Κώδικας Συμβολαιογράφων. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται ως Κώδικας, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 6 του Συντάγματος και άρθρο 16 παρ. 15 του Ν. 2298/95, το ακόλουθο σχέδιο νόμου, το οποίο έχει συνταχθεί από νομοπαρασκευαστική επιτροπή που συγκροτήθηκε με τις 75119/1995, 35442/1996, 176637/1998 και 165079/1999 αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης. ΚΩΔΙΚΑΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1 "Καθήκοντα συμβολαιογράφων. 1. Ο Συμβολαιογράφος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός με καθήκοντα: α. Να συντάσσει και να φυλάσσει έγγραφα συστατικά ή αποδεικτικά δικαιοπραξιών και δηλώσεων των ενδιαφερομένων όταν η σύνταξη των εγγράφων αυτών είναι υποχ [...]"
1.  
    εξαίρεση, αν η αναπλήρωση γίνεται λόγω κωλύματος του άρθρου 7 του Κώδικα αυτού, εκείνος που αναπληρώνει το συμβολαιογράφο μπορεί να λάβει μειωμένη αμοιβή. 5. Σε περίπτωση προσωρινής παύσης του συμβολαιογράφου λόγω πειθαρχικής ποινής ορίζεται αυτεπαγγέλτως από τον πρόεδρο του Συμβουλίου ή τον δικαστή που διευθύνει το πρωτοδικείο, αναπληρωτής του συμβολαιογράφου που έχει παυθεί προσωρινά μόνο για τις ακόλουθες πράξεις: α) την έκδοση αντιγράφων συμβολαίων και εγγράφων που βρίσκονται στο αρχείο του συμβολαιογράφου που έχει παυθεί ή σε αρχείο άλλου συμβολαιογράφου που αυτός κατέχει, β) την ανάληψη από τον διαθέτη, με αίτησή του, μυστικής ή ιδιόγραφης διαθήκης, καθώς και τη δημοσίευση κάθε είδους διαθήκης που βρίσκεται στο αρχείο του συμβολαιογράφου που έχει παυθεί ή σε αρχείο που αυτός κατέχει, γ) την ανάληψη από τον δικαιούχο γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων που βρίσκεται στο αρχείο του συμβολαιογράφου που έχει παυθεί ή σε αρχείο που αυτός κατέχει και δ) την ενέργεια των σχετικών πράξεων, στην περίπτωση που βάσει των ευρισκομένων στο αρχείο του συμβολαιογράφου που έχει παυθεί συμβολαίων απαιτείται η συνέχιση πλειστηριασμών, η σύνταξη πίνακα κατάταξης και πρόσκληση δανειστών, η έκδοση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, η διανομή πλειστηριάσματος, η έκδοση απογράφων και κάθε άλλη πράξη, η οποία εκ του νόμου ή από τα συμβόλαια που υπάρχουν στο αρχείο του συμβολαιογράφου που έχει παυθεί προκύπτει ότι μόνον ενώπιον του συμβολαιογράφου αυτού μπορεί να γίνει. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις τα δικαιώματα του συμβολαιογράφου ανήκουν εξ ολοκλήρου στον αναπληρωτή. Άρθρο 4 Αρμοδιότητα κατά τόπο. 1. Ο συμβολαιογράφος ασκεί τα καθήκοντά του σε όλη την περιφέρεια του ειρηνοδικείου στην οποία είναι διορισμένος, όπως κάθε φορά η περιφέρεια του ειρηνοδικείου ορίζεται. 2. Κάθε πράξη του συμβολαιογράφου η οποία γίνεται έξω από την περιφέρεια της προηγούμενης παραγράφου είναι άκυρη και ο παραβάτης υπέχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα, ενώ παράλληλα υπόκειται σε πειθαρχική ποινή. 3. Κατ εξαίρεση των όσων ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους οι συμβολαιογράφοι που είναι διορισμένοι στους δήμους που υπάγονται δικαστηριακά στις περιφέρειες των παρακάτω Ειρηνοδικείων: α) Αθηνών, β) Πειραιά, γ) Νίκαιας, δ) Καλλιθέας, ε) Νέας Ιωνίας, στ) Περιστερίου, ζ) Χαλανδρίου, η) Αμαρουσίου, ι) Αχαρνών, ια) Κρωπίας, ιβ) Ελευσίνος, ιγ) Μεγάρων, ιδ) Μαραθώνος, ιε) Λαυρίου, πλην της νήσου Κέας, ιστ) Νέων Λιοσίων και ιζ) Αγίας Παρασκευής έχουν το δικαίωμα να ασκούν τα καθήκοντά τους και στις άλλες περιφέρειες των πιο πάνω ειρηνοδικείων, αλλά μόνο εφόσον καλούνται να συντάξουν τις συμβολαιογραφικές πράξεις στην οικία, το κατάστημα ή το γραφείο των δικαιοπρακτούντων ή των συμβαλλομένων ή το χώρο νοσηλείας αν νοσηλεύονται, όπως και όταν συμπράττουν με άλλο συμβολαιογράφο ή τους ανατίθεται η διενέργεια πλειστηριασμού. 4. Ο συμβολαιογράφος έχει δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να διατηρεί ένα μόνο γραφείο στην έδρα όπου είναι διορισμένος. Η παράβαση της υποχρεώσής του αυτής αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα. Άρθρο 5 Υποχρεώσεις του συμβολαιογράφου. 1. Ο συμβολαιογράφος οφείλει να απέχει από σύνταξη πράξης που αντίκειται στο νόμο ή στα χρηστά ήθη. 2. Ο συμβολαιογράφος ασκεί τα καθήκοντά του ευσυνείδητα και αμερόληπτα. Κατά τη σύνταξη συμβολαιογραφικών πράξεων οφείλει να εξηγεί στους δικαιοπρακτούντες τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν και τα δικαιώματα που έχουν από τις πράξεις που καταρτίζονται και να διαπιστώνει ότι γνωρίζουν τα αποτελέσματα των πράξεων αυτών. Άρθρο 6 Εγγυοδοσία - Δείγμα υπογραφής. 1. Ο διοριζόμενος συμβολαιογράφος, πριν να αναλάβει τα καθήκοντά του, οφείλει να καταθέσει χρηματική εγγύηση στο Ταμείο Νομικών και στο Ταμείο Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις. 2. Ο συμβολαιογράφος, μετά την ορκωμοσία του, οφείλει να δώσει στο γραμματέα του πρωτοδικείου και της εισαγγελίας, καθώς και στο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο της περιφέρειάς του δείγμα της υπογραφής του. Άρθρο 7 Κωλύματα. 1. Ο συμβολαιογράφος κωλύεται να συντάξει πράξεις στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Όταν δικαιοπρακτεί ο ίδιος ή αντιπροσωπεύει αυτόν που δικαιοπρακτεί ή αυτός που δικαιοπρακτεί είναι σύζυγος ή συγγενής του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και του τρίτου βαθμού ή θετό τέκνο του, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διατάξης. Προκειμένου για νομικά πρόσωπα, τα αναφερόμενα κωλύματα ισχύουν ως προς τους εκπροσώπους τους ανεξαρτήτως αν δικαιοπρακτούν αυτοπροσώπως ή δια πληρεξουσίου. β) Όταν με την πράξη πραγματοποιείται άμεση παροχή προς τον ίδιο ή σε κάποια από τα αναφερόμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο α περίπτωση πρόσωπα. 2. Στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου ο κωλυόμενος συμβολαιογράφος αναπληρώνεται όπως ορίζεται στο άρθρο 3. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ Άρθρο 8 Στοιχεία συμβολαιογραφικού εγγράφου. 1. Το συμβολαιογραφικό έγγραφο πρέπει να περιλαμβάνει: α) Την ημέρα, το μήνα, το έτος και τον τόπο της υπογραφής του. β) Το ονοματεπώνυμο και την έδρα του συμβολαιογράφου. γ) Το ονοματεπώνυμο, το όνομα του πατέρα και της μητέρας, το επάγγελμα, τον τόπο, το έτος γέννησης και την κατοικία καθενός από τους δικαιοπρακτούντες, τους αντιπροσώπους, τους μάρτυρες και τους διερμηνείς που συμπράττουν. Επί εγγάμων γυναικών των οποίων ο γάμος τελέστηκε προ του Ν. 1329/1983 τίθεται και το όνομα και το επώνυμο του συζύγου. δ) Τα στοιχεία του εγγράφου από το οποίο αποδεικνύεται η ταυτότητα των δικαιοπρακτούντων. 2. Η ταυτότητα των δικαιοπρακτούντων ή των αντιπροσώπων τους ή των εκπροσώπων των νομικών προσώπων και των υπόλοιπων προσώπων, που συμπράττουν, αποδεικνύεται από έγγραφα που ορίζονται από το νόμο και σε περίπτωση έλλειψής τους βεβαιώνεται από δύο μάρτυρες, των οποίων η ταυτότητα αποδεικνύεται με κάποιο από τα έγγραφα αυτά για τους οποίους δεν ισχύει κώλυμα συγγένειας. Σε περίπτωση μεταβολής ή έλλειψης στοιχείων ταυτότητας, εκτός από το ονοματεπώνυμο, το όνομα του πατέρα και της μητέρας, τα στοιχεία αναγράφονται όπως δηλώνονται από τον δικαιοπρακτούντα. 3. Στην περίπτωση δικαιοπρακτούντων με αντιπρόσωπο, τα στοιχεία της ταυτότητας της παραγράφου 2 αναγράφονται όπως έχουν στο πληρεξούσιο έγγραφο και μπορούν να συμπληρωθούν, πλην του ονοματεπωνύμου, με δήλωση του αντιπροσώπου. Η νομιμοποίηση των εμφανιζομένων ως αντιπροσώπων των δικαιοπρακτούντων, όπου αυτή απαιτείται, αποδεικνύεται από τα έγγραφα που ορίζει ο νόμος. 4. Τα έγγραφα νομιμοποίησης που αναφέρονται στην παραπάνω παράγραφο αναγράφονται στο συμβολαιογραφικό έγγραφο και προσαρτώνται σε αυτό, αν δεν βρίσκονται στο αρχείο του συμβολαιογράφου. 5. Στις δικαιοπραξίες των νομικών προσώπων αναγράφεται στο συμβολαιογραφικό έγγραφο η έδρα, η επωνυμία και το είδος τους, όπως προκύπτουν από τη συστατική ή τροποποιητική τους πράξη. 6. Τα ονόματα των φυσικών προσώπων ή οι επωνυμίες νομικών προσώπων, τοπωνυμίες ή άλλα αναγκαία στοιχεία, που αναφέρονται σε ξένη γλώσσα, πρέπει να αναγράφονται με στοιχεία του ελληνικού αλφαβήτου στην ελληνική γλώσσα και στη συνέχεια στην ξένη γλώσσα με λατινικά στοιχεία. Άρθρο 9 Σύμπραξη δεύτερου συμβολαιογράφου ή δύο μαρτύρων. 1. Η σύμπραξη δεύτερου συμβολαιογράφου ή δύο μαρτύρων κατά την ανάγνωση και υπογραφή συμβολαιογραφικών εγγράφων είναι υποχρεωτική μόνο σε περίπτωση αδυναμίας υπογραφής για οποιονδήποτε λόγο από κάποιον εμφανιζόμενο. Ο συμβολαιογράφος μπορεί σε κάθε περίπτωση να αξιώσει τη σύμπραξη μαρτύρων. 2. Σε περίπτωση σύμπραξης συμβολαιογράφων, αυτοί δεν πρέπει να είναι μεταξύ τους σύζυγοι ή συγγενείς σύμφωνα με αυτά που ορίζει το άρθρο 7, εδάφιο α . Ο συμβολαιογράφος που συμπράττει πρέπει να είναι και αυτός αρμόδιος κατά τόπο, πλην αν υπηρετεί στην έδρα του ειρηνοδικείου ένας συμβολαιογράφος οπότε συμπράττων είναι ένας συμβολαιογράφος που εδρεύει στην περιφέρεια του αυτού πρωτοδικείου. Στις περιπτώσεις σύμπραξης συμβολαιογράφου, αυτός δικαιούται μέχρι το ήμισυ των δικαιωμάτων. 3. Οι μάρτυρες πρέπει να γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα, να έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους και να μπορούν να υπογράφουν. Επίσης δεν πρέπει να συντρέχει γι αυτούς κανένα κώλυμα από όσα αναφέρονται στο άρθρο 7 εδάφιο α αναφορικά με τον ή τους συμβολαιογράφους ή κάποιον από τους δικαιοπρακτούντες. Αποκλείονται ως μάρτυρες όσοι έχουν εξαρτημένη εργασία από τον ή τους συμβολαιογράφους. 4. Η μη τήρηση των παραπάνω διατάξεων επιφέρει ακυρότητα του εγγράφου. 5. Διατάξεις του Αστικού Κώδικα που ρυθμίζουν διαφορετικά τα σχετικά με τη σύμπραξη δεύτερου συμβολαιογράφου ή μαρτύρων, καθώς και τα κωλύματά τους, διατηρούνται σε ισχύ. Άρθρο 10 Διερμηνείς. 1. Αν κάποιος από τους δικαιοπρακτούντες ή τους αντιπροσώπους τους αγνοεί, κατά την κρίση του συμβολαιογράφου, την ελληνική γλώσσα, προσλαμβάνεται διερμηνέας για μετάφραση γενικά των δηλώσεών του από την ξένη γλώσσα στην ελληνική και το αντίθετο, καθώς και του περιεχομένου του συμβολαίου από την ελληνική στην ξένη γλώσσα. Ο διερμηνέας ορκίζεται ενώπιον του συμβολαιογράφου, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ότι θα ασκήσει πιστά τα καθήκοντά του. Προκειμένου για γλώσσα που είναι πολύ λίγο γνωστή, μπορεί να προσληφθεί σύμφωνα με τα παραπάνω διερμηνέας του διερμηνέα. 2. Εάν κάποιος από τους δικαιοπρακτούντες ή τους αντιπροσώπους τους είναι κωφός ή άλαλος ή κωφάλαλος, γνωρίζει όμως ανάγνωση και γραφή, οι δηλώσεις, ερωτήσεις και τυχόν παρατηρήσεις γίνονται: α) γραπτά προς τον κωφό, ο οποίος απαντά προφορικά, β) προφορικά προς τον άλαλο, ο οποίος απαντά γραπτά, γ) γραπτά προς τον κωφάλαλο, ο οποίος απαντά γραπτά. Στις περιπτώσεις αυτές οι γραπτές ερωτήσεις και απαντήσεις επισυνάπτονται στο συμβόλαιο, πριν δε από την υπογραφή του το συμβόλαιο διαβάζεται από τον κωφό ή τον κωφάλαλο και γίνεται σχετική αναφορά σε αυτό. 3. Εάν ο κωφός ή ο άλαλος ή ο κωφάλαλος δεν γνωρίζει ανάγνωση ή γραφή ή αδυνατεί για οποιονδήποτε λόγο να υπογράφει, προσλαμβάνεται ως διερμηνέας του πρόσωπο που να μπορεί να συνεννοηθεί μαζί του. 4. Οι κατά τα ανωτέρω διερμηνείς προσυπογράφουν το σχετικό συμβόλαιο. 5. Η μη τήρηση των ανωτέρω διατάξεων επιφέρει ακυρότητα του εγγράφου. Άρθρο 11 Τρόπος κατάρτισης συμβολαιογραφικών εγγράφων. 1. Το συμβολαιογραφικό έγγραφο γράφεται ευανάγνωστα στα ελληνικά με οποιοδήποτε γραφικό μέσο και ανεξίτηλη γραφική ύλη σε συνέχεια, χωρίς κενά διαστήματα, παρεισγραφές, ξέσματα και συγκοπές ή χρησιμοποίηση μεσοστίχων. Τυχόν κενά διαστήματα συμπληρώνονται με γραμμή. Οι αριθμοί που δηλώνουν κρίσιμη χρονολογία, καθώς και ουσιώδη στοιχεία του εγγράφου, γράφονται και ολογράφως. 2. Κάθε διαγραφή ή καθαρογραφή μιας ή περισσότερων λέξεων ή αριθμών γίνεται με σχετική αναφορά, είτε στη συνέχεια των διαγραφομένων ή καθαρογραμμένων λέξεων ή αριθμών είτε με παραπομπή στο περιθώριο, χωρίς να εξαλείφονται οι λέξεις ή οι αριθμοί και στις δύο δε περιπτώσεις σημειώνεται ο αριθμός τους και υπογραμμίζονται. 3. Κάθε άλλη μεταβολή ή προσθήκη γίνεται με παραπομπή στο περιθώριο ή στο τέλος του εγγράφου, μετά το χώρο που προορίζεται για υπογραφές. 4. Πριν από την υπογραφή του το έγγραφο διαβάζεται στα πρόσωπα που εμφανίζονται και συμπράττουν και υπογράφεται από αυτά και το συμβολαιογράφο. Αναφορά γι αυτό γίνεται στο τέλος. Οι υπογραφές των αναφερόμενων προσώπων και του συμβολαιογράφου τίθενται σε κάθε φύλλο, κάτω από τις παραπομπές, καθώς και στο τέλος του εγγράφου. Σε περίπτωση κατά την οποία ένας από τους εμφανισθέντες δηλώσει ότι αδυνατεί να υπογράψει, γίνεται σχετική αναφορά στο τέλος του συμβολαίου. 5. Κάθε φορά που ο χώρος σε κάθε φύλλο ή κάτω από τις παραπομπές δεν επαρκεί για τις υπογραφές όλων των προσώπων που εμφανίζονται και συμπράττουν, τα πρόσωπα αυτά ορίζουν δύο από αυτούς, οι οποίοι θα υπογράψουν και γίνεται σχετική αναφορά στο τέλος του συμβολαίου. 6. Το πρωτότυπο, τα αντίγραφα και τα απόγραφα των συμβολαίων σφραγίζονται με τη σφραγίδα του συμβολαιογράφου σε κάθε υπογραφή αυτού. 7. Η διάταξη του άρθρου 42 του Ν.Δ. 3026/1954, όπως ισχύει, δεν έχει εφαρμογή σε δικαιοπραξίες για τον συμβαλλόμενο που έχει την ιδιότητα δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού παντός βαθμού, του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, συμβολαιογράφου ή υποθηκοφύλακα. Άρθρο 12 Υποχρεώσεις για τη φύλαξη των συμβολαιογραφικών εγγράφων. 1. Ο συμβολαιογράφος οφείλει να φυλάσσει τα πρωτότυπα των συμβολαίων που συντάσσει μαζί με τα συνημμένα σε αυτά έγγραφά τους. 2. Σε περίπτωση κατάσχεσης πρωτοτύπου ή συνημμένου σε αυτό εγγράφου, που ενεργείται σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις του Κώδικα Ποινικής ή Πολιτικής Δικονομίας, ο συμβολαιογράφος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση εκδίδει αντίγραφο,το οποίο επικυρώνεται από τον ίδιο και από εκείνον που ενήργησε την κατάσχεση.Το αντίγραφο επέχει θέση πρωτοτύπου και φυλάσσεται από το συμβολαιογράφο μέχρι να επιστραφεί σε αυτόν το πρωτότυπο. Άρθρο 13 Έκδοση αντιγράφων. 1. Ο συμβολαιογράφος χορηγεί αντίγραφα των συμβολαίων ή άλλων εγγράφων που κατέχει στους δικαιοπρακτήσαντες, στους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους τους, σε κάθε τρίτο εφόσον το συμβολαιογραφικό έγγραφο καταχωρήθηκε σε δημόσια βιβλία ή δημοσιεύθηκε από αρμόδιες αρχές ή στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Τρίτος, που έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να λάβει τα παραπάνω έγγραφα κατόπιν παραγγελίας του εισαγγελέα πρωτοδικών. 2. Δε χορηγείται αντίγραφο δημόσιας διαθήκης πριν από τη δημοσίευσή της. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μετά γνώμη της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδας, καθορίζονται τα δικαιώματα που εισπράττει ο συμβολαιογράφος για τα αντίγραφα που εκδίδει για χρήση των δημοσίων αρχών, καθώς και ο τρόπος καταβολής τους. Άρθρο 14 Ευρετήριο συμβολαιογραφικών εγγράφων. Ο συμβολαιογράφος τηρεί βιβλίο (ευρετήριο) στο οποίο καταχωρίζονται αμέσως μετά την υπογραφή τους με αύξοντα αριθμό όλα τα συντασσόμενα έγγραφα. Ο αύξων αριθμός σημειώνεται και στο πρωτότυπο του αντίστοιχου εγγράφου. Αναγράφονται επίσης σε αυτό η χρονολογία υπογραφής της πράξης, το ονοματεπώνυμο και το επάγγελμα των δικαιοπρακτούντων, το αντικείμενο της πράξης και τα ποσά των τελών και δικαιωμάτων. Στην τελευταία στήλη κάθε καταχώρησης υπογράφουν οι εμφανισθέντες αν η πράξη υπογράφηκε στο γραφείο του συμβολαιογράφου. Το βιβλίο αυτό αριθμείται κατά σελίδες και θεωρείται από τον ειρηνοδίκη. Άρθρο 15 Υποχρέωση υποβολής στατιστικών πινάκων. Ο συμβολαιογράφος υπέχει υποχρέωση να υποβάλλει μέσα στο πρώτο τρίμηνο κάθε έτους στο Υπουργείο Δικαιοσύνης στατιστικό πίνακα, που περιέχει κατά είδος και αριθμό τις πράξεις που συνέταξε το προηγούμενο έτος. Άρθρο 16 Βιβλία που τηρεί ο συμβολαιογράφος. Τα βιβλία που τηρούνται από τους συμβολαιογράφους, εκτός από το ευρετήριο του άρθρου 14, καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που προσδιορίζει τον τύπο και τον τρόπο τήρησής τους. Έως την έκδοση του προεδρικού αυτού διατάγματος ισχύουν οι κείμενες διατάξεις. Άρθρο 17 Καθορισμός θέσεων συμβολαιογράφων. Για τη σύσταση θέσεων συμβολαιογράφων, την αύξηση ή τη μείωση τηρείται η ακόλουθη διαδικασία: 1. Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου κάθε τέταρτου έτους ο Υπουργός Δικαιοσύνης απευθύνει ερώτημα στους εισαγγελείς εφετών για να αποφανθεί επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από τον πρόεδρο εφετών ή το νόμιμο αναπληρωτή του, από δύο εφέτες και δύο συμβολαιογράφους και με γραμματέα το γραμματέα του εφετείου, για τον αριθμό των θέσεων των συμβολαιογράφων στην κάθε ειρηνοδικειακή περιφέρεια της αρμοδιότητάς τους. 2. Αν στην έδρα του εφετείου εδρεύει Συμβολαιογραφικός Σύλλογος, στην επιτροπή της παραγράφου 1 μετέχει ο πρόεδρος του Συλλόγου και ένας συμβολαιογράφος που ορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο του αρμόδιου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, διαφορετικά και οι δύο συμβολαιογράφοι ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο του αρμόδιου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου. 3. Στην επιτροπή μετέχει χωρίς ψήφο και ο εισαγγελέας εφετών. 4. Για τη διαμόρφωση της πρότασης του εισαγγελέα εφετών και της απόφασης της επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου λαμβάνονται υπόψη προτάσεις των αρμόδιων εισαγγελέων πρωτοδικών της περιφέρειας του εφετείου, των αρμόδιων Συμβολαιογραφικών Συλλόγων, της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδος, στατιστικές και ετήσιοι πίνακες της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας για την αύξηση ή τη μείωση του πληθυσμού κάθε ειρηνοδικειακής περιφέρειας, οι συγκριτικοί πίνακες των Κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον αριθμό των συμβολαιογράφων σε όποια ισχύει ο θεσμός, η αστική ή τουριστική ανάπτυξη κάθε ειρηνοδικειακής περιφέρειας, ο όγκος των συναλλαγών, η οικοδομική δραστηριότητα και ό,τι θεωρείται πρόσφορο για την απεικόνιση της πραγματικής κατάστασης που επηρεάζει θετικά ή αρνητικά τη σύσταση, την αύξηση ή τη μείωση του αριθμού των θέσεων των συμβολαιογράφων. 5. Μέσα σε ένα μήνα από τη λήψη του ερωτήματος ο εισαγγελέας εφετών διαβιβάζει το σχετικό φάκελο, με γραπτή εισήγησή του, στον πρόεδρο της επιτροπής, ο οποίος ορίζει έναν από τους εφέτες ως εισηγητή. Μέσα σε ένα μήνα από τον ορισμό του εισηγητή συνέρχεται η επιτροπή, η οποία αποφασίζει με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση για τη σύσταση θέσης συμβολαιογράφου ή την αύξηση ή μείωση του αριθμού των θέσεων αυτών σε ειρηνοδικειακή περιφέρεια της αρμοδιότητάς της. 6. Η απόφαση της προηγούμενης παραγράφου υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος, μέσα σε ένα μήνα από τη λήψη αυτής, μπορεί να διαφωνήσει. Αν παρέλθει άπρακτη η ανωτέρω προθεσμία, η απόφαση καθίσταται υποχρεωτική. 7. Αν ο Υπουργός Δικαιοσύνης διαφωνήσει με την απόφαση της επιτροπής, ο σχετικός φάκελος υποβάλλεται από τον εισαγγελέα εφετών εντός δεκαπέντε ημερών στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος αναθέτει σε αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου να εισαγάγει τη διαφωνία με τη διατύπωση δικής του πρότασης για να αποφανθεί επιτροπή, στην οποία προεδρεύει αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και μετέχουν δύο αρεοπαγίτες οριζόμενοι από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο πρόεδρος του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Αθηνών - Πειραιώς - Αιγαίου και Δωδεκανήσου και ο πρόεδρος του αντίστοιχου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου στην περιφέρεια του οποίου ανέκυψε η ανωτέρω διαφωνία ή οι νόμιμοι αναπληρωτές τους και ως γραμματέας, ο γραμματέας του Αρείου Πάγου. Στην περίπτωση κατά την οποία η διαφωνία αφορά το Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Αθηνών - Πειραιώς - Αιγαίου και Δωδεκανήσου, στην επιτροπή μετέχει ο πρόεδρος του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Η απόφαση της επιτροπής αυτής είναι δεσμευτική για τον Υπουργό Δικαιοσύνης. 8. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει δικαίωμα αυξομείωσης των θέσεων που περιέχονται στις αποφάσεις των επιτροπών των παραγράφων 1 και 7 του παρόντος άρθρου, μέχρι ποσοστού είκοσι πέντε τοις εκατό (25%). 9. Σε νησιά με πληθυσμό πάνω από χίλιους κατοίκους συνιστάται θέση συμβολαιογράφου. Σε περίπτωση μείωσης του αριθμού των συμβολαιογράφων σε μία ειρηνοδικειακή περιφέρεια οι ήδη υπηρετούντες συμβολαιογράφοι διατηρούνται ως υπεράριθμοι μέχρι να αποχωρήσουν με οποιονδήποτε τρόπο ή να συνταξιοδοτηθούν. 10. Για τη σύσταση, αύξηση ή μείωση θέσεων συμβολαιογράφων εκδίδεται κατά τα ανωτέρω προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης. 11. Η αμοιβή των μελών των επιτροπών των παραγράφων 1 και 7 του παρόντος άρθρου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών και βαρύνει τον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 30 του Ν. 4507/1966. Άρθρο 18 Κάλυψη κενών θέσεων. Οι κενές θέσεις συμβολαιογράφων καλύπτονται με διαγωνισμό και με μετάθεση. Με μετάθεση καλύπτεται ποσοστό μέχρι το είκοσι τοις εκατό (20%) των θέσεων που υπάρχουν μέχρι 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους κάθε ειρηνοδικειακής περιφέρειας και το υπόλοιπο ποσοστό με διαγωνισμό. Κατά τον υπολογισμό του ποσοστού του είκοσι τοις εκατό (20%), εφόσον το υπόλοιπο είναι από 0,6 και άνω, θεωρείται ως ακέραιη μονάδα και κάτω από αυτό παραλείπεται. Όσες θέσεις παραμείνουν κενές, για οποιονδήποτε λόγο, καλύπτονται το επόμενο έτος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΥ Άρθρο 19 Γενικά προσόντα διορισμού. 1. Συμβολαιογράφος διορίζεται, αφού τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία επιλογής, όποιος έχει την ελληνική ιθαγένεια και πτυχίο νομικού τμήματος νομικής σχολής ημεδαπού Πανεπιστημίου ή πτυχίο νομικού τμήματος νομικής σχολής αλλοδαπού Πανεπιστημίου αναγνωρισμένο ως ισότιμο. 2. Έλληνες το γένος που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια μπορούν να διοριστούν συμβολαιογράφοι, σύμφωνα με τις περιπτώσεις που προβλέπονται από ειδικούς νόμους, εφόσον διαθέτουν τα προσόντα της προηγούμενης παραγράφου. Άρθρο 20 Ειδικά προσόντα διορισμού. 1. Συμβολαιογράφος διορίζεται, αφού τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία επιλογής, εκείνος που διατελεί ή διετέλεσε επι δύο χρόνια δικηγόρος ή δικαστικός λειτουργός οποιουδήποτε κλάδου και βαθμού ή άμισθος υποθηκοφύλακας ή εκείνος που είχε την ιδιότητα του συμβολαιογράφου για μία τουλάχιστον διετία και την απέβαλε λόγω παραίτησης. 2. Σε περίπτωση υπηρεσίας του υποψηφίου με πολλές ιδιότητες, η απαιτούμενη σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο διετία υπολογίζεται αθροιστικά. Άρθρο 21 Ηλικία διοριζομένου. 1. Συμβολαιογράφος διορίζεται όποιος έχει συμπληρώσει το 28ο έτος και δεν έχει υπερβεί το 42ο έτος της ηλικίας του. 2. Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ως ημέρα γέννησης λαμβάνεται υπόψη η πραγματική, που αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη, η οποία έχει συνταχθεί το αργότερο μέσα σε ενενήντα ημέρες από την ημέρα της γέννησης. Εάν δεν συντάχθηκε ληξιαρχική πράξη, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως ημέρα της γέννησης θεωρείται η 1η Ιανουαρίου του έτους γέννησης. 3. Το έτος γέννησης, σε περίπτωση έλλειψης ληξιαρχικής πράξης σύμφωνα με τα παραπάνω, αποδεικνύεται για τους άρρενες από το μητρώο αρρένων και για τις θήλεις από το γενικό μητρώο των δημοτών. 4. Σε περίπτωση πολλών εγγραφών στα μητρώα επικρατεί η πρώτη. 5. Δικαστικές αποφάσεις ή διοικητικές πράξεις που διορθώνουν την ηλικία ή την εγγραφή στο μητρώο δεν λαμβάνονται υπόψη. Άρθρο 22 Ειδικές διατάξεις για δικαστικούς λειτουργούς και δικηγόρους. 1. Δικαστικοί λειτουργοί δεν μπορούν να διοριστούν συμβολαιογράφοι της περιφέρειας του πρωτοδικείου που υπηρετούν κατά το χρόνο της αποχώρησής τους από τη δικαστική υπηρεσία, πριν περάσουν πέντε χρόνια από αυτήν, πλην της περιφέρειας των Πρωτοδικείων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης. 2. Η αποδοχή από το δικηγόρο ή τον άμισθο υποθηκοφύλακα του διορισμού του ως συμβολαιογράφου συνεπάγεται αυτοδίκαια την αποβολή της ιδιότητάς του αυτής από την ορκωμοσία του ως συμβολαιογράφου. 3. Συμβολαιογράφος, που παραιτήθηκε ή του οποίου ακυρώθηκε ο διορισμός, επαναδιορίζεται δικηγόρος στο Σύλλογο όπου ήταν μέλος πριν από το διορισμό του ως συμβολαιογράφου, κατά παρέκκλιση των σχετικών διατάξεων του Κώδικα «Περί δικηγόρων», αν η παραίτηση ή η ακύρωση λάβει χώρα εντός του διαστήματος οκτώ (8) ετών από του διορισμού του ως συμβολαιογράφου. Άρθρο 23 Κωλύματα διορισμού. Δεν διορίζεται συμβολαιογράφος: 1. Όποιος δεν έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή δεν έχει απαλλαγεί από αυτές νόμιμα ή όποιος καταδικάστηκε αμετάκλητα για λιποταξία ή ανυποταξία με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών. 2. Όποιος δεν είναι γραμμένος στα μητρώα αρρένων και προκειμένου περί γυναικών στα γενικά μητρώα των δημοτών. 3. Όποιος λόγω αμετάκλητης καταδίκης έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα, όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή. 4. Όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα. 5. Όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για πλημμέλημα σε ποινή φυλάκισης για τις πράξεις κλοπής (άρθρα 372 και 373 Π.Κ.), απάτης (άρθρο 386 Π.Κ.), υπεξαίρεσης κοινής ή στην υπηρεσία (άρθρα 375 και 258 Π.Κ.), εκβίασης (άρθρο 385 Π.Κ.), πλαστογραφίας (άρθρο 216 Π.Κ.), πλαστογραφίας πιστοποιητικών (άρθρο 217 Π.Κ.), πλαστογραφίας και κατάχρησης ενσήμων (άρθρο 218 Π.Κ.), ψευδούς βεβαίωσης και νόθευσης (άρθρο 242 Π.Κ.), ψευδορκίας και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης (άρθρα 224 και 225 Π.Κ.), παραπλάνησης σε ψευδορκία (άρθρο 228 Π.Κ.), απιστίας (άρθρο 390 Π.Κ.), απιστίας δικηγόρου (άρθρο 233 Π.Κ.), απιστίας σχετικής με την υπηρεσία (άρθρο 256 Π.Κ.), δωροδοκίας (άρθρα 235, 236 και 237 Π.Κ.), καταπίεσης (άρθρο 244 Π.Κ.), υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 220 Π.Κ.), υπεξαγωγής εγγράφου (άρθρο 222 Π.Κ.), παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου (άρθρο 252 Π.Κ.), παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.), αδικήματος κατά των ηθών (άρθρα 336 έως 353 Π.Κ.), παράβασης της νομοθεσίας περί ναρκωτικών (Ν. 1729/1987, όπως εκάστοτε ισχύει), λαθρεμπορίας (Ν. 1165/1918, όπως ισχύει), τοκογλυφίας (άρθρο 404 Π.Κ.), περί μεσαζόντων (Ν. 5227/1931), καθώς επίσης και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (Ν. 2331/1996 όπως εκάστοτε ισχύει). 6. Όποιος τελεί σε δικαστική συμπαράσταση. 7. Όποιος έχει παυθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση από θέση δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δικαστικού λειτουργού, υποθηκοφύλακα και συμβολαιογράφου λόγω ποινικής καταδίκης. 8. Όποιος έχει απολυθεί τελεσίδικα με απόφαση αρμόδιου συμβουλίου για πειθαρχικούς λόγους από θέση δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δικαστικού λειτουργού, υποθηκοφύλακα και συμβολαιογράφου. 9. Όποιος πάσχει από νόσο που τον καθιστά ανίκανο για να ασκήσει τα καθήκοντα του συμβολαιογράφου, εφόσον η νόσος πιστοποιείται από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή για τους δημοσίους υπαλλήλους. Άρθρο 24 Κρίσιμος χρόνος προσόντων και κωλυμάτων. 1. Ο υποψήφιος πρέπει κατά την ημέρα έναρξης του διαγωνισμού, όπως αυτή ορίζεται με την προκήρυξη και κατά την ημέρα του διορισμού του να συγκεντρώνει τα προσόντα των άρθρων 19, 20 και 22 του παρόντος, ενώ τα κωλύματα του άρθρου 23 δεν πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπό του κατά τα ίδια χρονικά σημεία. 2. Ειδικά τη νόμιμη ηλικία του άρθρου 21 πρέπει να έχει ο υποψήφιος κατά το χρόνο έναρξης του διαγωνισμού που ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο. Άρθρο 25 Εισαγωγικός διαγωνισμός υποψήφιων συμβολαιογράφων. 1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται έως το τέλος Ιανουαρίου κάθε έτους και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προκηρύσσεται πανελλήνιος εισαγωγικός διαγωνισμός για την πλήρωση κενών θέσεων συμβολαιογράφων. Ο διαγωνισμός διενεργείται στις έδρες των κατά τόπους εφετείων το μήνα Μάρτιο. 2. Στην προκήρυξη ορίζεται συνολικός αριθμός θέσεων που θα πληρωθούν σε κάθε ειρηνοδικειακή περιφέρεια των εφετείων της χώρας, με βάση τις κενές θέσεις που υπάρχουν την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, ο χρόνος έναρξης του διαγωνισμού, τα εξεταστικά κέντρα όπου θα διενεργηθεί ο διαγωνισμός, ο διορισμός επιτηρητών και κάθε άλλο θέμα σχετικό με το διαγωνισμό. Η δαπάνη που θα απαιτηθεί για αμοιβές των μελών των επιτροπών και τα έξοδα διενέργειας του διαγωνισμού καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. 3. Η εν λόγω δαπάνη, όπως αυτή προσδιορίζεται στην κοινή υπουργική απόφαση, βαρύνει τους υποψηφίους αναλόγως του αριθμού τους και προκαταβάλλεται στο γραμματέα ως παράβολο για τη συμμετοχή τους στο διαγωνισμό. 4.α) Κάθε διαγωνιζόμενος μπορεί να είναι υποψήφιος μόνο για μία περιφέρεια ειρηνοδικείου. β) Ο υποψήφιος, που προτίθεται να διαγωνισθεί, καταθέτει στο γραμματέα της έδρας του εφετείου στην περιφέρεια του οποίου εμπίπτει το ειρηνοδικείο για το οποίο δήλωσε προτίμηση, αίτηση συμμετοχής στην οποία επισυνάπτονται: αα) Τα παραστατικά στοιχεία που αποδεικνύουν τη συνδρομή των γενικών και ειδικών προσόντων και την έλειψη των κωλυμάτων των άρθρων 19, 20, 21, 22 και 23 του παρόντος Κώδικα. ββ) Απόδειξη καταβολής του παραβόλου της παραγράφου 3. γ) Ο γραμματέας του εφετείου οφείλει την επόμενη ημέρα από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των δικαιολογητικών να τα διαβιβάσει στο γραμματέα της επιτροπής των εξετάσεων. δ) Η επιτροπή εξετάσεων της έδρας του εφετείου ελέγχει τα δικαιολογητικά των υποψηφίων και αποφασίζει με αιτιολογημένη απόφασή της, που είναι τελεσίδικη, τη συμμετοχή ή τον αποκλεισμό του υποψηφίου από το διαγωνισμό. 5.α) Ο εισαγωγικός διαγωνισμός διενεργείται από τριμελή επιτροπή, η οποία αποτελείται από έναν πρόεδρο εφετών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, έναν εισαγγελέα εφετών και ένα συμβολαιογράφο. β) Οι δικαστικοί λειτουργοί ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από τον προϊστάμενο των υπηρεσιών του δικαστηρίου όπου υπηρετούν. Ο συμβολαιογράφος, ως μέλος της επιτροπής, είναι ο πρόεδρος του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου όπου διενεργείται ο διαγωνισμός ή συμβολαιογράφος που ορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο του αντίστοιχου συλλόγου, με την προϋπόθεση στην τελευταία αυτή περίπτωση ότι ο συμβολαιογράφος έχει συμπληρώσει δεκαετή τουλάχιστον υπηρεσία από την απόκτηση της άδειας άσκησης του λειτουργήματός του και δεν έχει τιμωρηθεί για ποινικά αδικήματα ή πειθαρχικές παραβάσεις των άρθρων 23 και 43 του παρόντος, τα οποία επισύρουν την οριστική ή προσωρινή παύση του συμβολαιογράφου. Με την ίδια απόφαση και υπό τις αυτές προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου ορίζεται συμβολαιογράφος αναπληρωτής των πιο πάνω προσώπων. γ) Πρόεδρος της επιτροπής είναι ο πρόεδρος εφετών. Χρέη γραμματέα εκτελεί δικαστικός υπάλληλος του τόπου όπου διενεργείται ο διαγωνισμός, τον οποίο ορίζει ο πρόεδρος της επιτροπής. 6.α) Ο εισαγωγικός διαγωνισμός περιλαμβάνει δύο στάδια: προκριματικό και τελικό. Κατά το προκριματικό στάδιο οι υποψήφιοι εξετάζονται σε θέματα: αα) Αστικού Δικαίου, ββ) Εμπορικού Δικαίου, γγ) Πολιτικής Δικονομίας, δδ) Κώδικα Συμβολαιογράφων, εε) ειδικών νόμων της Οροφοκτησίας και Κάθετης Ιδιοκτησίας, του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, Δασικού Κώδικα, Φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων από οποιαδήποτε αιτία και Τελών Χαρτοσήμου. Τα θέματα λαμβάνονται από την ύλη τη σχετική με τα καθήκοντα του συμβολαιογράφου και η εξέταση των μαθημάτων γίνεται με συνθετική παρουσίαση πρακτικού θέματος και ερωτημάτων θεωρητικού χαρακτήρα. β) Ο διαγωνισμός κατά το προκριματικό στάδιο είναι ενιαίος για όλη τη χώρα και γίνεται κατά την αυτή ημέρα και ώρα για τις περιφέρειες όλων των εφετείων ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής της παραγράφου 5α του παρόντος. Η επιτροπή ορίζει, σε περίπτωση ανάγκης αλλαγής εξεταστικού κέντρου, το οίκημα όπου θα διενεργηθεί ο διαγωνισμός με απόφασή της, που τοιχοκολλάται στο κατάστημα του εφετείου και στα γραφεία του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα του διαγωνισμού και αποστέλλεται με το ταχύτερο μέσο προς την κεντρική επιτροπή εξετάσεων της περιπτώσεως γ αυτής της παραγράφου. γ) Τα θέματα του προκριματικού σταδίου είναι κοινά για τους υποψηφίους όλης της χώρας και διατυπώνονται από κεντρική επιτροπή εξετάσεων συμβολαιογράφων. δ) Η κεντρική αυτή επιτροπή είναι πενταμελής και αποτελείται από: έναν (1) αρεοπαγίτη ως πρόεδρο, οριζόμενο με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, έναν (1) πρόεδρο εφετών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, έναν (1) εισαγγελέα εφετών, έναν (1) καθηγητή νομικού τμήματος της νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών που ορίζεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης με τον αναπληρωτή του και τον πρόεδρο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου ή συμβολαιογράφο του αυτού Συλλόγου. Ο πρόεδρος εφετών, ο εισαγγελέας εφετών και ο συμβολαιογράφος, με τους αναπληρωτές τους, ορίζονται με βάση τα όσα διαλαμβάνονται στην παράγραφο 5β του παρόντος άρθρου. Καθήκοντα γραμματέα της κεντρικής επιτροπής εξετάσεων εκτελεί ο προϊστάμενος του τμήματος συμβολαιογράφων του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η κεντρική επιτροπή εξετάσεων καθορίζει το πρόγραμμα της γραπτής δοκιμασίας, το οποίο και γνωστοποιεί στους προέδρους των επιτροπών εξετάσεων, συνέρχεται την ημέρα του διαγωνισμού πριν από την έναρξή του σε αίθουσα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και σε μυστική συνεδρίασή της συντάσσει από κοινού τον πίνακα των θεμάτων, τον οποίο αποστέλλει αμέσως με τηλεομοιότυπο (FΑΧ) στους προέδρους των εξεταστικών επιτροπών της χώρας. Επίσης, συντάσσει αμέσως και τον αντίστοιχο πίνακα των ορθών απαντήσεων, τον οποίο αποστέλλει κατά τον ίδιο τρόπο μετά τη λήξη του καθορισμένου για το πέρας του διαγωνισμού χρόνου. Οι πίνακες αυτοί με το πρακτικό συνεδρίασης της κεντρικής επιτροπής εξετάσεων φυλάσσονται στο αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Δικαιοσύνης με φροντίδα του γραμματέα της. Η κεντρική επιτροπή εξετάσεων συγκροτείται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης, στην οποία καθορίζονται οι λεπτομέρειες της λειτουργίας της και ο τρόπος αμοιβής των μελών της. ε) Η εξέταση κατά το προκριματικό στάδιο είναι γραπτή και μυστική και ενεργείται με χωριστά θέματα για καθεμία από τις πιο πάνω υπό στοιχεία 6α κατηγορίες μαθημάτων. Οι ενδείξεις των ατομικών στοιχείων των υποψηφίων καλύπτονται με αδιαφανή ταινία, η οποία δεν αφαιρείται παρά μετά την οριστικοποίηση της βαθμολογίας του προκριματικού σταδίου. Με την ίδια αδιαφανή ταινία καλύπτεται και ο βαθμός κάθε βαθμολογητή και σε περίπτωση αναβαθμολόγησης οι βαθμοί των προηγούμενων βαθμολογητών και κάθε αναβαθμολογητή. Η επιτροπή εξετάσεων της παραγράφου 5α αυτού του άρθρου, αφού συγκεντρώσει τα γραπτά των διαγωνιζομένων, προβαίνει στη βαθμολόγησή τους. Η βαθμολόγηση γίνεται χωριστά από κάθε βαθμολογητή για καθένα από τα πιο πάνω μαθήματα. Ο μέσος όρος των βαθμών των τριών βαθμολογητών για κάθε μάθημα αποτελεί το βαθμό του υποψηφίου στο μάθημα, εφόσον η απόκλιση από τη μεγαλύτερη μέχρι τη μικρότερη βαθμολογία δεν είναι μεγαλύτερη από μιάμιση (1 1/2) μονάδα. Αν η απόκλιση αυτή είναι μεγαλύτερη, το γραπτό αναβαθμολογείται από τα μέλη της κεντρικής επιτροπής εξετάσεων, στον πρόεδρο της οποίας αποστέλλεται το δοκίμιο ή τα δοκίμια με τον πλέον ασφαλή τρόπο, με μέριμνα και ευθύνη του προέδρου της επιτροπής της παραγράφου 5α. Ο τελικός βαθμός στο μάθημα είναι ο μέσος όρος της βαθμολογίας των πέντε (5) αναβαθμολογητών, μελών της κεντρικής επιτροπής εξετάσεων. στ) Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναβαθμολόγησης και την επιστροφή των δοκιμίων αποκαλύπτονται τα ονόματα όλων των διαγωνισθέντων, αφού προηγουμένως μονογραφηθούν από τα μέλη της επιτροπής και καταρτίζονται κατ αλφαβητική σειρά πίνακες με τη βαθμολογία κατά μάθημα κάθε υποψηφίου και χωριστός πίνακας για όσους θεμελίωσαν δικαίωμα να συμμετάσχουν στο τελικό στάδιο του διαγωνισμού. Οι πίνακες με επιμέλεια του γραμματέα αναρτούνται στη θέση των ανακοινώσεων της έδρας του εφετείου του τόπου όπου διενεργείται ο διαγωνισμός, αποστέλλονται χωρίς καθυστέρηση στους κατά τόπους Συμβολαιογραφικούς Συλλόγους και ανακοινώνονται υποχρεωτικά σε κάθε ενδιαφερόμενο που θα ζητήσει να πληροφορηθεί το αποτέλεσμα, με κάθε πρόσφορο τρόπο. ζ) Το άθροισμα του μέσου όρου των βαθμών στα «πέντε (5)» μαθήματα του προκριματικού σταδίου αποτελεί το βαθμό του υποψηφίου στην προκριματική δοκιμασία. η) Θεωρούνται ως επιτυχόντες στο προκριματικό στάδιο, όσοι υποψήφιοι έλαβαν σύνολο βαθμολογίας στα πέντε (5) μαθήματα τριάντα πέντε (35) μονάδες, αλλά σε κανένα μάθημα δεν έλαβαν μέσο όρο κάτω από πέντε (5) μονάδες. θ) Τα γραπτά δοκίμια κάθε υποψηφίου είναι στη διάθεσή του για χρονικό διάστημα είκοσι ημερών από την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του προκριματικού σταδίου. ι) Κατά το τελικό στάδιο, στο οποίο μετέχουν μόνο όσοι είχαν επιτύχει στο προκριματικό στάδιο, οι υποψήφιοι εξετάζονται στην ύλη που προβλέπεται για τις εξετάσεις του προκριματικού σταδίου. ια) Η αξιολόγηση της επίδοσης του υποψηφίου στην προφορική δοκιμασία γίνεται από κάθε μέλος της επιτροπής, το οποίο έχει δικαίωμα υποβολής ερωτήσεων σε όλα τα μαθήματα και μετά το τέλος της εξέτασης βαθμολογεί ιδιαιτέρως την επίδοση του υποψηφίου με ένα βαθμό για κάθε μάθημα. Ο μέσος όρος των βαθμών των τριών (3) βαθμολογητών για κάθε μάθημα αποτελεί το βαθμό του υποψηφίου στο μάθημα. Το άθροισμα του μέσου όρου των βαθμών στα πέντε μαθήματα αποτελεί το βαθμό του υποψηφίου στην προφορική δοκιμασία. ιβ) Στο τελικό στάδιο οι υποψήφιοι εξετάζονται προαιρετικά σε μια έως δύο από τις ξένες γλώσσες αγγλική, γαλλική, γερμανική. Η εξέταση της ξένης γλώσσας είναι γραπτή και προφορική και γίνεται από μέλος της επιτροπής ή από τρίτο, κατά προτίμηση δικαστικό λειτουργό ή πανεπιστημιακό, που ορίζεται από την επιτροπή. Στην περίπτωση κατά την οποία στην έδρα του εφετείου δεν είναι εφικτή η διόρθωση δοκιμίων και η προφορική εξέταση των υποψηφίων μιας ή και περισσότερων από τις ξένες γλώσσες, η εξέταση, γραπτή και προφορική, γίνεται από τα μέλη της κεντρικής επιτροπής εξετάσεων ή από τρίτο που ορίζεται από την επιτροπή μεταξύ των προσώπων του προηγούμενου εδαφίου, στον πρόεδρο της οποίας αποστέλλονται τα δοκίμια, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στην περίπτωση ε αυτής της παραγράφου. Η γραπτή εξέταση συνίσταται σε μετάφραση κειμένου νομικού περιεχομένου από την ελληνική στην ξένη γλώσσα και αντιστρόφως. Η προφορική εξέταση συνίσταται σε συνδιάλεξη μεταξύ του υποψηφίου και του εξεταστή επί θεμάτων νομικού επίσης περιεχομένου. Ο μέσος όρος των βαθμών που κάθε υποψήφιος έλαβε στις εξετάσεις αυτές αποτελεί τη βαθμολογία του στην ξένη γλώσσα. ιγ) Το πρόγραμμα, η διαδικασία, τα εξεταστικά κέντρα διεξαγωγής του διαγωνισμού, ο τρόπος επιτήρησης, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο στοιχείο, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από την υπουργική απόφαση με την οποία προκηρύσσεται ο διαγωνισμός, καθορίζονται από την επιτροπή του διαγωνισμού με απόφασή της, που γνωστοποιείται κατά τον προσφορότερο κατά την κρίση της τρόπο. 7.α) Η βαθμολογική κλίμακα των εισιτηρίων εξετάσεων για όλες τις δοκιμασίες (προκριματικού και τελικού σταδίου) είναι μηδέν (0) έως δέκα (10). β) Για την εξαγωγή του τελικού βαθμού κάθε υποψηφίου πολλαπλασιάζεται ο βαθμός της προκριματικής δοκιμασίας (6.η) επί τρία (3) και στο αποτέλεσμα που θα προκύψει προστίθενται οι βαθμοί της προφορικής δοκιμασίας των πέντε (5) μαθημάτων. γ) Ο τελικός βαθμός προσαυξάνεται με μια κλασματική μονάδα 1/10 του βαθμού που θα λάβει ο υποψήφιος για καθεμία από τις ξένες γλώσσες πολλαπλασιαζόμενος επί τρία (3), εφόσον ο βαθμός επίδοσης στην κάθε ξένη γλώσσα είναι τουλάχιστον επτά (7) μονάδες. 8. Από τους υποψηφίους διορίζονται σε κάθε ειρηνοδικειακή περιφέρεια, με τη σειρά βαθμολογίας, τόσοι, όσες οι κενές θέσεις της προκήρυξης και με την προϋπόθεση ότι δεν έχουν λάβει στην προφορική βαθμολογία βαθμό κάτω από πέντε (5) μονάδες. Σε περίπτωση ισοβαθμίας γίνεται κλήρωση σε δημόσια συνεδρίαση: α) για την πλήρωση της τελευταίας κενής θέσης και β) για τον ορισμό της σειράς διορισμού των υπολοίπων από τους ισοβαθμίσαντες στη θέση εκείνων από τους διορισθέντες οι οποίοι τυχόν δεν θα αποδεχτούν το διορισμό τους. 9. Ως προς την ανακοίνωση και γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων του τελικού σταδίου ισχύουν τα όσα ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 6στ του παρόντος για το προκριματικό στάδιο. 10. Ενστάσεις κατά των πινάκων του προκριματικού και του τελικού σταδίου και μόνο για λόγους εσφαλμένου υπολογισμού των συντελεστών, οι οποίοι αναφέρονται στις αντίστοιχες περιπτώσεις ζ , η και ιβ της παραγράφου 6, β και γ της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου, μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να καταθέσουν στο γραμματέα της εξεταστικής επιτροπής εντός τριών εργάσιμων ημερών από την ανάρτηση των πινάκων. Εντός τριών ημερών από τη λήξη της τριήμερης προθεσμίας συνέρχεται η εξεταστική επιτροπή και αποφασίζει οριστικά επί των ενστάσεων με αιτιολογημένη απόφασή της. 11. Για το διαγωνισμό τηρούνται πρακτικά, τα οποία υπογράφονται από τον πρόεδρο, τα μέλη και το γραμματέα της εξεταστικής επιτροπής, τα οποία μαζί με τους πίνακες του προκριματικού και του τελικού σταδίου φυλάσσονται στο αρχείο των κατά τόπους Συμβολαιογραφικών Συλλόγων. Αντίγραφα των πρακτικών και των αντίστοιχων πινάκων μαζί με τα δικαιολογητικά τους υποβάλλονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων με επιμέλεια του προέδρου της εξεταστικής επιτροπής. 12. Οι διορισθέντες οφείλουν, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της σχετικής πρόσκλησης, να δηλώσουν ότι αποδέχονται το διορισμό τους στο ειρηνοδικείο στο οποίο πέτυχαν και να προσκομίσουν μέσα στην ίδια προθεσμία τα απαραίτητα για το διορισμό τους δικαιολογητικά. Αν η παραπάνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, θεωρείται ότι αποποιήθηκαν το διορισμό τους. 13. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ορίζονται τα σχετικά με την προκήρυξη του διαγωνισμού, τα δικαιολογητικά που πρέπει να υποβάλουν οι υποψήφιοι, το χρόνο υποβολής τους, τον τρόπο του ελέγχου των προσόντων των υποψηφίων, την έκταση της εξεταστέας ύλης των μαθημάτων της παραγράφου 6α του παρόντος άρθρου και γενικά τη διαδικασία διεξαγωγής του διαγωνισμού, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Μέχρι να εκδοθεί το διάταγμα ισχύουν οι κείμενες διατάξεις στα σημεία εκείνα που δεν τροποποιούνται με αυτόν το νόμο. Άρθρο 26 Διορισμός συμβολαιογράφων. 1. Ο διορισμός του συμβολαιογράφου γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2. Η απόφαση του διορισμού κοινοποιείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη δημοσίευσή της με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, που επιδίδεται στο διοριζόμενο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 3. Στο έγγραφο αυτό τάσσεται και εύλογη προθεσμία, που δεν μπορεί να υπερβεί τις τριάντα (30) ημέρες, για την ορκωμοσία του διοριζόμενου και την ανάληψη υπηρεσίας. Σε περίπτωση παράλειψης καθορισμού αυτής της προθεσμίας, θεωρείται ότι υπάρχει προθεσμία των τριάντα (30) ημερών. 4. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 2, η απόφαση για το διορισμό θεωρείται ότι επιδόθηκε την τριακοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της και από την ημέρα αυτή αρχίζει η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών για την ορκωμοσία του διοριζόμενου και την ανάληψη των καθηκόντων. 5. Η ανάληψη των καθηκόντων του συμβολαιογράφου βεβαιώνεται με έκθεση εμφάνισης, που συντάσσεται ενώπιον του γραμματέα του οικείου πρωτοδικείου, ο οποίος αποστέλλει χωρίς υπαίτια βραδύτητα αντίγραφο της έκθεσης εμφάνισης και στον οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο. Άρθρο 27 Ορκωμοσία - Ανάκληση διορισμού. 1. Ο διορισμός ολοκληρώνεται με τη δόση του όρκου. 2. Ο όρκος των συμβολαιογράφων δίνεται σε δημόσια συνεδρίαση του αρμόδιου πολυμελούς πρωτοδικείου, μπορεί όμως να δοθεί και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που ορίζεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. 3. Η απόφαση για το διορισμό ανακαλείται, αν ο διοριζόμενος δεν τον αποδέχθηκε είτε ρητά είτε σιωπηρά επειδή παρήλθε άπρακτη, από υπαιτιότητά του, η προθεσμία που τάσσεται στο προηγούμενο άρθρο για την ορκωμοσία και την ανάληψη καθηκόντων. 4. Διορισμός που έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του Κώδικα αυτού ανακαλείται το αργότερο εντός διετίας από τη δημοσίευσή του, εκτός αν ο συμβολαιογράφος προκάλεσε ή υποβοήθησε τον παράνομο διορισμό, οπότε η ανάκληση γίνεται χωρίς χρονικό περιορισμό. 5. Εκείνος του οποίου ο διορισμός ανακλήθηκε, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, υπέχει για το χρόνο που εξετέλεσε τα καθηκοντά του τις ευθύνες του συμβολαιογράφου και οι πράξεις του είναι έγκυρες. Άρθρο 28 Μετάθεση συμβολαιογράφου. 1. Για την κάλυψη του ποσοστού των κενών θέσεων των συμβολαιογράφων με μετάθεση, σύμφωνα με το άρθρο 18 του παρόντος, οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν σχετική αίτηση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, με ποινή του απαραδέκτου αυτής, το μήνα Ιανουάριο κάθε έτους, στην οποία να φέρεται η συγκεκριμένη κενή θέση την οποία επιθυμούν να καταλάβουν. 2. Για τις αιτήσεις μεταθέσεων αποφασίζει το συμβούλιο των εφετών, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η θέση για πλήρωση, μέσα στο μήνα Μάρτιο, μετά από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης που υποβάλλεται μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου κάθε έτους. Για τη λήψη απόφασης μετάθεσης λαμβάνονται υπόψη κατά σειρά: α) η αρχαιότητα, β) σοβαροί λόγοι υγείας, γ) η οικογενειακή κατάσταση του αιτούντος και δ) οι τίτλοι σπουδών. Η μετάθεση είναι υποχρεωτική για τον αιτούντα και εκτελείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. 3. Ο μετατιθέμενος οφείλει να μεταβεί υποχρεωτικά στη νέα του θέση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης για τη μετάθεσή του. Η αποχή από τα καθήκοντά του στη νέα θέση, μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης. 4. Επιτρέπεται μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων, που υποβάλλεται το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου κάθε έτους στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, αμοιβαία μετάθεση συμβολαιογράφων ανεξάρτητα ειρηνοδικειακής περιφέρειας, με την προϋπόθεση ότι οι αμοιβαία μετατιθέμενοι συμβολαιογράφοι θα έχουν θητεία ως συμβολαιογράφοι τουλάχιστον πέντε (5) ετών και δεν θα έχουν υπερβεί το πεντηκοστό πέμπτο (55) έτος της ηλικίας τους. Κατ εξαίρεση των ανωτέρω, επιτρέπεται, οποτεδήποτε και ανεξάρτητα από άλλες προϋποθέσεις, η αμοιβαία μετάθεση συμβολαιογράφων που έχουν την έδρα τους σε κωμοπόλεις που έχουν πληθυσμό έως πέντε χιλιάδες (5.000) κατοίκους και βρίσκονται εκτός έδρας πρωτοδικείου, μετά από αίτηση και των δύο ενδιαφερομένων που υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης κατά μήνα Ιανουάριο κάθε έτους. Άρθρο 29 Κανονικές και εκπαιδευτικές άδειες. 1. Κάθε συμβολαιογράφος δικαιούται να πάρει κάθε χρόνο κανονική άδεια απουσίας δύο μηνών, συνεχή ή τμηματική και ενός ακόμη μηνός, αν συντρέχει εύλογη αιτία. 2. Η κανονική άδεια χορηγείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου ή από το δικαστή που διευθύνει το πρωτοδικείο, έπειτα από αίτηση του συμβολαιογράφου, στην οποία καθορίζει την ημέρα έναρξής της και υποδεικνύει τον αναπληρωτή του. 3. Αναπληρωτής δεν ορίζεται εφόσον η κανονική άδεια χορηγείται εφάπαξ ή τμηματικά από 1 έως 31 Αυγούστου. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά γνώμη του διοικητικού συμβουλίου του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, καθορίζεται αριθμός συμβολαιογράφων σε ποσοστό τουλάχιστον 15% αυτών που υπηρετούν στην έδρα κάθε ειρηνοδικείου, οι οποίοι θα παραμείνουν υποχρεωτικά στην έδρα τους το μήνα Αύγουστο. Όπου υπηρετούν λιγότεροι από πέντε (5) συμβολαιογράφοι παραμένει κατά τον ίδιο μήνα υποχρεωτικά στην έδρα του τουλάχιστον ένας. Ο συμβολαιογράφος υποβάλλει αντίγραφο της άδειας στον οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο, μπορεί δε με δήλωσή του να ορίσει αναπληρωτή του από εκείνους που δεν κάνουν χρήση της κανονικής τους άδειας. Σε περίπτωση που δεν ορίσει ο ίδιος αναπληρωτή του και είναι αναγκαίος ο διορισμός αναπληρωτή, τούτον ορίζει ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος. 4. Η κυοφορούσα συμβολαιογράφος δικαιούται με αίτησή της να απέχει από την εκτέλεση των καθηκόντων της από την έναρξη του όγδοου μήνα κύησης. Προς τούτο χορηγείται άδεια από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, η οποία παρατείνεται επί δίμηνο μετά τον τοκετό κατόπιν αιτήσεως της ενδιαφερομένης. 5. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά γνώμη του διοικητικού συμβουλίου του αρμόδιου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, χορηγείται εκπαιδευτική άδεια μέχρι δύο χρόνια σε συμβολαιογράφο που επιθυμεί να ακολουθήσει μεταπτυχιακές σπουδές. 6. Όποιος έλαβε εκπαιδευτική άδεια έχει υποχρέωση να προσκομίζει στο Σύλλογο αποδεικτικά στοιχεία προόδου στο τέλος κάθε εκπαιδευτικού έτους, άλλως διακόπτεται η άδεια. 7. Όποιος έλαβε εκπαιδευτική άδεια δικαιούται να λάβει το ποσό της διανομής από τα κρατικά συμβόλαια που θα του καταβάλλεται αφού προσκομίσει πιστοποιητικό ανελλιπούς παρακολούθησης. 8. Κατά τη διάρκεια κάθε είδους άδειας ο συμβολαιογράφος δεν κωλύεται ο ίδιος να ασκεί τα καθήκοντά του. Άρθρο 30 Αναρρωτικές άδειες. 1. Στους συμβολαιογράφους που ασθενούν ή έχουν ανάγκη ανάρρωσης χορηγείται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης αναρρωτική άδεια, βάσει γνωμάτευσης της πρωτοβάθμιας για τους δημόσιους υπαλλήλους Υγειονομικής Επιτροπής. Η αναρρωτική άδεια, όταν χορηγείται ως συνεχής, δεν μπορεί να υπερβεί τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες. 2. Ο αρμόδιος πρόεδρος του συμβουλίου ή ο δικαστής που διευθύνει το πρωτοδικείο ορίζει τον αναπληρωτή, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου. Άρθρο 31 Αργία. 1. Ο συμβολαιογράφος που έχει στερηθεί την προσωπική του ελευθερία, μετά από βούλευμα ή δικαστική απόφαση, τελεί αυτοδίκαια σε κατάσταση αργίας. Αν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο επιβλήθηκε η αργία, ο συμβολαιογράφος επανέρχεται αυτοδίκαια στην ενεργό υπηρεσία. 2. Ο συμβολαιογράφος που έχει παραπεμφθεί τελεσίδικα για έγκλημα που επισύρει στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων ή ο συμβολαιογράφος κατά του οποίου υφίσταται εκκρεμής πειθαρχική δίωξη για αδίκημα που επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να τεθεί σε κατάσταση αργίας. Η θέση σε αργία γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από απόφαση του τριμελούς πειθαρχικού συμβουλίου, που επιλαμβάνεται ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, αρχίζει δε και παύει από την επομένη της κοινοποίησης της αντίστοιχης απόφασης. Δεν απαιτείται έκδοση απόφασης και ο συμβολαιογράφος επανέρχεται αυτοδίκαια στην ενεργό υπηρεσία, αν εκδοθεί αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα ή τελεσίδικη απαλλακτική πειθαρχική απόφαση. Για την αυτοδίκαιη αυτή επάνοδο του συμβολαιογράφου στην ενεργό υπηρεσία συντάσσεται διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. 3. Ο συμβολαιογράφος στον οποίο έχει επιβληθεί η ποινή της αργίας έχει υποχρέωση να απέχει από την άσκηση των καθηκόντων του. Για όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αργίας, αναπληρωτής του, για τις πράξεις του άρθρου 3 παράγραφος 5 του παρόντος Κώδικα, ορίζεται αυτεπάγγελτα από τον πρόεδρο του συμβουλίου ή το δικαστή που διευθύνει το πρωτοδικείο. Η παράβαση αυτής της υποχρέωσης αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα. Άρθρο 32 Παύση συμβολαιογράφου. 1. Εκτός από την περίπτωση της επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου, λόγω βαρέος πειθαρχικού παραπτώματος, ο συμβολαιογράφος παύεται, αν καταδικάστηκε αμετάκλητα για κακούργημα ή σε ποινή φυλάκισης για κάποιο πλημμέλημα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 5 του παρόντος. 2. Σχετικά με την παύση της προηγούμενης παραγράφου, αποφασίζει το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης. Η κίνηση της σχετικής διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου του προηγούμενου εδαφίου είναι υποχρεωτική και ανήκει στον Υπουργό Δικαιοσύνης. 3. Μετά την κίνηση της διαδικασίας για την παύση του συμβολαιογράφου, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει ένα από τα μέλη του δικαστηρίου ως εισηγητή, ο οποίος συγκεντρώνει τα αναγκαία στοιχεία για βεβαίωση του λόγου για τον οποίο εισάγεται για παύση ο συμβολαιογράφος και έχει δυνατότητα να εξετάσει μάρτυρες και να παραγγείλει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Ο εισηγητής καλεί τον εγκαλούμενο να παράσχει εξηγήσεις και συντάσσει πόρισμα και υποβάλλει στον πρόεδρο του δικαστηρίου εμπεριστατωμένη έκθεση, που περιέχει και τη γνώμη του για την ουσία του θέματος. 4. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο, στην οποία καλείται ο εγκαλούμενος συμβολαιογράφος, με κλήση που περιέχει το λόγο της εισαγωγής του για παύση, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν αυτόν το λόγο, με λεπτομέρειες. Η κλήση επιδίδεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη δικάσιμο. Η συζήτηση γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση, κατά την οποία ο εγκαλούμενος μπορεί να παρίσταται και με πληρεξούσιο δικηγόρο. 5. Το δικαστήριο προβαίνει σε γενικότερη εκτίμηση της καθόλου υπηρεσίας και συμπεριφοράς του εγκαλούμενου για παύση συμβολαιογράφου. Η απόφαση του δικαστηρίου, που δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίασή του, επιδίδεται στον εισαχθέντα για παύση και αντίγραφό της υποβάλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η παύση του συμβολαιογράφου επέρχεται από την επομένη της επίδοσης σε αυτόν της αμετάκλητης απόφασης, εκδίδεται δε σχετική με αυτό διαπιστωτική απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η διάταξη του άρθρου 94 παράγραφος 2 του παρόντος εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή. Άρθρο 33 Αποχώρηση λόγω ορίου ηλικίας. 1. Ο συμβολαιογράφος αποχωρεί υποχρεωτικά από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του εβδομηκοστού έτους της ηλικίας του, που αποδεικνύεται σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 21. 2. Ως ημερομηνία γέννησης για την εφαρμογή της παραγράφου 1 θεωρείται η 1η Ιανουαρίου του έτους γέννησης του αποχωρούντος, εφόσον δεν υφίσταται ληξιαρχική πράξη γέννησης που έχει εξαρχής συνταχθεί. 3. Όποιος αποχωρεί με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, σύμφωνα με τα παραπάνω, παύει αυτοδίκαια να ασκεί τα καθήκοντά του. Για την αυτοδίκαιη αποχώρηση εκδίδεται διαπιστωτική απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρο 34 Αποχώρηση λόγω νόσου. 1. Αν ο συμβολαιογράφος καταστεί ανίκανος λόγω νόσου ή εξασθένησης του σώματος ή του νου να εκπληρώσει τα καθήκοντά του, πριν να συμπληρώσει το όριο ηλικίας σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, και η ανικανότητα αυτή διήρκεσε ή θα διαρκέσει περισσότερο από ένα χρόνο, αποχωρεί υποχρεωτικά από την υπηρεσία. 2. Η ανικανότητα διαπιστώνεται από την αρμόδια δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων, που αποφαίνεται κατόπιν παραπομπής από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, η οποία μπορεί να προκληθεί με αίτηση του συμβολαιογράφου ή και του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου. Σχετικά με την υποχρεωτική αποχώρηση λόγω νόσου, που αναφέρεται στις προηγούμενες παραγράφους, αποφασίζει αμετάκλητα το δικαστήριο εφετών, σύμφωνα με το άρθρο 32 του παρόντος. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης προκαλεί τη σχετική απόφαση μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την υποβολή της απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου στο Υπουργείο. Ύστερα από τριάντα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης ο συμβολαιογράφος, τον οποίο αφορά, θεωρείται ότι έχει απολυθεί και αν ακόμη δεν του έχει κοινοποιηθεί το σχετικό έγγραφο. Άρθρο 35 Παραίτηση. 1. Ο συμβολαιογράφος δικαιούται να παραιτηθεί, υποβάλλοντας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης γραπτή αίτηση, η οποία γίνεται υποχρεωτικά δεκτή με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μέσα σε δύο μήνες το αργότερο από την υποβολή της. Έπειτα από τριάντα (30) ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης, ο συμβολαιογράφος, τον οποίο αφορά, θεωρείται ότι έχει αποβάλει την ιδιότητά του και αν ακόμη δεν του έχει κοινοποιηθεί το σχετικό έγγραφο. 2. Εάν παρέλθει άπρακτη τρίμηνη προθεσμία από την υποβολή της γραπτής παραίτησης της αναφερόμενης στην παράγραφο 1, ο συμβολαιογράφος που υπέβαλε παραίτηση παύει να ασκεί τα καθήκοντά του και θεωρείται ότι του έχει κοινοποιηθεί η αποδοχή της παραίτησής του αμέσως μόλις παρέλθει η τελευταία ημέρα του τριμήνου. 3. Η ανάκληση της παραίτησης γίνεται αν η σχετική γραπτή αίτηση υποβληθεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης πριν από τη δημοσίευση της απόφασης για την αποδοχή της παραίτησης ή πριν περάσει τρίμηνη προθεσμία από την υποβολή της παραίτησης, αν η πράξη για την αποδοχή δεν έχει δημοσιευθεί. 4. Η αποδοχή της παραίτησης που υποβλήθηκε από τον διωκόμενο μετά την έγερση πειθαρχικής αγωγής δεν γίνεται δεκτή από τον Υπουργό, εκτός εάν ο διωκόμενος έχει θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Άρθρο 36 Δωσιδικία. 1. Οι συμβολαιογράφοι δωσιδικούν για τα πλημμελήματα ενώπιον του αρμόδιου εφετείου, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και για τα πταίσματα ενώπιον του τριμελούς πλημμελειοδικείου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 112 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 2. Οι διατάξεις του άρθρου 322 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας εφαρμόζονται ανάλογα. Άρθρο 37 Ασυμβίβαστα. 1. Τα έργα του συμβολαιογράφου είναι ασυμβίβαστα με την ανάληψη υπηρεσίας στο Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις δημόσιες επιχειρήσεις ή οργανισμούς κοινής ωφέλειας με οποιαδήποτε νομική μορφή και αν λειτουργούν τα τελευταία, καθώς και με την άσκηση κάθε άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας ή υπηρεσίας. 2. Κατ εξαίρεση δεν είναι ασυμβίβαστα με τα έργα του συμβολαιογράφου: α) η διδασκαλία νομικών ή παρεμφερών μαθημάτων σε ανώτατες και ανώτερες σχολές και σε υπηρεσίες του Δημοσίου, σε υπηρεσίες των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, β) η συμμετοχή σε συμβούλια και επιτροπές ιδρυμάτων, σωματείων, οργανισμών ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και γ) η ανάθεση οποιωνδήποτε διοικητικών καθηκόντων, είτε παράλληλα με τα κύρια έργα του είτε κατ αποκλειστικότητα. 3. Ο συμβολαιογράφος που ανακηρύσσεται υποψήφιος νομάρχης, δήμαρχος ή πρόεδρος κοινότητας τελεί σε αναστολή ως προς την άσκηση των συμβολαιογραφικών καθηκόντων. Σε περίπτωση εκλογής του η αναστολή διαρκεί όσο χρόνο έχει μία από τις ιδιότητες του προηγούμενου εδαφίου. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση διορισμού συμβολαιογράφου ως περιφερειάρχη, αντιδήμαρχου ή εκλογής του ως προέδρου δημοτικού συμβουλίου. Η αναστολή δεν ισχύει για τους υποψήφιους και για εκείνους που θα εκλεγούν μέλη δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. 4. Συμβολαιογράφος, που έχει παραιτηθεί για να συμμετάσχει ως υποψήφιος σε βουλευτικές εκλογές, σε περίπτωση μη εκλογής του ή έκπτωσης μετά από απόφαση του Εκλογοδικείου, επαναδιορίζεται με αίτησή του στην ίδια ειρηνοδικειακή περιφέρεια.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΝΟΜΟΣ 1918/1165 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1918/1165 1918
ΝΟΜΟΣ 1931/5227 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1931/5227 1931
ΝΟΜΟΣ 1966/4507 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1966/4507 1966
ΝΟΜΟΣ 1983/1329 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1983/1329 1983
ΝΟΜΟΣ 1987/1729 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1987/1729 1987
ΝΟΜΟΣ 1996/2331 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1996/2331 1996
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1954/3026 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1954/3026 1954
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων αρμοδιότητας των Υπουργείων Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Εργασίας, [...]" 2012/1_05.12.2012 2012
Επιτάχυνση της τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και λοιπές δικονομικές και συναφείς ρυθμίσεις. 2001/2915 2001
Τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών (κ.ν. 1756/1988) και του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (κ.ν. 2812/2000) και άλλες διατάξεις 2002/2993 2002
Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητος του Υπουργείου Δικαιοσύνης. 2002/3060 2002
Επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας και άλλες διατάξεις. 2003/3160 2003
Τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και άλλες διατάξεις. 2004/3258 2004
Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις. 2006/3472 2006
Βελτίωση και επιτάχυνση των διαδικασιών της δίκης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και άλλες διατάξεις 2008/3659 2008
Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών καιάλλες διατάξεις. 2008/3689 2008
Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας, κατάργηση αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων. 2011/3919 2011
Επείγουσες ρυθμίσεις που αφορούν την εφαρμογή του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015. 2012/4038 2012
Σύμφωνο συμβίωσης, άσκηση δικαιωμάτων, ποινικές και άλλες διατάξεις. 2015/4356 2015
Οργάνωση και λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης, ρυθμίσεις για την έρευνα και άλλες διατάξεις. 2017/4485 2017
Μέτρα θεραπείας ατόμων που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής και άλλες διατάξεις. 2017/4509 2017
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Κουφαλίων στον Δήμο Χαλκηδόνας που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Κουφαλίων. 2001/93 2001
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Αθηναίων στο Δήμο Βύρωνα που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Αθηνών. 2002/179 2002
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από τους Καστελλάνους Μέσης στον Δήμο Κέρκυρας που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας. 2002/254 2002
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Κρωπίας στο Δήμο Μαρκοπούλου Μεσογαίας που υπάγονται στην Περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Κρωπίας. 2002/292 2002
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Αθηναίων στο Δήμο Παλαιού Φαλήρου που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Αθηνών. 2002/293 2002
Καθορισμός αριθμού θέσεων συμβολαιογράφων στις περιφέρειεςτων Ειρηνοδικείων Ρεθύμνου, Ερμούπολης, Θήρας, Θεσσαλονίκης, Βασιλικών, Νέων Μουδανιών, Σερρών, Κιλκίς, Γιαννιτσών, Αλμωπίας (Αριδαία), Βέροιας, Νάουσας, Αλεξάνδρειας, Κατερίνης, Λάρισας Βόλου[...]" 2002/5 2002
Καθορισμός αριθμού θέσεων συμβολαιογράφων στις περιφέρειες των Ειρηνοδικείων Ιωαννίνων, Κορίνθου, Τριπόλεως, Καλαμάτας και Σπάρτης. 2002/6 2002
Καθορισμός αριθμού θέσεων συμβολαιογράφων στις περιφέρειες των Ειρηνοδικείων Καρπάθου, Παξών, Ηγουμενίτσας, Δράμας, Ξάνθης, Καβάλας, Αλεξανδρούπολης, Παγγαίου (Ελευθερούπολη), Νέστου (Σιδηρόνερο) και Σαμοθράκης. 2002/7 2002
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Κερατέας στο Δήμο Καλυβιών που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Λαυρίου. 2003/260 2003
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Αθηναίων στο Δήμο Γλυφάδας που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Αθηνών. 2004/129 2004
Μεταφορά έδρας Συμβολαιογράφου από το Δήμο Ερέτριας στο Βασιλικό του Δήμου Ληλαντίων που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας. 2004/249 2004
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Αθηναίων στο Δήμο Αλίμου που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Αθηνών. 2005/100 2005
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από την τέως Κοινότητα Σκριπερού στο Δήμο Κερκυραίων που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας. 2005/101 2005
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από την τέως Κοινότητα Ωρωπού (ήδη Δήμος Ωρωπίων) στη Κοινότητα Καπανδριτίου που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα. 2005/102 2005
Καθορισμός αριθμού θέσεων συμβολαιογράφων στις περιφέρειες των Ειρηνοδικείων Βόλου, Τρικάλων, Φαρκαδόνας, Αλεξανδρούπολης, Κομοτηνής, Ορεστιάδας, Ξάνθης, Δράμας, Νευροκοπίου, Καβάλας, Χρυσούπολης, Θεσσαλονίκης, Κέρκυρας, Ερμούπολης Σύρου. 2005/256 2005
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Παιανίας στο Δήμο Κρωπίας που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Κρωπίας. 2005/5 2005
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Αθηναίων στο Δήμο Ασπροπύργου που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Αθηνών. 2005/6 2005
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Αθηναίων στο Δήμο Βουλιαγμένης που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Αθηνών. 2005/98 2005
Σύσταση θέσεων συμβολαιογράφων στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας στις έδρες των Δήμων Νέας Αρτάκης και Αυλίδος. 2006/165 2006
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Αθηναίων στο Δήμο Γλυφάδας Αττικής που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Αθηνών. 2007/141 2007
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Τοπικό Δια­μέρισμα Πύργου του Δήμου Αστερουσίων στο Τοπικό Διαμέρισμα Βαγιονιάς του Δήμου Γόρτυνας που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Πύργου Κρήτης. 2008/156 2008
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δημοτικό Διαμέρισμα Αγίας Άννας του Δήμου Νηλέως Ευβοίας στο Δημοτικό Διαμέρισμα Μαντουδίου του Δήμου Κηρέως Ευβοίας που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Αγίας Άννας. 2008/72 2008
Καθορισμός αριθμού θέσεων συμβολαιογράφων στις περιφέρειες των Ειρηνοδικείων Πολυγύρου, Νέων Μουδανιών, Κασσάνδρας και Μετσόβου. 2010/21 2010
Αύξηση αριθμού θέσεων συμβολαιογράφων στην Επικράτεια και κατανομή αυτών ανά περιφέρεια Ειρηνοδικείου. 2011/114 2011
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Γλυφάδας στη Δημοτική Ενότητα Ελληνικού του Δήμου Ελληνικού - Αργυρούπολης. 2012/105 2012
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Αθηναίων στο Δήμο Γλυφάδας. 2013/41 2013
Καθορισμός αριθμού θέσεων συμβολαιογράφων στις περιφέρειες των Ειρηνοδικείων Άργους, Μάσσητος και Ψωφίδος. 2014/127 2014
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Γλυφάδας στο Δήμο Αλίμου. 2015/30 2015
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Αθηναίων στη Δημοτική Ενότητα Νέας Μάκρης του Δήμου Μαραθώνα Αττικής. 2015/31 2015
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Αθηναίων στο Δήμο Γλυφάδας. 2015/37 2015
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Αθηναίων στο Δήμο Αλίμου που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Αθηνών. 2016/26 2016
Καθορισμός αριθμού θέσεων συμβολαιογράφων στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Βάμου. 2018/39 2018
Μεταφορά έδρας συμβολαιογράφου από το Δήμο Αθηναίων στο Δήμο Γλυφάδας που υπάγονται στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Αθηνών. 2018/58 2018