιπτώσεις α έως ε και παρ. 4 του ν. 1969/1991.
  3. Η επένδυση σε κινητές αξίες δεν είναι δυνατόν να υπερβεί το δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου.
  4. Σε ποσοστό τουλάχιστον δέκα τοις εκατό (10%) σε μετρητά, τραπεζικές καταθέσεις και πιστωτικούς τίτλους ισοδύναμης ρευστότητας, για το υπόλοιπο ποσοστό.
  5. Το αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας δεν επιτρέπεται να επενδύει σε πολύτιμα μέταλλα ή σε παραστατικούς τους τίτλους.
2.  
    Ως ακίνητη περιουσία, στην οποία μπορεί να επενδύεται το ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας, νοούνται τα ακίνητα που ευρίσκονται στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή σε τρίτο κράτος, σύμφωνα με την επόμενη περίπτωση γ, αποκτώνται κατά πλήρη ή ψιλή κυριότητα ή επί των οποίων συνιστάται επικαρπία στο όνομα του αμοιβαίου κεφαλαίου και:
  1. Μπορούν άμεσα είτε να χρησιμοποιηθούν ως επαγγελματική στέγη ή για άλλο εμπορικό ή βιομηχανικό σκοπό είτε να αποτελέσουν αντικείμενο οργανωμένης δόμησης, μόνα τους ή από κοινού με άλλα ακίνητα, ή
  2. Είναι υπό αποπεράτωση ή επισκευή (εργασίες συντήρησης ή αναπαλαίωσης ή μεταβολής χρήσης) και μπορούν να · χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς που αναγράφονται ανωτέρω στο στοιχείο α), στο άμεσο μέλλον, σύμφωνα με αναλυτικό πρόγραμμα που καταρτίζεται με ευθύνη της Α.Ε.Δ.Α.Κ., ειδικά προς αυτό το σκοπό και που κοινοποιείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και, επιπλέον, η αποπεράτωση ή επισκευή τους, είναι δυνατόν να ολοκληρωθεί εντός εύλογου, ανάλογα με τις περιστάσεις χρόνου και τα έξοδα αποπεράτωσης ή επισκευής δεν υπερβαίνουν, στο σύνολο τους, ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) επί της συνολικής αξίας του ακινήτου, όπως θα υφίσταται μετά την αποπεράτωση ή επισκευή με βάση τους κανόνες αποτίμησης των παραγράφων 7 έως 9 του παρόντος άρθρου.
  3. Το πρόγραμμα του προηγούμενου εδαφίου αναφέρει το χρονικό διάστημα, εντός του οποίου προβλέπεται να ολοκληρωθεί η αποπεράτωση ή επισκευή του ακινήτου και αναλυτική, πρόβλεψη των εξόδων αποπεράτωσης ή επισκευής, ή.
  4. Ακίνητα που βρίσκονται σε άλλα, εκτός από αυτά που αναφέρονται στην περίπτωση α .κράτη και είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν άμεσα για κάποιον από τους σκοπούς που, αναγράφονται .στην περίπτωση α εφόσον, στο σύνολο τους, δεν υπερβαίνουν σε αξία το δέκα τοις εκατό (10%) του συνόλου των επενδύσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου σε ακίνητα.
  5. Με την επιφύλαξη του αμέσως επόμενου εδαφίου, η αξία του συνόλου των ακινήτων, τα οποία δεν έχουν αποκτηθεί κατά πλήρη κυριότητα στο όνομα του αμοι- βαίου κεφαλαίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) του συνόλου των επενδύσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου σε ακίνητη περιούσια.
  6. Επιτρέπεται η απόκτηση στο όνομα του αμοιβαίου κεφαλαίου δικαιωμάτων από χρηματοδοτική μίσθωση επί ακινήτων, κατά την έννοια των περιπτώσεων α και β της παρούσας παραγράφου, εφόσον το σύνολο αυτών των δικαιωμάτων δεν υπερβαίνει, σε αξία, το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου και καθένα από αυτά τα δικαιώματα δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) του ενεργητικού αυτού.
2α.  
    Ως ακίνητη περιουσία στην οποία μπορεί να επενδύει το αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας νοούνται επίσης
  1. Απαιτήσεις προς απόκτηση των ανωτέρω ακινήτων βάσει προσυμφώνων, υπό την προϋπόθεση ότι έχει συμβατικώς διασφαλισθεί ο χρόνος αποπεράτωσής τους, το μέγιστο τίμημά τους, η προκαταβολή τιμήματος, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του τιμήματος, η ποινική ρήτρα του πωλητή, η οποία δεν μπορεί να υπολείπεται του 150% της προκαταβολής και η χρησιμοποίησή τους ως επαγγελματικής στέγης ή για άλλο εμπορικό ή βιομηχανικό σκοπό εντός έξι (6) μηνών από την απόκτησή τους.
  2. Τουλάχιστον το 90% των μετοχών ανώνυμης εταιρίας με μοναδικό σκοπό την εκμετάλλευση ακινήτων, το σύνολο του παγίου κεφαλαίου της οποίας είναι επενδεδυμένο σε ακίνητα της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 2778/1999.
3.  
    Η αξία κάθε ακινήτου κατά την έννοια των περιπτώσεων ά και β της προηγούμενης παραγράφου, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, κατά το χρόνο της απόκτησης, το δεκαπέντε τοις εκατό (15%) της αξίας του συνόλου του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου. Ακίνητα, που συνδέονται άμεσα μεταξύ τους, κατά τρόπο ώστε αυτά τα ακίνητα να μην είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν χωριστά, θεωρούνται, για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, ως ενιαία ακίνητα. Το όριο του πρώτου εδαφίου αυξάνεται σε είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), εάν πρόκειται για ακίνητο, το οποίο μπορεί να διαχωριστεί σε περισσότερα ακίνητα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν αυτοτελώς για κάποιον από τους σκοπούς που αναφέρονται στην περίπτωση α της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
4.  
    Οι επενδύσεις σε κινητές αξίες από αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας υπόκεινται στους ακόλουθους περιορισμούς:
  1. Η επένδυση σε κινητές αξίες του ίδιου εκδότη δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) επί του ανώτατου επιτρεπόμενου ποσοστού επενδύσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου, σε κινητές αξίες.
  2. Το ποσοστό του προηγούμενου εδαφίου αυξάνεται σε πέντε τοις εκατό (5%), εάν πρόκειται για κινητές αξίες οι οποίες έχουν εκδοθεί από κράτος, από οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, από δημόσιο διεθνή οργανισμό, στον οποίο μετέχει κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, καθώς και όταν για αυτές τις κινητές αξίες έχει εγγυηθεί κάποιος από τους ανωτέρω οργανισμούς.
  3. β) Οι επενδύσεις αυτές γίνονται υποχρεωτικά σε . κινητές αξίες τουλάχιστον έξι εκδοτών.
  4. Ως προς την επένδυση για το σύνολο των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειρίζεται μία Α.Ε.Δ.Α.Κ., χωρίς ? να εξετάζεται εάν αυτά εμπίπτουν ή όχι στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, ισχύουν τα οριζόμενα· στο άρθρο 34 του ν. 1969/1991..
  5. Οι-επενδύσεις του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας σε κινητές αξίες, του εκδίδονται από εταιρείες με αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή ή:
  6. εκμετάλλευση ακινήτων, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν, στο σύνολο τους, το είκοσι τοις εκατό (20%) των επενδύσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου σε κινητές αξίες της παρ. 1 περίπτωση β του άρθρου αυτού. ···? -? ε) Η επένδυση σε μερίδια άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων επιτρέπεται μόνο εφόσον οι συγκεκριμένοι οργανισμοί εμπίπτουν είτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 85/611 του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, όπως ισχύει είτε στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου ή αντίστοιχης νομοθετικής ή κανονιστικής ρύθμισης άλλου κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
  7. Σε κάθε περίπτωση, η * επένδυση σε καθένα από τους ανωτέρω οργανισμούς δεν πρέπει να υπερβαίνει το τρία τοις εκατό (3%) του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου επένδυσης σε κινητές αξίες και το σύνολο των επενδύσεων σε τέτοιους οργανισμούς δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) του ανωτέρω ορίου. στ) Οι προϋποθέσεις για τη διενέργεια επενδύσεων, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 4 του ν. 1969/1991, -καθορίζονται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
  8. Οι διατάξεις των άρθρων 35 και 36 του ν. 1969/1991 εφαρμόζονται και στα αμοιβαία κεφάλαια του παρόντος νόμου, ως προς τις επενδύσεις τους σε κινητές αξίες.
  9. Σε περίπτωση μη τήρησης του ορίου επένδυσης σε ακίνητη περιουσία, για λόγους ανεξάρτητους από τη βούληση της Α.Ε.Δ.Α.Κ., αυτή οφείλει να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες, ώστε, κατά την αποτίμηση της ακίνητης περιουσίας του αμοιβαίου κεφαλαίου στο τρίτο τρίμηνο από τη διαπίστωση της μη τήρησης να μην υφίσταται αυτή.
5.  
    Απαγορεύεται η απόκτηση από αμοιβαίο κεφάλαιο δικαιώματος σε ακίνητο, το οποίο έχει ενταχθεί στα αποθεματικά ασφαλιστικών εταιριών
6.  
    Τα ακίνητα στα οποία επενδύει η εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία ασφαλίζονται υποχρεωτικά. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο των ασφαλιστικών συμβολαίων.
7.  
    Με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στις παραγράφους 8 και 9 του παρόντος, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ορίζονται ο τρόπος και τα μέσα αποτίμησης της αξίας των στοιχείων της ακίνητης περιουσίας του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα. Η αποτίμηση των κινητών αξιών, που περιλαμβάνονται στο ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου, γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 32 παρ. 2 και 43 παρ. 1 του ν. 1969/1991. όπως ισχύει.
8.  
    Η αποτίμηση της αξίας του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας διενεργείται από την Α.Ε.Δ.Α.Κ. ως προς μεν τα στοιχεία της ακίνητης περιουσίας στο τέλος κάθε ημερολογιακού τριμήνου, ως προς δε τα λοιπά στοιχεία καθημερινά. Η Α.Ε.Δ.Α.Κ., για την αποτίμηση των στοιχείων της ακίνητης περιουσίας, δεσμεύεται από ειδική τακτική έκθεση, που συντάσσεται κάθε φορά για το σκοπό αυτόν, από εκτιμητή του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών του άρθρου 15 του ν. 820/1978, όπως εκάστοτε ισχύει. Ο εκτιμητής του προηγούμενου εδαφίου ορίζεται από την Α.Ε.ΔΑΚ. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ορίζονται περιπτώσεις κατά τις οποίες συντάσσονται και έκτακτες εκθέσεις εκτίμησης των στοιχείων της ακίνητης περιουσίας. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ορίζεται η προθεσμία μέσα στην οποία μπορεί να περατωθεί η εκτίμηση αυτή και ρυθμίζεται κάθε άλλο ειδικότερο θέμα. Μέχρι να ολοκληρωθεί η έκτακτη εκτίμηση των στοιχείων της ακίνητης περιουσίας αναστέλλεται η εξαγορά των μεριδίων.
9.  
    Η ένταξη ακινήτου ή δικαιώματος επί ακινήτου στο ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου προϋποθέτει προηγούμενη εκτίμηση της αξίας του από τον εκτιμητή του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών της προηγούμενης παραγράφου, η οποία θα διενεργείται ειδικά για αυτό το σκοπό και θα λαμβάνει υπόψη κάθε γεγονός το οποίο, μέχρι την ημερομηνία ένταξης του ακινήτου στο ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου, μπορεί να επηρεάσει την αξία του συγκεκριμένου ακινήτου. Η εκτίμηση είναι δεσμευτική. Επιτρέπεται το τίμημα που θα καταβληθεί από το αμοιβαίο κεφάλαιο, για την απόκτηση του ακινήτου ή του δικαιώματος επί ακινήτου, να είναι χαμηλότερο από την αξία του ακινήτου ή του δικαιώματος, όπως αυτή θα έχει προσδιοριστεί από τον εκτιμητή. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται και για τη μεταβίβαση στοιχείων της ακίνητης περιουσίας του αμοιβαίου κεφαλαίου. Δεν επιτρέπεται όμως το τίμημα που θα λάβει το αμοιβαίο κεφάλαιο, για τη μεταβίβαση να είναι μικρότερο από την αξία του ακινήτου, που αναφέρεται στην εκτίμηση του εκτιμητή. Σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση ακινήτου, το οποίο έχει ενταχθεί στο ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου, πριν από την πάροδο τριετίας από την απόκτηση του.
10.  
    Οι εγγραφές και καταχωρήσεις στα επίσημα αρχεία, ιδίως στο Κτηματολόγιο και στα Υποθηκοφυλακεία, σχετικά με την απόκτηση ή μεταβίβαση ακινήτων ή άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων από αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας γίνονται με ευθύνη της Α.Ε.Δ.Α.Κ. _το όνομα του αμοιβαίου κεφαλαίου, όπως αυτό προσδιορίζεται στην άδεια λειτουργίας του που χορηγήθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
11.  
    Η μη τήρηση των όρων του παρόντος άρθρου σχετικά με την απόκτηση ακινήτου από αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας ή τη μεταβίβαση ακινήτου από το αμοιβαίο κεφάλαιο δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της απόκτησης ή μεταβίβασης του ακινήτου
12.  
    Ο προσδιορισμός της καθαρής αξίας του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 7 έως και 8 του παρόντος άρθρου. Για τον προσδιορισμό της καθαρής αξίας του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας αφαιρούνται από το ενεργητικό του οι αμοιβές και προμήθειες της Α.Ε.Δ.Α.Κ. και του θεματοφύλακα, οι αμοιβές άλλων προσώπων για πράξεις που ανάγονται στη λειτουργία του αμοιβαίου κεφαλαίου, οι δαπάνες του αμοιβαίου κεφαλαίου που σύμφωνα με τα οριζόμενα στον κανονισμό βαρύνουν αυτό και τα διανεμόμενα στους μεριδιούχους κέρδη.
13.  
    Για τον προσδιορισμό της αξίας κάθε μεριδίου του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας διαιρείται το σύνολο της καθαρής αξίας του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου με τον αριθμό των μεριδίων. Η τιμή διάθεσης και η τιμή εξαγοράς του μεριδίου επιτρέπεται να υπερβαίνει την αξία του ή να υπολείπεται, αντίστοιχα, της αξίας αυτού κατά την προμήθεια της Α.Ε.Δ.Α.Κ.
Άρθρο 7
1.  
    Τα στοιχεία του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας, εκτός αυτών που αποτελούν την ακίνητη περιουσία του, κατατίθενται προς φύλαξη σε πιστωτικό ίδρυμα, που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα; με φυσική εγκατάσταση. Ο θεματοφύλακας ασκεί καθήκοντα ταμία του αμοιβαίου κεφαλαίου.
2.  
    Ο θεματοφύλακας διενεργεί έλεγχο της δραστηριότητας της Α.Ε.Δ.Α.Κ. σχετικά με κάθε ζήτημα που αφορά στη νομιμότητα της διαχείρισης και στην αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου. Συνυπογράφει τις ετήσιες και εξαμηνιαίες εκθέσεις του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας, καθώς και τις εξαμηνιαίες καταστάσεις επενδύσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου. Ελέγχει το νόμιμο υπολογισμό της αξίας των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου και διασφαλίζει την καταβολή του αντιτίμου της συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο εντός των νόμιμων ή συνήθων προθεσμιών. Ως προς τα στοιχεία ακίνητης περιουσίας, ο θεματοφύλακας παρακολουθεί και ελέγχει τη διενέργεια των αναγκαίων καταχωρήσεων και εγγραφών στα οικεία βιβλία των εμπραγμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 2 του παρόντος νόμου, δικαιωμάτων επί των ακινήτων του αμοιβαίου κεφαλαίου, καθώς και των απαιτούμενων πράξεων για τη σύσταση δικαιωμάτων από χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτου στο όνομα του αμοιβαίου κεφαλαίου.
3.  
    Ο θεματοφύλακας μπορεί να αναθέτει τη φύλαξη κινητών αξιών σε άλλο πρόσωπο, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 1969/1991. Οι σχετικές με τον έλεγχο υποχρεώσεις του θεματοφύλακα δεν επιτρέπεται να ανατεθούν σε άλλο πρόσωπο.
Άρθρο 8
1.  
    Ο κανονισμός του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας συντάσσεται από την Α.Ε.Δ.Α.Κ. και το θεματοφύλακα και περιέχει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:.
  1. Την ονομασία του αμοιβαίου κεφαλαίου και την επωνυμία της Α.Ε.Δ.Α.Κ. και του θεματοφύλακα.
  2. Το σκοπό του αμοιβαίου κεφαλαίου από τον οποίο πρέπει να προκύπτουν οι επενδυτικοί στόχοι του, η επενδυτική του πολιτική και οι μέθοδοι δανειοδότησης του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του παρόντος νόμου
  3. Το είδος και τις κατηγορίες των στοιχείων στα οποία επιτρέπεται να επενδύεται το ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου
  4. Την τιμή των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου κατά το χρόνο σύστασης του
  5. Τις προμήθειες και λοιπές αμοιβές που καταβάλλει ο μεριδιούχος στην Α.Ε.Δ.Α.Κ. και το θεματοφύλακα, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού αυτών των αμοιβών.
  6. Το χρόνο και τη διαδικασία διανομής των κερδών του αμοιβαίου κεφαλαίου στους μεριδιούχους
  7. Τους όρους διάθεσης και εξαγοράς μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου
  8. Μνεία της διάρκειας του αμοιβαίου κεφαλαίου, η οποία μπορεί να είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου
2.  
    Ο κανονισμός του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας τροποποιείται από την Α.Ε.Δ.Α.Κ. και το θεματοφύλακα, από κοινού, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 23 παράγραφοι 2 και 3 του ν. 1969/1991.
Άρθρο 9 "Ενημερωτικό δελτίο, εκθέσεις και καταστάσεις του αμοιβαίου κεφαλαίου"
1.  
    Επενδυτικοί στόχοι του αμοιβαίου κεφαλαίου
  1. Τον κανονισμό του αμοιβαίου κεφαλαίου και το επενδυτικό του πρόγραμμα
  2. Την ημερομηνία σύστασης του αμοιβαίου κεφαλαίου και παρουσίαση της επενδυτικής πολιτικής του, του τρόπου διάθεσης των μεριδίων του και των σημείων διάθεσης και εξαγοράς τους και απολογιστικά οικονομικά στοιχεία του αμοιβαίου κεφαλαίου
  3. Το περιεχόμενο της ανακοίνωσης της αρμόδιας αρχής για τη σύσταση και την έγκριση του καταστατικού της Α.Ε.Δ.Α.Κ., όπου αναγράφεται η επωνυμία και ο αριθμός μητρώου αυτής της εταιρίας.
  4. Σύντομη εξειδίκευση του φορολογικού καθεστώτος που διέπει το αμοιβαίο κεφάλαιο
  5. Την ταυτότητα των προσώπων που είναι αρμόδια για τον έλεγχο των εκθέσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου και του ορκωτού εκτιμητή του άρθρου 6 παρ. 8 του παρόντος νόμου. ί . . στ) Τη νομική φύση του δικαιώματος που αντιπροσωπεύει το μερίδιο.
  6. Την έδρα, διεύθυνση, ημερομηνία σύστασης και διάρκεια, τα ίδια κεφάλαια και το μετοχικό κεφάλαιο της Α.Ε.Δ.Α.Κ., καθώς και την ταυτότητα και τα καθήκοντα των μελών των οργάνων διοίκησης, διεύθυνσης και εποπτείας και μνεία των κυριότερων δραστηριοτήτων που ασκούν αυτά τα πρόσωπα, εκτός εταιρίας, εφόσον αυτές οι δραστηριότητες έχουν σημασία για αυτή.
  7. Την ταυτότητα των μελών της Επενδυτικής Επιτροπής της Α.Ε.Δ.Α.Κ. .
  8. Τα αμοιβαία κεφάλαια που διαχειρίζεται η Α.Ε.Δ.Α.Κ.
  9. Τη νομική μορφή, επωνυμία και έδρα του θεματοφύλακα
  10. Την επωνυμία και ιδιότητα εξωτερικού συμβούλου επενδύσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου, καθώς και, εφόσον η αμοιβή του καταβάλλεται από το αμοιβαίο κεφάλαιο, τα κύρια σημεία της σύμβασης μεταξύ αυτού και της εταιρίας, με εξαίρεση τα στοιχεία που αφορούν την αμοιβή του
  11. Κάθε άλλο αναγκαίο για τον επενδυτή στοιχείο, που θα του επιτρέψει να λάβει πλήρη και τεκμηριωμένη γνώμη για την επένδυση στο αμοιβαίο κεφάλαιο.
  12. Στο ενημερωτικό δελτίο προσαρτώνται η τελευταία ετήσια ή εξαμηνιαία έκθεση ή έκθεση του λογιστικού τους ελέγχου και του εκτιμητή του άρθρου 6 παρ. 8 του παρόντος νόμου.
  13. Εάν το αμοιβαίο κεφάλαιο διαθέτει μερίδια σε άλλο κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, στο ενημερωτικό δελτίο πρέπει να αναγράφονται πληροφορίες για τα μέτρα που λαμβάνονται σε αυτό το κράτος, ώστε να διενεργούνται οι πληρωμές στους μεριδιούχους, η εξαγορά, η εξόφληση των μεριδίων και οι δημοσιεύσεις που αφορούν το αμοιβαίο κεφάλαιο.
2.  
    Η Α.Ε.Δ.Α.Κ. συντάσσει απλοποιημένο ενημερωτικό δελτίο του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας, στο οποίο περιέχονται υποχρεωτικά τα παρακάτω στοιχεία: Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ.
3.  
    Άλλα αμοιβαία κεφάλαια που διαχειρίζεται Γ. ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ α) Αμοιβαίο Κεφάλαιο.
4.  
    Ενημέρωση για τον επενδυτικό κίνδυνο Η πρώτη ετήσια έκθεση του αμοιβαίου κεφαλαίου μπορεί να καλύπτει διάστημα μεγαλύτερο του ημερολογιακού έτους ώστε η ημερομηνία κατάρτισης της να συμπέσει με το πέρας της πρώτης διαχειριστικής χρήσης. Εάν το πέρας του πρώτου ημερολογιακού εξαμήνου του έτους κατά το οποίο συστήθηκε το αμοιβαίο κεφάλαιο απέχει λιγότερο από τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία σύστασης του αμοιβαίου κεφαλαίου, επιτρέπεται να παραλειφθεί, για το εξάμηνο αυτό, η κατάρτιση της εξαμηνιαίας έκθεσης. Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων εδαφίων δεν επιτρέπεται η εξαγορά μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου μέχρι τη δημοσίευση ετήσιας ή εξαμηνιαίας έκθεσης. Η ετήσια και η εξαμηνιαία έκθεση ελέγχονται από ορκωτό ελεγκτή, ο οποίος δεσμεύεται από την έκθεση του ορκωτού εκτιμητή ως προς την εκτίμηση της αξίας των ακινήτων του αμοιβαίου κεφαλαίου.
5.  
    Ύψος μετοχικού κεφαλαίου και ιδίων κεφαλαίων. 3. Επιτρέπεται η σύνταξη ενημερωτικού δελτίου ή απλοποιημένου ενημερωτικού δελτίου, καθώς και ετήσιας ή εξαμηνιαίας έκθεση,, που θα περιλαμβάνουν το σύνολο των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειρίζεται η Α.Ε.Δ.Α.Κ., εφόσον στα δελτία ή τις εκθέσεις περιέχεται το σύνολο των στοιχείων που απαιτούνται για κάθε τύπο αμοιβαίου κεφαλαίου και αυτά τα στοιχεία εξειδικεύονται χωριστά για κάθε αμοιβαίο κεφάλαιο.
6.  
    Η Α.Ε.Δ.Α.Κ. στο τέλος κάθε ημερολογιακού εξαμήνου καταρτίζει εξαμηνιαία κατάσταση επενδύσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας, με χωριστή αναφορά στις κατηγορίες επενδύσεων. Κατ εξαίρεση, εφόσον η πρώτη κατάσταση επενδύσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 4 του παρόντος νόμου, καταρτιστεί με ημερομηνία που δεν θα συμπίπτει με το πέρας ημερολογιακού εξαμήνου, η δεύτερη κατάσταση επενδύσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου μπορεί να συνταχθεί στο τέλος του αμέσως επόμενου ημερολογιακού εξαμήνου, εφόσον, από την ημερομηνία κατάρτισης της πρώτης κατάστασης μέχρι την ημερομηνία της δεύτερης μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των εννέα (9) μηνών. Η εξαμηνιαία κατάσταση επενδύσεων περιλαμβάνει, ως προς τα ακίνητα, την περιγραφή του καθενός από αυτά, το σκοπό για τον οποίο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί, την εμπορική του αξία, σε σχέση με την αντικειμενική του αξία, εφόσον αυτή έχει ορισθεί, καθώς και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο κρίνεται χρήσιμο για την αξιολόγηση των επενδύσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου. Ως προς τα δικαιώματα επικαρπίας ή ψιλής κυριότητας ακινήτων, όπως και ως προς τα δικαιώματα από χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτου, η εξαμηνιαία κατάσταση επενδύσεων περιέχει υποχρεωτικά περιγραφή του δικαιώματος, την πραγματική αξία του, σε σχέση με την πραγματική και την αντικειμενική αξία του ακινήτου στο οποίο αναφέρεται, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο στοιχείο για την αξιολόγηση των συγκεκριμένων επενδύσεων. Στην κατάσταση αυτή γίνεται αναφορά στα ακίνητα των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου και κυρίως στις προοπτικές χρησιμοποίησης τους ως χωριστά ακίνητα. Η αξία των στοιχείων του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου προσδιορίζεται με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παράγραφοι 7 έως και 9 του παρόντος νόμου. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, με απόφαση της, να καθορίζει το ειδικότερο περιεχόμενο της εξαμηνιαίας κατάστασης επενδύσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου. Η εξαμηνιαία κατάσταση επενδύσεων ελέγχεται από ορκωτό ελεγκτή, ο οποίος δεσμεύεται από την έκθεση του ορκωτού εκτιμητή ως προς την εκτίμηση της αξίας των ακινήτων του αμοιβαίου κεφαλαίου.
7.  
    Συχνότητα δημοσίευσης τιμής των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου. Β. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ.
8.  
    Η καθαρή αξία του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας, όπως προσδιορίζεται με βάση τις παραγράφους 7 έως 9 και 11 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, ο αριθμός των μεριδίων του, η αξία του μεριδίου, η τιμή διάθεσης και η τιμή εξαγοράς του, υπολογίζονται κάθε εργάσιμη ημέρα και δημοσιεύονται σε δύο τουλάχιστον ημερήσιες οικονομικές και μία ημερήσια πολιτική εφημερίδα της αμέσως επόμενης ημέρας με μέριμνα της Α.Ε.Δ.Α.Κ.
9.  
    Οι δαπάνες δημοσιεύσεων που δεν είναι υποχρεωτικές από το νόμο ή από απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, βαρύνουν την Α.Ε.Δ.Α.Κ.
Άρθρο 10 "Διαχειριστική χρήση"
1.  
    Η διαχειριστική χρήση του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος. Ειδικά η πρώτη διαχειριστική χρήση, μπορεί να υπερβεί το ημερολογιακό έτος και να επεκταθεί μέχρι το πέρας του αμέσως επόμενου από τη σύσταση του αμοιβαίου κεφαλαίου έτους.
Άρθρο 11
1.  
    Η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλάσματα μεριδίου. Η αρχική αξία των μεριδίων πρέπει να είναι τουλάχιστον πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών.
2.  
    Τα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας είναι άυλα. Η συμμετοχή στο αμοιβαίο κεφάλαιο καταχωρείται από την Α.Ε.Δ.Α.Κ. σε ειδικό μητρώο μεριδιούχων. Όλες οι εγγραφές στο μητρώο αυτό γίνονται και παρακολουθούνται από την Α.Ε.Δ.Α.Κ. Οι καταχωρήσεις στο μητρώο μεριδιούχων περιλαμβάνουν υποχρεωτικά τα στοιχεία του άρθρου 19 παρ. 3 του ν. 1969/1991. Ο μεριδιούχος λαμβάνει βεβαίωση συμμετοχής του στο αμοιβαίο κεφάλαιο, εφόσον ζητήσει αυτή. Η βεβαίωση συμμετοχής του προηγούμενου εδαφίου δεν είναι αξιόγραφο και έχει απλώς αποδεικτική ισχύ.
3.  
    Οι διατάξεις του ν. 5638/1932 περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν εφαρμόζονται ανάλογα και στα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας.
4.  
    Για τη μεταβίβαση των μεριδίων εφαρμόζεται η παρ. 5 του άρθρου 19 του ν. 1969/1991. Η ενεχυρίαση των μεριδίων διενεργείται με τους κανόνες της παρ. 7 του άρθρου 19 του ν. 1969/1991.
5.  
    Η διάθεση των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας πραγματοποιείται με τους όρους των άρθρων 20 και 21 του ν. 1969/1991, που εφαρμόζονται ανάλογα. Επιτρέπεται το αντίτιμο της συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο να καταβληθεί με τη μορφή ακίνητης περιουσίας, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 2 του παρόντος νόμου, εφόσον η Α.Ε.Δ.Α.Κ. δεχθεί αυτή την καταβολή. Η Α.Ε.Δ.Α.Κ. για να δεχθεί την καταβολή του προηγούμενου εδαφίου εξετάζει και κατά πόσο το συγκεκριμένο ακίνητο ανταποκρίνεται στους όρους που έχει θέσει το επενδυτικό σχέδιο του αμοιβαίου κεφαλαίου. Σε κάθε περίπτωση, η καταβολή του αντιτίμου με εισφορά ακινήτου στο αμοιβαίο κεφάλαιο προϋποθέτει την προηγούμενη αποτίμηση του, με τους όρους του άρθρου 6 παράγραφοι 7 έως και 9 του παρόντος νόμου.
6.  
    Εφόσον το αντίτιμο της συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας καταβληθεί με εισφορά ακινήτου, με τους όρους της προηγούμενης παραγράφου. ο μεριδιούχος που εισέφερε αυτό δεν δικαιούται να ζητήσει την εξαγορά των μεριδίων του για πέντε (5) έτη από την ημερομηνία της αποδοχής της αίτησης συμμετοχής του στο αμοιβαίο κεφάλαιο.
Άρθρο 12
1.  
    Η εξαγορά των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας, εφόσον ζητηθεί από μεριδιούχο, είναι υποχρεωτική για την Α.Ε.Δ.Α.Κ. και προϋποθέτει την υποβολή γραπτής αίτησης προς την Α.Ε.Δ.Α.Κ. σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στον κανονισμό. Η αίτηση εξαγοράς των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται η εξαγορά των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου, πριν από την κατάρτιση της κατάστασης επενδύσεων που προβλέπεται στο άρθρο 5 παρ. 4 του παρόντος νόμου.
2.  
    Τα μερίδια εξαγοράζονται στην τιμή εξαγοράς μεριδίων της ημέρας υποβολής της αίτησης για την εξαγορά. Η τιμή εξαγοράς προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφοι 8 έως και 12 του παρόντος νόμου, με βάση την αξία του μεριδίου της ίδιας ημέρας. Η αξία των μεριδίων που εξαγοράζονται καταβάλλεται σε μετρητά, εντός δεκαπέντε (15) ημερολογιακών ημερών, από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.
3.  
    Για την αναστολή εξαγοράς των μεριδίων εφαρμόζεται ανάλογα η παρ. 4 του άρθρου 25 του ν. 1969/1991.
Άρθρο 13
1.  
    Επιτρέπεται η σύναψη δανείων για λογαριασμό αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας και η παροχή πιστώσεων σε αυτό για ποσά τα οποία, στο σύνολο τους, δεν θα υπερβαίνουν το ένα τρίτο (1/3) του συνόλου των επενδύσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου σε ακίνητη περιουσία. Τα δάνεια συνάπτονται και οι πιστώσεις παρέχονται από πιστωτικό ίδρυμα. Τα δάνεια αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την αξιοποίηση ακινήτων που περιλαμβάνονται στο ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου ή για την ικανοποίηση αιτήσεων εξαγοράς μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου. Οι πιστώσεις μπορούν να δίδονται μόνο για την αξιοποίηση ακινήτων που περιλαμβάνονται στο ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου. Το σύνολο των δανείων, που θα λαμβάνονται και των πιστώσεων που θα δίδονται για την αποπεράτωση ακινήτων του αμοιβαίου κεφαλαίου, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ποσό που θα αναγράφεται στο πρόγραμμα της παρ. 2 περίπτωση β του άρθρου 6 του παρόντος νόμου.
2.  
    Για την εξασφάλιση των δανείων και πιστώσεων της προηγούμενης παραγράφου επιτρέπεται να συνιστώνται βάρη επί των κινητών ή ακινήτων του αμοιβαίου κεφαλαίου
3.  
    Το άρθρο 31α του ν. 1969/1991 εφαρμόζεται αναλόγως στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων.
Άρθρο 14
1.  
    Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, οι κάθε είδους πρόσοδοι του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας διανέμονται στο τέλος κάθε διαχειριστικής χρήσης σύμφωνα με τα οριζόμενα στον κανονισμό του, αφού προηγηθεί η αφαίρεση των δαπανών που βαρύνουν το αμοιβαίο κεφάλαιο
2.  
    Η διανομή των κερδών από την πώληση κινητών αξιών διενεργείται μόνο εφόσον αυτά τα κέρδη δεν εξουδετερώνονται από ενδεχόμενες κεφαλαιακές ζημίες, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μέχρι το τέλος της χρήσης
Άρθρο 15
1.  
    Απαγόρευση μεταβίβασης ακινήτων του αμοιβαίου κεφαλαίου σε συγκεκριμένα πρόσωπα Απαγορεύεται η μεταβίβαση ακινήτων του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας σε ιδρυτές, μετόχους, μέλη του διοικητικού συμβουλίου, γενικούς διευθυντές ή διευθυντές της Α.Ε.Δ.Α.Κ., συζύγους και συγγενείς τους μέχρι και τρίτου βαθμού εξ αίματος ή αγχιστείας.
Άρθρο 16 "Συνέλευση των μεριδιούχων - Διάλυση του αμοιβαίου κεφαλαίου"
1.  
    Οι διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 1969/1991 εφαρμόζονται και στα αμοιβαία κεφάλαια ακίνητης περιουσίας. Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου, το χρονικό διάστημα των τριμήνων, με βάση το οποίο υπολογίζεται η περίοδος αναφοράς, ορίζεται σε εξάμηνο.
2.  
    Σε περίπτωση διάλυσης του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας, εκτός από την έκθεση του ορκωτού ελεγκτή που προβλέπεται στην παρ. 3 του άρθρου 45 του ν. 1969/1991, συντάσσεται και έκθεση εκτιμητή του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, για τα ακίνητα του αμοιβαίου κεφαλαίου, η οποία δεσμεύει τον ορκωτό ελεγκτή.
Άρθρο 17
1.  
    Επιτρέπεται η συγχώνευση αμοιβαίων κεφαλαίων ακίνητης περιουσίας με τους όρους που ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 45α του ν. 1969/1991, που εφαρμόζονται ανάλογα.
2.  
    Σε περίπτωση συγχώνευσης αμοιβαίων κεφαλαίων ακίνητης περιουσίας, συντάσσεται και έκθεση εκτιμητή του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, ως προς τα ακίνητα των αμοιβαίων κεφαλαίων, που δεσμεύει τον ορκωτό ελεγκτή
3.  
    Η αναστολή της εξαγοράς των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων που μετέχουν στη. συγχώνευση, μπορεί να αποφασιστεί και να ισχύσει για το διάστημα από την ημερομηνία λήψης της απόφασης για τη συγχώνευση μέχρι το πέρας της διαδικασίας της συγχώνευσης.
Άρθρο 18 "Ευθύνη και παραίτηση της Α.Ε.Δ.Α.Κ. και του θεματοφύλακα"
1.  
    Η Α.Ε.ΔΑΚ. και ο θεματοφύλακας οφείλουν να ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κατά τρόπο ανεξάρτητο μεταξύ τους και αποκλειστικά προς το συμφέρον των μεριδιούχων. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με απόφαση της, ορίζει τον τρόπο και τις ειδικότερες υποχρεώσεις για τη διασφάλιση της τήρησης των όρων του προηγούμενου εδαφίου.
2.  
    Η Α.Ε.ΔΑΚ. και ο θεματοφύλακας ευθύνονται, έναντι των μεριδιούχων και μεταξύ τους, για κάθε αμέλεια, ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
3.  
    Η διάταξη του άρθρου 29 του ν. 1969/1991 έχει εφαρμογή και για την παραίτηση της Α.Ε.Δ.Α.Κ. από τη διαχείριση του αμοιβαίου κεφαλαίου.
4.  
    Σε περίπτωση παραίτησης του θεματοφύλακα από τα καθήκοντα του, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 1969/1991.
Άρθρο 19
1.  
    Οι διατάξεις των άρθρων 46,. 47 και 49δ, 49στ του ν. 1969/1991 εφαρμόζονται ανάλογα. Όπου σε αυτές γίνεται αναφορά σε άλλες διατάξεις του ν. 1969/1991 νοούνται οι αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου. Επίσης όπου γίνεται αναφορά σε αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς νοούνται οι αντίστοιχες αποφάσεις της Επιτροπής που προβλέπονται στον παρόντα νόμο.
2.  
    Οι διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 1969/1991 εφαρμόζονται ανάλογα και στις Α.Ε.Δ.Α.Κ.
Άρθρο 20
1.  
    Η διάθεση και εξαγορά των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας και η διάλυση του, καθώς και η μεταβίβαση ακινήτου από το αμοιβαίο κεφάλαιο, απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, δικαίωμα ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και γενικά τρίτων. Οι μεταβιβάσεις ακινήτων προς το αμοιβαίο κεφάλαιο απαλλάσσονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) από του εκάστοτε ισχύοντος φόρου μεταβίβασης ,ακινήτων.
2.  
    Η φορολόγηση των κερδών του αμοιβαίου κεφαλαίου ακινήτων γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφοι 2 και 3 του ν. 3283/2004, όπως ισχύει. Ο συντελεστής ορίζεται σε δέκα τοις εκατό (10%) επί του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Επιτοκίου Αναφοράς), προσαυξανόμενου κατά μία (1) ποσοστιαία μονάδα. Ο φόρος υπολογίζεται επί του εξαμηνιαίου μέσου όρου του καθαρού ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου, λογίζεται καθημερινά και αποδίδεται στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο των μηνών Ιουλίου και Ιανουαρίου του επόμενου εξαμήνου από τον υπολογισμό του. Η καταβολή του φόρου γίνεται στο όνομα και για λογαριασμό του αμοιβαίου κεφαλαίου. Σε περίπτωση μεταβολής του Επιτοκίου Αναφοράς η προκύπτουσα νέα βάση υπολογισμού του φόρου ισχύει από την πρώτη ημέρα του επομένου της μεταβολής μήνα. Με την καταβολή του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του αμοιβαίου κεφαλαίου και των μεριδιούχων του.
Η φορολόγηση των κερδών του αμοιβαίου κεφαλαίου ακινήτων γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφοι 2 και 3 του ν. 1969/1991 όπως ισχύει. Με τη φορολογία αυτήν εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση του αμοιβαίου κεφαλαίου και των μεριδιούχων του.
3.  
    Δεν οφείλεται Φόρος Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας του άρθρου 24 του ν. 2459/1997 (ΦΕΚ 17 Α /18.2.1997) για τα ακίνητα που συμπεριλαμβάνονται στο ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου.
4.  
    Η πρόσθετη αξία, που προκύπτει από την εξαγορά μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας σε τιμή ανώτερη από την τιμή κτήσης τους από τον μεριδιούχο, απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, δικαίωμα ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και γενικά τρίτων
5.  
    Οι διατάξεις του ν. 4174/2013 (Α 170) εφαρμόζονται ανάλογα και για τον φόρο που οφείλεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΣΕ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ
Άρθρο 21
1.  
    Η εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία είναι ανώνυμη εταιρία με αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση και διαχείριση.α) ακίνητης περιουσίας, δικαιώματος αγοράς ακινήτου δια προσυμφώνου και μετοχών ανώνυμης εταιρείας κατά την έννοια των περιπτώσεων α΄- γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του παρόντος και β) μέσων χρηματαγοράς κατά την έννοια του άρθρου 3 του ν. 3283/2004 (ΦΕΚ 210 Α΄).
Η εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία είναι ανώνυμη εταιρία με αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση χαρτοφυλακίου κινητών αξιών και ακίνητης περιουσίας, κατά την έννοια του άρθρου 22 παρ. 2 του παρόντος νόμου. Ως κινητές αξίες, για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, νοούνται οι αξίες που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1969/1991.
2.  
    Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας έχει ελάχιστο ύψος δέκα δισεκατομμυρίων (10.000.000.000) δραχμών, που εισφέρονται ολοσχερώς κατά τη σύσταση της εταιρίας. Το ύψος του ποσού αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας συγκροτείται από εισφορές μετρητών, κινητών αξιών και ακινήτων, κατά την έννοια του άρθρου 22 παρ. 2 του παρόντος νόμου, καθώς και άλλων κινητών ή ακινήτων, τα οποία εξυπηρετούν τις λειτουργικές ανάγκες της εταιρίας. Η εισφορά κατά τη σύσταση της εταιρίας άλλων, εκτός από μετρητά, στοιχείων δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, ως προς την αξία τους, τα όρια που τίθενται από τον παρόντα νόμο για τις επενδύσεις της εταιρίας. Η αποτίμηση των εισφορών σε είδος διενεργείται κατ εφαρμογή του άρθρου 9 του κ.ν. 2190/1920, ενώ, ως προς τις κινητές αξίες, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 1969/1991.
3.  
    Για να εκδοθεί άδεια σύστασης της εταιρίας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία απαιτείται να έχει χορηγηθεί προηγουμένως από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άδεια λειτουργίας της, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Αντίστοιχη άδεια απαιτείται και για τη μετατροπή υφιστάμενης εταιρίας σε εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία. Για τη χορήγηση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της άδειας λειτουργίας εκτιμώνται το επενδυτικό σχέδιο, η οργάνωση, τα τεχνικά και οικονομικά μέσα της εταιρίας, η αξιοπιστία και η πείρα των προσώπων που πρόκειται να τη διοικήσουν και η καταλληλότητα των ιδρυτών για τη διασφάλιση της χρηστής διαχείρισης της εταιρίας. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, για τη χορήγηση της άδειας, εξετάζει επίσης κατά πόσο η εταιρία, τα μέλη της διοίκησης της και τα διευθυντικά της στελέχη διαθέτουν εμπειρία στον τομέα των επενδύσεων σε ακίνητα. Τα κριτήρια αυτά μπορούν να εξειδικεύονται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
4.  
    Η εταιρία υποβάλλει, με την αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, επενδυτικό σχέδιο, το οποίο περιέχει υποχρεωτικά αναλυτική περιγραφή των τεχνικών και χρηματοοικονομικών στοιχείων σχετικά με το επενδυτικό της πρόγραμμα, των στοιχείων της αγοράς στα οποία βασίζεται η στρατηγική της και των μέσων που αυτή προτίθεται να χρησιμοποιήσει για την επίτευξη των αναπτυξιακών της στόχων. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζεται το ειδικότερο περιεχόμενο του επενδυτικού σχεδίου.
5.  
    Για κάθε τροποποίηση του καταστατικού της, όπως και για κάθε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, απαιτείται προηγούμενη άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
6.  
    Κάθε δημοσίευση, κατά την έννοια του άρθρου 7β του κ.ν. 2190/1920, που αφορά σε τροποποίηση του καταστατικού ή σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου γνωστοποιείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
7.  
    Η εταιρία υποχρεούται να αναγράφει κάτω από την εταιρική της επωνυμία τον αριθμό της άδειας λειτουργίας της
8.  
    Οι μετοχές των εταιριών είναι υποχρεωτικά ονομαστικές
9.  
    Απαγορεύεται η εταιρία να εκδίδει ιδρυτικούς τίτλους
Άρθρο 22
1.  
    Τα διαθέσιμα της εταιρίας επενδύονται μόνο:
  1. Σε ποσοστό τουλάχιστον εβδομήντα τοις εκατό (70%), σε ακίνητη περιουσία, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου
  2. Σε κινητές αξίες ή άλλα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 4 παρ. 1 περιπτώσεις α έως γ και ε έως στ και 32 παρ. 5 του ν. 1969/1991, καθώς και σε μετρητά, τραπεζικές καταθέσεις και πιστωτικούς τίτλους ισοδύναμης ρευστότητας.
  3. Οι επενδύσεις σε κινητές αξίες δεν είναι δυνατόν να υπερβούν το δέκα τοις εκατό (10%) των διαθεσίμων.
  4. Σε άλλα κινητά πράγματα, τα οποία εξυπηρετούν τις λειτουργικές ανάγκες της εταιρίας και τα οποία, μαζί με τα ακίνητα που αποκτά η εταιρία για την εξυπηρέτηση τέτοιων αναγκών, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το δέκα τοις εκατό (10%) αυτών κατά την απόκτηση τους.
  5. Η εταιρία δεν επιτρέπεται να επενδύει σε πολύτιμα μέταλλα ή σε παραστατικούς τους τίτλους.
2.  
    Ως ακίνητη περιουσία, στην οποία μπορεί να επενδύει η εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, νοούνται τα ακίνητα που ευρίσκονται στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος - μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή σε τρίτο κράτος σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο γ), αποκτώνται κατά πλήρη ή ψιλή κυριότητα ή επί των οποίων συνιστάται επικαρπία υπέρ της εταιρίας και:
  1. Μπορούν άμεσα να χρησιμοποιηθούν ως επαγγελματική στέγη ή για άλλο εμπορικό ή βιομηχανικό σκοπό, ή να αποτελέσουν αντικείμενο οργανωμένης δόμησης, μόνα τους ή από κοινού με άλλα ακίνητα ή
  2. Είναι υπό αποπεράτωση ή επισκευή (εργασίες συντήρησης ή αναπαλαίωσης ή μεταβολής χρήσης) και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς που αναγράφονται ανωτέρω στην περίπτωση α, στο άμεσο μέλλον, σύμφωνα με αναλυτικό πρόγραμμα που καταρτίζεται με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, ειδικά προς αυτόν το σκοπό και που κοινοποιείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και επιπλέον η αποπεράτωση ή επισκευή τους είναι δυνατόν να ολοκληρωθεί εντός εύλογου, ανάλογα με τις περιστάσεις χρόνου και τα έξοδα αποπεράτωσης ή επισκευής δεν υπερβαίνουν, στο σύνολο τους, ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) επί της συνολικής αξίας του ακινήτου, όπως θα υφίσταται μετά την αποπεράτωση ή επισκευή με βάση τους κανόνες αποτίμησης των παραγράφων 6 έως και 8 του παρόντος άρθρου.
  3. Το πρόγραμμα του προηγούμενου εδαφίου αναφέρει το χρονικό διάστημα εντός του οποίου προβλέπεται να ολοκληρωθεί η αποπεράτωση ή επισκευή του ακινήτου και αναλυτική πρόβλεψη των εξόδων αποπεράτωσης ή επισκευής ή.
  4. Ευρίσκονται σε άλλα από αυτά που αναφέρονται στην περίπτωση α κράτη και είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν άμεσα για κάποιον από τους σκοπούς που αναγράφονται στην περίπτωση α, εφόσον, στο σύνολο τους, δεν υπερβαίνουν σε αξία το δέκα τοις εκατό (10%) του συνόλου των επενδύσεων της εταιρίας σε ακίνητα.
  5. Με την επιφύλαξη του αμέσως επόμενου εδαφίου, η αξία του συνόλου των ακινήτων, που δεν έχουν αποκτηθεί κατά πλήρη κυριότητα από την εταιρία, ως επενδύσεις, δεν πρέπει να υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) του συνόλου των επενδύσεων της εταιρίας, σε ακίνητη περιουσία.
  6. Επιτρέπεται εξάλλου η απόκτηση από την εταιρία, ως επένδυσης, δικαιωμάτων από χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτων, κατά την έννοια των περιπτώσεων α και β της παρούσας παραγράφου, εφόσον το σύνολο αυτών των δικαιωμάτων δεν υπερβαίνει, σε αξία, το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας και καθένα από αυτά τα δικαιώματα δεν υπερβαίνει, σε αξία, το δέκα τοις εκατό (10%) των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας.
2α.  
    Ως ακίνητη περιουσία στην οποία μπορεί να επενδύει η εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία νοούνται επίσης
  1. Απαιτήσεις προς απόκτηση των ανωτέρω ακινήτων βάσει προσυμφώνων, υπό την προϋπόθεση ότι έχει συμβατικώς διασφαλισθεί ο χρόνος αποπεράτωσής τους, το μέγιστο τίμημά τους, η προκαταβολή τιμήματος, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του τιμήματος, η ποινική ρήτρα του πωλητή, η οποία δεν μπορεί να υπολείπεται του 150% της προκαταβολής, και η χρησιμοποίησή τους ως επαγγελματικής στέγης ή για άλλο εμπορικό ή βιομηχανικό σκοπό εντός έξι (6) μηνών από την απόκτησή τους.
  2. Τουλάχιστον το 90% των μετοχών ανώνυμης εταιρίας με μοναδικό σκοπό την εκμετάλλευση ακινήτων, το σύνολο του παγίου κεφαλαίου της οποίας είναι επενδεδυμένο σε ακίνητα της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν. 2778/1999.
3.  
    Η αξία κάθε ακινήτου κατά την έννοια των περιπτώσεων α και β της προηγούμενης παραγράφου, το οποίο περιλαμβάνεται στις επενδύσεις της εταιρίας, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, κατά το χρόνο της απόκτησης, το δεκαπέντε τοις εκατό (15%) της αξίας του συνόλου των επενδύσεων της. Ακίνητα που συνδέονται άμεσα μεταξύ τους, κατά τρόπο ώστε αυτά τα ακίνητα να μην είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν χωριστά. θεωρούνται, για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, ως ενιαία ακίνητα. Το όριο του πρώτου εδαφίου αυξάνεται σε είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), εάν πρόκειται για ακίνητο το οποίο μπορεί να διαχωριστεί σε περισσότερα ακίνητα, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν αυτοτελώς για κάποιον από τους σκοπούς που αναφέρονται στην περίπτωση α της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
4.  
    Οι επενδύσεις σε κινητές αξίες από αυτήν την εταιρία υπόκεινται στους ακόλουθους περιορισμούς:
  1. Η επένδυση σε κινητές αξίες του ίδιου εκδότη δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) επί του ανώτατου επιτρεπόμενου ποσοστού επενδύσεων της εταιρίας, σε κινητές αξίες.
  2. Το ποσοστό του προηγούμενου εδαφίου αυξάνεται σε πέντε τοις εκατό (5%), εάν πρόκειται για κινητές αξίες οι οποίες έχουν εκδοθεί από κράτος, από οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης τέτοιου κράτους - μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, από δημόσιο διεθνή οργανισμό, στον οποίο μετέχει κράτος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, καθώς και όταν για αυτές τις κινητές αξίες έχει εγγυηθεί κάποιος από τους ανωτέρω οργανισμούς.
  3. Οι επενδύσεις αυτές γίνονται υποχρεωτικά σε κινητές αξίες τουλάχιστον έξι εκδοτών
  4. Οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 1969/1991 εφαρμόζονται και στις εταιρίες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία.
  5. Οι επενδύσεις της εταιρίας σε κινητές αξίες, που εκδίδονται από εταιρίες με αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή ή εκμετάλλευση ακινήτων, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν, στο σύνολο τους, το είκοσι τοις εκατό (20%) των επενδύσεων της εταιρίας σε κινητές αξίες, κατά την έννοια της παραγράφου 1 περίπτωση β του παρόντος άρθρου
  6. Η επένδυση σε μερίδια άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων επιτρέπεται μόνο εφόσον οι συγκεκριμένοι οργανισμοί εμπίπτουν είτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 85/611 του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου είτε στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου ή αντίστοιχης νομοθετικής η κανονιστικής ρύθμισης άλλου κράτους - μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
  7. Σε κάθε περίπτωση, η επένδυση σε καθέναν από τους ανωτέρω οργανισμούς δεν πρέπει να υπερβαίνει το τρία τοις εκατό (3%) του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου επένδυσης σε κινητές αξίες και το σύνολο των επενδύσεων σε τέτοιους οργανισμούς δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) του ανωτέρω ορίου.
  8. Οι προϋποθέσεις για τη διενέργεια επενδύσεων, κατ εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 5 του ν. 1969/1991, καθορίζονται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
  9. Οι διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 1969/1991 εφαρμόζονται και στις εταιρίες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, ως προς τις επενδύσεις τους σε κινητές αξίες.
  10. Σε περίπτωση μη τήρησης του ορίου επένδυσης σε ακίνητη περιουσία, για λόγους ανεξάρτητους από τη βούληση της εταιρίας, αυτή οφείλει να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες, ώστε, κατά την αποτίμηση της ακίνητης περιουσίας της εταιρίας επενδύσεων στο τέλος της επόμενης διαχειριστικής χρήσης να μην υφίσταται η μη τήρηση.
5.  
    Απαγορεύεται η απόκτηση από εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία δικαιώματος σε ακίνητο, το οποίο είναι ενταγμένο στα αποθεματικά ασφαλιστικών εταιριών, σύμφωνα με την ισχύουσα σε αυτές τις εταιρίες νομοθεσία
6.  
    Με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στις παραγράφους 6 έως και 8 του παρόντος άρθρου, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ορίζονται ο τρόπος και τα μέσα αποτίμησης της αξίας των επενδύσεων σε ακίνητα και ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα για την αποτίμηση της αξίας των επενδύσεων σε ακίνητα. Η αποτίμηση των κινητών αξιών στις οποίες επενδύει η εταιρία γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 1969/1991, όπως ισχύει.
7.  
    Η αποτίμηση της αξίας των επενδύσεων της εταιρίας διενεργείται, στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσης, από ορκωτό ελεγκτή, ο οποίος δεσμεύεται από την ειδική τακτική έκθεση που συντάσσεται κάθε φορά για το σκοπό αυτόν, από εκτιμητή του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών του άρθρου 15 του ν. 820/1978, όπως εκάστοτε ισχύει. Ο εκτιμητής του προηγούμενου εδαφίου ορίζεται από τη γενική συνέλευση της εταιρίας, μαζί με τον ορκωτό ελεγκτή της εταιρίας.
8.  
    Η κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου επένδυση των διαθεσίμων της εταιρίας σε ακίνητα ή σε δικαίωμα επί ακινήτου ή σε εταιρίες της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2α, προϋποθέτει προηγούμενη εκτίμηση της αξίας τους ή της αξίας των μετοχών των ανωτέρω εταιρειών από τον εκτιμητή του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών της προηγούμενης παραγράφου. Η αμοιβή του Σώματος συμφωνείται ελευθέρως με την εταιρεία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία. Ο εκτιμητής διενεργεί εκτίμηση της αξίας του ακινήτου ή των ανωτέρω μετοχών πριν από την απόκτησή τους από την εταιρία. Προκειμένου περί απαιτήσεων εκ προσυμφώνων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2α του άρθρου 22 η εκτίμηση των ακινήτων πραγματοποιείται πριν από την οριστική μεταβίβασή τους στην εταιρία, στα οποία αφορούν οι απαιτήσεις αυτές. Κατά την εκτίμηση λαμβάνεται υπόψη κάθε γεγονός, το οποίο μέχρι την ημερομηνία ένταξης της κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου ακίνητης περιουσίας στα ίδια κεφάλαια της εταιρίας επενδύσεων μπορεί να επηρεάσει την αξία της συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας. Η εκτίμηση αυτή είναι δεσμευτική. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται και στη μεταβίβαση στοιχείων της ακίνητης περιουσίας, τα οποία έχουν ενταχθεί στις επενδύσεις της εταιρίας. Το τίμημα που καταβάλλεται ή εισπράττεται από την εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία για την απόκτηση ή την εκποίηση της ακίνητης περιουσίας ή του δικαιώματος επί ακινήτου ή των ανωτέρω μετοχών επιτρέπεται να είναι υψηλότερο ή χαμηλότερο αντιστοίχως μέχρι πέντε τοις εκατό (5%) από την αξία τους, όπως αυτή έχει προσδιοριστεί από τον εκτιμητή. Σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση των ανωτέρω μετοχών ή ακινήτου, στα οποία έχουν επενδυθεί τα διαθέσιμα της εταιρίας, πριν από την πάροδο δώδεκα (12) μηνών από την απόκτησή τους.
Η επένδυση των διαθεσίμων της εταιρίας σε ακίνητο ή σε δικαίωμα επί ακινήτου, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, προϋποθέτει προηγούμενη εκτίμηση της αξίας του από τον εκτιμητή του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών της προηγούμενης παραγράφου. Ο εκτιμητής διενεργεί εκτίμηση της αξίας του ακινήτου πριν την απόκτηση του από την εταιρία. Η εκτίμηση θα λαμβάνει υπόψη κάθε γεγονός το οποίο μέχρι την ημερομηνία ένταξης του ακινήτου στα ίδια κεφάλαια της εταιρίας επενδύσεων μπορεί να επηρεάσει την αξία του συγκεκριμένου ακινήτου. Η εκτίμηση αυτή είναι δεσμευτική. Επιτρέπεται το τίμημα που θα καταβληθεί από την εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία για την απόκτηση του ακινήτου ή του δικαιώματος επί ακινήτου να είναι χαμηλότερο από την αξία του ακινήτου, όπως αυτή θα έχει προσδιοριστεί από τον εκτιμητή. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται και στη μεταβίβαση στοιχείων της ακίνητης περιουσίας, τα οποία έχουν ενταχθεί στις επενδύσεις της εταιρίας. Δεν επιτρέπεται το τίμημα που θα λάβει η εταιρία για τη μεταβίβαση να είναι μικρότερο από την αξία του ακινήτου που αναφέρεται στην εκτίμηση του εκτιμητή. Σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση ακινήτου, στο οποίο έχουν επενδυθεί τα διαθέσιμα της εταιρίας, πριν από την πάροδο τριετίας από την απόκτηση του.
9.  
    Η αποτίμηση της αξίας των κινητών και ακινήτων που αποκτά η εταιρία, για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών της αναγκών, κάθε φορά που αυτή η αποτίμηση απαιτείται, γίνεται με τον τρόπο που προβλέπεται από τον κανονισμό της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με τα άρθρα 78 και 80 του ν. 1969/1991.
10.  
    Η μη τήρηση όρου του παρόντος άρθρου, σχετικά με την απόκτηση η τη μεταβίβαση ακινήτου από εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία δεν συνεπάγεται την ακυρότητα αυτών
11.  
    Τα ακίνητα στα οποία επενδύει η εταιρία ασφαλίζονται υποχρεωτικά. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο των ασφαλιστικών συμβολαίων.
Άρθρο 23 "Εισαγωγή των μετοχών της εταιρίας σε οργανωμένη αγορά"
1.  
    Η εταιρία υποχρεούται να υποβάλλει αίτηση εισαγωγής των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή σε άλλη οργανωμένη αγορά κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 περιπτώσεις α και β του ν. 1969/1991, εντός ενός (1) έτους από τη σύστασή της. Η εισαγωγή των μετοχών της εταιρίας πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις που κάθε φορά ισχύουν για την εισαγωγή μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε. ή σε άλλη οργανωμένη αγορά, κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, με εξαίρεση την παρ. Ι.3 του άρθρου 3 του π.δ. 350/1985 και με την πρόσθετη • προϋπόθεση ότι το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας θα έχει επενδυθεί, κατά το χρόνο της εισαγωγής, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 22 του παρόντος νόμου. Σε περίπτωση μετατροπής εταιρίας σε εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, η υποχρεωτική υποβολή αίτησης εισαγωγής των μετοχών της σε οργανωμένη αγορά, κατά τα ανωτέρω, πρέπει να πραγματοποιείται μέσα σε διάστημα ενός (1) έτους από την ολοκλήρωση της διαδικασίας μετατροπής.
2.  
    Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, ύστερα από αίτηση της εταιρίας, να παρατείνει την προθεσμία της παραγράφου 1 για διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τους τριάντα έξι (36) μήνες από την ημερομηνία λήξης αυτής σε περίπτωση ανωτέρας βίας ή αν κρίνει ότι οι συνθήκες της αγοράς θέτουν σε κίνδυνο την επίτευξη της εισαγωγής των μετοχών της εταιρίας σε οργανωμένη αγορά.
Εάν η εταιρία, εντός ενός (1) έτους από τη σύστασή της, δεν έχει υποβάλλει αίτηση εισαγωγής των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή σε άλλη οργανωμένη αγορά, κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανακαλεί υποχρεωτικά την άδεια λειτουργίας της και η εταιρία τίθεται υπό εκκαθάριση. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, μετά από αίτηση της εταιρίας, να παρατείνει την προθεσμία της παραγράφου 1 μία ή περισσότερες φορές και μέχρι δύο (2) έτη συνολικά κατ ανώτατο όριο. σε περίπτωση ανωτέρας βίας ή εάν κρίνει ότι οι συνθήκες της αγοράς θέτουν σε κίνδυνο την κάλυψη της αυξήσεως του κεφαλαίου και την πραγματοποίηση της απαιτούμενης διασποράς των μετοχών.
Άρθρο 24
1.  
    Οι επενδύσεις της εταιρίας, με εξαίρεση αυτές που αποτελούν την ακίνητη περιουσία της, κατατίθενται προς φύλαξη σε πιστωτικό ίδρυμα, που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, με φυσική εγκατάσταση
2.  
    Ο θεματοφύλακας μπορεί να αναθέτει τη φύλαξη κινητών αξιών σε άλλο πρόσωπο, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1969/1991.
3.  
    Ο θεματοφύλακας ευθύνεται έναντι της εταιρίας και των μετόχων της για κάθε πταίσμα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του
Άρθρο 25
1.  
    Η εταιρία-δημοσιεύει στο τέλος κάθε ημερολογιακού εξαμήνου εξαμηνιαία κατάσταση επενδύσεων των διαθεσίμων της, με χωριστή αναφορά στις κατηγορίες επενδύσεων. Η πρώτη κατάσταση επενδύσεων επιτρέπεται να καλύπτει περίοδο μεγαλύτερη του εξαμήνου, ώστε η ημερομηνία της να συμπέσει με το πέρας ημερολογιακού εξαμήνου, χωρίς όμως αυτή η περίοδος να μπορεί να υπερβεί το έτος. Η κατάσταση περιλαμβάνει την περιγραφή κάθε ακινήτου, το σκοπό για τον οποίο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί, την εμπορική του αξία, σε σχέση με την αντικειμενική, εφόσον έχει οριστεί αυτή, καθώς και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο κρίνεται χρήσιμο για να επιτρέψει την αξιολόγηση των επενδύσεων της εταιρίας. Ως προς τα δικαιώματα επικαρπίας ή ψιλής κυριότητας ακινήτων, όπως και ως προς τα δικαιώματα από χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτου, η εξαμηνιαία κατάσταση επενδύσεων περιέχει υποχρεωτικά περιγραφή του δικαιώματος, την πραγματική αξία του, σε σχέση με την πραγματική και την αντικειμενική αξία του ακινήτου στο οποίο αναφέρεται, καθώς και οποιοδήποτε άλλο χρήσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση των συγκεκριμένων επενδύσεων. Ειδική αναφορά γίνεται υποχρεωτικά στην κατάσταση επενδύσεων των προηγούμενων εδαφίων, στα ακίνητα των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 22 του παρόντος νόμου και κυρίως στις προοπτικές χρησιμοποίησης τους ως χωριστά ακίνητα. Η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρίας προσδιορίζεται με βάση τους κανόνες του άρθρου 22 παράγραφοι 6 έως και 8 του παρόντος.
2.  
    Η εξαμηνιαία κατάσταση επενδύσεων βασίζεται σε έκθεση εκτιμητή του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών και ελέγχεται από ορκωτό ελεγκτή. Υποβάλλεται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες οικονομικές εφημερίδες των Αθηνών.
3.  
    Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, με απόφαση της, να ορίσει το ειδικότερο περιεχόμενο της εξαμηνιαίας κατάστασης επενδύσεων της εταιρίας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία
Άρθρο 26
1.  
    Επιτρέπεται η σύναψη δανείων από την εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία και η παροχή πιστώσεων σε αυτή, για ποσά τα οποία, στο σύνολό τους, δεν θα υπερβαίνουν το πενήντα τοις εκατό (50%) του ενεργητικού της. Τα δάνεια συνάπτονται και οι πιστώσεις παρέχονται από πιστωτικό ίδρυμα. Τα δάνεια αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και οι πιστώσεις μπορούν να δοθούν τόσο για την απόκτηση όσο και για την αξιοποίηση ακινήτων στα οποία επενδύονται ή έχουν επενδυθεί τα διαθέσιμα της εταιρίας ή των εταιριών της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2α του άρθρου 22 του παρόντος νόμου. Το σύνολο των δανείων που λαμβάνονται για την αποπεράτωση ακινήτων της εταιρίας ή των εταιριών της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2α του άρθρου 22 δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ποσοστό που αναγράφεται στο πρόγραμμα της παραγράφου 2 περίπτωση β΄ του άρθρου 22 του παρόντος νόμου.
Επιτρέπεται η σύναψη δανείων από την εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία και η παροχή πιστώσεων σε αυτή, για ποσά τα οποία, στο σύνολο τους, δεν θα υπερβαίνουν το ένα τέταρτο (1/4) των επενδύσεων της εταιρίας σε ακίνητη περιουσία. Τα δάνεια συνάπτονται και οι πιστώσεις παρέχονται από πιστωτικό ίδρυμα. Τα δάνεια αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και οι πιστώσεις μπορούν να δοθούν μόνο για την αξιοποίηση ακινήτων στα οποία έχουν επενδυθεί τα διαθέσιμα της εταιρίας. Το σύνολο των δανείων που λαμβάνονται και των πιστώσεων που παρέχονται για την αποπεράτωση ακινήτων της εταιρίας, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ποσοστό που αναγράφεται στο πρόγραμμα της παραγράφου 2 περίπτωση β του άρθρου 22 του παρόντος νόμου.
2.  
    Για την εξασφάλιση των δανείων και πιστώσεων της προηγούμενης παραγράφου επιτρέπεται να συνιστώνται βάρη επί των κινητών ή ακινήτων της εταιρίας
3.  
    Η εταιρία μπορεί να συνάπτει δάνεια με πιστωτικό ίδρυμα για την απόκτηση ακινήτων που θα χρησιμοποιήσει για τις λειτουργικές της ανάγκες, εφόσον το ύψος των δανείων, στο σύνολο τους, δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας του συνόλου των ιδίων κεφαλαίων π)ς εταιρίας μειουμένων κατά το συνολικό ποσό των επενδύσεων της εταιρίας σε ακίνητα. Τα ποσά των δανείων αυτών δεν συνυπολογίζονται στο ποσοστό της παραγράφου 1. Με τους ίδιους όρους και για τον ίδιο σκοπό μπορεί να παρασχεθεί πίστωση στην εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία.
4.  
    Για την εξασφάλιση των δανείων και πιστώσεων της παραγράφου 3 επιτρέπεται να συνιστώνται βάρη επί του ακινήτου που αποκτά η εταιρία, για τους σκοπούς που ορίζονται στην ανωτέρω παράγραφο
Άρθρο 27
1.  
    Η εταιρία υποχρεούται να διανέμει ετησίως στους μετόχους της τουλάχιστον το τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) των ετήσιων καθαρών κερδών της. Επιτρέπεται η διανομή χαμηλότερου ποσοστού ή μη διανομή μερίσματος από την εταιρία, με απόφαση της γενικής της συνέλευσης, εφόσον το καταστατικό της περιέχει σχετική πρόβλεψη είτε προς σχηματισμό έκτακτου αφορολόγητου αποθεματικού από λοιπά έσοδα εκτός από κέρδη κεφαλαίου είτε προς δωρεάν διανομή μετοχών προς τους μετόχους, με αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920. Με απόφαση της γενικής συνέλευσης, κέρδη κεφαλαίου μπορούν να φέρονται σε πίστωση ειδικού αποθεματικού, για την αντιμετώπιση ζημιών από την πώληση κινητών αξιών σε τιμή κατώτερη της τιμής κτήσης τους. Αυτή η κράτηση παύει υποχρεωτικά, όταν το αποθεματικό φθάσει στο τριακόσια τοις εκατό (300%) της αξίας των επενδύσεων της εταιρίας σε κινητές .· αξίες.
2.  
    Με απόφαση της γενικής συνέλευσης, επιτρέπεται ο σχηματισμός τακτικού αποθεματικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920.
3.  
    Εάν κατά την ετήσια αποτίμηση κάθε ακινήτου της εταιρίας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, στο τέλος μιας εταιρικής χρήσης, διαπιστωθεί υποτίμηση της αξίας του, σε σχέση με την αξία κτήσης του, η εταιρία υποχρεούται να σχηματίσει πρόβλεψη για τη ζημία που προκύπτει από την υποτίμηση, κατά παρέκκλιση του άρθρου 43 παρ. 5 περίπτωση ε του κ.ν. 2190/1920.
4.  
    Εάν κατά την ετήσια αποτίμηση κάθε ακινήτου της εταιρίας, στο τέλος μιας εταιρικής χρήσης, διαπιστωθεί ανατίμηση της αξίας του σε σχέση με την αξία κτήσης του, η εταιρία αναγράφει στις οικονομικές της καταστάσεις, ως αξία του ακινήτου, την αξία κτήσης του. ενώ η υπεραξία που διαπιστώνεται από την αποτίμηση, αναγράφεται σε ξεχωριστή πρόσθετη κατάσταση υπεραξιών ακινήτων, η οποία συνοδεύει τους ισολογισμούς της χρήσης της εταιρίας.
5.  
    Εφόσον στο τέλος μίας εταιρικής χρήσης προκύψει ζημία από την αποτίμηση των κινητών αξιών, για την κάλυψη της ζημίας, επιτρέπεται ο σχηματισμός πρόβλεψης μέχρι και το σύνολο της ζημίας
6.  
    Η εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία δεν επιτρέπεται να καταβάλλει. κατά τη διάρκεια μίας εταιρικής χρήσης, στα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου αμοιβές που υπερβαίνουν συνολικά το δέκα τοις εκατό 10%) των κερδών που διανεμήθηκαν στο τέλος της χρήσης ή το είκοσι τοις εκατό (20%) της υπεραξίας του συνόλου των επενδύσεων της, στο τέλος της χρήσης.
Άρθρο 28
1.  
    Απαγόρευση μεταβίβασης ακινήτων της εταιρίας σε συγκεκριμένα πρόσωπα Απαγορεύεται η μεταβίβαση ακινήτων της εταιρίας σε ιδρυτές, μετόχους, μέλη του διοικητικού συμβουλίου, γενικούς διευθυντές ή διευθυντές της, συζύγους και συγγενείς τους μέχρι και τρίτου βαθμού εξ αίματος ή αγχιστείας
Άρθρο 29 "Η μετατροπή εταιρίας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία σε αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας"
1.  
    Επιτρέπεται η μετατροπή εταιρίας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία σε αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας, με την τήρηση των όσων ορίζονται στο άρθρο 12α του ν. 1969/1991.
2.  
    Σε περίπτωση μετατροπής εταιρίας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία σε αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας, συντάσσεται και έκθεση εκτιμητή του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, για τα ακίνητα της εταιρίας, η οποία δεσμεύει τον ορκωτό ελεγκτή
Άρθρο 30 "Εποπτεία - Κυρώσεις"
1.  
    Τα άρθρα 11, 13, 14 και 15 του ν. 1969/1991 εφαρμόζονται και στις εταιρίες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία. Όπου στις διατάξεις αυτές αναφέρονται διατάξεις του ν. 1969/1991 νοούνται οι αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου. Επίσης όπου γίνεται αναφορά σε αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς νοούνται οι αντίστοιχες αποφάσεις της Επιτροπής που προβλέπονται στον παρόντα νόμο.
Άρθρο 31
1.  
    Οι εκδιδόμενες από εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία μετοχές, καθώς και η μεταβίβαση ακινήτων από αυτήν, απαλλάσσονται παντός φόρου, τέλους, τέλους χαρτοσήμου, εισφοράς, δικαιώματος ή οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και γενικά τρίτων. Οι μεταβιβάσεις ακινήτων προς την εταιρία επενδύσεων απαλλάσσονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) από του εκάστοτε ισχύοντος φόρου μεταβίβασης ακινήτων.
4.  
    Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 11 του άρθρου 7 του ν. 2386/1996 (ΦΕΚ 43 Α΄) και των διατάξεων της περίπτωσης ε΄ του άρθρου 1 και του άρθρου 4 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137 Α΄), οι διατάξεις του ν. 2166/1993 εφαρμόζονται και επί εταιρίας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, η οποία.α) συνιστάται είτε με συγχώνευση δύο ή περισσότερων εταιριών, οι οποίες διαθέτουν ακίνητη περιουσία είτε από διάσπαση ή απόσχιση κλάδου εταιρίας, που διαθέτει ακίνητη περιουσία ή β) αποκτά ακίνητη περιουσία, είτε λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση άλλης εταιρίας που διαθέτει ακίνητη περιουσία είτε λόγω διάσπασης ή απόσχισης κλάδου εταιρίας που διαθέτει ακίνητη περιουσία.
Οι εταιρίες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία απαλλάσσονται από το φόρο μεταβίβασης ακινήτων στην περίπτωση που σχηματισθούν μετά από: α) συγχώνευση δύο ή περισσότερων εταιριών οι οποίες διαθέτουν ακίνητη περιουσία ή β) μετά από διάσπαση ή απόσχιση υφιστάμενης εταιρίας που εισφέρει ακίνητη περιουσία της σε νέο ή υφιστάμενο νομικό πρόσωπο το οποίο λειτουργεί ως εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία. Ο ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137 Α/24.8.1993) εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις αυτές κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 1ε και του άρθρου 4 του ίδιου νόμου.
5.  
    Οι εταιρίες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία ενεργούν τακτικές ετήσιες αποσβέσεις για τα πάσης φύσεως ακίνητα που διαχειρίζονται σύμφωνα με το π.δ. 100/1998 (ΦΕΚ 96 Α), όπως ισχύει. Οι συντελεστές των τακτικών αποσβέσεων μπορούν να αυξάνονται ή να μειώνονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από κοινή πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
6.  
    Δεν οφείλεται Φόρος Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας του, άρθρου 24 του ν. 2459/1997 για τα ακίνητα που συμπεριλαμβάνονται στο ενεργητικό της εταιρίας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία εφόσον δεν ιδιοχρησιμοποιούνται.
8.  
    Οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων 1 έως 6 εφαρμόζονται και στις εταιρίες της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2α του άρθρου 22 του παρόντος νόμου.
2.  
    Οι εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος για τα εισοδήματα από κινητές αξίες γενικά του εσωτερικού ή του εξωτερικού, που αποκτούν μη υποκείμενα σε παρακράτηση φόρου. Ειδικά για τους τόκους ομολογιακών δανείων, η απαλλαγή ισχύει με την προϋπόθεση ότι οι τίτλοι από τους οποίους προκύπτουν οι τόκοι αυτοί έχουν αποκτηθεί τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από το χρόνο που έχει ορισθεί για την εξαργύρωση των τοκομεριδίων. Σε αντίθετη περίπτωση, ενεργείται παρακράτηση φόρου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 54 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση της εταιρίας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία για τα εισοδήματα αυτά.
Κατά την είσπραξη τόκων από εταιρίες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία ενεργείται από αυτόν που τον καταβάλλει η παρακράτηση φόρου εισοδήματος σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 12 και 54 του ν. 2238/1994. Με την παρακράτηση αυτήν εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των εταιριών επενδύσεων για τα εισοδήματα αυτά.
3.  
    Οι εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία υποχρεούνται σε καταβολή φόρου ο συντελεστής του οποίου ορίζεται σε δέκα τοις εκατό (10%) επί του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Επιτοκίου Αναφοράς) προσαυξανομένου κατά μία (1) ποσοστιαία μονάδα και υπολογίζεται επί του μέσου όρου των επενδύσεών τους, πλέον των διαθεσίμων, σε τρέχουσες τιμές, όπως απεικονίζονται στους εξαμηνιαίους πίνακες επενδύσεων που προβλέπονται από την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του παρόντος νόμου. Σε περίπτωση μεταβολής του Επιτοκίου Αναφοράς, η προκύπτουσα νέα βάση υπολογισμού του φόρου ισχύει από την πρώτη ημέρα του επόμενου της μεταβολής μήνα. Ο φόρος αποδίδεται στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα που ακολουθεί το χρονικό διάστημα που αφορούν οι εξαμηνιαίοι πίνακες επενδύσεων. Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση της εταιρίας και των μετόχων της. Οι διατάξεις των άρθρων 113 και 116 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος εφαρμόζονται ανάλογα και για το φόρο που οφείλεται με βάση τις διατάξεις αυτής της παραγράφου, όπως ισχύουν κάθε φορά.
Οι εταιρίες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία υποχρεούνται σε καταβολή φόρου τρία τοις χιλίοις (3%ο) ετησίως που υπολογίζεται επί του μέσου όρου των επενδύσεων τους, πλέον των διαθεσίμων, σε τρέχουσες τιμές, όπως απεικονίζονται στους εξαμηνιαίους πίνακες επενδύσεων που προβλέπονται από την παρ. 1 του άρθρου 25 του παρόντος νόμου. Ο φόρος αποδίδεται στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα που ακολουθεί το χρονικό διάστημα που αφορούν οι εξαμηνιαίοι πίνακες επενδύσεων. Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση της εταιρίας και των μετόχων της, με την επιφύλαξη των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου. Οι διατάξεις των άρθρων 113 και 116 του ν. 2238/1994 εφαρμόζονται ανάλογα και για το φόρο που οφείλεται με βάση τις διατάξεις αυτής της παραγράφου, όπως ισχύουν κάθε φορά.
3.  
    Οι εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία υποχρεούνται σε καταβολή φόρου ο συντελεστής του οποίου ορίζεται σε δέκα τοις εκατό (10%) επί του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Επιτοκίου Αναφοράς) προσαυξανομένου κατά μία (1) ποσοστιαία μονάδα και υπολογίζεται επί του μέσου όρου των επενδύσεών τους, πλέον των διαθεσίμων, σε τρέχουσες τιμές, όπως απεικονίζονται στους εξαμηνιαίους πίνακες επενδύσεων που προβλέπονται από την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του παρόντος νόμου. Σε περίπτωση μεταβολής του Επιτοκίου Αναφοράς, η προκύπτουσα νέα βάση υπολογισμού του φόρου ισχύει από την πρώτη ημέρα του επόμενου της μεταβολής μήνα. Ο οφειλόμενος φόρος κάθε εξαμήνου δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 0,375% του μέσου όρου των επενδύσεών τους, πλέον των διαθεσίμων, σε τρέχουσες τιμές, όπως απεικονίζονται στους εξαμηνιαίους πίνακες επενδύσεων που προβλέπονται από την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του παρόντος νόμου. Ο φόρος αποδίδεται στην αρμόδια φορολογική αρχή μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα που ακολουθεί το χρονικό διάστημα που αφορούν οι εξαμηνιαίοι πίνακες επενδύσεων. Σε περίπτωση παρακράτησης φόρου επί κτηθέντων μερισμάτων, ο φόρος αυτός συμψηφίζεται με το φόρο που προκύπτει από τη δήλωση που υποβάλλεται από την Εταιρεία Επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία εντός του μηνός Ιουλίου. Τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο μεταφέρεται για συμψηφισμό με επόμενες δηλώσεις. Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση της εταιρείας και των μετόχων της. Οι διατάξεις του ν. 4174/2013 (Α 170) εφαρμόζονται ανάλογα και για τον φόρο που οφείλεται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής. Για τα διανεμόμενα μερίσματα στους μετόχους της εταιρείας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 62 και 64 του ν. 4172/2013. Κατά τον υπολογισμό του παραπάνω φόρου δε λαμβάνονται υπόψη τα ακίνητα που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα θυγατρικές των ΑΕΕΑΠ, εταιρείες του άρθρου 22 παράγραφος 3 περιπτώσεις δ και ε του παρόντος νόμου, εφόσον αυτά αναγράφονται διακεκριμένα στις καταστάσεις επενδύσεών τους.
Οι εταιρίες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία υποχρεούνται σε καταβολή φόρου τρία τοις χιλίοις (3%ο) ετησίως που υπολογίζεται επί του μέσου όρου των επενδύσεων τους, πλέον των διαθεσίμων, σε τρέχουσες τιμές, όπως απεικονίζονται στους εξαμηνιαίους πίνακες επενδύσεων που προβλέπονται από την παρ. 1 του άρθρου 25 του παρόντος νόμου. Ο φόρος αποδίδεται στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα που ακολουθεί το χρονικό διάστημα που αφορούν οι εξαμηνιαίοι πίνακες επενδύσεων. Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση της εταιρίας και των μετόχων της, με την επιφύλαξη των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου. Οι διατάξεις των άρθρων 113 και 116 του ν. 2238/1994 εφαρμόζονται ανάλογα και για το φόρο που οφείλεται με βάση τις διατάξεις αυτής της παραγράφου, όπως ισχύουν κάθε φορά.
7.  
    Η υπεραξία από τη μεταβίβαση μετοχών των εταιρειών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος.
Η μεταβίβαση μετοχών των εταιριών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, απαλλάσσεται από το φόρο της παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 2238/1994, όπως ισχύει κάθε φορά.
7.  
    Η υπεραξία από τη μεταβίβαση μετοχών των εταιρειών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος
Η μεταβίβαση μετοχών των εταιριών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, απαλλάσσεται από το φόρο της παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 2238/1994, όπως ισχύει κάθε φορά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 9
1.  
    Εξαγωγέας θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί εξαγωγικό εμπόριο κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του ν.δ. 3999/1959. Για την άσκηση του εξαγωγικού εμπορίου προαπαιτείται καταχώρηση της επωνυμίας του εξαγωγέα στο Ειδικό Μητρώο Εξαγωγέων, που τηρείται στα κατά τόπους Εμπορικά και Βιομηχανικά Επιμελητήρια της χώρας και σε περίπτωση που δεν υπάρχει Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο, στο αντίστοιχο τμήμα των κατά τόπους λοιπών Επιμελητηρίων της χώρας.
2.  
    Η καταχώριση γίνεται στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του ο εξαγωγέας, ανεξάρτητα αν είναι μέλος ή όχι αυτού, ή, σε περίπτωση που δεν υπάρχει Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο, στο αντίστοιχο τμήμα άλλου Επιμελητηρίου στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του, ύστερα από αίτηση του, η οποία περιέχει υποχρεωτικά δήλωση για τα είδη τα οποία πρόκειται να αποτελέσουν αντικείμενο των εξαγωγών του, καθώς και πληροφορίες και άλλα στοιχεία, όπως αυτά αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από γραμμάτιο κατάθεσης στο Δημόσιο Ταμείο των κατά την παράγραφο 9 του άρθρου 2 του ν.δ. 3999/1959 τελών εγγραφής.
3.  
    Η καταχώριση της επωνυμίας γίνεται με πράξη του Προέδρου του Επιμελητηρίου, ύστερα από προηγούμενη διαπίστωση ότι ο εξαγωγέας έχει την απαιτούμενη για τη διενέργεια του εξαγωγικού εμπορίου οργάνωση, πίστη και εμπορική εγκατάσταση. Για τη διαπίστωση των προϋποθέσεων αυτών το Επιμελητήριο δύναται να απαιτεί οποιοδήποτε σχετικό στοιχείο και να προβαίνει, όταν κρίνεται σκόπιμο, σε περαιτέρω έρευνα και σχετική αυτοψία. Η απόρριψη της αίτησης για καταχώριση της επωνυμίας γίνεται με αιτιολογημένη απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής του Επιμελητηρίου.
4.  
    Αποκλείονται της εγγραφής με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής του Επιμελητηρίου:
  1. οι πτωχεύσαντες και μη αποκατασταθέντες, όπως και β) οι αμετακλήτως καταδικασθέντες για εμπορία ναρκωτικών ή λαθρεμπορία ή πλαστογραφία ή υπεξαίρεση ή απάτη ή κλοπή ή απιστία ή λαθραία εξαγωγή συναλλάγματος ή παράβαση του νόμου περί επιταγών.
  2. Για τα νομικά πρόσωπα τις ανωτέρω προϋποθέσεις πρέπει να πληρούν οι Πρόεδροι των Διοικητικών Συμβουλίων, οι Διευθύνοντες και οι Εντεταλμένοι Σύμβουλοι των ανωνύμων εταιρειών, οι Διαχειριστές των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, οι ομόρρυθμοι Εταίροι των ομορρύθμων και ετερορρύθμων εταιρειών και οι εκπρόσωποι των Συνεταιρισμών.
5.  
    Η καταχώριση της επωνυμίας ανανεώνεται ανά τριετία ύστερα από σχετική αίτηση του εξαγωγέα, τηρουμένων των προϋποθέσεων της παραγράφου 4 του παρόντος περί αρχικής εγγραφής, στην οποία εμπεριέχεται και η αναφερόμενη στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου δήλωση, επιπλέον δε και δήλωση ότι πραγματοποίησε εξαγωγές κατά τα αμέσως προηγούμενα τρία ημερολογιακά έτη. Η αίτηση συνοδεύεται από γραμμάτιο κατάθεσης στο δημόσιο ταμείο των κατά την παράγραφο 9 του άρθρου 2 του ν.δ. 3999/1959 τελών ανανέωσης της επωνυμίας.
6.  
    Εκτός περιπτώσεων ανωτέρας βίας, εξαγωγέας που δεν πραγματοποίησε καμία εξαγωγή επί τριετία, διαγράφεται από το μητρώο εξαγωγέων με απόφαση ^ της Διοικητικής Επιτροπής του Επιμελητηρίου. Εκπίπτουν αυτοδικαίως της ιδιότητας του εξαγωγέα και . διαγράφονται από το Μητρώο Εξαγωγέων, με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής του Επιμελητηρίου, οι καταδικαζόμενοι με αμετάκλητη απόφαση για τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου αδικήματα.
7.  
    Κατά των αποφάσεων απόρριψης αιτήσεως καταχώρησης ή διαγραφής από το Μητρώο Εξαγωγέων της Διοικητικής Επιτροπής των Επιμελητηρίων, επιτρέπεται εντός διμήνου από της επιδόσεως αυτών στους ενδιαφερομένους, σύμφωνα με τις εκάστοτε διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Νομοθεσίας, προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου, η οποία και αποφαίνεται οριστικά
8.  
    Συνιστάται Επιτροπή αποτελούμενη από τους:
  1. Γενικό Γραμματέα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας
  2. Προϊστάμενο της Διευθύνσεως Διαδικασιών Εξωτερικού Εμπορίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, ως μέλους
  3. Προϊστάμενο του Τμήματος Εξαγωγικών Διαδικασιών της Διευθύνσεως Διαδικασιών Εξωτερικού Εμπορίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, ως μέλους
  4. Εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων, ως μέλους, οριζόμενο από αυτήν και
  5. Εκπρόσωπο του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων, ως μέλους, οριζόμενο από αυτόν.
  6. Χρέη Γραμματέως εκτελεί υπάλληλος του Τμήματος Εξαγωγικών Διαδικασιών της Διευθύνσεως Διαδικασιών Εξωτερικού Εμπορίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας.
  7. Τον Πρόεδρο απουσιάζοντα ή κωλυόμενο αναπληροί ο Γενικός Διευθυντής Εξωτερικών, Οικονομικών και Εμπορικών Σχέσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας.
  8. Τον εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίου απουσιάζοντα ή κωλυόμενο αναπληροί εκπρόσωπος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, οριζόμενος από αυτό.
  9. Η Επιτροπή η οποία εδρεύει στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας μπορεί να επιτρέψει την εγγραφή στο οικείο Επιμελητήριο, εάν κρίνει από τα υπάρχοντα στοιχεία ότι ο ενδιαφερόμενος αφ ενός μεν πληροί από απόψεως δυνατοτήτων, εγκαταστάσεως και οργανώσεως τις προϋποθέσεις άσκησης εξαγωγικών δραστηριοτήτων αφ ετέρου δε ότι διαθέτει το απαιτούμενο για την εν λόγω δραστηριότητα ήθος.
  10. Αν η προσφυγή ασκηθεί λόγω απορρίψεως ή διαγραφής του ενδιαφερομένου συνεπεία αμετάκλητης καταδίκης αυτού για τα περιγραφόμενα στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου αδικήματα, πλην αυτού της παραβάσεως του νόμου περί επιταγών, η προσφυγή ασκείται και η Επιτροπή επιλαμβάνεται της ανωτέρω προσφυγής, μετά την πάροδο διετίας από της εκτίσεως της ποινής.
  11. Ειδικά εάν η ασκούμενη προσφυγή έχει σαν αίτιο την απόρριψη ή τη διαγραφή του ενδιαφερομένου συνεπεία αμετάκλητης καταδίκης αυτού για παράβαση του νόμου περί επιταγών, αυτή ασκείται και η Επιτροπή επιλαμβάνεται της ανωτέρω προσφυγής μετά την έκτιση της ποινής.
  12. Η συγκρότηση της εις το παρόν άρθρο Επιτροπής γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας.
  13. Με όμοιες αποφάσεις καθορίζεται κάθε θέμα που έχει σχέση με την οργάνωση και λειτουργία αυτής, καθώς και κάθε λεπτομέρεια αναγκαία για την εκτέλεση των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
  14. Οι απαραίτητες σχετικές δαπάνες για τη λειτουργία της Επιτροπής βαρύνουν τους προϋπολογισμούς των οικείων Επιμελητηρίων.
Άρθρο 13
1.  
    Ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του για το έργο της αποκατάστασης σεισμοπλήκτων, δύναται εντός των πιστώσεων που διατίθενται για το σκοπό αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 της αυτής πράξης, να συνάπτει για λογαριασμό του Δημοσίου συμβάσεις, να αποφασίζει για την πραγματοποίηση δαπανών εκτελέσεως έργων, λειτουργίας των Υπηρεσιών, στέγασης, μισθώσεων, παροχής υπηρεσιών, προμηθειών, μεταφορών υλικών, μηχανημάτων και εφοδίων και μεταφοράς προσωπικού, που χρησιμοποιείται στο ανωτέρω έργο κατά παρέκκλιση των διατάξεων περί Δημοσίου Λογιστικού, κρατικών προμηθειών, δημοσίων έργων και αναθέσεως μελετών του Δημοσίου και κάθε άλλης γενικής και ειδικής διάταξης, μετά από γνώμη του Συμβουλίου Δημόσιων Έργων της Γενικής Γραμματείας Δημόσιων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων. Στην έννοια της στέγασης υπάγεται η στέγαση των Υπηρεσιών και του προσωπικού, καθώς και η διαμονή αυτού σε λυόμενες ή προκατασκευασμένες οικίες με ότι απαιτείται για τον εξοπλισμό τους, όταν δεν προσφέρεται άλλος τρόπος στέγασης. Στην έννοια των δαπανών λειτουργίας των Υπηρεσιών περιλαμβάνονται ενδεικτικά οι δαπάνες τηλεπικοινωνιών, κινητής τηλεφωνίας, φωτισμού. Στην έννοια των μισθώσεων περιλαμβάνονται και: α) Η μίσθωση κτιρίων για στέγαση υπηρεσιών της Γ.Γ.Δ.Ε. με αρμοδιότητα το έργο αποκατάστασης των σεισμοπλήκτων και μέχρι την ολοκλήρωση του έργου. Για τις μισθώσεις αυτές εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του τέταρτου άρθρου του ν. 2445/1996 (ΦΕΚ 274 Α). β) Η μίσθωση ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων για παροχή υπηρεσιών διαμονής και σίτισης προσωπικού (υπαλλήλων και ιδιωτών) που απασχολείται με το έργο της αποκατάστασης των σεισμοπλήκτων και για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών από την ημερομηνία του σεισμού, το οποίο δύναται να παραταθεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων. γ) Η μίσθωση μεταφορικών μέσων για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιών και του προσωπικού που απασχολείται με το έργο της αποκατάστασης σεισμοπλήκτων. Η ισχύς όλων των εκδιδόμενων διοικητικών πράξεων ανατρέχει στην ημερομηνία του σεισμού στον οποίο αναφέρεται. Η ισχύς των διατάξεων αυτών αρχίζει από την ημερομηνία του σεισμού της 7.9.1999. Τυχόν γινόμενες μέχρι τούδε συμβάσεις, καθώς και δαπάνες πληρωμής και εκκαθάρισης των, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θεωρούνται νόμιμες.
Άρθρο 14
1.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων:
  1. Διαπιστώνεται η μετακίνηση και η ανάγκη για υπερωριακή απασχόληση και αποζημίωση του προσωπικού της Γ.Γ.Δ.Ε./ Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και του λοιπού προσωπικού των άλλων φορέων του δημόσιου τομέα, που τίθεται στη διάθεση της Γ.Γ.Δ.Ε. και απασχολείται με το έργο της αποκατάστασης των σεισμοπλήκτων για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται απαραίτητο.
  2. Καθορίζεται ο αριθμός των ωρών υπερωριακής απασχόλησης εργασίας κατά τις νυκτερινές ώρες και εργασίας κατά τις Κυριακές και τις εξαιρέσιμες ημέρες των υπαλλήλων μονίμων και συμβασιούχων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου και αορίστου χρόνου, που απασχολούνται με το έργο της αποκατάστασης των σεισμοπλήκτων, κατά παρέκκλιση κάθε συναφούς γενικής ή ειδικής διάταξης ή συλλογικής σύμβασης εργασίας.
  3. Η ωριαία αμοιβή των υπαλλήλων, που απασχολούνται με το έργο της αποκατάστασης των σεισμοπλήκτων. ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 18 του ν. 2470/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2592/1998.
  4. Καθορίζεται ο αριθμός ημερών και τα χρησιμοποιούμενα μέσα μετακίνησης του διατιθέμενου προσωπικού, κατά παρέκκλιση κάθε συναφούς γενικής ή ειδικής διάταξης ή συλλογικής σύμβασης εργασίας
2.  
    Η δαπάνη που προκαλείται βαρύνει, από την έκδοση της παραπάνω απόφασης, τις διατιθέμενες για το έργο της αποκατάστασης των σεισμοπλήκτων πιστώσεις του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.. 7. Στους μηχανικούς ιδιώτες ή υπαλλήλους, με οποιαδήποτε σχέση του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. ή Δημοσίων Επιχειρήσεων ή Οργανισμών, τους χρησιμοποιηθέντος ή χρησιμοποιημένους για τις αυτοψίες και τους ελέγχους κτιρίων πληγέντων από τους σεισμούς και στο προσωπικό υποστήριξης αυτών, οργάνωσης και συντονισμού, δύναται να καταβάλλονται έξοδα κίνησης τους στις σεισμόπληκτες περιοχές, που καθορίζονται κατ’ αποκοπή ανά αυτοψία ή έλεγχο ή ανά ημέρα ανεξάρτητα από τα χρησιμοποιούμενα μέσα κίνησης, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, κατ εξαίρεση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης. Οι δαπάνες καταβάλλονται από τις σχετικές πιστώσεις αποκατάστασης. 3. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος άρθρου αρχίζει από 7.9.1999 ημερομηνία του σεισμού στο Νομό Αττικής. Συμβάσεις που έχουν υπογραφεί και δαπάνες που έχουν αναληφθεί από την ανωτέρω ημερομηνία σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις στα πλαίσια του έργου αποκατάστασης των σεισμοπλήκτων θεωρούνται νόμιμες.
Άρθρο 32
1.  
    Στο άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α75.1.1999), στο πρώτο εδάφιο, προστίθεται περίπτωση δ, η οποία έχει ως εξής: δ) σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων ακίνητης περιουσίας,.
2.  
    Στο άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α717.10.1990), στο δεύτερο εδάφιο, διαγράφονται οι λέξεις του άρθρου 17 του ν.δ. 608/70. Στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου, οι λέξεις και αριθμοί του άρθρου 17 του ν.δ. 608/70 αντικαθίστανται με τις λέξεις ως προς τη σύνθεση του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου.
3.  
    Στο άρθρο 2 του ν. 1266/1982 (ΦΕΚ 81 Α/2.7.1982), στην περίπτωση 1, μετά τις λέξεις μετοχές Εταιριών Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου, προστίθενται οι λέξεις και Εταιριών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία.
4.  
    Όπου στις διατάξεις του ν. 876/1979 (ΦΕΚ 48 Α) αναφέρονται Εταιρίες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου ή Αμοιβαία Κεφάλαια νοούνται και οι εταιρίες και τα αμοιβαία κεφάλαια του ν. 1969/1991 και του παρόντος νόμου.
Άρθρο 33
1.  
    Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 2238/1994, όπως αυτή προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 2753/1999 (ΦΕΚ 249 Α), αντικαθίσταται ως εξής: Φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) η πραγματική αξία πώλησης μετοχών ή παραστατικών τίτλων μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή αλλοδαπό χρηματιστήριο ή σε άλλο διεθνώς αναγνωρισμένο χρηματιστηριακό θεσμό, που μεταβιβάζονται από ιδιώτες ή από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά.
Άρθρο 34 "Κυρώνεται η από 7 Οκτωβρίου 1999 απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Τράπεζας της Ελλάδος που αφορά τις ακόλουθες τροποποιήσεις στο Καταστατικό της Τράπεζας αυτής (ν.δ. 3424/7.12.1927):"
1.  
    Η πέμπτη παράγραφος του άρθρου 8 τροποποιείται ως εξής: Το Δημόσιο και αι Δημόσιοι Επιχειρήσεις δεν δύνανται να κατέχωσιν αμέσως ή εμμέσως μετοχάς της Τράπεζας κατά ποσόν υπερβαίνον εν συνόλω τα τριάντα πέντε εκατοστά του εκδεδομένου ονομαστικού κεφαλαίου
2.  
    Στο τέλος του άρθρου 9 προστίθεται η ακόλουθη φράση: Κατά τον αυτόν τρόπον αποφασίζεται διάσπαση των μετοχών σε περισσότερα τμήματα και ορίζεται η ονομαστική αξία εκάστου, ώστε το κάθε τμήμα να αποτελεί αυτοτελή μετοχή
3.  
    Στο τέλος του άρθρου 13 προστίθεται η ακόλουθη φράση: . Σε περίπτωση διασπάσεως των μετοχών κατά το άρθρο 9, εδάφιον 3, ο απαιτούμενος ως άνω ελάχιστος αριθμός μετοχών για την παροχή δικαιώματος συμμετοχής ή παραστάσεως και ψήφου στη Γενική Συνέλευση, δύναται να αναπροσαρμόζεται εκάστοτε αναλόγως με. την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου.
Άρθρο 35
1.  
    Απαιτήσεις της Η Υπό Εκκαθάριση Παλαιά Τράπεζα Κρήτης ν. 2330/1995 κατά των προσώπων που προσδιορίζονται στην παράγραφο του άρθρου 39 του ν. 2168/1993, εφόσον δεν έχουν κριθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις ικανοποιούνται συνολικά μέχρι του ποσού των δραχμών 800.000.000 από τον Οργανισμό Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (Ο.Π.Α.Π.).
2.  
    Το ποσό θα καταβληθεί από τον Ο.Π.Α.Π. στην υπό εκκαθάριση Τράπεζα μετά την υπογραφή μεταξύ του Ο.Π.Α.Π. και της υπό εκκαθάριση Τράπεζας ειδικής σύμβασης, στην οποία θα προσδιορίζονται τα πρόσωπα και οι ικανοποιούμενες απαιτήσεις δια τεσσάρων ισόποσων τριμηναίων δόσεων εκ δραχμών 200.000.000. Η πρώτη δόση θα καταβληθεί με την υπογραφή της ανωτέρω σύμβασης.
3.  
    Η δαπάνη των οκτακοσίων εκατομμυρίων (800.000.000) δραχμών επιμερίζεται αναλογικά μεταξύ όλων των φορέων στους οποίους διατίθενται έσοδα από παιχνίδια του Ο.Π.Α.Π., πλην της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ελλήνων Πρακτόρων ΠΡΟ.ΠΟ. (ΟΠΕΠΠ) και του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 30 παρ. 7 περ. Αα εδάφιο 6 και περ. Ββ εδάφιο 6 του ν. 2579/1998 -ΦΕΚ 31 Α717.2.1998). κατά το ποσοστό συμμετοχής του φορέα στην κατανομή των ακαθάριστων εισπράξεων του αντίστοιχου παιχνιδιού. Το οφειλόμενο ποσό των 800.000.000 δραχμών θα παρακρατηθεί σε δεκαοκτώ (18) ίσες μηνιαίες δόσεις από τα δικαιώματα του υπόχρεου φορέα. Η παρακράτηση των δόσεων θα αρχίσει στο τέλος του επόμενου μήνα από την ημερομηνία εκταμίευσης της πρώτης δόσης των 200.000.000 δραχμών της σύμβασης.
4.  
    Οι ικανοποιούμενες απαιτήσεις δεν εκχωρούνται και αποσβέννυνται ολοκληρωτικά μετά την υπό του Ο.Π.Α.Π. καταβολή και της δεύτερης δόσης.
5.  
    Από την υπογραφή της σύμβασης και μετά, καταργούνται εκκρεμείς δίκες, που αφορούν τα χρέη και τις αξιώσεις της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου και αίρονται τα υπέρ της υπό εκκαθάριση Τράπεζας Κρήτης πάσης φύσεως ασφαλιστικά μέτρα και δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων και χρηματικών απαιτήσεων των προσώπων, που εξειδικεύονται στην παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 2168/1993 και αποδίδονται ελεύθερα στους δικαιούχους.
6.  
    Οι αποδεσμευόμενες χρηματικές απαιτήσεις αποδίδονται στην Η Υπό Εκκαθάριση Παλαιά Τράπεζα Κρήτης ν. 2330/1995 στους δικαιούχους μέχρι του ύψους των ποσών που είχαν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία που η Τράπεζα τέθηκε υπό εκκαθάριση. Ειδικά, απαιτήσεις που είχαν αποσβεσθεί, λόγω τελεσίδικων αποφάσεων, προς της ενάρξεως της εκκαθάρισης, αποδίδονται μέχρι του ύψους της αρχικής απαίτησης.
7.  
    Τα χρηματικά ποσά που αποδεσμεύονται και αποδίδονται, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο, από την Η Υπό Εκκαθάριση Παλαιά Τράπεζα Κρήτης ν. 2330/1995* στα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 2168/1993, εφόσον αφορούν αμοιβές μεταγραφών τους ή πρόσληψης τους σε Αθλητικά Σωματεία ή Ποδοσφαιρικές Ανώνυμες Εταιρείες, κατά το παρελθόν αποτελούν εισόδημα των προσώπων αυτών κατά το χρόνο απόδοσης τους και φορολογούνται κατά τα προβλεπόμενα για τα εισοδήματα αυτά, κατά το χρόνο αυτόν υπό την προϋπόθεση ότι τα εισοδήματα αυτά δεν έχουν δηλωθεί με αρχική ή συμπληρωματική δήλωση μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος. Φύλλα ελέγχου και πράξεις επιβολής προστίμου που έχουν εκδοθεί από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος για μη δήλωση αυτών των εισοδημάτων ακυρώνονται, και το μέρος που αφορούν τα εισοδήματα αυτά, έστω και αν οι πράξεις αυτές έχουν καταστεί . οριστικές με εξαίρεση τις περιπτώσεις που επήλθε διοικητική επίλυση της διαφοράς. Η ακύρωση των παραπάνω πράξεων ενεργείται από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. μετά από προηγούμενη αίτηση των ενδιαφερομένων . που υποβάλλεται με τα νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρο 36
1.  
    Η τήρηση της Αναλυτικής Λογιστικής Εκμεταλλεύσεως της παρ. Γ του άρθρου 3 του π.δ. 205/1998 (ΦΕΚ 163 Α) για τα νοσηλευτικά ιδρύματα του ν.δ. 2592/1953, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε έως σήμερα, θα ισχύσει υποχρεωτικά από 1ης Ιανουαρίου 2001. Η Γενική Λογιστική εφαρμόζεται από 1ης Ιανουαρίου 2000 χωρίς την υποχρέωση εκτύπωσης θεωρημένων βιβλίων και την υποβολή χρηματικών προστίμων κατά το πρώτο έτος της εφαρμογής της. Με απόφαση των διοικητικών συμβουλίων αυτών που εγκρίνονται από τον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας μπορεί να ανατεθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου η μηχανοργάνωση και η τήρηση των λογιστικών τους βιβλίων για την εφαρμογή της γενικής και αναλυτικής λογιστικής εκμεταλλεύσεως, καθώς και τη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων που προβλέπονται από το λογιστικό σχέδιο των Ν.Π.Δ.Δ. (π.δ. 205/1998 τ. Α). Οι φορείς που θα αναλάβουν την ανωτέρω εφαρμογή οφείλουν να ολοκληρώσουν το έργο τους, που θα περιλαμβάνει και την εκπαίδευση του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων εντός δύο (2) ετών από την ημερομηνία ανάθεσης. Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας θα καθορισθούν τα . κριτήρια ανάθεσης, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια.
2.  
    Τα λοιπά Ν.Π.Δ.Δ. αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, πλην εκείνων της ανωτέρω παραγράφου, θα εφαρμόσουν το Κλαδικό Λογιστικό Σχέδιο του άρθρου 1 του π.δ. 205/1998 από 1ης Ιανουαρίου 2001.
Άρθρο 37
1.  
    Στην περίπτωση β της παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α) προστίθεται εδάφιο β ως εξής: Κατ εξαίρεση, οι ανωτέρω διατάξεις έχουν εφαρμογή για τους κατόχους πτυχίων ισοτίμων, σύμφωνα με την παρ. 3 του π.δ. 110/1993, προς τα πλήρους πενταετούς φοίτησης πτυχία των τμημάτων Φαρμακευτικής των Πανεπιστημίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πατρών. Η ισχύς της διατάξεως αυτής αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου 1997.
Άρθρο 38
1.  
    Το άρθρο 9 του ν. 936/1979 αντικαθίσταται ως ακολούθως:.
Άρθρο 39
1.  
    Κατ εξαίρεση των προβλεπομένων στην παράγραφο 7 του άρθρου 19 του π.δ. 774/1980, όπως ισχύει, συμβάσεις που αφορούν την υλοποίηση προγραμμάτων του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και των Κοινοτικών Πρωτοβουλιών, ετών 1994 έως και 1999, καθώς και του Ταμείου Συνοχής, μπορούν να συναφθούν μέχρι τις 31.12.1999 και χωρίς να υποβληθεί σχέδιο σύμβασης με το σχετικό φάκελο για τον οριζόμενο στην παραπάνω διάταξη έλεγχο ή και πριν την ολοκλήρωση του παραπάνω ελέγχου από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Στις περιπτώσεις αυτές η συναφθείσα σύμβαση υποβάλλεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο εντός δέκα (10) ημερών από την υπογραφή της. Εάν η σύμβαση και ο σχετικός φάκελος δεν υποβληθούν εντός της ανωτέρω προθεσμίας ή εάν ο έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποβεί αρνητικός, η σύμβαση θεωρείται ως μηδέποτε συναφθείσα. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 28.9.1999.
2.  
    Η παράγραφος 6 του άρθρου 8 του ν. 2741/1999 (ΦΕΚ 199 Α) δεν εφαρμόζεται για τους διαγωνισμούς που διενεργούνται μέχρι την 31.12.1999 για την υλοποίηση προγραμμάτων του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και των Κοινοτικών Πρωτοβουλιών, ετών 1994 έως και 1999, καθώς και του Ταμείου Συνοχής. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 28.9.1999.
Άρθρο 40
1.  
    Για την παρακολούθηση της πορείας κάθε έργου του Δημοσίου, καθώς και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτό ορίζεται κάθε φορά, συντάσσεται Δελτίο Παρακολούθησης Έργου. Το ανωτέρω δελτίο συντάσσεται υποχρεωτικά κατά τη διάρκεια της μελέτης και κατασκευής του έργου από την υπηρεσία που ασκεί καθήκοντα επιβλέπουσας ή διευθύνουσας υπηρεσίας και υποβάλλεται, με μέριμνα και ευθύνη της Προϊσταμένης Αρχής, σε εντεταλμένο προς τούτο όργανο της εποπτεύουσας Περιφέρειας ή του αρμόδιου εποπτεύοντος Υπουργείου. Τα πρότυπα των Δελτίων κατά κατηγορία έργων, ο χρόνος υποβολής τους, οι ευθύνες των υπόχρεων, τα εντεταλμένα όργανα των εποπτευουσών αρχών και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια ορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων.
Άρθρο 41
1.  
    Η κανονιστική απόφαση που είχε εκδοθεί κατ εφαρμογή της περίπτωσης β της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του κωδ. ν. 1892/1990 με το π.δ. 456/1995 (ΦΕΚ 269 Α729.12.1995) και είχε διατηρηθεί σε ισχύ μέχρι τη συμπλήρωση 2ετίας από την έναρξη ισχύος της με τη μεταβατική διάταξη της περίπτωσης δ της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του ν. 2601/1998, συνεχίζει να ισχύει και να εφαρμόζεται για το ν. 2601/ 1998 και μετά τη συμπλήρωση της ως άνω 2ετίας, μέχρι την 30.6.2000.
2.  
    Η προθεσμία που προβλέπεται στη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης υ της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του ν. 2601/1998, παρατείνεται αφότου έληξε μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου του έτους 2000.
3.  
    Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της υποπερίπτωσης (1) της περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 2601/1998, προστίθεται η ακόλουθη πρόταση: Επίσης στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου , Εθνικής Οικονομίας υποβάλλονται και οι αιτήσεις υπαγωγής επενδύσεων ή/και προγραμμάτων χρηματοδοτικής μίσθωσης εξοπλισμού ύψους μέχρι700 εκατομμύρια δραχμές, που πραγματοποιούνται μέσα στα όρια περισσότερων της μιας Περιφερειών της χώρας..
4.  
    Στο άρθρο 6 του ν. 2601/1998 προστίθεται, αφότου Ίσχυσε, παράγραφος 33, ως εξής: 33. Οι ενισχύσεις της επιχορήγησης και επιδότησης τόκων ή/και χρηματοδοτικής μίσθωσης καινούργιου μηχανολογικού και λοιπού εξοπλισμού, καθώς και σχηματισμού αφορολόγητου αποθεματικού επένδυσης ή επιχειρηματικού προγράμματος, εκφρασμένες σε Καθαρό Ισοδύναμο Επιχορήγησης (Κ.Ι.Ε.), δεν θα υπερβαίνουν το εγκριθέν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά περίπτωση ανώτατο όριο περιφερειακής ενίσχυσης για την Ελλάδα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Ανάπτυξης καθορίζεται η μέθοδος υπολογισμού του Κ.Ι.Ε. που σε κάθε περίπτωση χρησιμοποιείται για την εφαρμογή του περιορισμού της παρούσας παραγράφου, στο πλαίσιο των οριζόμενων στο Παράρτημα Ι των Κατευθυντήριων Γραμμών Σχετικά με τις Κρατικές Ενισχύσεις Περιφερειακού Χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι διαδικασίες καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης..
Άρθρο 42
1.  
    Η παράγραφος 6 του άρθρου 4 του ν. 2744/1999 (ΦΕΚ 222 Α) αντικαθίσταται ως εξής: 6. Οι τίτλοι που προεβλέπετο να εκδοθούν από το Ελληνικό Δημόσιο με σκοπό τη ρύθμιση εκκρεμοτήτων μεταξύ αυτού και της Ε.ΥΔ.Α.Π., δυνάμει του άρθρου 29 του ν. 2731/1999 (ΦΕΚ 138 Α), δεν εκδίδονται, αλλά η σχετική οφειλή του Ελληνικού Δημοσίου προς την Ε.ΥΔ.Α.Π., όπως έχει προσδιορισθεί με την υπ αριθμ. 2/64291/10049/3.9.1999 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, συμψηφίζεται με απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου που προκύπτουν από το φορολογικό έλεγχο ανέλεγκτων χρήσεων μέχρι και τη χρήση του 1998, τυχόν δε υπόλοιπο της οφειλής του Δημοσίου συμψηφίζεται με μείωση του ειδικού αποθεματικού κεφαλαίου, που προβλέπεται στην παράγραφο 9 του άρθρου 1 του παρόντος..
2.  
    Η Ε.ΥΔ.Α.Π. δύναται, για συσσωρευμένες υποχρεώσεις που δεν έχουν απεικονισθεί στις οικονομικές της καταστάσεις μέχρι 31.12.1998, να σχηματίσει τις αναγκαίες προβλέψεις με ισόποση μείωση του Ειδικού Αποθεματικού της παραγράφου 9 του άρθρου 1 του ν. 2744/1999.
Άρθρο 43
1.  
    Οι μισθωτοί της επιχείρησης Συνεταιριστικά Ελληνικά Λιπάσματα Α.Ε. των οποίων η καταγγελία της σχέσης εργασίας τους από την επιχείρηση εμπίπτει μέσα στο χρονικό διάστημα από 20.10.1999 μέχρι και 20.11.1999 δικαιούνται να επιλέξουν ένα από τα παρακάτω μέτρα κοινωνικής προστασίας που θα εφαρμοσθούν από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.). Τα μέτρα αυτά είναι: α) αυτοαπασχόλησης, β) νέων θέσεων εργασίας, γ) επανακατάρτισης, δ) ειδικής επιδότησης ανεργίας, ε) τακτικής επιδότησης ανεργίας. Κατ εξαίρεση και σε ειδικές περιπτώσεις, οι οποίες καθορίζονται με την Κοινή Υπουργική Απόφαση της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, οι ως άνω απολυόμενοι μισθωτοί δικαιούνται να επιλέξουν περισσότερα του ενός από τα πιο πάνω μέτρα κοινωνικής προστασίας.
2.  
    Όσοι από τους ανωτέρω μισθωτούς επιλέξουν μετά την απόλυση τους το μέτρο της ειδικής επιδότησης ανεργίας εξακολουθούν να ασφαλίζονται στους οικείους φορείς ασφάλισης, στους οποίους υπάγονταν κατά το μήνα που προηγείται της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, για όλους τους κλάδους και ο χρόνος της ασφάλισης κατά τη διάρκεια της ειδικής επιδότησης λαμβάνεται υπόψη τόσο για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 10 του ν. 825/1978 (ΦΕΚ 189 Α), όπως ισχύει σήμερα, όσο και για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων (Κ.D.Α.Ε.). Επίσης όσοι επιλέξουν το μέτρο της επανακατάρτισής τους ασφαλίζονται στο Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ.
3.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται:
  1. Οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία υπαγωγής των απολυθέντων μισθωτών του άρθρου αυτού στα μέτρα κοινωνικής προστασίας της παραγράφου 1, καθώς και η διάρκεια των προγραμμάτων που υλοποιούν τα μέτρα αυτά, οι ειδικές περιπτώσεις και τα κοινωνικά μέτρα που επιτρέπεται να επιλέξουν οι απολυόμενοι μισθωτοί, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου, και το ύψος των καταβαλλόμενων κατά περίπτωση χρηματικών ποσών
  2. Κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού
4.  
    Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή του ως άνω μέτρου της ειδικής επιδότησης ανεργίας βαρύνουν κατά το ήμισυ το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (Π.Δ.Ε.) και κατά το υπόλοιπο τον Ο.Α.Ε.Δ. ενώ οι δαπάνες από την εφαρμογή των λοιπών μέτρων κοινωνικής προστασίας βαρύνουν αποκλειστικά τον Ο.Α.Ε.Δ.
5.  
    Οι επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης του άρθρου 277 και επόμενα του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (Δ.Κ.Κ.) στις οποίες εγκρίθηκαν, δυνάμει της υπ αριθμ. 112925/27.7.1999 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 1576 Β), δράσεις δημιουργίας και λειτουργίας Βρεφικών ή Βρεφονηπιακών ή Παιδικών Σταθμών ή Κέντρων Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών, καθώς και δράσεις δημιουργίας και λειτουργίας Κέντρων Κοινωνικής Μέριμνας, που εγκρίθηκαν δυνάμει της υπ αριθμ. 116445/ 15.10.1999 απόφασης του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ 1943 Β) στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος (Ε.Π.) Συνεχιζόμενη Κατάρτιση και Προώθηση της Απασχόλησης του Β Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (Κ.Π.Σ), επιχορηγούνται για το συνολικό κόστος τους από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Τα ποσά της κοινοτικής συνδρομής που αντιστοιχούν στις ως άνω επιχορηγούμενες δράσεις αποδίδονται στα έσοδα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (Π.Δ.Ε.).
Άρθρο 44
1.  
    Στην παρ. 7 του άρθρου 13 του ν. 2539/1997, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την παρ. 26 του άρθρου 13 του ν. 2601/1998, προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: Πιστώσεις του Κρατικού Προϋπολογισμού, που εγγράφονται ή μεταφέρονται στον προϋπολογισμό εξόδων του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, υπό φορέα 07-120 και ΚΑΕ 2229 επιχορηγήσεις σε Ο.Τ.Α. για λοιπούς σκοπούς, διατίθενται για τη χρηματοδότηση Δήμων και Κοινοτήτων, με αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδίδονται μετά από σχετική έγκριση της Επιτροπής της παρ. 6 του παρόντος άρθρου..
Άρθρο 45 "Ρύθμιση βεβαιωμένων οφειλών σεισμοπλήκτων και άλλες φορολογικές διατάξεις"
1.  
    Χρέη προς το Δημόσιο βεβαιωμένα στις Δ.Ο.Υ., Τελωνεία, καθώς και χρέη υπέρ νομικών προσώπων και τρίτων που εισπράττονται μέσω των Δ.Ο.Υ., τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 1999 και οφείλονται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα που επλήγησαν από το σεισμό της 7ης Σεπτεμβρίου 1999 ρυθμίζονται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, και καταβάλλονται χωρίς τις αναλογούσες σε αυτά κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής σε σαράντα οκτώ (48) κατ ανώτατο όριο, ίσες μηνιαίες δόσεις, με τον περιορισμό ότι κάθε δόση δεν θα είναι μικρότερη των τριάντα χιλιάδων (30.000) δραχμών. Προϋποθέσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση αποτελούν:.
  1. Η κατάθεση σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μήνα, του μήνα της δημοσίευσης θεωρουμένου ως πρώτου.
  2. Η προσκόμιση του δελτίου αυτοψίας δευτεροβάθμιου ελέγχου που εξέδωσε το ειδικό συνεργείο του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και από το οποίο προκύπτει η ακαταλληλότητα με χαρακτηρισμό κόκκινο ή κίτρινο οίκησης της οικίας ή χρήσης της επαγγελματικής εγκατάστασης του αιτούντα μέχρι την ίδια ως άνω ημερομηνία
  3. Η καταβολή της πρώτης δόσης μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μεθεπόμενου μήνα, από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, του μήνα της δημοσίευσης θεωρουμένου ως πρώτου.
  4. Η καθυστέρηση καταβολής τριών (3) συνεχών μηνιαίων δόσεων έχει ως συνέπεια την απώλεια του ευεργετήματος της ρύθμισης και την είσπραξη του υπολοίπου ποσού της οφειλής επιβαρυνόμενου με τις αναλογούσες κατά Κ.Ε.Δ.Ε. προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής με βάση τα στοιχεία της βεβαίωσης.
  5. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής μιας οποιασδήποτε μηνιαίας δόσης ο οφειλέτης επιβαρύνεται με την αναλογούσα, κατά Κ.Ε.Δ.Ε., προσαύξηση.
  6. Στην παραπάνω ρύθμιση υπάγονται και οι οφειλές φυσικών προσώπων τα οποία απώλεσαν τη ζωή τους συνεπεία του ως άνω σεισμού, καθώς και οι οφειλές των συζύγων τους ή των προστατευόμενων μελών αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις της φορολογίας εισοδήματος.
  7. Στην περίπτωση αυτήν για την υπαγωγή στη ρύθμιση απαιτείται πέραν των αναφερόμενων ανωτέρω δικαιολογητικών των περιπτώσεων α και γ και η προσκόμιση από τον αιτούντα δημόσιου εγγράφου που να πιστοποιεί το γεγονός απώλειας ζωής μέχρι την παραπάνω οριζόμενη προθεσμία προσκόμισης δικαιολογητικών.
  8. Από τη ρύθμιση αυτήν εξαιρούνται τα χρέη που έχουν υπαχθεί σε πτωχευτικούς ή εξωπτωχευτικούς συμβιβασμούς που δεν έχουν ανατραπεί, τα αυτοτελώς βεβαιωμένα χρέη υπέρ Ο.Τ.Α., τα χρέη υπέρ των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα χρέη υπέρ ξένων κρατών από φόρο εισοδήματος.
  9. Εφόσον ο οφειλέτης είναι συνεπής στη ρύθμιση και δεν υφίστανται άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας των χρεών προς το Δημόσιο κάθε φορά για ένα (1) μήνα και δεν λαμβάνονται σε βάρος του τα προβλεπόμενα μέτρα από τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43 Α), του ν. 395/1976 (ΦΕΚ 199 Α), των άρθρων 22 και 23 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α), των άρθρων 231 έως 243 του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ 97 Α) αναστέλλονται δε τα τυχόν ληφθέντα ως άνω μέτρα.
  10. Επίσης αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης για προσωποκράτηση ή αν αυτή έχει αρχίσει διακόπτεται, καθώς και η ποινική δίωξη που προβλέπεται από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997 και αναβάλλεται η εκτέλεση της καταγνωσθείσας ποινής ή διακόπτεται η αρξάμενη εκτέλεση αυτής.
  11. Ομοίως αναστέλλεται η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης των κινητών ή ακινήτων με την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση αφορά μόνο χρέη που ρυθμίζονται με τις διατάξεις αυτού του άρθρου.
  12. Η αναστολή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της ρύθμισης, εφόσον δεν συμψηφίζονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί.
  13. Στην περίπτωση που ρ οφειλέτης απωλέσει το δικαίωμα της ρύθμισης αυτής τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται κανονικά.
  14. Η υπαγωγή του οφειλέτη στη ρύθμιση δεν εμποδίζει, προς διασφάλιση της οφειλής, την επιβολή κατάσχεσης ή τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων είσπραξης.
  15. Η παραγραφή των χρεών που κατά τα ανωτέρω δύνανται να ρυθμιστούν και για τα οποία υποβάλλεται σχετική αίτηση υπαγωγής τους στη ρύθμιση, αναστέλλεται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αφορά η ρύθμιση ανεξάρτητα καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα (1) έτος από την παύση αυτής.
  16. Με την παρούσα ρύθμιση δεν θίγονται ισχύουσες διατάξεις που απαιτούν την καταβολή συγκεκριμένης οφειλής για τη διενέργεια ορισμένων πράξεων, όπως η πληρωμή των τελών κυκλοφορίας για μεταβίβαση αυτοκινήτων, του επιμεριστικού φόρου για μεταβίβαση κληρονομιαίων ακινήτων κ.ά.
  17. Απαιτήσεις κατά του Δημοσίου οφειλετών που έχουν υπαχθεί στην παρούσα ρύθμιση συμψηφίζονται υποχρεωτικά με τις δόσεις της ρύθμισης αυτής, εφόσον δεν υπάρχουν άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές έναντι των οποίων συμψηφίζονται κατά προτεραιότητα.
  18. Οφειλές που έχει ανασταλεί η είσπραξη τους με τις αριθ. 1084411/4996 - 20/0016/13.9.1999 (ΠΟΛ.1184) και 1086085/5059 - 20/0016/21.9.1999 (ΠΟΛ.1188) αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και δεν υπάγονται στην παρούσα ρύθμιση απαλλάσονται από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που αναλογούν σε αυτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, για το χρονικό διάστημα που διαρκεί η αναστολή.
2.  
    Ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου, ο οποίος συμπληρώνεται την 31η Δεκεμβρίου 1999, παρατείνεται μέχρι την 30ή Ιουνίου 2000 για υποθέσεις φόρου μεταβίβασης με επαχθή αιτία ή αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας, για τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του α.ν.1521/1950 (ΦΕΚ 245 Α) και της παραγράφου 1α του άρθρου 102 του ν.δ. 118/1973 (ΦΕΚ 202 Α).
Άρθρο 46
1.  
    Οι διατάξεις της παραγράφου 19 του άρθρου 57 του ν. 2218/1994 (ΦΕΚ 90 Α) ισχύουν και για την εφαρμογή των περί προαγωγών διατάξεων του ν. 2683/1999 (ΦΕΚ 19 Α) στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή, με αυτοδίκαιη μετάταξη στον κλάδο ΠΕ Οικονομολόγων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας.
Άρθρο 47
1.  
    Στο Υπουργείο Πολιτισμού συνιστώνται, πέραν των υφισταμένων, δεκαπέντε (15) θέσεις ΠΕ κατηγορίας του Κλάδου ΠΕ2 Αρχαιολόγων, με τα προσόντα που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 της Κ.Υ.Α. ΥΠ.ΠΟ./ΓΝΟΣ/13181/29.3.1989 (ΦΕΚ 233 Β), όπως κυρώθηκε με τις διατάξεις της παρ. 61 του άρθρου 11 του ν. 1881/1990 (ΦΕΚ 72 Α). Από τις συνιστώμενες θέσεις οι τέσσερις (4) αφορούν στο Νομισματικό Μουσείο και δύο (2) στο Επιγραφικό Μουσείο. Για τις θέσεις αυτές απαιτείται επιπλέον εξειδίκευση στη νομισματική και επιγραφική, αντίστοιχα. που αποδεικνύεται είτε με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, είτε με ανάλογη εμπειρία ή προϋπηρεσία στο αντικείμενο. Οι λοιπές θέσεις θα κατανεμηθούν μεταξύ της Κεντρικής και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού.
Άρθρο 48
1.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 13 του ν. 2744/1999 (ΦΕΚ 222 Α) αντικαθίσταται ως εξής: Επιτρέπεται η μετάταξη εργαζομένων του Οργανισμού Ανάπτυξης Δυτικής Κρήτης (Ο,Α.ΔΥ.Κ.), που υπηρετούν σε αυτόν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου σε υπηρεσίες των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Χανίων και Ρεθύμνου, σε υπηρεσίες των Ο.Τ.Α. των Νομών Χανίων και Ρεθύμνου και σε υπηρεσίες της Γ.Γ. Περιφέρειας, του Ο.Α.Ε.Δ. και του Υπουργείου Δικαιοσύνης των Νομών Χανίων και Ρεθύμνου, καθώς και η μετάταξη των εργαζομένων του Οργανισμού Ανάπτυξης Ανατολικής Κρήτης (Ο.ΑΝ.Α.Κ.) που υπηρετούν σε αυτόν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου σε υπηρεσίες των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ηρακλείου και Λασιθίου, καθώς και σε υπηρεσίες των Ο.Τ.Α. των Νομών Ηρακλείου και Λασιθίου..
Άρθρο 49
1.  
    Τα άρθρα 13 και 14 της από 28.7.1978 (ΦΕΚ 117 Α) Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου Περί αποκαταστάσεως ζημιών εκ των σεισμών 1978 εις περιοχή ν Βορείου Ελλάδος και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 867/1979 (ΦΕΚ 24 Α/7.2.1979) και τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα δεύτερο έως και δέκατο έκτο του αυτού ως άνω νόμου, αντικαθίστανται ως εξής:.
Άρθρο 50
1.  
    Χρέη προς το Δημόσιο τα οποία προέρχονται από δάνεια που χορηγήθηκαν με εγγύηση του Ελληνικού Δημόσιου σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την αποκατάσταση των ζημιών, που υπέστησαν από τους σεισμούς που έλαβαν χώρα σε διάφορες περιοχές όλης της Επικράτειας και έχουν βεβαιωθεί στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) μέχρι 31 Αυγούστου 1999, καθώς και χρέη προς τρίτους που συμβεβαιώνονται και συνεισπράττονται με αυτά, ρυθμίζονται και καταβάλλονται σε σαράντα οκτώ (48) ίσες μηνιαίες δόσεις που το ποσό της καθεμιάς δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τριάντα χιλιάδων (30.000) δραχμών. Οι ρυθμιζόμενες οφειλές καταβάλλονται χωρίς τις αναλογούσες σε αυτές, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής.
2.  
    Προϋπόθεση για την υπαγωγή στη ρύθμιση αυτήν αποτελεί:
  1. Η κατάθεση αίτησης από τον ενδιαφερόμενο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μεθεπόμενου από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μήνα, του μήνα δημοσίευσης θεωρουμένου ως πρώτου.
  2. Η καταβολή της πρώτης δόσης της ρύθμισης μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου μήνα από την ημερομηνία λήξης της κατάθεσης της αίτησης και της σχετικής βεβαίωσης για τη φύση του δανείου ως σεισμοδανείου
3.  
    Στη ρύθμιση αυτή δύναται να υπαχθούν και τα χρέη που προέρχονται από σεισμοδάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, των οποίων οι οφειλέτες απώλεσαν για οποιονδήποτε λόγο το δικαίωμα διακανονισμού εξόφλησης αυτών με προηγούμενες ρυθμίσεις υπό την προϋπόθεση κατάθεσης σχετικής αίτησης τους, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και καταβολής της πρώτης δόσης μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο με τις αναλογούσες προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που κεφαλαιοποιούνται μέχρι τις 31 Αυγούστου 1999.
4.  
    Κατά τα λοιπά ισχύουν ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 5 έως και 9 του άρθρου 36 του ν.2648/ 1998.
Άρθρο 51
1.  
  1. Η Ελληνικά Χρηματιστήρια Α. Ε. Συμμετοχών (ΈΧΑΕ-), που ιδρύεται σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, εκτός όπου επί μέρους διατάξεις του παρόντος νόμου εισάγουν αποκλίσεις από αυτές.
  2. Σκοπός της ΕΧΑΕ είναι η συμμετοχή της σε επιχειρήσεις που αναπτύσσουν δραστηριότητες σχετικές με την υποστήριξη και λειτουργία οργανωμένων αγορών κεφαλαίου
  3. Η ΕΧΑΕ δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα και δεν υπάγεται στις διατάξεις που προβλέπουν οποιουσδήποτε περιορισμούς για τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα
2.  
  1. Τη διαδικασία ίδρυσης της ΕΧΑΕ υποστηρίζει χρηματοοικονομικός σύμβουλος που προσλαμβάνεται κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 του ν. 2000/1991, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 70 παρ. 1 του ν. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α) και έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 39 του ν. 2093/1992 (ΦΕΚ 181 Α) και το άρθρο 8 παρ. 9 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137 Α).
  2. Η αμοιβή του συμβούλου βαρύνει την εταιρία Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε. (Χ.Α.Α.).
  3. Απαλλάσσονται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο ή άλλη εισφορά υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου η καταβολή μετρητών και η εισφορά μετοχών της Χ.Α.Α. Α.Ε. κατά το σχηματισμό του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου της ΕΧΑΕ σύμφωνα με το παρόν άρθρο, με εξαίρεση το φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου.
  4. Ο χρηματοοικονομικός σύμβουλος:
  5. (αα) συντάσσει και ανακοινώνει στους μετόχους του Χ.Α.Α. το σχέδιο καταστατικού της ΕΧΑΕ. (ββ) προσδιορίζει και γνωστοποιεί στους μετόχους του Χ.Α.Α. τη διαδικασία και προθεσμία εκδήλωσης ενδιαφέροντος για συμμετοχή στην ίδρυση της ΕΧΑΕ, καθώς και εισφοράς των μετοχών και καταβολής των μετρητών στο κεφάλαιο της ΕΧΑΕ, (γγ) συντάσσει πληροφοριακό σημείωμα στο οποίο καταγράφει κάθε πληροφορία που κρίνει αναγκαία για την αξιολόγηση από τους μετόχους του Χ.Α.Α. της συμμετοχής τους στην ίδρυση της ΕΧΑΕ και (δδ) παρακολουθεί τη διαδικασία ίδρυσης της εταιρίας, ιδίως αναλαμβάνει την τήρηση των προσωρινών βιβλίων της και σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς και αρχές προβαίνει σε άλλες απαραίτητες ενέργειες για την ταχύτερη δυνατή ολοκλήρωση της.
  6. Το πληροφοριακό σημείωμα του στοιχείου (γγ) του προηγούμενου εδαφίου αποστέλλεται σε όλους τους μετόχους του Χ.Α.Α. εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
  7. Με ευθύνη του Διοικητικού Συμβουλίου της Χ.Α.Α. παρέχονται στο σύμβουλο τα στοιχεία επικοινωνίας των μετόχων της Χ.Α.Α. κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος νόμου.
  8. Εντός δέκα (10) ημερών από την πάροδο της προθεσμίας εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τη συμμετοχή στο αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της ΕΧΑΕ, ο σύμβουλος ανακοινώνει τον πίνακα των ιδρυτών της ΕΧΑΕ, το ύψος του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, τον αριθμό των μετοχών που αναλαμβάνει κάθε ιδρυτής, τη σύνθεση του πρώτου διοικητικού συμβουλίου, τον τόπο και το χρόνο υπογραφής του καταστατικού και τη διαδικασία συμμετοχής των ιδρυτών στη σύσταση της εταιρίας, ιδίως της καταβολής μετρητών και εισφοράς μετοχών στο κεφάλαιο της εταιρίας από τους ιδρυτές. 3. α. Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της ΕΧΑΕ αποτελείται από μετοχές του Χ.Α.Α. και μετρητά όπως ειδικότερα ορίζεται στην παρούσα παράγραφο.
  9. Η εισφορά μίας (1) μετοχής του Χ.Α.Α. και η ταυτόχρονη καταβολή 200 δρχ. παρέχει στον ιδρυτή μέτοχο το δικαίωμα ανάληψης δέκα (10) μετοχών της ΕΧΑΕ.
  10. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 9 του κ.ν. 2190/1920, οι μετοχές που εισφέρονται σύμφωνα με το παραπάνω εδάφιο αποτιμώνται στην υψηλότερη τιμή μεταξύ των δύο ακόλουθων τιμών:
  11. (αα) της τιμής διάθεσης των μετοχών της Χ.Α.Α. Α.Ε. κατά την τελευταία ιδιωτική τοποθέτηση προς επιλεγμένους επενδυτές που διενεργήθηκε πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου από το Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2324/1995, και (ββ) της λογιστικής αξίας της εισφερόμενης μετοχής σύμφωνα με τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό του Χ.Α.Α.
4.  
  1. Ο τακτικός και έκτακτος έλεγχος της ΕΧΑΕ, ο οποίος προβλέπεται από τις διατάξεις για τις ανώνυμες εταιρίες διενεργείται από δύο ορκωτούς ελεγκτές
  2. Οι καταχωρίσεις της ΕΧΑΕ, που προβλέπονται από τις διατάξεις της νομοθεσίας για τις ανώνυμες εταιρίες, γίνονται στο Μητρώο της παραγράφου 8 του άρθρου 7β του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, που τηρείται στη Διεύθυνση Α.Ε. και Πίστεως της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου Ανάπτυξης.
  3. Οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 1806/1988 (Φ ΕΚ 207 Α) εφαρμόζονται και για τον έλεγχο και την εποπτεία των δραστηριοτήτων της ΕΧΑΕ.
  4. Ο Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΧΑΕ ορίζεται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας
  5. ΣΤΟ καταστατικό της ΕΧΑΕ μπορεί να προβλέπεται ότι το πρώτο διοικητικό της συμβούλιο έχει τη δυνατότητα τροποποίησης του καταστατικού της εταιρίας για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της μέχρι το ένα τρίτο (1/3) του αρχικού κεφαλαίου και υποβολής αίτησης για την εισαγωγή μετοχών της εταιρίας στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.
  6. Μπορεί επίσης να προβλέπεται στο καταστατικό ότι κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 13 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, οι μέτοχοι της εταιρίας δεν θα έχουν δικαίωμα προτίμησης στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, που θα γίνει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.
  7. Οι μετοχές της ΕΧΑΕ εισάγονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών κατά παρέκκλιση των προϋποθέσεων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του τμήματος Ι του άρθρου 3 του π.δ. 350/1985, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ν. 2651/1998.
  8. Όπου σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία απαιτείται. για την εισαγωγή μετοχών εταιριών στο Χ.Α.Α., απόφαση του Δ.Σ. του Χ.Α.Α., ειδικά για την εισαγωγή στο Χ.Α.Α. μετοχών της ΕΧΑΕ, καθώς και των εταιρειών που περιλαμβάνονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της, η σχετική απόφαση λαμβάνεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
  9. Η εποπτεία και ο έλεγχος επί της ΕΧΑΕ ως προς την τήρηση των πάσης φύσης υποχρεώσεων της ως εκδότριας μετοχών εισηγμένων σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά ανήκει αποκλειστικά στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς
  10. Απαγορεύεται η με οποιονδήποτε τρόπο ανάμειξη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΧΑΕ στις εποπτικές αρμοδιότητες του Χ.Α.Α., καθώς και στον καθορισμό της τιμολογιακής πολιτικής για τις παρεχόμενες από το Χ.Α.Α. κάθε είδους υπηρεσίες.
Άρθρο 52
1.  
  1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 26 του ν. 2127/ 1993, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
  2. 2.
  3. Ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης καθορίζεται σε 908 Ευρώ, ανά εκατόλιτρο άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης.
  4. Τα πρώτο και δεύτερο εδάφια της παραγράφου 3 του άρθρου 26 του ν. 2127/1993, όπως ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής:
  5. Εφαρμόζεται μειωμένος κατά πενήντα τοις εκατό (50%) συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης, έναντι του ισχύοντος κανονικού συντελεστή, για την αιθυλική αλκοόλη που προορίζεται για την παρασκευή ούζου ή που περιέχεται στο τσίπουρο και στην τσικουδιά.
  6. Ο μειωμένος αυτός συντελεστής καθορίζεται σε 454 Ευρώ, ανά εκατόλιτρο άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης.
  7. Μετά το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του ν. 2127/1993, προστίθεται νέο εδάφιο που έχει ως εξής:
  8. Σε περίπτωση που η μεταβολή της πλέον ζητούμενης τιμής λιανικής πώλησης των τσιγάρων έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της συνολικής επίπτωσης που προκύπτει από το ποσοστό του φόρου που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο, η έναρξη εφαρμογής της απόφασης αυτής επιτρέπεται να ορίζεται το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου του δεύτερου έτους που έπεται εκείνου της μεταβολής..
  9. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1.1.2000.
2.  
    Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος (Δ.Ι.Σ.) με αποφάσεις της δύναται η ίδια ή δια της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο.) να συνιστά ανώνυμες εταιρίες ή εταιρίες περιορισμένης ευθύνης για την εν γένει αξιοποίηση της κινητής και ακίνητης εκκλησιαστικής περιουσίας, καθώς και για το σχεδιασμό, τη μελέτη, την επίβλεψη, τη διεύθυνση, τη διαχείριση και την υλοποίηση των έργων και ενεργειών για τον εκσυγχρονισμό, την ενίσχυση και την ανάπτυξη των εκκλησιαστικών υποδομών, των εκκλησιαστικών δραστηριοτήτων και την υποστήριξη των επικοινωνιακών της αναγκών. Στις ιδρυόμενες κατά τα άνω εταιρίες δύναται μετά από έγκριση της Δ.Ι.Σ. να συμμετέχουν Ιερές Μητροπόλεις ή άλλοι φορείς με τη σχετική απόφαση ποσοστό συμμετοχής σε αυτές. Η Δ.Ι.Σ. δύναται να συνιστά μόνη ή με άλλους φορείς από κοινού εταιρίες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.
3.  
    Στο άρθρο 10 του ν. 2768/1999 (ΦΕΚ 273 Α) προστίθεται παρ. 6 με το ακόλουθο περιεχόμενο: 6. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.Π.Α.Δ. συγκροτείται και λειτουργεί από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του παρόντος νόμου. Οι αποζημιώσεις της παρ. 2 του άρθρου 8. καθώς και όλες οι δαπάνες προετοιμασίας της λειτουργίας του Οργανισμού, μέχρι την κατά το παρόν άρθρο έναρξη της κύριας δραστηριότητας αυτού, βαρύνουν τις πιστώσεις του προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομικών.
Άρθρο 53
1.  
    Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, που λειτουργούσαν την 1η Νοεμβρίου 1999, θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης η οποία προβλέπεται στο άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 2328/1995, για την προκήρυξη συγκεκριμένων θέσεων αδειών λειτουργίας τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών. Μετά την έκδοση της υπουργικής απόφασης του προηγούμενου εδαφίου, οι ανωτέρω ραδιοφωνικοί σταθμοί εξακολουθούν να θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες εντός των ορίων του αντίστοιχου νομού, εφόσον υποβάλλουν αίτηση συμμετοχής στη σχετική διαγωνιστική διαδικασία και μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης με την οποία θα χορηγηθούν οι άδειες λειτουργίας για το νομό αυτόν ή μέχρι την έκδοση σχετικής απορριπτικής απόφασης ή αρνητικής βεβαίωσης, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 5 (περιπτώσεις γ και δ) του ν. 2328/1995. Η αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πρέπει να έχει υποβληθεί από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ιδιοκτήτης του λειτουργούντος σταθμού ή από νομικό πρόσωπο στο οποίο συμμετέχει ο ιδιοκτήτης του σταθμού.
2.  
    Οι αναφερόμενοι στην προηγούμενη παράγραφο ραδιοφωνικοί σταθμοί οφείλουν να τηρούν τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του ν. 2328/1995 κανόνες λειτουργίας, καθώς και αυτούς που προβλέπονται από τους ισχύοντες κώδικες δεοντολογίας του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Η παραβίαση των ανωτέρω κανόνων, η οποία διαπιστώνεται με βάση τεκμηριωμένη και ειδικά αιτιολογημένη καταγγελία παντός έχοντος έννομο συμφέρον, έχει ως συνέπεια την άμεση διακοπή λειτουργίας του ραδιοφωνικού σταθμού, με απόφαση του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, καθώς και την αρνητική αξιολόγηση του σταθμού αυτού κατά τη βαθμολόγηση από το Ε.Σ.Ρ. του προβλεπόμενου στο άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 2328/1995 κριτηρίου της προγραμματικής πληρότητας. Επίσης, οι ανωτέρω σταθμοί οφείλουν κατά τη λειτουργία τους να μην παρεμβάλλονται στους διαύλους συχνοτήτων της Ε.Ρ.Τ., καθώς και στις επικοινωνίες των Ενόπλων Δυνάμεων, της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, του Ο.Τ.Ε. και κάθε άλλου νομίμως λειτουργούντος δικτύου. Σε αντίθετη περίπτωση και εφόσον αυτό διαπιστωθεί από ειδική τεχνική έκθεση αρμόδιου οργάνου, ο Υπουργός Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης διατάσσει αμελλητί την άμεση διακοπή λειτουργίας του σταθμού αυτού, καθώς και την κατάσχεση όλου του τεχνικού εξοπλισμού. 3. Η ισχύς του όρθρου αυτού αρχίζει την 1η Νοεμβρίου 1999.
Άρθρο 54
1.  
    Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως Νόμου του Κράτους.
Ημερομηνία Τίτλος ΦΕΚ
1999-12-30 Αμοιβαία Κεφάλαια Ακίνητης Περιουσίας - Εταιρείες Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία και άλλες διατάξεις.
Τροποποίηση Τύπος
A/1999/295
2006-12-22 Μεταβολές στη φορολογία εισοδήματος, απλουστεύσεις στον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και άλλες διατάξεις.
Τροποποίηση Τύπος
Η φορολόγηση των κερδών του αμοιβαίου κεφαλαίου ακινήτων γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφοι 2 και 3 του ν. 3283/2004, όπως ισχύει.
Ο συντελεστής ορίζεται σε δέκα τοις εκατό (10%) επί του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Επιτοκίου Αναφοράς), προσαυξανόμενου κατά μία (1) ποσοστιαία μονάδα.
Ο φόρος υπολογίζεται επί του εξαμηνιαίου μέσου όρου του καθαρού ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου, λογίζεται καθημερινά και αποδίδεται στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο των μηνών Ιουλίου και Ιανουαρίου του επόμενου εξαμήνου από τον υπολογισμό του.
Η καταβολή του φόρου γίνεται στο όνομα και για λογαριασμό του αμοιβαίου κεφαλαίου.
Σε περίπτωση μεταβολής του Επιτοκίου Αναφοράς η προκύπτουσα νέα βάση υπολογισμού του φόρου ισχύει από την πρώτη ημέρα του επομένου της μεταβολής μήνα.
Με την καταβολή του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του αμοιβαίου κεφαλαίου και των μεριδιούχων του.
Αντικατάσταση
Οι εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος για τα εισοδήματα από κινητές αξίες γενικά του εσωτερικού ή του εξωτερικού, που αποκτούν μη υποκείμενα σε παρακράτηση φόρου.
Ειδικά για τους τόκους ομολογιακών δανείων, η απαλλαγή ισχύει με την προϋπόθεση ότι οι τίτλοι από τους οποίους προκύπτουν οι τόκοι αυτοί έχουν αποκτηθεί τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από το χρόνο που έχει ορισθεί για την εξαργύρωση των τοκομεριδίων.
Σε αντίθετη περίπτωση, ενεργείται παρακράτηση φόρου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 54 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση της εταιρίας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία για τα εισοδήματα αυτά.
Αντικατάσταση
Οι εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία υποχρεούνται σε καταβολή φόρου ο συντελεστής του οποίου ορίζεται σε δέκα τοις εκατό (10%) επί του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Επιτοκίου Αναφοράς) προσαυξανομένου κατά μία (1) ποσοστιαία μονάδα και υπολογίζεται επί του μέσου όρου των επενδύσεών τους, πλέον των διαθεσίμων, σε τρέχουσες τιμές, όπως απεικονίζονται στους εξαμηνιαίους πίνακες επενδύσεων που προβλέπονται από την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του παρόντος νόμου.
Σε περίπτωση μεταβολής του Επιτοκίου Αναφοράς, η προκύπτουσα νέα βάση υπολογισμού του φόρου ισχύει από την πρώτη ημέρα του επόμενου της μεταβολής μήνα.
Ο φόρος αποδίδεται στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα που ακολουθεί το χρονικό διάστημα που αφορούν οι εξαμηνιαίοι πίνακες επενδύσεων.
Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση της εταιρίας και των μετόχων της.
Οι διατάξεις των άρθρων 113 και 116 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος εφαρμόζονται ανάλογα και για το φόρο που οφείλεται με βάση τις διατάξεις αυτής της παραγράφου, όπως ισχύουν κάθε φορά.
Αντικατάσταση
A/2006/276
2007-06-28 Πώληση και ταυτόχρονη μίσθωση ακινήτων του Δημοσίου μακροχρόνιες και χρηματοδοτικές μισθώσεις του Δημοσίου και άλλες διατάξεις.
Τροποποίηση Τύπος
Το αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας είναι ομάδα περιουσίας η οποία σχηματίζεται από.α) ακίνητα, δικαιώματα αγοράς ακινήτων δια προσυμφώνων και μετοχών ανώνυμων εταιρειών κατά την έννοια των περιπτώσεων α΄ έως γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του παρόντος, β) μέσα χρηματαγοράς κατά την έννοια του άρθρου 3 του ν. 3283/2004.
Αντικατάσταση
Ως ακίνητη περιουσία στην οποία μπορεί να επενδύει το αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας νοούνται επίσης
  • Απαιτήσεις προς απόκτηση των ανωτέρω ακινήτων βάσει προσυμφώνων, υπό την προϋπόθεση ότι έχει συμβατικώς διασφαλισθεί ο χρόνος αποπεράτωσής τους, το μέγιστο τίμημά τους, η προκαταβολή τιμήματος, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του τιμήματος, η ποινική ρήτρα του πωλητή, η οποία δεν μπορεί να υπολείπεται του 150% της προκαταβολής και η χρησιμοποίησή τους ως επαγγελματικής στέγης ή για άλλο εμπορικό ή βιομηχανικό σκοπό εντός έξι (6) μηνών από την απόκτησή τους.
  • Τουλάχιστον το 90% των μετοχών ανώνυμης εταιρίας με μοναδικό σκοπό την εκμετάλλευση ακινήτων, το σύνολο του παγίου κεφαλαίου της οποίας είναι επενδεδυμένο σε ακίνητα της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 2778/1999.
  • Προσθήκη
    Ως ακίνητη περιουσία στην οποία μπορεί να επενδύει η εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία νοούνται επίσης
  • Απαιτήσεις προς απόκτηση των ανωτέρω ακινήτων βάσει προσυμφώνων, υπό την προϋπόθεση ότι έχει συμβατικώς διασφαλισθεί ο χρόνος αποπεράτωσής τους, το μέγιστο τίμημά τους, η προκαταβολή τιμήματος, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του τιμήματος, η ποινική ρήτρα του πωλητή, η οποία δεν μπορεί να υπολείπεται του 150% της προκαταβολής, και η χρησιμοποίησή τους ως επαγγελματικής στέγης ή για άλλο εμπορικό ή βιομηχανικό σκοπό εντός έξι (6) μηνών από την απόκτησή τους.
  • Τουλάχιστον το 90% των μετοχών ανώνυμης εταιρίας με μοναδικό σκοπό την εκμετάλλευση ακινήτων, το σύνολο του παγίου κεφαλαίου της οποίας είναι επενδεδυμένο σε ακίνητα της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν. 2778/1999.
  • Προσθήκη
    Οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων 1 έως 6 εφαρμόζονται και στις εταιρίες της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2α του άρθρου 22 του παρόντος νόμου.
    Προσθήκη
    Η εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία είναι ανώνυμη εταιρία με αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση και διαχείριση.α) ακίνητης περιουσίας, δικαιώματος αγοράς ακινήτου δια προσυμφώνου και μετοχών ανώνυμης εταιρείας κατά την έννοια των περιπτώσεων α΄- γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του παρόντος και β) μέσων χρηματαγοράς κατά την έννοια του άρθρου 3 του ν. 3283/2004 (ΦΕΚ 210 Α΄).
    Αντικατάσταση
    Η κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου επένδυση των διαθεσίμων της εταιρίας σε ακίνητα ή σε δικαίωμα επί ακινήτου ή σε εταιρίες της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2α, προϋποθέτει προηγούμενη εκτίμηση της αξίας τους ή της αξίας των μετοχών των ανωτέρω εταιρειών από τον εκτιμητή του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών της προηγούμενης παραγράφου.
    Η αμοιβή του Σώματος συμφωνείται ελευθέρως με την εταιρεία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία.
    Ο εκτιμητής διενεργεί εκτίμηση της αξίας του ακινήτου ή των ανωτέρω μετοχών πριν από την απόκτησή τους από την εταιρία.
    Προκειμένου περί απαιτήσεων εκ προσυμφώνων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2α του άρθρου 22 η εκτίμηση των ακινήτων πραγματοποιείται πριν από την οριστική μεταβίβασή τους στην εταιρία, στα οποία αφορούν οι απαιτήσεις αυτές.
    Κατά την εκτίμηση λαμβάνεται υπόψη κάθε γεγονός, το οποίο μέχρι την ημερομηνία ένταξης της κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου ακίνητης περιουσίας στα ίδια κεφάλαια της εταιρίας επενδύσεων μπορεί να επηρεάσει την αξία της συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας.
    Η εκτίμηση αυτή είναι δεσμευτική.
    Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται και στη μεταβίβαση στοιχείων της ακίνητης περιουσίας, τα οποία έχουν ενταχθεί στις επενδύσεις της εταιρίας.
    Το τίμημα που καταβάλλεται ή εισπράττεται από την εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία για την απόκτηση ή την εκποίηση της ακίνητης περιουσίας ή του δικαιώματος επί ακινήτου ή των ανωτέρω μετοχών επιτρέπεται να είναι υψηλότερο ή χαμηλότερο αντιστοίχως μέχρι πέντε τοις εκατό (5%) από την αξία τους, όπως αυτή έχει προσδιοριστεί από τον εκτιμητή.
    Σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση των ανωτέρω μετοχών ή ακινήτου, στα οποία έχουν επενδυθεί τα διαθέσιμα της εταιρίας, πριν από την πάροδο δώδεκα (12) μηνών από την απόκτησή τους.
    Αντικατάσταση
    Επιτρέπεται η σύναψη δανείων από την εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία και η παροχή πιστώσεων σε αυτή, για ποσά τα οποία, στο σύνολό τους, δεν θα υπερβαίνουν το πενήντα τοις εκατό (50%) του ενεργητικού της.
    Τα δάνεια συνάπτονται και οι πιστώσεις παρέχονται από πιστωτικό ίδρυμα.
    Τα δάνεια αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και οι πιστώσεις μπορούν να δοθούν τόσο για την απόκτηση όσο και για την αξιοποίηση ακινήτων στα οποία επενδύονται ή έχουν επενδυθεί τα διαθέσιμα της εταιρίας ή των εταιριών της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2α του άρθρου 22 του παρόντος νόμου.
    Το σύνολο των δανείων που λαμβάνονται για την αποπεράτωση ακινήτων της εταιρίας ή των εταιριών της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2α του άρθρου 22 δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ποσοστό που αναγράφεται στο πρόγραμμα της παραγράφου 2 περίπτωση β΄ του άρθρου 22 του παρόντος νόμου.
    Αντικατάσταση
    Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 11 του άρθρου 7 του ν. 2386/1996 (ΦΕΚ 43 Α΄) και των διατάξεων της περίπτωσης ε΄ του άρθρου 1 και του άρθρου 4 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137 Α΄), οι διατάξεις του ν. 2166/1993 εφαρμόζονται και επί εταιρίας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, η οποία.α) συνιστάται είτε με συγχώνευση δύο ή περισσότερων εταιριών, οι οποίες διαθέτουν ακίνητη περιουσία είτε από διάσπαση ή απόσχιση κλάδου εταιρίας, που διαθέτει ακίνητη περιουσία ή β) αποκτά ακίνητη περιουσία, είτε λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση άλλης εταιρίας που διαθέτει ακίνητη περιουσία είτε λόγω διάσπασης ή απόσχισης κλάδου εταιρίας που διαθέτει ακίνητη περιουσία.
    Αντικατάσταση
    A/2007/140
    2016-03-07 Συστήματα Εγγύησης Καταθέσεων (ενσωμάτωση Οδηγίας 2014/49/ΕΕ), Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων και άλλες διατάξεις.
    Τροποποίηση Τύπος
    Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, ύστερα από αίτηση της εταιρίας, να παρατείνει την προθεσμία της παραγράφου 1 για διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τους τριάντα έξι (36) μήνες από την ημερομηνία λήξης αυτής σε περίπτωση ανωτέρας βίας ή αν κρίνει ότι οι συνθήκες της αγοράς θέτουν σε κίνδυνο την επίτευξη της εισαγωγής των μετοχών της εταιρίας σε οργανωμένη αγορά.
    Αντικατάσταση
    A/2016/37
    2016-05-27 Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις.
    Τροποποίηση Τύπος
    Οι διατάξεις του ν. 4174/2013 (Α 170) εφαρμόζονται ανάλογα και για τον φόρο που οφείλεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
    Προσθήκη
    Οι εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία υποχρεούνται σε καταβολή φόρου ο συντελεστής του οποίου ορίζεται σε δέκα τοις εκατό (10%) επί του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Επιτοκίου Αναφοράς) προσαυξανομένου κατά μία (1) ποσοστιαία μονάδα και υπολογίζεται επί του μέσου όρου των επενδύσεών τους, πλέον των διαθεσίμων, σε τρέχουσες τιμές, όπως απεικονίζονται στους εξαμηνιαίους πίνακες επενδύσεων που προβλέπονται από την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του παρόντος νόμου.
    Σε περίπτωση μεταβολής του Επιτοκίου Αναφοράς, η προκύπτουσα νέα βάση υπολογισμού του φόρου ισχύει από την πρώτη ημέρα του επόμενου της μεταβολής μήνα.
    Ο οφειλόμενος φόρος κάθε εξαμήνου δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 0,375% του μέσου όρου των επενδύσεών τους, πλέον των διαθεσίμων, σε τρέχουσες τιμές, όπως απεικονίζονται στους εξαμηνιαίους πίνακες επενδύσεων που προβλέπονται από την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του παρόντος νόμου.
    Ο φόρος αποδίδεται στην αρμόδια φορολογική αρχή μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα που ακολουθεί το χρονικό διάστημα που αφορούν οι εξαμηνιαίοι πίνακες επενδύσεων.
    Σε περίπτωση παρακράτησης φόρου επί κτηθέντων μερισμάτων, ο φόρος αυτός συμψηφίζεται με το φόρο που προκύπτει από τη δήλωση που υποβάλλεται από την Εταιρεία Επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία εντός του μηνός Ιουλίου.
    Τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο μεταφέρεται για συμψηφισμό με επόμενες δηλώσεις.
    Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση της εταιρείας και των μετόχων της.
    Οι διατάξεις του ν. 4174/2013 (Α 170) εφαρμόζονται ανάλογα και για τον φόρο που οφείλεται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής.
    Για τα διανεμόμενα μερίσματα στους μετόχους της εταιρείας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 62 και 64 του ν. 4172/2013.
    Κατά τον υπολογισμό του παραπάνω φόρου δε λαμβάνονται υπόψη τα ακίνητα που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα θυγατρικές των ΑΕΕΑΠ, εταιρείες του άρθρου 22 παράγραφος 3 περιπτώσεις δ και ε του παρόντος νόμου, εφόσον αυτά αναγράφονται διακεκριμένα στις καταστάσεις επενδύσεών τους.
    Αντικατάσταση
    Η υπεραξία από τη μεταβίβαση μετοχών των εταιρειών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος.
    Αντικατάσταση
    A/2016/94
    2016-08-03 Τροποποιήσεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα προς ενίσχυση της καταπολέμησης της παράνομης εμπορίας καπνού και βιομηχανοποιημένων καπνών και Ίδρυση Συντονιστικού Κέντρου για την Καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς την απόφαση 2009/917/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 30ής Νοεμβρίου 2009 για τη χρήση της πληροφορικής για τελωνειακούς σκοπούς και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία των άρθρων 15, 16 και 18 της οδηγίας 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών - μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ και άλλες διατάξεις.
    Τροποποίηση Τύπος
    Η υπεραξία από τη μεταβίβαση μετοχών των εταιρειών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος
    Αντικατάσταση
    A/2016/141
    Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
    ΑΠΟΦΑΣΗ 1989/ΓΝΟΣ/13181 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1989/ΓΝΟΣ_13181 1989
    ΑΠΟΦΑΣΗ 1999/1084411/4996-20/0016 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1999/1084411_4996-20_0016 1999
    ΑΠΟΦΑΣΗ 1999/1086085/5059-20/0016 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1999/1086085_5059-20_0016 1999
    ΑΠΟΦΑΣΗ 1999/112925 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1999/112925 1999
    ΑΠΟΦΑΣΗ 1999/116445 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1999/116445 1999
    ΑΠΟΦΑΣΗ 1999/2/64291/10049 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1999/2_64291_10049 1999
    ΝΟΜΟΣ 1920/2190 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1920/2190 1920
    ΝΟΜΟΣ 1932/5638 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1932/5638 1932
    ΝΟΜΟΣ 1976/395 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1976/395 1976
    ΝΟΜΟΣ 1978/820 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1978/820 1978
    ΝΟΜΟΣ 1978/825 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1978/825 1978
    ΝΟΜΟΣ 1979/867 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1979/867 1979
    ΝΟΜΟΣ 1979/876 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1979/876 1979
    ΝΟΜΟΣ 1979/936 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1979/936 1979
    ΝΟΜΟΣ 1981/1190 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1981/1190 1981
    ΝΟΜΟΣ 1982/1266 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1982/1266 1982
    ΝΟΜΟΣ 1988/1806 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ)