ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Νόμος

ΚΩΔΙΚΟΣ

2004/3232

ΦΕΚ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

2004-02-12

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2004-02-12

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

2004-02-12

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑ ΔΑΣΟΚΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΛΙΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Θέματα κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Άρθρο 1 "Διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης"
1.  
    Οι ασφαλιστικοί φορείς κύριας ασφάλισης που κρίνονται απονέμοντες οργανισμοί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.Δ. 4202/1961, όπως αυτές ισχύουν, υπολογίζουν και το τμήμα της σύνταξης που αναλογεί στους συμμετέχοντες. Ο υπολογισμός των τμηματικών ποσών του απονέμοντος και των συμμετεχόντων γίνεται ως εξής:.
  1. Ο απονέμων οργανισμός υπολογίζει με τα αρμόδια όργανά του το ποσό της σύνταξης που κατά τη νομοθεσία που τον διέπει αντιστοιχεί στο σύνολο του χρόνου που πραγματοποιήθηκε διαδοχικά και προσδιορίζει το τμήμα που αναλογεί στο χρόνο που διανύθηκε στην ασφάλισή του
  2. Ο ίδιος οργανισμός υπολογίζει και το ποσό της σύνταξης του συμμετέχοντα που σύμφωνα με τη νομοθεσία του αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισής του σε ποσοστό επί τοις εκατό των συντάξιμων αποδοχών, όπως αυτές ορίζονται από τις διατάξεις της επόμενης παραγράφου, για κάθε έτος ασφάλισης και μέχρι 35 έτη ασφάλισης
  3. Τα ποσοστά καθορίζονται σε 2% για Ι.Κ.Α., Ν.Α.Τ., Ο.Γ.Α. και Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Σ.Α.), σε 2,85% για το Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Α.Ε.), σε 3% για το Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Ε.Β.Ε.) και σε 2,286% για το Δημόσιο και τους λοιπούς φορείς ασφάλισης μισθωτών και αυτοτελώς απασχολουμένων.
  4. Τα προσδιοριζόμενα τμήματα σύνταξης σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερα του τμήματος του κατώτατου ορίου σύνταξης που αναλογεί στο χρόνο ασφάλισης ή του ποσού που προκύπτει από τον υπολογισμό με βάση το χρόνο και μόνο που διανύθηκε στην ασφάλισή τους, εφόσον με το χρόνο αυτόν θεμελιώνεται αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα με τις διατάξεις των οργανισμών αυτών χωρίς αναγωγή στα κατώτατα όρια σύνταξης
  5. Το άθροισμα των τμημάτων της σύνταξης αποτελεί το συνολικό ποσό σύνταξης που καταβάλλεται στον δικαιούχο από τον απονέμοντα τη σύνταξη οργανισμό και θα αυξάνεται με το ίδιο ποσοστό που θα αυξάνονται οι συντάξεις του οργανισμού αυτού.
  6. Αν το ποσό αυτό είναι μικρότερο του κατώτατου ορίου σύνταξης του απονέμοντα οργανισμού, τότε καταβάλλεται στο συνταξιούχο το κατώτερο όριο σύνταξης αυτού.
2.  
  1. Όταν οι συνυπολογιζόμενοι χρόνοι διαδοχικής ασφάλισης έχουν διανυθεί σε φορείς ασφάλισης μισθωτών, οι συντάξιμες αποδοχές του χρόνου διακοπής της ασφάλισης, οι οποίες προβλέπονται από τη νομοθεσία κάθε συμμετέχοντα οργανισμού, όπως ισχύουν, αναπροσαρμόζονται από τον απονέμοντα οργανισμό με βάση το μέσο ετήσιο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή όλων των ετών που έχουν μεσολαβήσει από τη διακοπή της ασφάλισης μέχρι το προηγούμενο έτος του χρόνου υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση
  2. Οι συμμετέχοντες οργανισμοί μισθωτών υποχρεούνται να διαβιβάζουν στον απονέμοντα οργανισμό βεβαίωση για το χρόνο που διανύθηκε στην ασφάλισή τους, τις συντάξιμες αποδοχές των χρονικών περιόδων που προβλέπονται από τις νομοθεσίες τους, το εκάστοτε ισχύον ανώτατο όριο αποδοχών, καθώς επίσης και τα ποσά σύνταξης που σύμφωνα με τη νομοθεσία τους αντιστοιχούν στο αυτοτελές δικαίωμα και στο κατώτατο όριο, όπου αυτό προβλέπεται.
  3. Η βεβαίωση αυτή αποτελεί εκτελεστή πράξη της διοίκησης και υπόκειται σε όλα τα ένδικα μέσα.
  4. Όταν συμμετέχοντες οργανισμοί είναι οργανισμοί αυτοτελώς απασχολουμένων, γνωστοποιούν στον απονέμοντα τις κατηγορίες στις οποίες ασφαλίστηκε ο ασφαλισμένος και τις αντίστοιχες χρονικές περιόδους που κατέβαλε εισφορές, όπως αυτές ισχύουν κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης και υπολογίζεται η μέση τιμή των εισφορών αυτών ανάλογα με το χρόνο που διανύθηκε σε κάθε κατηγορία.
  5. Το ποσό αυτό μετατρέπεται σε αποδοχές βάσει των εισφορών εργοδότη και ασφαλισμένου για τον κλάδο κύριας σύνταξης του Ι.Κ.Α. που ισχύουν κατά το χρόνο διακοπής της ασφάλισής του στο φορέα αυτόν.
  6. Όταν ο χρόνος ασφάλισης διακόπτεται μέχρι και την προηγουμένη της 1.3.1976, το ποσοστό ασφαλίστρου καθορίζεται ενιαία σε 12,75%.
  7. Σε περίπτωση που η σύνταξη υπολογίζεται με βάση μισθό δημοσίου λειτουργού ή βασικό ποσό, η αναπροσαρμογή γίνεται βάσει των ποσών που ισχύουν κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης.
  8. Επίσης γνωστοποιούν και τα ποσά σύνταξης που σύμφωνα με τη νομοθεσία τους αντιστοιχούν στο αυτοτελές δικαίωμα και στο κατώτατο όριο σύνταξης.
3.  
    Όταν συμμετέχων φορέας είναι φορέας αυτοτελώς απασχολουμένων, ο ασφαλισμένος δύναται με αίτησή του να ζητήσει τον υπολογισμό της σύνταξής του και με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 1405/1983, όπως ισχύουν. Μετά τον επανυπολογισμό της σύνταξης και εφόσον προκύπτει διαφορά υπέρ του ασφαλισμένου, η διαφορά αυτή καταβάλλεται αναδρομικά από την ημερομηνία συνταξιοδότησής του.
4.  
    Το τμήμα του ποσού της σύνταξης που αναλογεί στο συμμετέχοντα και υπολογίζεται σύμφωνα με τα ανωτέρω, καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 11 του Ν. 1405/ 1983, όπως ισχύει, και τα οποία προστέθηκαν με το άρθρο 69 του Ν. 2084/1992. Το ανωτέρω τμηματικό ποσό δύναται κατ επιλογή του ασφαλισμένου να καταβληθεί ταυτόχρονα με αυτό του απονέμοντα, μειωμένο κατά 3% για κάθε χρόνο που υπολείπεται μέχρι τη συμπλήρωση των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 69 του Ν. 2084/1992 ορίων ηλικίας.
5.  
    Αν ο απονέμων φορέας μισθωτών είναι προηγούμενος του τελευταίου οργανισμού, ο υπολογισμός του ποσού της σύνταξης πραγματοποιείται βάσει των αποδοχών του ασφαλισμένου που λαμβάνονται υπόψη για την απονομή της σύνταξης σύμφωνα με τη νομοθεσία του κάθε οργανισμού αναπροσαρμοσμένες με το μέσο ετήσιο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, με εξαίρεση το Δημόσιο, για το οποίο ως προς την αναπροσαρμογή των συντάξιμων αποδοχών έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 9 και 34 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (Π.Δ. 166/2000), κατά περίπτωση.
6.  
    Χρόνος ασφάλισης ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τη συνταξιοδότηση είναι ο χρόνος που υπολογίζεται για την απονομή της σύνταξης σύμφωνα με τη νομοθεσία του οργανισμού στον οποίο διανύθηκε και εφόσον έχουν καταβληθεί οι ασφαλιστικές εισφορές, που αντιστοιχούν στο χρόνο αυτόν μαζί με τα τυχόν πρόσθετα τέλη ή έχει ρυθμισθεί με διάταξη νόμου η καταβολή τους σε δόσεις μέχρι και την ημέρα πριν από την έκδοση της απόφασης συνταξιοδότησης του οργανισμού, ο οποίος απονέμει τη σύνταξη
7.  
    Σε περίπτωση που έχει ρυθμιστεί η καταβολή οφειλόμενων εισφορών και των πρόσθετων τελών σε δόσεις, όπως ορίζεται από γενικές ή ειδικές διατάξεις του οικείου φορέα, ο οργανισμός που απονέμει τη σύνταξη παρακρατεί κάθε μήνα τμήμα αυτής, ίσο με το ποσό κάθε δόσης και το συνολικό ποσό των οφειλόμενων εισφορών και πρόσθετων τελών εκπίπτει από το ποσό συμμετοχής στη δαπάνη συνταξιοδότησης, όπως προσδιορίζεται το τμήμα της σύνταξης σύμφωνα με τα ανωτέρω
8.  
    Στο συνολικό ποσό της σύνταξης διαδοχικά ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α. και ανεξάρτητα αν ο Ο.Γ.Α. είναι απονέμων ή συμμετέχων οργανισμός προστίθεται το ποσό της συνταξιοδοτικής παροχής που προβλέπεται από το Ν. 4169/1961 και το Ν.Δ. 4575/1966 (ΦΕΚ 227 Α΄), όπως ισχύουν. Η παρ. 2 του άρθρου 8 του Ν. 3050/2002 και το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 2458/1997 καταργείται. Εκκρεμείς αιτήσεις σε οποιοδήποτε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας κρίνονται με τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης με δυνατότητα του ασφαλισμένου να ζητήσει με νεότερη αίτηση την κρίση του δικαιώματός του με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
9.  
    Όταν συμμετέχων φορέας είναι ο Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Ε.Β.Ε.), το ποσό της σύνταξης προσαυξάνεται και με το τμήμα του βασικού ποσού που προβλέπεται από τη νομοθεσία του.
10.  
  1. Για κάθε διαδοχικά ασφαλιζόμενο πρόσωπο τηρείται Δελτίο Διαδοχικής Ασφάλισης σε κύριους και επικουρικούς φορείς, με εξαίρεση το Δημόσιο, το οποίο τηρεί πιστοποιητικό υπηρεσιακών μεταβολών.
  2. Σε περίπτωση διακοπής της ασφάλισης λόγω αλλαγής ασφαλιστικού φορέα, ο ασφαλισμένος υποβάλλει αίτηση για σύνταξη Δελτίου Ασφάλισης στον πρώτο οργανισμό, στον οποίο και γνωστοποιεί το νέο φορέα ασφάλισής του.
  3. Το καθ ύλην αρμόδιο όργανο του ασφαλιστικού οργανισμού υποχρεούται μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή της αίτησης να συντάξει το παραπάνω Δελτίο, το οποίο επέχει θέση απόφασης υποκείμενης σε όλα τα κατά το νόμο προβλεπόμενα ένδικα μέσα.
  4. Το Δελτίο με ευθύνη του ασφαλιστικού οργανισμού αποστέλλεται στο νέο οργανισμό ασφάλισης και στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος υποχρεούται να τηρεί αυτό μέχρι τη συνταξιοδότησή του.
  5. Η διαδικασία αυτή ακολουθείται σε κάθε περίπτωση αλλαγής ασφαλιστικού φορέα ή βεβαίωσης επιπλέον χρόνου ασφάλισης από προηγούμενο φορέα.
  6. Σε κάθε νέο φορέα αποστέλλεται το σύνολο των Δελτίων των προηγούμενων φορέων.
  7. Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να επιμελείται και ο ίδιος για την αποστολή του Δελτίου του από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς και να τηρεί επικυρωμένο αντίγραφο.
  8. Με υπουργική απόφαση, μετά από γνώμη των Δ.Σ. των Ι.Κ.Α., Ο.Α.Ε.Ε., Ο.Γ.Α. και Ν.Α.Τ., καθορίζεται ο τρόπος τήρησης του Δελτίου σε έγγραφη ή ηλεκτρονική μορφή ή και τα δύο, ο τύπος, τα ατομικά και ασφαλιστικά στοιχεία και οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια που κρίνεται αναγκαία για την υλοποίηση των ανωτέρω.
  9. Οι ασφαλισμένοι φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης που, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση περισσοτέρων του ενός φορέων ασφάλισης, υποχρεούνται εντός έξι (6) μηνών από την ισχύ της διάταξης αυτής να ζητήσουν από τους προηγούμενους ασφαλιστικούς τους φορείς τη σύνταξη των αντίστοιχων δελτίων χρόνου ασφάλισης και την αποστολή τους στον τελευταίο ασφαλιστικό οργανισμό, το οποίο θα συμπληρώνεται και τηρείται σε κάθε επόμενη αλλαγή φορέα
  10. Στις περιπτώσεις που στον τελευταίο φορέα διαπιστώνεται η έλλειψη των όρων της κρίσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και διαβιβάζεται η αίτηση στους προηγούμενους φορείς, από την ημερομηνία που φέρει το έγγραφο διαβίβασης της αίτησης, στο Δελτίο Διαδοχικής Ασφάλισης αναγράφονται, εκτός του χρόνου ασφάλισης, οι αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών και τα ποσά που αντιστοιχούν στο αυτοτελές δικαίωμα και στο κατώτατο όριο σύνταξης.
  11. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και από τους λοιπούς φορείς, όταν διαπιστώνεται ότι δεν είναι αρμόδιοι για την απονομή της σύνταξης.
  12. Όλα τα αναγραφόμενα στοιχεία λαμβάνονται υπόψη από τον απονέμοντα οργανισμό για τον υπολογισμό των ποσών της σύνταξης.
11.  
    Για την εφαρμογή του άρθρου αυτού και όπου απαιτείται, εκπονείται από τη Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων ειδική μηχανογραφική εφαρμογή. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανατίθεται η εκπόνηση της ειδικής μηχανογραφικής εφαρμογής σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Με την ίδια ανωτέρω υπουργική απόφαση δύναται να ρυθμίζονται συναφή θέματα και λεπτομέρειες αναγκαίες για την ενιαία εφαρμογή της μηχανογραφικής εφαρμογής στους ασφαλιστικούς οργανισμούς.
12.  
    Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 και τα τέσσερα πρώτα εδάφια της παρ. 3 του άρθρου 11 του Ν. 1405/ 1983, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 4 του Ν. 1539/ 1985, το άρθρο 15 του Ν. 1902/1990 και το άρθρο 18 του Ν. 2079/ 1992, παύουν να ισχύουν για τους φορείς κύριας ασφάλισης, με την επιφύλαξη της παρ. 3 του άρθρου αυτού. Οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.Δ. 4202/1961, όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 1405/1983, εξακολουθούν να εφαρμόζονται:.
  1. Σε ασφαλισμένους οι οποίοι μέχρι και την 31.12.1978 είχαν υπαχθεί διαδοχικά στην ασφάλιση δύο ή περισσότερων οργανισμών που ασφαλίζουν μισθωτούς ή αυτοτελώς απασχολουμένους και.
  2. Σε ασφαλισμένους που ασφαλίστηκαν μεν διαδοχικά για πρώτη φορά από 1.1.1979 και μετά, από φορέα ασφάλισης μισθωτών σε άλλο φορέα ασφάλισης μισθωτών, παρέμειναν όμως απασχολούμενοι στον ίδιο εργοδότη, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 15 του Ν. 2556/ 1997.
  3. Αν ο απονέμων οργανισμός είναι προηγούμενος του τελευταίου, ο υπολογισμός του ποσού της σύνταξης πραγματοποιείται βάσει των αποδοχών του ασφαλισμένου που λαμβάνονται υπόψη για την απονομή της σύνταξης, σύμφωνα με τη νομοθεσία του, αναπροσαρμοσμένες με το μέσο ετήσιο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, με εξαίρεση το Δημόσιο για το οποίο, ως προς την αναπροσαρμογή των συντάξιμων αποδοχών, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 9 και 34 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, κατά περίπτωση.
13.  
    Για τους Οργανισμούς Επικουρικής Ασφάλισης, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.Δ. 4202/1961 και του άρθρου 11 του Ν. 1405/1983, όπως αυτές ισχύουν. Οι αποδοχές επί των οποίων υπολογίζεται η σύνταξη είναι αυτές που λαμβάνει ο ασφαλισμένος κατά το χρόνο διακοπής της ασφάλισής του, αναπροσαρμοσμένες σύμφωνα με το μέσο ετήσιο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.
14.  
    Εκκρεμείς αιτήσεις σε οποιοδήποτε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας κρίνονται με τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης. Είναι δυνατή η επανυποβολή νέας αίτησης για να κριθεί το δικαίωμα συνταξιοδότησης με τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Στην περίπτωση αυτή τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από τον επόμενο μήνα της υποβολής της νέας αίτησης.
15.  
    Οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 4202/1961, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 9 του Ν. 1405/1983 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 14 του Ν. 1902/1990, ισχύουν για το Ν.Α.Τ., Οίκο Ναύτου και γενικά για τους εργαζόμενους επί πλοίων. Εκκρεμείς περιπτώσεις θα επανεξεταστούν σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του Ν. 4202/1961, όπως ισχύουν. Τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του μήνα δημοσίευσης του νόμου αυτού.
Άρθρο 2 "Συμμετοχή των οργανισμών στη δαπάνη συνταξιοδότησης"
1.  
    Η συμμετοχή στη δαπάνη της συνταξιοδότησης για τους συμμετέχοντες φορείς γίνεται ως εξής:
  1. Το τμήμα σύνταξης που αναλογεί στο χρόνο ασφάλισης που διανύθηκε στο συμμετέχοντα φορέα, όπως αυτό προσδιορίσθηκε από τις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου αυτού, πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμό των καταβαλλόμενων συντάξεων ετησίως και το ποσό που προκύπτει πολλαπλασιάζεται επί έναν αναλογιστικό συντελεστή, ο οποίος εκφράζει το εφάπαξ ποσό που ισούται με την παρούσα αξία σύνταξης μιας νομισματικής μονάδας, που καταβάλλεται εφ όρου ζωής στον ασφαλισμένο και στους δικαιούχους του, η δε τιμή του καθορίζεται από την ηλικία του ασφαλισμένου και την αιτία συνταξιοδότησης.
  2. Σε περίπτωση χορήγησης κατώτατων ορίων σύνταξης, το ποσό της σύνταξης επιμερίζεται ανάλογα με το ποσό του τμήματος σύνταξης που έχει υπολογισθεί για κάθε φορέα.
  3. Ο συντελεστής του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει από τους πίνακες 1 έως και 7 του άρθρου 3 του νόμου αυτού.
  4. Ο ανωτέρω αναλογιστικός συντελεστής μπορεί να μεταβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
  5. Ο παραπάνω τρόπος διακανονισμού δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις των μη οριστικών συντάξεων αναπηρίας.
  6. Στην περίπτωση αυτή το ποσό της συμμετοχής καθορίζεται από το γινόμενο της σύνταξης αναπηρίας που αντιστοιχεί στο συμμετέχοντα φορέα και των μηνών καταβολής αυτής στους οποίους προστίθενται και οι μήνες που αντιστοιχούν στα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας.
  7. Στην περίπτωση προσωρινών συντάξεων αναπηρίας δεν μεταφέρεται ο χρόνος στον απονέμοντα φορέα, μη εφαρμοζομένων των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου αυτού.
2.  
    Εντός του πρώτου τριμήνου κάθε έτους υπολογίζονται από καθέναν ασφαλιστικό οργανισμό τα ποσά που οφείλουν να του καταβάλλουν οι άλλοι οργανισμοί σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. Η διαφορά των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων είναι το ποσό που οφείλει να καταβάλει ο κάθε οργανισμός.
3.  
    Το ποσό συμμετοχής στη δαπάνη συνταξιοδότησης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τις προηγούμενες παραγράφους 1 και 2, αποδίδεται από τον υπόχρεο ασφαλιστικό οργανισμό στους οργανισμούς στους οποίους οφείλεται είτε εφάπαξ είτε σε δόσεις, η τελευταία των οποίων θα είναι μέχρι το τέλος του έτους εντός του οποίου γνωστοποιείται η οφειλή. Σε περίπτωση καθυστέρησης της απόδοσης του ποσού της συμμετοχής ή δόσης αυτού, τα καθυστερούμενα ποσά επιβαρύνονται με πρόσθετα τέλη ίσα προς αυτά που επιβάλλονται από τον οργανισμό στον οποίον οφείλονται τα καθυστερούμενα σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών και εισπράττονται σύμφωνα με τα οριζόμενα από τη νομοθεσία του οργανισμού αυτού για την αναγκαστική είσπραξη των καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών.
4.  
    Μετά τον ανωτέρω διακανονισμό παύει κάθε υποχρέωση των οργανισμών που συμμετέχουν στη δαπάνη της συνταξιοδότησης προς τον οργανισμό που απονέμει τη σύνταξη. Ο ασφαλισμένος των παραπάνω οργανισμών θεωρείται οριστικά συνταξιούχος του οργανισμού που απονέμει τη σύνταξη από την ημέρα που αρχίζει η καταβολή της σύνταξής του. Από την ίδια ημέρα παύει κάθε υποχρέωση των οργανισμών που συμμετέχουν στη δαπάνη της συνταξιοδότησης προς τον ασφαλισμένο τους και δεν είναι πλέον δυνατή η αποδέσμευση του χρόνου που διανύθηκε στην ασφάλιση των οργανισμών αυτών. Επιφυλασσομένων των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν. 825/1978 και της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3029/2002, ο χρόνος ασφάλισης όλων των οργανισμών, ο οποίος λήφθηκε υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης, λογίζεται για τον εφεξής χρόνο ότι πραγματοποιήθηκε στην ασφάλιση του οργανισμού που απένειμε τη σύνταξη. Στις περιπτώσεις υπολογισμού της σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 1405/ 1983, ο απονέμων οργανισμός κατανέμει το ποσό της σύνταξης, η οποία έχει υπολογισθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του και το συνολικό χρόνο ασφάλισης, μεταξύ των οργανισμών στους οποίους ασφαλίστηκε διαδοχικά ο ασφαλισμένος, ανάλογα με το χρόνο ασφάλισης που έχει διανυθεί στον καθένα. Στη συνέχεια, γνωστοποιεί στο συμμετέχοντα φορέα το τμήμα σύνταξης που του αναλογεί και ο διακανονισμός των οφειλόμενων ποσών γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου αυτού.
Άρθρο 4
1.  
    Ο/η διαζευγμένος/η, σε περίπτωση θανάτου του/της πρώην συζύγου, δικαιούται σύνταξη λόγω θανάτου του/της πρώην συζύγου από το Δημόσιο, τους φορείς κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το Ν.Α.Τ., εφόσον πληροί αθροιστικά τις εξής προϋποθέσεις:.
  1. Να έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας ή να είναι ανίκανος/η για την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό 67% και άνω.
  2. Η ανικανότητα στην περίπτωση αυτή κρίνεται κατά το χρόνο του θανάτου του/της πρώην συζύγου και βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής.
  3. Ο/η πρώην σύζυγος, κατά τη στιγμή του θανάτου του, να κατέβαλε διατροφή που είχε καθοριστεί είτε με δικαστική απόφαση είτε με σύμβαση μεταξύ των πρώην συζύγων
  4. 15 έτη έγγαμου βίου μέχρι τη λύση του γάμου με αμετάκλητη δικαστική απόφαση
  5. Το διαζύγιο να μην οφείλεται σε ισχυρό κλονισμό της εγγάμου συμβιώσεως υπαιτιότητα του αιτούντος τη σύνταξη
  6. Συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο εισόδημα το οποίο να μην υπερβαίνει το ποσό των εκάστοτε καταβαλλόμενων από τον Ο.Γ.Α. ετήσιων συντάξεων στους ανασφάλιστους υπερήλικες.
  7. Να μην έχει τελεστεί άλλος γάμος
2.  
    Το ποσό σύνταξης που δικαιούται ο/η διαζευγμένος/η καθορίζεται ως εξής:
  1. Σε περίπτωση θανάτου του/της πρώην συζύγου, το ποσό σύνταξης που δικαιούται ο χήρος ή η χήρα επιμερίζεται κατά 70% στο χήρο ή χήρα και 30% στο/η διαζευγμένο/η. Εάν ο έγγαμος βίος είχε διαρκέσει 25 έτη και άνω, το ποσό της σύνταξης του/της χήρας επιμερίζεται κατά 60% στο χήρο ή χήρα και κατά 40% στο διαζευγμένο/η. Στις ανωτέρω περιπτώσεις εάν ο θανών ή η θανούσα δεν καταλείπει χήρα/ο, ο/η διαζευγμένος/η δικαιούται το αυτό ποσοστό του/της διαζευγμένου/ης ήτοι 30% ή 40% αντίστοιχα, της σύνταξης που θα εδικαιούτο ο χήρος ή η χήρα.
  2. Σε περίπτωση περισσότερων του ενός δικαιούχων διαζευγμένων το αναλογούν κατά τα ως άνω ποσοστά ποσό σύνταξης επιμερίζεται εξίσου μεταξύ αυτών
3.  
    Η σύνταξη αρχίζει να καταβάλλεται από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης και διακόπτεται σε περίπτωση τέλεσης νέου γάμου μετά τη συνταξιοδότηση
4.  
    Εάν η διάζευξη έλαβε χώρα πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ο ασφαλιστικός κίνδυνος επαληθεύθηκε μετά την έναρξη ισχύος αυτού, ως προς τη συνταξιοδότηση του/της διαζευγμένου/ης εφαρμόζονται, αντίστοιχα, οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2
5.  
    Εάν η διάζευξη και ο ασφαλιστικός κίνδυνος επαληθεύθηκε πριν την ισχύ των διατάξεων του νόμου αυτού, ο/η διαζευγμένος/η δικαιούται συντάξεως μόνο σε περίπτωση που η σύνταξη του/της πρώην συζύγου δεν έχει μεταβιβασθεί σε χήρο/α σύζυγο ή τέκνα του
6.  
    Οι διατάξεις περί κατώτατου ορίου και Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ε.Κ.Α.Σ.) δεν έχουν εφαρμογή για συντάξεις που κανονίζονται με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
7.  
    Το συνολικό ετήσιο ατομικό εισόδημα αποδεικνύεται από το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος και αφορά εισοδήματα που δηλώθηκαν με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του προηγούμενου οικονομικού έτους. Σε περίπτωση μη υποχρέωσης υποβολής φορολογικής δήλωσης το εν λόγω εισόδημα αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 η οποία θεωρείται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ο έλεγχος των εισοδηματικών κριτηρίων διενεργείται ανά διετία.
8.  
    Οι ανωτέρω συνταξιοδοτηθέντες καλύπτονται για παροχές ασθένειας από τον ασφαλιστικό οργανισμό του/της πρώην συζύγου, εφόσον δεν καλύπτονται άμεσα ή έμμεσα από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό. Από το καταβαλλόμενο ποσό σύνταξης παρακρατείται η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του οικείου ασφαλιστικού φορέα εισφορά συνταξιούχου.
Άρθρο 5 "Ρύθμιση συνταξιοδοτικών θεμάτων ατόμων με αναπηρίες"
1.  
    Οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 612/1977 (ΦΕΚ 164 Α΄) εφαρμόζονται και στους ασφαλισμένους των ασφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι οποίοι πάσχουν από αιμορροφιλία τύπου Α΄ ή Β΄, καθώς και στους μεταμοσχευόμενους από συμπαγή όργανα (καρδιά - πνεύμονες - ήπαρ και πάγκρεας), που βρίσκονται σε συνεχή ανοσοκαταστολή, εφόσον για τις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%.
2.  
    Στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 42 του Ν. 1140/1981 (ΦΕΚ 68 Α΄), όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά, υπάγονται και οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι των ασφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους, που:.
  1. πάσχουν από μυασθένεια-μυοπάθεια με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω,
  2. έχουν ακρωτηριασμό κατά τα τέσσερα άκρα, από τον αστράγαλο και πάνω για τα δύο κάτω άκρα και από τον καρπό και πάνω για τα δύο άνω άκρα ή έχουν υψηλό μηριαίο ακρωτηριασμό των δύο κάτω άκρων ή πλήρη ακρωτηριασμό των δύο άνω άκρων ή αντίστοιχο ακρωτηριασμό του ενός κάτω άκρου και του ενός άνω άκρου, που δεν επιδέχονται εφαρμογής τεχνητού μέλους και
  3. έχουν φωκομέλεια που επιφέρει τον ίδιο βαθμό κινητικής αναπηρίας με την παραπάνω περίπτωση β΄ της παραγράφου αυτής,
  4. πάσχουν από σκλήρυνση κατά πλάκας που επιφέρει παραπληγία - τετραπληγία με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω,
  5. έχουν πλήρη ακρωτηριασμό του ενός άνω ή κάτω άκρου με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, που δεν επιδέχεται εφαρμογής τεχνητού μέλους.
  6. Το ύψος του επιδόματος στην περίπτωση αυτή καθορίζεται στο δεκαπλάσιο του κατώτατου ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως ισχύει κάθε φορά.
3.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 2 του Ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297 Α΄) αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε, ως εξής: 2. Οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 612/1977 εφαρμόζονται και στους ασφαλισμένους των ασφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι οποίοι πάσχουν από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου και υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση ή έχουν υποστεί μεταμόσχευση νεφρού, εφόσον για τις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%. Η σύνταξη που καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου καθίσταται οριστική με την προϋπόθεση ότι ο συνολικός χρόνος ασφάλισης που απαιτείται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος έχει διανυθεί κατά το χρόνο που ο ασφαλισμένος βρίσκεται στο τελικό στάδιο χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας. Για τους ασφαλισμένους που ο απαιτούμενος χρόνος ασφάλισης για θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος έχει διανυθεί κατά το χρόνο που ο ασφαλισμένος βρισκόταν πριν το τελικό στάδιο χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας, η σύνταξη του προηγούμενου εδαφίου καθίσταται οριστική έξι έτη μετά τη συνταξιοδότηση του δικαιούχου και εφόσον στο διάστημα της εξαετίας αυτής έχει εξετασθεί τουλάχιστον δύο φορές από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές..
4.  
    Μητέρες αναπήρων τέκνων με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω, καθώς και σύζυγοι αναπήρων με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω, εφόσον έχουν διανύσει τουλάχιστον δεκαετή έγγαμο βίο, ασφαλισμένοι σε φορείς κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με τη συμπλήρωση 7.500 ημερών εργασίας ή 25 ετών ασφάλισης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας και ανεξαρτήτως χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση. Για τη συμπλήρωση του παραπάνω χρόνου δεν συνυπολογίζεται ο προβλεπόμενος από την παρ. 7 του άρθρου 4 του Ν. 3029/2002 (ΦΕΚ 1 Α΄). Το καταβαλλόμενο ποσό σύνταξης δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το πλήρες κατώτατο όριο σύνταξης λόγω γήρατος, που καταβάλλεται κάθε φορά από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα.
5.  
  1. Παιδιά ορφανά και από τους δύο γονείς που πάσχουν από νοητική υστέρηση ή αυτισμό ή από πολλαπλές βαριές αναπηρίες ή από χρόνιες ψυχικές διαταραχές που επιφέρουν μόνιμο ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω δικαιούνται το σύνολο του ποσού της σύνταξης που πράγματι ελάμβανε ο θανών γονέας ή προκειμένου περί ασφαλισμένου, το ποσό που εδικαιούτο να λάβει ο θανών, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις του οικείου φορέα κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εργάζονται ή δεν ασκούν κάποιο επάγγελμα ή δεν παίρνουν σύνταξη από δική τους εργασία.
  2. Το ανωτέρω ποσό δεν επιτρέπεται να είναι μικρότερο του κατώτατου ορίου σύνταξης γήρατος ή βαριάς αναπηρίας και, επί θανάτου συνταξιούχου που ελάμβανε μειωμένη σύνταξη από οποιαδήποτε αιτία, του κατώτατου ορίου σύνταξης λόγω θανάτου.
  3. Το ποσό της ανωτέρω σύνταξης κατανέμεται ισομερώς αν υφίστανται περισσότερα του ενός παιδιά με τις ανωτέρω αναπηρίες.
  4. Αν τα παιδιά που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής δικαιούνται κύρια σύνταξη και από τον έτερο θανόντα γονέα ή έλκουν δικαίωμα περισσότερων της μιας κύριων συντάξεων από τον ένα θανόντα γονέα λαμβάνουν το πλήρες ποσό της μεγαλύτερης σε ύψος σύνταξης και τα ποσά της δεύτερης ή των λοιπών κύριων συντάξεων κατανέμονται κατά τα ποσοστά που προβλέπονται από τις καταστατικές διατάξεις του οικείου φορέα για τα δικαιοδόχα πρόσωπα.
  5. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή στην περίπτωση που οι ως άνω αναπηρίες έχουν επέλθει πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας ή του 24ου σε περίπτωση σπουδών σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές.
  6. Αν εκτός των αναπήρων παιδιών που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ υπάρχουν και υγιή προστατευόμενα παιδιά σύμφωνα με τη νομοθεσία του οικείου φορέα, το πλήρες ποσό της κύριας σύνταξης του θανόντος ασφαλισμένου ή συνταξιούχου κατανέμεται στα μεν υγιή παιδιά κατά τα ποσοστά που προβλέπονται από τη νομοθεσία του οικείου φορέα, στα δε ανάπηρα παιδιά της παραγράφου αυτής προσαυξημένο κατά 20%.
  7. Σε καμία περίπτωση το χορηγούμενο σε όλα τα παιδιά ποσό σύνταξης δεν μπορεί να υπερβαίνει το πλήρες ποσό σύνταξης που εδικαιούτο ο θανών, ούτε να υπολείπεται του ποσού που ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α΄.
  8. Αν τα ποσά που προκύπτουν με βάση τον ανωτέρω υπολογισμό υπερβαίνουν το πλήρες ποσό σύνταξης του θανόντος ή το κατώτατο όριο που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α΄, τα αντίστοιχα ποσοστά των δικαιοδόχων παιδιών μειώνονται ισομερώς.
  9. Μετά τη διακοπή της σύνταξης των υγιών παιδιών, το ποσό που αναλογεί στα τελευταία καταβάλλεται στο ανάπηρο παιδί ή επιμερίζεται ισομερώς αν τα ανάπηρα είναι περισσότερα του ενός.
  10. Αν εκτός από τα πρόσωπα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ υπάρχει επιζών σύζυγος ή διαζευγμένος που είναι δικαιούχος, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ο επιμερισμός του ποσού της κύριας σύνταξης γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του οικείου φορέα
  11. Οι ρυθμίσεις των ανωτέρω περιπτώσεων ισχύουν για παιδιά ασφαλισμένων και συνταξιούχων ανεξάρτητα από το χρόνο υπαγωγής τους στην ασφάλιση.
  12. Διατάξεις που ρυθμίζουν διαφορετικά τον τρόπο συνταξιοδότησης των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό προσώπων δεν ισχύουν.
6.  
    Η παράγραφος 3 του άρθρου 13 του Ν. 997/1979 (ΦΕΚ 287 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: 3. Οι διατάξεις της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 5 του Ν. 825/1978, όπως ισχύουν κάθε φορά, δεν εφαρμόζονται για τους συνταξιούχους του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., οι οποίοι λαμβάνουν και άλλη σύνταξη ως ανάπηροι και θύματα πολεμικής ή ειρηνικής περιόδου κατά την εκτέλεση της στρατιωτικής τους υπηρεσίας..
7.  
    Ο περιορισμός που τίθεται από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 612/1977 δεν έχει εφαρμογή για τους τυφλούς ασφαλισμένους που συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις αυτές. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται ανάλογα και για τους τυφλούς που έχουν συνταξιοδοτηθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, τα οικονομικά, όμως, αποτελέσματα αρχίζουν από την ημερομηνία υποβολής σχετικής αίτησης του ενδιαφερομένου.
Άρθρο 6 "Ασφάλιση συγγραφέων"
1.  
    Στην ασφάλιση του κλάδου σύνταξης και ασθένειας του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.) υπάγονται οι θεατρικοί συγγραφείς, ποιητές και πεζογράφοι, που χαρακτηρίζονται ως έχοντες την ανωτέρω ιδιότητα, από ειδική επιτροπή του Υπουργείου Πολιτισμού, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού μέσα σε τρεις μήνες από της εκδόσεως του προεδρικού διατάγματος της παρ. 7 του άρθρου αυτού. Όσοι εκ των υπαγομένων στην ασφάλιση του ανωτέρω οργανισμού ασφαλίζονται και σε άλλον Ασφαλιστικό Οργανισμό Κύριας Ασφάλισης λόγω της ασκήσεως άλλου επαγγέλματος εξαιρούνται αυτοδίκαια της ανωτέρω ασφάλισης. Οι συνταξιούχοι μπορούν να συνεχίζουν τη συγγραφική τους δραστηριότητα και μετά τη συνταξιοδότηση χωρίς υποχρέωση ασφάλισης.
2.  
    Τα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου κατατάσσονται υποχρεωτικά στην 1η ασφαλιστική κατηγορία του Ο.Α.Ε.Ε. και καταβάλλουν εισφορά κλάδου σύνταξης ίση με το ένα δεύτερο (1/2) του ποσού της εισφοράς αυτής, όπως προβλέπεται κάθε φορά. Το υπόλοιπο ένα δεύτερο (1/2) του ποσού καλύπτεται από επιμερισμένη εργοδοτική εισφορά. Το ύψος της εισφοράς αυτής ορίζεται σε ποσοστό 0,5% επί της χονδρικής τιμής πώλησης οποιουδήποτε βιβλίου Ελληνικών Εκδοτικών Οίκων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων εγκατεστημένων στην Ελλάδα, καθώς και στα συγγραφικά δικαιώματα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Πολιτισμού και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αυξάνεται η επιμερισμένη εργοδοτική εισφορά. Για τον κλάδο ασθένειας καταβάλλεται ολόκληρη η εισφορά.
3.  
    Συνιστάται στον Ο.Α.Ε.Ε. ειδικός λογαριασμός κλάδου σύνταξης συγγραφέων με σκοπό τη συγκέντρωση και παρακολούθηση της κατά τα ανωτέρω επιμερισμένης εργοδοτικής εισφοράς. Μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε έτους ο ειδικός λογαριασμός αποδίδει στον κλάδο σύνταξης του Ο.Α.Ε.Ε. τις εισφορές αυτές, που αντιστοιχούν στο προηγούμενο έτος.
4.  
    Ο ασφαλισμένος και για όσο χρόνο διαρκεί η ασφάλισή του στον Ο.Α.Ε.Ε. παραμένει στην ίδια ασφαλιστική κατηγορία. Δύναται όμως με αίτησή του να επιλέξει οποιαδήποτε άλλη ανώτερη της 1ης ασφαλιστικής κατηγορίας καταβάλλοντας ο ίδιος την επιπλέον διαφορά μεταξύ του ποσού της κατηγορίας που επέλεξε και του ποσού που αντιστοιχεί στο ένα δεύτερο (1/2) της 1ης ασφαλιστικής κατηγορίας, όπως ισχύει κάθε φορά. Σε κάθε περίπτωση η μετάταξη από κατηγορία σε κατηγορία θα γίνεται από την 1η του επόμενου έτους.
5.  
    Η κατώτατη καταβαλλόμενη σύνταξη στους ασφαλισμένους αυτούς είναι η εκάστοτε προβλεπόμενη από τον Ο.Α.Ε.Ε. Στους συνταξιούχους αυτούς καταβάλλεται και το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 24 του Ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α΄), όπως ισχύει.
6.  
    Οι ήδη ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. δύνανται να παραμείνουν στην ασφάλιση αυτού, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον 3.000 ημέρες ασφάλισης σε αυτό και στο Ε.Τ.Ε.Α.Μ. όσοι έχουν 1.500 ημέρες ασφάλισης στην ασφάλισή του, με αίτηση που υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού και ενός έτους από την υπαγωγή στην ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε. αντιστοίχως. Ο χρόνος που διανύθηκε στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και για τον οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές συνυπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης του Ν. 4202/1961, όπως ισχύει. Χρόνος άσκησης του επαγγέλματος για τον οποίο δεν έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. από τη δημοσίευση του άρθρου 4 του Ν. 1296/ 1982 (12.10.1982) αναγνωρίζεται, ύστερα από αίτηση που υποβάλλεται μέσα σε δύο έτη από την ισχύ του νόμου αυτού, ως συντάξιμος στον Ο.Α.Ε.Ε. με τη συμπλήρωση του 65ου έτους. Το χρονικό αυτό διάστημα δεν δύναται να είναι μεγαλύτερο του ελλείποντος για τη συμπλήρωση των 15 συντάξιμων ετών. Για την εξαγορά του ως άνω αναγνωριζόμενου χρόνου καταβάλλεται εισφορά, η οποία προσδιορίζεται μετά από αναλογιστική μελέτη. Το ποσό αυτό επιμερίζεται και επιβαρύνει κατά το 1/3 τον ίδιο, το 1/3 το Υπουργείο Πολιτισμού και κατά 1/3 τον ειδικό λογαριασμό κλάδου σύνταξης συγγραφέων του Ο.Α.Ε.Ε.
7.  
    Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται εντός έτους από την ισχύ του νόμου, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Πολιτισμού και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζονται τα κριτήρια, όπως ο αριθμός των βιβλίων ή αντιτύπων, το είδος και κατηγορία βιβλίων, συναφείς προς το βιβλίο δραστηριότητες, το ετήσιο εισόδημα δηλούμενο στη Δ.Ο.Υ. από την πώληση και διάθεση βιβλίων, βάσει των οποίων προσδιορίζεται η ιδιότητα των αναφερόμενων κατηγοριών επαγγελμάτων του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Το προεδρικό διάταγμα εκδίδεται μετά από γνώμη ειδικής επιτροπής, που συγκροτείται με κοινή υπουργική απόφαση των ανωτέρω υπουργών. Η επιτροπή συγκροτείται μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και εκδίδει το πόρισμά της εντός δύο μηνών από τη συγκρότησή της.
8.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Πολιτισμού και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται ο τρόπος απόδοσης, ο υπεύθυνος απόδοσης της επιμερισμένης εργοδοτικής εισφοράς της παρ. 2 εδάφιο β΄ του παρόντος, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την υλοποίηση των διατάξεων αυτών.
9.  
  1. Μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Ο.Α.Ε.Ε.:
  2. α) το λογαριασμό διαχειρίζεται ο Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Ε.Β.Ε.), β) οι ασφαλισμένοι εντάσσονται στην Ε΄ ασφαλιστική κατηγορία και εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις ασφάλισης και παροχών του Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Ε.Β.Ε.).
  3. Η έναρξη ασφάλισης των ανωτέρω προσώπων ορίζεται δύο μήνες μετά την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως
Άρθρο 7 "Υπαγωγή στην ασφάλιση του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.) - Πόροι"
1.  
    Θεωρούνται κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 4169/1961 (ΦΕΚ 81 Α΄) και του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 3050/2002 (ΦΕΚ 214 Α΄) όπως ισχύουν κάθε φορά και ασφαλίζονται στον Ο.Γ.Α.:.
  1. Η μηνιαία ατομική εισφορά των αυτοτελώς απασχολούμενων αγροτών που ορίζεται σε ποσοστό 7% επί των ποσών των ασφαλιστικών κατηγοριών της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 2458/1997.
  2. Η ανωτέρω διάταξη εφαρμόζεται και σε ανειδίκευτους εργάτες που απασχολούνται αποκλειστικά και μόνο με τη σπορά, φύτευση, περιποίηση, φροντίδα και συλλογή προϊόντων γης σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις φυτικής παραγωγής, υδατοκαλλιέργειες, καθώς επίσης και σε ανθοκομικές εκμεταλλεύσεις και φυτώρια
  3. Οι αλιεργάτες που απασχολούνται στην παράκτια και μέση αλιεία, θεωρούνται κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 3050/2002, όπως ισχύει και ασφαλίζονται στον Ο.Γ.Α. Για τα δύο πρώτα έτη εφαρμογής του νόμου αυτού, ελλείψει φορολογικής δήλωσης, υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, η οποία κατατίθεται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ και θεωρείται από τα κατά νόμο αρμόδια όργανα.
2.  
    Για όσους από τις κατηγορίες της παραγράφου 1 ασφαλισθούν στον Ο.Γ.Α. ως κατώτατη υποχρεωτική ασφαλιστική κατηγορία ορίζεται η 5η του άρθρου 4 του Ν. 2458/1997, όπως ισχύει.
3.  
    Οι ήδη ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. δύνανται να παραμείνουν στην ασφάλιση αυτού, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον 3.000 ημέρες ασφάλισης στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., με αίτηση που υποβάλλεται στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και στον Ο.Γ.Α. εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού. Όσοι υπαχθούν στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α. και έχουν 1.500 ημέρες ασφάλισης στην επικουρική ασφάλιση Ε.Τ.Ε.Α.Μ., μπορεί να συνεχίσουν προαιρετικά την επικουρική τους ασφάλιση με αίτησή τους, που υποβάλλεται στο Ε.Τ.Ε.Α.Μ. εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός (1) έτους από την υπαγωγή τους στην ασφάλιση στον Ο.Γ.Α., καταβάλλοντες οι ίδιοι τις ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και εργαζομένου και οι οποίες υπολογίζονται με βάση την ασφαλιστική κλάση στην οποία εντάσσονται οι αποδοχές την ημερομηνία διακοπής της ασφάλισής τους στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., όπως αυτή αναπροσαρμόζεται.
4.  
    Οι αγρεργάτες που είναι ασφαλισμένοι στον Ο.Γ.Α. και που απασχολούνται παραλλήλως σε παραγωγούς αγροτικών προϊόντων ως λιανοπωλητές σε λαϊκές αγορές εξαιρούνται από την ασφάλιση του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. για την απασχόλησή τους αυτή.
  1. Η κρατική μηνιαία εισφορά για τους αυτοτελώς απασχολούμενους ορίζεται σε ποσοστό 14% και υπολογίζεται επί του ποσού των ασφαλιστικών κατηγοριών στις οποίες έχουν καταταγεί οι ασφαλισμένοι
  2. Η κρατική μηνιαία εισφορά για τους απασχολούμενους ανειδίκευτους εργάτες που υπάγονται στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α., σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 και 6 του άρθρου αυτού, ορίζεται σε ποσοστό 7% και υπολογίζεται επί του ποσού των ασφαλιστικών κατηγοριών στις οποίες έχουν υπαχθεί οι ασφαλισμένοι, με κατώτατη την 5η ασφαλιστική κατηγορία της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 2458/1997.
  3. Τα ποσά της ανωτέρω α΄ και β΄ κρατικής εισφοράς αποδίδονται στον Κλάδο απολογιστικά εντός του τριμήνου από τη λήξη κάθε ημερολογιακού έτους.
  4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ορίζεται ο τρόπος απόδοσης της εισφοράς του κράτους.
5.  
    Η απόδοση των κεφαλαίων και αποθεματικών του Κλάδου, καθώς και κάθε πρόσοδος από οποιαδήποτε αιτία.. Για κάθε νέα απασχόληση εντός του τρέχοντος έτους υποβάλλεται στον Ο.Γ.Α. Βεβαίωση Απασχόλησης μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την έναρξη αυτής. Αν δεν υποβληθεί η ανωτέρω Βεβαίωση επιβάλλεται πρόστιμο για καθέναν απασχολούμενο ποσό τριακόσια ευρώ. Για τις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν προσωπικό σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, υπόχρεος για την καταβολή του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, για όσο χρονικό διάστημα απασχολείται στην επιχείρηση ή εκμετάλλευση αυτή το εν λόγω προσωπικό. Οι ασφαλιστικές εισφορές επιβαρύνουν τις εν λόγω επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις της παραγράφου 1. Αν οι ανωτέρω δεν απασχολούνται σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις της παραγράφου 1 και ασκούν αυτοτελές επάγγελμα αγρότη, υπόχρεοι για την καταβολή των προβλεπόμενων εισφορών είναι οι ίδιοι. Οι διατάξεις του άρθρου 14 του Π.Δ. 78/1998 (ΦΕΚ 72 Α΄) εφαρμόζονται και στην περίπτωση μη καταβολής των εισφορών από τους ανωτέρω υπόχρεους. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Γ.Α., ορίζονται τα υπόχρεα πρόσωπα, ο τύπος, η μορφή, το περιεχόμενο της Βεβαίωσης Απασχόλησης, τα συνοδευτικά έγγραφα αυτής, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα απαραίτητο για την υλοποίηση του άρθρου αυτού.
6.  
    Οι αλλοδαποί εργαζόμενοι που προσκαλούνται να ασχοληθούν στη αγροτική οικονομία ή σε επιχειρήσεις ή σε εκμεταλλεύσεις της παρ. 1 του άρθρου αυτού ασφαλίζονται στον Ο.Γ.Α. με την είσοδό τους στη χώρα. Ο προσκαλών με την αποστολή της πρόσκλησης υποχρεούται να ενημερώσει συγχρόνως τον Ο.Γ.Α. για τον αριθμό των μετακαλούμενων αλλοδαπών, τα ατομικά στοιχεία τους, το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους, καθώς και το είδος της απασχόλησης στην αγροτική οικονομία. Με την είσοδό τους στη χώρα ο προσκαλών υποχρεούται σε υποβολή Βεβαίωσης Απασχόλησης στον Ο.Γ.Α. εντός δέκα (10) ημερών από την είσοδο και στην καταβολή του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών για το σύνολο του χρόνου μετάκλησης. Ως κατώτατη ασφαλιστική κατηγορία όσων απασχολούνται σύμφωνα με την παράγραφο αυτή, ορίζεται η 5η. Αν δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα η Βεβαίωση Απασχόλησης, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 53 του Ν. 2910/2001 (ΦΕΚ 91 Α΄). Με τη σύνταξη από τον Ο.Γ.Α. του Ειδικού Δελτίου Απογραφής του άρθρου 7 του Π.Δ. 78/1998 και την προκαταβολή των ασφαλιστικών εισφορών δύναται να εκδίδεται και να χορηγείται στους ασφαλισμένους της κατηγορίας αυτής Κάρτα Υγείας αντί του βιβλιαρίου υγείας που προβλέπεται από το άρθρο 8 του Κανονισμού Νοσοκομειακής Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α., η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει εκείνη της άδειας παραμονής. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Γ.Α., καθορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία χορήγησης των παροχών υγείας στους ανωτέρω.
7.  
    Στους ασφαλισμένους του Ο.Γ.Α. κατ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων χορηγείται η συνταξιοδοτική παροχή του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 4169/1961 (ΦΕΚ 81 Α΄) και του άρθρου 12 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α΄). Η παροχή αυτή χορηγείται και σε όσους έκαναν χρήση της επιλογής με κοινή δήλωση, που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α΄) μη εφαρμοζομένων των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 12 του Ν. 2458/1997. Τα πρόσωπα της παρ. 7 του άρθρου αυτού δικαιούνται και τη συνταξιοδοτική παροχή του Ν.Δ. 4575/1966 (ΦΕΚ 227 Α΄), καθώς και του Ν. 1745/1987 (ΦΕΚ 234 Α΄), εφόσον πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Το δικαίωμα της επιλογής καταργείται και η υπαγωγή στην ασφάλιση του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών καθίσταται υποχρεωτική και για τους δύο συζύγους.
8.  
  1. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εντός των ορίων της εισοδηματικής πολιτικής, όπως καθορίζεται εκάστοτε με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και των οικονομικών δυνατοτήτων του Ο.Γ.Α., αναπροσαρμόζονται τα ποσά των συντάξεων Ο.Γ.Α. (Ν. 4169/1961), τα ποσά των συντάξεων του Κλάδου Πρόσθετης Ασφάλισης (Ν. 1745/1987) και τα ποσά των συντάξεων του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης (Ν. 2458/1997).
  2. Οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 6 και του άρθρου 12 παρ. 6 του Ν. 2458/1997 καταργούνται από της δημοσιεύσεως του παρόντος.
  3. Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 12 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α΄) αύξηση των ποσών των μηνιαίων βασικών συντάξεων που καταβάλλονται από τον Ο.Γ.Α. (Ν. 4169/1961) ορίζεται από της 1ης Ιανουαρίου 2003 σε 14,67 ευρώ. 9.Οι διατάξεις του Ν. 1358/1983 (ΦΕΚ 64 Α΄), όπως ισχύουν, έχουν εφαρμογή και για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών (Ν. 2458/1997, ΦΕΚ 64 Α΄).
10.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 9 του Ν. 2458/1997 τροποποιείται και συμπληρώνεται ως εξής: Η μηνιαία σύνταξη λόγω γήρατος ή αναπηρίας συνίσταται σε ποσοστό 2% επί των κατά το άρθρο 4 του νόμου αυτού ασφαλιστικών κατηγοριών στις οποίες έχουν υπαχθεί για κάθε έτος ασφάλισης, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο έναρξης της συνταξιοδότησης. Για τον υπολογισμό της σύνταξης χρόνος ασφάλισης μεγαλύτερος των έξι μηνών θεωρείται πλήρες έτος..
11.  
    Οι απασχολούμενοι στην αγροτική οικονομία ασφαλισμένοι του Ο.Γ.Α., που έχουν ενταχθεί στα επενδυτικά προγράμματα για την αγροτική ανάπτυξη (όπως αγροτουρισμός, αγροβιοτεχνία) στο πλαίσιο του Καν. Ε.Ε. 950/1997 (L 142/2.6.1997) και χρηματοδοτούνται για το σκοπό αυτόν, εξαιρούνται από την ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε. για όσο χρόνο διαρκεί η επιδότησή τους και συνεχίζουν να ασφαλίζονται υποχρεωτικά στον Ο.Γ.Α. κατατασσόμενοι τουλάχιστον στην 5η ασφαλιστική κατηγορία του άρθρου 4 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 214 Α΄), όπως ισχύει. Μετά τη λήξη της ως άνω επιδότησης, η ασφαλιστική τους περίπτωση επανεξετάζεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
12.  
    Το άρθρο 3 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: Πόροι του Κλάδου είναι:.
13.  
    Η ισχύς του άρθρου αυτού αρχίζει από 1.1. 2004.
14.  
    Η εφαρμογή της παρ. 12 αρχίζει από 1.7.2004.
Άρθρο 8 "Ρύθμιση οφειλόμενων εισφορών"
1.  
    Οι καθυστερούμενες, μέχρι το τέλος του προηγούμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ασφαλιστικές εισφορές προς το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, το Ταμείο Ασφάλισης Ιδιοκτητών Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου, το Ταμείο Ασφάλισης Τεχνικών Τύπου Αθηνών, το Ταμείο Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Αθηνών, το Ταμείο Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης, το Ταμείο Ασφάλισης Ξενοδοχοϋπαλλήλων και για όλους τους κλάδους ασφάλισής τους, μαζί με τα πρόσθετα τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις εξοφλούνται, μετά από απόφαση του Δ.Σ. του οικείου φορέα:.
  1. εφάπαξ με έκπτωση σε ποσοστό 80% επί των πρόσθετων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων, ή
  2. σε ογδόντα ισόποσες μηνιαίες δόσεις με έκπτωση σε ποσοστό 50% επί των πρόσθετων τελών και λοιπών επιβαρύνσεων και με την προϋπόθεση προκαταβολής ίσης με το 10% της οφειλής.
  3. Τα ποσά έκπτωσης που προκύπτουν αφαιρούνται από τις τελευταίες δόσεις.
  4. Το ποσό της κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των εκατόν πενήντα ευρώ.
  5. Η αίτηση υποβάλλεται μέχρι το τέλος του τρίτου μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.
  6. Αν το οφειλόμενο ποσό, εξοφληθεί εφάπαξ, η καταβολή γίνεται μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης.
  7. Αν το οφειλόμενο ποσό ρυθμιστεί σε δόσεις, η πρώτη δόση και η προκαταβολή καταβάλλονται μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης.
  8. Αν καταβληθεί εκπρόθεσμα μία από τις οφειλόμενες δόσεις, το ποσό αυτής προσαυξάνεται με τα προβλεπόμενα κάθε φορά πρόσθετα τέλη.
  9. Αν δεν καταβληθεί εφάπαξ η οφειλή μέσα στην ανωτέρω οριζόμενη προθεσμία ή δεν καταβληθούν εμπρόθεσμα έξι δόσεις συνολικά, καθώς και αν δεν καταβάλλονται εμπρόθεσμα οι τρέχουσες εισφορές, απόλλυται το δικαίωμα της ρύθμισης σύμφωνα με την παράγραφο αυτή και η εξόφληση διενεργείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 61 του Ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α΄), εφόσον το προβλεπόμενο από αυτές δικαίωμα εξακολουθεί να υφίσταται.
  10. Στη ρύθμιση αυτή μπορούν να υπαχθούν και όσοι έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους στα προαναφερόμενα ταμεία, με τις διατάξεις του άρθρου 61 του Ν. 2676/1999.
  11. Οι διατάξεις των παραγράφων 7 έως και 12 του άρθρου 61 του Ν. 2676/1999 έχουν εφαρμογή και στην παρούσα ρύθμιση.
2.  
    Οι ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., τους οργανισμούς, ταμεία και λογαριασμούς των οποίων οι εισφορές εισπράττονται ή συνεισπράττονται από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και προς τους φορείς Επικουρικής Ασφάλισης που δεν έχουν καταβληθεί από τις επιχειρήσεις των Ναυπηγοεπισκευαστικών Ζωνών και αφορούν χρονική περίοδο απασχόλησης μέχρι και το τέλος του προηγούμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, εξοφλούνται σε εκατόν είκοσι ισόποσες μηνιαίες δόσεις, χωρίς υποχρέωση προκαταβολής. Τα ποσά των πρόσθετων τελών, προσαυξήσεων, λοιπών επιβαρύνσεων, δικαστικών εξόδων, εξόδων και δικαιωμάτων εκτέλεσης κ.λπ. που αναλογούν στις παραπάνω εισφορές διαγράφονται. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση αυτή πρέπει να καταβάλλονται οι τρέχουσες εισφορές μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες και να υποβληθεί σχετική αίτηση, καθώς και να προσκομιστούν όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο στο αρμόδιο Υποκατάστημα Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Στην παρούσα ρύθμιση υπάγονται και όσες επιχειρήσεις της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους με άλλες διατάξεις, για το μέρος της οφειλής που δεν έχει ακόμη καταβληθεί. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της διάταξης αυτής.
3.  
    Οι εισφορές που δεν έχουν καταβληθεί μέχρι την τελευταία ημέρα του προηγούμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού προς όλους τους ασφαλιστικούς οργανισμούς αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και οφείλονται από επιχειρήσεις, εργοδότες ή ασφαλισμένους που επλήγησαν από τις πλημμύρες Ιουλίου και Αυγούστου 2002 και έχουν επαγγελματική εγκατάσταση ή δραστηριότητα στις περιοχές Καλλιθέας, Μοσχάτου, Αγίου Ιωάννη Ρέντη και στο 3ο δημοτικό διαμέρισμα Πειραιά, εξοφλούνται σε σαράντα οκτώ ισόποσες μηνιαίες δόσεις, χωρίς υποχρέωση προκαταβολής. Τα ποσά των πρόσθετων τελών, προσαυξήσεων, λοιπών επιβαρύνσεων, δικαστικών εξόδων, εξόδων και δικαιωμάτων εκτέλεσης κ.λπ. που αναλογούν στις παραπάνω εισφορές διαγράφονται. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση αυτή πρέπει να καταβάλλονται οι τρέχουσες εισφορές μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες και να υποβληθεί αίτηση μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Στη ρύθμιση αυτή υπάγονται και όσες επιχειρήσεις, εργοδότες ή ασφαλισμένοι έχουν επαγγελματική εγκατάσταση ή δραστηριότητα στις ανωτέρω περιοχές και έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους με άλλες διατάξεις για το μέρος της οφειλής που δεν έχει ακόμη καταβληθεί. Οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για τις οφειλές της αυτής ως άνω χρονικής περιόδου των επιχειρήσεων, εργοδοτών ή ασφαλισμένων που επλήγησαν από τις πλημμύρες της 24ης - 26ης Ιανουαρίου 2003 και έχουν επαγγελματική εγκατάσταση ή δραστηριότητα στους Δήμους Μαραθώνος, Ν. Μάκρης και στις Κοινότητες Αγ. Κωνσταντίνου, Καλάμου, Κουβαρά, Μαλακάσης, Μαρκοπούλου, Ωρωπού, Ν. Παλατίων, Σκάλας Ωρωπού και Ωρωπού της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της διάταξης αυτής.
4.  
    Η καταβολή των τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών προς όλους τους ασφαλιστικούς οργανισμούς αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που οφείλονται από επιχειρήσεις, εργοδότες ή ασφαλισμένους που έχουν επαγγελματική εγκατάσταση ή δραστηριότητα στις περιοχές του Νομού Λευκάδας, στα διοικητικά όρια των Δήμων Κεκροπίας και Ανακτορίου του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, καθώς και στα διοικητικά όρια του Δήμου Πρεβέζης του Νομού Πρεβέζης, αναστέλλεται για έξι μήνες, λόγω των σεισμών της 14ης Αυγούστου 2003, με αφετηρία την πρώτη ημέρα του μήνα έναρξης ισχύος του νόμου αυτού. Για το διάστημα αυτό δεν υπολογίζονται πρόσθετα τέλη και άλλες προσαυξήσεις. Οι εισφορές που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, καθώς και οι καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές προς τους ανωτέρω οργανισμούς, μέχρι την τελευταία ημέρα του προηγούμενου μήνα της έναρξης ισχύος του παρόντος, που οφείλονται από τις ανωτέρω επιχειρήσεις, εργοδότες ή ασφαλισμένους προς τους προαναφερόμενους ασφαλιστικούς φορείς, εξοφλούνται σε σαράντα οκτώ ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με αφετηρία την πρώτη του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο έληξε η εξάμηνη αναστολή. Τα ποσά των πρόσθετων τελών, προσαυξήσεων, λοιπών επιβαρύνσεων, δικαστικών εξόδων και δικαιωμάτων εκτέλεσης που αναλογούν στις παραπάνω εισφορές διαγράφονται. Στη ρύθμιση αυτή υπάγονται και όσες επιχειρήσεις, εργοδότες ή ασφαλισμένοι έχουν επαγγελματική εγκατάσταση ή δραστηριότητα στις ανωτέρω περιοχές και έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους με άλλες διατάξεις, για το μέρος της οφειλής που δεν έχει ακόμη καταβληθεί. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της διάταξης αυτής.
5.  
    Η καταβολή των τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών της Εταιρείας Επαγγελματική Κατάρτιση Α.Ε. προς το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., τους Οργανισμούς, Ταμεία και Λογαριασμούς των οποίων οι εισφορές εισπράττονται ή συνεισπράττονται από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και προς τους φορείς επικουρικής ασφάλισης αναστέλλεται για τέσσερις μήνες με αφετηρία την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Για το διάστημα αυτό δεν υπολογίζονται πρόσθετα τέλη και λοιπές προσαυξήσεις. Οι εισφορές που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, καθώς και όσες οφείλονται από την ίδια ως άνω Εταιρεία προς τους οργανισμούς κύριας ασφάλισης και τους φορείς του προηγούμενου εδαφίου και αφορούν χρονική περίοδο απασχόλησης μέχρι και το τέλος του προηγούμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εξοφλούνται σε εκατόν είκοσι ισόποσες μηνιαίες δόσεις, χωρίς υποχρέωση προκαταβολής. Τα ποσά των πρόσθετων τελών, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων που αναλογούν στις παραπάνω εισφορές, καθώς και τα ποσά των αυτοτελών προστίμων λόγω παράβασης των υποχρεώσεων των σχετικών με την υποβολή της Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης και με την τήρηση του Ειδικού Βιβλίου Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού, όπως και τα ποσά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων, δικαστικών εξόδων, εξόδων και δικαιωμάτων εκτέλεσης κ.λπ. διαγράφονται. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από τη λήξη της τετράμηνης αναστολής του πρώτου εδαφίου. Προϋπόθεση για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι η ορθή υποβολή όλων των Α.Π.Δ. των χρονικών περιόδων απασχόλησης, οι εισφορές των οποίων ρυθμίζονται με την παράγραφο αυτή, μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα λήξης της τετράμηνης αναστολής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της διάταξης αυτής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΦΟΡΕΩΝ ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ
Άρθρο 9 "Βελτίωση συστήματος Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης"
1.  
    Το άρθρο 2 και οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 3 του Ν. 2972/2001(ΦΕΚ 291 Α΄) καταργούνται από τη δημοσίευση της τροποποίησης του Κανονισμού Διαδικασιών Ασφάλισης για την εφαρμογή της Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης.
2.  
    Εκπρόθεσμη θεωρείται η Α.Π.Δ. που υποβάλλεται μετά τη λήξη της προθεσμίας που κατά περίπτωση ορίζεται με τον Κανονισμό Διαδικασιών Ασφάλισης για την εφαρμογή της Α.Π.Δ. 4. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν μέχρι 31.12.2003..
3.  
    Ανακριβής θεωρείται η Α.Π.Δ., στην οποία προκύπτει διαφορά μεταξύ των εισφορών που δηλώνονται από τον εργοδότη και των εισφορών που προκύπτουν κατά τον έλεγχο, από διαφορά ημερών εργασίας, αποδοχών ή κλάδου ασφάλισης και λοιπών στοιχείων που προσδιορίζουν την ορθή υπαγωγή στην ασφάλιση. Ως ανακριβής θεωρείται η Α.Π.Δ. που δεν περιλαμβάνει εργαζόμενο ή εργαζομένους, καθώς και η Α.Π.Δ. των εργοδοτών που εκτελούν ιδιωτικά οικοδομικά και τεχνικά έργα, σε βάρος των οποίων καταλογίζονται εισφορές με βάση τους συντελεστές που προβλέπονται στο άρθρο 38 του Κανονισμού Ασφάλισης Ι.Κ.Α., εκτός από τις περιπτώσεις που δηλώθηκε εμπρόθεσμα η αποπεράτωση του έργου. Τα ποσοστά των πρόσθετων επιβαρύνσεων που προβλέπονται από το άρθρο αυτό επιβάλλονται και για παραβάσεις Α.Π.Δ. που καταλογίζονται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και αφορούν προγενέστερες μισθολογικές περιόδους. Στους εργοδότες που παραβαίνουν την υποχρέωση γνωστοποίησης μεταβολών επιβάλλεται πρόστιμο που ανέρχεται σε ποσό τριακοσίων ευρώ, αν δεν γνωστοποιήσουν εμπρόθεσμα την αλλαγή στην επωνυμία της επιχείρησης και την αλλαγή των κατά νόμο υπευθύνων και σε ποσό εκατόν πενήντα ευρώ, αν δεν γνωστοποιήσουν τις λοιπές μεταβολές που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, καθώς και όσες καθορίζονται με τον Κανονισμό. Αν διαπιστωθεί ότι έχουν συντελεστεί περισσότερες της μιας παραβάσεις, για τις οποίες υφίσταται υποχρέωση γνωστοποίησης μέσα στην ίδια προθεσμία, επιβάλλεται ένα πρόστιμο και αν αυτά είναι διαφορετικά επιβάλλεται το μεγαλύτερο. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής αρχίζουν να εφαρμόζονται από την ημερομηνία δημοσίευσης της τροποποίησης του Κανονισμού Διαδικασιών Ασφάλισης για την εφαρμογή της Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης.
4.  
    Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή για κάθε τύπο Α.Π.Δ.. 1. Στους εργοδότες που:.
  1. Δεν απογράφονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 ή δεν υποβάλλουν Α.Π.Δ., επιβάλλεται πρόσθετη επιβάρυνση εισφορών που ανέρχεται σε ποσοστό 45% επί του ποσού των εισφορών που αντιστοιχούν στην Α.Π.Δ. ή στις Α.Π.Δ. που είχαν υποχρέωση να υποβάλουν.
  2. Υποβάλλουν εκπρόθεσμα την Α.Π.Δ., επιβάλλεται πρόσθετη επιβάρυνση εισφορών που ανέρχεται σε ποσοστό 30% επί του ποσού των εισφορών που δηλώνεται σε αυτή, εκτός αν η εκπρόθεσμη υποβολή γίνεται πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις για την υποβολή της επόμενης κατά περίπτωση Α.Π.Δ., που το ποσοστό της πρόσθετης επιβάρυνσης ανέρχεται σε 10%.
  3. Υποβάλλουν την Α.Π.Δ. με ανακριβή στοιχεία απασχόλησης-ασφάλισης, επιβάλλεται πρόσθετη επιβάρυνση εισφορών που ανέρχεται σε ποσοστό 30% επί του ποσού της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ των εισφορών που δηλώθηκαν και των εισφορών που υπολογίζονται από την υπηρεσία.
  4. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης εισφορών για περισσότερες της μιας παραβάσεις που αφορούν Α.Π.Δ. ίδιας χρονικής περιόδου, επιβάλλεται ένα ποσοστό επιβάρυνσης και αν αυτά είναι διαφορετικά επιβάλλεται το μεγαλύτερο.
5.  
    Η περίπτωση ζ΄ της παραγράφου 9 του άρθρου 26 του Α.Ν. 1846/1951 καταργείται.
6.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 27 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2972/2001, αντικαθίσταται ως εξής: Ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., οι οποίες δεν καταβάλλονται εμπροθέσμως, επιβαρύνονται με πρόσθετο τέλος από την επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία έληξε η κατά νόμο προθεσμία καταβολής τους. Ως ασφαλιστικές εισφορές νοούνται και οι εισφορές υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού Δώρων Εργατοτεχνιτών Οικοδόμων (Ε.Λ.Δ.Ε.Ο.), καθώς και οι εισφορές που συνεισπράττονται από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Κάθε φορά που εισπράττονται απαιτήσεις από τις παραπάνω αιτίες, συνεισπράττεται υποχρεωτικά και η προσαύξηση λόγω εκπρόθεσμης καταβολής που αναλογεί στο καταβαλλόμενο ποσό. Το ποσοστό του πρόσθετου τέλους ορίζεται σε 3% για τον πρώτο μήνα καθυστέρησης και 1% για κάθε επόμενο μήνα και μέχρι 120% συνολικά. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, ως μήνας θεωρείται ο ημερολογιακός μήνας. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μπορεί να καθορίζονται τα ποσοστά πρόσθετων τελών, καθώς και το ανώτατο όριο αυτών. Στις διατάξεις της παραγράφου αυτής υπάγονται όλες οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές, ανεξάρτητα από τις μισθολογικές περιόδους στις οποίες ανάγονται.
Άρθρο 10 "Ειδικό Βιβλίο Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού"
1.  
    Η περίπτωση στ΄ της παραγράφου 9 του άρθρου 26 του Α.Ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α΄), που προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: στ. αα. Να καταχωρίζουν στο Ειδικό Βιβλίο Καταχώρισης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού τους μισθωτούς που απασχολούνται σε αυτούς και υπάγονται στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., αμέσως μετά την πρόσληψη και πριν αυτοί αναλάβουν εργασία. Δεν απαιτείται καταχώριση στο παραπάνω βιβλίο των απασχολούμενων που είχαν καταχωρισθεί στα μισθολόγια μέχρι 31.3.1998 και εξακολούθησαν να απασχολούνται μετά την παραπάνω ημερομηνία. ββ. Οι καταχωρίσεις στο Ειδικό Βιβλίο γίνονται χειρογράφως χωρίς κενά διαστήματα, παραπομπές ή ξέσματα. Λανθασμένη εγγραφή διαγράφεται χωρίς να χρησιμοποιείται χημικό διορθωτικό ή άλλο υλικό διαγραφής. Η εκ νέου εγγραφή με τα πλήρη και ορθά στοιχεία γίνεται στην αμέσως επόμενη οριζόντια γραμμή. γγ. Αν δεν επιδεικνύεται στα αρμόδια ελεγκτικά όργανα του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και του Σ.Ε.Π.Ε. το Ειδικό Βιβλίο, ως μη καταχωρισμένα θεωρούνται όλα τα πρόσωπα που βρίσκονται απασχολούμενα κατά τον έλεγχο. δδ. Αν κατά τον έλεγχο διαπιστωθεί ή δηλωθεί απώλεια του Ειδικού Βιβλίου, η οποία δεν οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας, ως μη καταχωρισμένοι θεωρούνται όλοι οι απασχολούμενοι που περιλαμβάνονται στην τελευταία Αναλυτική Περιοδική Δήλωση που υποβλήθηκε. Σε περίπτωση απώλειας φύλλου του ειδικού βιβλίου ως μη καταχωρισμένοι θεωρούνται όλοι οι απασχολούμενοι κατά τη στιγμή της διαπίστωσης, εκτός εκείνων οι οποίοι είναι καταχωρισμένοι σε επόμενο ή προηγούμενο φύλλο. εε. Επιβάλλεται πρόστιμο σε βάρος του εργοδότη: Σε όσους δεν τηρούν το Ειδικό Βιβλίο, όπως ορίζεται στην υποπερίπτωση ββ΄. Για κάθε απασχολούμενο που βρίσκεται από τα ανωτέρω αρμόδια όργανα να απασχολείται και δεν είναι καταχωρισμένος, όπως ορίζεται στην υποπερίπτωση αα΄. Αν δεν επιδειχθεί το Ειδικό Βιβλίο στα ελεγκτικά όργανα, όπως ορίζεται από την υποπερίπτωση γγ΄. Αν απωλεσθεί το Ειδικό Βιβλίο ή φύλλο αυτού, όπως ορίζεται από την υποπερίπτωση δδ΄. στστ. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από πρόταση του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., προσδιορίζεται το ύψος του προστίμου για κάθε ακαταχώριστο εργαζόμενο, καθώς και για κάθε εργαζόμενο που δεν έχει καταχωριστεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση ββ΄, το είδος του εντύπου καταχώρισης, η υπηρεσία, το όργανο και η διαδικασία εκτύπωσης, θεώρησης, χορήγησης, ελέγχου, τήρησης, ανάληψης της δαπάνης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά την εφαρμογή της διάταξης αυτής. Το πρόστιμο δεν μπορεί να ξεπερνά κατ άτομο το εικοσιπενταπλάσιο του τεκμαρτού ημερομισθίου της ανώτατης ασφαλιστικής κλάσης, όπως ισχύει κατά την ημερομηνία της επιβολής του. Τα κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενα πρόστιμα αποτελούν έσοδα του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Με Κανονισμό ορίζονται τα όργανα και οι διαδικασίες επιβολής, βεβαίωσης, είσπραξης, αμφισβήτησης, διοικητικής επίλυσης ασφαλιστικής διαφοράς, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. ζζ. Με όμοια απόφαση, ύστερα από πρόταση του Ο.Α.Ε.Δ. καθορίζεται και ο τύπος του εντύπου αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης του μισθωτού που προβλέπεται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Ν. 2972/2001 (ΦΕΚ 291 Α΄), καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. ηη. Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής δεν ισχύουν για τους εργοδότες οικοδομικών και τεχνικών έργων, για τους εργοδότες που απασχολούν οικιακούς βοηθούς και λοιπά πρόσωπα στην οικία τους, καθώς και για τα πρόσωπα που ασφαλίζονται με τις διατάξεις του Κανονισμού Ασφάλισης στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. των προσώπων που απασχολούνται σε επιχειρήσεις μελών της οικογένειάς τους..
Άρθρο 11 "Βελτίωση πάγιου συστήματος ρύθμισης οφειλών Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ."
1.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 50 του Ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α΄), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 2972/2001 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Αρμόδια όργανα για τη χορήγηση διευκολύνσεων τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. είναι:.
  1. Ο Διευθυντής του οικείου περιφερειακού ή τοπικού υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. ή ο Διευθυντής του οικείου ταμείου, προκειμένου για περιφερειακά και τοπικά υποκαταστήματα στην περιοχή των οποίων λειτουργούν Ταμεία Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., όταν το ποσό της οφειλόμενης κύριας εισφοράς δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ.
  2. Η Επιτροπή Αναστολών του άρθρου 113 του Κανονισμού Ασφάλισης Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ., όταν το ποσό της οφειλόμενης κύριας εισφοράς υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ.
  3. Τα ανωτέρω ποσά δύναται να αναπροσαρμόζονται με τροποποίηση του Κανονισμού Ασφάλισης Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ..
2.  
    Η παράγραφος 1 του άρθρου 51 του Ν. 2676/1999 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Αίτημα χορήγησης διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών εξετάζεται από το αρμόδιο όργανο, με κύριο κριτήριο τη συμπεριφορά του οφειλέτη και την αιτία για την οποία ζητείται η διευκόλυνση. Με απόφαση του Διευθυντή του οικείου περιφερειακού ή τοπικού υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ή του Διευθυντή του οικείου Ταμείου Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. παρέχεται η ευχέρεια εξόφλησης σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, οι οποίες δεν μπορεί να είναι περισσότερες από τριάντα έξι, με την προϋπόθεση καταβολής των τρεχουσών εισφορών και προκαταβολής. Με απόφαση της Επιτροπής Αναστολών, αφού ληφθούν υπόψη ο αριθμός των απασχολουμένων και η διασφάλιση της οφειλής, παρέχεται η ευχέρεια εξόφλησης σε ισόποσες δόσεις, οι οποίες δεν μπορεί να είναι λιγότερες από τριάντα έξι και περισσότερες από σαράντα οκτώ, με την προϋπόθεση καταβολής των τρεχουσών εισφορών και προκαταβολής. Το ποσό της προκαταβολής των δύο προηγούμενων εδαφίων υπολογίζεται κλιμακωτά και αθροιστικά επί της συνολικής οφειλής ως ακολούθως:.
  1. για ποσό οφειλής μέχρι εκατό χιλιάδες ευρώ ποσοστό 10%,
  2. για συνολική οφειλή από εκατό χιλιάδες ένα έως και τριακόσιες χιλιάδες ευρώ ποσοστό 8%,
  3. για συνολική οφειλή από τριακόσιες χιλιάδες ένα ευρώ και άνω ποσοστό 6%.
  4. Κάθε μηνιαία δόση δεν μπορεί να είναι μικρότερη των εκατό πενήντα ευρώ..
3.  
    Η περ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 51 του Ν. 2676/1999 αντικαθίσταται ως εξής: α) Επιχείρηση που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, αν δεν έχουν αποδώσει όλα τα αναγκαστικά ή άλλα μέτρα είσπραξης που ισχύουν, επιτρέπεται η ρύθμιση σε εξήντα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με την προϋπόθεση προκαταβολής 2% της συνολικής οφειλής..
4.  
    Η παρ. 3 του άρθρου 51 του Ν. 2676/1999 αντικαθίσταται ως εξής: 3. Αν ο οφειλέτης δεν τήρησε προηγούμενη απόφαση ρύθμισης, μπορεί, μετά εξάμηνο από την έκδοσή της, και σε περίπτωση επίσπευσης πλειστηριασμού και πριν την παρέλευση εξαμήνου, να ζητήσει από το αρμόδιο όργανο για δεύτερη φορά ρύθμιση. Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται νέα απόφαση σύμφωνα με τους όρους της παρ. 1 του άρθρου αυτού, το δε ποσό της προκαταβολής δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το ποσό που προκύπτει με βάση το διπλάσιο του ισχύοντος ποσοστού. Αν δεν τηρηθούν οι όροι της νέας ρύθμισης του προηγούμενου εδαφίου, επισπεύδεται η διαδικασία για κήρυξη του οφειλέτη σε κατάσταση πτώχευσης, αν προηγουμένως δεν εξοφληθεί η οφειλή από τη λήψη αναγκαστικών ή άλλων μέτρων ρύθμισης. Η παραπάνω διαδικασία αναστέλλεται με την καταβολή του 30% της συνολικής οφειλής και τη ρύθμιση του υπολοίπου σε δόσεις, σύμφωνα με την παράγραφο 1. Οφειλέτης που δεν τήρησε τους όρους του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής μπορεί να ζητήσει οποτεδήποτε νέα ρύθμιση. Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται νέα απόφαση σύμφωνα με τους όρους της παρ. 1, εκτός από το ποσό της προκαταβολής, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο του 30% της συνολικής οφειλής..
5.  
    Η παρ. 4 του άρθρου 51 του Ν. 2676/1999, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 2747/1999, αντικαθίσταται ως εξής: 4. Είναι δυνατή η εκπρόθεσμη καταβολή δόσης μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από αυτόν που είναι απαιτητή. Η παραπάνω εκπρόθεσμη καταβολή επιτρέπεται για δύο δόσεις σε κάθε δωδεκάμηνο..
6.  
    Η παρ. 6 (πρώην 5) του άρθρου 51 του Ν. 2676/1999, όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 2747/1999, αντικαθίσταται ως εξής: 6. Στους οφειλέτες που κάνουν χρήση της παρεχόμενης διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών τους εισφορών και τηρούν τους όρους της ρύθμισης, παρέχεται μερική έκπτωση των πρόσθετων τελών που αντιστοιχούν στις εισφορές αυτές, ως ακολούθως:.
  1. Αν υπαχθούν στη ρύθμιση για τμηματική καταβολή των ληξιπρόθεσμων οφειλών και εξόφληση του ποσού μέχρι τριάντα έξι δόσεις κατ ανώτατο όριο, παρέχεται έκπτωση επί των πρόσθετων τελών που αντιστοιχούν στην οφειλή κατά ποσοστό 10%.
  2. Τα ποσά μείωσης των πρόσθετων τελών στην περίπτωση αυτή αφαιρούνται από τις τελευταίες δόσεις.
  3. Αν εξοφληθεί η συνολική οφειλή εφάπαξ, παρέχεται έκπτωση κατά ποσοστό 20% επί των πρόσθετων τελών που αντιστοιχούν στην οφειλή..
7.  
    Η παρ. 1 του άρθρου 52 του Ν. 2676/1999 αντικαθίσταται ως εξής: 1. Είναι δυνατή η τροποποίηση της απόφασης παροχής διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., εφόσον οι εργοδότες είναι ασφαλιστικά ενήμεροι, υποβληθεί αίτηση στο αρμόδιο όργανο και καταβληθεί το νόμιμο παράβολο, μόνο ως προς τα εξής σημεία:.
  1. Μετά τρεις μήνες από την έκδοση της απόφασης, το όργανο που εξέδωσε αυτήν μπορεί να αποφασίσει τη μείωση του ποσοστού παρακράτησης κατά τη χορήγηση βεβαιώσεων ασφαλιστικής ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων από τράπεζες ή πιστωτικά ιδρύματα, μέχρι του 2% της συνολικής οφειλής, εφόσον τα μηνιαία ποσά από παρακρατήσεις είναι μεγαλύτερα του 50% της μηνιαίας δόσης
  2. Μετά έξι μήνες από την έκδοση της απόφασης για παροχή διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής μέχρι τριάντα έξι δόσεις, ο Διευθυντής του οικείου περιφερειακού ή τοπικού υποκαταστήματος Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ή ο Διευθυντής του οικείου Ταμείου Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. μπορεί να αποφασίζει ανακαθορισμό του αριθμού των δόσεων κατά δώδεκα επιπλέον, με ανώτατο όριο αύξησης των δόσεων τις σαράντα οκτώ.
  3. Για την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων δεν απαιτείται προκαταβολή.
  4. Αν διαγραφεί μέρος της οφειλής, οι δόσεις αναπροσαρμόζονται οίκοθεν από το αρμόδιο όργανο..
8.  
    Το άρθρο 53 του Ν. 2676/1999, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 31 του Ν. 2972/2001, αντικαθίσταται ως εξής: Η αίτηση για τη χορήγηση διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής εξετάζεται από το αρμόδιο όργανο, εφόσον έχει καταβληθεί παράβολο υπέρ του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και έχει επισυναφθεί γραμμάτιο είσπραξής του. Το ποσό του παραβόλου που πρέπει να καταβληθεί είναι:.
  1. Είκοσι ευρώ, για οφειλή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ
  2. Πενήντα ευρώ, για οφειλή από πενήντα χιλιάδες και ένα ευρώ έως και εκατό χιλιάδες ευρώ
  3. Εκατό ευρώ, για οφειλές μεγαλύτερες των εκατό χιλιάδων και ένα ευρώ και μέχρι του ποσού που ρυθμίζει ο διευθυντής του υποκαταστήματος ή ταμείου είσπραξης εσόδων Ι.Κ.Α.
  4. Διακόσια ευρώ, για οφειλές αρμοδιότητας της Επιτροπής Αναστολών.
  5. Το ύψος του παραβόλου αναπροσαρμόζεται με τροποποίηση του Κανονισμού Ασφάλισης Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ..
9.  
  1. Στους οφειλέτες καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. παρέχεται η δυνατότητα εξόφλησης αυτών με χρηματοδότηση από πιστωτικό Ίδρυμα που λειτουργεί στην Ελλάδα, κατόπιν ειδικής δανειακής σύμβασης, η οποία συνάπτεται αποκλειστικά για την κάλυψη της ανωτέρω υποχρέωσης.
  2. Η κατά τα ανωτέρω χρηματοδότηση συμφωνείται είτε για την εφάπαξ εξόφληση του συνόλου ή μέρους είτε για την τμηματική εξόφληση της οφειλής.
  3. Στην περίπτωση εφάπαξ καταβολής του συνόλου ή μέρους της οφειλής προσκομίζεται στο πιστωτικό Ίδρυμα βεβαίωση οφειλής εκδοθείσα από το κατά νόμο αρμόδιο όργανο του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., από την οποία προκύπτει το τελικά καταβαλλόμενο ποσό, όπως αυτό καθορίζεται από τις ισχύουσες διατάξεις.
  4. Το αναγραφόμενο στη βεβαίωση οφειλής ποσό ισχύει μέχρι την οριζόμενη σε αυτήν προθεσμία, εκταμιεύεται δε και αποδίδεται απευθείας στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Αν η χρηματοδότηση συμφωνηθεί για εφάπαξ εξόφληση μέρους της οφειλής, το υπολειπόμενο ποσό καταβάλλεται από τον οφειλέτη και επιτρέπεται να ρυθμίζεται τμηματικά σύμφωνα με τα άρθρα 51 έως 55 του Ν. 2676/1999, όπως ισχύουν.
  5. Στην περίπτωση τμηματικής εξόφλησης της οφειλής προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. μέσω δανείου προσκομίζεται στο πιστωτικό Ίδρυμα απόφαση ρύθμισης της οφειλής που εκδίδεται από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., από την οποία προκύπτει ρητά το ύψος της προκαταβολής, ο αριθμός και το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης.
  6. Η καταβολή της προκαταβολής και των δόσεων ενεργείται από το πιστωτικό Ίδρυμα στους χρόνους που ορίζονται από την απόφαση ρύθμισης που εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Κατά την τελική εκκαθάριση του λογαριασμού του οφειλέτη από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.:.
    • εφόσον προκύψει καταβολή ποσού από το πιστωτικό Ίδρυμα επιπλέον του πράγματι οφειλόμενου, αυτό επιστρέφεται στον οφειλέτη ή συμψηφίζεται με τυχόν άλλη οφειλή του προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.,.
    • εφόσον προκύψει καταβολή ποσού που υπολείπεται του πράγματι οφειλόμενου ποσού, το υπολειπόμενο ποσό βαρύνει τον οφειλέτη-εργοδότη.
    • Για την απόδοση από το πιστωτικό Ίδρυμα στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. των χρηματικών ποσών της χρηματοδότησης αυτής δεν απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας.
    • Ο οφειλέτης εξακολουθεί και μετά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης να είναι υπεύθυνος για την καταβολή των οφειλών του προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 51-55 του Ν. 2676/1999, με εξαίρεση τις διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 51 και της παρ. 1 του άρθρου 52, όπως ισχύουν.
  7. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και για οφειλές που ρυθμίζονται με ειδικές διατάξεις νόμων
Άρθρο 12 "Αναγνώριση χρόνου ασφάλισης"
1.  
    Ασφαλισμένοι του κλάδου συντάξεων του πρώην Ταμείου Ασφάλισης Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών, που δεν λαμβάνουν σύνταξη ή δεν θεμελιώνουν αυτοτελές δικαίωμα σύνταξης από άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο, μπορούν να ζητήσουν την αναγνώριση στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. χρόνου απασχόλησής τους μέχρι 26.8.1992 σε εργασίες υπαγόμενες στην ασφάλιση του συγχωνευθέντος Κλάδου Συντάξεων του Ταμείου αυτού, εφόσον για το χρόνο αυτόν δεν έχει χωρήσει ασφάλιση σε οποιονδήποτε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης. Το χρονικό διάστημα απασχόλησης αποδεικνύεται αποκλειστικά βάσει της ασφάλισης στον Κλάδο Ασθενείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και για όσες ημέρες έχει λάβει αυτή χώρα. Οι ημέρες εργασίας που αναγνωρίζονται υπολογίζονται μόνο για τη συμπλήρωση των ελάχιστων προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω γήρατος, μετά το συνυπολογισμό και του χρόνου διαδοχικής ασφάλισης που έχει διανυθεί στην ασφάλιση άλλων φορέων κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο. Οι αναγνωριζόμενες ημέρες δεν συνυπολογίζονται για τη συμπλήρωση του ελάχιστου κατά περίπτωση απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης σύμφωνα με τον Κανονισμό Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, ούτε και για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3029/2002 και της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 825/1978, όπως ισχύουν κάθε φορά. Η αναγνώριση γίνεται ύστερα από την υποβολή αίτησης στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και η εξαγορά με την καταβολή για κάθε αναγνωριζόμενη ημέρα της εισφοράς εργοδότη και ασφαλισμένου του κλάδου κύριας σύνταξης Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. που υπολογίζεται στο τεκμαρτό ημερομίσθιο της 8ης ασφαλιστικής κλάσης, όπως ισχύει κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Το ποσό που προκύπτει από τον κατά τα ανωτέρω υπολογισμό βαρύνει τον ασφαλισμένο και καταβάλλεται είτε εφάπαξ, οπότε παρέχεται έκπτωση 10% είτε σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, που δεν μπορούν να είναι περισσότερες από τους μήνες που αναγνωρίζονται. Τόσο η εφάπαξ αποπληρωμή όσο και η καταβολή της πρώτης δόσης γίνεται μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής δόσης, το ποσό αυτής επιβαρύνεται με τα προβλεπόμενα κάθε φορά πρόσθετα τέλη. Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου πριν την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, το υπολειπόμενο ποσό καταβάλλεται από τα δικαιοδόχα, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις του κάθε φορέα, πρόσωπα, στα οποία μεταβιβάζεται η σύνταξη. Αν ο ασφαλισμένος αποβιώσει πριν την υποβολή της αίτησης, το δικαίωμα της αναγνώρισης δύναται να ασκηθεί από τα δικαιοδόχα πρόσωπα, το δε καθοριζόμενο ποσό για την εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου καταβάλλεται σύμφωνα με τα ανωτέρω. Η σύνταξη αρχίζει να καταβάλλεται ή μεταβιβάζεται μετά την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, που προκύπτει από την εφαρμογή της διάταξης αυτής.
2.  
    Ο περιορισμός του αριθμού των κατ έτος συνυπολογιζομένων ημερών ασφάλισης που προβλέπεται, από την παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν. 825/1978 (ΦΕΚ 189 Α΄) για τη συμπλήρωση των χρονικών προϋποθέσεων συνταξιοδότησης λόγω 35ετίας, δεν ισχύει για τους ασφαλισμένους του πρώην ΤΑΤ-ΜΓΤ και για το χρόνο απασχόλησής τους στη χαρτοβιομηχανία Αθηναϊκή Χαρτοποΐα Α.Ε. ΣΟΦΤΕΞ, στη Θεσσαλική Βιομηχανία Χάρτου Α.Ε. και στη Μακεδονική Εταιρεία Χάρτου Α.Ε. (ΜΕΧ) μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 2079/1992.
3.  
    Χρονικές περίοδοι απασχόλησης μόνιμων υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και συνδέσμων που εποπτεύονται από Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α΄ Βαθμού, για τις οποίες εκ παραδρομής χώρησε ασφάλιση στο Δημόσιο αντί του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., αναγνωρίζονται ως χρόνος υποχρεωτικής ασφάλισης στον κλάδο σύνταξης του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 27 του Α.Ν. 1846/1951, όπως ισχύει, δεν εφαρμόζονται. Για την ανωτέρω αναδρομική ασφάλιση για την οποία δεν επιβάλλονται πρόσθετα τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις, υποβάλλεται αίτηση μέσα σε ένα έτος από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Για κάθε μήνα καταβάλλεται η εισφορά εργοδότη και εργαζόμενου για τον κλάδο κύριας σύνταξης του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. επί των αποδοχών του ασφαλισμένου, όπως ισχύουν κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Το ποσό που προκύπτει με βάση τον ανωτέρω υπολογισμό καταβάλλεται από τον ασφαλισμένο και τον εργοδότη κατά τα ισχύοντα ποσοστά εισφορών κλάδου σύνταξης, είτε εφάπαξ μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης, είτε σε δόσεις ισάριθμες με τους μήνες ασφάλισης στον κλάδο σύνταξης του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Στην τελευταία περίπτωση η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι το τέλος του τρίτου μήνα από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης. Αν ο πιο πάνω χρόνος χρησιμοποιηθεί για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, τόσο ο εργοδότης όσο και ο ασφαλισμένος υποχρεούνται να εξοφλήσουν το ποσό των υπολειπόμενων δόσεων εφάπαξ εντός ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης από τον ασφαλισμένο. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξόφλησης δόσεων, το ποσό επιβαρύνεται με τα προβλεπόμενα για τις καθυστερούμενες εισφορές πρόσθετα τέλη. Αν καταργηθεί Ν.Π.Δ.Δ. ή σύνδεσμος, ως εργοδότης θεωρείται ο εποπτεύων το Ν.Π.Δ.Δ. ή το σύνδεσμο Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α΄ βαθμού.
4.  
    Η παρ. 4 του άρθρου 2 του Ν. 1358/1983 (ΦΕΚ 64 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: 4. Το ποσό της εξαγοράς του χρόνου που αναγνωρίζεται καταβάλλεται από τον ασφαλισμένο είτε εφάπαξ είτε σε διμηνιαίες δόσεις που ορίζονται από τον οργανισμό, μετά από αίτηση του ασφαλισμένου. Ο αριθμός των δόσεων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από το μισό του αριθμού των μηνών, των οποίων ζητείται η αναγνώριση. Αν το ποσό της εξαγοράς καταβληθεί εφάπαξ, παρέχεται έκπτωση 15%. Η εφάπαξ καταβολή πραγματοποιείται μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης. Μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα καταβάλλεται και η πρώτη δόση σε περίπτωση εξόφλησης των εισφορών σε δόσεις. Κάθε επόμενη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε μεθεπόμενου μήνα. Αν κάποια δόση δεν εξοφληθεί εμπρόθεσμα, το ποσό της επιβαρύνεται με τα πρόσθετα τέλη που προβλέπονται για τις καθυστερούμενες εισφορές..
Άρθρο 13 "Ειδικές ρυθμίσεις φορέων μισθωτών"
1.  
    Η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 22 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: Η εισφορά για την ασφάλιση αναπηρίας, γήρατος, θανάτου στους φορείς κύριας ασφάλισης που ασφαλίζουν μισθωτούς υπολογίζεται επί των αποδοχών των ασφαλισμένων, οι οποίες κατά μήνα δεν μπορούν να υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του κατά το έτος 1991 μέσου μηνιαίου κατά κεφαλή Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (Α.Ε.Π.) αναπροσαρμοζόμενου με το εκάστοτε ποσοστό αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων..
2.  
    Οι συντάξεις των συνταξιούχων του Ταμείου Συντάξεως Προσωπικού της Τραπέζης της Ελλάδος (Τ.Σ.Π.-Τ.Ε.), του Ταμείου Συντάξεως Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης (Τ.Σ.Π.- Ε.Τ.Ε.), του Ταμείου Συντάξεως Προσωπικού της Αγροτικής Τραπέζης (Τ.Σ.Π.-Α.Τ.Ε.), του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Ανάπτυξης (Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Β.Α.), του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού - Ιονικής Λαϊκής Τράπεζας (Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ.), του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.) και του Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Ο.Α.Π. Δ.Ε.Η.) που εξήλθαν από την υπηρεσία πριν την ενσωμάτωση του συνόλου ή μέρους του ποσού της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.) στο βασικό τους μισθό, ανακαθορίζονται, με την ενσωμάτωση στο βασικό μισθό ή μισθολογικό κλιμάκιο, που έχει ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών τους, του ποσού της ΑΤΑ, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί στη μηνιαία καταβαλλόμενη σύνταξη ενός εκάστου. Οι αυξήσεις που έχουν χορηγηθεί από τη συνταξιοδότηση των ανωτέρω και μετά με βάση την εισοδηματική πολιτική υπολογίζονται εκ νέου, επί του ποσού που θα προκύψει από τον παραπάνω ανακαθορισμό. Για τους συνταξιούχους του Ο.Α.Π. - Δ.Ε.Η. το ποσό της Α.Τ.Α. που ενσωματώνεται με βάση τα ανωτέρω δεν μπορεί να υπερβαίνει το εκάστοτε ποσό της Α.Τ.Α. που ενσωματώνεται στο μισθολογικό κλιμάκιο του βασικού μισθού των εν ενεργεία υπαλλήλων της Δ.Ε.Η. Η διαφορά μεταξύ του μηνιαίου ποσού της σύνταξης που θα προκύψει με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού και του ποσού της σύνταξης που λαμβάνουν οι συνταξιούχοι καταβάλλεται σταδιακά σε πέντε ισόποσες ετήσιες δόσεις με έναρξη καταβολής την 1.1.2004. Εάν το ποσό που προκύπτει είναι μικρότερο ή ίσο της διαφοράς των πενήντα ευρώ καταβάλλεται εφάπαξ την 1.1.2004, εάν είναι μεταξύ πενήντα ευρώ και ένα λεπτό και εκατό ευρώ καταβάλλεται σε δύο ετήσιες δόσεις. Στην περίπτωση των συνταξιούχων του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. και για το μέρος της Α.Τ.Α. που ενσωματώνεται μετά την ισχύ των διατάξεων του άρθρου αυτού, τυχόν διαφορές καταβάλλονται σταδιακά σε πέντε ισόποσες ετήσιες δόσεις, με έναρξη καταβολής την 1η Ιανουαρίου του επόμενου χρόνου από το χρόνο ενσωμάτωσης στους βασικούς μισθούς των εν ενεργεία υπαλλήλων. Εφόσον κατά τον ανακαθορισμό της σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου το συνολικό ποσό που προκύπτει είναι μικρότερο του ποσού της καταβαλλόμενης σύνταξης, δεν επέρχεται καμία μείωση. Τα οικονομικά αποτελέσματα που προκύπτουν από την παράγραφο αυτή αρχίζουν από 1.1.2004.
3.  
  1. Η διάταξη της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3572/1956 (ΦΕΚ 233 Α΄), όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του εδαφίου α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Ν. 1186/1981 (ΦΕΚ 202 Α΄) και της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν. 1436/1984 (ΦΕΚ 54 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής:
  2. α. Εργοδοτική εισφορά ύψους 0,0058 ευρώ για κάθε πωλούμενο φύλλο ημερήσιας εφημερίδας που εκδίδεται στην Αθήνα και κυκλοφορεί μέσω των πρακτορείων πώλησης εφημερίδων.
  3. Οι διατάξεις των περιπτώσεων α΄ των παραγράφων 1Α και 1Β του άρθρου 3 του Ν. 1872/1951(ΦΕΚ 202 Α΄), όπως διαμορφώθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 19 της 56036/1953 απόφασης του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 214 Β΄), του εδαφίου α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Ν. 1186/1981 και της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του Ν. 1436/1984, αντικαθίστανται ως εξής:
  4. Εργοδοτική εισφορά ύψους 0,0058 ευρώ για κάθε πωλούμενο φύλλο ημερήσιας εφημερίδας που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη και κυκλοφορεί μέσω των πρακτορείων πώλησης εφημερίδων.
  5. Στις εισφορές που προβλέπονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου αυτής υπάγονται και οι ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και δεν κυκλοφορούν μέσω των πρακτορείων πώλησης εφημερίδων.
  6. Ο αριθμός των πωλούμενων φύλλων προσδιορίζεται με βάση δήλωση του εργοδότη που υποβάλλεται στο Ταμείο Ασφάλισης Τεχνικών Τύπου Αθηνών (Τ.Α.Τ.Τ.Α.) μέχρι το τέλος του επόμενου της κυκλοφορίας μήνα.
  7. Μέσα στην ίδια προθεσμία καταβάλλονται στο οικείο Ταμείο και οι αναλογούσες εισφορές.
  8. Οριστική εκκαθάριση γίνεται κάθε εξάμηνο με βάση έκθεση Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή, ο οποίος μετά από διενέργεια ουσιαστικού ελέγχου στον οποίο προβαίνει με εφαρμογή των αρχών και κανόνων ελεγκτικής που ακολουθεί το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, πιστοποιεί αιτιολογημένα τον αριθμό των πωλούμενων φύλλων εφημερίδων που δεν κυκλοφορούν μέσω των πρακτορείων πώλησης.
  9. Στην έκθεση ελέγχου αναφέρονται με σαφήνεια οι εφαρμοσθείσες ελεγκτικές διαδικασίες.
  10. Η δαπάνη για τον έλεγχο αυτόν βαρύνει αποκλειστικά την εφημερίδα.
  11. Η σχετική έκθεση αποστέλλεται στο Τ.Α.Τ.Τ.Α.
  12. Αν καταβληθούν εκπροθέσμως τα αναλογούντα ποσά εργοδοτικής εισφοράς, αυτά επιβαρύνονται με τα προβλεπόμενα για τις καθυστερούμενες εισφορές πρόσθετα τέλη
  13. Ποσά εργοδοτικής εισφοράς που έχουν καταβληθεί στο Τ.Α.Τ.Τ.Α. κατά τα χρονικά διαστήματα ισχύος των διατάξεων των εδαφίων α΄ των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του Ν. 1186/1981 και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του Ν. 1436/1984 δεν επιστρέφονται, εκτός των περιπτώσεων εκείνων υπέρ των οποίων έχουν εκδοθεί αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις.
  14. Το Τ.Α.Τ.Τ.Α., για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, δεν μπορεί να βεβαιώνει, εισπράττει και διεκδικεί ποσά που υπερβαίνουν τα προκύπτοντα βάσει του ύψους που καθορίζεται από την παράγραφο αυτή και τα οποία δεν έχουν καταβληθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Άρθρο 14 "Ρυθμίσεις ασφαλισμένων ταμείων τύπου"
1.  
    Ασφαλισμένοι στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, στο Ταμείο Ασφάλισης Ιδιοκτητών Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου, στο Ταμείο Ασφάλισης Τεχνικών Τύπου Αθηνών, στο Ταμείο Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Αθηνών, στο Ταμείο Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης και σε όλους τους κλάδους ασφάλισής τους, που υπήχθησαν στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1992, θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με τη συμπλήρωση 35 ετών ασφάλισης και του 58ου έτους της ηλικίας τους. Καταστατικές διατάξεις των φορέων αυτών ή γενικές διατάξεις, που προβλέπουν τη συνταξιοδότηση με 35 έτη ασφάλισης χωρίς όριο ηλικίας ή με όριο ηλικίας ευνοϊκότερο του θεσπιζομένου ή με ειδικούς περιορισμούς ως προς το χρόνο ασφάλισης που λαμβάνεται υπόψη για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου συντάξιμου χρόνου, εξακολουθούν να ισχύουν.
2.  
    Όπου από τις ισχύουσες γενικές ή ειδικές διατάξεις, προβλέπεται συνταξιοδότηση λόγω γήρατος με μειωμένο όριο ηλικίας των μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένων στους φορείς της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, το ποσοστό μείωσης για τις χορηγούμενες από 1.1.2003 και εφεξής συντάξεις διαμορφώνεται σε 1/267 για κάθε μήνα που λείπει από το κατά περίπτωση απαιτούμενο πλήρες όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και μέχρι 60 μήνες κατά περίπτωση. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, περί καταβολής μειωμένης σύνταξης, δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις των ασφαλισμένων των φορέων αυτών, οι οποίοι συνταξιοδοτούνται με τις προϋποθέσεις της παρ. 6 του άρθρου 47 του Ν. 2084/1992.
3.  
  1. Οι διατάξεις των παρ. 2, 3α, 5 και 6 του άρθρου 3 του Ν. 3029/2002 εφαρμόζονται ανάλογα στους μετά την 1.1.1993 ασφαλισμένους των φορέων της παραγράφου 1.
  2. Το κατώτατο ποσό της χορηγούμενης από τους φορείς αυτούς μηνιαίας σύνταξης γήρατος, αναπηρίας και εργατικού ατυχήματος στους από 1.1.1993 ασφαλισμένους τους, ορίζεται ίσο με το 70% του κατώτατου μισθού εγγάμου με πλήρη απασχόληση, όπως ο μισθός αυτός καθορίζεται από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. του έτους 2002.
  3. Το παραπάνω ποσό από την 1.1.2003 και εφεξής αναπροσαρμόζεται κατά το ποσοστό αύξησης των συντάξεων, σύμφωνα με την εκάστοτε καθοριζόμενη γενική εισοδηματική πολιτική.
  4. Το κατώτατο όριο που προβλέπεται από τη διάταξη του προηγούμενου εδαφίου μειώνεται σε κάθε περίπτωση που ο συνταξιούχος λαμβάνει σύνταξη μειωμένη
4.  
    Συντάξεις που έχουν χορηγηθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της δεύτερης και τρίτης περίπτωσης της προηγούμενης παραγράφου και του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του Ν. 3029/2002. Η αναπροσαρμογή αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.
5.  
    Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 28 του Ν. 2084/1992 προστίθεται διάταξη ως εξής: Για τον υπολογισμό της σύνταξης των αυτοαπασχολουμένων που υπάγονται στην ασφάλιση των φορέων κύριας ασφάλισης του εδαφίου α΄ της παρ. 5 του άρθρου 48 του παρόντος και σε όλους τους κλάδους κύριας ασφάλισής τους, ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνονται υπόψη οι καθοριζόμενες από τις καταστατικές διατάξεις του κάθε Ταμείου ή κλάδου, όπως ισχύουν κάθε φορά, για τους μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένους τους..
6.  
  1. Οι δημοσιογράφοι-συντάκτες, που απασχολούνται κατά κύριο επάγγελμα με σχέση εξαρτημένης εργασίας στις ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην περιφέρεια των Ενώσεων Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας και Εύβοιας και Πελοποννήσου, Ηπείρου και Νήσων και Μακεδονίας-Θράκης, (εκτός νομού Θεσσαλονίκης), ασφαλίζονται στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης (Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ.), ανεξάρτητα αν είναι μέλη των οικείων Ενώσεων.
  2. Οι δημοσιογράφοι - μέλη των Ενώσεων Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών, Μακεδονίας - Θράκης, Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας και Εύβοιας και Πελοποννήσου, Ηπείρου και Νήσων οι οποίοι απασχολούνται κατά κύριο επάγγελμα με σχέση εξαρτημένης εργασίας με μισθό στο ΙΔΡΥΜΑ ΠΡΟΑΓΩΓΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΠΟΤΣΗ ασφαλίζονται στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης
  3. Στην ασφάλιση του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης δύναται να υπάγονται οι απασχολούμενοι, με σχέση εξαρτημένης εργασίας κατά κύριο επάγγελμα ως συντάκτες και υπάλληλοι διοίκησης και διαχείρισης, σε εφημερίδες, οι οποίες εκδίδονται μία τουλάχιστον φορά την εβδομάδα στους Νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης, εφόσον για την προηγούμενη απασχόλησή τους υπάγονταν στην ασφάλιση του Ταμείου και έχουν πραγματοποιήσει τρία (3) έτη ασφάλισης σε αυτό και εφόσον υποβάλουν αίτηση μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
  4. Ο χρόνος ασφάλισης, των αναφερόμενων στην περίπτωση αυτή προσώπων, που διανύθηκε με την ίδια ιδιότητα και για τη συγκεκριμένη απασχόληση, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, στην ασφάλιση του Ταμείου Ασφάλισης Ιδιοκτητών Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου, θεωρείται ως χρόνος πραγματικής ασφάλισης στο Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ. τόσο για τη συμπλήρωση των απαιτούμενων προϋποθέσεων συνταξιοδότησης όσο και για τον υπολογισμό των παροχών που χορηγεί το Ταμείο.
  5. Οι υποχρεώσεις και οι απαιτήσεις μεταξύ των ασφαλιστικών οργανισμών για το χρόνο αυτόν διακανονίζονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί απόδοσης των οφειλόμενων ποσών.
  6. Για την ασφάλιση των εργαζομένων της παραγράφου αυτής, καταβάλλεται στο Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ. εργοδοτική εισφορά 7,5% για τον κλάδο σύνταξης και 2% για τον κλάδο ανεργίας και εισφορά ασφαλισμένου 8,5% για τον κλάδο σύνταξης.
  7. Οι εισφορές αυτές υπολογίζονται στο σύνολο των αποδοχών που λαμβάνουν οι ασφαλισμένοι από τη συγκεκριμένη απασχόλησή τους και σε καμιά περίπτωση σε αποδοχές κατώτερες αυτών που προβλέπονται κάθε φορά, για τους αναφερόμενους στην περίπτωση α΄, από τις Σ.Σ.Ε. που υπογράφονται μεταξύ των οικείων Ενώσεων Συντακτών και των Ενώσεων Ιδιοκτητών των οποίων είναι μέλη οι ημερήσιες εφημερίδες στις οποίες απασχολούνται ούτε από το 30πλάσιο του 1/25 του κατώτατου μισθού εγγάμου υπαλλήλου, όπως ο μισθός αυτός καθορίζεται από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.Ε., για τους αναφερόμενους στην περίπτωση β΄ από την Σ.Σ.Ε. που υπογράφεται μεταξύ Ε.Ι.Η.Ε.Α. και Ε.Σ.Η.Ε.Α. και για τους αναφερόμενους στην περίπτωση γ΄, από τις αντίστοιχες Σ.Σ.Ε. του συντακτικού και υπαλληλικού προσωπικού των ημερήσιων εφημερίδων των Αθηνών.
7.  
    Η προθεσμία που προβλέπεται από το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 11 του Ν. 3050/2002 παρατείνεται για έξι (6) μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Το δικαίωμα της αναγνώρισης, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτουν οι διατάξεις που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, παρέχεται και σε όσους υπήχθησαν στην ασφάλιση του Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ. μετά την 1.1.1993, εφόσον έχουν ασφαλιστεί σε οποιονδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1992 και έχουν απασχοληθεί σε εργοδότες των οποίων το προσωπικό της ειδικότητάς τους ασφαλιζόταν στο Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ. κατά το χρονικό διάστημα της απασχόλησης που αναγνωρίζεται.
8.  
    Δικηγόροι ασφαλισμένοι στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης μπορούν να αναγνωρίσουν ως χρόνο ασφάλισης στο Ταμείο αυτό το χρόνο κατά τον οποίο παρείχαν τις καθαρά νομικές υπηρεσίες τους σε εργοδότες των περ. α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του Π.Δ. 284/1974 (ΦΕΚ 101 Α΄) εφόσον, για την απασχόληση αυτή δεν έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση άλλου, πλην του Ταμείου Νομικών, φορέα κύριας ασφάλισης και υποβάλλουν σχετική αίτηση εντός τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Η εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου γίνεται με την καταβολή εισφοράς 8,5% για κάθε αναγνωριζόμενο μήνα που υπολογίζεται επί των κατωτάτων ορίων πάγιας περιοδικής αμοιβής, τα οποία καθορίζονται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 92Α του Κώδικα περί Δικηγόρων, αναλόγως του δικαστηρίου στο οποίο είναι διορισμένος ο αιτών και ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Το ποσό που προκύπτει βάσει του ανωτέρου υπολογισμού καταβάλλεται από τον ασφαλισμένο είτε εφάπαξ, μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης, είτε σε δόσεις ισάριθμες με τους μήνες που αναγνωρίζονται, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος των 60. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι το τέλος του μήνα που έπεται της κοινοποίησης της απόφασης, κάθε δε επόμενη δόση μέχρι το τέλος του μήνα στον οποίο αναφέρεται. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξόφλησης δόσης, το ποσό της επιβαρύνεται με τα κάθε φορά προβλεπόμενα για τις καθυστερούμενες εισφορές πρόσθετα τέλη. Η σύνταξη αρχίζει να καταβάλλεται στον ασφαλισμένο μετά την εξόφληση των οφειλόμενων από τον ασφαλισμένο εισφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
9.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 15 του Α.Ν. 248/1967 (ΦΕΚ 243 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: 2. Ως μη ημερήσια εφημερίδα ή περιοδικό, κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου, θεωρείται κάθε έντυπο που εκδίδεται με οποιαδήποτε μορφή ή εμφάνιση μέχρι και τρεις φορές τουλάχιστον ετησίως. Η προϋπόθεση της εν λόγω περιοδικότητας έκδοσης θεωρείται ότι υφίσταται και στην περίπτωση έκδοσης εντύπου από την ίδια επιχείρηση, με ταυτόσημο περιεχόμενο αλλά με διαφορετικό ή διαφοροποιημένο τίτλο..
10.  
    Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία εκδίδεται μετά γνώμη των Διοικητικών Συμβουλίων του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Αθηνών και του Ταμείου Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης, εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης εφάπαξ ποσού στις συντάξεις των μέχρι 31.12.2001 συνταξιοδοτηθέντων από τα ανωτέρω Ταμεία, εφημεριδοπωλών και υπαλλήλων πρακτορείων.
11.  
    Οι διατάξεις των παραγράφων 7 και 8α του άρθρου 12 του καταστατικού του Ενιαίου Δημοσιογραφικού Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως (Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.) εξακολουθούν να ισχύουν.
Άρθρο 15 "Λοιπές διατάξεις μισθωτών"
1.  
    Στο τέλος του εδαφίου α΄ της παρ. 5 του άρθρου 28 του Α.Ν. 1846/1951, όπως ισχύει σήμερα, προστίθεται εδάφιο ως εξής: Κατ εξαίρεση δεν απαιτείται η ανωτέρω προϋπόθεση των 100 τουλάχιστον ημερών εργασίας κατ έτος την τελευταία πριν την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότηση πενταετία για τη χορήγηση μειωμένης σύνταξης γήρατος στις περιπτώσεις ασφαλισμένων που έχουν εγγραφεί ως άνεργοι στον Ο.Α.Ε.Δ. για χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) τουλάχιστον συνεχών μηνών πριν το μήνα υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης και εφόσον κατέχουν για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα κάρτα ανεργίας ανανεούμενη ανά μήνα. Η διάταξη αυτή ισχύει δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού..
2.  
    Η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν.Δ. 172/1974 (ΦΕΚ 345 Α΄) προθεσμία, που παρατάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 8 του Ν. 825/1978 (ΦΕΚ 189 Α΄), την παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 1276/1982 (ΦΕΚ 100 Α΄), την παρ. 1 του άρθρου 27 του Ν. 1469/1984 (ΦΕΚ 111 Α΄), το άρθρο 27 του Ν. 1654/1986 (ΦΕΚ 177 Α΄), την παρ. 10 του άρθρου 2 του Ν. 1759/1988 (ΦΕΚ 50 Α΄), το άρθρο 14 του Ν. 2217/1994 (ΦΕΚ 83 Α΄) και την παρ. 3 του άρθρου 73 του Ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α΄), καταργείται.
3.  
    Η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 5 του Ν. 1469/1984 (ΦΕΚ 111 Α΄) προθεσμία υποβολής αίτησης αναγνώρισης χρόνου απασχόλησης στην αλλοδαπή, που παρατάθηκε με τις διατάξεις του εδαφίου β΄ της παρ. 16 του άρθρου 38 του Ν. 1759/1988 (ΦΕΚ 50 Α΄) και της παρ. 1 του άρθρου 39 του Ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α΄) και της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 2217/1994 (ΦΕΚ 83 Α΄) και της παρ. 4 του άρθρου 73 του Ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α΄), παρατείνεται για έναν (1) χρόνο από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
4.  
    Η προβλεπόμενη από την Φ21/30/οικ 1942/1987 (ΦΕΚ 370 Β΄) απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων προθεσμία υποβολής αίτησης αναγνώρισης χρόνου απασχόλησης στην αλλοδαπή καταργείται
5.  
    Η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν. 2956/2001 (ΦΕΚ 258 Α΄) προθεσμία υποβολής αίτησης για αναπροσαρμογή των συντάξεων εγγάμων γυναικών συνταξιούχων οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 13 του άρθρου 13 του Ν. 3050/2002 (ΦΕΚ 214 Α΄) καταργείται.
6.  
    Χορηγείται εξάμηνη προθεσμία υποβολής αίτησης αναγνώρισης του χρόνου απασχόλησης της παραγράφου 8 του άρθρου 11 του Ν. 3050/2002 (ΦΕΚ 214 Α΄), η οποία αρχίζει από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Το δικαίωμα αναγνώρισης μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται από το προηγούμενο εδάφιο και με τους ειδικούς περιορισμούς που θέτουν οι διατάξεις που αναφέρονται σε αυτό, παρέχεται και στους ασφαλισμένους που υπήχθησαν στην ασφάλιση του Ταμείου μετά την 1.1.1993, εφόσον έχουν ασφαλιστεί σε οποιονδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1992 και έχουν απασχοληθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή σε εργασίες ασφαλιστέες, κατά το χρόνο παροχής τους, στο Ταμείο σύμφωνα με τις καταστατικές του διατάξεις.
7.  
    Ο κλάδος Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας (Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ.) καθίσταται καθολικός διάδοχος των απαιτήσεων των κλάδων σύνταξης και υγείας του ταμείου αυτού κατά της Άλφα Τραπέζης Α.Ε. για τις οποίες έχουν εκδοθεί ή εκδίδονται πράξεις επιβολής εισφορών και για όσες εκκρεμούν στα διοικητικά δικαστήρια. Ο ίδιος κλάδος καθίσταται και υπόχρεος έναντι της Τραπέζης για τις απαιτήσεις της που εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίων.
8.  
    Διαφορές συντάξεων που έχουν καταβληθεί καθ υπέρβαση των διατάξεων του άρθρου 2 του Ν. 1276/1982 στους συνταξιούχους του τέως Ταμείου Ασφαλίσεως Τυπογράφων και Μισθωτών Γραφικών Τεχνών, καθώς και στους συνταξιοδοτηθέντες από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., με τις διατάξεις του ανωτέρω συγχωνευθέντος Ταμείου, δεν αναζητούνται από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Ποσά που έχουν καταβληθεί από τους ανωτέρω συνταξιούχους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού δεν επιστρέφονται.
9.  
    Ο προβλεπόμενος από τον πίνακα 1 του άρθρου 38 του Κανονισμού Ασφάλισης Ι.Κ.Α. συντελεστής για αντικατάσταση στέγης, καθώς και οι συντελεστές του πίνακα 3 του ως άνω άρθρου για επισκευές και μεταρρυθμίσεις παλαιών οικιών που βρίσκονται σε περιοχές δημοτικών, κοινοτικών διαμερισμάτων και κοινοτήτων μέχρι δύο χιλιάδων κατοίκων, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή πληθυσμού, μειώνονται κατά 50%. Μειώσεις που προβλέπονται από άλλες διατάξεις δεν ισχύουν σωρευτικά. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και για εργασίες που εκτελέσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και δεν έχει γίνει εκκαθάριση του λογαριασμού εισφορών.
10.  
    Φοιτητές και σπουδαστές Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.), Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), δημόσιων και ιδιωτικών Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) και Τεχνολογικών Επαγγελματικών Εκπαιδευτηρίων (Τ.Ε.Ε.), εφόσον κατά τη διάρκεια της θεσμοθετημένης από το πρόγραμμα σπουδών τους πρακτικής άσκησης δεν καλύπτονται για παροχές ασθένειας σε είδος, άμεσα ή έμμεσα, από το δημόσιο ή άλλον ασφαλιστικό οργανισμό, υπάγονται και γι αυτόν τον κίνδυνο στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Οι προβλεπόμενες για την περίπτωση αυτή ασφαλιστικές εισφορές βαρύνουν τον ασφαλισμένο και το φορέα ή την επιχείρηση απασχόλησης του πρακτικά ασκούμενου κατά την ισχύουσα αναλογία.
11.  
    Η αληθής έννοια της παραγράφου 4 της ΠΥΣ 19 της 8ης Φεβρουαρίου 1990, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 1878/1990, είναι ότι ο χρόνος της διάθεσης λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και πραγματικής απασχόλησης, προσμετρούμενος και συνυπολογιζόμενος για κάθε περίπτωση μισθολογικής ή ασφαλιστικής κατάστασης, καθώς και λήψεως συντάξεως. Για τους ασφαλισμένους κατά τις διατάξεις του Κανονισμού Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, που αποσπώνται στην Προεδρία της Δημοκρατίας σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 8 του Π.Δ. 351/1991, ο χρόνος της απόσπασής τους λογίζεται ως χρόνος διανυθείς στην ασφάλιση του ΚΒΑΕ. Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του οικείου φορέα πρόσθετη εισφορά βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων για όλο το χρόνο απόσπασης καταβάλλεται από τον κατά νόμο υπόχρεο και βαρύνει τον εργοδότη και τον ασφαλισμένο κατά τα ποσοστά που προβλέπονται.
12.  
    Όπου στη νομοθεσία του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. προβλέπεται για τη συνταξιοδότηση με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων ή με άλλες ειδικές διατάξεις και η πραγματοποίηση 1.000 ή 500 ημερών ασφάλισης εντός της τελευταίας δεκαετίας πριν τη συμπλήρωση του εκάστοτε οριζόμενου ορίου ηλικίας, το χρονικό αυτό διάστημα επιμηκύνεται σε δεκατρία (13) έτη.
13.  
    Ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι των φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μπορούν να αναγνωρίσουν ως συντάξιμο το χρόνο φυλάκισής τους για τα κοινωνικά τους φρονήματα, με αποφάσεις στρατοδικείων που εκδόθηκαν κατά τη χρονική περίοδο 1965-1967, μετά από σχετική αίτηση που υποβάλλεται στον οργανισμό στον οποίο ασφαλίζεται ή από τον οποίο συνταξιοδοτείται ο αιτών κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Η εξαγορά του χρόνου που αναγνωρίζεται γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 2 και της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Ν. 1358/1983 (ΦΕΚ 64 Α΄), όπως ισχύει κάθε φορά. Το ποσό της εξαγοράς που αναλογεί στον αναγνωριζόμενο χρόνο βαρύνει τον οικείο ασφαλιστικό φορέα.
14.  
  1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 23α του Κ.Ν. 792/1978 (ΦΕΚ 220 Α΄), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μετά την περίπτωση γ΄ προστίθεται περίπτωση γα΄ που έχει ως εξής:
  2. γα) Ναυτικοί οι οποίοι έχουν υπηρετήσει κατά το τελευταίο 48μηνο της ναυτικής τους υπηρεσίας σε πορθμεία εσωτερικού, ανεξαρτήτως χωρητικότητας και ηλεκτρολόγοι Εμπορικού Ναυτικού που δεν είναι κάτοχοι διπλώματος ηλεκτρολόγου Εμπορικού Ναυτικού, δύνανται για την εφαρμογή της περίπτωσης α΄ να συνταξιοδοτούνται με βάση το μισθολόγιο της συλλογικής σύμβασης εργασίας των επιβατηγών - ακτοπλοϊκών πλοίων άνω των 1.500 κοχ.
  3. Στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται να καταβάλουν τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ των ασφαλιστικών εισφορών εργοδότη και ναυτικού υπέρ Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (Ν.Α.Τ.) και Κεφαλαίου Επικουρικής Ασφάλισης Ναυτικών (Κ.Ε.Α.Ν.) της ειδικότητας ναυτολόγησής τους κατά το τελευταίο 48μηνο και των ασφαλιστικών εισφορών των αντίστοιχων ειδικοτήτων των επιβατηγών - ακτοπλοϊκών πλοίων άνω των 1.500 κοχ που ισχύουν κατά την ημερομηνία υποβολής αίτησης.
  4. Δεν καταβάλλουν τη διαφορά των ασφαλιστικών εισφορών υπέρ του Κ.Ε.Α.Ν., εφόσον δεν λαμβάνουν σύνταξη από αυτό.
  5. Η διαφορά που προκύπτει καταβάλλεται είτε εφάπαξ είτε σε δώδεκα το πολύ ισόποσες μηνιαίες άτοκες δόσεις.
  6. Η αναπροσαρμοσμένη σύνταξη καταβάλλεται από τον επόμενο μήνα της εξοφλήσεως του ποσού της εξαγοράς..
  7. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 5 του Κ.Ν. 792/1978 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
  8. Ως Πρόεδρος του Δ.Σ. του Ν.Α.Τ. ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας πτυχιούχος ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος πανεπιστημιακού τομέα με γνώσεις και πείρα σε θέματα ασφάλισης ή δημόσιας διοίκησης.
  9. Η σχέση εργασίας του Προέδρου του Δ.Σ. είναι πλήρους απασχόλησης.
  10. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας καθορίζονται οι πάσης φύσεως αποδοχές, αποζημίωση και έξοδα κινήσεως του προέδρου του Δ.Σ. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 24 του Ν. 1469/1984 (ΦΕΚ 111 Α΄).
  11. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας η σχέση εργασίας του Προέδρου του Δ.Σ. μπορεί να ορίζεται ως σχέση μερικής απασχόλησης..
  12. Στην παράγραφο 6 του άρθρου 7 του Κ.Ν. 792/1978 μετά τις λέξεις … του Προέδρου προστίθεται η φράση αν είναι μερικής απασχόλησης.
  13. Οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου ισχύουν από 24 Σεπτεμβρίου 2002
15.  
    Σκηνοθέτες θεάτρου, κινηματογράφου, τηλεόρασης κ.λπ. που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1992 και ασφαλίζονται στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. με την ιδιότητά τους αυτή μπορούν με αίτησή τους που θα υποβάλουν μέσα σε δύο χρόνια από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού να αναγνωρίσουν με εξαγορά στον κλάδο σύνταξης του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. χρόνο αποδεδειγμένης απασχόλησής τους στο επάγγελμα και μέχρι 3.000 ημέρες κατ΄ ανώτατο όριο, για τον οποίο ασφαλίστηκαν είτε στο τέως ΤΣΗΣ - Τ.Θ. είτε στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Ως προς τον υπολογισμό του ποσού της εξαγοράς, τον τρόπο καταβολής του και την αξιοποίηση του ανωτέρω χρόνου εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 2,3 και 4 του Ν. 1539/1985 (ΦΕΚ 64 Α΄), με εξαίρεση την περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής δόσης όπου επιβάλλονται τα ποσοστά προσθέτων τελών που κάθε φορά ισχύουν για τις καθυστερούμενες εισφορές.
16.  
    Οι με πλήρη απασχόληση Πρόεδροι και Διοικητές των ασφαλιστικών οργανισμών εξακολουθούν να διέπονται κατά τη διάρκεια της θητείας τους από το ασφαλιστικό καθεστώς κύριας, επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης, της θέσης που κατείχαν πριν το διορισμό τους στη θέση αυτή και στην οποία επανέρχονται μετά τη λήξη ή τη διακοπή της θητείας τους. Οι ασφαλιστικές εισφορές που προβλέπονται από τη νομοθεσία των ανωτέρω φορέων βαρύνουν, του μεν εργοδότη τον ασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο υπηρετούν, του δε ασφαλισμένου τους ίδιους και παρακρατούνται από το μισθό ή την πάγια αντιμισθία που λαμβάνουν. Ως βάση υπολογισμού των εισφορών αυτών, λαμβάνεται υπόψη ο ασφαλιστέος μισθός της οργανικής τους θέσης, όπως αυτός θα διαμορφωνόταν αν συνέχιζαν να υπηρετούν σε αυτή.
17.  
    Η προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 26 του Ν. 1654/1986 (ΦΕΚ 177 Α΄) παρατείνεται για ένα έτος από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΥΣ.
Άρθρο 16 "Γενικές ρυθμίσεις"
1.  
    Ασφαλισμένοι στους φορείς κύριας ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών και ανεξάρτητα απασχολουμένων θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με τη συμπλήρωση 37 ετών υποχρεωτικής ασφάλισης ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. Για τη συμπλήρωση του παραπάνω χρόνου λαμβάνεται υπόψη: Ο χρόνος υποχρεωτικής ασφάλισης από ανεξάρτητη απασχόληση σε φορείς κύριας ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών και ανεξάρτητα απασχολουμένων, ο οποίος συνυπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4202/1961 (ΦΕΚ 175 Α΄), όπως ισχύει. Κάθε άλλος χρόνος πραγματικός ή πλασματικός δεν συνυπολογίζεται για τη συμπλήρωση των 37 ετών ασφάλισης.
2.  
    Οι διατάξεις των παρ. 2, 4 και 7 του άρθρου 3 του Ν. 3029/2002 (ΦΕΚ 160 Α΄), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται και στους οργανισμούς κύριας ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών και ανεξάρτητα απασχολουμένων.
3.  
  1. Ασφαλισμένοι φορέων κύριας ασφάλισης ελεύθερων επαγγελματιών και ανεξάρτητα απασχολουμένων, οι οποίοι συμπληρώνουν το 65ο έτος της ηλικίας τους και τουλάχιστον έντεκα και μισό έτη υποχρεωτικής ασφάλισης μέχρι 31.12.2007 και δεν λαμβάνουν ή δεν δικαιούνται να λάβουν σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ή το Δημόσιο, δικαιούνται σύνταξη γήρατος, που υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας των φορέων αυτών.
  2. Οι διατάξεις της νομοθεσίας τους περί κατωτάτων ορίων δεν εφαρμόζονται.
  3. Το ως άνω ποσό σύνταξης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 2/3 ούτε να υπολείπεται του 1/2 του εκάστοτε καταβαλλόμενου κατώτατου ορίου σύνταξης γήρατος του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού.
  4. Για τη συμπλήρωση του χρόνου ασφάλισης του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος υποχρεωτικής ασφάλισης από ανεξάρτητη δραστηριότητα σε φορείς ελευθέρων επαγγελματιών και ανεξάρτητα απασχολουμένων, ο οποίος συνυπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4202/1961 (ΦΕΚ 175 Α΄), όπως ισχύει.
  5. Στους συνταξιοδοτούμενους με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 24 του Ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α΄), όπως ισχύουν.
  6. Οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται για αιτήσεις συνταξιοδότησης που υποβάλλονται από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και μέχρι 31.12.2007.
4.  
    Η διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του Ν. 2703/1999 (ΦΕΚ 72 Α΄), όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του Ν. 2972/2001 (ΦΕΚ 291 Α΄), έχει εφαρμογή και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών και ανεξάρτητα απασχολουμένων.
5.  
    Στην παρ. 5 του άρθρου 85 του Ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α΄) προστίθεται περίπτωση ε΄ ως εξής: ε) Σε ειδικά εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους των φορέων κύριας ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών και ανεξάρτητα απασχολουμένων να λαμβάνουν τα αναγκαία στοιχεία και πληροφορίες από τους φακέλους που τηρούνται στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) για τα εισοδήματα φορολογουμένων, ασφαλισμένων ή ασφαλιστέων στους εν λόγω φορείς, με σκοπό τη διευκόλυνση του έργου των οργανισμών αυτών στην είσπραξη των νομοθετημένων πόρων τους, καθώς και στον έλεγχο της νομιμότητας της χορήγησης των παροχών τους..
6.  
    Οι κυβερνήτες επαγγελματικών πλοίων αναψυχής (ιστιοφόρων ή μηχανοκίνητων), που ορίζονται από το άρθρο 5 του Ν. 2743/1999 (ΦΕΚ 211 Α΄) και δεν είναι επιβάτες, υπάγονται για την εργασία τους αυτή στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Ε.Β.Ε.).
Άρθρο 17 "Διατάξεις φορέων ελευθέρων επαγγελματιών"
1.  
    Με σύμβαση, που θα υπογραφεί μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του Ο.Α.Ε.Ε., θα καθοριστούν οι όροι και ο τρόπος εξόφλησης από το Δημόσιο του ποσού των 235.195.890,00 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται το σύνολο των οφειλών αυτού προς τον Ο.Α.Ε.Ε. και αντιστοιχεί σε 207.096.110,00 ευρώ για τον Ο.Α.Ε.Ε.-Τ.Ε.Β.Ε. και σε 28.099.780,00 ευρώ για τον Ο.Α.Ε.Ε.-Τ.Α.Ε. χρονικής περιόδου από 1.1.1993 μέχρι 31.12.2001 και προέρχεται από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 και 35 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄).
2.  
    Η περίπτωση δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 9 του Ν. 3050/2002 (ΦΕΚ 214 Α΄), όπως έχει αντικατασταθεί με την περ. δ΄ παρ. 7 του άρθρου 18 του Ν. 3144/2003 (ΦΕΚ 11 Α΄), αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε, ως εξής: 1. δ) Στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε. υπάγονται τα μέλη των ομόρρυθμων εταιρειών (Ο.Ε.) και ετερόρρυθμων εταιρειών (Ε.Ε.) των ανωτέρω περιοχών, των οποίων ο σκοπός συνιστά επαγγελματική, βιοτεχνική ή εμπορική δραστηριότητα, εφόσον ο μέσος όρος των εισοδημάτων των τριών τελευταίων ετών από τη συμμετοχή τους στις εταιρείες αυτές, όπως τα εισοδήματα αυτά προκύπτουν από το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ), υπολογιζόμενα στο διπλάσιο, υπερβαίνουν το 500πλάσιο του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη. Σε κάθε άλλη περίπτωση, υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ο.Γ.Α. και κατατάσσονται από 1.1.2005 στην 5η ασφαλιστική κατηγορία του άρθρου 4 του Ν. 2458/1997, όπως ισχύει. Επίσης τα μέλη των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης (Ε.Π.Ε.) των ανωτέρω περιοχών, των οποίων ο σκοπός συνιστά επαγγελματική, βιοτεχνική ή εμπορική δραστηριότητα, καθώς και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ανωνύμων εταιρειών (Α.Ε.), που είναι μέτοχοι κατά ποσοστό 5% τουλάχιστον, υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε. -Τ.Ε.Β.Ε. ανεξαρτήτως εισοδηματικού κριτηρίου..
3.  
    Ασφαλισμένοι του Ταμείου Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος (Ο.Α.Ε.Ε.-Τ.Ε.Β.Ε.) περιοχής Σητείας Κρήτης, οι οποίοι έχουν υποβάλει μήνυση μέχρι 30.11.1998 ή και μεταγενέστερα βάσει δήλωσής τους, κατά οργάνων του Ταμείου για παρακράτηση και υπεξαίρεση ασφαλιστικών τους εισφορών, περιόδου μέχρι Νοεμβρίου 1995, συνεπεία της οποίας εκδόθηκε αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, απαλλάσσονται της υποχρεώσεως καταβολής των εισφορών στις οποίες αναφέρεται η απόφαση αυτή. Καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές, βάσει των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 71 του Ν. 2676/1999, θεωρούνται, μετά την έκδοση των αμετάκλητων καταδικαστικών αποφάσεων, ως αχρεωστήτως καταβληθείσες. Ο αντίστοιχος χρόνος ασφάλισης αναγνωρίζεται με διαπιστωτική πράξη του οικείου οργάνου του Ταμείου. Όσοι από τους παραπάνω ασφαλισμένους έχουν συνταξιοδοτηθεί μέχρι να καταστούν αμετάκλητες οι δικαστικές αποφάσεις, δικαιούνται αναπροσαρμογή του ποσού της σύνταξής τους βάσει του χρόνου ασφάλισης που αναγνωρίζεται από την έναρξη της συνταξιοδότησής τους. Αν δεν εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ως προς την καταβολή των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 71 του Ν. 2676/ 1999. Ο Ο.Α.Ε.Ε. -Τ.Ε.Β.Ε. αποκτά αξίωση κατά των καταδικασθέντων οργάνων του για το ποσό των παραπάνω εισφορών μετά των νομίμων προσαυξήσεων για την ικανοποίηση της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αναγκαστικής είσπραξης των εισφορών του Ταμείου.
Άρθρο 18 "Διατάξεις φορέων ανεξάρτητα απασχολουμένων"
1.  
    Στο τέλος του εδαφίου α΄ της παρ. 8 του άρθρου 7 του Ν. 982/1979 (ΦΕΚ 239 Α΄), όπως αντικαταστάθηκε από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 29 του Ν. 1539/1985 (ΦΕΚ 64 Α΄), καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 1976/1991 (ΦΕΚ 184 Α΄) και ισχύει, προστίθεται περίπτωση δδ΄ ως ακολούθως: δδ) Οι ήδη συνταξιούχοι του Ταμείου Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών (Τ.Σ.Α.Υ.), οι οποίοι δεν εντάχθηκαν στο καθεστώς των μονοσυνταξιούχων του Ταμείου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, δικαιούνται την ανωτέρω προσαύξηση, εφόσον υποβάλλουν σχετική αίτηση μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και καταβάλουν τις ανάλογες ασφαλιστικές εισφορές, από την έναρξη ισχύος του Ν. 982/1979 και μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδότησής τους. Οι εισφορές υπολογίζονται ύστερα από αναλογιστική μελέτη. Η προσαύξηση αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα της εξόφλησης της οφειλής..
2.  
    Η διάταξη της περίπτωσης δ΄ του εδαφίου 6 της παρ. 4 του άρθρου 59 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄) καταργείται. Τα ποσά που έχουν ήδη αποδοθεί στο Λογαριασμό Αλληλεγγύης Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Λ.Α.Φ.Κ.Α.) από το Ταμείο Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών δεν αναζητούνται, καθώς επίσης και τα ποσά που δεν έχουν αποδοθεί σε εφαρμογή της καταργούμενης περίπτωσης.
3.  
    Ιατροί εργασίας, που απασχολούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 1568/1985 (ΦΕΚ 177 Α΄), ασφαλίζονται στο Τ.Σ.Α.Υ. και καταβάλλουν την εισφορά του ελευθέρως ασκούντος το επάγγελμα υγειονομικού. Στην περίπτωση αυτή δεν καταβάλλεται η εισφορά που προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 4, καθώς και της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 982/1979, όπως ισχύουν.
4.  
    Στο άρθρο 2 του Ν. 982/1979 η παράγραφος 2 αριθμείται ως 3 και προστίθεται παράγραφος 2, ως εξής: 2. Στην ασφάλιση του Τ.Σ.Α.Υ. υπάγονται υποχρεωτικά και οι πτυχιούχοι υγειονομικοί, που είναι εταίροι ομόρρυθμης εταιρείας, ετερόρρυθμης εταιρείας, εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και μέλη διοικητικών συμβουλίων ανωνύμων εταιρειών με αντικείμενο ιατρικές, οδοντιατρικές, φαρμακευτικές, κτηνιατρικές και χημικές εργασίες, καθώς επίσης και υγειονομικοί που είναι εταίροι ή μέτοχοι εταιρειών ιδιωτικών φορέων πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας του Π.Δ. 84/2001 (ΦΕΚ 70 Α΄), εφόσον σε όλες αυτές τις περιπτώσεις προσφέρουν τις υγειονομικές τους υπηρεσίες στο νομικό πρόσωπο της εταιρείας, χωρίς αμοιβή. Η παροχή των υγειονομικών υπηρεσιών τους αποδεικνύεται με βεβαίωση του νομικού προσώπου της εταιρείας. Στην ασφάλιση του Ταμείου υπάγονται υποχρεωτικά:.
  1. Οι απασχολούμενοι σε ερευνητικά προγράμματα πανεπιστημίων, νοσοκομείων ή άλλων ιδρυμάτων
  2. Οι συμμετέχοντες σε μεταπτυχιακές σπουδές είτε ως υπότροφοι είτε χωρίς αμοιβή
  3. Όσοι υγειονομικοί κάνουν πρακτική άσκηση για λήψη άδειας άσκησης επαγγέλματος χωρίς αμοιβή
  4. Οι απασχολούμενοι ως σύμβουλοι επιχειρήσεων ή οργανισμών σε θέματα ειδικότητάς τους, εφόσον η σχέση τους δεν είναι εξαρτημένη
  5. Όσοι έχουν επιχειρήσεις εμπορίας ή εισαγωγής ειδών ή παροχής υπηρεσιών συναφών με το υγειονομικό επάγγελμα
  6. Οι απασχολούμενοι σε μη κυβερνητικές οργανώσεις εντός ή εκτός Ελλάδας άνευ αμοιβής.
  7. Τα ανωτέρω πρόσωπα υποχρεούνται στην καταβολή των εισφορών του ελευθέρως ασκούντος το επάγγελμα υγειονομικού και για όλους τους κλάδους ασφάλισης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 76 του Ν. 2676/1999.
  8. Στην περίπτωση αυτή δεν καταβάλλεται η εισφορά που προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 4, καθώς και της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 982/1979, όπως ισχύουν.
  9. Σε περίπτωση που οι κατά τα άνω υγειονομικοί μετέχουν σε περισσότερες από μια εταιρείες ή συντρέχει και άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος, καταβάλλουν στο Τ.Σ.Α.Υ. μια φορά την ανωτέρω εισφορά.
  10. Οι υγειονομικοί, που εμπίπτουν στην παρούσα ρύθμιση και έχουν καταβάλλει μέχρι την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού τις εισφορές του ελευθέρως ασκούντος το επάγγελμα, συνεχίζουν κανονικά την ασφάλισή τους.
  11. Όσοι από τα ανωτέρω πρόσωπα έχουν ασφαλισθεί ως έμμισθοι, θεωρείται ότι καλώς εχώρησε η ασφάλισή τους, οι δε ασφαλιστικές εισφορές δεν επιστρέφονται.
  12. Όσοι από τους ανωτέρω υγειονομικούς δεν έχουν ασφαλιστεί στο Ταμείο μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, μπορούν να ζητήσουν την ασφάλισή τους αναδρομικά, με αίτηση, μέσα σε προθεσμία δύο (2) ετών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, καταβάλλοντας τις εισφορές που ισχύουν κατά την ημερομηνία εξόφλησης της οφειλής τους, χωρίς την επιβολή πρόσθετων τελών.
5.  
    Στο τέλος του άρθρου 14 του Ν. 1090/1980 (ΦΕΚ 263 Α΄) προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: Με τους ίδιους ως άνω όρους και προϋποθέσεις, δικαστικοί επιμελητές από την εγγραφή τους στα βιβλία ασκουμένων του οικείου Συλλόγου Δικαστικών Επιμελητών μπορούν να ασφαλίζονται στο Ταμείο Νομικών, στο Ταμείο Προνοίας Δικαστικών Επιμελητών και στο Ταμείο Υγείας Δικηγόρων Επαρχιών..
6.  
    ΄Εμμισθοι ασφαλισμένοι του Ταμείου Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), μετά τη συνταξιοδότησή τους από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμούς (ΔΕΚΟ), που προβλέπονται από το άρθρο 12 του Π.Δ. 178/2000 (ΦΕΚ 165 Α΄), μπορούν να συνταξιοδοτηθούν και από το ανωτέρω Ταμείο με τις προϋποθέσεις που απαιτούνται στις περιπτώσεις όσων συνταξιοδοτούνται μόνο από το Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, το ποσό της σύνταξης καταβάλλεται μειωμένο κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3) για κάθε έτος που λείπει από το επόμενο της υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης και μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας. Οι ανωτέρω διατάξεις ισχύουν και για τους έμμισθους ασφαλισμένους του Τ.Σ.Α.Υ., καθώς και για τους δικαστικούς υπαλλήλους, έμμισθους ασφαλισμένους του Ταμείου Νομικών, οι οποίοι, μετά τη συνταξιοδότησή τους από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή ΔΕΚΟ, μπορούν να συνεχίσουν προαιρετικά την ασφάλισή τους στα εν λόγω Ταμεία μέχρι τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησής τους και από τα Ταμεία αυτά.
7.  
    Στο τέλος του τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 19 του Ν. 2150/1993 (ΦΕΚ 98 Α΄) προστίθεται υπεδάφιο ως εξής: Για τους δικηγόρους, που είναι ασφαλισμένοι από 1.1.1993 και μετά στο Ταμείο Νομικών και στους οικείους κλάδους ή φορείς επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και ασθένειας, σε περίπτωση επιλογής ανώτερης της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας, αφαιρούνται από την ετήσια ασφαλιστική τους εισφορά τα ποσά που καταβάλλονται με ένσημα..
8.  
    Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 37 του Ν. 2145/1993 προστίθεται εδάφιο ως εξής: Οι διατάξεις του ανωτέρω εδαφίου ισχύουν και για τους από 1.1.1993 και εφεξής ασφαλισμένους δικηγόρους στους ανωτέρω φορείς..
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΦΟΡΕΩΝ ΥΓΕΙΑΣ
Άρθρο 19 "Ρυθμίσεις φορέων ασθένειας"
1.  
    Ο κλάδος ασθένειας του Τ.Σ.Α.Υ. καλύπτει δαπάνες στέγης και περίθαλψης των δικαιούχων της Στέγης Υγειονομικών, που προβλέπονται από το άρθρο 16 του Ν. 3796/1957 (ΦΕΚ 251 Α΄) σε συνδυασμό με το άρθρο 138 του Ν. 2071/1992 (ΦΕΚ 123 Α΄), σε: α) ιδιόκτητες εγκαταστάσεις του Τ.Σ.Α.Υ., ή σε μίσθιες εγκαταστάσεις με προσωπικό αυτού ή με μισθούμενες υπηρεσίες τρίτων και β) δημόσιες ή ιδιωτικές μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Τ.Σ.Α.Υ., ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τον αριθμό των δικαιούχων, τη διαδικασία εισαγωγής τους σε δημόσιες ή ιδιωτικές μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων, το ποσό που καταβάλλει το Ταμείο, το ποσό ή ποσοστό συμμετοχής των περιθαλπομένων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την υλοποίηση της παροχής αυτής.
2.  
    Στο τέλος της παραγράφου 7 του άρθρου 23 του Ν. 2737/1999 (ΦΕΚ 174 Α΄) προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: Με προεδρικό διάταγμα καθορίζονται οι υποχρεώσεις των ασφαλισμένων, συνταξιούχων και των μελών οικογενείας τους των ασφαλιστικών φορέων σχετικά με τη χρήση, θεώρηση και έλεγχο του ατομικού τους συνταγολογίου και βιβλιαρίου υγείας κατά την παροχή της φαρμακευτικής περίθαλψης, καθώς και οι κυρώσεις σε περίπτωση μη τήρησής τους..
3.  
    Στο τέλος του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν.Δ. 4277/1962 (ΦΕΚ 191 Α΄), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 1 του άρθρου 17 του Ν. 1469/1984 (ΦΕΚ 111 Α΄), προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: Ως οργανισμοί ασφάλισης ασθένειας νοούνται και το Ταμείο Υγείας Υπαλλήλων Αγροτικής Τράπεζας, το Ταμείο Υγείας Υπαλλήλων Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, το Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Περιθάλψεως Συλλόγου Υπαλλήλων Τραπέζης της Ελλάδος, η Υγειονομική Υπηρεσία της Ε.ΥΔ.Α.Π. και ο Λογαριασμός Υγείας των μελών του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών (Σ.Ο.ΕΛ.)..
4.  
    Το εδάφιο α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Α.Ν. 1846/1951 αντικαθίσταται ως εξής: Στους ασφαλισμένους και στα μέλη οικογενείας που αναφέρονται στο άρθρο 33 παρέχεται ιατρική περίθαλψη, από πρώτης Μαρτίου κάθε έτους και επί ένα δωδεκάμηνο, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει πραγματοποιήσει πενήντα τουλάχιστον ημέρες εργασίας, είτε κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είτε κατά το τελευταίο δεκαπεντάμηνο, πριν από την αναγγελία της ασθένειας ή της πιθανής ημέρας του τοκετού, χωρίς να συνυπολογίζονται οι ημέρες εργασίας που πραγματοποιήθηκαν κατά το τελευταίο ημερολογιακό τρίμηνο του δεκαπεντάμηνου..
5.  
    Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 17 του Ν. 997/1979 (ΦΕΚ 287 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: 1. Ασφαλισμένες που υπάγονται από ίδιο δικαίωμα σε φορείς και κλάδους ασθένειας αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μπορούν να ασφαλίζουν τα τέκνα τους με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που ισχύουν για τους άνδρες ασφαλισμένους. Σε περίπτωση που τα τέκνα έχουν ασφαλισθεί στο φορέα του πατέρα, μπορούν να ασφαλισθούν από την μητέρα ασφαλισμένη, εφόσον διαγραφούν από το φορέα ασθένειας του πατέρα..
6.  
    Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 982/1979 (ΦΕΚ 239 Α΄) προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: Από 1.7.2004 με την ίδια διαδικασία παρακρατούνται από το Ι.Κ.Α. και αποδίδονται στο Τ.Σ.Α.Υ. και οι εισφορές του κλάδου πρόνοιας, ασθένειας και στέγης υγειονομικών των εν λόγω φαρμακοποιών..
7.  
    Κατ εξαίρεση για την περίοδο μέχρι 28.2.2005, οι εργαζόμενοι της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης του Περάματος και τα μέλη οικογένειάς τους, που αναφέρονται στο άρθρο 33 του Ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α΄), καλύπτονται από το Ι.Κ.Α. για παροχές ασθένειας σε είδος, εφόσον έχουν συμπληρώσει είκοσι πέντε ημέρες ασφάλισης, είτε κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είτε κατά το τελευταίο δεκαπεντάμηνο.
8.  
    Οι μέχρι τη δημοσίευση του νόμου υπηρετούντες τακτικοί υπάλληλοι του Τ.Σ.Α., οι συνταξιούχοι και τα μέλη οικογένειάς τους υπάγονται στην υγειονομική περίθαλψη του Ο.Π.Α.Δ., με τους όρους και τις προϋποθέσεις που παρέχεται αυτή στους τακτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου, τους συνταξιούχους και τα μέλη οικογενείας τους, όπως καθορίζονται από τις σχετικές διατάξεις. Οι μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού προσλαμβανόμενοι υπάλληλοι υπάγονται για υγειονομική περίθαλψη στο καθεστώς των μονίμων υπαλλήλων του Ο.Α.Ε.Ε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Άρθρο 20 "Επικουρικά ταμεία - Ειδικές προϋποθέσεις συνταξιοδότησης"
1.  
    Ασφαλισμένοι επικουρικών ταμείων αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, συνταξιοδοτούμενοι από το φορέα κύριας ασφάλισης λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων του πρώτου ή του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 825/ 1978 (ΦΕΚ 189 Α΄), όπως τροποποιημένα ισχύουν, ή των προϋποθέσεων της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3029/2002 (ΦΕΚ 160 Α΄) ή των προϋποθέσεων του Ο.Α.Ε.Ε. (Τ.Ε.Β.Ε. - Τ.Α.Ε. - Τ.Σ.Α.) με τον αυτό συνολικό χρόνο ασφάλισης, συνταξιοδοτούνται και από το φορέα επικουρικής ασφάλισής τους, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει επτά χιλιάδες πεντακόσιες (7.500) ημέρες ασφάλισης. Στην περίπτωση συμπλήρωσης στο φορέα κύριας ασφάλισης των προϋποθέσεων του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 825/1978 (ΦΕΚ 189 Α΄), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 32 του Ν. 2874/ 2000 (ΦΕΚ 286 Α΄) και ισχύει, για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος στο φορέα επικουρικής ασφάλισης με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου της παραγράφου αυτής, καταβάλλεται από τους ασφαλισμένους μηνιαία εισφορά δύο τοις εκατό (2%) για τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιες (4.500) ημέρες ασφάλισης ή για όσες ημέρες εξ αυτών δεν έχει καταβληθεί. Η εξαγορά γίνεται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο ποσοστού εισφοράς 2% επί του 25πλασίου του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη κατά το μήνα υποβολής της αίτησης. Η εξόφληση του προκύπτοντος ποσού γίνεται εφάπαξ με έκπτωση 15% ή σε εξήντα (60) μηνιαίες ισόποσες άτοκες δόσεις. Σε περίπτωση συνταξιοδότησης καταβάλλεται το 1/3 του ποσού εφάπαξ και το υπόλοιπο εξοφλείται σε σαράντα (40) μηνιαίες δόσεις που παρακρατούνται από τη σύνταξη. Δεν υποχρεούνται στην καταβολή της ανωτέρω εισφοράς οι ασφαλισμένοι φορέων επικουρικής ασφάλισης που από καταστατικές τους διατάξεις προβλεπόταν η συνταξιοδότηση με τις προϋποθέσεις περί βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων. Εάν ο εξαγοραζόμενος χρόνος έχει διανυθεί σε διαδοχικούς ασφαλιστικούς φορείς και εφόσον δεν έχει καταβληθεί η ανωτέρω εισφορά, η εξαγορά του γίνεται στους αντίστοιχους φορείς. Το ποσό της σύνταξης που δικαιούται ο ασφαλισμένος από το φορέα επικουρικής ασφάλισης κατ εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων εδαφίων της παραγράφου αυτής καταβάλλεται μειωμένο κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) για κάθε έτος που λείπει από το επόμενο της υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης έτος μέχρι και το έτος στο οποίο συμπληρώνει το όριο ηλικίας για την απονομή πλήρους σύνταξης, όπως αυτό ορίζεται κατά περίπτωση ανάλογα με το χρόνο ασφάλισής του. Δικαίωμα συνταξιοδότησης από το φορέα επικουρικής ασφάλισης με τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων της παραγράφου αυτής έχουν και τα πρόσωπα τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί από το φορέα κύριας ασφάλισης με τις ανωτέρω διατάξεις.
2.  
    Ασφαλισμένοι του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., που συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης με τις διατάξεις περί βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, συνταξιοδοτούνται και από τους φορείς επικουρικής ασφάλισης με τις ίδιες προϋποθέσεις. Η συνταξιοδότηση πραγματοποιείται μετά από εξαγορά του ελάχιστου αριθμού ημερών ασφάλισης στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα που απαιτούνται κάθε φορά για τη συνταξιοδότηση με τις προϋποθέσεις αυτές. Σε περίπτωση συνταξιοδότησης με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 2874/2000 και εφόσον έχουν πραγματοποιηθεί στο φορέα επικουρικής ασφάλισης δέκα χιλιάδες πεντακόσιες (10.500) ημέρες ασφάλισης, η συνταξιοδότηση πραγματοποιείται με εξαγορά τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (4.500) ημερών ασφάλισης. Η εξαγορά γίνεται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο ποσοστού εισφοράς 2% επί των αποδοχών του κατά το μήνα υποβολής της αίτησης, οι οποίες δεν είναι δυνατόν να είναι μικρότερες του 25πλασίου του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη. Η εξόφληση του προκύπτοντος ποσού γίνεται εφάπαξ με έκπτωση 15% ή σε εξήντα (60) μηνιαίες ισόποσες άτοκες δόσεις. Σε περίπτωση συνταξιοδότησης καταβάλλεται το 1/3 του ποσού εφάπαξ και το υπόλοιπο εξοφλείται σε σαράντα (40) μηνιαίες δόσεις που παρακρατούνται από τη σύνταξη. Δεν υποχρεούνται στην καταβολή της ανωτέρω εισφοράς οι ασφαλισμένοι φορέων επικουρικής ασφάλισης που από καταστατικές τους διατάξεις προβλεπόταν η συνταξιοδότηση με τις προϋποθέσεις περί βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων. Εάν ο εξαγοραζόμενος χρόνος έχει διανυθεί σε διαδοχικούς ασφαλιστικούς φορείς και εφόσον δεν έχει καταβληθεί η ανωτέρω εισφορά, η εξαγορά του γίνεται στους αντίστοιχους φορείς. Ασφαλισμένοι του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδας (Τ.Ε.Α.Η.Ε), οι οποίοι δικαιούνται σύνταξης από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. με τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 997/1979 (ΦΕΚ 287 Α΄), όπως έχει συμπληρωθεί και ισχύει με το άρθρο 10 του Ν. 1654/1986 (ΦΕΚ 177 Α΄), και του άρθρου 90 του Ν. 2676/1999, δικαιούνται με τις ίδιες προϋποθέσεις σύνταξης και από το ταμείο. Για τη συνταξιοδότηση των προσώπων αυτών καταβάλλεται εισφορά 3% επί των αποδοχών τους κατά το μήνα υποβολής της αίτησης, οι οποίες δεν είναι δυνατόν να είναι μικρότερες του εικοσιπενταπλάσιου του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη. Η εξαγορά γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των πέμπτου και έκτου εδαφίων της παραγράφου αυτής.
3.  
    Ασφαλισμένοι επικουρικών ταμείων που συνταξιοδοτούνται από το Δημόσιο ή συνταξιοδοτούνται με καθεστώς κύριας ασφάλισης ίδιο ή εξομοιούμενο με αυτό του Δημοσίου βάσει ιδιαίτερων νομοθετημάτων μπορούν να αναγνωρίσουν κάθε προϋπηρεσία τους που συμπίπτει με συντάξιμο χρόνο στο Δημόσιο ή το φορέα κύριας ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένης και της στρατιωτικής υπηρεσίας, εφόσον για το χρόνο αυτόν ο ασφαλισμένος δεν είχε άλλη επικουρική ασφάλιση με εξαίρεση το Μ.Τ.Π.Υ. Η αναγνώριση γίνεται με απόφαση του Ταμείου μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου. Για την εξαγορά κάθε μήνα αναγνωριζόμενης υπηρεσίας καταβάλλεται στον επικουρικό φορέα ποσοστό εισφοράς 6% επί των αποδοχών που υπόκεινται σε τακτικές μηνιαίες ασφαλιστικές κρατήσεις κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης αναγνώρισης. Η εξόφληση του παραπάνω ποσού εξαγοράς γίνεται εφάπαξ, οπότε παρέχεται έκπτωση ποσοστού 10% ή με δόσεις ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των αναγνωριζόμενων μηνών. Σε περίπτωση συνταξιοδότησης πριν την εξόφληση του προκύπτοντος ποσού, το υπόλοιπο της οφειλής καταβάλλεται εφάπαξ, άλλως ο χρόνος που αντιστοιχεί σε αυτό δεν υπολογίζεται. Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και για τους ασφαλισμένους του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. που ασφαλίζονται επικουρικά στον Ειδικό Λογαριασμό Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Λ.Ε.Α) και το κλάδο Ε.Τ.Ε.Α.Μ. του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Διατάξεις φορέων επικουρικής ασφάλισης που προβλέπουν μικρότερα ποσοστά εξαγοράς εξακολουθούν να ισχύουν.
4.  
    Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για τους ήδη εξελθόντες από την υπηρεσία, εφόσον αυτοί δεν έχουν θεμελιώσει δικαίωμα επικουρικής σύνταξης, καθώς και για τους δικαιοδόχους αυτών. Ως αποδοχές για την εξαγορά της αναγνωριζόμενης προϋπηρεσίας λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του χρόνου εξόδου από την υπηρεσία, όπως θα ίσχυαν κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης.
Άρθρο 21 "Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων και Τ.Ε.Α.Δ.Υ."
1.  
    Στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων συνιστάται κλάδος με την ονομασία Κλάδος Πρόνοιας Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., στον οποίο υπάγεται υποχρεωτικά το μόνιμο προσωπικό των Ν.Π.Δ.Δ., που δεν υπάγεται σε άλλο φορέα πρόνοιας ούτε στον Α.Ν. 513/1968 (ΦΕΚ 186 Α΄) για τη λήψη εφάπαξ βοηθήματος. Ο κλάδος έχει πλήρη οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια. Στο συνιστώμενο κλάδο υπάγονται υποχρεωτικά και όσοι υπάλληλοι είναι ασφαλισμένοι στο καθεστώς του Ν. 103/1975 (ΦΕΚ 167 Α΄) μέχρι την 31.12.2004. Σκοπός του κλάδου αυτού είναι η καταβολή εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους που αποχωρούν από την υπηρεσία τους και συνταξιοδοτούνται λόγω γήρατος ή οριστικής αναπηρίας. Πόροι του κλάδου είναι η μηνιαία εισφορά των ασφαλισμένων ίση με 4% υπολογιζόμενη επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος. Χρόνος ασφάλισης είναι ο διανυόμενος από το χρόνο έναρξης λειτουργίας του κλάδου χρόνος υπηρεσίας των υπαλλήλων στα οικεία Ν.Π.Δ.Δ. ή σε οποιαδήποτε υπηρεσία υπηρετούν για την οποία είναι ασφαλισμένοι μέχρι 31.12.2004 στο καθεστώς του Ν. 103/1975 (ΦΕΚ 167 Α΄). Οι προϋποθέσεις χορήγησης εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους και στα μέλη οικογενείας τους σε περίπτωση θανάτου, οι υποκείμενες σε εισφορά αποδοχές, ο καθορισμός του βοηθήματος, η άσκηση του δικαιώματος για λήψη εφάπαξ βοηθήματος, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των επαναδιοριζομένων, η παραγραφή, το ανεκχώρητο και ακατάσχετο των βοηθημάτων και εισφορών, καθώς και κάθε άλλη ρύθμιση διέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της νομοθεσίας που διέπει το Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων. Τη διοίκηση και διαχείριση του κλάδου ασκεί το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που το διέπει. Οι εργασίες του κλάδου εκτελούνται από το προσωπικό του Ταμείου και η συμμετοχή του κλάδου στις δαπάνες διοίκησης και λειτουργίας του Ταμείου καθορίζεται σε ποσοστό 25% του συνόλου. Τα της λογιστικής οργανώσεως, διαχειρίσεως, καταρτίσεως ισοζυγίων, προϋπολογισμών, ισολογισμών, απολογισμών διενέργειας προμηθειών και επενδύσεων του κλάδου πρόνοιας διέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του Τ.Π.Δ.Υ. και της γενικότερης νομοθεσίας. Το εφάπαξ βοήθημα το οποίο δικαιούνται οι αποχωρούντες ασφαλισμένοι υπολογίζεται για όλο το χρόνο υπηρεσίας τους που έχει διανυθεί από 1.10.1975 και εφεξής και καταβάλλεται κατ αναλογία από το Τ.Π.Δ.Υ. για το χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε σε αυτό και για το οποίο καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές και το υπόλοιπο ποσό από το νομικό πρόσωπο στο οποίο ετηρείτο ο λογαριασμός του Ν. 103/1975 (ΦΕΚ 167 Α΄) και στον οποίο ήταν ασφαλισμένος ο υπάλληλος μέχρι την 31.12.2004. Σε περίπτωση ανεπάρκειας των σχηματιζόμενων κεφαλαίων του οικείου λογαριασμού του Ν. 103/1975 (ΦΕΚ 167 Α΄) για την καταβολή του αναλογούντος ποσού βοηθήματος, τούτο συμπληρώνεται κατά το ποσό που υπολείπεται από το ίδιο το Ν.Π.Δ.Δ. στο οποίο ετηρείτο ο λογαριασμός και σε καμιά περίπτωση δεν βαρύνει το ταμείο. Σε περίπτωση μετατροπής, κατάργησης ή συγχώνευσης του Ν.Π.Δ.Δ. η επιβάρυνση για την κάλυψη του ανωτέρω ποσού καλύπτεται από το διάδοχο φορέα.
2.  
    Ασφαλισμένοι του κλάδου δύνανται μετά από αίτησή τους να αναγνωρίσουν χρόνο προϋπηρεσίας που διανύθηκε στο νομικό πρόσωπο που υπηρετούν ή στο Δημόσιο ή σε άλλα Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον δεν συμπίπτει με χρόνο ασφάλισης σε άλλο φορέα προνοίας και με την προϋπόθεση ότι ο χρόνος αυτός διανύθηκε μετά την 1.1.2005. Η αναγνώριση του χρόνου γίνεται σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις του Τ.Π.Δ.Υ. Αιτήσεις υπαλλήλων για εξαγορά χρόνου προϋπηρεσίας που έχουν υποβληθεί ή θα υποβληθούν στα Ν.Π.Δ.Δ. που υπηρετούν, σύμφωνα με τη νομοθεσία που διέπει τους λογαριασμούς του Ν. 103/1975 (ΦΕΚ 167 Α΄) μέχρι το χρόνο έναρξης λειτουργίας του κλάδου, εξετάζονται από τα νομικά πρόσωπα αυτά και διακανονίζεται το ποσό της οφειλής και ο χρόνος αυτός θεωρείται χρόνος ασφάλισης στο καθεστώς του Ν. 103/1975. Η λειτουργία του κλάδου αρχίζει την 1.1.2005. Στο συνιστώμενο με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου κλάδου πρόνοιας υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υπάγεται υποχρεωτικά και το τακτικό προσωπικό του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.). Στους αποχωρούντες από την υπηρεσία ασφαλισμένους του κλάδου, υπαλλήλους του Ο.Γ.Α., καταβάλλεται από τον κλάδο αναλογία ποσού εφάπαξ βοηθήματος για το χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε σε αυτόν υπολογιζόμενο κατά τις διατάξεις του κλάδου αυτού και για τον οποίο καταβλήθηκαν εισφορές. Για το χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε στον Ο.Γ.Α. μέχρι 31.12.2004 καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς αποζημίωση από τον Ο.Γ.Α. κατά τις διατάξεις του Ν. 2112/1920, όπως ορίζεται στην παρ. 8 του άρθρου 42 του κανονισμού κατάστασης προσωπικού Ο.Γ.Α. και στην παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 799/1978 (ΦΕΚ 117 Α΄). Οι διατάξεις του άρθρου 2 του Α.Ν. 173/1967 (ΦΕΚ 189 Α΄) δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Οι διατάξεις των τριών παραπάνω εδαφίων έχουν εφαρμογή και για τους πρώην υπαλλήλους του Ο.Γ.Α. που έχουν μεταταγεί και υπηρετούν στον Οργανισμό Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.).
  1. Για τους ασφαλισμένους σε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1992, το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται από το Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων υπολογίζεται ως εξής:
  2. Για τα πρώτα 73 ευρώ των αποδοχών αντιστοιχεί εφάπαξ βοήθημα 2.025,00 ευρώ.
  3. Το υπόλοιπο ποσό πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 12.
  4. Το άθροισμα των παραπάνω ποσών προσαυξάνεται με συντελεστή 216,63% και το τελικό άθροισμα διαιρείται δια 420.
  5. Το δικαιούμενο εφάπαξ βοήθημα προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του ανωτέρω ποσού επί τους μήνες ασφάλισης του αποχωρούντος υπαλλήλου.
  6. Ως αποδοχές για τον υπολογισμό του ανωτέρω βοηθήματος νοούνται το πηλίκον της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών (βασικός μισθός, επίδομα χρόνου υπηρεσίας, Α.Τ.Α. και νόμιμες αυξήσεις αυτών, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας), που έλαβε ο ασφαλισμένος κατά τα πέντε (5) ημερολογιακά έτη που προηγούνται εκείνου του έτους εξόδου από την υπηρεσία, επί των οποίων παρακρατήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ., με τον περιορισμό της παρ. 1 του παρόντος, δια του αριθμού 70.
  7. Στις περιπτώσεις που ο δικαιούμενος εφάπαξ παροχής έχει μισθοδοτηθεί λιγότερο από πέντε (5) έτη, για τον υπολογισμό του μέσου όρου πενταετίας θα λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος της πενταετίας ομοιοβάθμου του.
  8. Το εφάπαξ βοήθημα των αποχωρούντων ασφαλισμένων με είκοσι οκτώ (28) χρόνια ασφάλισης και άνω δεν μπορεί να είναι μικρότερο του ποσού που έλαβαν οι εξελθόντες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ασφαλισμένοι της αυτής κατηγορίας και με τα ίδια χρόνια ασφάλισης, υπολογιζομένου επί αποδοχών μέχρι του ορίου των 2.055,00 ευρώ.
  9. Το ίδιο ισχύει και για τους υπαλλήλους οι οποίοι αποχωρούν είτε πρόωρα από την υπηρεσία λόγω διανοητικής ή σωματικής αναπηρίας είτε λόγω συμπλήρωσης του ανώτατου ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, καθώς και για τους δικαιούχους εφάπαξ βοηθήματος λόγω θανάτου του ασφαλισμένου.
  10. Για τους ασφαλισμένους σε φορέα κύριας ασφάλισης μετά την 1.1.1993, η εισφορά και το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 37 και 38 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α΄), όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν.
3.  
    Για τις ανάγκες του κλάδου συνιστώνται στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Π.Δ.Υ.) οι παρακάτω οργανικές θέσεις:.
  1. Στον κλάδο ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού της κατηγορίας ΠΕ, θέσεις οκτώ (8) στους βαθμούς Δ΄-Α΄
  2. Στον κλάδο ΤΕ Διοικητικού - Λογιστικού της κατηγορίας ΤΕ, θέσεις τέσσερις (4) στους βαθμούς Δ΄-Α΄
  3. Στον κλάδο ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού της κατηγορίας ΔΕ, θέσεις τέσσερις (4) στους βαθμούς Δ΄-Α΄
  4. Στον κλάδο ΤΕ Πληροφορικής της κατηγορίας ΤΕ, θέσεις δύο (2) στους βαθμούς Δ΄-Α΄
  5. Στον κλάδο ΔΕ Πληροφορικής της κατηγορίας ΔΕ, θέσεις δύο (2) στους βαθμούς Δ΄-Α΄
4.  
    Οι παράγραφοι 1, 2, 3, 4 του άρθρου 9 του Ν. 2512/1997 (ΦΕΚ 138 Α΄) αντικαθίστανται ως εξής: 1. Απαιτήσεις για αποζημίωση από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Τ.Π.Δ.Υ. παραγράφονται μετά την πάροδο πενταετίας από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Οι παραγραφές της παρούσας παραγράφου λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια..
5.  
    Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παρ. 1Α του άρθρου 17 του Ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α΄) αντικαθίσταται από 1.7.2004, ως εξής: δ. Κράτηση 2% στις πάσης φύσεως αμοιβές των ασφαλισμένων στο Ταμείο πέραν των προβλεπόμενων από τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ περιλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης και οδοιπορικών, με εξαίρεση τις καταβαλλόμενες για εκτός έδρας μετακινήσεις και όσων εξαιρούνται με ρητή διάταξη νόμου. Η διάταξη αυτή έχει ανάλογη εφαρμογή και στους συνταξιούχους του Ταμείου που λαμβάνουν οποιαδήποτε αμοιβή ή αποζημίωση πάσης φύσεως και μορφής από το Δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με εξαίρεση ποσά που λαμβάνουν από συντάξεις. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αναλογιστική μελέτη του Ταμείου και γνώμη του Δ.Σ. του Τ.Ε.Α.Δ.Υ., το ποσοστό της κράτησης μπορεί να μεταβάλλεται..
6.  
    Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 18 του Ν. 2676/1999 προστίθεται εδάφιο, ως εξής: Οι ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. στα μέλη οικογενείας των θανόντων ασφαλισμένων ανακαθορίζονται στο ποσοστό του 70% αντί του καταβαλλόμενου 50 %..
7.  
    Το τρίτο εδάφιο της περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν. 2676/1999 αντικαθίσταται ως εξής: Το ποσό σύνταξης για όσους παραμένουν στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση 35ετούς συντάξιμου χρόνου ασφάλισης στο Ταμείο, αυξάνεται κατά 1/50 για κάθε έτος ασφάλισης πέραν των τριάντα πέντε (35) και μέχρι των σαράντα (40) ετών..
8.  
    Στο άρθρο 19 του Ν. 2676/1999 προστίθεται παρ. 5 ως εξής: 5. Οι εφημέριοι - εκπαιδευτικοί ασφαλισμένοι του Τ.Ε.Α.Δ.Υ. για τους οποίους συντρέχουν προϋποθέσεις διπλής ασφάλισης στο Ταμείο αυτό, ασφαλίζονται υποχρεωτικά μόνο για την ιδιότητά τους εκείνη από την οποία λαμβάνουν τις μεγαλύτερες αποδοχές. Πρόσωπα που μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχουν ασφαλισθεί στο Ταμείο και με τις δύο ιδιότητες, κατά τη συνταξιοδότηση λαμβάνουν προσαύξηση στο ποσό της σύνταξής τους ίση με ποσοστό 2% για κάθε χρόνο παράλληλης ασφάλισης. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τους ήδη συνταξιούχους του Ταμείου, οι συντάξεις των οποίων επανακαθορίζονται από την ημερομηνία υποβολής αίτησης των ενδιαφερομένων.
9.  
    Στην παράγραφο 8 του άρθρου 7 του Ν. 2703/1999 (ΦΕΚ 72 Α΄) προστίθεται περίπτωση ζ΄, που έχει ως εξής: ζ) Στους πρώην υπαλλήλους των καταργούμενων Εθνικού Οργανισμού Καπνού και Οργανισμού Βάμβακος, οι οποίοι είχαν ήδη μεταταγεί σε υπηρεσίες του δημόσιου τομέα προ της κατάργησης των Οργανισμών αυτών και είχαν επιλέξει το καθεστώς πρόνοιας των υπηρεσιών στις οποίες μετατάχθηκαν, καταβάλλεται εφάπαξ αποζημίωση για το χρόνο και μόνο της υπηρεσίας τους στους καταργούμενους Οργανισμούς. Η εφάπαξ αποζημίωση καταβάλλεται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Γεωργίας). Στους υπαλλήλους της παρούσας περίπτωσης εφαρμόζονται ανάλογα και οι διατάξεις των περιπτώσεων ε΄ και στ΄ της παρούσας παραγράφου..
Άρθρο 22 "Ειδικές ρυθμίσεις φορέων επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας"
1.  
    Κληρικοί που είναι ασφαλισμένοι στο Ταμείο Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος έχουν δικαίωμα κατά το χρόνο άσκησης του λειτουργήματός τους να ζητήσουν εφάπαξ βοήθημα από το εν λόγω Ταμείο για τα έτη ασφάλισής τους, εφόσον κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους και 15ετή ασφάλιση στο Ταμείο αυτό. Όσοι από τους ασφαλισμένους κληρικούς κάνουν χρήση του δικαιώματος αυτού δεν δικαιούνται ετέρου εφάπαξ βοηθήματος από το Ταμείο παρά μόνο επιστροφή των εισφορών τους ατόκως για τον υπόλοιπο χρόνο άσκησης του λειτουργήματος και μέχρι τη συνταξιοδότησή τους.
2.  
    Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 997/1979 (ΦΕΚ 287 Α΄), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, προστίθενται εδάφια ως εξής: Το όριο των τεσσάρων χιλιάδων πενήντα (4.050) ημερών εργασίας αυξάνεται προοδευτικά σε τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιες (4.500) ημέρες εργασίας, προστιθεμένων στις τέσσερις χιλιάδες πενήντα (4.050) ημέρες εργασίας εκατόν πενήντα (150) ημερών για κάθε ημερολογιακό έτος, αρχής γενομένης από της 1ης Ιανουαρίου του επόμενου έτους από το έτος στο οποίο συμπληρώνονται οι τέσσερις χιλιάδες πενήντα (4.050) ημέρες εργασίας για κάθε ομάδα ασφαλισμένων. Από την κατά το προηγούμενο εδάφιο προοδευτική αύξηση των ημερών ασφάλισης εξαιρούνται οι ασφαλισμένοι, οι οποίοι δικαιούνται σύνταξης από το φορέα κύριας ασφάλισης σε ειδικά όρια ηλικίας με την πραγματοποίηση τεσσάρων χιλιάδων πενήντα (4.050) ημερών ασφάλισης, καθώς και οι ασφαλισμένοι οι οποίοι μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού έχουν υπαχθεί στην προαιρετική ασφάλιση του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. κατ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 10 του Ν. 2874/2000 (ΦΕΚ 286 Α΄) για τη συμπλήρωση τεσσάρων χιλιάδων πενήντα (4.050) ημερών ασφάλισης. Οι οριζόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 5 του Ν. 997/ 1979 (ΦΕΚ 287 Α΄) για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω αναπηρίας τριακόσιες (300) ημέρες ασφάλισης εντός των πέντε (5) ημερολογιακών ετών των αμέσως προηγουμένων του έτους κατά το οποίο ο ασφαλισμένος κατέστη ανάπηρος αυξάνονται σε εξακόσιες (600), προστιθεμένων ανά εκατό (100) κατά μέσο όρο για κάθε ημερολογιακό έτος, αρχής γενομένης από 1.1.2005. Για τη συνταξιοδότηση των μελών οικογένειας θανόντων ασφαλισμένων ή συνταξιούχων εξακολουθούν να ισχύουν οι τριακόσιες (300) ημέρες ασφάλισης.
3.  
    Η περίπτωση γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν. 2434/1996 (ΦΕΚ 188 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: γ. Ποσά τα οποία κατά την προηγούμενη της συγχώνευσης ημέρα είναι μεγαλύτερα του ποσού του κατώτατου ορίου συντάξεων του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. αυξημένου κατά 50%, συνεχίζουν να καταβάλλονται από το Ε.Τ.Ε.Α.Μ., διατηρουμένης και καταβαλλομένης της επιπλέον διαφοράς αμετάβλητης μη συμψηφιζομένης με τις αυξήσεις των συντάξεων του Ε.Τ.Ε.Α.Μ., οι οποίες χορηγούνται επί του ποσού του κατώτατου ορίου αυξημένου κατά 50%. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή και επί ποσών συντάξεων συνταξιούχων ήδη συγχωνευθέντων φορέων ή κλάδων επικουρικής ασφάλισης που ευρίσκονται στη διαδικασία συμψηφισμού τους.
4.  
    Μόνιμοι υπάλληλοι Ν.Π.Δ.Δ. που υπηρετούν ή έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδοτήσεως, οι οποίοι κατ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 7 του Ν. 2335/1995 (ΦΕΚ 185 Α΄) υπήχθησαν υποχρεωτικά στο καθεστώς του Ν. 103/1975 για τη λήψη εφάπαξ βοηθήματος και δεν υπέβαλαν σχετική αίτηση για την αναγνώριση και εξαγορά προϋπηρεσίας τους εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 30 του Ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α΄) ανατρεπτικής προθεσμίας, έχουν τη δυνατότητα υποβολής της αίτησης αυτής εντός ενός (1) έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Όσοι κάνουν χρήση του παραπάνω δικαιώματος και έχουν ήδη αποχωρήσει, η εξαγορά του χρόνου αυτού θα γίνει με τις αποδοχές του χρόνου αποχώρησής τους και το οφειλόμενο ποσό θα συμψηφισθεί με το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται.
5.  
    Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 80 του Ν. 2676/1999 προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής: Τα ποσά των εφάπαξ βοηθημάτων, που χορήγησε το Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΟΣΕ στους ασφαλισμένους του κατ εφαρμογή της Υ.Α. Φ269/1100/10.7.1991 (ΦΕΚ 580 Β΄), ορθώς κατεβλήθησαν..
6.  
    Ασφαλισμένες φορέων επικουρικής ασφάλισης και προνοίας δύνανται να αναγνωρίσουν στους φορείς αυτούς με αίτησή τους το χρόνο κυοφορίας και λοχείας, για τον οποίο έχουν καταβληθεί οι ασφαλιστικές εισφορές στο φορέα κύριας ασφάλισης σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Ο αναγνωριζόμενος χρόνος δεν είναι δυνατόν να υπερβεί τον αντίστοιχο χρόνο του φορέα κύριας ασφάλισης. Η αναγνώριση πραγματοποιείται στο φορέα επικουρικής ασφάλισης, στον οποίο υπήγετο η ασφαλισμένη πριν από το χρόνο κυοφορίας και λοχείας της και για την εξαγορά του χρόνου καταβάλλεται από την ασφαλισμένη το σύνολο των αναλογουσών ασφαλιστικών εισφορών εργοδότη και ασφαλισμένου, υπολογιζομένων επί των αποδοχών του χρόνου υποβολής της αίτησης, οι οποίες δεν είναι δυνατόν να υπολείπονται του εικοσιπενταπλάσιου του ισχύοντος κατά την αίτηση αυτή ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη. Το προκύπτον ποσό εξοφλείται εφάπαξ ή σε μηνιαίες άτοκες δόσεις όσοι οι αναγνωριζόμενοι μήνες. Σε περίπτωση κατά την οποία η ασφαλισμένη υπαγόταν νόμιμα σε περισσοτέρους του ενός φορείς επικουρικής ασφάλισης, ο ανωτέρω χρόνος αναγνωρίζεται σε ένα φορέα, τον οποίο επιλέγει.
7.  
    Στο τέλος της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002 (ΦΕΚ 160 Α΄) προστίθενται εδάφια ως εξής: Για τη μετατροπή των Ταμείων, πλην των αναφερόμενων στα ανωτέρω εδάφια προϋποθέσεων, απαιτείται και γνώμη των Διοικητικών Συμβουλίων των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων των ασφαλισμένων τους. Το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μετατρεπόμενων φορέων περιέρχεται στα νέα Ταμεία τα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι. Τυχόν εκκρεμείς δίκες με διάδικο τους μετατρεπόμενους ασφαλιστικούς φορείς συνεχίζονται στο όνομα των νέων Ταμείων χωρίς διακοπή. Το εφάπαξ βοήθημα των Ταμείων αυτών, καθώς και οι όροι χρηματοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των νέων Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση. Αναλογιστικές μελέτες εκπονούνται υποχρεωτικά από τα νέα Ταμεία κάθε δύο (2) χρόνια για τη διαπίστωση της οικονομικής τους πορείας και υποβάλλονται για έγκριση στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά από γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής. Εφόσον τα μετατρεπόμενα Ταμεία λειτουργήσουν με τη μορφή επαγγελματικών Ταμείων, θα ισχύουν γι αυτά τα άρθρα 7 και 8 του ίδιου νόμου..
8.  
    Τυχόν καταβληθείσες από τον εργοδότη ασφαλιστικές εισφορές, σύμφωνα με την παράγραφο 11 του άρθρου 8 του Ν. 2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α΄) δεν αναζητούνται.
9.  
    Στην παρ. 16 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002 (ΦΕΚ 160 Α΄) προστίθεται εδάφιο ως εξής: Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά γνώμη των Δ.Σ. του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. και του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. δύναται να παραμείνει η διεκπεραίωση και εκτέλεση των πάσης φύσεως εργασιών επί θεμάτων παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ..
10.  
    Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μπορεί να χορηγούνται στους υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και από το Λογαριασμό Βελτίωσης Κοινωνικής Ασφάλισης, τα προβλεπόμενα από το άρθρο 16 του Ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α΄) με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη διάταξη αυτή από 1.7.2003.
11.  
    Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 19 του άρθρου 13 του Ν. 3050/2002 (ΦΕΚ 214 Α΄) εφαρμόζονται και για τις μη καταβληθείσες μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ανωτέρω νόμου εισφορές Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, των οποίων το προσωπικό υπάγεται στην ασφάλιση του Τ.Ε.Α.Π.Ο.Κ.Α. Προϊσχύουσες ευνοϊκότερες διατάξεις ρύθμισης των οφειλών αυτών εξακολουθούν να εφαρμόζονται.
12.  
    Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων προσδιορίζεται η συνολική οφειλή του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. προς το Τ.Α.Π.Ε.Μ., για την επίλυση των οικονομικών διαφορών που ανέκυψαν μεταξύ των φορέων αυτών μετά τη συγχώνευση του Κλάδου Σύνταξης του τ. Ε.Τ.Ε.Μ. στο τ. Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ.
13.  
    Οφειλές του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Εκπαιδευτικών Ιδιωτικής Γενικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.Α.Ε.Ι.Γ.Ε.) προς το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Ε.Α.Δ.Υ.) μέχρι 31.12.2000, από συμμετοχή του στη δαπάνη συνταξιοδότησης ασφαλισμένων τους, κατ εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ.164/1990 (ΦΕΚ 60 Α΄), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4202/1961 (ΦΕΚ 175 Α΄), όπως αυτές ισχύουν, αποδίδονται στο Τ.Ε.Α.Δ.Υ. προσαυξημένες κατά 50% εντός τριμήνου από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.
14.  
    Ασφαλισμένοι του Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Πειραιώς, που έχουν υπαχθεί σε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1992, υπάγονται υποχρεωτικά από 1.1.2004 στην 1η ασφαλιστική κατηγορία, όπως αυτή καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 2084/ 1992, για την καταβολή της ασφαλιστικής εισφοράς υπέρ του κλάδου πρόνοιας του Ταμείου. Η εισφορά ορίζεται σε ποσοστό 4%. Ο μέχρι την 31.12.2003 χρόνος ασφάλισης, πραγματικός ή από αναγνώριση των παραπάνω ασφαλισμένων του Τ.Π.Δ.Π., θεωρείται ότι έχει διανυθεί στην 1η ασφαλιστική κατηγορία. Το ποσό της εφάπαξ παροχής λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου, που δικαιούνται να λάβουν οι μέτοχοι της παραγράφου αυτής, υπολογίζεται με βάση την 1η ασφαλιστική κατηγορία του έτους της αποχώρησης από το επάγγελμα επί τα έτη ασφάλισης. Το ποσό που προκύπτει προσαυξάνεται κατά 1% για κάθε έτος ασφάλισης μετά τη συμπλήρωση του 25ου και μέχρι το 35ο. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων έχουν εφαρμογή και σε όσους έχει χορηγηθεί εφάπαξ παροχή από 1.1.1998 και εφεξής. Οι παροχές των προσώπων αυτών επανυπολογίζονται κατά τον ως άνω τρόπο και με βάση την 1η ασφαλιστική κατηγορία του προηγούμενου της υποβληθείσας αίτησης συνταξιοδότησης έτους. Οι διατάξεις των πέντε πρώτων εδαφίων της παραγράφου αυτής ισχύουν και για τους ασφαλισμένους του Ταμείου Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών.
15.  
    Ο Κλάδος Προνοίας του καταργηθέντος Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς, που μεταφέρθηκε με την παράγραφο 3 του δέκατου πέμπτου άρθρου του Ν. 2688/1999 (ΦΕΚ 40 Α΄) στο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Προνοίας και Ασθένειας Εργαζομένων στα Λιμάνια (Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.Λ.), διατηρεί την αυτοτέλειά του και μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής πενταετίας. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και γνώμη του Δ.Σ. του Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.Λ. και του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλισης δύνανται να τροποποιούνται, αντικαθίστανται και συμπληρώνονται οι διατάξεις του κανονισμού του κλάδου τούτου.
16.  
    Οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 3 του καταστατικού του Κλάδου Αρωγής του πρώην Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων Ο.Λ.Π. καταργούνται.
17.  
    Οι προβλεπόμενες από την παράγραφο 3 του άρθρου 5 του Ν. 2747/1999 (ΦΕΚ 266 Α΄) συνολικές οφειλές της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. στα ασφαλιστικά ταμεία πλην του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Προσωπικού Ελληνικής Ραδιοφωνίας - Τηλεόρασης και Τουρισμού (Τ.Ε.Α.Π.Π. Ε.Ρ.Τ.Τ.), όπως αυτές προσδιορίζονται από τις κατ έτος αναλογιστικές μελέτες της Διεύθυνσης Αναλογιστικών Μελετών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καταβάλλονται σε δεκαπέντε (15) ισόποσες ετήσιες δόσεις με ημερομηνία καταβολής μέχρι την 31η Ιανουαρίου κάθε έτους, της πρώτης εξ αυτών καταβαλλομένης μέχρι την 31η Ιανουαρίου 2005 και της τελευταίας μέχρι την 31η Ιανουαρίου του 2019. Ειδικά για το Τ.Ε.Α.Π.Π.Ε.Ρ.Τ.Τ. έναντι των παραπάνω οφειλών καταβάλλεται στο Ταμείο από την Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. το ποσό των 7.000.000,00 ευρώ μέχρι την 15η Νοεμβρίου 2004 και το υπόλοιπο ποσό σε πέντε ετήσιες δόσεις, της πρώτης εξ αυτών καταβαλλομένης μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2005. Το ποσό των δόσεων καταβάλλεται κατά 50% από την Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και κατά το υπόλοιπο 50% από το Λ.Α.Φ.Κ.Α. Η Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. αποδίδει στο Λ.Α.Φ.Κ.Α. τα ποσά που κατεβλήθηκαν αντ αυτής στο Τ.Ε.Α.Π.Π.Ε.Ρ.Τ.Τ. σε πέντε ισόποσες ετήσιες δόσεις αρχής γενομένης από τον Ιανουάριο του 2010. Κάθε δόση μετά την καταβολή της πρώτης επιβαρύνεται με σταθερό επιτόκιο 3,5% που ανατοκίζεται ετησίως. Για την εξασφάλιση των απαιτήσεων των ασφαλιστικών ταμείων, η Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. εκχωρεί τα έσοδά της από το ανταποδοτικό τέλος που καθορίζεται με βάση το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του Ν. 1730/1987, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 26 του Ν. 3185/2003 (ΦΕΚ 229 Α΄) και μέχρι το ύψος της απαίτησης καθενός από τα αρμόδια ασφαλιστικά ταμεία, όταν και εφόσον οποιαδήποτε δόση καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζεται το ύψος της συνολικής επιβάρυνσης της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., ο τρόπος απόδοσης των οφειλόμενων ποσών προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς και το Λ.Α.Φ.Κ.Α., ο τρόπος είσπραξης και απόδοσης του ανταποδοτικού τέλους, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
18.  
    Η καθοριζόμενη από τις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 997/1979 (ΦΕΚ 287 Α΄) μηνιαία συνολική εισφορά του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. προσαυξάνεται για τις παρακάτω κατηγορίες ασφαλισμένων ως εξής:.
  1. Ιπτάμενοι Συνοδοί - Φροντιστές ασφαλισμένοι Ολυμπιακής Αεροπορίας και Αεροπλοΐας κατά 4 %
  2. Λοιπό Ιπτάμενο προσωπικό και Διοικητικό, Τεχνικό και λοιπό προσωπικό εδάφους 1,8% Τα παραπάνω ποσοστά εισφορών επιμερίζονται ισόποσα μεταξύ ασφαλισμένου και εργοδότη
19.  
    Στην παρ. 2 του άρθρου 8 του Π.Δ. 995/1980 (ΦΕΚ 251 Α΄), όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 1 του Π.Δ. 323/1996 (ΦΕΚ 220 Α΄), προστίθεται εδάφιο ως εξής: Εξαιρούνται επίσης οι συντάξεις των ασφαλισμένων που προέρχονται από το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων. Τα πρόσωπα αυτά κατά τη συνταξιοδότησή τους με πλήρη κύρια σύνταξη σε ηλικία μικρότερη του πεντηκοστού πέμπτου (55ου) έτους δικαιούνται πλήρους σύνταξης από το Ε.Τ.Ε.Α.Μ., εφόσον έχουν πραγματοποιήσει τις απαιτούμενες από τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 997/1979 πλήρεις χρονικές προϋποθέσεις. Εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδότησης που έχουν υποβληθεί στο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Αεροπορικών Επιχειρήσεων (Τ.Ε.Α.Π.Α.Ε.) από 1.1.2003 κρίνονται από το Ε.Τ.Ε.Α.Μ. σύμφωνα με τη νομοθεσία του.
20.  
    Η παράγραφος 9 του άρθρου 14 του Ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: