Κύρωση της Συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Σλοβενίας περί τακτικών αεροπορικών δρομολογίων.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 1
1.  
Κυρώνεται και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος η Συμφωνία μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Σλοβενίας περί τακτικών αεροπορικών δρομολογίων που υπογράφηκε στη Λιουμπλιάνα σης 30 Νοεμβρίου 2001, της οποίας το κείμενο σε πρωτότυπο στην ελληνική αγγλική γλώσσα έχει ως εξής: ΣΥΜΦΩΝΙΑΜΕΤΑΞΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΣΛΟΒΕΝΙΑΣ ΠΕΡΙ ΤΑΚΤΙΚΩΝ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΝ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΩΝ Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ελληνική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Σλοβενίας (εφεξής καλούμενες τα Συμβαλλόμενα Μέρη) ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΕΣ Μέρη της Σύμβασης για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία, η οποία ετέθη προς υπογραφή στο Σικάγο στις 7 Δεκεμβρίου 1944, ΕΠΙΘΥΜΟΥΣΕΣ την ανάπτυξη της συνεργασίας στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών και τη δημιουργία της αναγκαίας βάσεως για τη λειτουργία τακτικών αεροπορικών δρομολογίων μεταξύ και πέραν των αντιστοίχων εδαφών τους, η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Σλοβενίας όρισαν πληρεξουσίους οι οποίοι συμφώνησαν τα ακόλουθα: Άρθρο 1 ΟΡΙΣΜΟΙ1.Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας και του Παραρτήματός της: 1)Ο όρος «η Σύμβαση» σημαίνει τη Σύμβαση για Διεθνή Πολιτική Αεροπορία, η οποία ετέθη προς υπογραφή στο Σικάγο στις 7 Δεκεμβρίου 1944 και περιλαμβάνει οποιοδήποτε παράρτημα το οποίο υιοθετήθηκε σύμφωνα με το Άρθρο 90 της Σύμβασης αυτής και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις των παραρτημάτων ή της Σύμβασης σύμφωνα με τα άρθρα 90 και 94 αυτής και εφόσον αυτές οι τροποποιήσεις και παραρτήματα είναι σε ισχύ και για τα δύο Συμβαλλόμενα Μέρη. 2)Ο όρος «αεροπορικές αρχές» στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας σημαίνει τον Διοικητή της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας και στην περίπτωση της Δημοκρατίας της Σλοβενίας το Υπουργείο Μεταφορών ή και στις δύο περιπτώσεις κάθε άλλο πρόσωπο ή σώμα εξουσιοδοτημένο να ασκεί τις αρμοδιότητες οι οποίες προς το παρόν ανήκουν στις ως άνω αρχές. 3)Ο όρος «διορισμένη αεροπορική εταιρεία» σημαίνει την αεροπορική εταιρεία που έχει διοριστεί από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 3 της παρούσας Συμφωνίας για την εκτέλεση των συμφωνημένων αεροπορικών δρομολογίων. 4)Ο όρος «τιμολόγιο» σημαίνει τα πληρωτέα ποσά για τη μεταφορά επιβατών, αποσκευών και φορτίου, καθώς και τους όρους υπό τους οποίους το τιμολόγιο αυτό εφαρμόζεται, συμπεριλαμβανομένων των προμηθειών και κάθε άλλης αμοιβής για πρακτόρευση ή πώληση εντύπων μεταφοράς, εξαιρουμένων των αμοιβών και όρων για τη μεταφορά ταχυδρομείου. 5)Ο όρος «συμφωνημένα δρομολόγια» σημαίνει τα τακτικά αεροπορικά δρομολόγια στις διαδρομές, οι οποίες αναφέρονται στο Παράρτημα της παρούσας Συμφωνίας, για τη μεταφορά επιβατών, φορτίου και ταχυδρομείου, χωριστά ή σε συνδυασμό. 6)Ο όρος «χωρητικότης», σε σχέση με αεροσκάφος, σημαίνει τη διαθέσιμη δυνατότητα χωρητικότητας του αεροσκάφους σε μία διαδρομή ή τμήμα της διαδρομής και ο όρος «χωρητικότης» σε σχέση με «ένα συμφωνημένο δρομολόγιο» σημαίνει τη δυνατότητα του χρησιμοποιούμενου αεροσκάφους για την εκτέλεση τέτοιου δρομολογίου, πολλαπλασιαζόμενη επί τη συχνότητα των δρομολογίων του αεροσκάφους σε δεδομένη περίοδο και σε μία διαδρομή ή τμήμα διαδρομής. 7)Ο όρος «επικράτεια» σε σχέση με ένα Κράτος έχει την έννοια του Άρθρου 2 της Σύμβασης. 8)Οι όροι «αεροπορικό δρομολόγιο», «διεθνές αεροπορικό δρομολόγιο», «αεροπορική εταιρεία» και «στάθμευση για μη εμπορικούς σκοπούς» θα έχουν την έννοια η οποία τους αποδίδεται αντίστοιχα στο Άρθρο 96 της Σύμβασης. 9)Ο όρος «τέλος χρήστη» σημαίνει το τέλος το οποίο επιβάλλεται σε αεροπορικές εταιρείες για την παροχή αερολιμενικών, αεροναυτιλιακών ή αεροπορικής ασφάλειας διευκολύνσεων ή εγκαταστάσεων. 2.Το Παράρτημα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας Συμφωνίας. Κάθε αναφορά στη Συμφωνία θα περιλαμβάνει και το Παράρτημα, εκτός εάν ρητά συμφωνείται διαφορετικά. Άρθρο 2 ΠΑΡΟΧΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ 1.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος παρέχει στο άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος τα δικαιώματα τα οποία καθορίζονται στην παρούσα Συμφωνία, με σκοπό την εκτέλεση διεθνών αεροπορικών δρομολογίων επί των διαδρομών που καθορίζονται στους Πίνακες του Παραρτήματος. Τα δρομολόγια αυτά καλούνται εφεξής «συμφωνημένα δρομολόγια» και «καθορισμένες διαδρομές» αντιστοίχως. 2.Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Συμφωνίας η διορισμένη αεροπορική εταιρεία κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους, κατά την εκτέλεση διεθνών αεροπορικών δρομολογίων, θα απολαμβάνει: 1)το δικαίωμα να υπερίπταται, χωρίς προσγείωση, της επικράτειας του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, 2)το δικαίωμα να σταθμεύει για λόγους μη εμπορικούς στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, 3)το δικαίωμα να επιβιβάζει και να αποβιβάζει στην ως άνω επικράτεια στα σημεία που καθορίζονται στο Παράρτημα της παρούσας Συμφωνίας, επιβάτες, αποσκευές, φορτίο και ταχυδρομείο με προορισμό ή προέλευση σημεία στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, 4)το δικαίωμα να επιβιβάζει και αποβιβάζει στην επικράτεια τρίτων χωρών στα σημεία που καθορίζονται στο Παράρτημα της παρούσας Συμφωνίας, επιβάτες, αποσκευές, φορτίο και ταχυδρομείο με προορισμό ή προέλευση σημεία στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, τα οποία καθορίζονται στο Πσοάρτημα της παρούσας Συμφωνίας. 3.Ουδεμία επίκληση των διατάξεων του παρόντος Άρθρου μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει στη διορισμένη αεροπορική εταιρεία του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους το δικαίωμα να επιβιβάζει στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους επιβάτες, αποσκευές, φορτίο και ταχυδρομείο προς μεταφορά με αμοιβή ή μίσθωση προς άλλο σημείο της επικράτειας του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. 4.Η παροχή μεταφορικών δικαιωμάτων σύμφωνα με την ως άνω παράγραφο 1 δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα μεταφοράς επιβατών, αποσκευών, φορτίου και ταχυδρομείου μεταξύ σημείων στην επικράτεια του Συμβαλλόμενου Μέρους που παρέχει τα δικαιώματα και σημείων στην επικράτεια τρίτης χώρας ή αντίστροφα (πέμπτη ελευθερία). Μεταφορικά δικαιώματα πέμπτης ελευθερίας θα χορηγούνται μόνο βάσει ειδικών συμφωνιών μεταξύ των αεροπορικών αρχών αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Μερών. Άρθρο 3 ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΕΙΣ 1.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα έχει το δικαίωμα να διορίζει μία αεροπορική εταιρεία για την εκτέλεση των συμφωνηθέντων δρομολογίων. Ο διορισμός αυτός θα πραγματοποιείται με γραπτή γνωστοποίηση μεταξύ των αεροπορικών αρχών αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Μερών. 2.Οι αεροπορικές αρχές που έχουν λάβει τη γνωστοποίηση διορισμού θα χορηγούν χωρίς καθυστέρηση και σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος Άρθρου, στη διορισμένη αεροπορική εταιρεία του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους την αναγκαία εξουσιοδότηση λειτουργίας. 3.Οι αεροπορικές αρχές ενός Συμβαλλόμενου Μέρους μπορούν να ζητήσουν από την αεροπορική εταιρεία, η οποία έχει διοριστεί από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, να αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις οι οποίες προβλέπονται από τους νόμους και τις διατάξεις, οι οποίες εφαρμόζονται συνήθως από τις ως άνω αρχές ως προς τη λειτουργία διεθνών αεροπορικών δρομολογίων, σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης. 4.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα έχει το δικαίωμα να αρνηθεί τη χορήγηση της εξουσιοδότησης λειτουργίας, που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος Άρθρου ή να επιβάλλει όρους, τους οποίους θεωρεί απαραίτητους για την άσκηση των δικαιωμάτων τα οποία αναφέρονται στο Άρθρο Άρθρο 2 της παρούσας Συμφωνίας, σε κάθε περίπτωση που το συγκεκριμένο Συμβαλλόμενο Μέρος δεν πείθεται ότι η ουσιαστική κυριότητα και ο αποτελεσματικός έλεγχος αυτής της εταιρείας ανήκουν στο Συμβαλλόμενο Μέρος που διόρισε την αεροπορική εταιρεία ή στους υπηκόους του. 5.Μετά τη λήψη της εξουσιοδότησης λειτουργίας η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος Άρθρου, η διορισμένη αεροπορική εταιρεία μπορεί να αρχίσει την εκτέλεση των συμφωνηθέντων δρομολογίων σε οποιονδήποτε χρόνο, υπό την προϋπόθεση ότι τα τιμολόγια που έχουν καθορισθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 14 της παρούσας Συμφωνίας είναι σε ισχύ. 6.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα έχει το δικαίωμα να αντικαταστήσει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Άρθρου, μια αεροπορική εταιρεία την οποία διόρισε από μία άλλη αεροπορική εταιρεία. Η νέα διορισμένη αεροπορική εταιρεία θα απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα και θα υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις με την αεροπορική εταιρεία την οποία αντικαθιστά. Άρθρο 4 ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ 1.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα έχει το δικαίωμα να ανακαλεί ή να αναστέλλει την εξουσιοδότηση λειτουργίας για την άσκηση των δικαιωμάτων, τα οποία καθορίζονται στο Άρθρο 2 της παρούσας Συμφωνίας, από τη διορισμένη αεροπορική εταιρεία του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους ή να επιβάλλει όρους οι οποίοι κρίνονται αναγκαίοι για την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, εφόσον: 1)δεν πείθεται ότι η ουσιαστική κυριότητα και ο αποτελεσματικός έλεγχος της αεροπορικής εταιρείας ανήκουν στο Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο διορίζει την αεροπορική εταιρεία ή τους υπηκόους του, ή 2)η αεροπορική εταιρεία δεν μπορεί να ανταποκριθεί ή έχει σοβαρά παραβιάσει τους νόμους ή κανονισμούς του Συμβαλλόμενου Μέρους, το οποίο παρέχει τα εν λόγω δικαιώματα, ή 3)η αεροπορική εταιρεία δεν εκτελεί τα συμφωνημένα δρομολόγια σύμφωνα με τους όρους, οι οποίοι καθορίζονται στην παρούσα Συμφωνία. 2.Η άσκηση του δικαιώματος αυτού θα διενεργείται μόνο μετά από διαβουλεύσεις με το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, εκτός από την περίπτωση που η άμεση ανάκληση, αναστολή ή επιβολή των όρων, που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος Άρθρου, είναι ζωτικής σημασίας για την πρόληψη περαιτέρω παραβιάσεων των νόμων και των κανονισμών. Άρθρο 5 ΑΣΚΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ 1.Η διορισμένη αεροπορική εταιρεία θα απολαμβάνει δίκαιες και ισότιμες ευκαιρίες για την εκτέλεση των συμφωνηθέντων δρομολογίων μεταξύ της επικράτειας του ενός και του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. 2.Η διορισμένη αεροπορική εταιρεία κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους θα λαμβάνει υπόψη της τα συμφέροντα της διορισμένης αεροπορικής εταιρείας του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, έτσι ώστε να μην επηρεάζει δυσμενώς τα συμφωνημένα δρομολόγια της τελευταίας. 3.Ο πρωταρχικός στόχος των συμφωνημένων δρομολογίων θα είναι η παροχή χωρητικότητας αντίστοιχης με τη μεταφορική ζήτηση μεταξύ της επικράτειας του Συμβαλλόμενου Μέρους το οποίο έχει διορίσει την αεροπορική εταιρεία και των σημείων που εξυπηρετούνται επί των καθορισμένων διαδρομών, βάσει της αρχής της αμοιβαιότητας. 4.Το δικαίωμα κάθε διορισμένης αεροπορικής εταιρείας να μεταφέρει διεθνή κίνηση μεταξύ της επικράτειας του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους και της επικράτειας τρίτων χωρών θα ασκείται σύμφωνα με τις γενικές αρχές της κανονικής ανάπτυξης της αγοράς στην οποία μετέχουν αμφότερα τα Συμβαλλόμενα Μέρη και θα υπόκεινται στον όρο ότι η χωρητικότητα θα προσαρμόζεται: 1)στη μεταφορική ζήτηση από και προς την επικράτεια του Συμβαλλόμενου Μέρους το οποίο έχει διορίσει την αεροπορική εταιρεία, 2)στη μεταφορική ζήτηση των περιοχών δια των οποίων διέρχονται τα συμφωνημένα δρομολόγια, λαμβανομένων υπόψη των τοπικών και περιφερειακών δρομολογίων. 3)στις απαιτήσεις της οικονομικής λειτουργίας των συμφωνημένων δρομολογίων. 5.Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των διορισμένων αεροπορικών εταιρειών των Συμβαλλόμενων Μερών για την προσφερόμενη χωρητικότητα συμπεριλαμβανομένης της συχνότητας των δρομολογίων και του τύπου του αεροσκάφους το οποίο θα χρησιμοποιείται από τις διορισμένες αεροπορικές εταιρείες των Συμβαλλόμενων Μερών επί των συμφωνημένων δρομολογίων, τα θέματα αυτά θα επιλύονται με συμφωνία μεταξύ των αεροπορικών αρχών των δύο Συμβαλλόμενων Μερών. Μέχρις ότου επιτευχθεί μια τέτοια συμφωνία, η χωρητικότητα η οποία διατίθεται από τις διορισμένες αεροπορικές εταιρείες θα παραμένει αμετάβλητη. 6.Κανένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν θα περιορίζει μονομερώς τη λειτουργία της διορισμένης αεροπορικής εταιρείας του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, παρά μόνο σύμφωνα με τους όρους της παρούσας Συμφωνίας ή τέτοιους ενιαίους κανόνες οι οποίοι προβλέπονται από τη Σύμβαση. Άρθρο 6 ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΔΑΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΦΟΡΟΥΣ 1.Αεροσκάφη εκτελούντα διεθνή αεροπορικά δρομολόγια της διορισμένης αεροπορικής εταιρείας κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους, καθώς και ο κανονικός τους εξοπλισμός, εφόδια καυσίμων και λιπαντικών, εφόδια αεροσκαφών περιλαμβανομένων των τροφίμων, ποτών, οινοπνευματωδών και καπνού τα οποία φέρονται επί του αεροσκάφους, θα απαλλάσσονται, κατά την είσοδο στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, από κάθε δασμό και φόρο, υπό τον όρο ότι ο εξοπλισμός αυτός, τα εφόδια και οι προμήθειες παραμένουν επί του αεροσκάφους μέχρι να επανεξαχθούν. 2.Θα απαλλάσσονται επίσης από τους ίδιους δασμούς και φόρους, με εξαίρεση τα τέλη που αντιστοιχούν σε υπηρεσίες που παρασχέθηκαν, 1)εφόδια αεροσκάφους που φορτώνονται στην επικράτεια του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, εντός των ορίων που καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές του Συμβαλλόμενου αυτού Μέρους και προορίζονται προς χρήση επί του αεροσκάφους που εκτελεί το διεθνές δρομολόγιο της διορισμένης αεροπορικής εταιρείας του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, 2)ανταλλακτικά και ο τακτικός εξοπλισμός, ο φερόμενος επί του αεροσκάφους, που εισάγονται στην επικράτεια του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους για την τεχνική συντήρηση ή επισκευή αεροσκαφών, που εκτελούν διεθνή δρομολόγια, 3)καύσιμα και λιπαντικά που προορίζονται για τη διορισμένη αεροπορική εταιρεία του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους για τον εφοδιασμό αεροσκαφών που εκτελούν διεθνή δρομολόγια, ακόμη και αν τα εφόδια αυτά καταναλώνονται σε οποιοδήποτε τμήμα του ταξιδίου που εκτελείται πάνω από την επικράτεια του Συμβαλλόμενου Μέρους στο οποίο φορτώθηκαν. 3.Ο τακτικός εξοπλισμός φερόμενος επί των αεροσκαφών, τα υλικά και οι προμήθειες που παραμένουν επί αεροσκάφους της διορισμένης αεροπορικής εταιρείας του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, δύνανται να εκφορτώνονται στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους μόνον κατόπιν εγκρίσεως των τελωνειακών αρχών της ως άνω επικράτειας. Στην περίπτωση αυτή, δύναται να τεθούν υπό την επιτήρηση των ως άνω αρχών μέχρις ότου επανεξαχθούν ή κατ άλλον τρόπον διατεθούν, σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία. 4.Οι προβλεπόμενες από το παρόν Άρθρο απαλλαγές θα ισχύουν επίσης σε περίπτωση κατά την οποία μια διορισμένη αεροπορική εταιρεία του ενός ή του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους έχει συνάψει συμφωνίες με άλλη αεροπορική εταιρεία ή εταιρείες για το δανεισμό ή μεταφορά στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους των υλικών που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος Άρθρου, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή ή άλλη ή άλλες αεροπορικές εταιρείες ομοίως απολαμβάνουν των απαλλαγών αυτών από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος. Άρθρο 7 ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ 1.Οι νόμοι και κανονισμοί ενός Συμβαλλόμενου Μέρους που διέπουν την είσοδο και αναχώρηση από την επικράτεια του αεροσκαφών τα οποία εκτελούν διεθνή αεροπορικά δρομολόγια ή τις πτήσεις των αεροσκαφών αυτών υπεράνω της ως άνω επικράτειας θα εφαρμόζονται από την αεροπορική εταιρεία του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. 2.Οι νόμοι και κανονισμοί του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους που διέπουν την είσοδο, παραμονή και αναχώρηση από την επικράτεια του επιβατών, πληρωμάτων, αποσκευών, φορτίου ή ταχυδρομείου, όπως οι διαδικασίες που αφορούν την είσοδο, έξοδο, αποδημία, μετανάστευση, καθώς επίσης και τα μέτρα τελωνείων και υγιεινής, θα εφαρμόζονται επί των επιβατών, πληρωμάτων, αποσκευών, φορτίου ή ταχυδρομείου που μεταφέρονται με τα αεροσκάφη της διορισμένης αεροπορικής εταιρείας του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους κατά την παραμονή τους στην εν λόγω επικράτεια. 3.Κανένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν θα παρέχει διακριτική μεταχείριση στη δική του εταιρεία έναντι της διορισμένης αεροπορικής εταιρείας του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους κατά την εφαρμογή των νόμων και κανονισμών που προβλέπονται στο παρόν Άρθρο. 4.Επιβάτες, αποσκευές και φορτία απευθείας διερχόμενα από την επικράτεια του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους και μη απομακρυνόμενα από το χώρο του αεροδρομίου, ο οποίος χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό, θα υπόκεινται σε απλοποιημένο έλεγχο μόνο. Αποσκευές και φορτίο σε απευθείας διέλευση θα απαλλάσσονται από τελωνειακούς δασμούς και άλλους συναφείς φόρους. Άρθρο 8 ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΠΤΥΧΙΩΝ ΚΑΙ ΑΔΕΙΩΝ 1.Πιστοποιητικά πλοϊμότητας, πιστοποιητικά ικανότητας και άδειες που εκδόθηκαν ή αναγνωρίστηκαν ως έγκυρα από ένα εκ των Συμβαλλόμενων Μερών, εν όσω παραμένουν σε ισχύ, θα αναγνωρίζονται ως έγκυρα από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, υπό την προϋπόθεση ότι τα κριτήρια, βάσει των οποίων εκδόθηκαν ή αναγνωρίστηκαν ως έγκυρα τα πιστοποιητικά και οι άδειες, είναι ισότιμα ή ανώτερα των ελάχιστων απαιτήσεων οι οποίες έχουν καθιερωθεί ή πρόκειται να καθιερωθούν σύμφωνα με τη Σύμβαση. 2.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διατηρεί εν τούτοις το δικαίωμα να αρνηθεί να αναγνωρίσει, ως έγκυρα με σκοπό πτήσεις υπεράνω της επικράτειας του, πιστοποιητικά ικανότητας και άδειες που χορηγήθηκαν σε υπηκόους του ή αναγνωρίστηκαν ως έγκυρα γι αυτούς από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος ή οποιοδήποτε άλλο Κράτος. 3.Εάν τα προνόμια ή οι όροι των αδειών ή πιστοποιητικών που αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο (1) και τα οποία εκδίδονται από τις Αεροπορικές Αρχές του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή διορισμένη αεροπορική εταιρεία ή αναφορικά με αεροσκάφος το οποίο εκτελεί τα συμφωνημένα δρομολόγια στις καθορισμένες διαδρομές, επιτρέπουν διαφοροποίηση από τις απαιτήσεις που έχουν καθιερωθεί από τη Σύμβαση και εφόσον η διαφοροποίηση αυτή έχει καταχωρισθεί στο Διεθνή Οργανισμό Πολιτικής Αεροπορίας, οι Αεροπορικές Αρχές του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους μπορούν να ζητήσουν διαβουλεύσεις σύμφωνα με το Άρθρο 17 της παρούσας Συμφωνίας, με τις Αεροπορικές Αρχές του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους, με σκοπό να πεισθούν ότι η αμφισβητούμενη πρακτική είναι αποδεκτή από αυτές. Σε περίπτωση αποτυχίας επίτευξης ικανοποιητικής συμφωνίας, θα έχει εφαρμογή το Άρθρο 4 της παρούσας Συμφωνίας. Άρθρο 9 ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΠΤΗΣΕΩΝ 1.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος δύναται να ζητήσει, σε οποιονδήποτε χρόνο, διαβουλεύσεις, σχετικά με πρότυπα ασφάλειας που υιοθετούνται επί οποιουδήποτε τομέα σχετικού με τα πληρώματα, τα αεροσκάφη ή τα δρομολόγια τους, από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος. Οι διαβουλεύσεις αυτές θα λαμβάνουν χώρα εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή του υπόψη αιτήματος. 2.Σε περίπτωση που, ως αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων αυτών, ένα Συμβαλλόμενο Μέρος διαπιστώνει ότι το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος δεν τηρεί ούτε εφαρμόζει αποτελεσματικά πρότυπα ασφάλειας σε οποιονδήποτε τέτοιον τομέα, τα οποία να είναι τουλάχιστον ισότιμα με τα ελάχιστα πρότυπα που ισχύουν κατά το χρόνο αυτόν σύμφωνα με τη Σύμβαση του Σικάγου, το πρώτο Συμβαλλόμενο Μέρος θα γνωστοποιεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος τις διαπιστώσεις αυτές και τα μέτρα που θεωρούνται αναγκαία προκειμένου να συμβαδίζει με τα ελάχιστα αυτά πρότυπα, το δε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος θα προβαίνει στις κατάλληλες διορθωτικές ενέργειες. Μη συμμόρφωση του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους προς την υποχρέωση ανάληψης διορθωτικών ενεργειών εντός δεκαπέντε (15) ημερών, θα συνιστά λόγο για την εφαρμογή του Άρθρου 4 της παρούσας Συμφωνίας. 3.Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο Άρθρο 33 της Σύμβασης, συμφωνείται ότι οποιοδήποτε αεροσκάφος των διορισμένων αεροπορικών εταιρειών που εκτελεί δρομολόγια από και προς την επικράτεια του άλλου Μέρους, μπορεί κατά το χρόνο παραμονής του στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους να υποστεί έλεγχο από τους εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, μέσα και γύρω από το αεροσκάφος, προκειμένου να ελεγχθεί τόσο η ισχύς των αεροναυτιλιακών εγγράφων και αυτών του πληρώματος, καθώς και η εμφανής κατάσταση του αεροσκάφους και του εξοπλισμού του («επιθεώρηση πίστας») υπό τον όρο ότι δεν θα προκληθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 4.Σε περίπτωση που μια τέτοια επιθεώρηση πίστας ή σειρά τέτοιων επιθεωρήσεων δημιουργήσουν: 1)σοβαρές υπόνοιες ως προς ένα αεροσκάφος ή τη λειτουργία του για τη μη τήρηση των ελάχιστων εκάστοτε ισχυόντων προτύπων σύμφωνα με τη Σύμβαση ή 2)σοβαρές υπόνοιες έλλειψης αποτελεσματικής τήρησης και εφαρμογής των εκάστοτε ισχυόντων προτύπων ασφαλείας σύμφωνα με τη Σύμβαση, το Συμβαλλόμενο Μέρος που διεξάγει την επιθεώρηση δύναται να συμπεράνει, για τους σκοπούς του Άρθρου 33 της Σύμβασης του Σικάγου, ότι οι απαιτήσεις βάσει των οποίων εκδόθηκαν ή αναγνωρίστηκαν ως έγκυρα τα πιστοποιητικά και οι άδειες που αφορούν το υπόψη αεροσκάφος ή το πλήρωμα του ή οι απαιτήσεις υπό τις οποίες το υπόψη αεροσκάφος λειτουργεί, δεν είναι ισότιμα ή ανώτερα των ελάχιστων προτύπων που έχουν τεθεί σε ισχύ σύμφωνα με τη Σύμβαση. 5.Σε περίπτωση κατά την οποία η πρόσβαση με σκοπό τη διεξαγωγή επιθεώρησης πίστας επί αεροσκάφους της διορισμένης αεροπορικής εταιρείας του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο 3, δεν επιτρέπεται από τον αντιπρόσωπο της εταιρείας αυτής, το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος δύναται να συμπεράνει ότι οι σοβαρές υπόνοιες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 ανωτέρω ανακύπτουν και οδηγούν στα συμπεράσματα που αναφέρονται στην υπόψη παράγραφο. 6.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διατηρεί το δικαίωμα να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει αμέσως την εξουσιοδότηση εκτέλεσης δρομολογίων της εταιρείας ή των εταιρειών του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, σε περίπτωση που το πρώτο Συμβαλλόμενο Μέρος, ως αποτέλεσμα είτε μιας επιθεώρησης πίστας ή σειράς τέτοιων επιθεωρήσεων ή άρνησης πρόσβασης για τη διεξαγωγή τέτοιας επιθεώρησης ή διαβουλεύσεων ή άλλης αιτίας, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η λήψη άμεσων μέτρων κρίνεται απαραίτητη για την ασφαλή λειτουργία της εταιρείας. 7.Κάθε μέτρο το οποίο λαμβάνεται από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος σύμφωνα με τις παραγράφους 2 ή 6 ανωτέρω θα αίρεται μόλις το αίτιο λήψης των υπόψη μέτρων παύσει να ισχύει. Άρθρο 10 ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ 1.Σύμφωνα με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους από το διεθνές δίκαιο, τα Συμβαλλόμενα Μέρη επιβεβαιώνουν ότι η αμοιβαία υποχρέωση τους να προστατεύουν την ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας έναντι πράξεων παράνομης επέμβασης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας Συμφωνίας. Χωρίς να περιορίζουν τη γενικότητα των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα ενεργούν ειδικότερα σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης Παραβάσεων και Ορισμένων Άλλων Πράξεων οι οποίες διενεργούνται επί Αεροσκαφών, η οποία υπεγράφη στο Τόκυο στις 14 Σεπτεμβρίου 1963, της Σύμβασης για την Καταστολή της Παράνομης Κατακράτησης Αεροσκάφους, η οποία υπεγράφη στη Χάγη στις 16 Δεκεμβρίου 1970, της Σύμβασης για την Καταστολή Παρανόμων Πράξεων εναντίον της Ασφάλειας της Πολιτικής Αεροπορίας, η οποία υπεγράφη στο Μόντρεαλ στις 23 Σεπτεμβρίου 1971, το συμπληρωματικό της Πρωτόκολλο για την Καταστολή των Παράνομων Ενεργειών Βίας στα Αεροδρόμια που εξυπηρετούν τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία, το οποίο υπεγράφη στο Μόντρεαλ στις 24 Φεβρουαρίου 1988, της Σύμβασης για τη Σήμανση των Πλαστικών Εκρηκτικών με Σκοπό τον Εντοπισμό τους, η οποία υπεγράφη στο Μόντρεαλ στην 1η Μαρτίου 1991, καθώς και με οποιοδήποτε άλλο διεθνές κείμενο επί του αυτού θέματος που θα κυρωθεί στο μέλλον από τα Συμβαλλόμενα Μέρη. 2.Τα Συμβαλλόμενα Μέρη, σε περίπτωση σχετικού αιτήματος, θα παρέχουν αμοιβαίως κάθε απαραίτητη βοήθεια για την πρόληψη πράξεων παράνομης κατάληψης πολιτικών αεροσκαφών και άλλων παράνομων πράξεων κατά της ασφάλειας αεροσκαφών, των επιβατών και του πληρώματος τους, αεροδρομίων και εγκαταστάσεων αεροναυτιλίας, καθώς και κάθε άλλης απειλής της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας. 3.Στις αμοιβαίες σχέσεις τους, τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα ενεργούν σύμφωνα με τις διατάξεις για την αεροπορική ασφάλεια οι οποίες έχουν καθιερωθεί από το Διεθνή Οργανισμό Πολιτικής Αεροπορίας και ορίσθηκαν ως Παραρτήματα στη Σύμβαση στο μέτρο που οι εν λόγω διατάξεις είναι εφαρμοστέες στα Συμβαλλόμενα Μέρη. θα απαιτούν όπως οι εκμεταλλευόμενοι αεροσκάφη τα οποία είναι εγγεγραμμένα στα μητρώα τους, ή οι εκμεταλλευόμενοι αεροσκάφη οι οποίοι έχουν την κύρια εγκατάσταση των εργασιών τους ή τη μόνιμη κατοικία στην επικράτεια τους, καθώς και οι εκμεταλλευόμενοι διεθνή αεροδρόμια στην επικράτεια τους, να ενεργούν σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις αεροπορικής ασφάλειας. 4.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος συμφωνεί ότι από τους ανωτέρω εκμεταλλευόμενους αεροσκάφη μπορεί να ζητηθεί η τήρηση των διατάξεων για την αεροπορική ασφάλεια, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 3 του Άρθρου αυτού, οι οποίες απαιτούνται από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος για την είσοδο, αναχώρηση ή παραμονή στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα διασφαλίζει ότι στην επικράτεια του εφαρμόζονται κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία των αεροσκαφών και τον έλεγχο των επιβατών και των χειραποσκευών τους, καθώς και τη διενέργεια των ενδεδειγμένων ελέγχων στα πληρώματα, τις αποσκευές, το φορτίο και τα εφόδια αεροσκαφών, πριν, από και κατά τη διάρκεια της επιβίβασης ή της φόρτωσης. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα ανταποκρίνεται επίσης θετικά σε κάθε αίτημα του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους για τη λήψη λογικών ειδικών μέτρων ασφάλειας για την αντιμετώπιση συγκεκριμένης απειλής. 5.Σε περίπτωση συμβάντος ή απειλής συμβάντος παράνομης κατάληψης πολιτικού αεροσκάφους ή άλλων παράνομων πράξεων εναντίον της ασφάλειας του αεροσκάφους, των επιβατών και του πληρώματος του, αεροδρομίων ή εγκαταστάσεων αεροναυτιλίας, τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα αλληλοβοηθούνται, διευκολύνοντας τις συνεννοήσεις και άλλα κατάλληλα μέτρα με σκοπό να τερματίσουν γρήγορα και με ασφάλεια παρόμοιο συμβάν ή απειλή παρόμοιου συμβάντος. Άρθρο 11 ΤΕΛΗ ΧΡΗΣΕΩΣ 1.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να επιβάλει ή να επιτρέψει την επιβολή στη διορισμένη αεροπορική εταιρεία του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους δίκαιων και λογικών τελών. Τα τέλη αυτά θα βασίζονται σε υγιείς οικονομικές αρχές. 2.Τέλη για τη χρήση αερολιμενικών και αεροναυτιλιακών διευκολύνσεων και υπηρεσιών που παρέχονται από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος στη διορισμένη αεροπορική εταιρεία του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους δεν θα είναι υψηλότερα από αυτά τα οποία πρέπει να καταβάλλονται από τα εθνικά του αεροσκάφη τα οποία εκτελούν διεθνή τακτικά δρομολόγια. Άρθρο 12 ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ 1.Η διορισμένη αεροπορική εταιρεία του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπεται να διατηρεί επαρκή εκπροσώπηση στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. Η εκπροσώπηση αυτή δύναται να περιλαμβάνει εμπορικό, επιχειρησιακό και τεχνικό προσωπικό, το οποίο δύναται να αποτελείται από εισαγόμενο ή τοπικά προσλαμβανόμενο προσωπικό. 2.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος παρέχει στη διορισμένη αεροπορική εταιρεία του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους το δικαίωμα να πωλεί υπηρεσίες αερομεταφοράς, στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, απευθείας και, κατά τη διακριτική ευχέρεια της εταιρείας, μέσω των πρακτόρων της. Κάθε αεροπορική εταιρεία θα έχει το δικαίωμα να πωλεί τέτοιες υπηρεσίες μεταφοράς και κάθε πρόσωπο θα μπορεί να αγοράζει τις υπηρεσίες αυτές στο νόμισμα της επικράτειας αυτής ή σε ελεύθερα μετατρέψιμα νομίσματα άλλων χωρών σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία περί ξένου συναλλάγματος. Άρθρο 13 ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΣΟΔΩΝ Κάθε διορισμένη αεροπορική εταιρεία θα έχει το δικαίωμα να μετατρέπει και εμβάλει στη χώρα της, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς περί ξένου συναλλάγματος, το πλεόνασμα των εσόδων έναντι ποσών που δαπανώνται τοπικά σε δέουσα αντιστοιχία με τη μεταφορά επιβατών, αποσκευών, φορτίου και ταχυδρομείου. Εάν οι πληρωμές μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών ρυθμίζονται από ειδική συμφωνία, θα εφαρμόζεται η Συμφωνία αυτή. Άρθρο 14 ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ 1.Τα τιμολόγια τα οποία εφαρμόζονται από κάθε διορισμένη αεροπορική εταιρεία σε σχέση με κάθε μεταφορά από και προς την επικράτεια του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους καθορίζονται σε λογικά επίπεδα, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου του κόστους λειτουργίας, λογικού κέρδους, τα χαρακτηριστικά κάθε δρομολογίου και τα τιμολόγια άλλων αεροπορικών εταιρειών. 2.Τα τιμολόγια τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος Άρθρου θα καθορίζονται, εάν αυτό είναι δυνατό, με αμοιβαία συμφωνία μεταξύ των διορισμένων αεροπορικών εταιρειών αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Μερών. Οι διορισμένες αεροπορικές εταιρείες, όποτε είναι δυνατόν, θα καταλήγουν στη Συμφωνία αυτή δια του μηχανισμού καθορισμού ναύλων που έχει συσταθεί από το διεθνές όργανο που διαμορφώνει προτάσεις επί του θέματος αυτού. 3.Τα συμφωνηθέντα κατ αυτόν τον τρόπο τιμολόγια θα υποβάλλονται στις αεροπορικές αρχές των Συμβαλλόμενων Μερών για έγκριση, τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία εφαρμογής τους. Σε ειδικές περιπτώσεις το χρονικό τούτο διάστημα μπορεί να μειωθεί ύστερα από συγκατάθεση των εν λόγω αρχών. Εάν εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή των τιμολογίων καμία αεροπορική αρχή δεν γνωστοποιεί προς την άλλη αεροπορική αρχή την απόρριψη της, τα τιμολόγια αυτά θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί. 4.Εάν οι διορισμένες αεροπορικές εταιρείες δεν είναι δυνατόν να συμφωνήσουν, ή εάν ένα τιμολόγιο δεν εγκριθεί από τις αεροπορικές αρχές του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, οι αεροπορικές αρχές αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Μερών θα προσπαθήσουν να καθορίσουν το τιμολόγιο με αμοιβαία συμφωνία. Οι διαπραγματεύσεις αυτές θα αρχίσουν εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται προφανές ότι οι διορισμένες αεροπορικές εταιρείες δεν μπορούν να συμφωνήσουν ως προς ένα τιμολόγιο ή αεροπορικές αρχές ενός εκ των Συμβαλλομένων Μερών γνωστοποίησαν στις αεροπορικές αρχές του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους την απόρριψη εκ μέρους τους ενός τιμολογίου. 5.Σε περίπτωση αποτυχίας επίτευξης συμφωνίας, η διαφορά θα υποβάλλεται στη διαδικασία που προβλέπεται στο Άρθρο 18 κατωτέρω. 6.Ένα τιμολόγιο που έχει ήδη καθιερωθεί θα παραμένει σε ισχύ μέχρι της καθιέρωσης νέου τιμολογίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου αυτού ή του Άρθρου 18 της παρούσας Συμφωνίας, αλλά όχι πέραν των δώδεκα μηνών από την ημερομηνία της απόρριψης από τις αεροπορικές αρχές του ενός εκ των Συμβαλλομένων Μερών. 7.Οι αεροπορικές αρχές κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους θα καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να διασφαλίσουν ότι οι διορισμένες αεροπορικές εταιρείες συμμορφώνονται προς τα τιμολόγια που έχουν συμφωνηθεί και υποβληθεί στις αεροπορικές αρχές των Συμβαλλομένων Μερών και ότι καμία εταιρεία δεν προβαίνει σε παράνομη επιστροφή οποιουδήποτε τμήματος των ως άνω τιμολογίων με οποιονδήποτε τρόπο άμεσο ή έμμεσο. Άρθρο 15 ΥΠΟΒΟΛΗ ΠΙΝΑΚΩΝ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΩΝ 1.Όχι αργότερα από τριάντα (30) ημέρες πριν από την έναρξη εκτέλεσης των συμφωνημένων δρομολογίων, η διορισμένη αεροπορική εταιρεία θα υποβάλλει τον προβλεπόμενο πίνακα δρομολογίων προς έγκριση στις αεροπορικές αρχές του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. Η ίδια διαδικασία θα εφαρμόζεται και σε οποιεσδήποτε σχετικές τροποποιήσεις. 2.Για πρόσθετες πτήσεις τις οποίες η διορισμένη αεροπορική εταιρεία ενός Συμβαλλόμενου Μέρους επιθυμεί να εκτελέσει επί των συμφωνημένων δρομολογίων πέραν του εγκεκριμένου πίνακα δρομολογίων, θα ποεπει να ζητήσει την εκ των προτέρων έγκριση των αεροπορικών αρχών του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. Αυτό το αίτημα συνήθως υποβάλλεται τουλάχιστον δύο εργάσιμες ημέρες πριν από την εκτέλεση των πτήσεων αυτών. Άρθρο 16 ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΩΝ Οι αεροπορικές αρχές αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Μερών θα χορηγούν η μια στην άλλη, ύστερα από αίτημά τους, περιοδικές στατιστικές ή άλλες συναφείς πληροφορίες σχετικά με την κίνηση που μεταφέρθηκε επί των συμφωνημένων δρομολογίων. Άρθρο 17 ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΙΣΚάθε Συμβαλλόμενο Μέρος δύναται οποτεδήποτε να ζητήσει διαπραγματεύσεις σχετικά με την υλοποίηση, ερμηνεία, εφαρμογή ή τροποποίηση της παρούσας Συμφωνίας. Οι διαπραγματεύσεις αυτές μεταξύ των αεροπορικών αρχών θα αρχίζουν εντός χρονικού διαστήματος εξήντα ημερών από την ημερομηνία λήψης από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος της γραπτής αιτήσεως, εκτός εάν συμφωνείται άλλως από τα Συμβαλλόμενα Μέρη. Άρθρο 18 ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 1.Οποιαδήποτε διαφορά προκύψει σχετικά με την παρούσα Συμφωνία, η οποία δεν δύναται να διευθετηθεί με απευθείας διαπραγματεύσεις ή μέσω της διπλωματικής οδού, θα υποβάλλεται, κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε εκ των Συμβαλλόμενων Μερών, σε διαιτητικό δικαστήριο. 2.Στην περίπτωση αυτή κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα διορίσει έναν διαιτητή και οι δύο διαιτητές θα διορίσουν έναν πρόεδρο, ο οποίος θα είναι υπήκοος τρίτης χώρας. Εάν εντός δύο μηνών από την ημερομηνία διορισμού από το ένα εκ των Συμβαλλόμενων Μερών του διαιτητή του, το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος δεν έχει διορίσει τον δικό του ή, εάν εντός ενός μηνός μετά το διορισμό του δεύτερου διαιτητή, οι δύο διαιτητές δεν συμφωνούν ως προς το διορισμό του Προέδρου, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος δύναται να ζητήσει από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας να προβεί στους απαραίτητους διορισμούς. Σε περίπτωση κατά την οποία ο Πρόεδρος του Συμβουλίου του Δ.Ο.Π.Α. είναι υπήκοος ενός των Συμβαλλόμενων Μερών, μπορεί να ζητηθεί από τον Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου, ο οποίος είναι υπήκοος τρίτης χώρας, να διορίσει τους διαιτητές. 3.Το διαιτητικό δικαστήριο θα καθορίσει τις διαδικασίες του. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θα πληρώσει τα έξοδα του διαιτητή του. Τα λοιπά έξοδα του διαιτητικού δικαστηρίου θα επιμερισθούν εξίσου μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών. 4.Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα συμμορφώνονται με κάθε απόφαση που λαμβάνεται κατά την εφαρμογή του Άρθρου αυτού. Άρθρο 19 ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ1.Εάν οποιοδήποτε από τα Συμβαλλόμενα Μέρη θεωρήσει επιθυμητή την τροποποίηση οποιασδήποτε διάταξης της παρούσας Συμφωνίας, η τροποποίηση αυτή, εφόσον συμφωνηθεί μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών, θα τίθεται σε ισχύ όταν τα Συμβαλλόμενα Μέρη έχουν γνωστοποιήσει το ένα στο άλλο την ολοκλήρωση των εσωτερικών τους διαδικασιών. 2.Τροποποιήσεις του Παραρτήματος της παρούσας Συμφωνίας δύνανται να συμφωνηθούν απευθείας μεταξύ των αεροπορικών αρχών των Συμβαλλόμενων Μερών. 3.Εφόσον τεθεί σε ισχύ γενική πολυμερής σύμβαση ή συμφωνία αεροπορικών μεταφορών, που αφορά αμφότερα τα Συμβαλλόμενα Μέρη, η παρούσα Συμφωνία θα θεωρείται ότι έχει τροποποιηθεί χωρίς περαιτέρω συμφωνία, καθόσον απαιτείται προκειμένου να συμμορφώνεται με τις διατάξεις της ως άνω πολυμερούς συμφωνίας. Άρθρο 20 ΛΗΞΗ ΙΣΧΥΟΣ 1.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος δύναται οποτεδήποτε να γνωστοποιήσει εγγράφως, προς το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, την απόφαση του να τερματίσει την ισχύ της παρούσας Συμφωνίας. Ανάλογη γνωστοποίηση θα διαβιβαστεί ταυτόχρονα στο Διεθνή Οργανισμό Πολιτικής Αεροπορίας. 2.Στην περίπτωση αυτή η Συμφωνία θα παύσει να ισχύει δώδεκα μήνες μετά τη λήψη της γνωστοποίησης από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, εκτός εάν η γνωστοποίηση καταγγελίας ανακληθεί με συμφωνία πριν την εκπνοή της ανωτέρω περιόδου. 3.Σε περίπτωση μη γνωστοποίησης της λήψης από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, θα θεωρείται ότι η γνωστοποίηση παρελήφθη δεκατέσσερις ημέρες μετά την ημερομηνία λήψης της γνωστοποίησης από το Διεθνή Οργανισμό Πολιτικής Αεροπορίας. Άρθρο 21 ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΗ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ Η παρούσα Συμφωνία, καθώς και όλες οι τυχόν τροποποιήσεις αυτής θα καταχωρίζονται στο Διεθνή Οργανισμό Πολιτικής Αεροπορίας. Άρθρο 22 ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ Η παρούσα Συμφωνία θα τεθεί σε ισχύ από την ημερομηνία κατά την οποία αμφότερα τα Συμβαλλόμενα Μέρη γνωστοποιούν δια της διπλωματικής οδού προς το άλλο, ότι έχουν ολοκληρώσει τις απαιτούμενες προς το σκοπό αυτόν εσωτερικές διαδικασίες. Σε πίστωση των ανωτέρω υπεγράφη η παρούσα Συμφωνία από τους κατωτέρω υπογεγραμμένους πληρεξουσίους, οι οποίοι έχουν εξουσιοδοτηθεί για το σκοπό αυτόν από τις αντίστοιχες Κυβερνήσεις τους. Έγινε στη Λιουμπλιάνα στις 30 Νοεμβρίου 2001, σε δύο (2) αντίτυπα, στην ελληνική, σλοβένικη και αγγλική γλώσσα και τα τρία κείμενα θεωρούμενα εξίσου αυθεντικά. Σε περίπτωση διαφοράς στην ερμηνεία θα υπερισχύει το αγγλικό κείμενο. ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΣΛΟΒΕΝΙΑΣ (υπογραφή) (υπογραφή) ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΙΑΝΝΙΤΣΗΣ SΑΜUΕL ΖΒΟGΑR Υπουργός Αναπληρωτής Υφυπουργός Εξωτερικών Εξωτερικών
Άρθρο 2
1.  
    Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και της Συμφωνίας που κυρώνεται από την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 22 αυτής. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία