ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Νόμος

ΚΩΔΙΚΟΣ

2008/3727

ΕΦΑΡΜΟΖΕΙ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

2008-12-18

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2008-12-18

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

2008-12-17

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Κύρωση και εφαρμογή της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των παιδιών κατά της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης, μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και την αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 1
1.  
Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των παιδιών κατά της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης, που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Υπουργών στις 12 Ιουλίου 2007, στη 1002 η συνεδρίαση των Αναπληρωτών Υπουργών, και άνοιξε για υπογραφή στο Lanzarοte (Ισπανία) στις 25 Οκτωβρίου 2007, το κείμενο της οποίας στο πρωτότυπο στην αγγλική και γαλλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ως εξής: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ Επιτροπή ΥπουργώνΣύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τηνπροστασία των παιδιών κατά της γενετήσιαςεκμετάλλευσης και κακοποίησης. ΠροοίμιοΤα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και οι άλλοι υπογράφοντες την παρούσα Σύμβαση, Θεωρώντας ότι στόχος του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι να επιτύχει μεγαλύτερη ενότητα μεταξύ των μελών του. Θεωρώντας ότι κάθε παιδί έχει δικαίωμα στα μέτρα προστασίας που απαιτούνται από την ιδιότητα του ως ανήλικου, από πλευράς της οικογένειάς του, της κοινωνίας και του κράτους. Διαπιστώνοντας ότι η γενετήσια εκμετάλλευση των παιδιών και ιδιαίτερα η παιδική πορνογραφία και πορνεία, και όλες οι μορφές γενετήσιας κακοποίησης των παιδιών, συμπεριλαμβανόμενων και των πράξεων που διαπράττονται στο εξωτερικό, θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία και τη ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών. Διαπιστώνοντας ότι η γενετήσια εκμετάλλευση και κακοποίηση των παιδιών έχουν αυξηθεί σε ανησυχητικές διαστάσεις, σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, ιδιαίτερα εξαιτίας της αυξανόμενης χρήσης, από τα παιδιά και από τους δράστες της τεχνολογίας της πληροφόρησης και επικοινωνίας, και ότι η παρεμπόδιση και η καταπολέμηση της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης των παιδιών απαιτεί διεθνή συνεργασία. Θεωρώντας ότι η ευημερία και το καλύτερο δυνατό συμφέρον των παιδιών είναι θεμελιώδεις αξίες, κοινές σε όλα τα κράτη μέλη και πρέπει να προωθηθούν χωρίς οποιαδήποτε διάκριση. Υπενθυμίζοντας το Πρόγραμμα Δράσης που υιοθετήθηκε στην τρίτη Σύνοδο Κορυφής των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης (Βαρσοβία, 16 έως 17 Μαΐου 2005), το οποίο απαιτεί την εκπόνηση μέτρων προκειμένου να σταματήσει η γενετήσια εκμετάλλευση των παιδιών. Υπενθυμίζοντας ιδίως τις Συστάσεις της Επιτροπής των Υπουργών Νο.R(91)11 για τη γενετήσια εκμετάλλευση, την πορνογραφία, την πορνεία καθώς και την εμπορία παιδιών και των νέων και τη Rec(2001)16 για τη γενετήσια εκμετάλλευση, και τη Σύμβαση για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο (ΕΤS Νο 185), και ιδιαιτέρως το άρθρο 9 αυτής καθώς επίσης και τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη δράση κατά της εμπορίας ανθρώπων. Λαμβάνοντας υπόψη τη Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (1950, ΕΤS αριθ. 5), τον αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (1996, ΕΤS αριθ. 163), και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Άσκηση των Δικαιωμάτων των Παιδιών (1996, ΕΤS αριθ. 160). Λαμβάνοντας επίσης υπόψη τη Σύμβαση Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, ειδικά το άρθρο 34, το Προαιρετικό Πρωτόκολλο για την εμπορία παι­διών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία, το Πρόσθετο Πρωτόκολλο για την πρόληψη, καταστολή και τιμωρία της εμπορίας προσώπων, ιδιαίτερα των γυναικών και των παιδιών, στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος, καθώς επίσης και τη Σύμβαση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας, για την απαγόρευση των χειρότερων μορφών παιδικής εργασίας και την άμεση δράση για την εξάλειψή τους. Λαμβάνοντας υπόψη την Απόφαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση της γενετήσιας εκμετάλλευσης των παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας (2004/68/JΗΑ), την Απόφαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το καθεστώς των θυμάτων στις ποινικές διαδικασίες (2001/220/JΗΑ), και την Απόφαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων (2002/629/JΗΑ). Λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα λοιπά συναφή διεθνή νομικά κείμενα και τα προγράμματα στον τομέα αυτό, και ειδικότερα τη Διακήρυξη και το Πρόγραμμα Δράσης της Στοκχόλμης, το οποίο υιοθετήθηκε στο 1ο Παγκόσμιο Συνέδριο κατά της Εμπορικής Γενετήσιας Εκμετάλλευσης των Παιδιών (27 έως 31 Αυγούστου 1996), την Παγκόσμια Δέσμευση της Υοkοhama, η οποία υιοθετήθηκε στο 2ο Παγκόσμιο Συνέδριο κατά της Εμπορικής γενετήσιας Εκμετάλλευσης των Παιδιών (17 έως 20 Δεκεμβρίου 2001), τη Δέσμευση και το Σχέδιο Δράσης της Βουδαπέστης, η οποία υιοθετήθηκε στην προπαρασκευαστική Διάσκεψη για το 2ο Παγκόσμιο Συνέδριο κατά της Εμπορικής Γενετήσιας Εκμετάλλευσης των Παιδιών (20 έως 21 Νοεμβρίου 2001), το Ψήφισμα S-27/2 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών «Ένας κόσμος κατάλληλος για τα παιδιά» και το τριετές πρόγραμμα «Χτίζοντας μια Ευρώπη για και με τα παιδιά», το οποίο υιοθετήθηκε μετά την Τρίτη Σύνοδο Κορυφής και ξεκίνησε με τη Διάσκεψη του Μονακό (4 έως τις 5 Απριλίου 2006). Έχοντας αποφασίσει να συμβάλλουν αποτελεσματικά στον κοινό στόχο της προστασίας των παιδιών από τη γενετήσια εκμετάλλευση και κακοποίηση, όποιος και να είναι ο δράστης, και στην παροχή βοήθειας στα θύματα. Λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να προετοιμαστεί ένα πλήρες διεθνές νομικό κείμενο, το οποίο να επικεντρώνεται στη πρόληψη, προστασία και ποινική αντιμετώπιση για την καταπολέμηση όλων των μορφών γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης των παιδιών και στην καθιέρωση ειδικού μηχανισμού ελέγχου, Συμφώνησαν στα εξής: Κεφάλαιο Ι Σκοποί, αρχή της μη-διάκρισης και ορισμοί Άρθρο 1Σκοποί1.Οι σκοποί της παρούσας Σύμβασης είναι: 1)η πρόληψη και η καταπολέμηση της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης των παιδιών, 2)η προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών - θυμάτων γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης, 3)η προώθηση της εθνικής και διεθνούς συνεργασίας κατά της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης των παιδιών. 2.Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων της από τα Μέρη, η παρούσα Σύμβαση δημιουργεί ένα ειδικό μηχανισμό παρακολούθησης. Άρθρο 2 Αρχή της μη διάκρισηςΗ εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας Σύμβασης από τα Μέρη, και ιδιαίτερα η δυνατότητα να απολαμβάνουν τα θύματα μέτρα προστασίας των δικαιωμάτων τους, πρέπει να διασφαλίζεται χωρίς διάκριση για οποιοδήποτε λόγο, όπως το φύλο, η φυλή, το χρώμα, η γλώσσα, η θρησκεία, η πολιτική ή άλλη πεποίθηση, η εθνική ή κοινωνική προέλευση, η σχέση με μια εθνική μειονότητα, η περιουσία, η γέννηση, ο γενετήσιος προσανατολισμός, η κατάσταση της υγείας, η αναπηρία ή άλλη κατάσταση. Άρθρο 3 ΟρισμοίΓια τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης: α. ο όρος «παιδί» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο κάτω των 18 ετών, β. ο όρος «γενετήσια εκμετάλλευση και κακοποίηση των παιδιών» συμπεριλαμβάνει τη συμπεριφορά, όπως αυτή αναφέρεται στα άρθρα 18 έως 23 της παρούσας Σύμβασης, γ. ο όρος «θύμα» σημαίνει κάθε παιδί που υφίσταται γενετήσια εκμετάλλευση ή κακοποίηση. Κεφάλαιο ΙΙ Προληπτικά μέτρα Άρθρο 4 ΑρχέςΚάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να προλάβει όλες τις μορφές γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης των παι­διών και να προστατεύει τα παιδιά. Άρθρο 5 Πρόσληψη, εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση των προσώπων που κατά την εργασία τους έρχονται σε τακτικές επαφές με τα παιδιά1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να ενθαρρύνει την ευαισθητοποίηση για την προστασία και τα δικαιώματα των παιδιών, μεταξύ των προσώπων που έχουν τακτικές επαφές με τα παιδιά στους τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας, της κοινωνικής προστασίας, της δικαιοσύνης και των δυνάμεων τάξης καθώς και σε τομείς που σχετίζονται με δραστηριότητες αθλητικές, πολιτιστικές και αναψυχής. 2.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 έχουν επαρκή γνώση σχετικά με την γενετήσια εκμετάλλευση και κακοποίηση των παιδιών, τα μέσα διάγνωσης τους και την δυνατότητα που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1. 3.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι όροι πρόσβασης σε επαγγέλματα, η άσκηση των οποίων συνεπάγεται τακτικές επαφές με παιδιά, διασφαλίζουν ότι οι υποψή­φιοι για τα επαγγέλματα αυτά δεν έχουν καταδικαστεί για πράξεις γενετήσιας εκμετάλλευσης ή κακοποίησης παιδιών. Άρθρο 6Εκπαίδευση παιδιώνΚάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα παιδιά, κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενημερώνονται για τους κινδύνους γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης, καθώς επίσης και για τα μέσα προστασίας τους, που πρέπει να είναι προσαρμοσμένα ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξής τους. Η πληροφόρηση αυτή, που παρέχεται σε συνεργασία με τους γονείς, όπου αυτό είναι πρόσφορο, δίδεται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο ενημέρωσης για τη σεξουαλικότητα και με ιδιαίτερη προσοχή στις καταστάσεις κινδύνου, ιδίως εκείνες που απορρέουν από τη χρήση των νέων τεχνολογιών πληροφόρησης και επικοινωνίας. Άρθρο 7Προγράμματα ή μέτρα προληπτικής παρέμβασηςΚάθε Μέρος διασφαλίζει ότι, τα πρόσωπα που φοβούνται ότι μπορεί να διαπράξουν οποιοδήποτε από τα αδικήματα που προβλέπονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, είναι δυνατόν να έχουν πρόσβαση, όπου αυτό είναι πρόσφορο, σε αποτελεσματικά προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης, σχεδιασμένα για την αξιολόγηση και την αποτροπή του κίνδυνου διάπραξης αδικημάτων. Άρθρο 8Μέτρα για το ευρύ κοινό1.Κάθε Μέρος προωθεί ή διεξάγει εκστρατείες ευαισθητοποίησης, οι οποίες απευθύνονται στο ευρύ κοινό, ενημερώνοντας για το φαινόμενο της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης των παιδιών και για τα προληπτικά μέτρα που μπορούν να ληφθούν. 2.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, για την αποτροπή και την απαγόρευση διάδοσης υλικού που διαφημίζει αδικήματα που θεσμοθετούνται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. Άρθρο 9Συμμετοχή των παιδιών, του ιδιωτικού τομέα, των μέσων μαζικής επικοινωνίας και της κοινωνίας των πολιτών1.Κάθε Μέρος ενθαρρύνει τη συμμετοχή των παιδιών, ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης τους, στην εκπόνηση και εφαρμογή κρατικών πολιτικών, προγραμμάτων ή άλλων πρωτοβουλιών, σχετικών με την καταπολέμηση της γενετήσιας εκμετάλλευσης και της κακοποίησης των παιδιών. 2.Κάθε Μέρος ενθαρρύνει τον ιδιωτικό τομέα, και ιδιαίτερα τον τομέα της τεχνολογίας πληροφόρησης και επικοινωνίας, την τουριστική και ταξιδιωτική βιομηχανία και τους τομείς τραπεζικών εργασιών και χρηματοδότησης, καθώς επίσης και την κοινωνία των πολιτών, να συμμετέχουν στην εκπόνηση και εφαρμογή πολιτικών για την αποτροπή της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης των παιδιών και για την εφαρμογή εσωτερικών κανόνων, μέσω της αυτορρύθμισης ή κανόνων που δημιουργεί ο ιδιωτικός τομέας με το κράτος (συρρύθμιση). 3.Κάθε Μέρος, λαμβάνοντας υπόψη την ανεξαρτησία των μέσων μαζικής επικοινωνίας και την ελευθερία του Τύπου, ενθαρρύνει τα μέσα μαζικής επικοινωνίας να ενημερώνουν κατάλληλα για όλες τις μορφές γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης των παιδιών. 4.Κάθε Μέρος ενθαρρύνει τη χρηματοδότηση, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η δημιουργία κεφαλαίων, όπου αυτό είναι πρόσφορο, έργων και προγραμμάτων που υλοποιούνται από την κοινωνία των πολιτών, με σκοπό την πρόληψη και την προστασία των παιδιών από τη γενετήσια εκμετάλλευση και κακοποίηση. Κεφάλαιο ΙΙΙ Εξειδικευμένες αρχές και φορείς συντονισμού. Άρθρο 10 Εθνικά μέτρα συντονισμού και συνεργασίας1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει το συντονισμό, σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο, μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών που είναι αρμόδιες για την προστασία, την πρόληψη και καταπολέμηση της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης των παιδιών, και ιδίως του τομέα της εκπαίδευσης, και της υγείας, των κοινωνικών υπηρεσιών και των αστυνομικών και δικαστικών αρχών. 2.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να συστήσει ή να ορίσει: 1)ανεξάρτητους αρμόδιους, εθνικούς ή τοπικούς, φορείς για την προώθηση και την προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών, διασφαλίζοντας ότι τους παρέχονται συγκεκριμένοι πόροι και αρμοδιότητες, 2)μηχανισμούς για τη συγκέντρωση δεδομένων ή κέντρα συλλογής πληροφοριών, σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο και σε συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών, με σκοπό την παρακολούθηση και την αξιολόγηση του φαινομένου της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης των παιδιών, με τον οφειλόμενο σεβασμό στις απαιτήσεις προστασίας των προσωπικών δεδομένων. 3.Κάθε Μέρος ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων κρατικών αρχών, της κοινωνίας των πολιτών και του ιδιωτικού τομέα, προκειμένου να αποτραπούν και να καταπολεμηθούν καλύτερα η γενετήσια εκμετάλλευση και κακοποίηση των παιδιών. Κεφάλαιο ΙV Προστατευτικά μέτρα και αρωγή στα θύματα Άρθρο 11 Αρχές1.Κάθε Μέρος θεσμοθετεί αποτελεσματικά κοινωνικά προγράμματα και δημιουργεί δομές που συνδυάζουν περισσότερες επιστημονικές ειδικότητες, για να παράσχει την απαραίτητη υποστήριξη στα θύματα, τους στενούς συγγενείς τους και οποιονδήποτε είναι υπεύθυνος για τη φροντίδα τους. 2.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι, όταν η ηλικία του θύματος δεν μπορεί να εξακριβωθεί, και υπάρχουν λόγοι να θεωρείται ότι το θύμα είναι παιδί, του παρέχονται τα μέτρα προστασίας και συνδρομής που προβλέπονται για τα παιδιά, μέχρις ότου επαληθευτεί η ηλικία του. Άρθρο 12Αναφορά υποψιών γενετήσιας εκμετάλλευσης ή κακοποίησης.1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι κανόνες εμπιστευτικότητας που επιβάλλονται από το εσωτερικό δίκαιο σε ορισμένους επαγγελματίες, οι οποίοι έρχονται κατά την εργασία τους σε επαφή με παιδιά, δεν αποτελούν εμπόδιο στη δυνατότητα, για τους επαγγελματίες αυτούς, να αναφέρουν, στις υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την προστασία των παιδιών, οποιαδήποτε κατάσταση για την οποία έχουν εύλογη αιτία να πιστεύουν ότι ένα παιδί είναι θύμα γενετήσιας εκμετάλλευσης ή κακοποίησης. 2.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να ενθαρρύνει οποιονδήποτε γνωρίζει ή υποψιάζεται, καλόπιστα, περιστατικά γενετήσιας εκμετάλλευσης ή κακοποίησης παιδιών, να αναφέρει αυτά στις αρμόδιες υπηρεσίες. Άρθρο 13 Υπηρεσίες βοήθειαςΚάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να ενθαρρύνει και να υποστηρίξει τη δημιουργία υπηρεσιών πληροφοριών, όπως οι τηλεφωνικές ή διαδικτυακές γραμμές βοήθειας, να παρέχει συμβουλές στους καλούντες, ακόμα και εμπιστευτικά ή με τον απαιτούμενο σεβασμό στην ανωνυμία τους. Άρθρο 14 Συνδρομή προς τα θύματα1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να συνδράμει βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τα θύματα, στη σωματική και ψυχοκοινωνική αποκατάσταση τους. Κατά την λήψη των μέτρων της παρούσας παραγράφου λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι απόψεις, οι ανάγκες και οι ανησυχίες του παιδιού. 2.Κάθε Μέρος λαμβάνει μέτρα, υπό τους όρους που προβλέπονται από το εσωτερικό του δίκαιο, προκειμένου να συνεργάζεται με μη-κυβερνητικές οργανώσεις, άλλες σχετικές οργανώσεις ή άλλους φορείς της κοινωνίας των πολιτών που ασχολούνται με την παροχή συνδρομής προς τα θύματα. 3.Όταν οι γονείς ή τα πρόσωπα που έχουν τη μέριμνα του παιδιού συμμετέχουν στη γενετήσια εκμετάλλευση ή κακοποίησή του, οι διαδικασίες παρέμβασης που υλοποιούνται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 1, περιλαμβάνουν: - τη δυνατότητα απομάκρυνσης του υποτιθέμενου δράστη, - τη δυνατότητα απομάκρυνσης του θύματος από το οικογενειακό περιβάλλον του. Οι όροι και η διάρκεια της απομάκρυνσης καθορίζονται σύμφωνα με το καλύτερο συμφέρον του παιδιού. 4.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα πρόσωπα που είναι κοντά στο θύμα μπορούν να επωφεληθούν, όπου αυτό είναι πρόσφορο, από θεραπευτική αγωγή, και ιδίως από επείγουσα ψυχολογική υποστήριξη. Κεφάλαιο V Προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης Άρθρο 15 Γενικές αρχές1.Κάθε Μέρος διασφαλίζει ή προωθεί, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, αποτελεσματικά προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης για τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 16, παράγραφοι 1 και 2, με σκοπό την πρόληψη και την ελαχιστοποίηση των κινδύνων επανάληψης αδικημάτων γενετήσιας φύσης κατά των παιδιών. Αυτά τα προγράμματα ή μέτρα είναι προσιτά οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια των νομικών διαδικασιών, εντός και εκτός των καταστημάτων κράτησης, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο εσωτερικό δίκαιο. 2.Κάθε Μέρος διασφαλίζει ή προωθεί, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, την ανάπτυξη συμπράξεων ή άλλων μορφών συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών, και ιδιαίτερα των υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης και των κοινωνικών υπηρεσιών, και των δικαστικών αρχών και των λοιπών φορέων που είναι αρμόδιοι για την παρακολούθηση των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 16, παράγραφοι 1 και 2. 3.Κάθε Μέρος προβλέπει, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, διαδικασία αξιολόγησης της επικινδυνότητας και των πιθανών κινδύνων επανάληψης των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 16, παράγραφοι 1 και 2, με στόχο τον προσδιορισμό των κατάλληλων προγραμμάτων ή μέτρων. 4.Κάθε Μέρος προβλέπει, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, διαδικασία αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των προγραμμάτων και των μέτρων που εφαρμόζονται. Άρθρο 16 Αποδέκτες των προγραμμάτων και των μέτρων παρέμβασης1.Κάθε Μέρος διασφαλίζει, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, ότι τα πρόσωπα που υπόκεινται σε ποινικές διώξεις για οποιοδήποτε από τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, μπορούν να έχουν πρόσβαση στα προγράμματα ή τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, υπό όρους που δεν είναι ούτε επιζήμιοι ούτε αντίθετοι προς τα δικαιώματα της υπεράσπισης και τις απαιτήσεις για δίκαιη και αμερόληπτη δίκη και προς τον απαιτούμενο σεβασμό των κανόνων που διέπουν την αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας. 2.Κάθε Μέρος διασφαλίζει, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, ότι τα πρόσωπα που καταδικάζονται για όποιο από τα αδικήματα θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, μπορούν να έχουν πρόσβαση στα προγράμματα ή μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 15, παράγραφος 1. 3.Κάθε Μέρος διασφαλίζει, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, ότι προγράμματα και μέτρα παρέμβασης υιοθετούνται ή προσαρμόζονται, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες των παιδιών που έχουν υποπέσει σε γενετήσια αδικήματα ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης τους, συμπεριλαμβανόμενων και εκείνων που δεν έχουν συμπληρώσει την ηλικία ποινικής ευθύνης, με στόχο την αντιμετώπιση προβλημάτων της γενετήσιας συμπεριφοράς τους. Άρθρο 17 Πληροφορίες και συγκατάθεση1.Κάθε Μέρος διασφαλίζει, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 16, στα οποία προτείνονται προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης, ενημερώνονται πλήρως για τους λόγους της πρότασης και συγκατατίθενται στο πρόγραμμα ή το μέτρο, έχοντας πλήρη επίγνωση των περιστάσεων. 2.Κάθε Μέρος διασφαλίζει, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, ότι τα πρόσωπα στα οποία προτείνονται προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης, μπορούν να τα αρνηθούν και, στην περίπτωση των καταδίκων, ότι ενημερώνονται για τις τυχόν συνέπειες που μπορεί να έχει η άρνησή τους. Κεφάλαιο VΙ Ουσιαστικό ποινικό δίκαιο Άρθρο 18 Γενετήσια κακοποίηση1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να θεσπίσει ως ποινικά αδικήματα τις ακόλουθες πράξεις, όταν τελούνται με πρόθεση: 1)τη διενέργεια γενετήσιων πράξεων με παιδί το οποίο, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, δεν έχει φθάσει στη νόμιμη ηλικία για γενετήσιες πράξεις 2)τη διενέργεια γενετήσιων πράξεων με παιδί, όταν: - γίνεται χρήση καταναγκασμού, βίας ή απειλών, ή - γίνεται κατάχρηση αναγνωρισμένης θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω στο παιδί, ακόμη και εντός της οικογένειας, ή - γίνεται κατάχρηση μιας ιδιαίτερα ευάλωτης κατάστασης του παιδιού, κυρίως λόγω διανοητικής ή σωματικής αναπηρίας ή κατάστασης εξάρτησης. 2.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, κάθε Μέρος αποφασίζει την ηλικία κάτω από την οποία απαγορεύεται η διενέργεια γενετήσιων πράξεων με παιδί. 3.Οι διατάξεις της παραγράφου 1α, δεν εφαρμόζονται σε γενετήσιες πράξεις μεταξύ ανηλίκων που συναινούν. Άρθρο 19 Αδικήματα που αφορούν την παιδική πορνεία1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζει ότι θεσπίζονται ως ποινικά αδικήματα οι ακόλουθες πράξεις, όταν τελούνται με πρόθεση: 1)η στρατολόγηση ενός παιδιού σε πορνεία ή η εξώθηση ενός παιδιού σε πορνεία, 2)ο εξαναγκασμός ενός παιδιού σε πορνεία ή η αποκόμιση κέρδους από αυτή ή την με άλλο τρόπο εκμετάλλευση ενός παιδιού για τους λόγους αυτούς, 3)η συμμετοχή σε παιδική πορνεία. 2.Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος «παιδική πορνεία» θεωρείται η χρησιμοποίηση ενός παιδιού για γενετήσιες πράξεις, η προσφορά ή υπόσχεση πληρωμής χρημάτων ή οποιασδήποτε άλλης μορφής αμοιβής ή ανταλλάγματος, ανεξάρτητα από το εάν αυτή η πληρωμή, υπόσχεση ή αντάλλαγμα δίνονται στο παιδί ή σε τρίτο πρόσωπο. Άρθρο 20 Αδικήματα που αφορούν την παιδική πορνογραφία1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι θεσπίζονται ως ποινικά αδικήματα οι ακόλουθες πράξεις, όταν διαπράττονται με πρόθεση και χωρίς νόμιμο δικαίωμα που προβλέπεται από τον νόμο: 1)η παραγωγή παιδικού πορνογραφικού υλικού, 2)η προσφορά ή η διάθεση παιδικού πορνογραφικού υλικού, 3)η διανομή ή μετάδοση παιδικού πορνογραφικού υλικού, 4)η προμήθεια παιδικού πορνογραφικού υλικού για ίδια χρήση ή για χρήση τρίτου, 5)η κατοχή παιδικού πορνογραφικού υλικού 6)η εν γνώσει απόκτηση πρόσβασης σε παιδικό πορνογραφικό υλικό, μέσω της τεχνολογίας της πληροφόρησης και επικοινωνίας, 2.Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος «παιδική πορνογραφία» σημαίνει οποιοδήποτε υλικό απεικονίζει οπτικά ένα παιδί να συμμετέχει σε πραγματική ή προσομοιωμένη σαφή γενετήσια συμπεριφορά ή οποιαδήποτε απεικόνιση των γενετικών οργάνων ενός παιδιού, κυρίως για γενετήσιους λόγους. 3.Κάθε Μέρος μπορεί να διατηρήσει το δικαίωμα να μην εφαρμόσει, γενικά ή εν μέρει, την παράγραφο 1α και ε στην παραγωγή και την κατοχή πορνογραφικού υλικού: - που αποτελείται αποκλειστικά από προσομοιωμένες παραστάσεις ή ρεαλιστικές εικόνες ενός ανύπαρκτου παιδιού, - που εμπλέκει παιδιά που έχουν φθάσει την ηλικία που ορίζεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18, παράγραφος 2, όταν οι εικόνες αυτές παράγονται και κατέχονται από αυτά, με τη συγκατάθεση τους και αποκλειστικά για ιδιωτική χρήση τους. 4.Κάθε Μέρος μπορεί να διατηρήσει το δικαίωμα να μην εφαρμόσει, γενικά ή εν μέρει, την παράγραφο 1στ. Άρθρο 21 Αδικήματα που αφορούν τη συμμετοχή ενός παιδιού σε πορνογραφικές παραστάσεις1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα Νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζει ότι θεσπίζονται ως ποινικά αδικήματα οι ακόλουθες, εκ προθέσεως, συμπεριφορές: 1)η στρατολόγηση ενός παιδιού για συμμετοχή σε πορνογραφικές παραστάσεις ή εξώθηση ενός παιδιού να συμμετάσχει σε τέτοιες παραστάσεις, 2)ο εξαναγκασμός ενός παιδιού σε συμμετοχή σε πορνογραφικές παραστάσεις ή η αποκόμιση κέρδους από τη συμμετοχή αυτή ή η εκμετάλλευση ενός παιδιού με άλλο τρόπο για τον ίδιο λόγο, 3)η εν γνώσει παρακολούθηση πορνογραφικών παραστάσεων που περιλαμβάνουν τη συμμετοχή παιδιών. 2.Κάθε Μέρος μπορεί να διατηρήσει το δικαίωμα να περιορίσει την εφαρμογή της παραγράφου 1γ στις περιπτώσεις όπου τα παιδιά έχουν στρατολογηθεί ή έχουν εξαναγκαστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1α ή β. Άρθρο 22 Διαφθορά παιδιώνΚάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να θεσπίσει ως ποινικά αδικήματα την εκ προθέσεως εξώθηση, για γενετήσιους λόγους, ενός παιδιού που δεν έχει φθάσει την ηλικία που ορίζεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18, παράγραφος 2, να παρίσταται σε γενετήσια κακοποίηση ή σε γενετή­σιες πράξεις, ακόμη και χωρίς να πρέπει να συμμετέχει. Άρθρο 23 Άγρα παιδιών για γενετήσιους λόγουςΚάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να θεσπίσει ως ποινικά αδικήματα την εκ προθέσεως πρόταση, μέσω της τεχνολογίας πληροφόρησης και επικοινωνίας, σε ενήλικο να συναντήσει ένα παιδί που δεν έχει φθάσει την ηλικία που ορίζεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18, παράγραφος 2, με σκοπό τη διάπραξη εις βάρος του οποιωνδήποτε από τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 1α ή το άρθρο 20, παράγραφος 1α, όταν η πρόταση αυτή ακολουθείται από ουσιαστικές πράξεις που οδηγούν σε μια τέτοια συνάντηση. Άρθρο 24 Συμμετοχή και απόπειρα1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να θεσπίσει ως ποινικά αδικήματα, όταν τελούνται με πρόθεση, την παροχή βοήθειας ή την συμμετοχή στη διάπραξη οποιουδήποτε από τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. 2.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να θεσπίσει ως ποινικό αδίκημα, όταν διαπράττεται με πρόθεση, την απόπειρα διάπραξης των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. 3.Κάθε Μέρος μπορεί να επιφυλαχτεί του δικαιώματός του να μην εφαρμόσει, γενικά ή εν μέρει, την παράγραφο 2, σε αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 1β, δ, ε και στ, το άρθρο 21, παράγραφος 1γ, το άρθρο 22 και το άρθρο 23. Άρθρο 25 Δικαιοδοσία1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να θεσπίσει τη δικαιοδοσία επί οποιουδήποτε αδικήματος θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, όταν το αδίκημα αυτό δια­πράττεται: 1)στο έδαφός του, ή 2)σε σκάφος που φέρει τη σημαία του, ή 3)σε αεροσκάφος νηολογημένο σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του Μέρους, ή 4)από πολίτη του, ή 5)από πρόσωπο που έχει τη συνήθη κατοικία του στο έδαφός του. 2.Κάθε Μέρος προσπαθεί να λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να καθιερώσει δικαιοδοσία του επί οποιουδήποτε αδικήματος θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, όταν το αδίκημα αυτό διαπράττεται εναντίον ενός από τους υπηκόους του ή ενός πρόσωπου που έχει τη συνήθη κατοικία του στο έδαφός του. 3.Κάθε Μέρος μπορεί, κατά τη διάρκεια της υπογραφής ή κατά την κατάθεση της επίσημης πράξης κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, με δήλωση που απευθύνεται προς το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να δηλώσει ότι διατηρεί το δικαίωμα να μην εφαρμόζει ή να εφαρμόζει μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ή συνθήκες τους κανόνες δικαιοδοσίας που διατυπώνονται στην παράγραφο 1ε του παρόντος άρθρου. 4.Για την ποινική δίωξη των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19, 20, παράγραφος 1α, και 21, παράγραφος 1α και β, της παρούσας Σύμβασης, κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζει ότι η αρμοδιότητά του, όσον αφορά στην παράγραφο 1δ, δεν υπόκειται στον όρο ότι οι πράξεις θα είναι αξιόποινες στον τόπο όπου τελέστηκαν. 5.Κάθε Μέρος μπορεί, κατά τη διάρκεια της υπογραφής ή κατά την κατάθεση της επίσημης πράξης κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, με δήλωση που απευθύνεται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να δηλώσει ότι διατηρεί το δικαίωμα να περιορίσει την εφαρμογή της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, όσον αφορά τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 1β, δεύτερο και τρίτο στοιχείο, στις περιπτώσεις όπου ο πολίτης του έχει τη συνήθη κατοικία του στο έδαφός του. 6.Για την ποινική δίωξη των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19, 20, παράγραφος 1α, και 21 της παρούσας της Σύμβασης, κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζει ότι η αρμοδιότητά του, όσον αφορά στις παραγράφους 1δ και ε, δεν υπόκειται στον όρο ότι η ποινική δίωξη μπορεί να κινηθεί μόνο ύστερα από αναφορά του θύματος ή καταγγελία από το κράτος του τόπου, όπου διαπράχτηκε το αδίκημα. 7.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να καθιερώσει τη δικαιοδοσία του επί των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, στις περιπτώσεις όπου ένας υποτιθέμενος παραβάτης βρίσκεται στο έδαφός του και δεν τον εκδίδει σε ένα άλλο Μέρος, αποκλειστικά λόγω της υπηκοότητάς του. 8.Όταν περισσότερα από ένα Μέρη ισχυρίζονται ότι έχουν δικαιοδοσία επί ενός υποτιθέμενου αδικήματος που θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, τα ενδιαφερόμενα μέρη, όπου αυτό είναι πρόσφορο, διαβουλεύονται με σκοπό τον καθορισμό της πιο πρόσφορης δικαιοδοσίας για την ποινική δίωξη. 9.Με την επιφύλαξη των γενικών κανόνων του διεθνούς δικαίου, η παρούσα Σύμβαση δεν αποκλείει οποιαδήποτε ποινική δικαιοδοσία ασκηθεί από ένα Μέρος, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο. Άρθρο 26 Ευθύνη Νομικών Προσώπων.1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι ένα νομικό πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για ένα αδίκημα που θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, όταν αυτό διαπράττεται για λογαριασμό οποιουδήποτε φυσικού προσώπου, το οποίο ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος ενός οργάνου του νομικού προσώπου, που έχει κυρίαρχη θέση μέσα στο νομικό πρόσωπο, με βάση: 1)την εξουσία αντιπροσώπευσης του Νομικού Προσώπου, 2)την εξουσία λήψης αποφάσεων εξ ονόματος του Νομικού Προσώπου, 3)την εξουσία άσκησης ελέγχου εντός του Νομικού Προσώπου. 2.Εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται ήδη στην παράγραφο 1, κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι ένα νομικό πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο, όταν η έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου από ένα φυσικό πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχει καταστήσει πιθανή τη διάπραξη ενός αδικήματος που θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, για λογαριασμό του νομικού προσώπου, από ένα φυσικό πρόσωπο που ενεργεί υπό την εξουσία του. 3.Σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου κάθε Μέρους, η ευθύνη ενός νομικού προσώπου μπορεί να είναι ποινική, αστική ή διοικητική. 4.Η ευθύνη αυτή υφίσταται ανεξάρτητα από την ποινική ευθύνη των φυσικών προσώπων που έχουν διαπράξει το αδίκημα. Άρθρο 27 Κυρώσεις και μέτρα1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζει ότι τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση πρέπει να τιμωρούνται με αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές κυρώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητά τους. Οι κυρώσεις αυτές συμπεριλαμβάνουν τις ποινές που συνεπάγονται στέρηση της ελευθερίας, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αιτία για έκδοση. 2.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα νομικά πρόσωπα που θεωρούνται υπεύθυνα σύμφωνα με το άρθρο 26, υπόκεινται σε αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές κυρώσεις, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν χρηματικά, ποινικά ή μη-ποινικά πρόστιμα και μπορούν να συμπεριλαμβάνουν και άλλα μέτρα, και ιδιαίτερα: 1)αποκλεισμό από το δικαίωμα λήψης δημόσιων παροχών ή αρωγής, 2)προσωρινό ή μόνιμο αποκλεισμό από την άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων, 3)θέση υπό δικαστική εποπτεία, 4)εντολή δικαστικής εκκαθάρισης. 3.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου: 1)να επιτρέψει κατάσχεση και δήμευση: - των αγαθών, εγγράφων και άλλων μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη των αδικημάτων, που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση ή για τη διευκόλυνση της διάπραξής τους - των προϊόντων που προέρχονται από τα αδικήματα αυτά ή της αξίας τους, 2)να επιτρέψει την προσωρινή ή μόνιμη παύση λειτουργίας οποιασδήποτε εγκατάστασης χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση οποιωνδήποτε από τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, με επιφύλαξη ως προς τα δικαιώματα των καλόπιστων τρίτων, ή να αρνηθεί στο δράστη, προσωρινά ή μόνιμα, την άσκηση επαγγελματικής ή εθελοντικής δραστηριότητας που περιλαμβάνει επαφή με παιδιά, κατά την άσκηση της οποίας διαπράχτηκε το αδίκημα. Κάθε Μέρος μπορεί να υιοθετήσει άλλα μέτρα κατά των δραστών, όπως η έκπτωση από γονικά δικαιώματα ή η παρακολούθηση ή η θέση υπό εποπτεία των καταδίκων. 5.Κάθε Μέρος μπορεί να θεσπίσει ότι τα προϊόντα του εγκλήματος ή τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία κατάσχονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, μπορούν να διατεθούν σε ειδικό κεφάλαιο, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν προγράμματα πρόληψης και αρωγής για τα θύματα οποιωνδήποτε από τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. Άρθρο 28 Επιβαρυντικές περιστάσειςΚάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι ακόλουθες περιστάσεις, στο βαθμό που δεν αποτελούν ήδη μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, μπορούν, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του εσωτερικού δίκαιου, να ληφθούν υπόψη ως επιβαρυντικές περιστάσεις για τον προσδιορισμό των κυρώσεων, όσον αφορά τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση: α. εάν το αδίκημα έβλαψε σοβαρά τη σωματική ή διανοητική υγεία του θύματος, β. εάν του αδικήματος προηγήθηκαν ή αυτό συνοδεύεται από πράξεις βασανιστηρίων ή σοβαρής βίας, γ. εάν το αδίκημα διαπράχτηκε εναντίον ενός ιδιαίτερα ευάλωτου θύματος, δ. εάν το αδίκημα διαπράχτηκε από ένα μέλος της οικογένειας, ένα πρόσωπο που συγκατοικεί με το παιδί ή ένα πρόσωπο που έχει καταχραστεί την εξουσία του, ε. εάν το αδίκημα διαπράχτηκε από περισσότερα πρόσωπα που ενήργησαν από κοινού, στ. εάν το αδίκημα διαπράχτηκε στα πλαίσια μιας εγκληματικής οργάνωσης, ζ. εάν ο δράστης έχει ήδη καταδικαστεί για αδικήματα ίδιας φύσης. Άρθρο 29 Προηγούμενες καταδίκεςΚάθε Μέρος κατά τον καθορισμό των κυρώσεων λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, ώστε να προβλέπεται η δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη οι αμετάκλητες ποινές που επιβλήθηκαν από ένα άλλο Μέρος, για τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. Κεφάλαιο VΙΙ Ανάκριση, ποινική δίωξη και δικονομία Άρθρο 30 Αρχές1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι ανακρίσεις και οι ποινικές διαδικασίες διεξάγονται προς το καλύτερο δυνατό συμφέρον του παιδιού και με σεβασμό στα δικαιώματά του. 2.