Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοοικονομικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
Άρθρο 1 "Σκοπός"
1.  
    Σκοπός του νόμου αυτού είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ (L 35/11.2.2003) του Ευρωπαϊκού Κοινοβου­λίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002 «σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοοικονομικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των Οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των Οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ.» Με τον παρόντα νόμο καθορίζονται οι κανόνες συμπληρωματικής εποπτείας των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 2α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄), το άρθρο 6 της Οδηγίας 73/239/ ΕΟΚ (L 228/16.8.1973), το άρθρο 4 της Οδηγίας 2002/83/ΕΚ (L 345/19.12.2000), την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α ΄), την παράγραφο 1 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2004/39/ΕΟΚ (L145/ 30.4.2004), το άρθρο 5 του ν. 2076/1992(ΦΕΚ 130 Α΄) ή το άρθρο 4 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ (L126/ 26.5.2000) και οι οποίες ανήκουν σε Όμιλο Ετερογενών Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων (Ο.Ε.Χ.Δ.). Με το νόμο αυτόν τροποποιούνται, επίσης, οι σχετικοί τομεακοί κανόνες για τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις.
Άρθρο 2 "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:"
1.  
    «Πιστωτικό ίδρυμα»: η επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 1α του άρθρου 2 του ν. 2076/1992 ή, εφόσον πρόκειται για πιστωτικό ίδρυμα με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ (L 126/26.5.2000).
2.  
    «Ασφαλιστική επιχείρηση»: η επιχείρηση κατά την έννοια των περιπτώσεων α΄ και β΄ του άρθρου 2α του ν.δ. 400/1970 ή, εφόσον πρόκειται για ασφαλιστική επιχείρηση με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 6 της Οδηγίας 73/239/ΕΟΚ ή κατά την έννοια του άρθρου 4 της Οδηγίας 2002/83/ΕΚ.
3.  
    «Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών»: η επιχείρηση κατά την έννοια των παραγράφων 3 και 17 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 ή, εφόσον πρόκειται για επιχείρηση επενδύσεων με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων που ορίζονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 της Οδηγίας 93/6/ΕΟΚ.
4.  
    «Ρυθμιζόμενη επιχείρηση»: το πιστωτικό ίδρυμα, η ασφαλιστική επιχείρηση ή η Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών
5.  
    «Εταιρεία διαχείρισης»: η εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια της παραγράφου 4 του άρθρου 3 του ν. 3283/2004 (ΦΕΚ 210 Α΄) ή, εφόσον πρόκειται για εταιρεία διαχείρισης με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 1α της Οδηγίας 85/611/ΕΟΚ (L375/31.12.1985), συμπεριλαμβανομένης της Ανώνυμης Εταιρίας Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του ν. 3283/2004, καθώς και κάθε επιχείρηση η οποία έχει την καταστατική της έδρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η οποία θα ήταν υποχρεωμένη να ζητήσει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 5 της Οδηγίας 85/611/ΕΟΚ, εάν είχε την καταστατική της έδρα εντός της Κοινότητας.
6.  
    «Αντασφαλιστική επιχείρηση»: η επιχείρηση κατά την έννοια της περίπτωσης γ΄ του άρθρου 2α του ν.δ. 400/1970 ή, εφόσον πρόκειται για αντασφαλιστική επιχείρηση με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτη χώρα, η επιχείρηση κατά την έννοια της περίπτωσης γ΄ του άρθρου 1 της Οδηγίας 98/78/ΕΚ (L 330/5.12.1998).
7.  
    «Τομεακοί κανόνες»: οι κανόνες προληπτικής εποπτείας των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων, που περιλαμβάνονται στο ν.δ. 400/1970, στο ν. 2396/1996 και στο ν. 2076/1992, στο π.δ. 267/1995 (ΦΕΚ 149 Α΄), και στις Πράξεις Διοικητή Τραπέζης Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) υπ’ αριθμ. 2053/1992 (ΦΕΚ 139 Α΄), 2246/1993 (ΦΕΚ 198 Α΄) και 2524/2003 (ΦΕΚ 194 Α΄). 8.«Χρηματοοικονομικός τομέας»: ο τομέας που αποτελείται από μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες επιχειρήσεις:.
  1. Πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ν.2076/1992 ή επιχείρηση παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 2 του π.δ. 267/1995 ή, εφόσον πρόκειται για χρηματοδοτικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι επιχειρήσεις κατά την έννοια των σημείων 5 και 23 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ (τραπεζικός τομέας).
  2. Ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, κατά την έννοια της περίπτωσης κ΄ του άρθρου 2α του ν.δ. 400/1970 ή, εφόσον πρόκειται για ασφαλιστική εταιρία χαρτοφυλακίου με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια της περίπτωσης θ΄ του άρθρου 1 της Οδηγίας 98/78/ΕΚ (ασφαλιστικός τομέας).
  3. Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ή χρηματοδοτικό ίδρυμα κατά την έννοια της παραγράφου 22 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 ή, εφόσον πρόκειται για χρηματοδοτικό ίδρυμα με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια του σημείου 7 του άρθρου 2 της Οδηγίας 93/6/ΕΟΚ (τομέας επενδυτικών υπηρεσιών).
  4. Μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών (εφεξής Μ.Χ.Ε.Σ):
  5. η κατά την έννοια της παραγράφου 15 επιχείρηση.
9.  
    «Μητρική επιχείρηση»: η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ 37 Α΄ ) ή, εφόσον πρόκειται για μητρική επιχείρηση με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 της έβδομης Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ (L 193/18.7.1983), ή οποιαδήποτε επιχείρηση η οποία κατά την κρίση των Αρμόδιων Αρχών ασκεί ουσιαστικά δεσπόζουσα επιρροή σε άλλη επιχείρηση.
10.  
    «Θυγατρική επιχείρηση»: η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 ή, εφόσον πρόκειται για θυγατρική επιχείρηση με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 της έβδομης Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή οποιαδήποτε επιχείρηση επί της οποίας, κατά την κρίση των Αρμόδιων Αρχών, μία μητρική επιχείρηση ασκεί ουσιαστικά δεσπόζουσα επιρροή. Όλες οι θυγατρικές επιχειρήσεις θυγατρικών επιχειρήσεων θεωρούνται θυγατρικές επιχειρήσεις της μητρικής επιχείρησης.
11.  
    «Συμμετοχή»: η συμμετοχή κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 ή, εφόσον πρόκειται για συμμετοχή σε επιχειρήσεις με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η συμμετοχή κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου του άρθρου 17 της Οδηγίας 78/660/ΕΟΚ (L 222/14.8.1978) ή η άμεση ή έμμεση κατοχή του 20% και άνω των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης.
12.  
    «Όμιλος»: ο όμιλος επιχειρήσεων, ο οποίος αποτελείται από μητρική επιχείρηση, τις θυγατρικές της και τις επιχειρήσεις στις οποίες η μητρική επιχείρηση ή οι θυγατρικές της κατέχουν συμμετοχή, καθώς και οι επιχειρήσεις που συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 96 του κ.ν. 2190/1920 ή εφόσον πρόκειται για επιχειρήσεις με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 12 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ.
13.  
    «Στενοί δεσμοί»: η κατάσταση, κατά την έννοια της παραγράφου 15 του άρθρου 2 του ν. 2076/1992, της περίπτωσης ιδ΄ του άρθρου 2α του ν.δ. 400/1970 ή της παραγράφου 40 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 στην οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους είτε με:.
  1. «συμμετοχή», η οποία ορίζεται ως η απευθείας ή μέσω ελέγχου κατοχή ποσοστού ίσου ή ανώτερου του 20% των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης ή
  2. «έλεγχο», ο οποίος συνίσταται στη σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης που περιγράφεται σε όλες τις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 ή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή σε παρόμοια σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης.
  3. Κάθε θυγατρική επιχείρηση μιας άλλης θυγατρικής θεωρείται και αυτή ως θυγατρική της μητρικής που είναι επικεφαλής των εν λόγω επιχειρήσεων. «Στενοί δεσμοί» μεταξύ δύο ή περισσότερων φυσικών ή νομικών προσώπων υφίστανται και στην περίπτωση, κατά την οποία τα εν λόγω πρόσωπα συνδέονται μονίμως με το ίδιο πρόσωπο με σχέση ελέγχου.
14.  
    «Όμιλος Ετερογενών Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων» (εφεξής Ο.Ε.Χ.Δ.): ο όμιλος επιχειρήσεων που, με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 3, πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:.
  1. επικεφαλής του ομίλου είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 4 ή τουλάχιστον μία από τις θυγατρικές του ομίλου είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 4,
  2. εφόσον επικεφαλής είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 4, πρόκειται για μητρική επιχείρηση επιχειρήσεως του χρηματοοικονομικού τομέα, για επιχείρηση που κατέχει συμμετοχή σε επιχείρηση του χρηματοοικονομικού τομέα ή για επιχείρηση συνδεόμενη με επιχείρηση του χρηματοοικονομικού τομέα κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 96 του κ.ν. 2190/1920 ή της παραγράφου 1 του άρθρου 12 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ,.
  3. εφόσον δεν είναι επικεφαλής του ομίλου ρυθμιζόμενη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 4, οι δραστηριότητες του ομίλου ασκούνται κυρίως στο χρηματοοικονομικό τομέα κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 3,
  4. μία τουλάχιστον από τις επιχειρήσεις του ομίλου υπάγεται στον ασφαλιστικό τομέα και μία τουλάχιστον στον τραπεζικό τομέα ή στον τομέα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών,
  5. αμφότερες οι ενοποιημένες ή και οι αθροιστικές δραστηριότητες των επιχειρήσεων του ομίλου στον ασφαλιστικό τομέα αφ’ ενός και οι ενοποιημένες ή και οι αθροιστικές δραστηριότητες των επιχειρήσεων του ομίλου στον τραπεζικό τομέα και στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών αφ’ ετέρου, είναι ουσιώδεις κατά την έννοια των παραγράφων 2 ή 3 του άρθρου 3.
  6. Ως Ο.Ε.Χ.Δ. θεωρείται και οποιοσδήποτε υποόμιλος ομίλου επιχειρήσεων κατά την έννοια της παραγράφου 12, που πληροί τα κριτήρια της παρούσας παραγράφου.
15.  
    «Μικτή Χρηματοοικονομική Εταιρεία Συμμετοχών» (Μ.Χ.Ε.Σ.): η μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση και η οποία μαζί με τις θυγατρικές της, εκ των οποίων μια τουλάχιστον είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση με έδρα στην Κοινότητα, καθώς και άλλες επιχειρήσεις, συνιστά Ο.Ε.Χ.Δ.
16.  
    «Αρμόδιες Αρχές»: οι Αρμόδιες Αρχές των κρατών - μελών που είναι εξουσιοδοτημένες βάσει νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης να εποπτεύουν τα πιστωτικά ιδρύματα ή και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή και τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών είτε σε ατομική βάση είτε σε επίπεδο ομίλου επιχειρήσεων
17.  
    «Σχετικές Αρμόδιες Αρχές»:
  1. Οι Αρμόδιες Αρχές που είναι υπεύθυνες για την τομεακή εποπτεία σε επίπεδο ομίλου οποιασδήποτε από τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις ενός Ο.Ε.Χ.Δ.
  2. Ο Συντονιστής, ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 11 αν δεν ταυτίζεται με τις Αρμόδιες Αρχές
  3. Άλλες Αρμόδιες Αρχές, που θεωρούνται σχετικές κατά την κρίση των Αρχών, που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ ανωτέρω.
  4. Προκειμένου οι τελευταίες αυτές Αρχές να διαμορφώσουν κρίση, λαμβάνουν ιδίως υπόψη:
  5. το μερίδιο αγοράς που κατέχουν οι ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις του Ομίλου σε άλλα κράτη - μέλη (ιδίως δε εάν αυτό υπερβαίνει το 5%) και τη βαρύτητα που έχει στο πλαίσιο του Ομίλου η ρυθμιζόμενη επιχείρηση, που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος - μέλος.
18.  
    «Συντονιστής»: Η Αρμόδια Αρχή που είναι υπεύθυνη για την άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων ενός Ο.Ε.Χ.Δ. μεταξύ των Αρμόδιων Αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών, συμπεριλαμβανομένων των αρχών του κράτους - μέλους, όπου έχει την έδρα της η Μ.Χ.Ε.Σ.
19.  
    «Εντός ομίλου συναλλαγές»: Όλες οι συναλλαγές προς εκπλήρωση μιας υποχρέωσης, συμβατικής ή μη, με καταβολή τιμήματος ή άνευ τιμήματος, για τη διεκπεραίωση των οποίων ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις που ανήκουν σε έναν Ο.Ε.Χ.Δ., βασίζονται, άμεσα ή έμμεσα, σε άλλες επιχειρήσεις του ίδιου ομίλου ή σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο συνδεόμενο με τις επιχειρήσεις αυτού του ομίλου με στενούς δεσμούς.
20.  
    «Συγκέντρωση κινδύνων»: Κάθε έκθεση σε κίνδυνο με πιθανότητα πρόκλησης ζημίας που επιβαρύνει επιχειρήσεις ενός Ο.Ε.Χ.Δ., εφόσον η έκθεση αυτή είναι αρκετά σημαντική ώστε να θέτει σε κίνδυνο τη φερεγγυότητα ή τη γενική χρηματοοικονομική κατάσταση των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων του Ο.Ε.Χ.Δ. Η έκθεση αυτή μπορεί να είναι αποτέλεσμα κινδύνου αντισυμβαλλομένου ή πιστωτικού κινδύνου, επενδυτικού κινδύνου, ασφαλιστικού κινδύνου, κινδύνου της αγοράς ή άλλων κινδύνων, ή συνδυασμού ή αλληλεπίδρασης αυτών των κινδύνων.
Άρθρο 3
1.  
    Προκειμένου να προσδιοριστεί εάν οι δραστηριότητες ενός ομίλου ασκούνται κυρίως στο χρηματοοικονομικό τομέα, κατά την έννοια της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 14 του άρθρου 2, ο λόγος του συνόλου του ισολογισμού των ρυθμιζόμενων και μη ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων του χρηματοοικονομικού τομέα του ομίλου προς το σύνολο του ισολογισμού ολόκληρου του ομίλου πρέπει να υπερβαίνει το 40%
2.  
    Προκειμένου να προσδιοριστεί εάν οι δραστηριότητες ενός ομίλου στους επί μέρους χρηματοοικονομι- κούς τομείς είναι ουσιώδεις κατά την έννοια της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 14 του άρθρου 2, λαμβάνεται υπόψη εάν για κάθε επί μέρους χρηματοοικονομικό τομέα ο μέσος όρος μεταξύ των δύο παρακάτω λόγων:
  1. του λόγου του συνόλου του ισολογισμού του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού τομέα προς το σύνολο του ισολογισμού όλων των επιχειρήσεων του χρηματοοικονομικού τομέα του ομίλου και
  2. του λόγου των απαιτήσεων φερεγγυότητας του ίδιου χρηματοοικονομικού τομέα προς το σύνολο των απαιτήσεων φερεγγυότητας όλων των επιχειρήσεων του χρηματοοικονομικού τομέα του ομίλου, υπερβαίνει το 10%.
  3. Για τους σκοπούς τους νόμου αυτού, ως λιγότερο σημαντικός χρηματοοικονομικός τομέας σε έναν Ο.Ε.Χ.Δ. νοείται ο τομέας με το μικρότερο μέσο όρο, όπως αυτός υπολογίζεται στην παρούσα παράγραφο, και ως σημαντικότερος χρηματοοικονομικός τομέας εκείνος με τον υψηλότερο μέσο όρο.
  4. Για τον υπολογισμό του μέσου όρου και τη μέτρηση του λιγότερο σημαντικού και του σημαντικότερου χρηματοοικονομικού τομέα, ο τραπεζικός τομέας και ο τομέας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών λαμβάνονται υπόψη από κοινού.
3.  
    Οι διατομεακές δραστηριότητες θεωρούνται ουσιώδεις, κατά την έννοια της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 14 του άρθρου 2, εάν το σύνολο του ισολογισμού του λιγότερο σημαντικού χρηματοοικονομικού τομέα του ομίλου υπερβαίνει το ποσό των έξι δισεκατομμυρίων (6.000.000.000) ευρώ. Εάν ο όμιλος δεν καλύπτει το όριο που αναφέρεται στην παράγραφο 2, αλλά πληροί το όριο που τίθεται στο παραπάνω εδάφιο, οι Σχετικές Αρμόδιες Αρχές μπο- ρούν, κατόπιν κοινής συμφωνίας, να μην θεωρήσουν τον όμιλο ως Ο.Ε.Χ.Δ. ή να μην εφαρμόσουν τις διατάξεις των άρθρων 7, 8 και 10, εφόσον εκτιμούν ότι η υπαγωγή του ομίλου στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού ή η εφαρμογή αυτών των διατάξεων δεν είναι αναγκαία ή ότι θα ήταν απρόσφορη ή παραπλανητική σε σχέση με τους στόχους της συμπληρωματικής εποπτείας, λαμβάνοντας ενδεικτικά υπόψη:.
  1. ότι το σχετικό μέγεθος του λιγότερο σημαντικού χρηματοοικονομικού τομέα του ομίλου δεν υπερβαίνει το 5%, ποσοστό που υπολογίζεται είτε βάσει του μέσου όρου που περιγράφεται στην παράγραφο 2 είτε βάσει του συνόλου του ισολογισμού ή των απαιτήσεων φερεγγυότητας που ισχύουν για το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό τομέα ή
  2. ότι το μερίδιο αγοράς του ομίλου δεν υπερβαίνει σε κανένα κράτος - μέλος το 5%, ποσοστό που υπολογίζεται ως προς τον τραπεζικό τομέα ή τον τομέα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών βάσει του συνόλου του ισολογισμού και ως προς τον ασφαλιστικό τομέα βάσει των ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων.
  3. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με την πα-ρούσα παράγραφο κοινοποιούνται στις άλλες εμπλεκόμενες Αρμόδιες Αρχές.
4.  
    Για την εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 και 3, οι Σχετικές Αρμόδιες Αρχές μπορούν κατόπιν κοινής συμφωνίας:
  1. Να εξαιρούν συγκεκριμένη επιχείρηση κατά τον υπολογισμό των δεικτών στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 6
  2. Να λαμβάνουν υπόψη τους τη συμμόρφωση του ομίλου με τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 επί τρία (3) συνεχή έτη, ώστε να απο-φεύγονται απότομες αλλαγές σχετικά με την υπαγωγή η μη ενός ομίλου στο καθεστώς των Ο.Ε.Χ.Δ. και να μην την λαμβάνουν υπόψη εάν υπάρχουν σημαντικές μεταβολές στη δομή του ομίλου.
  3. Όταν ένας όμιλος έχει ήδη χαρακτηριστεί ως Ο.Ε.Χ.Δ. εφόσον πληροί τα κριτήρια των παραγράφων 1, 2 και 3, οι Σχετικές Αρμόδιες Αρχές λαμβάνουν τις παραπάνω αποφάσεις κατόπιν πρότασης του Συντονιστή αυτού του Ο.Ε.Χ.Δ.
5.  
    Κατά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι Σχετικές Αρμόδιες Αρχές μπορούν, κατόπιν κοινής συμφωνίας, να αντικαθιστούν το κριτήριο του συνόλου του ισολογισμού με ένα ή και τα δύο από τα ακόλουθα κριτήρια ή να προσθέτουν ένα ή και τα δύο από τα ακόλουθα αναφερόμενα κριτήρια:
  1. διάρθρωση εσόδων και
  2. εργασίες εκτός ισολογισμού, εάν θεωρούν ότι αυτά τα κριτήρια έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους σκοπούς της συμπληρωματικής εποπτείας, η οποία ρυθμίζεται στον παρόντα νόμο
6.  
    Εάν, μετά τον προσδιορισμό ενός ομίλου ως Ο.Ε.Χ.Δ. και την υπαγωγή του σε συμπληρωματική εποπτεία, οι δείκτες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 κατέλθουν του 40% και του 10%, αντίστοιχα, για την επόμενη τριετία θα ισχύουν χαμηλότεροι δείκτες ποσοστών 35% και 8%, αντίστοιχα, ώστε να αποφεύγονται απότομες αλλαγές σχετικά με την υπαγωγή ή μη ενός ομίλου σε καθεστώς Ο.Ε.Χ.Δ. Ομοίως, εάν το σύνολο του ισολογισμού του μικρότερου χρηματοοικονομικού τομέα ενός ομίλου που έχει ήδη υπαχθεί στη συμπληρωματική εποπτεία των Ο.Ε.Χ.Δ. καταστεί χαμηλότερο των έξι δισεκατομμυρίων (6.000.000.000) ευρώ που ορίζονται στην παράγραφο 3 για την επόμενη τριετία θα ισχύει το χαμηλότερο ποσό των πέντε δισεκατομμυρίων (5.000.000.000) ευρώ, ώστε να αποφεύγονται απότομες αλλαγές σχετικά με την υπαγωγή ή μη ενός ομίλου σε καθεστώς Ο.Ε.Χ.Δ. Κατά την ως άνω περίοδο των τριών ετών, ο Συντονιστής μπορεί, με τη συγκατάθεση των άλλων Σχετικών Αρμόδιων Αρχών, να αποφασίζει ότι παύουν να ισχύουν οι χαμηλότεροι δείκτες ή το χαμηλότερο ποσό σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.
7.  
    Οι υπολογισμοί σύμφωνα με το παρόν άρθρο, οι οποίοι λαμβάνουν υπόψη τον ισολογισμό γίνονται με βάση το συνολικό αθροιστικό ισολογισμό των επιχειρήσεων του ομίλου, σύμφωνα με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις τους. Για τις ανάγκες του υπολογισμού αυτού, οι επιχειρήσεις στις οποίες υπάρχει συμμετοχή λαμβάνονται υπόψη κατά το ποσό του συνολικού ισολογισμού τους που αντιστοιχεί αναλογικά στο αθροιστικό μερίδιο που κατέχεται σε αυτές από τον όμιλο. Στην περίπτωση που υπάρχουν ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, τότε λαμβάνονται υπόψη αντί των αθροιστικών οικονομικών οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις.
8.  
    Οι απαιτήσεις φερεγγυότητας που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 υπολογίζονται σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες
Άρθρο 4
1.  
    Οι Αρμόδιες Αρχές που έχουν χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις οφείλουν να προβαίνουν, βάσει των άρθρων 2, 3 και 5, σε χαρακτηρισμό κάθε ομίλου που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού ως Ο.Ε.Χ.Δ. ή μη. Προς το σκοπό αυτόν:.
  1. Οι Αρμόδιες Αρχές, που έχουν χορηγήσει άδειες λειτουργίας σε ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις του ομίλου συνεργάζονται στενά, όπου αυτό απαιτείται
  2. Εάν μία Αρμόδια Αρχή κρίνει ότι μία ρυθμιζόμενη επιχείρηση στην οποία έχει χορηγήσει άδεια λειτουργίας ανήκει σε όμιλο που ενδέχεται να συνιστά Ο.Ε.Χ.Δ. σύμφωνα με το άρθρο 3 και ο οποίος δεν έχει ακόμη χαρακτηριστεί ως τέτοιος γνωστοποιεί τη γνώμη της στις άλλες ενδιαφερόμενες Αρμόδιες Αρχές.
2.  
    Ο Συντονιστής που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 11 γνωστοποιεί στη μητρική επιχείρηση που είναι επικεφαλής του ομίλου ή, ελλείψει μητρικής επιχείρησης, στη ρυθμιζόμενη επιχείρηση με το υψηλότερο σύνολο ισολογισμού στο σημαντικότερο χρηματοοικονομικό τομέα ενός ομίλου, ότι ο όμιλος χαρακτηρίστηκε ως Ο.Ε.Χ.Δ. και ότι ορίστηκε ως Συντονιστής. Ο Συντονιστής ενημερώνει επίσης τις Αρμόδιες Αρχές που έχουν χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις του ομίλου, τις Αρμόδιες Αρχές του κράτους - μέλους στο οποίο έχει την έδρα της η Μ.Χ.Ε.Σ., καθώς και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΙΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΜΗΜΑ 1ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Άρθρο 5
1.  
    Η συμπληρωματική εποπτεία των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων του άρθρου 1 ασκείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο αυτόν και την επιφύλαξη της υποχρέωσης τήρησης των διατάξεων σχετικά με την εποπτεία που προβλέπουν οι τομεακοί κανόνες
2.  
    Σε συμπληρωματική εποπτεία σε επίπεδο του Ο.Ε.Χ.Δ., σύμφωνα με τα άρθρα 6 έως 18, υπόκεινται οι ακόλουθες ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις:.
  1. οποιαδήποτε ρυθμιζόμενη επιχείρηση είναι επικεφαλής ενός Ο.Ε.Χ.Δ.,.
  2. οποιαδήποτε ρυθμιζόμενη επιχείρηση, η μητρική επιχείρηση της οποίας είναι Μ.Χ.Ε.Σ. που εδρεύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση,.
  3. οποιαδήποτε ρυθμιζόμενη επιχείρηση, που είναι συνδεδεμένη με άλλη επιχείρηση του χρηματοοικονομικού τομέα κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 96 του κ.ν. 2190/1920 ή της παραγράφου 1 του άρθρου 12 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ.
  4. Όταν ένας Ο.Ε.Χ.Δ. αποτελεί υποόμιλο άλλου Ο.Ε.Χ.Δ., ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου, οι διατάξεις των άρθρων 6 έως 18 εφαρμόζονται μόνο στις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις που ανήκουν στον δεύτερο Ο.Ε.Χ.Δ. του οποίου ο πρώτος αποτελεί υποόμιλο.
  5. Στην περίπτωση αυτή, οποιαδήποτε αναφορά γίνεται στον παρόντα νόμο στις έννοιες όμιλος και Ο.Ε.Χ.Δ. θεωρείται ότι αφορά τον δεύτερο εκ των ανωτέρω αναφερόμενων Ο.Ε.Χ.Δ.
3.  
    Κάθε ρυθμιζόμενη επιχείρηση, που δεν υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με την παράγραφο 2, της οποίας η μητρική επιχείρηση είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση ή Μ.Χ.Ε.Σ., που έχει την έδρα της εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία σε επίπεδο Ο.Ε.Χ.Δ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19.
4.  
    Εάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατέχει συμμετοχή σε μία ή περισσότερες ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις ή έχει κεφαλαιακούς δεσμούς με αυτές τις επιχειρήσεις ή ασκεί ουσιώδη επιρροή σε αυτές χωρίς να κατέχει συμμετοχή ή να έχει κεφαλαιακούς δεσμούς, με την εξαίρεση των περιπτώσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3, οι Σχετικές Αρμόδιες Αρχές προσδιορίζουν, με κοινή τους συμφωνία και τηρώντας την κείμενη νομοθεσία, εάν και σε ποιο βαθμό αυτές οι ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις πρέπει να υπαχθούν σε συμπληρωματική εποπτεία, ως εάν αυτές συνιστούσαν έναν Ο.Ε.Χ.Δ. Προκειμένου να εφαρμοστεί η κατά τα ανωτέρω συμπληρωματική εποπτεία, πρέπει μία τουλάχιστον από τις επιχειρήσεις να είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 4 του άρθρου 2, και να πληρούνται οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων δ΄ και ε΄ της παραγράφου 14 του άρθρου 2. Οι Σχετικές Αρμόδιες Αρχές αποφασίζουν, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους της συμπληρωματικής εποπτείας, όπως αυτοί καθορίζονται στον παρόντα νόμο. Για τους σκοπούς της εφαρμογής του πρώτου εδαφίου στους συνεταιριστικούς ομίλους, οι Αρμόδιες Αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις δημόσιες οικονομικές υποχρεώσεις αυτών των Ομίλων προς τις άλλες χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις.
5.  
    Με την επιφύλαξη του άρθρου 14, η άσκηση συμπληρωματικής εποπτείας σε επίπεδο Ο.Ε.Χ.Δ. δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση την υποχρέωση των Αρμόδιων Αρχών να εποπτεύουν, σε ατομική βάση, τις Μ.Χ.Ε.Σ., τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις τρίτων κρατών που ανήκουν σε Ο.Ε.Χ.Δ., καθώς και τις μη ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις που ανήκουν σε Ο.Ε.Χ.Δ. ΤΜΗΜΑ 2ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ.
Άρθρο 6
1.  
    Με την επιφύλαξη των τομεακών κανόνων, η συμπληρωματική εποπτεία της κεφαλαιακής επάρκειας των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων, που ανήκουν σε έναν Ο.Ε.Χ.Δ., ασκείται σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο παρόν άρθρο, στις παραγράφους 2 έως 5 του άρθρου 10 και στα άρθρα 11 έως 18 και 25.
2.  
    Οι ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις, οι οποίες ανήκουν σε Ο.Ε.Χ.Δ., οφείλουν να διαθέτουν διαρκώς, σε επίπεδο Ο.Ε.Χ.Δ., ίδια κεφάλαια, ύψους τουλάχιστον ίσου με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως αυτές υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25. Οι ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν ικανοποιητική πολιτική κεφαλαιακής επάρκειας σε επίπεδο Ο.Ε.Χ.Δ. Η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στα εδάφια 1 και 2 της παρούσας παραγράφου εποπτεύεται από τον Συντονιστή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 έως 18. Ο Συντονιστής διασφαλίζει ότι ο υπολογισμός των ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής πραγματοποιείται τουλάχιστον ετησίως είτε από τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις είτε από την Μ.Χ.Ε.Σ. Η ρυθμιζόμενη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 4 του άρθρου 2 που είναι επικεφαλής του Ο.Ε.Χ.Δ. ή, εάν επικεφαλής του Ο.Ε.Χ.Δ. δεν είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση, η Μ.Χ.Ε.Σ. ή η ρυθμιζόμενη επιχείρηση του Ο.Ε.Χ.Δ., που ορίζεται από τον Συντονιστή μετά από διαβούλευση με τις άλλες Σχετικές Αρμόδιες Αρχές και τον Ο.Ε.Χ.Δ., υποβάλλουν στον Συντονιστή τα αποτελέσματα του ως άνω υπολογισμού, καθώς και τα στοιχεία που είναι απαραίτητα γι’ αυτόν τον υπολογισμό.
3.  
    Για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2, στο πεδίο εφαρμογής της συμπληρωματικής εποπτείας περιλαμβάνονται οι ακόλουθες επιχειρήσεις, στο βαθμό και κατά τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 25:
  1. Πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών κατά την έννοια των παραγράφων 1 και 8α του άρθρου 2
  2. Ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου κατά την έννοια των παραγράφων 2, 6 και 8β του άρθρου 2
  3. Επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) ή χρηματοδοτικό ίδρυμα κατά την έννοια των παραγράφων 3 και 8γ του άρθρου 2.
  4. Μ.Χ.Ε.Σ. κατά την έννοια της παραγράφου 15 του άρθρου 2.
4.  
    Όταν οι συμπληρωματικές κεφαλαιακές απαιτήσεις ενός Ο.Ε.Χ.Δ. υπολογίζονται σύμφωνα με τη μέθοδο 1 που προβλέπεται στο άρθρο 25 (Μέθοδος Λογιστικής Ενοποίησης), το ύψος των ιδίων κεφαλαίων και οι απαιτήσεις φερεγγυότητας των επιχειρήσεων του ομίλου υπολογίζονται σύμφωνα με τους αντίστοιχους τομεα- κούς κανόνες σχετικά με τη μορφή και την έκταση της ενοποίησης, όπως αυτοί ιδίως καθορίζονται στο άρθρο 6 του π.δ. 267/1995 και στις περιπτώσεις α΄, β΄ και δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6β του ν.δ. 400/1970. Όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος 2 ή η μέθοδος 3, που προβλέπονται στο άρθρο 25 για τον υπολογισμό, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το αναλογικό τμήμα του κεφαλαίου που κατέχει η μητρική επιχείρηση ή η επιχείρηση που κατέχει συμμετοχή σε άλλη επιχείρηση του Ομίλου. Ως «αναλογικό τμήμα» νοείται το μέρος του εγγεγραμμένου κεφαλαίου που κατέχεται, άμεσα ή έμμεσα, από την επιχείρηση αυτή.
5.  
    Ο Συντονιστής μπορεί να αποφασίσει να μη συμπεριλάβει μια συγκεκριμένη επιχείρηση κατά τον υπολογισμό των συμπληρωματικών κεφαλαιακών απαιτήσεων στις ακόλουθες περιπτώσεις:
  1. Εάν η επιχείρηση εδρεύει σε τρίτη χώρα όπου υπάρχουν νομικά εμπόδια στη διαβίβαση των απαραίτητων πληροφοριών, με την επιφύλαξη των τομεακών κανόνων σχετικά με την υποχρέωση των Αρμόδιων Αρχών να αρνούνται την έκδοση άδειας λειτουργίας, όταν παρεμποδίζεται η αποτελεσματική άσκηση της εποπτείας τους
  2. Εάν η επιχείρηση έχει αμελητέα σημασία σε σχέση με τους στόχους της συμπληρωματικής εποπτείας των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων, που ανήκουν σε Ο.Ε.Χ.Δ.
  3. Ωστόσο, εάν περισσότερες επιχειρήσεις είναι αθροιστικά σημαντικές για τους στόχους της συμπληρωματικής εποπτείας, περιλαμβάνονται στον υπολογισμό.
  4. Εάν το να συμπεριληφθεί μία επιχείρηση δεν είναι σκόπιμο ή είναι παραπλανητικό σε σχέση με τους στόχους της συμπληρωματικής εποπτείας, ο Συντονιστής, πριν αποφασίσει, διαβουλεύεται με τις άλλες Σχετικές Αρμόδιες Αρχές, εκτός εάν πρόκειται για επείγουσες περιπτώσεις.
  5. Όταν ο Συντονιστής δεν περιλαμβάνει μια ρυθμιζόμενη επιχείρηση κατά τον υπολογισμό των συμπληρωματικών κεφαλαιακών απαιτήσεων εφαρμόζοντας τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω περιπτώσεις β΄ ή γ΄, οι Αρμόδιες Αρχές του κράτους - μέλους στο οποίο εδρεύει η συγκεκριμένη επιχείρηση μπορούν να ζητούν από την επιχείρηση που είναι επικεφαλής του Ο.Ε.Χ.Δ. πληροφορίες που μπορούν να διευκολύνουν την εποπτεία της εν λόγω ρυθμιζόμενης επιχείρησης.
Άρθρο 7
1.  
    Με την επιφύλαξη των τομεακών κανόνων, ασκείται συμπληρωματική εποπτεία αναφορικά με τη συγκέντρωση κινδύνων των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων που ανήκουν σε Ο.Ε.Χ.Δ., σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στις παρακάτω παραγράφους, στο άρθρο 9, στις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 10, και στα άρθρα 11 έως 18.
2.  
    Οι ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις ή οι Μ.Χ.Ε.Σ. οφείλουν να αναφέρουν στον Συντονιστή δύο φορές κάθε χρόνο οποιαδήποτε σημαντική συγκέντρωση κινδύνων σε επίπεδο Ο.Ε.Χ.Δ. σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 9. Οι αναγκαίες πληροφορίες υποβάλλονται στον Συντονιστή από τη ρυθμιζόμενη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 4 του άρθρου 2 που είναι επικεφαλής του Ο.Ε.Χ.Δ. ή στην περίπτωση που επικεφαλής του Ο.Ε.Χ.Δ. δεν είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση από τη Μ.Χ.Ε.Σ. ή από τη ρυθμιζόμενη επιχείρηση του Ο.Ε.Χ.Δ. που ορίζεται από τον Συντονιστή κατόπιν διαβούλευσής του με τις άλλες Σχετικές Αρμόδιες Αρχές και τον Ο.Ε.Χ.Δ. Ο Συντονιστής εποπτεύει τη συγκέντρωση κινδύνων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 έως 18.
3.  
    Εάν επικεφαλής ενός Ο.Ε.Χ.Δ. είναι μία Μ.Χ.Ε.Σ., οι τομεακοί κανόνες για τη συγκέντρωση κινδύνων του σημαντικότερου χρηματοοικονομικού τομέα του Ο.Ε.Χ.Δ. εφαρμόζονται, εφόσον υφίστανται, σε αυτόν τον τομέα συνολικά, συμπεριλαμβανομένης και της Μ.Χ.Ε.Σ.
Άρθρο 8
1.  
    Με την επιφύλαξη των τομεακών κανόνων, ασκείται συμπληρωματική εποπτεία στις εντός ομίλου συναλλαγές των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων που ανήκουν σε Ο.Ε.Χ.Δ. σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στις παρακάτω παραγράφους, στο άρθρο 9, στις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 10 και στα άρθρα 11 έως 18.
2.  
    Οι ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις ή η Μ.Χ.Ε.Σ. οφείλουν να αναφέρουν δύο φορές κάθε χρόνο όλες τις ουσιώδεις εντός ομίλου συναλλαγές των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων ενός Ο.Ε.Χ.Δ., σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 9. Μια εντός ομίλου συναλλαγή θεωρείται ουσιώδης όταν υπερβαίνει τουλάχιστον το 5% του συνολικού ποσού των κεφαλαιακών απαιτήσεων σε επίπεδο Ο.Ε.Χ.Δ. Οι αναγκαίες πληροφορίες υποβάλλονται στον Συντονιστή από τη ρυθμιζόμενη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 4 του άρθρου 2 που είναι επικεφαλής του Ο.Ε.Χ.Δ. ή στην περίπτωση που επικεφαλής του Ο.Ε.Χ.Δ. δεν είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση από την Μ.Χ.Ε.Σ. ή από τη ρυθμιζόμενη επιχείρηση του Ο.Ε.Χ.Δ. που ορίζεται από τον Συντονιστή κατόπιν διαβούλευσής του με τις άλλες Σχετικές Αρμόδιες Αρχές και τον Ο.Ε.Χ.Δ. Ο Συντονιστής εποπτεύει τις εντός Ομίλου συναλλαγές.
3.  
    Εάν επικεφαλής ενός Ο.Ε.Χ.Δ. είναι μία Μ.Χ.Ε.Σ, οι τομεακοί κανόνες για τις εντός ομίλου συναλλαγές του σημαντικότερου χρηματοοικονομικού τομέα του Ο.Ε.Χ.Δ. εφαρμόζονται σε αυτόν τον τομέα συνολικά, συμπεριλαμβανομένης και της Μ.Χ.Ε.Σ.
Άρθρο 9
1.  
    Με απόφαση του Συντονιστή, ο οποίος διαβουλεύεται με τις λοιπές Αρμόδιες Αρχές, καθορίζονται ποσοτικά όρια και ποιοτικές απαιτήσεις ή άλλα εποπτικά μέτρα, προκειμένου να επιτυγχάνονται οι στόχοι της συμπληρωματικής εποπτείας, όσον αφορά τη συγκέντρωση κινδύνων και τις εντός ομίλου συναλλαγές των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων ενός Ο.Ε.Χ.Δ.
2.  
    Κατά τον καθορισμό του είδους των συναλλαγών και κινδύνων και κατά την εποπτεία τους, ο Συντονιστής και οι Σχετικές Αρμόδιες Αρχές λαμβάνουν υπόψη τους τη δομή του συγκεκριμένου Ο.Ε.Χ.Δ. και το σύστημα διαχείρισης των κινδύνων του. Για τον προσδιορισμό των ουσιωδών εντός ομίλου συναλλαγών και της σημαντικής συγκέντρωσης κινδύνων, που πρέπει να γνωστοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8, ο Συντονιστής, μετά από διαβούλευση με τις άλλες Σχετικές Αρμόδιες Αρχές και τον Ο.Ε.Χ.Δ., καθορίζει κατάλληλα κατώτατα όρια βάσει των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων ή και των τεχνικών προβλέψεων.
3.  
    Κατά την εποπτεία που ασκεί στις εντός ομίλου συναλλαγές και στη συγκέντρωση κινδύνων, ο Συντονιστής λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη την ενδεχόμενη μετάδοση των κινδύνων στο εσωτερικό του Ο.Ε.Χ.Δ., τον κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων, τον κίνδυνο καταστρατήγησης τομεακών κανόνων, καθώς και το επίπεδο ή την έκταση των κινδύνων.
4.  
    Οι Σχετικές Αρμόδιες Αρχές δύνανται να εφαρμόζουν τις διατάξεις των τομεακών κανόνων για τις εντός ομίλου συναλλαγές και τη συγκέντρωση κινδύνων σε επίπεδο Ο.Ε.Χ.Δ. προκειμένου να αποφεύγεται ιδίως η καταστρατήγηση των τομεακών κανόνων.
Άρθρο 10
1.  
    Οι ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν σε επίπεδο Ο.Ε.Χ.Δ. κατάλληλες διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων και συστήματα εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών.
2.  
    Οι διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:
  1. την ορθή διακυβέρνηση και διαχείριση όλων των κινδύνων που αναλαμβάνονται, που επιτυγχάνεται με την έγκριση και την περιοδική επιθεώρηση της ακολουθούμενης στρατηγικής και πολιτικής από τα κατάλληλα διευθυντικά όργανα σε επίπεδο Ο.Ε.Χ.Δ.,.
  2. την κατάλληλη πολιτική κεφαλαιακής επάρκειας, ώστε να μπορούν να λαμβάνονται εκ των προτέρων υπόψη οι επιπτώσεις της επιχειρηματικής στρατηγικής ως προς τους αναλαμβανόμενους κινδύνους και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως καθορίζονται στα άρθρα 6 και 25,
  3. κατάλληλες διαδικασίες για να διασφαλίζεται ότι τα συστήματα παρακολούθησης των κινδύνων είναι πλήρως ενσωματωμένα στο οργανωτικό σχήμα της κάθε επιχείρησης και ότι λαμβάνονται όλα τα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζεται, ότι τα συστήματα που εφαρμόζονται σε κάθε επιχείρηση που περιλαμβάνεται στο πεδίο της συμπληρωματικής εποπτείας είναι συνεκτικά, ώστε να καθίσταται εφικτό να εκτιμώνται, να επιτηρούνται και να ελέγχονται οι κίνδυνοι σε επίπεδο Ο.Ε.Χ.Δ.
3.  
    Τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:
  1. Επαρκείς διαδικασίες ελέγχου σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκεια ώστε να εντοπίζονται και να εκτιμώνται όλοι οι πραγματικοί κίνδυνοι που υφίστανται και να προσδιορίζονται καταλλήλως τα ίδια κεφάλαια που είναι απαραίτητα για την κάλυψη των εν λόγω κινδύνων
  2. Ορθές διαδικασίες δημοσίευσης οικονομικών καταστάσεων και πρόσθετων στοιχείων ώστε να εντοπίζονται, να μετρώνται, να παρακολουθούνται και να ελέγχονται οι εντός ομίλου συναλλαγές και η συγκέντρωση κινδύνων
4.  
    Όλες οι επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συμπληρωματικής εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 5, διαθέτουν επαρκή συστήματα εσωτερικού ελέγχου ώστε να είναι δυνατή η παραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων και πληροφοριών που θα ήταν χρήσιμα για τους σκοπούς άσκησης της συμπληρωματικής εποπτείας
5.  
    Τα συστήματα και οι διαδικασίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 υπόκεινται σε εποπτικό έλεγχο από τον Συντονιστή. ΤΜΗΜΑ 3ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗΤΗΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ.
Άρθρο 11
1.  
    Για τη διασφάλιση της ορθής συμπληρωματικής εποπτείας των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων ενός Ο.Ε.Χ.Δ., ορίζεται ένας Συντονιστής, υπεύθυνος για το συντονισμό και την άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας μεταξύ των αρμόδιων αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών, συμπεριλαμβανομένων των αρχών του κράτους - μέλους, όπου έχει την έδρα της η Μ.Χ.Ε.Σ.
2.  
    Ο Συντονιστής ορίζεται σύμφωνα με ακόλουθα κριτήρια:
  1. Εάν επικεφαλής του Ο.Ε.Χ.Δ. είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση, το ρόλο του Συντονιστή ασκεί η Αρμόδια Αρχή που εξέδωσε την άδεια λειτουργίας της, σύμφωνα με τους σχετικούς τομεακούς κανόνες.
  2. Εάν επικεφαλής του Ο.Ε.Χ.Δ. δεν είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση, το ρόλο του Συντονιστή ασκεί η Αρμόδια Αρχή, η οποία ορίζεται βάσει των ακόλουθων κριτηρίων:.
    • Όταν η μητρική επιχείρηση ρυθμιζόμενης επιχείρησης είναι Μ.Χ.Ε.Σ, το ρόλο του Συντονιστή ασκεί η Αρμόδια Αρχή που εξέδωσε την άδεια λειτουργίας αυτής της ρυθμιζόμενης επιχείρησης σύμφωνα με τους ισχύοντες τομεακούς κανόνες.
    • Όταν περισσότερες της μιας ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια Μ.Χ.Ε.Σ. και μία από αυτές τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος - μέλος όπου έχει την έδρα της η Μ.Χ.Ε.Σ., το ρόλο του Συντονιστή ασκεί η Αρμόδια Αρχή που έχει εκδώσει την άδεια λειτουργίας αυτής της ρυθμιζόμενης επιχείρησης στο εν λόγω κράτος - μέλος.
    • Όταν περισσότερες της μίας ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικούς χρηματοοικονομικούς τομείς έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος - μέλος όπου έχει την έδρα της η Μ.Χ.Ε.Σ., το ρόλο του Συντονιστή ασκεί η Αρμόδια Αρχή της ρυθμιζόμενης επιχείρησης που δραστηριοποιείται στο σημαντικότερο χρηματοοικονομικό τομέα του ομίλου.
    • Όταν επικεφαλής του Ο.Ε.Χ.Δ. είναι περισσότερες από μία Μ.Χ.Ε.Σ. που έχουν την έδρα τους σε διάφορα κράτη - μέλη και υπάρχει μία ρυθμιζόμενη επιχείρηση σε καθένα από αυτά τα κράτη - μέλη, αν οι επιχειρήσεις αυτές δραστηριοποιούνται στον ίδιο χρηματοοικονομικό τομέα, το ρόλο του Συντονιστή ασκεί η Αρμόδια Αρχή που εποπτεύει τη ρυθμιζόμενη επιχείρηση που έχει το υψηλότερο σύνολο ισολογισμού ή, εάν οι επιχειρήσεις αυτές δεν δραστηριοποιούνται στον ίδιο χρηματοοικονομικό τομέα, η Αρμόδια Αρχή που εποπτεύει τη ρυθμιζόμενη επιχείρηση που δραστηριοποιείται στο σημαντικότερο χρηματοοικονομικό τομέα.
    • Όταν περισσότερες της μίας ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια Μ.Χ.Ε.Σ., αλλά καμία από αυτές τις επιχειρήσεις δεν έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος - μέλος όπου έχει την έδρα της η Μ.Χ.Ε.Σ., το ρόλο του Συντονιστή ασκεί η Αρμόδια Αρχή που έχει εκδώσει την άδεια λειτουργίας για τη ρυθμιζόμενη επιχείρηση με το υψηλότερο σύνολο ισολογισμού στο σημαντικότερο χρηματοοικονομικό τομέα.
    • Όταν ο Ο.Ε.Χ.Δ. δεν έχει ως επικεφαλής μητρική επιχείρηση ή σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, το ρόλο του Συντονιστή ασκεί η Αρμόδια Αρχή που έχει εκδώσει την άδεια λειτουργίας για τη ρυθμιζόμενη επιχείρηση με το υψηλότερο σύνολο ισολογισμού στο σημαντικότερο χρηματοοικονομικό τομέα.
3.  
    Σε ειδικές περιπτώσεις, οι Σχετικές Αρμόδιες Αρχές μπορούν, με κοινή συμφωνία, να μην εφαρμόσουν τα κριτήρια της παραγράφου 2, εάν κρίνουν ότι η εφαρμογή τους θα αποβεί απρόσφορη, λαμβανομένης υπόψη της δομής του Ο.Ε.Χ.Δ. και της σημασίας των δραστηριοτήτων του σε διάφορες χώρες και να ορίσουν ως Συντονιστή μια διαφορετική Αρμόδια Αρχή. Στις περιπτώσεις αυτές οι Αρμόδιες Αρχές, πριν αποφασίσουν, δίνουν την ευκαιρία στα αρμόδια στελέχη του Ο.Ε.Χ.Δ. να εκφράσουν τις απόψεις τους.
Άρθρο 12
1.  
    Τα καθήκοντα του Συντονιστή όσον αφορά τη συμπληρωματική εποπτεία περιλαμβάνουν:
  1. Το συντονισμό της συγκέντρωσης και διαβίβασης των χρήσιμων ή ουσιωδών πληροφοριών, τόσο κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, όσο και σε επείγουσες καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της διαβίβασης πληροφοριών που είναι σημαντικές για την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων των άλλων Αρμόδιων Αρχών βάσει των τομεακών κανόνων
  2. Τον εποπτικό έλεγχο και την αξιολόγηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης του Ο.Ε.Χ.Δ.
  3. Την εκτίμηση της συμμόρφωσης με τους κανόνες για την κεφαλαιακή επάρκεια, τη συγκέντρωση κινδύνων και τις εντός ομίλου συναλλαγές, όπως καθορίζονται στα άρθρα 6, 7 και 8
  4. Την αξιολόγηση της δομής, της οργάνωσης και των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου του Ο.Ε.Χ.Δ., όπως καθορίζονται στο άρθρο 10.
  5. Τον προγραμματισμό και συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων, κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, σε επείγουσες δε καταστάσεις, σε συνεργασία με τις εμπλεκόμενες Σχετικές Αρμόδιες Αρχές
  6. Άλλα καθήκοντα, μέτρα και αποφάσεις που ανατίθενται στο Συντονιστή με τον παρόντα νόμο ή που απορρέουν από την εφαρμογή του.
  7. Για τη διευκόλυνση της άσκησης συμπληρωματικής εποπτείας, ο Συντονιστής, οι άλλες Σχετικές Αρμόδιες Αρχές και όπου κρίνεται σκόπιμο και άλλες εμπλεκόμενες Αρμόδιες Αρχές συνάπτουν πρωτόκολλα συνεργασίας για το συντονισμό της συμπληρωματικής εποπτείας.
  8. Με αυτά τα πρωτόκολλα μπορεί να ανατίθενται πρόσθετα καθήκοντα στο Συντονιστή και να προσδιορίζονται οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων από τις Σχετικές Αρμόδιες Αρχές και η συνεργασία με άλλες Αρμόδιες Αρχές.
2.  
    Όταν ο Συντονιστής χρειάζεται πληροφορίες που έχουν ήδη δοθεί σε άλλη Αρμόδια Αρχή σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες, πρέπει να απευθύνεται σε αυτήν την αρχή, προκειμένου να αποφεύγονται οι επικαλύψεις στην υποβολή στοιχείων από τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις προς τις διάφορες αρχές που ασκούν εποπτεία σε αυτές
3.  
    Με την επιφύλαξη της δυνατότητας ανάθεσης ορισμένων εποπτικών αρμοδιοτήτων και ευθυνών κατά τα ανωτέρω, η παρουσία ενός Συντονιστή με ειδικά καθήκοντα για τη συμπληρωματική εποπτεία των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων ενός Ο.Ε.Χ.Δ. δεν επηρεάζει τον εποπτικό ρόλο και τις ευθύνες των Αρμόδιων Αρχών, όπως προβλέπονται στους τομεακούς κανόνες.
Άρθρο 13
1.  
    Οι Αρμόδιες Αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων ενός Ο.Ε.Χ.Δ. και ο Συντονιστής που έχει οριστεί για αυτόν τον Ο.Ε.Χ.Δ. συνεργάζονται στενά. Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, όπως ορίζονται από τους τομεακούς κανόνες, οι ανωτέρω αρχές είτε είναι εγκατεστημένες στο ίδιο κράτος - μέλος είτε όχι ανταλλάσσουν αμοιβαία οποιαδήποτε πληροφορία είναι χρήσιμη ή ουσιώδης για την εκτέλεση της εποπτικής αποστολής των άλλων αρχών, βάσει των τομεακών κανόνων και σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Στο πλαίσιο αυτό, οι Αρμόδιες Αρχές και ο Συντονιστής γνωστοποιούν, κατόπιν σχετικού αιτήματος, όλες τις χρήσιμες πληροφορίες, ενώ με δική τους πρωτοβουλία γνωστοποιούν όλες τις ουσιώδεις πληροφορίες. Η ανωτέρω συνεργασία προβλέπει τουλάχιστον τη συγκέντρωση και την ανταλλαγή πληροφοριών για τα εξής θέματα:.
  1. τον προσδιορισμό της δομής του ομίλου, τις σημαντικές επιχειρήσεις του Ο.Ε.Χ.Δ., καθώς και τις Αρμόδιες Αρχές που εποπτεύουν τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις του Ο.Ε.Χ.Δ.,.
  2. τη στρατηγική του Ο.Ε.Χ.Δ.,.
  3. τη χρηματοοικονομική κατάσταση του Ο.Ε.Χ.Δ., ιδίως την κεφαλαιακή επάρκεια, τις εντός ομίλου συναλλαγές, τη συγκέντρωση κινδύνων και την κερδοφορία του,.
