Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας (ΕURΟ­JUSΤ), Κοινές Ομάδες Έρευνας και λοιπές δια­τάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ(ΕURΟJUSΤ)
Άρθρο 1
1.  
    Στην Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας (ΕURΟJUSΤ), η οποία συγκροτήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2002/187/ΔΕΥ της 28.2.2002 ΕΕ (ΕΕ L 63/1 της 6.3.2002, εφεξής απόφαση του Συμβουλίου) ως οργανισμός της ΕΕ με νομική προσωπικότητα, ορίζεται, με διάταγμα που εκδίδεται κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εξωτερικών ύστερα από απόφαση του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, εθνικό μέλος και αναπληρωτής αυτού, δικαστικός λειτουργός με το βαθμό του πρωτο­δίκη ή του αντεισαγγελέα πρωτοδικών και άνω. Ο ορισμός του εθνικού μέλους και του αναπληρωτή του ανακοινώνεται από τον Υπουργό Εξωτερικών στην ΕURΟJUSΤ και στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με επίσημο ταχυδρομείο.
2.  
    Η θητεία του εθνικού μέλους, το οποίο αποσπάται στην έδρα της ΕURΟJUSΤ, είναι τριετής, με δυνατότητα ανανέωσης για μία ακόμη τριετία με την ίδια διαδικασία. Ο αναπληρωτής του εθνικού μέλους εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του στο εθνικό έδαφος, εκτός αν παραστεί ανάγκη να αντικατασταθεί το εθνικό μέλος στην έδρα της ΕURΟJUSΤ.
Άρθρο 2
1.  
    Εθνικοί ανταποκριτές ορίζονται:
  1. Ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Διεθνούς Δικα­στικής Συνεργασίας της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης
  2. Οι Εισαγγελείς Εφετών της χώρας, αρμόδιοι για θέματα δικαστικής συνδρομής και εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης
  3. Ο Εισαγγελέας ο οποίος έχει ορισθεί Πρόεδρος του προβλεπομένου από τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 2265/1994, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 18 του ν. 2622/1998 (ΦΕΚ 138 Α΄) και με το άρθρο 12 του ν. 3424/2005 (ΦΕΚ 305 Α΄), Συμβουλίου Συντονισμού Ανάλυσης και Ερευνών, ειδικά για τρομοκρατικές πράξεις (άρθρο 187 Α Π.Κ.).
2.  
    Οι εθνικοί ανταποκριτές συνεπικουρούν το εθνικό μέλος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του
Άρθρο 3 "Άσκηση αρμοδιοτήτων της ΕURΟJUSΤ"
1.  
    Στο πεδίο αρμοδιότητας του άρθρου 4 της απόφασης του Συμβουλίου και προς επίτευξη των στόχων του άρθρου 3 της ίδιας απόφασης, η ΕURΟJUSΤ ενεργεί είτε μέσω του εθνικού μέλους της είτε ως συλλογικό όργανο
Άρθρο 4
1.  
    Το εθνικό μέλος ενεργώντας για λογαριασμό της ΕURΟJUSΤ:
  1. μπορεί να ζητεί από τις ημεδαπές αρμόδιες αρχές να εξετάσουν το ενδεχόμενο:
  2. αα) να προβούν σε έρευνα ή άσκηση ποινικής δίωξης για συγκεκριμένες πράξεις, ββ) ότι είναι προτιμότερο να προβεί σε έρευνα ή να ασκήσει ποινική δίωξη η αρχή ενός άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γγ) να συντονίσουν τη δράση τους με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών - μελών, δδ) να συστήσουν κοινή ομάδα έρευνας και εε) να παρέχουν στην ΕURΟJUSΤ τις ζητούμενες πληροφορίες για την εκτέλεση του έργου της,
  3. μεριμνά για την ενημέρωση των ημεδαπών αρμόδιων αρχών σχετικά με τις έρευνες και ποινικές διώξεις των οποίων έχει γνώση,
  4. επικουρεί τις αρμόδιες αρχές των κρατών - μελών, κατόπιν αιτήσεώς τους, ώστε να εξασφαλίζεται ο καλύτερος δυνατός συντονισμός των ερευνών και της άσκησης ποινικών διώξεων και γενικότερα υποστηρίζει τη βελτίωση της μεταξύ τους συνεργασίας,
  5. συνεργάζεται και διαβουλεύεται με το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο, χρησιμοποιεί τη βάση τεκμηρίωσης του Δικτύου και συμβάλλει στη βελτίωσή της,
  6. παρέχει υποστήριξη σε έρευνες ή ποινικές διώξεις των ημεδαπών αρμόδιων αρχών ή και των αρχών τρίτου κράτους, κατόπιν αιτήσεώς τους, όταν αφορούν μόνο σε αυτές και στις αρχές ενός τρίτου κράτους, εφόσον έχει συναφθεί μεταξύ της ΕURΟJUSΤ και του τρίτου κράτους συμφωνία συνεργασίας ή, σε ειδικές περιπτώσεις, αν συντρέχει ουσιώδες συμφέρον το οποίο επιβάλλει την υποστήριξη και υπό την προϋπόθεση ότι συμφωνεί η ΕURΟJUSΤ ως συλλογικό όργανο,
  7. παρέχει υποστήριξη, κατόπιν αιτήματος ημεδαπής αρχής ή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε έρευνες και διώξεις οι οποίες αφορούν μόνο την ημεδαπή αρχή και την Κοινότητα,
  8. διαβιβάζει αιτήσεις αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής, εφόσον προέρχονται από την αρμόδια αρχή, αφορούν έρευνα ή ποινική δίωξη διενεργούμενη από αυτή και χρειάζεται η παρέμβασή του για συντονισμό,
  9. συντονίζει την ανταλλαγή πληροφοριών επί νομικών ζητημάτων μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών - μελών
2.  
    Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του το εθνικό μέλος μπορεί: α) να ζητά από τις ημεδαπές δικαστικές αρχές, τις δικαστικές αρχές των κρατών - μελών και την Ευρωπόλ να του παρέχουν τις απαραίτητες πληροφορίες, β) να έχει πρόσβαση στα αρχεία ποινικού μητρώου που τηρούνται στις Εισαγγελίες της χώρας, σύμφωνα με τα ισχύοντα για τις ημεδαπές δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, γ) να έχει πρόσβαση στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την εκπλήρωση των καθηκόντων που του ανατίθενται από την ΕURΟJUSΤ και σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση του Συμβουλίου.
3.  
    Το εθνικό μέλος έχει την υποχρέωση να διαφυλάσσει το απόρρητο των πληροφοριών οι οποίες ανταλλάσσονται μεταξύ της ΕURΟJUSΤ, των ημεδαπών αρχών και των αρχών των άλλων κρατών -μελών και αυτών τρίτου κράτους
Άρθρο 5 "Αρμοδιότητες της ΕURΟJUSΤ ως συλλογικού οργάνου"
1.  
    Η ΕURΟJUSΤ, ενεργώντας ως συλλογικό όργανο: α) μπορεί να ζητεί αιτιολογημένα από τις ημεδαπές αρμόδιες αρχές να προβούν στις ενέργειες οι οποίες προβλέπονται στην περίπτωση της παραγράφου 1(α) του άρθρου 4 του παρόντος νόμου, β) εξασφαλίζει την αμοιβαία ενημέρωση των αρμό­διων αρχών των κρατών - μελών σχετικά με τις έρευνες και τις ποινικές διώξεις των οποίων έχει γνώση και οι οποίες έχουν επιπτώσεις στο επίπεδο της Ένωσης ή αφορούν και άλλα κράτη - μέλη πέραν των άμεσα εμπλεκομένων, γ) επικουρεί τις αρχές αυτές, κατόπιν αιτήσεώς τους, προκειμένου να εξασφαλισθεί ο καλύτερος δυνατός συντονισμός στις έρευνες ή στις ποινικές διώξεις και γενικώς παρέχει κάθε υποστήριξη για τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών - μελών, ιδίως βάσει της ανάλυσης την οποία εκπονεί η Ευρωπόλ, την οποία και συνδράμει, παρέχοντας ιδίως γνώμες βασιζόμενες στην ανάλυση αυτή, δ) συνεργάζεται και διαβουλεύεται με το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο, χρησιμοποιεί τη βάση τεκμηρίωσης του Δικτύου και συμβάλλει στη βελτίωσή της, ε) παρέχει υποστήριξη διοικητικής μέριμνας στις περιπτώσεις υπό στοιχεία α΄ και γ΄, η οποία περιλαμβάνει ιδίως συνδρομή για τη μετάφραση, τη διερμηνεία και διοργάνωση συντονιστικών συνεδριάσεων
Άρθρο 6
1.  
    Η εξέταση των αιτημάτων, όπως προβλέπονται στα άρθρα 4 και 5 του παρόντος, γίνεται από τις κατά περίπτωση αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές
2.  
    Αν το εθνικό μέλος ή η ΕURΟJUSΤ, ως συλλογικό όργανο, υποβάλει αίτημα για:
  1. τη διενέργεια έρευνας ή την άσκηση ποινικής δίωξης για συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις,
  2. την αποδοχή της άποψης ότι είναι προτιμότερο η έρευνα να διενεργηθεί και η ποινική δίωξη να ασκηθεί από την αρχή ενός άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
  3. την ανάληψη πρωτοβουλιών με στόχο το συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών - μελών τα οποία εμπλέκονται,
  4. τη σύσταση κοινής ομάδας έρευνας,
  5. την παροχή κάθε πληροφορίας απαραίτητης για την επίτευξη των σκοπών της και η αρμόδια ημεδαπή αρχή το κρίνει απορριπτέο, αναφέρει υποχρεωτικά στην ΕURΟJUSΤ τους λόγους οι οποίοι δεν επέτρεψαν την ικανοποίηση του αιτήματος.
  6. Η αιτιολογία στις παραπάνω περιπτώσεις α΄, β΄ και ε΄ μπορεί να παραλείπεται αν επιβάλλεται για λόγους εθνικής ασφάλειας ή ασφάλειας προσώπων ή υπάρχει κίνδυνος για την ομαλή διεξαγωγή των ερευνών.
Άρθρο 7
1.  
    Το εθνικό μέλος και ο αναπληρωτής αυτού έχουν πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία επεξεργάζεται η ΕURΟJUSΤ, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 15, 16, 17 και 18 της απόφασης του Συμβουλίου και υπό την επιφύλαξη της τήρησης των διατάξεων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
2.  
    Αρμόδια αρχή για την υποβολή στην ημεδαπή αίτησης από δικαιούμενο πρόσωπο, προκειμένου να έχει πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, ή αίτησης για τη διόρθωση, τη δέσμευση ή τη διαγραφή λανθασμένων ή ελλιπών δεδομένων, σύμφωνα με τα άρθρα 19 και 20 της απόφασης του Συμβουλίου, είναι το Υπουργείο Δικαιο­σύνης. Η αίτηση αυτή προωθείται άμεσα στην ΕURΟJUSΤ.
Άρθρο 8 "Ορισμός μέλους Κοινού Εποπτικού Οργάνου"
1.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εξωτερικών, που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, ορίζεται δικαστικός λειτουργός με βαθμό εφέτη ή αντεισαγγελέα εφετών και άνω, με διετή θητεία, στο ανεξάρτητο Κοινό Εποπτικό Όργανο, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 23 της απόφασης του Συμβουλίου, το οποίο ασκεί έλεγχο στις δραστηριότητες της ΕURΟJUSΤ σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται από τον Υπουργό Εξωτερικών στην ΕURΟJUSΤ και στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με επίσημο ταχυδρομείο.
Άρθρο 9
1.  
    Το εθνικό μέλος είναι η ημεδαπή αρμόδια αρχή για τη λήψη και διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ της ΕURΟJUSΤ και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (ΟLΑF), σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 και τον Κανονισμό (Εuratοm) αριθ. 1074/1999 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (ΟLΑF) της 25.5.1999 (ΕΕ L 136/1 και 8 της 31.5.1999).
2.  
    Ο αρμόδιος Εισαγγελέας διαβιβάζει στο εθνικό μέλος ή στον εθνικό ανταποκριτή τις εκάστοτε πληροφορίες όπως του έχουν κοινοποιηθεί από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (ΟLΑF), σχετικά με έρευνες που διεξάγονται για τη διακρίβωση παρατυπιών και αξιόποινων πράξεων σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας
Άρθρο 10
1.  
    Ανάκληση του εθνικού μέλους, του αναπληρωτή του και του μέλους του Κοινού Εποπτικού Οργάνου είναι δυνατή με την ίδια διαδικασία που προβλέπεται για το διορισμό τους
2.  
    Η υπηρεσιακή κατάσταση του εθνικού μέλους, του αναπληρωτή του και του μέλους του Κοινού Εποπτικού Οργάνου ρυθμίζεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988 ΦΕΚ 35 Α΄).
Άρθρο 11 "Αποζημίωση διαμονής στην αλλοδαπή"
1.  
    Στο εθνικό μέλος το οποίο διορίζεται και αποσπάται στην έδρα της ΕURΟJUSΤ σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου, καταβάλλονται: α) οι αποδοχές της οργανικής του θέσης, β) επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εξωτερικών και Δικαιοσύνης, γ) τα έξοδα μετάβασης, εγκατάστασης και επιστροφής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2685/1999, όπως ισχύει.
Άρθρο 12
1.  
    Πριν το εθνικό μέλος παράσχει τη συγκατάθεσή του, σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 2 της απόφασης του Συμβουλίου, για τη διαβίβαση σε διεθνείς οργανισμούς ή φορείς, καθώς και σε αρχές τρίτων χωρών, που είναι αρμόδιες για τις έρευνες και τις διώξεις, πληροφοριών, τις οποίες παρείχαν στην ΕURΟJUSΤ οι ημεδαπές αρμόδιες αρχές, το εθνικό μέλος υποχρεούται να λάβει την έγκριση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Την ίδια υποχρέωση έχει το εθνικό μέλος, όταν διαβιβάζει προσωπικά δεδομένα σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 6 της απόφασης του Συμβουλίου.
2.  
    Το εθνικό μέλος για τις δραστηριότητές του και ειδικότερα σχετικά με τα προβλήματα της πολιτικής για το έγκλημα στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης αρμοδιότητας της ΕURΟJUSΤ υποβάλλει ετήσια αναφορά στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και προτείνει τα, κατά την κρίση του, απαραίτητα μέτρα για τη βελτίωσή της. Η παραπάνω αναφορά κοινοποιείται στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΥΤΕΡΟΚΟΙΝΕΣ ΟΜΑΔΕΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
Άρθρο 13 "Κοινή ομάδα έρευνας"
1.  
    Κοινή ομάδα έρευνας είναι η ομάδα προσώπων, η οποία συγκροτείται για να διεξάγει έρευνα σε ένα ή περισσότερα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διακρίβωση των εγκλημάτων της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (ν. 3459/2006, ΦΕΚ 103 Α΄), της εμπορίας ανθρώπων (άρθρο 323Α ΠΚ) και των τρομοκρατικών πράξεων (άρθρο 187Α ΠΚ), ιδίως όταν: α) η έρευνα απαιτεί δυσχερείς και περίπλοκες ενέργειες συνδεδεμένες με άλλα κράτη - μέλη, β) η φύση και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης απαιτεί συντονισμένη και εναρμονισμένη δράση στα ενδιαφερόμενα κράτη - μέλη.
Άρθρο 14 "Ορισμοί"
1.  
    Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται με την εξής έννοια: α) «Συμφωνία»: έγγραφη αμοιβαία συμφωνία των αρμόδιων αρχών δύο ή περισσότερων κρατών - μελών για τη σύσταση κοινής ομάδας έρευνας. β) «Έρευνα»: κάθε ενέργεια για τη διερεύνηση και τη βεβαίωση του εγκλήματος, καθώς και για την αποκάλυψη και τη σύλληψη του δράστη. γ) «Επικεφαλής»: ο εκπρόσωπος της αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους όπου λειτουργεί η κοινή ομάδα έρευνας, ο οποίος αναθέτει στα μέλη της ομάδας τα επί μέρους καθήκοντά τους. δ) «Αποσπασμένο μέλος»: το μέλος της κοινής ομάδας έρευνας, το οποίο δεν προέρχεται από το κράτος - μέλος όπου λειτουργεί η ομάδα. ε) «Τρίτο κράτος»: κράτος, το οποίο δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 15
1.  
    Ύστερα από αίτηση της αρμόδιας αρχής της Ελλάδας, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος, ή άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτρέπεται να καταρτιστεί έγγραφη συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και άλλου ή άλλων κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη σύσταση κοινής ομάδας έρευνας. Η ομάδα αυτή διενεργεί έρευνα για τα ποινικά αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 13 του παρόντος νόμου σε ένα ή περισσότερα από τα κράτη - μέλη, τα οποία τη συνιστούν.
2.  
    Αρμόδια ελληνική Αρχή για την υποβολή ή την παραλαβή της ανωτέρω αίτησης και τη σύναψη της έγγραφης συμφωνίας είναι ο κατά τόπον αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Αν η έρευνα πρόκειται να διεξαχθεί στις περιφέρειες περισσότερων Εφετείων, αρμόδια Αρχή είναι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
3.  
    Η αίτηση για σύσταση κοινής ομάδας έρευνας πρέπει να περιλαμβάνει: α) την αρχή από την οποία προέρχεται, β) το αντικείμενο και το λόγο για τον οποίο υποβάλλεται η αίτηση, καθώς και τη φύση των προς έρευνα θεμάτων, γ) την ταυτότητα και τη διεύθυνση της αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους στο οποίο απευθύνεται και δ) πρόταση για τα πρόσωπα, τα οποία θα συγκροτήσουν την ομάδα
Άρθρο 16
1.  
    Η κατά το άρθρο 15 του παρόντος έγγραφη συμφωνία πρέπει να περιέχει, τουλάχιστον, τα ακόλουθα στοιχεία: α) τα μέρη, τα οποία συμπράττουν στη συμφωνία, β) το σκοπό για τον οποίο συγκροτείται η κοινή ομάδα έρευνας, γ) το χρονικό διάστημα, εντός του οποίου πρόκειται να διεξαχθεί η έρευνα, δ) το κράτος - μέλος ή τα κράτη - μέλη, στην επικράτεια των οποίων πρόκειται να λειτουργήσει η κοινή ομάδα έρευνας, ε) τον επικεφαλής της κοινής ομάδας έρευνας, στ) τα πρόσωπα, τα οποία συγκροτούν την κοινή ομάδα έρευνας, ζ) τους όρους λειτουργίας της κοινής ομάδας έρευνας και η) διάφορες οργανωτικές ρυθμίσεις
2.  
    Με κοινή απόφαση των εμπλεκόμενων κρατών - μελών μπορεί να παραταθεί η διάρκεια της κοινής ομάδας έρευνας
3.  
    Οι εκπρόσωποι των ελληνικών αρχών που συμμετέχουν στην κοινή ομάδα έρευνας ορίζονται από τον αρμόδιο, κατ’ άρθρο 15 παράγραφος 2 του παρόντος, Εισαγγελέα, ο οποίος ενημερώνει για τη σύσταση της ομάδας και το εθνικό μέλος στην ΕURΟJUSΤ
Άρθρο 17
1.  
    Μέλος της κοινής ομάδας έρευνας μπορεί, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο και μέσα στα όρια της αρμοδιότητάς του, να παρέχει στην ομάδα αποδείξεις ή πληροφορίες που είναι ήδη διαθέσιμες στο κράτος - μέλος από το οποίο έχει αποσπασθεί, για τους σκοπούς της έρευνας, την οποία διενεργεί η κοινή ομάδα
2.  
    Αποδείξεις ή πληροφορίες που έχουν αποκτηθεί νόμιμα από το μέλος ή το αποσπασμένο μέλος κατά τη θητεία του ως μέλος της κοινής ομάδας έρευνας και οι οποίες, κάτω από άλλες συνθήκες, δεν θα ήταν διαθέσιμες στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνον για τους ακόλουθους λόγους:
  1. για να εξυπηρετηθεί ο σκοπός, για τον οποίο έχει συσταθεί η ομάδα,
  2. για την ανίχνευση, τη διερεύνηση και την άσκηση ποινικής δίωξης και άλλων αξιόποινων πράξεων, κατόπιν συναίνεσης του κράτους - μέλους όπου κατέστησαν διαθέσιμες οι πληροφορίες, εφόσον ένα ανάλογο αίτημα δικαστικής συνδρομής θα ευδοκιμούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
  3. Η συναίνεση αυτή είναι δυνατόν να μην δοθεί αν θέτει σε κίνδυνο την έρευνα, η οποία διενεργείται στο ενδιαφερόμενο κράτος - μέλος,.
  4. για να αποτραπεί άμεση και σοβαρή απειλή κατά της δημόσιας ασφάλειας, με την επιφύλαξη της περίπτωσης β΄ της παρούσας παραγράφου, εφόσον επακολουθήσει διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή άσκηση ποινικής δίωξης,
  5. για άλλους λόγους, εφόσον συμφωνούν μεταξύ τους τα κράτη - μέλη, τα οποία συγκροτούν την ομάδα
Άρθρο 18
1.  
    Η κοινή ομάδα έρευνας λειτουργεί εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας με επικεφαλής τον εκπρόσωπο των αρμόδιων ελληνικών αρχών, τον οποίο όρισε ο κατά το άρθρο 15 παράγραφος 2 του παρόντος Εισαγγελέας. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της ομάδας εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο.
2.  
    Ο επικεφαλής ενεργεί εντός των ορίων της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία και υπό την εποπτεία του αρμόδιου Εισαγγελέα, ο οποίος προβαίνει και στις απαιτούμενες οργανωτικές ρυθμίσεις για τη λειτουργία της ομάδας
3.  
    Τα μέλη της ομάδας εκτελούν τα καθήκοντά τους υπό τη διεύθυνση του επικεφαλής, με την επιφύλαξη τήρησης των όρων που έχουν τεθεί στη συμφωνία για τη σύσταση της ομάδας. Τα αποσπασμένα μέλη της κοινής ομάδας έρευνας:.
  1. Δικαιούνται να παρίστανται αυτοπροσώπως, όταν διενεργείται έρευνα.
  2. Ο επικεφαλής της ομάδας μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν συγκεκριμένοι λόγοι.
  3. Έχουν τη δυνατότητα, με απόφαση του επικεφαλής, να αναλάβουν τη διενέργεια ορισμένης έρευνας, μετά από έγκριση του αρμόδιου Εισαγγελέα και των αρμόδιων αρχών του κράτους - μέλους από το οποίο προέρχονται
  4. Μπορούν να ζητήσουν απευθείας από τις αρμό­διες αρχές των κρατών - μελών από τα οποία προέρχονται να διενεργηθεί ορισμένη έρευνα, εφόσον αυτή κρίνεται απαραίτητη για τους σκοπούς της κοινής ομάδας έρευνας.
  5. Το αίτημα αυτό εξετάζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του οικείου κράτους - μέλους.
Άρθρο 19
1.  
    Κατά τη λειτουργία της κοινής ομάδας έρευνας στο έδαφος άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζεται το δίκαιο του οικείου κράτους - μέλους
2.  
    Έλληνας, ο οποίος ενεργεί ως αποσπασμένο μέλος σε κοινή ομάδα έρευνας που λειτουργεί στο έδαφος άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να ζητεί, κατόπιν εγκρίσεως του αρμόδιου κατά το άρθρο 15 παράγραφος 2 Εισαγγελέα, απευθείας από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές και σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία να διενεργήσουν ορισμένη έρευνα, εφόσον αυτή κρίνεται απαραίτητη για τους σκοπούς της κοινής ομάδας έρευνας
Άρθρο 20 "Συνδρομή υπαλλήλων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης"
1.  
    Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Μονάδας Δικαστικής Συνεργασίας (ΕURΟJUSΤ) και της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ) μπορούν να συμμετέχουν στη λειτουργία κοινής ομάδας έρευνας, εφόσον αυτό προβλέπεται στην έγγραφη συμφωνία για τη σύσταση της κοινής ομάδας έρευνας ή σε διεθνή σύμβαση που δεσμεύει τη χώρα μας. Τα πρόσωπα αυτά έχουν μόνο το δικαίωμα να παρίστανται αυτοπροσώπως, όταν διενεργείται έρευνα.
Άρθρο 21 "Συνδρομή άλλου κράτους - μέλους ή τρίτου κράτους"
1.  
    Εάν για την επίτευξη του σκοπού της κοινής ομάδας έρευνας είναι αναγκαία η συνδρομή άλλου κράτους - μέλους, εκτός από εκείνα που συγκροτούν την ομάδα, ή τρίτου κράτους, η αίτηση συνδρομής υποβάλλεται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, κατά τα οριζόμενα της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του παρόντος, στις αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους - μέλους ή του τρίτου κράτους, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες ή ρυθμίσεις
Άρθρο 22 "Εξομοίωση εγγράφων"
1.  
    Έγγραφα συντεταγμένα από μέλος της κοινής ομάδας έρευνας, προερχόμενο από κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία μετέχει ως αποσπασμένο μέλος και Έλληνας υπάλληλος, κατά τη λειτουργία της σε άλλο κράτος - μέλος, αναγνωρίζονται ως αποδεικτικό μέσο και εξομοιώνονται με έγγραφα συντεταγμένα από ημεδαπό υπάλληλο
Άρθρο 23 "Ποινική ευθύνη"
1.  
    Ως υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13 περίπτωση α΄ ΠΚ θεωρούνται και οι υπάλληλοι των αρμό­διων αρχών των κρατών - μελών, οι οποίοι συμμετέχουν σε κοινή ομάδα έρευνας που λειτουργεί στην ελληνική επικράτεια, στην περίπτωση τέλεσης αξιόποινων πράξεων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους είτε έχουν την ιδιότητα του αυτουργού ή συμμετόχου του εγκλήματος είτε του παθόντος
Άρθρο 24
1.  
    Το Δημόσιο ευθύνεται για ζημίες, τις οποίες προξενούν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους Έλληνες, συμμετέχοντες σε κοινή ομάδα έρευνας, που λειτουργεί στο έδαφος άλλου κράτους - μέλους, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους - μέλους, στο έδαφος του οποίου ενεργούν
2.  
    Αν στην ελληνική επικράτεια προκληθεί ζημία από υπαλλήλους άλλου κράτους - μέλους που συμμετέχουν στην κοινή ομάδα, το Δημόσιο υποχρεούται να την αποκαταστήσει, υπό τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τις ζημίες που προξενούν τα ημεδαπά μέλη της ομάδας
3.  
    Αν οι Έλληνες, στο πλαίσιο της κοινής ομάδας έρευνας, προξενήσουν ζημία στο έδαφος άλλου κράτους - μέλους σε βάρος τρίτου, το Δημόσιο καταβάλλει εξ ολοκλήρου το ποσό, το οποίο κατέβαλε το τελευταίο κράτος στους παθόντες ή άλλους εκ της αυτής αιτίας δικαιούχους
4.  
    Με την επιφύλαξη της άσκησης των δικαιωμάτων του έναντι τρίτων και με την εξαίρεση της παραγράφου 3 το Δημόσιο δεν αναζητεί από άλλο κράτος -μέλος τα ποσά που κατέβαλε σύμφωνα με την παράγραφο 1
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 25
1.  
    Μετά το άρθρο 214 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 214 Α ως εξής: Άρθρο 214 ΑΥποτροπή Για την εφαρμογή των άρθρων 88 έως 93 του παρόντος Κώδικα στα εγκλήματα που προβλέπονται στα άρθρα 207 έως 211 κα 214, λαμβάνονται υπόψη και οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις, που εκδίδουν δικαστήρια των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 26
1.  
    Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΝΟΜΟΣ 1988/1756 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1988/1756 1988
Επέκταση διατάξεων του Ν. 1264/1982 «Για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων» και στο αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις. 1994/2265 1994
Υπηρεσίες Συνοριακής Φύλαξης - Δήλωση περιουσιακής κατάστασης αστυνομικών και άλλες διατάξεις. 1998/2622 1998
ΝΟΜΟΣ 1999/2685 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1999/2685 1999
ΝΟΜΟΣ 2005/3424 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2005/3424 2005