Κάθε Μέρος υιοθετεί προστατευτική προσέγγιση έναντι των θυμάτων, διασφαλίζοντας ότι οι ανακρίσεις και οι ποινικές διαδικασίες δεν επιδεινώνουν τα ψυχικά τραύματα που βιώθηκαν από το παιδί και ότι η διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης συνοδεύεται από αρωγή, όπου αυτό απαιτείται. 3.Κάθε Μέρος διασφαλίζει ότι οι ανακρίσεις και οι ποινικές διαδικασίες αντιμετωπίζονται με προτεραιότητα και ότι διεξάγονται χωρίς οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 4.Κάθε Μέρος διασφαλίζει ότι τα μέτρα που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του παρόντος κεφαλαίου δεν είναι επιζήμια για τα δικαιώματα της υπεράσπισης και τις απαιτήσεις για δίκαιη και αμερόληπτη δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των θεμελιωδών Ελευθεριών. 5.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του εσωτερικού δικαίου του: - προκειμένου να διασφαλίσει μια αποτελεσματική ανάκριση και ποινική δίωξη των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, επιτρέποντας, όπου αυτό απαιτείται, τη δυνατότητα μυστικών διαδικασιών, - προκειμένου να επιτρέπει στις μονάδες ή τις ανακριτικές υπηρεσίες να προσδιορίζουν την ταυτότητα των θυμάτων των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 20 και, ειδικότερα, αναλύοντας το υλικό παιδικής πορνογραφίας, όπως οι φωτογραφίες και οι οπτικοακουστικές καταγραφές που μεταδόθηκαν ή κατέστησαν διαθέσιμες μέσω της χρήσης της τεχνολογίας της πληροφόρησης και επικοινωνίας. Άρθρο 31 Γενικά μέτρα προστασίας1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, για την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των θυμάτων, συμπεριλαμβανόμενων και των ειδικών τους αναγκών ως μαρτύρων, σε όλα τα στάδια των ανακρίσεων και των ποινικών διαδικασιών, και ιδίως: 1)πληροφορώντας τα για τα δικαιώματά τους και τις υπηρεσίες που είναι στη διάθεσή τους και, εκτός αν δεν επιθυμούν να λάβουν τέτοιες πληροφορίες, τη πορεία που ακολούθησε η καταγγελία τους, τις κατηγορίες, τη γενική πρόοδο της ανάκρισης ή της ποινικής διαδικασίας, και το ρόλο τους, καθώς επίσης και την έκβαση των υποθέσεών τους, 2)διασφαλίζοντας, τουλάχιστον σε υποθέσεις όπου τα θύματα και οι οικογένειες τους μπορεί να κινδυνεύουν, ότι μπορούν να ενημερώνονται, εάν αυτό είναι απαραίτητο, ότι το πρόσωπο που διώχθηκε ή καταδικάστηκε πρόκειται να απολυθεί προσωρινά ή οριστικά, 3)διευκολύνοντάς τα, κατά τρόπο σύμφωνο με τους δικονομικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου, να τυγχάνουν ακρόασης, να παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία και να επιλέγουν τα μέσα παρουσίασης και εξέτασης των απόψεων, αναγκών και ανησυχιών τους, απευθείας ή μέσω ενός μεσολαβητή, 4)παρέχοντάς τους κατάλληλες υπηρεσίες υποστήριξης, έτσι ώστε τα δικαιώματα και τα συμφέροντα τους να παρουσιάζονται κατάλληλα και να λαμβάνονται υπόψη, 5)προστατεύοντας την ιδιωτική ζωή τους, την ταυτότητά τους και την εικόνα τους και λαμβάνοντας μέτρα, σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο, προκειμένου να αποτραπεί η δημόσια διάδοση οποιωνδήποτε πληροφοριών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην εξακρίβωση της ταυτότητάς τους, 6)προβλέποντας για την ασφάλειά τους, καθώς επίσης και αυτή των οικογενειών τους και των μαρτύρων τους από τον εκφοβισμό, αντίποινα και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση, 7)διασφαλίζοντας ότι η επαφή μεταξύ των θυμάτων και των δραστών μέσα στο δικαστήριο και στις εγκαταστάσεις των αστυνομικών υπηρεσιών αποφεύγεται, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές κρίνουν διαφορετικά, προς το καλύτερο δυνατό συμφέρον του παιδιού ή όταν οι ανακρίσεις ή οι διαδικασίες απαιτούν μια τέτοια επαφή. 2.Κάθε Μέρος διασφαλίζει ότι τα θύματα έχουν πρόσβαση, σε ενημέρωση για τις σχετικές δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες από την πρώτη τους επαφή με τις αρμόδιες αρχές. 3.Κάθε Μέρος διασφαλίζει ότι τα θύματα έχουν πρόσβαση, όπου αυτό επιτρέπεται, σε δωρεάν νομική βοή­θεια, στην περίπτωση που έχουν το νομικό καθεστώς των διαδίκων στην ποινική διαδικασία. 4.Κάθε Μέρος προβλέπει τη δυνατότητα των δικαστικών αρχών να διορίζουν ειδικό αντιπρόσωπο για το θύμα όταν, έχει το καθεστώς του διαδίκου στην ποινική διαδικασία κατά το εσωτερικό δίκαιο και εφόσον οι φορείς της γονικής μέριμνας αποκλείονται από την αντιπροσώπευση του παιδιού στις διαδικασίες αυτές, ως αποτέλεσμα σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ αυτών και του θύματος. 5.Κάθε Μέρος παρέχει, μέσω νομοθετικών ή άλλων μέτρων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από το εσωτερικό του δίκαιο, τη δυνατότητα σε ομάδες, ιδρύματα, ενώσεις ή κυβερνητικές ή μη-κυβερνητικές οργανώσεις, να βοηθούν ή/και να υποστηρίζουν τα θύματα, με τη συγκατάθεσή τους, κατά τη διάρκεια των ποινικών διαδικασιών, όσον αφορά τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. 6.Κάθε Μέρος διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που δίνονται στα θύματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, παρέχονται με τρόπο προσαρμοσμένο στην ηλικία και την ωριμότητάα τους και σε γλώσσα που μπορούν να κατανοήσουν. Άρθρο 32 Έναρξη διαδικασιώνΚάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι η ανάκριση ή η ποινική δίωξη των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση δεν εξαρτώνται από την αναφορά ή την έγκληση που υποβάλλεται από το θύμα, και ότι οι διαδικασίες μπορούν να συνεχιστούν ακόμα κι αν το θύμα έχει αποσύρει την καταγγελία του. Άρθρο 33 ΠαραγραφήΚάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζει ότι η παραγραφή για την έναρξη των διαδικασιών, όσον αφορά στα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19, παράγραφος 1α και β, και 21, παράγραφος 1α και β, συνεχίζεται για χρονική περίοδο ικανή να επιτρέψει την αποτελεσματική έναρξη των διαδικασιών, όταν το θύμα ενηλικιωθεί και τα οποία θα είναι ανάλογα προς τη βαρύτητα του εν λόγω εγκλήματος. Άρθρο 34 Ανακρίσεις1.Κάθε Μέρος υιοθετεί όσα μέτρα μπορεί να είναι αναγκαία προκειμένου να διασφαλίζει ότι τα πρόσωπα, οι μονάδες ή οι υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για τις ανακρίσεις, είναι εξειδικευμένες στον τομέα της καταπολέμησης της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιών ή ότι τα πρόσωπα εκπαιδεύονται για το σκοπό αυτό. Αυτές οι μονάδες ή υπηρεσίες έχουν επαρκείς οικονομικούς πόρους. 2.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι η αβεβαιότητα ως προς την πραγματική ηλικία του θύματος δεν αποτρέπει την έναρξη των ποινικών ανακρίσεων. Άρθρο 35 Συνεντεύξεις με το παιδί1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζει ότι: 1)οι συνεντεύξεις με το παιδί πραγματοποιούνται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, από τότε που έχουν αναφερθεί τα γεγονότα στις αρμόδιες αρχές, 2)οι συνεντεύξεις με το παιδί πραγματοποιούνται, όπου αυτό είναι απαραίτητο, σε εγκαταστάσεις σχεδιασμένες ή προσαρμοσμένες για το σκοπό αυτό, 3)οι συνεντεύξεις με το παιδί πραγματοποιούνται από επαγγελματίες, εκπαιδευμένους για το σκοπό αυτό, 4)τα ίδια πρόσωπα, εάν αυτό είναι δυνατό και όπου αυτό απαιτείται, πραγματοποιούν όλες τις συνεντεύξεις με το παιδί, 5)ο αριθμός συνεντεύξεων είναι όσο το δυνατόν πιο περιορισμένος και όσος απαιτείται για τους σκοπούς των ποινικών διαδικασιών, 6)το παιδί μπορεί να συνοδεύεται από το νόμιμο εκπρόσωπό του ή, όπου αυτό απαιτείται, από έναν ενήλικο της επιλογής του, εκτός αν έχει εκδοθεί αιτιολογημένη απόφαση για το αντίθετο, για το πρόσωπο αυτό. 2.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι όλες οι συνεντεύξεις με το θύμα ή, όπου αυτό απαιτείται, εκείνες που ο μάρτυρας είναι παιδί, μπορούν να βιντεοσκοπηθούν και ότι αυτές οι βιντεοσκοπημένες συνεντεύξεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως αποδεικτικά στοιχεία κατά τη διάρκεια των νομικών διαδικασιών ενώπιον του δικαστηρίου, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιό του. 3.Όταν η ηλικία του θύματος είναι αβέβαιη και πιθανολογείται ότι το θύμα είναι παιδί, τα μέτρα που θεσπίζονται στις παραγράφους 1 και 2 εφαρμόζονται μέχρις ότου επιβεβαιωθεί η ηλικία του. Άρθρο 36 Ποινικές διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων1.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, με τον απαιτούμενο σεβασμό προς τους κανόνες που διέπουν την αυτονομία των νομικών επαγγελμάτων, προκειμένου να διασφαλίσει ότι παρέχεται κατάλληλη εκπαίδευση σχετικά με τα δικαιώματα των παιδιών και τη γενετήσια εκμετάλλευση και κακοποίησή τους, προς όφελος όλων των προσώπων που συμμετέχουν στις διαδικασίες, και ιδιαίτερα των δικαστών, των εισαγγελέων και των δικηγόρων. 2.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται από το εσωτερικό του δίκαιο, ότι: 1)ο δικαστής μπορεί να διατάξει τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας χωρίς την παρουσία κοινού, 2)το θύμα μπορεί να τύχει ακρόασης στο δικαστήριο χωρίς να είναι παρόν, κυρίως μέσω της χρήσης της κατάλληλης τεχνολογίας και επικοινωνίας. Κεφάλαιο VΙΙΙ Καταγραφή και αποθήκευση των δεδομένων Άρθρο 37 Καταγραφή και αποθήκευση των δεδομένων, σε εθνικό επίπεδο για τους καταδικασθέντες για γενετήσια εγκλήματα1.Για τους σκοπούς της πρόληψης και της ποινικής δίωξης των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να συγκεντρώσει και να αποθηκεύσει, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και τους λοιπούς κατάλληλους κανόνες και εγγυήσεις, όπως αυτά ορίζονται από το εσωτερικό του δίκαιο, δεδομένα σχετικά με την ταυτότητα και το γενετικό προφίλ (DΝΑ) των προσώπων που καταδικάζονται για τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. 2.Κάθε Μέρος, κατά την υπογραφή ή την κατάθεση της επίσημης πράξης κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησής του, γνωστοποιεί στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης τον τίτλο και τη διεύθυνση μιας μόνο εθνικής αρχής που είναι υπεύθυνη για τους σκοπούς της παραγράφου 1. 3.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να διαβιβαστούν στην αρμόδια αρχή ενός άλλου Μέρους, σύμφωνα με τους όρους που θεσπίζονται στον εσωτερικό του δίκαιο και τα σχετικά διεθνή νομικά κείμενα. Κεφάλαιο ΙΧΔιεθνής συνεργασία Άρθρο 38 Γενικές αρχές και μέτρα για διεθνή συνεργασία1.Τα Μέρη συνεργάζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης, και μέσω της εφαρμογής των σχετικών ισχυουσών διεθνών και περιφερειακών νομικών κειμένων, των ρυθμίσεων που συμφωνούνται βάσει της ομοιόμορφης ή αμοιβαίας νομοθεσίας και του εσωτερικού δικαίου, στην ευρύτερη δυνατή έκταση, με σκοπό: 1)την παρεμπόδιση και καταπολέμηση της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης των παιδιών, 2)την προστασία και παροχή συνδρομής προς τα θύματα, 3)τις ανακρίσεις ή νομικές διαδικασίες σχετικά με τα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. 2.Κάθε Μέρος λαμβάνει τα απαιτούμενα νομοθετικά ή άλλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα θύματα ενός αδικήματος που θεσπίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, τα οποία διαμένουν στο έδαφος άλλου Μέρους, μπορούν να υποβάλουν καταγγελία ενώπιον των αρμόδιων αρχών του κράτους κατοικίας τους. 3.Εάν ένα Μέρος, το οποίο εξαρτά την αμοιβαία δικαστική συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις ή την έκδοση από την ύπαρξη μιας σύμβασης, λαμβάνει αίτημα δικαστικής συνδρομής ή έκδοσης, από ένα Μέρος με το οποίο δεν έχει συνάψει τέτοια σύμβαση, μπορεί να θεωρήσει την παρούσα Σύμβαση ως τη νομική βάση για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις ή την έκδοση, όσον αφορά στα αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. 4.Κάθε Μέρος προσπαθεί να ενσωματώσει, όπου αυτό απαιτείται, την πρόληψη και την καταπολέμηση της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης των παιδιών σε αναπτυξιακά προγράμματα βοήθειας που προβλέπονται προς όφελος τρίτων κρατών. Κεφάλαιο Χ Μηχανισμός παρακολούθησης Άρθρο 39 Επιτροπή των Συμβαλλόμενων Μερών1.Η Επιτροπή των Μερών αποτελείται από αντιπροσώπους των Συμβαλλόμενων Μερών της Σύμβασης. 2.Η Επιτροπή των Μερών συγκαλείται από το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η πρώτη συνεδρίασή της πραγματοποιείται εντός μιας περιόδου ενός έτους από την έναρξη ισχύος της παρούσας Σύμβασης για το δέκατο υπογράφοντα, ο οποίος την κυρώνει. Εφεξής συνεδριάζει όποτε το ζητήσει το ένα τρίτο τουλάχιστον των Μερών ή ο Γενικός Γραμματέας. 3.Η Επιτροπή των Μερών υιοθετεί τον εσωτερικό Κανονισμό της. Άρθρο 40Άλλοι αντιπρόσωποι1.Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDΡC), καθώς επίσης και άλλες σχετικές διακυβερνητικές επιτροπές του Συμβουλίου της Ευρώπης, διορίζουν από ένα αντιπρόσωπο στην Επιτροπή των Μερών. 2.Η Επιτροπή Υπουργών μπορεί να καλέσει άλλους φορείς του Συμβουλίου της Ευρώπης να διορίσουν αντιπρόσωπο στην Επιτροπή των Μερών, αφού συμβουλευθεί την τελευταία. 3.Οι αντιπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών, και ειδικότερα οι μη-κυβερνητικές οργανώσεις, μπορούν να γίνουν δεκτοί ως παρατηρητές στην Επιτροπή των Μερών, με τη διαδικασία που θεσπίζεται από τους σχετικούς κανόνες του Συμβουλίου της Ευρώπης. 4.Οι αντιπρόσωποι που διορίζονται στο πλαίσιο των παραγράφων 1 έως 3 πιο πάνω συμμετέχουν σε συνεδριάσεις της Επιτροπής των Μερών, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Άρθρο 41 Λειτουργίες της Επιτροπής των Μερών1.Η Επιτροπή των Μερών ελέγχει την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης. Ο εσωτερικός Κανονισμός της Επιτροπής των Μερών καθορίζει τη διαδικασία για την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης. 2.Η Επιτροπή των Μερών διευκολύνει τη συγκέντρωση, ανάλυση και ανταλλαγή πληροφοριών, εμπειρίας και ορθής πρακτικής μεταξύ των κρατών, προκειμένου να βελτιώσει την ικανότητά τους να αποτρέψουν και να καταπολεμήσουν τη γενετήσια εκμετάλλευση και κακοποίηση των παιδιών. 3.Επίσης, η Επιτροπή των Μερών, όπου αυτό απαιτείται: 1)διευκολύνει ή βελτιώνει την αποτελεσματική χρήση και εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης, συμπεριλαμβανόμενου και του προσδιορισμού οποιωνδήποτε προβλημάτων και των αποτελεσμάτων οποιασδήποτε δήλωσης ή επιφύλαξης θα υποβληθεί στο πλαίσιο της παρούσας Σύμβασης 2)γνωμοδοτεί σε ερώτηση που αφορά την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης και διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών, σε σχέση με σημαντικές νομικές, πολιτικές ή τεχνολογικές εξελίξεις. 4.Η Επιτροπή των Μερών επικουρείται από τη Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά την εκτέλεση των λειτουργιών της, σύμφωνα με το παρόν άρθρο. 5.Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDΡC) τηρείται περιοδικά ενήμερη σχετικά με τις δραστηριότητες που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου. Κεφάλαιο ΧΙ Σχέσεις με άλλα διεθνή νομικά κείμενα Άρθρο 42 Σχέση με τη Σύμβαση Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο της σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφίαΗ παρούσα Σύμβαση δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις διατάξεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού και του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου της σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία, και προορίζεται να ενισχύσει την προστασία που παρέχεται από αυτά και να αναπτύξει και να συμπληρώσει τα πρότυπα που περιλαμβάνονται εκεί. Άρθρο 43 Σχέση με άλλα διεθνή νομικά κείμενα1.Η παρούσα Σύμβαση δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προέρχονται από άλλα διεθνή νομικά κείμενα, στα οποία τα Μέρη στην παρούσα Σύμβαση είναι Μέρη ή θα γίνουν Μέρη και τα οποία περιέχουν διατάξεις για τα θέματα που διέπονται από την παρούσα Σύμβαση και τα οποία διασφαλίζουν μεγαλύτερη προστασία και Συνδρομή για τα παιδιά-θύματα γενετήσιας εκμετάλλευσης ή κακοποίησης. 2.Τα Μέρη στη Σύμβαση μπορούν να συνάψουν διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες μεταξύ τους για τα θέματα που εξετάζονται στην παρούσα Σύμβαση, για λόγους συμπλήρωσης ή ενίσχυσης των διατάξεων της ή διευκόλυνσης της εφαρμογής των αρχών που ενσωματώνονται σε αυτή. 3.Τα Μέρη τα οποία είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζουν, στις αμοιβαίες σχέσεις τους, τους κανόνες της Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο βαθμό που υπάρχουν κανόνες της Κοινότητας ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διέπουν το συγκεκριμένο θέμα και σχετίζονται και εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, χωρίς να βλάψουν το αντικείμενο και το σκοπό της παρούσας Σύμβασης και την πλήρη εφαρμογή της με άλλα Μέρη. Κεφάλαιο ΧΙΙ Τροποποιήσεις της Σύμβασης Άρθρο 44 Τροποποιήσεις1.Οποιαδήποτε πρόταση τροποποίησης της παρούσας Σύμβασης, η οποία υποβάλλεται από ένα Μέρος, κοινοποιείται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης και διαβιβάζεται από αυτόν στα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, σε κάθε υπογράφοντα, σε κάθε Κράτος-Συμβαλλόμενο Μέρος, στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, σε κάθε κράτος που καλείται να υπογράψει την παρούσα Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45, παράγραφος 1, και σε κάθε κράτος που καλείται να προσχωρήσει στην παρούσα Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 1. 2.Κάθε τροποποίηση που ’προτείνεται από ένα Μέρος κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDΡC), η οποία υποβάλλει στην Επιτροπή των Υπουργών τη γνώμη της σχετικά με αυτή την προτεινόμενη τροποποίηση. 3.Η Επιτροπή Υπουργών εξετάζει την προτεινόμενη τροποποίηση και τη γνώμη που θα έχει υποβληθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος και, μετά από διαβουλεύσεις με τα κράτη μη-μέλη, που είναι Μέρη στην παρούσα Σύμβαση, μπορεί να υιοθετήσει την τροποποίηση. 4.Το κείμενο κάθε τροποποίησης που υιοθετείται από την Επιτροπή Υπουργών, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, διαβιβάζεται στα Μέρη για αποδοχή. 5.Κάθε τροποποίηση που υιοθετείται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά τη λήξη περιόδου ενός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία όλα τα Μέρη ενημέρωσαν το Γενικό Γραμματέα ότι την έχουν αποδεχτεί. Κεφάλαιο ΧΙΙΙ Τελικές ρήτρες Άρθρο 45 Υπογραφή και θέση σε ισχύ1.Η παρούσα σύμβαση είναι ανοικτή προς υπογραφή από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, από τα κράτη μη μέλη που έχουν συμμετάσχει στην εκπόνησή της, καθώς και από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. 2.Η παρούσα Σύμβαση υπόκειται σε κύρωση, αποδοχή ή έγκριση. Οι επίσημες πράξεις κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης κατατίθενται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. 3.Η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά τη λήξη περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία 5 υπογράφοντες, συμπεριλαμβανόμενων και τουλάχιστον 3 κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, έχουν εκφράσει τη συγκατάθεσή τους να δεσμευτούν από τη Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. 4.Για κάθε κράτος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή και για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, που εκφράζει μεταγενέστερα τη συγκατάθεση να δεσμευτεί από αυτή, η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά τη λήξη περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης των επίσημων εγγράφων κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης. Άρθρο 46 Προσχώρηση στη Σύμβαση1.Μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας Σύμβασης, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορεί, μετά από διαβουλεύσεις με τα Μέρη της παρούσας Σύμβασης και λαμβάνοντας την ομόφωνη συγκατάθεση τους, να καλέσει οποιοδήποτε κράτος μη-μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, το οποίο δεν έχει συμμετάσχει στην εκπόνηση της Σύμβασης, να αποδεχτεί την παρούσα Σύμβαση, με απόφαση που λαμβάνεται από την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 20δ του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης, και με ομόφωνη ψήφο των αντιπροσώπων των Συμβαλλόμενων Κρατών που έχουν δικαίωμα να συμμετάσχουν στην Επιτροπή Υπουργών. 2.Για κάθε κράτος που προσχωρεί, η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά τη λήξη περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της επίσημης πράξης προσχώρησης στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Άρθρο 47 Εδαφική εφαρμογή1.Κάθε κράτος ή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μπορούν, κατά το χρόνο της υπογραφής ή όταν καταθέτουν την επίσημη πράξη κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησής τους, να προσδιορίζουν το έδαφος ή τα εδάφη στα οποία ισχύει η παρούσα Σύμβαση. 2.Κάθε Μέρος μπορεί, σε μεταγενέστερη ημερομηνία, με δήλωση που απευθύνεται προς το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να επεκτείνει την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης σε οποιοδήποτε άλλο έδαφος προσδιορίζεται στη δήλωση και για τις διεθνείς σχέσεις του οποίου είναι αρμόδιο ή στο όνομα του οποίου έχει την εξουσία να αναλαμβάνει δεσμεύσεις. Σε σχέση με το έδαφος αυτό, η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά τη λήξη περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της δήλωσης από το Γενικό Γραμματέα. 3.Κάθε δήλωση που γίνεται σύμφωνα με τις δύο προηγούμενες παραγράφους μπορεί, αναφορικά με οποιοδήποτε έδαφος προσδιορίζεται σε αυτή, να ανακληθεί, με γνωστοποίηση που απευθύνεται προς το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η ανάκληση ισχύει από την πρώτη ημέρα του μήνα μετά τη λήξη περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της γνωστοποίησης από το Γενικό Γραμματέα. Άρθρο 48 ΕπιφυλάξειςΚαμία επιφύλαξη δεν επιτρέπεται για οποιαδήποτε διά­ταξη της παρούσας Σύμβασης, με εξαίρεση τις επιφυλάξεις που προβλέπονται ρητά. Οποιαδήποτε επιφύλαξη μπορεί να ανακληθεί οποιαδήποτε στιγμή. Άρθρο 49 Καταγγελία1.Κάθε Μέρος μπορεί, οποτεδήποτε, να καταγγείλει την παρούσα Σύμβαση με γνωστοποίηση που απευθύνεται προς το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. 2.Η καταγγελία ισχύει από την πρώτη ημέρα του μήνα μετά τη λήξη περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της γνωστοποίησης από το Γενικό Γραμματέα. Άρθρο 50 ΓνωστοποίησηΟ Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης ειδοποιεί τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, κάθε υπογράφον κράτος, κάθε κράτος-Συμβαλλόμενο Μέρος, την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, κάθε κράτος που καλείται να υπογράψει την παρούσα Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45 και κάθε κράτος που καλείται να προσχωρήσει στην παρούσα Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, για: α. κάθε υπογραφή, β. την κατάθεση κάθε επίσημου νομικού κειμένου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, γ. κάθε ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης, σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 46, δ. κάθε τροποποίηση που υιοθετείται, σύμφωνα με το άρθρο 44 και την ημερομηνία κατά την οποία μια τέτοια τροποποίηση τίθεται σε ισχύ, ε. κάθε καταγγελία που γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49, στ. κάθε άλλη πράξη, γνωστοποίηση ή κοινοποίηση σχετικά με την παρούσα Σύμβαση, ζ. κάθε επιφύλαξη, που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 48. Σε πίστωση των ανωτέρω οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, υπέγραψαν την παρούσα Σύμβαση. Έγινε στο Λανζαρότε, σήμερα 25 Οκτωβρίου 2007, στην αγγλική και γαλλική γλώσσα, και τα δύο κείμενα όντας εξίσου αυθεντικά, σε ένα μόνο πρωτότυπο, που θα κατατεθεί στο αρχείο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης θα διαβιβάσει επικυρωμένα αντίγραφα σε κάθε κράτος-μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, στα κράτη μη-μέλη που έχουν συμμετάσχει στην εκπόνηση της παρούσας Σύμβασης, στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και σε κάθε κράτος καλείται να προσχωρήσει την παρούσα Σύμβαση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄Άρθρο Άρθρο 11.Δεν επιτρέπεται η άσκηση επαγγέλματος που συνεπάγεται επαφή με παιδιά, στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, σε όσους διώκονται ή έχουν καταδικασθεί για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας παιδιών και της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής παιδιών. 2.Φορείς του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, οι δημόσιες υπηρεσίες, τα Ν.Π.Δ.Δ. και οι κοινωνικοί φορείς δύνανται να εκπονούν προγράμματα: 1)για την ευαισθητοποίηση, στα θέματα της προστασίας των δικαιωμάτων των παιδιών, των προσώπων που έχουν τακτικές επαφές με τα παιδιά στους τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας, της κοινωνικής προστασίας, της Δικαιοσύνης και των δυνάμεων της τάξης, καθώς και σε τομείς που σχετίζονται με δραστηριότητες αθλητικές, πολιτιστικές και αναψυχής, 2)για την ενημέρωση, εκπαίδευση και επιμόρφωση των προσώπων που αναφέρονται στην περίπτωση α΄, σχετικά με τη γενετήσια εκμετάλλευση και κακοποίηση των παιδιών, τα μέσα διάγνωσής τους και τη δυνατότητα αναφοράς στις αρμόδιες υπηρεσίες σχετικών υποψιών, 3)για την αξιολόγηση και αποτροπή του κινδύνου διάπραξης αδικημάτων γενετήσιας εκμετάλλευσης ή κακοποίησης παιδιών από άτομα που φοβούνται ότι μπορούν τα ίδια να διαπράξουν οποιοδήποτε από τα αδικήματα αυτά, 4)για την ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού, στο πλαίσιο ενημερωτικών εκστρατειών, για το πρόβλημα της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιών και για τα προληπτικά μέτρα που μπορεί να ληφθούν. Στην κατάρτιση των προγραμμάτων αυτών επιδιώκεται να λαμβάνεται υπόψη η άποψη των παιδιών, καθώς και της Κοινωνίας των Πολιτών, των μέσων πληροφόρησης και επικοινωνίας και του ιδιωτικού τομέα. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, καθορίζονται οι λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων αυτών. Άρθρο 21.Στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση εισάγονται προγράμματα ενημέρωσης των παιδιών για τους κινδύνους γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης και για τα ενδεικνυόμενα μέσα προστασίας σε συνεργασία με τους γονείς των παιδιών, ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης τους και όπου αυτό είναι πρόσφορο. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διάταξης αυτής. 2.Στα θύματα της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης παρέχεται βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη συνδρομή για τη σωματική και ψυχοκοινωνική τους αποκατάσταση. Στα πρόσωπα που είναι κοντά στο θύμα παρέχεται ψυχολογική υποστήριξη. 3.Επιτρέπεται σε όσους έχουν υποχρέωση τήρησης εχεμύθειας και έρχονται κατά την εργασία τους σε επαφή με παιδιά, να αναφέρουν στην αρμόδια αρχή, κατά παρέκκλιση της ανωτέρω υποχρέωσης (του επαγγελματικού απορρήτου), οποιαδήποτε κατάσταση για την οποία έχουν εύλογη αιτία να πιστεύουν ότι ένα παιδί είναι θύμα γενετήσιας εκμετάλλευσης ή κακοποίησης. 4.Με διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δικαιοσύνης, καθορίζονται: 1)ο τρόπος συντονισμού, σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, των διαφόρων υπηρεσιών που είναι αρμόδιες για την προστασία, την πρόληψη και την καταπολέμηση της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης των παιδιών, 2)ο τρόπος συνεργασίας των δημοσίων αρχών μεταξύ τους, καθώς και με την Κοινωνία των Πολιτών, όπως είναι οι μη κυβερνητικές οργανώσεις και οι εθελοντικοί οργανισμοί, 3)η δημιουργία κέντρων συγκέντρωσης δεδομένων και πληροφοριών για την παρακολούθηση και αξιολόγηση του φαινομένου της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης των παιδιών, με την επιφύλαξη του ν. 2472/1997 (ΦΕΚ 50 Α΄), όπως κάθε φορά ισχύει και 4)η δημιουργία γραμμής άμεσης βοήθειας μέσω τηλεφώνου, διαδικτύου ή άλλου μέσου ή τρόπου παροχής βοήθειας, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα Άρθρο 31.Στο άρθρο 337 του Ποινικού Κώδικα προστίθενται παράγραφοι 3 και 4, ως εξής:« 3.Ενήλικος, ο οποίος μέσω διαδικτύου ή άλλου μέσου επικοινωνίας, αποκτά επαφή με πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε τα δεκαπέντε έτη και, με χειρονομίες ή προτάσεις ασελγείς, προσβάλλει την αξιοπρέπεια του ανηλίκου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν η πράξη τελείται κατά συνήθεια ή αν επακολούθησε συνάντηση, ο ενήλικος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών. 4.Ενήλικος, ο οποίος μέσω διαδικτύου ή άλλου μέσου επικοινωνίας, αποκτά επαφή με πρόσωπο που εμφανίζεται ως ανήλικο κάτω των δεκαπέντε ετών και, με χειρονομίες ή προτάσεις ασελγείς, προσβάλλει την αξιοπρέπειά του στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η πράξη τελείται κατά συνήθεια ή αν επακολούθησε συνάντηση με το εμφανιζόμενο ως ανήλικο πρόσωπο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών.» 2.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 338 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Αν ο παθών είναι ανήλικος, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.» 3.Στην παράγραφο 2 του άρθρου 338 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Αν ο παθών είναι ανήλικος, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.» 4.Οι περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίστανται ως εξής:« 1)αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, 2)αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και 3)αν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα και μέχρι τα δεκαπέντε έτη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.» 5.Η παράγραφος 2 του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:« 2.Οι ασελγείς πράξεις μεταξύ ανηλίκων κάτω των δεκαπέντε ετών δεν τιμωρούνται, εκτός αν η μεταξύ τους διαφορά ηλικίας είναι μεγαλύτερη των τριών ετών, οπότε επιβάλλονται μόνο αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα.» 6.Στο άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:« 4.Όποιος εξωθεί ή παρασύρει ανήλικο, που δεν συμπλήρωσε τα δεκαπέντε έτη, να παρίσταται σε ασελγή μεταξύ άλλων πράξη, έστω και αν δεν συμμετέχει σε αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.» 7.Στην παράγραφο 2 του άρθρου 342 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται περίπτωση ζ΄, ως εξής:« 1)από πρόσωπο που καταχράται τη διανοητική ή σωματική αναπηρία του ανηλίκου». 8.Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 342 του Ποινικού Κώδικα καταργούνται. 9.Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 344 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «Στις περιπτώσεις των άρθρων 337 παράγραφος 1 και 341 για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση.» 10.Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 345 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:« 1)ως προς τους ανιόντες με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν ο κατιών δεν είχε συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του, με κάθειρξη αν ο κατιών είχε συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο αλλά όχι το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών αν ο κατιών έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του,». 11.Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 348Α του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου δεύτερου του ν. 3625/ 2007 (ΦΕΚ 290 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής:« 1)αν τελέσθηκαν κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια». 12.Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 348Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:« 1)αν η παραγωγή του υλικού της παιδικής πορνογραφίας συνδέεται με την εκμετάλλευση της ανάγκης, της ψυχικής ή της διανοητικής ασθένειας ή σωματικής δυσλειτουργίας λόγω οργανικής νόσου ανηλίκου ή με την άσκηση ή απειλή χρήσης βίας ανηλίκου ή με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος». Άρθρο 4 Μετά το άρθρο 348Α του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 348Β ως εξής: «Άρθρο 348Β Προσέλκυση παιδιών για γενετήσιους λόγους Όποιος με πρόθεση, μέσω της τεχνολογίας πληροφόρησης και επικοινωνίας, προτείνει σε ενήλικο να συναντήσει ανήλικο, που δεν συμπλήρωσε τα δεκαπέντε έτη, με σκοπό τη διάπραξη σε βάρος του των αδικημάτων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 339 και 348Α, όταν η πρόταση αυτή ακολουθείται από περαιτέρω πράξεις που οδηγούν στη διάπραξη των αδικημάτων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως διακοσίων χιλιάδων ευρώ.» Άρθρο 51.Η παράγραφος 1 του άρθρου 349 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:« 1.Όποιος, για να εξυπηρετήσει την ακολασία άλλων, προάγει ή εξωθεί στην πορνεία ανήλικο ή υποθάλπει ή εξαναγκάζει ή διευκολύνει ή συμμετέχει στην πορνεία ανηλίκων, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ.» 2.Στην παράγραφο 2 του άρθρου 349 του Ποινικού Κώδικα προστίθενται περιπτώσεις ε΄ και στ΄, ως εξής:« 1)με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας, 2)με προσφορά ή υπόσχεση πληρωμής χρημάτων ή οποιουδήποτε άλλου ανταλλάγματος.» 3.Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 352Α του Ποινικού Κώδικα, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 11 του άρθρου δεύτερου του ν. 3625/2007, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Στα προγράμματα αυτά συμμετέχουν και οι διωκόμενοι ή οι υπόδικοι, εφόσον συναινούν, χωρίς η συμμετοχή τους αυτή να επηρεάζει το δικαίωμα της υπεράσπισης και το τεκμήριο της αθωότητας.» Άρθρο 6 Τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας1.Το άρθρο 108Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου τρίτου του ν. 3625/2007, αντικαθίσταται ως εξής: «Ο ανήλικος - θύμα των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α παρ. 4, 324, 336, 337 παρ. 3 και 4, 338, 339, 342, 343, 345, 346, 347, 348, 348Α, 349, 351, 351Α του Ποινικού Κώδικα έχει τα δικαιώματα που προβλέπονται από τα άρθρα 101, 104 και 105 και αν ακόμη δεν παρίσταται ως πολιτικός ενάγων. Επίσης έχει δικαίωμα ενημέρωσης από τον αρμόδιο εισαγγελέα εκτελέσεως ποινών για την προσωρινή ή οριστική απόλυση του δράστη, καθώς και για τις άδειες εξόδου από το κατάστημα κράτησης.» 2.Μετά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 185 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Στον πίνακα περιλαμβάνονται παιδοψυχίατροι, και ελλείψει αυτών, ψυχίατροι και ψυχολόγοι εξειδικευμένοι στα θέματα γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιών.» 3.Στο άρθρο 200Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται παράγραφος 5, ως εξής:« 5.Οι παράγραφοι 1 έως και 4 εφαρμόζονται και για κακουργήματα της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης ανηλίκων. Τα στοιχεία τα σχετικά με την ταυτότητα και τα γενετικά χαρακτηριστικά (DΝΑ) των προσώπων που καταδικάζονται αμετάκλητα φυλάσσονται στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας.» 4.Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 226Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου τρίτου του ν. 3625/2007, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Κατά την εξέταση παρίσταται ο παιδοψυχίατρος ή ο παιδοψυχολόγος και ο ανήλικος μπορεί να συνοδεύεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του, εκτός εάν ο ανακριτής απαγορεύσει την παρουσία του προσώπου αυτού με αιτιολογημένη απόφαση του για σπουδαίο λόγο, ιδίως σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων ή ανάμειξης του προσώπου αυτού στην ερευνώμενη πράξη.» Άρθρο 7 Το άρθρο πέμπτο του ν. 3625/ 2007 αντικαθίσταται ως εξής: «Στις υποθέσεις ανηλίκων θυμάτων των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α παρ. 4, 324, 336, 337 παρ. 3 και 4,338, 339, 342, 343,345,346, 347, 348, 348Α, 348Β, 349, 351, 351Α και 353 του Ποινικού Κώδικα, η ανάκριση διεξάγεται κατ’ απόλυτη προτεραιότητα και περατώνεται για τα κακουργήματα και συναφή πλημμελήματα σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21 του ν. 663/1977 (ΦΕΚ 215 Α΄). Ο προσδιορισμός δικασίμου ορίζεται, σε πρώτο βαθμό, το βραδύτερο εντός έξι μηνών από την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο και, σε δεύτερο βαθμό, εντός τεσσάρων μηνών από την άσκηση της έφεσης. Η αβεβαιότητα ως προς την πραγματική ηλικία του θύματος δεν εμποδίζει την έναρξη της ποινικής διαδικασίας.» Άρθρο 8 Προστασία μαρτύρωνΚατά την ποινική διαδικασία, για τις πράξεις της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιών, μπορεί να λαμβάνονται μέτρα για την αποτελεσματική προστασία από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό των μαρτύρων ή των οικείων του ανηλίκου, όπως ορίζονται από τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 9 του ν. 2928/2001 (ΦΕΚ 141 Α΄). ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ - ΠΛΑΙΣΙΟ 2004/757/ΔΕΥΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ.ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ(ν. 3459/2006 - ΦΕΚ 103 Α΄) Άρθρο 91.Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά αντικαθίσταται ως εξής:« 1)Πωλεί, αγοράζει, προσφέρει, διανέμει ή διαθέτει σε τρίτους με οποιονδήποτε τρόπο, αποστέλλει ή παραδίδει υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, αποθηκεύει ή παρα-καταθέτει ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποια από τις πράξεις αυτές.» 2.Στην παράγραφο 1 του αυτού ως άνω άρθρου προστίθεται περίπτωση ιδ΄, ως εξής:« 1)Προβαίνει σε παραγωγή, κατασκευή ή εκχύλιση ναρκωτικών ουσιών.» Άρθρο 10 Στον Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά προστίθεται άρθρο 23Α, ως εξής: «Άρθρο 23Α 1.Οι προβλεπόμενες για τις πράξεις του πρώτου εδαφίου του άρθρου 23 ποινές επιβάλλονται και όταν η πράξη αφορά μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών, καθώς και στην περίπτωση που αφορά ναρκωτικά τα οποία βλάπτουν τα μέγιστα την υγεία δηλαδή από εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 1, εάν η χρήση τους είτε προκάλεσε σημαντικές βλάβες σε τρίτο πρόσωπο και ειδικότερα τις προβλεπόμενες από το άρθρο 310 Π.Κ. σωματικές βλάβες είτε προκάλεσε τέτοιες σωματικές βλάβες στην υγεία πολλών ατόμων. 2.Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ, τιμωρείται ο δράστης πράξεως από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 20, όταν αυτό τελέστηκε στο πλαίσιο δραστηριό­τητας εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στα άρθρα 187 και 187ΑΠ.Κ.. 3.Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη της προηγούμενης παραγράφου όταν αφορά πρόδρομες ουσίες με πρόθεση να χρησιμοποιηθούν κατά ή για την παραγωγή ναρκωτικών ουσιών υπό τις προβλεπόμενες στη διάταξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου περιστάσεις.» Άρθρο 11 Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά αντικαθίσταται ως εξής: «β) δεν συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου διακεκριμένη περίπτωση ή επιβαρυντική περίσταση κατά τα άρθρα 21, 23 και 23Α του παρόντος». Άρθρο 12 Στον Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά προστίθεται άρθρο 33Α, ως εξής: «Άρθρο 33Α Ευθύνη και κυρώσεις νομικών προσώπων 1.Εφόσον οι πράξεις που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 20, 23 και 23Α, καθώς και οι πράξεις της απόπειρας και συμμετοχής σε αυτές τελέσθηκαν από φυσικό πρόσωπο που ενεργεί προς όφελος νομικού προσώπου, ατομικά ή ως μέλος οργάνου αυτού που κατά το νόμο ή σύμφωνα με το καταστατικό του ασκεί διευθυντική εξουσία εντός αυτού και έγκειται, είτε στην εκπροσώπησή του είτε στην άσκηση ελέγχου είτε στη λήψη αποφάσεων στο όνομα του νομικού προσώπου, ανεξάρτητα από τις ποινικές ευθύνες των φυσικών προσώπων που είναι φυσικοί ή ηθικοί αυτουργοί των ανωτέρω εγκλημάτων, ή και συνεργοί σε αυτά, στα ως άνω νομικά πρόσωπα επιβάλλονται με απόφαση του προϊσταμένου της οικείας περιφερειακής διεύθυνσης της υπηρεσίας ειδικών ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών: 1)Διοικητικό πρόστιμο τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. 2)Προσωρινή ή σε περίπτωση υποτροπής οριστική απαγόρευση άσκησης εμπορικής δραστηριότητας και πρόσκαιρος ή σε περίπτωση υποτροπής οριστικός αποκλεισμός από φορολογικά και άλλα ευεργετήματα, καθώς και από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις. 3)Προσωρινή ή οριστική παύση της λειτουργίας του καταστήματος, του γραφείου ή των εν γένει εγκαταστάσεων που χρησίμευσαν για την τέλεση του εγκλήματος. 2.Επίσης επιβάλλεται διάλυση του νομικού προσώπου με δικαστική απόφαση - όπου αυτό προβλέπεται - κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. 3.Σε κάθε περίπτωση εφαρμόζονται αναλόγως οι δια­τάξεις των άρθρων 37 και 38 του παρόντος Κώδικα. 4.Οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται στο νομικό πρόσωπο και όταν η έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου από φυσικό πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 κατέστησε δυνατή την τέλεση ποινικών αδικημάτων που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 20, 23 και 23Α του παρόντος Κώδικα από οποιονδήποτε τρίτο που υπόκειται στην εξουσία του.» Άρθρο 13 Στο άρθρο 42 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά προστίθενται παράγραφοι 6 και 7, ως εξής:« 6.Οι ελληνικές δικαστικές αρχές έχουν δικαιοδοσία να επιλαμβάνονται των αξιόποινων πράξεων του παρόντος Κώδικα ακόμη και όταν αυτές έχουν τελεσθεί στην αλλοδαπή, από Έλληνες υπηκόους, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 123 Κ.Π.Δ.. 7.Οι ελληνικές δικαστικές αρχές του τόπου της έδρας ή της πραγματικής εγκαταστάσεως του νομικού προσώπου προς όφελος του οποίου διαπράχθησαν αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στον παρόντα Κώδικα, έχουν δικαιοδοσία και αρμοδιότητα διώξεως και εκδικάσεως των πράξεων αυτών.» Άρθρο 14 Η παράγραφος 3 του άρθρου 30 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά αντικαθίσταται ως εξής:« 3.Ο ενεργών την προανάκριση ή κύρια ανάκριση διατάσσει υποχρεωτικά την άμεση διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εάν υποβληθεί ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής (ουσιοεξαρτημένος) εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από τη σύλληψη του ή κατά την αρχική απολογία του, ο οποίος καταχωρείται στην έκθεση σύλληψης, εξέτασης ή απολογίας. Στην περίπτωση που ο επ’ αυτοφώρω συλληφθείς κατηγορούμενος υποβάλλει τον κατά τα άνω ισχυρισμό στον ενεργούντα την προανάκριση, αυτός μεριμνά για την άμεση λήψη δειγμάτων σωματικών υγρών (ούρων και αίματος) και τυχόν άλλου βιολογικού υλικού και για την αποστολή αυτών στα Εργαστήρια της Διεύθυνσης των Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας ή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας ή των δημόσιων νοσοκομείων ή στα Εργαστήρια των Α.Ε.Ι. της χώρας, προς εξέταση για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό του κατηγορουμένου τοξικών ουσιών ή φαρμάκων. Η λήψη των εν λόγω δειγμάτων σωματικών υγρών πραγματοποιείται από το αρμόδιο ιατρικό προσωπικό του εφημερεύοντος δημόσιου νοσοκομείου της περιοχής, σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζονται από την προβλεπόμενη στην προηγούμενη παράγραφο κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δικαιοσύνης. Η λήψη αίματος του κατηγορουμένου προς εξέταση δεν γίνεται μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία σύμφωνα με ιατρική πιστοποίηση από δημόσιο νοσοκομείο υπάρχουν ειδικοί παθολογικοί λόγοι συνεπεία των οποίων θεωρείται επικίνδυνη για την υγεία και τη ζωή του. Οι πραγματογνώμονες εξετάζουν τον κατηγορούμενο αμέσως μόλις τους γνωστοποιηθεί η σχετική παραγγελία και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών, συντάσσουν δε και υποβάλλουν την έκθεση τους όσο το δυνατόν ταχύτερα, λαμβάνοντας υπόψη και τα αποτελέσματα της κατά τα άνω τοξικολογικής ανάλυσης των σωματικών υγρών και τυχόν άλλου βιολογικού υλικού. Αν οι πραγματογνώμονες αποφανθούν ότι υπάρχει εξάρτηση, πρέπει να καθορίσουν και το είδος της (σωματική ή ψυχική) και αν είναι δυνατόν το βαθμό της, το συνήθως χρησιμοποιούμενο ναρκωτικό (εξαρτησιογόνο), την ημερήσια δόση, την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και, αν τους ζητείται ειδικώς με την παραγγελία, την επίδραση της εξάρτησης στον καταλογισμό.» Άρθρο 15 Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3459/2006 (ΦΕΚ 103 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «Ειδικά για τις ναρκωτικές ουσίες της ηρωίνης, κο­καΐνης και κατεργασμένης και ακατέργαστης κάνναβης, θεωρείται, εκτός εάν το δικαστήριο κρίνει άλλως, ότι καλύπτει τις ανάγκες ενός χρήστη, έστω και εξαρτημένου, όταν το όριο της κατασχεθείσης ποσότητας κάθε επί μέρους ναρκωτικής ουσίας, ανεξαρτήτως καθαρότητας, δεν υπερβαίνει το μικτό με την άμεση συσκευασία βάρος του ενός και ημίσεως (1½) γραμμαρίου ηρωίνης ή κοκαΐνης, των είκοσι (20) γραμμαρίων ακατέργαστης κάνναβης και των δύο και ημίσεως (2½) γραμμαρίων κατεργασμένης κάνναβης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δικαιο­σύνης μπορεί να καθορίζεται και για τις υπόλοιπες ναρκωτικές ουσίες, που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος Κώδικα, το όριο της ως άνω ελάχιστης ποσότητας που καλύπτει τις ανάγκες ενός χρήστη, έστω και εξαρτημένου, για ορισμένο χρόνο.» ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝΔΙΑΒΙΩΣΗΣ ΣΤΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ Άρθρο 161.Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη και κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχει καταγνωσθεί αμετακλήτως ή καθίσταται αμετάκλητη εντός έξι μηνών, μετατρέπεται, με αίτηση του καταδικασθέντος, σε χρηματική. Η αίτηση υποβάλλεται εντός έξι μηνών στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και γίνεται δεκτή εκτός εάν, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, το δικαστήριο κρίνει, από την εν γένει συμπεριφορά του καταδικασθέντος, τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητά του, ότι η μετατροπή δεν αρκεί για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων, ανάλογης βαρύτητας, αξιόποινων πράξεων. Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται και για τα εγκλήματα που προβλέπονται στην παράγραφο 11 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και για τις ήδη συγχωνευθείσες ποινές, από τις οποίες η βαρύτερη δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη φυλάκισης. 2.Το ελάχιστο ποσό της κατά την προηγούμενη παράγραφο μετατροπής ορίζεται, για κάθε ημέρα φυλάκισης, σε τρία (3) ευρώ. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα και της 50492/2008 (ΦΕΚ 1112 Β΄) κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης. 3.Η κατά τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων μετατραπείσα περιοριστική της ελευθερίας ποινή μπορεί να μετατρέπεται περαιτέρω, με την ίδια ή μεταγενέστερη απόφαση του δικαστηρίου που αποφάσισε τη μετατροπή, σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, αν το ζητεί ή το αποδέχεται εκείνος που καταδικάσθηκε και εφόσον η παροχή τέτοιας εργασίας από τον συγκεκριμένο καταδικασμένο είναι εφικτή. 4.Στο τέλος της παραγράφου 6 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, στην περίπτωση καθορισμού συνολικής ποινής, αρκεί η βαρύτερη ποινή φυλάκισης να μην υπερβαίνει τα τρία έτη.» Άρθρο 171.Κρατούμενοι οι οποίοι, κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εκτίουν ποινή φυλάκισης για πλημμελήματα, απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης, χωρίς τη συνδρομή των προϋ­ποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, εφόσον: Α) Η ποινή τους έχει διάρκεια μέχρι δύο έτη και έχουν εκτίσει ή εκτίουν με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο αυτής. Β) Η ποινή τους έχει διάρκεια μεγαλύτερη των δύο ετών και έχουν εκτίσει ή εκτίουν με οποιονδήποτε τρόπο το ένα τρίτο αυτής. 2.Όσοι απολύονται, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, αν υποπέσουν, μέσα σε τρία έτη από την αποφυλάκιση τους, σε νέο από δόλο τελούμενο έγκλημα και καταδικαστούν αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη του έτους, εκτίουν αθροιστικά και το υπόλοιπο της ποινής, για την οποία έχουν απολυθεί υπό όρο. 3.Οι διευθυντές των σωφρονιστικών καταστημάτων υποβάλλουν, μέσα σε πέντε ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, στον εισαγγελέα του τόπου έκτισης της ποινής τους φακέλους των καταδίκων, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου. 4.Απολύσεις που γίνονται, κατά τις διατάξεις του παρόντος, ανακοινώνονται από τους διευθυντές των καταστημάτων κράτησης στις αρμόδιες υπηρεσίες ποινικού Μητρώου και καταχωρούνται στα οικεία δελτία των απολυθέντων. 5.Η υπό όρον απόλυση, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, δεν κωλύεται από τη μη καταβολή των δικαστικών εξόδων και της χρηματικής ποινής που τυχόν επιβλήθηκε. Άρθρο 181.Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 40 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά αντικαθίσταται ως εξής: «Όσοι καταδικάζονται σε ποινή κάθειρξης για παράβαση του παρόντος Κεφαλαίου υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις των άρθρων 23 και 23Α του παρόντος μπορούν να απολυθούν, υπό τον όρο της ανάκλησης, εφόσον έχουν εκτίσει προκειμένου για πρόσκαιρη κάθειρξη τα τέσσερα πέμπτα (4/5) της ποινής τους και προκειμένου για ισόβια κάθειρξη τουλάχιστον είκοσι πέντε (25) έτη.» 2.Η παράγραφος 11 του άρθρου 31 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά αντικαθίσταται ως εξής:« 11.Επιτυχής ολοκλήρωση του εγκεκριμένου, σύμφωνα με το νόμο, θεραπευτικού προγράμματος συντήρησης και απεξάρτησης αναγνωρίζεται ως ελαφρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής.» 3.Στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά αντί των λέξεων και αριθμού «του άρθρου 23» τίθενται οι λέξεις και αριθμοί «των άρθρων 23 και 23Α». Άρθρο 191.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 287 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παράγραφος 12 του ν. 2408/ 1996 (ΦΕΚ 104 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «Σε εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις και εφόσον η κατηγορία αφορά σε εγκλήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή ισόβιας κάθειρξης ή πρόσκαιρης κάθειρξης με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη, η προσωρινή κράτηση μπορεί να παραταθεί για έξι το πολύ μήνες με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα:». 2.Οι υπόδικοι οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, έχουν συμπληρώσει δώδεκα μήνες προσωρινής κράτησης και η κατηγορία που τους έχει απαγγελθεί δεν εμπίπτει στα εγκλήματα της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου, απολύονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 287 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Άρθρο 20 Η παράγραφος 1 του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:« 1.Η απόλυση υπό όρο χορηγείται ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106, εφόσον ο κατάδικος νοσεί από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και υποβάλλεται σε τακτική αιμοκάθαρση, από ανθεκτική φυματίωση ή είναι τετραπληγικός, καθώς και από κίρρωση του ήπατος με αναπηρία άνω του εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ή από γεροντική άνοια έχοντας υπερβεί το ογδοηκοστό έτος της ηλικίας ή από κακοήθη νεοπλάσματα τελικού σταδίου.» Άρθρο 211.Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του Σωφρονιστικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2776/1999 (ΦΕΚ 291 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «Κατ’ εξαίρεση, σε αυτόν που καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης με τις επιβαρυντικές περιστάσεις των άρθρων 23 και 23Α του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά (ν. 3459/2006), τακτικές άδειες χορηγούνται εφόσον έχει εκτίσει τα δύο πέμπτα (2/5) της ποινής του χωρίς ευεργετικό υπολογισμό ημερών ποινής λόγω εργασίας και η κράτηση έχει διαρκέσει τουλάχιστον ένα έτος.» 2.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 37 του Σωφρονιστικού Κώδικα προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Αυτός ο προσδιορισμός δεν μπορεί να εξικνείται σε άσκηση λογοκρισίας με περιορισμό της ενημέρωσης του κρατουμένου.» Άρθρο 22 Τα τέσσερα πρώτα εδάφια της παραγράφου 1 του άρθρου 56 του Σωφρονιστικού Κώδικα, όπως έχουν αντικατασταθεί από την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του ν. 2943/2001 (ΦΕΚ 203 Α΄), αντικαθίστανται ως εξής:« 1.Η τακτική άδεια διαρκεί από μία έως έξι ημέρες, στις οποίες συνυπολογίζονται οι Κυριακές και οι αργίες. Εφόσον ο κατάδικος έχει ήδη εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο τα δύο πέμπτα (2/5) της ποινής του και σε περίπτωση ποινής ισόβιας κάθειρξης δώδεκα έτη, η διάρκεια της άδειας μπορεί να αυξάνεται έως τις εννέα ημέρες, οι οποίες υπολογίζονται κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο. Η συνολική διάρκεια των αδειών ενός καταδίκου δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις σαράντα πέντε ημέρες το έτος.» Άρθρο 231.Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 69 του Σωφρονιστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «Αν μέσα στα ανωτέρω χρονικά διαστήματα επιβληθεί νέα πειθαρχική ποινή, ο χρόνος διαγραφής της υπολογίζεται από τη λήξη του χρόνου διαγραφής που προβλέπεται για την εκάστοτε προηγούμενη πειθαρχική ποινή, εκτός εάν οι ομοειδείς πειθαρχικές ποινές έχουν συγχωνευτεί. Η συγχώνευση ομοειδών ποινών γίνεται, ύστερα από αίτηση συγχώνευσης του καταδίκου, από το πειθαρχικό συμβούλιο του καταστήματος, στο οποίο κρατείται. Κατά τη συγχώνευση, η βαρύτερη ποινή επαυξάνεται τουλάχιστον κατά το ένα τρίτο (1/3) εκάστης των λοιπών συντρεχουσών πειθαρχικών ποινών και όχι άνω των δύο τρίτων (2/3).» 2.Οι πειθαρχικές ποινές που έχουν επιβληθεί σε ήδη κρατούμενους κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διαγράφονται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 69 του Σωφρονιστικού Κώδικα, η μεν αναφερόμενη στην παράγραφο 1 περίπτωση β΄ του ίδιου ως άνω άρθρου πειθαρχική ποινή μετά την παρέλευση έξι μηνών από την επιβολή της, η δε αναφερόμενη στην περίπτωση γ΄ του αυτού άρθρου από την έναρξη ισχύος του παρόντος. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 24 Το δέκατο τρίτο εδάφιο της περιπτώσεως δ΄ της παραγράφου 7 του άρθρου 5 του ν. 2408/1996 (ΦΕΚ 104 Α΄), όπως η ανωτέρω περίπτωση αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 του ν. 3472/2006 (ΦΕΚ 135 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «Το Διοικητικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα όταν παρίσταται ή εκπροσωπούνται σε αυτό τουλάχιστον επτά μέλη του και αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων ή εκπροσωπουμένων σε αυτό. Κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να εκπροσωπήσει ένα μόνο από τα απουσιάζοντα μέλη με απλή εξουσιοδότηση.» Άρθρο 25 Με διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μπορεί να κωδικοποιούνται σε ενιαίο κείμενο οι διατάξεις περί της εταιρείας «Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε.». Κατά την κωδικοποίηση επιτρέπεται, χωρίς να αλλοιώνεται η έννοια των ισχυουσών διατάξεων, νέα διάρθρωση, όπως διάσπαση ή συγχώνευση άρθρων, νέα κατάστρωση αυτών ή απάλειψη δια­τάξεων που έχουν καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά, καθώς και οποιαδήποτε αναγκαία φραστική μεταβολή. Άρθρο 26Επιλογή Προϊσταμένων Φύλαξης (Αρχιφυλάκων)και Υπαρχιφυλάκων των Καταστημάτων Κράτησης -Καθορισμός θέσεων Υπαρχιφυλάκων1.Η επιλογή σε θέσεις Αρχιφυλάκων των Καταστημάτων Κράτησης γίνεται με απόφαση του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου από υπαλλήλους του κλάδου ΔΕ Φύλαξης με βαθμό Α΄. Αν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν επιλέγονται υπάλληλοι με βαθμό Β΄, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον τέσσερα (4) έτη υπηρεσίας στο βαθμό αυτόν. Κριτήρια για το σχηματισμό κρίσης αποτελούν: α) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας, β) η άσκηση καθηκόντων στη θέση υπαρχιφύλακα, γ) η δραστηριότητα στην υπηρεσία και η ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών και ευθυνών. 2.Η επιλογή σε θέσεις Υπαρχιφυλάκων των Καταστημάτων Κράτησης γίνεται με απόφαση του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου από υπαλλήλους του κλάδου ΔΕ Φύλαξης με βαθμό Α. Αν δεν υπάρχουν υπάλληλοι με βαθμό Α΄ ή αυτοί δεν επαρκούν επιλέγονται υπάλληλοι με βαθμό Β΄ και αν και αυτοί δεν επαρκούν, υπάλληλοι με βαθμό Γ΄ με τετραετή υπηρεσία στο βαθμό. Κριτήρια για το σχηματισμό κρίσης αποτελούν: α) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας, β) η δραστηριότητα στην υπηρεσία και η ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών και ευθυνών. Η επίδραση των αναρρωτικών αδειών στην ικανότητα του υπαλλήλου για την άσκηση καθηκόντων Αρχιφύλακα και Υπαρχιφύλακα, όπως επίσης και οι συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες και η ύπαρξη πειθαρχικών ποινών, συνεκτιμώνται από το υπηρεσιακό συμβούλιο κατά την επιλογή. 3.Η διαδικασία πλήρωσης των ανωτέρω θέσεων κινείται με ανακοίνωση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία αποστέλλεται στα Καταστήματα Κράτησης και αναρτάται σε αυτά. Για την ανάρτηση συντάσσεται έκθεση που υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Με την ανακοίνωση καλούνται οι ενδιαφερόμενοι, που έχουν τα νόμιμα προσόντα, να υποβάλουν αίτηση, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών, από την επομένη της αναρτήσεως της ανακοινώσεως. Στην ανακοίνωση προσδιορίζονται οι κενές θέσεις και καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις συμμετοχής στη διαδικασία επιλογής και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Εκδίδεται ένα μήνα πριν από τη λήξη της θητείας των υπηρετούντων, κατά την πρώτη δε εφαρμογή εντός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. 4.Για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος και αφορούν στη διαδικασία και τον τρόπο επιλογής Αρχιφυλάκων και Υπαρχιφυλάκων, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα για την επιλογή προϊσταμένων τμήματος. 5.Ο αριθμός των θέσεων Υπαρχιφυλάκων ανά Κατάστημα Κράτησης ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 6.Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται το π.δ. 1/2004 (ΦΕΚ 1 Α΄) «Επιλογή σε θέσεις Υπαρχιφυλάκων και Αρχιφυλάκων στα Γενικά, Ειδικά και θεραπευτικά Καταστήματα Κράτησης αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης». Άρθρο 27 Έναρξη ισχύοςΗ ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και της Σύμβασης που κυρώνεται από την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 45 παράγραφος 4 αυτής. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.