  4. τους κύριους μετόχους και τη διοίκηση του Ο.Ε.Χ.Δ.,.
  5. την οργάνωση, διαχείριση των κινδύνων και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που λειτουργούν σε επίπεδο Ο.Ε.Χ.Δ.,.
  6. τις διαδικασίες συλλογής πληροφοριών από τις επιχειρήσεις του ομίλου και την επαλήθευση αυτών των πληροφοριών,
  7. τις δυσμενείς εξελίξεις στις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις ή σε άλλες επιχειρήσεις του Ο.Ε.Χ.Δ. που θα μπορούσαν να επηρεάσουν σοβαρά τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις,.
  8. τις μείζονος σημασίας κυρώσεις και τα έκτακτα μέτρα που ελήφθησαν από τις Αρμόδιες Αρχές σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες ή τις διατάξεις του παρόντος.
  9. Προς το σκοπό της αποτελεσματικότερης άσκησης των καθηκόντων τους σχετικά με την εποπτεία των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων ενός Ο.Ε.Χ.Δ., οι Αρμόδιες Αρχές μπορούν να ανταλλάσσουν τις πληροφορίες της παραγράφου 1 με τις κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σύμφωνα με τις διατάξεις των τομεακών κανόνων.
2.  
    Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες, οι Αρμόδιες Αρχές διαβουλεύονται πριν λάβουν αποφάσεις οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν το εποπτικό έργο άλλων Αρμόδιων Αρχών, όπως στις ακόλουθες περιπτώσεις:
  1. Αλλαγών στη διάρθρωση των μετόχων και στην οργανωτική ή διοικητική δομή των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων ενός Ο.Ε.Χ.Δ., οι οποίες απαιτούν την έγκριση ή την έκδοση άδειας των Αρμόδιων Αρχών.
  2. Μείζονος σημασίας κυρώσεων ή έκτακτων μέτρων που ελήφθησαν από Αρμόδιες Αρχές.
  3. Σε επείγουσες περιπτώσεις μια Αρμόδια Αρχή μπορεί να αποφασίζει να μην πραγματοποιήσει διαβουλεύσεις, εφόσον αυτές οι διαβουλεύσεις μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα των αποφάσεών της.
  4. Στην περίπτωση αυτή, η Αρμόδια Αρχή πρέπει, χωρίς καθυστέρηση, να ενημερώσει τις άλλες Αρμόδιες Αρχές σχετικά με την απόφασή της.
3.  
    Όταν οι Αρμόδιες Αρχές του κράτους - μέλους όπου έχει την έδρα της η μητρική επιχείρηση δεν ασκούν οι ίδιες τη συμπληρωματική εποπτεία βάσει του άρθρου 11, ο Συντονιστής μπορεί να τις καλέσει να ζητήσουν από τη μητρική επιχείρηση να τους παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία είναι χρήσιμη για την εκτέλεση της συντονιστικής του αποστολής, όπως καθορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 12 και να διαβιβάσουν τις εν λόγω πληροφορίες στο Συντονιστή. Όταν οι πληροφορίες, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 15 έχουν ήδη υποβληθεί σε Αρμόδια Αρχή σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες, οι Αρμόδιες Αρχές, οι οποίες είναι υπεύθυνες για την άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας, μπορούν να ζητήσουν από αυτήν την Αρχή να λάβουν τις πληροφορίες.
4.  
    Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των Αρμόδιων Αρχών και μεταξύ των Αρμόδιων Αρχών και άλλων Αρχών, όπως προβλέπεται στις ανωτέρω παραγράφους 1, 2 και 3. Η συλλογή ή κατοχή πληροφοριών που αφορούν επιχείρηση Ο.Ε.Χ.Δ., που δεν είναι ρυθμιζόμενη δεν συνεπάγεται υποχρέωση των Αρμόδιων Αρχών να ασκούν εποπτεία επί των μη ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων σε ατομική βάση. Οι πληροφορίες που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άσκησης της συμπληρωματικής εποπτείας, και ιδίως η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ Αρμόδιων Αρχών και μεταξύ Αρμόδιων Αρχών και άλλων Αρχών, υπόκεινται στις ισχύουσες διατάξεις για το επαγγελματικό απόρρητο και τη γνωστοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών που καθορίζουν οι τομεακοί κανόνες.
Άρθρο 14 "Διοίκηση των Μικτών ΧρηματοοικονομικώνΕταιρειών Συμμετοχών"
1.  
    Τα πρόσωπα που πραγματικά διοικούν μία Μ.Χ.Ε.Σ. οφείλουν να διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και επαρκή εμπειρία για την άσκηση των καθηκόντων τους. Ο καθορισμός και ο έλεγχος των εν λόγω κριτηρίων γίνεται από τις Αρμόδιες Αρχές που ασκούν την εποπτεία στη θυγατρική ρυθμιζόμενη επιχείρηση του ομίλου στο σημαντικότερο χρηματοοικονομικό τομέα.
Άρθρο 15
1.  
    Η ανταλλαγή πληροφοριών που είναι χρήσιμες για την άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας, επί επιχειρήσεων που υπάγονται σε συμπληρωματική εποπτεία σε επίπεδο Ο.Ε.Χ.Δ. είτε είναι ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις είτε όχι, δεν υπόκειται σε νομικούς περιορισμούς.
2.  
    Για την άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας, οι Αρμόδιες Αρχές έχουν μέσω των άμεσων ή έμμεσων επαφών τους με τις επιχειρήσεις που ανήκουν σε έναν Ο.Ε.Χ.Δ. είτε είναι ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις είτε όχι, πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας.
Άρθρο 16 "Επαλήθευση πληροφοριών"
1.  
    Όταν, στο πλαίσιο άσκησης συμπληρωματικής εποπτείας, οι Αρμόδιες Αρχές άλλου κράτους - μέλους επιθυμούν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να επαληθεύσουν πληροφορίες σχετικά με μία επιχείρηση ρυθμιζόμενη ή όχι, που ανήκει σε Ο.Ε.Χ.Δ. και εδρεύει στην Ελλάδα, απευθύνονται στις ελληνικές Αρμόδιες Αρχές. Οι ελληνικές Αρμόδιες Αρχές στις οποίες απευθύνεται ένα τέτοιο αίτημα, ενεργούν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους είτε προβαίνοντας οι ίδιες στην επαλήθευση, είτε επιτρέποντας σε έναν εξουσιοδοτημένο από αυτές ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα να το πράξει είτε εξουσιοδοτώντας την αρχή που υπέβαλε το αίτημα να προβεί η ίδια στην ως άνω επαλήθευση. Εάν η Αρμόδια Αρχή που υπέβαλε το αίτημα δεν πραγματοποιεί η ίδια την επαλήθευση, μπορεί, εάν το επιθυμεί, να συμμετέχει στην επαλήθευση.
Άρθρο 17
1.  
    Εάν οι ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις ενός Ο.Ε.Χ.Δ. δεν συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις των άρθρων 6 έως 10 ή εάν συμμορφώνονται προς αυτές αλλά προκύπτουν κίνδυνοι για τη φερεγγυότητα ή εάν οι εντός ομίλου συναλλαγές ή η συγκέντρωση κινδύνων αποτελούν απειλή για τη χρηματοοικονομική κατάσταση των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων, πρέπει να λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα με σκοπό τη διόρθωση της κατάστασης το συντομότερο δυνατόν:.
  1. Από τον Συντονιστή όσον αφορά τη Μ.Χ.Ε.Σ.
  2. Από τις Αρμόδιες Αρχές αναφορικά με τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις που ανήκουν στον Ο.Ε.Χ.Δ.
  3. Προς το σκοπό αυτόν, ο Συντονιστής ενημερώνει τις Αρμόδιες Αρχές σχετικά με τις διαπιστώσεις του.
  4. Οι εμπλεκόμενες Αρμόδιες Αρχές, συμπεριλαμβανομένου του Συντονιστή, συντονίζουν την εποπτική τους δράση, όποτε αυτό επιβάλλεται.
2.  
    Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που λαμβάνεται κατόπιν εισήγησης των Αρμόδιων Αρχών, μπορούν να καθορίζονται μέτρα επιβολής που μπορούν να λαμβάνουν οι Αρμόδιες Αρχές τους έναντι των Μ.Χ.Ε.Σ.
Άρθρο 18
1.  
    Έως την εναρμόνιση των τομεακών κανόνων, οι Αρμόδιες Αρχές έχουν την εξουσία να λαμβάνουν οποιοδήποτε αναγκαίο εποπτικό μέτρο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προκειμένου να αποτρέπεται ή να αντιμετωπίζεται η καταστρατήγηση των τομεακών κανόνων από τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις ενός Ο.Ε.Χ.Δ.
2.  
    Για την παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού οι Αρμόδιες Αρχές δύνανται να προβαίνουν σε συστάσεις ή να επιβάλλουν πρόστιμο μέχρι ενός εκατομμυρίου ευρώ. Κατά την επιμέτρηση του προστίμου, οι Αρμόδιες Αρχές λαμβάνουν ιδίως υπόψη τον κίνδυνο που ενέχει η παράβαση για πρόκληση ζημίας στους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, τον τυχόν προσπορισμό κέρδους από τον παραβάτη και την τυχόν υποτροπή του παραβάτη. Τα επιβαλλόμενα πρόστιμα περιέρχονται στο Δημόσιο και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
3.  
    Οι Αρμόδιες Αρχές οφείλουν να συνεργάζονται στενά, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι θεσπιζόμενες κυρώσεις και τα λαμβανόμενα μέτρα ανταποκρίνονται στους επιδιωκόμενους στόχους. ΤΜΗΜΑ 4ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ.
Άρθρο 19
1.  
    Με την επιφύλαξη των τομεακών κανόνων, οι Αρμόδιες Αρχές ελέγχουν στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 5, κατά πόσον οι ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις των οποίων η μητρική επιχείρηση είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση ή Μ.Χ.Ε.Σ. που εδρεύει εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόκεινται, από την Αρμόδια Αρχή της τρίτης αυτής χώρας, σε εποπτεία, ισοδύναμη με αυτή που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 5 σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων. Ο έλεγχος πραγματοποιείται από την Αρμόδια Αρχή που θα ήταν ο Συντονιστής αν εφαρμόζονταν τα κριτήρια της παραγράφου 2 του άρθρου 11, κατόπιν αιτήματος της μητρικής επιχείρησης ή μιας από τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή με πρωτοβουλία της Αρμόδιας Αρχής. Η εν λόγω Αρμόδια Αρχή διαβουλεύεται με τις άλλες Σχετικές Αρμόδιες Αρχές και οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τις τυχόν γενικές κατευθύνσεις που έχει καθορίσει η Επιτροπή Ομίλων Ετερογενών Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 21 της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ. Για το σκοπό αυτόν η Αρμόδια Αρχή, πριν αποφασίσει, διαβουλεύεται με την Επιτροπή των Ο.Ε.Χ.Δ.
2.  
    Σε περίπτωση που δεν ασκείται ισοδύναμη εποπτεία σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι Αρμόδιες Αρχές εφαρμόζουν κατ’ αναλογία στις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις, τις διατάξεις για τη συμπληρωματική εποπτεία των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων, που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 5. Εναλλακτικά, οι Αρμόδιες Αρχές μπορούν να εφαρμόζουν μία από τις μεθόδους εποπτείας που περιγράφονται στην παράγραφο 3.
3.  
    Οι Αρμόδιες Αρχές μπορούν να εφαρμόζουν άλλες μεθόδους προκειμένου να διασφαλίζουν την κατάλληλη συμπληρωματική εποπτεία των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων του Ο.Ε.Χ.Δ. Οι μέθοδοι αυτές πρέπει να εγκρίνονται από τον Συντονιστή, μετά από διαβούλευση με τις άλλες Σχετικές Αρμόδιες Αρχές. Οι Αρμόδιες Αρχές μπορούν ιδίως να ζητούν την ίδρυση μίας Μ.Χ.Ε.Σ., με έδρα σε κράτος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και να εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος νόμου στις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις του Ο.Ε.Χ.Δ., επικεφαλής του οποίου είναι αυτή η Μ.Χ.Ε.Σ. Οι μέθοδοι αυτές πρέπει να διασφαλίζουν ότι επιτυγχάνονται οι στόχοι που τίθενται στον παρόντα νόμο για τη συμπληρωματική εποπτεία και πρέπει να κοινοποιούνται στις άλλες εμπλεκόμενες Αρμόδιες Αρχές και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Άρθρο 20 "Συνεργασία με τις Αρμόδιες Αρχές τρίτων χωρών"
1.  
    Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 25 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ και το άρθρο 10α της Οδηγίας 98/78/ΕΚ εφαρμόζονται, αναλογικά, για τη διαπραγμάτευση συμφωνιών με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες σχετικά με τις λεπτομέρειες άσκησης της συμπληρωματικής εποπτείας των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων ενός Ο.Ε.Χ.Δ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΙΙΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΤΟΜΕΑΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 21
1.  
    Ο υπολογισμός της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα την Ελλάδα που προβλέπεται στην παράγραφο 11 του άρθρου 6α γίνεται ως εξής: 1 «Συμμετέχουσα επιχείρηση» θεωρείται η επιχείρηση η οποία είτε είναι μητρική είτε διαθέτει συμμετοχή σύμφωνα με το σημείο ιζ΄ του άρθρου αυτού είτε συνδέεται με άλλη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 96 του κ.ν. 2190/1920. 2 «Συνδεδεμένη επιχείρηση» μόνο για τις ανάγκες της συμπληρωματικής χρηματοοικονομικής εποπτείας, θεωρείται είτε η θυγατρική είτε άλλη επιχείρηση στην οποία υπάρχει συμμετοχή σύμφωνα με το σημείο ιζ΄ του άρθρου αυτού είτε επιχείρηση συνδεδεμένη με άλλη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 96 του κ.ν. 2190/1920. 3 «Ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου» θεωρείται η μητρική επιχείρηση, η κύρια δραστηριότητα της οποίας είναι η κτήση και η κατοχή συμμετοχών σε θυγατρικές επιχειρήσεις όπου οι εν λόγω θυγατρικές είναι αποκλειστικά ή κυρίως ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή ασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας, εκ των οποίων θυγατρικών επιχειρήσεων η μία τουλάχιστον είναι ασφαλιστική επιχείρηση και η οποία δεν είναι Μικτή Χρηματοοικονομική Εταιρεία Συμμετοχών (Μ.Χ.Ε.Σ.) που αναφέρεται στη νομοθεσία για τη συμπληρωματική εποπτεία των Ομίλων Ετερογενών Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων (Ο.Ε.Χ.Δ.) Στο πλαίσιο εφαρμογής της συμπληρωματικής εποπτείας ενός ασφαλιστικού ομίλου, τα πρόσωπα, που ουσιαστικά διευθύνουν τις δραστηριότητες μιας τέτοιας εταιρείας, οφείλουν να έχουν την απαιτούμενη εντιμότητα και την αναγκαία ικανότητα για την άσκηση των καθηκόντων τους. 4 «Ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μικτής δραστηριότητας» θεωρείται η μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή Μ.Χ.Ε.Σ. που αναφέρεται στη νομοθεσία για τη συμπληρωματική εποπτεία των Ο.Ε.Χ.Δ., όταν η μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές της είναι ασφαλιστική επιχείρηση.
  1. Υπολογίζεται το εξής άθροισμα:
  2. i. των στοιχείων που μπορούν να επιλεγούν, σύμφωνα με το άρθρο 17α, για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης και ii. του αναλογικού μεριδίου της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης στα στοιχεία που μπορούν να επιλεγούν, σύμφωνα με το άρθρο 17α, για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης.
  3. Μετά το κείμενο που αναφέρεται στην περίπτωση α΄ ανωτέρω, τίθεται αρίθμηση (παράγραφος) 2, η οποία περιλαμβάνει το εξής κείμενο:«
  4. i. της λογιστικής αξίας, που περιλαμβάνεται στα βιβλία και τις οικονομικές καταστάσεις της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης, της συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης, ii. του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας, σύμφωνα με το άρθρο 17α, της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης και iii. του αναλογικού μεριδίου του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας, σύμφωνα με το άρθρο 17α, της συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης.
  5. Η διαφορά του αθροίσματος, που υπολογίζεται σύμφωνα με την περίπτωση β΄ ανωτέρω, από το άθροισμα, που υπολογίζεται σύμφωνα με την περίπτωση α΄ ανωτέρω, αποτελεί το ποσό της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης
  6. Όταν η συμμετοχή στη συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση συνιστά, εν όλω ή εν μέρει, μία έμμεση κυριότητα (ιδιοκτησία), τότε το στοιχείο i της περίπτωσης β΄ ανωτέρω περιλαμβάνει την αξία της έμμεσης κυριότητας, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά διαδοχικά συμφέροντα.
  7. Τα στοιχεία ii της περίπτωσης α΄ ανωτέρω και iii της περίπτωσης β΄ ανωτέρω περιλαμβάνουν τα αντίστοιχα αναλογικά μερίδια των στοιχείων που μπορούν να επιλεγούν για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης και του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας της συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης αντιστοίχως.».
2.  
    Για τον υπολογισμό, που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ισχύουν τα εξής:
  1. Αναλογικό μερίδιο σημαίνει την αναλογία του εγγεγραμμένου κεφαλαίου των οικείων συνδεδεμένων επιχειρήσεων, το οποίο ανήκει, απευθείας ή εμμέσως, στη συμμετέχουσα ασφαλιστική επιχείρηση
  2. Όταν πρόκειται για συνδεδεμένη ασφαλιστική επιχείρηση που είναι θυγατρική και έχει έλλειμμα φερεγγυότητας, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό έλλειμμα φερεγγυότητας της θυγατρικής, ήτοι λαμβάνεται υπόψη ολόκληρο το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας της θυγατρικής.
  3. Στην περίπτωση, όμως, που η ανωτέρω θυγατρική ασφαλιστική επιχείρηση έχει και αυτή θυγατρική μία άλλη ασφαλιστική επιχείρηση, τότε μεταξύ των δύο τελευταίων θυγατρικών επιχειρήσεων ισχύει η αρχή της αναλογικότητας.
  4. Δεν περιλαμβάνονται τα ακόλουθα ποσά, εφόσον δεν έχουν ήδη αφαιρεθεί:
  5. i.
  6. Η αξία τυχόν περιουσιακών στοιχείων της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης, τα οποία αντιπροσωπεύουν τη χρηματοδότηση στοιχείων επιλέξιμων για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας μίας συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης. ii.
  7. Η αξία τυχόν περιουσιακών στοιχείων συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης, τα οποία αντιπροσωπεύουν τη χρηματοδότηση στοιχείων επιλέξιμων για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης. iii.
  8. Η αξία τυχόν περιουσιακών στοιχείων μίας ασφαλιστικής επιχείρησης συνδεδεμένης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία αντιπροσωπεύει τη χρηματοδότηση στοιχείων επιλέξιμων για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας οποιασδήποτε άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης συνδεδεμένης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης. iν. Τυχόν εγγεγραμμένα άλλα μη καταβεβλημένα κεφάλαια της συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης, που συνιστούν δυνάμει υποχρέωση εκ μέρους της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης. ν. Τυχόν εγγεγραμμένα άλλα μη καταβεβλημένα κεφάλαια της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης, που συνιστούν δυνάμει υποχρέωση εκ μέρους μίας συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης. νi.Τυχόν εγγεγραμμένα άλλα μη καταβεβλημένα κεφάλαια μίας συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης, που συνιστούν δυνάμει υποχρέωση εκ μέρους άλλης συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης της ίδιας συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης.».
  9. Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 2, το Υπουργείο Ανάπτυξης ζητεί επίσης τη γνώμη των Αρμόδιων Αρχών, περιλαμβανομένων αυτών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων επενδύσεων, του ενεχόμενου κράτους - μέλους πριν τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία
  10. είναι θυγατρική ασφαλιστικής επιχείρησης με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος - μέλος ή
  11. είναι θυγατρική της μητρικής ασφαλιστικής επιχείρησης με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος - μέλος ή
  12. ελέγχεται από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει ασφαλιστική επιχείρηση με άδεια λειτουρ-γίας σε άλλο κράτος - μέλος ή
  13. είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) ή .
  14. είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρηση επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Ε.Ε. ή .
  15. ελέγχεται από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Ε.Ε.
  16. Η ανωτέρω γνώμη, που ζητεί το Υπουργείο Ανάπτυξης, αφορά κυρίως στην καταλληλότητα και ποιότητα των μετόχων και στην εντιμότητα και ικανότητα των διευθυντικών στελεχών, οι οποίες είναι αναγκαίες τόσο για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, όσο και για τον έλεγχο εφαρμογής των όρων λειτουργίας μιας ασφαλιστικής επιχείρησης.
3.  
    Η παράγραφος 6 του άρθρου 6α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής:
    Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, που υπόκεινται σε συμπληρωματική εποπτεία, πρέπει να έχουν αποτελεσματικές διαδικασίες διαχείρισης των κινδύνων και συστήματα εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων των ορθών διαδικασιών λογιστικής και αναφορών, και να εφαρμόζουν με συνέπεια τις διατάξεις του 11ου Κεφαλαίου, ώστε αφ’ ενός να εντοπίζουν, να υπολογίζουν, να παρακολουθούν και να ελέγχουν κατάλληλα τις συναλλαγές που προβλέπονται στην παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου και αφ’ ετέρου να παράγουν και να παρουσιάζουν στο Υπουργείο Ανάπτυξης τα στοιχεία και τις πληροφορίες που είναι σχετικές με τους στόχους της συμπληρωματικής αυτής εποπτείας. Οι ανωτέρω διαδικασίες και συστήματα ελέγχονται από το Υπουργείο Ανάπτυξης.
4.  
    Στην παράγραφο 8 του άρθρου 6α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄) προστίθεται νέα περίπτωση δ΄ ως εξής: 1 Κατά την εφαρμογή του σημείου γ΄ ανωτέρω, η Αρμόδια Αρχή που έχει υποβάλλει το αίτημα, μπορεί, εφόσον το επιθυμεί, να συμμετάσχει στον έλεγχο, όταν δεν τον πραγματοποιεί η ίδια.
5.  
    Στο άρθρο 6α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄) προστίθεται νέα παράγραφος 14 ως εξής:
    Το Υπουργείο Ανάπτυξης μπορεί, με αίτησή του προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, να ζητήσει την έναρξη διαδικασιών για τη διαπραγμάτευση συμφωνιών με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες σχετικά με τα μέσα άσκησης της συμπληρωματικής εποπτείας, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει το άρθρο 10α της Οδηγίας 98/78/ΕΚ (L.330/5.12.1998).
6.  
    Το άρθρο 6β του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄) τροποποιείται ως εξής:.
  1. Στην αρχή των διατάξεων του άρθρου 6β τίθεται παράγραφος 1 με το ακόλουθο κείμενο:«
7.  
    Στην παρ. 2 του άρθρου 6β του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄) προστίθεται νέα περίπτωση δ΄ ως εξής: 1 Όταν δεν υπάρχουν κεφαλαιακοί δεσμοί μεταξύ ορισμένων επιχειρήσεων σε έναν ασφαλιστικό όμιλο, το Υπουργείο Ανάπτυξης καθορίζει ποιο αναλογικό μερίδιο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
8.  
    Το σημείο i της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 13 του άρθρου 6α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: i Στο αλγεβρικό άθροισμα της παραγράφου 1 (α,β,γ) του άρθρου 6β του παρόντος - Δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν αναγκαία περιθώρια φερεγγυότητας (επάρκεια ιδίων κεφαλαίων) για τις επιχειρήσεις αυτές, εκτός εάν πρόκειται για πιστωτικά ιδρύματα της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α΄) και της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ (L.126/26.5.2000), επιχειρήσεις παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών του άρθρου 2 του π.δ. 267/1995 (ΦΕΚ 149 Α΄) και της παραγράφου 23 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ, επιχειρήσεις επενδύσεων των παραγράφων 3 και 17 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄) και της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ (L.145/ 30.4.2004) και παράγραφος 4 του άρθρου 2 της Οδηγίας 93/6/ΕΟΚ (L.141/11.6.1993), χρηματοδοτικά ιδρύματα της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ν. 2076/1992, της παραγράφου 22 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996, της παραγράφου 5 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ και της παραγράφου 7 του άρθρου 2 της Οδηγίας 93/6/ΕΟΚ, εταιρείες διαχείρισης των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 3283/2004 (ΦΕΚ 210 Α΄) και της παραγράφου 2 του άρθρου 1α της Οδηγίας 85/611/ΕΟΚ (L. 375/31.12.1975) και με την επιφύλαξη της νομοθεσίας για τη συμπληρωματική εποπτεία των Ο.Ε.Χ.Δ. Τα αναγκαία περιθώρια φερεγγυότητας των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, των επιχειρήσεων παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών και των εταιρειών διαχείρισης υπολογίζονται σύμφωνα με το σημείο ii) της παραγράφου 2 του μέρους Ι του προσαρτήματος Ι, της Οδηγίας 2002/ 87/ΕΚ (L.35/11.2.2003) και με τη συνεργασία των Σχετικών Αρμόδιων Αρχών. - Λαμβάνονται υπόψη τα ίδια κεφάλαια (η εσωτερική λογιστική αξία) των επιχειρήσεων αυτών, ή η χρηματιστηριακή τους αξία εφόσον είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο.
9.  
    Στο άρθρο 15α του ν.δ. 400/1970, μετά την παράγραφο 1 προστίθεται νέα παράγραφος 1α ως εξής:
    Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 1, εάν ο αγοραστής συμμετοχής είναι ασφαλιστική επιχείρηση, πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος - μέλος ή μητρική επιχείρηση τέτοιας επιχείρησης ή το νομικό ή φυσικό πρόσωπο που ελέγχει την επιχείρηση αυτή και εάν, λόγω αυτής της εξαγοράς, η επιχείρηση, στην οποία ο αγοραστής σκοπεύει να αποκτήσει συμμετοχή, καθίσταται θυγατρική του εν λόγω αγοραστή ή περιέρχεται υπό τον έλεγχό του, η αξιολόγηση της εξαγοράς υπόκειται στη διαδικασία της διαβούλευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 2α του άρθρου 3.
10.  
    Η παράγραφος 6γ του άρθρου 50 του ν.δ. 400/1970 αντικαθίσταται ως εξής:
    Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζουν το Υπουργείο Ανάπτυξης να διαβιβάζει.- στις κεντρικές τράπεζες και σε άλλους οργανισμούς με ανάλογη αποστολή, όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα της νομισματικής αρχής, - ενδεχομένως σε άλλες δημόσιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών, πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής τους. Αντίστοιχα, οι ανωτέρω αρχές και οργανισμοί δύνανται επίσης να ανακοινώνουν στο Υπουργείο Ανάπτυξης τις πληροφορίες που αυτό χρειάζεται για τους σκοπούς της παραγράφου 4 ανωτέρω. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται στο πλαίσιο αυτό υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο, όπως καθορίζεται στο παρόν άρθρο.
Άρθρο 22
1.  
    Οι υπό α΄ και β΄ περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 34 του ν. 2396/1996 αντικαθίστανται ως εξής : 1 Ως χρηματοοικονομική εταιρεία χαρτοφυλακίου νοείται το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα του οποίου θυγατρικές είναι είτε αποκλειστικά είτε κυρίως Ε.Π.Ε.Υ. ή άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εφόσον τουλάχιστον μία εξ αυτών είναι Ε.Π.Ε.Υ., και το οποίο δεν είναι Μ.Χ.Ε.Σ. Ως Μ.Χ.Ε.Σ. νοείται η μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση και η οποία μαζί με τις θυγατρικές της, εκ των οποίων μία τουλάχιστον είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση με έδρα στην Κοινότητα, καθώς και άλλες επιχειρήσεις, συνιστά Όμιλο Ετερογενών Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων (Ο.Ε.Χ.Δ.). 2 Ως μικτή εταιρεία συμμετοχών νοείται η μητρική εταιρεία η οποία δεν είναι χρηματοοικονομική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή Ε.Π.Ε.Υ. ή Μ.Χ.Ε.Σ. κατά την έννοια της περίπτωσης α΄, εφόσον τουλάχιστον μία από τις θυγατρικές της είναι Ε.Π.Ε.Υ.
2.  
    Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 1806/1988, προστίθενται εδάφια ως εξής: Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ζητεί τη γνώμη της αρμόδιας αρχής του εμπλεκόμενου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, προκειμένου να χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε χρηματιστηριακή εταιρία, η οποία 1 Είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχείρησης με άδεια λειτουργίας σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. ή 2 Είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχείρησης με άδεια λειτουργίας σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. ή 3 Ελέγχεται από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση με άδεια λειτουργίας σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. Οι Σχετικές Αρμόδιες Αρχές που αναφέρονται στα δύο παραπάνω εδάφια διαβουλεύονται μεταξύ τους, ιδίως, όταν αξιολογούν την καταλληλότητα των μετόχων, καθώς και την εντιμότητα και την ικανότητα των διευθυντικών στελεχών που συμμετέχουν στη διοίκηση άλλης επιχείρησης του ίδιου ομίλου Οι εν λόγω Αρμόδιες Αρχές ανταλλάσσουν οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την καταλληλότητα των μετόχων και την εντιμότητα και ικανότητα των διευθυντικών στελεχών που ενδιαφέρει τις άλλες Αρμόδιες Αρχές, οι οποίες αναμειγνύονται στη χορήγηση της άδειας λειτουργίας και στη συνεχή εποπτεία της τήρησης των όρων λειτουργίας.
3.  
    Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν. 1806/1988 αντικαθίσταται ως εξής: Εάν ο αποκτών τη συμμετοχή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου είναι Ε.Π.Ε.Υ., πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος - μέλος ή μητρική Ε.Π.Ε.Υ., πιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχείρησης που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος - μέλος ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί έλεγχο σε Ε.Π.Ε.Υ., πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση με άδεια σε άλλο κράτος - μέλος και εάν, λόγω αυτής της απόκτησης, η επιχείρηση καθίσταται θυγατρική του κατόχου της συμμετοχής ή περιέρχεται υπό τον έλεγχό του, η αξιολόγηση της εν λόγω απόκτησης υπόκειται στη διαδικασία της προηγούμενης διαβούλευσης που προβλέπεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. .
Άρθρο 23
1.  
    Το 6ο σημείο του άρθρου 2 του π.δ. 267/1995 (ΦΕΚ 149 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: -«Συμμετοχή» για τους σκοπούς της εφαρμογής εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και για τους σκοπούς του κεφαλαίου 1.Δ της Πράξης Διοικητή Τραπέζης Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) υπ’ αριθμ. 2053/1992 η συμμετοχή κατά την έννοια της πρώτης πρότασης της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 ή η άμεση ή έμμεση κατοχή του 20% ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου επιχείρησης.
2.  
    Τα σημεία 3 και 4 του άρθρου 2 του π.δ. 267/1995 (ΦΕΚ 149 Α΄) αντικαθίστανται ως εξής: -«Μικτή εταιρεία συμμετοχών» χρηματοοικονομικό ίδρυμα, οι θυγατρικές επιχειρήσεις του οποίου είναι, αποκλειστικώς ή κυρίως, πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοοικονομικά ιδρύματα, ενώ μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές αυτές επιχειρήσεις είναι πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο δεν αποτελεί μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών (Μ.Χ.Ε.Σ.) Ως Μ.Χ.Ε.Σ. νοείται η μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση και η οποία μαζί με τις θυγατρικές της, εκ των οποίων μία τουλάχιστον είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση με έδρα στην Κοινότητα, καθώς και άλλες επιχειρήσεις, συνιστά Ο.Ε.Χ.Δ. » «-«Εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτών δραστηριοτήτων» μητρική εταιρεία, η οποία δεν είναι χρηματοοικονομική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή πιστωτικό ίδρυμα ή Μ.Χ.Ε.Σ. Ως Μ.Χ.Ε.Σ. νοείται η μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση και η οποία μαζί με τις θυγατρικές της, εκ των οποίων μία τουλάχιστον είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση με έδρα στην Κοινότητα, καθώς και άλλες επιχειρήσεις, συνιστά Ο.Ε.Χ.Δ.
3.  
    Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του π.δ. 267/1995 (ΦΕΚ 149 Α΄) τροποποιείται ως εξής: Με την επιφύλαξη του άρθρου 6α, η ενοποίηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της μικτής εταιρείας συμμετοχών δεν συνεπάγεται την υποχρέωση των Αρμόδιων Αρχών να ασκούν επί της εταιρείας αυτής εποπτεία σε ατομική βάση.
4.  
    Στην παράγραφο 3 του άρθρου 6 του π.δ. 267/1995 (ΦΕΚ 149 Α΄) προστίθεται νέο εδάφιο: «Στην περίπτωση που επιχειρήσεις συνδέονται κατά την έννοια του άρθρου 96 του κ.ν. 2190/1920, η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνεται η ενοποίηση.».
5.  
    Καταργείται η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του π.δ. 267/1995 (ΦΕΚ 149 Α΄).
6.  
    Προστίθεται νέο άρθρο 6α στο π.δ. 267/1995 (ΦΕΚ 149 Α΄) ως εξής: 6α Η Τράπεζα της Ελλάδος ελέγχει κατά πόσο τα πρόσωπα που πράγματι διευθύνουν τις δραστηριότητες μιας χρηματοοικονομικής εταιρείας χαρτοφυλακίου έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και την αναγκαία πείρα για την άσκηση των καθηκόντων τους.
7.  
    Προστίθεται νέο άρθρο 6β στο π.δ. 267/1995 (ΦΕΚ 149 Α΄) ως εξής: 6β Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 18 του νόμου με τον οποίο ενσωματώνεται στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2002/87/ΕΚ (L.35/ 11.2.2003), εάν μία μητρική επιχείρηση ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων είναι εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτών δραστηριοτήτων, η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί γενική εποπτεία στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και της εταιρείας χαρτοφυλακίου μεικτών δραστηριοτήτων και των θυγατρικών της Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα να διαθέτουν κατάλληλες διαδικασίες για τη διαχείριση των κινδύνων και συστήματα εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων των ορθών διαδικασιών δημοσίευσης στοιχείων και λογιστικής, ώστε να μπο- ρούν να εντοπίζουν, να υπολογίζουν, να παρακολου- θούν και να ελέγχουν κατάλληλα τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται με την εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτών δραστηριοτήτων η οποία είναι η μητρική τους και τις θυγατρικές της Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί τη γνωστοποίηση από τα πιστωτικά ιδρύματα οποιασδήποτε ουσιώδους συναλλαγής, όπως ορίζεται στο άρθρο 8 του νόμου αυτού και πραγματοποιείται με τις επιχειρήσεις αυτές, εκτός εκείνης που προβλέπεται στο κεφάλαιο Γ΄ της Πράξης Διοικητή Τραπέζης Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) υπ’ αριθμ. 2246/1993 Οι ανωτέρω διαδικασίες και οι ουσιώδεις συναλλαγές αποτελούν αντικείμενο ελέγχου της Τράπεζας της Ελλάδος Όταν οι προαναφερθείσες εντός ομίλου συναλλαγές απειλούν τη χρηματοοικονομική κατάσταση ενός πιστωτικού ιδρύματος, η Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα σύμφωνα με το ν. 2076/1992 και τον α.ν. 1665/1951.
8.  
    Μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 8 του π.δ. 267/1995 (ΦΕΚ 149 Α΄), προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: Η Αρμόδια Αρχή, που έχει υποβάλει το αίτημα, μπορεί, εφόσον το επιθυμεί, να συμμετάσχει στον έλεγχο, όταν δεν τον πραγματοποιεί η ίδια.
9.  
    Προστίθεται νέο άρθρο 8α στο π.δ. 267/1995 (ΦΕΚ 149 Α΄) ως εξής: 8α Σε περίπτωση πιστωτικού ιδρύματος, η μητρική επιχείρηση του οποίου είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοοικονομική εταιρεία χαρτοφυλακίου, η έδρα της οποίας είναι εκτός της Ε.Ε. και δεν υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4, η Τράπεζα της Ελλάδος ελέγχει κατά πόσον το πιστωτικό ίδρυμα υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία από Αρμόδια Αρχή τρίτης χώρας, η οποία είναι ισοδύναμη και υπόκειται στις αρχές, οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 4 Ο σχετικός έλεγχος πραγματοποιείται από την Τράπεζα της Ελλάδος κατόπιν αιτήματος της μητρικής επιχείρησης ή μίας από τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις με άδεια λειτουργίας στην Ε.Ε. ή με δική της πρωτοβουλία Η Τράπεζα της Ελλάδος συμβουλεύεται τις άλλες εμπλεκόμενες Αρμόδιες Αρχές Η Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνει υπόψη της τις τυχόν γενικές εκτιμήσεις και, για το σκοπό αυτόν, συμβουλεύεται τη Συμβουλευτική Επιτροπή Τραπεζών προτού λάβει απόφαση Ελλείψει ισοδύναμης εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος εφαρμόζει, κατ’ αναλογία, στο πιστωτικό ίδρυμα τις διατάξεις του άρθρου 4 Εναλλακτικά, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να εφαρμόζει άλλες κατάλληλες εποπτικές τεχνικές προκειμένου να επιτύχει τους στόχους της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση Οι μέθοδοι αυτές πρέπει να εφαρμόζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, μετά από διαβούλευση και τη σύμφωνη γνώμη των άλλων εμπλεκόμενων Αρμόδιων Αρχών Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί ιδίως να ζητεί τη δημιουργία χρηματοοικονομικής εταιρείας χαρτοφυλακίου που να έχει την έδρα της σε κράτος - μέλος της Ε.Ε., και να εφαρμόζει τις διατάξεις για την ενοποιημένη εποπτεία στην ενοποιημένη θέση της εν λόγω χρηματοοικονομικής εταιρείας χαρτοφυλακίου Οι μέθοδοι αυτές πρέπει να επιτυγχάνουν τους στόχους της ενοποιημένης εποπτείας, όπως καθορίζονται στο παρόν και πρέπει να κοινοποιούνται στις άλλες εμπλεκόμενες Αρμόδιες Αρχές και στην Επιτροπή.
10.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 6 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής:
    Πριν από την οριστική της απόφαση για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα η Τράπεζα της Ελλάδος πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με τις Αρμόδιες Αρχές άλλου κράτους - μέλους εάν το πιστωτικό ίδρυμα που πρόκειται να ιδρυθεί
  1. είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. ή .
  2. είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. ή .
  3. ελέγχεται από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. » Η Τράπεζα της Ελλάδος και οι Αρμόδιες Αρχές άλλου κράτους - μέλους που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 17 του άρθρου 2 του νόμου με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2002/87/ΕΚ, διαβουλεύονται μεταξύ τους, ιδίως όταν αξιολογούν την ποιότητα των μετόχων, καθώς και την εντιμότητα και την ικανότητα των διευθυντικών στελεχών που συμμετέχουν στη διαχείριση άλλης επιχείρησης του ίδιου ομίλου.
  4. Οι εν λόγω Αρμόδιες Αρχές ανταλλάσσουν οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την ποιότητα των μετόχων και την εντιμότητα και την ικανότητα των διευθυντικών στελεχών, που ενδιαφέρει τις άλλες εμπλεκόμενες Αρμόδιες Αρχές, όταν πρόκειται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, καθώς και για τον έλεγχο της εφαρμογής των όρων λειτουργίας.
11.  
    Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής:
    Εάν ο αγοραστής συμμετοχής που αναφέρεται στην παράγραφο 1α είναι πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος - μέλος ή μητρική πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος - μέλος ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος - μέλος και εάν, λόγω αυτής της εξαγοράς, η επιχείρηση στην οποία ο αγοραστής σκοπεύει να αποκτήσει συμμετοχή καθίσταται θυγατρική του εν λόγω αγοραστή ή περιέρχεται υπό τον έλεγχό του, η Τράπεζα της Ελλάδος, πριν λάβει την οριστική της απόφαση, διαβουλεύεται με τις Αρχές που εποπτεύουν το πιστωτικό ίδρυμα, την ασφαλιστική επιχείρηση ή την επιχείρηση επενδύσεων που εδρεύει σε άλλο κράτος - μέλος και τους κοινοποιεί την απόφασή της.
12.  
    Το στοιχείο (iii) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ Α΄130) τροποποιείται ως εξής: (iii) ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
VΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
Άρθρο 24
1.  
    Έως ότου επιτευχθεί περαιτέρω συντονισμός των τομεακών κανόνων, οι Αρμόδιες Αρχές υπάγουν τις εταιρείες διαχείρισης:
  1. στο πεδίο εφαρμογής της ενοποιημένης εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) ή και στο πεδίο εφαρμογής της συμπληρωματικής εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων σε έναν ασφαλιστικό όμιλο και.
  2. στην περίπτωση που ο όμιλος είναι Ο.Ε.Χ.Δ., στο πεδίο εφαρμογής της συμπληρωματικής εποπτείας κατά την έννοια του παρόντος νόμου.
2.  
    Για την εφαρμογή της πρώτης παραγράφου, οι Αρμόδιες Αρχές αποφασίζουν σύμφωνα με ποιους τομεακούς κανόνες (του τραπεζικού, του ασφαλιστικού ή του επενδυτικού τομέα), θα υπόκεινται οι εταιρείες διαχείρισης στην ενοποιημένη ή/ και συμπληρωματική εποπτεία που αναφέρεται στην περίπτωση α΄ της πρώτης παραγράφου. Για τους σκοπούς αυτής της διάταξης οι τομεακοί κανόνες που αφορούν τη μορφή και το βαθμό υπαγωγής των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων (στις περιπτώσεις που οι εταιρείες διαχείρισης υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών) και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων (στις περιπτώσεις που οι εταιρείες διαχείρισης υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της συμπληρωματικής εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων) εφαρμόζονται αναλογικά και στις εταιρείες διαχείρισης. Για τους σκοπούς της συμπληρωματικής εποπτείας που αναφέρεται στην περίπτωση β΄ της πρώτης παραγράφου, οι εταιρείες διαχείρισης θα θεωρούνται μέρος του τομέα στον οποίο υπάγονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση α΄ της πρώτης παραγράφου.
3.  
    Στην περίπτωση που η εταιρεία διαχείρισης ανήκει σε Ο.Ε.Χ.Δ., οποιαδήποτε αναφορά στις έννοιες της ρυθμιζόμενης επιχείρησης, των Αρμόδιων Αρχών και των Σχετικών Αρμόδιων Αρχών, για τους σκοπούς του παρόντος, θεωρείται ότι συμπεριλαμβάνει, αντίστοιχα, τις ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και τις Αρμόδιες Αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία τους. Το ίδιο ισχύει αναλογικά και για τους ομίλους που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ της πρώτης παραγράφου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ.
Άρθρο 25
1.  
    Έκταση και μορφή του υπολογισμού των συμπληρωματικών κεφαλαιακών απαιτήσεων Όποια μέθοδος και αν χρησιμοποιείται, όταν η επιχείρηση είναι θυγατρική και έχει έλλειμμα φερεγγυότητας ή στην περίπτωση μη ρυθμιζόμενης επιχείρησης του χρηματοοικονομικού τομέα έχει θεωρητικό έλλειμμα φερεγγυότητας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνολικό έλλειμμα της θυγατρικής. Όταν κατά την κρίση του Συντονιστή, η ευθύνη της μητρικής επιχείρησης που κατέχει τμήμα του κεφαλαίου περιορίζεται σαφώς και χωρίς αμφισβήτηση στο συγκεκριμένο τμήμα του κεφαλαίου, ο Συντονιστής μπορεί να επιτρέπει να λαμβάνεται υπόψη αναλογικά το έλλειμμα φερεγγυότητας της θυγατρικής. Όταν δεν υπάρχουν κεφαλαιακοί δεσμοί μεταξύ επιχειρήσεων του ίδιου Ο.Ε.Χ.Δ., ο Συντονιστής, κατόπιν διαβούλευσης με τις άλλες Σχετικές Αρμόδιες Αρχές, καθορίζει ποιο αναλογικό τμήμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, συνεκτιμώντας την ευθύνη που προκύπτει από αυτή τη σχέση.
2.  
    Άλλες τεχνικές αρχές Ανεξάρτητα από τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των συμπληρωματικών απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων που ανήκουν σε Ο.Ε.Χ.Δ., όπως καθορίζεται στο τμήμα ΙΙ του παρόντος, ο Συντονιστής και, ενδεχομένως, οι άλλες Σχετικές Αρμόδιες Αρχές μεριμνούν ώστε να εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές:. Κατ’ εξαίρεση:.
  1. Εάν επικεφαλής του Ο.Ε.Χ.Δ. είναι ρυθμιζόμενη επιχείρηση που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο συγκεκριμένο κράτος - μέλος, οι Σχετικές Αρμόδιες Αρχές μπορούν να απαιτούν να πραγματοποιείται ο υπολογισμός σύμφωνα με μία συγκεκριμένη μέθοδο μεταξύ αυτών που περιγράφονται παρακάτω.
  2. Για να διασφαλιστεί ότι δεν θα γίνεται πολλαπλός υπολογισμός των ιδίων κεφαλαίων και δεν θα δημιουργούνται ίδια κεφάλαια στο εσωτερικό του ομίλου, οι Αρμόδιες Αρχές εφαρμόζουν, αναλογικά, τις αντίστοιχες αρχές που προβλέπουν οι σχετικοί τομεακοί κανόνες.
  3. Έως την περαιτέρω εναρμόνιση των τομεακών κανόνων, οι απαιτήσεις φερεγγυότητας που ισχύουν για κάθε επί μέρους χρηματοοικονομικό τομέα που εκπροσωπείται σε έναν Ο.Ε.Χ.Δ., καλύπτονται από στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με τους αντίστοιχους τομεακούς κανόνες.
  4. Όταν υπάρχει έλλειμμα ιδίων κεφαλαίων στον Ο.Ε.Χ.Δ., μόνο τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα σύμφωνα με κάθε έναν από αυτούς τους τομεακούς κανόνες («διατομεακά κεφάλαια»), συνεκτιμώνται κατά τον έλεγχο της τήρησης των συμπληρωματικών απαιτήσεων φερεγγυότητας.
  5. Όταν οι τομεακοί κανόνες προβλέπουν όρια στην επιλεξιμότητα ορισμένων στοιχείων ιδίων κεφαλαίων, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν διατομεακά κεφάλαια, τα όρια αυτά ισχύουν, αναλογικά και για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων στον Ο.Ε.Χ.Δ.
  6. Η διαφορά που προκύπτει δεν πρέπει να είναι αρνητική.
  7. Όταν, στην περίπτωση μη ρυθμιζόμενης επιχείρησης του χρηματοοικονομικού τομέα, υπολογίζεται η θεωρητική απαίτηση φερεγγυότητας βάσει του τμήματος ΙΙ του παρόντος, ως θεωρητική απαίτηση φερεγγυότητας νοείται η κεφαλαιακή απαίτηση που θα έπρεπε να έχει αυτή η επιχείρηση προκειμένου να τηρεί τους σχετικούς τομεακούς κανόνες εάν ήταν ρυθμιζόμενη επιχείρηση του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού τομέα.
  8. «Μέθοδος Λογιστικής Αξίας/ Αφαίρεση Απαιτήσεων» Ο υπολογισμός των συμπληρωματικών απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων ενός Ο.Ε.Χ.Δ. πραγματοποιείται βάσει των οικονομικών καταστάσεων κάθε επιχείρησης του ομίλου.
  9. «Συνδυασμός των μεθόδων 1, 2 και 3» Οι Αρμόδιες Αρχές μπορούν να επιτρέπουν το συνδυασμό των Μεθόδων 1, 2 και 3 ή το συνδυασμό δύο εξ αυτών.
  10. «Μέθοδος Αφαίρεσης και Συνένωσης» Ο υπολογισμός των συμπληρωματικών κεφαλαιακών απαιτήσεων των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων ενός Ο.Ε.Χ.Δ. πραγματοποιείται βάσει των οικονομικών καταστάσεων κάθε επιχείρησης του ομίλου.
  11. Μέθοδοι υπολογισμού των συμπληρωματικών κεφαλαιακών απαιτήσεων Μέθοδος 1:
  12. «Μέθοδος Λογιστικής Ενοποίησης» Ο υπολογισμός των συμπληρωματικών κεφαλαιακών απαιτήσεων των ρυθμιζόμενων επιχειρήσεων ενός Ο.Ε.Χ.Δ. πραγματοποιείται βάσει των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων.
  13. Οι συμπληρωματικές κεφαλαιακές απαιτήσεις υπολογίζονται ως η διαφορά μεταξύ:.
Άρθρο 26
1.  
    Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Τ.Ε.Α.Π.Ε.Τ.Ε. υπάγονται υποχρεωτικά στο Ε.Τ.Ε.Α.Μ. και στο Ε.Τ.Α.Τ. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κεφαλαίου Η΄ του ν. 3371/2005 (ΦΕΚ 178 Α΄) εκτός των διατάξεων των παραγράφων 6, εδάφια πρώτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο, 7 και 8 του άρθρου 62. Η οικονομική επιβάρυνση του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. και του Ε.Τ.Α.Τ. από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος καλύπτεται πέραν των προβλεπόμενων εισφορών εργαζομένου και εργοδότη ως εξής: Για το Ε.Τ.Ε.Α.Μ. καταβάλλεται σύμφωνα με την περίπτωση γ΄ του άρθρου 59 του ν. 3371/2005:.
  1. εισφορά από την Εμπορική Τράπεζα ύψους 377,32 εκατομμυρίων ευρώ,
  2. εισφορά από την Τράπεζα Πειραιώς ύψους 49,9 εκατομυρίων ευρώ
  3. Για το Ε.Τ.Α.Τ. καταβάλλεται σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 63 του ν. 3371/2005 σε δέκα ετήσιες δόσεις:.
2.  
    Στο τέλος του άρθρου 61 του ν. 3371/2005 (ΦΕΚ 178 Α΄) προστίθεται περίπτωση ζ΄ ως εξής: 1 Η παροχή ποσών συντάξεων που προκύπτουν από καταστατικές διατάξεις δευτερεύοντος επικουρικού ταμείου ή κλάδου, σωματειακής μορφής ή ειδικού λογαριασμού ή ένωσης προσώπων Στην περίπτωση αυτή, το προσωπικό του πιστωτικού ιδρύματος υπάγεται στο Ε.Τ.Α.Τ. για την ανωτέρω δευτερεύουσα επικουρική ασφάλισή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 62, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά και εξαιρείται από την ασφάλιση του Ε.Τ.Ε.Α.Μ.
3.  
    Μετά την παράγραφο 6 του άρθρου 62 του ν. 3371/2005 (ΦΕΚ 178 Α΄) προστίθενται παράγραφοι 7 και 8, αναριθμουμένης της παραγράφου 7 σε 9, ως εξής: 7 Εάν το αρμόδιο όργανο ενός από τα μέρη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 έχει υποβάλει ή υποβάλει μονομερώς αίτημα για υπαγωγή του προσωπικού του πιστωτικού ιδρύματος στο Ε.Τ.Α.Τ., το Ταμείο ζητά εγγράφως τη γνώμη του αρμόδιου οργάνου και του ετέρου μέρους Σε περίπτωση υποβολής αρνητικής γνώμης ή γνώμης υπό επιφύλαξη, καθώς και μη υποβολής αυτής εντός μηνός από την κοινοποίηση του ανωτέρω εγγράφου, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 6 Στην περίπτωση αυτή ή της υποβολής σύμφωνης γνώμης και εφόσον το αίτημα υποβληθεί έως την 30.4.2006, πληρούται η προϋπόθεση της παραγράφου 1 του άρθρου 57, της άνω καταληκτικής ημερομηνίας λαμβανομένης υπόψη μόνο για την υποβολή του αιτήματος στο Ι.Κ.Α. και στο Ε.Τ.Α.Τ. 8 Εφεξής για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, οι ειδικές οικονομικές μελέτες των παραγράφων 2 και 6 καταρτίζονται πριν από την εξέταση του κατά περίπτωση αιτήματος υπαγωγής στο Ε.Τ.Α.Τ.
Άρθρο 27
1.  
    Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΝΟΜΟΣ 1920/2190 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1920/2190 1920
ΝΟΜΟΣ 1988/1806 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1988/1806 1988
Ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις. 1992/2076 1992
Επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και των πιστωτικών ιδρυμάτων και άϋλες μετοχές. 1996/2396 1996
Ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, αμοιβαία κεφάλαια και άλλες διατάξεις. 2004/3283 2004
Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις. 2005/3371 2005
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1970/400 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1970/400 1970
Προσαρμογή της ελληνικής τραπεζικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της υπ αριθμ. 92/30/ΕΟΚ Οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (L 110/ 28.4.92) «σχετικά με την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση». 1995/267 1995
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις. 2007/3601 2007
Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ), ενσωμάτωση των Οδηγιών 2005/14/ΕΚ για την υποχρεωτική ασφάλιση οχημάτων και 2005/68/ΕΚ σχετικά με τις αντασφαλίσεις και λοιπές διατάξεις. 2009/3746 2009
Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις. 2014/4261 2014
Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ), στα άρθρα 2 και 8 [...]" 2016/4364 2016
Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας - Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού συστήματος - Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις. 2016/4387 2016