ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Νόμος

ΚΩΔΙΚΟΣ

2008/3653

ΦΕΚ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

2008-03-21

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

0006-07-02

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

2008-03-19

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑ ΔΑΣΟΚΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΛΙΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Θεσμικό πλαίσιο έρευνας και τεχνολογίαςκαι άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Άρθρο 1
1.  
    Η ανάπτυξη και η προαγωγή της επιστημονικής έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας, ως τομέων ζωτικού εθνικού ενδιαφέροντος, αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, το οποίο και μεριμνά για τη διάθεση των απαιτούμενων πόρων για το σκοπό αυτόν
Άρθρο 2 "Ορισμοί"
1.  
    Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου νοούνται: α) «Έρευνα»: Η πρωτότυπη εργασία με την οποία προάγεται η επιστημονική γνώση σύμφωνα με διεθνώς αποδεκτές επιστημονικές μεθόδους ή θεωρίες ή η επεξεργασία νέων θεωριών, ικανών να γίνουν αποδεκτές από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα. β) «Βασική έρευνα»: Η πρωτότυπη θεωρητική ή πειραματική εργασία ελεύθερης επιλογής που διενεργείται πρωταρχικά με σκοπό την απόκτηση νέας γνώσης των υποκειμένων αιτίων και της θεμελίωσης των φαινομένων και των παρατηρήσιμων γεγονότων, ανεξάρτητα από τη δυνατότητα άμεσης πρακτικής εφαρμογής της. γ) «Εφαρμοσμένη έρευνα»: Η πρωτότυπη θεωρητική ή πειραματική εργασία που διενεργείται πρωταρχικά με σκοπό την επίτευξη συγκεκριμένου πρακτικού αποτελέσματος. δ) «Τεχνολογική έρευνα»: Οι συστηματικές εργασίες που βασίζονται σε υπάρχουσες γνώσεις και αποσκοπούν στην προεργασία για την παραγωγή νέων υλικών, προϊόντων ή διατάξεων, την κατάρτιση νέων διαδικασιών, συστημάτων ή υπηρεσιών ή την ουσιαστική βελτίωση αυτών που υπάρχουν, για συγκεκριμένες εφαρμογές. ε) «Ανάπτυξη πρωτότυπων πειραματικών συστημάτων»: Η συστηματική εργασία που κατευθύνεται στην παραγωγή νέων υλικών, προϊόντων ή διατάξεων για την εγκατάσταση νέων διαδικασιών, συστημάτων και υπηρεσιών ή για την ουσιαστική βελτίωση αυτών που ήδη έχουν παραχθεί ή εγκατασταθεί. στ) «Τεχνολογική Καινοτομία»: Η μετατροπή μιας ιδέας σε νέο ή βελτιωμένο αξιοποιήσιμο προϊόν, σε βιομηχανική ή εμπορική λειτουργική διαδικασία ή σε νέα μέθοδο κοινωνικής εξυπηρέτησης. ζ) «Τεχνολογική ανάπτυξη»: Η ανάπτυξη και μεταφορά τεχνολογίας και τεχνογνωσίας, που αποσκοπούν στην ανάπτυξη της χώρας, με την εφαρμογή μελετών και ερευνητικών προγραμμάτων και τη λήψη των αναγκαίων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών μέτρων. η) «Έργο»: Η σχεδιασμένη δραστηριότητα έρευνας με συγκεκριμένο αντικείμενο, μεθοδολογία, χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης και προϋπολογισμό δαπανών. θ1) «Πρόγραμμα»: Το σύνολο των έργων που αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων ερευνητικών αναγκών σε καθορισμένη χρονική περίοδο. θ2) «Μελέτη»: είναι η συλλογή και ταξινόμηση στοιχείων που προορίζονται για χρήση από επιστημονικούς, κοινωνικούς ή κρατικούς φορείς. ι) «Ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα» (Α.Ε.Ι.): Τα ιδρύματα της ανώτατης εκπαίδευσης, η οποία αποτελείται από δύο παράλληλους τομείς: αα) τον πανεπιστημιακό τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα Πανεπιστήμια, τα Πολυτεχνεία και την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών και ββ) τον τεχνολογικό τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Τ.Ε.Ι.) και την Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, όπως, προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1α του ν. 3549/2007. ια) «Πανεπιστήμια»: Τα ιδρύματα του πανεπιστημιακού τομέα της Ανώτατης Εκπαίδευσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1α του ν. 3549/2007. ιβ) «Ερευνητικός φορέας»: Το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου που έχει ως κύριο σκοπό την επιστημονική και τεχνολογική έρευνα, σε συνδυασμό με την πειραματική ανάπτυξη και επίδειξη, καθώς και τη διάδοση και εφαρμογή των αποτελεσμάτων της έρευνας, μέσω των επιστημονικών δημοσιεύσεων και της οικονομικής εκμετάλλευσης των αποτελεσμάτων. ιγ) «Τεχνολογικός φορέας»: Το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου που έχει ως κύριο σκοπό την ανάπτυξη τεχνολογικών υποδομών και δραστηριοτήτων και την παροχή επιστημονικών, τεχνολογικών και τεχνικών υπηρεσιών προς τρίτους, όπως ιδίως αναλύσεων, μετρήσεων, δοκιμών, πληροφόρησης, συμβουλών ή προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας. ιδ) «Αξιολόγηση ερευνητικών προτάσεων»: Η διαδικασία που επιτρέπει να διαπιστωθεί η επιστημονική ποιότητα και αρτιότητα τέτοιων προτάσεων και η ύπαρξη των απαραίτητων συνθηκών για την επιτυχή εκτέλεση ενός έργου. ιε) «Αποτίμηση»: Η διαδικασία που επιτρέπει να διαπιστωθεί η επιστημονική ποιότητα και πληρότητα των επί μέρους και των τελικών αποτελεσμάτων ερευνητικών προγραμμάτων, ο βαθμός συμβολής των προγραμμάτων αυτών στην πραγματοποίηση των στόχων του Εθνικού Προγράμματος Έρευνας και Τεχνολογίας (Ε.Π.Ε.Τ.), όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 του παρόντος νόμου, καθώς και η τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων ως προς τη διαχείριση των πόρων και ιδίως του ανθρώπινου δυναμικού. ιστ) «Σύστημα αξιολόγησης ή και αποτίμησης με κριτές» («peer reνiew» σύστημα αξιολόγησης): Η αξιολόγηση ερευνητικών προτάσεων και η αποτίμηση ερευνητικών αποτελεσμάτων από ειδικούς εμπειρογνώμονες. ιζ) «Ερευνητής»: Το φυσικό πρόσωπο που συμβάλλει στη δημιουργία γνώσης στη βασική και εφαρμοσμένη - τεχνολογική έρευνα και στην ανάπτυξη πρωτότυπων πειραματικών συστημάτων και πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 39 παράγραφος 2 εδάφιο α΄ του παρόντος. ιη) «Ευρωπαϊκός Χώρος Έρευνας»: Το αποτέλεσμα της συγκέντρωσης των διασκορπισμένων πόρων, καθώς και του καλύτερου συντονισμού και μεγαλύτερης συνοχής των δραστηριοτήτων έρευνας και καινοτομίας στο επίπεδο τόσο των κρατών - μελών όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) σύμφωνα με την Ανακοίνωση της Επιτροπής CΟΜ (2000) 6 και το Ψήφισμα του Συμβουλίου της 15.6.2000 (ΕΕ C 205, 19.7.2000 σελ. 1). ιθ) «Κοινά Ευρωπαϊκά Προγράμματα»: Προγράμματα για την από κοινού, με άλλα κράτη - μέλη ή και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επιστημονική, διοικητική και οικονομική διαχείριση στη βάση της μεταβλητής γεωμετρίας, είτε ως συνέχεια του πλαισίου για τη δικτύωση των εθνικών προγραμμάτων και των έργων ΕRΑΝΕΤ είτε ως εφαρμογή των άρθρων 169 και 171 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. κ) «Έλληνες επιστήμονες της διασποράς»: Οι Έλληνες επιστήμονες που έχουν εργαστεί ή εργάζονται σε Α.Ε.Ι., ερευνητικούς οργανισμούς και επιχειρήσεις της αλλοδαπής ή σε διεθνείς οργανισμούς επί πέντε (5) τουλάχιστον έτη μετά την απόκτηση του διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου. κα) «Συμφωνία κοινοπραξίας»: Συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ συμμετεχόντων στην ίδια δραστηριότητα έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης με τη χρήση ενός μέσου του ευρωπαϊκού ή εθνικού προγράμματος πλαισίου για την έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη με σκοπό τη διαχείριση ενός έργου. κβ) «Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών»: Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών που διέπεται από το άρθρο 17 του ν. 3404/2005 (ΦΕΚ 260 Α΄). κγ) «Ευρωπαϊκός οδικός χάρτης ερευνητικών υποδομών»: Το εργαλείο στρατηγικής που υιοθετήθηκε στις 29.9.2006 από το Φόρουμ για την Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Ανάπτυξη των Ερευνητικών Υποδομών (ΕSFRΙ) μετά από εντολή του Συμβουλίου της Ε.Ε. στις 26.11.2004 και παρουσιάζει όλα τα προτεινόμενα έργα πανευρωπαϊκής κλίμακας μαζί με τον προϋπολογισμό κατασκευής τους. κδ) «Ευρωπαϊκή Χάρτα του ερευνητή»: Η σύσταση της Επιτροπής που εκδόθηκε στις 11.3.2005 και καθορίζει το ρόλο, τις αρμοδιότητες και τα δικαιώματα των ερευνητών και των εργοδοτών τους ή των δομών που χρηματοδοτούν την έρευνα, ανεξάρτητα από τον τόπο εργασίας τους.
Άρθρο 3
1.  
    Οι διατάξεις των κεφαλαίων Β΄ έως και Δ΄ του παρόντος νόμου, όπως κάθε φορά ισχύουν, εφαρμόζονται σε όλους τους εν γένει δικαιούχους ένταξης στο Εθνικό Πρόγραμμα Έρευνας και Τεχνολογίας (Ε.Π.Ε.Τ.) κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6.
2.  
    Οι διατάξεις του κεφαλαίου Ε΄ του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στους ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς που εποπτεύονται από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (Γ.Γ.Ε.Τ.) του Υπουργείου Ανάπτυξης, καθώς και σε όσους άλλους φορείς προβλέπεται η εφαρμογή τους από ειδικές διατάξεις του παρόντος ή άλλων νόμων, Προεδρικών Διαταγμάτων ή υπουργικών αποφάσεων. Οι διατάξεις του κεφαλαίου αυτού δεν εφαρμόζονται στους ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δεν εποπτεύονται από τη Γ.Γ.Ε.Τ.
3.  
    Τα υφιστάμενα ανεξάρτητα ερευνητικά ινστιτούτα, ειδικά ερευνητικά κέντρα και ινστιτούτα, ακαδημαϊκά ερευνητικά κέντρα και ινστιτούτα, ερευνητικά πανεπιστημιακά ινστιτούτα, κέντρα τεχνολογικής έρευνας και μεταπτυχιακά ινστιτούτα, καθώς και ερευνητικά ιδρύματα συνεχίζουν να διέπονται από τις ιδρυτικές τους διατάξεις
4.  
    Με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση εποπτεύοντος Υπουργού μπορεί να τροποποιούνται οι ιδρυτικές διατάξεις των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων που δεν εποπτεύονται από τη Γ.Γ.Ε.Τ. και να επεκτείνεται η εφαρμογή ορισμένων ή όλων των διατάξεων του κεφαλαίου Ε΄ του παρόντος νόμου και στους φορείς αυτούς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΘΝΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ
Άρθρο 4
1.  
    Το Εθνικό Πρόγραμμα Έρευνας και Τεχνολογίας (Ε.Π.Ε.Τ.) είναι το σύνολο των ενεργειών, οι οποίες έχουν ως σκοπό τη μεθοδική και αποτελεσματική προώθηση της βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας στη χώρα, τη διαμόρφωση των επιλογών για το μέλλον και την πρόβλεψη των μέσων που απαιτούνται για την πραγμάτωση των σκοπών αυτών για κάθε προγραμματική περίοδο (ανά τετραετία).
2.  
    Στόχοι του Ε.Π.Ε.Τ. για τη βασική έρευνα είναι ιδίως:.
  1. η προαγωγή της βασικής έρευνας στη χώρα, με κύριο κριτήριο την επιστημονική αριστεία, όπως αυτή κρίνεται σε διεθνές επίπεδο σύμφωνα με την περίπτωση ιστ΄ του άρθρου 2,
  2. η ανάδειξη της βασικής έρευνας ως κύριου μοχλού μετάβασης στην κοινωνία της γνώσης και ως απαραίτητου συστατικού στοιχείου της ανώτατης παιδείας,
  3. η αξιοποίηση του ελληνικού ανθρώπινου επιστημονικού δυναμικού της ημεδαπής και της διασποράς,
  4. η απλοποίηση των διαδικασιών ανάθεσης και χρηματοδότησης ερευνητικών προγραμμάτων,
  5. η δυνατότητα υλοποίησης της βασικής έρευνας χωρίς την υποχρεωτική συνεργασία με τον παραγωγικό τομέα,
  6. η υποστήριξη της βασικής έρευνας, κυρίως με εθνική χρηματοδότηση,
  7. η ελεύθερη επιλογή ερευνητικών κατευθύνσεων
3.  
    Στόχοι του Ε.Π.Ε.Τ. για την εφαρμοσμένη έρευνα είναι ιδίως:.
  1. η ενίσχυση της γνώσης και της καινοτομίας σε τομείς εθνικής προτεραιότητας,
  2. η δημιουργία προϋποθέσεων για την ανάπτυξη επιχειρήσεων τεχνολογικής βάσης, σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης,
  3. η συμβολή στην περιφερειακή ανάπτυξη,
  4. η αξιοποίηση της διεθνούς συνεργασίας,
  5. η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων μέσω της τεχνολογικής καινοτομίας,
  6. η συμβολή στην κοινωνική, ενεργειακή και περιβαλλοντική πολιτική της χώρας
4.  
    Το Ε.Π.Ε.Τ. εγκρίνεται από τη Διυπουργική Επιτροπή για την Έρευνα και την Τεχνολογία (Δ.Ε.Ε.Τ.), ύστερα από εισήγηση του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας και Τεχνολογίας (Ε.Σ.Ε.Τ.).
5.  
    Στο Ε.Π.Ε.Τ. καθορίζονται οι στόχοι της ερευνητικής και τεχνολογικής πολιτικής στη βασική έρευνα, στην εφαρμοσμένη - τεχνολογική έρευνα και στην καινοτομία, προβλέπονται οι ειδικότερες δράσεις και εξειδικεύονται στους διαδοχικούς ετήσιους προϋπολογισμούς του Κράτους από τη Διυπουργική Επιτροπή μετά από εισήγηση του Ε.Σ.Ε.Τ. οι πιστώσεις που είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων αυτών.
6.  
  1. Το Ε.Π.Ε.Τ. περιλαμβάνει, ενδεικτικά, προγράμματα και δράσεις που αφορούν τις ακόλουθες θεματικές περιοχές βασικής έρευνας:.
    • ανθρωπιστικές, εκπαιδευτικές και πολιτιστικές επιστήμες,
    • βιολογικές και ιατρικές επιστήμες,
    • γεωτεχνικές επιστήμες, ενεργειακές, περιβαλλοντικές και διαστημικές επιστήμες,
    • επιστήμες μηχανικών (engineering sciences),
    • νομικές, κοινωνικές και οικονομικές επιστήμες,
    • μαθηματικές, φυσικές και χημικές επιστήμες,
    • επιστήμες πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών (infοrmatiοn and telecοmmunicatiοn sciences and engineering)
  2. Το Ε.Π.Ε.Τ. περιλαμβάνει, ενδεικτικά, προγράμματα που αφορούν τις ακόλουθες θεματικές περιοχές εφαρμοσμένης έρευνας:.
    • υγεία - βιοτεχνολογία,
    • γεωργία - τρόφιμα,
    • ενέργεια, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας,
    • περιβάλλον, διάστημα,
    • πληροφορική και τηλεπικοινωνίες,
    • υλικά, νανοτεχνολογίες, βιομηχανικές τεχνολογίες,
    • τεχνολογίες μηχανικών,
    • πολιτιστική κληρονομιά, νομικές, κοινωνικές, οικονομικές επιστήμες
  3. Το Ε.Π.Ε.Τ. περιλαμβάνει, ενδεικτικά, τις ακόλουθες κατηγορίες δράσεων τεχνολογικής έρευνας και καινοτομίας:.
    • δράσεις τεχνολογικής έρευνας, όπως ανάπτυξη προϊόντων και μεθόδων, νέων υπηρεσιών, βελτίωση διαδικασιών,
    • δράσεις μεταφοράς τεχνολογίας, όπως προώθηση καλών πρακτικών στη δικτύωση φορέων, για την οικονομική αξιοποίηση ερευνητικών αποτελεσμάτων,
    • δράσεις προώθησης καινοτομίας, όπως:
    • i) δημιουργία και ανάπτυξη ζωνών καινοτομίας και πόλων καινοτομίας, ii) ανάπτυξη δημόσιων και ιδιωτικών επιστημονικών και τεχνολογικών πάρκων και θερμοκοιτίδων, iii) δημιουργία και στήριξη εταιριών έντασης γνώσης.
    • Οι ανωτέρω θεματικές περιοχές αναδιαρθρώνονται, εμπλουτίζονται, ή καταργούνται με απόφαση της Δ.Ε.Ε.Τ. ύστερα από εισήγηση του Ε.Σ.Ε.Τ.
7.  
    Δαπάνες που σχετίζονται με την προπαρασκευή, σχεδίαση και κατάρτιση του Ε.Π.Ε.Τ. ή με τη μελέτη, αξιολόγηση και αξιοποίηση των αποτελεσμάτων από την εκτέλεσή του μπορεί να εντάσσονται στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης και να καλύπτονται από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού αυτού.
8.  
    Για την ανάπτυξη της αμυντικής έρευνας και τεχνολογίας, διατίθεται ετησίως ποσοστό μέχρι 1% επί του ύψους του προϋπολογισμού του εξοπλιστικού προγράμματος του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, υπό την προϋπόθεση τήρησης του εκάστοτε εγκρινόμενου από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥ.Σ.Ε.Α.) ύψους Οροφής.
9.  
    Η χρηματοδότηση της εφαρμοσμένης έρευνας, καθώς και της τεχνολογικής έρευνας και καινοτομίας προέρχεται κυρίως από το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς (Ε.Σ.Π.Α.).
Άρθρο 5
1.  
    Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μπορεί να εγκρίνεται η απευθείας ανάθεση προγραμμάτων, έργων και μελετών, προμήθειας οργάνων και γενικά εξοπλισμού, εγκατάστασης και λειτουργίας τους, καθώς και μελέτης και εκτέλεσης δημόσιων έργων, που προβλέπονται στο πλαίσιο του Ε.Π.Ε.Τ., από δημόσιες υπηρεσίες, Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται κάθε φορά, κατά παρέκκλιση από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, εφόσον το χρηματικό αντικείμενο δεν υπερβαίνει κάθε φορά το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, με την επιφύλαξη των κοινοτικών κανόνων που διέπουν τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων. Το ποσό αυτό μπορεί να αυξομειώνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης.
2.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης συνιστάται στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας πάγια προκαταβολή για την κάλυψη των αναγκαίων δαπανών για την υποστήριξη ερευνητικών προγραμμάτων τα οποία λόγω της φύσης τους δικαιολογούν προκαταβολή.Με την απόφαση αυτή καθορίζεται το ύψος της πάγιας προκαταβολής και ρυθμίζονται κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για τη διαχείριση και τη λειτουργία της, κατά παρέκκλιση από τις ισχύουσες διατάξεις. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ορίζονται ως υπόλογοι και μη μόνιμοι υπάλληλοι, μέχρι του ποσού των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.
3.  
    Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να συνιστώνται ειδικοί λογαριασμοί για τη χρηματοδότηση ερευνητικών και τεχνολογικών προγραμμάτων και έργων που εκτελούνται από Υπουργεία, φορείς που ιδρύονται με τον παρόντα νόμο, ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς, Πανεπιστήμια και Τ.Ε.Ι., πρόσωπα της παραγράφου 2 του άρθρου 6, είτε σε εθνικό επίπεδο είτε στο πλαίσιο συνεργασίας με ξένες χώρες ή με διεθνείς οργανισμούς, και να ρυθμίζονται κάθε ειδικότερο θέμα και σχετική λεπτομέρεια που αφορά στους ειδικούς αυτούς λογαριασμούς. Υφιστάμενοι ειδικοί λογαριασμοί συνεχίζουν να λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις που τους διέπουν.
4.  
    Από τους ειδικούς λογαριασμούς της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να χρηματοδοτούνται και ερευνητικά προγράμματα που εκτελούνται από μέλη του Διδακτικού Επιστημονικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Πανεπιστημίων και από μέλη του Εκπαιδευτικού Προσωπικού των Τ.Ε.Ι. Για την εργαστηριακή στήριξη των προγραμμάτων αυτών αποφασίζει το αρμόδιο όργανο του Α.Ε.Ι., στο οποίο εργάζεται ο επιστημονικός υπεύθυνος του έργου.
5.  
    Η μεταφορά των αναγκαίων ποσών για τη σύσταση των ανωτέρω ειδικών λογαριασμών ή τη συμπλήρωση των κονδυλίων τους από ειδική πίστωση, που εγγράφεται κάθε έτος στον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων, ενεργείται με εντολή κατανομής προς την Τράπεζα της Ελλάδος. Με την υπουργική απόφαση της παραγράφου 3 μπορεί να ορίζεται ο σκοπός των ειδικών λογαριασμών, να προβλέπονται και άλλοι πόροι τους και να θεσπίζεται η δυνατότητα μεταφοράς στο επόμενο έτος του χρηματικού τους υπολοίπου εκτός των πιστώσεων του τακτικού προϋπολογισμού. Με την ίδια υπουργική απόφαση μπορεί να καθορίζονται τα όργανα διοίκησης και διαχείρισης, η διαδικασία διάθεσης, διαχείρισης και δικαιολόγησης των κονδυλίων, ο οικονομικός έλεγχος αυτών και κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία των λογαριασμών αυτών.
6.  
    Από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν θίγονται οι διατάξεις του π.δ. 432/1981 (ΦΕΚ 118 Α΄), όπως ισχύει, το οποίο μπορεί να τροποποιείται ή να καταργείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Με όμοια απόφαση μπορεί να ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν στη νόμιμη εκπροσώπηση και στη διαδικασία διάθεσης, διαχείρισης και αιτιολόγησης των κονδυλίων των ειδικών λογαριασμών του διατάγματος αυτού.
7.  
    Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 5 εφαρμόζονται και στις δαπάνες που αφορούν προγράμματα και έργα της παραγράφου 6 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, οι οποίες ενεργούνται στο πλαίσιο: α) της προετοιμασίας της διαδικασίας κατάρτισης και σχεδίασης του Ε.Π.Ε.Τ., β) της αξιολόγησης και αξιοποίησης των αποτελεσμάτων αυτού, γ) των δημοσιεύσεων, εκδόσεων, εκτυπώσεων, συνεντεύξεων, εκθέσεων, προβολών που σχετίζονται με το Ε.Π.Ε.Τ.
8.  
    Οι πιστώσεις που διατίθενται με κάθε μορφή και τρόπο στους ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς για εκτέλεση ερευνητικών προγραμμάτων και έργων, απαγορεύεται να χρησιμοποιούνται για σκοπό άλλον από εκείνο, για τον οποίο έχουν εγκριθεί
Άρθρο 6
1.  
    Προγράμματα, έργα και μελέτες για την προώθηση της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας μπορούν να εκτελούν δημόσιες υπηρεσίες, Πανεπιστήμια και Τ.Ε.Ι., καθώς και ερευνητικοί και τεχνολογικοί φορείς. Οι σχετικές δαπάνες καλύπτονται από κονδύλια του ετήσιου τακτικού προϋπολογισμού και του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, που προορίζονται για ερευνητικές και τεχνολογικές δραστηριότητες και δεν εμπίπτουν στα κονδύλια των ανταγωνιστικών δράσεων του Εθνικού Οργανισμού Έρευνας και Τεχνολογίας (Ε.Ο.Ε.Τ.) του άρθρου 19.
2.  
    Δημόσιες υπηρεσίες, πάσης φύσεως και μορφής νομικά πρόσωπα του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ενώσεις προσώπων, φυσικά πρόσωπα της ημεδαπής και αλλοδαπής, καθώς και πάσης φύσεως και μορφής νομικά πρόσωπα της αλλοδαπής, μπορούν να εκτελούν έργα, να εκπονούν μελέτες και να εφαρμόζουν προγράμματα και δράσεις για την προώθηση της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας. Τα έργα, οι μελέτες, τα προγράμματα και οι δράσεις χρηματοδοτούνται από ιδίους πόρους της Γ.Γ.Ε.Τ., προερχόμενους από τον τακτικό προϋπολογισμό, το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, καθώς και από οποιαδήποτε άλλη πηγή ή από οποιουσδήποτε πόρους που διαχειρίζεται η Γ.Γ.Ε.Τ. Σε περίπτωση που τα έργα, οι μελέτες, τα προγράμματα και οι δράσεις των φορέων του πρώτου εδαφίου χρηματοδοτούνται από προγράμματα ή χρηματοδοτικά σχήματα που διαχειρίζονται οι Περιφέρειες της χώρας, τη σχετική απόφαση χρηματοδότησης συνυπογράφουν ο Γενικός Γραμματέας Έρευνας και Τεχνολογίας και ο οικείος Γραμματέας Περιφέρειας.
3.  
    Με Προεδρικό Διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία χρηματοδότησης των φορέων της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια
4.  
  1. Ο Ε.Ο.Ε.Τ. προκηρύσσει ερευνητικά προγράμματα, με διαδικασίες που προβλέπονται από τον εσωτερικό του κανονισμό κατά την περίπτωση γ΄ του άρθρου 20.
  2. Δικαιούχοι χρηματοδότησης των προγραμμάτων αυτών είναι Πανεπιστήμια, Τ.Ε.Ι., ερευνητικοί και τεχνολογικοί φορείς, καθώς και πρόσωπα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου ή συμπράξεις αυτών.
  3. Επιστημονικοί υπεύθυνοι των έργων, σύμφωνα με τις παραγράφους 1και 2 του παρόντος άρθρου, μπορούν να είναι μέλη Δ.Ε.Π. Πανεπιστημίων και Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Π.) Τ.Ε.Ι., ερευνητές και ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες ερευνητικών κέντρων και αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων.
  4. Επιστημονικοί υπεύθυνοι έργων που εκτελούνται από δημόσιες υπηρεσίες και από επιχειρήσεις οποιασδήποτε νομικής μορφής του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα πρέπει να είναι κάτοχοι τουλάχιστον μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης.
  5. Μετά πάροδο πενταετίας από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, προγράμματα, έργα και μελέτες που προέρχονται από φυσικά πρόσωπα, Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. κρίνονται μόνο εφόσον τα πρόσωπα αυτά έχουν αξιολογηθεί από τον κατά περίπτωση αρμόδιο φορέα.
  6. Σε περίπτωση που δεν προβλέπεται τέτοιος φορέας, αξιολογούνται με βάση τις διαδικασίες που προβλέπονται για τα εποπτευόμενα από τη Γ.Γ.Ε.Τ. ερευνητικά κέντρα, σύμφωνα με το άρθρο 38.
5.  
    Οι υποβαλλόμενες προτάσεις αξιολογούνται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 23
6.  
    Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση εποπτεύοντος Υπουργού μπορεί να χαρακτηρισθεί αναγκαία η εκτέλεση ερευνητικών προγραμμάτων και έργων, που δεν περιλαμβάνονται στο Ε.Π.Ε.Τ., είτε για τη μελέτη και αντιμετώπιση θεμάτων με άμεση και προφανή ωφέλεια για την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας είτε για τη διερεύνηση έκτακτων φαινομένων, η αντιμετώπιση των οποίων επιβάλλεται από ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Τα προγράμματα και τα έργα αυτά θεωρούνται ότι αποτελούν μέρος του εφαρμοζόμενου Ε.Π.Ε.Τ. για τη χρηματοδότηση και εκτέλεσή τους.
7.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Ε.Σ.Ε.Τ., μπορεί να καθορίζονται οι προϋποθέσεις, οι όροι και η διαδικασία απονομής χρηματικών βραβείων σε ερευνητές για εξαιρετική επίδοση σε θέματα έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Άρθρο 7 "Όργανα σχεδιασμού και εφαρμογήςερευνητικής πολιτικής"
1.  
    Αρμόδια όργανα για το σχεδιασμό και την εφαρμογή της ερευνητικής πολιτικής είναι: α) Η Διυπουργική Επιτροπή για την Έρευνα και την Τεχνολογία (Δ.Ε.Ε.Τ.). β) Το Υπουργείο Ανάπτυξης (ΥΠ.ΑΝ.) δια της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (Γ.Γ.Ε.Τ.). γ) Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. δ) Το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας (Ε.Σ.Ε.Τ.) και ε) Ο Εθνικός Οργανισμός Έρευνας και Τεχνολογίας (Ε.Ο.Ε.Τ.).
Άρθρο 8
1.  
    Συνιστάται στη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης Διυπουργική Επιτροπή για την Έρευνα και Τεχνολογία (Δ.Ε.Ε.Τ.).
2.  
    Η Δ.Ε.Ε.Τ. συγκροτείται από τον Πρωθυπουργό, ως Πρόεδρο και τους Υπουργούς: α) Εσωτερικών, β) Οικονομίας και Οικονομικών, γ) Εξωτερικών, δ) Εθνικής Άμυνας, ε) Ανάπτυξης, στ) Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, ζ) Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η) Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας,θ) Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ι) Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ια) Δικαιοσύνης, ιβ) Πολιτισμού, ιγ) Μεταφορών και Επικοινωνιών ως μέλη. Η Δ.Ε.Ε.Τ. συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος. Στις συνεδριάσεις της Δ.Ε.Ε.Τ. προσκαλείται και παρίσταται ο Πρόεδρος του Ε.Σ.Ε.Τ.
3.  
    Έργο της Δ.Ε.Ε.Τ. είναι ιδίως:.
  1. Η χάραξη της εθνικής πολιτικής για την έρευνα, την τεχνολογία και την καινοτομία, περιλαμβανομένης της γενικής πολιτικής της κατανομής των σχετικών κονδυλίων, ύστερα από εισήγηση του Ε.Σ.Ε.Τ. Ειδικότερα, η Δ.Ε.Ε.Τ. σχεδιάζει τη μακροπρόθεσμη στρατηγική για την έρευνα, την τεχνολογία και την καινοτομία, θέτοντας σαφείς στόχους και χρονοδιαγράμματα, και καθορίζει τα κατάλληλα μέσα και τις πηγές χρηματοδότησης.
  2. Η έγκριση του Ε.Π.Ε.Τ. και η εποπτεία της εφαρμογής του.
Άρθρο 9
1.  
    Στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Ανάπτυξης (ΥΠ.ΑΝ.) ανήκουν:.
  1. η συνδρομή της Δ.Ε.Ε.Τ. στη χάραξη και στην άσκηση της εθνικής πολιτικής, στους τομείς της επιστημονικής έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας,.
  2. η συστηματική διερεύνηση των επιπτώσεων της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή και στην άμυνα της χώρας,
  3. η οργάνωση εκθέσεων για νέα προϊόντα και μεθόδους παραγωγής και ο σχεδιασμός για τη χορήγηση βραβείων και οικονομικών ενισχύσεων σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 20 του ν. 1733/1987 (ΦΕΚ 171 Α΄).
2.  
    Στην αρμοδιότητα της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (Γ.Γ.Ε.Τ.) ανήκουν:.
  1. η διοικητική και τεχνική υποστήριξη των εθνικών οργάνων σχεδιασμού και εφαρμογής της ερευνητικής πολιτικής του άρθρου 7,
  2. η εποπτεία των ερευνητικών κέντρων, αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων και τεχνολογικών φορέων αρμοδιότητάς της και η μελέτη και κατάρτιση των όρων και προϋποθέσεων εργασίας όσων απασχολούνται στην έρευνα και στις λοιπές επιστημονικές και τεχνολογικές δραστηριότητες αρμοδιότητάς της, σύμφωνα με τις κείμενες σχετικές διατάξεις,
  3. η συλλογή, η διάδοση και γενικότερα η αξιοποίηση των επιστημονικών και τεχνολογικών πληροφοριών και η ενημέρωση του κοινού σε θέματα έρευνας και τεχνολογίας,
  4. η συνεργασία του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του Υπουργείου Ανάπτυξης με διεθνείς οργανισμούς σε θέματα έρευνας και τεχνολογίας και η ανάπτυξη και παρακολούθηση διακρατικών σχέσεων στα θέματα αυτά,
  5. η εκπροσώπηση της χώρας για θέματα έρευνας και τεχνολογίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε διεθνείς οργανισμούς.
  6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ορίζονται οι εκπρόσωποι της χώρας σε διεθνείς επιτροπές, στις περιπτώσεις που συμμετέχουν σε αυτές μέλη Δ.Ε.Π. Πανεπιστημίων ή Ε.Π. Τ.Ε.Ι.,.
  7. η μελέτη και εφαρμογή μέτρων ανάπτυξης και μεταφοράς τεχνολογίας, η δημιουργία δικτύων βιομηχανικών και τεχνολογικών πληροφοριών και γενικότερα ο έλεγχος και η βελτίωση των όρων εισαγωγής και χρήσης ξένης τεχνολογίας και εξαγωγής εγχώριας τεχνολογίας, καθώς και η εποπτεία της εφαρμογής των διακρατικών συμβάσεων τεχνικής βοήθειας και των συμβάσεων μεταξύ ελληνικών και ξένων επιχειρήσεων, ως προς το τεχνολογικό τους περιεχόμενο, σε συνεργασία και με τον Ε.Ο.Ε.Τ.,.
  8. η παρακολούθηση και ο έλεγχος, σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης και την Επιτροπή Ανταγωνισμού, των συγχωνεύσεων και εξαγορών ελληνικών επιχειρήσεων από ξένες ή ξένων από ελληνικές, ως προς τις επιπτώσεις τους στην τεχνολογική ανάπτυξη της χώρας,
  9. η δημιουργία και προώθηση πρότυπων βιομηχανιών και επιχειρήσεων σε θέματα εφαρμογής αποτελεσμάτων επιστημονικής έρευνας και τεχνολογίας αιχμής, μέσω τεχνοβλαστών και συναφών επιχειρηματικών δράσεων,
  10. η προαγωγή της έρευνας και της επιστημονικής ενημέρωσης μέσω συνεδρίων, διεθνών συναντήσεων και διαλέξεων, με οικονομική ενίσχυση αυτών,
  11. κάθε άλλη αρμοδιότητα που της παραχωρεί ο Υπουργός Ανάπτυξης ή η Δ.Ε.Ε.Τ. ή είναι συναφής με τις παραπάνω αρμοδιότητες.
3.  
    Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μπορεί, για την προώθηση της επιστημονικής έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης, με σκοπό την υποβοήθηση της περιφερειακής, της κοινωνικής και της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας, να συνιστώνται, να καταργούνται, να συγχωνεύονται, να διασπώνται, να μεταφέρονται περιφερειακά γραφεία προγραμμάτων και τεχνολογικά γραφεία, καθώς και οποιαδήποτε άλλη περιφερειακή υπηρεσιακή μονάδα του Υπουργείου Ανάπτυξης ή άλλου κατά περίπτωση Υπουργείου, να ορίζεται ο τρόπος οργάνωσης και διάρθρωσης αυτών, να συνιστώνται θέσεις μόνιμου ή επί συμβάσει προσωπικού, με δυνατότητα στελέχωσής τους και με μετάταξη υπαλλήλων από δημόσιες υπηρεσίες ή νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως ορίζεται κάθε φορά, και να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού αυτού και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία των παραπάνω περιφερειακών υπηρεσιακών μονάδων
4.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις, επιτρέπεται, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, κατά παρέκκλιση από κάθε γενική ή ειδική σχετική διάταξη, να ανατίθενται απευθείας, με σύμβαση έργου, μελέτες, έρευνες και αξιολογήσεις σε ειδικούς επιστήμονες, Έλληνες ή αλλοδαπούς, σε εμπειρογνώμονες ή σε ειδικά γραφεία ή εταιρείες και γενικά σε νομικά πρόσωπα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής και να συνιστώνται, για το σκοπό αυτόν, ομάδες εργασίας από δημόσιους υπαλλήλους και λειτουργούς, καθώς και ειδικούς επιστήμονες, εφόσον υπάρχει ανάγκη:
  1. να εκπονηθούν ειδικές μελέτες ή να διερευνηθούν ζητήματα και προβλήματα που σχετίζονται με την άσκηση της πολιτικής για την επιστημονική έρευνα και την τεχνολογία, καθώς και για τη χάραξη, την αξιολόγηση και την αποτίμησή της και, γενικά, για την άσκηση των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 και
  2. να γίνει αξιολόγηση για τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων και όρων εφαρμογής διατάξεων αναπτυξιακών νόμων, όπως η αξιολόγηση προτάσεων και αιτήσεων επιχορήγησης, δανειοδότησης επενδύσεων προηγμένης τεχνολογίας, προγραμμάτων ή έργων τεχνολογικής καινοτομίας και επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας.
  3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης μπορεί να ορίζεται σχετική αποζημίωση για τα μέλη των παραπάνω ομάδων εργασίας, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη.
5.  
    Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, μπορεί να συνιστώνται επιχειρήσεις, στις οποίες μπορεί να συμμετέχει το Δημόσιο, Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Ν.Π.Δ.Δ., πιστωτικά ιδρύματα και εταιρείες παροχής πιστώσεων, Ν.Π.Ι.Δ. και γενικά ερευνητικοί και τεχνολογικοί φορείς. Οι επιχειρήσεις αυτές εποπτεύονται και ελέγχονται από το Δημόσιο και λειτουργούν κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, με σκοπό την εφαρμογή και αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας και τεχνολογίας. Με όμοια προεδρικά διατάγματα ορίζεται η φύση των επιχειρήσεων αυτών και ρυθμίζονται τα θέματα οργάνωσης, διοίκησης και οικονομικής διαχείρισής τους, ο τρόπος πρόσληψης και απόλυσης του προσωπικού τους, καθώς και ο τρόπος διάθεσης των τυχόν κερδών. Θέματα σχετικά με την εσωτερική λειτουργία των επιχειρήσεων αυτών και τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό έλεγχο των υπαλλήλων τους ρυθμίζονται με εσωτερικούς κανονισμούς που εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης. Εάν τα νομικά πρόσωπα που μετέχουν στις επιχειρήσεις αυτές εποπτεύονται από άλλα Υπουργεία, τα προεδρικά διατάγματα και οι υπουργικές αποφάσεις εκδίδονται με τη σύμπραξη και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών. Τροποποιήσεις του καταστατικού των παραπάνω επιχειρήσεων ισχύουν από τη δημοσίευσή τους στο τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, εφόσον έχουν εγκριθεί από τον Υπουργό Ανάπτυξης και δεν αφορούν θέματα έδρας, διάρκειας, διάλυσης, σκοπού και διοίκησης της επιχείρησης.
6.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης καθορίζονται οι προϋποθέσεις, οι όροι και η διαδικασία απονομής χρηματικών βραβείων για εργασίες που αφορούν στο σχεδιασμό, προγραμματισμό και εκτέλεση του Ε.Π.Ε.Τ. και τη δημιουργία καινοτομίας.
Άρθρο 10
1.  
    Συνιστάται Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας (Ε.Σ.Ε.Τ.) στη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.
2.  
    Το Ε.Σ.Ε.Τ. αποτελεί ανεξάρτητο συμβουλευτικό και γνωμοδοτικό όργανο της πολιτείας, υπαγόμενο απευθείας στον Πρωθυπουργό.
Άρθρο 11 "Αρμοδιότητες του Ε.Σ.Ε.Τ."
1.  
    Το Ε.Σ.Ε.Τ. έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) εισηγείται προς τη Δ.Ε.Ε.Τ. για θέματα που αφορούν στην πολιτική έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας, περιλαμβανομένης της γενικής πολιτικής της κατανομής των σχετικών κονδυλίων, β) εισηγείται προς τη Δ.Ε.Ε.Τ. την έγκριση του Ε.Π.Ε.Τ., γ) αξιολογεί την πορεία εφαρμογής του Ε.Π.Ε.Τ. και καταρτίζει, σε ετήσια βάση, σχετική έκθεση που υποβάλλεται στον Πρωθυπουργό και στη Διυπουργική Επιτροπή, δ) εισηγείται στον εποπτεύοντα Υπουργό την απονομή βραβείων για εξαίρετες επιδόσεις στην έρευνα και τεχνολογία, με βάση καθορισμένα κριτήρια, ε) αξιολογεί εισηγήσεις που απευθύνονται σε αυτό για θέματα έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας από κάθε φορέα, ιδίως από Υπουργεία, το Διοικητικό Συμβούλιο του Ε.Ο.Ε.Τ., τα Τομεακά Επιστημονικά Συμβούλια (Τ.Ε.Σ.), τη σύνοδο των Διευθυντών των ερευνητικών κέντρων της παραγράφου 5 του άρθρου 32, από κοινωνι-κούς φορείς, εξωτερικές επιτροπές, ομάδες εργασίας, εμπειρογνώμονες και δημόσιους ή και ιδιωτικούς φορείς, στ) εισηγείται προς τον κατά περίπτωση εποπτεύοντα Υπουργό την ίδρυση, συγχώνευση, διάσπαση, κατάργηση και γενικότερα αναδιάρθρωση ερευνητικών κέντρων και ερευνητικών ινστιτούτων και γνωμοδοτεί επί υποβαλλόμενων σχετικών προτάσεων, ζ) προτείνει τα δύο τρίτα των μελών του καταλόγου για την κλήρωση των επιτροπών κρίσεων για την επιλογή διευθυντών ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων, καθώς και αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 37, η) συγκροτεί τον εθνικό πίνακα κριτών για τις επιτροπές κρίσεων των ερευνητών και ειδικών λειτουργικών επιστημόνων κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 39, ύστερα από σχετική εισήγηση των αρμόδιων Τ.Ε.Σ. Ο πίνακας κριτών επικυρώνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θ) εισηγείται στον κατά περίπτωση εποπτεύοντα Υπουργό για τη συγκρότηση του Επιστημονικού Συμβουλίου ερευνητικών κέντρων, ι) εισηγείται προς τους Υπουργούς Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για την επιλογή των μελών των Τ.Ε.Σ. κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 18, ια) αναθέτει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, στα Τ.Ε.Σ. ή και σε τρίτους την εκπόνηση μελετών και την έκδοση γνωμοδοτήσεων σε κρίσιμα θέματα έρευνας και τεχνολογίας, με βάση τις κείμενες διατάξεις.
Άρθρο 12 "Συγκρότηση του Ε.Σ.Ε.Τ."
1.  
    Το Ε.Σ.Ε.Τ. είναι δεκαπενταμελές και αποτελείται από: α) οκτώ (8) επιστήμονες διεθνούς κύρους, με πολυετή δραστηριότητα στη βασική έρευνα ή στην εφαρμοσμένη έρευνα και καινοτομία. Οι επιστήμονες αυτοί μπορεί να είναι καθηγητές Πανεπιστημίου ή Τ.Ε.Ι. ή ερευνητές Α΄ βαθμίδας ερευνητικών κέντρων ή ερευνητικών ινστιτούτων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, β) πέντε (5) έγκριτα στελέχη του χώρου των επιχειρήσεων ή και διακεκριμένους ερευνητές διεθνούς κύρους από τον ιδιωτικό τομέα, γ) τον Πρόεδρο του Ε.Ο.Ε.Τ. και, δ) έναν εκπρόσωπο του Δημοσίου που ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Άρθρο 13
1.  
    Τα μέλη του Ε.Σ.Ε.Τ. επιλέγονται με την ακόλουθη διαδικασία:.
  1. Ύστερα από πρόσκληση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων συγκροτείται επιτροπή, αποτελούμενη από τον Πρόεδρο ή εκπρόσωπο της Ακαδημίας Αθηνών, έναν διεθνώς διακεκριμένο επιστήμονα ασχολούμενο με τη βασική ή την εφαρμοσμένη έρευνα, που είναι καθηγητής πανεπιστημίου ή καθηγητής Τ.Ε.Ι. ή ερευνητής Α΄ βαθμίδας ερευνητικών κέντρων ή ερευνητικών ινστιτούτων του εσωτερικού ή του εξωτερικού, τον προεδρεύοντα ή εκπρόσωπο της Συνόδου των Πρυτάνεων, τον προεδρεύοντα της Συνόδου των ερευνητικών κέντρων και τον Πρόεδρο ή εκπρόσωπο του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.).
  2. Η ανωτέρω επιτροπή προκηρύσσει ανοιχτή πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων, η οποία δημοσιεύεται στον ημερήσιο τύπο και στον επίσημο δικτυακό τόπο των Υπουργείων Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
  3. Μετά από προεπιλογή, εισηγείται στους εντολείς Υπουργούς διπλάσιο αριθμό είκοσι έξι (26) μελών του Ε.Σ.Ε.Τ., στον οποίο δεν υπολογίζονται ο Πρόεδρος του Ε.Ο.Ε.Τ. και ο εκπρόσωπος του Δημοσίου.
  4. Τα μέλη του Ε.Σ.Ε.Τ. διορίζονται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
  5. Με την ίδια απόφαση ορίζονται ο Πρόεδρος του Ε.Σ.Ε.Τ. και ο αναπληρωτής του ο οποίος επιλέγεται μεταξύ των μελών του που προέρχονται από το χώρο της βασικής και εφαρμοσμένης-τεχνολογικής έρευνας.
2.  
    Ο Πρόεδρος και τα μέλη διορίζονται με θητεία τεσσάρων (4) ετών, η οποία μπορεί να ανανεωθεί μία μόνο φορά. Η θητεία όλων των μελών του Ε.Σ.Ε.Τ., περιλαμβανομένου του Προέδρου και του αναπληρωτή του, δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τα οκτώ (8) έτη. Η σύνθεση των μελών του Ε.Σ.Ε.Τ., εκτός του Προέδρου του, ανανεώνεται κατά το ήμισυ ανά διετία. Κατά την πρώτη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, η θητεία των δεκατεσσάρων (14) μελών του Ε.Σ.Ε.Τ., εκτός του Προέδρου του, είναι τετραετής. Μετά τη δεύτερη συγκρότηση του Ε.Σ.Ε.Τ, γίνεται κλήρωση μεταξύ των δεκατεσσάρων (14) μελών πλην του Προέδρου του, ώστε επτά (7) εξ αυτών να έχουν τετραετή θητεία και τα άλλα επτά (7) διετή θητεία.
3.  
    Ο διορισμός των μελών του Ε.Σ.Ε.Τ. δεν ανακαλείται κατά τη διάρκεια της θητείας τους, εκτός αν συντρέξει στο πρόσωπό τους σπουδαίος λόγος που προβλέπεται στην παράγραφο 4. Εάν κατά τη διάρκεια αυτής κενωθεί, για οποιονδήποτε λόγο, θέση μέλους του Ε.Σ.Ε.Τ., στη θέση αυτή διορίζεται, για το υπόλοιπο της θητείας του, νέο μέλος κατά τη διαδικασία του παρόντος άρθρου.
4.  
    Τα μέλη του Ε.Σ.Ε.Τ. εκπίπτουν αυτοδικαίως από την ιδιότητά τους εάν συντρέξει λόγος που αποτελεί κώλυμα διορισμού σε θέση δημοσίου υπαλλήλου, κατά τα οριζόμενα στις σχετικές διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, ΦΕΚ 26 Α΄).
Άρθρο 14
1.  
    Τα μέλη του Ε.Σ.Ε.Τ. είναι Έλληνες πολίτες, οι οποίοι πρέπει να διαθέτουν τα ακόλουθα προσόντα:.
  1. Οι ασχολούμενοι με τη βασική και την εφαρμοσμένη-τεχνολογική έρευνα επιστήμονες πρέπει:
    • να είναι διεθνώς διακεκριμένοι επιστήμονες σε κλάδους της επιστήμης ή της τεχνολογίας,
    • να είναι καθηγητές Πανεπιστημίου ή Τ.Ε.Ι. ή ερευνητές Α΄ βαθμίδας ερευνητικών κέντρων ή ερευνητικών ινστιτούτων του εσωτερικού ή του εξωτερικού,.
    • να διαθέτουν εμπειρία ως επιστημονικοί υπεύθυνοι και κύριοι ερευνητές (principal inνestigatοrs) σε ερευνητικά προγράμματα βασικής ή εφαρμοσμένης έρευνας με αναγνωρισμένη συμβολή των αποτελεσμάτων ή και διεθνή εμπειρία στο σχεδιασμό και την υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων,
    • να διαθέτουν διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό κύρος, αποδεικνυόμενο αθροιστικά από:
    • i) δημοσιεύσεις σε διεθνή έγκριτα περιοδικά με κριτές, ii) αριθμό ετεροαναφορών των δημοσιεύσεών τους ο οποίος πρέπει να είναι σημαντικά μεγάλος για το επιστημονικό πεδίο τους, iii) απονομή σημαντικών ερευνητικών βραβείων και διεθνών διακρίσεων (όπως του καλύτερου άρθρου ή της καλύτερης έρευνας) από την αντίστοιχη διεθνή επιστημονική κοινότητα
  2. Τα μέλη του Ε.Σ.Ε.Τ. που προέρχονται από τον επιχειρηματικό κόσμο πρέπει:.
    • να είναι κάτοχοι διπλώματος μεταπτυχιακών σπουδών, κατά προτίμηση διδακτορικού,
    • να είναι ανώτατα στελέχη επιχείρησης ή βιομηχανίας,
    • να διαθέτουν εμπειρία στο σχεδιασμό και την υλοποίηση ερευνητικών/αναπτυξιακών προγραμμάτων,
    • να έχουν διακριθεί διεθνώς και να έχουν ουσιωδώς συμβάλει στην επιστημονική πρόοδο, καθώς και στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας
  3. Ο εκπρόσωπος του Δημοσίου πρέπει να είναι επιστήμονας, κάτοχος διδακτορικού τίτλου, με εμπειρία στο σχεδιασμό και την υλοποίηση ερευνητικών/αναπτυξιακών προγραμμάτων
2.  
    Ειδικότερα, ο Πρόεδρος του Ε.Σ.Ε.Τ. πρέπει, πέραν των ανωτέρω προσόντων, να είναι προσωπικότητα διεθνούς κύρους, ευρείας αποδοχής και να διαθέτει γνώση και εμπειρία του εθνικού και διεθνούς χώρου έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης.
3.  
    Κατά την αξιολόγηση των υποψηφιοτήτων συνεκτιμώνται και:
  1. η κατοχή διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας,
  2. η μεταφορά γνώσης σε παραγωγικούς φορείς στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή,
  3. η εμπειρία στην αξιολόγηση και υλοποίηση έργων έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας, χρηματοδοτούμενων από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους, σε ανταγωνιστική βάση
Άρθρο 15
1.  
    Το Ε.Σ.Ε.Τ. λειτουργεί σύμφωνα με τον κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας του, ο οποίος εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
2.  
    Με τον κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τις συνεδριάσεις του Ε.Σ.Ε.Τ., την εν γένει λειτουργία του, τις ειδικότητες του προσωπικού της Ειδικής Επιστημονικής Γραμματείας του Ε.Σ.Ε.Τ. του άρθρου 16, τις ιδιαίτερες υποχρεώσεις των μελών του και τον τρόπο έκδοσης των γνωμοδοτήσεων και λήψης των αποφάσεών του.
3.  
    Στον Πρόεδρο και στον αναπληρωτή Πρόεδρο του Ε.Σ.Ε.Τ. χορηγείται μηνιαία αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται η αποζημίωση των λοιπών μελών του Ε.Σ.Ε.Τ. ανά συνεδρίαση. Οι διατάξεις που διέπουν τις δαπάνες κινήσεως των μετακινούμενων προσώπων με εντολή του Δημοσίου για εκτέλεση υπηρεσίας, όπως ισχύουν κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τη μετακίνηση των μελών και των υπαλλήλων του Ε.Σ.Ε.Τ. Οι σχετικές εντολές μετακίνησης εκδίδονται από τη Γ.Γ.Ε.Τ. Η ισχύς των διατάξεων της παραγράφου αυτής αρχίζει από τη συγκρότηση του Ε.Σ.Ε.Τ. σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Άρθρο 16
1.  
    Συνιστάται στη Γ.Γ.Ε.Τ. Ειδική Επιστημονική Γραμματεία για την εν γένει υποστήριξη της λειτουργίας του Ε.Σ.Ε.Τ. και την εκπλήρωση της αποστολής του. Στην Ειδική Επιστημονική Γραμματεία συνιστώνται δέκα (10) θέσεις ειδικών επιστημόνων, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
2.  
    Οι ειδικοί επιστήμονες, οι οποίοι πρέπει να είναι κάτοχοι τουλάχιστον διπλώματος μεταπτυχιακών σπουδών, προσλαμβάνονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από προκήρυξη σύμφωνα με τις διαδικασίες του άρθρου 40
3.  
    Οι αποδοχές των ειδικών επιστημόνων καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης
Άρθρο 17
1.  
    Το Ε.Σ.Ε.Τ. υποστηρίζεται, ως προς τη στελέχωση και την υποδομή του, από τη Γ.Γ.Ε.Τ. και οι δαπάνες λειτουργίας του εντάσσονται στον προϋπολογισμό της Γ.Γ.Ε.Τ. ή καλύπτονται από τον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 19 του ν. 3054/2002 (ΦΕΚ 230 Α΄), όπως ισχύει, με την επωνυμία «Λογαριασμός Χρηματοδότησης Εταιριών Εμπορίας Πετρελαιοειδών για Μεταφορές Καυσίμων στις Προβληματικές Περιοχές της Χώρας».
2.  
    Για τη διοικητική και τεχνική υποστήριξη της λειτουργίας του Ε.Σ.Ε.Τ., επιτρέπεται, με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, η απόσπαση στο Ε.Σ.Ε.Τ., διοικητικού προσωπικού της Γ.Γ.Ε.Τ. ή και άλλων υπηρεσιών του Υπουργείου Ανάπτυξης, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, ύστερα από συναίνεση του ενδιαφερόμενου, σύμφωνη γνώμη του Γενικού Γραμματέα Έρευνας και Τεχνολογίας και γνώμη του Ε.Σ.Ε.Τ.
Άρθρο 18
1.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστάται στη Γ.Γ.Ε.Τ. Τομεακό Επιστημονικό Συμβούλιο (Τ.Ε.Σ.), για κάθε τομέα επιστημονικής και τεχνολογικής πολιτικής, οι οποίοι αποφασίζονται από τη Δ.Ε.Ε.Τ. ύστερα από γνώμη του Ε.Σ.Ε.Τ. Κάθε Τ.Ε.Σ. αποτελείται από τον Πρόεδρό του και τέσσερα (4) μέλη, τα οποία είναι Καθηγητές Πανεπιστημίου ή Τ.Ε.Ι. ή ερευνητές Α΄ βαθμίδος ερευνητικών κέντρων ή ερευνητικών ινστιτούτων με διεθνώς αναγνωρισμένο κύρος και πλούσια ερευνητική και επαγγελματική εμπειρία στο αντικείμενο του Τομέα. Σε κάθε Τ.Ε.Σ. συμμετέχει ένα στέλεχος του ευρύτερου παραγωγικού τομέα, που είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος και έχει τουλάχιστον πενταετή επιπρόσθετη εμπειρία σε διεθνώς αναγνωρισμένες ερευνητικές και τεχνολογικές δραστηριότητες, καθώς και ικανότητα σχεδιασμού και συντονισμού ερευνητικών έργων. Κατά την επιλογή των μελών συνεκτιμώνται και τα στοιχεία της παραγράφου 3 του άρθρου 14. Η θητεία των μελών των Τ.Ε.Σ. είναι τριετής και μπορεί να ανανεώνεται μία μόνο φορά.
2.  
    Τα μέλη των Τ.Ε.Σ. επιλέγονται από τους Υπουργούς Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από ανοιχτή πρόσκληση ενδιαφέροντος, η οποία δημοσιεύεται στον ημερήσιο τύπο και στο διαδίκτυο, και εισήγηση του Ε.Σ.Ε.Τ.
3.  
    Τα Τ.Ε.Σ. έχουν τις ακόλουθες αρμοδιότητες:.
  1. προσφέρουν επιστημονικό συμβουλευτικό έργο στα Υπουργεία Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και στον Ε.Ο.Ε.Τ. για θέματα έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας,.
  2. επικουρούν το Ε.Σ.Ε.Τ. για τη διαμόρφωση στρατηγικής έρευνας και τεχνολογίας,.
  3. εισηγούνται στο Ε.Σ.Ε.Τ. για θέματα εκλογής διευθυντών ερευνητικών κέντρων και διευθυντών ερευνητικών ινστιτούτων,.
  4. εισηγούνται στο Ε.Σ.Ε.Τ. τα ονόματα των επιστημόνων που εντάσσονται στον εθνικό πίνακα κριτών, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 39 του παρόντος νόμου και με τη διαδικασία της περίπτωσης η΄ του άρθρου 11 του παρόντος νόμου.
4.  
    Στον Πρόεδρο και στα μέλη των Τ.Ε.Σ. καταβάλλεται αποζημίωση ανά συνεδρίαση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Οι διατάξεις που διέπουν τις δαπάνες κινήσεως των μετακινούμενων προσώπων με εντολή του Δημοσίου για εκτέλεση υπηρεσίας, που ισχύουν κάθε φορά, έχουν εφαρμογή και για τη μετακίνηση του Προέδρου και των μελών των Τ.Ε.Σ. Οι εντολές μετακίνησης εκδίδονται από τη Γ.Γ.Ε.Τ.
5.  
    Η λειτουργία των Τ.Ε.Σ. και η γενικότερη οργανωτική τους υποστήριξη ανήκουν στην αρμοδιότητα της Γ.Γ.Ε.Τ. και οι δαπάνες λειτουργίας τους εντάσσονται στον προϋπολογισμό της Γ.Γ.Ε.Τ. ή καλύπτονται από τον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 19 του ν. 3054/2002, όπως ισχύει, με την επωνυμία «Λογαριασμός Χρηματοδότησης Εταιριών Εμπορίας Πετρελαιοειδών για Μεταφορές Καυσίμων στις Προβληματικές Περιοχές της Χώρας».
Άρθρο 19
1.  
    Συνιστάται Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, το οποίο επιδιώκει δημόσιο και κοινωφελή σκοπό, με την επωνυμία «Εθνικός Οργανισμός Έρευνας και Τεχνολο-γίας» (Ε.Ο.Ε.Τ.), το οποίο εποπτεύεται από τους Υπουργούς Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
2.  
    Ο Ε.Ο.Ε.Τ. έχει ως αποστολή την εφαρμογή και διαχείριση δράσεων της βασικής, εφαρμοσμένης – τεχνολογικής έρευνας και καινοτομίας και τη μέσω αυτών προαγωγή εν γένει της βασικής και εφαρμοσμένης επιστημονικής έρευνας στην Ελλάδα, κατά τις σχετικές διατάξεις του παρόντος νόμου.
3.  
    Οι εν γένει δαπάνες λειτουργίας του Ε.Ο.Ε.Τ. βαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή καλύπτονται από τον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 19 του ν. 3054/2002, όπως ισχύει, με την επωνυμία «Λογαριασμός Χρηματοδότησης Εταιριών Εμπορίας Πετρελαιοειδών για Μεταφορές Καυσίμων στις Προβληματικές Περιοχές της Χώρας».
Άρθρο 20 "Αρμοδιότητες του Ε.Ο.Ε.Τ."
1.  
    Ο Ε.Ο.Ε.Τ. για την εκπλήρωση της αποστολής του έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) εισηγείται προς το Ε.Σ.Ε.Τ. για το Εθνικό Πρόγραμμα Έρευνας και Τεχνολογίας, β) διαχειρίζεται τα εγκρινόμενα από τη Διυπουργική Επιτροπή Έρευνας και Τεχνολογίας εθνικά κονδύλια χρηματοδότησης, όπως αυτά έχουν κατανεμηθεί από τη Δ.Ε.Ε.Τ. στις θεματικές περιοχές των τομέων βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας, γ) εξειδικεύει, προκηρύσσει και διαχειρίζεται προγράμματα και δράσεις βασικής έρευνας, εφαρμοσμένης – τεχνολογικής έρευνας, καινοτομίας και διεθνούς συνεργασίας, δ) μπορεί να διαχειρίζεται ερευνητικά κονδύλια Υπουργείων, Περιφερειών και άλλων φορέων, προοριζόμενα για ανταγωνιστικές δράσεις, ε) διαχειρίζεται και συντονίζει την αξιολόγηση των προτάσεων και των προγραμμάτων και έργων βασικής έρευνας, εφαρμοσμένης έρευνας και διεθνούς συνεργασίας, στ) μπορεί να ιδρύει παραρτήματα, τομεακά γραφεία προγραμμάτων και τοπικά τεχνολογικά γραφεία σε συνεργασία με τη Γ.Γ.Ε.Τ. και οποιαδήποτε άλλη περιφερειακή υπηρεσιακή μονάδα του Υπουργείου Ανάπτυξης και άλλων Υπουργείων, καθώς και με τις Περιφέρειες της χώρας, για την προώθηση της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας στις Περιφέρειες της χώρας. Για το σκοπό της άσκησης των παραπάνω αρμοδιοτήτων του ο Ε.Ο.Ε.Τ. μπορεί να αναθέτει την εκπόνηση μελετών σε νομικά ή φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις κείμενες σχετικές διατάξεις.
Άρθρο 21
1.  
    Ο Εθνικός Οργανισμός Έρευνας και Τεχνολογίας (Ε.Ο.Ε.Τ.) διοικείται από πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο, που αποτελείται από τον Πρόεδρο του Ε.Ο.Ε.Τ., ο οποίος είναι και Πρόεδρος του Δ.Σ. του, τον Αντιπρόεδρο για τη βασική έρευνα, τον Αντιπρόεδρο για την εφαρμοσμένη έρευνα και δύο μέλη, ένα από τα οποία προέρχεται από τον ιδιωτικό τομέα, που διαθέτουν τα προσόντα της παραγράφου 2.
2.  
    Τα μέλη του Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ. είναι Έλληνες πολίτες που διαθέτουν τα προσόντα των μελών του Ε.Σ.Ε.Τ., όπως ορίζονται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και ασχολούνται με τη βασική ή εφαρμοσμένη-τεχνολογική έρευνα. Ειδικότερα, ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ. πρέπει να διαθέτει τα προσόντα του Προέδρου του Ε.Σ.Ε.Τ., όπως αυτά ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 14.
3.  
    Για την επιλογή των μελών του Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ. εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13. Ειδικότερα:.
  1. Συγκροτείται επιτροπή κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 13
  2. Η ανωτέρω επιτροπή δημοσιεύει ανοικτή πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων και, μετά από προεπιλογή, εισηγείται στους Υπουργούς Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων διπλάσιο αριθμό δέκα (10) μελών του Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ.
  3. Τα μέλη του Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ. διορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
  4. Με την ίδια απόφαση, ορίζονται ο Πρόεδρος του Ε.Ο.Ε.Τ., ο Αντιπρόεδρος για τη βασική έρευνα και ο Αντιπρόεδρος για την εφαρμοσμένη έρευνα.
4.  
    Για τη θητεία των μελών του Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ. εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως και 4 του άρθρου 13.
5.  
    Στον Πρόεδρο και στους δύο Αντιπροέδρους του Ε.Ο.Ε.Τ. χορηγείται μηνιαία αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται η αποζημίωση των λοιπών μελών του Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ. ανά συνεδρίαση. Οι διατάξεις που διέπουν τις δαπάνες κινήσεως των μετακινούμενων προσώπων με εντολή του Δημοσίου για εκτέλεση υπηρεσίας, όπως ισχύουν κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τη μετακίνηση των μελών του Δ.Σ. και των υπαλλήλων του Ε.Ο.Ε.Τ. Οι σχετικές εντολές μετακίνησης εκδίδονται από τον Γενικό Διευθυντή του Ε.Ο.Ε.Τ.
Άρθρο 22
1.  
    Ο Ε.Ο.Ε.Τ. απαρτίζεται από δύο Τμήματα:.
  1. το Τμήμα Βασικής Έρευνας, και
  2. το Τμήμα Εφαρμοσμένης Έρευνας
2.  
    Ο Πρόεδρος του Ε.Ο.Ε.Τ. προΐσταται του Ε.Ο.Ε.Τ. Ο Αντιπρόεδρος για τη βασική έρευνα προΐσταται του Τμήματος Βασικής Έρευνας του Ε.Ο.Ε.Τ. Ο Αντιπρόεδρος για την εφαρμοσμένη έρευνα προΐσταται του Τμήματος Εφαρμοσμένης Έρευνας του Ε.Ο.Ε.Τ.
3.  
    Ο Γενικός Διευθυντής του Ε.Ο.Ε.Τ. επιλέγεται μετά από ανοικτή προκήρυξη από το Διοικητικό του Συμβούλιο και επικουρεί τον Πρόεδρο και τους δύο Αντιπροέδρους του Ε.Ο.Ε.Τ, ιδίως στις διαχειριστικές τους αρμοδιότητες, ασκώντας τις αρμοδιότητες που του εκχωρεί με απόφασή του το Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ.
4.  
    Προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας του Ε.Ο.Ε.Τ., συνιστώνται: α) Γραφείο Διοικητικής Υποστήριξης και Προσωπικού, β) Γραφείο Οικονομικής Διαχείρισης, γ) Γραφείο Νομικού Συμβούλου και δ) Γραφείο Τεχνικής Υποδομής/Υποστήριξης, τα οποία αναφέρονται στον Γενικό Διευθυντή. Τέλος, συνιστάται Γραφείο Εσωτερικού Ελέγχου, το οποίο οργανώνεται και λειτουργεί κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 24.
5.  
    Για τη διοικητική και τεχνική υποστήριξη της λειτουργίας του Ε.Ο.Ε.Τ. επιτρέπεται, με κοινή απόφαση των εποπτευόντων Υπουργών, η απόσπαση στον Ε.Ο.Ε.Τ., για μία διετία, που μπορεί να ανανεωθεί με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, διοικητικού προσωπικού του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ή και της Γ.Γ.Ε.Τ. που έχει εμπειρία στη διαχείριση της έρευνας, της τεχνολογίας ή της καινοτομίας, ύστερα από συναίνεση του ενδιαφερόμενου και σύμφωνη γνώμη, κατά περίπτωση, του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ή του Γενικού Γραμματέα Έρευνας και Τεχνολογίας, καθώς και του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ο.Ε.Τ.
6.  
    Με Προεδρικό Διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ρυθμίζεται ειδικότερα η οργάνωση του Ε.Ο.Ε.Τ., εξειδικεύεται η υποδιαίρεση των τμημάτων του σε ερευνητικούς τομείς και ορίζονται οι δράσεις κάθε τομέα. Με το ίδιο διάταγμα συνιστάται, σε κάθε ερευνητικό τομέα, θέση Διευθυντή Ερευνητικού Τομέα και ορίζονται τα προσόντα του, προβλέπεται η στελέχωση κάθε ερευνητικού τομέα με Συντονιστές Περιοχών Τομέα, συνιστώνται έως εκατόν πενήντα (150) θέσεις επιστημονικού και λοιπού προσωπικού, καθορίζονται τα προσόντα και η διαδικασία πλήρωσής τους και ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία του Ε.Ο.Ε.Τ. Μέχρι την πλήρωση των οργανικών θέσεων, ο Ε.Ο.Ε.Τ. λειτουργεί με προσωπικό που αποσπάται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, πάντως όχι πέραν των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
7.  
    Οι αποδοχές του προσωπικού του Ε.Ο.Ε.Τ. καθορίζονται με απόφαση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ. και εγκρίνονται από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης. Οι αποδοχές των αποσπώμενων υπαλλήλων κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, εξακολουθούν να βαρύνουν το φορέα της οργανικής τους θέσης.
Άρθρο 23
1.  
    Οι προτάσεις με αντικείμενο έργα, μελέτες και προγράμματα, οι οποίες υποβάλλονται στον Ε.Ο.Ε.Τ., αξιολογούνται με σύστημα αξιολόγησης από κριτές («peer reνiew»), κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2. Ερευνητικά προγράμματα και έργα που χρηματοδοτούνται από τον Ε.Ο.Ε.Τ., αποτιμώνται ως προς τα αποτελέσματά τους από αυτόν.
2.  
    Οι κριτές προτάσεων με αντικείμενο προγράμματα και έργα βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας είναι επιστήμονες, Έλληνες ή αλλοδαποί, με διεθνή καταξίωση και εμπειρία στη θεματική περιοχή της ερευνητικής πρότασης ή του ερευνητικού προγράμματος που καλούνται να αξιολογήσουν
3.  
    Το κείμενο κάθε πρότασης της προηγούμενης παραγράφου, όταν υποβάλλεται προς αξιολόγηση από διεθνείς κριτές, κατατίθεται υποχρεωτικά στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα. Η αξιολόγηση από τους κριτές γίνεται, εγγράφως, στην αγγλική γλώσσα.
4.  
    Η αξιολόγηση των ερευνητικών προτάσεων και η αποτίμηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων πραγματοποιείται από δύο (2) τουλάχιστον κριτές, τους οποίους επιλέγουν οι αντίστοιχοι Διευθυντές Ερευνητικών Τομέων και οι Συντονιστές Περιοχών Τομέων
5.  
    Η επιλογή των κριτών με βάση τη συνάφεια του γνωστικού τους αντικειμένου με ερευνητικές περιοχές γίνεται διαζευκτικά:
  1. από το Διεθνή Ερευνητικό Ιστό («Web οf Science»),
  2. από κατάλογο κριτών προερχομένων από το διεθνή επιστημονικό χώρο που καταρτίζουν οι Διευθυντές Τομέων για τη βασική και την εφαρμοσμένη έρευνα.
  3. Ο κατάλογος αυτός ενημερώνεται και υποβάλλεται στο Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ. προς έγκριση κάθε δύο (2) έτη.
6.  
    Η αξιολόγηση των προτάσεων περατώνεται εντός τριών (3) μηνών. Κατά τη διαδικασία της αξιολόγησης και αποτίμησης τα ονόματα των κριτών συγκεκριμένης πρότασης παραμένουν απόρρητα.
7.  
    Με το Προεδρικό Διάταγμα της παραγράφου 6 του άρθρου 22 ορίζονται οι λεπτομέρειες της λειτουργίας του συστήματος αξιολόγησης των προτάσεων και αποτίμησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων, θεσπίζονται κριτήρια και κανόνες δεοντολογίας της αξιολόγησης, με σκοπό την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων, αφ’ ενός μεταξύ των κριτών και των μελών των Τ.Ε.Σ., του Ε.Σ.Ε.Τ. και του Ε.Ο.Ε.Τ. και, αφ’ ετέρου, μεταξύ των κριτών και των αξιολογουμένων, ρυθμίζονται θέματα αμοιβής κριτών, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια. Η αμοιβή των κριτών καθορίζεται με απόφαση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ., η οποία εγκρίνεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και τον κατά περίπτωση αρμόδιο Υπουργό. Ο Ε.Ο.Ε.Τ. μπορεί να ζητεί τη συνδρομή εξωτερικών κριτών για να αξιολογεί τα αποτελέσματα των επιτροπών κρίσεων.
8.  
    Ο Ε.Ο.Ε.Τ. τηρεί αρχεία, σε έντυπη ή και ηλεκτρονική μορφή, τα οποία περιέχουν δεδομένα που αφορούν:.
  1. τις αξιολογήσεις των ερευνητικών προτάσεων από τους κριτές,
  2. τις αναφορές των ερευνητών για την εκτέλεση των ερευνητικών προγραμμάτων – έργων και τα πορίσματα αυτών,
  3. τις αποτιμήσεις των αποτελεσμάτων των ερευνητικών προγραμμάτων – έργων από κριτές
9.  
    Τα δεδομένα των ανωτέρω αρχείων συνεκτιμώνται κατά την υποβολή μελλοντικών προτάσεων από ερευνητές, που έχουν ήδη συμμετάσχει σε ερευνητικό πρόγραμμα του Ε.Ο.Ε.Τ.
10.  
    Για την τήρηση των ανωτέρω αρχείων και την επεξεργασία των δεδομένων τους εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2472/1997 (ΦΕΚ 50 Α΄), όπως εκάστοτε ισχύει.
Άρθρο 24
1.  
    Το Γραφείο Εσωτερικού Ελέγχου (Γ.Ε.Ε.) του Ε.Ο.Ε.Τ. αποτελεί ανεξάρτητη διοικητικά και λειτουργικά μονάδα του Ε.Ο.Ε.Τ., η οποία αναφέρεται αποκλειστικά στο Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ. Συγκροτείται από τον προϊστάμενό του και δύο (2) μέλη. Τα μέλη του Γ.Ε.Ε., ένα τουλάχιστον από τα οποία είναι ορκωτός ελεγκτής-λογιστής, επιλέγονται με ειδικά αιτιολογημένη, ως προς τα προσόντα τους, απόφαση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ. και είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, μη δυνάμενα να ασκούν οποιαδήποτε άλλη αρμοδιότητα εντός ή εκτός του Ε.Ο.Ε.Τ.
2.  
    Έργο του Γ.Ε.Ε. είναι ο έλεγχος της νομιμότητας των ενεργειών των οργάνων και υπαλλήλων του Ε.Ο.Ε.Τ. και των προσώπων που συνεργάζονται με αυτόν με οποιαδήποτε σχέση.
3.  
    Το Γ.Ε.Ε. προς εξυπηρέτηση του σκοπού του:.
  1. Ενεργεί διοικητικό και οικονομικό έλεγχο όλων των δραστηριοτήτων του Ε.Ο.Ε.Τ. και απευθύνει, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τις απαραίτητες συστάσεις.
  2. Συντάσσει και υποβάλλει ετήσια έκθεση προς το Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ, την οποία κοινοποιεί υποχρεωτικά στους Υπουργούς Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
4.  
    Με τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του Γ.Ε.Ε., ο οποίος καταρτίζεται με απόφαση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ. εντός τριμήνου από την πρώτη συγκρότησή του, εξειδικεύονται οι αρμοδιότητες του Γ.Ε.Ε. και οι διαδικασίες του ασκούμενου ελέγχου και ρυθμίζονται τα θέματα και η διαδικασία πρόσληψης, καθώς και τα προσόντα για την πλήρωση των θέσεων προϊσταμένων και μελών του Γ.Ε.Ε.
5.  
    Οι αποδοχές του προσωπικού του Γ.Ε.Ε. βαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή καλύπτονται από τον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 19 του ν. 3054/2002, όπως ισχύει, με την επωνυμία «Λογαριασμός Χρηματοδότησης Εταιριών Εμπορίας Πετρελαιοειδών για Μεταφορές Καυσίμων στις Προβληματικές Περιοχές της Χώρας». Οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με απόφαση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ. και εγκρίνονται από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης.
Άρθρο 25 "Συνδρομή τεκμηρίωσης"
1.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 2472/1997, όπως εκάστοτε ισχύει, και των κατά περίπτωση διατάξεων περί υπηρεσιακών απορρήτων, το Ε.Σ.Ε.Τ. και ο Ε.Ο.Ε.Τ., κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, έχουν δικαίωμα άμεσης, προνομιακής και ακώλυτης πρόσβασης σε στατιστικά δεδομένα υπηρεσιών Υπουργείων, ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων, Α.Ε.Ι., λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός εκάστοτε ορίζεται.
Άρθρο 26
1.  
    Η ιδιότητα του μέλους του Ε.Σ.Ε.Τ., του μέλους του Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ. και του μέλους Τ.Ε.Σ. δεν εμπίπτει στις διατάξεις των περιπτώσεων: α) ι΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 και β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του ν. 2530/1997 (ΦΕΚ 218 Α΄), β) θ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν. 2530/1997.
2.  
    Κατ’ εξαίρεση, η ιδιότητα του Προέδρου του Ε.Σ.Ε.Τ. και του μέλους του Δ.Σ. του Ε.Ο.Ε.Τ. είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του Πρύτανη ή Αντιπρύτανη Πανεπιστημίου, Προέδρου ή Αντιπροέδρου Τ.Ε.Ι., Κοσμήτορα Σχολής, Προέδρου ή Αντιπροέδρου Σχολής ή Τμήματος Πανεπιστημίου ή Διευθυντή Σχολής ή Προϊσταμένου Τμήματος Τ.Ε.Ι., Προέδρου ή Αντιπροέδρου Διοικούσας Επιτροπής Πανεπιστημίου ή Τ.Ε.Ι., καθώς και με την ιδιότητα του Διευθυντή ή Αναπληρωτή Διευθυντή ερευνητικών κέντρων ή ερευνητικών ινστιτούτων.
Άρθρο 27
1.  
    Η διοίκηση, οι υπάλληλοι και τα πρόσωπα, τα οποία συνδέονται με το Ε.Σ.Ε.Τ. ή τον Ε.Ο.Ε.Τ. με σύμβαση έργου, εργασίας ή εντολής, υποχρεούνται να τηρούν εχεμύθεια για γεγονότα, ερευνητικά δεδομένα και ερευνητικά προγράμματα ή επί μέρους στοιχεία αυτών, τα οποία περιέρχονται στη γνώση τους κατά την άσκηση ή επ’ ευκαιρία της ανωτέρω δραστηριότητάς τους.
2.  
    Οι παραβάτες της προηγούμενης παραγράφου τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 252 και 253 του Ποινικού Κώδικα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ
Άρθρο 28
1.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης καθορίζονται, κατά παρέκκλιση από κάθε τυχόν ισχύουσα αντίθετη διάταξη, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία, τα αναγκαία μέτρα και οι λεπτομέρειες για τη χρηματοδότηση των διεθνών συνεργασιών μεταξύ ερευνητών, ερευνητικών ομάδων ή ερευνητικών κέντρων με κατοικία ή έδρα, αντίστοιχα, σε δύο η περισσότερα κράτη, στο πλαίσιο της συνεργατικής έρευνας. Προς το σκοπό αυτόν επιτρέπεται, με την απόφαση του προηγούμενου εδαφίου, η χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους έρευνας που διεξάγεται στην αλλοδαπή και η χρηματοδότηση έρευνας από αλλοδαπούς ερευνητές που διεξάγεται στην Ελλάδα, καθώς και έρευνας που διεξάγεται στην Ελλάδα από Έλληνες ερευνητές σε δικτύωση με ερευνητές της αλλοδαπής (μεταφορά τεχνογνωσίας). Εάν στις παραπάνω διεθνείς συνεργασίες μετέχουν και μέλη ή ομάδες μελών Δ.Ε.Π. των Πανεπιστημίων και Ε.Π. των Τ.Ε.Ι., η απόφαση του πρώτου εδαφίου συνυπογράφεται και από τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
2.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ρυθμίζονται, κατά παρέκκλιση από κάθε τυχόν ισχύουσα αντίθετη διάταξη, η σύσταση κοινών οργάνων για την εφαρμογή των κοινοπραξιών που συνομολογούνται στο πλαίσιο των προγραμμάτων έρευνας, τεχνολογίας ή καινοτομίας σε διεθνές ή διακρατικό επίπεδο και την υλοποίηση του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας, ο τρόπος συμμετοχής σε αυτά τα όργανα, η εφαρμογή των αποφάσεών τους, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια. Με την ίδια απόφαση ορίζονται κατηγορίες κοινών ευρωπαϊκών προγραμμάτων για τις οποίες μπορεί να παρέχεται η δυνατότητα στους εκπαιδευτικούς, ερευνητικούς ή τεχνολογικούς φορείς να συμμετέχουν: α) στην από κοινού, με άλλα κράτη μέλη ή και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ίδρυση ένωσης προσώπων με ή χωρίς νομική προσωπικότητα για την πληρέστερη ολοκλήρωση της κοινής διοικητικής διαχείρισης, β) στη χρηματοδότηση είτε με τη διάθεση αμιγώς εθνικών κονδυλίων μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων είτε με τη διάθεση πόρων από τα επιχειρησιακά προγράμματα του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (Κ.Π.Σ.).
3.  
    Επιτρέπεται η διάθεση εθνικών πόρων από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων και τα επιχειρησιακά προγράμματα του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (Ε.Σ.Π.Α.) για την ενίσχυση πραγματικών ή εικονικών κοινών ταμείων (real οr νirtual cοmmοn pοts) στα συνεργατικά διεθνή και κοινά Ευρωπαϊκά Προγράμματα και Έργα, κατά παρέκκλιση από κάθε τυχόν αντίθετη διάταξη που εκάστοτε ισχύει.
4.  
    Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μπορεί να προβλεφθεί, για τη συμμετοχή των ελληνικών Πανεπιστημίων, Τ.Ε.Ι., ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων στο εκάστοτε Πρόγραμμα Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την έρευνα και την καινοτομία ο τρόπος συγχρηματοδότησης ως ιδίας συμμετοχής και να ορισθούν οι πόροι που θα διατεθούν για το σκοπό αυτόν, οι οποίοι μπορεί να είναι εθνικοί ή να προέρχονται από τα επιχειρησιακά προγράμματα του Ε.Σ.Π.Α.
Άρθρο 29
1.  
    Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης καθορίζεται η διαδικασία δημιουργίας ενός «εθνικού οδικού χάρτη» υποδομών των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων, ο οποίος εγκρίνεται και ανανεώνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα με όμοια απόφαση ύστερα από εισήγηση του Ε.Σ.Ε.Τ.
2.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Ε.Σ.Ε.Τ., καθορίζεται η διαδικασία ανάδειξης των υποδομών των ερευνητικών κέντρων και Α.Ε.Ι. που είναι πανευρωπαϊκής εμβέλειας, με σκοπό την ένταξή τους στον αντίστοιχο οδικό χάρτη του «ΕSFRΙ» και στο εκάστοτε Πρόγραμμα Πλαίσιο για την έρευνα και την τεχνολογία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, καθορίζονται οι πόροι για τη συγχρηματοδότηση των εθνικών υποδομών πανευρωπαϊκής εμβέλειας λόγω ένταξής τους στο εκάστοτε Πρόγραμμα Πλαίσιο για την Έρευνα και Τεχνολογία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
4.  
  1. Εντός έτους από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, τα ερευνητικά κέντρα και αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα, τα οποία εποπτεύονται από τη Γ.Γ.Ε.Τ., υποχρεούνται να συστήσουν κοινοπραξία με τίτλο «Κοινοπραξία Βιβλιοθηκών Ερευνητικών Κέντρων», με σκοπό την εξοικονόμηση πόρων, την από κοινού πρόσβαση σε ηλεκτρονικές πηγές πληροφόρησης και την ορθολογική διαχείριση του συνόλου της συλλογής περιοδικών σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, καθώς και την ανάπτυξη υπηρεσιών που θα επιτρέψουν την περαιτέρω αξιοποίηση των πηγών αυτών.
  2. Η Κοινοπραξία αποτελείται από όλα τα εποπτευόμενα από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας ερευνητικά κέντρα και αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα, Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ.
  3. Η Κοινοπραξία εποπτεύεται από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας.
  4. Την ευθύνη διαχείρισης του δικτύου, καθώς και το συντονισμό της Κοινοπραξίας έχει το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (Ε.Κ.Τ.) του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Ε.Ι.Ε.).
  5. Η σύσταση και λειτουργία της Κοινοπραξίας γίνεται με τη σύνταξη και την υπογραφή από τα ερευνητικά κέντρα και τα αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα προγραμματικής συμφωνίας, στην οποία προβλέπονται οι στόχοι, οι όροι και ο τρόπος της συνεργασίας
  6. Η κατανομή του κόστους στα μέλη της Κοινοπραξίας γίνεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, βάσει κριτηρίων που καθορίζονται στη σύμβαση κοινοπραξίας.
  7. Με την ίδια απόφαση μπορεί να προβλέπεται κάλυψη του κόστους της κοινοπραξίας από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης.
  8. Η Κοινοπραξία Βιβλιοθηκών Ερευνητικών Κέντρων συνεργάζεται με το Σύνδεσμο Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών στη βάση προγραμματικών συμφωνιών με σκοπό την επίτευξη οικονομιών κλίμακας
Άρθρο 30
1.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων θεσπίζονται κίνητρα και μέτρα διευκόλυνσης για την προσέλκυση ξένων επιστημόνων από χώρες εντός ή εκτός της Ε.Ε.
2.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εξωτερικών, Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων θεσπίζονται κίνητρα για τον επαναπατρισμό Ελλήνων επιστημόνων της διασποράς από χώρες εντός και εκτός Ε.Ε. Με την απόφαση αυτή προσδιορίζονται ειδικότερα οι κατηγορίες Ελλήνων επιστημόνων της διασποράς και μπορούν να προβλεφθούν εφάπαξ ερευνητικές χορηγίες ένταξης επιστημόνων στον ερευνητικό ιστό της χώρας, ύψους μέχρι εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, άλλα ειδικά οικονομικά κίνητρα, μέτρα διευκόλυνσης της επιστροφής των Ελλήνων επιστημόνων του εξωτερικού, να ρυθμίζεται η αναγνώριση προϋπηρεσίας των Ελλήνων επιστημόνων του εξωτερικού και να προβλέπεται η ίδρυση γραφείων δραστηριοποίησης Ελλήνων επιστημόνων της διασποράς σε χώρες του εξωτερικού και ιδίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Η.Π.Α. και την Αυστραλία.
3.  
    Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης προκηρύσσονται εθνικά προγράμματα έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας που ανταποκρίνονται στις ειδικές προδιαγραφές της Ε.Ε. και συγχρηματοδοτούνται από το εκάστοτε Πρόγραμμα Πλαίσιο της Ε.Ε. για την έρευνα και την τεχνολογία.
4.  
    Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης συγκροτούνται επιτροπές, έργο των οποίων είναι η εναρμόνιση των εθνικών κανόνων δικαίου με την Ευρωπαϊκή Χάρτα των Ερευνητών και τον Κώδικα Δεοντολογίας για τις Προσλήψεις των Ερευνητών και την άρση των εμποδίων στην κινητικότητα των ερευνητών στο πλαίσιο της σχετικής στρατηγικής της Ε.Ε. Τα σχετικά μέτρα λαμβάνονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ή με κοινή απόφαση αυτού και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού και μπορεί να αφορούν, μεταξύ άλλων, θέματα διευκόλυνσης της εισόδου και της διαμονής των αλλοδαπών ερευνητών στην Ελλάδα.
Άρθρο 31
1.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μπορεί να θεσπίζονται οικονομικά κίνητρα ή άλλα μέτρα διευκόλυνσης για την ενίσχυση της συμμετοχής των Ελλήνων επιστημόνων σε τομείς ερευνητικών και τεχνολογικών δραστηριοτήτων που έχουν σχέση με διεθνείς οργανισμούς όπως CΕRΝ, ΕSΑ. Με την ίδια απόφαση μπορεί να προκηρυχθούν εθνικά προγράμματα που έχουν σχέση με διεθνείς οργανισμούς. Οι υποβαλλόμενες προτάσεις αξιολογούνται από τον Ε.Ο.Ε.Τ. με βάση την επιστημονική αριστεία και τη συμβολή στους στόχους του προγράμματος. Οι σχετικοί πόροι διατίθενται ως ένα ορισμένο ποσοστό της εισφοράς της Ελλάδας σε αυτούς. Με την παραπάνω απόφαση προσδιορίζεται το ύψος των πόρων που διατίθενται για τα προγράμματα ως ποσοστό της εισφοράς της Ελλάδας στους αντίστοιχους διεθνείς οργανισμούς.
2.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Ε.Σ.Ε.Τ., μπορούν να τροποποι-ούνται τα επιστημονικά πεδία για τη βιομηχανική έρευνα και τεχνολογία με σκοπό τον αναπροσανατολισμό τους στα εκάστοτε νέα διεθνή δεδομένα και τη συμμετοχή της Ελλάδας σε διεθνείς οργανισμούς και ιδίως στον Ευρωπαϊκό Χώρο Έρευνας.
3.  
    Η Ελλάδα, μπορεί να συνεργάζεται με χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου, σε ερευνητικά προγράμματα έρευνας ή μεταφοράς τεχνολογίας. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εξωτερικών και Ανάπτυξης μπορεί να προκηρύσσονται προγράμματα σε πολυμερές επίπεδο με τις χώρες αυτές, να προβλέπεται ο προϋπολογισμός τους και να καθορίζονται οι επιλέξιμες ενέργειες όπως: κοινά ερευνητικά έργα σε συγκεκριμένους τομείς, έργα επίδειξης τεχνολογιών, έργα δικτύωσης, εκπαίδευση νέων ερευνητών από τις παραπάνω χώρες σε εργαστήρια ελληνικών ερευνητικών φορέων.
4.  
    Στον τακτικό προϋπολογισμό της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (Γ.Γ.Ε.Τ.) του Υπουργείου Ανάπτυξης εγγράφεται κατ’ έτος πίστωση για την καταβολή των εισφορών της Ελλάδας στον κάθε διεθνή οργανισμό, στον οποίο συμμετέχει, όπως ιδίως το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών (CΕRΝ), το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Επιστήμης (ΕURΟΡΕΑΝ SCΙΕΝCΕ FΟUΝDΑ-ΤΙΟΝ), η Διεθνής Ένωση Αστρονομίας, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος, οι οργανισμοί: Εurοpean Μοlecular Βiοlοgy Labοratοry (ΕΜΒL), Εurοpean Synchrοtrοn Radiatiοn Facility (ΕSRF), Ιnternatiοnal Αtοmic Εnergy Α-gency (ΙΑΕΑ Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας), Wοrld Ηealth Οrganizatiοn (WΗΟ), το πρόγραμμα ΕΥΡΗΚΑ, τα προγράμματα της Διεθνούς Επιτροπής Ενέργειας (Ιnternatiοnal Εnergy Αgency) και την κάλυψη των αναγκαίων δαπανών για τη συμμετοχή της χώρας στις δραστηριότητες των παραπάνω οργανισμών.
5.  
    Για την ενίσχυση της έρευνας και τεχνολογίας, η Γ.Γ.Ε.Τ. μπορεί να επιχορηγεί κατ’ έτος τα Α.Ε.Ι. και τα εποπτευόμενα από αυτήν ερευνητικά κέντρα και αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα και τους εποπτευόμενους από άλλα Υπουργεία ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς με ποσό χρημάτων ίσο προς τον καταβαλλόμενο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), για προμήθειες τεχνικού εξοπλισμού που είναι αναγκαίος για την εκτέλεση ερευνητικών προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από το Ν.Α.Τ.Ο. ή άλλους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους μετέχει η χώρα. Για το σκοπό αυτόν εγγράφεται κατ’ έτος ειδική σχετική πίστωση στον Κρατικό Προϋπολογισμό. Στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων εγγράφεται πίστωση για το Φ.Π.Α. των έργων ΕRΑΝΕΤ που εκτελούνται από τη Γ.Γ.Ε.Τ. και τον Ε.Ο.Ε.Τ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ
Άρθρο 32
1.  
  1. Οι ερευνητικοί φορείς που εποπτεύει το Κράτος δια της Γ.Γ.Ε.Τ. διακρίνονται σε:
  2. α) ερευνητικά κέντρα, β) αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα, γ) ειδικά ερευνητικά κέντρα και δ) τεχνολογικούς φορείς.
  3. Οι υπόλοιποι ερευνητικοί φορείς που εποπτεύει το Κράτος δι’ άλλων Υπουργείων διέπονται από τις ιδρυτικές τους διατάξεις, με την επιφύλαξη του άρθρου 3 του παρόντος νόμου
2.  
    Τα ερευνητικά κέντρα και ειδικά ερευνητικά κέντρα έχουν αντικείμενο που αναφέρεται σε περισσότερες της μίας περιοχές της επιστήμης και της τεχνολογίας. Τα κέντρα αυτά απαρτίζονται από ερευνητικά ινστιτούτα με αντικείμενο είτε την παραγωγή γνώσεων και ανάπτυξη εφαρμογών σε ορισμένη επιστημονική περιοχή είτε τη διεπιστημονική αντιμετώπιση τεχνολογικών και αναπτυξιακών προβλημάτων της χώρας σε συγκεκριμένους τομείς αναγκών και την επίλυση προβλημάτων της παραγωγικής διαδικασίας και της κοινωνικής ανάπτυξης.
3.  
    Τα αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα έχουν αντικείμενο είτε την παραγωγή γνώσεων και ανάπτυξη εφαρμογών σε ορισμένη επιστημονική περιοχή είτε τη διεπιστημονική αντιμετώπιση τεχνολογικών και αναπτυξιακών προβλημάτων της χώρας σε συγκεκριμένο τομέα και την επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων της παραγωγικής διαδικασίας και της κοινωνικής ανάπτυξης. Τα αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα, μετά από πενταετή περίοδο πιλοτικής λειτουργίας, που προσδιορίζεται με το ιδρυτικό τους Προεδρικό Διάταγμα, αξιολογούνται και με απόφαση του εποπτεύοντος Υπουργού, ύστερα από γνώμη του Ε.Σ.Ε.Τ., εντάσσονται σε ερευνητικό κέντρο, μετατρέπονται σε ερευνητικό κέντρο με διεύρυνση των αντικειμένων τους ή καταργούνται.
4.  
    Για την εκπλήρωση της αποστολής τους τα ερευνητικά κέντρα και τα αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα μπορεί να δημιουργούν ειδικές βοηθητικές μονάδες τεχνικής υποστήριξης με απόφαση του διοικητικού τους συμβουλίου ή του διευθυντή τους αντίστοιχα
5.  
    Οι διευθυντές των εποπτευόμενων από τη Γ.Γ.Ε.Τ. ερευνητικών κέντρων, ειδικών ερευνητικών κέντρων και αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων συνέρχονται σε Σύνοδο, με σκοπό το συντονισμό των δραστηριοτήτων των εποπτευόμενων από τη Γ.Γ.Ε.Τ. ερευνητικών φορέων και την εφαρμογή της επιστημονικής και τεχνολογικής πολιτικής του Υπουργείου Ανάπτυξης. Η Σύνοδος γνωμοδοτεί στο Ε.Σ.Ε.Τ. για την κατάρτιση του Ε.Π.Ε.Τ. και εισηγείται στον κατά περίπτωση αρμόδιο Υπουργό για την ίδρυση, συγχώνευση, διάσπαση ή αναδιάρθρωση ερευνητικών κέντρων και αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων που εποπτεύονται από τη Γ.Γ.Ε.Τ. Στη Σύνοδο μετέχει, αυτοδικαίως, ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εποπτείας Ερευνητικών Φορέων της Γ.Γ.Ε.Τ. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης καθορίζονται τα ειδικότερα θέματα λειτουργίας της Συνόδου. ΤΙΤΛΟΣ ΙΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΚΑΙ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΑ ΑΥΤΩΝΣΥΣΤΑΣΗ, ΟΡΓΑΝΩΣΗ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ.
Άρθρο 33
1.  
    Τα ερευνητικά κέντρα και τα αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα που τελούν υπό κρατική εποπτεία συνιστώνται με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 51 του παρόντος νόμου και μπορεί να είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου
2.  
    Όργανα διοίκησης των ερευνητικών κέντρων είναι:
  1. το διοικητικό συμβούλιο
  2. ο διευθυντής
3.  
    Το Διοικητικό Συμβούλιο των ερευνητικών κέντρων αποτελείται από:
  1. Τον διευθυντή του κέντρου, ως πρόεδρο
  2. Τους διευθυντές των ινστιτούτων του κέντρου
  3. Έναν εκπρόσωπο των ερευνητών και Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων (Ε.Λ.Ε.) του κέντρου, ή τον αναπληρωτή του, που εκλέγεται με μυστική ψηφοφορία από το σύνολο των ερευνητών και Ε.Λ.Ε. αυτού, με τριετή θητεία.
  4. Έναν εκπρόσωπο του τεχνικού-διοικητικού προσωπικού του κέντρου, ή τον αναπληρωτή του, που εκλέγεται με μυστική ψηφοφορία από το σύνολο των υπαλλήλων αυτών, με τριετή θητεία
  5. Έναν εκπρόσωπο της Γ.Γ.Ε.Τ. ή του κατά περίπτωση εποπτεύοντος Υπουργείου με εμπειρία σχετική με τις δραστηριότητες του κέντρου, με τριετή θητεία.
  6. Έναν διακεκριμένο ερευνητή από το χώρο των επιχειρήσεων, που επιλέγεται από τον εποπτεύοντα το ερευνητικό κέντρο Υπουργό μεταξύ τριών προσώπων που προτείνονται από το Δ.Σ. του κέντρου με τεκμηριωμένη εισήγηση και διορίζεται με τριετή θητεία, εφόσον αυτός δεν έχει οικονομικό συμφέρον από την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. Η διαδικασία εκλογής των εκπροσώπων των περιπτώσεων γ΄ και δ΄ καθορίζεται με τον εσωτερικό κανονισμό του κέντρου.
  7. Ο ορισμός των μελών και η συγκρότηση του Δ.Σ. γίνεται με απόφαση του εποπτεύοντος το ερευνητικό κέντρο Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
  8. Εάν δεν εκλεγεί εκπρόσωπος των ερευνητών και των Ε.Λ.Ε. του κέντρου και των τεχνικών και διοικητικών υπαλλήλων, το Δ.Σ. συγκροτείται και λειτουργεί νομίμως με τα υπόλοιπα μέλη του.
  9. Το Δ.Σ. εκλέγει με ψηφοφορία, μεταξύ των διευθυντών των ινστιτούτων, έναν αντιπρόεδρο, ο οποίος αναπληρώνει και αντικαθιστά τον Πρόεδρο σε περίπτωση απουσίας, κωλύματος ή έλλειψης αυτού.
  10. Ο αντιπρόεδρος έχει όλες τις αρμοδιότητες του απουσιάζοντος, κωλυομένου ή ελλείποντος προέδρου.
4.  
    Το Δ.Σ. αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούν στη διοίκηση του κέντρου με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Η εκτέλεση των αποφάσεων του Δ.Σ. γίνεται από το διευθυντή του κέντρου. Σε περίπτωση απουσίας, κωλύματος ή έλλειψης αυτού, η εκτέλεση των αποφάσεων γίνεται από τον αντιπρόεδρο του Δ.Σ. Στις αρμοδιότητες του Δ.Σ. ανήκουν ιδίως:.
  1. η προκήρυξη θέσεων κάθε κατηγορίας προσωπικού, η εκτέλεση των αποφάσεων των επιτροπών πρόσληψης, προαγωγής και κρίσης των ερευνητών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος,
  2. η έγκριση, ύστερα από εισήγηση του διευθυντή του ερευνητικού κέντρου, του ερευνητικού και επιχειρησιακού προγράμματος και του αντίστοιχου ετήσιου προϋπολογισμού του κέντρου.
  3. Το επιχειρησιακό πρόγραμμα και ο ετήσιος προϋπολογισμός συγκροτούνται από τα επιχειρησιακά προγράμματα και τους ετήσιους προϋπολογισμούς του κάθε ινστιτούτου.
  4. Για την έγκριση του επιχειρησιακού προγράμματος και του ετήσιου προϋπολογισμού του ερευνητικού κέντρου από το Δ.Σ. απαιτείται γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου του κέντρου, για την οποία ο διευθυντής του κέντρου απευθύνει επιστολή προς το Επιστημονικό Συμβούλιο.
  5. Αν παρέλθουν τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιστολής, το Δ.Σ. αποφασίζει χωρίς τη γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου,.
  6. η έγκριση, ύστερα από εισήγηση του διευθυντή του κέντρου, του απολογισμού και του ισολογισμού του κέντρου,
  7. η άσκηση πειθαρχικής εξουσίας στο προσωπικό του κέντρου, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις,
  8. η εισήγηση για την οργάνωση και λειτουργία γραφείου διασύνδεσης έρευνας με την παραγωγική διαδικασία,
  9. η σύνδεση του επιχειρησιακού προγράμματος του ερευνητικού κέντρου με την εθνική και περιφερειακή αναπτυξιακή πολιτική της χώρας,
  10. κάθε άλλη αρμοδιότητα σχετική με τη διοίκηση του κέντρου, η οποία δεν ανατίθεται σε άλλο όργανο.
  11. Με απόφασή του το Δ.Σ. μπορεί να μεταβιβάζει στον διευθυντή του κέντρου τις αρμοδιότητές του, εκτός από τις προβλεπόμενες στις περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄ και στ΄ της παραγράφου αυτής.
5.  
    Ο διευθυντής του ερευνητικού κέντρου διορίζεται με απόφαση του εποπτεύοντος το ερευνητικό κέντρο Υπουργού, κατά την ακόλουθη διαδικασία:
  1. Το Υπουργείο που εποπτεύει το ερευνητικό κέντρο προκηρύσσει την κενή θέση του διευθυντή ερευνητικού κέντρου σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 1 του άρθρου 37
  2. Οι υποψηφιότητες υποβάλλονται στο εποπτεύον το κέντρο Υπουργείο, με αίτηση του ενδιαφερομένου
  3. Ο Διευθυντής του κέντρου επιλέγεται ύστερα από κρίση ενδεκαμελούς επιτροπής κριτών, η οποία απαρτίζεται από μέλη επιπέδου διευθυντή αντίστοιχου κέντρου ή καθηγητή Πανεπιστημίου ή Τ.Ε.Ι. ημεδαπής ή αλλοδαπής ή ερευνητή Α΄ βαθμίδας ερευνητικού κέντρου της ημεδαπής η αλλοδαπής, των οποίων το γνωστικό αντικείμενο ή η επιστημονική εξειδίκευση συμπίπτει ή είναι συγγενής με ένα από τα επιστημονικά – ερευνητικά αντικείμενα των ινστιτούτων του κέντρου, με επαρκή πείρα σε θέματα αξιοποίησης των αποτελεσμάτων της έρευνας και διοίκησης φορέων ή ερευνητικών ομάδων.
  4. Η ενδεκαμελής επιτροπή κριτών συγκροτείται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 37 και αποφασίζει κατά τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του ίδιου άρθρου, επιλέγοντας τον διευθυντή με κριτήριο τα επιστημονικά και διοικητικά προσόντα των υποψηφίων.
6.  
    Ο διευθυντής του κέντρου πρέπει:
  1. να έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  2. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και του εποπτεύοντος το ερευνητικό κέντρο Υπουργού μπορεί, κατ’ εξαίρεση, ο Διευθυντής να έχει την ιθαγένεια τρίτης χώρας,.
  3. να είναι επιστήμονας με διεθνές κύρος, με διοικητική πείρα και ερευνητική και τεχνολογική δραστηριότητα σχετική με ένα ή περισσότερα από τα αντικείμενα του κέντρου, με συμβολή στην προσέλκυση χρηματοδοτήσεων για ερευνητικά και τεχνολογικά προγράμματα ή έργα και στην εφαρμογή των αποτελεσμάτων αυτών,
  4. να έχει τα προσόντα διορισμού σε θέση ερευνητή βαθμίδας Α΄,
  5. να γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκτός των περιπτώσεων που διορίζεται κατ’ εφαρμογή ειδικού νόμου,
  6. να μην έχει συμπληρώσει το 62ο έτος της ηλικίας του κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής υποψηφιοτήτων
7.  
    Ο διευθυντής του ερευνητικού κέντρου έχει τα εξής καθήκοντα:
  1. προεδρεύει στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. του κέντρου, είναι υπεύθυνος για τη σύνταξη της ημερήσιας διάταξης και εκτελεί τις αποφάσεις του,.
  2. συμμετέχει ως εισηγητής, χωρίς ψήφο, στις συνεδριάσεις του επιστημονικού συμβουλίου,
  3. προΐσταται των υπηρεσιών του κέντρου,
  4. εκπροσωπεί νόμιμα το ερευνητικό κέντρο ενώπιον διοικητικών και δικαστικών αρχών, καθώς και στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις του, υπογράφοντας τις κάθε είδους συμβάσεις με τρίτους,
  5. εισηγείται στο Δ.Σ. το ερευνητικό και αναπτυξιακό πρόγραμμα του κέντρου και τον αντίστοιχο ετήσιο προϋπολογισμό, με βάση τις επί μέρους προτάσεις των ινστιτούτων,.
  6. εισηγείται στο Δ.Σ. τον απολογισμό και ισολογισμό του κέντρου,.
  7. ασκεί όσες αρμοδιότητες του έχει αναθέσει το Δ.Σ.
8.  
    Σε κάθε ερευνητικό κέντρο συνίσταται επταμελές Επιστημονικό Συμβούλιο (Ε.Σ.), το οποίο απαρτίζεται από επιστήμονες διεθνούς κύρους από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Τα μέλη του Ε.Σ. πρέπει να έχουν εμπειρία σε ένα τουλάχιστον γνωστικό αντικείμενο από αυτά που καλύπτουν τα ινστιτούτα του κέντρου και συνολικά η εμπειρία τους να καλύπτει όλα τα επί μέρους γνωστικά αντικείμενα των ινστιτούτων του κέντρου. Τα μέλη του Ε.Σ. ορίζονται με απόφαση του εποπτεύοντος το ερευνητικό κέντρο Υπουργού με τριετή θητεία, ύστερα από εισήγηση του Ε.Σ.Ε.Τ. Τα μέλη του Ε.Σ. εκλέγουν μεταξύ τους τον πρόεδρο του Ε.Σ. που είναι αρμόδιος για τη σύγκληση του Ε.Σ., τη διαμόρφωση της ημερήσιας διάταξης, τη διεύθυνση των συνεδριάσεων του Ε.Σ. και την εκπροσώπηση αυτού. Ο Διευθυντής του κέντρου συμμετέχει αυτοδικαίως στις συνεδριάσεις του Ε.Σ. χωρίς δικαίωμα ψήφου. Το Ε.Σ. συνεδριάζει τουλάχιστον δύο φορές το έτος και εκτάκτως, εφόσον παρίσταται ανάγκη.
9.  
    Το Επιστημονικό Συμβούλιο έχει ιδίως τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
  1. αποτιμά τη διοικητική λειτουργία του ερευνητικού κέντρου και υποβάλλει σχετική έκθεση στον εποπτεύοντα το ερευνητικό κέντρο Υπουργό,
  2. παρακολουθεί το στρατηγικό και επιχειρησιακό πρόγραμμα του κέντρου και υποβάλλει σχετική γνώμη στον εποπτεύοντα το ερευνητικό κέντρο Υπουργό,
  3. αποτιμά την επιστημονική λειτουργία του κέντρου, με σημείο αναφοράς την εθνική πολιτική επιστημονικής έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας και τα αποτελέσματα της τελευταίας εξωτερικής αξιολόγησης βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του παρόντος νόμου,
  4. γνωμοδοτεί, ύστερα από εισήγηση του διευθυντή του κέντρου, προς τον αρμόδιο Υπουργό για τον ετήσιο προϋπολογισμό,
  5. γνωμοδοτεί σε ειδικά ερωτήματα που υποβάλλονται από τον αρμόδιο Υπουργό ή το Δ.Σ του κέντρου,.
  6. καταρτίζει ετησίως για κάθε ινστιτούτο του Ε.Κ. κατάλογο επιστημόνων για τις επιτροπές κρίσης της παραγράφου 3 του άρθρου 40, ο οποίος αποτελείται από όλα τα μέλη της ομάδας ή των ομάδων που αντιστοιχούν στις ειδικότητες του ινστιτούτου του Εθνικού Πίνακα Κριτών.
10.  
    Η αποζημίωση, τα οδοιπορικά και τα έξοδα διαμονής των μελών του Επιστημονικού Συμβουλίου του ερευνητικού κέντρου καθορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του εποπτεύοντος το κέντρο ή αυτοτελές ερευνητικό ινστιτούτο Υπουργού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του ερευνητικού κέντρου, και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του οικείου ερευνητικού κέντρου ή αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου.
Άρθρο 34
1.  
    Με Προεδρικό Διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Ε.Σ.Ε.Τ., τα ερευνητικά κέντρα μπορεί να υποδιαιρούνται σε ινστιτούτα κατά τομέα επιστημονικής εξειδίκευσης ή και διεπιστημονικό τομέα που αντιστοιχεί σε περιοχή οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων.
2.  
    Τα παραπάνω ινστιτούτα αποτελούν υπηρεσιακές μονάδες των ερευνητικών κέντρων και έχουν λειτουργική αυτοτέλεια για την αρτιότερη εξυπηρέτηση των ερευνητικών, επιστημονικών και τεχνολογικών αναγκών του τομέα που καλύπτουν. Τα ειδικότερα θέματα και οι λεπτομέρειες της εσωτερικής δομής των ινστιτούτων μπορεί να καθορίζονται στον εσωτερικό κανονισμό του κέντρου.
3.  
    Προϊστάμενος του ινστιτούτου είναι ο διευθυντής, ο οποίος έχει ιδίως την ευθύνη για την εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία του ινστιτούτου, την κατάρτιση και εισήγηση στο Δ.Σ. του κέντρου του ερευνητικού και αναπτυξιακού προγράμματος αυτού, την κατάρτιση σχεδίου για τα κονδύλια του ετήσιου προϋπολογισμού του κέντρου που αναφέρονται στις δραστηριότητες του ινστιτούτου και ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που του ανατίθεται με τον εσωτερικό κανονισμό του κέντρου ή με απόφαση του Δ.Σ. αυτού.
4.  
  1. Σε κάθε ινστιτούτο ερευνητικού κέντρου λειτουργεί Επιστημονικό Γνωμοδοτικό Συμβούλιο (Ε.Γ.Σ.).
  2. Το Ε.Γ.Σ. αποτελείται από τον διευθυντή του ινστιτούτου, ως Πρόεδρο, και τέσσερα (4) μέλη, τα οποία είναι ερευνητές και Ε.Λ.Ε. Α΄ και Β΄ βαθμίδας του αντίστοιχου ινστιτούτου και επιστημονικοί υπεύθυνοι σε ένα τουλάχιστον από τα εγκεκριμένα προγράμματα που εκτελούνται από το ινστιτούτο.
  3. Εάν ο αριθμός των ερευνητών των ανωτέρω βαθμίδων, που είναι υπεύθυνοι εγκεκριμένων προγραμμάτων, είναι μικρότερος των τεσσάρων, μέλη του Ε.Γ.Σ. είναι το σύνολο αυτών.
  4. Κατ’ εξαίρεση, τα μέλη του Ε.Γ.Σ. μπορεί να είναι και ερευνητές Γ΄ βαθμίδας, εφόσον οι τελευταίοι είναι επιστημονικοί υπεύθυνοι σε ένα τουλάχιστον από τα εγκεκριμένα προγράμματα που εκτελούνται από το ινστιτούτο και ο αριθμός των ερευνητών Α΄ και Β΄ βαθμίδας δεν επαρκεί για τη συγκρότηση του Ε.Γ.Σ. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, καθηγητές ή αναπληρωτές καθηγητές των Α.Ε.Ι. που έχουν ορισθεί υπεύθυνοι εγκεκριμένων προγραμμάτων του αντίστοιχου ινστιτούτου μπορεί να εκλέγονται μέλη του Ε.Γ.Σ. Τα μέλη αυτά εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία με θητεία τριών (3) ετών, από το σύνολο των ερευνητών του ινστιτούτου, οι οποίοι προσκαλούνται, για το σκοπό αυτόν, από τον Διευθυντή του ινστιτούτου ή, σε περίπτωση έλλειψης αυτού, από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του ερευνητικού κέντρου.
  5. Εάν οι ερευνητές των βαθμίδων Α΄ και Β΄ δεν επαρκούν, μπορούν να εκλεγούν ως μέλη και ερευνητές βαθμίδας Γ΄, καθώς και επίκουροι καθηγητές, εφόσον είναι επιστημονικοί υπεύθυνοι σε ένα τουλάχιστον από τα εγκεκριμένα προγράμματα που εκτελούνται από το ινστιτούτο.
  6. Του Ε.Γ.Σ. προεδρεύει ο διευθυντής του ινστιτούτου ή ο αναπληρωτής αυτού.
  7. Κατά τα λοιπά, το Ε.Γ.Σ. λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν κάθε φορά τη λειτουργία των συλλογικών οργάνων του ασκούντος την εποπτεία Υπουργείου, εφόσον με τον εσωτερικό κανονισμό του ερευνητικού κέντρου δεν ορίζεται διαφορετικά.
  8. Στις αρμοδιότητες του Ε.Γ.Σ. ανήκει ιδίως:.
    • η επικουρία του διευθυντή του ινστιτούτου στην άσκηση των εν γένει αρμοδιοτήτων αυτού και ιδίως στη σύνταξη του προγράμματος, του προϋπολογισμού, απολογισμού και ισολογισμού του ινστιτούτου,
    • η παρακολούθηση του ερευνητικού, τεχνολογικού και αναπτυξιακού προγράμματος του ινστιτούτου,
    • η αποτίμηση του έργου του ινστιτούτου, σε σχέση με την πολιτική έρευνας και τεχνολογίας της Γ.Γ.Ε.Τ., προς την οποία και κοινοποιεί σχετική έκθεση,.
    • η γνωμοδότηση επί ειδικών ερωτημάτων, που αφορούν θέματα λειτουργίας του ινστιτούτου, τα οποία υποβάλλονται από τον Υπουργό Ανάπτυξης ή το Δ.Σ. του ερευνητικού κέντρου.
  9. Εάν ο διευθυντής ινστιτούτου διαφωνεί με την ομόφωνη γνώμη των υπολοίπων μελών του Ε.Γ.Σ., υποχρεούται να υποβάλλει το σχετικό θέμα στο Δ.Σ. του ερευνητικού κέντρου για την άρση της διαφωνίας.
  10. Η λήξη της θητείας, για οποιονδήποτε λόγο, του διευθυντή του ινστιτούτου δεν επιφέρει και τη λήξη της θητείας των μελών του Ε.Γ.Σ.
5.  
    Τον διευθυντή του ινστιτούτου, απόντα, κωλυόμενο ή ελλείποντα, αναπληρώνει σε όλες τις αρμοδιότητές του ο αναπληρωτής διευθυντής, ο οποίος είναι ερευνητής Α΄ βαθμίδας, ή Β΄ βαθμίδας σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ερευνητές Α΄ βαθμίδας, και εκλέγεται μεταξύ των μελών του Ε.Γ.Σ. του ινστιτούτου με μυστική ψηφοφορία ύστερα από εισήγηση του διευθυντή του ινστιτούτου. Σε περίπτωση που εντός δέκα (10) ημερών από τη συγκρότηση του Ε.Γ.Σ. δεν υποβληθεί εισήγηση, η εκλογή χωρεί και χωρίς αυτήν. Η εκλογή επικυρώνεται από το Δ.Σ. του ερευνητικού κέντρου.
6.  
    Ως διευθυντής ερευνητικού ινστιτούτου διορίζεται, ύστερα από σχετική προκήρυξη που δημοσιεύεται και ανακοινώνεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 37, με απόφαση του εποπτεύοντος Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατά την ειδική διαδικασία που προβλέπεται στην επόμενη παράγραφο, έξι (6) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του προηγούμενου διευθυντή. Ως διευθυντής διορίζεται επιστήμονας που έχει προσόντα ερευνητή Α΄ βαθμίδας, ειδίκευση σε επιστημονικό ερευνητικό αντικείμενο της επιστημονικής περιοχής του ινστιτούτου, επαρκή διοικητική πείρα και δεν έχει συμπληρώσει, κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής υποψηφιοτήτων, το 62ο έτος της ηλικίας του.
7.  
    Ο διευθυντής του ινστιτούτου επιλέγεται από ενδεκαμελή επιτροπή κριτών, η οποία απαρτίζεται από μέλη με προσόντα διευθυντή αντίστοιχου ινστιτούτου ή καθηγητή Α.Ε.Ι. ημεδαπής ή αλλοδαπής ή ερευνητή Α΄ βαθμίδας ερευνητικού κέντρου ή ινστιτούτου της ημεδαπής ή αλλοδαπής, με αναγνωρισμένο κύρος, με γνωστικό αντικείμενο ή επιστημονική εξειδίκευση που συμπίπτει ή είναι συγγενής με ένα από τα πεδία ειδίκευσης του ινστιτούτου και επαρκή πείρα σε θέματα αξιοποίησης των αποτελεσμάτων της έρευνας και διοίκησης φορέων ή ερευνητικών ομάδων. Η ενδεκαμελής επιτροπή κριτών συγκροτείται κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 37 και αποφασίζει κατά τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του ίδιου άρθρου. Η επιτροπή επιλέγει διευθυντή με κριτήριο τα επιστημονικά και διοικητικά προσόντα των υποψηφίων. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΑΥΤΟΤΕΛΗ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΑΚΑΙ ΕΙΔΙΚΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΚΑΙ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΑΣΥΣΤΑΣΗ - ΟΡΓΑΝΩΣΗ - ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ.
Άρθρο 35
1.  
    Τα αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα συνιστώνται με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται κατά το άρθρο 51. Εάν στο οικείο ιδρυτικό διάταγμα δεν ορίζεται διαφορετικά, όργανα διοίκησής τους είναι:.
  1. ο διευθυντής,
  2. το Επιστημονικό Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του Ινστιτούτου (Ε.Γ.Σ.Ι.) της παραγράφου 3.
2.  
    Ο διευθυντής του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου διοικεί το ινστιτούτο, προΐσταται των υπηρεσιών του και το εκπροσωπεί ενώπιον των διοικητικών και δικαστικών αρχών, καθώς και στις σχέσεις του με τρίτους. Ο διευθυντής είναι αποκλειστικά αρμόδιος για:.
  1. τη σύνταξη του ερευνητικού και αναπτυξιακού προγράμματος του ινστιτούτου,
  2. την εκτέλεση των αποφάσεων πρόσληψης, το διορισμό και γενικά τα θέματα κατάστασης και πειθαρχίας του προσωπικού,
  3. την κατάρτιση του προϋπολογισμού, απολογισμού, ισολογισμού και τη σχετική εισήγηση στο Ε.Γ.Σ.Ι.,.
  4. την προώθηση της εφαρμογής και παραγωγικής αξιοποίησης των αποτελεσμάτων της έρευνας,
  5. κάθε άλλο θέμα σχετικό με τη διοίκηση και λειτουργία του ινστιτούτου, πλην της έγκρισης του προϋπολογισμού, του απολογισμού και του ισολογισμού
3.  
    Το Ε.Γ.Σ.Ι. αποτελείται από πέντε (5) μέλη, περιλαμβανομένου του διευθυντή. Τα τέσσερα (4) μέλη είναι ερευνητές ή Ε.Λ.Ε. του ινστιτούτου βαθμίδας Α΄ ή Β΄ και εκλέγονται από το σύνολο των ερευνητών και Ε.Λ.Ε. του ινστιτούτου, με μυστική ψηφοφορία. Εάν οι ερευνητές και Ε.Λ.Ε. των βαθμίδων Α΄ και Β΄ του ινστιτούτου είναι λιγότεροι από πέντε, μέλη του Ε.Γ.Σ.Ι. είναι όλοι οι ερευνητές των βαθμίδων αυτών. Το Ε.Γ.Σ.Ι. είναι αρμόδιο για την έγκριση του προϋπολογισμού, του απολογισμού και του ισολογισμού του ινστιτούτου, καθώς και την επικουρία του διευθυντή του ινστιτούτου στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του και ιδίως στη σύνταξη του επιχειρησιακού προγράμματος. Με τον εσωτερικό κανονισμό του ινστιτούτου καθορίζονται ο αριθμός των μελών του Ε.Γ.Σ.Ι., η διαδικασία εκλογής των μελών του, ο τρόπος συγκρότησης και λειτουργίας του και κάθε σχετική λεπτομέρεια.
4.  
    Για τη διαδικασία προκήρυξης της θέσης, αξιολόγησης και διορισμού του διευθυντή αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου, καθώς και τα προσόντα του, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 34, καθώς και το άρθρο 37 του παρόντος
Άρθρο 36 "Ειδικά ερευνητικά κέντρα και ινστιτούτα"
1.  
    Τα ειδικά ερευνητικά κέντρα και τα ειδικά ερευνητικά ινστιτούτα συνιστώνται με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από γνώμη του Ε.Σ.Ε.Τ, κατά το άρθρο 51 και, με την επιφύλαξη εφαρμογής των άρθρων 33, 34, 36, 39, 41, 42, 43, 44, 45, 46 και 47 του παρόντος νόμου, οργανώνονται, διοικούνται και λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις των διαταγμάτων αυτών. Με τα ίδια προεδρικά διατάγματα μπορεί να αυξάνεται ο αριθμός των μελών των Δ.Σ. αυτών, με πρόσωπα επιπλέον των όσων ο παρών νόμος προβλέπει, καθώς και να ορίζονται επιπλέον ειδικότερα προσόντα για τους διευθυντές, τα μέλη των επιστημονικών συμβουλίων και το προσωπικό αυτών. Με απόφαση του εποπτεύοντος κατά περίπτωση Υπουργού ορίζεται ο τρόπος άσκησης του επιστημονικού ελέγχου από τον ίδιο στα κέντρα και ινστιτούτα αυτά. Σε περίπτωση που η σύσταση του ειδικού ερευνητικού κέντρου ή ινστιτούτου προέρχεται από μετατροπή οποιουδήποτε άλλου ερευνητικού φορέα, επιτρέπεται με τα ίδια προεδρικά διατάγματα, κατ’ εξαίρεση από τις ανωτέρω απαριθμούμενες διατάξεις του παρόντος νόμου, να ρυθμίζονται θέματα εργασιακών σχέσεων και να προβλέπεται διαφορετικό ασφαλιστικό καθεστώς για το προσωπικό που υπηρετεί στο μετατρεπόμενο ερευνητικό φορέα, με την προϋπόθεση ότι το νέο ασφαλιστικό καθεστώς δεν είναι δυσμενέστερο του προηγουμένου. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ.
Άρθρο 37
1.  
    Η προκήρυξη για την κενή θέση διευθυντή ερευνητικού κέντρου, ινστιτούτου ερευνητικού κέντρου ή αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου δημοσιεύεται δύο τουλάχιστον φορές σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες της Αθήνας και δύο (2) της Θεσσαλονίκης, καθώς και σε μία (1) εφημερίδα της έδρας του κέντρου, εφόσον υπάρχει. Η προκήρυξη δημοσιεύεται και στο δικτυακό τόπο του εποπτεύοντος Υπουργείου και της Γ.Γ.Ε.Τ. Απλή ανακοίνωση της προκήρυξης μπορεί να γίνεται σε επιστημονικά περιοδικά της αλλοδαπής, ευρείας κυκλοφορίας, καθώς και με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, κατά την κρίση του εποπτεύοντος το ερευνητικό κέντρο Υπουργού ή του Γενικού Γραμματέα Έρευνας και Τεχνολογίας. Η διαδικασία προκήρυξης για διορισμό των διευθυντών ερευνητικών κέντρων και των ινστιτούτων τους, καθώς και των διευθυντών των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων, αρχίζει έξι (6) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του υπηρετούντος διευθυντή.
2.  
    Η ενδεκαμελής επιτροπή κριτών, μαζί με τους αναπληρωτές τους, ορίζεται από τον εποπτεύοντα το ερευνητικό κέντρο Υπουργό, ύστερα από εισήγηση του Ε.Σ.Ε.Τ. Τα μέλη της επιτροπής αυτής επιλέγονται με κλήρωση από κατάλογο, ο οποίος περιλαμβάνει τουλάχιστον τριάντα τρία (33) πρόσωπα, επιστήμονες της ημεδαπής ή αλλοδαπής, οι οποίοι προτείνονται κατά το ένα τρίτο (1/3) από το Ε.Σ. του ερευνητικού κέντρου, ύστερα από εισήγηση του Ε.Γ.Σ. του ινστιτούτου σε περίπτωση εκλογής διευθυντή του ή από το Ε.Γ.Σ.Ι. του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου, ή από το αρμόδιο όργανο που ορίζει το Προεδρικό Διάταγμα του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου και κατά τα δύο τρίτα (2/3) από το Ε.Σ.Ε.Τ. Υποψήφιοι για την υπό πλήρωση θέση δεν μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο των κριτών. Η ενδεκαμελής επιτροπή κριτών ορίζει, από τα μέλη της, τριμελή εισηγητική επιτροπή, η οποία, εντός σαράντα (40) ημερών από τον ορισμό της, υποβάλλει στην ενδεκαμελή επιτροπή κριτών εισήγηση, κατατάσσοντας τους υποψηφίους και προτείνοντας το πρόσωπο προς πλήρωση της θέσης. Η ενδεκαμελής επιτροπή κριτών εκλέγει, με απόλυτη πλειοψηφία των μελών της, το πρόσωπο προς πλήρωση της θέσης εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της εισήγησης, με κριτήριο τα επιστημονικά και διοικητικά προσόντα του. Αν δεν υποβληθεί εμπροθέσμως η παραπάνω εισήγηση, η ενδεκαμελής επιτροπή κριτών προχωρεί στην εκλογή και χωρίς αυτήν.
3.  
    Για την εκλογή λαμβάνεται υπόψη η γνώμη του συνόλου των ερευνητών και των Ε.Λ.Ε. των ινστιτούτων του κέντρου ή του ινστιτούτου του ή του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου, η οποία διατυπώνεται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται ειδικά στον εσωτερικό κανονισμό του κέντρου ή του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου. Για την εκλογή διευθυντή ερευνητικού κέντρου συνεκτιμάται η γνώμη όλων των ερευνητών και Ε.Λ.Ε. του ερευνητικού κέντρου. Για την εκλογή διευθυντή ινστιτούτου ερευνητικού κέντρου συνεκτιμάται και η γνώμη του διευθυντή του ερευνητικού κέντρου. Αν οι γνώμες του διευθυντή, των ερευνητών και των Ε.Λ.Ε. δεν διατυπωθούν στην προθεσμία που προβλέπεται στον εσωτερικό κανονισμό, και η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δέκα (10) ημέρες από τη σχετική ειδοποίηση του προέδρου της επιτροπής, αυτή προχωρεί στην εκλογή χωρίς τις γνώμες αυτές.
4.  
    Ο διευθυντής ερευνητικού κέντρου, ινστιτούτου ερευνητικού κέντρου και αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου διορίζεται με θητεία τεσσάρων (4) ετών, που μπορεί να ανανεωθεί μόνο μία φορά, μετά από προκήρυξη και εκλογή σύμφωνα με την προβλεπόμενη για τον αρχικό διορισμό του διαδικασία. Ο διευθυντής ερευνητικού κέντρου, ινστιτούτου ερευνητικού κέντρου και αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου είναι πλήρους απασχόλησης και μπορεί να ασκεί ερευνητικά καθήκοντα με μερική απασχόληση στον ίδιο ερευνητικό φορέα. Οι δαπάνες που προκύπτουν από την ένταξή του σε κατηγορία πλήρους απασχόλησης καλύπτονται από τον τακτικό προϋπολογισμό της Γ.Γ.Ε.Τ. και εγγράφονται στον τακτικό προϋπολογισμό του οικείου ερευνητικού κέντρου. Ο διευθυντής ερευνητικού κέντρου, ινστιτούτου ερευνητικού κέντρου και αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου μπορεί να είναι μέλος Δ.Ε.Π. Πανεπιστημίου ή Ε.Π. Τ.Ε.Ι., εντασσόμενος υποχρεωτικά στην κατηγορία μερικής απασχόλησης του ν. 2530/1997, όπως ισχύει, από την έναρξη της θητείας του.
5.  
    Μετά τη λήξη της θητείας του ο διευθυντής καταλαμβάνει θέση ερευνητή Α΄ βαθμίδας. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται αναλόγως και για τους διευθυντές ινστιτούτων των ερευνητικών κέντρων και για τους διευθυντές αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων.
6.  
    Επιστήμονες, που διορίζονται ύστερα από κρίση ειδικών συλλογικών οργάνων που αποτελούνται από επιστήμονες, κατ’ εφαρμογή είτε των διατάξεων του παρόντος νόμου είτε διατάξεων Προεδρικών Διαταγμάτων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτού σε θέσεις διευθυντών ερευνητικών ή τεχνολογικών κέντρων, ινστιτούτων αυτών, ως και αυτοτελών ινστιτούτων, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. στα οποία προβλέπονται θέσεις ερευνητών Α΄ σύμφωνα με το άρθρο 39 ή κατ’ ανάλογη εφαρμογή αυτού ερευνητές βαθμίδας Α΄, μπορούν, ύστερα από αίτησή τους, να εντάσσονται αυτόματα σε προσωποπαγή θέση ερευνητή Α΄ βαθμίδας, που συνιστάται αυτοδικαίως δια του παρόντος νόμου.
7.  
    Ο Υπουργός, που κατά περίπτωση εποπτεύει τα ερευνητικά κέντρα, τα ινστιτούτα αυτών και τα αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα είναι πειθαρχικώς προϊστάμενος των διευθυντών τους και ασκεί τις αρμοδιότητες που ανήκουν στον πειθαρχικώς προϊστάμενο, κατά τις σχετικές διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007 ΦΕΚ 26 Α΄), όπως εκάστοτε ισχύει. Ο ίδιος Υπουργός ασκεί την αρμοδιότητα του προϊσταμένου της αρχής και εκδίδει την πράξη με την οποία τίθενται σε δυνητική αργία οι διευθυντές του προηγούμενου εδαφίου, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3, αντίστοιχα, του άρθρου 104 του Υπαλληλικού Κώδικα.
8.  
    Οι διευθυντές ερευνητικών κέντρων, οι διευθυντές των ινστιτούτων των ερευνητικών κέντρων και οι διευθυντές αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων θεωρείται ότι κατέχουν με το διορισμό τους προσωποπαγή θέση ερευνητή Α΄ για όλες τις συνέπειες που απορρέουν από την ιδιότητά τους αυτή
Άρθρο 38
1.  
    Τα ερευνητικά κέντρα και τα ινστιτούτα τους, τα ειδικά ερευνητικά κέντρα και τα ινστιτούτα τους, καθώς και τα αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα υπόκεινται υποχρεωτικά σε εσωτερική αξιολόγηση κάθε δύο (2) έτη, με κριτήρια που ορίζονται από το Ε.Σ.Ε.Τ. και ενσωματώνονται στον Κανονισμό Λειτουργίας των ερευνητικών κέντρων και αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων. Τα κριτήρια αυτά είναι ιδίως: δημόσια χρηματοδότηση, εξωτερική χρηματοδότηση, διεθνής επιστημονική και τεχνολογική προβολή.
2.  
    Τα ερευνητικά κέντρα και τα ινστιτούτα τους, τα ειδικά ερευνητικά κέντρα και τα ινστιτούτα τους, καθώς και τα αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα αξιολογούνται κάθε τέσσερα (4) έτη, από πενταμελείς επιτροπές εμπειρογνωμόνων διεθνούς κύρους που συγκροτούνται από το εποπτεύον Υπουργείο ύστερα από εισήγηση του Ε.Σ.Ε.Τ., λαμβάνοντας μέριμνα ώστε κάθε εμπειρογνώμονας να μην συμμετέχει στη διαδικασία αξιολόγησης του ίδιου ινστιτούτου περισσότερο από δύο (2) φορές. Με Προεδρικό Διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από γνώμη του Ε.Σ.Ε.Τ., καθορίζονται λεπτομερώς τα κριτήρια αξιολόγησης της πορείας των δραστηριοτήτων των φορέων της παρούσας παραγράφου σε σχέση με τις διεθνείς επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις, τα επιτεύγματα και τις επιδράσεις τους στην επιστημονική γνώση και στην τεχνολογική ανάπτυξη, τη δημιουργία νέων δραστηριοτήτων εκμετάλλευσης της γνώσης, το κόστος λειτουργίας, την ικανότητα προσέλκυσης προσωπικού υψηλού επιπέδου και εξωτερικών χρηματοδοτήσεων για παροχή επιστημονικών και τεχνολογικών υπηρεσιών βάσει ερευνητικών αποτελεσμάτων ή και ευρεσιτεχνιών, τη συνεργασία με ιδιωτικούς φορείς στη χώρα και τις προοπτικές ανάπτυξης για τα επόμενα έτη. Οι επιτροπές οφείλουν να ολοκληρώνουν την αξιολόγηση και να υποβάλουν την έκθεσή τους στον κατά περίπτωση αρμόδιο Υπουργό με τις προτάσεις τους εντός τριών (3) μηνών από την ανάθεση. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης κοινοποιούνται στους αξιολογούμενους φορείς και λαμβάνονται υπόψη κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού τους για τα αμέσως επόμενα έτη. Τα αποτελέσματα αυτά δημοσιεύονται και στο διαδικτυακό τόπο του εποπτεύοντος Υπουργείου.
3.  
    Οι ερευνητικοί φορείς της παραγράφου 2 υποχρεούνται να παρέχουν κάθε αναγκαία για την αξιολόγηση πληροφορία στην επιτροπή αξιολόγησης. Σε περίπτωση που παρέλθουν περισσότερα από τέσσερα (4) έτη χωρίς να πραγματοποιηθεί η ανωτέρω αξιολόγηση, λόγω μη παροχής επαρκών πληροφοριών από τον ερευνητικό φορέα προς την επιτροπή, αν και το εποπτεύον Υπουργείο έχει κινήσει εγκαίρως τις απαιτούμενες διαδικασίες, αναστέλλεται, μέχρι να υποβληθεί η έκθεση αξιολόγησης, κάθε μορφής χρηματοδότηση των φορέων αυτών. ΤΙΤΛΟΣ ΙVΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝΚΑΙ ΑΥΤΟΤΕΛΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΩΝ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΩΝ.
Άρθρο 39
1.  
    Το προσωπικό των ερευνητικών κέντρων, των ινστιτούτων τους και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων διακρίνεται σε:
  1. ερευνητικό, β) τεχνικό (επιστημονικό και μη) και γ) διοικητικό
2.  
    Ερευνητές, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, είναι επιστήμονες, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος που εργάζονται για την παραγωγή ή και τη βελτίωση γνώσεων και εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων και διατάξεων (deνices), την εκπόνηση διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. Ανάλογα με το ερευνητικό και επιστημονικό τους έργο, τη διεθνή αναγνώρισή τους και τη συμβολή τους στην εκμετάλλευση των επιστημονικών και τεχνολογικών γνώσεων, οι ερευνητές εντάσσονται σε τέσσερις βαθμίδες, τις Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄. Ειδικότερα, στη βαθμίδα Α΄ αντιστοιχεί ο τίτλος Διευθυντής Ερευνών, στη βαθμίδα Β΄ αντιστοιχεί ο τίτλος Κύριος Ερευνητής, στη βαθμίδα Γ΄ αντιστοιχεί ο τίτλος Εντεταλμένος Ερευνητής και στη βαθμίδα Δ΄ αντιστοιχεί ο τίτλος Δόκιμος Ερευνητής. Οι ανωτέρω βαθμίδες αντιστοιχούν στις βαθμίδες μελών Δ.Ε.Π. των πανεπιστημίων, δηλαδή καθηγητή, αναπληρωτή καθηγητή, επίκουρο καθηγητή και λέκτορα. Τα ελάχιστα προσόντα που απαιτούνται για τον αρχικό διορισμό ερευνητή σε κάθε βαθμίδα είναι τα εξής: - Για τη Δ΄ βαθμίδα, ο ερευνητής απαιτείται να διαθέτει γνώσεις και αποδεδειγμένη ικανότητα για υπεύθυνη εκτέλεση μιας φάσης ή ενός τμήματος έργου έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, που προκύπτουν από προσκομιζόμενα στοιχεία. Προς τεκμηρίωση των ανωτέρω απαιτούνται τουλάχιστον δύο πρωτότυπες δημοσιεύσεις είτε σε διεθνή περιοδικά είτε σε πρακτικά διεθνών συνεδρίων. - Για την Γ΄ βαθμίδα, ο ερευνητής απαιτείται να έχει τεκμηριωμένη ικανότητα να σχεδιάζει και να εκτελεί έργα έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, να κατανέμει τμήματα ή φάσεις του έργου σε άλλους ερευνητές και να τους καθοδηγεί ή επιβλέπει. Επίσης, απαιτείται να έχει κάνει πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά διεθνώς αναγνωρισμένα ή να έχει διπλώματα ευρεσιτεχνίας στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. - Για τη Β΄ βαθμίδα, ο ερευνητής απαιτείται να έχει τεκμηριωμένη ικανότητα να οργανώνει και να διευθύνει προγράμματα έρευνας ή και τεχνολογικής ανάπτυξης, να συντονίζει και να κατευθύνει την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη στα επί μέρους έργα του προγράμματος έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, να αναζητεί και να προσελκύει οικονομικούς πόρους από εξωτερικές πηγές για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων του ινστιτούτου ή του κέντρου και να προωθεί πρωτοποριακές ιδέες στην επιστήμη και την τεχνολογία. Επίσης, απαιτείται να έχει κάνει σημαντικό αριθμό πρωτότυπων δημοσιεύσεων σε επιστημονικά και τεχνικά περιοδικά διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους και να έχει τύχει αναγνώρισης από άλλους ερευνητές η συμβολή του στην πρόοδο της επιστήμης, της τεχνολογίας και των εφαρμογών τους. - Για την Α΄ βαθμίδα, ο ερευνητής απαιτείται να έχει αποδεδειγμένη ικανότητα να αναπτύσσει την έρευνα και τις εφαρμογές της σε νέους τομείς, να συντονίζει δραστηριότητες σε ευρύτερα πεδία έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, να συμβάλλει στη χάραξη ερευνητικής και τεχνολογικής πολιτικής και στην ανάπτυξη ερευνητικών οργανισμών με την προσέλκυση εξωτερικών χρηματοδοτήσεων, να έχει αναγνωριστεί διεθνώς για τη συμβολή του σε επιστημονικούς και τεχνολογικούς τομείς της ειδικότητάς του, να έχει συμβάλει στη διάδοση και εφαρμογή της παραγόμενης από την έρευνα γνώσης, να έχει πλούσιο συγγραφικό έργο σε μονογραφίες ή δημοσιεύσεις σε περιοδικά διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους ή να έχει σημαντικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Επίσης, απαιτείται να προωθεί πρωτοποριακές ιδέες στην επιστήμη και στην τεχνολογία και να έχει τύχει αναγνώρισης από άλλους ερευνητές η συμβολή του στην πρόοδο της επιστήμης, της τεχνολογίας και των εφαρμογών τους.
3.  
    Για κάθε βαθμίδα ερευνητών απαιτούνται και τα προσόντα όλων των προηγούμενων βαθμίδων. Εξειδίκευση των προσόντων, ιδιαίτερα σε σχέση με τη συμβολή του υποψηφίου στη διάδοση και οικονομική εκμετάλλευση της νέας γνώσης, μπορεί να προβλεφθεί με έκδοση σχετικού Προεδρικού Διατάγματος.
4.  
    Για την αξιολόγηση των προσόντων των ερευνητών, το Ε.Σ.Ε.Τ. συγκροτεί τον εθνικό πίνακα κριτών σύμφωνα με τη διαδικασία της περίπτωσης η΄ του άρθρου 11, τον οποίο και ανανεώνει ανά τριετία. Ως κριτές εγγράφονται αυτοδικαίως διευθυντές ερευνητικών κέντρων και των ινστιτούτων τους, διευθυντές ειδικών ερευνητικών κέντρων, διευθυντές αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων, καθηγητές και αναπληρωτές καθηγητές Πανεπιστημίου και Τ.Ε.Ι., ερευνητές Α΄ και Β΄ βαθμίδας, συμπεριλαμβανομένων διευθυντών Ινστιτούτων και ερευνητών Α΄ και Β΄ βαθμίδας του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών. Επίσης, μπορεί να εγγράφονται επίκουροι καθηγητές Πανεπιστημίου και Τ.Ε.Ι., ερευνητές Γ΄ βαθμίδας, επιστήμονες από την αλλοδαπή, καθώς και διακεκριμένοι ερευνητές από το χώρο των επιχειρήσεων και από τον δημόσιο τομέα, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, με δεκαετή τουλάχιστον πείρα σε ερευνητικές δραστηριότητες, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Οι υποψηφιότητες των μη αυτοδικαίως εγγραφομένων για συμμετοχή στον κατάλογο κριτών είτε υποβάλλονται με έγγραφη αίτηση από τους ενδιαφερόμενους είτε προτείνονται από οποιονδήποτε ερευνητή των παραπάνω βαθμίδων ερευνητικού ή τεχνολογικού φορέα ή επιχείρησης. Η αίτηση, στην οποία περιγράφεται η ειδικότητα του υποψηφίου, συνοδεύεται από βιογραφικό σημείωμα, στο οποίο τεκμηριώνεται η ερευνητική εμπειρία σε συγκεκριμένους προς κρίση τομείς. Ο πίνακας κριτών δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αποτελεί τον «Εθνικό Πίνακα Κριτών». Μέλη της ακαδημαϊκής και της ερευνητικής κοινότητας, προκειμένου να συμμετέχουν σε επιτροπές αξιολόγησης, πρέπει να κατέχουν βαθμίδα ανώτερη ή ίση του αξιολογουμένου εφόσον είναι μέλη Δ.Ε.Π. ή ερευνητές ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων.
Άρθρο 40 "Στελέχωση ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων"
1.  
    Για τη στελέχωση των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων που εποπτεύονται από τα αρμόδια Υπουργεία, των εταιρειών της παραγράφου 5 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου, και των Επιστημονικών και Τεχνολογικών Πάρκων του άρθρου 23 του ν. 2741/1999 (ΦΕΚ 199 Α΄) με προσωπικό είτε με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου είτε με σύμβαση εργασίας ή έργου που διαρκεί όσο απαιτείται για την εκτέλεση του προγράμματος για το οποίο γίνεται η πρόσληψη, και τον καθορισμό των αποδοχών του προσωπικού αυτού, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 του έβδομου άρθρου του ν. 1955/1991 (ΦΕΚ 112 Α΄) και η παράγραφος 12 του άρθρου 5 τουν. 2229/1994 (ΦΕΚ 38 Α΄), όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 2 του δεύτερου άρθρου του ν. 2261/1994. Οι παραπάνω συμβάσεις διέπονται από το π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ 134 Α΄). Ο ανώτατος αριθμός των προσώπων που μπορεί να προσληφθούν, καθώς και η νομική μορφή της απασχόλησής τους καθορίζεται με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου των πιο πάνω φορέων και εταιριών, αφού ληφθούν υπόψη οι δυνατότητες του προϋπολογισμού και οι εισροές, εκτός των τακτικών επιχορηγήσεων.
Άρθρο 41
1.  
    Το ερευνητικό προσωπικό των ερευνητικών κέντρων, των ειδικών ερευνητικών κέντρων και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων διορίζεται σε οργανικές θέσεις ως μόνιμο ή με θητεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και του επόμενου άρθρου
2.  
    Η πλήρωση των κενών θέσεων του ερευνητικού προσωπικού στα ερευνητικά κέντρα και αυτοτελή ινστιτούτα γίνεται ύστερα από προκήρυξη, στην οποία ορίζονται και οι βαθμίδες στις οποίες εντάσσονται οι διοριζόμενοι ερευνητές. Η προκήρυξη δημοσιεύεται δύο (2) τουλάχιστον φορές σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες της Αθήνας και δύο (2) της Θεσσαλονίκης, καθώς και σε μία εφημερίδα της έδρας του κέντρου ή ινστιτούτου, εφόσον υπάρχει. Η προκήρυξη δημοσιεύεται και στους δικτυακούς τόπους του εποπτεύοντος Υπουργείου και του ερευνητικού κέντρου ή αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου, στο οποίο προκηρύσσεται η θέση, και κοινοποιείται και στις Πρεσβείες της Ελλάδας στην αλλοδαπή.
3.  
  1. Για πρόσληψη ερευνητών από τους φορείς της παραγράφου 1 στις βαθμίδες Δ΄ και Γ΄ ή για προαγωγή από τη βαθμίδα Δ΄ στη Γ΄ συγκροτούνται ενδεκαμελείς επιτροπές κρίσης, οι οποίες αποτελούνται από τον διευθυντή του οικείου ινστιτούτου του κέντρου ή του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου, από έξι (6) μέλη (ερευνητές Α΄ και Β΄) του οικείου ινστιτούτου με συναφές γνωστικό αντικείμενο και τέσσερα (4) μέλη που επιλέγονται με κλήρωση από την αντίστοιχη για την ειδικότητα των υποψηφίων ομάδα της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 33 του παρόντος νόμου, τα οποία δεν πρέπει να ανήκουν στο ίδιο ερευνητικό κέντρο ή ινστι-τούτο.
  2. Αν οι ερευνητές που ανήκουν στο ινστιτούτο αυτό με βαθμίδα Α΄ και Β΄ είναι λιγότεροι από έξι, η επιτροπή κρίσης συμπληρώνεται με κλήρο από ερευνητές του οικείου κέντρου, άλλως με κριτές της αντίστοιχης για την ειδικότητα των υποψηφίων ομάδας της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 33 του παρόντος νόμου.
  3. Με κλήρο επιλέγονται και τα δύο (2) μέλη της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής.
  4. Τον διευθυντή ινστιτούτου ερευνητικού κέντρου, σε περίπτωση κωλύματός του, αναπληρώνει, στην επιτροπή κρίσης, ο αναπληρωτής διευθυντής ινστιτούτου του κέντρου ή ο διευθυντής του ερευνητικού κέντρου.
  5. Αντίστοιχα, τον διευθυντή του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου σε περίπτωση κωλύματός του, αναπληρώνει, στην επιτροπή κρίσης, ο αναπληρωτής διευθυντής του ινστιτούτου αυτού.
  6. Για πρόσληψη σε βαθμίδες Α΄ και Β΄ ή για προαγωγή από τη βαθμίδα Γ΄ στη Β΄ ή από τη βαθμίδα Β΄ στην Α΄ συγκροτούνται ενδεκαμελείς επιτροπές κρίσης.
  7. Οι ενδεκαμελείς επιτροπές αποτελούνται από τέσσερα (4) μέλη (ερευνητές βαθμίδας ίσης ή ανώτερης της υπό κρίση θέσης) από το οικείο ερευνητικό κέντρο και έξι (6) μέλη από εξωτερικούς επιστήμονες, που κληρώνονται από την αντίστοιχη για την ειδικότητα των υποψηφίων ομάδα της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 11 του άρθρου 33 του παρόντος νόμου, και εφόσον δεν ανήκουν στο ίδιο ερευνητικό κέντρο ή ινστιτούτο.
  8. Αν οι ερευνητές που υπηρετούν στο ινστιτούτο αυτό με βαθμίδα Α΄ και Β΄ κατά περίπτωση είναι λιγότεροι από τέσσερις (4), η επιτροπή κρίσης συμπληρώνεται με κλήρο από ερευνητές του οικείου κέντρου, άλλως με κριτές της αντίστοιχης για την ειδικότητα των υποψηφίων ομάδα της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 33 του παρόντος νόμου.
  9. Με κλήρο επιλέγονται και τα δύο (2) μέλη της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής.
  10. Τον διευθυντή ινστιτούτου ερευνητικού κέντρου, σε περίπτωση κωλύματός του, αναπληρώνει, στην επιτροπή κρίσης, ο αναπληρωτής διευθυντής ινστιτούτου του κέντρου ή ο διευθυντής του ερευνητικού κέντρου.
  11. Αντίστοιχα, τον διευθυντή του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου σε περίπτωση κωλύματός του, αναπληρώνει, στην επιτροπή κρίσης, ο αναπληρωτής διευθυντής του ινστιτούτου αυτού.
  12. Με την ίδια διαδικασία ορίζονται και ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη
  13. Στις ενδεκαμελείς επιτροπές κρίσης των περιπτώσεων α΄ και β΄ υποβάλλεται εισήγηση τριμελούς εισηγητικής επιτροπής, που αποτελείται από τον διευθυντή του ινστιτούτου του ερευνητικού κέντρου ή του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου και από δύο (2) μέλη της ενδεκαμελούς επιτροπής που επιλέγονται με κλήρωση.
  14. Η τριμελής εισηγητική επιτροπή υποβάλλει την εισήγησή της εντός εξήντα (60) ημερών από τη συγκρότησή της.
  15. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής ή μη υποβολής εισήγησης, η ενδεκαμελής επιτροπή κρίσης προχωρεί στην εκλογή και χωρίς την εισήγηση.
4.  
    Η ενδεκαμελής επιτροπή κριτών αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία επί του συνόλου των μελών και δεσμεύει το Δ.Σ. του κέντρου ή τον διευθυντή του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου.
5.  
    Ειδικότερα θέματα της διαδικασίας κρίσης του προσωπικού και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια ρυθμίζονται με τους εσωτερικούς κανονισμούς των ερευνητικών κέντρων και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων
6.  
    Είναι δυνατή η μετάκληση Ελλήνων επιστημόνων που εργάζονται σε ερευνητικούς φορείς ή ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας ή της αλλοδαπής και ο διορισμός τους σε βαθμίδα ερευνητή Α΄ σε κενές οργανικές θέσεις ερευνητών ερευνητικών κέντρων ή αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων, εφόσον ο μετακαλούμενος έχει τα προσόντα ερευνητή της βαθμίδας Α΄, διαθέτει εξαιρετική ερευνητική πείρα και έχει αναγνωρισθεί από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα για τη συμβολή του στην προώθηση της επιστήμης. Το όριο ηλικίας για μετάκληση είναι το εξηκοστό δεύτερο.
7.  
    Η μετάκληση αποφασίζεται από το Δ.Σ. του ερευνητικού κέντρου ή το διευθυντή του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου αντίστοιχα, ύστερα από εισήγηση του Επιστημονικού Συμβουλίου του ερευνητικού κέντρου ή του Ε.Γ.Σ.Ι. του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου αντίστοιχα, στην οποία αυτή αιτιολογείται ως προς τις ανάγκες του ερευνητικού κέντρου ή του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου, και σύμφωνη γνώμη του Ε.Σ.Ε.Τ.
Άρθρο 42
1.  
    Οι ερευνητές της Δ΄ βαθμίδας διορίζονται αρχικά με τριετή θητεία. Με τη λήξη της θητείας κρίνονται για προαγωγή στη Γ΄ βαθμίδα. Αν δεν προκριθούν για τη θέση ερευνητή με προσόντα Γ΄ βαθμίδας, η θητεία του ερευνητή Δ΄ βαθμίδας ανανεώνεται για δύο (2) χρόνια, μετά τη λήξη των οποίων προκηρύσσεται για πλήρωση η θέση ερευνητή Γ΄ βαθμίδας. Αν κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών ο ερευνητής Δ΄ βαθμίδας διατηρήσει τη θέση του επί πέντε (5) χρόνια συνολικά και δεν προκριθεί ως ερευνητής Γ΄ βαθμίδας για τη θέση αυτή, ο ερευνητής Δ΄ βαθμίδας δεν δικαιούται άλλη ανανέωση της θητείας του και απομακρύνεται οριστικά, μετά τη λήξη της τελευταίας ανανέωσής της.
2.  
    Οι ερευνητές Γ΄ βαθμίδας διορίζονται με τριετή θητεία. Μετά τη λήξη της θητείας κρίνονται για διορισμό ως μόνιμοι ερευνητές Β΄ βαθμίδας. Αν δεν προκριθούν, η θητεία τους ανανεώνεται μέχρι δύο (2) φορές για δύο (2) χρόνια κάθε φορά, μετά το τέλος των οποίων προκηρύσσεται για πλήρωση η θέση ερευνητή Β΄ βαθμίδας. Εφόσον και κατά την τρίτη κρίση τους δεν πετύχουν, η θητεία τους δεν ανανεώνεται και απομακρύνονται οριστικά από τη θέση τους μετά τη λήξη της. Δικαιούνται όμως, ύστερα από αίτησή τους, που υποβάλλεται στον εποπτεύοντα το ερευνητικό κέντρο Υπουργό μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) μηνών από τη λήξη της θητείας τους, να διορισθούν σε θέση προσωποπαγή επιστημονικού - τεχνικού προσωπικού στο ίδιο ή σε άλλο ερευνητικό κέντρο ή αυτοτελές ερευνητικό ινστιτούτο μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του κέντρου ή του διευθυντή του αυτοτελούς ινστιτούτου ή σε ανάλογη προς τα προσόντα τους θέση προσωποπαγή του δημόσιου τομέα. Η θέση αυτή συνιστάται καθ’ υπέρβαση των οργανικών θέσεων με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, εάν η θέση υπάγεται στο Υπουργείο αυτό, ή με κοινή απόφαση του Υπουργού αυτού και του συναρμόδιου Υπουργού, εάν υπάγεται σε άλλο Υπουργείο ή φορέα που εποπτεύεται από άλλο Υπουργείο. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών και του εποπτεύοντος το ερευνητικό κέντρο ή αυτοτελές ερευνητικό ινστιτούτο Υπουργού, μπορεί να καθορίζονται λεπτομέρειες για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, ο χαρακτήρας των θέσεων και η βαθμολογική ή μισθολογική διάρθρωσή τους. Το προηγούμενο εδάφιο δεν παρέχει στον καταλαμβάνοντα την παραπάνω προσωποπαγή θέση αξίωση λήψης αποδοχών του ειδικού μισθολογίου των ερευνητών και γενικότερα αποδοχών διαφορετικών από αυτές της θέσης, στην οποία διορίζεται, ούτε αξίωση διορισμού ή πρόσληψής του σε θέση ισότιμη, ούτε και επιλογή θέσης για το διορισμό ή την πρόσληψή του.
3.  
    Οι ερευνητές της Β΄ βαθμίδας είναι μόνιμοι. Στο τέλος του τέταρτου έτους της υπηρεσίας τους κρίνονται, ύστερα από αίτησή τους, για διορισμό σε θέση ερευνητή Α΄ βαθμίδας. Εφόσον κριθούν επιτυχώς, διορίζονται ως μόνιμοι στην Α΄ βαθμίδα. Αν κατά την κρίση αυτή ο ερευνητής αποτύχει, επανακρίνεται εντός τετραετίας από την προηγούμενη κρίση.
4.  
    Οι ερευνητές Α΄ βαθμίδας είναι μόνιμοι
5.  
    Οι βαθμίδες των ερευνητών Α΄, Β΄, Γ΄ και Δ΄ είναι ανεξάρτητες και αυτοτελείς. Οι νομοθετημένες θέσεις μπορεί, ανάλογα με τις ανάγκες των ερευνητικών κέντρων και αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων, να καταλαμβάνονται από ερευνητές Δ΄, Γ΄, Β΄, Α΄ βαθμίδας αδιακρίτως, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Η κατανομή των κενών οργανικών θέσεων σε βαθμίδες γίνεται κάθε χρόνο, μέχρι τέλος Μαρτίου, ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. κάθε κέντρου ή του διευθυντή κάθε αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου, με απόφαση του εποπτεύοντος Υπουργού που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
6.  
    Οι ερευνητές των ερευνητικών κέντρων ή αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων συνταξιοδοτούνται με τη συμπλήρωση του εξηκοστού εβδόμου έτους της ηλικίας τους ή με τη συμπλήρωση 35ετίας. Ο ερευνητής μπορεί να παραμείνει και μετά τη συμπλήρωση 35ετίας εάν το επιθυμεί, μέχρι τη συμπλήρωση του εξηκοστού εβδόμου έτους της ηλικίας του.
7.  
    Ερευνητές, που αποχωρούν λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, διατηρούν την ιδιότητα του μέλους τριμελούς συμβουλευτικής επιτροπής υποψηφίων διδακτόρων και την ιδιότητα μέλους επταμελούς εξεταστικής επιτροπής για τελική αξιολόγηση διδακτορικών διατριβών, τις οποίες έχουν πριν από την αποχώρησή τους. Διατηρούν επίσης τη θέση τους σε διοικητικά συμβούλια Ν.Π.Δ.Δ. ή σε κάθε είδους επιτροπές στις οποίες είχαν διοριστεί ως ερευνητές πριν από την αποχώρησή τους, συνεχίζουν να συμμετέχουν σε όσα ερευνητικά προγράμματα συμμετείχαν πριν από αυτή. Τέλος μπορούν να παραδίδουν μεταπτυχιακά μαθήματα και να διδάσκουν σε ινστιτούτα δια βίου εκπαίδευσης.
8.  
    Το διοικητικό συμβούλιο του ερευνητικού κέντρου ή ο διευθυντής του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου απονέμει, ύστερα από πρόταση τουλάχιστον τριών (3) ερευνητών του οικείου ινστιτούτου, τον τίτλο του ομότιμου ερευνητή σε όσους ερευνητές Α΄ βαθμίδας εξέρχονται της υπηρεσίας, συνεκτιμώντας το έργο και την προσφορά τους. Ο ίδιος τίτλος μπορεί να απονεμηθεί και σε μέλη Δ.Ε.Π. Πανεπιστημίων και Ε.Π. Τ.Ε.Ι. που έχουν διατελέσει διευθυντές ερευνητικών κέντρων, διευθυντές ή αναπληρωτές διευθυντές ερευνητικών ινστιτούτων ερευνητικών κέντρων και αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων. Με τον εσωτερικό κανονισμό του ερευνητικού φορέα καθορίζεται ο τρόπος συμμετοχής των ομότιμων ερευνητών στις ερευνητικές δραστηριότητες του ινστιτούτου.
9.  
    Με απόφαση του Δ.Σ. του ερευνητικού κέντρου, που λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία των τριών τετάρτων (3/4) του συνόλου των μελών του Δ.Σ., ή απόφαση του διευθυντή αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου, μπορεί να απονεμηθεί η διάκριση του Επίτιμου Ερευνητή σε πρόσωπο που έχει διακεκριμένη συμβολή στην επιστημονική έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη, ύστερα από πρόταση του διευθυντή του ερευνητικού κέντρου ή τουλάχιστον δύο (2) μελών του Δ.Σ. του ερευνητικού κέντρου ή του Ε.Γ.Σ.Ι. του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου, αντίστοιχα.
Άρθρο 43
1.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διευθυντές των ερευνητικών κέντρων, των ινστιτούτων των ερευνητικών κέντρων και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων λαμβάνουν αμοιβή αποδοτικότητας αντίστοιχη αυτής των ερευ- νητών που προβλέπεται στην παράγραφο 7 του άρθρου 3του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α΄), με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις.
2.  
    Με κοινή απόφαση του αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών μπορεί να αναπροσαρμόζεται το ερευνητικό επίδομα των ερευνητών
Άρθρο 44
1.  
    Οι ερευνητές και οι Ειδικοί Λειτουργικοί Επιστήμονες όλων των βαθμίδων μπορούν να ζητήσουν ερευνητική άδεια με πλήρεις αποδοχές μέχρι δώδεκα (12) μήνες, μετά τη συμπλήρωση έξι (6) ετών υπηρεσίας ή μέχρι έξι (6) μήνες μετά τη συμπλήρωση τριών (3) ετών υπηρεσίας σε ερευνητικά κέντρα ή αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα της χώρας. Ο χρόνος υπηρεσίας υπολογίζεται από την ημερομηνία διορισμού τους ή, εφόσον έλαβαν προηγούμενες ερευνητικές άδειες, από την ημερομηνία λήξης της τελευταίας άδειας.
2.  
    Η ερευνητική άδεια χορηγείται με αποκλειστικό σκοπό τον εμπλουτισμό των γνώσεων του αδειούχου, με τη συμμετοχή του σε ερευνητικό έργο ερευνητικού ή ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος του εξωτερικού, η οποία αποδεικνύεται με την υποβολή κατάλληλων αποδεικτικών στοιχείων του ιδρύματος αυτού μετά την επιστροφή του αδειούχου. Σε όσους χορηγείται ερευνητική άδεια καταβάλλονται για το διάστημα παραμονής και εργασίας τους σε ερευνητικό ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα του εξωτερικού και κατ’ ανώτατο όριο για δώδεκα (12) μήνες, πρόσθετες αποδοχές ίσες με το σύνολο των αποδοχών τους που αντιστοιχούν στο διάστημα αυτό. Εάν ο αδειούχος λαμβάνει υποτροφία ή μισθοδοτείται από το ίδρυμα υποδοχής του εξωτερικού, τα αντίστοιχα ποσά αφαιρούνται από τις πρόσθετες αποδοχές που λαμβάνει ο δικαιούχος κατά το προηγούμενο εδάφιο. Εάν δεν πληρωθεί ο σκοπός του πρώτου εδαφίου, οι πρόσθετες αποδοχές αναζητούνται ως αχρεωστήτως καταβληθείσες και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.).
3.  
    Την ερευνητική άδεια χορηγεί το Δ.Σ. του κέντρου ή ο διευθυντής του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, που συνοδεύεται από το προτεινόμενο πρόγραμμα ερευνητικής δραστηριότητας, εφόσον κρίνει ότι δεν παρακωλύονται τα ερευνητικά προγράμματα και οι λοιπές υποχρεώσεις προς τρίτους, στις οποίες συμμετέχει ο ενδιαφερόμενος. Τροποποίηση του προγράμματος αυτού από τον αδειούχο μπορεί να γίνει μόνο με έγκριση του οργάνου που χορήγησε την άδεια.
Άρθρο 45 "Μετοικεσία Ερευνητών"
1.  
    Στους Έλληνες επιστήμονες, μόνιμους κατοίκους εξωτερικού, που διορίζονται σε θέσεις ερευνητών, χορηγούνται: α) Έξοδα ταξιδίου, ποσού ίσου με το αντίτιμο του αεροπορικού εισιτηρίου απλής μετάβασης σε οικονομική θέση για τον ερευνητή και τα μέλη της οικογένειάς του (σύζυγο και παιδιά) που κατοικούν μαζί του κατά την ημέρα του διορισμού και επιστρέφουν στην Ελλάδα το αργότερο μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ημέρα του διορισμού. β) Έξοδα μεταφοράς οικοσκευής, που αποδεικνύονται με απόδειξη του μεταφορέα, το ποσό των οποίων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% των εξόδων ταξιδίου. γ) Έξοδα εγκατάστασης, ποσού ίσου με δύο (2) βασικούς μηνιαίους μισθούς. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά μισό βασικό μηνιαίο μισθό για κάθε μέλος της οικογένειάς του (σύζυγο και παιδιά), που κατοικούν μόνιμα στην αλλοδαπή μαζί του κατά την ημέρα του διορισμού του. Για την είσπραξη των παραπάνω χρηματικών ποσών, ο ερευνητής πρέπει να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α΄), με την οποία αναλαμβάνει την υποχρέωση ότι δεν θα αποχωρήσει οικειοθελώς από το ερευνητικό κέντρο πριν συμπληρώσει τριετή υπηρεσία σε αυτό. Εάν αποχωρήσει οικειοθελώς, οφείλει να επιστρέψει τα ληφθέντα ποσά.
Άρθρο 46
1.  
    Για τις ανάγκες των ερευνητικών προγραμμάτων των ερευνητικών κέντρων και αυτοτελών ινστιτούτων μπορεί να απασχολείται ερευνητικό προσωπικό και με τις ακόλουθες ιδιότητες:
  1. Επισκεπτών εμπειρογνωμόνων ερευνητών, με προσόντα ερευνητή της βαθμίδας Α΄, Β΄ ή Γ΄, με σκοπό την υποβοήθηση προκαθορισμένου ερευνητικού προγράμματος του ερευνητικού κέντρου και αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου που εγκρίνεται από το Δ.Σ. του κέντρου ή τον διευθυντή αυτοτελούς ινστιτούτου, μετά από εισήγηση του Ε.Γ.Σ. του οικείου ινστιτούτου ερευνητικού κέντρου ή αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου.
  2. Οι ερευνητές αυτοί μπορεί να είναι και αλλοδαποί.
  3. Στους επισκέπτες εμπειρογνώμονες καταβάλλονται για την απασχόλησή τους αποδοχές που καθορίζουν το Δ.Σ. του ερευνητικού κέντρου ή ο διευθυντής του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου, σύμφωνα με τις κείμενες σχετικές διατάξεις, και εγκρίνουν ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός.
  4. Με τον επισκέπτη ερευνητή συνάπτεται σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με διάρκεια από τρεις (3) μήνες μέχρι δύο (2) έτη.
  5. Ανανέωση της σύμβασης αυτής δεν επιτρέπεται.
  6. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η σύμβασή τους μπορεί να παραταθεί μέχρι ένα (1) έτος, ύστερα από αιτιολογημένη πρόταση του οργάνου που αποφάσισε την απασχόληση.
  7. Επισκέπτης εμπειρογνώμων ερευνητής που έχει απασχοληθεί σύμφωνα με τα παραπάνω δεν μπορεί να απασχοληθεί εκ νέου πριν περάσει τουλάχιστον ένας (1) χρόνος από τη λήξη της προηγούμενης σύμβασής του.
  8. Οι αποδοχές και τα έξοδα μετακίνησης επιβαρύνουν το πρόγραμμα στο οποίο απασχολείται ο επισκέπτης εμπειρογνώμων ερευνητής.
  9. Συνεργαζόμενων ερευνητών με προσόντα ερευνητή της βαθμίδας Δ΄.
  10. Για την απασχόληση των ερευνητών αυτών χορηγείται υποτροφία από το ερευνητικό κέντρο ή το αυτοτελές ερευνητικό ινστιτούτο με το οποίο συνεργάζεται, το ύψος της οποίας καθορίζεται από το αρμόδιο όργανο του ερευνητικού φορέα σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό του και εγκρίνεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και τον κατά περίπτωση αρμόδιο Υπουργό.
  11. Η συνολική διάρκεια της υποτροφίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο (2) χρόνια, με δυνατότητα παράτασης για άλλα δύο (2) χρόνια ύστερα από απόφαση του Δ.Σ. του κέντρου ή του διευθυντή του αυτοτελούς ινστιτούτου, μετά από εισήγηση του Ε.Γ.Σ. του ινστιτούτου του κέντρου ή του Ε.Γ.Σ.Ι. του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου.
  12. Ερευνητών ερευνητικών κέντρων και μελών Δ.Ε.Π. Πανεπιστημίων και μελών Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. στους οποίους χορηγούνται μεταδιδακτορικές βραχυχρόνιες υποτροφίες και εκπαιδευτικές ερευνητικές υποτροφίες διάρκειας τριών (3) έως έξι (6) μηνών για τη μετεκπαίδευση στο εξωτερικό, με διαδικασίες που εξειδικεύονται στο Προεδρικό Διάταγμα της παραγράφου 6 του άρθρου 22.
  13. Οι υποτροφίες αυτές καλύπτονται με εθνική χρηματοδότηση από τον Ε.Ο.Ε.Τ. για εξειδίκευση σε τομείς αιχμής, σύμφωνα με τις θεματικές περιοχές της βασικής, εφαρμοσμένης – τεχνολογικής έρευνας και καινοτομίας της παραγράφου 5 του άρθρου 4.
  14. Επισκεπτών Καθηγητών – Ερευνητών μελών Δ.Ε.Π. Πανεπιστημίων και Ε.Π.–Τ.Ε.Ι. ως συνεργαζόμενων μελών ενός ερευνητικού ινστιτούτου.
  15. Οι επισκέπτες αυτοί προσκαλούνται με απόφαση του Δ.Σ. του ερευνητικού κέντρου, που λαμβάνεται με απλή πλειοψηφία ύστερα από τεκμηριωμένη εισήγηση του διευθυντή του οικείου ινστιτούτου και σύμφωνη γνώμη του Ε.Γ.Σ.Ι. του οικείου ινστιτούτου.
  16. Ο Επισκέπτης Καθηγητής μπορεί να απασχοληθεί υπό καθεστώς μερικής ερευνητικής απασχόλησης σε ερευνητικό πρόγραμμα και προσλαμβάνεται με ετήσιες συμβάσεις έργου από το Δ.Σ. του κέντρου ή τον Διευθυντή του αυτοτελούς ινστιτούτου.
  17. Ο Επισκέπτης Ερευνητής μπορεί να είναι επιστημονικός υπεύθυνος ή και μέλος της ομάδας εκτέλεσης ερευνητικών προγραμμάτων και να λαμβάνει χρηματική αποζημίωση σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς του ερευνητικού κέντρου για την ενεργό συμμετοχή του σε ερευνητικά προγράμματα.
  18. Η απασχόληση αυτή δεν υπολογίζεται ως κατοχή δεύτερης θέσης.
  19. Διακεκριμένων επιστημόνων που απασχολούνται στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα.
  20. Οι επιστήμονες αυτοί μπορεί να καλούνται ως Επισκέπτες Καθηγητές για ορισμένο χρονικό διάστημα προκειμένου να διδάξουν στα προπτυχιακά ή μεταπτυχιακά μαθήματα της ειδικότητάς τους στα Πανεπιστήμια και Τ.Ε.Ι. ή ως Επισκέπτες Ερευνητές σε ερευνητικά κέντρα για να εκτελέσουν ειδικό ερευνητικό έργο.
  21. Η απασχόληση αυτή των παραπάνω επιστημόνων δεν θεωρείται κατοχή δεύτερης θέσης.
  22. Η πρόσκλησή τους γίνεται από τα αρμόδια όργανα του φορέα υποδοχής ύστερα από πρόταση του οικείου τομέα ή ινστιτούτου, αντίστοιχα, και σύμφωνη γνώμη του φορέα στον οποίο απασχολούνται.
  23. Διακεκριμένων Ερευνητών σε ερευνητικά κέντρα της χώρας.
  24. Οι ερευνητές αυτοί είναι διακεκριμένα μέλη της ακαδημαϊκής ερευνητικής κοινότητας της αλλοδαπής και καλούνται με απόφαση του Δ.Σ. του ερευνητικού κέντρου, λαμβανόμενη με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, ύστερα από εισήγηση του Διευθυντή του οικείου ινστιτούτου και σύμφωνη γνώμη του Ε.Γ.Σ.Ι. Η πρόσκληση προϋποθέτει ότι ο υποψήφιος έχει δημοσιευμένο πρωτότυπο ερευνητικό έργο ή τεχνολογικό έργο διεθνούς αναγνώρισης.
  25. Οι ερευνητές αυτοί προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο ερευνητικό κέντρο, ιδίως με διαλέξεις, μαθήματα και ερευνητικό έργο και μπορούν να συμμετέχουν σε ερευνητικά προγράμματα που εκπονούνται στο ερευνητικό ινστιτούτο ή βρίσκονται στο στάδιο της υποβολής για αξιολόγηση.
  26. Οι παραπάνω ερευνητές μπορεί να είναι επιστημονικοί υπεύθυνοι ερευνητικών προγραμμάτων και να λαμβάνουν χρηματική αποζημίωση σύμφωνα με τα οριζόμενα στους κανονισμούς του ερευνητικού κέντρου για την ενεργό συμμετοχή τους σε ερευνητικά προγράμματα.
  27. Μεταπτυχιακών φοιτητών Α.Ε.Ι. για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής ή τη λήψη μεταπτυχιακού διπλώματος.
  28. Οι φοιτητές αυτοί γίνονται δεκτοί με απόφαση του Δ.Σ. του ερευνητικού κέντρου ή του διευθυντή του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του τμήματος Α.Ε.Ι., στο πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών του οποίου ανήκει ο ενδιαφερόμενος, ύστερα από εισήγηση του οικείου τομέα, ως ερευνητές μεταπτυχιακοί υπότροφοι, στους οποίους χορηγείται ετήσια υποτροφία.
  29. Οι υπότροφοι κατά το χρόνο που ισχύει η υποτροφία τους υπάγονται στο ασφαλιστικό καθεστώς που προβλέπεται κάθε φορά για τους φοιτητές των Α.Ε.Ι. Το ερευνητικό κέντρο ή το αυτοτελές ανεξάρτητο ινστιτούτο μπορούν επιπλέον με δαπάνες τους να ασφαλίζουν τους υπότροφους σε ασφαλιστι- κούς φορείς για ειδικούς κινδύνους, που ενδέχεται να υπάρχουν κατά τη διαδικασία της έρευνας.
  30. Ο χρόνος υποτροφίας, εφόσον οδήγησε στη λήψη διδακτορικού διπλώματος, θεωρείται ως χρόνος προϋπηρεσίας σε περίπτωση διορισμού τους στο δημόσιο τομέα με τις προϋποθέσεις της περίπτωσης ι΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του ν. 3205/2003.
  31. Επιστημόνων στους οποίους μπορεί να χορηγηθούν υποτροφίες μετά από ανοικτή προκήρυξη με σκοπό την επιμόρφωση και εξειδίκευση σε θέματα ανάπτυξης της επιστημονικής έρευνας και τεχνολογίας, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης ζ΄ της παρούσας παραγράφου.
  32. Οι υποτροφίες αυτές χορηγούνται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ερευνητικού κέντρου ή του διευθυντή του αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου και εγκρίνονται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και τον κατά περίπτωση αρμόδιο Υπουργό.
2.  
    Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 34 του παρόντος νόμου και ενδεχομένων αντιθέτων προβλέψεων Προεδρικών Διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί κατά το άρθρο 25 του ν. 1514/1985 (ΦΕΚ 13 Α΄) ή κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 51 του παρόντος νόμου εκδιδόμενων Προεδρικών Διαταγμάτων, το ερευνητικό προσωπικό όλων των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου δεν μπορεί να συμμετέχει στα όργανα διοίκησης του ινστιτούτου.
3.  
    Ο αριθμός των προσώπων, που μπορούν να απασχοληθούν σε ερευνητικό κέντρο ή αυτοτελές ερευνητικό ινστιτούτο με τις ιδιότητες των περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄, δ΄, ε΄ και στ΄ της παραγράφου 1, καθορίζεται με απόφαση του Δ.Σ. του ερευνητικού κέντρου ή του διευθυντή του αυτοτελούς ινστιτούτου με σύμφωνη γνώμη του Ε.Γ.Σ.Ι. του ινστιτούτου.
4.  
    Τα Πανεπιστήμια ή και Τ.Ε.Ι., τα ερευνητικά κέντρα και τα αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα μπορούν να συνάπτουν συμβάσεις σε τομείς συνεχιζόμενης εκπαίδευσης με σκοπό την παροχή εξειδικευμένης εκπαίδευσης σε στελέχη δημόσιων και ιδιωτικών φορέων σε νέες επιστημονικές, τεχνολογικές και οικονομικές περιοχές.
5.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται οι τομείς και οι όροι συνεργασίας Πανεπιστημίων ή και Τ.Ε.Ι. και ερευνητικών κέντρων και αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων (Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ.) για την υλοποίηση μεταπτυχιακών προγραμμάτων.
6.  
    Από τον προϋπολογισμό των ερευνητικών έργων που εκτελούνται από ερευνητικά ινστιτούτα ερευνητικών κέντρων ή και αυτοτελή ερευνητικά ινστιτούτα, τα οποία εποπτεύονται από το Κράτος, σε συνεργασία με Α.Ε.Ι. και με αποδεδειγμένη χρήση των εγκαταστάσεων ή των εργαστηρίων, παρακρατείται, ως αποζημίωση χρήσης των εγκαταστάσεων και εργαστηρίων αυτών, ποσοστό το οποίο αποδίδεται στο λογαριασμό της Επιτροπής Ερευνών του συνεργαζόμενου Α.Ε.Ι. Το ποσοστό αυτό καθορίζεται με τη συμφωνία κοινοπραξίας του ερευνητικού φορέα με το Α.Ε.Ι., με βάση την έκταση της χρήσης των εγκαταστάσεων ή εργαστηρίων των Α.Ε.Ι. κατά τη διάρκεια κάθε ερευνητικού έργου.
7.  
    Η ανωτέρω παράγραφος εφαρμόζεται αναλόγως και όταν οι εγκαταστάσεις ή τα εργαστήρια ανήκουν σε ερευνητικό κέντρο ή αυτοτελές ερευνητικό ινστιτούτο και χρησιμοποιούνται από Α.Ε.Ι.
Άρθρο 47
1.  
    Το τεχνικό προσωπικό των ερευνητικών κέντρων, των ινστιτούτων αυτών και των αυτοτελών ινστιτούτων εκτελεί ειδικές επιστημονικές και τεχνικές εργασίες για τη λειτουργία των υποδομών των ερευνητικών αυτών φορέων, την υποστήριξη της έρευνας, την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την προσφορά υπηρεσιών προς τρίτους
2.  
    Το τεχνικό προσωπικό των ερευνητικών κέντρων και ερευνητικών ινστιτούτων που έχουν χαρακτήρα Ν.Π.Δ.Δ. διορίζεται σε μόνιμες οργανικές θέσεις, που συνιστώνται με το ιδρυτικό τους Προεδρικό Διάταγμα, ή προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40. Με τους εσωτερικούς κανονισμούς των παραπάνω ιδρυμάτων το προσωπικό αυτό κατανέμεται σε κλάδους και καθορίζονται τα ειδικότερα προσόντα που απαιτούνται για το διορισμό του.
3.  
    Ανάλογα με τα προσόντα του, το τεχνικό προσωπικό των ερευνητικών κέντρων, των ινστιτούτων αυτών και των αυτοτελών ινστιτούτων διακρίνεται σε:
  1. Ειδικούς Λειτουργικούς Επιστήμονες (Ε.Λ.Ε.) με διδακτορικό δίπλωμα ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ή μεταπτυχιακή εξειδίκευση σε ειδικό επιστημονικό τομέα ερευνητικού ιδρύματος της ημεδαπής ή αλλοδαπής και πείρα στο σχεδιασμό ή εφαρμογή επιστημονικών και τεχνολογικών προγραμμάτων και έργων.
  2. Οι Ε.Λ.Ε. συμμετέχουν σε έργα επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας και παρέχουν υποστήριξη σε ειδικές τεχνολογικές δραστηριότητες του ερευνητικού κέντρου ή αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου.
  3. Οι Ε.Λ.Ε. των παραπάνω φορέων επιλέγονται, προσλαμβάνονται και εξελίσσονται όπως και οι ερευνητές των φορέων αυτών εφαρμοζομένων αναλόγως των σχετικών για τους ερευνητές αυτούς διατάξεων.
  4. Με απόφαση του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού μπορεί να ορίζονται και ειδικότερα προσόντα που απαιτούνται για την πρόσληψη και την εξέλιξη των Ε.Λ.Ε. στις βαθμίδες που εντάσσονται.
  5. Ανάλογα με τα προσόντα τους οι Ε.Λ.Ε. εντάσσονται στις βαθμίδες:
  6. Α΄, Β΄, Γ΄ και Δ΄, ως εξής:
  7. - Στις βαθμίδες Α΄ και Β΄ Ε.Λ.Ε., επιστήμονες με διδακτορικό τίτλο σπουδών. - Στις βαθμίδες Δ΄ και Γ΄ Ε.Λ.Ε., επιστήμονες με πτυχίο Α.Ε.Ι. και μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ή ειδικές γνώσεις και εμπειρία σε θέματα υποστήριξης της έρευνας.
  8. Οι Ε.Λ.Ε. που υπηρετούν κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου σε βαθμίδα Ε.Λ.Ε., για την οποία απαιτείται διδακτορικό δίπλωμα, μπορούν να κριθούν για προσωποπαγείς θέσεις ερευνητών, ύστερα από προκήρυξη των θέσεων αυτών κατά τις διατάξεις που διέπουν την πλήρωση θέσεων ερευνητών και αίτησή τους, εντός έτους από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων των διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο διορισμού τους για την υπηρεσιακή και για τη μισθολογική εξέλιξή τους.
  9. Η προσωποπαγής θέση που καταλαμβάνεται από τους Ε.Λ.Ε. καθορίζεται από τα προσόντα τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39.
  10. Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων εδαφίων ισχύουν ανάλογα και για το εν γένει προσωπικό του οποίου η σύμβαση μετατράπηκε σε ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ 134 Α΄), εφόσον είναι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος σπουδών.
  11. Για όσο χρόνο υφίστανται οι ανωτέρω προσωποπαγείς θέσεις, δεν πληρούνται οι θέσεις που κατείχαν οι ενδιαφερόμενοι κατά το χρόνο κρίσης τους.
  12. Οι Ε.Λ.Ε. της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας έχουν τα προσόντα διορισμού ή προαγωγής κατά βαθμίδα, τα οποία ορίζονται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του π.δ. 404/1993 «Οργανισμός της Ε.Ε.Α.Ε.» (ΦΕΚ 173 Α΄).
  13. Οι παραπάνω Ε.Λ.Ε. διορίζονται και εξελίσσονται με τις διαδικασίες που προβλέπονται στις περιπτώσεις ε΄, στ΄, ζ΄ και η΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του π.δ. 404/1993.
  14. Ειδικούς τεχνικούς επιστήμονες με πτυχίο Πανεπιστημίου ή Τ.Ε.Ι. και ειδικές γνώσεις και εμπειρία σε θέματα υποδομής και υποστήριξης της έρευνας και τεχνολογίας.
  15. Τεχνολόγους, πτυχιούχους ανώτερων σχολών, όπως Κ.Α.Τ.Ε.Ε. και άλλων ισότιμων σχολών με εξειδίκευση και εμπειρία στα θέματα της προηγούμενης περίπτωσης β΄.
  16. Τεχνικούς μέσης εκπαίδευσης, απόφοιτους τεχνικού λυκείου ή τεχνικής σχολής μέσης εκπαίδευσης
  17. Λοιπό τεχνικό προσωπικό, απόφοιτους υποχρεωτικής εκπαίδευσης
Άρθρο 48
1.  
    Το διοικητικό προσωπικό των ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων στελεχώνει τις διοικητικές και οικονομικές υπηρεσίες για την υποστήριξη της λειτουργίας τους και την εκτέλεση των προγραμμάτων. Ο αριθμός του προσωπικού αυτού, η κατανομή του σε κλάδους και τα ειδικότερα προσόντα του καθορίζονται από τον εσωτερικό κανονισμό του ερευνητικού κέντρου ή αυτοτελούς ερευνητικού ινστιτούτου.
2.  
    Το διοικητικό προσωπικό των ερευνητικών κέντρων και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων, που έχουν χαρακτήρα Ν.Π.Δ.Δ., κατέχει μόνιμες οργανικές θέσεις και η υπηρεσιακή κατάστασή του διέπεται από τις σχετικές διατάξεις που εκάστοτε ισχύουν.
Άρθρο 49
1.  
  1. Επιτρέπεται η απόσπαση ή η μετάταξη ερευνητών, ειδικών επιστημόνων, τεχνικών και διοικητικών υπαλλήλων, από ένα σε άλλο ερευνητικό κέντρο, ακαδημαϊκό κέντρο, αυτοτελές ινστιτούτο ή ακαδημαϊκό ινστιτούτο ή σε οποιονδήποτε από τους φορείς αυτούς
  2. Η απόσπαση ή η μετάταξη ενεργείται ή για λόγους εύρυθμης λειτουργίας της έρευνας ή ορθολογικής αξιοποίησης του ερευνητικού προσωπικού και των εγκαταστάσεων ή ύστερα από αίτηση του αποσπωμένου ή μετατασσομένου.
  3. Η απόφαση για απόσπαση ή μετάταξη γίνεται με απόφαση του Υπουργού που έχει την εποπτεία του ερευνητικού κέντρου, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Δ.Σ. των φορέων της περίπτωσης α΄ που επηρεάζονται από τις σχετικές αποφάσεις.
  4. Απόσπαση ή μετάταξη για προσωπικούς λόγους επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον το επιτρέπουν οι ανάγκες της υπηρεσίας.
  5. Ο χρόνος απόσπασης ορίζεται με τη σχετική υπουργική απόφαση, ανάλογα με τη διάρκεια της ανάγκης παροχής του έργου, κατά παρέκκλιση των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων
2.  
    Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και του εκάστοτε αρμόδιου Υπουργού μπορεί να αποσπάται προσωπικό από υπηρεσίες του Δημοσίου ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς, ύστερα από γνώμη του αρμόδιου οργάνου διοίκησης και αίτηση του ενδιαφερομένου στις επιχειρήσεις που ιδρύονται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 5 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου ή έχουν ιδρυθεί σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 3 του ν. 1514/1985.
3.  
    Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, ύστερα από εισήγηση του Γενικού Γραμματέα Έρευνας και Τεχνολογίας και γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, επιτρέπεται απόσπαση των εργαζομένων στην Γ.Γ.Ε.Τ., στο Ε.Σ.Ε.Τ. και στον Ε.Ο.Ε.Τ., καθώς και των ερευνητών και Ε.Λ.Ε. ερευνητικών κέντρων και αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων σε όργανα, υπηρεσίες, γραφεία και ιδρύματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων διεθνών οργανισμών για μία τριετία κατ’ ανώτατο όριο. ΤΙΤΛΟΣ VΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣΣΤΟΥΣ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ.
Άρθρο 50
1.  
    Οι πόροι των ερευνητικών κέντρων και αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων αποτελούνται από:
  1. κρατικές επιχορηγήσεις από τον τακτικό προϋπολογισμό του κατά περίπτωση εποπτεύοντος Υπουργείου, για την κάλυψη των εξόδων της λειτουργίας τους,