Κύρωση της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου της Ανδόρας που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις και της Κοινής Δήλωσης Προθέσεων που τη συνοδεύει μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών - μελών της αφ’ενός και του Πριγκιπάτου της Ανδόρας αφ’ ετέρου

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 1
1.  
Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου της Ανδόρας, που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 3312/2005 (ΦΕΚ 35 Α΄), καθώς και η Κοινή Δήλωση Προθέσεων που τη συνοδεύει μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών - μελών της αφ’ ενός και του Πριγκιπάτου της Ανδόρας αφ’ ετέρου, το κείμενο των οποίων σε πρωτότυπο στην ελληνική γλώσσα έχει ως εξής: Άρθρο 1 Αντικείμενο1.Στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου της Ανδόρας, τα εισοδήματα από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων που καταβάλλονται στο Πριγκιπάτο της Ανδόρας σε πραγματικούς δικαιούχους που είναι φυσικά πρόσωπα έχοντα κατοικία σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, σύμφωνα με τις διαδικασίες του άρθρου 3, υπόκεινται στην επιβολή παρακράτησης φόρου στην πηγή από φορείς πληρωμής εγκατεστημένους στο έδαφος του Πριγκιπάτου της Ανδόρας, υπό τους όρους που διευκρινίζονται στο άρθρο 7. Η εν λόγω παρακράτηση του φόρου στην πηγή επιβάλλεται με την επιφύλαξη των μέτρων εθελοντικής γνωστοποίησης σύμφωνα με τους κανόνες που διατυπώνονται στο άρθρο 9. Τα. έσοδα που αντιστοιχούν στα ποσά που παρακρατούνται στην πηγή κατ’ εφαρμογή των άρθρων 7 και 9 αποτελούν αντικείμενο κατανομής μεταξύ των. κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου της Ανδόρας, σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζονται στο άρθρο 8. Για να διασφαλιστεί η ισοδυναμία της παρούσας συμφωνίας με την οδηγία, τα μέτρα αυτά συμπληρώνονται με τη θέσπιση κανόνων ανταλλαγής πληροφοριών κατόπιν αιτήσεως, οι οποίοι διευκρινίζονται στο άρθρο 12, και με τις διαδικασίες διαβούλευσης και επανεξέτασης που περιγράφονται στο άρθρο 13. 2.Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας. Ειδικότερα, το Πριγκιπάτο της Ανδόρας λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλιστεί η εκτέλεση των καθηκόντων που απαιτούνται για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας από τους εγκατεστημένους οτο έδαφος του φορείς πληρωμής και διατυπώνει ρητά τις διατάξεις τις σχετικές με τις διαδικασίες και τις κυρώσεις, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασης του οφειλέτη της απαίτησης που παράγει αυτούς τους τόκους. Άρθρο 2 Ορισμός του πραγματικού δικαιούχου 1.Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο εισπράττει τόκους ή προς όφελος του οποίου εξασφαλίζεται πληρωμή τόκων, εκτός εάν το εν λόγω φυσικό πρόσωπο αποδείξει ότι δεν έχει εισπράξει ή εξασφαλίσει την πληρωμή τόκων για ίδιο λογαριασμό, δηλαδή όταν: 1)ενεργεί ως φορέας πληρωμής κατά την έννοια του άρθρου 4, ή 2)ενεργεί εξ ονόματος νομικού προσώπου, οργανισμού πού φορολογείται επί των κερδών του βάσει των γενικών ρυθμίσεων περί. φορολογίας των επιχειρήσεων, οργανισμού συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) εγκατεστημένου σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή στο Πριγκιπάτο της Ανδόρας, ή 3)ενεργεί εξ ονόματος άλλου φυσικού προσώπου πού είναι ο πραγματικός δικαιούχος και δηλώνει στο φορέα πληρωμής τα στοιχεία ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1. 2.Στην περίπτωση που ο φορέας πληρωμής έχει στη διάθεσή του στοιχεία που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το φυσικό πρόσωπα στο οποίο καταβάλλονται τόκοι ή για το οποίο εξασφαλίζεται, η πληρωμή τόκων ενδεχομένως να μην είναι ο πραγματικός δικαιούχος, λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να προσδιορίσει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, σύμφωνα με τό άρθρο 3 παράγραφος 1. Αν ο φορέας πληρωμής αδυνατεί να προσδιορίσει τον πραγματικό δικαιούχο, θεωρεί το εν λόγω φυσικό πρόσωπο ως πραγματικό δικαιούχο. Άρθρο 3 Στοιχεία ταυτότητας και κατοικία του πραγματικού δικαιούχου 1.Ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου, ήτοι το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνσή του, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του Πριγκιπάτου της Ανδόρας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. 2.Ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου βάσει κανόνων που ποικίλλουν ανάλογα με το χρόνο έναρξης των σχέσεων μεταξύ του φορέα πληρωμής και του δικαιούχου των τόκων. Με την επιφύλαξη των κατωτέρω, ως κατοικία θεωρείται η χώρα στην οποία ο πραγματικός δικαιούχος έχει τη μόνιμη διεύθυνσή του: 1)όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του Πριγκιπάτου της Ανδόρας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες 2)όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνάπτονται ή τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται χωρίς να υπάρχουν συμβατικές σχέσεις, από 1ης Ιανουαρίου 2004 και εξής, ο φορέας πληρωμής προσδιορίζει την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου βάσει της διεύθυνσης που αναγράφεται στο επίσημο δελτίο ταυτότητας ή, εν ανάγκη, βάσει οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού εγγράφου το οποίο προσκομίζει ο πραγματικός δικαιούχος, σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία- όσον αφορά τα φυσικά’ πρόσωπα που προσκομίζουν επίσημο δελτίο ταυτότητας που έχει εκδώσει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τα οποία δηλώνουν ότι είναι κάτοικοι τρίτης χώρας, εκτός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η κατοικία καθορίζεται βάσει πιστοποιητικού διαμονής ή άδειας διαμονής που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας της οποίας το φυσικό πρόσωπο διατείνεται ότι είναι κάτοικος. Εάν δεν προσκομιστεί το εν λόγω πιστοποιητικό διαμονής ή έγγραφο διαμονής, ως κράτος κατοικίας θεωρείται το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που εξέδωσε το επίσημο δελτίο ταυτότητας. Άρθρο 4 Ορισμός του φορέα πληρωμής Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, ως «φορέας πληρωμής» νοείται οποιοσδήποτε οικονομικός φορέας είναι εγκατεστημένος στο Πριγκιπάτο της Ανδόρας, ο οποίος καταβάλλει τόκους στον πραγματικό δικαιούχο ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος αυτού, ανεξαρτήτως του αν ο φορέας αυτός είναι ο οφειλέτης της απαίτησης που παράγει αυτούς τους τόκους ή ο φορέας στον οποίο έχει αναθέσει ο οφειλέτης ή ο πραγματικός δικαιούχος την πληρωμή των τόκων ή την εξασφάλιση αυτής της πληρωμής. Άρθρο 5 Ορισμός της αρμόδιας αρχής 1.Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας ως «αρμόδιες αρχές» των συμβαλλομένων μερών νοούνται οι αρχές που αναφέρονται στο παράρτημα Ι. 2.Όσον αφορά τις τρίτες χώρες η αρμόδια αρχή είναι εκείνη που ορίζεται για τους σκοπούς των διμερών ή πολυμερών φορολογικών συμβάσεων ή, ελλείψει αυτής, κάθε άλλη αρχή που είναι αρμόδια για την έκδοση πιστοποιητικών φορολογικής κατοικίας. Άρθρο 6 Ορισμός των τόκων 1.Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, ως «τόκοι» νοούνται: 1)οι καταβληθέντες ή εγγεγραμμένοι σε λογαριασμό τόκοι από πάσης φύσεως απαιτήσεις, ανεξαρτήτως του αν συνοδεύονται από ενυπόθηκες εγγυήσεις ή από ρήτρα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη, ιδίως δε τα εισοδήματα από τίτλους του δημοσίου και ομολογιακά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των πριμοδοτήσεων και δώρων που συνδέονται με αυτά οι τόκοι υπερημερίας δεν θεωρούνται τόκοι· 2)οι δεδουλευμένοι ή κεφαλαιοποιημένοι τόκοι κατά την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση των απαιτήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο α)· 3)το εισόδημα που προκύπτει, από τόκους, είτε άμεσα είτε μέσω φορέα που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 της οδηγίας, το οποίο διανέμεται από: i) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή στο Πριγκιπάτο της Ανδόρας, ii) φορείς που ασκούν το δικαίωμα επιλογής βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 της οδηγίας, και iii) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένοι εκτός του εδάφους που αναφέρεται στο άρθρο 17· 4)το εισόδημα που προκύπτει από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση μονάδων ή μεριδίων στους ακόλουθους οργανισμούς και φορείς, αν επενδύουν άμεσα ή έμμεσα, μέσω άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων ή φορέων που αναφέρονται παρακάτω, ποσοστό ανώτερο του 40% του ενεργητικού τους σε χρεωστικούς τίτλους που αναφέρονται στο στοιχείο α): i) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή στο Πριγκιπάτο της Ανδόρας, ii) φορείς που ασκούν το δικαίωμα επιλογής που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της οδηγίας, iii) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένοι εκτός του εδάφους που αναφέρεται στο άρθρο 17. Ωστόσο, το Πριγκιπάτο της Ανδόρας μπορεί να μην περιλαμβάνει στον ορισμό των τόκων το εισόδημα που αναφέρεται στο στοιχείο δ) παρά μόνο κατά την αναλογία που το εισόδημα αυτό αντιστοιχεί σε εισόδημα που, άμεσα ή έμμεσα, προέρχεται από πληρωμές τόκων κατά την έννοια των στοιχείων α) και β). 2.Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ), σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία σχετικά με το μέρος του εισοδήματος που προέρχεται από πληρωμή τόκων, το συνολικό ποσό του εισοδήματος θεωρείται ως πληρωμή τόκων. 3.Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο δ), σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία σχετικά με το ποσοστό του ενεργητικού που επενδύεται σε χρεωστικούς τίτλους ή σε μετοχές ή μερίσματα που προβλέπονται στη συγκεκριμένη παράγραφο, το ποσοστό αυτό θεωρείται ότι υπερβαίνει το 40%. Εάν ο εν λόγω φορέας πληρωμής δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει το ποσό του εισοδήματος που συγκεντρώνει ο πραγματικός δικαιούχος, το εισόδημα θεωρείται ότι αντιστοιχεί στο προϊόν της πώλησης, της εξόφλησης ή της εξαγοράς των μετοχών ή μεριδίων. 4.Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία β) και δ), το Πριγκιπάτο της Ανδόρας έχα το δικαίωμα να ζητήσει από τους φορείς πληρωμής που έχουν την έδρα τους στο έδαφός του να υπολογίζουν τους τόκους σε ετήσια βάση κατά τη διάρκεια περιόδου που δεν υπερβαίνει το έτος και να θεωρούν τους ετήσιους αυτούς τόκους ως πληρωμή τόκων ακόμη και αν δεν διενεργηθεί πώληση, εξαγορά ή εξόφληση κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. 5.Το ασόδημα των οργανισμών ή φορέων που έχουν επενδύσει έως το 15 % του ενεργητικού τους σε χρεωστικούς τίτλους κατά την έννοια της παραγράφου 1 στοιχείο α) δεν θεωρείται τόκος σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ). 6.Από την 1η Ιανουαρίου 2011, το ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) και στην παράγραφο 3 είναι 25 %. 7.Τα ποσοστά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) και. στην παράγραφο 5 καθορίζονται βάσει της επενδυτικής πολιτικής όπως ορίζεται στον κανονισμό ή στα καταστατικά έγγραφα των εν λόγω οργανισμών ή φορέων και, ελλείψα αυτών, βάσα της πραγματικής σύνθεσης των στοιχείων του ενεργητικού των εν λόγω οργανισμών ή φορέων. Άρθρο 7 Παρακράτηση φόρου στην πηγή 1.Στην περίπτωση που ο πραγματικός δικαιούχος των τόκων είναι κάτοικος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Πριγκιπάτο της Ανδόρας επιβάλλα συντελεστή κράτησης φόρου στην πηγή ύψους 15% κατά την πρώτη τριετία εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας, 20% τα τρία επόμενα έτη, και εν συνεχεία 35%. 2.Ο φορέας πληρωμής παρακρατεί το φόρο στην πηγή ως εξής: 1)σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α): επί του ποσού των καταβληθέντων ή πιστωθέντων τόκων· 2)σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή δ) επί του ποσού των τόκων ή του ασοδήματος που αναφέρεται σε αυτές τις παραγράφους ή με ασφορά ισοδυνάμου αποτελέσματος που θα βαρύνει τον δικαιούχο επί του συνολικού ποσού των εσόδων από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση· 3)σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ): επί του ποσού του ασοδήματος που αναφέρεται σε αυτή την παράγραφο· 4)σε περίπτωση που το Πριγκιπάτο της Ανδόρας ασκεί το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4: επί του ποσού των ανοιγμένων σε ετήσια βάση τόκων. 3.Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχεία α) και β), η παρακράτηση στην πηγή πραγματοποιείται κατ’ αναλογία για την περίοδο κατά την οποία ο πραγματικός δικαιούχος κατέχει χρεωστικό τίτλο. Εάν ο φορέας πληρωμής αδυνατεί να προσδιορίσει την περίοδο βάσει των πληροφοριών που διαθέτει, τότε θεωρεί ότι ο πραγματικός δικαιούχος είχε στην κατοχή του τον χρεωστικό τίτλο από την αρχή της ύπαρξής του, εκτός εάν ο τελευταίος αποδείξει την ημερομηνία κτήσης. 4.Οι φόροι και οι παρακρατήσεις επί των τόκων εκτός από την παρακράτηση που προβλέπεται στην παρούσα συμφωνία για την ίδια πληρωμή τόκων πιστώνονται έναντι του ποσού της παρακράτησης στην πηγή που υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 3. 5.Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 10, η επιβολή παρακράτησης στην πηγή από φορέα πληρωμής που είναι εγκατεστημένος στο Πριγκιπάτο της Ανδόρας δεν εμποδίζει το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο οποίο ο πραγματικός δικαιούχος έχα τη φορολογική κατοικία του να φορολογήσει το εισόδημα σύμφωνα- με την εθνική νομοθεσία. Σε περίπτωση που ένας φορολογούμενος δηλώσει οτις φορολογικές αρχές του κράτους μέλους της Ευροίπαϊκής Κοινότητας όπου κατοικεί το εισόδημα από τόκους που απέκτησε από φορέα πληρωμής που είναι εγκατεστημένος στο Πριγκιπάτο της Ανδόρας, το εν λόγω ασόδημα από τόκους υπόκειται σε φορολόγηση σε αυτό το κράτος μέλος με τους ίδιους συντελεστές που εφαρμόζονται για το ίδιο εισόδημα σε αυτό το κράτος. Άρθρο 8 Κατανομή των εσόδων 1.Το Πριγκιπάτο της Ανδόρας διατηρεί το 25% των εσόδων από την παρακράτηση στην πηγή που αναφέρεται στο άρθρο 7 και μεταβιβάζει το 75 % των εσόδων στο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας όπου κατοικεί ο πραγματικός δικαιούχος. 2.Η μεταβίβαση αυτή πραγματοποιείται για κάθε ημερολογιακό, έτος σε μία δόση ανά κράτος μέλος το αργότερο εντός εξαμήνου μετά το τέλος του ημερολογιακού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου πραγματοποιήθηκαν οι παρακρατήσεις. Το Πριγκιπάτο της Ανδόρας λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει την ορθή λειτουργία του συστήματος κατανομής εσόδων. Άρθρο 9 Εθελοντική γνωστοποίηση 1.Το Πριγκιπάτο της Ανδόρας πρόβλεπα διαδικασία η οποία επιτρέπει στους πραγματικούς δικαιούχους να αποφεύγουν την παρακράτηση φόρου στην πηγή, όπως ορίζεται στο άρθρο 7, όταν υποβάλλουν στον φορέα πληρωμής τους πιστοποιητικό που εκδίδει εξ ονόματός τους η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο έχουν τη κατοικία τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2. 2.Μετά από αίτηση του πραγματικού δικαιούχου, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του εκδίδει πιστοποιητικό στο οποίο αναφέρονται: 1)το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση και ο αριθμός φορολογικού μητρώου ή, ελλείψει του αριθμού αυτού, η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης του πραγματικού δικαιούχου· 2)το όνομα ή η επωνυμία και η διεύθυνση του φορέα πληρωμής· 3)ο αριθμός λογαριασμού του πραγματικού δικαιούχου ή, ελλείψει αυτού, τα στοιχεία του χρεωστικού τίτλου. Το πιστοποιητικό αυτό ισχύει για περίοδο που δεν υπέρβαινα τα τρία έτη. Η χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού στον πραγματικό δικαιούχο που το έχει ζητήσει πραγματοποιείται εντός προθεσμίας δύο μηνών από την υποβολή της αιτήσεως. Άρθρο 10 Εξάλειψη της διπλής φορολογίας 1.Το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο οποίο ο πραγματικός δικαιούχος έχει τη φορολογική κατοικία του διασφαλίζει την εξάλειψη της διπλής φορολογίας που ενδέχεται να προκύψει από την επιβολή της παρακράτησης φόρου στην πηγή που προβλέπεται στο άρθρο 7, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου. 2.Όταν επί των τόκων που εισπράττει ο πραγματικός δικαιούχος έχει παρακρατηθεί φόρος στην πηγή όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 στο Πριγκιπάτο της Ανδόρας, το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο οποίο ο πραγματικός δικαιούχος έχει τη φορολογική κατοικία του, του χορηγεί, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, πίστωση φόρου ίση με το παρακρατηθέν στην πηγή ποσό. Αν το ποσό αυτό υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου φόρου επί του συνολικού ποσού των τόκων που υπόκεινται σε παρακράτηση στην πηγή, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, το κράτος μέλος φορολογικής κατοικίας επιστρέφει το επιπλέον ποσό του παρακρατηθέντος φόρου στον πραγματικό δικαιούχο. 3.Όταν, πέραν της παρακράτησης στην πηγή που προβλέπεται στο άρθρο 7, επί των τόκων που εισπράττει ο πραγματικός δικαιούχος έχουν παρακρατηθεί άλλοι φόροι στην πηγή και το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο οποίο έχα ο πραγματικός δικαιούχος τη φορολογική κατοικία του χορηγεί πίστωση φόρου για την εν λόγω παρακράτηση φόρου, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία ή τις συμβάσεις περί διπλής φορολογίας, τότε το ποσό της εν λόγω παρακράτησης στην πηγή πιστώνεται πριν από την εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2. 4.Το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο οποίο ο πραγματικός δικαιούχος έχα τη φορολογική κατοικία του μπορεί να αντικαταστήσει το μηχανισμό της πίστωσης φόρου που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3 με την επιστροφή της παρακράτησης στην πηγή που αναφέρεται στο άρθρο 7. Άρθρο 11 Διαπραγματεύσιμοι χρεωστικοί τίτλοι 1.Από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας μέχρις ότου το Πριγκιπάτο της Ανδόρας επιβάλλα την παρακράτηση του φόρου στην πηγή που προβλέπεται στο άρθρο 7 και τουλάχιστον ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας εφαρμόσει παρόμοια παρακράτηση, και έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010 το αργότερο, οι εγχώριες και διεθνείς ομολογίες και άλλοι διαπραγματεύσιμοι χρεωστικοί τίτλοι που έχουν εκδοθεί για πρώτη φορά πριν από την 1η Μαρτίου 2001 ή που τα ενημερωτικά φυλλάδια για την εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο αξιών έχουν εγκριθεί πριν από αυτή την ημερομηνία από τις αρμόδιες αρχές κατά την έννοια της οδηγίας 80/390/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ή από τις αρμόδιες αρχές του Πριγκιπάτου της Ανδόρας, ή από τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, δεν θεωρούνται απαιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α), υπό την προϋπόθεση ότι δεν πραγματοποιούνται επιπλέον εκδόσεις των εν λόγω διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής: 2.Ωστόσο, επί όσο χρονικό διάστημα ένα τουλάχιστον κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας εφαρμόζει επίσης παρόμοιες διατάξεις, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να ισχύουν πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2010 για διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους: - που περιέχουν ρήτρες αποζημίωσης του επενδυτή και πρόωρης εξόφλησης, και - εφόσον ο φορέας πληρωμής, όπως ορίζεται στο άρθρο 4, είναι εγκατεστημένος στο Πριγκιπάτο της Ανδόρας, και - ο φορέας πληρωμής καταβάλλει απευθείας τόκους στον πραγματικό δικαιούχο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος αυτού. Εάν και εφόσον όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας παύσουν να εφαρμόζουν παρόμοιες διατάξεις, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να εφαρμόζονται μόνο για τους διαπραγματεύσιμους τίτλους: - που περιέχουν ρήτρες αποζημίωσης του επενδυτή και πρόωρης εξόφλησης, και - εφόσον ο φορέας πληρωμής του εκδότη είναι εγκατεστημένος στο Πριγκιπάτο της Ανδόρας, και - ο φορέας πληρωμής καταβάλλει απευθείας τόκους στον πραγματικό δικαιούχο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος αυτού. Σε περίπτωση που πραγματοποιηθούν νέες εκδόσεις των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής, από κυβερνήσεις ή εξομοιούμενους οργανισμούς που ενεργούν ωςαημόσια αρχή ή των οποίων ο ρόλος αναγνωρίζεται από διεθνή συνθήκη, η συνολική έκδοση αυτών των τίτλων, αποτελούμενη από την αρχική έκδοση και τις νέες εκδόσεις, θεωρείται απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α). Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί νέα έκδοση ενός των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής από άλλο εκδότη που δεν καλύπτεται από το προηγούμενο εδάφιο, η νέα αυτή έκδοση θεωρείται απαίτηοη κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α). 3.Το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει καθόλου τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και το Πριγκιπάτο της Ανδόρας να εξακολουθήσουν να επιβάλλουν φόρο στα εισοδήματα που απορρέουν από τους τίτλους που αναφέρονται παραπάνω στην παράγραφο 1, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους. Άρθρο 12 Ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήσεως 1.Οι αρμόδιες αρχές του Πριγκιπάτου της Ανδόρας και των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ανταλλάσσουν πληροφορίες όσον αφορά τα εισοδήματα που καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία, καθώς και συμπεριφορά που συνιστά αδίκημα φορολογικής απάτης, βάσει των νόμων του κράτους στο οποίο -υποβάλλεται η αίτηση, ή παρόμοια παράβαση. Ως «παρόμοια παράβαση» νοείται αποκλειστικά παράβαση της ίδιας βαρύτητας με τη συμπεριφορά που συνιστά αδίκημα φορολογικής απάτης δυνάμει των νόμων του κράτους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Έως ότου εισαχθεί η έννοια του αδικήματος της φορολογικής απάτης στην εθνική του νομοθεσία, το Πριγκιπάτο της Ανδόρας αναλαμβάνει, εφόσον είναι το κράτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, να εξομοιώνει με το αδίκημα της φορολογικής απάτης, για τους αναφερόμενους στο πρώτο εδάφιο λόγους, τη συμπεριφορά που δολίως θίγει τα περιουσιακά συμφέροντα του Δημοσίου του αιτούντος κράτους και συνιστά, δυνάμει των νόμων του Πριγκιπάτου της Ανδόρας, αδίκημα υπεξαίρεσης. Σε απάντηση προς δεόντως αιτιολογημένη αίτηση, το κράτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση παρέχει πληροφορίες σχετικά με τα προαναφερόμενα ζητήματα που άπτονται του ποινικού ή μη ποινικού δικαίου, τα οποία ερευνά, ή ενδέχεται να ερευνήσει, το αιτούν κράτος. 2.Για να καθορίσει εάν μπορεί να παράσχει τις πληροφορίες που ζητούνται κατόπιν αιτήσεως, το κράτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση εφαρμόζει τις διατάξεις περί παραγραφής που ισχύουν δυνάμει της νομοθεσίας του αιτούντος κράτους και όχι τις διατάξεις περί παραγραφής του κράτους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση. 3.Το κράτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση παρέχει πληροφορίες, εφόσον το αιτούν κράτος έχει εύλογες υπόνοιες ότι η συμπεριφορά συνιστά αδίκημα φορολογικής απάτης ή παρόμοια παράβαση. Όταν το Πριγκιπάτο της Ανδόρας είναι το κράτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, το παραδεκτό της αίτησης πρέπα να καθοριστεί εντός δύο μηνών από την δικαστική αρχή του Πριγκιπάτου της Ανδόρας ανάλογα με το βάσιμο των λόγων που τη στηρίζουν σε σχέση με τους όρους που καθορίζονται στο παρόν άρθρο. 4.Η υπόνοια φορολογικής απάτης ή παρόμοιας παράβασης του αιτούντος κράτους μπορεί να βασίζεται σε: 1)έγγραφα, επικυρωμένα ή μη, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των λογιστικών βιβλίων ή εγγράφων ή των έγγραφων για τραπεζικούς λογαριασμούς· 2)πληροφορίες από μαρτυρία του φορολογουμένου· 3)πληροφορίες που προέρχονται από πληροφοριοδότη ή άλλο τρίτο πρόσωπο που επιβεβαιώθηκαν ανεξάρτητα ή μπορεί να είναι αξιόπιστες, ή 4)αιτιολογημένες έμμεσες αποδείξεις. 5.Κάθε πληροφορία που ανταλλάσσεται κατ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να θεωρείται ως εμπιστευτική και δεν μπορεί να αποκαλύπτεται στα πρόσωπα ή στις αρμόδιες αρχές του συμβαλλομένου μέρους που πρέπει να γνωρίζουν την φορολόγηση των τόκων που αναφέρονται στο άρθρο 1, είτε στο πλαίσιο της παρακράτησης του φόρου στην πηγή και των σχετικών εσόδων παν αναφέρονται στα άρθρα 7 και 8, αντίστοιχα, είτε στο πλαίσιο της εθελοντικής γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 9. Τα πρόσωπα αυτά ή οι αρχές δύνανται να κοινοποιήσουν τις πληροφορίες που έλαβαν κατ’ αυτόν τον τρόπο κατά τη διάρκεια δημόσιων ακροάσεων ή σε δικαστικές αποφάσεις που έχουν ως αντικείμενο αυτή τη φορολογία. Οι πληροφορίες μπορούν να κοινοποιούνται σε άλλο πρόσωπο ή αρχή μόνο με την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής του μέρους που κοινοποίησε τις πληροφορίες. 6.Το Πριγκιπάτο της Ανδόρας αρχίζει διμερής διαπραγματεύσεις με κάθε κράτος μέλος που εκφράζει αυτή την επιθυμία για να καθορίσει τις διάφορες κατηγορίες περιπτώσεων στις οποίες πρέπει να εφαρμόζεται το κριτήριο «παρόμοια παράβαση» σύμφωνα με τη διαδικασία που εφαρμόζει το συγκεκριμένο κράτος. Άρθρο 13 Διαβουλεύσεις και επανεξέταση 1.Τα συμβαλλόμενα μέρη διεξάγουν διαβουλεύσεις μεταξύ τους τουλάχιστον κάθε τρία έτη ή εφόσον το ζητήσει ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη με σκοπό να εξετάσουν και, εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη το κρίνουν απαραίτητο,, να βελτιώσουν την τεχνική λειτουργία της παρούσας συμφωνίας και να αξιολογήσουν τις διεθνείς εξελίξεις. Οι διαβουλεύσεις πραγματοποιούνται εντός μηνός από την αίτηση ή το ταχύτερο δυνατόν σε επείγουσες περιπτώσεις. Με βάση την εν λόγω αξιολόγηση, τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να προβούν σε διαβουλεύσεις για να εξετάσουν κατά πόσο είναι απαραίτητο να τροποποιηθεί η συμφωνία λαμβανομένων υπόψη των διεθνών εξελίξεων. 2.Μόλις αποκτήσουν επαρκή εμπειρία από την πλήρη εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 1 της συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη προβαίνουν σε διαβουλεύσεις μεταξύ τους για να εξετάσουν κατά πόσο είναι απαραίτητο να τροποποιηθεί η παρούσα συμφωνία λαμβανομένων υπόψη των διεθνών εξελίξεων. 3.Για τους σκοπούς των αναφερομένων στις παραγράφους 1 και 2 διαβουλεύσεων τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνονται για τις πιθανές εξελίξεις που ενδέχεται να επηρεάσουν την ορθή λειτουργία της παρούσας συμφωνίας. Σ’ αυτές περιλαμβάνεται επίσης η σύναψη οιασδήποτε σχετικής συμφωνίας μεταξύ ενός συμβαλλομένου μέρους και ενός τρίτου κράτους. 4.Εάν προκύψει διαφωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών του Πριγκιπάτου της Ανδόρας και μιας ή περισσοτέρων από τις άλλες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας συμφωνίας όσον αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή της, οι εν λόγω αρχές καταβάλλουν προσπάθεια να την επιλύσουν με αμοιβαία συμφωνία. Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων τους. Όσον αφορά τα προβλήματα ερμηνείας, η Επιτροπή μπορεί να συμμετάσχει στις διαβουλεύσεις εφόσον το ζητήσει μία από τις αρμόδιες αρχές. Άρθρο 14 Εφαρμογή1.Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας εξαρτάται από την έγκριση και εφαρμογή από τα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη των κρατών μελών που αναφέρονται στην έκθεση του Συμβουλίου (Οικονομικά και Δημοσιονομικά Θέματα) προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Σάντα Μαρία ντα Φέιρα (Πορτογαλία) της 19ης και 20ής Ιουνίου 2000, καθώς και από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, το Μονακό, το Λιχτενστάιν, την Ελβετία, και τον Άγιο Μαρίνο, αντίστοιχα, μέτρων που είναι σύμφωνα ή ισοδύναμα με τα προβλεπόμενα στην οδηγία ή στην παρούσα συμφωνία, και τα οποία προβλέπουν τις ίδιες ημερομηνίες εφαρμογής. 2.Τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίζουν, με κοινή συμφωνία, τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 6, κατά πόσον ο όρος που τίθεται στην παράγραφο 1 πληρούται όσον αφορά τις ημερομηνίες έναρξης ισχύος των σχετικών μέτρων στις ενδιαφερόμενες τρίτες χώρες και στα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη. Εάν τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίσουν ότι δεν πληρούται ο όρος, εγκρίνουν, με κοινή συμφωνία νέα ημερομηνία για τους σκοπούς της παραγράφου 6. 3.Με την επιφύλαξη των θεσμικών ρυθμίσεων, το Πριγκιπάτο της Ανδόρας εφαρμόζει την παρούσα συμφωνία από την ημερομηνία που προβλέπεται στην παράγραφο 6 και κοινοποιεί το μέτρο αυτό στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. 4.Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας ή μερών αυτής δύναται να ανασταλεί με άμεση ισχύ από συμβαλλόμενο μέρος μέσω κοινοποίησης στα άλλα συμβαλλόμενα μέρη εφόσον η οδηγία ή μέρος που αντιστοιχεί σε αυτήν παύει να ισχύει είτε προσωρινά είτε μόνιμα, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο ή σε περίπτωση που κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αναστείλει την εφαρμογή των οικείων μέτρων εκτέλεσης. 5.Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται επίσης να αναστείλει την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας μέσω κοινοποίησης στα άλλα συμβαλλόμενα μέρη σε περίπτωση που μία από τις πέντε προαναφερόμενες τρίτες χώρες (Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, Μονακό, Λιχτενστάιν, Ελβετία και Άγιος Μαρίνος) ή ένα από τα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη των κρατών μελών της Κοινότητας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παύσουν στη συνέχεια να εφαρμόζουν μέτρα που είναι πανομοιότυπα ή ισοδύναμα με τα προβλεπόμενα στην οδηγία. Η αναστολή της εφαρμογής πραγματοποιείται το νωρίτερο δύο μήνες μετά την κοινοποίηση. Η εφαρμογή της συμφωνίας αποκαθίσταται μόλις αποκατασταθούν και τα μέτρα. 6.Τα συμβαλλόμενα μέρη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους με την παρούσα συμφωνία το αργότερο την 1η Ιουλίου 2005. Άρθρο 15 Υπογραφή, έναρξη ισχύος και καταγγελία 1.Η παρούσα συμφωνία πρέπα να επικυρωθεί ή να εγκριθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις εσωτερικές διαδικασίες τους. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των διαδικασιών αυτών. Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα μετά την τελευταία κοινοποίηση. 2.Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να καταγγείλει την παρούσα συμφωνία με κοινοποίηση προς το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Στην περίπτωση αυτή, η συμφωνία παύει να εφαρμόζεται δώδεκα μήνες μετά την κοινοποίηση. Άρθρο 16 Αιτήσεις και λογαριασμός κλεισίματος 1.Σε περίπτωση καταγγελίας της παρούσας συμφωνίας ή αναστολής της εφαρμογής της, είτε πλήρως είτε εν μέρει, οι αιτήσεις των φυσικών προσώπων δεν επηρεάζονται. 2.Στην περίπτωση αυτή, το Πριγκιπάτο της Ανδόρας καταρτίζει λογαριασμό κλεισίματος πριν από το τέλος της περιόδου εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας και πραγματοποιεί τελική πληρωμή στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Άρθρο 17 Εδαφικό πεδίο εφαρμογής Η παρούσα συμφωνία εφρμόζεται, αφενός, στα εδάφη στα οποία εφαρμόζεται η συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, υπό τους όρους που προβλέπει η εν λόγω συνθήκη και, αφετέρου, στο έδαφος του Πριγκιπάτου της Ανδόρας. Άρθρο 18 Παραρτήματα1.Τα δυο παραρτήματα, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της συμφωνίας. 2.Ο κατάλογος των αρμόδιων αρχών που περιέχει το παράρτημα Ι μπορεί να τροποποιηθεί με απλή κοινοποίηση προς το άλλο συμβαλλόμενο μέρος από το Πριγκιπάτο της Ανδόρας όσον αφορά την αρχή που αναφέρεται στο στοιχείο α) του εν λόγω παραρτήματος και από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα όσον αφορά τις άλλες αρχές. Ο κατάλογος των εξομοιούμενων οργανισμών που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ δύναται να τροποποιηθεί με κοινή συμφωνία. Άρθρο 19 Γλώσσες1.Η παρούσα συμφωνία συντάσσεται σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, λεττονική, λιθουανική, ουγγρική, ολλανδική, πολωνική, πορτογαλική, σλοβακική, σλοβένικη, σουηδική, τσεχική, φινλανδική και καταλανική γλώσσα και όλα τα κείμενα, είναι εξίσου αυθεντικά. 2.Η γνησιότητα του κειμένου στη μαλτέζικη γλώσσα θα βεβαιωθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη με βάση ανταλλαγή επιστολών. Το κείμενο αυτό θα είναι εξίσου αυθεντικό με τις γλώσσες που αναφέρονται στην παράγραφο 1. ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από την παρούσα συμφωνία.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία