Για την επίλυση των διαφορών του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΥΡΥΤΕΡΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ
Άρθρο 1
1.  
    Για την επίλυση των διαφορών του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, το Ειδικό Δικαστήριο που προβλέπει το άρθρο αυτό συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ως Πρόεδρο, και από ένα σύμβουλο της Επικρατείας, έναν αρεοπαγίτη, ένα σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τρεις τακτικούς καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών τμημάτων των πανεπιστημίων της χώρας και τρεις δικηγόρους μέλη του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου των δικηγόρων, ως μέλη.
2.  
    Από τα μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου εξαιρείται κάθε φορά εκείνο που ανήκει στο σώμα ή τον κλάδο της δικαιοσύνης, ο δικαστικός λειτουργός του οποίου είναι με το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης διάδικος στη διαφορά. Εφόσον διάδικος στη διαφορά είναι δικαστικός λειτουργός του Συμβουλίου της Επικρατείας ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, στο Ειδικό Δικαστήριο προεδρεύει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση ομοδικίας δικαστικών λειτουργών διαφορετικών σωμάτων ή κλάδων της δικαιοσύνης εξαιρείται ο σύμβουλος της Επικρατείας, εκτός εάν πρόκειται για ομοδικία μόνο μεταξύ δικαστικών λειτουργών της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οπότε εξαιρείται ο σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Εάν στη διαφορά δεν μετέχει, ως κύριος διάδικος, δικαστικός λειτουργός, εξαιρείται ο σύμβουλος της Επικρατείας.
3.  
    Σε περίπτωση ελλείψεως, απουσίας, κωλύματος ή εξαιρέσεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Προέδρου του Αρείου Πάγου, αυτός αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο των αντιπροέδρων, εκείνος δε αναπληρώνεται από τους αμέσως νεοτέρους του κατά σειρά αρχαιότητας
Άρθρο 2
1.  
    Μετά την κλήρωση των μελών του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 99 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Ν. 693/1977 (ΦΕΚ 262 Α΄), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του Ν. 2172/ 1993 (ΦΕΚ 207 Α΄), η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κληρώνει κατά τη διαδικασία της ίδιας διατάξεως έναν επιπλέον τακτικό καθηγητή νομικού μαθήματος νομικού τμήματος πανεπιστημίου της χώρας και έναν επιπλέον δικηγόρο από τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου των δικηγόρων, καθώς και διπλάσιο αριθμό αναπληρωματικών, που συμμετέχουν στο Ειδικό Δικαστήριο για την επίλυση των διαφορών του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος.
2.  
    Ως προς τους κληρωθέντες εφαρμόζονται οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 2 του Ν. 693/1977.
Άρθρο 3
1.  
    Οι δικαστικοί λειτουργοί που επικουρούν τα μέλη του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 του Συντάγματος, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κώδικα του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 του Συντάγματος (Ν. 345/1976) επικουρούν και τα μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος.
Άρθρο 4
1.  
    Στο Ειδικό Δικαστήριο που προβλέπεται με το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος υπάγονται οι διαφορές που αναφέρονται σε κάθε είδους αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών και του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εφόσον η επίλυση των σχετικών νομικών ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων.
Άρθρο 5
1.  
    Το Ειδικό Δικαστήριο εάν κρίνει ότι δεν έχει δικαιοδοσία παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο. Η παραπεμπτική απόφαση είναι δεσμευτική για το δικαστήριο στο οποίο γίνεται η παραπομπή.
2.  
    Το τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο, εάν κρίνει ότι στη διαφορά που έχει εισαχθεί απευθείας σε αυτό ανακύπτουν νομικά ζητήματα, η επίλυση των οποίων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων, παραπέμπει τη διαφορά αυτή στο Ειδικό Δικαστήριο. Το τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο κρίνει το ζήτημα της παραπομπής σε κάθε στάση της δίκης και σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας. Η παραπεμπτική απόφαση, όταν καταστεί αμετάκλητη, είναι δεσμευτική για το ειδικό δικαστήριο.
3.  
    Εάν η ίδια διαφορά μεταξύ των ίδιων διαδίκων εκκρεμεί ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου και τακτικού διοικητικού δικαστηρίου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η διαδικασία ενώπιον του τακτικού διοικητικού δικαστηρίου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναστέλλεται υποχρεωτικά μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το Ειδικό Δικαστήριο. Η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου που κρίνει οριστικά τη διαφορά συνεπάγεται την κατάργηση αυτοδικαίως της δίκης ενώπιον του τακτικού διοικητικού δικαστηρίου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
4.  
    Αν η ίδια διαφορά, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, κρίθηκε από το Ειδικό Δικαστήριο και από τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο, υπερισχύει η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου
5.  
    Επιτρέπεται η άσκηση ενώπιον του Ειδικού δικαστηρίου ενδίκου βοηθήματος αρνητικού αναγνωριστικού χαρακτήρα
Άρθρο 6
1.  
    Οι διάδικοι παρίστανται ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου με δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω ή με Σύμβουλο ή πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
2.  
    Επιτρέπεται η υποβολή υπομνημάτων και από μόνους τους διαδίκους
Άρθρο 7
1.  
    Στη δίκη ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου έχει δικαίωμα να παρέμβει κάθε δικαστικός λειτουργός ή μέλος του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που έχει εκκρεμή υπόθεση με το αυτό νομικό ζήτημα
2.  
    Η παρέμβαση ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Ειδικού Δικαστηρίου και κοινοποιείται με επιμέλεια του παρεμβαίνοντος τουλάχιστον δεκαπέντε πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση με επίδοση κυρωμένου αντιγράφου στο Δημόσιο ή κάθε άλλο υπόχρεο
Άρθρο 8
1.  
    Η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου παράγει τα αποτελέσματά της έναντι των διαδίκων της δίκης, περιλαμβανομένων και των τυχόν παρεμβάντων
Άρθρο 9
1.  
    Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου εφαρμόζονται αναλόγως κατά τα λοιπά οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και συμπληρωματικά οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Άρθρο 10
1.  
    Σε περίπτωση που το Ειδικό Δικαστήριο επιλύσει ζήτημα ερμηνείας ή ισχύος μισθολογικού, φορολογικού ή συνταξιοδοτικού νόμου κατά τρόπο διάφορο εκείνου της νομολογίας των ανώτατων δικαστηρίων της χώρας, αναζητείται από τους υπόχρεους μόνη η κυρία οφειλή, χωρίς την επιβολή οποιασδήποτε πρόσθετης επιβαρύνσεως
Άρθρο 11
1.  
    Στα καθήκοντα του γραμματέα του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 99 του Συντάγματος περιλαμβάνονται και εκείνα που ανακύπτουν όταν το δικαστήριο αυτό εκδικάζει με διευρυμένη σύνθεση τις διαφορές του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος.
2.  
    Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, μπορεί να ρυθμίζονται:
  1. τα της λειτουργίας του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 99 του Συντάγματος, όταν δικάζει αγωγές κακοδικίας κατά δικαστικών λειτουργών και με διευρυμένη σύνθεση τις διαφορές του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος,.
  2. ενιαίως οι θέσεις της Γραμματείας του εν λόγω Ειδικού Δικαστηρίου για τη λειτουργία αυτού, είτε ως δικαστηρίου αγωγών κακοδικίας είτε ως δικαστηρίου που δικάζει με διευρυμένη σύνθεση τις διαφορές του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, η κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα κατανομή των θέσεων αυτών, καθώς και τα θέματα της οργάνωσης και λειτουργίας της εν λόγω ενιαίας Γραμματείας,.
  3. ο τρόπος πληρώσεως των θέσεων, που μπορεί να γίνει και με απόσπαση δικαστικών υπαλλήλων κατά τις κείμενες διατάξεις
3.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδίδεται μέσα σε δύο μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, καθορίζεται η μηνιαία αποζημίωση που χορηγείται στα μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 99 του Συντάγματος για την εκδίκαση των αγωγών κακοδικίας και, με διευρυμένη σύνθεση, των διαφορών του άρθρου 88 του Συντάγματος, καθώς και στον γραμματέα του.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδίδεται μέσα σε δύο μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, καθορίζεται η αποζημίωση που χορηγείται κατά συνεδρίαση στα μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 99 του Συντάγματος για την εκδίκαση των αγωγών κακοδικίας και με διευρυμένη σύνθεση των διαφορών του άρθρου 88 του Συντάγματος, καθώς και στο γραμματέα αυτού
4.  
    Καταργούνται οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 24 του Ν. 693/1977.
Άρθρο 12
1.  
    Μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου γίνεται η κατά το άρθρο 2 αυτού κλήρωση. Η θητεία των μελών που θα κληρωθούν αρχίζει από την κλήρωσή τους και λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2002.
Άρθρο 13 "Μεταβατική διάταξη"
1.  
    Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του νόμου αυτού εφαρμόζονται στα ένδικα βοηθήματα που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 14
1.  
    Στην παράγραφο 1 του άρθρου 51 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988) προστίθεται εδάφιο τρίτο, που έχει ως εξής: Κατ’ εξαίρεση η απόσπαση των ειρηνοδικών είναι δυνατόν να διαρκέσει μέχρι δύο έτη.
2.  
    Η απόσπαση ειρηνοδικών, η οποία κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού έχει λήξει, επιτρέπεται να παραταθεί, εφόσον από τη λήξη της απόσπασης δεν έχει περάσει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε μηνών
3.  
    Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 3 του τμήματος Β΄ υπό τον τίτλο «Κλήρωση των συνθέσεων» του άρθρου 17 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), που αναφέρεται στο εφετείο, αντικαθίσταται ως εξής: 1 των νεότερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων
4.  
    Το εδάφιο δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του Ν. 2236/1994, όπως έχει συμπληρωθεί με την παράγραφο 7 του άρθρου 22 του Ν. 2521/1997, αντικαθίσταται ως εξής: Επιτρέπεται να αποσπώνται στην Εθνική Σχολή Δικαστών δικαστικοί υπάλληλοι για χρονικό διάστημα δύο ετών, το οποίο μπορεί να παρατείνεται διαδοχικά, κάθε φορά για δύο έτη και χωρίς τους περιορισμούς των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 82 του Ν. 2812/2000 Η απόσπαση γίνεται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή της Σχολής και αιτιολογημένη απόφαση του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Αρείου Πάγου ή του αντίστοιχου Ανώτατου Δικαστηρίου, αναλόγως του κλάδου στον οποίο υπάγεται ο δικαστικός υπάλληλος Οι υπάλληλοι αυτοί λαμβάνουν τον από το άρθρο 24 παρ. 4 του Ν. 2145/1993 (ΦΕΚ 88 Α΄), σε συνδυασμό προς την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης αρ. 5137/28.6.1993 (ΦΕΚ 528 Β΄), προβλεπόμενο πόρο .
5.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή της Εθνικής Σχολής Δικαστών και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται:
  1. οι αμοιβές και κάθε είδους αποζημιώσεις που καταβάλλονται στο πάσης φύσεως διδακτικό προσωπικό, που χρησιμοποιείται στα σεμινάρια επιμόρφωσης των ήδη υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών που διοργανώνει η Εθνική Σχολή Δικαστών και
  2. κάθε άλλη λειτουργική δαπάνη των σεμιναρίων
6.  
    Για τη συμμετοχή του Συμβουλίου της Επικρατείας στην «Ένωση των Συμβουλίων της Επικρατείας και των Ανωτάτων Διοικητικών Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (Αssοciatiοn des Cοnseils d’ Εtat et de Juridictiοns Αdministratiνes Supremes de l’ Uniοn Εurοpeenne) που εδρεύει στις Βρυξέλλες, καταβάλλεται από την 1.1.2001 ετήσια εισφορά, το ύψος της οποίας καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
7.  
    Στο άρθρο 53 του Π.Δ. 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (ΦΕΚ 9 Α΄), όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 36 του Ν. 2721/1999 (ΦΕΚ 112 Α΄) και το άρθρο 5 του Ν. 2944/2001 (ΦΕΚ 222 Α΄), προστίθεται παράγραφος 5 που έχει ως εξής: 5 Μετά την πάροδο της κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου προθεσμίας ο αρμόδιος Υπουργός, ο Υπουργός που εποπτεύει το διάδικο νομικό πρόσωπο ή ο Γενικός Επίτροπος των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων μπορούν να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως κατά τελεσίδικης απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, ακόμη και αν αυτή δεν υπόκειται σε αναίρεση, αλλά μόνο υπέρ του νόμου, χωρίς αποτέλεσμα μεταξύ των διαδίκων Επίσης μπορούν να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως υπέρ του νόμου κατά απόφασης που εκδίδεται επί αιτήσεως για παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας Οι αιτήσεις αναιρέσεως υπέρ του νόμου ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 19
8.  
    Το εδάφιο η΄ του άρθρου 29 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988) αντικαθίσταται ως εξής: 1 Ασκεί αίτηση αναιρέσεως υπέρ του νόμου στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατά το άρθρο 53 παρ. 5 του Π.Δ. 18/1989 Για το σκοπό αυτόν δικαιούται να ζητεί πληροφορίες και στοιχεία από κάθε αρχή και δικαστήριο Τα έγγραφα και η όλη διαδικασία της αιτήσεως αναιρέσεως υπέρ του νόμου δεν υπόκεινται σε κανένα τέλος, εισφορά ή παράβολο .
9.  
    Στο άρθρο 58 του Π.Δ. 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (ΦΕΚ 8 Α΄/ 9.1.1989) προστίθεται παράγραφος 4 που έχει ως εξής: 4 Μετά την πάροδο της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου, ο αρμόδιος υπουργός, ο υπουργός που εποπτεύει το διάδικο νομικό πρόσωπο ή ο Γενικός Επίτροπος των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων μπορούν να ασκήσουν έφεση κατά οριστικής απόφασης του διοικητικού εφετείου, ακόμη και αν δεν υπόκειται σε έφεση, αλλά μόνο υπέρ του νόμου, χωρίς αποτέλεσμα μεταξύ των διαδίκων Οι εφέσεις υπέρ του νόμου ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 19
10.  
    Από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 72 του Π.Δ. 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (ΦΕΚ 8 Α΄/ 9.1.1989) διαγράφεται η λέξη «δικαστικού».
11.  
    Η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 51 του Ν. 2721/ 1999 (ΦΕΚ 112 Α΄), η οποία παρατάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2943/2001, παρατείνεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2002 μόνο ως προς τη δύναμη των βαθμοφόρων της Ελληνικής Αστυνομίας, που διατίθεται για την ενίσχυση της Υπηρεσίας Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η προθεσμία αυτή είναι δυνατόν να παραταθεί περαιτέρω μέχρι την 30ή Ιουνίου 2003 με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης.
12.  
    Για τη διενέργεια των πάσης φύσεως μεταγωγών των κρατουμένων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 48 του Ν. 2721/1999 και στην περίπτωση γ΄ του άρθρου 1 και την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του Π.Δ. 265/1999 (ΦΕΚ 216 Α΄) η Υπηρεσία Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης ενισχύεται με προσωπικό και μέσα από την Ελληνική Αστυνομία μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2002. Ειδικά, οι πιο πάνω μεταγωγές στους νομούς Αττικής, Θεσσαλονίκης και Αχαΐας ενεργούνται από την Ελληνική Αστυνομία μέχρι την ίδια ως άνω ημερομηνία. Οι προθεσμίες αυτές είναι δυνατόν να παραταθούν περαιτέρω μέχρι την 30ή Ιουνίου 2003 με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης.
13.  
    Στο προσωπικό Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης, που προβλέπεται από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 49 του Ν. 2721/1999, συνιστώνται 1.500 νέες θέσεις, μετά την προσθήκη των οποίων ο συνολικός αριθμός του προσωπικού αυτού ανέρχεται σε 2.800. Η πλήρωση των νέων θέσεων γίνεται ανάλογα με τις πιστώσεις που εγγράφονται στον Κρατικό Προϋπολογισμό για το σκοπό αυτόν.
14.  
    Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 19 του Ν. 2776/1999 για το Σωφρονιστικό Κώδικα προστίθεται δεύτερο εδάφιο, που έχει ως εξής: Ο τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας των θεραπευτικών καταστημάτων για τοξικομανείς κρατουμένους και κάθε άλλο σχετικό θέμα ρυθμίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού.
Άρθρο 15
1.  
    Στις αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου περιλαμβάνεται και η παροχή υπηρεσιών ελέγχου διαχείρισης διεθνών οργανισμών στους οποίους συμμετέχει η Ελλάδα. Το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να εκτελεί διεθνή εκπαιδευτικά προγράμματα παροχής ελεγκτικής τεχνογνωσίας σε ελεγκτικούς θεσμούς αντίστοιχους προς το Ελεγκτικό Συνέδριο, ανεξαρτήτως αν η διαχείριση των προγραμμάτων ανατίθεται στο ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο ή σε άλλη δημόσια υπηρεσία ή οργανισμό. Μπορεί επίσης να συμμετέχει σε ενώσεις (οργανώσεις-οργανισμούς) θεσμών αντίστοιχων προς αυτό.
2.  
    Για την άσκηση της αρμοδιότητας που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου απαιτείται:
  1. πρόταση του διεθνούς οργανισμού ο οποίος υποβάλλεται σε έλεγχο ή
  2. σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό του οργανισμού
3.  
    Για την ανάληψη της άσκησης της δραστηριότητας που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 απαιτείται:
  1. πρόταση του ελεγκτικού θεσμού, ο οποίος επιθυμεί την παροχή σε αυτόν ελεγκτικής τεχνογνωσίας από το Ελεγκτικό Συνέδριο ή
  2. πρόταση της δημόσιας υπηρεσίας ή του οργανισμού που αναλαμβάνει τη διαχείριση του προγράμματος
4.  
    Για την ανάληψη της άσκησης των έργων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εκδίδεται πράξη του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία προσδιορίζεται κάθε φορά το ειδικότερο αντικείμενο του έργου και οι δικαστικοί λειτουργοί ή υπάλληλοι που αναλαμβάνουν καθήκοντα για την άσκησή του. Οι απασχολούμενοι σε προγράμματα της παραγράφου 1, καθώς και όσοι μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού έχουν απασχοληθεί σε τέτοια προγράμματα, λαμβάνουν αποζημιώσεις ή αμοιβές, εφόσον τα προγράμματα αυτά περιέχουν σχετικές προβλέψεις.
5.  
    Εάν δεν ορίζεται άλλως στα σχετικά προγράμματα, αποζημιώσεις ή αμοιβές που καταβάλλονται από διεθνείς οργανισμούς ή τρίτες χώρες προς την Ελλάδα για την άσκηση των έργων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που προβλέπονται στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1, κατατίθενται σε έντοκο λογαριασμό και περιέρχονται σε κοινό ταμείο που τηρείται από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή τον οριζόμενο από αυτόν δικαστικό λειτουργό ή υπάλληλο. Ποσοστό 60% από τις αποζημιώσεις ή τις αμοιβές αυτές αποδίδεται, ως ειδική αποζημίωση, στους δικαστικούς λειτουργούς και υπαλλήλους που αναλαμβάνουν και εκτελούν τα σχετικά καθήκοντα. Εάν στα εκτελούμενα προγράμματα προβλέπεται η καταβολή αποζημιώσεων ή αμοιβών στους ίδιους τους απασχολούμενους δικαστικούς λειτουργούς και υπαλλήλους, αυτοί οφείλουν να καταθέσουν το 40% των εν λόγω αμοιβών ή αποζημιώσεων στον πιο πάνω έντοκο λογαριασμό. Από το λογαριασμό αυτόν μπορεί, με πράξη του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, να πληρώνονται δαπάνες διεθνών σχέσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή άλλες έκτακτες δαπάνες αυτού. Το λογαριασμό διαχειρίζεται υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου που ορίζεται από τον Πρόεδρο αυτού.
Άρθρο 16
1.  
    Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.
Ημερομηνία Τίτλος ΦΕΚ
2002-08-07 Για την επίλυση των διαφορών του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος και άλλες διατάξεις.
Τροποποίηση Τύπος
A/2002/180
2013-03-20 Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις
Τροποποίηση Τύπος
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδίδεται μέσα σε δύο μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, καθορίζεται η μηνιαία αποζημίωση που χορηγείται στα μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 99 του Συντάγματος για την εκδίκαση των αγωγών κακοδικίας και, με διευρυμένη σύνθεση, των διαφορών του άρθρου 88 του Συντάγματος, καθώς και στον γραμματέα του.
Αντικατάσταση
A/2013/74
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΣΥΝΤΑΓΜΑ (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2008/1 2008
ΝΟΜΟΣ 1976/345 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1976/345 1976
ΝΟΜΟΣ 1977/693 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1977/693 1977
ΝΟΜΟΣ 1988/1756 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1988/1756 1988
Ρύθμιση θεμάτων εκτελέσεως πάνων, επιταχύνσεως και εκσυγχρονισμού των διαδικασιών απονομής της δικαιοσύνης και άλλων θεμάτων 1993/2145 1993
Τροποποίηση και αντικατάσταση διατάξεων του Ν. 1756/ 1988 «Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών», του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις. 1993/2172 1993
Εθνική Σχολή Δικαστών. 1994/2236 1994
Ειδικό μισθολόγιο δικαστικών λειτουργών, μισθολόγια κύριου προσωπικού Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και ιατροδικαστών και άλλες διατάξεις. 1997/2521 1997
Τροποποίηση και αντικατάσταση διατάξεων των νόμων 175611988 (ΦΕΚ 35Α), 172911987 (ΦΕΚ 144 Α), του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις. 1999/2721 1999
Σωφρονιστικός Κώδικας 1999/2776 1999
ΝΟΜΟΣ 2000/2812 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2000/2812 2000
Έκτιση ποινών εμπόρων ναρκωτικών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. 2001/2943 2001
Τροποποίηση της νομοθεσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων. 2001/2944 2001
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1989/18 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1989/18 1989
Οργάνωση Υπηρεσίας Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης και νοσηλευομένων στα Θεραπευτήρια καταδίκων και υποδίκων 1999/265 1999
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Σύσταση Σώματος Επιθεώρησης και Ελέγχου των Καταστημάτων Κράτησης και άλλες διατάξεις. 2002/3090 2002
Επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας και άλλες διατάξεις. 2003/3160 2003
Γραφεία Ιδιωτικών Ερευνών και άλλες διατάξεις. 2003/3206 2003
Ρυθμίσεις για την οργάνωση και λειτουργία της Κυβέρνησης, τη διοικητική διαδικασία και τους Ο.Τ.Α. 2004/3242 2004
Θέματα εξωτερικών φρουρών και άλλες διατάξεις. 2005/3388 2005
Βελτίωση και επιτάχυνση των διαδικασιών της δίκης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και άλλες διατάξεις 2008/3659 2008
Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις. 2010/3900 2010
Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις 2013/4139 2013
Κανονισμός λειτουργίας και εσωτερικής υπηρεσίας του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 99 του Συντάγματος και αναπροσαρμογή του παραβόλου για την άσκηση αγωγής κακοδικίας. 2004/186 2004