Κύρωση της Σύμβασης για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων στην αλλοδαπή σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ
Άρθρο 1
1.  
    Σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις η δικαστική αρχή ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του, να ζητήσει με δικαστική παραγγελία από την αρμόδια αρχή άλλου Συμβαλλόμενου κράτους, να προβεί σε διενέργεια αποδείξεων, καθώς και σε άλλες διαδικαστικές πράξεις. Δεν δύναται να ζητηθεί η διενέργεια αποδείξεων, όταν σκοπός της είναι να επιτρέψει στα μέρη να συλλέξουν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν προορίζονται να χρησιμοποιηθούν σε μία διαδικασία εν εξελίξει ή μελλοντική. Η έκφραση «άλλες διαδικαστικές πράξεις» δεν αφορά την επίδοση ή την κοινοποίηση διαδικαστικών πράξεων, ούτε τα ασφαλιστικά μέτρα ή μέτρα εκτελέσεως.
Άρθρο 2
1.  
    Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος ορίζει μία Κεντρική Αρχή, η οποία επιφορτίζεται να παραλαμβάνει τις δικαστικές παραγγελίες που προέρχονται από μία δικαστική αρχή ενός άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους και να τις διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή προκειμένου να εκτελεστούν. Η Κεντρική Αρχή λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπει το δίκαιο του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Οι δικαστικές παραγγελίες διαβιβάζονται στην Κεντρική Αρχή του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, χωρίς να παρεμβαίνει άλλη αρχή αυτού του κράτους.
Άρθρο 3
1.  
    Η δικαστική παραγγελία πρέπει να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία : α) την αιτούσα αρχή και αν είναι δυνατό, την αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση, β) τα στοιχεία ταυτότητας και τη διεύθυνση των μερών, και ενδεχομένως των εκπροσώπων τους, γ) τη φύση και το αντικείμενο της δίκης και μία συνοπτική έκθεση των γεγονότων, δ) τις αποδεικτικές πράξεις ή άλλες διαδικαστικές πράξεις που θα πρέπει να πραγματοποιηθούν. Εφόσον συντρέχει περίπτωση, η δικαστική παραγγελία πρέπει να περιέχει επιπλέον τα ακόλουθα: ε) τα ονόματα και τις διευθύνσεις των προσώπων που θα εξετασθούν ζ) τις ερωτήσεις που θα πρέπει να τεθούν στους μάρτυρες ή τα γεγονότα σχετικά με τα οποία θα πρέπει να ερωτηθούν, η) τα έγγραφα ή άλλα αντικείμενα που θα πρέπει να εξεταστούν, θ) την αίτηση να πραγματοποιηθεί ένορκη κατάθεση ή κατάθεση με βεβαίωση, και ενδεχομένως την υπόδειξη του τύπου που θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί, ι) τον ειδικό τύπο ή διαδικασία των οποίων έχει ζητηθεί η τήρηση σύμφωνα με το άρθρο 9, Η δικαστική παραγγελία αναφέρει επίσης, εάν υπάρχουν, τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του άρθρου 11. Δεν δύναται να ζητηθεί καμία επικύρωση ή άλλη ανάλογη διαδικασία.
Άρθρο 4
1.  
    Η δικαστική παραγγελία συντάσσεται στη γλώσσα της αρχής, προς την οποία απευθύνεται η αίτηση, ή συνοδεύεται από μετάφραση στη γλώσσα αυτή. Ωστόσο κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος οφείλει να αποδέχεται τη δικαστική παραγγελία που έχει συνταχθεί στη γαλλική ή την αγγλική γλώσσα ή είναι μεταφρασμένη σε μία από τις γλώσσες αυτές, εκτός αν έχει προβεί στην επιφύλαξη που προβλέπεται στο άρθρο 33. Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος το οποίο έχει πολλές επίσημες γλώσσες και δεν δύναται για λόγους εσωτερικού δικαίου να δεχθεί τις δικαστικές παραγγελίες σε μία από τις γλώσσες αυτές για το σύνολο της επικράτειας του, θα πρέπει να γνωστοποιήσει, με δήλωση, τη γλώσσα στην οποία πρέπει να συντάσσεται ή να μεταφράζεται η δικαστική παραγγελία, με σκοπό την εκτέλεση της στα μέρη της επικράτειας του που το εν λόγω Κράτος έχει καθορίσει. Σε περίπτωση μη τηρήσεως της υποχρεώσεως που προκύπτει από αυτή τη δήλωση, χωρίς κάποια δικαιολογία, τα έξοδα μεταφράσεως στην απαιτούμενη γλώσσα θα επιβαρύνουν το αιτούν Κράτος. Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος δύναται, μέσω δηλώσεως, να γνωστοποιήσει τη γλώσσα ή τις γλώσσες, εκτός από αυτές που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους, στις οποίες θα πρέπει να απευθύνεται η δικαστική παραγγελία προς την Κεντρική Αρχή. Κάθε μετάφραση που επισυνάπτεται στη δικαστική παραγγελία θα πρέπει να είναι επίσημα επικυρωμένη, είτε από μία διπλωματική ή προξενική αρχή, είτε από ένα ορκωτό μεταφραστή, είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο σχετικώς εξουσιοδοτημένο σε ένα από τα δύο κράτη.
Άρθρο 5
1.  
    Εάν η Κεντρική Αρχή εκτιμά ότι οι διατάξεις της Συμβάσεως δεν τηρήθηκαν, πληροφορεί αμέσως την αρχή του αιτούντος κράτους το οποίο της διαβίβασε τη δικαστική παραγγελία, επισημαίνοντας τις αντιρρήσεις της σχετικά με την αίτηση
Άρθρο 6
1.  
    Σε περίπτωση αναρμοδιότητας της αρχής στην οποία απευθύνθηκε η αίτηση, η δικαστική παραγγελία διαβιβάζεται αυτεπαγγέλτως και χωρίς καθυστέρηση στην αρμόδια δικαστική αρχή του ίδιου κράτους, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπει η νομοθεσία του
Άρθρο 7
1.  
    Η αιτούσα αρχή, αν το ζητήσει, μπορεί να πληροφορηθεί την ημερομηνία και τον τόπο όπου θα λάβει χώρα το αιτούμενο μέτρο, έτσι ώστε τα ενδιαφερόμενα μέρη και ενδεχομένως οι εκπρόσωποι τους να μπορούν να παραστούν. Η κοινοποίηση αυτή απευθύνεται άμεσα στα προαναφερόμενα μέρη ή στους εκπροσώπους τους, όταν η αιτούσα αρχή το ζητήσει.
Άρθρο 8
1.  
    Οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Κράτος δύναται να δηλώσει ότι δικαστές της αιτούσας αρχής ενός άλλου Συμβαλλόμενου κράτους μπορούν να παραστούν κατά την εκτέλεση μιας δικαστικής παραγγελίας. Το μέτρο αυτό μπορεί να υπόκειται στην προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας αρχής που έχει οριστεί από το δηλούν Κράτος.
Άρθρο 9
1.  
    Η δικαστική αρχή που προβαίνει στην εκτέλεση μιας δικαστικής παραγγελίας, εφαρμόζει τους νόμους της χώρας της όσον αφορά τον τύπο ή τη διαδικασία που θα πρέπει να τηρήσει. Ωστόσο γίνεται δεκτή η αίτηση της αιτούσας αρχής για διενέργεια της δικαστικής παραγγελίας σύμφωνα με ειδικό τύπο ή διαδικασία, εκτός αν αντίκεινται στους νόμους του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ή αν η εφαρμογή τους δεν είναι δυνατή, είτε λόγω της δικαστικής πρακτικής στο Κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, είτε λόγω πρακτικών δυσχερειών. Η δικαστική παραγγελία πρέπει να εκτελείται αμελλητί.
Άρθρο 10
1.  
    Κατά την εκτέλεση της δικαστικής παραγγελίας η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση εφαρμόζει τα κατάλληλα μέτρα καταναγκασμού, τα οποία προβλέπονται από το εσωτερικό της δίκαιο για τις περιπτώσεις και στο βαθμό που θα ήταν η ίδια υποχρεωμένη να εκτελέσει μια παραγγελία που υποβλήθηκε από τις αρχές του κράτους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ή μια αίτηση που υποβλήθηκε για τον σκοπό αυτό από ένα διάδικο
Άρθρο 11
1.  
    Η δικαστική παραγγελία δεν εκτελείται σε περίπτωση που το πρόσωπο, στο οποίο αφορά, επικαλείται μία εξαίρεση ή μία απαγόρευση καταθέσεως με βάση: α) είτε το δίκαιο του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, β) είτε το δίκαιο του αιτούντος κράτους, και οι οποίες προσδιορίζονται στη δικαστική παραγγελία ή ενδεχομένως, επιβεβαιώνονται από την αιτούσα αρχή κατόπιν αιτήσεως της αρχής προς την οποία απευθύνεται η αίτηση. Επιπλέον, κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος δύναται να δηλώσει ότι αναγνωρίζει αυτές τις εξαιρέσεις και απαγορεύσεις που προβλέπονται στο δίκαιο κρατών άλλων από το αιτούν Κράτος ή το Κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, στον βαθμό που αυτές προσδιορίζονται σ’ αυτή τη δήλωση.
Άρθρο 12
1.  
    Η εκτέλεση της δικαστικής παραγγελίας δεν γίνεται δεκτή μόνο όταν: α) η εκτέλεση στο Κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της δικαστικής εξουσίας, ή β) το Κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση κρίνει ότι μπορεί να πλήξει την κυριαρχία του ή την ασφάλειά του. Το Κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση για μόνο τον λόγο ότι διεκδικεί, σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιό του, αποκλειστική δικαιοδοσία στην εν λόγω υπόθεση ή στο εσωτερικό δίκαιό του δεν προβλέπονται ένδικα βοηθήματα που να ικανοποιούν το αντικείμενο της αιτήσεως.
Άρθρο 13
1.  
    Τα έγγραφα που πιστοποιούν την εκτέλεση της δικαστικής παραγγελίας διαβιβάζονται από την αρχή, προς την οποία απευθύνεται η αίτηση, στην αιτούσα αρχή με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποίησε η τελευταία. Όταν η δικαστική παραγγελία δεν έχει εκτελεστεί εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, η αιτούσα αρχή το πληροφορείται αμέσως με τον ίδιο τρόπο και της Κοινοποιούνται οι λόγοι μη εκτελέσεως.
Άρθρο 14
1.  
    Η εκτέλεση της δικαστικής παραγγελίας δεν συνεπάγεται την καταβολή τελών ή εξόδων οποιασδήποτε φύσης. Ωστόσο, το Κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από το αιτούν Κράτος την καταβολή των αποζημιώσεων που δόθηκαν στους πραγματογνώμονες και διερμηνείς και τα έξοδα που προκύπτουν από την εφαρμογή ειδικού τύπου ή διαδικασίας που ζητήθηκαν από το αιτούν Κράτος, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2. Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση, όταν το δίκαιό της υποχρεώνει», τα μέρη να φροντίσουν για τη συλλογή των αποδεικτικών στοιχείων και η ίδια η αρχή δεν είναι σε θέση να εκτελέσει από μόνη της τη δικαστική παραγγελία, δύναται να αναθέσει την εκτέλεση σε ένα πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για το σκοπό αυτό, αφού λάβει την έγκριση της αιτούσας αρχής. Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση, ζητώντας τα παραπάνω, αναφέρει το κατά προσέγγιση ποσό των εξόδων που θα προέκυπταν από μια τέτοια ενέργεια. Η έγκριση συνεπάγεται για την αιτούσα αρχή» την υποχρέωση να καλύψει τα έξοδα, ενώ αν δεν δώσει την έγκρισή της, η αιτούσα αρχή δεν είναι υπόχρεη για τα έξοδα αυτά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΑΠΟ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ Ή ΠΡΟΞΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΕΝΤΕΤΑΛΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
Άρθρο 15
1.  
    Σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις η διπλωματική ή προξενική αρχή ενός Συμβαλλόμενου κράτους δύναται να προβεί, χωρίς να έχει τη δυνατότητα καταναγκασμού, στην επικράτεια ενός άλλου Συμβαλλόμενου κράτους και μέσα στην περιοχή όπου ασκεί τα καθήκοντά της, σε οποιαδήποτε αποδεικτική πράξη η οποία αφορά μόνο στους υπηκόους ενός κράτους που εκπροσωπεί, Και αφορά σε μία διαδικασία εν εξελίξει ενώπιον δικαστηρίου αυτού του κράτους. Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος έχει τη δυνατότητα να δηλώσει ότι αυτή η πράξη δεν μπορεί να γίνει παρά μέσω αδείας που χορηγείται ύστερα από αίτηση της αρχής ή για λογαριασμό της από την αρμόδια αρχή, την οποία έχει υποδείξει το δηλούν Κράτος.
Άρθρο 16
1.  
    Η διπλωματική ή προξενική αρχή ενός Συμβαλλόμενου κράτους δύναται επίσης να προβεί, χωρίς να έχει τη δυνατότητα καταναγκασμού, στην επικράτεια ενός άλλου Συμβαλλόμενου κράτους και στην περιοχή όπου ασκεί τα καθήκοντά της, σε οποιαδήποτε αποδεικτική πράξη η οποία αφορά στους υπηκόους του κράτους υποδοχής ή ενός τρίτου κράτους και σχετίζεται με διαδικασία εν εξελίξει ενώπιον δικαστηρίου του κράτους που εκπροσωπεί: α) εάν η αρμόδια αρχή που ορίστηκε από το Κράτος υποδοχής έδωσε την άδειά της, είτε γενικά είτε για τη συγκεκριμένη περίπτωση, και β) εάν τηρεί τους όρους που προσδιόρισε η αρμόδια αρχή στην άδειά της. Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος δύναται να δηλώσει ότι οι αποδεικτικές πράξεις που προβλέπονται παραπάνω μπορούν να εκτελεστούν χωρίς την προηγούμενη άδειά του.
Άρθρο 17
1.  
    Σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει οριστεί κανονικά ως εντεταλμένο για τον σκοπό αυτό, δύναται να προβεί, χωρίς να έχει τη δυνατότητα καταναγκασμού, στην επικράτεια ενός Συμβαλλόμενου κράτους σε οποιαδήποτε αποδεικτική πράξη, η οποία αφορά σε διαδικασία εν εξελίξει ενώπιον των δικαστηρίων ενός άλλου Συμβαλλόμενου κράτους : α) εάν η αρμόδια αρχή που έχει οριστεί από το Κράτος της εκτελέσεως έδωσε την άδειά της, είτε γενικά είτε για τη συγκεκριμένη περίπτωση, και β) εάν τηρεί τους όρους που προσδιόρισε η αρμόδια αρχή στην άδειά της. Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος δύναται να δηλώσει ότι οι αποδεικτικές πράξεις που προβλέπονται παραπάνω μπορεί να εκτελεστούν χωρίς την προηγούμενη άδειά του.
Άρθρο 18
1.  
    Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος δύναται να δηλώσει ότι μια διπλωματική ή προξενική αρχή ή ένα εντεταλμένο πρόσωπο, εξουσιοδοτημένο να προβεί σε μια αποδεικτική πράξη σύμφωνα με τα άρθρα 15, 16 και 17, μπορεί να απευθυνθεί στην αρμόδια αρχή που έχει οριστεί από το προαναφερόμενο Κράτος, προκειμένου να λάβει την απαραίτητη συνδρομή για την εκτέλεση αυτής της πράξης με μέσα καταναγκασμού. Η δήλωση δύναται να περιέχει οποιοδήποτε όρο ο οποίος κρίνεται από το Κράτος που κάνει τη δήλωση ότι είναι κατάλληλος να επιβληθεί. Όταν η αρμόδια αρχή δέχεται την αίτηση, εφαρμόζει τα κατάλληλα μέσα καταναγκασμού που προβλέπονται από το εσωτερικό της δίκαιο.
Άρθρο 19
1.  
    Η αρμόδια αρχή, παρέχοντας την άδεια που προβλέπεται στα άρθρα 15, 16 και 17 ή με τη διάταξη που προβλέπεται στα άρθρο 18, δύναται να ορίσει τους όρους που κρίνει κατάλληλους σχετικά με την ώρα, την ημερομηνία και τον τόπο διενέργειας της αποδεικτικής πράξης. Επίσης δύναται να ζητήσει να της γνωστοποιηθούν εκ των προτέρων η ώρα, η ημερομηνία και ο τόπος. Σ’ αυτή την περίπτωση ένας εκπρόσωπος αυτής της αρχής μπορεί να είναι παρών κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής πράξης.
Άρθρο 20
1.  
    Τα πρόσωπα στα οποία αφορά μια αποδεικτική πράξη προβλεπόμενη σ’ αυτό το κεφάλαιο μπορούν να παραστούν με τον συνήγορό τους
Άρθρο 21
1.  
    Όταν μια διπλωματική ή προξενική αρχή ή ένα εντεταλμένο» πρόσωπο έχει εξουσιοδοτηθεί να προβεί σε μια αποδεικτική πράξη βάσει των άρθρων 15, 16 και 17: α) δύναται να προβεί σε οποιαδήποτε αποδεικτική πράξη η οποία δεν είναι ασύμβατη με το δίκαιο του κράτους διενέργειας της αποδεικτικής πράξης που παρέχεται βάσει των παραπάνω άρθρων και να λάβει, με τους ίδιους όρους, μια ένορκη κατάθεση ή μια κατάθεση με υπεύθυνη δήλωση, β) εκτός από την περίπτωση που το πρόσωπο στο οποίο αφορά η αποδεικτική πράξη είναι υπήκοος του κράτους, όπου εκκρεμεί η υπόθεση, κάθε κλήση για εμφάνιση ή συμμετοχή σε μια αποδεικτική πράξη συντάσσεται στη γλώσσα του τόπου όπου η αποδεικτική πράξη πρέπει να διενεργηθεί, ή συνοδεύεται από μετάφραση σ’ αυτή τη γλώσσα, γ) η κλήση αναφέρει ότι το πρόσωπο δύναται να παραστεί με τον συνήγορό του και, προκειμένου περί κράτους το οποίο δεν έχει κάνει τη δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 18, ότι δεν οφείλει να εμφανιστεί ή να συμμετάσχει στην αποδεικτική πράξη, δ) η αποδεικτική πράξη δύναται να διενεργηθεί σύμφωνα με τον τύπο που προβλέπεται από το δίκαιο του κράτους, στο οποίο ανήκει το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση, υπό την προϋπόθεση να μην απαγορεύεται ο τύπος αυτός από το δίκαιο του κράτους όπου διενεργείται η αποδεικτική πράξη, ε) το πρόσωπο από το οποίο ζητείται η παροχή αποδεικτικών στοιχείων δύναται να επικαλεστεί τις εξαιρέσεις και τις απαγορεύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11
Άρθρο 22
1.  
    Το γεγονός ότι μια αποδεικτική πράξη δεν μπόρεσε να εκτελεστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου λόγω της αρνήσεως ενός προσώπου να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία, δεν εμποδίζει να αποσταλεί αργότερα μια δικαστική παραγγελία για την ίδια πράξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΙΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 2
1.  
    Η Ελλάδα δηλώνει ότι ως Κεντρική Αρχή για την εφαρμογή της Σύμβασης, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 35 αυτής, ορίζεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης
2.  
    Με την επιφύλαξη του άρθρου 33 «δηλώνει ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 της Σύμβασης, οι δικαστικές παραγγελίες πρέπει νά υποβάλλονται στην ελληνική γλώσσα ή να συνοδεύονται από μετάφραση στην ελληνική.
3.  
    Σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 35 παρ. 2γ οι δικαστές της αιτούσας αρχής ενός άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να παρίστανται στην εκτέλεση μιας αιτήσεως δικαστικής συνδρομής, εφόσον έχει προηγουμένως δοθεί έγκριση εκ μέρους της Κεντρικής Αρχής της Ελλάδος.
4.  
    Σύμφωνα με το άρθρο 18 η Ελλάδα δηλώνει ότι θα παράσχει την απαραίτητη συνδρομή για την εκτέλεση των αποδεικτικών πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 15, 16 και 17 με την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση θα γίνεται σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο
5.  
    Η Ελλάδα δηλώνει ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 της Σύμβασης, δεν θα εκτελεί τις αιτήσεις δι-καστικών συνδρομών που έχουν ως αντικείμενο την κοινοποίηση εγγράφων προ της δίκης»
Άρθρο 3
1.  
    Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και της Σύμβα-σης που κυρώνεται από την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 38 αυτής
Άρθρο 23
1.  
    Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος δύναται κατά την υπογραφή, την επικύρωση ή την προσχώρηση να δηλώσει ότι δεν εκτελεί τις δικαστικές παραγγελίες που έχουν ως αντικείμενο μια διαδικασία, η οποία στα κράτη του Cοmmοn Law αποκαλείται «κοινοποίηση εγγράφων προ της δίκης»
Άρθρο 24
1.  
    Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος δύναται να ορίσει, εκτός από την Κεντρική Αρχή, και άλλες αρχές των οποίων προσδιορίζει τις αρμοδιότητες. Ωστόσο, οι δικαστικές παραγγελίες μπορούν να διαβιβάζονται πάντα στην Κεντρική Αρχή. Τα ομοσπονδιακά κράτη έχουν το δικαίωμα να ορίζουν περισσότερες κεντρικές αρχές.
Άρθρο 25
1.  
    Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος, στο οποίο ισχύουν πολλά συστήματα δικαίου, δύναται να ορίσει τις αρχές ενός από αυτά τα συστήματα, οι οποίες θα έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα για την εκτέλεση των δικαστικών παραγγελιών κατ’ εφαρμογή της παρούσας Συμβάσεως
Άρθρο 26
1.  
    Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος, εάν υποχρεώνεται λόγω συνταγματικών περιορισμών, δύναται να καλέσει το αιτούν Κράτος να καταβάλει τα έξοδα εκτελέσεως της δικαστικής παραγγελίας που αφορούν στην επίδοση ή την κοινοποίηση για εμφάνιση, τις αποζημιώσεις που οφείλονται στο πρόσωπο που καταθέτει και τη σύνταξη του πρακτικού της αποδεικτικής πράξης. Όταν ένα Κράτος κάνει χρήση των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, κάθε άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος δύναται να καλέσει αυτό το Κράτος να καταβάλει τα αντίστοιχα έξοδα.
Άρθρο 27
1.  
    Οι διατάξεις της παρούσας Συμβάσεως δεν εμποδίζουν το Συμβαλλόμενο Κράτος: α) να δηλώσει ότι οι δικαστικές παραγγελίες μπορούν να διαβιβαστούν στις δικαστικές αρχές του με άλλους τρόπους από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 2 , β) να επιτρέπει, σύμφωνα με τους νόμους του ή το εσωτερικό εθιμικό δίκαιό του, την εκτέλεση των πράξεων στις οποίες η Σύμβαση εφαρμόζεται, βάσει λιγότερο περιοριστικών προϋποθέσεων, γ) να επιτρέπει, σύμφωνα με τους νόμους του ή το εσωτερικό εθιμικό δίκαιό του, μεθόδους συλλογής αποδεικτικών στοιχείων άλλες από εκείνες που προβλέπονται από την παρούσα Σύμβαση
Άρθρο 28
1.  
    Δεν αντίκειται στην παρούσα Σύμβαση η συμφωνία των Συμβαλλόμενων κρατών να παρεκκλίνουν: α) από το άρθρο 2, όσον αφορά στην οδό διαβιβάσεως των δικαστικών παραγγελιών, β) από το άρθρο 4, όσον αφορά στις χρησιμοποιούμενες γλώσσες, γ) από το άρθρο 8, όσον αφορά στην παρουσία δικαστών κατά την εκτέλεση των δικαστικών παραγγελιών , δ) από το άρθρο 11, όσον αφορά στις εξαιρέσεις και απαγορεύσεις σχετικά με την κατάθεση, ε) από το άρθρο 13, όσον αφορά στη διαβίβαση των εγγράφων που πιστοποιούν την εκτέλεση, ζ) από το άρθρο 14, όσον αφορά στην πληρωμή των εξόδων, η) από τις διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ
Άρθρο 29
1.  
    Η παρούσα Σύμβαση θα αντικαταστήσει, στις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη που θα την επικυρώσουν, τα άρθρα 8 έως 16 των Συμβάσεων σχετικά με την πολιτική δικονομία, οι οποίες αντιστοίχως υπογράφηκαν στην Χάγη στις 17 Ιουλίου 1905 και την 1 η Μαρτίου 1954, στο μέτρο που τα κράτη αυτά είναι μέρη στη μία ή την άλλη Σύμβαση
Άρθρο 30
1.  
    Η παρούσα Σύμβαση δεν επηρεάζει την εφαρμογή του άρθρου 23 της Συμβάσεως του 1905, ούτε του άρθρου 24 της Συμβάσεως του 1954
Άρθρο 31
1.  
    Οι πρόσθετες συμφωνίες στις Συμβάσεις του 1905 και 1954, που είχαν συναφθεί από τα Συμβαλλόμενα κράτη, θεωρούνται επίσης εφαρμοστέες στην παρούσα Σύμβαση, εκτός εάν τα ενδιαφερόμενα κράτη προβούν σε διαφορετική συμφωνία
Άρθρο 32
1.  
    Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των άρθρων 29 και 31, η παρούσα Σύμβαση δεν θίγει τις συμφωνίες, στις οποίες τα Συμβαλλόμενα κράτη είναι ή θα είναι Μέρη, και οι οποίες περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικά με υποθέσεις οι οποίες ρυθμίζονται από την παρούσα Σύμβαση
Άρθρο 33
1.  
    Κάθε Κράτος κατά την υπογραφή, την επικύρωση ή την προσχώρηση έχει το δικαίωμα να αποκλείσει συνολικά ή εν μέρει την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 4, καθώς και του κεφαλαίου ΙΙ. Καμία άλλη επιφύλαξη δεν θα γίνεται δεκτή . Κάθε Κράτος δύναται, οποιαδήποτε στιγμή, να ανακαλέσει μια επιφύλαξη που έχει διατυπώσει. Το αποτέλεσμα της επιφυλάξεως θα παύσει να ισχύει την εξηκοστή ημέρα μετά την κοινοποίηση της ανακλήσεως. Όταν ένα Κράτος διατυπώσει μια επιφύλαξη, κάθε άλλο Κράτος το οποίο επηρεάζεται από αυτή, δύναται να εφαρμόσει την ίδια ρύθμιση έναντι του κράτους που διατύπωσε την επιφύλαξη.
Άρθρο 34
1.  
    Κάθε Κράτος δύναται οποιαδήποτε στιγμή να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει μια δήλωση
Άρθρο 35
1.  
    Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος θα υποδείξει στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ολλανδίας, είτε κατά την κατάθεση των εγγράφων της επικυρώσεως ή της προσχωρήσεως, είτε αργότερα, τις αρχές που προβλέπονται στα άρθρα 2, 8, 24 και 25. Θα κοινοποιήσει, ενδεχομένως, σύμφωνα με τις ίδιες προϋποθέσεις: α) τον καθορισμό των αρχών, στις οποίες οι διπλωματικές ή προξενικές αρχές θα πρέπει να απευθύνονται βάσει του άρθρου 16, και των αρχών εκείνων που μπορούν να παρέχουν την άδεια ή τη συνδρομή που προβλέπονται στα άρθρα 15,16 και 18, β) τον καθορισμό των αρχών που μπορούν να παρέχουν στο εντεταλμένο πρόσωπο την άδεια που προβλέπεται στο άρθρο 17 ή τη συνδρομή που προβλέπεται στο^άρθρο 18, γ) τις δηλώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 4, 8, 11, 15, 16», 17, 18, 23 και 27, δ) οποιαδήποτε ανάκληση ή τροποποίηση του καθορισμού και των δηλώσεων που αναφέρονται παραπάνω, ε) οποιαδήποτε ανάκληση επιφυλάξεων.
Άρθρο 36
1.  
    Οι δυσκολίες που τυχόν θα ανακύπτουν ανάμεσα στα Συμβαλλόμενα κράτη λόγω της εφαρμογής της παρούσας Συμβάσεως θα ρυθμίζονται δια της διπλωματικής οδού
Άρθρο 37
1.  
    Η παρούσα Σύμβαση μπορεί να υπογραφεί από κράτη που εκπροσωπούνται στην ενδέκατη σύνοδο της Συνδιασκέψεως της Χάγης για το Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο. Θα επικυρωθεί και τα έγγραφα επικυρώσεως θα κατατεθούν στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ολλανδίας.
Άρθρο 38
1.  
    Η παρούσα Σύμβαση θα αρχίσει να ισχύει εξήντα ημέρες μετά την κατάθεση του τρίτου εγγράφου επικυρώσεως, όπως προβλέπεται στο άρθρο 37 παράγραφος 2. Η Σύμβαση θα αρχίσει να ισχύει για κάθε υπογράφον Κράτος, το οποίο θα την επικυρώσει μεταγενέστερα, εξήντα ημέρες μετά την κατάθεση του εγγράφου επικυρώσεως.
Άρθρο 39
1.  
    Κάθε Κράτος το οποίο δεν εκπροσωπείται στην ενδέκατη σύνοδο της Συνδιασκέψεως της Χάγης για το Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο και είναι μέλος της Συνδιασκέψεως ή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ή μιας εξειδικευμένης οργανώσεως αυτού, ή Συμβαλλόμενο Μέρος στο Καταστατικό του Διεθνούς Δικαστηρίου, θα μπορεί να προσχωρήσει στην παρούσα Σύμβαση μετά την έναρξη ισχύος της βάσει της πρώτης παραγράφου του άρθρου 38. Το έγγραφο προσχωρήσεως θα κατατεθεί στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ολλανδίας. Η Σύμβαση θα αρχίσει να ισχύει για το προσχωρούν Κράτος εξήντα ημέρες μετά την κατάθεση του εγγράφου προσχωρήσεως. Η προσχώρηση θα ισχύει μόνο στις σχέσεις ανάμεσα στο προσχωρούν Κράτος και τα συμβαλλόμενα κράτη, τα οποία θα δηλώσουν ότι αποδέχονται αυτήν την προσχώρηση. Η δήλωση αυτή θα κατατεθεί στο Υπουργείο Εξωτερικών, της Ολλανδίας, το οποίο θα αποστείλει δια της διπλωματικής οδού ένα επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος. Η Σύμβαση θα αρχίσει να ισχύει μεταξύ του κράτους που προσχώρησε και του κράτους που δήλωσε ότι αποδέχεται αυτή την προσχώρηση, εξήντα ημέρες μετά την κατάθεση της δηλώσεως αποδοχής.
Άρθρο 40
1.  
    Κάθε Κράτος, κατά την υπογραφή της επικυρώσεως ή της προσχωρήσεως μπορεί να δηλώσει ότι η παρούσα Σύμβαση αφορά το σύνολο των εδαφών που εκπροσωπεί σε διεθνές επίπεδο, ή μια ή περισσότερες περιοχές. Η δήλωση αυτή καθίσταται έγκυρη από την έναρξη ισχύος της Συμβάσεως γι’ αυτό το Κράτος. Στη συνέχεια, οποιαδήποτε επέκταση παρόμοιας φύσης θα κοινοποιείται στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ολλανδίας. Η Σύμβαση θα αρχίσει να ισχύει για τα εδάφη στα οποία αφορά η επέκταση, εξήντα ημέρες μετά την κοινοποίηση που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο.
Άρθρο 41
1.  
    Η παρούσα Σύμβαση θα έχει διάρκεια πέντε ετών από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της, σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 38, ακόμα και για τα κράτη που θα την επικυρώσουν ή θα προσχωρήσουν μεταγενέστερα. Η Σύμβαση θα ανανεώνεται σιωπηρώς κάθε πέντε χρόνια, εκτός αν υπάρξει καταγγελία. Η καταγγελία θα κοινοποιηθεί στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ολλανδίας, τουλάχιστον έξι μήνες πριν από τη λήξη της προθεσμίας των πέντε ετών. Μπορεί να περιορίζεται σε ορισμένα από τα εδάφη στα οποία εφαρμόζεται η Σύμβαση. Η καταγγελία θα ισχύει μόνο έναντι του κράτους που την κοινοποίησε. Η Σύμβαση θα παραμείνει σε ισχύ για τα άλλα Συμβαλλόμενα κράτη.
Άρθρο 42
1.  
    Το Υπουργείο Εξωτερικών της Ολλανδίας θα κοινοποιήσει στα κράτη που αναφέρονται στο άρθρο 37, καθώς και στα κράτη τα οποία θα έχουν προσχωρήσει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 : α) τις υπογραφές και επικυρώσεις βάσει του άρθρου 37, β) την ημερομηνία που η παρούσα Σύμβαση θα αρχίσει να ισχύει σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 38, γ) τις προσχωρήσεις βάσει του άρθρου 39 και την ημερομηνία από την οποία θα αρχίσουν να ισχύουν, δ) τις επεκτάσεις βάσει του άρθρου 40 και την ημερομηνία από την οποία θα αρχίσουν να ισχύουν, ε) τους διορισμούς, επιφυλάξεις και δηλώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 33 και 35, ζ) τις καταγγελίες βάσει της τρίτης παραγράφου του άρθρου 41. Σε πίστωση των παραπάνω, οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, υπέγραψαν την παρούσα Σύμβαση. Έγινε στην Χάγη, στις 18 Μαρτίου 1970, στη Γαλλική και Αγγλική γλώσσα, με καθένα από τα δύο κείμενα να έχει την ίδια ισχύ, σε ένα αντίτυπο, το οποίο θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως της Ολλανδίας και από το οποίο ένα επικυρωμένο αντίγραφο θα επιδοθεί δια της διπλωματικής οδού, σε κάθε Κράτος που θα εκπροσωπηθεί στην ενδέκατη σύνοδο της Συνδιασκέψεως της Χάγης για το Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Εφαρμογή της τηλεοπτικής συνεδρίασης σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ. 2013/142 2013