ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Νόμος

ΚΩΔΙΚΟΣ

2002/3082

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

2002-12-16

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2002-12-16

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

2002-12-16

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Σύσταση ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΣΥΣΤΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Άρθρο 1 1. Συνιστάται ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία και με διακριτικό τίτλο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, (στο εξής η Εταιρεία), η οποία από της ισχύος του παρόντος υποκαθιστά σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της την αποκεντρωμένη δημόσια υπηρεσία Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, που συστήθηκε με το ν. ΓΥΜΣΤ΄ /1909, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τον α.ν. 391/1936, το ν. 1118/ 1938 και άλλες διατάξεις. 2. Η Εταιρεία, που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, διέπεται από τον παρόντα νόμο, τον κ.ν. 2190/1920 και τις διατάξεις της τραπεζικής νομοθεσίας, όπως ισχύουν. 3. Στο πλαίσιο της λειτουργίας της η Εταιρεία, μεταξύ άλλων, προωθεί την καλλιέργεια του πνεύματος της αποταμίευσης ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες, επιδιώκει την υποβοήθηση απόκτησης στέγης από τις ασθενέστερες οικονομικά ομάδες του πληθυσμού, προωθεί με την πιστωτική πολιτική της την εν γένει οικονομική ανάπτυξη της χώρας και των τοπικών κοινωνιών όπου δραστηριοποιείται και συμβάλλει στην εκπλήρωση γενικότερων κοινωφελών σκοπών. Άρθρο 2 Καταστατικό α. Το Καταστατικό της εταιρείας έχει ως εξής: ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄Νομική Μορφή - Επωνυμία - Σκοπός - Διάρκεια Άρθρο 1 Νομική Μορφή Συνιστάται με το παρόν ανώνυμη Εταιρεία η οποία λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της κείμενης νομοθεσίας για τα πιστωτικά ιδρύματα - τράπεζες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις. Άρθρο 2 Επωνυμία Η επωνυμία της Εταιρείας είναι ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία, διακριτικός δε τίτλος αυτής είναι ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ. Στις διεθνείς συναλλαγές της η Εταιρεία χρησιμοποιεί την επωνυμία GRΕΕΚ ΡΟSΤΑL SΑVΙΝGS ΒΑΝΚ και το διακριτικό τίτλο ΡΟSΤΑL SΑVΙΝGS ΒΑΝΚ ή πιστή μετάφραση αυτών σε οποιαδήποτε άλλη ξένη γλώσσα. Άρθρο 3 Έδρα 1.Έδρα της Εταιρείας είναι ο Δήμος Αθηναίων. 2.Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου η Εταιρεία μπορεί, για την εξυπηρέτηση του σκοπού της, να συστήνει ή να καταργεί υποκαταστήματα, γραφεία, θυρίδες ή/ και πρακτορεία οπουδήποτε στην Ελλάδα και την αλλοδαπή. Άρθρο 4 Σκοπός 1.Σκοπός της Εταιρείας είναι η, για δικό της λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, στην Ελλάδα και την αλλοδαπή, αυτοτελώς ή σε συνεργασία ή κοινοπραξία, διενέργεια, άνευ περιορισμού ή άλλης διακρίσεως, του συνόλου των εργασιών και δραστηριοτήτων που εκάστοτε επιτρέπονται σε ημεδαπά πιστωτικά ιδρύματα από την κείμενη νομοθεσία. Στο πλαίσιο της λειτουργίας της η Εταιρεία, μεταξύ άλλων, προωθεί την καλλιέργεια του πνεύματος της αποταμίευσης ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες, επιδιώκει την υποβοήθηση απόκτησης στέγης από τις ασθενέστερες οικονομικά ομάδες του πληθυσμού, προωθεί με την πιστωτική πολιτική της την εν γένει οικονομική ανάπτυξη της χώρας και των τοπικών κοινωνιών όπου δραστηριοποιείται και συμβάλλει στην εκπλήρωση γενικότερων κοινωφελών σκοπών. 2.Στους σκοπούς της Εταιρείας εμπίπτουν ενδεικτικά οι ακόλουθες εργασίες και δραστηριότητες: 2.1 η αποδοχή, εντόκως ή ατόκως, οποιασδήποτε μορφής καταθέσεων ή άλλως επιστρεπτέων κεφαλαίων σε ευρώ, συνάλλαγμα ή ξένο νόμισμα, 2.2 η χορήγηση δανείων και πιστώσεων κάθε είδους, η παροχή εγγυήσεων υπέρ τρίτων, η απόκτηση ή εκχώρηση απαιτήσεων, καθώς και η διαμεσολάβηση στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων ή τη μεταξύ αυτών συνεργασία, 2.3 η λήψη δανείων, πιστώσεων ή εγγυήσεων και η έκδοση χρεογράφων για την άντληση κεφαλαίων, 2.4 οι πράξεις διενέργειας πληρωμών και μεταφοράς κεφαλαίων, καθώς και χρηματοδότησης του εξωτερικού εμπορίου, 2.5 η φύλαξη, οργάνωση και διαχείριση πάσης φύσεως κινητών αξιών, χρεογράφων, χρηματοοικονομικών προϊόντων και εν γένει περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένου του χαρτοφυλακίου αυτών, η διενέργεια συναλλαγών επ αυτών, για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, ως και η παροχή συναφών υπηρεσιών και συμβουλών, 2.6 η ίδρυση ή συμμετοχή σε ημεδαπές ή αλλοδαπές επιχειρήσεις πάσης φύσεως, που δραστηριοποιούνται στην αγορά χρήματος, κεφαλαιαγοράς και, γενικότερα, στον ευρύτερο χρηματοπιστωτικό και επενδυτικό τομέα, 2.7 η έκδοση και διαχείριση μέσων πληρωμής (πιστωτικών και χρεωστικών καρτών, ταξιδιωτικών και τραπεζικών επιταγών κ.λπ.), 2.8 η παροχή υπηρεσιών αναδόχου, η συμμετοχή στην έκδοση και στη διάθεση τίτλων, η κάλυψη εκδόσεων και η παροχή συναφών υπηρεσιών, 2.9 η παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις όσον αφορά τη διάρθρωση του κεφαλαίου και την επιχειρηματική στρατηγική, καθώς και υπηρεσιών στους τομείς της συγχώνευσης, διάσπασης και της εξαγοράς επιχειρήσεων, μετά των συναφών θεμάτων, 2.10 η παροχή υπηρεσιών εξυγίανσης και χρηματοοικονομικής αναδιάρθρωσης, 2.11 η πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων, 2.12 η παροχή εμπορικών πληροφοριών, περιλαμβανομένων των υπηρεσιών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας τρίτων, 2.13 η εκμίσθωση θυρίδων θησαυροφυλακίου, 2.14 η διενέργεια εργασιών ενεχυροδανειστηρίου, 2.15 η αντιπροσώπευση τρίτων, που έχουν ή επιδιώκουν συναφείς με τους ανωτέρω σκοπούς, και γενικότερα η διενέργεια πάσης άλλης πράξεως, συναλλαγής, εργασίας ή δραστηριότητας, συναφούς με τις ανωτέρω ή προάγουσας τους καταστατικούς σκοπούς της Εταιρείας, 2.16 η παροχή όλων των επενδυτικών εργασιών, που προβλέπονται από το ν. 2396/1996 όπως αυτός εκάστοτε ισχύει και εν γένει η λειτουργία της Εταιρείας ως Εταιρείας Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) κατά την έννοια του νόμου αυτού, και 2.17 η δυνατότητα δραστηριοποίησης ως μέλους οργανωμένων χρηματιστηριακών αγορών, κατόπιν παροχής σχετικής άδειας από την Τράπεζα της Ελλάδος. 3.Για την επίτευξη του σκοπού της η Εταιρεία μπορεί να συνεργάζεται στην Ελλάδα ή την αλλοδαπή, με φυσικά πρόσωπα και πάσης φύσεως νομικά πρόσωπα, επιχειρήσεις ή ιδρύματα και να ιδρύει ή να συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτά. Άρθρο 5 Διάρκεια Η διάρκεια της Εταιρείας ορίζεται σε εκατό (100) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος ιδρυτικού νόμου αυτής. Η διάρκεια αυτή μπορεί να παρατείνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄Μετοχικό Κεφάλαιο - Μετοχές - Μέτοχοι Άρθρο 6 Κεφάλαιο Το κεφάλαιο της Εταιρίας ορίζεται σε εννιακόσια εκατομμύρια ευρώ (900 εκατ. ευρώ). Άρθρο 7 Μετοχές Το μετοχικό κεφάλαιο διαιρείται σε εκατόν πενήντα εκατομμύρια (150.000.000) κοινές μετοχές ονομαστικής αξίας έξι (6) ευρώ εκάστης. Άρθρο 81.Κατά τη διάρκεια της πρώτης πενταετίας από τη σύσταση της Εταιρείας, το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται με απόφασή του, που λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) τουλάχιστον του συνόλου των μελών του: 1)να αυξάνει το μετοχικό κεφάλαιο μερικά ή ολικά με την έκδοση νέων μετοχών, για ποσό που δεν δύναται να υπερβεί το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο, 2)να αποφασίζει την έκδοση ομολογιακού δανείου με την έκδοση ομολογιών μετατρέψιμων σε μετοχές, για ποσό που δεν δύναται να υπερβεί το ήμισυ του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου. Οι ανωτέρω εξουσίες μπορούν να εκχωρούνται στο Διοικητικό Συμβούλιο και με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, η οποία υπόκειται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 7β του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. Στην περίπτωση αυτή, το μετοχικό κεφάλαιο μπορεί να αυξάνεται μέχρι το ύψος του κεφαλαίου που έχει καταβληθεί κατά την ημερομηνία που χορηγήθηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο η εν λόγω εξουσία, το δε ύψος του ομολογιακού δανείου δεν δύναται να υπερβαίνει το μισό του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου κατά την ίδια ημερομηνία. Οι ανωτέρω εξουσίες του Διοικητικού Συμβουλίου μπορούν να ανανεώνονται από τη Γενική Συνέλευση για χρονικό διάστημα που δεν θα υπερβαίνει την πενταετία για κάθε ανανέωση και η ισχύς τους αρχίζει μετά τη λήξη της κάθε πενταετίας. Η απόφαση αυτή της Γενικής Συνέλευσης υπόκειται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 7β του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. 2.Κατά τη διάρκεια της πρώτης πενταετίας από τη σύσταση της Εταιρείας, η Γενική Συνέλευση δύναται με απόφασή της που λαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 1 και 2 και 31 παρ. 1 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύουν, να αυξάνει το μετοχικό κεφάλαιο, μερικά ή ολικά, με την έκδοση νέων μετοχών, συνολικά μέχρι το πενταπλάσιο του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου. 3.Κατ εξαίρεση των διατάξεων των ανωτέρω παραγράφων 1 και 2, όταν τα αποθεματικά της Εταιρείας υπερβαίνουν το ένα τέταρτο (1/4) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, για την αύξησή του απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης λαμβανομένη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 3 και 4 και 31 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύουν, και αντίστοιχη τροποποίηση του άρθρου 6 του παρόντος. 4.Οι αυξήσεις του κεφαλαίου σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 δεν αποτελούν τροποποίηση του Καταστατικού. 5.Η αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου να αυξάνει το μετοχικό κεφάλαιο, σύμφωνα με την παράγραφο 1, μπορεί να ασκηθεί παράλληλα με αυτήν της Γενικής Συνέλευσης κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. 6.Η απόφαση του αρμόδιου οργάνου της Εταιρείας για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ή έκδοση ομολογιακού δανείου πρέπει να αναφέρει τουλάχιστον το ποσό της αύξησης του κεφαλαίου ή το ύψος του ομολογιακού δανείου, τον τρόπο κάλυψής τους, τον αριθμό και το είδος των μετοχών ή των ομολογιών που θα εκδοθούν, την ονομαστική αξία και την τιμή διάθεσης αυτών και την προθεσμία κάλυψης. Σε κάθε περίπτωση αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου που δεν γίνεται με εισφορά σε είδος, ή έκδοσης ομολογιών με δικαίωμα μετατροπής τους σε μετοχές, παρέχεται δικαίωμα προτίμησης σε ολόκληρο το νέο κεφάλαιο ή το ομολογιακό δάνειο, υπέρ των κατά την εποχή της έκδοσης μετόχων, ανάλογα με τη συμμετοχή τους στο υφιστάμενο μετοχικό κεφάλαιο. Μετά το τέλος της προθεσμίας, που όρισε το όργανο της Εταιρείας που αποφάσισε την αύξηση, για την ενάσκηση του δικαιώματος προτίμησης, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) μήνα, ή εφόσον το δικαίωμα προτίμησης απορρέει από μετοχές που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, δεκαπέντε (15) ημέρες, οι μετοχές που δεν έχουν αναληφθεί, σύμφωνα με τα παραπάνω, διατίθενται ελεύθερα από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας. Στην περίπτωση που το όργανο της Εταιρείας, που αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, παρέλειψε να ορίσει προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης, την προθεσμία αυτή ή την τυχόν παράτασή της ορίζει με απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο μέσα στα προβλεπόμενα από το άρθρο 11 του κ.ν. 2190/1920, ως ισχύει, χρονικά όρια. Η πρόσκληση για την ενάσκηση του δικαιώματος προτίμησης, στην οποία πρέπει να μνημονεύεται και η προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί αυτό το δικαίωμα, δημοσιεύεται στο τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Η, κατά τα ανωτέρω, πρόσκληση και η προθεσμία άσκησης του δικαιώματος προτίμησης μπορούν να παραλειφθούν, εφόσον στη Γενική Συνέλευση παρέστησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου και έλαβαν γνώση της προθεσμίας που τάχθηκε για την άσκηση ή μη του δικαιώματος προτίμησης. Επίσης, η δημοσίευση της πρόσκλησης μπορεί να αντικατασταθεί με συστημένη επί αποδείξει επιστολή, εφόσον οι μετοχές είναι ονομαστικές στο σύνολό τους. 7.Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, που λαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 3 και 4 και 31 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, επιτρέπεται να περιοριστεί ή να καταργηθεί το δικαίωμα προτίμησης, που προβλέπεται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο. Για τη λήψη παρόμοιας απόφασης, το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να υποβάλει στη Γενική Συνέλευση έγγραφη έκθεση, που αναφέρει τους λόγους που επιβάλλουν τον περιορισμό ή την κατάργηση του δικαιώματος προτίμησης και δικαιολογεί την προτεινόμενη τιμή έκδοσης των νέων μετοχών. Η απόφαση αυτή της Γενικής Συνέλευσης υποβάλλεται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 7β του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. Δεν υπάρχει αποκλεισμός από το δικαίωμα προτίμησης, όταν οι μετοχές αναλαμβάνονται από τράπεζες ή από άλλους χρηματοδοτικούς οργανισμούς, για να προσφερθούν στους μετόχους σύμφωνα με την παρ. 6 του παρόντος άρθρου. 8.Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου διενεργείται με τροποποίηση του άρθρου 6 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 του παρόντος Καταστατικού. Άρθρο 91.Οι μετοχές της Εταιρείας είναι ονομαστικές. 2.Οι τίτλοι των μετοχών φέρουν αύξοντα αριθμό τίτλου και μετοχών, πλήρη στοιχεία κατόχου, τη σφραγίδα της Εταιρείας και τις υπογραφές του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και ενός Συμβούλου οριζόμενου από το Διοικητικό Συμβούλιο. Οι υπογραφές αυτές μπορούν να αποτυπωθούν και με μηχανικό μέσο. Κάθε τίτλος μετοχών δύναται να παριστά περισσότερες από μία μετοχές, όπως ορίζεται ειδικότερα από το Διοικητικό Συμβούλιο. 3.Είναι δυνατή η έκδοση προσωρινών τίτλων μετοχών, οι οποίοι θα ανταλλάσσονται με τους οριστικούς αμέσως μόλις εκδοθούν οι τελευταίοι. Οι προσωρινοί τίτλοι μετοχών θα φέρουν όλα τα στοιχεία των οριστικών, πλην μερισματαποδείξεων. 4.Σε περίπτωση που μετά από απόφαση της Γ.Σ. αποφασιστεί η εισαγωγή των μετοχών της Εταιρείας στο Χρηματιστήριο, οι οριστικοί τίτλοι εκδίδονται ή μετατρέπονται σε άυλη μορφή. Άρθρο 101.Η ευθύνη των μετόχων περιορίζεται μέχρι του ποσού της ονομαστικής αξίας της μετοχής. 2.Οι μετοχές είναι αδιαίρετες. Σε περίπτωση συγκυριότητας επί μίας ή περισσότερων μετοχών, τα δικαιώματα των συγκυρίων θα ασκούνται από κοινό εκπρόσωπο και, ελλείψει αυτού, θα αναστέλλεται η άσκησή τους. Οι συγκύριοι μετοχών ενέχονται από κοινού και ευθύνονται εις ολόκληρον, έναντι της Εταιρείας, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις μετοχές. 3.Η μεταβίβαση μετοχών διενεργείται, έναντι της Εταιρείας κατά τους ορισμούς του άρθρου 8β του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, και τελεί υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας. Με την κατά νόμο και σύμφωνα με το Καταστατικό μεταβίβαση, ο νέος μέτοχος υπεισέρχεται στη θέση του προηγούμενου, και αναλαμβάνει, έναντι της Εταιρείας, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από τους νόμους περί ανωνύμων εταιριών, το παρόν Καταστατικό, τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου. 4.Κάθε μετοχή δίνει δικαίωμα μιας ψήφου στη Γενική Συνέλευση. 5.Οι διαφορές που απορρέουν ή έχουν σχέση με τη μετοχική ιδιότητα υπάγονται στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Αθήνας και διέπονται από το ελληνικό δίκαιο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Άρθρο 111.Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει τη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων της Εταιρείας, αποφασίζει και ενεργεί κάθε πράξη για τη διαχείριση των υποθέσεων, της περιουσίας της, και τη γενικότερη επιδίωξη του εταιρικού σκοπού, με εξαίρεση των θεμάτων εκείνων για τα οποία, σύμφωνα με το νόμο ή το Καταστατικό αρμόδια είναι η Γενική Συνέλευση ή για τα οποία αυτή έχει αποφασίσει. Πράξεις του Διοικητικού Συμβουλίου, και εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την Εταιρεία έναντι τρίτων, εκτός αν αποδειχθεί ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση ή όφειλε να τη γνωρίζει. Δεν συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των δημοσιεύσεων που προβλέπει το Καταστατικό της Εταιρείας. 2.Ο Πρόεδρος εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα την Εταιρεία. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί, με απόφασή του που λαμβάνεται με την απαρτία και πλειοψηφία του άρθρου 14 παρ. 1 και 2 του παρόντος, να αναθέτει το σύνολο ή μέρος των εξουσιών περιλαμβανομένης της εξουσίας εκπροσώπησης και δέσμευσης της Εταιρείας, με εξαίρεση τις εξουσίες εκείνες που ασκούνται συλλογικά, στον Πρόεδρο, στους Αντιπροέδρους, καθώς επίσης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη ή μη του Διοικητικού Συμβουλίου ή τρίτα πρόσωπα, καθορίζοντας συγχρόνως στην παραπάνω απόφασή του την έκταση της σχετικής ανάθεσης. 3.Σε περίπτωση δόσεως όρκου, επιβληθέντος στην Εταιρεία, υποβολής μηνύσεων και εγκλήσεων και παραιτήσεων απ αυτές, ασκήσεως πολιτικής αγωγής ενώπιον ποινικών δικαστηρίων κατά τη διάρκεια προανακρίσεως ή επ ακροατηρίω συζητήσεως και παραιτήσεως απ αυτήν, άσκησης ενδίκων μέσων κατ αποφάσεων ποινικών δικαστηρίων και δικαστικών συμβουλίων και παραίτησης απ αυτά, ως επίσης και σε κάθε περίπτωση όπου απαιτείται παράσταση στο δικαστήριο ή αυτοπρόσωπη εμφάνιση σε εισαγγελικές ή άλλες δικαστικές αρχές, η Εταιρεία εκπροσωπείται νόμιμα, μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, από τον Πρόεδρο ή τον αναπληρωτή του ή από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή υπάλληλο της Εταιρείας. Άρθρο 121.Το Διοικητικό Συμβούλιο απαρτίζεται από έντεκα (11) μέλη και η θητεία του είναι πενταετής. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να είναι μέτοχοι ή όχι της Εταιρείας. Δύο από τα μέλη είναι εκπρόσωποι των εργαζομένων στην Εταιρεία και εκλέγονται μεταξύ αυτών με άμεση και καθολική ψηφοφορία, μαζί με τους αναπληρωτές τους, εντός προθεσμίας δύο μηνών αφότου ειδοποιηθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο η πλέον αντιπροσωπευτική πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων στην Εταιρεία. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, το Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτείται και λειτουργεί νόμιμα χωρίς τα μέλη αυτά. Τα υπόλοιπα εννέα (9) μέλη του Δ.Σ. εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση σε μυστική ψηφοφορία. 2.Οι Σύμβουλοι είναι πάντοτε επανεκλέξιμοι και όσοι εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση είναι ελευθέρως ανακλητοί από αυτήν. 3.Το Διοικητικό Συμβούλιο, αμέσως μετά την εκλογή του από τη Γενική Συνέλευση, συνέρχεται και συγκροτείται σε σώμα, εκλέγοντας με μυστική ψηφοφορία, μεταξύ των μελών του, τον Πρόεδρο και δύο εκτελεστικούς Αντιπροέδρους. 4.Τον Πρόεδρο, όταν απουσιάζει, κωλύεται ή παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του για οποιονδήποτε λόγο, αναπληρώνει ένας Αντιπρόεδρος, κατά τη σειρά εκλογής των Αντιπροέδρων, και σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος αυτών, Σύμβουλος που ορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο. 5.Εάν ο Πρόεδρος ή κάποιος από τους Αντιπροέδρους παύσει να ασκεί, για οποιονδήποτε λόγο, τα καθήκοντά του πέραν του τριμήνου, το Διοικητικό Συμβούλιο συγκαλείται έκτακτα και ειδικά από τον Αντιπρόεδρο κατά σειρά εκλογής, άλλως από οποιονδήποτε σύμβουλο, με θέμα την εκλογή Προέδρου ή Αντιπροέδρου. Εάν μείνει κενή η θέση Συμβούλου λόγω θανάτου, παραίτησης ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, πριν λήξει η θητεία του, το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται, εφόσον οι εναπομείναντες Σύμβουλοι είναι τουλάχιστον τρεις (3), να εκλέξει προσωρινό ή προσωρινούς αντικαταστάτες μέχρι την προσεχή Γενική Συνέλευση, οπότε αυτή αποφασίζει οριστικά. Τυχόν αρνητική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης δεν θίγει την εγκυρότητα των πράξεων του προσωρινού Συμβούλου στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των Συμβούλων που εκλέγονται κατ εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, είναι υποχρεωτικά ίσος με τον αριθμό των αποχωρούντων Συμβούλων, έτσι ώστε ο συνολικός αριθμός των Συμβούλων να μην μεταβάλλεται. Εάν μείνει κενή, κατά τα ως άνω, η θέση εκπροσώπου των εργαζομένων, ή αν αυτός συνταξιοδοτηθεί, αντικαθίσταται από τον εκλεγμένο αναπληρωτή του. Εάν και αυτός συνταξιοδοτηθεί ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο μείνει κενή η θέση του, το Διοικητικό Συμβούλιο συνεδριάζει εγκύρως χωρίς αυτόν μέχρι εκλογής αντικαταστάτη του από τους εργαζόμενους με τη διαδικασία της παρ. 1. 6.Η Εφορευτική Επιτροπή για την εκλογή των εκπροσώπων των εργαζομένων και των αναπληρωτών τους, για την περίπτωση θανάτου, συνταξιοδοτήσεως, παραιτήσεως ή οριστικής αδυναμίας των εκλεγμένων εκπροσώπων, ορίζεται από την πλέον αντιπροσωπευτική πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση. Η διαδικασία των αρχαιρεσιών που διεξάγονται με το σύστημα της απλής αναλογικής, ο καθορισμός των τοπικών εφορευτικών επιτροπών, ο χρόνος και οι λεπτομέρειες της ψηφοφορίας και η εξαγωγή και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων αποτελούν έργο της Επιτροπής αυτής, που προεδρεύεται από Δικαστικό Αντιπρόσωπο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 1264/1982. Άρθρο 131.Το Διοικητικό Συμβούλιο συνέρχεται σε συνεδρίαση κατόπιν προσκλήσεως του Προέδρου τουλάχιστον μία (1) φορά το μήνα στον τόπο της έδρας της Εταιρείας. 2.Το Διοικητικό Συμβούλιο έγκυρα συνεδριάζει εκτός της έδρας του σε άλλο τόπο, είτε στην ημεδαπή είτε στην αλλοδαπή, εφόσον στη συνεδρίαση αυτή παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται όλα τα μέλη του και κανένα μέλος δεν αντιλέγει στην πραγματοποίηση της συνεδρίασης και στη λήψη αποφάσεων. 3.Το Διοικητικό Συμβούλιο συνέρχεται με πρόσκληση του Προέδρου, που γνωστοποιείται στα μέλη δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Στην πρόσκληση αυτή πρέπει απαραίτητα να αναγράφονται με σαφήνεια και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, διαφορετικά η λήψη αποφάσεων επιτρέπεται μόνον εφόσον παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται όλα τα μέλη του και κανένα δεν αντιλέγει στη λήψη αποφάσεων. 4.Τη σύγκληση του Διοικητικού Συμβουλίου μπορούν επίσης να ζητήσουν δύο (2) από τα μέλη του, με αίτησή τους προς τον Πρόεδρο, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου υποχρεούται να συγκαλέσει το Διοικητικό Συμβούλιο εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την υποβολή της αίτησης. Σε περίπτωση άρνησης του Προέδρου να συγκαλέσει το Διοικητικό Συμβούλιο μέσα στην ανωτέρω προθεσμία ή σε περίπτωση εκπρόθεσμης σύγκλησής του, επιτρέπεται στα μέλη, που ζήτησαν τη σύγκληση, να συγκαλέσουν το Διοικητικό Συμβούλιο μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από τη λήξη του δεκαημέρου, γνωστοποιώντας τη σχετική πρόσκληση στα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. 5.Οι συζητήσεις και αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου καταχωρούνται περιληπτικά σε ειδικό βιβλίο, που μπορεί να τηρείται και κατά το μηχανογραφικό σύστημα. Κατόπιν αιτήσεως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, ο Πρόεδρος υποχρεούται να καταχωρίσει στα πρακτικά ακριβή περίληψη της γνώμης του. Στο βιβλίο αυτό καταχωρείται, επίσης, κατάλογος των παραστάντων ή αντιπροσωπευθέντων κατά τη συνεδρίαση μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Τα πρακτικά των συνεδριάσεων πρέπει να υπογράφονται από όλα τα παρόντα μέλη. Αν ένας ή περισσότεροι Σύμβουλοι αρνούνται να υπογράψουν τα πρακτικά, η άρνησή τους καταγράφεται στα πρακτικά. Τα αντίγραφα και τα αποσπάσματα των πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου θα επικυρώνονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ειδικά οριζόμενο από το ίδιο για το σκοπό αυτόν. 6.Κάθε Σύμβουλος έχει μία (1) ψήφο, όταν όμως αντιπροσωπεύει απόντα Σύμβουλο μπορεί να έχει δύο (2) ψήφους, εφόσον είναι ειδικά εξουσιοδοτημένος με έγγραφη εντολή (επιστολή, τηλεγράφημα, telex, telefax) του απουσιάζοντος Συμβούλου, η οποία (εξουσιοδότηση) μπορεί να αφορά περισσότερες από μία συνεδριάσεις. Στο πρόσωπο του αυτού Συμβούλου δεν επιτρέπεται να συγκεντρωθούν περισσότερες από δύο (2) ψήφοι περιλαμβανομένης της δικής του. Απαγορεύεται η αντιπροσώπευση Συμβούλου στο Διοικητικό Συμβούλιο από πρόσωπο που δεν είναι μέλος του Συμβουλίου. Άρθρο 141.Το Διοικητικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα, όταν παρίστανται αυτοπροσώπως ή αντιπροσωπεύονται σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 6 το ήμισυ πλέον ενός των Συμβούλων, ουδέποτε όμως οι αυτοπρόσωπα παριστάμενοι Σύμβουλοι δύνανται να είναι λιγότεροι των πέντε (5). 2.Οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παριστάμενων ή αντιπροσωπευόμενων Συμβούλων, εκτός αν άλλως ορίζεται στο παρόν Καταστατικό. Επί προσωπικών ζητημάτων, οι αποφάσεις λαμβάνονται με μυστική ψηφοφορία δια ψηφοδελτίων. 3.Οι συζητήσεις και αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου καταχωρούνται στο βιβλίο πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας και υπογράφονται από τον Πρόεδρο και από τους παρόντες Συμβούλους. 4.Ο Σύμβουλος που απουσιάζει αδικαιολόγητα από τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει το εξάμηνο, θεωρείται ότι υποβάλλει την παραίτησή του, η οποία ολοκληρώνεται όταν το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίσει σχετικά και καταχωρίσει την απόφασή του στα πρακτικά του. Άρθρο 151.Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δύνανται να λάβουν αποζημίωση για τις υπηρεσίες τους, η οποία καθορίζεται με απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων. 2.Οποιαδήποτε άλλη μη καθοριζόμενη από το Καταστατικό αμοιβή ή αποζημίωση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου βαρύνει την Εταιρεία μόνον εάν εγκριθεί με ειδική απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης. Η παραπάνω αμοιβή ή αποζημίωση μπορεί να μειωθεί από τα αρμόδια δικαστήρια εάν κατ αγαθή κρίση είναι υπέρογκη και αντετάχθησαν στην παραπάνω απόφαση της Γενικής Συνέλευσης μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου. Άρθρο 161.Κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ευθύνεται έναντι της Εταιρείας, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 22α και 22β του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύουν, για κάθε πταίσμα κατά την άσκηση των καθηκόντων του. 2.Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου υποχρεούνται να τηρούν απόλυτη και αυστηρή εχεμύθεια για εμπιστευτικά θέματα της Εταιρείας, για τα οποία έλαβαν γνώση υπό την ιδιότητά τους ως Συμβούλων. 3.Απαγορεύεται σε Συμβούλους που μετέχουν στη διεύθυνση της Εταιρείας, και σε Διευθυντές της, να ενεργούν κατ επάγγελμα, δίχως την προηγούμενη άδεια της Γενικής Συνέλευσης, για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, πράξεις που υπάγονται σε κάποιον από τους επιδιωκόμενους από την Εταιρεία σκοπούς ή να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι εταιριών που επιδιώκουν τέτοιους σκοπούς. Σε περίπτωση παράβασης της ανωτέρω απαγόρευσης, η Εταιρεία δικαιούται αποζημίωση κατά τα άρθρα 23 παρ. 2 και 3 του κ.ν. 2190/1920. 4.Δάνεια της Εταιρείας προς μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, Γενικούς Διευθυντές ή Διευθυντές αυτής, συγγενείς αυτών - μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συμπεριλαμβανομένου - ή συζύγους των ανωτέρω, ως και η παροχή πιστώσεων προς αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεων μη εξερχομένων των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της Εταιρείας μετά των πελατών της. Για οποιαδήποτε άλλη σύμβαση μεταξύ της Εταιρείας και των προσώπων αυτών χρειάζεται απαραίτητα προηγούμενη ειδική άδεια της Γενικής Συνέλευσης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ Άρθρο 171.Η Γενική Συνέλευση, νόμιμα συγκροτημένη κατά το Καταστατικό, αποτελεί το ανώτατο όργανο της Εταιρείας και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά την Εταιρεία. Εκπροσωπεί το σύνολο των μετόχων και οι αποφάσεις της για όλα τα θέματα είναι υποχρεωτικές για τους μετόχους, ακόμη και για εκείνους που απουσίασαν από τη συνεδρίαση ή διαφωνούν με τις αποφάσεις που ελήφθησαν. 2.Η Γενική Συνέλευση των μετόχων είναι αποκλειστικά αρμόδια να αποφασίζει επί των παρακάτω θεμάτων: 2.1 οποιασδήποτε τροποποίησης του Καταστατικού. Τροποποίηση του Καταστατικού θεωρείται οποιαδήποτε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, με την εξαίρεση των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του παρόντος, 2.2 εκλογής των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και διορισμού των ελεγκτών, πλην της περιπτώσεως του άρθρου 12 παρ. 5 του Καταστατικού, 2.3 έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων της Εταιρείας, 2.4 διάθεσης των ετήσιων κερδών, 2.5 έκδοσης δανείου δια ομολογιών, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 8 παρ. 1 του παρόντος, 2.6 συγχώνευσης, διάσπασης, μετατροπής της Εταιρείας από ανώνυμη εταιρία σε άλλο εταιρικό τύπο, αναβίωσης της Εταιρείας μετά τη λύση της, παράτασης της διάρκειάς της, λύσης και εκκαθάρισης της Εταιρείας, 2.7 διορισμού εκκαθαριστών, και 2.8 παντός άλλου θέματος που προβλέπεται από το νόμο ή το παρόν Καταστατικό. Άρθρο 181.Η Γενική Συνέλευση των μετόχων, τακτική ή έκτακτη, συγκαλείται από το Διοικητικό Συμβούλιο κατά τις διατάξεις του Καταστατικού και του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. 2.Η Τακτική Γενική Συνέλευση συνέρχεται μία (1) φορά το χρόνο στην έδρα της Εταιρείας, μετά από κάθε εταιρική χρήση και εντός έξι (6) μηνών από τη λήξη της. Κατ εξαίρεση, η Γενική Συνέλευση έγκυρα συνεδριάζει και σε άλλο τόπο κείμενο στην ημεδαπή, είτε μετά από ειδική άδεια του Υπουργείου Ανάπτυξης είτε όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται το σύνολο των μετόχων και κανείς μέτοχος δεν αντιλέγει στην πραγματοποίηση της Συνέλευσης και τη λήψη αποφάσεων. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί, εφόσον κρίνει σκόπιμο, να συγκαλεί έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων. 3.Το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να συγκαλεί Γενική Συνέλευση των μετόχων, εκτός από την περίπτωση της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, εντός δέκα (10) ημερών, μετά από αίτηση των ελεγκτών, ή εντός τριάντα (30) ημερών, μετά από αίτηση μετόχων εκπροσωπούντων ελάχιστο ποσοστό 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου. Οι προθεσμίες αυτές αρχίζουν από τη χρονολογία επίδοσης της αίτησης στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, ο οποίος ορίζει ως θέμα της ημερήσιας διάταξης το αναφερόμενο στην αίτηση. Άρθρο 191.Η πρόσκληση της Γενικής Συνέλευσης, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον το οίκημα, τη χρονολογία και την ώρα της συνεδρίασης, καθώς και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης με σαφήνεια, τοιχοκολλάται σε εμφανή θέση του καταστήματος της Εταιρείας και δημοσιεύεται ως εξής: 1)στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 3 του από 16 Ιανουαρίου 1930 π.δ/τος Περί Δελτίου Ανωνύμων Εταιριών, 2)σε μία ημερήσια πολιτική εφημερίδα που εκδίδεται στην Αθήνα και, κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου, έχει ευρύτερη κυκλοφορία σε ολόκληρη τη χώρα, που επιλέγεται από τις εφημερίδες του άρθρου 3 του ν.δ. 3757/1957, όπως ισχύει, 3)σε μία ημερήσια οικονομική εφημερίδα, από αυτές που πληρούν τα κριτήρια της παραγράφου 2γ του άρθρου 26 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, 4)σε μία ημερήσια ή εβδομαδιαία εφημερίδα, από εκείνες που εκδίδονται στην έδρα της και, σε περίπτωση που δεν εκδίδεται εφημερίδα στην περιοχή αυτή, σε μία ημερήσια ή εβδομαδιαία τουλάχιστον εφημερίδα από τις εκδιδόμενες στην πρωτεύουσα του νομού στον οποίο η Εταιρεία έχει την έδρα της. Αν η Εταιρεία εδρεύει σε δήμο ή κοινότητα του Νομού Αττικής, εκτός του Δήμου Αθηναίων, η πρόσκληση πρέπει να δημοσιεύεται σε μία ημερήσια ή εβδομαδιαία τουλάχιστον εφημερίδα από εκείνες που εκδίδονται στην έδρα της και, σε περίπτωση που δεν εκδίδεται εφημερίδα στην περιοχή αυτή, σε μία ημερήσια ή εβδομαδιαία εφημερίδα από τις εκδιδόμενες στην έδρα της Νομαρχίας, στην οποία υπάγεται η Εταιρεία. Οι ημερήσιες ή εβδομαδιαίες τουλάχιστον εφημερίδες πρέπει να εμπίπτουν στα κριτήρια του άρθρου 1 του ν.δ. 1263/1972 και του άρθρου 2 του ν. 4286/1963 αντίστοιχα, όπως αυτοί ισχύουν και να κυκλοφορούν ανελλιπώς το λιγότερο ως εβδομαδιαίες για τρία (3) τουλάχιστον χρόνια. 2.Η Γενική Συνέλευση προσκαλείται είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από την οριζόμενη για τη συνεδρίασή της, υπολογιζομένων και των εξαιρετέων ημερών. Η δημοσίευση στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως γίνεται προ δέκα (10) τουλάχιστον πλήρων ημερών και προ είκοσι (20) ημερών στις λοιπές εφημερίδες. 3.Προκειμένου περί επαναληπτικών Γενικών Συνελεύσεων, οι καταχωρίσεις των προσκλήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρέπει να πραγματοποιούνται προ δέκα (10) τουλάχιστον πλήρων ημερών στις εφημερίδες και προ πέντε (5) τουλάχιστον πλήρων ημερών στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. 4.Η ημέρα δημοσίευσης της πρόσκλησης της Γενικής Συνέλευσης και η ημέρα της συνεδρίασης αυτής δεν υπολογίζεται. 5.Πρόσκληση για σύγκληση Γενικής Συνέλευσης δεν απαιτείται στην περίπτωση που στη Γενική Συνέλευση παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται μέτοχοι που εκπροσωπούν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου και κανείς από αυτούς δεν αντιλέγει στην πραγματοποίηση της συνεδρίασης και στη λήψη αποφάσεων. Άρθρο 201.Δικαίωμα παράστασης και ψήφου στη Γενική Συνέλευση έχουν οι μέτοχοι, οι οποίοι κατέθεσαν τους τίτλους των μετοχών τους πέντε (5) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες, πριν από την ημέρα που ορίσθηκε για τη συνεδρίαση, στο Ταμείο της Εταιρείας ή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε οποιαδήποτε τράπεζα νομίμως λειτουργούσα στην Ελλάδα. Οι αποδείξεις κατάθεσης των μετοχών πρέπει να κατατίθενται στο Ταμείο της Εταιρείας πέντε (5) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης. 2.Οι δικαιούμενοι να μετάσχουν στη Γενική Συνέλευση μέτοχοι μπορούν να αντιπροσωπευθούν σε αυτήν από κατάλληλα εξουσιοδοτημένο από αυτούς πληρεξούσιο. Οι ανήλικοι, οι απαγορευμένοι και τα νομικά πρόσωπα αντιπροσωπεύονται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους. Τα έγγραφα αντιπροσωπεύσεως πρέπει να κατατίθενται στο Ταμείο της Εταιρείας πέντε (5) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης. 3.Το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται στη Γενική Συνέλευση από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών ή τα εξουσιοδοτημένα από αυτούς όργανα. 4.Μέτοχοι που δεν συμμορφώθηκαν με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου τούτου μπορούν να μετάσχουν στη Γενική Συνέλευση μόνο μετά από άδεια αυτής. Άρθρο 211.Δέκα (10) ημέρες πριν από την Τακτική Γενική Συνέλευση κάθε μέτοχος μπορεί να λάβει από την Εταιρεία τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της, καθώς και τις σχετικές εκθέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των ελεγκτών. 2.Σαράντα οκτώ (48) ώρες πριν από κάθε Γενική Συνέλευση πρέπει να τοιχοκολλάται σε εμφανή θέση του καταστήματος της Εταιρείας πίνακας αυτών που έχουν δικαίωμα ψήφου κατά τη Γενική Συνέλευση των μετόχων με ένδειξη των τυχόν αντιπροσώπων τους, του αριθμού των μετοχών και ψήφων καθενός, όπως επίσης των διευθύνσεων αυτών και των αντιπροσώπων τους. Στον πίνακα αυτόν καταχωρούνται υποχρεωτικά από το Διοικητικό Συμβούλιο όλοι οι μέτοχοι που συμμορφώθηκαν με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου του Καταστατικού. 3.Εάν μέτοχος ή αντιπρόσωπός του έχει αντιρρήσεις κατά του καταλόγου του πίνακα μπορεί να υποβάλει τις αντιρρήσεις αυτές, επί ποινή απαραδέκτου, μόνο στην αρχή της συνεδρίασης και πριν από την έναρξη της συζήτησης επί των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης. Ακολούθως, η Γενική Συνέλευση αποφασίζει για τη συμμετοχή ή μη του μετόχου, στον οποίο αφορούν οι αντιρρήσεις, και για κάθε σχετικό θέμα. Άρθρο 221.Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 23 παρ. 1 - 3 του παρόντος Καταστατικού, η Γενική Συνέλευση των μετόχων βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα επί των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται μέτοχοι που εκπροσωπούν το 1/5 τουλάχιστον του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. 2.Εάν δεν συντελεσθεί αυτή η απαρτία, η Γενική Συνέλευση συνέρχεται εκ νέου εντός είκοσι (20) ημερών από τη χρονολογία της ματαιωθείσας συνεδρίασης, προσκαλούμενη προ δέκα (10) τουλάχιστον ημερών. Η επαναληπτική αυτή Συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και εγκύρως συνεδριάζει επί των θεμάτων της αρχικής ημερήσιας διάταξης, οποιοδήποτε και αν είναι το τμήμα του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου της Εταιρείας που παρίσταται ή αντιπροσωπεύεται στη συνεδρίαση αυτή. 3.Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 23 παρ. 4, οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των ψήφων που εκπροσωπούνται σε αυτή. Άρθρο 231.Η Γενική Συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα επί των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης, όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται μέτοχοι που εκπροσωπούν τα 2/3 τουλάχιστον του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου για αποφάσεις που αφορούν τα παρακάτω θέματα: 1.1 παράταση της διάρκειας της Εταιρείας, συγχώνευση, διάσπαση, μετατροπή ή διάλυσή της, αναβίωση της Εταιρείας μετά τη λύση της, 1.2 μεταβολή της εθνικότητάς της ή του αντικειμένου της επιχείρησης, 1.3 αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας (εξαιρουμένης της αυξήσεως που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 - 2 ή αυξήσεως επιβαλλόμενης από διατάξεις νόμου ή διενεργούμενης δια κεφαλαιοποιήσεως αποθεματικού), 1.4 μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας, 1.5 έκδοση ομολογιακού δανείου (υπό την επιφύλαξη του άρθρου 8 παρ. 1 του παρόντος), 1.6 μεταβολή του τρόπου διάθεσης των κερδών, 1.7 επαύξηση των υποχρεώσεων των μετόχων, 1.8 παροχή ή ανανέωση εξουσίας στο Διοικητικό Συμβούλιο για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ή έκδοση ομολογιακού δανείου, 1.9 σε κάθε άλλη περίπτωση κατά την οποία ο νόμος ορίζει ότι για να ληφθεί ορισμένη απόφαση από τη Γενική Συνέλευση απαιτείται η απαρτία της παρούσας παραγράφου. 2.Αν η απαρτία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν επιτευχθεί στην πρώτη συνεδρίαση, η Γενική Συνέλευση συνέρχεται εκ νέου εντός είκοσι (20) ημερών, από τη χρονολογία της ματαιωθείσας συνεδρίασης, προσκαλούμενη προ δέκα (10) τουλάχιστον ημερών, και βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα επί των θεμάτων της αρχικής ημερήσιας διάταξης, εάν το 1/2 τουλάχιστον του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου εκπροσωπείται σε αυτήν. 3.Εάν η απαρτία που προβλέπεται στη δεύτερη παράγραφο του παρόντος άρθρου δεν επιτευχθεί στην επαναληπτική συνεδρίαση, η Γενική Συνέλευση συνέρχεται εκ νέου εντός είκοσι (20) ημερών από τη χρονολογία της ματαιωθείσας συνεδρίασης, προσκαλούμενη προ δέκα (10) τουλάχιστον ημερών, και βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα επί των θεμάτων της αρχικής ημερήσιας διάταξης, εάν το 1/3 τουλάχιστον του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου εκπροσωπείται σε αυτήν. 4.Όλες οι αποφάσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου λαμβάνονται με πλειοψηφία των 2/3 των ψήφων που εκπροσωπούνται σε αυτήν. Άρθρο 241.Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας ή, σε περίπτωση που ο Πρόεδρος κωλύεται, ο αναπληρωτής του, προεδρεύει προσωρινά στη Γενική Συνέλευση των μετόχων. Χρέη γραμματέα εκτελεί προσωρινά αυτός που ορίζεται από τον Πρόεδρο. 2.Μετά την οριστικοποίηση του καταλόγου των μετόχων που δικαιούνται να ψηφίσουν στη Γενική Συνέλευση, η Γενική Συνέλευση εκλέγει τον οριστικό Πρόεδρο και τον Γραμματέα. Άρθρο 251.Οι συζητήσεις και οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης περιορίζονται στα θέματα που αναγράφονται στη δημοσιευθείσα ημερήσια διάταξη. Συζήτηση και λήψη αποφάσεων επί των θεμάτων εκτός ημερήσιας διάταξης δεν επιτρέπεται, πλην αν εκπροσωπείται το σύνολο των μετόχων και άπαντες συμφωνούν στη συζήτηση και λήψη απόφασης επί του εκτός ημερήσιας διάταξης θέματος. 2.Περίληψη όλων των συζητήσεων και αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης καταχωρίζεται στο βιβλίο των πρακτικών, υπογράφεται δε από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα. Ο Πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης, με αίτηση μετόχου, υποχρεούται να καταχωρεί στα πρακτικά περίληψη της γνώμης του. Στο βιβλίο πρακτικών καταχωρείται και κατάλογος των μετόχων, που παραστάθηκαν αυτοπρόσωπα ή με πληρεξούσιο στη Γενική Συνέλευση, συντεταγμένος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 του Καταστατικού τούτου. Εάν στη συνέλευση παρίσταται μόνο ένας μέτοχος, αυτή παρακολουθεί συμβολαιογράφος της έδρας της Εταιρείας, ο οποίος προσυπογράφει τα πρακτικά της συνέλευσης. 3.Αντίγραφα και αποσπάσματα πρακτικών Γενικής Συνέλευσης επικυρώνονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου ή τον αναπληρωτή του. Άρθρο 261.Μετά την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, η Γενική Συνέλευση αποφασίζει με ειδική ψηφοφορία, που ενεργείται με ονομαστική κλήση, για την απαλλαγή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των ελεγκτών από κάθε ευθύνη αποζημίωσης. Προκειμένου για απόφαση περί απαλλαγής του Διοικητικού Συμβουλίου, τα μέλη αυτού μπορούν να ψηφίσουν μόνο με τις μετοχές των οποίων είναι κύριοι. Το ίδιο ισχύει και για τους υπαλλήλους της Εταιρείας. 2.Η παραπάνω απαλλαγή δεν έχει ισχύ στην περίπτωση του άρθρου 22α του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ Άρθρο 271.Ο τακτικός έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης και των ετήσιων λογαριασμών (ετήσιων οικονομικών καταστάσεων) της Εταιρείας, όπως και τα υπόλοιπα καθήκοντα των Ελεγκτών που προβλέπονται από τη νομοθεσία για τις τραπεζικές ανώνυμες εταιρείες, ασκούνται από ορκωτούς ελεγκτές - λογιστές που είναι γραμμένοι στα μητρώα του άρθρου 13 παρ. 5 του π.δ. 226/1992. 2.Η Τακτική Γενική Συνέλευση εκλέγει, κάθε χρόνο, μία από τις εταιρείες ή κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών- λογιστών που είναι εγγεγραμμένες στην ιδιαίτερη μερίδα του μητρώου ορκωτών - ελεγκτών - λογιστών, εγκρίνοντας συγχρόνως και το ποσό της αμοιβής της, η οποία οφείλει να αναθέτει, σύμφωνα με την ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία, την ευθύνη του ελέγχου σε έναν ορκωτό ελεγκτή - λογιστή, διορίζοντάς τον για το σκοπό αυτόν, καθώς και τον αναπληρωματικό του. 3.Ο διορισμός και η για οποιονδήποτε λόγο παύση και με τα στοιχεία ταυτότητας των ελεγκτών υποβάλλεται σε δημοσιότητα κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7α και 7β του κ.ν. 2190/1920. 4.Κατά τη διάρκεια της εταιρικής χρήσεως οι ορκωτοί ελεγκτές - λογιστές παρακολουθούν τη λογιστική και διαχειριστική κατάσταση της Εταιρείας και δικαιούνται να λαμβάνουν γνώση κάθε βιβλίου, λογαριασμού ή εγγράφου, περιλαμβανομένων και των πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου. Υποδεικνύουν στο Διοικητικό Συμβούλιο μέτρα που τυχόν πρέπει να λάβει και, σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων της νομοθεσίας ή του Καταστατικού, υποβάλλουν αναφορά στην αρμόδια εποπτεύουσα αρχή. Μετά τη λήξη της χρήσεως, ελέγχουν τον ισολογισμό και το λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσεως και υποβάλλουν στην Τακτική Γενική Συνέλευση έκθεση με τα πορίσματα του ελέγχου τους. Στην έκθεση αυτή, αφού ελεγχθεί η ακρίβεια και η νομιμότητα των εγγραφών, εκτίθεται με σαφήνεια εάν ο ισολογισμός απεικονίζει πράγματι την οικονομική κατάσταση της Εταιρείας κατά την ημερομηνία λήξεως της ελεγχόμενης χρήσης, και ο λογαριασμός αποτελεσμάτων χρήσεως τα αποτελέσματα που προέκυψαν διαρκούσης της χρήσεως. 5.Η έκθεση των ορκωτών ελεγκτών - λογιστών πρέπει ιδίως να αναφέρει: 5.1 αν παρασχέθηκαν σε αυτούς οι πληροφορίες που ήταν αναγκαίες για την εκτέλεση του έργου τους, 5.2 αν έλαβαν γνώση του πλήρους απολογισμού των εργασιών των τυχόν υπαρχόντων υποκαταστημάτων της Εταιρείας, 5.3 αν επήλθε τροποποίηση στη μέθοδο απογραφής σε σχέση με την προηγούμενη χρήση. 6.Οι ορκωτοί ελεγκτές - λογιστές της Εταιρείας οφείλουν να ασκούν το έργο τους με επιμέλεια και ευθύνονται έναντι της Εταιρείας και των τρίτων σε αποζημίωση για κάθε ζημία που προκάλεσαν με πράξεις ή παραλείψεις τους. Η ευθύνη των ορκωτών ελεγκτών - λογιστών δεν δύναται να περιοριστεί ή να αποκλειστεί. Άρθρο 281.Με αίτηση των μετόχων, που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του μετοχικού κεφαλαίου που έχει καταβληθεί, το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να συγκαλέσει έκτακτη Γενική Συνέλευση, ορίζοντας ημέρα συνεδριάσεώς της που δεν απέχει περισσότερο από τριάντα (30) ημέρες από τη χρονολογία της επίδοσης της αίτησης στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου. Η αίτηση πρέπει να αναφέρει τα αντικείμενα, τα οποία θα περιληφθούν στην ημερήσια διάταξη. 2.Με αίτηση των μετόχων, που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του μετοχικού κεφαλαίου που έχει καταβληθεί, ο Πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης υποχρεούται να αναβάλει μια φορά μόνο τη λήψη αποφάσεων τακτικής ή έκτακτης Γενική Συνέλευσης, ορίζοντας συγχρόνως ως ημέρα συνεδρίασης για τη λήψη αυτών των αποφάσεων εκείνη που αναγράφεται στην αίτηση των μετόχων, η οποία δεν μπορεί πάντως να απέχει περισσότερο από τριάντα (30) ημέρες από τη χρονολογία της αναβολής. Η μετ αναβολή Γενική Συνέλευση αποτελεί συνέχιση της προηγούμενης και δεν απαιτείται η επανάληψη των διατυπώσεων δημοσίευσης της πρόσκλησης των μετόχων, σε αυτήν δε, μπορούν να μετάσχουν και νέοι μέτοχοι, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 27 παρ. 2 και 28 του κ.ν. 2190/1920. 3.Με αίτηση μετόχων που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του μετοχικού κεφαλαίου που έχει καταβληθεί και η οποία υποβάλλεται στην Εταιρεία πέντε (5) πλήρεις ημέρες πριν από την τακτική Γενική Συνέλευση, το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται: 1)Να ανακοινώνει στη Γενική Συνέλευση των μετόχων τα ποσά, τα οποία καταβλήθηκαν από την Εταιρεία κατά την τελευταία διετία για οποιαδήποτε αιτία σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή τους Διευθυντές ή άλλους υπαλλήλους της, καθώς και κάθε άλλη παροχή προς τα πρόσωπα αυτά ή κάθε, από οποιαδήποτε αιτία, υφιστάμενη σύμβαση της Εταιρείας με αυτούς. 2)Να παρέχει συγκεκριμένες πληροφορίες που ζητούνται για τις υποθέσεις της Εταιρείας, στο μέτρο που είναι χρήσιμες για την πραγματική εκτίμηση των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών που ζητούνται για ουσιώδη λόγο. Η αιτιολογία αναγράφεται στα πρακτικά. 4.Με αίτηση μετόχων που εκπροσωπούν το ένα τρίτο (1/3) του μετοχικού κεφαλαίου που έχει καταβληθεί, η οποία υποβάλλεται στην Εταιρεία μέσα στην προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου και, εφόσον οι μέτοχοι αυτοί δεν εκπροσωπούνται στο Διοικητικό Συμβούλιο, το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να παράσχει σε αυτούς κατά τη Γενική Συνέλευση ή, εάν προτιμά, πριν από αυτή σε εκπρόσωπό τους πληροφορίες για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων και την περιουσιακή κατάσταση της Εταιρείας. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αρνηθεί την παροχή των ζητούμενων πληροφοριών για αποχρώντα ουσιώδη λόγο. Η αιτιολογία αναγράφεται στα πρακτικά. 5.Στις περιπτώσεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 και της παραγράφου 4 αυτού του άρθρου, τυχόν αμφισβήτηση ως προς το βάσιμο ή μη της αιτιολογίας άρνησης παροχής των πληροφοριών, επιλύεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της Εταιρείας, με απόφασή του, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Με την ίδια απόφαση το δικαστήριο υποχρεώνει και την Εταιρεία να παράσχει τις πληροφορίες που αρνήθηκε. 6.Με αίτηση μετόχων που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του μετοχικού κεφαλαίου που έχει καταβληθεί, η λήψη απόφασης για θέματα της ημερήσιας διάταξης της Γενικής Συνέλευσης ενεργείται με ονομαστική κλήση. 7.Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 μέχρι 4 του παρόντος άρθρου οι αιτούντες μέτοχοι οφείλουν να τηρήσουν κατατεθειμένες, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Καταστατικού, τις μετοχές τους που τους παρέχουν τα παραπάνω δικαιώματα από τη χρονολογία της επίδοσης της αίτησής τους μέχρι τη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης και στις περιπτώσεις της παραγράφου 5 μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου. 8.Μέτοχοι της Εταιρείας, που αντιπροσωπεύουν το ένα εικοστό (1/20) του μετοχικού κεφαλαίου που έχει καταβληθεί, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν έλεγχο της Εταιρείας από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας της έδρας της Εταιρείας. Ο έλεγχος διατάσσεται εάν πιθανολογείται ότι με τις καταγγελλόμενες πράξεις παραβιάζονται οι διατάξεις των νόμων ή του Καταστατικού ή των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης. Σε όλες τις περιπτώσεις οι καταγγελλόμενες πράξεις πρέπει να έγιναν σε χρόνο που δεν απέχει περισσότερο από διετία από τη χρονολογία της έγκρισης των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων της χρήσης μέσα στην οποία τελέσθηκαν. 9.Μέτοχοι της Εταιρείας, που εκπροσωπούν το ένα τρίτο (1/3) του μετοχικού κεφαλαίου που έχει καταβληθεί, δικαιούνται να ζητήσουν από το κατά την προηγούμενη παράγραφο Δικαστήριο έλεγχο της Εταιρείας, εφόσον από την όλη πορεία των εταιρικών υποθέσεων καθίσταται πιστευτό ότι η διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται όταν η αιτούσα μειοψηφία εκπροσωπείται στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας. 10.Στις περιπτώσεις των παραγράφων 8 και 9 αυτού του άρθρου οι αιτούντες μέτοχοι πρέπει να τηρούν κατατεθειμένες, όπως ορίζεται στο άρθρο 20 του Καταστατικού, τις μετοχές που τους παρέχουν το δικαίωμα για υποβολή αίτησης μέχρι την έκδοση της απόφασης για την αίτησή τους, πάντως όμως όχι λιγότερο από τριάντα (30) ημέρες από την υποβολή της αίτησης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ΕΤΗΣΙΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΕΡΔΗ - ΖΗΜΙΕΣ Άρθρο 291.Η εταιρική χρήση της Εταιρείας έχει διάρκεια δώδεκα (12) μηνών και αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου και τελειώνει την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η πρώτη διαχειριστική χρήση περιλαμβάνει τη χρονική περίοδο από την σύσταση της Εταιρείας μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2003. 2.Στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσης το Διοικητικό Συμβούλιο καταρτίζει τους ετήσιους λογαριασμούς (ετήσιες οικονομικές καταστάσεις), σύμφωνα με τα άρθρα 110 έως 131 του κ.ν. 2190/1920. Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις πρέπει να εμφανίζουν με απόλυτη σαφήνεια την πραγματική εικόνα της περιουσιακής διάρθρωσης, της χρηματοοικονομικής θέσης και των αποτελεσμάτων χρήσης της Εταιρείας. Ειδικότερα, το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να συντάσσει σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις: 1)τον Ισολογισμό, 2)το Λογαριασμό Αποτελέσματα Χρήσεως, 3)τον Πίνακα Διαθέσεως Αποτελεσμάτων, και 4)το Προσάρτημα. 3.Για να ληφθεί από τη Γενική Συνέλευση έγκυρη απόφαση επί των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, που έχουν εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο, πρέπει να έχουν ειδικά θεωρηθεί από τρία διαφορετικά πρόσωπα, ήτοι: 1)τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου ή τον αναπληρωτή του, 2)έναν Αντιπρόεδρο ή από ένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που ορίζεται από αυτό, και 3)τον υπεύθυνο για τη διεύθυνση του λογιστηρίου. Οι παραπάνω, σε περίπτωση διαφωνίας από πλευράς νομιμότητας του τρόπου κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων, οφείλουν να εκθέτουν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους στη Γενική Συνέλευση. 4.Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις υποβάλλονται για έγκριση στην Τακτική Γενική Συνέλευση και συνοδεύονται: 1)από επεξηγηματική έκθεση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία πρέπει να περιέχει σαφή και πραγματική εικόνα της εξέλιξης των εργασιών και της οικονομικής θέσης της Εταιρείας, καθώς και πληροφορίες για την προβλεπόμενη πορεία της, στην οποία πρέπει να αναφέρονται τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 43α παρ. 3 περ. (α΄) και (β΄), υπό την επιφύλαξη του άρθρου 111 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύουν, 2)από την έκθεση των ορκωτών ελεγκτών - λογιστών, που θα περιέχει, εκτός από όσα αναφέρονται στο άρθρο 37 παρ. 1 του κ.ν. 2190/1920, και τα οριζόμενα στο άρθρο 43α παρ. 4, με την επιφύλαξη του άρθρου 111 του κ.ν. 2190/1920. 5.Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις υποβάλλονται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 131 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. 6.Αντίγραφα των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, μαζί με τις εκθέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των ορκωτών ελεγκτών - λογιστών, υποβάλλονται στην αρμόδια εποπτεύουσα τις ανώνυμες εταιρείες αρχή είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη Γενική Συνέλευση. 7.Ο Ισολογισμός της εταιρείας, ο Λογαριασμός Αποτελέσματα Χρήσεως και ο Πίνακας Διαθέσεως Αποτελεσμάτων, μαζί με το σχετικό πιστοποιητικό ελέγχου, δημοσιεύονται είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης: 1)Σε μία ημερήσια πολιτική εφημερίδα, που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 του ν.δ. 3757/1957, όπως αυτό ισχύει, η οποία εκδίδεται στην Αθήνα και έχει ευρύτερη κυκλοφορία σε ολόκληρη τη χώρα, κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου. 2)Σε μία ημερήσια οικονομική εφημερίδα που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 26 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. Η δημοσίευση γίνεται με τη μορφή και στην έκταση που προβλέπονται από το άρθρο 43β του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. 3)Στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 7β παρ. 1 εδ. β΄ του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. 4)Σε μία ημερήσια ή εβδομαδιαία εφημερίδα, από εκείνες που εκδίδονται στην έδρα της και, σε περίπτωση που δεν εκδίδεται εφημερίδα στην περιοχή αυτή, σε μία ημερήσια ή εβδομαδιαία τουλάχιστον εφημερίδα από τις εκδιδόμενες στην πρωτεύουσα του νομού στον οποίο η Εταιρεία έχει την έδρα της. Αν η Εταιρεία εδρεύει σε δήμο ή κοινότητα του Νομού Αττικής, εκτός του Δήμου Αθηναίων, η πρόσκληση πρέπει να δημοσιεύεται σε μία ημερήσια ή εβδομαδιαία τουλάχιστον εφημερίδα από εκείνες που εκδίδονται στην έδρα της και, σε περίπτωση που δεν εκδίδεται εφημερίδα στην περιοχή αυτή, σε μία ημερήσια ή εβδομαδιαία εφημερίδα από τις εκδιδόμενες στην έδρα της Νομαρχίας, στην οποία υπάγεται η Εταιρεία. Οι ημερήσιες ή εβδομαδιαίες τουλάχιστον εφημερίδες πρέπει να εμπίπτουν στα κριτήρια του άρθρου 1 του ν.δ. 1263/1972 και του άρθρου 2 του ν. 4286/1963, αντίστοιχα, όπως αυτοί ισχύουν και να κυκλοφορούν ανελλιπώς το λιγότερο ως εβδομαδιαίες για τρία (3) τουλάχιστον χρόνια. 8.Οι μηνιαίες λογιστικές καταστάσεις της Εταιρείας δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 131 του κ.ν. 2190/1920: 1)στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, Τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης, 2)σε μία ημερήσια καθαρώς οικονομολογική εφημερίδα που εκδίδεται στην Αθήνα επί μία τουλάχιστον πενταετία συνεχώς, και 3)σε μία εβδομαδιαία οικονομολογική εφημερίδα που εκδίδεται στην Αθήνα επί μία τουλάχιστον πενταετία συνεχώς. Άρθρο 301.Καθαρά κέρδη της Εταιρείας είναι τα προκύπτοντα μετά την αφαίρεση από τα πραγματοποιηθέντα ακαθάριστα κέρδη κάθε εξόδου, ζημίας, των κατά το νόμο αποσβέσεων και παντός άλλου εταιρικού βάρους. 2.Τα καθαρά κέρδη διανέμονται ως εξής: 1)Προηγείται η διάθεση του ποσοστού για το σχηματισμό του τακτικού αποθεματικού, όπως ορίζει ο νόμος, δηλαδή για το σκοπό αυτόν αφαιρείται τουλάχιστον το 1/20 των καθαρών κερδών. Η αφαίρεση αυτή παύει να είναι υποχρεωτική, όταν το αποθεματικό φτάσει σε ποσό ίσο τουλάχιστο με το 1/3 του μετοχικού κεφαλαίου. 2)Το ποσό όπως προβλέπεται στο άρθρο 45 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, ή το ποσό που προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 876/1979, όπως ισχύει σήμερα, όποιο εκ των δύο είναι μεγαλύτερο, καταβάλλεται ως πρώτο μέρισμα. 3)Το υπόλοιπο ποσό διανέμεται σύμφωνα με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Εταιρείας. 3.Μετά από απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, που λαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 του παρόντος Καταστατικού, μπορεί το υπόλοιπο που απομένει από τα καθαρά κέρδη, μετά την κράτηση για το σχηματισμό τακτικού αποθεματικού και τη διανομή πρώτου μερίσματος, να διατεθεί συνολικά ή μερικά προς αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με έκδοση νέων μετοχών, που παρέχονται στους μετόχους χωρίς πληρωμή, αντί για πρόσθετο μέρισμα. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αυτά που ορίζονται στο άρθρο 3α του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. 4.Η καταβολή μερισμάτων διενεργείται εντός δύο (2) μηνών από της αποφάσεως της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης που ενέκρινε τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και σε ημερομηνία που ορίζεται από την Τακτική Γενική Συνέλευση ή, εάν υπάρχει εξουσιοδότηση στην απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, από το Διοικητικό Συμβούλιο. Μέτοχοι που δεν εισέπραξαν εμπρόθεσμα τα μερίσματά τους δεν δικαιούνται τόκου. 5.Η διανομή προσωρινών μερισμάτων ή ποσοστών επιτρέπεται μόνο εφόσον είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες προ αυτής έχει δημοσιευθεί σε ημερήσια εφημερίδα, που εκδίδεται στην Αθήνα και έχει κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου ευρύτερη κυκλοφορία, και στο Δελτίο Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως αμέσως μετά την κατάρτιση και υποβληθεί στο Υπουργείο Ανάπτυξης λογιστική κατάσταση για την εταιρική περιουσία της Εταιρείας. Τα ως άνω διανεμόμενα προσωρινά μερίσματα ή ποσοστά δεν δύνανται να υπερβούν το μισό (50%) των κατά τη λογιστική κατάσταση καθαρών κερδών. 6.Οποιαδήποτε διανομή προς μετόχους υπόκειται στις διατάξεις των άρθρων 44α και 46α του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύουν. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Άρθρο 311.Η Εταιρεία λύεται: 1)με τη λήξη του χρόνου της διάρκειάς της, εκτός αν με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, που λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 - 4 του παρόντος, αποφασισθεί η παράταση του χρόνου της διάρκειάς της, 2)με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 - 4 του παρόντος, 3)με την κήρυξή της σε πτώχευση, και 4)για οποιονδήποτε άλλο λόγο προβλεπόμενο στην κείμενη νομοθεσία. 2.Η συγκέντρωση όλων των μετοχών της Εταιρείας σε ένα πρόσωπο δεν αποτελεί λόγο λύσης της. 3.Η λύση της Εταιρείας υποβάλλεται στη δημοσιότητα των άρθρων 7α και 7β του κ.ν. 2190/1920. Άρθρο 321.Εκτός από την περίπτωση της πτώχευσης, τη λύση της Εταιρείας ακολουθεί η εκκαθάριση αυτής. Στην περίπτωση του εδαφίου (α) της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, το Διοικητικό Συμβούλιο εκτελεί χρέη εκκαθαριστή μέχρι το διορισμό εκκαθαριστών από τη Γενική Συνέλευση. Στην περίπτωση του εδαφίου (β) της ίδιας παραγράφου η Γενική Συνέλευση με την ίδια απόφαση ορίζει και τους εκκαθαριστές. Οι εκκαθαριστές που ορίζονται από τη Γενική Συνέλευση θα είναι δύο (2) έως τέσσερις (4), μέτοχοι ή όχι, και κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης θα ασκούν όλες τις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου, τις συναφείς με τη διαδικασία και το σκοπό της εκκαθάρισης, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης. 2.Ο διορισμός εκκαθαριστών συνεπάγεται αυτοδίκαια την παύση της εξουσίας του Διοικητικού Συμβουλίου. Οι διατάξεις του παρόντος Καταστατικού, που εφαρμόζονται για το Διοικητικό Συμβούλιο, εφαρμόζονται αναλόγως και για τους εκκαθαριστές. Οι συζητήσεις και αποφάσεις των εκκαθαριστών καταχωρούνται περιληπτικά στο βιβλίο πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου. 3.Οι εκκαθαριστές που διορίζονται από τη Γενική Συνέλευση οφείλουν, μόλις αναλάβουν τα καθήκοντά τους, να ενεργήσουν απογραφή της εταιρικής περιουσίας και να δημοσιεύσουν στον Τύπο και στο Τεύχος των Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως ισολογισμό του οποίου αντίτυπο υποβάλλεται στην αρμόδια διοικητική αρχή. Την ίδια υποχρέωση έχουν οι εκκαθαριστές κατ έτος και κατά τη λήξη της εκκαθάρισης. 4.Η Γενική Συνέλευση των μετόχων διατηρεί όλα τα δικαιώματά της κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης. 5.Οι εκκαθαριστές οφείλουν να περατώσουν, δίχως καθυστέρηση, τις εκκρεμείς υποθέσεις της Εταιρείας, να μετατρέψουν σε χρήμα την εταιρική περιουσία, να εξοφλήσουν τα χρέη της και να εισπράξουν τις απαιτήσεις αυτής. Μπορούν δε να ενεργήσουν και νέες πράξεις, εφόσον με αυτές εξυπηρετούνται η εκκαθάριση και το συμφέρον της Εταιρείας. Οι εκκαθαριστές μπορούν επίσης να εκποιήσουν τα ακίνητα της Εταιρείας, την εταιρική επιχείρηση στο σύνολό της ή κλάδους αυτής ή μεμονωμένα πάγια στοιχεία της, αλλά μόνο μετά την πάροδο τεσσάρων (4) μηνών από τη λύση της. Εντός της προθεσμίας των τεσσάρων (4) μηνών από τη λύση της Εταιρείας, κάθε μέτοχος ή δανειστής της μπορεί να ζητήσει από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της Εταιρείας, το οποίο δικάζει κατά τα άρθρα 739 επ. Κ.Πολ.Δ., να καθορίσει την κατώτερη τιμή πώλησης των ακινήτων, κλάδων ή τμημάτων ή του συνόλου της Εταιρείας, η απόφαση δε αυτού δεσμεύει τους εκκαθαριστές και δεν υπόκειται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα. 6.Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, καθώς και οι οικονομικές καταστάσεις πέρατος της εκκαθάρισης ε-γκρίνονται από τη Γενική Συνέλευση. Κατ έτος, τα αποτελέσματα της εκκαθάρισης υποβάλλονται στη Γενική Συνέλευση μετόχων με έκθεση των αιτίων τα οποία παρεμπόδισαν το τέλος της εκκαθάρισης. Μετά το πέρας της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές καταρτίζουν τις τελικές οικονομικές καταστάσεις, τις οποίες δημοσιεύουν στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, αποδίδουν τις εισφορές των μετόχων, και διανέμουν το υπόλοιπο προϊόν της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας στους μετόχους κατά το λόγο συμμετοχής τους στο καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο. 7.Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να υπερβεί την πενταετία από την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης, οπότε και η Εταιρεία διαγράφεται από το μητρώο ανωνύμων εταιριών. Για τη συνέχιση της εκκαθάρισης πέραν της πενταετίας απαιτείται ειδική άδεια του Υπουργού Ανάπτυξης. Το στάδιο όμως της εκκαθάρισης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβεί τη δεκαετία, σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 6 του κ.ν. 2190/1920. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 331.Το σύνολο των μετοχών της Εταιρείας κατά τη δημοσίευση του Καταστατικού της αναλαμβάνεται από το Ελληνικό Δημόσιο και ανήκει σε αυτό. 2.Το Καταστατικό αυτό ρυθμίζει τα θέματα που προβλέπει το άρθρο 2 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. Για τα λοιπά θέματα εφαρμόζονται οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύουν. 1)Το ως άνω Καταστατικό της Εταιρείας τροποποιείται και κωδικοποιείται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α΄). Άρθρο 3 Περιουσία - Υφιστάμενες δικαιοπραξίες Εκκρεμείς δίκες 1.Από την έναρξη ισχύος του παρόντος όλα τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος επ ονόματι του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου περιέρχονται στην Εταιρεία, η οποία υπεισέρχεται αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. 2.Ειδικότερα στην Εταιρεία περιέρχονται τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: 1)Τα ακίνητα, που έχουν μεταγραφεί στα οικεία βιβλία των αρμόδιων Υποθηκοφυλακείων επ ονόματι του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. 2)Τα κάθε είδους κινητά πράγματα, συμπεριλαμβανομένου και του ηλεκτρομηχανολογικού και λοιπού εξοπλισμού (όπως ενδεικτικά, ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, μηχανήματα, οχήματα, έπιπλα και σκεύη), που ανήκουν και χρησιμοποιούνται, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, από το Ταχυδρομικό Ταμι-ευτήριο. 3)Τα κάθε είδους χρεόγραφα που ανήκουν στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Εξαιρούνται οι μετοχές των τραπεζών Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Τράπεζα Ελλάδος, Αlpha Τράπεζα Πίστεως και ΕΤΕΒΑ, οι οποίες περιγράφονται στις οικείες οικονομικές καταστάσεις της 31.12.2001 και οι οποίες μεταβιβάζονται με τον παρόντα νόμο στο Ελληνικό Δημόσιο. 4)Τα κάθε είδους περιουσιακά στοιχεία, πόροι και δικαιώματα που έχουν περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο μετά την ημερομηνία του ισολογισμού του της 31.12.2001, τα οποία θα εγγραφούν στα βιβλία της Εταιρείας σύμφωνα με την παρ. 8 του ενάτου άρθρου του παρόντος. 3.Μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού θα διενεργηθεί αποτίμηση της αξίας ακινήτων που περιέρχονται στην Εταιρεία. Η αποτίμηση της αξίας θα γίνει από δύο ορκωτούς εκτιμητές, που θα ορισθούν με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών. Η αποτίμηση της αξίας θα γίνει σύμφωνα με το τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 9 του κ.ν. 2190/1920. Η αποζημίωση των ορκωτών εκτιμητών βαρύνει την Εταιρεία και καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Η τυχόν υπεραξία που θα προκύψει από την αποτίμηση της αξίας των ακινήτων άγεται σε ειδικό αποθεματικό, η δημιουργία του οποίου δεν υπόκειται σε φορολογία. Η αξία κάθε ακινήτου, όπως προσδιορίσθηκε από τους ορκωτούς εκτιμητές, λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό των νόμιμων αποσβέσεων. 4.Οι αποσβέσεις που υπολογίζονται επί της υπεραξίας που αναλογεί στην αποσβεσθείσα αξία των πάγιων περιουσιακών στοιχείων που περιέρχονται στην Εταιρεία, δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα αυτής προκειμένου για τον υπολογισμό των φορολογητέων καθαρών κερδών της. Το δημιουργούμενο ειδικό αποθεματικό δύναται να κεφαλαιοποιηθεί με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων. 5.Προκειμένου περί ακινήτων και των εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων που περιέρχονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, στην Εταιρεία η εκ του νόμου υποκατάσταση σημειώνεται ατελώς στο περιθώριο των οικείων εγγραφών των αρμόδιων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογίου, μετά από αίτηση της Εταιρείας. 6.Στις κάθε είδους, τύπου, φύσεως και περιεχομένου δικαιοπραξίες, συμβάσεις εργασίας, που έχουν συναφθεί και βρίσκονται σε ισχύ κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, στις οποίες το μοναδικό ή ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, στη θέση αυτού υπεισέρχεται η Εταιρεία χωρίς κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη να δικαιούται να ζητήσει για το λόγο αυτόν τη λύση των δικαιοπραξιών ή τη μη εκτέλεση αυτών ή τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από αυτές. Όπου σε έγγραφα ιδιωτικά ή δημόσια αναγράφεται η λέξη Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου νοείται η ανώνυμη εταιρεία Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. 7.Οι ανωτέρω μεταβιβάσεις και μεταβολές του παρόντος άρθρου απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά, καθώς και δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών όλων των υποθηκοφυλάκων. 8.Οι εκκρεμείς δίκες του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου συνεχίζονται από την Εταιρεία χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτούνται άλλες ειδικότερες διατυπώσεις ή ενέργειες για τη συνέχισή τους. Για τις δίκες αυτές εξακολουθούν να ισχύουν τα ουσιαστικά και δικονομικά προνόμια του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Άρθρο 4 Κανονισμοί λειτουργίας 1. 1)Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου καταρτίζεται ο Υπηρεσιακός Οργανισμός. Μετά από γνώμη της αντιπροσωπευτικότερης πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων ο Υπηρεσιακός Οργανισμός εγκρίνεται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 2)Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και μετά από γνώμη της αντιπροσωπευτικότερης πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων καταρτίζεται μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού, που τίθεται σε εφαρμογή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Εφόσον η γνώμη δεν διατυπωθεί μέσα σε ένα (1) μήνα αφότου ζητηθεί, η κατάρτιση του Κανονισμού αυτού γίνεται χωρίς αυτή. Αν η γνώμη είναι αρνητική, ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 1876/1990, όπως εκάστοτε ισχύει. 2.Με τον Υπηρεσιακό Οργανισμό καθορίζονται οι υπηρεσιακές μονάδες της Εταιρείας, οι αρμοδιότητες αυτών, ο τρόπος λειτουργίας τους και οι θέσεις, η κατάταξη των θέσεων σε κατηγορίες, οι βαθμοί, οι ειδικότητες και οι κλάδοι στους οποίους τοποθετείται το προσωπικό. Με το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού καθορίζονται οι κανόνες που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού της Εταιρείας, το προσοντολόγιο για την κατάληψη θέσεων, οι όροι υπό τους οποίους το προσωπικό προσλαμβάνεται, εντάσσεται, εκπαιδεύεται, μονιμοποι-είται, προάγεται, μετατάσσεται, μετατίθεται, λαμβάνει άδειες, αμείβεται, τιμωρείται, αποχωρεί ή απολύεται, καθώς και τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις αυτού. Ο Υπηρεσιακός Οργανισμός και ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού καταρτίζονται σύμφωνα με τις αρχές των αντίστοιχων οργανισμών και κανονισμών των πιστωτικών ιδρυμάτων. 3.Μέχρι να τεθούν σε ισχύ ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού και ο Υπηρεσιακός Οργανισμός εξακολουθούν να εφαρμόζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο, που στην προκειμένη περίπτωση αντικαθιστά και όλα τα ανώτερα από αυτό ιεραρχικά όργανα και από τα μέχρι σήμερα λειτουργούντα αρμόδια όργανα, οι ισχύοντες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κανονισμοί και διατάξεις. 4.Το Διοικητικό Συμβούλιο καταρτίζει και θέτει σε εφαρμογή τους κανονισμούς για την εκτέλεση του σκοπού της Εταιρείας, ιδίως τη διεξαγωγή των εργασιών, τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων, τις διαδικασίες λογιστικής παρακολούθησης των συναλλαγών μέσα στα πλαίσια των αρχών που ορίζει η κείμενη νομοθεσία για τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου των πιστωτικών ιδρυμάτων. Άρθρο 5 Θέματα προσωπικού 1. 1)Το μόνιμο προσωπικό, που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, μεταφέρεται αυτοδικαίως στην Εταιρεία με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε αυτήν. Η σχέση εργασίας λήγει μόνο, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού, την ημέρα κατά την οποία ο υπάλληλος θεμελιώνει δικαίωμα άμεσης λήψης πλήρους σύνταξης. Το μεταφερόμενο προσωπικό υπογράφει ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, περιεχόμενο της οποίας αποτελούν τα διαμορφωμένα δικαιώματα του υπαλλήλου. Προσωπικό με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταφέρεται στην Εταιρεία και η σύμβασή του συνεχίζεται με τους όρους αυτής. 2)Το δόκιμο προσωπικό που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο μεταφέρεται αυτοδικαίως στην Εταιρεία. Μετά από κρίση για το ευδόκιμο της υπηρεσίας, που γίνεται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη συμπλήρωση διετούς συνολικής υπηρεσίας και εφόσον αυτή είναι θετική, το προσωπικό αυτό υπογράφει την ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του προηγούμενου εδαφίου α΄. Η κρίση διενεργείται από επιτροπή συγκροτούμενη από το Διοικητικό Συμβούλιο, η οποία αποτελείται από τρεις εκπροσώπους της Διοίκησης της Εταιρείας και δύο εκπροσώπους των εργαζομένων, τους οποίους υποδεικνύει η πλέον αντιπροσωπευτική πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων στην Εταιρεία εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη σχετική πρόσκληση του Διοικητικού Συμβουλίου, άλλως η επιτροπή συνεδριάζει και λαμβάνει αποφάσεις νόμιμα και χωρίς την παρουσία αυτών. 3)Για όλα τα δικαιώματα και τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από τις κείμενες διατάξεις, ο χρόνος εκάστου υπαλλήλου στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, καθώς και εκείνος που έχει αναγνωρισθεί ως χρόνος υπηρεσίας από αυτό, λογίζεται ότι έχει διανυθεί στην Εταιρεία. 2.Το μεταφερόμενο προσωπικό κατανέμεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου στις θέσεις, κατηγορίες, κλάδους και ειδικότητες που καθορίζονται στον Υπηρεσιακό Οργανισμό. Το προσωπικό αυτό εντάσσεται σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις του νέου οργανογράμματος και σε περίπτωση μη ένταξης σε τέτοιες, σε αντίστοιχες προσωποπαγείς με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Κατά την ένταξη θα συνεκτιμηθούν από το Διοικητικό Συμβούλιο, κυρίως, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα εκάστου υπαλλήλου, ο βαθμός του, ο χρόνος υπηρεσίας του στο βαθμό και ο χρόνος της συνολικής υπηρεσίας του. 3.Οι θέσεις που θα ορισθούν με τον Υπηρεσιακό Οργανισμό ως θέσεις ευθύνης, για τις οποίες ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού θα καθορίσει προσοντολόγιο, μπορούν να πληρωθούν από το προσωπικό, που θα εκδηλώσει ενδιαφέρον σε σχετική πρόσκληση του Διοικητικού Συμβουλίου, εφόσον αυτό έχει τα ως άνω απαιτούμενα ειδικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. 4.Η σύμβαση εργασίας του μεταφερόμενου στην Εταιρεία μόνιμου ή δόκιμου προσωπικού δεν λύεται παρά για τους ίδιους λόγους με τους δημοσίους υπαλλήλους, εξαιρουμένου εκείνου που αναφέρεται στην κατάργηση της θέσης. Είναι αυτοδικαίως άκυρη η καταγγελία της σύμβασης, εάν προηγουμένως δεν κριθεί από το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο ότι συντρέχουν οι λόγοι που δικαιολογούν την πρόωρη απόλυση του υπαλλήλου. Η σύμβαση εργασίας του υπηρετούντος κατά τη δημοσίευση του παρόντος προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου δεν καταγγέλλεται παρά μόνο για αιτία που αφορά το πρόσωπο του εργαζομένου. 5.Οι αποδοχές του μεταφερόμενου προσωπικού δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις συνολικές αποδοχές, που ελάμβανε πριν υπαχθεί στην Εταιρεία, από οποιαδήποτε αιτία και αν αυτές καταβάλλονταν. Στις αποδοχές αυτές δεν συμψηφίζονται τυχόν χορηγούμενες κατά τις κείμενες διατάξεις αυξήσεις. 6. 1)Το μόνιμο και με σύμβαση αορίστου χρόνου προσωπικό που μεταφέρεται, δυνάμει του παρόντος, στην Εταιρεία δύναται, εντός ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος, να ζητήσει τη μετάταξή του σε δημόσια υπηρεσία, Ν.Π.Δ.Δ , Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμίδας, ανεξάρτητες αρχές και περιφέρειες, σε κενές οργανικές ή συνιστώμενες θέσεις των ως άνω φορέων της έδρας που υπηρετεί ή σε άλλη. Η μετάταξη γίνεται σε θέση της ίδιας κατηγορίας, ανάλογα με τα τυπικά προσόντα του υπαλλήλου. Οι αιτήσεις μετάταξης υποβάλλονται στις υπηρεσίες της Εταιρείας και από αυτές υποβάλλεται κατάλογος στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από τον Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης πίνακας κενών θέσεων και αναγκών, στις οποίες οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι μπορούν να ζητήσουν τη μετάταξή τους. 2)Το δικαίωμα να ζητήσει μετάταξη με τους όρους του παρόντος άρθρου έχει και το μεταφερόμενο δόκιμο προσωπικό, υπό την προϋπόθεση ότι θα κριθεί για τη μονιμοποίησή του ως δημόσιος υπάλληλος από το υπηρεσιακό συμβούλιο της υπηρεσίας υποδοχής και εφόσον υποβάλλει σχετική αίτηση εντός έξι (6) μηνών από τη μονιμοποίηση. Η μονιμοποίηση του δόκιμου προσωπικού γίνεται κατά τα άλλα σύμφωνα με τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα. Ως κρίση για το ευδόκιμο λαμβάνεται αυτή του εδαφίου β΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. 7.Οι μετατάξεις γίνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Μεταφορών και Επικοινωνιών και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού. Με την ίδια απόφαση γίνεται και η σύσταση θέσεων, όταν δεν υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις. 8.Οι πράξεις μετάταξης δημοσιεύονται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με ευθύνη της υπηρεσίας υποδοχής, η οποία μεριμνά για την εγγραφή της σχετικής πίστωσης. Ο χρόνος που διανύθηκε στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ο χρόνος που αναγνωρίστηκε ως χρόνος υπηρεσίας, καθώς και ο χρόνος που θα διανυθεί μέχρι να ολοκληρωθεί η μετάταξη, θεωρείται ότι διανύθηκε στην υπηρεσία υποδοχής για όλες τις έννομες συνέπειες. 9.Με κοινή απόφαση, που εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Μεταφορών και Επικοινωνιών ρυθμίζεται η διαδικασία υποβολής αίτησης, η εν γένει διαδικασία και τα κριτήρια κατάταξης σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων υποψηφίων για την ίδια θέση και κάθε σχετικό θέμα για τις ανωτέρω μετατάξεις. 10.Μόνιμοι υπάλληλοι Ν.Π.Ι.Δ. εποπτευόμενων από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών ή άλλο Υπουργείο, που είναι αποσπασμένοι κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και η απόσπασή τους έχει διαρκέσει κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού τουλάχιστον δύο (2) έτη συνολικά, μπορούν να μεταφερθούν σε κενές ή συνιστώμενες θέσεις της Εταιρείας, κατόπιν απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής και εφόσον οι ενδιαφερόμενοι υποβάλουν αίτηση εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 11.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Μεταφορών και Επικοινωνιών, ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για εθελουσία έξοδο υπαλλήλων που έχουν συμπληρώσει κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου 30ετή συνολική συντάξιμη υπηρεσία στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. 12.Σε περίπτωση λύσης της Εταιρείας για οποιονδήποτε λόγο ή αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, το μεταφερόμενο προσωπικό, που υπηρετούσε κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και μεταφέρθηκε και εξακολουθεί να υπηρετεί σε αυτήν, μετατάσσεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 6, 7, 8 και 9 του παρόντος άρθρου. 13.Από την έναρξη ισχύος του παρόντος παύει η Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και η Υπηρεσία του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Άρθρο 6 Ασφαλιστικά θέματα 1.Το προσωπικό της Εταιρείας προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Το προσλαμβανόμενο στην Εταιρεία προσωπικό υπάγεται στην ασφάλιση του κλάδου συντάξεων και του κλάδου ασθένειας του Ι.Κ.Α. και διέπεται από τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. 2.Οι μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου μόνιμοι υπάλληλοι του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου υπάγονται στην υγειονομική περίθαλψη των εργαζομένων του Δημοσίου. Μπορούν όμως να επιλέξουν τον κλάδο ασθένειας του Ι.Κ.Α. για την ασφάλισή τους. Η επιλογή αυτή μπορεί να γίνει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος. 3.Το προσωπικό που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, εξακολουθεί να διέπεται, με την επιφύλαξη της προηγούμενης παραγράφου, από το συνταξιοδοτικό και ασφαλιστικό καθεστώς κύριας και επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας, στο οποίο υπάγεται και σήμερα. Άρθρο 7 Προσλήψεις 1.Το προσωπικό της Εταιρείας προσλαμβάνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ή των υπ αυτού εξουσιοδοτημένων οργάνων, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την πρόσληψη προσωπικού από τις τράπεζες. 2.Για την κάλυψη των αναγκών της Εταιρείας και μέχρι την έκδοση από την Τράπεζα της Ελλάδος της πράξης που προβλέπεται στην παρ. 5 του άρθρου ένατου του παρόντος συνιστώνται σαράντα (40) θέσεις εξειδικευμένου προσωπικού με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που καλύπτονται από πτυχιούχους Α.Ε.Ι. με γνώση μιας τουλάχιστον ξένης γλώσσας και με εργασιακή εμπειρία στον τραπεζικό τομέα ή μεταπτυχιακό τίτλο. Για την πλήρωση των παραπάνω θέσεων και μέχρι την έκδοση της ανωτέρω πράξης από την Τράπεζα της Ελλάδος η Εταιρεία εξομοιώνεται ως προς τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία έγκρισης με τις Τράπεζες των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και εξαιρείται από τις διατάξεις του ν. 2190/1994, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά, καθώς και από κάθε άλλη σχετική διάταξη. 3.Με απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας καθορίζει τις ειδικότητες του προσωπικού της προηγούμενης παραγράφου. Με τη σχετική προκήρυξη προσδιορίζει τα κριτήρια και τη διαδικασία επιλογής του προσωπικού. Η επιλογή γίνεται από επιτροπή, τη συγκρότηση και σύνθεση της οποίας ορίζει Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας και ύστερα από συνέντευξη των υποψηφίων που πληρούν τα τυπικά προσόντα, όπως αυτά καθορίζονται στην προκήρυξη. Άρθρο 8 Έργα - Προμήθειες - Υπηρεσίες 1.Οι όροι και οι διαδικασίες ανάθεσης μελετών, εκτέλεσης έργων και εργασιών, παροχής υπηρεσιών, προμηθειών κινητών πραγμάτων και εξοπλισμού και συναφών εργασιών, αγορών ακινήτων, ανταλλαγών και πωλήσεων κινητών και ακινήτων πραγμάτων και μισθώσεων, εκμισθώσεων και γενικά παραχωρήσεων χρήσης και κάθε άλλου ενοχικού ή εμπράγματου δικαιώματος σε περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας, ρυθμίζονται με κανονισμούς που καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας. 2.Η Εταιρεία εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας περί ανάθεσης εκτελέσεως έργων, προμηθειών, μελετών, παροχής υπηρεσιών, εκμισθώσεων και εκποιήσεων του δημόσιου τομέα, με την επιφύλαξη των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας. Άρθρο 9 Μεταβατικές διατάξεις 1.Από τη δημοσίευση της πράξεως, που αναφέρεται στην παρ. 5 του παρόντος άρθρου, η Εταιρεία αποτελεί πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ. 1 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α΄) και ασκεί όλες τις δραστηριότητες ενός πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, εκτός αν άλλως ορίζεται στον παρόντα νόμο. 2.Μέχρι τη δημοσίευση της πράξεως της παραγράφου 5, η Εταιρεία ασκεί τις εργασίες της επόμενης παραγράφου. 3. 1)αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων, 2)χορήγηση πιστώσεων ως εξής: 1) πάσης φύσεως δανείων και πιστώσεων σε φυσικά πρόσωπα (όπως ενδεικτικά στεγαστικά, καταναλωτικά, προσωπικά, καταναλωτικά για αγορά ειδών διαρκείας), 2) χρηματοδοτήσεις αγοράς επαγγελματικής στέγης, 3) χορήγηση δανείων και πιστώσεων σε δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς, 4) συμμετοχή σε κοινοπρακτικά δάνεια (ομολογιακά σε ευρώ και σε συνάλλαγμα), 5) χορήγηση πάσης φύσεως λοιπών δανείων και πιστώσεων μέχρι ποσοστού 20% επί των ιδίων κεφαλαίων, βστ) πράξεις πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, 3)έκδοση και διαχείριση μέσων πληρωμής (πιστωτικών και χρεωστικών καρτών, ταξιδιωτικών και τραπεζικών επιταγών ), 4)εγγυήσεις και αναλήψεις υποχρεώσεων, 5)συναλλαγές για λογαριασμό της Εταιρείας Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο ή της πελατείας της σε: Ι. μέσα χρηματαγοράς (όπως ενδεικτικά αξιόγραφα, πιστοποιητικά καταθέσεων), ΙΙ. συνάλλαγμα, ΙΙΙ. προθεσμιακά συμβόλαια χρηματοπιστωτικών τίτλων ή χρηματοοικονομικά δικαιώματα, ΙV. συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων και νομισμάτων, V. κινητές αξίες, 6)συμμετοχές σε εκδόσεις τίτλων και παροχή συναφών υπηρεσιών περιλαμβανομένων ειδικότερα και των υπηρεσιών αναδόχου εκδόσεως τίτλων, 7)μεσολάβηση στις διατραπεζικές αγορές, 8)διαχείριση χαρτοφυλακίου ή παροχή συμβουλών για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου, 9)παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις για αναδιαρθρώσεις ή εξυγίανση, 10)φύλαξη και διαχείριση κινητών αξιών, 11)εμπορικές πληροφορίες, περιλαμβανομένων και των υπηρεσιών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας πελατών, 12)ενεχυροδανειστικές εργασίες, 13)εκμίσθωση θυρίδων, 14)πράξεις διενέργειας πληρωμών και μεταφοράς κεφαλαίων. 4.Εντός δεκαοκτώ μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να υποβάλει στην Τράπεζα της Ελλάδος τα ακόλουθα στοιχεία: α) δήλωση για το ύψος των ίδιων κεφαλαίων της Εταιρείας, β) γνωστοποίηση δύο τουλάχιστον προσώπων με εμπειρία σε τραπεζικά θέματα, που θα έχουν την ευθύνη για τη διοίκηση και τη λειτουργία της, γ) πρόγραμμα επιχειρηματικής δράσης για τις εργασίες που σχεδιάζει να αναπτύξει στο διάστημα των επόμενων δύο χρόνων, δ) στοιχεία για την οργανωτική και διοικητική διάρθρωση της Εταιρείας, το τηρούμενο λογιστικό σύστημα, καθώς και τον αριθμό και τα προσόντα του υπηρετούντος προσωπικού. 5.Εντός τριών μηνών από της υποβολής των ανωτέρω στοιχείων η Τράπεζα της Ελλάδας εκδίδει, μετά από έλεγχο τήρησης των όρων του παρόντος, πράξη, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του ν. 2076/ 1992, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 38 του ν. 2937/2001 (ΦΕΚ 169 Α΄). Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και επέχει θέση άδειας λειτουργίας. Μέχρι τη δημοσίευση της παραπάνω πράξης διατηρείται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τις πάσης φύσεως καταθέσεις στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. 6.Οι διατάξεις του άρθρου 62 παρ. 1 έως και 5 του ν. 2214/1994 ( ΦΕΚ 75 Α΄), όπως ίσχυσαν για το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ν. 2322/ 1995 (ΦΕΚ 143 Α΄) εφαρμόζονται και στην Εταιρεία. 7.Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου ισχύει επί δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 8.Ισολογισμό έναρξης της συνιστώμενης Εταιρείας αποτελεί ο εγκεκριμένος από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών και ελεγμένος από Ορκωτό Λογιστή - Ελεγκτή ισολογισμός του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου της 31.12.2001. Όλες οι πράξεις του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου από την 1.1.2002 μέχρι τη σύσταση της Εταιρείας θεωρούνται ως διενεργηθείσες για λογαριασμό αυτής και τα ποσά αυτών μεταφέρονται με συγκεντρωτική εγγραφή στα βιβλία της. Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας, που ανέρχεται σε εννιακόσια (900) εκατομμύρια ευρώ αποτελεί μερική κεφαλαιοποίηση των ιδίων κεφαλαίων του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, όπως αυτά προκύπτουν από τον ισολογισμό του της 31.12.2001, ο οποίος έχει ελεγχθεί από Ορκωτό Ελε-γκτή - Λογιστή και εγκριθεί από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών. Το μη κεφαλαιοποιούμενο μέρος των ιδίων κεφαλαίων του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και η υπεραξία από την αποτίμηση της αξίας των ακινήτων κατά την παρ. 3 του άρθρου τρίτου του παρόντος νόμου άγονται σε ειδικό αποθεματικό, το οποίο δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε φορολογία. Το θετικό αποτέλεσμα της λειτουργίας του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου κατά τη χρήση του 2001, όπως αυτό προκύπτει από τον ελεγμένο από τον Ορκωτό Λογιστή - Ελεγκτή και εγκεκριμένο από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών ισολογισμό της 31.12.2001, καταβάλλεται εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο. Οι εκτιμήσεις από την αποτίμηση των ακινήτων, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του τρίτου άρθρου του παρόντος νόμου, ενσωματώνονται στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας της πρώτης μετά τη σύσταση χρήσης. 9.Κατ εξαίρεση στα αποτελέσματα της πρώτης χρήσεως προσμετρώνται και τα αποτελέσματα της λειτουργίας του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου από την 1.1.2002 μέχρι τη σύσταση της Εταιρείας. 10.Σε περίπτωση εισαγωγής της Εταιρείας στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις περί Διεθνών Λογιστικών Προτύπων του ν. 2992/2002 (ΦΕΚ 54 Α΄). 11.Απαιτήσεις του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου από εγγυήσεις που κατέπεσαν μέχρι 31.12.2001 διαγράφονται. 12.Μέχρι τη δημοσίευση της πράξεως που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, μπορεί να ορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων της Εταιρείας ή ορισμένων από αυτά κατά τις απογευματινές ώρες. Άρθρο 10 Τελικές διατάξεις 1.Επί των πάσης φύσεως χορηγήσεων, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 22 του ν. 2515/1997, το ποσοστό της εισφοράς της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975 της Εταιρείας δεν δύναται να υπερβαίνει το σήμερα ισχύον για το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου αυτού, τυχόν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για άλλα πιστωτικά ιδρύματα εφαρμόζονται αυτοδικαίως και για την Εταιρεία. 2.Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καταργείται η επιβολή τέλους χαρτοσήμου στις πάσης φύσεως συμβάσεις χορηγήσεων της Εταιρείας. 3.Οι μετοχές της Εταιρείας μπορούν να εισαχθούν προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή και σε οποιοδήποτε διεθνώς αναγνωρισμένο Χρηματιστήριο Αξιών με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων. Για τον υπολογισμό των κερδοφόρων χρήσεων συνυπολογίζονται οι τρεις (3) προηγούμενες χρήσεις του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου ως δημόσιας υπηρεσίας. 4.Η Εταιρεία δύναται να εκτελεί τις εργασίες της και μέσα από το δίκτυο του ΕΛ.ΤΑ., είτε με δικό της προσωπικό είτε και με προσωπικό του ΕΛ.ΤΑ. και των πρακτορείων του. Στις περιπτώσεις αυτές για τις υποχρεώσεις απορρήτου και εχεμύθειας ευθύνονται εις ολόκληρον και ο ΕΛ.ΤΑ. και το προσωπικό του. Η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ. 1059/1971, όπως ισχύει, έχει εφαρμογή και στη διοίκηση του ΕΛ.ΤΑ. και στους προστηθέντες από αυτόν υπαλλήλους. 5.Από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η Εταιρεία υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄). 6.Τα ποσά που καταβλήθηκαν από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο σε βάρος του προϋπολογισμού του και αφορούν το Επίδομα Πληροφορικής (Επίδομα Προσέλκυσης και Παραμονής), τις πάσης φύσεως αμοιβές, αποζημιώσεις και επιδόματα στο προσωπικό του θεωρούνται ως νομίμως καταβληθέντα, εφόσον οι σχετικές καταβολές αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.1.1994 έως την ισχύ του παρόντος νόμου. 7.Καταλογισμοί που συντελέστηκαν για τις ανωτέρω δαπάνες δεν εκτελούνται και τα τυχόν βεβαιωθέντα ποσά για την αιτία αυτή, σε βάρος μελών των συλλογικών οργάνων και των υπαλλήλων του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, διαγράφονται. 8.Με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, η οποία εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του νόμου αυτού, ορίζεται το Διοικητικό Συμβούλιο, που θα διοικήσει την Εταιρεία μέχρι την πρώτη Τακτική Γενική Συνέλευση της Εταιρείας. Με την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών λήγει η θητεία του υπάρχοντος Διοικητικού Συμβουλίου του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, που μέχρι τότε ασκεί τα καθήκοντά του. 9.Η Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού διατηρούν τις ιδιότητες αυτές στην Εταιρεία μέχρι την πρώτη Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων αυτής. 10.Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων στο Διοικητικό Συμβούλιο και οι αναπληρωτές τους κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού διατηρούν τις ιδιότητες αυτές μέχρι την πρώτη Τακτική Συνέλευση των μετόχων της Εταιρείας. 11.Οι Ελεγκτές της πρώτης εταιρικής χρήσης, καθώς και η αμοιβή τους, θα καθοριστούν με απόφαση του Δ.Σ. της εταιρείας. 12.Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας διατίθεται ποσό δεκαεπτά εκατομμυρίων ευρώ από τα κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού υπάρχοντα αποθεματικά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, σε λογαριασμό, που υπάρχει ή πρόκειται να συσταθεί με όμοια απόφαση. Το προϊόν της εκμετάλλευσης του ως άνω λογαριασμού διατίθεται για την κάλυψη στεγαστικών παροχών στους απασχολούμενους στην Εταιρεία. Κάθε σχετικό με το λογαριασμό αυτόν θέμα καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. 13.1)Εντός δεκαοκτώ μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μετοχές της α.ε. με την επωνυμία Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία διατίθενται σε ασφαλιστικούς οργανισμούς και ασφαλιστικά ταμεία, σύμφωνα με τη διαδικασία και κατ ανάλογο εφαρμογή του ν. 3049/2002 (ΦΕΚ 212 Α΄) και των άλλων κειμένων διατάξεων. 2)Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και για τη μεταβίβαση μετοχών της α.ε. με την επωνυμία Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία προς την α.ε. με την επωνυμία Ελληνικά Ταχυδρομεία Α.Ε., καθώς και μετοχών της δεύτερης προς την πρώτη, μέχρι ποσοστού 10% των μετοχικών τους κεφαλαίων. 14.Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου διατίθεται για κοινωφελείς, εκπαιδευτικούς και αναπτυξιακούς σκοπούς έως και το 3% επί των ετήσιων καθαρών κερδών της Εταιρείας μετά από φόρους.ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο ενδέκατο Ρύθμιση θεμάτων επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών 1. α. Εντός των συρμών, των σταθμών και γενικότερα των εγκαταστάσεων του ΜΕΤΡΟ απαγορεύονται η εναπόθεση ή μεταφορά εύφλεκτων ή επικίνδυνων υλών, υλικών και αντικειμένων, η μεταφορά ζώων εκτός των περιπτώσεων ζώων συνοδείας αναπήρων ή μικρών κατοικίδιων ζώων, που μεταφέρονται εντός κατάλληλων για το σκοπό αυτόν μέσων, η κατανάλωση πάσης φύσεως ποτών και φαγητών, η άσκηση οποιασδήποτε εμπορικής δραστηριότητας από μικροπωλητές, εφημεριδοπώλες ή λαχειοπώλες. Εξαιρούνται της παρούσας ρύθμισης οι δραστηριότητες εκμετάλλευσης από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ Α.Ε.. β. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης καθορίζονται οι διοικητικές κυρώσεις, τα όργανα και η διαδικασία επιβολής τους και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την παράβαση των απαγορεύσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση επιβολής προστίμου, αυτό κυμαίνεται από τριάντα (30) ευρώ έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης. γ. Επιτρέπεται η απομάκρυνση πέραν των εξόδων των σταθμών των παραβατών της πρώτης παραγράφου από την Ελληνική Αστυνομία, τους ειδικούς φρουρούς της Ελληνικής Αστυνομίας της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2838/2000 και από τα εξουσιοδοτημένα από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ Α.Ε. όργανα. δ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί να επεκταθεί η εφαρμογή των προηγούμενων εδαφίων και στους χώρους, εγκαταστάσεις, συρμούς ή οχήματα άλλων μέσων μαζικής μεταφοράς. 2. α. Το εδάφιο δεύτερο της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν. 803/1978 (ΦΕΚ 123 Α΄), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2465/1997, αντικαθίσταται ως ακολούθως: Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Μεταφορών και Επικοινωνιών, καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας των σταθμών αυτών (όπως θέση, χρήσεις γης, χώρος, εσωτερική διάταξη, χώροι υγιεινής), η διαδικασία και οι προϋποθέσεις χορήγησης της πιο πάνω άδειας, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις συνέχισης της λειτουργίας των σταθμών αυτών που λειτουργούσαν για μία τετραετία. β. Με αποφάσεις του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας υπερτοπικών σταθμών ή σταθμών εθνικής εμβέλειας υπεραστικών λεωφορείων, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας μεγάλων εμπορευματικών κέντρων. 3. Καταργείται το εδάφιο ζ΄ του άρθρου 50 του ν. 2963/2001 (ΦΕΚ 268 Α΄) και επαναφέρεται σε ισχύ το άρθρο 18 του ν. 1903/1990 (ΦΕΚ 142 Α΄), όπως έχει τροποποιηθεί με την παρ. 8 του άρθρου 44 του ν. 2963/ 2001 (ΦΕΚ 268 Α΄). 4. Το εδάφιο γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 2963/ 2001 (ΦΕΚ 268 Α΄) τίθεται σε ισχύ την 31.3.2003. 5. Στο άρθρο 41 του ν. 2963/2001 προστίθεται η φράση: Οι διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται για παραβάσεις του Κεφαλαίου Β΄ του νόμου αυτού και των διαταγμάτων και αποφάσεων, που εκδίδονται κατ εξουσιοδότηση αυτού. 6. Μετά την παρ. 10 του άρθρου 4 του 2669/1998 (ΦΕΚ 283 Α΄) προστίθεται παράγραφος 11 ως ακολούθως: 11. Στα Διοικητικά Συμβούλια του Ο.Α.Σ.Α. και των Ε.Φ.Σ.Ε. μπορεί με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου να ορίζεται Αντιπρόεδρος, οι αποδοχές του οποίου καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου. 7. Η παράγραφος 6 της περίπτωσης Ι΄ του άρθρου 1 του ν. 2647/1998 αντικαθίσταται ως ακολούθως: 6) Ο προγραμματισμός και η διενέργεια εξετάσεων, η συγκρότηση εξεταστικών επιτροπών και η χορήγηση πιστοποιητικών επαγγελματικής ικανότητας οδικού μεταφορέα επιβατών ή εμπορευμάτων στους απόφοιτους των σχολών Επαγγελματικής Κατάρτισης Μεταφορέων (άρθρα 3 και 5 του π.δ. 586/1988 (ΦΕΚ 282 Α΄), άρθρο 7 του π.δ. 57/1989 (ΦΕΚ 28 Α΄), άρθρο 3 του π.δ. 294/1991 (ΦΕΚ 103 Α΄), άρθρο 2 του π.δ. 211/1991 (ΦΕΚ 79 Α΄). Κάθε αίτηση υποψηφίου για συμμετοχή εξέτασης ή επανεξέτασης λόγω απόρριψης για απόκτηση Πιστοποιητικού Επαγγελματικής Ικανότητας Οδικού Μεταφορέα επιβατών ή εμπορευμάτων εθνικών ή διεθνών μεταφορών κατά τις ως άνω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά, θα πρέπει να συνοδεύεται οπωσδήποτε, άλλως θεωρείται απαράδεκτη, με παράβολο τριάντα (30) ευρώ, ανεξάρτητα αν τελικά θα προσέλθει ή όχι στις εξετάσεις, υπέρ Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης. Το ποσό αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία πρέπει να δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το Περιφερειακό Ταμείο θα βαρύνουν οι δαπάνες διεξαγωγής των εξετάσεων των υποψηφίων για την απόκτηση Πιστοποιητικού Επαγγελματικής Ικανότητας Οδικού Μεταφορέα επιβατών και εμπορευμάτων των εθνικών και διεθνών μεταφορών. 8. α. Οι τακτικές ετήσιες κρίσεις του προσωπικού του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε. για προαγωγές του έτους 2002 και οι εκκρεμείς παρελθόντων ετών διενεργούνται, κατ εξαίρεση, με βάση τις ειδικές διατάξεις που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ της διοίκησης του Ο.Σ.Ε. και της πιο αντιπροσωπευτικής δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων στον Ο.Σ.Ε. με τη διαδικασία υπογραφής Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που έχει ήδη συναφθεί και κατατεθεί στην αρμόδια υπηρεσία. β. Η παράγραφος 2 του άρθρου 17 του ν. 2671/1998 (ΦΕΚ 289 Α΄) καταργείται. 9. α. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 16 του ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α΄), όπως αυτό προστέθηκε με την παρ. 17 του άρθρου 10 του ν. 2898/2001 (ΦΕΚ 71 Α΄), προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής: Στους Επιθεωρητές - Ελεγκτές του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. που διενεργούν επιθεωρήσεις και ελέγχους της εκπαίδευσης και εξέτασης των υποψήφιων οδηγών καταβάλλεται η ειδική κατ αποκοπή αμοιβή των εξεταστών πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας επιτροπής. β. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 19 του ν. 2671/1998 αντικαθίσταται ως εξής: Η καταβολή των εντός και εκτός έδρας δαπανών μετακίνησης, της ημερήσιας αποζημίωσης και της διανυκτέρευσης του Γενικού Επιθεωρητή, των Επιθεωρητών - Ελεγκτών και των μελών της Γραμματειακής και Διοικητικής Υποστήριξης του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε. γίνεται είτε με χρηματικά εντάλματα προπληρωμής είτε μέσω πάγιας προκαταβολής που τηρείται στο Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε.. Τα εν λόγω εντάλματα προπληρωμής ή η πάγια προκαταβολή προέρχονται από τον ειδικό λογαριασμό του ν.δ. 638/1970, που τηρεί το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. 10. Το άρθρο 27 του ν. 2072/1992 (ΦΕΚ 125 Α΄) ρύθμιση επαγγέλματος ειδικού τεχνικού προσθετικών και ορθωτικών κατασκευών και λοιπών ειδών αποκατάστασης και άλλες διατάξεις αντικαθίσταται ως εξής: Στο άρθρο 9 του ν. 1965/1991 προστίθεται παράγραφος 9, η οποία έχει ως εξής: 9. Επιτρέπεται η υπό εισαγωγέων, παραγωγών ή αντιπροσώπων εισαγωγή, εναποθήκευση, εμπορία και διανομή φαρμακευτικών και διαγνωστικών προϊόντων, παραγόμενων ή εισαγόμενων δι ίδιον λογαριασμό ή δια λογαριασμό τρίτων, με ΦΙΧ αυτοκίνητα αυτών, εφόσον τηρούνται οι, υπό του νόμου, προβλεπόμενες προϋποθέσεις. 11. Στην παρ. 4 του άρθρου 52 του ν. 2696/1999 (ΦΕΚ 57 Α΄) προστίθενται μετά το τρίτο εδάφιο τα εξής εδάφια: Για την περιοχή αρμοδιότητας του Ο.Α.Σ.Α. και σε όλες τις περιπτώσεις καθορισμού οδών ή λωρίδων της παραγράφου αυτής, η επιλογή του είδους και του υλικού διαχωρισμού, η συνοδευτική οριζόντια και κατακόρυφη σήμανση εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των υπηρεσιών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών. Η υλοποίηση της σήμανσης, η τοποθέτηση και συντήρηση των διαχωριστικών μέσων ανήκουν στην αρμοδιότητα των εποπτευόμενων από αυτό Οργανισμών που βαρύνονται και με τις σχετικές δαπάνες. Οι προδιαγραφές και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του υλικού και των στοιχείων διαχωρισμού καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών. Άρθρο δωδέκατο Θέματα Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) 1. Στο άρθρο 4 του ν. 2867/2000 προστίθεται παράγραφος 10 ως εξής: 10. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του προσωπικού της Ε.Ε.Τ.Τ. συγκροτείται με απόφαση του Προέδρου της, από τρία (3) μέλη της Επιτροπής και δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων. Έως ότου εκλεγούν αιρετοί εκπρόσωποι του προσωπικού, και πάντως όχι πέραν των πέντε (5) μηνών από τη συγκρότησή του, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο συγκροτείται από τα υπόλοιπα τρία (3) μέλη. Πρόεδρος του Υπηρεσιακού Συμβουλίου ορίζεται, με απόφαση του Προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ., το ένα από τα τρία (3) μέλη αυτής που μετέχουν στο Συμβούλιο. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλογικά οι ισχύουσες για τα Υπηρεσιακά Συμβούλια διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Τ.Τ. συγκροτείται με απόφαση του Προέδρου της από τρία (3) μέλη της Επιτροπής και δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων. Οι ανωτέρω ορίζονται με τους αναπληρωτές τους. 2. Στο άρθρο 12 του ν. 2867/2000 προστίθενται παράγραφοι 4 και 5 ως εξής: 4. Η Ε.Ε.Τ.Τ. μπορεί να λάβει τα αναγκαία μέτρα αυτεπάγγελτα ή κατόπιν καταγγελίας, όταν πιθανολογείται παράβαση διατάξεως του παρόντος νόμου ή της σχετικής δευτερογενούς νομοθεσίας και συντρέχει επείγουσα περίπτωση αποτροπής άμεσα επικείμενου κινδύνου ή ανεπανόρθωτης βλάβης στον αιτούντα, ή στο δημόσιο συμφέρον, ιδίως δε όταν πιθανολογείται βλάβη στη δημόσια υγεία ή στο περιβάλλον. Η Ε.Ε.Τ.Τ. υποχρεούται να αποφανθεί το αργότερο μέσα σε προθεσμία είκοσι πέντε (25) ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης της σχετικής αίτησης, αφού πρώτα ακουστούν τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η απόφαση της Ε.Ε.Τ.Τ. περί των αναγκαίων μέτρων είναι άμεσα εκτελεστή και μπορεί να επιβάλλει κύρωση ποσού μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης. Η διαδικασία των μέτρων αυτών καθορίζεται με απόφαση την οποία εκδίδει η Ε.Ε.Τ.Τ., εντός τριάντα (30) ημερών από τη θέση σε ισχύ της παρούσας διάταξης και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 5. Οι αποφάσεις της Ε.Ε.Τ.Τ., που εκδίδονται με βάση την προηγούμενη παράγραφο, υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίησή τους. Δικαίωμα προσφυγής έχει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον και το Δημόσιο δια του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών. Άρθρο δέκατο τρίτο Ρύθμιση θεμάτων Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας 1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 9 του ν. 1815/1988 Κύρωση του Κώδικα Αεροπορικού Δικαίου (ΦΕΚ 250 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής : 1. Τα αεροδρόμια διακρίνονται ιδίως σε αερολιμένες, ελικοδρόμια και πεδία προσγείωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα με διάταγμα. 2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του ν.1815/1988 (ΦΕΚ 250 Α΄), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 4 του ν. 2366/1995 (ΦΕΚ 256 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής : 1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, ορίζονται : α. Τα σχετικά με ίδρυση, κατασκευή, εξοπλισμό, οργάνωση και τους όρους λειτουργίας και εκμετάλλευσης των αεροδρομίων, ελικοδρομίων και πεδίων προσγείωσης από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή από φυσικά πρόσωπα, καθώς και τα προσόντα των προσώπων αυτών. β. Τα σχετικά με τη σύναψη και τους όρους συμβάσεων παραχώρησης δικαιώματος για την κατασκευή αεροδρομίων, ελικοδρομίων και πεδίων προσγείωσης, με αντάλλαγμα την εκμετάλλευσή τους για ορισμένο χρονικό διάστημα από νομικό ή φυσικό πρόσωπο, καθώς και τα προσόντα των προσώπων αυτών. γ. Κάθε άλλο συναφές ζήτημα. 3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 24 του ν.δ. 714/1970 (ΦΕΚ 238 Α΄), όπως αυτό συμπληρώθηκε με την παράγραφο 15 εδ. β΄ του άρθρου 10 του ν. 2801/2000 (ΦΕΚ 46 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής : 1. Με απόφαση του Διοικητή της Υ.Π.Α., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εγκρίνονται Κανονισμοί που είναι αναγκαίοι για τη λειτουργία της Υ.Π.Α. και την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, όπως αυτές προσδιορίζονται στην κείμενη νομοθεσία, καθώς και Κανονισμοί που εξειδικεύουν, κατά περίπτωση, απαιτήσεις, στο πλαίσιο των κανόνων του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας (ΙCΑΟ) και λοιπών διεθνών οργανισμών στους οποίους μετέχει η Ελλάδα. 4. Τα εδάφια α΄, β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του ν. 2912/2001 (ΦΕΚ 94 Α΄) αντικαθίστανται ως ακολούθως: α. Έναν συνταξιούχο ανώτατο δικαστικό λειτουργό ή έναν καθηγητή Νομικής Σχολής ή ένα ανώτατο μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους εν ενεργεία ή συντάξει, ως Πρόεδρο. β. Το Νομικό Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που υπηρετεί στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, ως Αντιπρόεδρο. γ. Τρία μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) Α.Ε.Ι. με ειδίκευση στο Δίκαιο των Μεταφορών και στο Κοινοτικό Δίκαιο. δ. Δύο (2) ανώτατους ή ανώτερους υπαλλήλους της Υ.Π.Α., εν ενεργεία ή εν συντάξει. 5. Η ισχύς της αριθ. πρωτ. ΟΙΚ 40172/4085/28.6.2002 απόφασης του Πρωθυπουργού και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών Παράταση Υποχρέωσης Ελληνικού Δημοσίου έναντι των Ελληνικών Αερομεταφορέων (ΦΕΚ 868 Β΄) και η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 αυτής υποχρέωση του Δημοσίου προς τους Ελληνικούς Αερομεταφορείς, παρατείνεται μέχρι 31.10.2002. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών προβλέπεται η οικονομική επιβάρυνση των αερομεταφορέων για το χρονικό διάστημα της παράτασης, δηλαδή από 26.9.2002 έως 31.10.2002, που το Δημόσιο αναλαμβάνει την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 του άρθρου 48 του ν. 2956/2001 (ΦΕΚ 258 Α΄) υποχρέωση, το ύψος αυτής και ο τρόπος και η διαδικασία καταβολής. Άρθρο δέκατο τέταρτο Ίδρυση Διεθνούς Ικαρίου Αεραθλητικής Ακαδημίας 1. Ιδρύεται Ν.Π.Ι.Δ., μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με την επωνυμία Διεθνής Ικάριος Αεραθλητική Ακαδημία, με έδρα τον Άγιο Κήρυκο Ικαρίας, που εποπτεύεται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών. 2. Η Διεθνής Ικάριος Αεραθλητική Ακαδημία, εφεξής αποκαλούμενη Ακαδημία, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου. 3. Σκοπός της Ακαδημίας είναι η προαγωγή, διάδοση και προβολή του αεραθλητισμού και των εφαρμογών του. Προς την κατεύθυνση αυτή η Ακαδημία αναλαμβάνει συγκεκριμένες αθλητικές και πολιτιστικές πρωτοβουλίες και αναπτύσσει επί μέρους σχετικές δραστηριότητες. Ειδικότερα: α. Διαχειρίζεται το Βωμό για την Αφή της Ικαρίου Φλόγας των Παγκόσμιων Αεραθλητικών Αγώνων. β. Διοργανώνει αθλητικές εκδηλώσεις, συνέδρια, συμπόσια και ειδικά εκπαιδευτικά, ερευνητικά και επιστημονικά προγράμματα στα οποία μετέχουν ή φιλοξενούνται οι αθλητές και γενικότερα οι ενδιαφερόμενοι για τον αεραθλητισμό. 4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών, Επικοινωνιών και Πολιτισμού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διορίζεται Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή της Ακαδημίας, η οποία αποτελείται από τον Πρόεδρο και έξι μέλη. Από αυτά, τα δύο (2) μέλη προέρχονται από την ελληνική Αεραθλητική Ομοσπονδία. Η θητεία της Επιτροπής είναι τριετής, η οποία δύναται να παραταθεί για ένα ακόμη έτος με όμοια απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Πολιτισμού ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Προέδρου αυτής. Σε περίπτωση πρόωρης λήξης της θητείας του Προέδρου ή άλλου μέλους για οποιονδήποτε λόγο, ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών αντικαταστάτης, για το υπόλοιπο της θητείας, του προκατόχου του. Τα μέλη της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής πρέπει να διαθέτουν το απαιτούμενο κύρος και ιδιαίτερη εμπειρία σε θέματα αεραθλητισμού και αερομεταφορών. Για τη λειτουργία της προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής εφαρμόζεται η παράγραφος 8 του παρόντος άρθρου. 5. Έργο της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής είναι η σύνταξη του Καταστατικού λειτουργίας της Ακαδημίας, του Κανονισμού Προμηθειών, του οργανωτικού σχήματος της Ακαδημίας, η εξεύρεση χώρων για τις ανάγκες της Ακαδημίας, η σύνταξη μελετών, η διενέργεια διαγωνισμών, όπου απαιτείται, και η παρακολούθηση της εκτέλεσης των σχετικών με τους σκοπούς της έργων, όπως συνεδριακό κέντρο, μουσείο πτητικών μηχανών και ομοιωμάτων, ξενοδοχειακή υποστήριξη, πίστες αθλημάτων, καθώς και η εν γένει προετοιμασία λειτουργίας της Ακαδημίας. 6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών, Ανάπτυξης και Πολιτισμού, εγκρίνεται το Καταστατικό λειτουργίας της Ακαδημίας, ο Κανονισμός Προμηθειών και το οργανωτικό σχήμα αυτής. 7. Μετά τη λήξη της θητείας της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής της Ακαδημίας και της τυχόν παράτασης αυτής, διορίζεται εννεαμελές Διοικητικό Συμβούλιο της Ακαδημίας, με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Πολιτισμού, που αποτελείται από τον Πρόεδρο και οκτώ (8) μέλη. Στο Διοικητικό Συμβούλιο μετέχουν αυτοδικαίως ο Δήμαρχος του Αγίου Κηρύκου ή άλλο μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου που προτείνεται από τον Δήμαρχο, ένας εκπρόσωπος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σάμου, που προτείνεται από τον οικείο Νομάρχη, ο Πρόεδρος ή ένας από τους αντιπροέδρους της Ελληνικής Αεραθλητικής Ομοσπονδίας, που προτείνεται από την ίδια, ένας εκπρόσωπος της Αερολέσχης Ικαρίας, που προτείνεται από την ίδια και ο Αερολιμενάρχης του Αερολιμένα Ικαρίας ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. Τα υπόλοιπα μέλη, συμπεριλαμβανομένου και του Προέδρου, ορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Πολιτισμού, και διαθέτουν το απαιτούμενο κύρος και ιδιαίτερη εμπειρία που προβλέπεται για τα μέλη της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής. Χρέη Γραμματέα ασκεί υπάλληλος της Ακαδημίας που ορίζεται με απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. Η θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου είναι τριετής και μπορεί να ανανεώνεται. Σε περίπτωση λήξης της θητείας του Προέδρου ή άλλου μέλους, για οποιονδήποτε λόγο, ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Πολιτισμού αντικαταστάτης για το υπόλοιπο της θητείας του προκατόχου του. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να λειτουργήσει, όχι όμως πέρα από το τρίμηνο, αν κάποια από τα μέλη εκλείψουν ή αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο, εφόσον κατά τις συνεδριάσεις του μετέχουν περισσότερα από τα μισά των διορισμένων μελών. 8. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά με το παρόν άρθρο, για τη λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του ν. 2690/1999 ( ΦΕΚ 45 Α΄ ). 9. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Πολιτισμού, καθορίζεται η αποζημίωση του Προέδρου της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής των μελών και του Γραμματέα αυτής. Επίσης με όμοια απόφαση καθορίζεται η αποζημίωση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου των μελών και του Γραμματέα αυτού. 10. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών, Πολιτισμού, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, καθορίζεται ο αριθμός των θέσεων προσωπικού, η κατανομή σε κλάδους και ειδικότητες, τα απαιτούμενα προσόντα πρόσληψης, η διαδικασία πρόσληψης και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. 11. Μέχρι την πρόσληψη από την Ακαδημία ιδίου προσωπικού, επιτρέπεται η απόσπαση σ αυτή υπαλλήλων από φορείς του δημόσιου τομέα. Η απόσπαση διενεργείται με κοινή απόφαση των αρμόδιων Υπουργών ύστερα από γνωμοδότηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου στο οποίο υπάγεται ο υπάλληλος. Απόσπαση μπορεί να διενεργηθεί και για τις ανάγκες της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής. Οι αποσπάσεις που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο δεν μπορούν να έχουν διάρκεια μεγαλύτερη των τριών ετών με δυνατότητα παράτασης για μία ακόμη διετία. 12. Ο καθορισμός και η απαλλοτρίωση των αναγκαίων χώρων για τη λειτουργία της Ακαδημίας γίνεται χάριν δημοσίου συμφέροντος και διενεργείται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. 13. Οι πόροι της Ακαδημίας και ο τρόπος διάθεσής τους γίνεται ως ακολούθως: α. επιδότηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Πολιτισμού, β. έσοδα από δωρεές και κληροδοσίες οι οποίες γίνονται αποδεκτές με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, γ. έσοδα από χορηγίες πάσης φύσεως, δ. έσοδα από διοργάνωση αεραθλητικών εκδηλώσεων. Τα έσοδα διατίθενται για την εκπλήρωση των σκοπών της Ακαδημίας. 14. Οι πάσης φύσεως δαπάνες της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής και της Ακαδημίας υπόκεινται σε ετήσιο έλεγχο και από ορκωτό λογιστή. Άρθρο δέκατο πέμπτο Καταργούμενες διατάξεις 1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται: α) Τα άρθρα 1 έως και 21 του ν. ΓΥΜΣΤ΄ υπ αριθμ. 3446/1909 ( ΦΕΚ 287 Α΄) Περί Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. β) Τα άρθρα 1 έως και 14 του α.ν. 391/1936 (ΦΕΚ 560 Α΄) περί οργανώσεως του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και συμπληρώσεως του α.ν. 291/1936. γ) Τα άρθρα 1 έως και 4 του α.ν. 638/1937 (ΦΕΚ 147 Α΄) περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του υπ αριθμ. 391 (1936) Αναγκαστικού Νόμου περί οργανώσεως της Διευθύνσεως του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου κ.λπ. δ) Τα άρθρα 1 έως και 17 του α.ν. 1118/1938 (ΦΕΚ 33 Α΄) περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των κειμένων διατάξεων περί Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, πλην της περιπτώσεως Γ΄ Εκτιμηταί του άρθρου 9 και του άρθρου 10. ε) Το άρθρο 7 του β.δ. 4/20.4.1939 περί κωδικοποιήσεως των περί Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και Ενεχυροδανειστηρίου ισχυουσών διατάξεων (ΦΕΚ 157 Α΄). στ) Τα άρθρα 1 έως και 22 του α.ν. 2168/1940 περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως ενίων διατάξεων περί Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου (ΦΕΚ 18 Α΄). ζ) Τα άρθρα 16 έως και 23 του α.ν. 2498/1940 περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και καταργήσεως ενίων διατάξεων περί Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου (ΦΕΚ 253 Α΄). η) Το άρθρο 26 του α.ν. 2723/1940 Ταχυδρομικά Ταμιευτήρια, Καταθέσεις, Λαϊκές ασφάλειες ζωής κ.λπ. (ΦΕΚ 447 Α΄). θ) Τα άρθρα 1 έως 8 του ν.δ. 3339/1955 Τροποποίηση - συμπλήρωση διατάξεων περί Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου (ΦΕΚ 238 Α΄). ι) Τα άρθρα 17, 18, 19 και 20 του ν.δ. 4119/1960 περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων αφορουσών τας υπηρεσίας Ταχυδρομείων, Ταχ. Ταμιευτηρίου και Τηλεπικοινωνιών (ΦΕΚ 167 Α΄). ια) Τα άρθρα 17 έως και 37 του β.δ. 872/1960 Περί Οργανισμού του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου (ΦΕΚ 220 Α΄). ιβ) Τα άρθρα 1 έως και 3 του ν.δ. 4269/1962 Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων αφορωσών το Ταχ. Ταμιευτήριο (ΦΕΚ 187 Α΄). ιγ) Το άρθρο 22 Β του ν. 4464/1965 (ΦΕΚ 52 Α΄) Περί τροποποιήσεως διατάξεων τινων του υπαλληλικού κώδικος κ.λπ.. ιδ) Τα άρθρα 1 έως και 5 του ν. 428/1976 περί συστάσεως εις το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο θέσεων προσωπικού και ρυθμίσεως θεμάτων αφορώντων εις την αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού (ΦΕΚ 235 Α΄). ιε) Το π.δ. 614/1977 περί εξαιρέσεως του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου εκ της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 15, 20 και της παρ. 3 του άρθρου 34 του ν.δ. 496/1974 (ΦΕΚ 199 Α΄). ιστ) Τα άρθρα 1 έως και 5 του ν. 1560/1985 Σύσταση θέσεων προσωπικού στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 143 Α΄). ιζ) Τα άρθρα 1 έως και 35 (πλην των εδ. β΄ και γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 5) του π.δ. 366/1996 Οργανισμός του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου (ΦΕΚ 236 Α΄). ιη) Τα άρθρα 1 έως 14 του π.δ. 11/1997 Σύστημα μεταθέσεων υπαλλήλων του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου ( ΦΕΚ 9 Α΄). ιθ) Η παρ. 1 εδ. δ΄ του άρθρου 13 και η παρ. 17 του άρθρου 15, όπως ισχύουν, του ν. 4755/1930 Κώδικα Η παρ. 1 του άρθρου 19 ν. 2322/95 Παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 143 Α΄). κ) Η παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 2322/1995 Παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 143 Α΄). κα) Η παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 2801/2000 Ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 46 Α΄). κβ) Οι παράγραφοι 2, 3, 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 2 του ν. 2366/1995 Ρύθμιση θεμάτων Οργανισμών και Υπηρεσιών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 256 Α΄). κγ) Το άρθρο 9 του ν. 2801/2000 Ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Υ.Μ.Ε. και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 46 Α΄), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 του ν. 2912/2001 Προσαρμογή στις διατάξεις της Οδηγίας 94/56/Ε.Κ. του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τη θέσπιση βασικών αρχών που διέπουν τις έρευνες ατυχημάτων και συμβάντων Πολιτικής Αεροπορίας κ.λπ. (ΦΕΚ 94 Α΄), πλην της περ. Ε΄ εδ. β΄ και γ΄. κδ) Κάθε άλλη διάταξη που αντίκειται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου. 2. Κατ εξαίρεση οι ακόλουθες διατάξεις καταργούνται από τη δημοσίευση στην Ε.τ.Κ. της πράξεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος που αναφέρεται στην παρ. 5 του ένατου άρθρου του παρόντος νόμου: α) Τα άρθρα 1 έως και 20 του ν. 5834/1933 περί τοποθετήσεως διαθεσίμων Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και συστάσεως παρ αυτώ ενεχυροδανειστηρίου Λαϊκής Πίστεως (ΦΕΚ 307 Α΄). β) Τα άρθρα 1 έως και 24 του ν. 322/1943 (ΦΕΚ 203 Α΄) περί τροποποιήσεως των περί Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου διατάξεων. γ) Τα άρθρα 1 έως 19 του α.ν. 2723/1940 περί συμπληρώσεως των περί Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου ισχυουσών διατάξεων (ΦΕΚ 447 Α΄). δ) Ως προς το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο το άρθρο 3 του ν.δ. 3901/1957 Θέματα Ερανικής Επιτροπής προικοδότησης απόρων κορασίδων (ΦΕΚ 195 Α΄). ε) Τα άρθρα 1 έως και 77 του β.δ. 22.8.1958 Κανονισμός εκτελέσεως της Υπηρεσίας Ταμιευτηρίου (ΦΕΚ 127 Α΄). στ) Ως προς το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο το άρθρο 5 του ν.δ. 3745/1967 περί εντόκων γραμματίων του Δημοσίου (ΦΕΚ 173 Α΄). ζ) Το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β΄ και γ΄ του π.δ. 366/1996 Οργανισμός Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου (ΦΕΚ 236 Α΄). η) Τα άρθρα 1, 4 και 6 του ν. 2259/1952 Τροποποίηση διατάξεων περί Ταχ. Ταμιευτηρίου κ.λπ. (ΦΕΚ 283 Α΄). θ) Ως προς το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο τα άρθρα 9 και 10 του ν.δ. 3783/1957 Περί της στέγης των Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων (ΦΕΚ 201 Α΄). ι) Το άρθρο 45 του ν.δ. 4541/1966 Επανεντάξεις - Προαγωγές - Συντάξεις Υπαλλήλων ΟΤΑ-ΚΑΔΚΥ (ΦΕΚ 176 Α΄). ια) Το άρθρο 23 του ν.δ. 4373/1964 Φόρος κατανάλωσης καπνού-Δάνεια Βουλευτών από ΤΠΔ κ.λπ. (ΦΕΚ 170 Α΄). ιβ) Το άρθρο 4 του α.ν. 517/1968 περί απελευθερώσεως επαγγέλματος φαρμακοποιού και συμπληρώσεως διατάξεων τινών της φαρμακευτικής νομοθεσίας (ΦΕΚ 188 Α΄). ιγ) Ως προς το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο το άρθρο 1 του ν.δ. 643/1970 επέκταση ν.δ. 3783/57 σε υπαλλήλους ν.π.δ.δ. κ.λπ. (ΦΕΚ 175 Α΄). ιδ) Ως προς το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο το άρθρο 70 του ν.δ. 4260/1962 Θέματα Υπουργείου Εσωτερικών - Νομαρχίες κ.λπ.) (ΦΕΚ 186 Α΄). ιε) Ως προς το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο το άρθρο 1 του ν. 615/1977 Επέκταση ν.δ. 3783/1957 σε συνταξιούχους ν.π.δ.δ. συνταξιοδοτουμένων από Ι.Κ.Α. (ΦΕΚ 166 Α΄). ιστ) Τα άρθρα 40 και 41 του β.δ. 4/20.4.1939 περί κωδικοποιήσεως των περί Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και Ενεχυροδανειστηρίου ισχυουσών διατάξεων (ΦΕΚ 157 Α΄). ιζ) Το άρθρο 20 του α.ν. 2723/1940 Περί συμπληρώσεως των περί Ταχ. Ταμιευτηρίου ισχυουσών διατάξεων (ΦΕΚ 447 Α΄). Άρθρο δέκατο έκτο Έναρξη ισχύος Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως Νόμου του Κράτους.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
(Πράξη Διοικητή υπ’ αριθμ. 2579/19.4.2006) Παροχή άδειας λειτουργίας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ». ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣΟ ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 2006/2_27.04.2006 2006
Τροποποίηση του Ν. 2668/1998 (ΦΕΚ 282 Α΄), εναρμόνιση με την Οδηγία 2002/39/ΕΚ, ρυθμίσεις θεμάτων του Οργανισμού ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ (ΕΛ.ΤΑ.) και άλλες διατάξεις. 2003/3185 2003
Τροποποίηση του Ν. 2323/1995 «Υπαίθριο Εμπόριο και άλλες διατάξεις» και άλλες διατάξεις. 2003/3190 2003
Αναπροσαρμογή συντάξεων του Δημοσίου και άλλες διατάξεις. 2004/3234 2004
Κατάργηση και συγχώνευση υπηρεσιών, οργανισμών και φορέων του δημόσιου τομέα. 2010/3895 2010
Τροποποίηση Π.Δ. 158/2002 «Ίδρυση, κατασκευή, εξοπλισμός, οργάνωση, διοίκηση, λειτουργία και εκμετάλλευση πολιτικών αερολιμένων από φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης». 2003/348 2003
Καθορισμός των όρων και προϋποθέσεων ιδρύσεως και λειτουργίας Σταθμών υπεραστικών λεωφορείων και Σταθμών φορτηγών αυτοκινήτων για φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων (εμπορευματικών σταθμών αυτοκινήτων). 2004/79 2004
Ίδρυση, κατασκευή, εξοπλισμός, λειτουργία και εκμετάλλευση ελικοδρομίων. 2009/19 2009