ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Νόμος

ΚΩΔΙΚΟΣ

2002/2992

ΦΕΚ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

2002-03-20

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2002-03-20

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

2002-03-20

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Μέτρα για την ενίσχυση της κεφαλαιαγοράς και την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ Άρθρο 1 Καθιέρωση Διεθνών Λογιστικών Προτύπων 1.Τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (Δ.Λ.Π.) (ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΑCCΟUΝΤΙΝG SΤΑΝDΑRDS) (ΙΑS) εφαρμόζονται στη χώρα μας κατά την κατάρτιση των δημοσιευόμενων οικονομικών καταστάσεων οι οποίες περιλαμβάνουν: (α) Ισολογισμό (β) Κατάσταση Αποτελεσμάτων (γ) Κατάσταση Μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων (δ) Κατάσταση ταμιακών ροών (ε) Σημειώσεις επί των οικονομικών καταστάσεων, ως εξής: - Υποχρεωτικά από τις Ανώνυμες Εταιρίες των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. - Προαιρετικά από τις λοιπές επιχειρήσεις που έχουν τη μορφή Ανωνύμου Εταιρίας και επιλέγουν τους τακτικούς κατά νόμο ελεγκτές τους από το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών - Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.). 2.Στις οικονομικές καταστάσεις της παραγράφου 1α - 1γ περιλαμβάνονται τόσο οι ατομικές οικονομικές καταστάσεις των μητρικών εταιριών όσο και οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις των Ομίλων εταιριών που συντάσσονται με ευθύνη των μητρικών εταιριών των Ομίλων αυτών. 3.Η εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων αφορά στις οικονομικές καταστάσεις, ετήσιες ή περιοδικές, που καταρτίζονται κατά τις διαχειριστικές χρήσεις ή περιόδους οι οποίες λήγουν μετά τις 31.12.2002. 4.Οι εταιρίες που εφαρμόζουν τα Δ.Λ.Π., κατά την υποβολή των ετήσιων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, προσαρμόζουν με τις προσήκουσες αναμορφώσεις στις αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις εισοδήματος, το λογιστικό αποτέλεσμα όπως εμφανίζεται στην κατάσταση αποτελεσμάτων της χρήσεως, προς το φορολογητέο αποτέλεσμα που προκύπτει με βάση τις διατάξεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας και φορολογούνται με βάση το φορολογητέο αποτέλεσμα αυτό. Η συμφωνία του λογιστικού προς το φορολογικό αποτέλεσμα της υπό εξέταση χρήσεως παρουσιάζεται σε ιδιαίτερη σημείωση επί των οικονομικών καταστάσεων. 5.Οι επιχειρήσεις που εφαρμόζουν υποχρεωτικά ή προαιρετικά τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα δύναται να σχηματίζουν αφορολόγητο αποθεματικό ισόποσο του κόστους προσαρμογής στα Δ.Λ.Π. κατά τη χρήση πρώτης εφαρμογής τους. 6.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Ανάπτυξης μπορεί να καθορίζονται λεπτομέρειες της εφαρμογής των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων. Άρθρο 2 Αποτίμηση χρεογράφων Α.Ε. εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών 1.Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 43 του Κ.Ν. 2190/1920 και του άρθρου 28 του Π.Δ. 186/1992, επιτρέπεται στις εισηγμένες στο Χ.Α.Α. επιχειρήσεις, η αποτίμηση των μετοχών, ομολογιών και κάθε φύσης χρεογράφων και τίτλων, καθώς και των συμβάσεων ή πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων στην τρέχουσα τιμή τους. Εξαιρούνται οι πάσης φύσεως συμμετοχές της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του Κ.Ν. 2190/1920 και τα λοιπά χρεόγραφα, τα οποία αποκτώνται με σκοπό τη διαρκή κατοχή, τα οποία αποτιμώνται σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 43 του Κ.Ν. 2190/1920. Η ευχέρεια αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση ότι η μέθοδος αποτίμησης στην τρέχουσα τιμή θα ακολουθείται παγίως. Ειδικά, το αποτέλεσμα της αποτίμησης (κέρδος ή ζημία) που προκύπτει κατά την πρώτη εφαρμογή της παρούσας διάταξης μεταφέρεται σε πίστωση ή χρέωση, αντίστοιχα, των λογαριασμών Αποθεματικά από Χρεόγραφα, που εμφανίζονται στα βιβλία της επιχείρησης και τα οποία προέκυψαν είτε από την πώληση χρεογράφων σε τιμή ανώτερη της τιμής κτήσης τους, με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 10 του Α.Ν. 148/1967 (ΦΕΚ 173 Α΄) είτε από την πώληση μετοχών με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 38 του Ν. 2238/1994 είτε από την ανταλλαγή ή λήψη δωρεάν χρεογράφων με βάση τις διατάξεις νόμων περί αναπροσαρμογής της αξίας ακινήτων. Σε περίπτωση που τα ποσά των αποθεματικών αυτών δεν επαρκούν να καλύψουν το ποσό τυχόν ζημίας, το ακάλυπτο ποσό αυτής δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα, αλλά μεταφέρεται σε ειδικό λογαριασμό Ιδίων Κεφαλαίων, προκειμένου να συμψηφισθεί με τα ως άνω αποθεματικά από χρεόγραφα που θα προκύψουν στο μέλλον. 2.Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Ν. 1969/1991 επιτρέπεται η αποτίμηση της αξίας κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου των Ανωνύμων Εταιριών Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου στην τρέχουσα τιμή τους. Η ευχέρεια αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση ότι η μέθοδος αποτίμησης στην τρέχουσα τιμή θα ακολουθείται παγίως. Ειδικά, το αποτέλεσμα της αποτίμησης (κέρδος ή ζημία) που προκύπτει κατά την πρώτη εφαρμογή της παρούσας διάταξης μεταφέρεται σε πίστωση ή χρέωση, αντίστοιχα, των Αποθεματικών της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του Ν. 1969/1991. Σε περίπτωση που τα ποσά των αποθεματικών αυτών δεν επαρκούν να καλύψουν το ποσό τυχόν ζημίας, το ακάλυπτο ποσό αυτής δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα, αλλά μεταφέρεται σε ειδικό λογαριασμό Ιδίων Κεφαλαίων, προκειμένου να συμψηφισθεί με τα ως άνω αποθεματικά από χρεόγραφα που θα προκύψουν στο μέλλον. Για τις Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου του Ν. 1969/1991, τυχόν υπέρβαση ορίων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του Ν. 1969/1991, που προέρχεται από την αποτίμηση των κινητών αξιών τους, σύμφωνα με τις πιο πάνω ρυθμίσεις, αντιμετωπίζεται κατά παρέκκλιση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 1969/1991. 3.Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται για διαχειριστικές χρήσεις που κλείνουν μετά την 30ή Δεκεμβρίου 2001. Άρθρο 3 Τροποποιήσεις της νομοθεσίας περί Εταιριών Επενδύσεων και Αμοιβαίων Κεφαλαίων σε ακίνητη περιουσία 1.Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Ν. 2778/1999 (ΦΕΚ 295 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: Για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας της Α.Ε.Δ.Α.Κ. η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εκτιμά την οργάνωση, τα τεχνικά μέσα της εταιρείας, την αξιοπιστία και την πείρα των προσώπων που πρόκειται να τη διοικήσουν και την καταλληλότητα των ιδρυτών για τη διασφάλιση της χρηστής διαχείρισης της εταιρείας. 2.Η παράγραφος 5 του άρθρου 2 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: 5.α) Το μετοχικό κεφάλαιο της Α.Ε.Δ.Α.Κ. ανέρχεται τουλάχιστον σε δύο εκατομμύρια εννιακόσιες τριάντα πέντε χιλιάδες (2.935.000) ευρώ, που καταβάλλεται ολοσχερώς κατά τη σύστασή της. Το ποσό αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Σε περίπτωση αυξήσεως του κατώτατου ορίου του μετοχικού κεφαλαίου της Α.Ε.Δ.Α.Κ., για τον υπολογισμό του ελάχιστου αναγκαίου ύψους κεφαλαίων των Α.Ε.Δ.Α.Κ. που λειτουργούν λαμβάνονται υπόψη τα ίδια κεφάλαια των εταιρειών αυτών. Οι μετοχές της Α.Ε.Δ.Α.Κ. είναι ονομαστικές. 1)Το 51% τουλάχιστον του μετοχικού κεφαλαίου της Α.Ε.Δ.Α.Κ. πρέπει να ανήκει σε ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή/και ασφαλιστικές εταιρείες ή/και εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που έχουν η καθεμία από αυτές (ασφαλιστικές εταιρείες και Ε.Π.Ε.Υ.) ελάχιστο ύψος ιδίων κεφαλαίων τουλάχιστον ίσο προς το εκάστοτε οριζόμενο ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο πιστωτικού ιδρύματος ή/και σε ένα ή περισσότερα ασφαλιστικά ταμεία που έχουν ελάχιστο ύψος αποθεματικού δύο εκατομμύρια εννιακόσιες τριάντα πέντε χιλιάδες (2.935.000) ευρώ ή/και σε ένα ή περισσότερα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας μπορεί να αναπροσαρμόζεται το ελάχιστο απαιτούμενο ύψος αποθεματικού των ασφαλιστικών ταμείων. 3.Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: δ) Λεπτομερή περιγραφή της επενδυτικής πολιτικής και των χρήσεων ακινήτων στα οποία το αμοιβαίο κεφάλαιο θα επενδύει το ενεργητικό του. 4.Οι διατάξεις του πρώτου και του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του Ν. 2778/1999 καταργούνται. 5.Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: α) Σε ποσοστό τουλάχιστον ενενήντα τοις εκατό (90%) σε ακίνητη περιουσία, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και σε μετρητά, τραπεζικές καταθέσεις και πιστωτικούς τίτλους ισοδύναμης ρευστότητας. Το ποσοστό επένδυσης σε μετρητά, τραπεζικές καταθέσεις και πιστωτικούς τίτλους ισοδύναμης ρευστότητας πρέπει να αντιστοιχεί σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) τουλάχιστον επί του ενεργητικού. 6.Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Ν. 2778/1999 καταργείται. 7.Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: α) Μπορούν άμεσα να χρησιμοποιηθούν ως επαγγελματική στέγη ή για άλλο εμπορικό ή βιομηχανικό σκοπό, μόνα τους ή από κοινού με άλλα ακίνητα, ή. 8.Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 6 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: α) Η επένδυση σε κινητές αξίες του ίδιου εκδότη δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί του ανώτατου επιτρεπόμενου ποσοστού επενδύσεων του αμοιβαίου κεφαλαίου σε κινητές αξίες. Το ποσοστό του προηγούμενου εδαφίου αυξάνεται σε πενήντα τοις εκατό (50%), εάν πρόκειται για κινητές αξίες οι οποίες έχουν εκδοθεί ή για τις οποίες έχει παρασχεθεί εγγύηση κράτους - μέλους ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης κράτους - μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή δημόσιου διεθνούς οργανισμού στον οποίο μετέχει κράτος - μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. 9.Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 6 του Ν. 2778/1999 καταργείται. 10.Η παράγραφος 6 του άρθρου 6 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: 6. Τα ακίνητα στα οποία επενδύει το αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας ασφαλίζονται υποχρεωτικά. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο των ασφαλιστικών συμβολαίων. 11.Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 6 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: Σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση ακινήτου το οποίο έχει ενταχθεί στο ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου πριν από την πάροδο δώδεκα (12) μηνών από την απόκτησή του. 12.Η παράγραφος 8 του άρθρου 9 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: 8. Η καθαρή αξία του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας, όπως προσδιορίζεται με βάση τις παραγράφους 7 έως 9 και 11 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, ο αριθμός των μεριδίων του, η αξία του μεριδίου, η τιμή διάθεσης και η τιμή εξαγοράς του, υπολογίζονται κάθε εργάσιμη ημέρα και δημοσιεύονται σε δύο τουλάχιστον ημερήσιες οικονομικές και μία ημερήσια πολιτική εφημερίδα τη μεθεπόμενη ημέρα με μέριμνα της Α.Ε.Δ.Α.Κ. 13.Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 11 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: Η Α.Ε.Δ.Α.Κ. για να δεχθεί την καταβολή του προηγούμενου εδαφίου εξετάζει και κατά πόσο το συγκεκριμένο ακίνητο ανταποκρίνεται προς την επενδυτική πολιτική του αμοιβαίου κεφαλαίου. 14.Στο άρθρο 19 του Ν. 2778/1999 προστίθεται παράγραφος 3 που έχει ως εξής: 3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να θεσπίζει με απόφασή της Κώδικα Δεοντολογίας, ο οποίος θα αφορά τη συμπεριφορά των Ανωνύμων Εταιρειών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων σε ακίνητη περιουσία, των Εταιρειών Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία και του προσωπικού τους. 15.Η παράγραφος 1 του άρθρου 20 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Η διάθεση και εξαγορά των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου ακίνητης περιουσίας και η διάλυσή του, καθώς και η μεταβίβαση ακινήτων προς αυτό απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, δικαίωμα ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και γενικά τρίτων. Η απαλλαγή δεν καταλαμβάνει το φόρο εισοδήματος για την υπεραξία που προκύπτει κατά την εισφορά ακινήτων. Οι μεταβιβάσεις ακινήτων από αμοιβαίο κεφάλαιο ακίνητης περιουσίας υπόκεινται σε φόρο μεταβίβασης ακινήτων με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή. 16.Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 21 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: Για τη χορήγηση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της άδειας λειτουργίας εκτιμώνται η οργάνωση, τα τεχνικά και οικονομικά μέσα της εταιρείας, η αξιοπιστία και η πείρα των προσώπων που πρόκειται να τη διοικήσουν και η καταλληλότητα των ιδρυτών για τη διασφάλιση της χρηστής διαχείρισης της εταιρείας. 17.Η παράγραφος 4 του άρθρου 21 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: 4. Η εταιρεία υποβάλλει, με την αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, λεπτομερή περιγραφή της επενδυτικής πολιτικής και των χρήσεων ακινήτων στα οποία η εταιρεία θα επενδύει τα διαθέσιμά της, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων της αγοράς στα οποία βασίζεται η στρατηγική της και των μέσων που αυτή προτίθεται να χρησιμοποιήσει για την επίτευξη των αναπτυξιακών της στόχων. 18.Οι περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του Ν. 2778/1999 αντικαθίστανται ως εξής: α) Σε ποσοστό τουλάχιστον ογδόντα τοις εκατό (80%) σε ακίνητη περιουσία κατά την έννοια της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και σε μετρητά, τραπεζικές καταθέσεις και πιστωτικούς τίτλους ισοδύναμης ρευστότητας. Το ποσοστό επένδυσης σε μετρητά, τραπεζικές καταθέσεις και πιστωτικούς τίτλους ισοδύναμης ρευστότητας πρέπει να αντιστοιχεί σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) τουλάχιστον επί του ενεργητικού. 1)Σε κινητές αξίες ή άλλα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 περιπτώσεις α΄ έως γ΄ και ε΄ έως στ΄ του Ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α΄). Οι επενδύσεις σε κινητές αξίες δεν είναι δυνατόν να υπερβούν το δέκα τοις εκατό (10%) του ενεργητικού. 19.Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: α) Μπορούν άμεσα να χρησιμοποιηθούν ως επαγγελματική στέγη ή για άλλο εμπορικό ή βιομηχανικό σκοπό, μόνα τους ή από κοινού με άλλα ακίνητα, ή. 20.Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 22 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: α) Η επένδυση σε κινητές αξίες του ίδιου εκδότη δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί του ανώτατου επιτρεπόμενου ποσοστού επενδύσεων της εταιρείας σε κινητές αξίες. Το ποσοστό του προηγούμενου εδαφίου αυξάνεται σε πενήντα τοις εκατό (50%), εάν πρόκειται για κινητές αξίες οι οποίες έχουν εκδοθεί ή για τις οποίες έχει παρασχεθεί εγγύηση κράτους - μέλους ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης κράτους - μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή δημόσιου διεθνούς οργανισμού στον οποίο μετέχει κράτος - μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. 21.Η παράγραφος 9 του άρθρου 22 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: 9. Η αποτίμηση της αξίας των κινητών και ακινήτων που αποκτά η εταιρεία για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών της αναγκών, κάθε φορά που αυτή η αποτίμηση απαιτείται, γίνεται με βάση τις σχετικές διατάξεις του Κ.Ν. 2190/1920 όπως ισχύει. 22.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: Η εισαγωγή των μετοχών της εταιρείας πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις που κάθε φορά ισχύουν για την εισαγωγή των μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε. ή σε άλλη οργανωμένη αγορά, κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, με εξαίρεση την παράγραφο Ι.3 του άρθρου 3 του Π.Δ. 350/1985 (ΦΕΚ 126 Α΄) και με την προϋπόθεση ότι το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας θα έχει επενδυθεί, κατά το χρόνο εισαγωγής, σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) σε ακίνητη περιουσία. 23.Η παράγραφος 1 του άρθρου 31 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Οι εκδιδόμενες από εταιρεία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία μετοχές, καθώς και η μεταβίβαση ακινήτων προς αυτή απαλλάσσονται παντός φόρου, τέλους, τέλους χαρτοσήμου, εισφοράς, δικαιώματος ή οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και γενικά τρίτων. Η απαλλαγή δεν καταλαμβάνει το φόρο εισοδήματος για την υπεραξία που προκύπτει κατά την εισφορά ακινήτων. Οι μεταβιβάσεις ακινήτων από την εταιρεία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία υπόκεινται σε φόρο μεταβίβασης ακινήτων με τον ισχύοντα συντελεστή. 24.Η παράγραφος 5 του άρθρου 31 του Ν. 2778/1999 αντικαθίσταται ως εξής: 5. Οι εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία διενεργούν τακτικές αποσβέσεις επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις περί φορολογίας εισοδήματος. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, που κυρώθηκε με το Ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α΄), όπως ισχύει, οι εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία δεν λογίζουν αποσβέσεις επί της ακίνητης περιουσίας της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του παρόντος νόμου. Άρθρο 4 Ρυθμίσεις θεμάτων Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών (Κ.Α.Α.), Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) και Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων (Τ.Ε.Κ.) 1.Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου 49 του Ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄), όπως έχουν τροποποιηθεί από τα άρθρα 107 παρ. 1 του Ν. 2533/1997 (ΦΕΚ 228 Α΄) και 17 του Ν. 2937/2001 (ΦΕΚ 169 Α΄), αντικαθίστανται ως εξής: 1. Για τη σύσταση ενεχύρου επί άυλων μετοχών καταχωρημένων στο ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής αξιών, που τελεί υπό τη διαχείριση της εταιρείας ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ Α.Ε. (Κ.Α.Α.), απαιτείται η επίδοση της σχετικής σύμβασης στο Κ.Α.Α. και η καταχώριση της ενεχύρασης των μετοχών στο σύστημα. 2.Για τη σύσταση επικαρπίας επί άυλων μετοχών καταχωρημένων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, απαιτείται έγγραφο, προσκόμισή του στο Κ.Α.Α. και καταχώριση στο σύστημα της σύστασης επικαρπίας επί των μετοχών. 3.Τα συμβαλλόμενα μέρη οφείλουν στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων να ενημερώνουν αμελλητί την εκδότρια εταιρία. 2.Στο Ν. 2396/1996 προστίθεται άρθρο 57 που έχει ως εξής: Άρθρο 57 Τήρηση ιστορικών στοιχείων και κωδικοποίηση κινητών αξιών από το Κ.Α.Α. 1.Το Κ.Α.Α. τηρεί όλα τα έγγραφα, που κατατίθενται σε αυτό ή περιέρχονται με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του, καθώς και όλα τα αξιόγραφα, που το ίδιο έχει εκδώσει, για έξι έτη από το τέλος του έτους κατά το οποίο αυτά εκδόθηκαν. Μετά την παρέλευση του ως άνω χρονικού διαστήματος, το Κ.Α.Α. καταστρέφει τα παραπάνω έγγραφα και αξιόγραφα. 2.Το Κ.Α.Α. τηρεί σε ηλεκτρονικό αρχείο εκτός του ηλεκτρονικού συστήματος καταγραφής αξιών όλες τις καταχωρίσεις και τις μεταβολές (κινήσεις) επί άυλων αξιών, που έχουν καταγραφεί στο σύστημα, για έξι έτη από την καταγραφή τους. 3.Το Κ.Α.Α. αποτελεί τον εθνικό φορέα κωδικοποίησης κινητών αξιών και είναι αρμόδιο για τη χορήγηση μοναδικών διεθνών κωδικών αριθμών για όλες τις κινητές αξίες που εκδίδονται στην Ελλάδα ή διέπονται από το ελληνικό δίκαιο. 3.Στο άρθρο 44 του Ν. 2396/1996, όπως έχει τροποποιηθεί από τα άρθρα 107 παράγραφος 1 του Ν. 2533/1997 και 11 παράγραφος 3 του Ν. 2744/1999 (ΦΕΚ 222 Α΄), προστίθεται παράγραφος 4, που έχει ως εξής: 4. Μετοχές ανώνυμες που μετετράπησαν σε ονομαστικές και των οποίων ο κύριος παραμένει άγνωστος στην εκδότρια εταιρεία μέχρι την 30ή Ιουνίου 2002 εκποιούνται μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών μετά την ημερομηνία αυτή. Η εκδότρια εταιρεία οφείλει αμελλητί να καλέσει τους δικαιούχους των μετοχών αυτών με πρόσκληση προς αυτούς, που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 26 του Κ.Ν. 2190/ 1920 να παραδώσουν τους ανώνυμους τίτλους τους και να δηλώσουν τα πλήρη στοιχεία τους, προκειμένου να λάβουν ονομαστικές μετοχές της εταιρείας, μέσω του συστήματος άυλων τίτλων. Επίσης τους παρέχει πληροφόρηση ως προς τις συνέπειες της μη εμπρόθεσμης παράδοσης των τίτλων τους. Για την εκποίηση των μετοχών αυτών εφαρμόζονται αναλογικά οι παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος άρθρου, ενώ η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί με απόφασή της να καθορίζει κάθε άλλο ειδικό θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης. 4. 1)Η παράγραφος 7 του τμήματος ΙΙ του άρθρου 3 του Π.Δ. 350/1985 τροποποιείται ως εξής: 7. Μετοχές που έχουν εκδοθεί από εταιρίες τρίτου Κράτους. Με την επιφύλαξη του άρθρου 8, το Διοικητικό Συμβούλιο του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών θα απορρίπτει αίτηση εισαγωγής στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετοχών που έχουν εκδοθεί από εταιρεία με έδρα σε τρίτο Κράτος, εφόσον κατά το έτος που προηγείται της αίτησης έχει απορριφθεί αίτηση εισαγωγής των παραπάνω μετοχών σε Χρηματιστήριο Αξιών της χώρας της έδρας της εταιρείας ή της χώρας κύριας κυκλοφορίας αυτών. 2)Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 12 του τμήματος Α της απόφασης ΥΠ.ΕΘ.Ο. 2063/Β 69/19.1.1999 (ΦΕΚ 79 Β΄), όπως ισχύει, καταργείται. 5.Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 49 του Ν. 2396/1996 προστίθεται εδάφιο ως εξής: Η εκποίηση μπορεί να γίνεται οποιαδήποτε ημέρα και ώρα που λειτουργεί το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 959 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 6.Στο άρθρο 17 του Ν. 2832/2000 (ΦΕΚ 141 Α΄) προστίθεται παράγραφος 3 ως ακολούθως: 3. Η υποχρέωση καταβολής των ετήσιων τακτικών εισφορών προς το Τ.Ε.Κ. των πιστωτικών ιδρυμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αρχίζει από τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 7.Το άρθρο 5 του Ν. 1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α΄) και το άρθρο 61 του Ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α΄) καταργούνται. Άρθρο 5 Τροποποίηση διατάξεων των άρθρων του Κεφαλαίου Β΄ του Ν. 2843/2000 (ΦΕΚ 219 Α΄) περί της εισαγωγής στο Χ.Α.Α. μετοχών Εταιριών Επενδύσεων Ποντοπόρου Ναυτιλίας (Ε.Ε.Π.Ν.) 1.Ο τίτλος του κεφαλαίου Β΄ του Ν. 2843/2000 αντικαθίσταται ως εξής: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΟΝΤΟΠΟΡΟ ΝΑΥΤΙΛΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΞΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ 2.Το άρθρο 10 του Ν. 2843/2000 αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 10 Σκοπός 1.Σκοπός του κεφαλαίου αυτού είναι ο καθορισμός των προϋποθέσεων και των όρων διάθεσης κεφαλαίων εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) στην ποντοπόρο ναυτιλία, καθώς και εισαγωγής στο Χ.Α.Α. κινητών αξιών εταιριών που δραστηριοποιούνται στην ποντοπόρο ναυτιλία, κατά κύρια ή συμπληρωματική δραστηριότητα. 2.Η εισαγωγή στο Χ.Α.Α. κινητών αξιών εταιριών που δραστηριοποιούνται στην ποντοπόρο ναυτιλία, άμεσα ή έμμεσα, κατά κύρια ή συμπληρωματική δραστηριότητα, επιτρέπεται μόνο εφόσον η εκδότρια εταιρία έχει συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β΄ του παρόντος νόμου. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται προκειμένου περί εισαγωγής στο Χ.Α.Α. κινητών αξιών εταιριών που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις των περιπτώσεων (β), (γ) και (δ) της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. 3.Απαγορεύεται στις εισηγμένες στο Χ.Α.Α. εταιρίες να επενδύουν, άμεσα ή έμμεσα, σε ποντοπόρα πλοία ή σε εταιρίες διαχειρίστριες ποντοπόρων πλοίων ή να διαχειρίζονται οι ίδιες ποντοπόρα πλοία. Ως επένδυση σε ποντοπόρο πλοίο νοείται και ο εφοπλισμός αυτού. 4.Εξαιρούνται της απαγόρευσης της παραπάνω παραγράφου 3: 1)οι επενδύσεις σε μετοχές εταιριών επενδύσεων στην ποντοπόρο ναυτιλία του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, 2)οι επενδύσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων κατά την έννοια του Ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α΄), που προκύπτουν στο πλαίσιο της χρηματοδοτικής τους δραστηριότητας, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, κατά την άσκηση συμβατικών δικαιωμάτων τους που απορρέουν από χρηματοδοτικές συμβάσεις, 3)οι επενδύσεις εταιριών επενδύσεων χαρτοφυλακίου που λειτουργούν κατά το Ν. 1969/1991, εφόσον ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του και 4)οι επενδύσεις που εξυπηρετούν αποκλειστικά τις λειτουργικές ανάγκες των εισηγμένων στο Χ.Α.Α. εταιριών ή των εταιριών στις οποίες αυτές συμμετέχουν. 3.Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του Ν. 2843/2000 αντικαθίστανται ως εξής: 1. Η εταιρεία επενδύσεων στην ποντοπόρο ναυτιλία (Ε.Ε.Π.Ν.) είναι ανώνυμη εταιρεία, με αποκλειστικό σκοπό καθ όλη τη διάρκειά της την πραγματοποίηση επενδύσεων στην ποντοπόρο ναυτιλία, που συνιστάται και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και του Κ.Ν. 2190/1920. 4.Οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του Ν. 2843/2000 αντικαθίστανται ως εξής: 3. Το μετοχικό κεφάλαιο της Ε.Ε.Π.Ν. εισφέρεται ολοσχερώς κατά τη σύστασή της και δύναται να συγκροτείται από τα στοιχεία επενδύσεων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12 του παρόντος νόμου. Τα ίδια κεφάλαια της Ε.Ε.Π.Ν. κατά τη σύστασή της ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των είκοσι εννέα εκατομμυρίων τριακοσίων πενήντα χιλιάδων (29.350.000) ευρώ. Το ελάχιστο ύψος των ιδίων κεφαλαίων της Ε.Ε.Π.Ν. μπορεί να αυξάνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας που εκδίδεται μετά από γνώμη παρεχόμενη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. 5.Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του Ν. 2843/2000 αντικαθίστανται ως εξής: 4. Η αποτίμηση της αξίας των εισφερόμενων κατά την παράγραφο 3 περιουσιακών στοιχείων πραγματοποιείται σύμφωνα με τα οριζόμενα κατωτέρω στην παρ. 2 του άρθρου 12. 6.Το άρθρο 12 του Ν. 2843/2000 αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 12 Ενεργητικό της εταιρείας 1.Το ενεργητικό των Ε.Ε.Π.Ν. επενδύεται υποχρεωτικά ως εξής: 1)Στο σύνολο των μετοχών και των ψήφων πλοιοκτητριών εταιριών τεσσάρων τουλάχιστον φορτηγών ποντοπόρων πλοίων. Η αξία κάθε επένδυσης δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) της συνολικής λογιστικής αξίας του ενεργητικού της Ε.Ε.Π.Ν. Στις παραπάνω πλοιοκτήτριες εταιρίες μπορούν να περιλαμβάνονται εταιρίες των οποίων ποντοπόρα πλοία βρίσκονται υπό ναυπήγηση με την προϋπόθεση ότι το σύνολο της τελικής επένδυσης στις εν λόγω πλοιοκτήτριες εταιρίες δεν υπερβαίνει το τριάντα τοις εκατό (30%) του ενεργητικού της Ε.Ε.Π.Ν. Οι ανωτέρω μετοχές είναι δυνατόν να ανήκουν στην Ε.Ε.Π.Ν. είτε απευθείας είτε μέσω εταιριών χαρτοφυλακίου των οποίων το 100% του μετοχικού κεφαλαίου ανήκει στην Ε.Ε.Π.Ν. Ποντοπόρα πλοία που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον τα δύο τρίτα (2/3) της συνολικής ολικής χωρητικότητας των πλοίων του παρόντος εδαφίου πρέπει να είναι είτε εγγεγραμμένα σε νηολόγιο της Ελλάδας ή άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπόλοιπων κρατών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, ή να ανήκουν σε πλοιοκτήτρια εταιρία συμβεβλημένη σε σχέση με αυτά τα πλοία με το Ν.Α.Τ. και υπαγόμενη στις διατάξεις του Ν. 29/1975. 2)Σε μετρητά, τραπεζικές καταθέσεις και πιστωτικούς τίτλους ισοδύναμης ρευστότητας. Οι επενδύσεις της Ε.Ε.Π.Ν. των ανωτέρω περιπτώσεων (α) και (β) δεν μπορεί να υπολείπονται του εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) της συνολικής λογιστικής αξίας του ενεργητικού της με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17. Το υπόλοιπο 25% του ενεργητικού δύναται να επενδύεται και: (i) στο πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον των μετοχών και ψήφων πλοιοκτητριών εταιριών φορτηγών ποντοπόρων πλοίων. Στις παραπάνω πλοιοκτήτριες εταιρίες μπορούν να περιλαμβάνονται εταιρίες των οποίων τα ποντοπόρα πλοία βρίσκονται υπό ναυπήγηση. Οι ανωτέρω μετοχές είναι δυνατόν να ανήκουν στην Ε.Ε.Π.Ν. είτε απευθείας είτε μέσω εταιριών χαρτοφυλακίου των οποίων το 100% του μετοχικού κεφαλαίου ανήκει στην Ε.Ε.Π.Ν., ή/και (ii) σε μετοχές διαχειριστριών εταιριών πλοίων, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του παρόντος, που αντιπροσωπεύουν ποσοστό τουλάχιστον πενήντα ένα τοις εκατό (51%) του μετοχικού κεφαλαίου και των ψήφων, ή/και (iii) σε ακίνητα ή κινητά πράγματα που εξυπηρετούν άμεσες λειτουργικές ανάγκες της Ε.Ε.Π.Ν., ή/και των εταιριών των ανωτέρω περιπτώσεων (α), (i) και (ii). Η Ε.Ε.Π.Ν. δύναται να συνάπτει συμβάσεις σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα με σκοπό την αντιστάθμιση (hedging) των συναλλαγματικών και των επιτοκιακών κινδύνων. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί με απόφασή της να ρυθμίζει κάθε λεπτομέρεια σχετική με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου. 2. 1)Η αποτίμηση της αξίας των μετοχών πλοιοκτητριών εταιριών της παραγράφου 1 περιπτώσεις (α) και (i) γίνεται από δύο ορκωτούς ελεγκτές από κοινού, από τους οποίους ο ένας μπορεί να είναι διεθνώς αναγνωρισμένος ελεγκτικός οίκος, ο οποίος έχει τις προϋποθέσεις πραγματοποίησης ελέγχου με βάση τα διεθνή λογιστικά πρότυπα. Ο προσδιορισμός της αξίας των πλοίων (συμπεριλαμβανομένων και των ναυπηγουμένων) γίνεται από δύο ανεξάρτητους μεσιτικούς οίκους αγοραπωλησιών πλοίων, διεθνούς κύρους, οι οποίοι επιλέγονται από κατάλογο που καταρτίζεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ύστερα από γνώμη του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Εάν δεν επιτυγχάνεται συμφωνία μεταξύ των εκτιμητών και η υψηλότερη αποτιμηθείσα αξία υπερβαίνει τη χαμηλότερη: i) μέχρι ποσοστού 5%, ως αξία του πλοίου δεν μπορεί να ληφθεί μεγαλύτερη από αυτή που προκύπτει ως μέσος όρος των δύο αποτιμήσεων, ii) κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 5%, ο οριστικός προσδιορισμός της αξίας του πλοίου γίνεται από τρίτο οίκο τον οποίο επιλέγουν οι δύο πρώτοι μεσιτικοί οίκοι από τον παραπάνω κατάλογο. 2)Ο υπολογισμός της αξίας των στοιχείων των επενδύσεων της παραγράφου 1 περιπτώσεις (β), (i) και (iii) γίνεται από διεθνούς φήμης ελεγκτικό οίκο ή τράπεζα επενδύσεων με βάση τα διεθνή λογιστικά πρότυπα. 3)Οι προβλεπόμενες από την παρούσα παράγραφο αποτιμήσεις γίνονται με δαπάνη της Ε.Ε.Π.Ν. 7.Το άρθρο 13 του Ν. 2843/2000 αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 13 Δανεισμός της Ε.Ε.Π.Ν. Κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης εισαγωγής της Ε.Ε.Π.Ν. στο Χ.Α.Α. το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της σε ενοποιημένη βάση δεν επιτρέπεται να υπολείπεται του ποσοστού 30% επί της συνολικής λογιστικής αξίας του ενεργητικού της. Ο ανωτέρω περιορισμός δεν ισχύει όταν ο δανεισμός της Ε.Ε.Π.Ν. ή θυγατρικής της εταιρίας έχει, ολικά ή μερικά, τύχει πιστοληπτικής αξιολόγησης από έναν διεθνώς αναγνωρισμένο οίκο αξιολόγησης (risk rating agencies) σε ποσοστό το οποίο χαρακτηρίζεται διεθνώς ως επενδυτικού βαθμού (inνestment grade). 8.Οι διατάξεις της πρώτης περιόδου της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του Ν. 2843/2000 αντικαθίστανται ως εξής: 1. Για όλα τα πλοία των εταιρειών των περιπτώσεων (α) και (i) της παραγράφου 1 του άρθρου 12 πρέπει να ισχύουν, καθ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της Ε.Ε.Π.Ν., οι πιο κάτω ασφαλιστικές καλύψεις της ανώτατης κλάσεως με βάση την ισχύουσα στον κλάδο της εμπορικής ναυτιλίας πρακτική, από διεθνώς ανεγνωρισμένου κύρους ασφαλιστές ή ασφαλιστικές εταιρίες και από αλληλοασφαλιστικές ενώσεις: 9.Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του Ν. 2843/2000 αντικαθίστανται ως εξής: 2. Οι πλοιοκτήτριες εταιρίες των περιπτώσεων (α) και (i) της παραγράφου 1 του άρθρου 12, εφόσον έχουν ενυπόθηκα πλοία, τηρούν επακριβώς όλες επίσης τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τα δανειστικά συμβόλαια και την υποθήκη. 10.Το άρθρο 15 του Ν. 2843/2000 αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 15 Υποχρεωτική εισαγωγή στο Χ.Α.Α. 1.Η Ε.Ε.Π.Ν. υποχρεούται να υποβάλει αίτηση εισαγωγής των μετοχών της στο Χ.Α.Α εντός δύο (2) ετών από τη σύσταση ή τη μετατροπή της. Η εισαγωγή των μετοχών της Ε.Ε.Π.Ν. πραγματοποιείται εφόσον η Ε.Ε.Π.Ν. έχει επενδύσει, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης εισαγωγής και κατά το χρόνο της εισαγωγής των μετοχών της στο Χ.Α.Α, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην περίπτωση (α) της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του παρόντος τουλάχιστον το εξήντα τοις εκατό (60%) του συνολικού ενεργητικού της. 2.Η Ε.Ε.Π.Ν., εάν εντός δύο (2) ετών από τη σύσταση ή τη μετατροπή της δεν υποβάλει αίτηση για την εισαγωγή των μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ή εάν η αίτηση απορριφθεί, τίθεται σε εκκαθάριση και ανακαλείται η άδεια σύστασης σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας. 11.Το άρθρο 16 του Ν. 2843/2000 αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 16 Διαδικασία εισαγωγής των μετοχών της εταιρείας στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών 1.Για την εισαγωγή των μετοχών της Ε.Ε.Π.Ν. στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εφαρμόζονται οι διατάξεις του Π.Δ. 350/1985 (ΦΕΚ 126 Α΄), όπως ισχύουν, εφόσον δεν είναι αντίθετες με τον παρόντα νόμο. Τα ίδια κεφάλαια της Ε.Ε.Π.Ν. κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης εισαγωγής δεν μπορεί να είναι χαμηλότερα από το ελάχιστο ποσό ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου. 2.Ο ανάδοχος ελέγχει την αξιοπιστία και την εμπειρία των ελεγχόντων μετόχων και των προσώπων που πρόκειται να διοικήσουν την Ε.Ε.Π.Ν., καθώς και την καταλληλότητα των προσώπων αυτών για τη διασφάλιση της χρηστής διαχείρισης της Ε.Ε.Π.Ν. 3.Το ενημερωτικό δελτίο περιλαμβάνει βιογραφικά σημειώματα των φυσικών προσώπων που ελέγχουν, αμέσως ή εμμέσως, ποσοστό άνω του πέντε τοις εκατό (5%) του κεφαλαίου της εταιρείας, καθώς και των μελών του διοικητικού συμβουλίου αυτής. Από την υποχρέωση κοινοποίησης ονομάτων μετόχων μέχρι φυσικού προσώπου εξαιρούνται τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως και οι εταιρείες των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο ή άλλη οργανωμένη αγορά που προβλέπεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 1969/1991. Θα δηλώνεται επίσης, εάν τα πρόσωπα αυτά, τα ίδια είναι ή υπήρξαν ιδιοκτήτες ή μέτοχοι, αμέσως ή εμμέσως σε ποσοστό άνω του δέκα τοις εκατό (10%), ή μέλη της διοικήσεως ή εγγυητές υποχρεώσεων, ελληνικών ή αλλοδαπών επιχειρήσεων, άλλων από την εκδότρια και τις θυγατρικές αυτής οι οποίες έχουν ή είχαν περιέλθει σε κατάσταση παύσεως πληρωμών ή έχουν ή είχαν υπαχθεί σε διαδικασία πτωxεύσεως, αναγκαστικής διαχειρίσεως, ειδικής εκκαθαρίσεως ή άλλη ανάλογη διαδικασία είτε στην Ελλάδα είτε στην αλλοδαπή. Επίσης, απαιτείται να δηλωθεί κατά πόσον οι ιδρυτές της Ε.Ε.Π.Ν. είχαν ή έχουν αμέσως ή εμμέσως συμμετοχή σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) ή μεγαλύτερο, σε ιδιωτικές ναυτιλιακές εταιρείες ή ναυτιλιακές εταιρείες που εισήχθησαν σε χρηματιστήριο ή σε άλλη αγορά που προβλέπεται από το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Ν. 1969/ 1991, καθώς επίσης και στοιχεία της πορείας της αντίστοιχης κινητής αξίας για το μετά την εισαγωγή της στην οργανωμένη αγορά ή τη διάθεσή της προς το κοινό διάστημα. 4.Στο ενημερωτικό δελτίο αναφέρονται υποχρεωτικά: α) οι παράγοντες κινδύνου που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις προοπτικές της εταιρείας, β) η ιστορική εξέλιξη των αποδόσεων άλλων διαπραγματεύσιμων κινητών αξιών που τυχόν έχουν εκδοθεί είτε από την εταιρεία είτε από συνδεδεμένες εταιρείες με αυτήν, σε οποιαδήποτε οργανωμένη αγορά, τηρουμένων ως προς τη σύνταξη και το περιεχόμενο αυτού των κειμένων διατάξεων και γ) συνθήκες που ενδέχεται να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων ως προς την Ε.Ε.Π.Ν. ή τις θυγατρικές της (συμβάσεις ή συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων προσώπων) και κάθε άλλο στοιχείο που κατά την κρίση των αναδόχων συνιστά παράγοντα κινδύνου που θα μπορούσε να επηρεάσει τις προοπτικές της εταιρείας. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Χ.Α.Α. μπορεί να εξειδικεύονται τα κριτήρια των παραγράφων 2, 3 και 4, να εξειδικεύονται περαιτέρω οι ανωτέρω υποχρεώσεις και να καθορίζονται οι ειδικές τεχνικές λεπτομέρειες για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, καθώς επίσης και να ορίζεται το ειδικότερο περιεχόμενο του ενημερωτικού δελτίου. 5.Η εισαγωγή της Ε.Ε.Π.Ν. στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών επιτρέπεται ακόμη και πριν από τη συμπλήρωση της πρώτης οικονομικής χρήσης. Η εταιρεία που υποβάλλει αίτηση προκειμένου να εισαγάγει για πρώτη φορά μετοχές της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, καθώς και οι εταιρίες των περιπτώσεων (α), (i) και (ii) της παραγράφου 1 του άρθρου 12 ελέγχονται φορολογικά σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3α του άρθρου 3 του Π.Δ. 350/1985. Αν η εταιρεία δεν έχει συμπληρώσει οικονομική χρήση, η αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) προβαίνει σε ειδικό έκτακτο έλεγχο σύμφωνα με τις προθεσμίες που ορίζει η παράγραφος 3α του άρθρου 3 του Π.Δ. 350/1985. 12.Το άρθρο 17 του Ν. 2843/2000 αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 17 Υποχρεώσεις της Ε.Ε.Π.Ν. μετά την εισαγωγή των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών 1.Όλα τα πλοία των περιπτώσεων (α) και (i) της παραγράφου 1 του άρθρου 12 οφείλουν να παρακολουθούνται, καθ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της Ε.Ε.Π.Ν., από νηογνώμονα ανεγνωρισμένο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και εξουσιοδοτημένο από το Ελληνικό Κράτος και να έχουν την ανώτατη δυνατή κλάση στο νηογνώμονα αυτόν για πλοία της ίδιας κατηγορίας. 2.Από το χρόνο της εισαγωγής της Ε.Ε.Π.Ν. στο Χ.Α.Α. και καθ όσον διάστημα οι μετοχές της παραμένουν εισηγμένες, απαγορεύεται η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από και προς την Ε.Ε.Π.Ν. και όλες τις θυγατρικές της εταιρίες προς ή από ιδρυτή, ελέγχοντα μέτοχο, μέλος του διοικητικού συμβουλίου, γενικό διευθυντή της Ε.Ε.Π.Ν., συγγενείς των προσώπων αυτών μέχρι Γ΄ βαθμού, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, νομικά πρόσωπα ελεγχόμενα αμέσως ή εμμέσως από τα παραπάνω πρόσωπα, καθώς και πρόσωπα που λειτουργούν για λογαριασμό οποιουδήποτε από τους ανωτέρω, εκτός εάν προηγουμένως έχει δοθεί έγκριση της Γενικής Συνέλευσης της Ε.Ε.Π.Ν. με απόφαση στην οποία δεν αντιτάσσεται μειοψηφία πλέον του ενός τρίτου (1/3) των μετόχων, επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 10 του Κ.Ν. 2190/1920. 3.Το Διοικητικό Συμβούλιο του Χ.Α.Α. μπορεί με απόφασή του να εξαρτά την εισαγωγή και τη διαπραγμάτευση κινητών αξιών της Ε.Ε.Π.Ν. στο Χ.Α.Α., από κάθε ειδικό όρο που κρίνει απαραίτητο για την προστασία των επενδυτών και ο οποίος συναρτάται με τη φύση και τις ιδιαιτερότητες της ποντοπόρου ναυτιλίας. 4.Σε περίπτωση που ο αριθμός των πλοίων της περιπτώσεως (α) της παραγράφου 1 του άρθρου 12 μειωθεί σε λιγότερο από τρία (3), η αρμόδια αρχή δύναται να διαγράφει τις μετοχές από το Χρηματιστήριο. 13.Το άρθρο 18 του Ν. 2843/2000 αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 18 Σχέσεις πλοιοκτητριών εταιρειών και διαχειρίστριας εταιρείας 1.Η καθημερινή διαχείριση των πλοίων των πλοιοκτητριών εταιρειών των περιπτώσεων (α) και (i) της παραγράφου 1 του άρθρου 12 μπορεί να γίνεται από μία ή περισσότερες εταιρίες διαχειρίσεως που έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα και ασκείται σύμφωνα με τη διεθνή ναυτιλιακή πρακτική. Οι εταιρείες διαχειρίσεως πρέπει να λειτουργούν σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις και να είναι εφοδιασμένες με το προβλεπόμενο από τον Κώδικα Ασφαλούς Διαχειρίσεως Έγγραφο Συμμορφώσεως και να διαθέτουν επαρκή εμπειρία και εξειδίκευση για την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης σε πλοιοκτήτριες εταιρίες. Στην έννοια της καθημερινής διαχείρισης δεν περιλαμβάνεται η εκποίηση και αγορά περιουσιακών στοιχείων, η σύναψη δανείων, η πραγματοποίηση μετασκευών των πλοίων, ναυλώσεων ή χρονοναυλώσεων των πλοίων που υπερβαίνουν τους δώδεκα (12) μήνες και η διαχείριση αποθεματικών. 2.Δεν είναι αναγκαία η μετοχική σχέση μεταξύ της Ε.Ε.Π.Ν. ή των ελεγχόμενων από αυτήν πλοιοκτητριών εταιρειών και της διαχειρίστριας εταιρείας. Η Ε.Ε.Π.Ν. γνωστοποιεί την τυχόν υφιστάμενη σχέση της διαχειρίστριας με ιδρυτές, ελέγχοντα μέτοχο, μέλος του διοικητικού συμβουλίου, γενικό διευθυντή ή διευθυντή της Ε.Ε.Π.Ν. ή θυγατρικής της, καθώς και συγγενείς των προσώπων αυτών μέχρι Γ΄ βαθμού, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, νομικά πρόσωπα ελεγχόμενα αμέσως ή εμμέσως από τα παραπάνω πρόσωπα και πρόσωπα που λειτουργούν για λογαριασμό οποιουδήποτε από τους ανωτέρω. 3.Με την αίτηση εισαγωγής των μετοχών της Ε.Ε.Π.Ν. στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών υποβάλλεται και αντίγραφο των τυχόν συμφωνητικών διαχείρισης, τα πλήρη στοιχεία των εταιρειών διαχείρισης και των φυσικών προσώπων που τις διοικούν, καθώς και το ύψος της αμοιβής της διαχειρίστριας εταιρείας. Τυχόν ύπαρξη υπό-ανάθεσης της διαχείρισης και οι όροι της πρέπει επίσης να γνωστοποιούνται άμεσα στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. 4.Κάθε αλλαγή της διαχειρίστριας εταιρίας, καθώς και αλλαγές σημαντικών όρων της συμβάσεως διαχειρίσεως θεωρούνται ως σημαντικά γεγονότα που επέρχονται στη σφαίρα δραστηριότητας της Ε.Ε.Π.Ν. κατά τα οριζόμενα στην παρ. 5 περίπτωση (α) του άρθρου 5 του Π.Δ. 350/1985. 14.Οι διατάξεις του άρθρου 19 του Ν. 2843/2000 καταργούνται. 15.Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του Ν. 2843/2000 αντικαθίστανται ως εξής: 1. Η Ε.Ε.Π.Ν. δημοσιεύει, στο τέλος κάθε ημερολογιακού εξαμήνου και εντός δύο (2) μηνών από της λήξεως του εξαμήνου τούτου, εξαμηνιαία έκθεση για τη δραστηριότητά της και τα αποτελέσματα αυτής, στην οποία περιλαμβάνεται και κατάσταση επενδύσεων των διαθεσίμων της, με χωριστή αναφορά στις επί μέρους κατηγορίες επενδύσεων. 16.Στο άρθρο 20 του Ν. 2843/2000 προστίθεται νέα παράγραφος 3, που έχει ως εξής: 3. Πέραν της ανωτέρω εξαμηνιαίας κατάστασης, η Ε.Ε.Π.Ν. υποχρεούται να δημοσιεύει τις οικονομικές καταστάσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 4 του Π.Δ. 350/1985 και το Π.Δ. 360/1985 (ΦΕΚ 129 Α΄). Οι κατ ιδίαν οικονομικές καταστάσεις της Ε.Ε.Π.Ν. και των εταιριών των περιπτώσεων (α), (i) και (ii) της παρ. 1 του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, καθώς και οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις τους, καταρτίζονται υποχρεωτικά σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα κι ελέγχονται από ορκωτό ελεγκτή ειδικευμένο σε θέματα ναυτιλίας κι εκφράζονται σε δολάρια ΗΠΑ ή ευρώ. 17.Οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2843/2000 καταργούνται. 18.Οι διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 2843/2000 καταργούνται. 19.Οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 23 του Ν. 2843/2000 αντικαθίστανται ως εξής: 3. Η πράξη σύστασης ή λύσης της Ε.Ε.Π.Ν. και η προς αυτήν μεταβίβαση κάθε εισφοράς εις είδος ή η αύξηση κεφαλαίου, οι εκδιδόμενες από αυτήν μετοχές, καθώς και η απόκτηση από αυτήν μετοχών πλοιοκτητριών ή διαχειριστριών εταιρειών απαλλάσσονται παντός εν γένει αμέσου ή εμμέσου φόρου, περιλαμβανομένου ενδεικτικώς του φόρου μεταβίβασης, του φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίων, καθώς και παντός τέλους, εισφοράς, δικαιώματος ή οποιασδήποτε άλλης επιβαρύνσεως υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και γενικά τρίτων. Ειδικά για το φόρο εισοδήματος επί της υπεραξίας που προκύπτει κατά την εισφορά εις είδος προς την Ε.Ε.Π.Ν. ή κατά τη λύση αυτής, ισχύουν οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 3, 25 και 26 του Ν. 27/1975 (ΦΕΚ 77 Α΄) απαλλαγές. Επίσης απαλλάσσονται από το φόρο κληρονομιάς οι κληρονόμοι μετοχών της Ε.Ε.Π.Ν. 20.Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 23 του Ν. 2843/2000 αντικαθίστανται ως εξής: 4. Οι συναλλαγές επί μετοχών Ε.Ε.Π.Ν. επιβαρύνονται με το φόρο που προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 9 του Ν. 2579/1998 (ΦΕΚ 31 Α΄) σε σχέση με τη φορολόγηση χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως αυτή τροποποιήθηκε από το άρθρο 22 του Ν. 2742/1999 (ΦΕΚ 207 Α΄) και όπως εκάστοτε ισχύει. 21.Οι διατάξεις του άρθρου 24 του Ν. 2843/2000 καταργούνται. Άρθρο 6 Υποκαταστήματα, γραφεία ειδικού τύπου ελληνικών Ε.Π.Ε.Υ. 1.Μετά το άρθρο 71 του Ν. 1969/1991 προστίθεται άρθρο 71Α ως εξής: Άρθρο 71Α Υποκαταστήματα, γραφεία ειδικού τύπου ελληνικών Ε.Π.Ε.Υ. 1.Ε.Π.Ε.Υ. που εδρεύει στην Ελλάδα και προτίθεται να ιδρύσει υποκατάστημα εντός Ελλάδας γνωστοποιεί την πρόθεσή της στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αναφέροντας τα εξής στοιχεία: 1)Το πρόγραμμα δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος, στο οποίο πρέπει να περιγράφονται το είδος των εργασιών, τις οποίες προτίθεται να ασκήσει μέσω αυτού. 2)Την οργανωτική και λειτουργική υποδομή του υποκαταστήματος για την άσκηση των δραστηριοτήτων του. 3)Τη διεύθυνση του υποκαταστήματος. 4)Το πρόσωπο που θα διευθύνει το υποκατάστημα. Το πρόσωπο αυτό πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις διορισμού αντικρυστή, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του Ν. 2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α΄) και να είναι πτυχιούχος ανώτατης σχολής της ημεδαπής ή Τ.Ε.Ι. ή ισότιμης σχολής της αλλοδαπής. Εάν η σχετική γνωστοποίηση αφορά και δραστηριότητες της Ε.Π.Ε.Υ. ως Μέλους του Χ.Π.Α., το πρόσωπο που θα διευθύνει το υποκατάστημα πρέπει να διαθέτει επιπροσθέτως ένα εκ των πιστοποιητικών Διαπραγματευτή/Ειδικού Διαπραγματευτή, Συμβούλου Πελατών, Γνώσεων, που χορηγεί το Χ.Π.Α. Εάν η γνωστοποίηση αφορά δραστηριότητες της Ε.Π.Ε.Υ. αποκλειστικά και μόνον ως Μέλους του Χ.Π.Α., το παραπάνω πρόσωπο πρέπει να διαθέτει μόνο ένα εκ των παραπάνω πιστοποιητικών που χορηγεί το Χ.Π.Α. 2.Εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εγκρίνει την ίδρυση του υποκαταστήματος. Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου των στοιχείων της γνωστοποίησής της, η Ε.Π.Ε.Υ. οφείλει να γνωστοποιήσει εγγράφως τη μεταβολή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πριν η μεταβολή λάβει χώρα, προκειμένου η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να εγκρίνει τη λειτουργία του υποκαταστήματος της Ε.Π.Ε.Υ. βάσει των νέων στοιχείων. 3.Ε.Π.Ε.Υ. δύναται να συστήνει, εκτός της έδρας της, γραφεία με αποκλειστικό σκοπό τη λήψη και διαβίβαση προς τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ε.Π.Ε.Υ. εντολών πελατών της για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα (γραφεία ειδικού τύπου). Τα γραφεία αυτά δεν επιτρέπεται να κατέχουν περιουσιακά στοιχεία, όπως κεφάλαια, κινητές αξίες ή άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα, των πελατών της Ε.Π.Ε.Υ. ή να λαμβάνουν τέτοια περιουσιακά στοιχεία στο πλαίσιο εκπλήρωσης των πάσης φύσεως υποχρεώσεων των πελατών της Ε.Π.Ε.Υ. που προκύπτουν από την κατάρτιση και εκτέλεση των συναλλαγών τους. Τη σύσταση των παραπάνω γραφείων τους υποχρεούνται οι εν λόγω Ε.Π.Ε.Υ. να γνωστοποιούν πριν από την έναρξη της λειτουργίας τους στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. 2.Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: το πρώτο εδάφιο, η περίπτωση α΄, η περίπτωση β΄, τα τρία πρώτα εδάφια και τα τρία τελευταία της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2, καθώς και οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 71 του Ν. 1969/1991. Άρθρο 7 Αμοιβαία Κεφάλαια Επιχειρηματικών Συμμετοχών κλειστού τύπου (Α.Κ.Ε.Σ.) 1.Το Αμοιβαίο Κεφάλαιο Επιχειρηματικών Συμμετοχών κλειστού τύπου (Α.Κ.Ε.Σ.) είναι ομάδα περιουσίας που αποτελείται από κινητές αξίες ενσώματες ή άυλες, εταιρικά μερίδια και μετρητά. Συνιστάται για ορισμένη χρονική διάρκεια με αποκλεισμό του δικαιώματος απόκτησης και μεταβίβασης στοιχείων του ενεργητικού υπό όρους άλλους από τους οριζόμενους στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου και της οποίας τα επί μέρους στοιχεία ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα (μεριδιούχους). Η διάρκεια του Α.Κ.Ε.Σ. δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από δεκαπέντε (15) χρόνια. 2.Το Α.Κ.Ε.Σ. ιδρύεται με σύμβαση σύστασης και διαχείρισης που συνάπτεται μεταξύ των μεριδιούχων, ενός θεματοφύλακα και ενός διαχειριστή. Η σύμβαση αυτή καταρτίζεται εγγράφως και κατατίθεται, όπως και κάθε τροποποίησή της στο θεματοφύλακα. Ο θεματοφύλακας τηρεί αρχείο και υποχρεώνεται να ελέγξει ότι περιέχονται στη σύμβαση τα ελάχιστα στοιχεία που προβλέπονται από την παράγραφο 12 του παρόντος άρθρου και ότι οι όροι της δεν είναι αντίθετοι με τις διατάξεις του. Οι όροι της φύλαξης των στοιχείων του ενεργητικού από το θεματοφύλακα ορίζονται στη σύμβαση σύστασης και διαχείρισης και διέπονται επικουρικά από τις διατάξεις των άρθρων 822-829 του Αστικού Κώδικα. 3.Το Α.Κ.Ε.Σ. δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο. Οι μεριδιούχοι δεν ευθύνονται για υποχρεώσεις του Α.Κ.Ε.Σ. πέραν της αξίας του μεριδίου της συμμετοχής τους σε αυτό. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, οι μεριδιούχοι εκπροσωπούνται δικαστικώς και εξωδίκως αποκλειστικά από το διαχειριστή, ως προς τις έννομες σχέσεις που προκύπτουν από τη διαχείριση του αμοιβαίου κεφαλαίου και τα δικαιώματά τους επί του ενεργητικού του. Οι μεριδιούχοι δεν ευθύνονται για πράξεις ή παραλείψεις της διαχειρίστριας εταιρίας και του θεματοφύλακα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η έδρα του Α.Κ.Ε.Σ. βρίσκεται υποχρεωτικά στην Ελλάδα. Ως έδρα του Α.Κ.Ε.Σ., με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, θεωρείται η έδρα του διαχειριστή. Στην περίπτωση που διαχειριστής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5, είναι εταιρία που δεν εδρεύει στην Ελλάδα, ως έδρα του Α.Κ.Ε.Σ. θεωρείται η έδρα του θεματοφύλακα, εφόσον η καταστατική του έδρα βρίσκεται στην Ελλάδα ή η έδρα του υποκαταστήματος που λειτουργεί στην Ελλάδα, εφόσον η καταστατική του έδρα βρίσκεται σε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε. Στην περίπτωση αυτή ο θεματοφύλακας θεωρείται ως εκ του νόμου αντίκλητος της διαχειρίστριας εταιρίας. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται ο φορέας στην εποπτεία του οποίου θα υπάγεται το Α.Κ.Ε.Σ. και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της. Η μη έκδοση της πιο πάνω απόφασης δεν κωλύει τη σύσταση και τη λειτουργία του Α.Κ.Ε.Σ. 4.Το Α.Κ.Ε.Σ. επενδύει αποκλειστικά σε συμμετοχές σε κεφαλαιουχικές επιχειρήσεις που εδρεύουν στην Ελλάδα, οι οποίες δεν είναι εκδότες κινητών αξιών εισηγμένων προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά κατά την έννοια της χρηματιστηριακής νομοθεσίας. Επιτρέπεται η επένδυση σε ομολογίες μετατρέψιμες σε μετοχές και σε ομολογίες που παρέχουν δικαίωμα προς απόληψη, πέραν του τόκου, και ορισμένου ποσοστού επί των κερδών του εκδότη ή προς λήψη οποιασδήποτε άλλης πρόσθετης παροχής εξαρτώμενης από το ύψος της παραγωγής ή του εν γένει επιπέδου δραστηριότητας του εκδότη, οι οποίες εκδίδονται από τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο. Το Α.Κ.Ε.Σ. μπορεί να συμμετέχει στο κεφάλαιο επιχειρήσεων των οποίων κινητές αξίες είναι εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά, εφόσον αυτό είναι αποτέλεσμα επένδυσης που έγινε πριν την έγκριση της εισαγωγής από τις αρμόδιες αρχές και το Α.Κ.Ε.Σ. μεταβιβάσει τη συμμετοχή του αυτή εντός πέντε (5) το πολύ ετών από την εισαγωγή των αξιών της επιχείρησης προς διαπραγμάτευση. 5.Διαχειριστής αμοιβαίου κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών του παρόντος άρθρου είναι ανώνυμη εταιρία με ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο 100.000 ευρώ και αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών του παρόντος άρθρου. Διαχειριστής μπορεί να είναι και επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια για τη διαχείριση αντίστοιχων σχημάτων παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους - μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, καθώς και εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών του Ν. 2396/1996. Ως προς το θεματοφύλακα εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των άρθρων 30 παράγραφοι 1-3, 5-6 και 30α του Ν. 1969/1991. 6.Παραίτηση της διαχειρίστριας εταιρίας ή του θεματοφύλακα, ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους, θέση τους σε πτώχευση, αναγκαστική διαχείριση ή άλλη αντίστοιχη διαδικασία που συνεπάγεται ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους αποτελούν λόγο λύσης του Α.Κ.Ε.Σ., εφόσον η διαχειρίστρια εταιρία ή ο θεματοφύλακας δεν αντικατασταθούν εντός εξήντα (60) ημερών από τη με οποιονδήποτε τρόπο γνωστοποίηση της επέλευσης ενός από τα παραπάνω γεγονότα στους μεριδιούχους. Η διαδικασία αντικατάστασης ορίζεται υποχρεωτικά στη σύμβαση σύστασης και διαχείρισης. Η σύμβαση σύστασης και διαχείρισης μπορεί να προβλέπει λόγους καταγγελίας της σύμβασης ως προς τη διαχειρίστρια εταιρία και το θεματοφύλακα. Στην περίπτωση αυτή, η αντικατάστασή τους θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της καταγγελίας. Σε περίπτωση που η αντικατάσταση δεν γίνει εμπρόθεσμα, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει τη λύση του Α.Κ.Ε.Σ. από το αρμόδιο δικαστήριο της έδρας της διαχειρίστριας εταιρίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 739 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Με τη δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η λύση του Α.Κ.Ε.Σ. ορίζεται και ο εκκαθαριστής, εφόσον αυτό δεν προβλέπεται στη σύμβαση σύστασης και διαχείρισης ή όταν ο σχετικός όρος της σύμβασης δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Η λύση γίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στη σύμβαση σύστασης και διαχείρισης και εφαρμόζονται επικουρικά οι διατάξεις των άρθρων 798-804 του Αστικού Κώδικα. 7.Η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου διαιρείται σε ίσα μερίδια. Η συμμετοχή στο αμοιβαίο κεφάλαιο αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο που εκδίδεται από το διαχειριστή και προσυπογράφεται από το θεματοφύλακα (τίτλος μεριδίων). Ο διαχειριστής δικαιούται, με τη ρητή συναίνεση του μεριδιούχου, να μην εκδίδει τίτλο μεριδίων, να καταχωρεί τα μερίδια σε ειδικό μητρώο μεριδιούχων που θα τηρεί με ηλεκτρονικό αρχείο και να τα παρακολουθεί με σχετικές εγγραφές σε αυτό το αρχείο. Ο μεριδιούχος πάντως δύναται, με την υποβολή σχετικού αιτήματός του, να απαιτήσει την έκδοση τίτλου μεριδίων, ο οποίος θα μπορεί να φυλάσσεται από το θεματοφύλακα. Εφόσον ο διαχειριστής δεν εκδίδει τίτλο, χορηγεί στο μεριδιούχο βεβαίωση που αναγράφει τα στοιχεία τα οποία μνημονεύονται στο επόμενο εδάφιο αυτής της παραγράφου. Οι τίτλοι μεριδίων μπορούν να εκδίδονται για ένα ή περισσότερα μερίδια ή κλάσμα μεριδίου και πρέπει να περιέχουν: α) Την ονομασία του αμοιβαίου κεφαλαίου. β) Τις επωνυμίες του διαχειριστή και του θεματοφύλακα. γ) Τον αριθμό των μεριδίων που αντιστοιχούν στον τίτλο. δ) Το ονοματεπώνυμο ή επωνυμία και τη διεύθυνση της κατοικίας ή έδρας του μεριδιούχου ή των μεριδιούχων. Οι διατάξεις του Ν. 5638/1932 περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν εφαρμόζονται αναλόγως και επί μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών. Σε περιπτώσεις απώλειας τίτλων μεριδίων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 12α του Κ.Ν. 2190/1920. Η απώλεια, κλοπή ή καταστροφή της βεβαίωσης συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο δεν παράγει καμία έννομη συνέπεια, ως προς τις σχέσεις του μεριδιούχου ή των μεριδιούχων με το διαχειριστή. Ο διαχειριστής, ύστερα από σχετική αίτηση του μεριδιούχου ή ενός από τους συνδικαιούχους μεριδιούχους, εκδίδει νέα βεβαίωση, σε αντικατάσταση της παλαιάς. Με τη σύμβαση σύστασης και διαχείρισης επιτρέπεται να τίθενται περιορισμοί στη μεταβίβαση, επιβάρυνση και γενικά διάθεση των δικαιωμάτων επί μεριδίων Α.Κ.Ε.Σ. Οι περιορισμοί ισχύουν έναντι τρίτων, εφόσον μνημονεύονται συνοπτικά στον τίτλο ή στη βεβαίωση συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο. Σε περίπτωση μεταβίβασης μέρους ή ολόκληρου μεριδίου συμμετοχής, ο αποκτών υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου του από τη σύμβαση σύστασης και διαχείρισης. Η μεταβίβαση ισχύει έναντι του διαχειριστή και των μεριδιούχων από τη γνωστοποίησή της στο διαχειριστή και η σχετική δήλωση προσαρτάται στη σύμβαση σύστασης και διαχείρισης και αποτελεί παράρτημά της. Τα μερίδια Α.Κ.Ε.Σ. δύνανται να ενεχυράζονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 1244 επ. του Αστικού Κώδικα και της κατά περίπτωση ισχύουσας νομοθεσίας για την ενεχύραση ενσώματων ή άυλων τίτλων. Η ενεχύραση ισχύει έναντι του διαχειριστή από τη στιγμή που θα ανακοινωθεί σε αυτόν. Για την εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπουν την υποχρέωση ή τη δυνατότητα ορισμένων προσώπων να επενδύουν σε κινητές αξίες, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών του παρόντος άρθρου θεωρούνται ισοδύναμα με κινητές αξίες μη εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά κατά την έννοια της χρηματιστηριακής νομοθεσίας. 8.Το ελάχιστο ύψος του ενεργητικού του Α.Κ.Ε.Σ. κατά τη σύστασή του είναι 3.000.000 ευρώ. Η ελάχιστη αξία της συμμετοχής κάθε μεριδιούχου κατά τη σύσταση του αμοιβαίου κεφαλαίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 150.000 ευρώ. Επιτρέπεται η τμηματική καταβολή της συμμετοχής του μεριδιούχου σύμφωνα με όρους που θα προβλέπονται στη σύμβαση σύστασης και διαχείρισης. Σε κάθε περίπτωση το ποσό της πρώτης καταβολής δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 50.000 ευρώ. Η σύμβαση μπορεί να προβλέπει τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία αύξησης του ενεργητικού του Α.Κ.Ε.Σ. με εισφορές των μεριδιούχων ή με συμμετοχή νέων μεριδιούχων σε αυτό. 9.Η καταβολή του τιμήματος συμμετοχής σε Α.Κ.Ε.Σ. γίνεται μόνο με μετρητά. 10.Απαγορεύεται η τοποθέτηση άνω του 20% του ενεργητικού του Α.Κ.Ε.Σ. σε κινητές αξίες του ίδιου εκδότη. Απαγορεύεται η επένδυση σε κινητές αξίες: α) εκδότη που είναι συνδεδεμένη επιχείρηση κάποιου από τους μεριδιούχους με την έννοια του άρθρου 42ε του Ν. 2190/1920, β) εκδότη του οποίου το μετοχικό ή εταιρικό κεφάλαιο ανήκει σε ποσοστό άνω του 25% σε μεριδιούχο φυσικό πρόσωπο ή τη σύζυγό του ή συγγενικό του πρόσωπο με βαθμό συγγένειας μέχρι 3ου βαθμού ή από κοινού σε μεριδιούχους, συζύγους τους και συγγενικά τους πρόσωπα με βαθμό συγγένειας μέχρι 3ου βαθμού ή από κοινού σε συγγενικά πρόσωπα μεριδιούχου με βαθμό συγγένειας μέχρι 3ου βαθμού. 11.Εάν στη σύμβαση σύστασης και διαχείρισης δεν ορίζεται διαφορετικά, την εφαρμογή του άρθρου 790 του Αστικού Κώδικα μπορούν να ζητήσουν μεριδιούχοι που κατέχουν ιδανικά μερίδια συμμετοχής τα οποία αντιστοιχούν αθροιστικά στο 1/3 του κεφαλαίου του Α.Κ.Ε.Σ. 12.Η σύμβαση σύστασης και διαχείρισης του Α.Κ.Ε.Σ. περιλαμβάνει υποχρεωτικά: 1)την ονομασία, τη διάρκεια και το ύψος του κεφαλαίου του Α.Κ.Ε.Σ., 2)το σκοπό και την επενδυτική του πολιτική, 3)την ταυτότητα κάθε μεριδιούχου, την αξία και το αντίστοιχο ιδανικό μερίδιο συμμετοχής του, 4)τον τρόπο καταβολής της αξίας του μεριδίου συμμετοχής εκ μέρους των μεριδιούχων, τη διαδικασία μεταβολής του κεφαλαίου του Α.Κ.Ε.Σ. και τους όρους συμμετοχής νέων μεριδιούχων που προβλέπονται στην παράγραφο 8, 5)την ταυτότητα του διαχειριστή και τους όρους άσκησης της διαχείρισης και ιδίως τη διαδικασία επιλογής επενδύσεων και την εξουσία της διαχειρίστριας εταιρίας να συνάπτει δάνεια και να παρέχει εγγυήσεις στο όνομα και για λογαριασμό του Α.Κ.Ε.Σ. και ενδεχόμενους περιορισμούς της εξουσίας αυτής, 6)την αμοιβή του διαχειριστή, 7)την ταυτότητα του θεματοφύλακα και τους όρους φύλαξης του ενεργητικού του Α.Κ.Ε.Σ., καθώς και την αμοιβή του θεματοφύλακα, 8)τον τρόπο διανομής των κερδών και του προϊόντος της ρευστοποίησης των επενδύσεων, 9)τη διαδικασία τροποποίησης και λύσης της σύμβασης, τους λόγους καταγγελίας της σύμβασης, καθώς και τη διαδικασία αντικατάστασης του διαχειριστή και του θεματοφύλακα, 10)τη διαδικασία μεταβίβασης των μεριδίων, 11)τα δικαιώματα των μεριδιούχων και τον τρόπο άσκησής τους, καθώς και τη διαδικασία ελέγχου του διαχειριστή και του θεματοφύλακα, 12)τη διαδικασία λύσης και ρευστοποίησης του Α.Κ.Ε.Σ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επιτρέπεται να αναπροσαρμόζεται το ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης σύστασης και διαχείρισης του Α.Κ.Ε.Σ. 13.Όποιος προβαίνει σε ανακριβείς ή παραπλανητικές δηλώσεις, γνωστοποιήσεις ή χρησιμοποιεί οποιαδήποτε μέθοδο για να δημιουργήσει σε τρίτους την εσφαλμένη εντύπωση ότι επιχείρηση ή επενδυτική πρόταση αποτελεί Αμοιβαίο Κεφάλαιο Επιχειρηματικών Συμμετοχών κατά την έννοια του παρόντος νόμου, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή μέχρι 300.000 ευρώ. 14.Για τη δημιουργία Α.Κ.Ε.Σ. δεν απαιτείται η ειδική άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του Ν. 876/1979, όπως ισχύει. Απαγορεύεται οποιαδήποτε δια του τύπου και των λοιπών Μ.Μ.Ε. διαφήμιση περί δημιουργίας Α.Κ.Ε.Σ. Απαγορεύεται επίσης η είσπραξη εκ μέρους του θεματοφύλακα και της εταιρίας διαχείρισης της αξίας του μεριδίου συμμετοχής των μεριδιούχων πριν την υπογραφή από αυτούς της σύμβασης σύστασης και διαχείρισης και την κατάθεσή της στο θεματοφύλακα. Η παράβαση των απαγορεύσεων των προηγούμενων εδαφίων 2 και 3 τιμωρείται με την ποινή που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του Ν. 876/1979. 15.Η διαχειριστική χρήση του αμοιβαίου κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών είναι ετήσια, αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Κατ εξαίρεση η πρώτη διαχειριστική χρήση μπορεί να ορισθεί για διάστημα μεγαλύτερο του ημερολογιακού έτους, με λήξη την 31η Δεκεμβρίου. 16.Στο τέλος του πρώτου εξαμήνου κάθε διαχειριστικής χρήσης, καθώς και στο τέλος κάθε διαχειριστικής χρήσης του αμοιβαίου κεφαλαίου, η διαχειρίστρια εταιρία συντάσσει την εξαμηνιαία και ετήσια, αντίστοιχα, έκθεση του Α.Κ.Ε.Σ. 17.Η ετήσια έκθεση για το Α.Κ.Ε.Σ. περιλαμβάνει τουλάχιστον: α. Την καταγραφή της περιουσιακής κατάστασης του Α.Κ.Ε.Σ., η οποία περιέχει αναλυτικά το είδος και την ποσότητα των κινητών αξιών, την τιμή κτήσης τους, τη συνολική αξία των κινητών αξιών, το διαθέσιμο ενεργητικό σε καταθέσεις, τις απαιτήσεις, τις υποχρεώσεις και την καθαρή αξία του ενεργητικού. β. Αναλυτικό λογαριασμό αποτελεσμάτων της χρήσης, που περιλαμβάνει τις προσόδους κατά κατηγορία, τα κέρδη ή ζημίες από την πώληση κινητών αξιών και τις δαπάνες κατά κατηγορία. γ. Τα διανεμόμενα και επανεπενδυόμενα κέρδη. δ. Τις ενδεχόμενες μεταβολές στην ταυτότητα των μεριδιούχων. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να διευρύνεται το πληροφοριακό περιεχόμενο της ετήσιας έκθεσης του Α.Κ.Ε.Σ. Η σύμβαση σύστασης και διαχείρισης του Α.Κ.Ε.Σ. μπορεί επίσης να διευρύνει το περιεχόμενο της ετήσιας αυτής έκθεσης. Η έκθεση αυτή διανέμεται από τη διαχειρίστρια εταιρία στους μεριδιούχους εντός τριών μηνών από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου. Η εξαμηνιαία έκθεση για το Α.Κ.Ε.Σ. περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία που αναφέρονται στην παραπάνω περίπτωση α΄. 18.Η αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού του Α.Κ.Ε.Σ. από τη διαχειρίστρια εταιρία γίνεται κατά τους ακόλουθους κανόνες: 1)Η αξία των κινητών αξιών που δεν είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο αποτιμάται με βάση την αξία κτήσης τους. 2)Η αξία κινητών αξιών που είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο αποτιμάται με βάση την τιμή κλεισίματος των χρηματιστηριακών συναλλαγών τοις μετρητοίς της ίδιας ημέρας. Όταν οι κινητές αξίες είναι εισηγμένες σε αλλοδαπά χρηματιστήρια και αυτό δεν είναι εφικτό για λόγους διαφοράς ώρας, η αξία αποτιμάται με βάση την τιμή κλεισίματος της προηγούμενης εργάσιμης ημέρας των ως άνω χρηματιστηρίων. 3)Εάν δεν έχει καταρτισθεί χρηματιστηριακή συναλλαγή την ημέρα της αποτίμησης, λαμβάνεται υπόψη η τιμή της προηγούμενης ημέρας συνεδρίασης του χρηματιστηρίου και, εάν δεν έχει γίνει ούτε και εκείνη την ημέρα χρηματιστηριακή συναλλαγή, η τιμή της αμέσως προηγούμενης συνεδρίασης. Εάν ούτε και εκείνη την ημέρα δεν έχει γίνει χρηματιστηριακή συναλλαγή, λαμβάνεται υπόψη η τελευταία τιμή προσφοράς ή ζητήσεως. 4)Εάν στο χρηματιστήριο, στο οποίο είναι εισηγμένες οι κινητές αξίες του Α.Κ.Ε.Σ. ισχύει το σύστημα της ενιαίας τιμής, για τον προσδιορισμό της αξίας τους λαμβάνεται υπόψη η ενιαία τιμή. 19.Οι πρόσοδοι του Α.Κ.Ε.Σ. από τόκους, μερίσματα και κέρδη από κλήρωση υπέρ το άρτιο, καθώς και το προϊόν της ρευστοποίησης των επενδύσεών του, μπορούν να διανέμονται ετησίως στους μεριδιούχους σύμφωνα με όσα ορίζονται στη σύμβαση σύστασης και διαχείρισης. 20.Αντίγραφο της σύμβασης σύστασης και διαχείρισης και κάθε τροποποίησή της κατατίθενται στην Δ.Ο.Υ. στην οποία υπάγεται η διαχειρίστρια εταιρία, εντός 15 ημερών από την κατάθεσή τους στο θεματοφύλακα. 21.Τα αμοιβαία κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών του παρόντος νόμου δεν είναι υποκείμενα οποιουδήποτε φόρου. Η φορολόγηση των μεριδιούχων Α.Κ.Ε.Σ. για το κάθε μορφής εισόδημα που αποκτούν από την ιδιότητα αυτή γίνεται στο πρόσωπό τους ως εξ αδιαιρέτου συγκυρίων, κοινωνών και γενικά συνδικαιούχων των περιουσιακών στοιχείων που απαρτίζουν το Α.Κ.Ε.Σ. Η μεταβίβαση ή άλλη συναλλαγή επί μεριδίων Α.Κ.Ε.Σ. εξομοιώνεται φορολογικά με την αντίστοιχη συναλλαγή επί του αναλογούντος εξ αδιαιρέτου μεριδίου των κατ ιδίαν περιουσιακών στοιχείων που απαρτίζουν το Α.Κ.Ε.Σ. Η απόκτηση μεριδίων συμμετοχής σε Α.Κ.Ε.Σ. δεν συνεπάγεται αφ εαυτής την απόκτηση από τον μεριδιούχο της ιδιότητας κατοίκου Ελλάδας ή μονίμως εγκατεστημένης στην Ελλάδα αλλοδαπής επιχείρησης ή οργανισμού για την εφαρμογή φορολογικών διατάξεων. 22.Η σύμβαση σύστασης και διαχείρισης Αμοιβαίου Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών κλειστού τύπου, καθώς και η καταβολή της συμμετοχής των μεριδιούχων, απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, δικαίωμα ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και τρίτων. 23.Οι διατάξεις της περίπτωσης κβ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του Ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α΄) εφαρμόζονται και για τη διαχείριση των Α.Κ.Ε.Σ. 24.Με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων, που λαμβάνεται μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του παρόντος και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 3 και 31 παρ. 2 του Κ.Ν. 2190/1920, είναι δυνατόν Εταιρία Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών (Ε.Κ.Ε.Σ.), που διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 2367/1995 και λειτουργεί ήδη κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού να μετατραπεί σε Α.Κ.Ε.Σ. Για τη μετατροπή συντάσσεται έκθεση από ορκωτό ελεγκτή, σύμφωνα με τους κανόνες αποτίμησης που προβλέπονται στην παραπάνω παράγραφο 18, η οποία τίθεται στη διάθεση των μετόχων, στην έδρα της εταιρίας, τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από την ημερομηνία συνεδρίασης της γενικής συνέλευσης που θα αποφασίσει τη μετατροπή. Τριάντα (30) ημέρες πριν από τη γενική συνέλευση που θα αποφασίσει τη μετατροπή, τίθεται στη διάθεση των μετόχων σχέδιο σύμβασης σύστασης και διαχείρισης του Α.Κ.Ε.Σ., το οποίο περιλαμβάνει κατ ελάχιστον όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από την παράγραφο 12. Η απόφαση περί μετατροπής πρέπει να περιλαμβάνει, επί ποινή ακυρότητας, τους όρους με τους οποίους οι μέτοχοι που δεν επιθυμούν τη μετατροπή αυτή θα μεταβιβάσουν τις μετοχές τους στους μετόχους οι οποίοι επιθυμούν τη μετατροπή αυτή. Η τιμή για τη μεταβίβαση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερη από αυτήν που προκύπτει με βάση την έκθεση του ορκωτού ελεγκτή. Το Α.Κ.Ε.Σ. που θα συσταθεί με αυτόν τον τρόπο θεωρείται έναντι των τρίτων καθολικός διάδοχος της Ε.Κ.Ε.Σ. που μετατράπηκε. Στην περίπτωση της μετατροπής, μπορεί, κατ εξαίρεση και κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραπάνω παραγράφου 8, η ελάχιστη αξία κάθε μεριδίου να είναι μικρότερη από 150.000 ευρώ. Από τη μετατροπή της Ε.Κ.Ε.Σ. σε Α.Κ.Ε.Σ. δεν δημιουργείται καμία φορολογική υποχρέωση, σε βάρος της Ε.Κ.Ε.Σ. ή του Α.Κ.Ε.Σ. που προκύπτει από τη μετατροπή ή σε βάρος των μεριδιούχων του. Άρθρο 8 Τροποποίηση των ιδρυτικών διατάξεων του Ταμείου Ανάπτυξης Νέας Οικονομίας (Τ.Α.Ν.Ε.Ο.) 1.Η παράγραφος 2 του άρθρου 28 του Ν. 2843/2000 αντικαθίσταται ως εξής: 2. Σκοπός της εταιρίας είναι η μειοψηφική συμμετοχή σε αμοιβαία κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (Α.Κ.Ε.Σ), εταιρίες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών (Ε.Κ.Ε.Σ.) και αντίστοιχα σχήματα παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου (στο εξής: επενδυτικά σχήματα) που θα ιδρυθούν ειδικά για το σκοπό αυτόν και θα διέπονται από τη νομοθεσία κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα εν λόγω επενδυτικά σχήματα θα πρέπει να είναι αντικείμενο διαχείρισης φορέων του ιδιωτικού τομέα με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και να επενδύουν αποκλειστικά σε καινοτόμες μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Οι ειδικότεροι όροι και οι προϋποθέσεις της συμμετοχής αυτής, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που είναι απαραίτητο για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης ορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Η εταιρία μπορεί να αναπτύσσει οποιαδήποτε δραστηριότητα σχετική με τον ανωτέρω σκοπό και με την εν γένει προαγωγή του θεσμού των επιχειρηματικών κεφαλαίων στην Ελλάδα, περιλαμβανομένης της διοργάνωσης εκδηλώσεων κάθε μορφής. Για την εκπλήρωση του σκοπού της η εταιρία μπορεί να επιχορηγείται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. 2.Η παράγραφος 3 του άρθρου 28 του Ν. 2843/2000 αντικαθίσταται ως εξής: 3. α) Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας ορίζεται σε διακόσιες ενενήντα τρεις χιλιάδες τετρακόσια εβδομήντα ευρώ και είκοσι εννέα λεπτά (293.470,29) και διαιρείται σε δέκα χιλιάδες (10.000) μετοχές, ονομαστικής αξίας είκοσι εννέα ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (29,35), αναλαμβάνεται δε και καλύπτεται ολόκληρο με καταβολή μετρητών από το Ελληνικό Δημόσιο. Η καταβολή γίνεται μέσα σε δύο μήνες από τη δημοσίευση του καταστατικού της εταιρείας. Επιτρέπεται η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας με την έκδοση κοινών ή προνομιούχων μετοχών με ή χωρίς δικαίωμα ψήφου. Τα προνόμια κάθε κατηγορίας προνομιούχων μετοχών ορίζονται ελευθέρως στο καταστατικό της εταιρίας και μπορεί να συνίστανται και σε οποιαδήποτε ειδική μεταχείριση του Ελληνικού Δημοσίου ως μετόχου, κατά παρέκκλιση της αρχής της ισότητας των μετόχων, είτε υπέρ αυτού είτε υπέρ των λοιπών μετόχων της εταιρίας. 1)Επιτρέπεται η μεταβίβαση των μετοχών κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σε οποιοδήποτε πρόσωπο, η ολική ή μερική παραίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, ως μετόχου της εταιρίας, από τα δικαιώματα προτίμησης κατά τη συμμετοχή στις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας και η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στην εταιρία αποκλειστικά δια κοινών ή δια μιας ή περισσότερων κατηγοριών προνομιούχων μετοχών με ή χωρίς δικαίωμα ψήφου. Η μεταβίβαση μετοχών της εταιρίας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου και η παραίτησή του από τα δικαιώματα προτίμησης κατά τη συμμετοχή σε αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας γίνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. 2)Με συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου αφ ενός και των λοιπών μετόχων της εταιρίας αφ ετέρου επιτρέπεται να συμφωνείται η εξαγορά του ποσοστού συμμετοχής των λοιπών μετόχων στην εταιρία αντί προκαθορισμένου τιμήματος κατά την προαίρεση των αντισυμβαλλόμενων μετόχων. Οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις κατάρτισης τέτοιων συμβάσεων και η έκταση των υποχρεώσεων που μπορεί να αναλαμβάνει με αυτές το Ελληνικό Δημόσιο καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. 3)Επιτρέπεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας η χωρίς περιορισμούς διανομή στους μετόχους με τη μορφή μερίσματος κάθε ποσού που εισπράττει η εταιρία από τη συμμετοχή της σε επενδυτικά σχήματα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. 3.Η παράγραφος 6 του άρθρου 28 του Ν. 2843/2000 αντικαθίσταται ως εξής: 6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταρτίζεται το καταστατικό της εταιρίας. Με το καταστατικό αυτό ρυθμίζονται θέματα που αφορούν το σκοπό, τη διάρκεια, την έδρα και το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας, τον αριθμό των μετοχών, την αύξnση και τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου, την έκδοση των μετοχών και των προσωρινών τίτλων, τα δικαιώματα των μετόχων, τη σύγκληση, τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου, το χρόνο θητείας των μελών του διοικητικού συμβουλίου, τους ελεγκτές, την εταιρική χρήση, τη διανομή των κερδών, τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τη λύση και την εκκαθάρισή της, την πρώτη εταιρική χρήση, τους πρώτους, τακτικό και αναπληρωματικό, ελεγκτές και κάθε άλλο θέμα που προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία. Στο καταστατικό θα προβλέπεται η σύσταση, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, επενδυτικής επιτροπής που θα στελεχώνεται από καταξιωμένες προσωπικότητες του επιχειρηματικού και επιστημονικού κόσμου. Η επιτροπή αυτή θα γνωμοδοτεί επί των επενδυτικών προτάσεων που θα υποβάλλονται στην εταιρία και η σύμφωνη γνώμη της θα είναι αναγκαία για τη συμμετοχή της εταιρίας σε οποιοδήποτε επενδυτικό σχήμα. Στο καταστατικό μπορεί επίσης να προβλέπεται η σύσταση, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, και άλλων επιτροπών με έργο την επεξεργασία του στρατηγικού σχεδιασμού της και την εν γένει προώθηση του σκοπού της. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ορίζονται οι αμοιβές των μελών των επιτροπών αυτών. Η τροποποίηση του καταστατικού γίνεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ν. 2190/1920, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος νόμου. Σε περίπτωση κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει ποσοστό μικρότερο του 50% των δικαιωμάτων ψήφου της εταιρίας, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, η αποζημίωσή τους και οι αμοιβές των μελών των ανωτέρω επιτροπών ορίζονται από τη γενική συνέλευση της εταιρίας. 4.Η παράγραφος 7 του άρθρου 28 του Ν. 2843/2000 αντικαθίσταται ως εξής: 7. Κύρια κριτήρια για τη συμμετοχή της εταιρίας σε επενδυτικά σχήματα είναι η αξιοπιστία των επενδυτικών προτάσεων και των διαχειριστών, καθώς και η συμβολή των χρηματοδοτούμενων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στnν ανάπτυξη τομέων νέας οικονομίας. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μπορούν να εξειδικεύονται τα κριτήρια της παραπάνω αξιολόγησης. 5.Η παράγραφος 9 του άρθρου 28 του Ν. 2843/2000 αντικαθίσταται ως εξής: 9. α) Η εταιρία δεν υπόκειται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου και απαλλάσσεται από το φόρο έναρξης δραστηριότητας. Επίσης η εταιρία δεν υπόκειται σε οποιονδήποτε φόρο, τέλος ή δικαίωμα του Δημοσίου ή τρίτου για την κατάρτιση και τροποποίηση του καταστατικού της. 1)Η εταιρία δεν υπόκειται σε φόρο για το κάθε μορφής εισόδημα που προκύπτει από τη συμμετοχή της σε επενδυτικά σχήματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Κάθε ποσό που εισπράττουν οι μέτοχοι από την εταιρία για οποιαδήποτε αιτία, στην έκταση που υπερβαίνει το άθροισμα των ως τότε κάθε μορφής εισφορών τους στην εταιρία, εξομοιώνεται φορολογικά με πρόσθετη αξία που αποκτούν οι μεριδιούχοι αμοιβαίων κεφαλαίων από την εξαγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων σε τιμή ανώτερη της τιμής κτήσης, κατά την έννοια της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του Ν. 2238/1994. 2)Η συμμετοχή στην εταιρία δεν συνεπάγεται αφ εαυτής την απόκτηση από το μέτοχο της ιδιότητας κατοίκου Ελλάδας ή μονίμως εγκατεστημένης στην Ελλάδα αλλοδαπής επιχείρησης ή οργανισμού για την εφαρμογή φορολογικών διατάξεων. 6.Η παράγραφος 10 του άρθρου 28 του Ν. 2843/2000 αντικαθίσταται ως εξής: 10. Οι ανάγκες της εταιρίας σε προσωπικό μπορούν να καλύπτονται και με απόσπαση υπαλλήλων του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Η απόσπαση γίνεται με κοινή απόφαση του Υπουργού που εποπτεύει το φορέα προέλευσης και των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, χωρίς να απαιτείται γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου του φορέα προέλευσης. Η διάρκεια της απόσπασης ορίζεται μέχρι δύο (2) χρόνια και μπορεί να παραταθεί με απόφαση των ίδιων Υπουργών μία ή περισσότερες φορές για ίσο χρονικό διάστημα κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη και ιδίως αυτές του Ν. 2683/1999 (ΦΕΚ 19 Α΄). Οι αποδοχές των αποσπασμένων κατά τα ανωτέρω υπαλλήλων καθορίζονται στο ύψος των πάσης φύσεως αποδοχών που ελάμβαναν από το φορέα προέλευσής τους. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας είναι δυνατή η χορήγηση σε αυτούς ειδικού πρόσθετου επιδόματος, ανάλογα με τα καθήκοντα τα οποία ασκούν. Ο χρόνος υπηρεσίας των αποσπασμένων στην εταιρία υπαλλήλων θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας στην οργανική τους θέση για οποιαδήποτε υπηρεσιακή συνέπεια. Οι αποσπασμένοι υπάλληλοι διατηρούν το βαθμό που είχαν κατά την απόσπαση στην εταιρία. Η δαπάνη μισθοδοσίας των αποσπασμένων υπαλλήλων βαρύνει τους φορείς από τους οποίους προέρχονται, οι οποίοι εξακολουθούν να καταβάλλουν τις πάσης φύσεως αποδοχές και ασφαλιστικές εισφορές αυτών. Τα τυχόν χορηγούμενα ειδικά επιδόματα βαρύνουν την εταιρία. 7.Στο άρθρο 28 του Ν. 2843/2000 προστίθεται παράγραφος 11 με το ακόλουθο περιεχόμενο: 11. Η εταιρεία λογίζεται ως χρηματοπιστωτική επιχείρηση του δημόσιου τομέα για την εφαρμογή της διάταξης της περίπτωσης Ι ιστ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του Ν. 2286/1995. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΚΙΝΗΤΡΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ - ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Άρθρο 9 Κίνητρα συγχωνεύσεων επιχειρήσεων 1.Οι ανώνυμες εταιρείες με μετοχές μη εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, που προέρχονται από συγχώνευση ή απορροφούν άλλες εταιρείες, οποιασδήποτε νομικής μορφής, φορολογούνται για τα κέρδη που προκύπτουν από τον πρώτο μετά την ολοκλήρωση του μετασχηματισμού ισολογισμό με τον ισχύοντα κατά το χρόνο υποβολής της οικείας δήλωσης συντελεστή φορολογίας μειωμένο κατά δέκα (10) ποσοστιαίες μονάδες και για τα κέρδη που προκύπτουν από το δεύτερο ισολογισμό με τον ισχύοντα κατά το χρόνο υποβολής της οικείας δήλωσης συντελεστή φορολογίας μειωμένο κατά πέντε (5) ποσοστιαίες μονάδες. Τα παραπάνω εφαρμόζονται εφόσον: 1)Οι μετασχηματιζόμενες επιχειρήσεις δεν έχουν καταστεί συνδεδεμένες κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του Κ.Ν. 2190/1920, όπως ισχύει, από την 1η Ιανουαρίου 1997 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος ή δεν θα καταστούν τοιαύτες μετά τη δημοσίευση. 2)Ο μετασχηματισμός γίνεται με τις διατάξεις του Ν.Δ. 1297/1972 (ΦΕΚ 217 Α΄) ή του Ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137 Α΄) ή του άρθρου 16 του Ν. 2515/1997 (ΦΕΚ 154 Α΄). 3)Στην περίπτωση της απορρόφησης, τα ίδια κεφάλαια καθεμιάς από τις εταιρείες που απορροφώνται ανέρχονται τουλάχιστον στο ένα πέμπτο των ιδίων κεφαλαίων της απορροφώσας εταιρείας, όπως αυτά εμφανίζονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού ή στον ισολογισμό που υποβάλλεται για εκτίμηση από την Επιτροπή του άρθρου 9 του Κ.Ν. 2190/1920. 4)Ο μετασχηματισμός ολοκληρωθεί από την 1η Ιανουαρίου 2002 και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004. 2.Η μείωση του συντελεστή φορολογίας κατά δέκα (10) και πέντε (5) ποσοστιαίες μονάδες ισχύει με τις ίδιες προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο και για τις ανώνυμες εταιρείες με μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες απορροφούν μία ή περισσότερες ανώνυμες εταιρείες με μετοχές εισηγμένες ή μη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Αν απορροφηθεί εταιρεία με μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από άλλη ανώνυμη εταιρεία με μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, τα ίδια κεφάλαια κάθε εταιρείας που απορροφάται πρέπει να ανέρχονται τουλάχιστον στο ένα δέκατο των ιδίων κεφαλαίων της απορροφώσας εταιρείας, όπως αυτά εμφανίζονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού ή στον ισολογισμό που υποβάλλεται για εκτίμηση από την Επιτροπή του άρθρου 9 του Κ.Ν. 2190/1920. 3.Αν οι εταιρείες που μετασχηματίζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, έχουν καταστεί συνδεδεμένες μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1996, τα καθαρά κέρδη της προερχόμενης από το μετασχηματισμό ανώνυμης εταιρείας τα οποία προκύπτουν από τους δύο πρώτους μετά την ολοκλήρωση του μετασχηματισμού ισολογισμούς, φορολογούνται με τον ισχύοντα κατά το χρόνο υποβολής της οικείας δήλωσης συντελεστή φορολογίας, μειωμένο κατά πέντε (5) ποσοστιαίες μονάδες. 4.Οι μειώσεις των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος της παραγράφου 1 ισχύουν και για τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις (Α.Σ.Ο.) που απορροφούν άλλες Α.Σ.Ο. ή προέρχονται από τη συγχώνευσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2810/ 2000 (ΦΕΚ 61 Α΄). Επίσης ισχύουν και για τις Συνεταιριστικές Εταιρείες (Σ.Ε.) που προκύπτουν κατ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 6 του άρθρου 32 του Ν. 2810/2000, εφόσον η απορροφώσα ή συνιστώμενη Συνεταιριστική Εταιρεία έχει τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας. Για τους μετασχηματισμούς που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν έχουν εφαρμογή οι προϋποθέσεις της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται για μετασχηματισμούς των οποίων η ολοκλήρωση θα γίνει από 1ης Ιανουαρίου 2002 και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004. 5.Κατά το μετασχηματισμό επιχειρήσεων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 έως και 5 του Ν. 2166/1993 ή της παραγράφου 5 του άρθρου 16 του Ν. 2515/1997, η μεταφερόμενη στον ισολογισμό της νέας εταιρείας ζημία, και κατά το ποσό που τυχόν δεν συμψηφίζεται με κέρδη υφιστάμενα κατά το μετασχηματισμό, συμψηφίζεται με τα προκύπτοντα κέρδη αυτής των επόμενων δύο (2) χρήσεων, μόνο κατά το μέρος που αναγνωρίζεται φορολογικώς, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις περί φορολογίας του εισοδήματος. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση διάσπασης ανωνύμων εταιρειών κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 81 του Κ.Ν. 2190/1920. 6.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για μετασχηματισμούς για την πραγματοποίηση των οποίων συντάσσονται ισολογισμοί μετασχηματισμού από τη δημοσίευση του παρόντος και μετά. 7.Οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες ή εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, οι οποίες προέρχονται από μετασχηματισμό άλλων επιχειρήσεων με βάση τις ανωτέρω διατάξεις του Ν.Δ. 1297/1972 ή του Ν. 2166/1993, που ολοκληρώνεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004, δικαιούνται, εφόσον υπάγονται στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Ν. 2601/1998 (ΦΕΚ 81 Α΄), να σχηματίζουν από τα αδιανέμητα κέρδη των χρήσεων 2002 έως 2005 (οικονομικών ετών 2003 έως 2006), το ειδικό αφορολόγητο αποθεματικό επενδύσεων, που ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 1828/1989 (ΦΕΚ 2 Α΄), όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 20 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α΄) και το άρθρο 4 του Ν. 2753/1999 (ΦΕΚ 249 Α΄). Το αποθεματικό αυτό χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση νέων παραγωγικών επενδύσεων, οι οποίες θα αρχίσουν μέσα στα έτη 2003, 2004, 2005 και 2006 αντιστοίχως και θα ολοκληρωθούν μέσα σε μια τριετία από το σχηματισμό του αφορολόγητου αποθεματικού. Ως παραγωγικές επενδύσεις νοούνται οι επενδυτικές και λοιπές δαπάνες που αναφέρονται για κάθε κατηγορία δραστηριότητας στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του Ν. 2601/1998. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν εφαρμόζονται για τις εταιρείες που αναφέρονται στις περιπτώσεις π΄ και ρ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Ν. 2601/1998. 8.Στο άρθρο 16 του Ν. 2515/1997 (ΦΕΚ 154 Α΄) προστίθεται παράγραφος 21 που έχει ως εξής: 21. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137 Α΄) έχουν εφαρμογή και σε οποιαδήποτε περίπτωση μετασχηματισμού εγκατεστημένων στη χώρα μας υποκαταστημάτων αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων σε ημεδαπή τραπεζική ανώνυμη εταιρεία ή και σε περίπτωση εισφοράς αυτών σε πιστωτικό ίδρυμα με έδρα χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 9.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κωδικοποιούνται σε ενιαίο κείμενο οι κείμενες διατάξεις που ισχύουν και που αφορούν την παροχή επενδυτικών κινήτρων, καθώς και το μετασχηματισμό των επιχειρήσεων σε μεγάλες οικονομικές μονάδες. Στην παραπάνω κωδικοποίηση επιτρέπεται η μεταβολή της σειράς των άρθρων, των παραγράφων και των εδαφίων, η σύμπτυξη και κάθε αναγκαία φραστική μεταβολή, χωρίς να αλλοιώνεται η έννοια των διατάξεων που ισχύουν, καθώς και η απάλειψη των μεταβατικών διατάξεων που δεν ισχύουν. Άρθρο 10 Ενίσχυση της επιστημονικής έρευνας 1.Για τον υπολογισμό των φορολογητέων κερδών των επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από την κατηγορία βιβλίων του Κ.Β.Σ. που τηρούν, από τα καθαρά κέρδη τους, τα οποία προσδιορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, αφαιρείται ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) των δαπανών επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας, όπως αυτές ορίζονται στην απόφαση του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας 12962/3.11.1987 (ΦΕΚ 734 Β΄/22.12.1987). Σε περίπτωση κατά την οποία, μετά την εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου, προκύπτει ζημία, αυτή μεταφέρεται για συμψηφισμό με τα κέρδη των πέντε επόμενων οικονομικών ετών, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. 2.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 2002 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004. 3.Το τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, που κυρώθηκε με το Ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από το φορολογούμενο λόγω δωρεάς προς τα κοινωφελή ιδρύματα, τα σωματεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και χορηγούν υποτροφίες, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμα έχουν συσταθεί ή συνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς, τους ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς που διέπονται από το Ν. 1514/1985 (ΦΕΚ 13 Α΄), τα ερευνητικά κέντρα που αποτελούν ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, καθώς και οποιοδήποτε αθλητικό σωματείο που έχει συσταθεί νόμιμα και είναι αναγνωρισμένο από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, εφόσον οι δωρεές αυτές προορίζονται για την καλλιέργεια και ανάπτυξη των ερασιτεχνικών τους τμημάτων. 4.Το έκτο εδάφιο της υποπερίπτωσης γγ΄ της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αντικαθίσταται ως εξής: Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται λόγω δωρεάς προς τα κοινωφελή ιδρύματα, τα σωματεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και χορηγούν υποτροφίες, τους ιερούς ναούς, τις ιερές μονές του Αγίου Όρους, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, την Ιερά Μονή Σινά, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμα έχουν συσταθεί ή συνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς, τους ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς που διέπονται από το Ν. 1514/1985, τα ερευνητικά κέντρα που αποτελούν ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και έχουν συσταθεί νόμιμα, καθώς και οποιοδήποτε αθλητικό σωματείο, που έχει συσταθεί νόμιμα και είναι αναγνωρισμένο από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, εφόσον οι δωρεές αυτές προορίζονται για την καλλιέργεια και ανάπτυξη των ερασιτεχνικών τους τμημάτων. Άρθρο 11 Αποσβέσεις ξενοδοχείων 1.Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Π.Δ. 100/1998 (ΦΕΚ 96 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: α) Για οικοδομές ή τμήματα αυτών, που χρησιμοποιούνται ως οικοτροφεία, σχολεία, φροντιστήρια, αίθουσες κινηματογράφων ή θεάτρων, κλινικές, σανατόρια και καταστήματα εξυπηρετήσεως του κοινού γενικά, σε οκτώ τα εκατό (8%). 2.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του Π.Δ. 100/1998 προστίθεται περίπτωση θ΄ ως εξής: θ) Για οικοδομές ή τμήματα αυτών, που χρησιμοποιούνται ως ξενοδοχεία, σε τέσσερα τα εκατό (4%). 3.Η παράγραφος 1 του άρθρου 11 του Π.Δ. 100/1998 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Το ποσοστό απόσβεσης των ειδών εξοπλισμού γενικά (επίπλων, σκευών κ.λπ.) των σανατορίων, κλινικών, εκπαιδευτηρίων, εστιατορίων και κέντρων διασκέδασης, ορίζεται σε τριάντα τα εκατό (30%). 4.Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν για ισολογισμούς που κλείνουν μετά την 30ή Δεκεμβρίου 2001. Άρθρο 12 Εγκατάσταση αλλοδαπών εμποροβιομηχανικών εταιρειών στην Ελλάδα 1.Οι δασμολογικές και φορολογικές απαλλαγές και διευκολύνσεις που προβλέπονται στον Α.Ν. 89/1967 (ΦΕΚ 132 Α΄) δεν εφαρμόζονται για τις αλλοδαπές εμποροβιομηχανικές εταιρείες, που εγκαθίστανται στην Ελλάδα από την 1η Ιανουαρίου 2002 και μετά. 2.Για τις επιχειρήσεις της προηγούμενης παραγράφου, οι οποίες έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του Α.Ν. 89/1967 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2001, οι δασμολογικές και φορολογικές απαλλαγές και διευκολύνσεις του νομοθετήματος αυτού εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2005. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΑ ΚΙΝΗΤΡΑ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 13 Ρυθμίσεις στη φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων 1.Η κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αντικαθίσταται ως εξής: 2.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αντικαθίσταται ως εξής: Ειδικά για φορολογούμενο με εισόδημα από μισθούς ή συντάξεις, το ποσό του πρώτου κλιμακίου της πιο πάνω κλίμακας, προκειμένου να υπολογιστεί ο φόρος που αναλογεί στο εισόδημά του, αυξάνεται κατά χίλια (1.000) ευρώ με ισόποση μείωση του ποσού του δεύτερου κλιμακίου. 3.Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 ισχύουν για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 2002 και μετά. 4.Τα εδάφια πέμπτο και έκτο της παραγράφου 7 του άρθρου 9 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αντικαθίστανται ως εξής: Όταν ο οφειλόμενος με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση φόρος καταβάλλεται εφάπαξ μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης, ανεξάρτητα αν βεβαιώθηκε σε μία ή περισσότερες δόσεις, παρέχεται στο συνολικό ποσό του φόρου και των λοιπών συμβεβαιούμενων με αυτόν οφειλών έκπτωση δυόμισι τοις εκατό (2,5%). Όταν η δήλωση υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου, εκτός από την έκπτωση του προηγούμενου εδαφίου, παρέχεται έκπτωση δυόμισι τοις εκατό (2,5%) στο συνολικό ποσό της οφειλής και μέχρι του ποσού των εκατό δεκαοκτώ (118) ευρώ, ανεξάρτητα από τον αριθμό των δόσεων. 5.Στην παράγραφο 4 του άρθρου 62 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος προστίθενται δύο εδάφια που έχουν ως εξής: Ειδικά για τις δηλώσεις που υποβάλλονται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου δεν υποβάλλονται τα δικαιολογητικά που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, οι οποίες δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται η διαδικασία και ο τρόπος ελέγχου αυτών των δικαιολογητικών, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια που είναι αναγκαία. 6.Οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται για δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2002 και μετά. 7.Στην παράγραφο 4 του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος προστίθεται περίπτωση στ΄, που έχει ως εξής: στ) Οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που αναφέρονται στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 58 του Ν. 1943/1991. 8.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους δικαιούχους από την 1η Ιανουαρίου 2002 και μετά. 9.Τα τέταρτο και πέμπτο εδάφια της παραγράφου 4 του άρθρου 61 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αντικαθίστανται ως εξής: Στην περίπτωση απόρριψης της ανάκλησης επιδίδεται, από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, με απόδειξη, γνωστοποίηση αυτής στο φορολογούμενο, ο οποίος μπορεί να την προσβάλει προσφεύγοντας, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 66 του Ν. 2717/1999 (ΦΕΚ 97 Α΄), ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου. Αν η ανακλητική δήλωση υποβληθεί σε χρόνο μεταγενέστερο του οικείου οικονομικού έτους, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει στο φορολογούμενο, επί αποδείξει, ότι η ανάκληση δεν γίνεται δεκτή λόγω παρόδου του οικείου οικονομικού έτους και ο φορολογούμενος μπορεί να προσφύγει μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 66 του Ν. 2717/1999 κατά της γνωστοποίησης αυτής ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, το οποίο αποφαίνεται στην ουσία. 10.Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 61 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος προστίθεται νέο έβδομο εδάφιο που έχει ως εξής: Αν ο φορολογούμενος λάβει το εκκαθαριστικό σημείωμα μετά την 31η Δεκεμβρίου του οικείου οικονομικού έτους, η ανάκληση γίνεται μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 66 του Ν. 2717/1999. 11.Οι διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 61 και της παραγράφου 10 του άρθρου 81 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, καθώς και εκείνες των περιπτώσεων β΄, γ΄, ε΄, στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 16 και της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος δεν εφαρμόζονται για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 12 της Συμφωνίας Έδρας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας Εμπορίου και Ανάπτυξης του Ευξείνου Πόντου, που κυρώθηκε με το Ν. 2707/1999 (ΦΕΚ 78 Α΄). 12.Η ισχύς των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου αρχίζει από την έναρξη ισχύος του Ν. 2707/ 1999. 13.Ο συντελεστής φορολογίας εισοδήματος των ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών, εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, των πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του Ν. 1667/1986 (ΦΕΚ 196 Α΄) και των εγκατεστημένων στη χώρα μας υποκαταστημάτων αλλοδαπών επιχειρήσεων για τη διαχειριστική περίοδο 2002 μειώνεται από τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) σε τριάντα τέσσερα τοις εκατό (34%) ή τριάντα τρία τοις εκατό (33%) ή τριάντα δύο και πενήντα τοις εκατό (32,50%), εφόσον η απασχόληση έναντι της προηγούμενης χρήσης αυξάνεται κατά πέντε τοις εκατό (5%), δέκα τοις εκατό (10%) ή δώδεκα και πενήντα τοις εκατό (12,50%), αντίστοιχα. Η μείωση του φόρου εισοδήματος που προκύπτει από τους πιο πάνω συντελεστές φορολογίας δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ για κάθε νεοπροσληφθέντα εργαζόμενο. Οι επιχειρήσεις των οποίων τα κέρδη του οικονομικού έτους 2003 (χρήση 2002) θα φορολογηθούν με μειωμένο συντελεστή δεν πρέπει να προβούν σε μείωση του προσωπικού τους κατά την επόμενη χρήση. Ο όρος της απασχόλησης, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια θα καθορισθούν με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. 14.Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 13 του άρθρου 2 του Ν. 2598/1998 (ΦΕΚ 66 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: γ) Στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος υπάγονται και η αξία των ακινήτων που μεταβιβάζονται στην Εταιρεία, καθώς και τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από φορολογούμενους, λόγω δωρεάς ή χορηγίας σε αυτήν. Τα παραπάνω ποσά δεν είναι απαραίτητο να κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό της Εταιρείας στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε τράπεζα που νόμιμα λειτουργεί στην Ελλάδα και δεν υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου εισοδήματος. 15.Η περίπτωση στ΄ της παραγράφου 13 του άρθρου 2 του Ν. 2598/1998, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του Ν. 2833/2000 (ΦΕΚ 150 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: στ. Η αξία των χορηγιών και των δωρεών που πραγματοποιούν οι επιχειρήσεις προς την Εταιρεία εκπίπτει, είτε από τα ακαθάριστα έσοδα της διαχειριστικής περιόδου, εντός της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι χορηγίες ή δωρεές, είτε τμηματικά και ισόποσα από τα ακαθάριστα έσοδα της ίδιας χρήσης και των τεσσάρων επομένων. Για την έκπτωση της αξίας των χρηματικών δωρεών απαιτείται: α) διπλότυπη απόδειξη είσπραξης του ποσού της δωρεάς, η οποία εκδίδεται από την Εταιρεία και β) βεβαίωση της Εταιρείας, από την οποία να προκύπτει η αποδοχή της δωρεάς και η καταχώριση του ποσού αυτής στα επίσημα βιβλία της Εταιρείας. Για την εφαρμογή των παραπάνω ως χορηγία θεωρείται κάθε δαπάνη για την απόκτηση ιδίως δικαιωμάτων χρήσης Ολυμπιακών συμβόλων, εμβλημάτων και σημάτων. Ως χορηγία θεωρούνται, επίσης, και τα συναφή έξοδα προβολής των χορηγών είτε στο χώρο διεξαγωγής των Αγώνων είτε σε άλλους χώρους. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Πολιτισμού καθορίζονται οι κατηγορίες των εξόδων προβολής που εμπίπτουν στην έννοια της χορηγίας, καθώς και τα δικαιολογητικά για την έκπτωση της αξίας των χορηγιών από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων. 16.Οι διατάξεις των παραγράφων 14 και 15 ισχύουν για χορηγίες ή δωρεές που πραγματοποιούνται από την 1η Οκτωβρίου 2000 και μετά. 17.Τα πάσης φύσεως έσοδα της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής όπως επίσης και της Διεθνούς Παραολυμπιακής Επιτροπής, που προκύπτουν στην Ελλάδα λόγω της διεξαγωγής των Ολυμπιακών και Παραολυμπιακών Αγώνων, απαλλάσσονται παντός άμεσου φόρου υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου. 18.Αλλοδαπές επιχειρήσεις, που έχουν ανακηρυχθεί ή θα ανακηρυχθούν επίσημοι διεθνείς χορηγοί από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή (Δ.Ο.Ε.) και έχουν συνάψει ή θα συνάψουν σύμβαση με τη Δ.Ο.Ε. και την Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων (Ο.Ε.Ο.Α.) - ΑΘΗΝΑ 2004, σύμφωνα με την οποία, έχουν αναλάβει την υποχρέωση, σε εκτέλεση των παραπάνω συμβατικών υποχρεώσεων, να παρέχουν υπηρεσίες και αγαθά στην Ο.Ε.Ο.Α. - ΑΘΗΝΑ 2004 για την τέλεση των Ολυμπιακών και Παραολυμπιακών Αγώνων 2004, απαλλάσσονται της φορολογίας εισοδήματος για το εισόδημα που αποκτούν από τις πιο πάνω υπηρεσίες ή αγαθά, ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι διμερής σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας του εισοδήματος. 19.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που παρέχονται από τις αλλοδαπές επιχειρήσεις, από της συστάσεως της Ο.Ε.Ο.Α. - ΑΘΗΝΑ 2004 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2004. 20.Οι διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 2819/2000 (ΦΕΚ 84 Α΄) καταλαμβάνουν και τους τόκους από ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι καταβάλλονται από την 1η Ιανουαρίου 2002 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2002. Άρθρο 14 Ρυθμίσεις στη φορολογία των ναυτικών 1.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αντικαθίσταται ως εξής: Επίσης, ο φόρος στις αμοιβές που αποκτούν οι αξιωματικοί του εμπορικού ναυτικού και το κατώτερο πλήρωμα από την παροχή υπηρεσιών σε εμπορικά πλοία, υπολογίζεται με αναλογικό συντελεστή έξι τοις εκατό (6%) για τους αξιωματικούς και τρία τοις εκατό (3%) για το κατώτερο πλήρωμα στις αμοιβές που αποκτώνται στο ημερολογιακό έτος 2002 και επόμενα. 2.Στην παράγραφο 5 του άρθρου 9 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται και για το κατώτερο πλήρωμα του εμπορικού ναυτικού. 3.Στην παράγραφο 4 του άρθρου 59 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος προστίθεται νέο προτελευταίο εδάφιο που έχει ως εξής: Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται και για το κατώτερο πλήρωμα του εμπορικού ναυτικού. 4.Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 εφαρμόζονται για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 2002 και μετά. Άρθρο 15 Ρυθμίσεις στη φορολογία εισοδήματος επιχειρήσεων 1.Η πρώτη περίοδος του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αντικαθίσταται ως εξής: στ) Δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, κοινωφελή ιδρύματα και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου γενικά, κατά την προμήθεια κάθε είδους αγαθών ή παροχής υπηρεσιών από επιχειρήσεις, υποχρεούνται όπως, κατά την καταβολή ή την έκδοση της σχετικής εντολής πληρωμής της αξίας αυτών, παρακρατούν φόρο εισοδήματος, ο οποίος υπολογίζεται στο καθαρό ποσό της αξίας των αγαθών ή υπηρεσιών με συντελεστή ως ακολούθως: 2.Το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος καταργείται. 3.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 107 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος προστίθεται εδάφιο, που έχει ως εξής: Επίσης σε υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος υποχρεούνται και τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα που έχουν στην κυριότητά τους ακίνητο στην Ελλάδα, ανεξάρτητα αν προκύπτει ή όχι εισόδημα από αυτό. 4.Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 107 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αντικαθίσταται ως εξής: α) Από τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101 και του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του πέμπτου μήνα από την ημερομηνία λήξης της διαχειριστικής περιόδου, για τα εισοδήματα που απόκτησαν μέσα σε αυτήν. 5.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 56 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος προστίθεται εδάφιο, που έχει ως εξής: Ειδικά, οι επιδοτήσεις ή επιχορηγήσεις επί της παραγωγής, που καταβάλλονται από τον Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.), δυνάμει καθεστώτων στήριξης, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα οποιασδήποτε μορφής που ασχολούνται με την παραγωγή φυτικών ή ζωικών προϊόντων και οι οποίες βαρύνουν τον Ειδικό Λογαριασμό Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων (Ε.Λ.Ε.ΓΕ.Π.), εξαιρούνται από την παρακράτηση φόρου εισοδήματος. 6.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ποσά επιδοτήσεων ή επιχορηγήσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους από την 1η Δεκεμβρίου 2001. 7.Ειδικά για τις ποσότητες συσπόρου βάμβακος που παραδόθηκαν μέχρι και την 31.1.2002 από τους παραγωγούς στις εκκοκκιστικές επιχειρήσεις ή τα Αναγνωρισμένα Κέντρα Αγοράς (Α.Κ.Α.) και αφορούν αποκλειστικά τη διανυόμενη εκκοκκιστική περίοδο 2001 και για τις οποίες ποσότητες επίκειται η ολοκλήρωση του προβλεπόμενου ελέγχου από τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., επιτρέπεται η έκδοση από τις ανωτέρω επιχειρήσεις των τιμολογίων αγοράς, σε χρόνο μεταγενέστερο του ενός μηνός από την παραλαβή των ποσοτήτων αυτών και το αργότερο μέχρι την 31.3.2002, που ολοκληρώνεται η προθεσμία θέσης υπό έλεγχο και ορίζεται από τον Κανονισμό 1591/2001 της Επιτροπής για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης για το βαμβάκι και με ημερομηνία έκδοσης των τιμολογίων την 31.12.2001 για τις ποσότητες συσπόρου βάμβακος που παραδόθηκαν μέχρι την ημερομηνία αυτή. 8.Στην παράγραφο 7 του άρθρου 39 του Ν. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α΄) προστίθεται εδάφιο ως εξής: Απαλλάσσονται από την υποχρέωση προσκόμισης βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας οι παραγωγοί φυτικών ή ζωικών προϊόντων για την είσπραξη επιδοτήσεων ή επιχορηγήσεων επί της παραγωγής, που καταβάλλονται από τον Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.) δυνάμει καθεστώτων στήριξης και οι οποίες βαρύνουν τον Ειδικό Λογαριασμό Εγγυήσεων Γεωργικών προϊόντων (Ε.Λ.Ε.ΓΕ.Π.). 9.Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όπως αυτές ίσχυαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2001, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2003. 10.Στην παράγραφο 2 του άρθρου 6 του Ν. 2753/1999 (ΦΕΚ 249 Α΄) προστίθενται τέσσερα νέα εδάφια, που έχουν ως εξής: Οι παραπάνω προσδιοριστικοί παράγοντες εφαρμόζονται και για τον προσδιορισμό των ακαθάριστων εσόδων στη φορολογία του εισοδήματος των υποχρέων αυτών. Τα πιο πάνω ακαθάριστα έσοδα, εφόσον είναι μεγαλύτερα αυτών που δηλώθηκαν, λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των καθαρών κερδών με βάση τις διατάξεις του Ν. 2238/1994. Τα, τυχόν, επιπλέον καθαρά κέρδη που προκύπτουν με τον τρόπο αυτόν, μπορούν να δηλωθούν με συμπληρωματικές δηλώσεις χωρίς την επιβολή πρόσθετου φόρου και προστίμου. Η προαιρετική εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και για τα ποσά Φόρου Προστιθέμενης Αξίας που προκύπτουν σύμφωνα με την παράγραφο αυτή. Άρθρο 16 Ρυθμίσεις θεμάτων Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και άλλες διατάξεις 1.Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Π.Δ. 186/1992 (ΦΕΚ 84 Α΄) προστίθενται δύο νέα εδάφια, που έχουν ως εξής: Επίσης, στην τρίτη κατηγορία εντάσσονται τα πρόσωπα των περιπτώσεων β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, που κυρώθηκε με το Ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α΄), που ασχολούνται με την πώληση ανεγειρόμενων οικοδομών ή την κατασκευή δημόσιων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων, καθώς και οι κοινοπραξίες που έχουν το ίδιο αντικείμενο εργασιών, εφόσον συμμετέχει σε αυτές ένα τουλάχιστον από τα πρόσωπα του παρόντος εδαφίου ή ημεδαπή ανώνυμη ή περιορισμένης ευθύνης εταιρία. Η υποχρέωση για τήρηση βιβλίων τρίτης κατηγορίας συντρέχει και για τις κοινοπραξίες, στις οποίες εισφέρεται η κατασκευή δημόσιων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων ή η ανέγερση οικοδομών από τις κοινοπραξίες του προηγούμενου εδαφίου. 2.Στο τέλος της παραγράφου 7 του άρθρου 7 του Ν. 2940/2001 (ΦΕΚ 180 Α΄) προστίθεται εδάφιο το οποίο έχει ως εξής: Αν οι επιχειρήσεις του προηγούμενου εδαφίου δεν τηρούν τα βιβλία και στοιχεία που προβλέπονται από το Π.Δ. 186/1992 ή τηρούν βιβλία και στοιχεία κατώτερης κατηγορίας από την προσήκουσα ή τηρούν ανακριβή ή ανεπαρκή βιβλία και στοιχεία, και στην τελευταία αυτή περίπτωση η ανεπάρκεια καθιστά αδύνατη τη διενέργεια των ελεγκτικών επαληθεύσεων, το καθαρό εισόδημά τους προσδιορίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 34 και 35 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. 3.Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων 1 και 2, καθώς και της παραγράφου 7 του άρθρου 7 του Ν. 2940/2001 (ΦΕΚ 180 Α΄) εφαρμόζονται για δημόσια ή ιδιωτικά τεχνικά έργα που αναλαμβάνονται από την 1η Ιανουαρίου 2002 και μετά, καθώς και για οικοδομές των οποίων η έναρξη της ανέγερσης πραγματοποιείται από την ημερομηνία αυτή και μετά. 4.Στο τέλος της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 11 του Π.Δ. 186/1992 (ΦΕΚ 84 Α΄) το κόμμα γίνεται τελεία και προστίθεται νέο εδάφιο που έχει ως εξής: Επίσης αναγράφεται ο αριθμός κυκλοφορίας του πρώτου χρησιμοποιούμενου κατά τη μεταφορά των αγαθών φορτηγού αυτοκινήτου δημόσιας ή ιδιωτικής χρήσης ή το όνομα του πλωτού μέσου επί θαλάσσιων μεταφορών. 5.Στην παράγραφο 2 του άρθρου 18 του Π.Δ. 186/1992 προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: Ειδικά για την απόδειξη της συναλλαγής από το λήπτη φορολογικού στοιχείου που αφορά αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας 15.000 ευρώ και άνω απαιτείται η τμηματική ή ολική εξόφληση να γίνεται μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με δίγραμμη επιταγή. 6.Μετά το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του Ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α΄) προστίθενται δύο νέα εδάφια, που έχουν ως εξής: Επίσης οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά λαμβανομένη κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Για τον προσδιορισμό του ορίου του προηγούμενου εδαφίου από παραβάσεις που διαπράχθηκαν μέχρι 31.12.2001 τα ποσά που εμφανίζονται στα πλαστά, εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία σε δραχμές μετατρέπονται σε ευρώ με βάση την ισοτιμία δραχμής και ευρώ, στρογγυλοποιούμενα στην πλησιέστερη προς τα κάτω μονάδα. 7.Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του Ν. 2523/1997 προστίθεται νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: Ειδικά για τις περιπτώσεις του πέμπτου εδαφίου τα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά όταν ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλλει το 100% του τελικού ποσού του οικείου προστίμου που επιβλήθηκε σε αυτόν κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 και 9 του Ν. 2523/1997. 8.Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αντικαθίσταται ως εξής: α) Στην έκδοση πλαστών ή εικονικών ή στη λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων ως προς την ποσότητα ή την αξία ή στη νόθευση αυτών. Άρθρο 17 Είσπραξη Δημοσίων Εσόδων 1.Στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Ν. 1819/1951 (ΦΕΚ 149 Α΄), όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση δ), που έχει ως εξής: δ) Άλλοι καθιερωμένοι, στις συναλλαγές, τρόποι πληρωμής. 2.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν από την 1η Νοεμβρίου 2001. 3.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α΄) προστίθεται εδάφιο γ΄, που έχει ως εξής: Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και για την είσπραξη των εσόδων των Ο.Τ.Α., ο οργανισμός εσωτερικής υπηρεσίας των οποίων προβλέπει ειδική ταμειακή υπηρεσία. Άρθρο 18 Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας περί Φ.Π.Α. με τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/65/ΕΚ του Συμβουλίου της 17ης Οκτωβρίου 2000, για την τροποποίηση της Οδηγίας 77/388/ΕΟΚ, όσον αφορά τον προσδιορισμό του υποχρέου του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και άλλες διατάξεις 1.Το άρθρο 35 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 35 Υπόχρεοι στο φόρο 1.Για την παράδοση αγαθών, την ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών και την παροχή υπηρεσιών, υπόχρεοι στο φόρο είναι: 1)ο εγκαταστημένος στο εσωτερικό της χώρας υποκείμενος στο φόρο, για τις ενεργούμενες από αυτόν πράξεις. 2)ο εγκαταστημένος στο εσωτερικό άλλου κράτους- μέλους υποκείμενος στο φόρο, για τις ενεργούμενες από αυτόν πράξεις, εκτός των πράξεων που αναφέρονται στην κατωτέρω περίπτωση δ΄ υποπεριπτώσεις αα΄ και ββ΄. 3)ο φορολογικός αντιπρόσωπος του εγκαταστημένου σε τρίτη χώρα υποκείμενου στο φόρο, για τις πραγματοποιούμενες από αυτόν πράξεις, εκτός των πράξεων που αναφέρονται στην κατωτέρω περίπτωση δ΄ υποπεριπτώσεις αα΄ και ββ΄. 4)ο λήπτης των αγαθών και υπηρεσιών, εφόσον είναι υποκείμενος στο φόρο, στις κατωτέρω περιπτώσεις φορολογητέων πράξεων: 1) παράδοση αγαθών που πραγματοποιείται στο εσωτερικό της χώρας, κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 15, και στο τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο με αυτό στοιχείο που εκδίδεται, γίνεται ρητή αναφορά ότι πρόκειται για παράδοση αγαθών που πραγματοποιείται μετά από ενδοκοινοτική απόκτηση κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 15 και αναγράφεται τόσο ο αριθμός φορολογικού μητρώου, με τον οποίο ο υποκείμενος αυτός πραγματοποίησε την ενδοκοινοτική απόκτηση και τη μετέπειτα παράδοση αγαθών, όσο και ο αριθμός φορολογικού μητρώου του παραλήπτη, ο οποίος καθίσταται υπόχρεος για την καταβολή του φόρου της παράδοσης αυτής, 2) παροχή υπηρεσιών των παραγράφων 2, περίπτωση γ΄, 3 και 4 του άρθρου 14, 3) σε κάθε περίπτωση που δεν υπάρχει φορολογικός αντιπρόσωπος, 5)το πρόσωπο που πραγματοποιεί ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών. 6)οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, το οποίο αναγράφει το φόρο στα τιμολόγια που εκδίδει ή σε άλλα ισοδύναμα με αυτά στοιχεία. 7)ο υποκείμενος, που ως αγοραστής ή εισαγωγέας αγαθών ή λήπτης υπηρεσιών έτυχε μερικής ή ολικής απαλλαγής από το φόρο με υπουργικές αποφάσεις. 2.Οποιοδήποτε πρόσωπο χρεώνει φόρο σε φορολογικό στοιχείο που εκδίδει, έστω και αν ο φόρος αυτός είναι μεγαλύτερος του προβλεπομένου, υποχρεούται στην απόδοση του φόρου αυτού στο Δημόσιο. 3.Για την εισαγωγή αγαθών, υπόχρεος στο φόρο είναι ο λογιζόμενος ως κύριος των εισαγόμενων αγαθών, σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας. 4.Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών: 1)ορίζεται ο τρόπος καταβολής του φόρου στις περιπτώσεις που υπόχρεος είναι ο λήπτης υποκείμενος στο φόρο, 2)είναι δυνατόν να ορίζεται ότι υπόχρεος στο φόρο είναι ο εγκαταστημένος σε τρίτη χώρα υποκείμενος στο φόρο, εφόσον υπάρχει σύμβαση αμοιβαίας συνδρομής, μεταξύ της Ελλάδος και της χώρας εγκατάστασής του, 3)είναι δυνατόν να ορίζεται ως υπόχρεος στο φόρο, ο λήπτης αγαθών ή υπηρεσιών και σε άλλες περιπτώσεις, εκτός αυτών που αναφέρονται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1, 4)ορίζεται κάθε διαδικαστικό θέμα και λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού. 2.Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 36 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: δ) να ορίζει φορολογικό αντιπρόσωπό του, πριν από την ενέργεια οποιασδήποτε φορολογητέας πράξης στο εσωτερικό της χώρας, εφόσον πρόκειται για υποκείμενο στο φόρο που δεν είναι μόνιμα εγκαταστημένος στο εσωτερικό της χώρας ή στο εσωτερικό άλλου κράτους -μέλους. Ο ορισμός του φορολογικού αντιπροσώπου γίνεται με την κατάθεση αντιγράφου του σχετικού πληρεξούσιου εγγράφου στον προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., που είναι αρμόδιος για τη φορολογία εισοδήματος του φορολογικού αντιπροσώπου. Το αντίγραφο αυτό πρέπει να είναι θεωρημένο από την ελληνική προξενική αρχή του τόπου, όπου είναι εγκαταστημένος ο υποκείμενος στο φόρο, ή από την Αρχή που έχει οριστεί για τη θεώρηση, σύμφωνα με την από 5.10.1961 Σύμβαση της Χάγης. Δεν υπάρχει υποχρέωση ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, στην περίπτωση πραγματοποίησης πράξεων, για τις οποίες υπόχρεος είναι ο λήπτης, σύμφωνα με την περίπτωση δ΄ υποπεριπτώσεις αα΄ και ββ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 35,. 3.Η περίπτωση ε΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 36 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: ε) να ορίζει λογιστή - φοροτεχνικό, ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, αρμόδιο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, εφόσον πρόκειται για υποκείμενο εγκαταστημένο εκτός του εσωτερικού της χώρας που πραγματοποιεί φορολογητέες πράξεις στο εσωτερικό της χώρας, για τις οποίες είναι ο ίδιος υπόχρεος στο φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35. Ο ορισμός αυτός γίνεται με υπογραφή σχετικής σύμβασης, η οποία προσκομίζεται στον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος του λογιστή - φοροτεχνικού, ή του άλλου προσώπου, πριν από την έναρξη πραγματοποίησης οποιασδήποτε πράξης. Ο δηλώσεις Φ.Π.Α., πρέπει να υπογράφονται από λογιστή - φοροτεχνικό, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις,. 4.Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 7 του άρθρου 36 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α), αντικαθίσταται ως εξής: δ) ο φορολογικός αντιπρόσωπος, στις περιπτώσεις που ορίζεται υπόχρεος στο φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35,. 5.Στο άρθρο 55 του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α΄), προστίθεται νέα περίπτωση δ΄ ως εξής: δ) το μη υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, στην περίπτωση λήψης αγαθών ή υπηρεσιών, για τις οποίες υπόχρεος στο φόρο ορίζεται ο εγκαταστημένος εκτός της χώρας υποκείμενος στο φόρο ή ο φορολογικός του αντιπρόσωπος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35. 6.Οι εγκαταστημένοι σε άλλο κράτος - μέλος υποκείμενοι στο φόρο, οι οποίοι πραγματοποιούν, κατά την έναρξη εφαρμογής του παρόντος άρθρου, φορολογητέες πράξεις στο εσωτερικό της χώρας και έχουν ήδη ορίσει φορολογικό αντιπρόσωπο, μπορούν να συνεχίσουν να πραγματοποιούν πράξεις μέσω αυτού, μέχρι 31.12.2002. 7.Το άρθρο 19 του Ν. 2109/1992 (ΦΕΚ 205 Α΄) αντικαθίσταται ως ακολούθως: Άρθρο 19 1.Απαλλάσσονται από το Φ.Π.Α. εισαγωγής ή επανεισαγωγής: 1)Τα κύρια υλικά που προορίζονται για τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων. 2)Το στρατιωτικό υλικό που εισάγεται από 17.6.1990 και εντεύθεν μέσα στο πλαίσιο του ειδικού καθεστώτος πιστώσεων FΟRΕΙGΝ ΜΙLΙΤΑRΥ SΑLΕS (F.Μ.S.) ή Διεθνών ή Διακρατικών Συμφωνιών. 3)Στρατιωτικό υλικό στα πλαίσια του Οργανισμού ΝΑΤΟ ΜΑΙΝΤΕΝΑΝCΕ SUΡΡLΥ ΑGΕΝCΥ (ΝΑΜSΑ). 2.Τυχόν καταβληθέντα ποσά δεν επιστρέφονται. 8.Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 7 του παρόντος άρθρου ισχύουν από 1.1.2002. Άρθρο 19 Τέλη κυκλοφορίας Φορτηγών Δημόσιας Χρήσης αυτοκινήτων οχημάτων 1.Η περίπτωση β΄ του τίτλου Β της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του Ν. 2948/2001 (ΦΕΚ 242 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: β) Φορτηγά αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες. Μικτό βάρος Κατηγορία σε χιλιόγραμμα Τέλη κυκλοφορίας Α έως 3.500 88 ευρώ Β 3.501 - 10.000 132 ευρώ Γ 10.001 - 19.000 234 ευρώ Δ 19.001 - 26.000 340 ευρώ Ε 26.001 - 33.000 450 ευρώ ΣΤ 33.001 - 40.000 640 ευρώ Ζ 40.001 και άνω 1000 ευρώ 2.Η ισχύς του άρθρου αυτού αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2002. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ, ΣΕ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2000/52/ΕΚ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 80/723/ΕΟΚ Άρθρο 20 Σκοπός Σκοπός του παρόντος κεφαλαίου είναι η εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 80/723/ΕΟΚ της 25ης Ιουνίου 1980 (ΕΕL 195) και της Οδηγίας 2000/52/ΕΚ της Επιτροπής της 26ης Ιουλίου 2000, η οποία τροποποιεί την Οδηγία 80/723/ΕΟΚ της Επιτροπής της 25ης Ιουνίου 1980 για τη διαφάνεια των χρηματοοικονομικών σχέσεων μεταξύ των Κρατών-Μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων, καθώς και για τη χρηματοοικονομική διαφάνεια εντός ορισμένων επιχειρήσεων (ΕΕL 193). Άρθρο 21 (άρθρο 1 παρ. 2 Οδηγίας 2000/52/ΕΚ) Πεδίο εφαρμογής 1.Οι δημόσιες επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 22 του παρόντος Κεφαλαίου, υποχρεούνται να διασφαλίζουν τη διαφάνεια των χρηματοοικονομικών σχέσεων μεταξύ των αρχών και των ιδίων, κατά τρόπο ώστε να προκύπτουν σαφώς: 1)οι δημόσιοι πόροι που διατίθενται άμεσα από τις αρχές στις δημόσιες επιχειρήσεις, 2)οι δημόσιοι πόροι που διατίθενται από τις αρχές, μέσω δημοσίων επιχειρήσεων ή χρηματοπιστωτικών οργανισμών, 3)η πραγματική χρησιμοποίηση αυτών των δημόσιων πόρων. 2.Με την επιφύλαξη άλλων ειδικών κοινοτικών διατάξεων, η χρηματοοικονομική και οργανωτική διάρθρωση κάθε επιχείρησης που υποχρεούται να τηρεί χωριστούς λογαριασμούς, αντανακλάται ορθά στους χωριστούς λογαριασμούς κατά τρόπο ώστε να προκύπτουν σαφώς: 1)οι δαπάνες και τα έσοδα που συνδέονται με τις διαφορετικές δραστηριότητες, 2)όλες οι λεπτομέρειες των μεθόδων καταλογισμού ή επιμερισμού των δαπανών και των εσόδων μεταξύ των διαφόρων δραστηριοτήτων. Άρθρο 22 (άρθρο 1 παρ. 2 Οδηγίας 2000/52/ΕΚ) Ορισμοί 1.Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου νοούνται ως: 1)αρχές: όλες οι δημόσιες αρχές, περιλαμβανομένου του κράτους και των περιφερειακών, των τοπικών και όλων των άλλων εδαφικών διοικητικών αρχών, 2)δημόσια επιχείρηση: κάθε επιχείρηση στην οποία οι αρχές μπορούν να ασκούν άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή λόγω κυριότητας ή χρηματοοικονομικής συμμετοχής τους σε αυτή ή δυνάμει των κανόνων που τη διέπουν, 3)δημόσια επιχείρηση του τομέα της μεταποιητικής βιομηχανίας: κάθε επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα, οριζόμενη ως αντιπροσωπεύουσα το 50% τουλάχιστον του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών της, είναι μεταποιητική. Πρόκειται για τις επιχειρήσεις των οποίων οι δραστηριότητες περιλαμβάνονται στον τίτλο Δ - Μεταποιητική βιομηχανία (υπότιτλοι ΔΑ έως και ΔΝ) της κοινής ονοματολογίας των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΝΑCΕ - αναθεωρημένη) του Κανονισμού ΕΟΚ 761/93 της Επιτροπής της Ε.Ε. (Ε.Ε. 83/3.4.93), 4)επιχείρηση που υποχρεούται να τηρεί χωριστούς λογαριασμούς: κάθε επιχείρηση στην οποία έχει χορηγηθεί ειδικό ή αποκλειστικό δικαίωμα από το κράτος, σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 1 της Συνθήκης της Ε.Ε., ή στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 2 της ίδιας Συνθήκης και η οποία λαμβάνει κρατική ενίσχυση υπό οποιαδήποτε μορφή, περιλαμβανομένης κάθε επιχορήγησης, στήριξης ή αντιστάθμισης σε σχέση με την εν λόγω υπηρεσία και η οποία ασκεί επίσης άλλες δραστηριότητες, 5)διάφορες δραστηριότητες: αφ ενός όλα τα προϊόντα ή υπηρεσίες για τα οποία χορηγείται σε επιχείρηση ειδικό ή αποκλειστικό δικαίωμα ή όλες οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος με τις οποίες είναι επιφορτισμένη μια επιχείρηση και αφ ετέρου κάθε άλλο προϊόν ή υπηρεσία που εμπίπτει στο πεδίο των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, 6)αποκλειστικά δικαιώματα: τα δικαιώματα που χορηγούνται από το κράτος σε μια επιχείρηση με νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική πράξη που της απονέμει κατ αποκλειστικότητα το δικαίωμα να παρέχει μια υπηρεσία ή να αναλάβει μια δραστηριότητα εντός δεδομένης γεωγραφικής περιοχής, 7)ειδικά δικαιώματα: τα δικαιώματα που χορηγούνται από το Κράτος σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων με νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική πράξη η οποία, εντός δεδομένης γεωγραφικής περιοχής: 1) περιορίζει σε δύο ή περισσότερες τις επιχειρήσεις στις οποίες επιτρέπεται να παρέχουν μια υπηρεσία ή να αναλάβουν μια δραστηριότητα χωρίς να τηρούνται αντικειμενικά κριτήρια που βασίζονται στην αρχή της αναλογικότητας και δεν εισάγουν διακρίσεις, ή 2) ορίζει με κριτήρια άλλα από εκείνα που αναφέρονται ανωτέρω, περισσότερες της μιας ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις στις οποίες επιτρέπεται να παρέχουν μια υπηρεσία ή να αναλάβουν μια δραστηριότητα, ή 3) παρέχει σε οποιαδήποτε επιχείρηση ή επιχειρήσεις με κριτήρια άλλα από εκείνα που αναφέρονται ανωτέρω, νομικά ή κανονιστικά πλεονεκτήματα που επηρεάζουν ουσιωδώς την ικανότητα οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης να παρέχει την ίδια υπηρεσία ή να ασκεί την ίδια δραστηριότητα στην ίδια γεωγραφική περιοχή με ουσιαστικά ίσους όρους. 2.Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από τις δημόσιες αρχές στην επιχείρηση τεκμαίρεται όταν άμεσα ή έμμεσα οι αρχές αυτές: 1)κατέχουν την πλειοψηφία του εγγεγραμμένου κεφαλαίου της επιχείρησης, ή 2)ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με τα μερίδια που έχει εκδώσει η επιχείρηση, ή 3)μπορούν να διορίζουν περισσότερα από τα μισά μέλη του διοικητικού, διευθυντικού ή εποπτικού οργάνου της επιχείρησης. Άρθρο 23 (άρθρο 1 παρ. 3 Οδηγίας 2000/52/ΕΚ και άρθρο 3 Οδηγίας 80/723/ΕΟΚ) Διαφάνεια οικονομικών σχέσεων Οι μεταξύ Δημοσίου και δημοσίων επιχειρήσεων οικονομικές σχέσεις των οποίων πρέπει να εξασφαλισθεί η διαφάνεια, σύμφωνα με το άρθρο 21 του παρόντος Κεφαλαίου, αφορούν ιδίως: α) το συμψηφισμό ζημιών διαχειρίσεως, β) την εισφορά στο κεφάλαιο ή τις επιχορηγήσεις, γ) τις μη επιστρεπτέες εισφορές ή τα δάνεια με προνομιακούς όρους, δ) τη χορήγηση οικονομικών ευεργετημάτων δια παραιτήσεως εκ του δικαιώματος επί των κερδών ή δια της μη ασκήσεως ενοχικών απαιτήσεων, ε) την παραίτηση από την κανονική απόδοση των δεσμευμένων δημόσιων πόρων, στ) το συμψηφισμό των εκ του Δημοσίου επιβληθέντων βαρών. Άρθρο 24 (άρθρο 1 παρ. 4 Οδηγίας 2000/52/ΕΚ) Τήρηση χωριστών λογαριασμών 1.Για την κατοχύρωση της διαφάνειας που αναφέρεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 του παρόντος Κεφαλαίου, κάθε επιχείρηση που υποχρεούται να τηρεί χωριστούς λογαριασμούς μεριμνά ώστε: 1)οι εσωτερικοί λογαριασμοί που αντιστοιχούν στις διάφορες δραστηριότητες να είναι χωριστοί, 2)όλες οι δαπάνες και τα έσοδα να καταλογίζονται ή να κατανέμονται ορθά με βάση αρχές αναλυτικής λογιστικής, που εφαρμόζονται με συνέπεια και δικαιολογούνται αντικειμενικά, 3)να έχουν ορισθεί σαφώς οι αρχές της αναλυτικής λογιστικής με βάση τις οποίες τηρούνται οι χωριστοί λογαριασμοί. 2.Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται μόνο στις δραστηριότητες που δεν καλύπτονται από ειδικές κοινοτικές διατάξεις και δεν θίγει τις υποχρεώσεις του κράτους ή των επιχειρήσεων που απορρέουν από τη συνθήκη ή από παρόμοιες ειδικές διατάξεις. Άρθρο 25 (άρθρο 1 παρ. 5 Οδηγίας 2000/52/ΕΚ) Εξαιρέσεις 1.Όσον αφορά τη διαφάνεια που αναφέρεται στο άρθρο 21 παράγραφος 1, οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου δεν εφαρμόζονται στις χρηματοοικονομικές σχέσεις μεταξύ των αρχών και: 1)των δημοσίων επιχειρήσεων ως προς τις παροχές των οποίων η παροχή δεν ενδέχεται να επηρεάσει αισθητά τις συναλλαγές μεταξύ κρατών - μελών, 2)των κεντρικών τραπεζών, 3)των δημοσίων πιστωτικών ιδρυμάτων ως προς τις καταθέσεις δημοσίων πόρων που πραγματοποιούν σε αυτά οι αρχές με τους κανονικούς όρους της αγοράς, 4)των δημοσίων επιχειρήσεων των οποίων ο συνολικός καθαρός ετήσιος κύκλος εργασιών στην περίοδο των δυο διαχειριστικών χρήσεων πριν από εκείνη στην οποία διατίθενται ή χρησιμοποιούνται οι πόροι που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 1 του παρόντος Κεφαλαίου ήταν χαμηλότερος από 40 εκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, για τα δημόσια πιστωτικά ιδρύματα το αντίστοιχο όριο είναι συνολικός ισολογισμός ύψους 800 εκατομμυρίων ευρώ. 2.Όσον αφορά τη διαφάνεια που αναφέρεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου δεν εφαρμόζονται: 1)στις επιχειρήσεις ως προς τις υπηρεσίες των οποίων η παροχή δεν ενδέχεται να επηρεάσει αισθητά τις συναλλαγές μεταξύ κρατών - μελών, 2)στις επιχειρήσεις των οποίων ο συνολικός καθαρός ετήσιος κύκλος εργασιών στην περίοδο των δυο διαχειριστικών χρήσεων πριν από το έτος κατά το οποίο απολαμβάνουν ειδικού ή αποκλειστικού δικαιώματος που τους έχει χορηγηθεί από το κράτος δυνάμει του άρθρου 86 παράγραφος 1 της Συνθήκης της Ε.Ε., ή κατά το οποίο είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 2 της Συνθήκης, είναι χαμηλότερος από 40 εκατομμύρια ευρώ, για τα δημόσια πιστωτικά ιδρύματα το αντίστοιχο όριο είναι συνολικός ισολογισμός ύψους 800 εκατομμυρίων ευρώ, 3)στις επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 2 της Συνθήκης Ε.Ε., εάν η κρατική ενίσχυση την οποία λαμβάνουν με οποιαδήποτε μορφή, περιλαμβανομένης κάθε επιχορήγησης, στήριξης ή αντιστάθμισης, έχει καθοριστεί για κατάλληλη περίοδο με ανοικτή, διαφανή και χωρίς διακρίσεις διαδικασία. Άρθρο 26 (άρθρο 1 παρ. 5 Οδηγίας 2000/52/ΕΚ) 1.Οι δημόσιες επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου τηρούν στα αρχεία τους, επί πέντε έτη από το τέλος της διαχειριστικής χρήσης κατά την οποία οι δημόσιοι πόροι τέθηκαν στη διάθεσή τους ή από το τέλος της διαχειριστικής χρήσεως στην οποία αναφέρονται, όλες τις πληροφορίες για τις χρηματοοικονομικές σχέσεις, που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 1 του παρόντος, καθώς και όλες τις πληροφορίες για τη χρηματοοικονομική και οργανωτική διάρθρωση των επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 του παρόντος Κεφαλαίου. Εάν οι πόροι, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 21, χρησιμοποιούνται σε μεταγενέστερη διαχειριστική χρήση, η πενταετής περίοδος αρχίζει από το τέλος αυτής της διαχειριστικής χρήσεως. 2.Η παρακολούθηση της τήρησης από τις δημόσιες επιχειρήσεις των στοιχείων, που αναφέρονται στα άρθρα 23 και 24 του παρόντος Κεφαλαίου, ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα και ευθύνη του διευθύνοντος συμβούλου της δημόσιας επιχείρησης. 3.Οι δημόσιες αρχές που εποπτεύουν τις δημόσιες επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 22 του παρόντος Κεφαλαίου, είναι αρμόδιες για τη γνωστοποίηση των πληροφοριών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, όποτε ζητηθούν από την Επιτροπή της Ε.Ε. 4.Προκειμένου να εκτιμηθούν οι επιδιωκόμενοι στόχοι, οι δημόσιες επιχειρήσεις του άρθρου 22 υποχρεούνται να υποβάλουν στην υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, η οποία θα ορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, απολογιστική έκθεση στην οποία περιγράφεται λεπτομερώς η χρήση των πόρων που έλαβαν άμεσα ή έμμεσα από εθνικές ή κοινοτικές πηγές χρηματοδότησης, μέχρι 31 Μαΐου κάθε έτους. Σε περίπτωση μη υποβολής της ως άνω έκθεσης δεν εγκρίνονται οι οικονομικές καταστάσεις του έτους που αφορούν τα στοιχεία της έκθεσης. Άρθρο 27 (άρθρο 1 παρ. 6 Οδηγίας 2000/52/ΕΚ) Στην παράγραφο 3 του άρθρου 27 του Ν. 2579/1998 (ΦΕΚ 31 Α΄) τα αρχικά ΕΝΜ (Ευρωπαϊκή Νομισματική Μονάδα) αντικαθίστανται από τη λέξη ευρώ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 28 Τροποποιήσεις διατάξεων του Ν. 2601/1998 και του Ν. 2676/1999 1.Η προθεσμία που προβλέπεται στη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν. 2601/1998, όπως αυτό προστέθηκε στον εν λόγω νόμο με το άρθρο 35 του Ν. 2638/1998 (ΦΕΚ 204 Α΄), η οποία παρατάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 41 του Ν. 2873/2000 (ΦΕΚ 285 Α΄), παρατείνεται αφότου έληξε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2002. 2.Η προθεσμία που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης υ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του Ν. 2601/1998, η οποία παρατάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 41 του Ν. 2778/1999 (ΦΕΚ 295 Α΄) και την παράγραφο 2 του άρθρου 41 του Ν. 2873/2000, παρατείνεται, αφότου έληξε, μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου του έτους 2002. 3.Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται η προβλεπόμενη στην υποπερίπτωση ii της περίπτωσης (α) της παραγράφου 19 του άρθρου 8 του Ν. 2601/1998 Ειδική Γνωμοδοτική Επιτροπή του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας. Το έργο της εν λόγω Επιτροπής, όπως αυτό καθορίζεται στην ως άνω υποπερίπτωση, μετά την κατάργησή της θα ασκείται από την Κεντρική Γνωμοδοτική Επιτροπή του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, που προβλέπεται στην υποπερίπτωση i της περίπτωσης (α) της παραγράφου 19 του άρθρου 8 του Ν. 2601/1998. 4.Στο εδάφιο ε΄ της παραγράφου 21 του άρθρου 8 του Ν. 2601/1998 και μετά τη λέξη εκτιμητές προστίθεται η φράση ή και εμπειρογνώμονες σε θέματα ελέγχου επενδύσεων. 5.Οι αποζημιώσεις που καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 22 του άρθρου 8 του Ν. 2601/1998 δεν υπόκεινται στους περιορισμούς του άρθρου 19 του Ν. 2470/1997, του Ν. 1256/1982 και του άρθρου 15 του Ν. 2703/1999. 6.Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 40 του Ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α΄), όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 32 του Ν. 2778/1999 (ΦΕΚ 295 Α΄), προστίθεται περίπτωση ε΄ ως εξής: ε. και σε συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Χρηματιστηρίου Παραγώγων Αξιών (Χ.Π.Α.). 7.Τα τρίτο και τέταρτο εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 40 του Ν. 2676/1999 αντικαθίστανται ως εξής: Η σχέση των, κατά την παράγραφο αυτή, επενδύσεων κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) σε ακίνητα και εξήντα τοις εκατό (60%) σε χρεόγραφα διατηρείται μέχρι 31.12.2004. 8.Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 40 του Ν. 2676/1999 αντικαθίσταται ως εξής: β. Οι επενδύσεις των περιπτώσεων β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται με αποφάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων των παραπάνω Ασφαλιστικών Φορέων. Με την ίδια διαδικασία ρευστοποιούνται και οι επενδύσεις, οι οποίες πραγματοποιούνται σε κινητές αξίες, εξαιρουμένων των μετοχών των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, για τη ρευστοποίηση των οποίων ακολουθείται η διαδικασία του εδαφίου γ΄ της παραγράφου αυτής. 9.Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 40 του Ν. 2676/1999 αντικαθίσταται ως εξής: γ. Επενδύσεις σε ποσοστό μεγαλύτερο των οριζομένων στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου επιτρέπονται ύστερα από την έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. 10.Η παράγραφος 4 του άρθρου 40 του Ν. 2676/1999 αντικαθίσταται ως εξής: 4. Η Ειδική Επιτροπή Ελέγχου και Εποπτείας της Διαχείρισης της Περιουσίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών ελέγχει τη νομιμότητα των επενδύσεων και σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης των διατάξεων που ρυθμίζουν τις επενδύσεις σε κινητές αξίες και σύμφωνα με τους κανόνες επενδυτικής συμπεριφοράς του εδαφίου δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 42 αποστέλλει στο τέλος κάθε μήνα σχετικό πόρισμα στο εποπτεύον Υπουργείο. 11.Η παράγραφος 5 του άρθρου 40 του Ν. 2676/1999 αντικαθίσταται ως εξής: 5. Η ανάληψη των απαιτούμενων κεφαλαίων για τις ανωτέρω επενδύσεις πραγματοποιείται βάσει σχετικής εντολής του ασφαλιστικού φορέα προς την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία θα συνοδεύεται με την απόφαση του Δ.Σ. του φορέα. 12.Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 42 του Ν. 2676/1999 αντικαθίσταται ως εξής: α. Στον έλεγχο των πάσης φύσεως επενδύσεων που πραγματοποιούν οι Ασφαλιστικοί Φορείς σε κινητές αξίες, με εξαίρεση αυτές που αφορούν τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου, ομόλογα τραπεζών και μετοχές εταιρειών που ιδιωτικοποιούνται. 13.Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 42 του Ν. 2676/1999 καταργείται. 14.Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 42 του Ν. 2676/1999 αντικαθίσταται ως εξής: δ. Στον καθορισμό των κανόνων επενδυτικής συμπεριφοράς για την αξιοποίηση της κινητής περιουσίας των Ασφαλιστικών Οργανισμών. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων οι ανωτέρω κανόνες καθίστανται υποχρεωτικής εφαρμογής για τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς. 15.Η παράγραφος 5 του άρθρου 42 του Ν. 2676/1999 αντικαθίσταται ως εξής: 5. Οι ανωτέρω Ασφαλιστικοί Φορείς υποχρεούνται να παρέχουν στην Επιτροπή τα απαραίτητα, για την πραγματοποίηση του έργου της, στοιχεία ευθύς με την υποβολή της σχετικής εντολής για ανάληψη των απαιτούμενων κεφαλαίων για επένδυση, καθώς και οποτεδήποτε η Επιτροπή τα απαιτήσει. Άρθρο 29 Θέματα της ΗΕLΕΧΡΟ Α.Ε. 1.Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 3 του Ν. 2687/1999 (ΦΕΚ 39 Α΄), οι λέξεις και οι αριθμοί σαράντα πέντε τοις εκατό (45%) αντικαθίστανται από τις λέξεις και τους αριθμούς σαράντα τρία τοις εκατό (43%). 2.Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 3 του Ν. 2687/1999, οι λέξεις και οι αριθμοί πενήντα πέντε τοις εκατό (55%), σαράντα πέντε τοις εκατό (45%) και δέκα τοις εκατό (10%) αντικαθίστανται, αντίστοιχα, από τις λέξεις και αριθμούς πενήντα επτά (57%), τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) και είκοσι δύο τοις εκατό (22%). 3.Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 8, καθώς και το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 3 του Ν. 2687/1999 καταργούνται. Άρθρο 30 Θέματα Α.Τ.Ε. 1.Η παράγραφος 7 του άρθρου 30 του Ν. 2843/2000 (ΦΕΚ 219 Α΄) τροποποιείται ως εξής: 7. Το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. το πενήντα τοις εκατό των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την Α.Τ.Ε. Α.Ε. των Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Επιχειρήσεων που υφίσταντο κατά την 31η Δεκεμβρίου 1999 και οι οποίες κατά τη δημοσίευση του Ν. 2843/2000 έχουν λυθεί ή πτωχεύσει ή τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης. Η καταβολή του συνολικού ποσού που αναλαμβάνεται θα πραγματοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει είτε με έκδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ειδικού ισόποσου ομολογιακού δανείου, οι ομολογίες του οποίου θα διατεθούν στην Α.Τ.Ε. Α.Ε. είτε με τη διάθεση στην Α.Τ.Ε. Α.Ε. ισόποσης αξίας μετοχών που κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο ή η Δημόσια Επιχείρηση Κινητών Αξιών Α.Ε., που αποτιμώνται από τα προβλεπόμενα από τις οικείες διατάξεις όργανα. Ο αριθμός και η αξία των ομολογιών που θα διατεθούν, καθώς και το είδος, ο αριθμός και η αξία των μεταβιβαζόμενων ως άνω μετοχών καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η παραπάνω διάθεση απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά ή δικαιώματα του Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου. Τα ποσά των ως άνω οφειλών που καλύπτονται από το Ελληνικό Δημόσιο εκχωρούνται σε αυτό αυτοδικαίως. 2.Η παρούσα διάταξη ισχύει από το χρόνο ισχύος της παραγράφου 7 του άρθρου 30 του Ν. 2843/2000. Άρθρο 31 Τροποποιήσεις στο άρθρο 3 του Ν. 2364/1995 1.Στο άρθρο 3 παράγραφος 2 του Ν. 2364/1995 (ΦΕΚ 252 Α΄) προστίθενται περιπτώσεις ζ΄ και η΄ ως εξής: ζ. Εταιρείες Διανομής Αερίου (Ε.Δ.Α.): η Ε.Δ.Α. Αττικής, η Ε.Δ.Α. Θεσσαλονίκης και η Ε.Δ.Α. Θεσσαλίας. 1)Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (Ρ.Α.Ε.): η ανεξάρτητη διοικητική αρχή, του άρθρου 4 του Ν. 2773/1999 (ΦΕΚ 286 Α΄). Όπου κατά το νόμο αυτόν προβλέπεται γνώμη ή πρόταση του Σώματος Ενεργειακού Ελέγχου και Σχεδιασμού, αυτή εκφέρεται από τη Ρ.Α.Ε., σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν. 2773/1999. 2.Η παράγραφος 6 του άρθρου 3 του Ν. 2364/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 6. Η Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε. έχει το δικαίωμα πώλησης φυσικού αερίου: α) στις Εταιρείες Διανομής και στις Εταιρείες Παροχής Αερίου που προβλέπονται στο άρθρο 4 του νόμου αυτού, β) στους Μεγάλους Καταναλωτές, γ) για κίνηση οχημάτων και δ) κατά το χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση της αντίστοιχης άδειας διανομής φυσικού αερίου, που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 4 του νόμου αυτού, σε βιομηχανικούς και άλλους καταναλωτές φυσικού αερίου ανεξαρτήτως ύψους κατανάλωσης. Τα δικαιώματα υπό στοιχεία β) και γ) η Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε. δύναται να εκχωρεί, εν όλω ή εν μέρει, στις Εταιρίες Διανομής Αερίου της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και στις Εταιρίες Παροχής Αερίου που θα συσταθούν σύμφωνα με τις παραγράφους 6 και 7 του άρθρου 4 του νόμου αυτού. 3.Η παράγραφος 7 του άρθρου 3 του Ν. 2364/1995 καταργείται και οι επόμενοι παράγραφοι 8, 9, 10, 11 και 12 αναριθμούνται ως 7, 8, 9, 10 και 11. Άρθρο 32 Τροποποιήσεις στο άρθρο 4 του Ν. 2364/1995 1.Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του Ν. 2364/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Οι Εταιρείες Διανομής Αερίου (Ε.Δ.Α.), που έχουν συσταθεί από τη Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε. και λειτουργούν με τη μορφή ανωνύμων εταιρειών, με γεωγραφικά όρια δραστηριότητας τις περιοχές Αττικής, Θεσσαλίας και Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, διέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Τα ανωτέρω όρια δραστηριότητας των Ε.Δ.Α., που προσδιορίζονται επακριβώς στο καταστατικό τους, μπορούν να επεκταθούν μόνο μετά από έγκριση του Υπουργού Ανάπτυξης. 2.Η παράγραφος 2 του άρθρου 4 του Ν. 2364/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 2. Η Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε. μπορεί να απορροφήσει μία ή περισσότερες Ε.Δ.Α. σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ν. 2190/1920, του Ν.Δ. 1297/1972 (ΦΕΚ 137 Α΄) και του Ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 217 Α΄). Με τις ίδιες διατάξεις οι Ε.Δ.Α. μπορούν να συγχωνευθούν και στην περίπτωση αυτή τα γεωγραφικά όρια δραστηριότητας της Ε.Δ.Α. που θα προκύψει μετά τη συγχώνευση περιλαμβάνουν το σύνολο των γεωγραφικών ορίων των συγχωνευόμενων Ε.Δ.Α. 3.Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Ν. 2364/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 3. Στις Εταιρείες Διανομής Αερίου (Ε.Δ.Α.) ή στη Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε. παρέχεται το αποκλειστικό και μεταβιβαστό κατά τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο δικαίωμα. 4.Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του Ν. 2364/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 4. Από τα δικαιώματα των Ε.Δ.Α. ή της Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε. κατά περίπτωση, της προηγούμενης παραγράφου, τα δικαιώματα: α) προγραμματισμού, β) μελέτης, γ) σχεδιασμού, δ) κατασκευής, ε) εκμετάλλευσης Συστήματος Διανομής Φυσικού Αερίου και στ) πώλησης φυσικού αερίου, προκειμένου για τις Ε.Δ.Α. εντός των γεωγραφικών ορίων δραστηριότητάς τους και προκειμένου για τη Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε. εντός των γεωγραφικών ορίων που αυτή θεωρεί σκόπιμο, επιτρέπεται να εισφερθούν μόνο σε Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Αερίου (Εταιρία Παροχής Αερίου - Ε.Π.Α. Α.Ε.) αποκαλούμενη εφεξής Ε.Π.Α., η οποία θα συσταθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 6 και 7 του άρθρου αυτού και θα έχει ως αποκλειστικό σκοπό τον προγραμματισμό, την άσκηση και την εκμετάλλευση των ανωτέρω δικαιωμάτων. 5.Η παράγραφος 6 του άρθρου 4 του Ν. 2364/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 6. Η Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε., εκτός από τις περιπτώσεις των ήδη υφιστάμενων Ε.Δ.Α. μπορεί να προκηρύξει δημόσιο διεθνή διαγωνισμό, χωρίς χρονικό προσδιορισμό, σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 8, με αντικείμενο την ανάδειξη ιδιώτη επενδυτή, ο οποίος θα συνάψει σύμβαση για την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 και θα συμμετάσχει στη σύσταση ανώνυμης εταιρίας (Ε.Π.Α.) με προκηρυσσόμενο ποσοστό συμμετοχής σε κάθε περίπτωση μέχρι σαράντα εννέα τοις εκατό (49%) επί του μετοχικού κεφαλαίου. Στο διαγωνισμό μπορούν να συμμετάσχουν επιχειρήσεις ή ομάδες επιχειρήσεων συμβατικώς συνδεδεμένες, με απαραίτητο στοιχείο την πείρα στην ανάπτυξη, λειτουργία και διαχείριση συστημάτων διανομής φυσικού αερίου. Οι Ε.Π.Α. που θα συσταθούν θα έχουν τη μορφή ανωνύμων εταιριών και αποκλειστικό σκοπό τον αναφερόμενο στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού. Τα γεωγραφικά όρια της δραστηριότητάς τους θα προσδιορίζονται επακριβώς στο καταστατικό τους και θα μπορούν να επεκταθούν μόνο μετά από έγκριση του Υπουργού Ανάπτυξης και σχετική τροποποίηση του καταστατικού τους. Η άδεια διανομής θα χορηγείται απευθείας στις Ε.Π.Α. σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. Στις Ε.Π.Α. επίσης δύναται να εισφερθεί από τη Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε., εντός των γεωγραφικών ορίων δραστηριότητάς τους, κάθε εμπράγματο δικαίωμα επί του Συστήματος Διανομής Φυσικού Αερίου. 6.Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 4 του Ν. 2364/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 7. Εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης της παραγράφου 8 προκειμένου για τις τρεις Ε.Δ.Α. της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και σε κάθε άλλη περίπτωση εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του καταστατικού κάθε Ε.Δ.Α. υποχρεούται να προκηρύξει δημόσιο διεθνή διαγωνισμό. 7.Η πρώτη περίοδος της παραγράφου 8 του άρθρου 4 του Ν. 2364/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 8. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, καθορίζονται:. 8.Η παράγραφος 9 του άρθρου 4 του Ν. 2364/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 9. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε., ορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες με τις οποίες μπορεί να χορηγηθεί σε ανώνυμες εταιρίες που θα συστήνονται ειδικά για αυτόν το σκοπό, εκτός από τις Ε.Δ.Α. της παραγράφου 1 και τις Ε.Π.Α. των παραγράφων 6 και 7, άδεια διανομής φυσικού αερίου, εφόσον συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: 1)να έχει παρέλθει δεκαετία από την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς και 2)η Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε. δεν έχει ιδρύσει Ε.Δ.Α. ή Ε.Π.Α. με γεωγραφικά όρια δραστηριότητας την περιοχή στην οποία πρόκειται να ασκηθούν οι ανωτέρω δραστηριότητες. Άρθρο 33 Τροποποίηση άρθρων 5 και 6 του Ν. 2364/1995 1.Το άρθρο 5 του Ν. 2364/1995 αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 5 Δικαιώματα της τοπικής αυτοδιοίκησης 1.Η Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε. ή οι υφιστάμενες Ε.Δ.Α. κατά περίπτωση υποχρεούνται να καταβάλλουν ετησίως στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), οι οποίοι βρίσκονται στα γεωγραφικά όρια της δραστηριότητας των Ε.Π.Α., ειδικό τέλος που θα είναι ίσο με το 10% της αξίας του μερίσματος των Ε.Π.Α. προς τη Δ.ΕΠ.Α. ή τις Ε.Δ.Α. κατά περίπτωση, όπως αυτό θα εμφανίζεται στον ετήσιο εγκεκριμένο ισολογισμό τους. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης καθορίζεται η διαδικασία και οι όροι απόδοσης του ειδικού τέλους στους δικαιούχους Ο.Τ.Α. και η κατανομή του ανάλογα με τη συμμετοχή καθενός Ο.Τ.Α. στην πραγματοποιούμενη κατανάλωση φυσικού αερίου. 2.Στο Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Ε.Δ.Α. θα συμμετέχει ένας εκπρόσωπος που θα ορίζεται και αντικαθίσταται από την Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. Εκπρόσωπος που θα ορίζεται και αντικαθίσταται επίσης από την Κ.Ε.Δ.Κ.Ε. θα συμμετέχει επίσης και στο Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Ε.Π.Α. 2.Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 2364/1995 αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε ο νόμος αυτός (6.12.1995), ως εξής: Η Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε. υποχρεούται ακολούθως να μεταβιβάσει δια συμβάσεως την κυριότητα των ανωτέρω στην Ε.Δ.Α. Αττικής. 3.Η παράγραφος 8 του άρθρου 6 του Ν. 2364/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 8. Από την έναρξη λειτουργίας της Ε.Π.Α. Αττικής, το προσωπικό της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, με εξαίρεση το προσωπικό που μεταφέρεται στο Δήμο Αθηναίων, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου αυτού, εντάσσεται στην Ε.Π.Α. Αττικής με τους όρους και τις διασφαλίσεις που εκεί αναφέρονται. Άρθρο 34 Ρυθμίσεις για τις Εταιρίες Διανομής Αερίου και τις Εταιρίες Παροχής Αερίου 1.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Ν. 2364/1995 αντικαθίσταται ως εξής: Οι Ε.Δ.Α. υποχρεούνται μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού να προσαρμόσουν τα καταστατικά τους στις διατάξεις του. 2.Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του Ν. 2364/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 3. Η Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε., οι Ε.Δ.Α. και οι Ε.Π.Α. για την εγκατάσταση υπογείων δικτύων διανομής φυσικού αερίου, καθώς και οι εταιρείες παραγωγής και διανομής θερμικής ενέργειας για την εγκατάσταση υπογείων δικτύων διανομής θερμότητας, ως και των συστατικών και παραρτημάτων των υπογείων αυτών δικτύων εντός αστικών, ημιαστικών, αγροτικών, βιομηχανικών περιοχών, τεχνολογικών, αιολικών πάρκων, οικισμών και εν γένει περιοχών ή χώρων που χαρακτηρίζονται ή θα χαρακτηρισθούν με οποιονδήποτε τρόπο και ονομασία, δύνανται να χρησιμοποιούν οδούς (ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τους ως εθνικών, δημοτικών, κοινοτικών, κοινοχρήστων ιδιωτικών), πλατείες, πεζοδρόμια, ερείσματα και γενικά κοινόχρηστους χώρους, καθώς και το υπέδαφος όλων των παραπάνω. 3.Στην παράγραφο 5 του άρθρου 7 του Ν. 2364/1995 προστίθεται εδάφιο ως εξής: Οι Ε.Π.Α. εξαιρούνται επίσης και από την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α΄). 4.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 18 του άρθρου 7 του Ν. 2364/1995 (ΦΕΚ 252 Α΄), όπως ισχύει, καταργείται. 5.Η παράγραφος 19 του άρθρου 7 του Ν. 2364/1995 αντικαθίσταται ως εξής: 19. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Ανάπτυξης στις Ε.Π.Α. του άρθρου 4, μπορεί να καταβάλλονται επιχορηγήσεις του Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και να καθορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου αυτής. Με όμοιες αποφάσεις ρυθμίζεται η κατανομή των συνολικών κοινοτικών και εθνικών επιχορηγήσεων για την κατασκευή των δικτύων διανομής φυσικού αερίου χαμηλής πίεσης στις Ε.Π.Α. και καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία διάθεσής τους. 6.Στο άρθρο 7 του Ν. 2364/1995 προστίθεται παράγραφος 20, η οποία έχει ως εξής: 20. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, ύστερα από γνωμοδότηση τριμελούς επιτροπής ειδικών, που συγκροτείται από τον Υπουργό Ανάπτυξης, καθορίζεται το ανώτατο ποσοστό απωλειών ποσοτήτων Φυσικού Αερίου, είτε σε αέρια είτε σε υγρή μορφή, κατά τη Μεταφορά, Παραλαβή και Διανομή αυτού μέσω του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου. Η επιτροπή με τα στοιχεία Διακίνησης του Φυσικού Αερίου σε αέρια και υγρή μορφή κατά τη Μεταφορά-Παραλαβή και Διανομή του συντάσσει σχετική έκθεση προσδιορισμού ανώτατου ποσοστού απώλειας ποσοτήτων Φυσικού Αερίου. 7.Στο άρθρο 7 του Ν. 2364/1995 προστίθενται παράγραφοι 21 και 22, που έχουν ως εξής: 21. Τα έσοδα των Ε.Δ.Α. ή της Δ.ΕΠ.Α. κατά περίπτωση από την εισφορά των δικαιωμάτων της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του παρόντος στις Ε.Π.Α. απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος. Τυχόν καταβληθέντα ποσά φόρου δεν επιστρέφονται. Η απαλλαγή αυτή παρέχεται με την προϋπόθεση ότι τα πιο πάνω έσοδα θα εμφανισθούν σε λογαριασμό ειδικού αποθεματικού. Σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης ή διανομής του αποθεματικού αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 106 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, που κυρώθηκε με το Ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α΄). Η αξία που έχουν κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της κατασκευής τους τα Συστήματα Διανομής Φυσικού Αερίου, τα οποία κατασκευάζονται με δαπάνες των Ε.Π.Α. και των οποίων η κυριότητα ανήκει στις Ε.Δ.Α. ή τη Δ.ΕΠ.Α. κατά περίπτωση, λογίζεται ως εισόδημα των τελευταίων. Για τη φορολογία το εισόδημα αυτό κατανέμεται και φορολογείται ισόποσα στη διαχειριστική περίοδο εντός της οποίας ολοκληρώνεται η κατασκευή των Συστημάτων αυτών και σε όσες διαχειριστικές περιόδους απομένουν μέχρι τη λήξη του δικαιώματος χρήσης και κάρπωσης αυτών από τις Ε.Π.Α. Για τον προσδιορισμό της αξίας των εν λόγω Συστημάτων εφαρμόζονται ανάλογα τα δύο τελευταία εδάφια της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Η απόσβεση της αξίας των Συστημάτων Διανομής Φυσικού Αερίου των Ε.Δ.Α. ή της Δ.ΕΠ.Α. κατά περίπτωση ενεργείται είτε σύμφωνα με τα οριζόμενα από το Π.Δ. 100/1998 είτε τμηματικά και ισόποσα μέσα στο χρονικό διάστημα που οι Ε.Π.Α. έχουν το δικαίωμα χρήσης και κάρπωσής τους. 22.Η απόσβεση της αξίας των δικαιωμάτων των Ε.Δ.Α. ή της Δ.ΕΠ.Α. κατά περίπτωση της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του παρόντος που αποκτήθηκαν από τις Ε.Π.Α. ενεργείται είτε με σταθερό συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) κατά τα οριζόμενα από το Π.Δ. 100/1998 είτε τμηματικά και ισόποσα μέσα στο χρονικό διάστημα που έχουν το δικαίωμα χρήσης και κάρπωσης αυτών. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται ανάλογα και για τις δαπάνες που πραγματοποιούν οι Ε.Π.Α. για την κατασκευή μη ιδιόκτητων Συστημάτων Διανομής Φυσικού Αερίου. 8.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν για τον προσδιορισμό των καθαρών κερδών των Ε.Δ.Α. και Ε.Π.Α. που προκύπτουν από ισολογισμούς που κλείνουν μετά την 30ή Δεκεμβρίου 2001. Άρθρο 35 Τροποποίηση του άρθρου 44 του Ν. 2773/1999 Η παράγραφος 2 του άρθρου 44 του Ν. 2773/1999 (ΦΕΚ 286 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: 2. Οι εισφορές σε είδος από τις Ε.Δ.Α. στο κεφάλαιο των Ε.Π.Α. ή από τη Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε. στο κεφάλαιο των Ε.Π.Α. εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 του Κ.Ν. 2190/1920, όπως ισχύει. Οι παραπάνω εισφορές αποτιμώνται στη λογιστική τους αξία σύμφωνα με τα βιβλία των εισφερουσών εταιριών, όπως αυτή πιστοποιείται από ορκωτό ελεγκτή-λογιστή. Άρθρο 36 Το προεδρικό διάταγμα 78/2000 (ΦΕΚ 66 Α΄/ 10.3.2000) καταργείται. Άρθρο 37 Εισαγωγή αυτοκινήτων οχημάτων για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 Η παράγραφος 1.α. του άρθρου 16 του Ν. 2947/2001 (ΦΕΚ 228 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: 1.α. Ειδικά για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 επιτρέπεται η παράδοση στην Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων - Αθήνα 2004 Α.Ε., με το καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής - χρησιμοποίησης επιβατικών και φορτηγών αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και λεωφορείων, με απαλλαγή από το Φ.Π.Α. και το τέλος ταξινόμησης. Εντός έξι (6) μηνών από τη λήξη των Παραολυμπιακών Αγώνων τα εν λόγω οχήματα πρέπει να επανεξαχθούν ή να λάβουν άλλο προβλεπόμενο τελωνειακό προορισμό. Επιβατικά και φορτηγά αυτοκίνητα που μετά τη χρησιμοποίησή τους από την Ο.Ε.Ο.Α. - Αθήνα 2004 θα επιστρέψουν στις αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης της χορηγού εταιρίας, από όπου είχαν προσωρινά εξέλθει, μπορεί να τίθενται σε ανάλωση στο εσωτερικό της χώρας με καταβολή τέλους ταξινόμησης που θα υπολογίζεται, αντίστοιχα, με βάση τους συντελεστές που ορίζονται στην περίπτωση (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 121 και στις περιπτώσεις (α) έως και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 123 του Ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α΄), εφόσον κατά το χρόνο που παραδίδονται για χρήση στην Ο.Ε.Ο.Α. - Αθήνα 2004 πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές των Οδηγιών 98/69 Ε.Κ. και 91/542 Ε.Ο.Κ. φάση Β΄ ή 96/69 Ε.Κ. ή μεταγενέστερων, και η θέση αυτών σε ανάλωση γίνει μέχρι 30.6.2005. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Πολιτισμού και Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζεται η διαδικασία εφαρμογής της παρούσας παραγράφου και ρυθμίζονται όλες οι σχετικές λεπτομέρειες. Άρθρο 38 Περιορισμός ειδικού επιδόματος παραγωγικότητας Το ειδικό επίδομα της παραγράφου 6 του άρθρου 17 του Ν. 2860/2000 (ΦΕΚ 251 Α΄) δεν καταβάλλεται στους υπαλλήλους που αποσπώνται, σε εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 13 του ίδιου άρθρου και νόμου, από υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών ή των εποπτευόμενων από αυτό Ν.Π.Δ.Δ. Άρθρο 39 Θέματα λειτουργίας του Οργανισμού Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ.) 1.Η λειτουργία της Κεντρικής Υπηρεσίας του Οργανισμού Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ.), ο οποίος συστάθηκε με τις διατάξεις του Β΄ Κεφαλαίου (άρθρα 6 -11) του Ν. 2768/1999 (ΦΕΚ 273 Α΄) αρχίζει από την 1η Ιουλίου 2001. 2.Οι Υπηρεσίες Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου (Υ.Π.Α.Δ.) τίθενται σε λειτουργία με αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του Ο.Π.Α.Δ. Κατά το μέχρι την έναρξη της λειτουργίας των Υ.Π.Α.Δ. χρονικό διάστημα η αναγνώριση των παροχών υγειονομικής περίθαλψης και η πληρωμή αυτών γίνεται από τις αρμόδιες Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις. Τα απαιτούμενα για την πληρωμή των δαπανών ποσά παρέχονται στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις με επιχορήγηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, η οποία αφαιρείται από τους πόρους του άρθρου 11 του Ν. 2768/1999 του Ο.Π.Α.Δ. Κατά το ίδιο διάστημα οι υπάλληλοι που διαπιστώθηκαν και αποσπώνται στον Ο.Π.Α.Δ. εξακολουθούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην αρμόδια Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση. 3.Οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών υγείας στους ασφαλισμένους αρμοδιότητας του Ο.Π.Α.Δ. που έχουν συναφθεί με φυσικά ή νομικά πρόσωπα εξακολουθούν να διέπονται από τις προ της συστάσεως του Ο.Π.Α.Δ. διατάξεις, μέχρι την καταγγελία τους με απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Π.Α.Δ. και αζημίως για τον Οργανισμό. 4.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 7 του Ν. 2768/1999, προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: Στον Οργανισμό περιέρχεται και η αρμοδιότητα έκδοσης της απόφασης για μετάβαση ή παράταση της νοσηλείας στο εξωτερικό, ύστερα από γνώμη της Ειδικής Υγειονομικής Επιτροπής του Ν. 2194/1994 (ΦΕΚ 34 Α΄). Η απόφαση αυτή θα υπογράφεται από τον Πρόεδρο ή τον Γενικό Διευθυντή, μετά από απόφαση του Δ.Σ. του Οργανισμού. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από 1.7.2001. 5.Ο Υπουργός Οικονομικών, υπό την εποπτεία του οποίου τελούν τα οικονομικά θέματα του Ο.Π.Α.Δ., μπορεί με απόφασή του, να αναθέτει απευθείας σε κρατικούς φορείς ή σε θυγατρικές τους εταιρείες την τεχνική υποστήριξη και μηχανοργάνωση των υπηρεσιών προγραμματισμού, διαχείρισης και ελέγχου των δαπανών περίθαλψης των ασφαλισμένων του Οργανισμού. 6.Οι διαδικασίες για τη μετάβαση προς νοσηλεία στο εξωτερικό των οικονομικά αδυνάτων ατόμων που είναι ανασφάλιστα, καθώς και των φοιτητών που δεν είναι ασφαλισμένοι σε κανέναν ασφαλιστικό φορέα, μεταφέρονται στον Ο.Π.Α.Δ., ο οποίος και επιχορηγείται ειδικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό για την κάλυψη της σχετικής προς τούτο δαπάνης. 7.Εκκρεμείς δαπάνες νοσηλείας στο εξωτερικό που πραγματοποιήθηκαν μέχρι 30 Ιουνίου 2001 εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ο.Π.Α.Δ., μετά από ειδική προς τούτο επιχορήγησή του. Συμπληρωματικές δαπάνες χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής (Χ.Ε.Π.) που είχαν εκδοθεί σε βάρος του προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ο.Π.Α.Δ. με επικυρωμένα αντίγραφα των δικαιολογητικών που συνοδεύουν την απόδοση λογαριασμού του Χ.Ε.Π. Άρθρο 40 Θέματα Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών (Σ.Ο.Ε.) Μετά το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Π.Δ. 279/1979 (ΦΕΚ 81 Α΄), προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος και τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου συνεχίζουν να ασκούν νομίμως τα καθήκοντά τους και μετά τη λήξη της θητείας τους, μέχρι την ανανέωση της θητείας αυτών ή το διορισμό νέων και την ανάληψη των καθηκόντων τους. Άρθρο 41 Κατάργηση του άρθρου 5 του Ν.Δ. 4002/1959 Το άρθρο 5 του Ν.Δ. 4002/1959 (ΦΕΚ 233 Α΄) καταργείται. Άρθρο 42 Θέματα Ανώνυμης Εταιρείας Διώρυγας Κορίνθου 1.Η Ανώνυμη Εταιρεία Διώρυγας της Κορίνθου (Α.Ε.ΔΙ.Κ.) παύει να διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 (ΦΕΚ 135 Α΄). 2.Η παράγραφος 3 του άρθρου 1 του Ν. 1067/1980 (ΦΕΚ 187 Α΄), που προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 2733/1999 (ΦΕΚ 155 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: 3. Η Α.Ε.ΔΙ.Κ. διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, του Κ.Ν. 2190/1920 και το καταστατικό της. 3.Τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 13 του Ν. 1067/1980 αντικαθίστανται ως εξής: Η Εταιρεία διοικείται από πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο, τα μέλη του οποίου εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση. 4.Το πέμπτο εδάφιο του άρθρου 13 του Ν. 1067/1980 αντικαθίσταται ως εξής: Η θητεία των μελών του Δ.Σ. είναι πενταετής. 5.Το καταστατικό της Α.Ε.ΔΙ.Κ. να εναρμονισθεί με τις ως άνω τροποποιήσεις του Ν. 1067/1980. 6. 1)Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, το προσωπικό της Α.Ε.ΔΙ.Κ., το οποίο αποσπάσθηκε σε άλλες Υπηρεσίες, μεταφέρεται αυτοδίκαια με την ίδια εργασιακή σχέση στην Υπηρεσία που υπηρετεί με απόσπαση και καταλαμβάνει υφιστάμενες θέσεις του αντίστοιχου κλάδου, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Αν δεν υπάρχουν κενές θέσεις, καταλαμβάνει αντίστοιχες προσωρινές οργανικές θέσεις που συνιστώνται με τον παρόντα νόμο και καταργούνται με την έξοδό του, με οποιονδήποτε τρόπο, από την Υπηρεσία. 2)Προσωπικό που έχει παραμείνει στην Α.Ε.ΔΙ.Κ. χωρίς δυνατότητα απασχόλησης, λόγω ειδικότητας ή ως υπεράριθμο, το οποίο διαπιστώνεται με απόφαση του Δ.Σ. της Εταιρείας, μεταφέρεται, με όμοια ως άνω απόφαση, σε άλλους φορείς (Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α.), ανάλογα με την ειδικότητά του. 3)Ο χρόνος υπηρεσίας του ανωτέρω προσωπικού στην Α.Ε.ΔΙ.Κ. θεωρείται ότι διανύθηκε στη νέα του θέση για κάθε συνέπεια. Άρθρο 43 Θέματα Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 1.Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υποβάλλει κάθε έτος έκθεση πεπραγμένων μέσα στο μήνα Μάρτιο στον Πρόεδρο της Βουλής και στον εποπτεύοντα υπουργό. 2.Ο πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καλούμενος εμφανίζεται δύο τουλάχιστον φορές το έτος ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής της Βουλής προκειμένου να ενημερώσει επί θεμάτων της αρμοδιότητάς του. 3.Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται η παράγραφος 7 του άρθρου 30 του Ν. 2324/1995 (ΦΕΚ 146 Α΄), που προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 110 του Ν. 2533/1997 (ΦΕΚ 228 Α΄). Άρθρο 44 Ρυθμίσεις στην καταβολή οφειλόμενου ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαίου 1.Ξενοδοχειακές μονάδες που αγόρασαν πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DΙΕSΕL) θέρμανσης, το οποίο είχε παραληφθεί με το φορολογικό καθεστώς των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 35 του Ν. 2093/1992 (ΦΕΚ 181 Α΄) και του άρθρου 73 του Ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α΄) και δεν το χρησιμοποίησαν ως πετρέλαιο θέρμανσης κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 73 του Ν. 2960/2001 οφείλουν, για να μην εφαρμοσθούν σε βάρος τους οι προβλεπόμενες από την παράγραφο 2 του άρθρου 35 του Ν. 2093/1992 κυρώσεις και πρόστιμα, να καταβάλουν, εντός διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και σε ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) της συνολικής ποσότητας πετρελαίου (DΙΕSΕL) θέρμανσης που παρέλαβαν, τη διαφορά μεταξύ των φορολογιών πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης που ίσχυαν κατά το χρόνο παραλαβής του. 2.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και σε εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, καταργουμένων των σχετικών δικών, εφόσον κατατεθούν στη γραμματεία του οικείου δικαστηρίου τα αποδεικτικά στοιχεία καταβολής της σχετικής διαφοράς των φορολογιών εντός της παραπάνω αναφερόμενης προθεσμίας. Με τις αυτές προϋποθέσεις η ποινική δίωξη, που τυχόν ασκήθηκε, παύει οριστικά με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. 3.Προϋπόθεση της εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι η υποβολή από τον ενδιαφερόμενο υπεύθυνης δήλωσης, με την οποία θα παραιτείται από τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από το νόμο. 4.Οι διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 28 του Ν. 2682/1999 (ΦΕΚ 16 Α΄) εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2, εφόσον, μέχρι την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος στο φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δεν έχουν εκδοθεί φύλλα ελέγχου ή πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων στη φορολογία εισοδήματος. Άρθρο 45 Λοιπές διατάξεις 1.Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του Ν. 2833/2000 (ΦΕΚ 150 Α΄) προστίθενται εδάφια ως εξής: Οι αποδοχές του επιστημονικού ή άλλου ειδικού προσωπικού με σύμβαση ορισμένου χρόνου καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης. Στο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος, που υπηρετεί στη Διεύθυνση Ασφάλειας Ολυμπιακών Αγώνων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και στο λοιπό προσωπικό που αποσπάται στη Διεύθυνση Ασφάλειας Ολυμπιακών Αγώνων από τους εμπλεκόμενους φορείς, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, χορηγείται από 1.1.2002, ειδική μηνιαία αποζημίωση που βαρύνει τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης. Το ύψος της ειδικής αυτής αποζημίωσης, η διαδικασία καταβολής της, ως και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια, καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης. 2.Η προθεσμία της παραγράφου 1α και μόνο όσον αφορά τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των δήμων και κοινοτήτων προς το Ελληνικό Δημόσιο, του άρθρου 17 του Ν. 2744/1999, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 11 του Ν. 2839/2000 (ΦΕΚ 196 Α΄) και 5 του Ν. 2892/ 2001(ΦΕΚ 46 Α΄), παρατείνεται μέχρι 30.6.2002. 3.Στο άρθρο 2 του Ν. 2166/1993 προστίθεται παράγραφος 7, η οποία έχει ως εξής: 7. Εφόσον, μεταξύ των στοιχείων του ενεργητικού των μετασχηματιζομένων επιχειρήσεων υφίσταται λογαριασμός απαιτήσεις από Κοινοπραξίες συμμετοχής παρέχεται στις επιχειρήσεις αυτές η δυνατότητα για τις απαιτήσεις που αφορούν έργα, τα οποία έχουν περατωθεί μέχρι την αίτηση συγχωνεύσεως, να μεταφέρουν το λογαριασμό των απαιτήσεων αυτών στο λογαριασμό 16 του Ελληνικού Λογιστικού Σχεδίου (Ε.Γ.Λ.Σ.) ασωμάτων στοιχείων παγίου ενεργητικού σε νέα εταιρία, με απόσβεση τούτων τμηματικά και ισόποσα σε μια πενταετία (5ετία), χωρίς δικαίωμα έκπτωσης από τα ακαθάριστα έσοδα, ή συμψηφισμού με τα προκύπτοντα φορολογητέα κέρδη. 4.Τα ποσά των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) και των δύο χιλιάδων (2.000) δραχμών της παραγράφου 25 του άρθρου 11 του Ν. 2954/2001 (ΦΕΚ 255 Α΄), από 1ης Ιανουαρίου 2002 ορίζονται σε χίλια οκτακόσια (1.800) και έξι (6) ευρώ αντίστοιχα. 5.Αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες, μοτοποδήλατα και ποδήλατα που βρίσκονται από Αστυνομικές Αρχές, εφόσον δεν θεωρούνται εγκαταλελειμμένα κατά την έννοια του άρθρου 1 της αρ. 1002901/67/Τ.& Ε.Φ./14.1.2002 (ΦΕΚ 57 Β΄/24.1.2002) απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Δημόσιας Τάξης Διαδικασία και προϋποθέσεις χαρακτηρισμού ως στερεών αποβλήτων των εγκαταλειμμένων οχημάτων και των ισχυουσών κάθε φορά διατάξεων και με την επιφύλαξη των διατάξεων του Τελωνειακού Κώδικα, παραδίδονται αμέσως στον Ο.Δ.Δ.Υ., σε περίπτωση που δεν καταστεί δυνατός ο εντοπισμός των κατόχων τους, όπου εκτίθενται σε ειδικό εκθεσιακό χώρο επί έξι (6) μήνες για τυχόν αναζήτηση και αναγνώριση από τους κατόχους τους. Αν παρέλθει άπρακτη η πιο πάνω προθεσμία τα ανευρεθέντα εκποιούνται από τον Ο.Δ.Δ.Υ. υπέρ των πόρων του Δημοσίου. Σε περίπτωση που τα ανωτέρω αποτελούν αντικείμενο ή πειστήριο εγκλήματος φυλάσσονται μέχρι να αποφασισθεί η τύχη τους με την έκδοση σχετικού δικαστικού βουλεύματος ή απόφασης. 6.Κάτοχος οχήματος που επιθυμεί να καταθέσει την άδεια κυκλοφορίας και τις κρατικές πινακίδες αυτού σε Υπηρεσία του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή στη Δ.Ο.Υ., με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 93 του Ν. 2696/1999 (ΦΕΚ 57 Α΄) Κύρωση Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, υποχρεούται είτε να φυλάξει αυτό σε ιδιωτικό κλειστό χώρο είτε να το παραδώσει για πολτοποίηση, εκποίηση ή απόσυρση στον Ο.Δ.Δ.Υ. Για την κατάθεση των ανωτέρω στοιχείων απαιτείται και η προσκόμιση είτε υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 1599/1986, στην πρώτη περίπτωση, στην οποία αναγράφονται υποχρεωτικά η διεύθυνση του χώρου φύλαξης, καθώς και τα στοιχεία του ιδιοκτήτη αυτού είτε βεβαίωσης του Ο.Δ.Δ.Υ. στη δεύτερη περίπτωση. 7.Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του Ν. 2730/1999 (ΦΕΚ 130 Α΄) και μετά τις λέξεις χρήσης των προστίθεται η φράση παραπάνω ή αυθαιρέτως ή με οποιαδήποτε άλλη σχέση κατεχομένων. 8.Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 12 του Ν. 2730/1999 η λέξη τρίμηνη αντικαθίσταται με τη λέξη δίμηνη. 9.Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 12 του Ν. 2730/1999 προστίθεται: Προειδοποίηση γενόμενη εγγράφως πριν την ισχύ του παρόντος νόμου υπολογίζεται για τη δίμηνη προθεσμία. 10.Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 12 του Ν. 2730/1999 αντικαθίσταται ως εξής: Κάθε διαφορά για αποζημίωση που προκύπτει από την εφαρμογή του εδαφίου α΄ της παραγράφου αυτής εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του Ν. 2730/1999 ανεξάρτητα από τη διαδικασία αποβολής της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. 11.Οι διατάξεις των περιπτώσεων γ΄ και δ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 9 του Ν. 1965/1991, όπως η περίπτωση δ΄ έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 90 του Ν. 1969/1991, αντικαθίστανται ως εξής: γ) Οι τιμές των φαρμάκων που έχουν όμοια χημική σύνθεση (δραστικό συστατικό) υπολογίζονται με βάση την τιμή του πρωτοτύπου μειωμένη κατά τα αναλογούντα έξοδα έρευνας, τα οποία δεν μπορεί να υπερβαίνουν το 20% της τιμής του αντίστοιχου πρωτοτύπου. 1)Για την επαλήθευση των τιμών όλων των φαρμάκων (παρασκευαζομένων, συσκευαζομένων και εισαγομένων) ερευνώνται οι τιμές πώλησης στις χώρες της Ευρώπης και τη χώρα προέλευσης και λαμβάνεται υπόψη η χαμηλότερη από τις τιμές αυτές. Η ισχύς της παρούσας παραγράφου αρχίζει από την 29.9.1997. 12.Στο άρθρο 9 του Ν. 1965/1991 προστίθεται νέα παράγραφος με αριθμό 9, ως εξής: 9. α) Σε περίπτωση αλλαγής ή προσθήκης νέας συσκευασίας φαρμάκου ή περιεκτικότητας, καθώς και σε περίπτωση προσθήκης νέας παρεμφερούς μορφής του ίδιου φαρμάκου λαμβάνεται υπόψη η τιμή της ήδη εγκεκριμένης συσκευασίας ή περιεκτικότητας ή νέας παρεμφερούς μορφής, εφόσον δεν προκύπτει χαμηλότερη τιμή από τη διαδικασία επαλήθευσης ή τα στοιχεία κόστους. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση αλλαγής του παρασκευαστή ή συσκευαστή του ίδιου φαρμάκου. 1)Σε περίπτωση καθορισμού τιμής δύο ή περισσοτέρων περιεκτικοτήτων του ίδιου φαρμάκου, εφόσον προκύπτουν τιμές δυσανάλογες μεταξύ τους, λαμβάνεται υπόψη η χαμηλότερη τιμή. Η ισχύς της παρούσας παραγράφου αρχίζει από την 2.12.1997. 13.Με αγορανομικές διατάξεις καθορίζονται ο τρόπος έρευνας και επαλήθευσης για τον προσδιορισμό της τιμής των φαρμάκων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των παραγράφων 11 και 12 του παρόντος άρθρου. 14.Η παράγραφος 3 του άρθρου 48 του Ν. 2956/2001 (ΦΕΚ 258 Α΄) Αναδιάρθρωση Ο.Α.Ε.Δ. και άλλες διατάξεις αντικαθίσταται ως εξής: Η υποχρέωση αυτή του Δημοσίου καλύπτει περίοδο ενός μηνός, αρχόμενη την 25η Σεπτεμβρίου 2001. Η περίοδος αυτή δύναται να παρατείνεται με κοινές αποφάσεις του Πρωθυπουργού και των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών. Το συνολικό διάστημα των παρατάσεων δεν δύναται να υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες. Με όμοιες αποφάσεις μπορεί να προβλέπεται για τις περιόδους της παρατάσεως οικονομική επιβάρυνση των αερομεταφορέων, το ύψος αυτής και ο τρόπος και η διαδικασία καταβολής. 15.Οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά την παράγραφο 14 του παρόντος άρθρου και προβλέπουν οικονομική επιβάρυνση των αερομεταφορέων μπορεί να έχουν αναδρομική ισχύ, από την 25η Οκτωβρίου 2001 και για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, που το Δημόσιο ανέλαβε την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 του άρθρου 48 του Ν. 2956/2001 υποχρέωση. 16.Η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων 14 και 15 του παρόντος άρθρου αρχίζει από 25 Ιανουαρίου 2002. 17.Τα ποσά που προβλέπονται στην παράγραφο 11 του άρθρου 16 του Ν. 2892/2001 (ΦΕΚ 46 Α΄), όπως ισχύει, δύνανται να χρησιμοποιούνται για την καταβολή αποζημίωσης στους αερομεταφορείς για ζημίες, που προκλήθηκαν από τη μη εκτέλεση πτήσεων κατά το χρονικό διάστημα 11 έως 15 Σεπτεμβρίου 2001 εξαιτίας των τρομοκρατικών ενεργειών στις Η.Π.Α. Το ύψος, η διαδικασία και οι προϋποθέσεις της καταβολής αποζημίωσης καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών. 18.Από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου, το Καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΜΕΤΑΛΛΩΝ, το οποίο εμπεριέχεται στο Π.Δ. 482/1985 (ΦΕΚ 174 Α΄), με το οποίο και συστάθηκε η παραπάνω εταιρεία, δύναται να τροποποιείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ν. 2190/1920, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της. 19.Η παράγραφος 6 του άρθρου 172 του Ν. 2960/2001 καταργείται. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε. Άρθρο 46 Κύρωση κοινής υπουργικής απόφασης Κυρώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 10 του Ν. 2601/1998 που αφορούν Ενισχύσεις Ιδιωτικών Επενδύσεων, η υπ΄ αριθμ. 58934/ΥΠΕ/1/00142/Ι/ Ν.2601/98/5.10.2001 κοινή υπουργική απόφαση Υπαγωγή επένδυσης της επιχείρησης ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε. στην ενίσχυση της επιχορήγησης και επιδότησης τόκων του Ν. 2601/1998, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως ακολούθως: ΑΠΟΦΑΣΗ Υπαγωγή επένδυσης της επιχείρησης ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε. στην ενίσχυση της επιχορήγησης και επιδότησης τόκων του Ν. 2601/1998. ΟΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ - ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Έχοντας υπόψη: 1.Τις διατάξεις του Ν. 2601/98 Ενισχύσεις Ιδιωτικών Επενδύσεων για την Οικονομική και Περιφερειακή Ανάπτυξη της Χώρας (ΦΕΚ 81 Α΄/15.4.98), όπως ισχύει. 2.Το άρθρο 23 του Ν. 1558/85 (ΦΕΚ 137/26.7.85 Τεύχος Α΄) Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα, όπως ισχύει. 3.Την 27081/ΔΙΟΕ 540/27.7.2000 απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ 970 Β΄/3.8.2000) για την ανάθεση αρμοδιοτήτων στους Υφυπουργούς Εθνικής Οικονομίας. 4.Την υπ αριθμ. 303/5.5.2000 (ΦΕΚ 594 Β΄/5.5.2000) κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Ανάπτυξης Ανάθεση αρμοδιοτήτων στους Υφυπουργούς Ανάπτυξης. 5.Την υπ αριθμ. 55734/19.5.98 (ΦΕΚ 527 Β΄/29.5.1998) απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας Τεχνικοοικονομικά στοιχεία και δικαιολογητικά που πρέπει να συνοδεύουν τις αιτήσεις υπαγωγής επενδύσεων και προγραμμάτων χρηματοδοτικής μίσθωσης εξοπλισμού στις διατάξεις του Ν. 2601/98 για την παροχή κινήτρων επιχορήγησης επιδότησης επιτοκίου και επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης. 6.Την υπ αριθμ. 58541/31.7.98 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας Στοιχεία αξιολόγησης επενδύσεων, βαθμολόγηση και λοιπές λεπτομέρειες εφαρμογής των κριτηρίων υπαγωγής επενδύσεων ή και προγραμμάτων χρηματοδοτικής μίσθωσης εξοπλισμού στις διατάξεις του Ν. 2601/98, όπως ισχύει. 7.Την από 15.9.98 (Αρ. Πρωτ. ΕΛΚΕ 188) αίτηση της επιχείρησης ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε. για την υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 2601/98 επένδυσης, που αναφέρεται: (α) στην κατασκευή μονάδας παραγωγής πολυπροπυλενίου στη θέση που βρίσκονται οι υφιστάμενες βιομηχανικές εγκαταστάσεις στο Δήμο Εχεδώρου του Ν. Θεσσαλονίκης και (β) στην κατασκευή μονάδας παραγωγής προπυλενίου στη θέση που βρίσκονται οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις διυλιστηρίου της εταιρείας στον Δήμο Ασπροπύργου του Ν. Αττικής (Κ.Α. ΣΤΑΚΟΔ 91 241.4, 241.6), συνολικής δαπάνης εξήντα δύο δισεκατομμυρίων εκατόν σαράντα δύο εκατομμυρίων τριακοσίων ογδόντα τριών χιλιάδων (62.142.383.000) δρχ. 8.Την από 4.4.2000 (ομόφωνη) Γνωμοδότηση της Ειδικής Γνωμοδοτικής Επιτροπής του άρθρου 8 του Ν. 2601/98, για την υπαγωγή στο άρθρο 10 του Ν. 2601/98 της παραπάνω επένδυσης, συνολικής ενισχυόμενης δαπάνης ποσού τριάντα εννέα δισεκατομμυρίων επτακοσίων σαράντα τεσσάρων εκατομμυρίων (39.744.000.000) δρχ. 9.Το Πολυτομεακό πλαίσιο για τις περιφερειακές ενισχύσεις προς μεγάλα επενδυτικά σχέδια της Ε.Κ. (98/c 107/5). 10.Την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να θεωρήσει την ενίσχυση ως συμβιβάσιμη με την συνθήκη ΕΚ, την οποία κοινοποίησε με την από 18.7.2001 (SG (2001) D/290003) επιστολή της. 11.Τη σημαντική επίπτωση της προτεινόμενης επένδυσης στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας και στην απασχόληση, αποφασίζουμε: Άρθρο 1 1.Εγκρίνουμε σύμφωνα με την § 3 του άρθρου 10 του Ν. 2601/98 την υπαγωγή στην ενίσχυση της επιχορήγησης και επιδότησης τόκων του νόμου αυτού, της επένδυσης της επιχείρησης ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε. συνολικής ενισχυόμενης δαπάνης ποσού τριάντα εννέα δισεκατομμυρίων επτακοσίων σαράντα τεσσάρων εκατομμυρίων (39.744.000.000) δρχ. που αναφέρεται στην ίδρυση μονάδας κατασκευής πολυπροπυλενίου στο Ν. Θεσσαλονίκης και μονάδας παραγωγής προπυλενίου στο Ν. Αττικής. Η ενισχυόμενη δαπάνη της παραπάνω επένδυσης αναλύεται ως εξής: - Ανέγερση κτιριακών εγκ/σεων επιφανείας 16.213 m2 και μεταλλικές κατασκευές στη μονάδα πολυπροπυλενίου - Διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου και λοιπά έργα πολιτικού μηχανικού στις μονάδες πολυπροπυλενίου και προπυλενίου: 3.950.000.000 δρχ. - Αγορά καινούργιου μηχ/κού εξοπλισμού: (α) της μονάδας πολυπροπυλενίου (τρεις σφαίρες αποθήκευσης προπυλενίου, αντιδραστήρας, διπλοκόχλιος εκβολέας, υπόλοιπος μηχ/κός εξοπλισμός των τομέων εκφόρτωσης και αποθήκευσης προπυλενίου, προετοιμασίας και τροφοδοσίας καταλύτη και συνκαταλυτών, πολυμερισμού, διαχωρισμού πολυπροπυλενίου - προπυλενίου, άτμισης και ξήρανσης πολυμερούς, ανάμειξης προσθετών και εξώθησης, ομογενοποίησης κόκκων πολυπροπυλενίου, αποθήκευσης και συσκευασίας καθώς και εξοπλισμός βοηθητικών εγκαταστάσεων όπως μονάδα παραγωγής αζώτου, πυρσός, σύστημα παραγωγής νερού ψύξης, δίκτυο νερού πυρόσβεσης και λοιπές) και (β) της μονάδας προπυλενίου (τρεις πύργοι διαχωρισμού, δύο σφαιρικές δεξαμενές αποθήκευσης προπυλενίου, 6 δοχεία, 12 αντλίες, 7 εναλλάκτες θερμότητας): 18.990.000.000 δρχ. - Μεταφορά και εγκατάσταση: (α) της μονάδας πολυπροπυλενίου (σφαίρες αποθήκευσης και εξοπλισμός) και (β) της μονάδας προπυλενίου (σφαίρες αποθήκευσης, εξοπλισμός, σωληνώσεις): 3.781.000.000 δρχ. - Αγορά λοιπού εξοπλισμού: (α) της μονάδας πολυπροπυλενίου (αγορά & εγκ/ση οργάνων ελέγχου πεδίου και πίνακα, όργανα ποιοτικού ελέγχου, 500 φιάλες για υδρογόνο, εξοπλισμός εργαστηρίου, ηλεκτρολόγων και μηχανουργείου, κλαρκ και ημιφοργητά για εσωτερική διακίνηση) και (β) της μονάδας προπυλενίου (αγορά και εγκ/ση οργάνων ελέγχου πεδίου και πινάκων): 3.893.000.000 δρχ. - Ειδικές εγκ/σεις: (α) της μονάδας πολυπροπυλενίου (αγορά και εγκ/ση σωληνώσεων και εξαρτημάτων αυτών, αγορά και εγκ/ση υποσταθμού και λοιπών ηλεκτρολογικών, μονώσεις και βαφές, ηλεκτροδότηση εργοστασίου με γραμμή μεταφοράς και υποσταθμό υψηλής τάσης) και (β) της μονάδας προπυλενίου (αγορά σωληνώσεων και εξαρτημάτων αυτών, υλικά και εργασίες ηλεκτρολογικών εγκ/σεων, μεταλλικές κατασκευές, μονώσεις και βαφές): 9.130.000.000 δρχ. ΣΥΝΟΛΟ 39.744.000.000 δρχ. 2.Στη δαπάνη των κτιριακών εγκαταστάσεων περιλαμβάνεται και η δαπάνη έκδοσης της άδειας οικοδομικών και λοιπών εργασιών. Άρθρο 2 1.Η υπαγωγή της πιο πάνω επένδυσης στις διατάξεις του Ν. 2601/98 εγκρίνεται με την προϋπόθεση τήρησης από την επιχείρηση των παρακάτω ειδικών όρων: Ειδικότερα ορίζεται: 1)Τόπος εγκατάστασης: 1)μονάδα πολυπροπυλενίου: Δήμος Εχεδώρου, Επαρχία Θεσ/νίκης Ν. Θεσσαλονίκης 3)μονάδα προπυλενίου: Δήμος Ασπροπύργου Επαρχία Μεγαρίδος Ν. Αττικής 3)Ημερ/νία έναρξης: Μετά την υποβολή της αίτησης υπαγωγής (15.9.1998) 5)Ημερ/νία ολοκλήρωσης: 31.12.2001 6)Υφιστάμενες μόνιμες θέσεις εργασίας: Δύο χιλιάδες διακόσια δώδεκα (2.212) άτομα (έτος 1999) 7)Νέες υποχρεωτικές μόνιμες θέσεις εργασίας: εκατόν εξήντα τρία (163) άτομα 8)Ισχύς νέων παραγωγικών μηχανημάτων: 1)μονάδα πολυπροπυλενίου: 17,3 ΜW 3)μονάδα προπυλενίου: 1,2 ΜW 11)Νέα δυναμικότητα: 1)μονάδα πολυπροπυλενίου: 176.000 τόνοι πολυπρο- πυλενίου/ετησίως 3)μονάδα προπυλενίου: 100.000 τόνοι προπυλενίου/ετησίως 14)Η ίδια συμμετοχή του φορέα της επένδυσης θα ανέλθει σε ποσοστό 32,4% της συνολικής ενισχυόμενης δαπάνης και αντιστοιχεί στο ποσό των δώδεκα δισεκατομμυρίων οκτακοσίων εβδομήντα επτά εκατομμυρίων πενήντα έξι χιλιάδων (12.877.056.000) δρχ. Το ως άνω ποσοστό της ιδίας συμμετοχής δεν μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια υλοποίησης της επένδυσης. *Η ίδια συμμετοχή αποτελείται από μετρητά που θα καλυφθούν στο σύνολο από εισφορές των εταίρων και θα αποτελέσει μετοχικό κεφάλαιο. Το ποσό της ίδιας συμμετοχής θα καθοριστεί ακριβώς με την ολοκλήρωση της ενισχυόμενης επένδυσης υπολογιζόμενο στο πραγματικό κόστος της ενισχυόμενης επένδυσης, όπως θα καθοριστεί σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις επενδύσεις του Ν. 2601/98, και θα πρέπει να έχει καλυφθεί εντός της προθεσμίας ολοκλήρωσης της επένδυσης. Η κάλυψη της συνολικής δαπάνης της επένδυσης θα γίνει αποκλειστικά με την ίδια συμμετοχή του φορέα με μεσομακροπρόθεσμο τραπεζικό δάνειο και με επιχορήγηση του Ν. 2601/98 και θα πρέπει να έχει καλυφθεί εντός της προθεσμίας ολοκλήρωσης της επένδυσης. 15)Σε περίπτωση που για την υλοποίηση της επένδυσης δεν θα συναφθεί τραπεζικό δάνειο, η συνολική δαπάνη της επένδυσης θα καλυφθεί αποκλειστικά με ίδια συμμετοχή και με επιχορήγηση του Ν. 2601/98. Το τμήμα της ίδιας συμμετοχής το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό του δανείου θα καλυφθεί κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση (η) της παρούσας παραγράφου. 2.Η επιχείρηση ευθύνεται για την έκδοση όλων των απαιτούμενων κατά την ισχύουσα νομοθεσία, αδειών οικοδομικών εργασιών και εγκαταστάσεων για τη λήψη όλων των απαιτούμενων κατά την ισχύουσα νομοθεσία μέτρων, καθώς και αυτών που προβλέπονται για την προστασία του περιβάλλοντος (βιολογικό καθαρισμό κ.λπ.). 3.Προϋπόθεση για την επιχορήγηση της επιχείρησης είναι: 1)η τήρηση από αυτήν λογιστικών βιβλίων Γ΄ κατηγορίας του Κ.Φ.Σ. και 2)η μη επιχορήγηση της παρούσας επένδυσης από άλλη πηγή. Άρθρο 3 1.Εγκρίνουμε τη χορήγηση προς την επιχείρηση ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε., επιχορήγησης ύψους έντεκα δισεκατομμυρίων πεντακοσίων είκοσι πέντε εκατομμυρίων επτακοσίων εξήντα χιλιάδων (11.525.760.000) δρχ. δηλ. ποσοστό 29% της συνολικής ενισχυόμενης δαπάνης της επένδυσης κατά παρέκκλιση των σχετικών διατάξεων του Ν. 2601/98 που αφορούν στα ποσοστά και το ύψος της επιχορήγησης. Η επιχορήγηση θα εμφανίζεται με τη μορφή αφορολόγητου αποθεματικού σε ξεχωριστό λογαριασμό στα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης. Η επιχορήγηση καταβάλλεται απευθείας στην επιχείρηση και δεν επιτρέπεται η εκχώρησή της σε τρίτους. Κατ εξαίρεση, είναι δυνατή η εκχώρηση της επιχορήγησης σε τράπεζα, για την παροχή βραχυπρόθεσμου δανεισμού ισόποσου της εκχωρούμενης επιχορήγησης που χρησιμοποιείται για την υλοποίηση της επένδυσης. 2.Η καταβολή της επιχορήγησης θα πραγματοποιηθεί σε τέσσερις (4) δόσεις. Με τις δύο πρώτες θα καταβληθεί το 60% του ποσού της επιχορήγησης και με τις υπόλοιπες δύο το απομένον 40% του ποσού της επιχορήγησης ως εξής: 1)Η πρώτη δόση θα καταβληθεί εφόσον διαπιστωθεί με βάση την έκθεση του αρμόδιου οργάνου ελέγχου ότι έχει καταβληθεί και δαπανηθεί για την πραγματοποίηση της επένδυσης: - το 50% της ίδιας συμμετοχής δηλ. ποσό έξι δισεκατομμυρίων τετρακοσίων τριάντα οκτώ εκατομμυρίων πεντακοσίων είκοσι οκτώ χιλιάδων (6.438.528.000) δρχ. και το 25% του τραπεζικού δανείου δηλαδή ποσό τριών δισεκατομμυρίων οκτακοσίων τριάντα πέντε εκατομμυρίων διακοσίων ενενήντα έξι χιλιάδων (3.835.296.000) δρχ. ήτοι θα πρέπει να έχουν γίνει για την πραγματοποίηση της επένδυσης, συνολικά δαπάνες τουλάχιστον των δέκα δισεκατομμυρίων διακοσίων εβδομήντα τριών εκατομμυρίων οκτακοσίων είκοσι τεσσάρων χιλιάδων (10.273.824.000) δρχ. (δηλ. συνολικές δαπάνες που αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 25,85% του συνολικού ενισχυόμενου ύψους της επένδυσης). Η πρώτη δόση καθορίζεται στο 25,85% του ποσού της επιχορήγησης ήτοι στο ποσό των δύο δισεκατομμυρίων εννιακοσίων εβδομήντα εννέα εκατομμυρίων τετρακοσίων εννέα χιλιάδων (2.979.409.000) δρχ. Σε περίπτωση που μέχρι την ημερομηνία του ελέγχου δεν θα έχει συναφθεί τραπεζικό δάνειο, θα πρέπει πέρα του 50% της οριζόμενης στην παρ. (η) άρθ. 2 ίδιας συμμετοχής να καταβληθεί και δαπανηθεί πρόσθετο ποσό της ίδιας συμμετοχής που αντιστοιχεί στο 25% του τραπεζικού δανείου. 2)Η δεύτερη δόση θα καταβληθεί εφόσον διαπιστωθεί με βάση την έκθεση του αρμοδίου οργάνου ελέγχου ότι έχει καταβληθεί και δαπανηθεί για την πραγματοποίηση της επένδυσης το σύνολο της ίδιας συμμετοχής, το σύνολο του τραπεζικού δανείου και το ποσό της πρώτης δόσης της επιχορήγησης, ήτοι θα πρέπει να έχουν γίνει συνολικά δαπάνες της τάξης τουλάχιστον των τριάντα ενός δισεκατομμυρίων εκατόν ενενήντα επτά εκατομμυρίων εξακοσίων σαράντα εννέα χιλιάδων (31.197.649.000) δρχ. (δηλ. συνολικές δαπάνες που αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 78,50% του συνολικού ενισχυόμενου ύψους της επένδυσης). Η δεύτερη δόση καθορίζεται στο 34,15% του ποσού της επιχορήγησης ήτοι στο ποσό των τριών δισεκατομμυρίων εννιακοσίων τριάντα έξι εκατομμυρίων σαράντα επτά χιλιάδων (3.936.047.000) δρχ., ποσοστό με το οποίο, προστιθέμενης και της πρώτης δόσης, συμπληρώνεται το 60% του ποσού της επιχορήγησης. 3)Η τρίτη δόση καθορίζεται στο ποσό των δύο δισεκατομμυρίων τριακοσίων πέντε εκατομμυρίων εκατόν πενήντα δύο χιλιάδων (2.305.152.000) δρχ. που αντιστοιχεί στο 20% της συνολικής επιχορήγησης. Θα καταβληθεί μετά την πιστοποίηση ολοκλήρωσης της επένδυσης και έκδοση της σχετικής απόφασης ολοκλήρωσης. 4)Η τελευταία δόση καθορίζεται στο ποσό των δύο δισεκατομμυρίων τριακοσίων πέντε εκατομμυρίων εκατόν πενήντα δύο χιλιάδων (2.305.152.000) δρχ. που αντιστοιχεί στο 20% της συνολικής επιχορήγησης. Θα καταβληθεί μετά την πιστοποίηση της έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης και την έκδοση της σχετικής απόφασης. Η πιστοποίηση έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας γίνεται εφόσον έχουν δημιουργηθεί τουλάχιστον οι 150 νέες μόνιμες υποχρεωτικές θέσεις απασχόλησης που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση και έχουν πραγματοποιηθεί αγορές πρώτων υλών και πωλήσεις προϊόντων σε βαθμό που να τεκμηριώνει τη λειτουργία της μονάδας. Για την έκδοση της απόφασης πιστοποίησης της έναρξης παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης και την καταβολή της τελευταίας δόσης της επιχορήγησης θα πρέπει προηγουμένως να έχει δοθεί η συγκατάθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην § 6, εδ. 6.2 του Πολυτομεακού πλαισίου για τις περιφερειακές ενισχύσεις προς μεγάλα επενδυτικά σχέδια και στην § 5 της κοινοποίησης της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να θεωρήσει την ενίσχυση συμβιβάσιμη με τη συνθήκη της Ε.Κ. 3.Σε περίπτωση που η έναρξη παραγωγικής λειτουργίας δεν πιστοποιείται ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση της επένδυσης, η έναρξη παραγωγικής λειτουργίας επιτρέπεται να γίνει το αργότερο εντός έτους από τη δημοσίευση της απόφασης ολοκλήρωσης της επένδυσης. Το χρονικό αυτό διάστημα δεν είναι δυνατόν να παραταθεί, μετά δε την εκπνοή του η παρούσα απόφαση ανακαλείται αυτοδικαίως και επιστρέφεται η καταβληθείσα επιχορήγηση. 4.Ο έλεγχος για τη διαπίστωση της προόδου των εργασιών της ανάλωσης των καθοριζομένων πιο πάνω ποσών από την ίδια συμμετοχή και το τραπεζικό δάνειο προκειμένου να καταβληθούν οι δόσεις της επιχορήγησης από μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, ο έλεγχος της ολοκλήρωσης της επένδυσης και έναρξης της παραγωγικής της λειτουργίας και γενικότερα της συμμόρφωσης της επιχείρησης με του όρους της παρούσας απόφασης και των διατάξεων του Ν. 2601/98, θα πραγματοποιείται από την αρμόδια Επιτροπή Ελέγχου του άρθρου 8 του Ν. 2601/98. 5.Οι δόσεις της επιχορήγησης θα καταβάλλονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Ανάπτυξης που θα εκδίδονται μετά από γνωμοδοτήσεις της Ειδικής Γνωμοδοτικής Επιτροπής του άρθρου 8 του Ν. 2601/98 και τον έλεγχο των σχετικών δικαιολογητικών κατά τα οριζόμενα στο Ν. 2601/98. Άρθρο 4 1.Εγκρίνουμε την επιδότηση των τόκων με ποσοστό 29% κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Ν. 2601/98 για την κάλυψη μέρους της επιβάρυνσης από τόκους του μεσομακροπρόθεσμου τραπεζικού δανείου, ποσού δεκαπέντε δισεκατομμυρίων τριακοσίων σαράντα ενός εκατομμυρίων εκατόν ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων (15.341.184.000) δρχ. που θα ληφθεί και θα χρησιμοποιηθεί για την ενισχυόμενη με την απόφαση αυτή επένδυση. Η καταβολή της επιδότησης γίνεται υπό την προϋπόθεση ότι οι τόκοι έχουν καταβληθεί από την επιχείρηση στη δανειοδοτούσα τράπεζα, με εξαίρεση τους τόκους της περιόδου χάριτος σε περίπτωση κεφαλαιοποίησής τους. Η επιδότηση των τόκων παρέχεται για χρονικό διάστημα μέχρι 6 ετών από την πρώτη ανάληψη δόσης δανείου. Η επιδότηση τόκων παρέχεται με την προϋπόθεση ότι με αυτήν το Καθαρό Ισοδύναμο Επιχορήγησης (Κ.Ι.Ε.) των παρεχόμενων ενισχύσεων επιχορήγησης και επιδότησης τόκων δεν υπερβαίνει το επιτρεπόμενο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ποσοστό επί του ενισχυόμενου κόστους της επένδυσης, όπως ορίζεται στην κοινοποίηση της απόφασής της να θεωρήσει την ενίσχυση συμβιβάσιμη με τη συνθήκη της Ε.Κ. 2.Σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης τόκων της περιόδου χάριτος, η επιδότηση καταβάλλεται στη δανειοδοτούσα τράπεζα για μείωση του δανείου που προήλθε από την κεφαλαιοποίηση αυτή. 3.Η επιδότηση τόκων παρέχεται υπό την προϋπόθεση ότι δεν επιδοτούνται από άλλη πηγή. 4.Η επιχείρηση μπορεί να κάνει χρήση τραπεζικού δανείου μεγαλύτερου ποσού για κόστος επένδυσης μεγαλύτερο του ενισχυόμενου, δεν επιδοτούνται όμως οι τόκοι του επιπλέον δανείου. 5.Η καταβολή της επιδότησης τόκων θα αρχίσει εφόσον έχουν εκδοθεί η απόφαση ολοκλήρωσης της επένδυσης η απόφαση πιστοποίησης της έναρξης της παραγωγικής της λειτουργίας και τηρούνται οι όροι της παρούσας απόφασης και οι διατάξεις του Ν. 2601/98. Τα ποσά που θα καταβάλλονται κάθε φορά και ο χρόνος καταβολής τους θα καθορίζονται με απόφασή μας, που θα εκδίδεται μετά τον έλεγχο των σχετικών δικαιολογητικών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 2601/98. Με την ίδια απόφαση θα ρυθμίζονται και όλα τα υπόλοιπα θέματα σχετικά με την ανωτέρω επιδότηση των τόκων. Άρθρο 5 1.Μετά την έκδοση της απόφασης πιστοποίησης της έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας και μέχρι τη συμπλήρωση του πέμπτου έτους από την ημερομηνία αυτή θα πρέπει ο ετήσιος μέσος όρος των εργαζομένων στην επιχείρηση (των υφιστάμενων και των νέων που καθορίζονται στο άρθρο 2 § 1 της παρούσας απόφασης) να αντιστοιχεί τουλάχιστον στον οριζόμενο στην παρούσα απόφαση αριθμό θέσεων απασχόλησης. Θέσεις απασχόλησης που δημιουργούνται από άλλη επένδυση δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των δημιουργούμενων από την παρούσα επένδυση θέσεων που καθορίζονται με την παρούσα απόφαση, ούτε λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ως άνω μέσου ετήσιου όρου εργαζομένων. Παράλληλα θα πρέπει να τεκμηριώνεται η δημιουργία τουλάχιστον εκατόν ενενήντα δύο (192) νέων μόνιμων θέσεων εργασίας σε δορυφορικές επιχειρήσεις ως άμεσο αποτέλεσμα της ενισχυόμενης επένδυσης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην § 3 του άρθρου 10 του Ν. 2601/98. Στο χρονικό διάστημα της ίδιας πενταετίας, η εταιρεία έχει υποχρέωση να υποβάλλει εντός ενός (1) μηνός από της λήξεως εκάστου εξαμήνου, αρχής γενομένης από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ολοκλήρωσης της επένδυσης, στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, θεωρημένη από την κατά τόπο αρμόδια επιθεώρηση εργασίας του Υπουργείου Εργασίας κατάσταση του απασχοληθέντος το προηγούμενο εξάμηνο προσωπικού της, συνοδευόμενη από το εξαμηνιαίο δελτίο απασχόλησης προσωπικού (ως συνημμένο υπόδειγμα). Παράλληλα με την υποβολή των παραπάνω δελτίων, η εταιρεία θα πρέπει να τεκμηριώνει επαρκώς και την απασχόληση σε δορυφορικές επιχειρήσεις ως άμεσο αποτέλεσμα της ενισχυόμενης επένδυσης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην § 3 του άρθρου 10 του Ν. 2601/98. 2.Η Εταιρεία υποχρεούται από την έκδοση της παρούσας απόφασης και μέχρι την έκδοση απόφασης πιστοποίησης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης να υποβάλλει στην Υπηρεσία Ιδιωτικών Επενδύσεων εξαμηνιαία δελτία προόδου των επενδυτικών έργων της. Τα δελτία αυτά υποβάλλονται κατά τον Ιανουάριο και Ιούλιο κάθε έτους σύμφωνα με το σχετικό υπόδειγμα της Υπηρεσίας. 3.Η Υπηρεσία Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας υποχρεούται να διαβιβάσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντίγραφο της παρούσας απόφασης. Επίσης θα πρέπει να υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετήσιες εκθέσεις επί του επενδυτικού σχεδίου, που θα περιλαμβάνουν στοιχεία σχετικά με τις ήδη καταβληθείσες επιχορηγήσεις, την πορεία του έργου και τη συμμόρφωση με τους ειδικούς όρους που τίθενται με την παρούσα απόφαση και τις διατάξεις του Ν. 2601/98, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην § 6 εδ. 6.4 του Πολυτομεακού πλαισίου για τις περιφερειακές ενισχύσεις προς μεγάλα επενδυτικά σχέδια και στην § 5 της κοινοποίησης της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να θεωρήσει την ενίσχυση συμβιβάσιμη με την συνθήκη της Ε.Κ. Άρθρο 6 1. 1)Σε περίπτωση εγκατάλειψης της παρούσας επένδυσης κατά το στάδιο υλοποίησής της, έχουν εφαρμογή οι κυρώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του Ν. 2601/98. 2)Σε περίπτωση που από την έκδοση της παρούσας απόφασης και μέχρι τη συμπλήρωση 5ετίας από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης πιστοποίησης έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της παρούσας επένδυσης, μεταβιβαστούν για οποιονδήποτε λόγο πάγια περιουσιακά στοιχεία που έχουν σύμφωνα με την παρούσα απόφαση επιχορηγηθεί ή και επιδοτηθεί χωρίς αυτά να αντικατασταθούν εντός εξαμήνου με αγορά άλλων ίσης τουλάχιστον αξίας και ιδίου είδους και υπό τις προϋποθέσεις της § 4 του άρθρου 11 του Ν. 2601/98, έχουν εφαρμογή οι κυρώσεις της § 4 του άρθρου 11 του Ν. 2601/98. 3)Σε περίπτωση που από την έκδοση της παρούσας απόφασης και μέχρι τη συμπλήρωση πενταετίας από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης πιστοποίησης έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της παρούσας επένδυσης, εκμισθωθεί η επένδυση είτε στο σύνολό της είτε κατά ένα μέρος της, χωρίς προηγούμενη έγκριση του αρμόδιου για την έκδοση της παρούσας απόφασης οργάνου της Διοίκησης, έχουν εφαρμογή οι κυρώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 11 του Ν. 2601/98. 4)Σε περίπτωση που από την έκδοση της παρούσας απόφασης και μέχρι τη συμπλήρωση πενταετίας από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης πιστοποίησης έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της παρούσας επένδυσης, διαπιστωθεί παύση για οποιονδήποτε λόγο της παραγωγικής λειτουργίας της (πλην της παύσης της παραγωγικής λειτουργίας της, λόγω μερικής ή ολικής καταστροφής της από πυρκαγιά, πλημμύρα ή άλλα φυσικά φαινόμενα), έχουν εφαρμογή οι κυρώσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 11 του Ν. 2601/98. 2.Σε περίπτωση διαπίστωσης παραλείψεων κατά την εκτέλεση του περιγραφόμενου με την απόφαση αυτή έργου και γενικά σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του επενδυτή με τους όρους της παρούσας απόφασης και του Ν. 2601/98 εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη της παρ. 29 του άρθρου 6 του Ν. 2601/98. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και αν διαπιστωθεί ότι έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία ή ότι έχουν αποσιωπηθεί τέτοια στοιχεία, η γνώση των οποίων θα μπορούσε να οδηγήσει στον αποκλεισμό της υπαγωγής της επένδυσης στο Ν. 2601/98 ή θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα να υπαχθεί η επένδυση στο Ν. 2601/98 με όρους διαφορετικούς από αυτούς που περιέχονται στην παρούσα απόφαση. 3.Η επιστροφή των επιχορηγήσεων λόγω εφαρμογής των κυρώσεων της παρούσας απόφασης και του Ν. 2601/98, γίνεται με τη διαδικασία είσπραξης δημοσίων εσόδων, τα δε επιστρεφόμενα ποσά προσαυξάνονται κατά το ποσό των νόμιμων τόκων από την εκάστοτε καταβολή τους. Οι σχετικές αποδείξεις καταβολής των ενισχύσεων από το Δημόσιο αποτελούν τίτλο για τη βεβαίωση του χρέους από τη Δ.Ο.Υ. Για την είσπραξη των οφειλών προς το Δημόσιο εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. Άρθρο 7 Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του Ν. 2601/98 και οι σχετικές κανονιστικές αποφάσεις. Άρθρο 8 Η ισχύς της παρούσας απόφασης αρχίζει από την κύρωσή της με νόμο.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Αποκρατικοποίηση επιχειρήσεων του Δημοσίου και άλλες διατάξεις. 2002/3049 2002
Τροποποίηση και συμπλήρωση του Ν. 2725/1999, ρύθμιση θεμάτων Υπουργείου Πολιτισμού και άλλες διατάξεις. 2002/3057 2002
Σύσταση Σώματος Επιθεώρησης και Ελέγχου των Καταστημάτων Κράτησης και άλλες διατάξεις. 2002/3090 2002
Απλουστεύσεις και βελτιώσεις στη φορολογία εισοδήματος και κεφαλαίου και άλλες διατάξεις. 2002/3091 2002
Έκδοση διαβατηρίων από την Ελληνική Αστυνομία και άλλες διατάξεις. 2003/3103 2003
Ρύθμιση θεμάτων αγροτικής γης, επίλυση ζητημάτων αποκατασταθέντων και αποκαθισταμένων κτηνοτρόφων και άλλες διατάξεις. 2003/3147 2003
Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, αντικατάσταση και συμπλήρωση των διατάξεων για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και άλλες διατάξεις 2003/3148 2003
Μέτρα αναπτυξιακής και κοινωνικής πολιτικής - αντικειμενικοποίηση του φορολογικού ελέγχου και άλλες διατάξεις. 2004/3220 2004
Εποπτεία της ιδιωτικής ασφάλισης, εποπτεία και έλεγχος τυχερών παιχνιδιών, εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και άλλες διατάξεις. 2004/3229 2004
Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών και άλλες διατάξεις. 2004/3259 2004
Συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και άλλες διατάξεις. 2004/3301 2004
Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις. 2005/3371 2005
Εθνικό Συμβούλιο Εξαγωγών, φορολογικές ρυθμίσεις και άλλες διατάξεις 2006/3470 2006
Ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 2005/19/ΕΚ σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών μεταξύ εταιρειών διαφορετικών κρατών - μελών και άλλες διατάξεις. 2006/3517 2006
Μεταβολές στη φορολογία εισοδήματος, απλουστεύσεις στον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και άλλες διατάξεις. 2006/3522 2006
Κατάργηση και συγχώνευση υπηρεσιών, οργανισμών και φορέων του δημόσιου τομέα. 2010/3895 2010
Επενδυτικά εργαλεία ανάπτυξης, παροχή πιστώσεων και άλλες διατάξεις. 2013/4141 2013
Περί αντικαταστάσεως της παρ.1 του άρθρου 19 του π.δ. 78/1998 «Καταστατικό Ασφάλισης και Συνταξιοδότησης Αγροτών» (Α’ 72)». 2006/194 2006
Καθορισμός και ανακατανομή αρμοδιοτήτων των Υπουργείων 2009/189 2009