Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΣΚΟΠΟΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Άρθρο 1 "Σκοπός"
1.  
    Με το νόμο αυτόν σκοπείται η ενσωμάτωση στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία των διατάξεων των Οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, υπ’ αριθμ. 2006/48/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας από τα πιστωτικά ιδρύματα (L 177/30.6.2006) και 2006/49/ΕΚ για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (L 177/30.6.2006).
Άρθρο 2 "Με την επιφύλαξη των ειδικών ορισμών που περιέχονται στα Κεφάλαια Ζ΄ και ΙΓ΄, κατά τον παρόντα νόμο νοούνται ως:"
1.  
    Πιστωτικό ίδρυμα:
  1. επιχείρηση, η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό και στη χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων για λογαριασμό της, ή
  2. ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος, κατά την έννοια της παραγράφου 19 του παρόντος άρθρου
2.  
    Άδεια λειτουργίας: Απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος από την οποία απορρέει η δυνατότητα ίδρυσης και λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος. Προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε άλλα κράτη-μέλη ή σε τρίτες χώρες η αντίστοιχη πράξη των αρμόδιων αρχών τους.
3.  
    Υποκατάστημα: Μονάδα εκμετάλλευσης ενός πιστωτικού ιδρύματος, η οποία δεν έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα και η οποία διενεργεί απευθείας όλες ή μερικές από τις πράξεις που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος
4.  
    Αρχικό κεφάλαιο: Η αξία του καταβεβλημένου κεφαλαίου, με εξαίρεση την αξία των προνομιούχων μετοχών που παρέχουν δικαίωμα σωρευτικού μερίσματος για παρελθούσες χρήσεις, η διαφορά από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο και τα αποθεματικά πάσης φύσεως με εξαίρεση αυτά από αναπροσαρμογή στοιχείων του ενεργητικού
5.  
    Ίδια κεφάλαια: Τα ίδια κεφάλαια, όπως εκάστοτε ορίζονται με αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος
6.  
    Αρμόδιες αρχές: Οι εθνικές αρχές που είναι εξουσιοδοτημένες βάσει νόμου ή κανονιστικών διατάξεων να ασκούν την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων
7.  
    Κράτος-μέλος: Κάθε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κάθε άλλο κράτος που έχει κυρώσει τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Ε.Ο.Χ.).
8.  
    Κράτος-μέλος καταγωγής: Το κράτος-μέλος όπου έχει χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα
9.  
    Κράτος-μέλος υποδοχής: Το κράτος-μέλος όπου ένα πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο εδρεύει σε άλλο κράτος-μέλος, έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες
10.  
    Τρίτες χώρες: Οι λοιπές, πέραν των κρατών-μελών, χώρες
11.  
    Χρηματοδοτικό ίδρυμα: Επιχείρηση η οποία δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μιας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα υπό στοιχεία β΄-ιβ΄, της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου
12.  
    Έλεγχος: Η σχέση που υφίσταται μεταξύ μητρικής επιχείρησης προς θυγατρική κατά την έννοια του εδαφίου α΄ της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, ή η παρεμφερής σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης.
13.  
    Ειδική συμμετοχή: Η άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 10% του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης ή η άσκηση ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης αυτής. Για το σκοπό της εφαρμογής του ορισμού «ειδική συμμετοχή» λαμβάνεται υπόψη και το άρθρο 10 του ν. 3556/2007.
14.  
    Μητρική επιχείρηση: Η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια των διατάξεων του εδαφίου α΄ της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει.
15.  
    Θυγατρική επιχείρηση: Η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια των διατάξεων του εδαφίου α΄ της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. Κάθε θυγατρική επιχείρηση άλλης θυγατρικής θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών.
16.  
    Στενοί δεσμοί: Η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται:
  1. δια μέσου συμμετοχής, δηλαδή της άμεσης ή με δεσμό ελέγχου κατοχής του 20% ή περισσότερο του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης, ή
  2. με δεσμό ελέγχου, κατά την έννοια της παραγράφου 12 του παρόντος άρθρου, ή
  3. με μόνιμο τρόπο με το ίδιο πρόσωπο με δεσμό ελέγχου, κατά την έννοια της παραγράφου 12 του παρόντος άρθρου
17.  
    Κίνδυνος απομείωσης της αξίας εισπρακτέων: ο κίνδυνος ότι ένα εισπρακτέο ποσό θα μειωθεί με πίστωση μετρητών προς τον οφειλέτη ή πίστωση άλλου είδους προς αυτόν
18.  
    Λειτουργικός κίνδυνος: ο κίνδυνος επέλευσης ζημιών οφειλόμενων είτε στην ανεπάρκεια ή στην αστοχία εσωτερικών διαδικασιών, φυσικών προσώπων και συστημάτων είτε σε εξωτερικά γεγονότα, ο οποίος περιλαμβάνει και το νομικό κίνδυνο
19.  
    Ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος: Επιχείρηση, εκτός του πιστωτικού ιδρύματος της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η οποία εκδίδει μέσα πληρωμής υπό μορφή ηλεκτρονικού χρήματος
20.  
    Ηλεκτρονικό χρήμα: Νομισματική αξία, η οποία αντιστοιχεί σε απαίτηση έναντι του εκδότη και η οποία επιπλέον:
  1. είναι αποθηκευμένη σε ηλεκτρονικό υπόθεμα,
  2. έχει εκδοθεί κατόπιν παραλαβής χρηματικού ποσού, και
  3. γίνεται δεκτή ως μέσο πληρωμής από επιχειρήσεις άλλες, εκτός από την εκδότρια
21.  
    Κεντρικές τράπεζες: Οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
Άρθρο 3
1.  
  1. Ο νόμος αυτός ρυθμίζει την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας, καθώς και την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  2. Επίσης περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με την εποπτεία της κεφαλαιακής επάρκειας των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και με την άσκηση δραστηριότητας και την εποπτεία των εποπτευόμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.
  3. Οι διατάξεις των άρθρων 34 έως 49 και 66 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, καθώς και στις μεικτές εταιρείες συμμετοχών κατά την έννοια του άρθρου 33 (παράγραφοι 7 και 8) που εδρεύουν στην Ελλάδα ή σε άλλα κράτη-μέλη
  4. Για την εφαρμογή των αναφερόμενων στο εδάφιο β΄ της παρούσας παραγράφου διατάξεων ως χρηματοδοτικά ιδρύματα νοούνται και τα πιστωτικά ιδρύματα, εκτός των κεντρικών τραπεζών των κρατών-μελών, τα οποία εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, δυνάμει των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου
2.  
    Εξαιρούνται από την εφαρμογή του παρόντος νόμου η Τράπεζα της Ελλάδος και, πλην του άρθρου 88 του παρόντος νόμου, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων
3.  
    Εξαιρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 και 15 του παρόντος νόμου περί ελεύθερης εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη και έχουν ρητά εξαιρεθεί από τις διατάξεις της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ
Άρθρο 4
1.  
    Απαγορεύεται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα η κατ’ επάγγελμα αποδοχή καταθέσεων χρημάτων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό
2.  
  1. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της νομοθεσίας, απαγορεύεται επίσης η κατ’ επάγγελμα χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων, εφόσον δεν έχει παρασχεθεί προς το σκοπό αυτόν ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος.
  2. Οι όροι για τη χορήγηση άδειας για την κατ’ επάγγελμα χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων καθορίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος.
  3. Η απαγόρευση του εδαφίου α΄ της παρούσας παραγράφου δεν καταλαμβάνει τη χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων με οποιονδήποτε τρόπο (περιλαμβανομένης της εκδόσεως πιστωτικών καρτών), εφόσον πρόκειται είτε περί δανείων ή λοιπών πιστώσεων μεταξύ επιχειρήσεων συνδεδεμένων, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, είτε περί δανείων ή λοιπών πιστώσεων που χορηγούνται από επιχειρήσεις προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών που διατίθενται από την ίδια την παρέχουσα την πίστωση ή το δάνειο επιχείρηση.
3.  
    Η απαγόρευση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν ισχύει:
  1. για την έκδοση τίτλων από το Ελληνικό Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα, εφόσον αυτό προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και
  2. για τη λήψη μετρητών ή επιστρεπτέων κεφαλαίων από επιχειρήσεις που εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά την άσκηση της κύριας επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας που τους έχει παρασχεθεί, με βάση τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας
4.  
    Για το ύψος του επιτοκίου και τον εν γένει εκτοκισμό, καθώς και τις λοιπές επιβαρύνσεις των δανείων ή λοιπών πιστώσεων που χορηγούνται από τις επιχειρήσεις παροχής πιστώσεων ή από άλλα χρηματοδοτικά ιδρύματα σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην άδεια λειτουργίας που τους έχει χορηγηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος ή από επιχειρήσεις, που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα, για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών με βάση το ν. 2843/2000 (ΦΕΚ 219 Α΄/ 12.10.2000), όπως ισχύει, εφαρμόζεται η ισχύουσα για τα πιστωτικά ιδρύματα νομοθεσία.
5.  
    Απαγορεύεται η έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος από πρόσωπα ή επιχειρήσεις που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει αναφορικά με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος από τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που εξαιρούνται από διατάξεις του παρόντος νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 58 του παρόντος νόμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΙΔΡΥΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΑΥΤΗΣ
Άρθρο 5
1.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα επιτρέπεται να ιδρύονται και να λειτουργούν μόνο με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας ή με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ 196 Α΄), όπως ισχύει.
2.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα που ιδρύονται και λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν να έχουν και την πραγματική κεντρική διοίκησή τους στην Ελλάδα
3.  
    Ο πιστωτικός συνεταιρισμός που λαμβάνει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, συναλλάσσεται με τα μέλη του, με άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και με το Ελληνικό Δημόσιο. Κατόπιν έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος και υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που αυτή τυχόν θέτει κατά περίπτωση, ο συνεταιρισμός μπορεί να συναλλάσσεται και με μη μέλη του μέχρι ποσού που σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει ποσοστό 50% επί των χορηγήσεών του ή των καταθέσεών του. Κατόπιν έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος και υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που αυτή τυχόν θέτει, στον ανωτέρω περιορισμό δεν υπόκεινται οι συναλλαγές: i) οποιασδήποτε φύσεως όταν συμμετέχει και μέλος του συνεταιρισμού, καθώς και ii) αυτές που αφορούν δευτερεύουσες τραπεζικές εργασίες διαμεσολαβητικού χαρακτήρα.
4.  
    Απαιτείται η κάλυψη αρχικού κεφαλαίου ίσου τουλάχιστον με τα ακόλουθα ποσά, για τη χορήγηση, κατά περίπτωση, από την Τράπεζα της Ελλάδος άδειας λειτουργίας:
  1. πιστωτικού ιδρύματος, με το ποσό των δεκαοκτώ εκατομμυρίων (18.000.000) ευρώ,.
  2. υποκαταστήματος πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σε τρίτη χώρα, με το ποσό των εννέα εκατομμυρίων (9.000.000) ευρώ,.
  3. πιστωτικού ιδρύματος, σε πιστωτικό συνεταιρισμό, με το ποσό των έξι εκατομμυρίων (6.000.000) ευρώ.
5.  
    Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου όρια μπορεί να αναπροσαρμόζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, σε ποσά όχι μικρότερα των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ.
6.  
  1. Σε περίπτωση που το αρχικό κεφάλαιο δεν καλύπτεται ολοσχερώς με μετρητά, η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζει, με απόφασή της, κατά περίπτωση, τα λοιπά στοιχεία με τα οποία μπορεί αυτό να καλύπτεται και καθορίζει την απαιτούμενη αναλογία των μετρητών προς τα εν λόγω στοιχεία, λαμβάνοντας υπόψη τα ισχύοντα κριτήρια για την επάρκεια της ρευστότητας και τη φερεγγυότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων
  2. Ειδικότερα στην περίπτωση μετατροπής λειτουργούντος νομικού προσώπου σε πιστωτικό ίδρυμα, ποσοστό τουλάχιστον 80% του ενεργητικού του υπό μετατροπή νομικού προσώπου θα πρέπει να είναι συνολικά τοποθετημένο σε μετρητά, καταθέσεις, τίτλους διαπραγματεύσιμους σε οργανωμένες αγορές και βραχυπρόθεσμα δάνεια ή λοιπές πιστώσεις που έχουν χορηγηθεί με τραπεζικά κριτήρια
7.  
    Το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος πρέπει καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του να μην είναι κατώτερο του εκάστοτε απαιτούμενου ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου
8.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει με απόφασή της την προθεσμία εντός της οποίας τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν:
  1. να αναπροσαρμόζουν τα ίδια κεφάλαιά τους προς το εκάστοτε απαιτούμενο ελάχιστο αρχικό κεφάλαιο,
  2. να επαναφέρουν τα ίδια κεφάλαιά τους, σε περίπτωση μείωσής τους, στο ύψος του εκάστοτε απαιτούμενου ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου.
  3. Η ανωτέρω προθεσμία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες στην περίπτωση α΄ και τους δώδεκα (12) μήνες στην περίπτωση β΄ της παρούσας παραγράφου.
9.  
    Προκειμένου περί αύξησης των ιδίων κεφαλαίων λειτουργούντων πιστωτικών ιδρυμάτων, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει ειδικούς όρους για τη συγκέντρωση του κεφαλαίου, σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου
10.  
    Για τη λήψη άδειας λειτουργίας, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έναρξη λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος, οι ενδιαφερόμενοι προβαίνουν στις ακόλουθες ενέργειες:
  1. Υποβάλλουν σχετική αίτηση και, πριν από τη χορήγηση της άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος, προβαίνουν στην κάλυψη του αρχικού κεφαλαίου, όπως ορίζεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.
  2. Σε περίπτωση υποβολής αίτησης για ίδρυση πολυμετοχικού πιστωτικού ιδρύματος, την αίτηση υποβάλλει δεόντως εξουσιοδοτημένη ιδρυτική επιτροπή, η οποία τηρεί τις ισχύουσες διατάξεις περί προσέλκυσης κεφαλαίων από επενδυτές και διαλύεται μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας σύστασης του νομικού προσώπου του πιστωτικού ιδρύματος.
  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να ζητά την κατάθεση, σε εύλογη προθεσμία από την υποβολή της αίτησης, ισόποσης με το μετοχικό κεφάλαιο του υπό ίδρυση πιστωτικού ιδρύματος εγγυητικής επιστολής πιστωτικού ιδρύματος, που υπόκειται σε καθεστώς εποπτείας ισοδύναμο με το προβλεπόμενο στον παρόντα νόμο, η οποία θα καταπίπτει υπέρ της Τράπεζας της Ελλάδος, σε πίστωση λογαριασμού για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου του υπό ίδρυση πιστωτικού ιδρύματος σε περίπτωση που δεν καλυφθεί το μετοχικό κεφάλαιο μέχρι και την ημερομηνία κοινοποίησης της εγκριτικής απόφασης.
  4. Η εγγυητική επιστολή καλύπτει το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου του υπό ίδρυση πιστωτικού ιδρύματος, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ιδρυτών - μετόχων του, και επιστρέφεται ή μετά την κατά τα προαναφερθέντα κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου ή μετά την κοινοποίηση της τυχόν απορριπτικής απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος.
  5. Γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος την ταυτότητα:
  6. i) των μετόχων, φυσικών ή νομικών προσώπων, που θα κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, ποσοστό συμμετοχής ή δικαιωμάτων ψήφου ίσο ή ανώτερο του 5% στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και το ποσοστό της συμμετοχής αυτής, ii) των δέκα μεγαλύτερων μετόχων και το ποσοστό συμμετοχής ή των δικαιωμάτων ψήφου εκάστου στο πιστωτικό ίδρυμα και iii) των φυσικών προσώπων που αν και δεν περιλαμβάνονται στα πρόσωπα των παραπάνω περιπτώσεων (i) και (ii) ασκούν, μέσω γραπτών ή άλλων συμφωνιών ή μέσω κοινής δράσης, τον έλεγχο του πιστωτικού ιδρύματος
  7. Γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος:
  8. i) τα πρόσωπα που θα είναι υπεύθυνα για τον καθορισμό του προσανατολισμού της δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος και τα οποία θα συμμετέχουν, ως μέλη, στο Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος.
  9. Η ύπαρξη δύο, τουλάχιστον, προσώπων επιφορτισμένων με τις αρμοδιότητες αυτές αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας και για τη συνέχιση της λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος. ii) τα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και iii) τους επικεφαλής των λειτουργιών του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις ισχύουσες αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος περί των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  10. Υποβάλλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος πρόγραμμα επιχειρηματικής δραστηριότητας στο οποίο αναφέρονται ιδίως το είδος και η έκταση των εργασιών, το χρονοδιάγραμμα επίτευξης των στόχων του πιστωτικού ιδρύματος, η διάρθρωση του ομίλου στον οποίο τυχόν ανήκει το πιστωτικό ίδρυμα, καθώς και το πλαίσιο της οργανωτικής του δομής, του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, περιλαμβανομένων των λειτουργιών της Εσωτερικής Επιθεώρησης, Διαχείρισης Κινδύνων και Κανονιστικής Συμμόρφωσης, και των διαδικασιών που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με το άρθρο 26 του παρόντος νόμου.
  11. Σε περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα προτίθεται να παρέχει και επενδυτικές υπηρεσίες πρέπει να καλύπτονται και οι εκάστοτε προβλεπόμενες υποχρεώσεις, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από πιστωτικά ιδρύματα.
11.  
    Πριν από τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, αλλά και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται επίσης, για την επίτευξη των σκοπών της εποπτείας και για λόγους διαφάνειας:
  1. να ζητά στοιχεία για την ταυτότητα, τη χρηματοοικονομική κατάσταση και την προέλευση των χρηματικών μέσων των:
  2. i) φυσικών ή νομικών προσώπων που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, συμμετοχή ή δικαιώματα ψήφου σε ποσοστό ανώτερο του 1% στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος, ii) φυσικών προσώπων που εμπίπτουν στην περίπτωση (iii) του εδαφίου β΄ της παραγράφου 10 του παρόντος άρθρου ή που ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα νομικά πρόσωπα, τα οποία εμπίπτουν στις περιπτώσεις (i) και (ii) του εν λόγω εδαφίου, iii) των προσώπων του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 10 του παρόντος άρθρου?
  3. να επιβάλλει στα νομικά πρόσωπα των περιπτώσεων (i) και (ii) του εδαφίου β΄ της παραγράφου 10 του παρόντος νόμου και της περίπτωσης (i) του εδαφίου α΄ της παρούσας παραγράφου την υποχρέωση να έχουν ονομαστικές τις μετοχές με δικαίωμα ψήφου?
  4. να απαιτεί, όπως συγκεκριμένα ποσοστά του συνόλου των πιο πάνω ονομαστικών μετοχών με δικαίωμα ψήφου ανήκουν σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα, που τυγχάνουν της προηγούμενης έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος?
  5. να απαιτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα να της παρέχουν τις κατάλληλες πληροφορίες, ώστε να βεβαιώνεται ότι πληρούνται πάντοτε οι προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας με βάση τον παρόντα νόμο ή ότι δεν ανέκυψαν καταστάσεις που θα αποτελούσαν αιτία για τη μη χορήγηση της άδειας αυτής
12.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης να καθορίζει για την επίτευξη των ανωτέρω στόχων:
  1. τα αναγκαία δικαιολογητικά και στοιχεία, καθώς και τις λοιπές λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου,
  2. τους ειδικότερους περιορισμούς και όρους ως προς τις δραστηριότητες ή τα καθήκοντα που τυχόν ανατίθενται σε σχέση με τη λειτουργία του πιστωτικού ιδρύματος στα φυσικά πρόσωπα, που αναφέρονται στα εδάφια β΄ και γ΄ της παραγράφου 10 και στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 11 του παρόντος άρθρου για την αποτροπή ή ελαχιστοποίηση καταστάσεων σημαντικής σύγκρουσης συμφερόντων ή επιρροών, που αποβαίνουν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος,
  3. τους ειδικότερους περιορισμούς και όρους για τις δραστηριότητες του πιστωτικού ιδρύματος,
  4. τα κριτήρια βάσει των οποίων θεωρείται ότι φυσικά και νομικά πρόσωπα διατηρούν ειδική σχέση, άμεσα ή έμμεσα, με το πιστωτικό ίδρυμα,
  5. κατά παρέκκλιση από τις γενικώς ισχύουσες περί ανωνύμων εταιρειών διατάξεις, τις διαδικασίες, τα ανώτατα όρια και τους λοιπούς όρους των πάσης φύσεως δανείων, λοιπών πιστώσεων, εγγυήσεων, καθώς και συμμετοχών των πιστωτικών ιδρυμάτων, στα πρόσωπα του εδαφίου δ΄ της παρούσας παραγράφου, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω συναλλαγές δεν διενεργούνται με προνομιακούς όρους σε σχέση με τους γενικούς όρους που το πιστωτικό ίδρυμα εφαρμόζει ή με τρόπο που μπορεί να αποβεί σε βάρος της χρηστής και συνετής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος και
  6. την υποχρέωση υποβολής αίτησης εισαγωγής των μετοχών του πιστωτικού ιδρύματος σε οργανωμένη αγορά, για τη διασφάλιση μεγαλύτερης διασποράς, εντός προθεσμίας που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή το ελάχιστο διάστημα που απαιτείται από τις ισχύουσες διατάξεις για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης εισαγωγής μετοχών των επιχειρήσεων σε οργανωμένη αγορά
13.  
  1. Πριν από την οριστική της απόφαση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, η Τράπεζα της Ελλάδος διαβουλεύεται με τις αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους-μέλους, οι οποίες είναι υπεύθυνες για την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων ή ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εάν το πιστωτικό ίδρυμα, που πρόκειται να ιδρυθεί είναι:
  2. i) θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αντίστοιχα, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος ή ii) θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αντίστοιχα, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος ή iii) ελεγχόμενο από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που ελέγχουν πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αντίστοιχα, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος
  3. Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο εδάφιο α΄ της παρούσας παραγράφου διαβουλεύονται μεταξύ τους, ιδίως όταν αξιολογούν την ποιότητα των μετόχων, καθώς και την εντιμότητα και την ικανότητα των διευθυντικών στελεχών που συμμετέχουν στη διαχείριση άλλης επιχείρησης του ίδιου ομίλου.
  4. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν οποιαδήποτε σημαντική πληροφορία σχετικά με την ποιότητα των μετόχων και την εντιμότητα και ικανότητα των διευθυντικών στελεχών, που είναι σχετική με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, καθώς και με τον έλεγχο της εφαρμογής των όρων λειτουργίας των επιχειρήσεων του ομίλου.
14.  
    Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και του άρθρου 24, σε περίπτωση που οι μέτοχοι είναι νομικά πρόσωπα, οι υποχρεώσεις γνωστοποίησης αφορούν τα φυσικά πρόσωπα που ελέγχουν, άμεσα ή έμμεσα, τα εν λόγω νομικά πρόσωπα. Για το σκοπό υπολογισμού της σχετικής συμμετοχής λαμβάνεται υπόψη και το άρθρο 10 του ν. 3556/2007.
Άρθρο 6
1.  
    Η χρήση του όρου «τράπεζα» ή οποιασδήποτε ξενόγλωσσης απόδοσής του στην επωνυμία ή το διακριτικό τίτλο επιχείρησης επιτρέπεται μόνο σε πιστωτικά ιδρύματα, εκτός εάν το είδος της δραστηριότητας της επιχείρησης, όπως αυτή προκύπτει από το καταστατικό της και όπως πρέπει παράλληλα να υποδηλώνεται στην επωνυμία και στο διακριτικό τίτλο της επιχείρησης, αποκλείει τον κίνδυνο σύγχυσης του κοινού
2.  
    Οι αμιγείς πιστωτικοί συνεταιρισμοί, που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος ως πιστωτικά ιδρύματα, δύνανται να χρησιμοποιούν στην επωνυμία τους τον όρο «Συνεταιριστική Τράπεζα»
3.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος δύνανται να χρησιμοποιούν, για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους στην Ελλάδα, την ίδια επωνυμία και τον ίδιο διακριτικό τίτλο, που χρησιμοποιούν στο κράτος καταγωγής τους. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να απαιτεί την προσθήκη στην επωνυμία ή στο διακριτικό τίτλο μιας επεξηγήσεως σε περίπτωση ύπαρξης κινδύνου σύγχυσης.
Άρθρο 7
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος, εάν:
  1. κρίνει ότι τα πρόσωπα, που αναφέρονται στο εδάφιο β΄, στα στοιχεία (i) και (ii) του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 10, καθώς και στα στοιχεία (i) και (ii) του εδαφίου α΄ της παραγράφου 11 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, δεν είναι αξιόπιστα ή εν γένει κατάλληλα να εξασφαλίσουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και την αποτροπή ή ελαχιστοποίηση καταστάσεων σημαντικής σύγκρουσης συμφερόντων ή επιρροών, που αποβαίνουν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος,
  2. κρίνει ειδικότερα ότι τα πρόσωπα, που αναφέρονται στα στοιχεία (i) και (ii) του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, και το Διοικητικό Συμβούλιο, ως σύνολο, δεν διαθέτουν την απαιτούμενη για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους κατάρτιση και εμπειρία, όπως η εμπειρία αυτή προκύπτει από προϋπηρεσία τους σε θέσεις ανάλογης ευθύνης, κατά προτίμηση σε πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα,
  3. διατηρεί αμφιβολίες για τη νομιμότητα προέλευσης, την αληθή κυριότητα ή για την επάρκεια των οικονομικών πόρων των μετόχων του εδαφίου β΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, και των φυσικών προσώπων που ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στα στοιχεία (i) και (ii) του ίδιου εδαφίου,
  4. κρίνει ότι η διάρθρωση του ομίλου των επιχειρήσεων που συνδέονται με το πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, δεν είναι ικανοποιητικά διαφανής, ώστε να διασφαλίζει την απρόσκοπτη άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων,.
  5. δεν πληρούται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου,
  6. κρίνει ότι στενοί δεσμοί μεταξύ ενός υπό ίδρυση πιστωτικού ιδρύματος και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα έχει στενούς δεσμούς, παρεμποδίζουν την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής της Τράπεζας της Ελλάδος στον τομέα της εποπτείας
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούται να εγκρίνει ή να αρνηθεί τη χορήγηση άδειας λειτουργίας εντός εξαμήνου από τη λήψη της αίτησης ή, εάν αυτή δεν είναι πλήρης, εντός εξαμήνου από τη διαβίβαση υπό του αιτούντος των απαιτούμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος πληροφοριών. Απόφαση πάντως εκδίδεται εντός έτους από τη λήψη της αίτησης. Η απόφαση για την άρνηση χορήγησης άδειας λειτουργίας αιτιολογείται και κοινοποιείται στον αιτούντα. Η παράλειψη της Τράπεζας της Ελλάδος να χορηγήσει άδεια λειτουργίας εντός της ανωτέρω προθεσμίας ισοδυναμεί με άρνηση χορήγησής της.
Άρθρο 8
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος στις ακόλουθες περιπτώσεις:
  1. Το πιστωτικό ίδρυμα:
  2. (i) δεν κάνει χρήση της άδειας μέσα σε διάστημα δώδεκα (12) μηνών από τη χορήγησή της, εκτός αν η άδεια παρέχει μεγαλύτερη προθεσμία, (ii) παραιτείται ρητώς από αυτήν, (iii) έχει πάψει να ασκεί τη δραστηριότητά του για χρονική περίοδο μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών, (iν) αδυνατεί ή αρνείται να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά του, (ν) παρακωλύει με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο που ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, (νi) παραβαίνει διατάξεις νόμων σχετικών με την εποπτεία ή την άσκηση της δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων ή αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, σε βαθμό που είναι δυνατόν να τίθενται σε διακινδύνευση η φερεγγυότητα του πιστωτικού ιδρύματος ή εν γένει η επίτευξη των στόχων της ασκούμενης από την Τράπεζα της Ελλάδος εποπτείας
  3. Η άδεια λειτουργίας έχει χορηγηθεί με βάση ψευδείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές δηλώσεις
  4. Το πιστωτικό ίδρυμα δεν διαθέτει επαρκή ίδια κεφάλαια, δεν προσφέρει τα εχέγγυα ότι δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και ιδίως δεν διασφαλίζει τα επιστρεπτέα κεφάλαια που του έχουν εμπιστευθεί οι πιστωτές του
  5. Δεν πληρούνται οι όροι υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας
  6. Δημιουργούνται καταστάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου ή η διάρθρωση του ομίλου του πιστωτικού ιδρύματος έχει μεταβληθεί κατά τρόπο που να παρεμποδίζεται η αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ανακαλεί επίσης την άδεια πιστωτικού ιδρύματος στις περιπτώσεις που προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος αιτιολογεί και κοινοποιεί στους ενδιαφερόμενους και στις αρμόδιες αρχές των κρατών, όπου το πιστωτικό ίδρυμα διατηρεί υποκαταστήματα, την απόφασή της για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος
Άρθρο 9 "Υποβολή αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας"
1.  
    Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος νόμου υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας
Άρθρο 10
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για:
  1. κάθε χορηγούμενη άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος,
  2. κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος,
  3. το είδος των περιπτώσεων για τις οποίες υπήρξαν απορριπτικές αποφάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 13 του παρόντος νόμου ή των περιπτώσεων στις οποίες ελήφθησαν μέτρα ή κυρώσεις, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 65 του παρόντος νόμου,
  4. τη χρήση των διακριτικών ευχερειών, κατά τα προβλεπόμενα στις σχετικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα των πιστωτικών ιδρυμάτων
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει επίσης:
  1. την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών για όλες τις άδειες λειτουργίας υποκαταστημάτων που χορηγούνται σε πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε τρίτη χώρα και
  2. το Συμβούλιο για τις διαδικασίες που αποσκοπούν στην αποτροπή των πιστωτικών ιδρυμάτων από την υπέρβαση, μέσω εικονικών συναλλαγών, των ισχυόντων, με βάση αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, ορίων για τα μεγάλα χρηματοδοτικά τους ανοίγματα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
|ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ – ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ – ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ
Άρθρο 11
1.  
    Ο κατάλογος δραστηριοτήτων για την εφαρμογή των άρθρων 12 έως 20 του παρόντος νόμου έχει ως εξής:
  1. αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων?
  2. χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων συμπεριλαμβανομένων και των πράξεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων?
  3. χρηματοδοτική μίσθωση (leasing)?
  4. πράξεις διενέργειας πληρωμών, περιλαμβανομένης της μεταφοράς κεφαλαίων?
  5. έκδοση και διαχείριση μέσων πληρωμής (πιστωτικών και χρεωστικών καρτών, ταξιδιωτικών και τραπεζικών επιταγών)?
  6. εγγυήσεις και αναλήψεις υποχρεώσεων?
  7. συναλλαγές για λογαριασμό του ίδιου του ιδρύματος ή της πελατείας του, που αφορούν:
  8. i. μέσα χρηματαγοράς (αξιόγραφα, πιστοποιητικά καταθέσεων κ.λπ.), ii. συνάλλαγμα, iii. προθεσμιακά συμβόλαια χρηματοπιστωτικών τίτλων ή χρηματοπιστωτικά δικαιώματα, iν. συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων και συναλλάγματος, ν. κινητές αξίες.
  9. συμμετοχές σε εκδόσεις τίτλων και παροχή συναφών υπηρεσιών περιλαμβανομένων ειδικότερα και των υπηρεσιών αναδόχου εκδόσεων τίτλων?
  10. παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις όσον αφορά τη διάρθρωση του κεφαλαίου, τη βιομηχανική στρατηγική και συναφή θέματα παροχής συμβουλών, καθώς και υπηρεσιών στον τομέα της συγχώνευσης και της εξαγοράς επιχειρήσεων?
  11. διαμεσολάβηση στις διατραπεζικές αγορές?
  12. διαχείριση χαρτοφυλακίου ή παροχή συμβουλών για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου?
  13. φύλαξη και διαχείριση κινητών αξιών?
  14. συλλογή και επεξεργασία εμπορικών πληροφοριών, περιλαμβανομένων και των υπηρεσιών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας πελατών?
  15. εκμίσθωση θυρίδων?
  16. έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος?
  17. οι δραστηριότητες, πέραν των προαναφερθεισών, που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄), όπως ισχύει.
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, εκτός από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δραστηριότητες, να επιτρέπει σε πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον καλύπτονται οι σχετικοί κίνδυνοι, την άσκηση και λοιπών χρηματοπιστωτικών ή δευτερευουσών δραστηριοτήτων, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται για το σκοπό αυτόν να καθορίζει, γενικώς ή κατά περίπτωση, και άλλα κριτήρια, καθώς και ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις.
Άρθρο 12
1.  
    Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει στην Ελλάδα, μπορεί να ασκεί τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου σε άλλα κράτη-μέλη, μέσω υποκαταστήματος, εφόσον αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας του και τηρείται η διαδικασία των παραγράφων 2 έως 6 του παρόντος άρθρου
2.  
    Το πιστωτικό ίδρυμα που επιθυμεί να ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος-μέλος προβαίνει σε σχετική γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος. Η γνωστοποίηση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει:.
  1. το κράτος-μέλος στο οποίο πρόκειται να ιδρυθεί το υποκατάστημα,
  2. το πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο αναγράφονται ιδίως το είδος των εργασιών τις οποίες προτίθεται να ασκήσει το υποκατάστημα και η οργανωτική του δομή που καλύπτει και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης κινδύνων,
  3. τη διεύθυνση του υποκαταστήματος στο κράτος-μέλος υποδοχής, στην οποία μπορεί να ζητούνται έγγραφα στοιχεία,
  4. τα ονόματα των υπευθύνων για τη διεύθυνση του υποκαταστήματος
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μέσα σε τρεις (3) μήνες από την κοινοποίηση των πληροφοριών και των στοιχείων της προηγούμενης παραγράφου τα κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής και ενημερώνει σχετικά το ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα
4.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί, επίσης, στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής το ύψος των ιδίων κεφαλαίων και το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων του πιστωτικού ιδρύματος
5.  
    Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος έχει λόγους να αμφιβάλλει ως προς την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή της οικονομικής κατάστασης του πιστωτικού ιδρύματος που σκοπεύει να ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος-μέλος, είτε περιορίζει τις προτεινόμενες δραστηριότητες του εν λόγω υποκαταστήματος είτε αρνείται να κοινοποιήσει στις αρμόδιες αρχές του κράτους υποδοχής τις πληροφορίες των παραγράφων 2 και 4 του παρόντος άρθρου και γνωστοποιεί τους λόγους στο ενδιαφερόμενο ίδρυμα μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη λήψη όλων των σχετικών πληροφοριών των παραγράφων 2 και 4 του παρόντος άρθρου. Η παράλειψη απάντησης εντός της προθεσμίας αυτής ισοδυναμεί με άρνηση.
6.  
    Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με τις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να κοινοποιήσει εγγράφως τη μεταβολή στην Τράπεζα της Ελλάδος τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν γίνει η μεταβολή αυτή, έτσι ώστε η Τράπεζα της Ελλάδος να μπορεί να ενεργήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου
7.  
    Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η εν γένει διαδικασία για την ίδρυση νέων υποκαταστημάτων στην Ελλάδα από τα πιστωτικά ιδρύματα που εποπτεύονται από αυτή
Άρθρο 13
1.  
    Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει σε άλλο κράτος-μέλος, μπορεί να ασκεί τις δραστηριότητες που προβλέπονται στην παραγράφο 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου μέσω υποκαταστήματος στην Ελλάδα, εφόσον οι δραστηριότητες του υποκαταστήματος αυτού καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος στο κράτος-μέλος καταγωγής και υπό την προϋπόθεση της κοινοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους καταγωγής όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 4 του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, καθώς και αναλυτικών πληροφοριών ως προς το σύστημα εγγύησης καταθέσεων που λειτουργεί στο κράτος-μέλος καταγωγής. Μέχρι την εναρμόνιση των σχετικών διατάξεων σε κοινοτικό επίπεδο η προϋπόθεση της κοινοποίησης πληροφοριών ως προς το σύστημα εγγύησης καταθέσεων ισχύει για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, μόνον εφόσον υπάρχει σχετική κάλυψη στο κράτος-μέλος καταγωγής τους. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, περισσότερες της μιας μονάδες εκμετάλλευσης, που λειτουργούν στην Ελλάδα, θεωρούνται ως ένα μόνον υποκατάστημα.
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος, εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης της προηγούμενης παραγράφου, οργανώνει την εποπτεία του υποκαταστήματος σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στα άρθρα 21 και 65 του παρόντος νόμου και, αν το κρίνει αναγκαίο, κοινοποιεί τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι δραστηριότητες του υποκαταστήματος αυτού πρέπει να ασκούνται στην Ελλάδα για λόγους δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με το άρθρο 16 του παρόντος νόμου
3.  
    Το υποκατάστημα μπορεί να εγκατασταθεί και να αρχίσει τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα μόλις λάβει σχετική κοινοποίηση της Τράπεζας της Ελλάδος, ή, σε περίπτωση μη απάντησης εκ μέρους της, μόλις λήξει η δίμηνη προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου
4.  
    Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του παρόντος νόμου ή που αφορούν τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, το πιστωτικό ίδρυμα κοινοποιεί εγγράφως αυτήν τη μεταβολή στην Τράπεζα της Ελλάδος, τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν την επέλευσή της, ώστε η Τράπεζα της Ελλάδος να προβεί στις ενέργειες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου
Άρθρο 14
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει για τη χορήγηση άδειας σε πιστωτικά ιδρύματα, που εδρεύουν στην Ελλάδα, προκειμένου να ιδρύσουν υποκατάστημα σε τρίτες χώρες
2.  
    Για την ίδρυση και λειτουργία στην Ελλάδα υποκαταστημάτων πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σε τρίτη χώρα, η άδεια χορηγείται από την Τράπεζα της Ελλάδος με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας και υπό την επιφύλαξη των συμφωνιών που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση την παράγραφο 3 του άρθρου 38 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
  1. Πριν από την έναρξη λειτουργίας του πρώτου υποκαταστήματος υφίσταται προικώο κεφάλαιο, σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 5, που θα επέχει θέση ιδίων κεφαλαίων για τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος στην Ελλάδα.
  2. Τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων του υποκαταστήματος καθορίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος.
  3. Το πιστωτικό ίδρυμα υποβάλλει τα στοιχεία και τις πληροφορίες που ζητούνται από την Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου αυτή να διαμορφώσει σαφή εικόνα για τη δραστηριότητά του στο πλαίσιο άσκησης της εποπτικής της αρμοδιότητας
3.  
    Για την ίδρυση στην Ελλάδα περισσότερων υποκαταστημάτων πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σε τρίτη χώρα εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 12 του παρόντος νόμου
4.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες όταν δεν εκπληρώνονται πλέον οι όροι της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια αυτή, ή συντρέχει οποιοσδήποτε από τους όρους των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου και ιδιαίτερα όταν έχει ανακληθεί η άδεια του πιστωτικού ιδρύματος από τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας
5.  
  1. Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει στην Ελλάδα και επιθυμεί να παρέχει σε τρίτη χώρα, χωρίς εγκατάσταση, μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί την πρόθεσή του αυτή στην Τράπεζα της Ελλάδος
  2. Για την παροχή από πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει σε τρίτη χώρα, μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου στην Ελλάδα, χωρίς εγκατάσταση, απαιτείται προηγούμενη άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος με την οποία καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις άσκησης της δραστηριότητας, λαμβανομένου υπόψη του ισχύοντος καθεστώτος εποπτείας στη τρίτη χώρα.
  3. Η εν λόγω άδεια χορηγείται, με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας, υπό την επιφύλαξη των συμφωνιών που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση την παράγραφο 3 του άρθρου 38 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ.
6.  
    Το καθεστώς της παροχής υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να είναι ευνοϊκότερο από το αντίστοιχο των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν και λειτουργούν σε άλλο κράτος-μέλος και ασκούν δραστηριότητα με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα
7.  
    Η κατά το άρθρο αυτό άσκηση δραστηριοτήτων στην Ελλάδα πραγματοποιείται με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 16 του παρόντος νόμου
Άρθρο 15 "που εδρεύουν στην Ελλάδα"
1.  
    Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει στην Ελλάδα και επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες για πρώτη φορά σε άλλο κράτος-μέλος χωρίς να εγκατασταθεί σε αυτό, γνωστοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος εκείνες από τις δραστηριότητες, που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, τις οποίες προτίθεται να ασκήσει
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής τη γνωστοποίηση της προηγούμενης παραγράφου μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την παραλαβή της
3.  
    Για την παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα από πιστωτικό ίδρυμα άλλου κράτους-μέλους για πρώτη φορά πρέπει προηγουμένως να έχει κοινοποιηθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος η αντίστοιχη γνωστοποίηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου
4.  
    Η κατά το παρόν άρθρο άσκηση δραστηριοτήτων στην Ελλάδα επιτρέπεται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 16 του παρόντος νόμου
Άρθρο 16
1.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη ή σε τρίτες χώρες και ασκούν δραστηριότητες του καταλόγου της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, είτε μέσω υποκαταστημάτων είτε μέσω παροχής υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα, επιτρέπεται να ασκούν τις δραστηριότητες αυτές με τον ίδιο τρόπο που τις ασκούν στη χώρα καταγωγής τους, εφόσον δεν παραβιάζουν τις διατάξεις, οι οποίες, στο πλαίσιο της νομοθεσίας περί πιστωτικών ιδρυμάτων, κεφαλαιαγοράς και προστασίας του καταναλωτή, αποβλέπουν στην προστασία των επενδυτών και καταναλωτών τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών ή άλλες διατάξεις δημοσίου συμφέροντος
2.  
    Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα επιτρέπεται να διαφημίζουν τις παρεχόμενες από αυτά υπηρεσίες, υποκείμενα στις ισχύουσες στην Ελλάδα διατάξεις, που διέπουν τον τύπο και το περιεχόμενο της εν λόγω διαφήμισης με σκοπό την επαρκή και ορθή πληροφόρηση του κοινού, περιλαμβανομένης της διάταξης της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της για τον έλεγχο της διαφάνειας των διαδικασιών και των όρων συναλλαγών των εποπτευόμενων από αυτήν προσώπων, μπορεί να απαιτεί την προσαρμογή του περιεχομένου των διαφημίσεών τους
Άρθρο 17 "Ίδρυση Γραφείων Αντιπροσωπείας πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα"
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει με αποφάσεις της τους όρους και τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Γραφείων Αντιπροσωπείας πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα, καθώς και τα της ανάκλησης της άδειάς τους, κατ’ αναλογία με τα ισχύοντα για την ίδρυση και λειτουργία υποκαταστημάτων
Άρθρο 18
1.  
    Χρηματοδοτικό ίδρυμα, που εδρεύει σε άλλο κράτος-μέλος και είναι θυγατρική ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων, επιτρέπεται να ασκεί στην Ελλάδα οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες του καταλόγου των στοιχείων β΄ έως ιβ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, είτε μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος στην Ελλάδα είτε με τη μορφή παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 13 και της παραγράφου 3 του άρθρου 15 και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 16, 21 παρ. 2, 22, 25 παρ. 2 και 65 του παρόντος νόμου, εφόσον το καταστατικό του επιτρέπει την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών και επιπλέον πληρούνται σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:.
  1. Η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα στο κράτος-μέλος στο οποίο εδρεύει το χρηματοδοτικό ίδρυμα
  2. Οι ανωτέρω δραστηριότητες ασκούνται ήδη από το χρηματοδοτικό ίδρυμα στο εν λόγω κράτος-μέλος
  3. Η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις κατέχουν τουλάχιστον το 90% των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την κατοχή μετοχών ή μεριδίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος
  4. Η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις, μετά από προηγούμενη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών του κράτους-μέλους καταγωγής, δηλώνουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ότι ευθύνονται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το χρηματοδοτικό ίδρυμα
  5. Το χρηματοδοτικό ίδρυμα υπάγεται, ιδίως ως προς τις δραστηριότητες του παρόντος άρθρου, στο καθεστώς εποπτείας σε ενοποιημένη βάση στο οποίο υπόκειται η μητρική του επιχείρηση ή καθεμία από τις μητρικές επιχειρήσεις, με βάση τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους-μέλους καταγωγής, ιδίως σε σχέση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και με τον περιορισμό των ειδικών συμμετοχών σε επιχειρήσεις, κατά τα προβλεπόμενα από την κοινοτική νομοθεσία
2.  
  1. Η εκπλήρωση των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να επαληθεύεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους καταγωγής, οι οποίες χορηγούν στο χρηματοδοτικό ίδρυμα σχετικό πιστοποιητικό που πρέπει να επισυνάπτεται στις γνωστοποιήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
  2. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές ενημερώνουν επίσης την Τράπεζα της Ελλάδος, με βάση τη διαδικασία του άρθρου 13 και της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου, για την παύση της ισχύος οποιασδήποτε από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για το ύψος των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος και των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων του πιστωτικού ιδρύματος που είναι μητρική ή των πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι μητρικές του επιχειρήσεις.
  3. Στην περίπτωση που παύει να ισχύει οποιαδήποτε από τις ανωτέρω προϋποθέσεις, η δυνατότητα και οι όροι υπό τους οποίους το χρηματοδοτικό ίδρυμα θα συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές του καθορίζονται σύμφωνα με την ισχύουσα στην Ελλάδα νομοθεσία
3.  
    Οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και στις θυγατρικές επιχειρήσεις ενός χρηματοδοτικού ιδρύματος, εφόσον αυτές οι θυγατρικές είναι επίσης χρηματοδοτικά ιδρύματα
Άρθρο 19
1.  
    Τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα και εποπτεύονται, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, από την Τράπεζα της Ελλάδος ιδίως όσον αφορά την τήρηση ελάχιστου ύψους ιδίων κεφαλαίων άνω του ποσού των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ, την απόκτηση «ειδικών συμμετοχών» στο κεφάλαιό τους, την υιοθέτηση άρτιου και αποτελεσματικού πλαισίου διακυβέρνησης, κατ’ αναλογία με τα ισχύοντα για τα πιστωτικά ιδρύματα, με βάση τον παρόντα νόμο, επιτρέπεται να ασκούν τις δραστηριότητές τους σε άλλο κράτος-μέλος είτε μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος είτε με τη μορφή παροχής υπηρεσιών, εφόσον:.
  1. Συντρέχουν, εφαρμοζομένων αναλόγως των σχετικών διατάξεων, οι ειδικότερες προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του παρόντος νόμου.
  2. Ειδικότερα για την ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του εδαφίου δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του παρόντος νόμου απαιτείται προηγούμενη συγκατάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για την ανάληψη από τα πιστωτικά ιδρύματα, που αποτελούν τη μητρική ή τις μητρικές επιχειρήσεις του χρηματοδοτικού ιδρύματος, της ευθύνης για την κάλυψη του συνόλου των υποχρεώσεων που αυτό αναλαμβάνει.
  3. Τα χρηματοδοτικά ιδρύματα γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, προκειμένου περί εγκατάστασης μέσω υποκαταστήματος ή το είδος της δραστηριότητας που προτίθενται να ασκήσουν για πρώτη φορά, στο συγκεκριμένο κράτος - μέλος, προκειμένου περί παροχής υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος επαληθεύει τη συνδρομή των προϋποθέσεων του εδαφίου α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και χορηγεί στα χρηματοδοτικά ιδρύματα πιστοποιητικό, στο οποίο επισυνάπτονται: (i) οι πληροφορίες του εδαφίου β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και (ii) η κοινοποίηση του ύψους των ιδίων κεφαλαίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος και των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων και ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων του πιστωτικού ή των πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι η μητρική ή οι μητρικές του επιχειρήσεις. Όσον αφορά τη γνωστοποίηση της απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος στο χρηματοδοτικό ίδρυμα, τη διαδικασία εγκατάστασης και τη μεταβολή των πληροφοριών του εδαφίου β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 3, 5 και 6 του άρθρου 12 και της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου.
3.  
    Στην περίπτωση που παύει να ισχύει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του εδαφίου α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους ή των κρατών-μελών, στα οποία το χρηματοδοτικό ίδρυμα ασκεί τις δραστηριότητές του και η δραστηριότητα που ασκεί υπόκειται στο εξής στη νομοθεσία του κράτους-μέλους υποδοχής
4.  
    Για την εποπτεία των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 22, 25 παρ. 1 και 60 του παρόντος νόμου.
Άρθρο 20
1.  
    Χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε τρίτη χώρα ή σε άλλο κράτος-μέλος, αλλά δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 18 του παρόντος νόμου, επιτρέπεται να παρέχουν στην Ελλάδα τις υπηρεσίες των στοιχείων β΄ έως στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος ή χωρίς εγκατάσταση μετά από άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται:
  1. να καθορίζει, κατά περίπτωση, τα απαιτούμενα στοιχεία, τους όρους και προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, περιλαμβανομένου του ελάχιστου ύψους του ποσού που θα επέχει θέση ιδίων κεφαλαίων για την εγκατάσταση του χρηματοδοτικού ιδρύματος στην Ελλάδα,
  2. να καθορίζει ειδικότερους εποπτικούς κανόνες ή προϋποθέσεις, κατά περίπτωση, για την άσκηση της δραστηριότητάς του στην Ελλάδα λαμβανομένου υπόψη του ισχύοντος εποπτικού πλαισίου στη χώρα έδρας,
  3. να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας και να λαμβάνει μέτρα ή να επιβάλλει κυρώσεις, αντιστοίχως, προς τα ισχύοντα για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα
3.  
    Κάθε χρηματοδοτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα και εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί σε αυτήν εκείνες από τις δραστηριότητες των στοιχείων β΄ έως στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, που προτίθεται να παρέχει με ή χωρίς εγκατάσταση σε τρίτη χώρα. Για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος αλλά δεν εμπίπτουν στο άρθρο 19 του παρόντος νόμου η εν λόγω υποχρέωση γνωστοποίησης ισχύει και για την παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος-μέλος.
4.  
    Κάθε άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος που παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό χορηγείται με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας και υπό την επιφύλαξη των συμφωνιών που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση την παράγραφο 3 του άρθρου 38 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ
5.  
    Το καθεστώς της παροχής υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες δεν θα είναι σε καμία περίπτωση ευνοϊκότερο από το αντίστοιχο των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε κράτος-μέλος και ασκούν δραστηριότητα με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα
6.  
    Για την άσκηση δραστηριοτήτων στην Ελλάδα ισχύουν αναλόγως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16 του παρόντος νόμου
Άρθρο 21
1.  
  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος εποπτεύει τη ρευστότητα των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών αυτών, καθώς και των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες
  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να καθορίζει για το σκοπό της παρούσας παραγράφου κανόνες γενικής εφαρμογής, με την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά δεν προβλέπουν άνιση ή περιοριστική μεταχείριση σε βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη και λειτουργούν στην Ελλάδα
  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αίρει, κατά περίπτωση, την υποχρέωση τήρησης ορισμένων ή όλων των προαναφερθέντων κανόνων, προκειμένου περί υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη ή σε τρίτες χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα δεσμεύεται έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος ότι θα καλύπτει διαρκώς με ισοδύναμο τρόπο τις ανάγκες ρευστότητας των υποκαταστημάτων του στην Ελλάδα
2.  
    Για την άσκηση των πιο πάνω αρμοδιοτήτων της, η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί από τα υποκαταστήματα στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη ή τρίτες χώρες τις ίδιες πληροφορίες και τα ίδια στοιχεία με αυτά που απαιτεί για το σκοπό αυτόν από τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα. Επίσης για στατιστικούς σκοπούς η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να απαιτεί την υποβολή περιοδικών εκθέσεων για τις πράξεις που πραγματοποιούν στην Ελλάδα τα υποκαταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη ή τρίτες χώρες.
Άρθρο 22
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών όπου εδρεύουν πιστωτικά ιδρύματα που υπόκεινται στην εποπτεία τους και διατηρούν υποκαταστήματα στην Ελλάδα, καθώς και με τις αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών όπου τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα διατηρούν υποκαταστήματα. Επίσης, κοινοποιεί στις εν λόγω αρμόδιες αρχές όλες τις πληροφορίες που σχετίζονται με τη διεύθυνση, διαχείριση και ιδιοκτησία, που δύνανται να διευκολύνουν την εκ μέρους τους ασκούμενη εποπτεία, την εξέταση της εκπλήρωσης των όρων υπό τους οποίους παρασχέθηκε η άδεια λειτουργίας των υποκαταστημάτων, καθώς και τον εν γένει έλεγχο, ιδίως ως προς τη ρευστότητα, τη φερεγγυότητα, την εγγύηση καταθέσεων, τη συγκέντρωση κινδύνων, τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου.
2.  
    Μετά από προηγούμενη σχετική ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος επιτρέπεται στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών που έχουν χορηγήσει άδεια λειτουργίας και εποπτεύουν πιστωτικό ίδρυμα, που παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος στα πλαίσια των διατάξεων του παρόντος νόμου, να προβαίνουν είτε οι ίδιες είτε μέσω εξουσιοδοτημένων από αυτές προσώπων σε επιτόπιο έλεγχο για επαλήθευση της ακρίβειας των στοιχείων και πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Η κοινοποίηση των εν λόγω πληροφοριών επιτρέπεται κατά τους όρους του άρθρου 60 του παρόντος νόμου. Για τον επιτόπιο έλεγχο των υποκαταστημάτων μπορεί επίσης να ακολουθηθεί μια από τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 48 του παρόντος νόμου.
3.  
    Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν το δικαίωμα της Τράπεζας της Ελλάδος να διενεργεί, υπό την ιδιότητα της εποπτικής αρχής του κράτους-μέλους υποδοχής, επιτόπιους ελέγχους στα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου
4.  
    Κατά τη διενέργεια ελέγχων από την Τράπεζα της Ελλάδος ή τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών, δυνάμει του παρόντος νόμου και της εν γένει ισχύουσας νομοθεσίας περί άσκησης της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, τα υποκείμενα στους ελέγχους αυτούς πρόσωπα δεν δικαιούνται να επικαλεσθούν το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων ή άλλο απόρρητο έναντι των αρμόδιων αρχών ή των εξουσιοδοτημένων από αυτές για τη διενέργεια του ελέγχου προσώπων
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΙΔΙΚΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΣΕ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ
Άρθρο 23
1.  
    Απαγορεύεται στα πιστωτικά ιδρύματα να κατέχουν σε επιχείρηση ειδική συμμετοχή μεγαλύτερη του 15% των ιδίων κεφαλαίων τους
2.  
    Το σύνολο των ειδικών συμμετοχών των πιστωτικών ιδρυμάτων σε επιχειρήσεις δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 60% των ιδίων κεφαλαίων τους
3.  
    Οι ειδικές συμμετοχές των πιστωτικών ιδρυμάτων σε: (i) πιστωτικά ιδρύματα, (ii) χρηματοδοτικά ιδρύματα, (iii) ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, (iν) επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και (ν) επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα αποτελεί άμεση προέκταση της τραπεζικής δραστηριότητας ή αφορά δευτερεύουσες υπηρεσίες της (όπως διαχείριση υπηρεσιών πληροφορικής ή άλλη παρόμοια δραστηριότητα) δεν υπόκεινται στα όρια των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου. Η Τράπεζα της Ελλάδος, όμως, δικαιούται να καθορίζει ότι για την πραγματοποίησή τους απαιτείται, κατά περίπτωση, η προηγούμενη έγκρισή της.
4.  
    Κατά τον υπολογισμό των ορίων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν συμπεριλαμβάνονται οι μετοχές ή τα μερίδια:
  1. που κατέχονται από το πιστωτικό ίδρυμα στο πλαίσιο χρηματοδοτικής ενίσχυσης ή στήριξης που αποσκοπεί στην εξυγίανση ή τη διάσωση μιας επιχείρησης για χρονικό διάστημα μέχρι ενός (1) έτους, με ευχέρεια παράτασης ενός (1) ακόμη έτους με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος,
  2. που κατέχονται από το πιστωτικό ίδρυμα λόγω παροχής υπηρεσιών αναδόχου εκδόσεως τίτλων (underwriting) και για χρονικό διάστημα μέχρι έξι (6) μηνών από την ημερομηνία λήξης της περιόδου διάθεσης των τίτλων,
  3. που κατέχονται στο όνομα του πιστωτικού ιδρύματος αλλά για λογαριασμό τρίτου,
  4. που εντάσσονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 21 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996, όπως ισχύει.
5.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιτρέπει την υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου και την παράταση της προθεσμίας που αναφέρεται στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μέχρι χρονικού διαστήματος έξι (6) μηνών. Στην περίπτωση αυτή η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί είτε την αύξηση των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος είτε τη λήψη άλλων μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος.
6.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης να επιτρέπει, κατ’ εξαίρεση, την υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου και πέραν του χρονικού διαστήματος που ορίζεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό κατά το οποίο οι ειδικές συμμετοχές υπερβαίνουν το ατομικό ή και το συνολικό όριο καλύπτονται κατά 100% από ίδια κεφάλαια, τα οποία δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας. Σε περίπτωση που υπάρχει υπέρβαση σε σχέση και με τα δύο προαναφερθέντα όρια, το ποσό που πρέπει να καλύπτεται με ίδια κεφάλαια είναι αυτό που αντιστοιχεί στη μεγαλύτερη υπέρβαση.
7.  
    Η τήρηση των ορίων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου αποτελεί αντικείμενο εποπτείας και ελέγχου σε ατομική και ενοποιημένη βάση κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 30 και 35 του παρόντος νόμου
Άρθρο 24
1.  
  1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο σκοπεύει να αποκτήσει ή να παύσει να κατέχει συμμετοχή που αντιπροσωπεύει, άμεσα ή έμμεσα, ποσοστό ίσο ή μεγαλύτερο από το 5% του μετοχικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου πιστωτικού ιδρύματος, που εδρεύει στην Ελλάδα, ενημερώνει προηγουμένως την Τράπεζα της Ελλάδος και της γνωστοποιεί το ποσοστό της νέας συμμετοχής
  2. Η υποχρέωση του εδαφίου α΄ της παρούσας παραγράφου ισχύει επίσης όταν:
  3. i) ήδη υφιστάμενη συμμετοχή αυξάνεται ή μειώνεται ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει ένα πρόσωπο, άμεσα ή έμμεσα, να οδηγεί στην κατοχή ή παύση κατοχής ενός από τα όρια του 5%, του 10%, του 20%, του 33% ή του 50% του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου, ή ii) φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκτά ή παύει να έχει, άμεσα ή έμμεσα, τον έλεγχο του πιστωτικού ιδρύματος, κατά την έννοια της παραγράφου 12 του άρθρου 2
2.  
    Εφόσον τις συμμετοχές της πιο πάνω παραγράφου προτίθενται να πραγματοποιήσουν νομικά πρόσωπα, αυτά γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος την ταυτότητα των φυσικών προσώπων που, άμεσα ή έμμεσα, τα ελέγχουν, καθώς και κάθε μεταγενέστερη μεταβολή. Αντίστοιχη υποχρέωση γνωστοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος υπέχουν και τα φυσικά πρόσωπα που αποκτούν τον έλεγχο του εν λόγω νομικού προσώπου ή παύουν να το ελέγχουν.
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος, για την αποτελεσματικότερη επίτευξη των σκοπών της εποπτείας και για λόγους διαφάνειας, δικαιούται να ζητά από τα νομικά πρόσωπα που εμπίπτουν στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου συμμόρφωση προς τα προβλεπόμενα στα εδάφια β΄ και γ΄ της παραγράφου 11 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου
4.  
    Για το σκοπό υπολογισμού της συμμετοχής σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου λαμβάνεται υπόψη και το άρθρο 10 του ν. 3556/2007 (ΦΕΚ 91 Α΄).
5.  
    Εντός τριών (3) μηνών από τη σύμφωνα με τα προαναφερθέντα γνωστοποίηση περί απόκτησης ή αύξησης συμμετοχής, η Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούται είτε να εγκρίνει τη συμμετοχή είτε να αντιταχθεί σε αυτή με αιτιολογημένη απόφασή της, εφόσον δεν έχει πειστεί ότι τα πρόσωπα που προτίθενται να την πραγματοποιήσουν, περιλαμβανομένων και των φυσικών προσώπων που ελέγχουν, άμεσα ή έμμεσα, τα συμμετέχοντα νομικά πρόσωπα, είναι κατάλληλα για να εξασφαλίσουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος. Για το σκοπό αυτόν, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ζητά από τα πρόσωπα που αφορά η κατά την παρούσα παράγραφο αξιολόγηση τα κατά την κρίση της απαιτούμενα στοιχεία και πληροφορίες. Η έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την απόκτηση ή αύξηση της συμμετοχής.
6.  
  1. Σε περίπτωση θανάτου προσώπου που είναι κάτοχος συμμετοχής άνω του 5% η ως άνω υποχρέωση ενημέρωσης επιτρέπεται να εκπληρωθεί από τους κληρονόμους του εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία θανάτου του.
  2. Σε περίπτωση αποποίησης της κληρονομίας, η προαναφερόμενη προθεσμία παρατείνεται αντιστοίχως μέχρι την παρέλευση τριών (3) μηνών από την επαγωγή της κληρονομίας στους περαιτέρω κληρονόμους, οι οποίοι έχουν την υποχρέωση ενημέρωσης.
  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται, εφόσον κρίνει ότι οι κληρονόμοι δεν είναι κατάλληλοι για να διασφαλίσουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, να επιβάλει τις κυρώσεις του στοιχείου (ii) του εδαφίου α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 64 του παρόντος νόμου
7.  
    Στην περίπτωση που αποκτάται ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα από: i) άλλο πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος ή ii) μητρική άλλου πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος ή iii) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει άλλο πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος, και εάν, λόγω αυτής της απόκτησης, το πιστωτικό ίδρυμα θα καταστεί θυγατρική του προτιθέμενου να αποκτήσει τη συμμετοχή ή θα περιέλθει υπό τον έλεγχό του, η αξιολόγηση της απόκτησης της συμμετοχής υπόκειται στη διαδικασία της προηγούμενης διαβούλευσης που προβλέπεται στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 13 του άρθρου 5 και στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 45 του παρόντος νόμου
8.  
    Με την επιφύλαξη υποχρεώσεων που προκύπτουν από διεθνείς συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρίτες χώρες, οι οποίες διέπουν την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος από νομικά ή φυσικά πρόσωπα κατοίκους των χωρών αυτών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να αντιτάσσεται στην απόκτηση συμμετοχών από νομικά ή φυσικά πρόσωπα κατοίκους τρίτων χωρών στο μετοχικό κεφάλαιο πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν στην Ελλάδα
9.  
    Πέραν των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι κάτοχοι ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα γνωστοποιούν εκ των προτέρων στην Τράπεζα της Ελλάδος κάθε αύξηση που υπερβαίνει την υφιστάμενη συμμετοχή τους κατά ποσό που αντιστοιχεί σε πέντε (5) ποσοστιαίες μονάδες του μετοχικού κεφαλαίου του πιστωτικού ιδρύματος της συμμετοχής τους που έχει γνωστοποιηθεί προηγουμένως. Η υποχρέωση αυτή ισχύει μέχρι η συνολική συμμετοχή να φτάσει το όριο του 33%.
10.  
  1. Τα πιστωτικά ιδρύματα γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος, μέχρι την 15η Ιουλίου κάθε έτους, τα ονόματα των μετόχων που κατέχουν συμμετοχή άνω του 1%, καθώς και τα ποσοστά των συμμετοχών αυτών, όπως προκύπτουν, ιδίως από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή από τις πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση τους, δυνάμει ιδίως των υποχρεώσεων που επιβάλλονται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία στις εταιρείες, οι μετοχές των οποίων αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά
  2. Τα πιστωτικά ιδρύματα, εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών αφότου λάβουν γνώση, γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος την απόκτηση ή εκχώρηση συμμετοχών στο κεφάλαιό τους, οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα ποσοστά συμμετοχής πάνω ή κάτω από ένα από τα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και οποιαδήποτε αλλαγή στην ταυτότητα ή στα στοιχεία των προσώπων που αναφέρονται στα εδάφια β΄ και γ΄ της παραγράφου 10 και στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 11 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου και λήφθηκαν υπόψη κατά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυμάτων
11.  
  1. Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί συμμετοχή ή αυξηθεί υφιστάμενη συμμετοχή χωρίς να προηγηθεί η απαιτούμενη, βάσει του παρόντος άρθρου, γνωστοποίηση ή έγκρισή της από την Τράπεζα της Ελλάδος, παύει αυτοδικαίως να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή αυτή.
  2. Επιπλέον η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει τις κυρώσεις, που προβλέπονται στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 64 του παρόντος νόμου, διαζευκτικά ή σωρευτικά.
  3. Σε περίπτωση, επίσης, που:
  4. i) δεν πραγματοποιηθεί γνωστοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος, περί της αλλαγής της ταυτότητας φυσικού προσώπου που ελέγχει νομικό πρόσωπο κάτοχο συμμετοχής μεγαλύτερης του 5%, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ή ii) δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόν απαίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για την εφαρμογή των προβλεπομένων στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, παύει αυτοδικαίως να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή του νομικού προσώπου στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος και η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλει στα φυσικά πρόσωπα που αφορά η σχετική παράλειψη ή η μη συμμόρφωση τις κυρώσεις που προβλέπονται στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 64 του παρόντος νόμου
12.  
    Για τους σκοπούς της εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να ζητά από τα πιστωτικά ιδρύματα τη γνωστοποίηση των στοιχείων της ταυτότητας και το ύψος του ποσοστού συμμετοχής των μεγαλύτερων μετόχων τους, που αθροιστικά συγκεντρώνουν στην κατοχή τους την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου του πιστωτικού ιδρύματος
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Άρθρο 25
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί την εποπτεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου:
  1. επί των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν στην Ελλάδα, περιλαμβανομένων και των υποκαταστημάτων τους στην αλλοδαπή σε ατομική βάση και σε ενοποιημένη βάση,
  2. επί των εγκατεστημένων στην Ελλάδα υποκαταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες
2.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 21 του παρόντος νόμου, τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. υπάγονται στην εποπτεία των αρμόδιων αρχών του κράτους-μέλους καταγωγής.
3.  
    Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας και των διατάξεων του Καταστατικού της, η εποπτεία που ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος, με βάση τον παρόντα νόμο, αφορά στη φερεγγυότητα, τη διασφάλιση επαρκούς ρευστότητας και την εν γένει εύρυθμη και με επαρκή διαφάνεια λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων, ιδίως μέσω της αποφυγής συγκέντρωσης κινδύνων και της διασφάλισης της συμμόρφωσής τους προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 26, 27, 28 και 29 του παρόντος νόμου
4.  
    Για την επίτευξη του σκοπού της εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να καθορίζει κριτήρια και να θεσπίζει κανόνες ή να λαμβάνει μέτρα, γενικά ή ειδικά, κατά πιστωτικό ίδρυμα, και να προβαίνει στην αξιολόγηση, καθώς και τη διαρκή παρακολούθηση της τήρησης των υποχρεώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω του καθορισμού υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων, γραπτών επεξηγήσεων, εφόσον ζητηθεί, καθώς και μέσω της διενέργειας εκ μέρους της επιτόπιων ελέγχων
5.  
    Στο πλαίσιο των προβλεπομένων στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ιδίως τις ακόλουθες επί μέρους αρμοδιότητες:
  1. Αξιολογεί:
  2. i) τις στρατηγικές, τις εσωτερικές ρυθμίσεις τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζουν τα πιστωτικά ιδρύματα, θεσπίζοντας τα απαιτούμενα κριτήρια, με στόχο τη διασφάλιση της συμμόρφωσής τους προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος νόμου και ii) τους κινδύνους τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν αναλάβει ή ενδέχεται να αναλάβουν.
  3. Η εξέταση και η αξιολόγηση, που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο, πραγματοποιούνται κατά το εύρος και με τη συχνότητα που απαιτείται προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εκτίμηση από την Τράπεζα της Ελλάδος του βαθμού κατά τον οποίο οι στρατηγικές, οι εσωτερικές ρυθμίσεις, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζουν τα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και τα ίδια κεφάλαιά τους διασφαλίζουν την ορθολογική διαχείριση και την κάλυψη των κινδύνων που αυτά αναλαμβάνουν ή ενδέχεται να αναλάβουν, περιλαμβανομένου του κινδύνου επιτοκίου από τις δραστηριότητες που δεν περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών.
  4. Η κατά τα ανωτέρω εξέταση και αξιολόγηση επικαιροποιούνται σε ετήσια, τουλάχιστον, βάση και για τον προσδιορισμό του εύρους τους λαμβάνονται υπόψη το μέγεθος, η συστημική σπουδαιότητα, η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του κάθε πιστωτικού ιδρύματος, με βάση την αρχή της αναλογικότητας.
  5. Καθορίζει τα κριτήρια και τις εν γένει υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων όσον αφορά τη δημοσιοποίηση εκ μέρους τους ή και την παράλειψη της δημοσιοποίησης στοιχείων πληροφοριών, με βάση το άρθρο 29 του παρόντος νόμου και επιπλέον δύναται να καθορίζει:
  6. i) περισσότερα στοιχεία για δημοσιοποίηση και μεγαλύτερη συχνότητα για μια ή περισσότερες από τις πληροφορίες που πρέπει να δημοσιοποιούνται κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω περιπτώσεως (i), ii) προθεσμίες δημοσιοποίησης, iii) μέσα και τόπους δημοσιοποίησης, διαφορετικά από εκείνα που ισχύουν για τις ετήσιες και ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, iν) τη χρησιμοποίηση ειδικών μέσων επαλήθευσης για τις δημοσιοποιήσεις που δεν καλύπτονται από τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που πραγματοποιούνται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και νi) τις δημοσιοποιήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων που πραγματοποιούνται δυνάμει άλλων διατάξεων της νομοθεσίας, τις οποίες θεωρεί ισοδύναμες προς τις απαιτούμενες κατ’ εφαρμογή της περίπτωσης (i) του παρόντος εδαφίου
  7. Καθορίζει τα κριτήρια:
  8. i) Για την αναγνώριση των εξωτερικών οργανισμών πιστοληπτικής αξιολόγησης ως επιλέξιμων, ανεξαρτήτως της χώρας έδρας τους, για τους σκοπούς εφαρμογής των αποφάσεών της περί των «Σταθμισμένων κατά Κίνδυνο Χρηματοδοτικών Ανοιγμάτων, σύμφωνα με την Τυποποιημένη Προσέγγιση», ώστε να διασφαλίζεται ότι η μεθοδολογία αξιολόγησης που εφαρμόζουν πληροί τις προϋποθέσεις αντικειμενικότητας, ανεξαρτησίας και διαφάνειας, υπόκειται σε διαρκή αναθεώρηση για ενδεχόμενη αναπροσαρμογή της, καθώς και ότι η εκάστοτε προκύπτουσα αξιολόγηση είναι αξιόπιστη και διενεργείται με διαφανή τρόπο. ii) Για τον προσδιορισμό με αντικειμενικό και συνεπή τρόπο των βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας που καθορίζονται με βάση την αναφερόμενη στην πιο πάνω περίπτωση (i) απόφασή της, με τις οποίες πρέπει να αντιστοιχίζεται κάθε πιστοληπτική αξιολόγηση που πραγματοποιείται από επιλέξιμο εξωτερικό οργανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης.
  9. Δύναται να αναγνωρίζει, χωρίς να προβεί ή ίδια, κατά περίπτωση, σε αξιολόγηση ή αντιστοίχιση:
  10. i) έναν εξωτερικό οργανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης ως επιλέξιμο σύμφωνα με την περίπτωση (i) της ως άνω υποπαραγράφου γ΄ του παρόντος άρθρου, εφόσον αυτός ο οργανισμός έχει αναγνωριστεί από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών, καθώς και ii) την αντιστοίχιση των πιστοληπτικών αξιολογήσεων του κατά την ανωτέρω περίπτωση αναγνωρισμένου οργανισμού, την οποία έχουν καθορίσει οι αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών
  11. Καθορίζει το είδος και τη συχνότητα υποβολής στοιχείων από τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις που υπόκεινται στην εποπτεία της με βάση τον παρόντα νόμο
  12. Δύναται να επιτρέπει τη χρήση από τα πιστωτικά ιδρύματα των πιστοληπτικών αξιολογήσεων οργανισμών εξαγωγικών πιστώσεων για τους σκοπούς στάθμισης ανοιγμάτων έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, σύμφωνα με τις αποφάσεις της περί των «Σταθμισμένων κατά Κίνδυνο Χρηματοδοτικών Ανοιγμάτων, σύμφωνα με την Τυποποιημένη Προσέγγιση», εάν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
  13. i) πρόκειται για συναινετική βαθμολόγηση κινδύνου από οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων που συμμετέχουν στο «Διακανονισμό περί κατευθυντηρίων γραμμών στον τομέα των εξαγωγικών πιστώσεων οι οποίες τυγχάνουν δημόσιας στήριξης» του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.) ή ii) ο οργανισμός εξαγωγικών πιστώσεων δημοσιεύει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις του και εφαρμόζει τη μεθοδολογία που έχει συμφωνηθεί στο πλαίσιο του Ο.Ο.Σ.Α. και η πιστοληπτική αξιολόγηση συνδέεται με ένα από τα οκτώ ελάχιστα ασφάλιστρα εξαγωγικών πιστώσεων (Ε.Α.Ε.Π.) που προβλέπονται από τη μεθοδολογία αυτή.
6.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τα πιστωτικά ιδρύματα και τα λοιπά εποπτευόμενα από αυτήν πρόσωπα οφείλουν να παρέχουν στους συναλλασσόμενους με αυτά ως προς τους όρους των συναλλαγών τους, για τη διασφάλιση της διαφάνειας και σαφήνειας
7.  
    Οι κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος ασκούνται με Πράξη του Διοικητή της ή εξουσιοδοτημένου από αυτόν οργάνου. Με όμοια Πράξη δύνανται να θεσπίζονται, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη περί ενσωμάτωσης των κοινοτικών διατάξεων στην ελληνική έννομη τάξη, οι ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν κατά κύριο λόγο τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος. Για την άσκηση, ειδικώς, της νομοθετικής εξουσίας, που αφορά στην ενσωμάτωση της κοινοτικής νομοθεσίας, απαιτείται η προηγούμενη ενημέρωση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών.
Άρθρο 26
1.  
    Κάθε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα οφείλει να διαθέτει άρτιο και αποτελεσματικό σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης, που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει ή ενδέχεται να αναλάβει, καθώς και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών
2.  
    Το πλαίσιο, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο πρέπει να είναι επαρκείς και ανάλογοι προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του πιστωτικού ιδρύματος και να καλύπτουν, πλην των άλλων, και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις παρεχόμενες από το πιστωτικό ίδρυμα επενδυτικές υπηρεσίες, κατά τα εκάστοτε προβλεπόμενα από τις σχετικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από πιστωτικά ιδρύματα
Άρθρο 27
1.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να διαθέτουν ίδια κεφάλαια, τα στοιχεία των οποίων ορίζονται με γενικής ισχύος απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, τα οποία, σε διαρκή βάση πρέπει να υπερβαίνουν ή να ισούνται με το άθροισμα των κάτωθι κεφαλαιακών απαιτήσεων που υπολογίζονται, σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος:
  1. των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του πιστωτικού κινδύνου, περιλαμβανομένου και του κινδύνου απομείωσης εισπρακτέων απαιτήσεων, για το σύνολο των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, με εξαίρεση τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και τα αφαιρούμενα από τα ίδια κεφάλαια στοιχεία ενεργητικού.
  2. Οι κεφαλαιακές αυτές απαιτήσεις θα πρέπει να είναι ίσες με το 8% του συνόλου των σταθμισμένων κατά κίνδυνο χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, όπως αυτά υπολογίζονται σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος,.
  3. των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι των κινδύνων συναλλάγματος, βασικών εμπορευμάτων και του λειτουργικού κινδύνου για το σύνολο των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων και
  4. των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι των κινδύνων θέσης, διακανονισμού και αντισυμβαλλομένου και των υπερβάσεων των ορίων των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, που απορρέουν από τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και επιτρέπονται με βάση τις ισχύουσες σχετικές αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος
2.  
  1. Για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεών τους, τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να επιλέγουν μεταξύ:
  2. i) των μεθοδολογιών, οι οποίες βασίζονται σε προκαθορισμένους συντελεστές, που έχουν καθοριστεί ανά κατηγορία κινδύνου, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα από τις σχετικές αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος με βάση την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία και ii) των πιο εξελιγμένων μεθοδολογιών, οι οποίες βασίζονται σε εσωτερικά υποδείγματα των πιστωτικών ιδρυμάτων
  3. Στην περίπτωση που η, κατά τα ανωτέρω, επιλογή αφορά μια εκ των πιο εξελιγμένων μεθοδολογιών που βασίζονται σε εσωτερικά υποδείγματα, η εφαρμογή της από το πιστωτικό ίδρυμα επιτρέπεται μόνον ύστερα από έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία παρέχεται εφόσον κρίνει ότι εκπληρώνονται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια, που έχει θέσει
3.  
    Σε περίπτωση αίτησης χορήγησης δανείου ή λοιπών πιστώσεων από πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, οι αιτούντες παρέχουν πλήρη και ακριβή πληροφόρηση για την αξιολόγηση από το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα της φερεγγυότητας και της πιστοληπτικής τους ικανότητας. Τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τους, κατά τη διαβάθμιση των σχετικών κινδύνων με βάση το άρθρο αυτό τυχόν μερική ή ολική άρνηση του αιτούντος να χορηγήσει τέτοιες πληροφορίες. Στις πληροφορίες αυτές δεν περιλαμβάνονται αυτές που σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα.
4.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ορίζει με γενικής ισχύος απόφασή της το ποσοστό του συνόλου των σταθμισμένων κατά κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού, που πρέπει να καλύπτεται με ειδικές κατηγορίες στοιχείων ιδίων κεφαλαίων όπως αυτές ορίζονται σε αποφάσεις γενικής ισχύος της Τράπεζας της Ελλάδος. Το σύνολο των σταθμισμένων κατά κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού ορίζεται ως το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων, όπως αυτές ορίζονται στην παράγραφο 1, πολλαπλασιασμένο με συντελεστή 12,5.
Άρθρο 28
1.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να διαθέτουν αξιόπιστες, αποτελεσματικές και ολοκληρωμένες στρατηγικές και διαδικασίες, για την αξιολόγηση και τη διατήρηση σε διαρκή βάση του ύψους, της σύνθεσης και της κατανομής των ιδίων κεφαλαίων που θεωρούν κατάλληλα για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων τους οποίους έχουν αναλάβει ή τους οποίους ενδέχεται να αναλάβουν (εσωτερικό κεφάλαιο)
2.  
    Οι εν λόγω στρατηγικές και διαδικασίες θα πρέπει να υπόκεινται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση και αξιολόγηση από τα πιστωτικά ιδρύματα ώστε να εξασφαλιστεί ότι παραμένουν πλήρεις και αναλογικές προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του πιστωτικού ιδρύματος
Άρθρο 29
1.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να δημοσιοποιούν, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, τα κατάλληλα, με βάση τα κριτήρια που καθορίζει η Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με το άρθρο 25 του παρόντος νόμου, στοιχεία και πληροφορίες, όσον αφορά την οικονομική τους θέση και την ακολουθούμενη από αυτά πολιτική ως προς την ανάληψη και διαχείριση κινδύνων με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας της αγοράς. Επίσης, οφείλουν, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 26 του παρόντος νόμου, να υιοθετούν πολιτική συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης που εκάστοτε θεσπίζει η Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει του άρθρου 25 του παρόντος νόμου, καθώς και πολιτικές αξιολόγησης των δημοσιοποιήσεων όσον αφορά ιδίως την καταλληλότητα, την επαλήθευση και τη συχνότητά τους.
2.  
  1. Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να προσδιορίζουν τον κατάλληλο τρόπο, τόπο, συχνότητα και μέσο επαλήθευσης για την αποτελεσματική συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης, που απορρέουν από τον παρόντα νόμο.
  2. Στο μέτρο του δυνατού, όλες οι δημοσιοποιήσεις πραγματοποιούνται με τα ίδια μέσα ή στον ίδιο τόπο.
  3. Εάν οι σχετικές δημοσιοποιήσεις δεν περιλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, στις τελευταίες θα πρέπει να αναφέρεται το μέσο και ο τόπος, όπου οι εν λόγω δημοσιοποιήσεις υπάρχουν διαθέσιμες.
  4. Κατά παρέκκλιση του εδαφίου α΄ της παρούσας παραγράφου τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να μην προβούν σε μία ή περισσότερες δημοσιοποιήσεις βάσει των κριτηρίων της ουσιαστικότητας ή και της εμπιστευτικότητας που καθορίζονται με τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης πληροφοριών από τα πιστωτικά ιδρύματα.
  5. Στις περιπτώσεις αυτές το πιστωτικό ίδρυμα δηλώνει στις δημοσιοποιήσεις του το γεγονός ότι δεν δημοσιοποιούνται τα συγκεκριμένα πληροφοριακά στοιχεία και το λόγο της μη δημοσιοποίησής τους και αντ’ αυτών δημοσιοποιεί γενικότερου τύπου πληροφορίες σχετικά με το θέμα για το οποίο υπάρχει υποχρέωση δημοσιοποίησης, εκτός εάν για τα σχετικά στοιχεία πληρούνται οι προϋποθέσεις των δύο προαναφερθέντων κριτηρίων.
3.  
  1. Τα πιστωτικά ιδρύματα, εάν υποβληθεί σχετικό αίτημα, οφείλουν να επεξηγούν, στις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που έχουν υποβάλει αίτηση χορήγησης δανείου την απόφασή τους σχετικά με την πιστοληπτική διαβάθμιση της αιτούσας που έχουν διενεργήσει, στο πλαίσιο εφαρμογής των σχετικών αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος περί υπολογισμού των σταθμισμένων χρηματοδοτικών τους ανοιγμάτων με τη μέθοδο των εσωτερικών διαβαθμίσεων
  2. Οι επεξηγήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο α΄ της παρούσας παραγράφου παρέχονται γραπτώς εφόσον ζητηθεί, σύμφωνα με Κώδικα Δεοντολογίας της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών που θεσπίζεται για το σκοπό αυτόν.
  3. Το διοικητικό κόστος για την παροχή των ανωτέρω επεξηγήσεων θα πρέπει να είναι ανάλογο του ποσού του δανείου.
  4. Σε περίπτωση που τα πιστωτικά ιδρύματα δεν προβούν σε εύλογο χρονικό διάστημα στην υιοθέτηση του σχετικού Κώδικα Δεοντολογίας ή εφόσον η εφαρμογή του καταδειχθεί ανεπαρκής, η Τράπεζα της Ελλάδος θεσπίζει τις κατάλληλες ρυθμίσεις
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΣΕ ΑΤΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ
Άρθρο 30
1.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 26 και 27 του παρόντος νόμου και στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος περί μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, σε ατομική βάση
2.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία εδρεύουν στην Ελλάδα και δεν υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία στην Ελλάδα με βάση τον παρόντα νόμο ή εξαιρούνται από την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην Ελλάδα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 37 του παρόντος νόμου, οφείλουν να συμμορφώνονται σε ατομική βάση με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και στα άρθρα 23 και 28 του παρόντος νόμου
3.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία εδρεύουν στην Ελλάδα και δεν υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία σε κανένα κράτος-μέλος ή εξαιρούνται από την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δυνάμει του παρόντος νόμου και των σχετικών διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας ή εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος κρίνει ότι τα δημοσιοποιήσιμα από τα πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, στοιχεία και πληροφορίες δεν περιλαμβάνονται σε συγκρίσιμες δημοσιοποιήσεις παρεχόμενες σε ενοποιημένη βάση από μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα υποκείμενη σε ισοδύναμες υποχρεώσεις δημοσιοποίησης, οφείλουν να συμμορφώνονται, σε ατομική βάση, με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 29 του παρόντος νόμου
Άρθρο 31
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να επιτρέπει την εξαίρεση από την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του παρόντος νόμου πιστωτικού ιδρύματος:
  1. που αποτελεί θυγατρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, εφόσον τόσο η θυγατρική επιχείρηση όσο και το μητρικό πιστωτικό ίδρυμα έχουν άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος και η θυγατρική επιχείρηση περιλαμβάνεται στην ασκούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία του πιστωτικού ιδρύματος που αποτελεί τη μητρική επιχείρηση, και εφόσον συντρέχουν όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις υπό στοιχεία (i) έως (iν) της παρούσας παραγράφου, ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα ίδια κεφάλαια είναι κατάλληλα κατανεμημένα μεταξύ μητρικής επιχείρησης και θυγατρικών της:
  2. i) Δεν υφίσταται ούτε προβλέπεται να υπάρξει οποιοδήποτε ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση των υποχρεώσεων της θυγατρικής από τη μητρική επιχείρηση. ii) Η μητρική επιχείρηση παρέχει ικανοποιητικές αποδείξεις στην Τράπεζα της Ελλάδος όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής επιχείρησης και έχει δηλώσει, με τη συγκατάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, ότι εγγυάται πλήρως τις υποχρεώσεις τις οποίες αναλαμβάνει η θυγατρική ή ότι οι κίνδυνοι της θυγατρικής είναι αμελητέοι. iii) Οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων καλύπτουν και το εξαιρούμενο θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα. iν) Η μητρική επιχείρηση κατέχει περισσότερο από το 50% των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της θυγατρικής επιχείρησης και/ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να παύει την πλειοψηφία των προσώπων του συλλογικού οργάνου διοίκησης στα οποία έχουν ανατεθεί τα καθήκοντα που αναφέρονται στο στοιχείο (i) του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου,.
  3. Που αποτελεί θυγατρική επιχείρηση χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, εφόσον η εν λόγω μητρική επιχείρηση έχει συσταθεί στην Ελλάδα και υπόκειται στο ίδιο καθεστώς εποπτείας με τα πιστωτικά ιδρύματα με βάση ιδίως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 35 του παρόντος νόμου
  4. Που αποτελεί μητρική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και υπόκειται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση από την Τράπεζα της Ελλάδος με βάση το άρθρο 34 και επιπροσθέτως συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις ούτως ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα ίδια κεφάλαια είναι κατάλληλα κατανεμημένα μεταξύ μητρικής επιχείρησης και θυγατρικών της:
  5. i) Δεν υφίσταται ούτε προβλέπεται να υπάρξει οποιοδήποτε ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων της μητρικής από θυγατρική επιχείρηση ή τις θυγατρικές επιχειρήσεις της. ii) Οι διαδικασίες σε ενοποιημένη βάση, όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων καλύπτουν και το εξαιρούμενο μητρικό πιστωτικό ίδρυμα.
2.  
    Στην περίπτωση χρήσης της διακριτικής ευχέρειας του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών-μελών και δημοσιοποιεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50 του παρόντος νόμου τις ακόλουθες πληροφορίες:
  1. τα κριτήρια, με βάση τα οποία διασφαλίζεται ότι δεν υφίσταται ούτε προβλέπεται να υπάρξει ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την κάλυψη υποχρεώσεων, κατά τα προβλεπόμενα στο στοιχείο (i) του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου,
  2. τον αριθμό των μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων που εμπίπτουν στην εξαίρεση που προβλέπεται στο εδάφιο γ΄ της ανωτέρω παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και πόσες εξ αυτών διαθέτουν θυγατρικές επιχειρήσεις σε τρίτη χώρα,
  3. συνολικά, όσον αφορά την Ελλάδα:
  4. (i) το συνολικό ύψος των ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση των μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων που εμπίπτουν στην εξαίρεση κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο γ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, το οποίο διατηρείται σε θυγατρικές επιχειρήσεις που εδρεύουν σε τρίτες χώρες, (ii) το ποσοστό των συνολικών ιδίων κεφαλαίων του στοιχείου (i) του παρόντος εδαφίου επί των συνολικών ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση των ανωτέρω μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων που αντιπροσωπεύουν ίδια κεφάλαια των θυγατρικών τους σε τρίτες χώρες, (iii) το ποσοστό που αντιπροσωπεύει το ύψος των κατά τα προβλεπόμενα στο στοιχείο (i) ανωτέρω ιδίων κεφαλαίων επί των συνολικών ελάχιστων απαιτούμενων, βάσει του άρθρου 27 του παρόντος νόμου ιδίων κεφαλαίων των ανωτέρω μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων
Άρθρο 32
1.  
    Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιτρέψει, κατά περίπτωση, σε μητρικά πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα στην Ελλάδα να συμπεριλάβουν στον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων και των κεφαλαιακών απαιτήσεών τους, για τους σκοπούς εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του παρόντος νόμου, θυγατρικές τους που πληρούν τα κριτήρια των στοιχείων (iii) και (iν) του εδαφίου α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του παρόντος νόμου και των οποίων τα ουσιώδη χρηματοδοτικά ανοίγματα ή οι ουσιώδεις υποχρεώσεις υφίστανται έναντι των εν λόγω μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων
2.  
    Η δυνατότητα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου παρέχεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το μητρικό πιστωτικό ίδρυμα αποδεικνύει πλήρως στην Τράπεζα της Ελλάδος τις συνθήκες και τις ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων των νομικών ρυθμίσεων, βάσει των οποίων δεν υφίσταται ούτε προβλέπεται να υπάρξει οποιοδήποτε ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση οφειλών της θυγατρικής προς τη μητρική επιχείρηση
3.  
    Αν η Τράπεζα της Ελλάδος κάνει χρήση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στην ανωτέρω παραγράφο 1 του παρόντος άρθρου:
  1. ενημερώνει τακτικά, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών ή της τρίτης χώρας - αν η θυγατρική επιχείρηση εδρεύει σε τρίτη χώρα - σχετικά με το περιεχόμενο της εφαρμογής της εν λόγω διακριτικής ευχέρειας,
  2. δημοσιοποιεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50 του παρόντος νόμου, τις αντίστοιχες πληροφορίες, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 31 του παρόντος νόμου
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΣΕ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΒΑΣΗ
Άρθρο 33 "Για τους σκοπούς του κεφαλαίου αυτού του νόμου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:"
1.  
    Μητρική επιχείρηση: Η επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 14 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, χωρίς όμως το συνυπολογισμό στα ποσοστά της μητρικής των ποσοστών συμμετοχής και των δικαιωμάτων κάθε άλλης επιχείρησης που είναι θυγατρική της ή θυγατρική θυγατρικής της, καθώς και κάθε επιχείρηση η οποία, κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος, ασκεί πράγματι δεσπόζουσα επιρροή επί άλλης επιχείρησης
2.  
    Θυγατρική επιχείρηση: Η επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 15 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, χωρίς όμως το συνυπολογισμό στα ποσοστά της μητρικής των ποσοστών συμμετοχής και των δικαιωμάτων κάθε άλλης επιχείρησης που είναι θυγατρική της ή θυγατρική θυγατρικής της καθώς και κάθε επιχείρηση επί της οποίας η μητρική επιχείρηση ασκεί πράγματι, κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος, δεσπόζουσα επιρροή
3.  
    Μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ελλάδα: Πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο διαθέτει θυγατρικό πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή το οποίο κατέχει συμμετοχή σε τέτοιο ίδρυμα και το οποίο δεν αποτελεί το ίδιο θυγατρική άλλου πιστωτικού ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών με έδρα στην Ελλάδα
4.  
    Μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος-μέλος: Χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, η οποία δεν αποτελεί η ίδια θυγατρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος-μέλος ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών με έδρα στο ίδιο κράτος-μέλος
5.  
    Μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ε.Ε.: «Μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος-μέλος», το οποίο δεν αποτελεί θυγατρική επιχείρηση άλλου πιστωτικού ιδρύματος με έδρα σε άλλο κράτος-μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών με έδρα σε οποιοδήποτε κράτος-μέλος.
6.  
    Μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ε.Ε.: Μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος-μέλος, η οποία δεν αποτελεί θυγατρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος με έδρα σε οποιοδήποτε κράτος-μέλος ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος-μέλος.
7.  
    Χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών: Χρηματοδοτικό ίδρυμα, του οποίου οι θυγατρικές επιχειρήσεις είναι, αποκλειστικώς ή κυρίως, πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ενώ μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές αυτές επιχειρήσεις είναι πιστωτικό ίδρυμα, και το οποίο δεν είναι Μικτή Χρηματοοικονομική Εταιρεία Συμμετοχών κατά την έννοια της παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006.
8.  
    Μικτή εταιρεία συμμετοχών: Μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή πιστωτικό ίδρυμα ή Μικτή Χρηματοοικονομική Εταιρεία Συμμετοχών κατά την έννοια της παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 και μεταξύ των θυγατρικών της οποίας περιλαμβάνεται ένα τουλάχιστον πιστωτικό ίδρυμα.
9.  
    Επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών: Επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατοχή ή διαχείριση ακινήτων, στην παροχή υπηρεσιών πληροφορικής ή σε κάθε άλλη παρεμφερή δραστηριότητα βοηθητικού χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια δραστηριότητα ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων
10.  
    Συμμετοχή: Η συμμετοχή κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 42 ε του κ.ν. 2190/1920 ή η άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 20% των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου μίας επιχείρησης.
Άρθρο 34
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση επί των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα και:
  1. αποτελούν «μητρικά πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα στην Ελλάδα» ή «μητρικά πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα στην Ε.Ε.» ή.
  2. έχουν ως μητρική επιχείρηση μία «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος - μέλος» ή μία «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ε.Ε.», εφόσον αυτές έχουν συσταθεί στην Ελλάδα ή, στην περίπτωση που έχουν συσταθεί σε άλλο κράτος-μέλος, δεν διαθέτουν θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα στο κράτος αυτό ή σε άλλο κράτος-μέλος εκτός της Ελλάδας.
2.  
    Στις περιπτώσεις που:
  1. πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα έχει ως μητρικές επιχειρήσεις περισσότερες της μίας χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών με κεντρικά γραφεία σε διαφορετικά κράτη - μέλη, περιλαμβανομένης της Ελλάδας και υπάρχουν και άλλα θυγατρικά πιστωτικά ιδρύματα σε περισσότερα από ένα από τα εν λόγω κράτη-μέλη, ή
  2. πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα έχει ως μητρική επιχείρηση την ίδια χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών με θυγατρικά πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη σε κανένα από τα οποία όμως δεν έχει την καταστατική της έδρα η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα διαθέτει το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού σε σχέση με τα λοιπά θυγατρικά πιστωτικά ιδρύματα, ή σε διαφορετική περίπτωση, ασκείται από την αρμόδια αρχή που χορήγησε την άδεια λειτουργίας στο πιστωτικό ίδρυμα με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, το οποίο, για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, θεωρείται ως το πιστωτικό ίδρυμα το ελεγχόμενο από «μητρική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ε.Ε.».
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση καταρτίζει κατάλογο των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, που αναφέρονται στο άρθρο 35 του παρόντος νόμου, ο οποίος κοινοποιείται στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών-μελών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή
4.  
    Η εποπτεία της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών σε ενοποιημένη βάση δεν συνεπάγεται την υποχρέωση της Τράπεζας της Ελλάδος να ασκεί επί της εταιρείας αυτής εποπτεία σε ατομική βάση
5.  
    Στην ενοποίηση που πραγματοποιείται για εποπτι-κούς σκοπούς επί των πιστωτικών ιδρυμάτων περιλαμβάνονται οι ακόλουθες επιχειρήσεις, εφόσον συνιστούν θυγατρικές τους ή εφόσον υφίσταται συμμετοχή των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αυτές, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 40 του παρόντος νόμου: Τα πιστωτικά ιδρύματα, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, οι επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, καθώς και κάθε άλλη επιχείρηση που: α) κριθεί, κατά περίπτωση, από την Τράπεζα της Ελλάδος ότι η ενοποίησή της συμβάλλει ουσιωδώς στην αποτελεσματική άσκηση της εποπτικής της αρμοδιότητας όσον αφορά ιδίως την αξιολόγηση της κεφαλαιακής επάρκειας και συγκέντρωσης κινδύνων ή β) ενοποιείται στις δημοσιευόμενες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του πιστωτικού ιδρύματος και συντρέχουν ως προς την επιχείρηση αυτή οι προϋποθέσεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του παρόντος νόμου και εφόσον η ενοποίησή της δεν κρίνεται πιθανό ότι θα οδηγήσει σε λανθασμένη εκτίμηση όσον αφορά την αξιολόγηση της κεφαλαιακής επάρκειας και της συγκέντρωσης κινδύνων από την Τράπεζα της Ελλάδος
6.  
    Με την επιφύλαξη των αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος περί μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, εάν η μητρική επιχείρηση ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων είναι μικτή εταιρεία συμμετοχών, η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί γενική εποπτεία στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και της μικτής εταιρείας συμμετοχών και των θυγατρικών της
7.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος θεσπίζει τις απαιτούμενες ρυθμίσεις για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και ελέγχει τη συμμόρφωση των υποκείμενων σε αυτήν επιχειρήσεων προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο
Άρθρο 35
1.  
  1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 30, 31 και 32 του παρόντος νόμου, τα πιστωτικά ιδρύματα που υπόκεινται στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος σε ενοποιημένη βάση, δυνάμει του παρόντος νόμου, συμμορφώνονται, στο βαθμό και με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 40, με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στα άρθρα 23, 27, 28 και στις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος περί μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, βάσει της ενοποιημένης οικονομικής κατάστασης του μητρικού πιστωτικού ιδρύματος ή της μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, κατά περίπτωση
  2. Όταν μια «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος-μέλος» ελέγχει περισσότερα του ενός πιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα, το ανωτέρω εδάφιο α΄ της παρούσας παραγράφου ισχύει μόνο για το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο ασκείται εποπτεία σε ενοποιημένη βάση δυνάμει του παρόντος νόμου
2.  
    Τα θυγατρικά πιστωτικά ιδρύματα τηρούν τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και σε υποενοποιημένη βάση όταν αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα ή η μητρική επιχείρηση, εφόσον πρόκειται για χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, διαθέτουν σε τρίτη χώρα, θυγατρική επιχείρηση που αποτελεί πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με τον ορισμό της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (ΦΕΚ 84 Α΄) ή διαθέτουν συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση.
3.  
    Οι μητρικές και θυγατρικές επιχειρήσεις, που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου, οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στο άρθρο 26 αυτού σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι οι εσωτερικές ρυθμίσεις, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζουν χαρακτηρίζονται από συνέπεια και είναι ολοκληρωμένοι και ότι μπορούν να χορηγούν όλα τα απαιτούμενα για την εποπτεία στοιχεία και πληροφορίες
Άρθρο 36
1.  
    Τα «Εγκατεστημένα στην Ε.Ε. μητρικά πιστωτικά ιδρύματα», καθώς και τα πιστωτικά ιδρύματα που ελέγχονται από «Μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ε.Ε.», που υπόκεινται στην εποπτεία που ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος σε ενοποιημένη βάση, δυνάμει του παρόντος νόμου, συμμορφώνονται εκτός από τις υποχρεώσεις του άρθρου 35 και με τις υποχρεώσεις που θεσπίζει το άρθρο 29 του παρόντος νόμου, βάσει της ενοποιημένης οικονομικής κατάστασης του πιστωτικού ιδρύματος ή της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, κατά περίπτωση.
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο άσκησης εποπτείας σε ενοποιημένη βάση:
  1. καθορίζει τις πληροφορίες που δημοσιοποιούν σε ατομική ή σε υποενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις:
  2. i) οι σημαντικές θυγατρικές «Μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων εγκατεστημένων στην Ε.Ε.», καθώς και ii) οι σημαντικές θυγατρικές «Μητρικών χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών εγκατεστημένων στην Ε.Ε.»,.
  3. δύναται να αποφασίσει να μην εφαρμόσει εν μέρει ή εν όλω τις διατάξεις του παρόντος άρθρου στην περίπτωση πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία υπόκεινται σε συγκρίσιμες δημοσιοποιήσεις παρεχόμενες σε ενοποιημένη βάση από μητρική επιχείρηση που εδρεύει σε τρίτη χώρα
Άρθρο 37
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί στις ακόλουθες περιπτώσεις να μην υπαγάγει στην σε ενοποιημένη βάση εποπτεία πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που αποτελούν θυγατρικές επιχειρήσεις ή στις οποίες υφίσταται συμμετοχή, εφόσον συντρέχει μία τουλάχιστον από τις πιο κάτω προϋποθέσεις:
  1. η επιχείρηση βρίσκεται σε τρίτη χώρα όπου υπάρχουν νομικά εμπόδια στη διαβίβαση των αναγκαίων πληροφοριών,
  2. η επιχείρηση είναι, κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος, αμελητέα σε σχέση με τους στόχους της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων ή ο συνολικός ισολογισμός της εν λόγω επιχείρησης δεν υπερβαίνει το χαμηλότερο από τα ακόλουθα δύο ποσά:
  3. i) δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ, ή ii) το 1% του συνολικού ισολογισμού της μητρικής ή της κατέχουσας τη συμμετοχή επιχείρησης,.
  4. κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της επιχείρησης αντενδείκνυται ή θα μπορούσε να οδηγήσει σε λανθασμένη εκτίμηση όσον αφορά τους στόχους της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων
2.  
    Κατ’ εξαίρεση, αν περισσότερες της μίας επιχειρήσεις πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, υπάγονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση εφόσον, ως σύνολο, παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον για τους σκοπούς της εποπτείας
Άρθρο 38
1.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να διαθέτουν κατάλληλες διαδικασίες για τη διαχείριση των κινδύνων και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων των ορθών διαδικασιών δημοσίευσης στοιχείων και λογιστικής, ώστε να μπορούν να εντοπίζουν, να υπολογίζουν, να παρακολουθούν και να ελέγχουν κατάλληλα τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται με τη μικτή εταιρεία συμμετοχών η οποία είναι η μητρική τους και τις θυγατρικές της
2.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος εκτός από τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και οποιαδήποτε σημαντική συναλλαγή πραγματοποιείται με τις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Οι διαδικασίες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και οι προαναφερόμενες σημαντικές συναλλαγές αποτελούν αντικείμενο ελέγχου από την Τράπεζα της Ελλάδος.
3.  
    Τα πρόσωπα που πράγματι διευθύνουν τις δραστηριότητες μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών πρέπει να διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και την αναγκαία πείρα για την άσκηση των καθηκόντων τους, κατ’ αντιστοιχία με τα προβλεπόμενα για τα πιστωτικά ιδρύματα με βάση το εδάφιο γ΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου
4.  
  1. Τα πιστωτικά ιδρύματα και όλες οι λοιπές επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση υποχρεούνται να παρέχουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών - μελών, κατά περίπτωση, όλες τις πληροφορίες και τα στοιχεία που οι εν λόγω αρχές ζητούν για την άσκηση της εν λόγω εποπτείας.
  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί επίσης από τις μεικτές εταιρείες συμμετοχών και τις θυγατρικές τους είτε απευθείας είτε μέσω των θυγατρικών πιστωτικών ιδρυμάτων, που υπόκεινται στην εποπτεία της σε ενοποιημένη βάση, την ανακοίνωση κάθε χρήσιμης πληροφορίας για την άσκηση της εποπτείας των θυγατρικών πιστωτικών ιδρυμάτων.
  3. Αντίστοιχη υποχρέωση υποβολής των εν λόγω πληροφοριακών στοιχείων προς τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών υπέχουν οι μεικτές εταιρείες συμμετοχών που εδρεύουν στην Ελλάδα και υπάγονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση των αρχών αυτών.
  4. Η συγκέντρωση και κατοχή πληροφοριών από την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και η ανταλλαγή πληροφοριών με τις άλλες εποπτικές αρχές, στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, που αφορούν τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένων των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, των επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών, των μεικτών εταιρειών συμμετοχών και των θυγατρικών των προαναφερόμενων επιχειρήσεων ή των επιχειρήσεων, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 39 του παρόντος νόμου, δεν δημιουργεί υποχρέωση της Τράπεζας της Ελλάδος να ασκεί εποπτεία σε ατομική βάση επί των επιχειρήσεων αυτών εφόσον δεν προβλέπεται από ειδικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας
5.  
    Οι επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, οι μεικτές εταιρείες συμμετοχών και οι θυγατρικές τους, ή οι αναφερόμενες στο άρθρο 39 του παρόντος νόμου θυγατρικές επιχειρήσεις, δύνανται να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες χρήσιμες για τη διευκόλυνση της άσκησης της εποπτείας που ασκείται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, μη εφαρμοζομένων στις περιπτώσεις αυτές τυχόν ισχυόντων περιορισμών ως προς την κοινοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών
Άρθρο 39
1.  
    Όταν οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους-μέλους δεν υπάγουν στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας τους που ενσωματώνει τις διατάξεις των στοιχείων β΄ και γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 73 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ, ένα θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητά από τη μητρική του επιχείρηση πληροφορίες για τη διευκόλυνση της ασκούμενης από αυτήν εποπτείας. Αντίστοιχα, μητρική επιχείρηση που εδρεύει στην Ελλάδα υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών-μελών, όταν η Τράπεζα της Ελλάδος εξαιρεί, με βάση τον παρόντα νόμο, από την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση πιστωτικά ιδρύματα θυγατρικές της επιχείρησης αυτής που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη.
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης να ζητά από τις θυγατρικές επιχειρήσεις ενός πιστωτικού ιδρύματος ή μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, οι οποίες δεν υπόκεινται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, κάθε χρήσιμη σχετική πληροφορία. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 38 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 48 του παρόντος νόμου διαδικασίες διαβίβασης και επαλήθευσης των πληροφοριών.
Άρθρο 40
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση την ολική ενοποίηση των οικονομικών καταστάσεων των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που αποτελούν θυγατρικές της μητρικής επιχείρησης που υπόκειται στην εποπτεία αυτή, με βάση το άρθρο 34 του παρόντος νόμου
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται ωστόσο να απαιτήσει μόνον αναλογική ενοποίηση στην περίπτωση που, κατά τη γνώμη της, η ευθύνη της μητρικής επιχείρησης, η οποία κατέχει τη συμμετοχή περιορίζεται στο τμήμα του κεφαλαίου που κατέχει, λαμβανομένης υπόψη της ευθύνης των άλλων μετόχων ή εταίρων των οποίων η φερεγγυότητα είναι ικανοποιητική. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαιτεί, για τους σκοπούς εφαρμογής της παρούσας παραγράφου, ότι η ευθύνη των άλλων μετόχων και εταίρων πρέπει να προκύπτει από την έγγραφη ανάληψη συμβατικών δεσμεύσεων.
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί την αναλογική ενοποίηση των συμμετοχών σε πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, οι οποίες διακρατούνται από επιχείρηση που συμπεριλαμβάνεται στην ενοποίηση και η οποία διευθύνει από κοινού με μία ή περισσότερες επιχειρήσεις μη συμπεριλαμβανόμενες στην ενοποίηση, σε περίπτωση που η ευθύνη των εν λόγω επιχειρήσεων περιορίζεται στο τμήμα του κεφαλαίου που κατέχουν
4.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει ενοποίηση στην περίπτωση που επιχειρήσεις συνδέονται με σχέση κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 96 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει.
5.  
    Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 έως 4 του παρόντος άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αποφασίζει, κατά περίπτωση, αν και με ποια μορφή θα γίνει η ενοποίηση:
  1. στις υπόλοιπες, πλην των αναφερομένων στις παραγράφους 1 έως 4 του παρόντος άρθρου, περιπτώσεις συμμετοχών ή κεφαλαιακού δεσμού,
  2. όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα ασκεί, κατά την κρίση της, σημαντική επιρροή επί ενός ή πλειόνων πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, χωρίς όμως να διαθέτει συμμετοχή ή άλλο κεφαλαιακό δεσμό με αυτά, και
  3. όταν δύο ή περισσότερα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα τίθενται υπό ενιαία διοίκηση, χωρίς να απαιτείται για το σκοπό αυτόν σχετική σύμβαση ή ρήτρα του καταστατικού.
  4. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται επίσης κατά περίπτωση να επιτρέπει ή να επιβάλει τη χρησιμοποίηση της μεθόδου της καθαρής θέσεως.
  5. Η εφαρμογή της μεθόδου αυτής όμως δεν λογίζεται ως ενοποίηση για τους σκο-πούς εφαρμογής των εποπτικών κανόνων.
6.  
    Οι προβλεπόμενες στον παρόν άρθρο διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των επιχειρήσεων επικουρικών υπηρεσιών και των εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (ΦΕΚ 84 Α΄), εφόσον αυτές υπόκεινται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση που η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί με βάση τον παρόντα νόμο.
7.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει και εξειδικεύει με αποφάσεις της τα της εφαρμογής του παρόντος άρθρου
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΕΠΟΠΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΣΕ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΒΑΣΗ
Άρθρο 41 "Συντονιστικός ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος"
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος, ενεργώντας υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση επί των «μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων εγκατεστημένων στην Ε.Ε.» και των πιστωτικών ιδρυμάτων που ελέγχονται από «μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες εγκατεστημένες στην Ε.Ε.», με βάση τον παρόντα νόμο, οφείλει, τόσο σε περίοδο ομαλής λειτουργίας όσο και σε περίπτωση κρίσης που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη-μέλη όπου επιχειρήσεις υποκείμενες στην εν λόγω εποπτεία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας: α) να συντονίζει τη συγκέντρωση και τη γνωστοποίηση στις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών-μελών των σχετικών και ουσιωδών για την άσκηση της εποπτείας πληροφοριών, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του παρόντος νόμου, β) να σχεδιάζει και να συντονίζει σε συνεργασία με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών-μελών τις εποπτικές ενέργειες, που αφορούν στην εφαρμογή του παρόντος νόμου και της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων αυτών που συνδέονται με την εφαρμογή της παραγράφου 5 του άρθρου 25 του παρόντος νόμου.
Άρθρο 42
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών-μελών για τους σκοπούς της άσκησης της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και τους διαβιβάζει:
  1. κατόπιν αιτήσεώς τους, τις σχετικές με την άσκηση των αντίστοιχων εποπτικών καθηκόντων τους πληροφορίες.
  2. Για τον προσδιορισμό του εύρους των σχετικών πληροφοριών που διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών-μελών, οι οποίες ασκούν εποπτεία επί θυγατρικών επιχειρήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων που υπόκεινται στην εποπτεία της σε ενοποιημένη βάση, λαμβάνεται υπόψη η σπουδαιότητα των εν λόγω θυγατρικών επιχειρήσεων για το χρηματοπιστωτικό σύστημα των αντίστοιχων κρατών-μελών,.
  3. με δική της πρωτοβουλία, τις πληροφορίες που θεωρούνται ουσιώδεις υπό την έννοια ότι μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την εκτίμηση για την χρηματοοικονομική κατάσταση ενός πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος σε άλλο κράτος-μέλος.
  4. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν, ειδικότερα, τα εξής:
  5. i) τον προσδιορισμό της διάρθρωσης όλων των μείζονος σημασίας πιστωτικών ιδρυμάτων ενός ομίλου, καθώς και των αρμόδιων αρχών τους, ii) τις διαδικασίες συγκέντρωσης πληροφοριών από τα πιστωτικά ιδρύματα ενός ομίλου και της επαλήθευσης των πληροφοριών αυτών, iii) αρνητικές εξελίξεις σε πιστωτικά ιδρύματα ή άλλες επιχειρήσεις ενός ομίλου που δύνανται να επηρεάσουν σοβαρά την οικονομική κατάσταση των πιστωτικών ιδρυμάτων, iν) σημαντικές κυρώσεις και έκτακτα μέτρα που έλαβε η Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, περιλαμβανομένης της επιβολής πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου 62 του παρόντος νόμου, καθώς και της επιβολής οποιουδήποτε ορίου όσον αφορά τη χρήση της εξελιγμένης μεθοδολογίας για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για το λειτουργικό κίνδυνο βάσει των ισχυουσών σχετικών αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος.
2.  
    Σε περίπτωση που η Τράπεζα της Ελλάδος χρειάζεται για την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση πληροφορίες, οι οποίες έχουν ήδη παρασχεθεί στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών-μελών, επικοινωνεί με αυτές, προκειμένου να αποφευχθεί, κατά το δυνατόν, η διπλή υποβολή πληροφοριών από τα εποπτευόμενα ιδρύματα στις επί μέρους αρμόδιες αρχές που εμπλέκονται στην εποπτεία
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ανταλλάσσει επίσης με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που μπορούν να επιτρέψουν ή να διευκολύνουν την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, στις περιπτώσεις που η μητρική επιχείρηση και το ή τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι θυγατρικές της επιχείρησης αυτής είναι εγκατεστημένα σε διαφορετικά κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα
Άρθρο 43 "Ενημέρωση αρμόδιων και λοιπών αρχώνσε περίπτωση κρίσης"
1.  
    Σε περίπτωση κρίσης εντός τραπεζικού ομίλου, που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη-μέλη, όπου επιχειρήσεις του ομίλου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργώντας με την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής για την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ειδοποιεί, το συντομότερο δυνατό, στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 60, του παρόντος νόμου τις εμπλεκόμενες, κατά περίπτωση, κεντρικές τράπεζες, ή τους τυχόν άλλους οργανισμούς που ασκούν νομισματική πολιτική σε κράτη-μέλη, καθώς και τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων
Άρθρο 44
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται στενά με τις λοιπές εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών, προκειμένου:
  1. να αποφασισθεί, από κοινού, εάν θα εγκριθεί η αίτηση που υποβάλλεται από «μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ε.Ε.» και τις θυγατρικές του, ή από κοινού από τις θυγατρικές επιχειρήσεις μιας «μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην Ε.Ε.» για τη χορήγηση της έγκρισης που απαιτείται σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 27 του παρόντος νόμου και.
  2. να προσδιοριστούν με την πιο πάνω απόφαση οι όροι και προϋποθέσεις που πρέπει ενδεχομένως να πληρούνται για τη χορήγησή της
2.  
    Η αίτηση για την πιο πάνω έγκριση υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή που είναι επιφορτισμένη με την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση των προαναφερόμενων επιχειρήσεων, καθώς και με τα καθήκοντα του άρθρου 41 του παρόντος νόμου, ανεξάρτητα από την ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία εκάστοτε έχει προηγηθεί με σκοπό τη διευκόλυνση της σχετικής διαδικασίας. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια, στο πλαίσιο συμμετοχής της στις κατά τα ανωτέρω διαβουλεύσεις για τη λήψη κοινής σχετικής απόφασης εντός έξι (6) μηνών, το αργότερο, από την παραλαβή της πλήρους αίτησης. Στην περίπτωση που η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργεί ως αρμόδια αρχή, κατά τα αναφερόμενα στην πιο πάνω παράγραφο και στο άρθρο 41 του παρόντος νόμου γνωστοποιεί άμεσα την αίτηση στην πλήρη της μορφή στις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών.
3.  
    Εάν δεν ληφθεί κοινή απόφαση κατά την ανωτέρω διαδικασία εντός του διαστήματος των έξι (6) μηνών, η αρμόδια αρχή που ασκεί τα καθήκοντα που αναφέρονται στο άρθρο 41 του παρόντος νόμου λαμβάνει μόνη της την απόφαση σχετικά με τη χορήγηση, ή μη, της σχετικής έγκρισης
4.  
    Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση διατυπώνεται εγγράφως και διαβιβάζεται στον αιτούντα και στις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές, από την Τράπεζα της Ελλάδος στην περίπτωση που ενεργεί ως αρμόδια αρχή κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 41 του παρόντος νόμου, πλήρως αιτιολογημένη και με τις θέσεις και τις επιφυλάξεις, που οι άλλες αρμόδιες αρχές έχουν εντός του χρονικού διαστήματος των έξι (6) μηνών τυχόν εκφράσει
5.  
    Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος και τις επιχειρήσεις που αφορούν
Άρθρο 45
1.  
    Στην περίπτωση που η Τράπεζα της Ελλάδος πρόκειται να λάβει απόφαση σημαντική σε σχέση με την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων των αρμόδιων αρχών άλλων κρατών-μελών, διαβουλεύεται προηγουμένως μαζί τους, εφόσον η απόφασή της αυτή αφορά:
  1. μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διοικητική διάρθρωση των πιστωτικών ιδρυμάτων ενός ομίλου που απαιτούν την έγκριση ή την παροχή άδειας από τις άλλες αρμόδιες αρχές,
  2. σημαντικές κυρώσεις ή έκτακτα μέτρα που προτίθεται να λάβει η Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, περιλαμβανομένης της επιβολής πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου 62 του παρόντος νόμου, καθώς και της επιβολής οποιουδήποτε ορίου όσον αφορά τη χρήση της εξελιγμένης μεθοδολογίας για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για το λειτουργικό κίνδυνο, βάσει των ισχυουσών σχετικών αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος
2.  
    Ειδικότερα, για τη λήψη αποφάσεων που εμπίπτουν στην ανωτέρω περίπτωση υπό στοιχείο β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, πρέπει να ζητείται πάντοτε η γνώμη της αρμόδιας για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση αρχής. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται ωστόσο να λάβει τις πιο πάνω αποφάσεις χωρίς να προβεί στη διαβούλευση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, σε επείγουσες περιπτώσεις ή στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εν λόγω διαδικασία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα των εν λόγω αποφάσεων. Στην περίπτωση αυτή η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει πάραυτα τις άλλες αρμόδιες αρχές.
Άρθρο 46
1.  
    Προκειμένου να διευκολυνθεί και να καταστεί αποτελεσματική η εποπτεία που ασκεί, η Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος νόμου, συνάπτει έγγραφες συμφωνίες με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών για θέματα συντονισμού και συνεργασίας. Βάσει των συμφωνιών αυτών μπορούν να ανατεθούν πρόσθετα καθήκοντα στην Τράπεζα της Ελλάδος ή σε άλλες αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και να προσδιοριστούν διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων και την εν γένει μεταξύ τους συνεργασία.
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος, ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δύνανται υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε θυγατρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, να εκχωρούν, με διμερή συμφωνία, την εποπτική τους αρμοδιότητα στις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους-μέλους που χορήγησαν την άδεια λειτουργίας και εποπτεύουν το μητρικό πιστωτικό ίδρυμα με σκοπό οι τελευταίες αρχές να αναλάβουν την εποπτεία της θυγατρικής, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας. Με ανάλογη διμερή συμφωνία, η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή μητρικού πιστωτικού ιδρύματος, δύναται να αναλαμβάνει τη με βάση τον παρόντα νόμο εποπτεία θυγατρικής του επιχείρησης.
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα δύναται, κατόπιν συμφωνίας με τις λοιπές αρμόδιες αρχές, άλλων χωρών να παρεκκλίνει από τα κριτήρια που αναφέρονται στα εδάφια α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 34 του παρόντος νόμου, εάν η εφαρμογή τους αντενδείκνυται, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος των πιστωτικών ιδρυμάτων και τη σχετική σπουδαιότητα των δραστηριοτήτων τους στις διάφορες χώρες, και να αναθέσει σε άλλη αρμόδια αρχή ή να αναλάβει από άλλη αρμόδια αρχή την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση. Στις περιπτώσεις αυτές, προτού ληφθεί τέτοια απόφαση, παρέχεται στο εγκατεστημένο στην Ε.Ε. μητρικό πιστωτικό ίδρυμα, ή στην εγκατεστημένη στην Ε.Ε. μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, ή στο πιστωτικό ίδρυμα με τον μεγαλύτερο ισολογισμό η δυνατότητα να εκφέρει γνώμη σχετικά με την απόφαση αυτή.
4.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί τις συμφωνίες που υπάγονται στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία στην περίπτωση της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου τις διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών
Άρθρο 47
1.  
    Όταν πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή εταιρεία συμμετοχών ελέγχει μία ή περισσότερες θυγατρικές επιχειρήσεις που είναι ασφαλιστικές εταιρείες ή επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή άλλου είδους επιχειρήσεις υποκείμενες σε καθεστώς παροχής άδειας, η Τράπεζα της Ελλάδος, η Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και οι αρχές που, κατά περίπτωση, εκάστοτε ασκούν την εποπτεία των λοιπών προαναφερόμενων επιχειρήσεων, συνεργάζονται στενά. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, οι αρχές αυτές κοινοποιούν αμοιβαία όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που μπορούν να διευκολύνουν την εκπλήρωση της αποστολής τους και να εξασφαλίσουν τον έλεγχο της δραστηριότητας και της χρηματοοικονομικής κατάστασης του συνόλου των επιχειρήσεων που ευρίσκονται υπό την εποπτεία τους.
2.  
    Για την αποτελεσματική άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση όσον αφορά ιδίως την κεφαλαιακή επάρκεια τραπεζικών ομίλων στους οποίους περιλαμβάνεται και επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προβλέπουν σε Πρωτόκολλο Συνεργασίας, που θα καταρτιστεί μέχρι 31.10.2007:.
  1. τις διαδικασίες με τις οποίες θα διασφαλίζεται η προηγούμενη ενημέρωση και η εν γένει ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ανωτέρω αρχών, με σκοπό την, κατά το δυνατόν, αποφυγή επικαλύψεων και τη μείωση του διοικητικού κόστους, επί θεμάτων που αφορούν:
  2. i) μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διοικητική διάρθρωση των εποπτευόμενων επιχειρήσεων, ii) σημαντικές κυρώσεις ή έκτακτα μέτρα που κάθε αρχή προτίθεται να λάβει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία,
  3. τη συμμετοχή της κάθε αρχής σε επιτόπιους ελέγχους που διενεργεί άλλη αρχή στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία και
  4. τα της ανάθεσης αρμοδιοτήτων από τη μία αρχή στην άλλη, στο πλαίσιο της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας
3.  
    Αντίστοιχα Πρωτόκολλα Συνεργασίας μπορεί να καταρτισθούν και μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης ή της τελευταίας με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή μεταξύ και των τριών αυτών αρμόδιων αρχών, με περιεχόμενο ανάλογο αυτού που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου
Άρθρο 48
1.  
  1. Όταν, στο πλαίσιο του παρόντος νόμου και των σχετικών διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας, οι αρμόδιες αρχές άλλου κράτους-μέλους επιθυμούν να επαληθεύσουν πληροφορίες σχετικά με πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών, μικτή εταιρεία συμμετοχών και θυγατρικές τους ή θυγατρικές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 39 του παρόντος νόμου που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος οφείλει να ανταποκριθεί στο αίτημα των εν λόγω αρχών είτε διενεργώντας η ίδια το σχετικό έλεγχο είτε επιτρέποντας στις αρμόδιες αρχές που υπέβαλαν την αίτηση να τον διενεργήσουν οι ίδιες ή εξουσιοδοτημένος από αυτές εμπειρογνώμονας ή ελεγκτής.
  2. Οι αρμόδιες αρχές που έχουν υποβάλει το αίτημα, μπορούν, εφόσον το επιθυμούν, να συμμετάσχουν στον έλεγχο, στις περιπτώσεις που δεν τον πραγματοποιούν οι ίδιες.
  3. Η ανωτέρω διαδικασία μπορεί να ακολουθηθεί και από την Τράπεζα της Ελλάδος για την κατ’ αντιστοιχία επαλήθευση εκ μέρους της πληροφοριών που αφορούν τις πιο πάνω επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη-μέλη
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης να διενεργεί:
  1. την επιτόπια επαλήθευση των πληροφοριακών στοιχείων που παρέχουν οι μεικτές εταιρείες συμμετοχών και οι θυγατρικές τους.
  2. Αν η μικτή εταιρεία συμμετοχών ή μία από τις θυγατρικές της:
  3. i) είναι ασφαλιστική επιχείρηση, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί η διαδικασία της παραγράφου 1 του άρθρου 47 του παρόντος νόμου, ii) βρίσκεται σε άλλο κράτος-μέλος, η επιτόπια επαλήθευση των πληροφοριακών στοιχείων γίνεται με τη διαδικασία της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
  4. στο πλαίσιο των προβλεπόμενων στο άρθρο 47 του παρόντος νόμου, τον επιτόπιο έλεγχο των θυγατρικών επιχειρήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων που υπόκεινται στην εποπτεία της σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας αυτής
Άρθρο 49
1.  
    Σε περίπτωση πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, η μητρική επιχείρηση του οποίου είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, η έδρα της οποίας βρίσκεται σε τρίτη χώρα και δεν υπόκειται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, η Τράπεζα της Ελλάδος ελέγχει εάν το πιστωτικό ίδρυμα υπόκειται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση από αρμόδιες αρχές τρίτης χώρας και αν η εποπτεία αυτή είναι τουλάχιστον ισοδύναμη και υπόκειται στις αρχές που καθορίζονται με βάση τον παρόντα νόμο. Ο σχετικός έλεγχος πραγματοποιείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, κατόπιν αιτήματος της μητρικής επιχείρησης του εν λόγω ομίλου ή μιας από τις επιχειρήσεις που ανήκουν σε αυτόν και αποτελούν ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (ΦΕΚ 84 Α΄), με άδεια λειτουργίας σε κράτος - μέλος της Ε.Ε., ή με δική της πρωτοβουλία. Η Τράπεζα της Ελλάδος διαβουλεύεται με τις άλλες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, της οποίας τις γενικές εκτιμήσεις λαμβάνει υπόψη.
2.  
    Ελλείψει ισοδύναμης, κατά τα ανωτέρω, εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να εφαρμόζει, κατ’ αναλογία, στο πιστωτικό ίδρυμα τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή άλλες κατάλληλες εποπτικές τεχνικές που, ύστερα από διαβούλευση με τις άλλες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές, κρίνει ότι επιτυγχάνουν τους στόχους της εποπτείας πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί ιδίως να ζητά τη δημιουργία χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών που να έχει την έδρα της σε κράτος-μέλος της Ε.Ε. και να εφαρμόζει τις διατάξεις για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση επί της ενοποιημένης οικονομικής κατάστασης της εν λόγω χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών.
3.  
    Οι εποπτικές τεχνικές που εφαρμόζονται δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου κοινοποιούνται στις άλλες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Άρθρο 50
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιοποιεί, κατ’ αντιστοιχία με τα ισχύοντα και για τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών, τις πληροφορίες που επιτρέπουν αξιόπιστες συγκρίσεις ως προς τον τρόπο εφαρμογής εκ μέρους τους των διατάξεων της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ, περιλαμβανομένου του τρόπου εφαρμογής των μεθοδολογιών που προβλέπονται σε αυτήν και ειδικότερα: α) τις γενικής ισχύος αποφάσεις, εγκυκλίους και διευκρινιστικά έγγραφα που εκδίδει στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, β) τον τρόπο άσκησης των παρεχόμενων δυνατοτήτων και διακριτικών ευχερειών, γ) τα γενικά κριτήρια και τις μεθοδολογίες που θεσπίζει για την εξέταση και την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 25 του παρόντος νόμου, δ) με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 60 του παρόντος νόμου, τα βασικά στατιστικά στοιχεία, σε συγκεντρωτική μορφή, που αφορούν την εφαρμογή του εποπτικού πλαισίου που θεσπίζεται δυνάμει του παρόντος νόμου, ε) τη διαδικασία αναγνώρισης και κατάλογο των επιλέξιμων εξωτερικών οργανισμών πιστοληπτικής αξιολόγησης, στ) την ειδική μέθοδο χειρισμού τιτλοποιήσεων ανακυκλούμενων πιστώσεων με ρύθμιση πρόωρης εξόφλησης, η οποία μπορεί να ενεργοποιείται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος περί υπολογισμού Σταθμισμένων Ανοιγμάτων για Θέσεις σε Τιτλοποίηση, καθώς και τις απόψεις που διατυπώθηκαν από τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών – μελών κατά την απαιτούμενη προηγούμενη διαβούλευση με την Τράπεζα της Ελλάδος. Οι εν λόγω πληροφορίες δημοσιοποιούνται με ομοιόμορφο τρόπο, επικαιροποιούνται τακτικά και είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΙΔΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ
Άρθρο 51
1.  
    Δεν επιτρέπεται η έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος κατόπιν είσπραξης χρηματικού ποσού μικρότερου από την εκδοθείσα νομισματική αξία
2.  
    Το ανώτατο όριο αποθήκευσης νομισματικής αξίας ανά ηλεκτρονικό υπόθεμα που εκδίδεται από ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος και τίθεται στη διάθεση των κομιστών για τη διενέργεια πληρωμών δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πεντακόσια (500) ευρώ. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να αναπροσαρμόζει με απόφασή της το όριο αυτό.
3.  
    Τα εισπραττόμενα από τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος ποσά πρέπει να ανταλλάσσονται αμέσως με ηλεκτρονικό χρήμα. Η είσπραξη χρηματικών ποσών κατά τον τρόπο αυτόν δεν συνιστά αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων.
Άρθρο 52
1.  
    Ο κομιστής ηλεκτρονικού χρήματος δικαιούται, κατά τη διάρκεια της ισχύος του ηλεκτρονικού χρήματος, να ζητήσει από τον εκδότη την εξαργύρωσή του στην ονομαστική αξία του σε κέρματα και χαρτονομίσματα ή με μεταφορά σε τραπεζικό λογαριασμό χωρίς άλλη επιβάρυνση εκτός από την απολύτως αναγκαία για την εκτέλεση της συγκεκριμένης πράξης
2.  
    Η σύμβαση μεταξύ του εκδότη και του κομιστή ορίζει σαφώς τους όρους εξαργύρωσης, συμπεριλαμβανομένου του ελάχιστου ορίου εξαργύρωσης, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα (10) ευρώ
Άρθρο 53
1.  
    Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος επιτρέπεται να ιδρύονται και να λειτουργούν μόνο με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας
2.  
    Για τη χορήγηση από την Τράπεζα της Ελλάδος άδειας λειτουργίας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος απαιτείται η συγκέντρωση αρχικού κεφαλαίου τουλάχιστον τριών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ. Αν το αρχικό κεφάλαιο δεν καταβληθεί ολοσχερώς σε μετρητά, εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 6 του άρθρου 5.
3.  
    Το ύψος των ιδίων κεφαλαίων ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος πρέπει, καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του, να μην είναι κατώτερο του εκάστοτε απαιτούμενου ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου
4.  
    Με την επιφύλαξη του ελάχιστου ορίου της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου:
  1. τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος πρέπει, ανά πάσα στιγμή, να μην υπολείπονται του μεγαλύτερου από τα ακόλουθα ποσά, που αντιστοιχούν σε ποσοστό 2% επί:
    • του τρέχοντος υπολοίπου ή
    • του μέσου υπολοίπου των προηγούμενων έξι (6) μηνών του συνόλου των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από το μη αποδοθέν υπόλοιπο του ηλε-κτρονικού χρήματος που το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος έχει εκδώσει,
  2. τα ίδια κεφάλαια ενός ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος που δεν έχει συμπληρώσει έξι (6) μήνες λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης της ημέρας έναρξης λειτουργίας του, πρέπει να μην υπολείπονται του μεγαλύτερου από τα ακόλουθα ποσά, που αντιστοιχούν σε ποσοστό 2% επί:
    • του εκάστοτε τρέχοντος υπολοίπου ή
    • του προβλεπόμενου για έξι (6) μήνες υπολοίπου από την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας, συνυπολογιζομένου και του εκάστοτε υφιστάμενου υπολοίπου, μέχρι τη συμπλήρωση του εξαμήνου του συνόλου των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος από το μη αποδοθέν υπόλοιπο του ηλεκτρονικού χρήματος που θα έχει εκδώσει.
    • Η εκτίμηση για το προβλεπόμενο για έξι (6) μήνες ποσό, που αναφέρεται στην περίπτωση (ββ) της υποπαραγράφου β΄ της παρούσας παραγράφου, τεκμηριώνεται από το πρόγραμμα επιχειρηματικής δραστηριότητας του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, με την επιφύλαξη προσαρμογών του ύστερα από απαίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος.
5.  
    Τα ελάχιστα όρια των παραγράφων 2 και 4 του παρόντος άρθρου μπορούν να αναπροσαρμόζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Σε κάθε περίπτωση, το ελάχιστο όριο του αρχικού κεφαλαίου δεν μπορεί να είναι μικρότερο του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ.
Άρθρο 54
1.  
    Οι δραστηριότητες των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος επιτρέπεται να περιλαμβάνουν εκτός από την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος μόνον τα ακόλουθα:
  1. παροχή υπηρεσιών, χρηματοπιστωτικών και μη, οι οποίες συνδέονται στενά με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, όπως η διαχείριση ηλεκτρονικού χρήματος, με τη διενέργεια λειτουργικών και άλλων βοηθητικών εργασιών που σχετίζονται με την έκδοσή του, καθώς και έκδοση και διαχείριση άλλων μέσων πληρωμής, με εξαίρεση οποιαδήποτε πιστοδοτική δραστηριότητα, και
  2. αποθήκευση στοιχείων στο ηλεκτρονικό υπόθεμα για λογαριασμό επιχειρήσεων ή φορέων του δημόσιου τομέα
2.  
    Απαγορεύεται στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος να κατέχουν οποιαδήποτε συμμετοχή σε άλλες επιχειρήσεις, εκτός εάν αυτές διενεργούν λειτουργικές ή άλλες βοηθητικές εργασίες που σχετίζονται με το ηλε-κτρονικό χρήμα, το οποίο εκδίδεται ή διανέμεται από συγκεκριμένο ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να ορίζεται ότι, για την πραγματοποίηση ειδικής συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων αυτών, απαιτείται προηγούμενη έγκρισή της.
Άρθρο 55
1.  
    Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος επενδύουν ποσό τουλάχιστον ίσο με τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις τους από το μη αποδοθέν υπόλοιπο του ηλεκτρονικού χρήματος που έχουν εκδώσει, αποκλειστικά στα ακόλουθα στοιχεία:
  1. Τα κατωτέρω αναφερόμενα στοιχεία ενεργητικού που σταθμίζονται με μηδενικό συντελεστή πιστωτικού κινδύνου και έχουν επαρκή ρευστότητα:
    • στοιχεία ταμείου και άλλα ισοδύναμα στοιχεία,
    • στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι ή καλύπτονται με ρητή εγγύηση κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών που κατατάσσονται από εξωτερικούς οργανισμούς πιστοληπτικής αξιολόγησης στην πρώτη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, σύμφωνα με τις ισχύουσες αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τα «Σταθμισμένα κατά Κίνδυνο Χρηματοδοτικά Ανοίγματα, σύμφωνα με την Τυποποιημένη Προσέγγιση»,
    • στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης
  2. Καταθέσεις όψεως σε πιστωτικά ιδρύματα που κατατάσσονται από εξωτερικούς οργανισμούς πιστοληπτικής αξιολόγησης στην πρώτη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, σύμφωνα με τις ισχύουσες αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τα «Σταθμισμένα κατά Κίνδυνο Χρηματοδοτικά Ανοίγματα, σύμφωνα με την Τυποποιημένη Προσέγγιση»
  3. Χρεωστικούς τίτλους, σύμφωνα με την παρ. 19 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄), όπως ισχύει, οι οποίοι πρέπει:.
    • να έχουν επαρκή ρευστότητα,
    • να μην περιλαμβάνονται στα στοιχεία της παραγράφου 1 α του παρόντος άρθρου,
    • να αναγνωρίζονται ως εγκεκριμένα στοιχεία, κατά την έννοια της παρ. 25 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄), όπως ισχύει, και.
    • να εκδίδονται από άλλες επιχειρήσεις, εκτός από εκείνες οι οποίες κατέχουν ειδική συμμετοχή στο συγκεκριμένο ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος ή οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στους ενοποιημένους λογαριασμούς αυτών των επιχειρήσεων, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία
2.  
    Οι επενδύσεις, που αναφέρονται στις παραγράφους 1β΄ και 1γ΄ του παρόντος άρθρου δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το εικοσαπλάσιο των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος και υπόκεινται σε περιορισμούς τουλάχιστον ισοδύναμους προς αυτούς που έχουν θεσπιστεί με τις διατάξεις των αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος για την εποπτεία και τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων
3.  
    Για την κάλυψη των κινδύνων αγοράς από την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος και από τις επενδύσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος επιτρέπεται να χρησιμοποιούν επαρκούς ρευστότητας στοιχεία εκτός ισολογισμού που σχετίζονται με επιτόκια ή με συναλλαγματικές ισοτιμίες είτε υπό μορφή χρηματοοικονομικών παραγώγων διαπραγματεύσιμων σε οργανωμένη αγορά, κατά την έννοια της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄), όπως ισχύει, στην οποία υπόκεινται σε υποχρεώσεις καθημερινής τήρησης περιθωρίων, είτε υπό μορφή συμβάσεων επί τιμών συναλλάγματος με αρχική προθεσμία λήξεως μέχρι δεκατεσσάρων (14) ημερολογιακών ημερών. Η χρήση των παραγώγων μέσων του προηγούμενου εδαφίου επιτρέπεται υπό τον όρο ότι ο στόχος που επιδιώκεται και που, στο μέτρο του δυνατού, επιτυγχάνεται είναι η πλήρης εξάλειψη των κινδύνων αγοράς.
4.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς στους κινδύνους αγοράς που τα ιδρύματα ηλε-κτρονικού χρήματος μπορούν να αναλαμβάνουν από τις επενδύσεις που πραγματοποιούν, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου
5.  
    Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, τα στοιχεία του ενεργητικού αποτιμώνται στη χαμηλότερη τιμή μεταξύ της τιμής κτήσης και της τρέχουσας τιμής αγοράς
6.  
    Εάν η αξία του συνόλου των στοιχείων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, υπολειφθεί του ποσού των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων από το μη αποδοθέν υπόλοιπο του εκδοθέντος ηλεκτρονικού χρήματος, η Τράπεζα της Ελλάδος εξασφαλίζει ότι το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος θα λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την άμεση αποκατάσταση της απαιτούμενης σχέσης μεταξύ των μεγεθών αυτών. Για το σκοπό αυτόν, και μόνο προσωρινά, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιτρέψει στο ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος να καλύψει τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις του, από το μη αποδοθέν υπόλοιπο του ηλεκτρονικού χρήματος που έχει εκδώσει, με άλλα στοιχεία εκτός από εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μέχρι ποσού που δεν υπερβαίνει το χαμηλότερο από τα ακόλουθα ποσά:.
  1. ποσό ίσο με το 5% των προαναφερθεισών χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων, ή
  2. το ποσό των ιδίων κεφαλαίων του
Άρθρο 56 "Κανόνες εσωτερικής διαχείρισης των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος"
1.  
    Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος υποχρεούνται να έχουν χρηστή και συνετή διαχείριση, καλή διοικητική οργάνωση, πρόσφορες λογιστικές διαδικασίες και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, που να ανταποκρίνονται στους χρηματοοικονομικούς και μη χρηματοοικονομικούς κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένα, συμπεριλαμβανομένων του λειτουργικού κινδύνου, και των κινδύνων που συνδέονται με τη συνεργασία με οποιαδήποτε επιχείρηση που διενεργεί λειτουργικές ή άλλες βοηθητικές εργασίες σχετιζόμενες με τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες
Άρθρο 57 "Εποπτεία της τήρησης των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος"
1.  
    Η τήρηση των υποχρεώσεων του άρθρου 56 του παρόντος νόμου και των εν γένει απαιτήσεων και περιορισμών που καθορίζονται σε σχέση με τη δραστηριότητα των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος αποτελεί αντικείμενο εποπτείας και ελέγχου από την Τράπεζα της Ελλάδος, με αποφάσεις της οποίας μπορούν να καθορίζονται τα στοιχεία και οι πληροφορίες που υποχρεούνται οποτεδήποτε να της παρέχουν τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, καθώς και οι λεπτομέρειες και η διαδικασία εξακρίβωσης της τήρησης των απαιτήσεων και των σχετικών περιορισμών
Άρθρο 58
1.  
    Με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 21 του άρθρου 55 του Καταστατικού της, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να εξαιρεί ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος από την εφαρμογή διατάξεων του παρόντος νόμου, εφόσον πληρούται τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:
  1. Η δραστηριότητα έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος οδηγεί στην ανάληψη από τον εκδότη συνολικού ποσού χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων από το μη αποδοθέν υπόλοιπο του ηλεκτρονικού χρήματος, το οποίο δεν υπερβαίνει κατά κανόνα τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) ευρώ, και ουδέποτε τα τέσσερα εκατομμύρια (4.000.000) ευρώ.
  2. Το ηλεκτρονικό χρήμα που εκδίδεται από το ίδρυμα γίνεται δεκτό ως μέσο πληρωμής μόνο από συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, οι οποίες διενερ-γούν λειτουργικές ή άλλες βοηθητικές εργασίες σχετικές με αυτό το ηλεκτρονικό χρήμα.
  3. Το ηλεκτρονικό χρήμα που εκδίδεται από το ίδρυμα γίνεται δεκτό ως μέσο πληρωμής μόνο από περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων, οι οποίες μπορούν να διακρι-θούν σαφώς λόγω:
    • της εγκατάστασής τους σε περιορισμένη περιοχή, ή
    • των στενών οικονομικών ή επιχειρηματικών τους σχέσεων με το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος, όπως η ύπαρξη κοινών μέσων προώθησης πωλήσεων ή διανομής
2.  
    Τα υπό στοιχεία β΄ και γ΄ της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου κριτήρια εξαίρεσης αναγνωρίζονται ως τέτοια, εφόσον η δραστηριότητα της έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος οδηγεί σε συνολικό ποσό χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων από το μη αποδοθέν υπόλοιπο του ηλεκτρονικού χρήματος, το οποίο δεν υπερβαίνει το ποσό των οκτώ εκατομμυρίων (8.000.000) ευρώ. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αναπροσαρμόζει τα όρια των κριτηρίων εξαίρεσης, τα οποία, πάντως, δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνουν, στην περίπτωση του υπό στοιχείο α΄ κριτηρίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, τα ποσά των πέντε και έξι εκατομμυρίων (5.000.000 και 6.000.000) ευρώ, αντίστοιχα.
3.  
    Για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που εξαι-ρούνται από διατάξεις του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, ισχύουν τα ακόλουθα:
  1. η ανώτατη ικανότητα αποθήκευσης ανά ηλεκτρονικό υπόθεμα που τίθεται στη διάθεση των κομιστών για τη διενέργεια πληρωμών δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα (150) ευρώ,
  2. υποχρεούνται να υποβάλλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος, τουλάχιστον μία φορά το έτος και μέχρι τρεις (3) μήνες από την περίοδο αναφοράς, έκθεση περί των δραστηριοτήτων τους, η οποία περιλαμβάνει το συνολικό ποσό των συναφών με το ηλεκτρονικό χρήμα χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που υπέχουν, καθώς και άλλα στοιχεία που είναι δυνατόν να καθορίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος,
  3. δεν καλύπτονται από τις ρυθμίσεις αμοιβαίας αναγνώρισης που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου
Άρθρο 59
1.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος υπόκεινται, κατ’ αναλογία, στις διατάξεις του παρόντος νόμου για τα πιστωτικά ιδρύματα
2.  
    Οι διατάξεις των άρθρων 5 παράγραφοι 1, 3 και 4, 11, 18, 19, 23, 27, 28, 88, 89 και 91 του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος