Περί ιδρύσεως Ταμείου ΧρηματοπιστωτικήςΣταθερότητας.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 1 "Ίδρυση Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας"
1.  
    Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας» (στο εξής: το «Ταμείο»). Για τις σχέσεις του με την αλλοδαπή, το Ταμείο θα χρησιμοποιεί την επωνυμία «Ηellenic Financial Stability Fund (ΗFSF)». Η νομική προσωπικότητα αποκτάται από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το Ταμείο έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και ικανότητα να είναι διάδικος, δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα, διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, λειτουργεί αμιγώς κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο αμιγώς ιδιωτικός χαρακτήρας του Ταμείου δεν αναιρείται ούτε από την κάλυψη του συνόλου του κεφαλαίου του από το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε από την έκδοση των προβλεπόμενων αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών. Όλως συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις και τους στόχους του παρόντος νόμου.
Άρθρο 2
1.  
    Σκοπός του Ταμείου είναι η διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, μέσω της ενίσχυσης της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων και θυγατρικών αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα κατόπιν άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τα ειδικότερον προβλεπόμενα στον παρόντα νόμο. Στο πλαίσιο εκπλήρωσης του σκοπού αυτού, το Ταμείο οφείλει να διαχειρίζεται το κεφάλαιο και την εν γένει περιουσία του, άρθρο 3, κατωτέρω, και να ασκεί τα απορρέοντα από την ιδιότητά του ως μετόχου δικαιώματα, άρθρο 7 επ., κατωτέρω, κατά τρόπο που να προστατεύει την αξία της περιουσίας αυτής, να ελαχιστοποιεί τους κινδύνους για τον Έλληνα πολίτη και να μην εμποδίζει ούτε να στρεβλώνει τον ανταγωνισμό στον τραπεζικό τομέα. Στο σκοπό του Ταμείου δεν εντάσσεται η ενίσχυση της ρευστότητας, που παρέχεται με βάση το ν. 3723/ 2008 ή στο πλαίσιο λειτουργίας του ευρωσυστήματος και της Τράπεζας της Ελλάδος.
2.  
    Το Ταμείο εδρεύει στην Αθήνα και η διάρκειά του ορίζεται μέχρι και την 30ή Ιουνίου 2017
Άρθρο 3
1.  
    Το κεφάλαιο του Ταμείου ανέρχεται στο ποσό των δέκα δισεκατομμυρίων (10.000.000.000) ευρώ, προερχόμενο από κεφάλαια που θα αντληθούν στο πλαίσιο του μηχανισμού στήριξης της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δυνάμει του ν. 3845/2010, καλύπτεται σταδιακά από το Ελληνικό Δημόσιο και ενσωματώνεται σε τίτλους, οι οποίοι δεν είναι μεταβιβάσιμοι μέχρι τη λήξη της κατά το προηγούμενο άρθρο διάρκειας του Ταμείου.
2.  
    Το κεφάλαιο του Ταμείου κατατίθεται, με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, σε ειδικό έντοκο λογαριασμό του Ταμείου που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος αποκλειστικά για το σκοπό του παρόντος νόμου. Το παρεχόμενο από την Τράπεζα της Ελλάδος επιτόκιο θα συμφωνείται με το Ταμείο και δεν θα δύναται να υπερβαίνει ή να είναι κατώτερο από τα παρακάτω επιτόκια: α) το εφαρμοζόμενο από το Ευρωσύστημα επιτόκιο πάγιας διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων και β) το μέσο δείκτη των επιτοκίων του ευρώ για τοποθετήσεις στη χρηματαγορά διάρκειας μιας ημέρας (ΕΟΝΙΑ).
3.  
    Περιουσία του Ταμείου αποτελεί το κατατεθειμένο κεφάλαιο και οι τόκοι της προηγουμένης παραγράφου, οι εκδιδόμενες από πιστωτικά ιδρύματα και αποκτώμενες από το Ταμείο μετοχές κατά τα άρθρα 7 και 9 του παρόντος, καθώς και όλα τα δικαιώματα οικονομικής φύσης που απορρέουν από κατοχή προνομιούχων και κοινών μετοχών σε πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, συμπεριλαμβανομένων αυτών από την εκκαθάριση των ως άνω πιστωτικών ιδρυμάτων
4.  
    Το κεφάλαιο και τα διαθέσιμα του Ταμείου δύναται να επενδύονται μόνο σε καταθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, απαγορευομένης οποιασδήποτε άλλης μορφής επένδυσης. Το Ταμείο δεν δύναται να συνάπτει δάνεια, να εκδίδει ομόλογα και άλλα εμπορικά αξιόγραφα οποιασδήποτε φύσης.
5.  
    Με τη λήξη της διάρκειας του Ταμείου, γενομένης εκκαθαρίσεως αποδίδεται το κεφάλαιο και η περιουσία του περιέρχεται αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο, ως οιονεί καθολικό του διάδοχο
Άρθρο 4
1.  
  1. Το Ταμείο διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο είναι το ανώτατο όργανό του και αποφασίζει απολύτως ανεξάρτητα για κάθε θέμα που αφορά την εξειδίκευση των στόχων, τη διοίκηση, λειτουργία, διαχείριση της περιουσίας και υλοποίηση των σκοπών του Ταμείου.
  2. Με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου καταρτίζεται, μεταξύ άλλων, ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του Ταμείου, προσλαμβάνεται το προσωπικό, εγκρίνονται οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, ορίζονται τα ελεγκτικά όργανα και συνιστώνται Επιτροπές.
  3. Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι επταμελές και αποτελείται από τον Πρόεδρο, δύο (2) Αντιπροέδρους, οι οποίοι είναι εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, και τέσσερα (4) μη εκτελεστικά μέλη
2.  
  1. Ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι και δύο (2) μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου επιλέγονται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ύστερα από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, μεταξύ ανεπίληπτων προσώπων εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας σε τραπεζικά ή/και χρηματοπιστωτικά θέματα, ή/και σε θέματα ελεγκτικής λογιστικής.
  2. Τις θέσεις των υπολοίπων δύο (2) μη εκτελεστικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου συμπληρώνουν, ως εκ της θέσης τους (ex οfficiο), ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών και ο Διευθυντής Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος.
  3. Ο διορισμός και των επτά (7) μελών του Διοικητικού Συμβουλίου γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν εισηγήσεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για πενταετή θητεία, ανανεώσιμη μέχρι 30.6.2017.
  4. Η θητεία των ex οfficiο μελών λήγει αυτοδικαίως με την απώλεια της ως άνω ιδιότητάς τους.
  5. Με την ανωτέρω απόφαση ορίζονται και οι αμοιβές και αποζημιώσεις των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, κατά παρέκκλιση κάθε αντίθετης διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης οι οποίες και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ταμείου.
  6. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και επί διορισμού νέων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου σε αντικατάσταση παλαιών, της θητείας τους μη δυναμένης, κατά περίπτωση, να βαίνει πέραν της πενταετίας ή της 30.6.2017.
  7. Στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου καλούνται και συμμετέχουν, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ένας (1) εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ένας (1) εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μαζί με τους αναπληρωτές τους, που ορίζονται από τα οικεία όργανα.
  8. Εφόσον εκλήθησαν νομίμως, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, η τυχόν απουσία των εκπροσώπων αυτών, όσο και των αναπληρωτών τους, δεν επηρεάζει τη νόμιμη συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου.
  9. Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι του Διοικητικού Συμβουλίου είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης
  10. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και του προσωπικού οφείλουν περαιτέρω να τηρούν εχεμύθεια.
  11. Η ιδιότητα μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα μετόχου ή εμμέσως κατέχοντος μετοχές (μέσω συμμετοχής σε τρίτο πρόσωπο, μέτοχο), μέλους Διοικητικού Συμβουλίου, στελέχους ή εξωτερικού συμβούλου πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, με την εξαίρεση στελεχών που προέρχονται από την Τράπεζα της Ελλάδος.
  12. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου απολαμβάνουν πλήρους ανεξαρτησίας, δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν οδηγίες από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε άλλο κρατικό φορέα ή όργανο, ούτε υπόκεινται σε επιρροές οιασδήποτε φύσεως.
  13. Ομοίως, το Ελληνικό Δημόσιο και οι ως άνω κρατικοί φορείς και όργανα θα απέχουν από τη διατύπωση οποιασδήποτε οδηγίας προς το Ταμείο.
  14. Προτεινόμενα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου οφείλουν να ενημερώσουν το Ταμείο για ενδεχόμενη ύπαρξη ασυμβίβαστου και την αυτή υποχρέωση ενημέρωσης υπέχουν και καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας τους, για ασυμβίβαστα που τυχόν αναφυούν μεταγενέστερα.
  15. Προ του διορισμού τους υπογράφουν περί τούτου υπεύθυνη δήλωση.
  16. Με απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο εκδίδει σχετικό Κανονισμό Δεοντολογίας.
  17. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου οφείλουν περαιτέρω να τηρούν εχεμύθεια ως προς τις υποθέσεις του Ταμείου και μετά την καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποχώρησή τους από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, δεσμευόμενοι από τις διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου.
  18. Η υποχρέωση εχεμύθειας του Ταμείου δεν ισχύει έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία και δύναται κατά την κρίση της να διαβιβάζει τις σχετικές πληροφορίες στις κατά το άρθρο 60 του ν. 3601/2007 (ΦΕΚ 178 Α΄) αρχές και πρόσωπα, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σε συγκεντρωτική ή μη μορφή.
3.  
    Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου εκπροσωπεί το Ταμείο δικαστικώς, εξωδίκως και έναντι τρίτων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Καταρτίζει την ημερήσια διάταξη και συγκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο, προεδρεύει των συνεδριάσεών του και εποπτεύει την ορθή εφαρμογή των αποφάσεών του. Προΐσταται των υπηρεσιών του Ταμείου, εποπτεύει τις εργασίες του και αναφέρεται στο Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με την καθημερινή επιχειρησιακή του λειτουργία, ασκώντας και κάθε άλλη αρμοδιότητα που του ανατίθεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, ως του ανωτάτου οργάνου του Ταμείου. Τον Πρόεδρο, απόντα ή κωλυόμενο, αναπληρώνουν, καθ’ όλη την έκταση των αρμοδιοτήτων του, οι Αντιπρόεδροι, κατά τη σειρά αναπλήρωσης που αυτός ορίζει.
4.  
    Με απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει την άσκηση εξουσιών και αρμοδιοτήτων του, καθώς και την εκπροσώπηση του Ταμείου σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή στελέχη του Ταμείου, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση αυτής της ανάθεσης. Οι αποφάσεις που σχετίζονται με την κεφαλαιακή ενίσχυση, δεν είναι δυνατόν να ανατίθενται ατομικά σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.
5.  
    Τα μη ex οfficiο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου μπορούν να απωλέσουν την ιδιότητά τους αυτή και πριν τη λήξη της θητείας του, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, εφόσον τους απαγγέλθηκε κατηγορία, ή καταδίκη για την οποία συνιστά κώλυμα διορισμού στο δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων όπως κωδικοποιήθηκε με το ν. 3528/2007, καθώς και για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο ιδίως σε αντικειμενική αδυναμία ή πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους, απόκρυψη ή ψευδή δήλωση περί της συνδρομής ασυμβιβάστου ή παραβίαση του καθήκοντος εχεμύθειας. Οι μέχρι την έκδοση της παραπάνω απόφασης πράξεις των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου παραμένουν καθ’ όλα ισχυρές. Σε περίπτωση αμφισβήτησης, η συνδρομή του σπουδαίου λόγου κρίνεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατόπιν αίτησης του θιγομένου ή από κοινού με το Διοικητικό Συμβούλιο, η οποία ασκείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης, καλουμένου σε κάθε περίπτωση κατά τη συζήτηση του Ταμείου. Η απόφαση που εκδίδεται είναι τελεσίδικη και εκτελεστή. Αναίρεση χωρεί μόνο για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ. Μέχρι την έκδοση της απόφασης, το μέλος απέχει υποχρεωτικά από τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου.
6.  
    Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να λειτουργήσει, όχι όμως πέρα από έξι (6) μήνες, αν κάποια από τα μέλη του εκλείψουν ή αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ή απολέσουν την ιδιότητα βάσει της οποίας διορίσθηκαν, εφόσον, κατά τις συνεδριάσεις του, τα υπόλοιπα μέλη είναι τουλάχιστον πέντε (5). Οι διαδικασίες πλήρωσης των θέσεων που κενώθηκαν κινούνται αμελλητί, εφαρμοζομένης της διάταξης του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2.β του παρόντος άρθρου. Εφόσον οι κενωθείσες θέσεις δεν πληρώθηκαν εντός του εξαμήνου, το Διοικητικό Συμβούλιο στερείται μεν νομίμου συγκρότησης, τα υφιστάμενα ωστόσο μέλη δεν χάνουν την ιδιότητά τους αυτή.
7.  
  1. Το Διοικητικό Συμβούλιο συγκαλείται από τον Πρόεδρό του τακτικά μία (1) φορά το μήνα και εκτάκτως, οσάκις παρίσταται προς τούτο ανάγκη, με έγγραφη πρόσκληση των μελών προ πέντε (5) εργάσιμων ημερών, ομοίως προς τούτο καλουμένων και των εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
  2. Τη σύγκληση από τον Πρόεδρο μπορούν να ζητήσουν και δύο (2) μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.
  3. Σε περίπτωση όλως επείγουσας ανάγκης, αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να ληφθούν με τηλεδιάσκεψη και μέσω γραπτής διαδικασίας χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων πρόσκλησης.
  4. Το πρακτικό της οικείας απόφασης επικυρώνεται κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου.
  5. Σε κάθε περίπτωση η κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού από όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ισοδυναμεί με απόφασή του, ακόμη κι αν δεν έχει προηγηθεί συνεδρίαση.
  6. Χρέη γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου εκτελεί υπάλληλος του Ταμείου, πτυχιούχος ανώτατης σχολής, ο οποίος ορίζεται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου.
  7. Στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου παρίσταται ο νομικός σύμβουλος του Ταμείου και δύναται κατά περίπτωση να καλούνται και υπηρεσιακά του στελέχη.
8.  
    Η λήψη απόφασης από το Διοικητικό Συμβούλιο απαιτεί τέσσερις (4) τουλάχιστον θετικές ψήφους, εκ των οποίων δύο θα πρέπει να προέρχονται από εκτελεστικά του μέλη
9.  
    Το Διοικητικό Συμβούλιο αποστέλλει μηνιαία δελτία περί των δραστηριοτήτων του στον Υπουργό των Οικονομικών και την Τράπεζα της Ελλάδος, τους ενημερώνει αναλυτικά δια του Προέδρου του, οσάκις του ζητείται, και υποβάλλει εξαμηνιαίες εκθέσεις στη Βουλή των Ελλήνων, τις οποίες κοινοποιεί στον Υπουργό των Οικονομικών, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, καθώς και στην Τράπεζα της Ελλάδος
Άρθρο 5
1.  
    Το προσωπικό του Ταμείου προσλαμβάνεται ελεύθερα με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και παρέχει τις υπηρεσίες του με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που μπορούν να παρατείνονται. Ως ορισμένου χρόνου συνομολογούνται και συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου. Οι μισθοί των υπαλλήλων του Ταμείου βαρύνουν τον προϋπολογισμό του.
2.  
    Επιτρέπεται η απόσπαση στο Ταμείο προσωπικού που υπηρετεί στο Ελληνικό Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. και άλλους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς και στην Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφαση του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού ή πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ύστερα από αίτηση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Η απόσπαση ισχύει για ορισμένο χρόνο, που μπορεί να ανανεώνεται με όμοιες αποφάσεις. Ο χρόνος απόσπασης θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για κάθε συνέπεια, στην υπηρεσία ή τον φορέα προέλευσης. Απόσπαση προσωπικού μπορεί να γίνει και από Διεθνείς και Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς.
3.  
    Το προσωπικό του Ταμείου υπέχει τις υποχρεώσεις πίστης και το καθήκον άκρας εχεμύθειας του ανωτέρω άρθρου 4 παράγραφος 2 περίπτωση ε΄
Άρθρο 6
1.  
    Πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο πληροί τις υποχρεώσεις κεφαλαιακής επάρκειας του άρθρου 28 του ν. 3601/2007 και της Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ), μπορεί να υποβάλει αίτημα στο Ταμείο για κεφαλαιακή ενίσχυση, κατόπιν υπόδειξης της Τράπεζας της Ελλάδος ή με δική του πρωτοβουλία, η οποία μπορεί να τύχει της υποστήριξης της Τράπεζας της Ελλάδος εφόσον, σε κάθε περίπτωση, συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:.
  1. Με βάση συντηρητικές παραδοχές της Τράπεζας της Ελλάδος εκτιμάται ότι υφίσταται βάσιμος κίνδυνος ως προς τη δυνατότητα του πιστωτικού ιδρύματος να συνεχίσει να τηρεί τις υποχρεώσεις κεφαλαιακής επάρκειας, που υπέχει βάσει του άρθρου 28 του ν. 3601/2007 και της ΠΔ/ΤΕ 2595/20.8.2007 και.
  2. Έχουν αποβεί άκαρπες οι προσπάθειες του πιστωτικού ιδρύματος να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά του με τη συμμετοχή των υφιστάμενων ή νέων μετόχων
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης να υποδείξει σε πιστωτικό ίδρυμα την υποβολή αιτήματος στο Ταμείο για κεφαλαιακή ενίσχυση, εφόσον:
  1. Το πιστωτικό ίδρυμα δεν πληροί τις υποχρεώσεις κεφαλαιακής επάρκειας, που υπέχει βάσει του άρθρου 28 του ν. 3601/2007 και της ΠΔ/ΤΕ 2595/20.8.2007 και συντρέχει παράλληλα και η περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ή.
  2. Το πιστωτικό ίδρυμα δεν πληροί τις υποχρεώσεις κεφαλαιακής επάρκειας, που υπέχει βάσει του άρθρου 27 του ν. 3601/2007 και συντρέχει παράλληλα και η περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
3.  
  1. Οι κατά τα ανωτέρω υποδείξεις της Τράπεζας της Ελλάδος θα πρέπει να είναι αιτιολογημένες και διατυπωμένες εγγράφως, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη διασφάλισης της χρηματοοικονομικής σταθερότητας.
  2. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 και εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα δεν υποβάλει αίτημα στο Ταμείο για κεφαλαιακή του ενίσχυση, η Τράπεζα της Ελλάδος προβαίνει στον ορισμό Επιτρόπου, σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 2 του ν. 3601/2007, ή στην ανάκληση της άδειας, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ίδιου νόμου.
  3. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητήσει την απομάκρυνση των υπεύθυνων προσώπων του άρθρου 5 παράγραφος 10 περίπτωση γ’ στοιχείο i του ν. 3601/2007, εάν κρίνει ότι τα εν λόγω πρόσωπα δεν έλαβαν όλα τα στη δικαιοδοσία τους μέτρα και δεν προέβησαν στις απαιτούμενες ενέργειες, προκειμένου να ανταποκριθούν στις υποδείξεις της για αύξηση της κεφαλαιακής επάρκειας του πιστωτικού ιδρύματος.
  4. Τα νέα υπεύθυνα πρόσωπα θα πρέπει να τυγχάνουν της αποδοχής του Ταμείου και θα αξιολογούνται, ως προς την επάρκεια και αποτελεσματικότητά τους, καθ’ όλη τη διάρκεια της κεφαλαιακής ενίσχυσης, με δυνατότητα απομάκρυνσής τους από την Τράπεζα της Ελλάδος είτε με δική της πρωτοβουλία είτε κατόπιν σχετικής εισήγησης του Ταμείου.
  5. Μέχρι της ανάληψης των σχετικών καθηκόντων από νέα πρόσωπα, προσωρινά και πάντως για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών, τις σχετικές αρμοδιότητες μπορεί να ασκούν εκπρόσωποι του Ταμείου.
4.  
    Το κατόπιν υπόδειξης της Τράπεζας της Ελλάδος αίτημα του πιστωτικού ιδρύματος για κεφαλαιακή του ενίσχυση μπορεί να υποβάλλεται στο Ταμείο το αργότερο εντός μηνός από τη λήψη της υπόδειξης και θα πρέπει απαραιτήτως να συνοδεύεται από:
  1. Επιχειρησιακό σχέδιο, στο οποίο θα στοιχειοθετείται το ύψος της αναγκαίας κεφαλαιακής ενίσχυσης και θα περιγράφονται αναλυτικά τα μέτρα, τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα προτίθεται να λάβει, ώστε να επιτευχθεί το συντομότερο δυνατόν η διασφάλιση και ενίσχυση της φερεγγυότητάς του, μέσω αύξησης κεφαλαίου ή/και αποκατάστασης της κερδοφορίας του, μέσω μείωσης εξόδων ή κινδύνων, στήριξης από άλλες εταιρείες του ομίλου κ.λπ.
  2. Στο σχέδιο θα μπορούν να περιληφθούν και πιθανές προοπτικές συγχώνευσης ή απορρόφησης ή μεταβίβασης δραστηριοτήτων ή μονάδων του σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό.
  3. Λεπτομερές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των μέτρων με ρητή αναφορά στο χρόνο, κατά τον οποίο το πιστωτικό ίδρυμα εκτιμά ότι θα μπορέσει να προβεί σε πιθανή εξαγορά των κατ’ άρθρο 7 προνομιούχων μετοχών
5.  
    Εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή του επιχειρησιακού σχεδίου το Ταμείο, κατόπιν διαβούλευσης με την Τράπεζα της Ελλάδος ή εισήγησης της τελευταίας, μπορεί να προτείνει τροποποιήσεις, οι οποίες θα πρέπει να υιοθετηθούν από το πιστωτικό ίδρυμα εντός δέκα (10) ημερών από της γνωστοποιήσεώς τους σε αυτό
6.  
    Εφόσον το Ταμείο κρίνει το τροποποιημένο σχέδιο βιώσιμο, αποφασίζει, κατόπιν διαβούλευσης με την Τράπεζα της Ελλάδος ή εισήγησης της τελευταίας, τη χορήγηση της κατά το άρθρο 7 κεφαλαιακής ενίσχυσης, τηρουμένων σε κάθε περίπτωση της νομοθεσίας της Ε.Ε. περί κρατικών ενισχύσεων και των ακολουθούμενων πρακτικών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το ύψος της κεφαλαιακής ενίσχυσης αποφασίζεται από το Ταμείο, κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος.
7.  
    Το Ταμείο και το πιστωτικό ίδρυμα οφείλουν να εκπονήσουν από κοινού λεπτομερές σχέδιο αναδιάρθρωσης ή να τροποποιήσουν σχέδιο που έχει υποβληθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ε.Ε. περί κρατικών ενισχύσεων και τις ακολουθούμενες πρακτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Εντός έξι (6) μηνών από τη χορήγηση της κεφαλαιακής ενίσχυσης, το σχέδιο αναδιάρθρωσης θα πρέπει να υποβληθεί προς έγκριση από το Υπουργείο Οικονομικών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
8.  
    Η υλοποίηση του σχεδίου αναδιάρθρωσης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. Παράταση του χρόνου υλοποίησης, μέχρι δύο (2) κατ’ ανώτατο όριο έτη, μπορεί να δοθεί με απόφαση του Ταμείου, κατόπιν διαβούλευσης με την Τράπεζα της Ελλάδος, τήρησης της διαδικασίας της προηγούμενης παραγράφου και υπό την έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
9.  
    Το Ταμείο θα παρακολουθεί και θα αξιολογεί την προσήκουσα εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης και οφείλει περαιτέρω να παρέχει στο Υπουργείο Οικονομικών κάθε αναγκαία πληροφόρηση και στοιχείο, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις ενημέρωσης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Άρθρο 7
1.  
    Η κατά τον παρόντα νόμο κεφαλαιακή ενίσχυση παρέχεται μέσω της συμμετοχής του Ταμείου σε αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου του πιστωτικού ιδρύματος, που πραγματοποιείται με την έκδοση προνομιούχων μετοχών, εξαιρέσει της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 ανωτέρω, όπου η αύξηση πραγματοποιείται με την έκδοση κοινών μετοχών. Οι αυξήσεις αυτές καλύπτονται εξ ολοκλήρου σε μετρητά και δεν ισχύει τυχόν δικαίωμα προτίμησης των παλαιών μετόχων στην απόκτηση των νέων μετοχών.
2.  
    Η απόφαση της παραγράφου 1 για αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου λαμβάνεται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων, με την απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 29 παράγραφοι 1 και 2 και 31 παράγραφος 1 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει και δεν ανακαλείται. Τυχόν νόμιμοι ή καταστατικοί περιορισμοί ως προς τη σχέση προνομιούχων μετοχών προς κοινές δεν ισχύουν. Η προθεσμία για τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης και των επαναληπτικών της, καθώς και για την υποβολή εγγράφων στις εποπτικές αρχές συντέμνεται στο ένα τρίτο των προθεσμιών που προβλέπονται στον κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει.
3.  
    Η τιμή διάθεσης των μετοχών θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την εύλογη ή την αγοραία εμπορική αξία, όπως αυτή διαμορφώνεται χωρίς τη στήριξη ή ακόμη και τη δυνατότητα στήριξης του πιστωτικού ιδρύματος από το Ελληνικό Δημόσιο, το Ταμείο ή την Τράπεζα της Ελλάδος εκτός του πλαισίου των πράξεων του Ευρωσυστήματος. Για τον προσδιορισμό της κατά τα ανωτέρω αξίας θα λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των εκτιμήσεων δύο (2) ανεξάρτητων ελεγκτικών εταιρειών, που θα διενεργούνται με κοινά αποδεκτές μεθόδους και κριτήρια. Τα εν λόγω ελεγκτικά γραφεία θα ορίζονται από το Ταμείο και το πιστωτικό ίδρυμα, αντίστοιχα. Σε περίπτωση απόκλισης των εκτιμήσεων σε ποσοστό μεγαλύτερο του δέκα τοις εκατό (10%), η αξία θα προσδιορίζεται οριστικά από τρίτη ανεξάρτητη ελεγκτική εταιρεία, η οποία θα ορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι αναθέσεις στις ελεγκτικές εταιρείες θα πρέπει να προβλέπουν καταληκτικές προθεσμίες για την εκπόνηση των αξιολογήσεών τους, συμβατές με το χρονικό ορίζοντα υλοποίησης του υποβληθέντος επιχειρηματικού σχεδίου. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει επίσης να τηρούνται οι σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ανάλογες αποτιμήσεις.
Άρθρο 8
1.  
    Οι προνομιούχες μετοχές του προηγούμενου άρθρου εξαγοράζονται στο σύνολό τους από το πιστωτικό ίδρυμα μετά πάροδο πέντε (5) ετών ή και ενωρίτερα, κατόπιν έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος. Ως τιμή εξαγοράς των μετοχών καθορίζεται η υψηλότερη μεταξύ της τιμής διάθεσης (πλέον μη καταβληθέντων απαιτητών μερισμάτων) και της τιμής κατά το χρόνο λήψης της απόφασης για σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης προς εξαγορά των μετοχών. Ως η κατά το χρόνο λήψης της παραπάνω απόφασης τιμή λογίζεται η εύλογη αξία των προνομιούχων μετοχών, προσδιοριζόμενη κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου. Μερική εξαγορά μετοχών δεν επιτρέπεται. Η εξαγορά τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος και χορηγείται, εφόσον δεν θέτει σε κίνδυνο τη φερεγγυότητα του πιστωτικού ιδρύματος και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
2.  
    Σε περίπτωση παρέλευσης της πενταετίας χωρίς να έχει εν τω μεταξύ ολοκληρωθεί η εξαγορά των προνομιούχων μετοχών από το πιστωτικό ίδρυμα, επιβάλλεται σωρευτική ετήσια προσαύξηση σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί της κατά το άρθρο 10 παράγραφος 2 του παρόντος νόμου απόδοσης
Άρθρο 9
1.  
    Οι προνομιούχες μετοχές μετατρέπονται σε κοινές μεταβιβάσιμες μετοχές με απόφαση του Ταμείου, κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος, εφόσον: (α) δεν επιτυγχάνονται συγκεκριμένοι στόχοι του σχεδίου αναδιάρθρωσης, συμπεριλαμβανομένου αυτού για το ύψος της κεφαλαιακής επάρκειας του πιστωτικού ιδρύματος ή (β) δεν πληρούται το γενικό ελάχιστο όριο του δείκτη για τα Βασικά Ίδια Κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος ή του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας με βάση το άρθρο 28 του ν. 3601/2007 και της ΠΔ/ΤΕ 2595/ 20.8.2007.
2.  
    Η τιμή μετατροπής των προνομιούχων σε κοινές προσδιορίζεται, κατά το χρόνο παροχής της κεφαλαιακής ενίσχυσης, με βάση την τιμή διάθεσης των προνομιούχων μετοχών, όπως αυτή καθορίζεται από το Ταμείο και το πιστωτικό ίδρυμα, λαμβάνοντας υπόψη τις εκτιμήσεις των ελεγκτικών εταιρειών, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 7 για την εύλογη ή την εμπορική αξία της μετοχής, όπως αυτή διαμορφώνεται χωρίς τη στήριξη ή τη δυνατότητα στήριξης του πιστωτικού ιδρύματος από το Ελληνικό Δημόσιο, το Ταμείο ή την Τράπεζα της Ελλάδος εκτός του πλαισίου των πράξεων του Ευρωσυστήματος και σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ακολουθούμενων πρακτικών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί κρατικών ενισχύσεων
Άρθρο 10
1.  
    Οι προνομιούχες μετοχές του άρθρου 7 εκδίδονται με δικαίωμα ψήφου στη Γενική Συνέλευση των προνομιούχων μετόχων του άρθρου 7 και παρέχουν τα προνόμια των παραγράφων 2, 3 και 5 του παρόντος άρθρου. Οι μετοχές αυτές δεν μεταβιβάζονται από το Ταμείο σε τρίτα πρόσωπα και δεν είναι δεκτικές εισαγωγής σε οργανωμένη αγορά μέχρι τη λήξη της διάρκειας του Ταμείου (30.6.2017).
2.  
    Οι προνομιούχες αυτές μετοχές παρέχουν δικαίωμα μη σωρευτικής απόδοσης, το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση του Ταμείου, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ε.Ε. περί κρατικών ενισχύσεων και τις σχετικές πρακτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι μετοχές αυτές έχουν, σε κάθε περίπτωση, τις εν γένει ιδιότητες βάσει των οποίων γίνονται δεκτές ως πρόσθετα στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3601/2007 και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος. Σε περίπτωση που το ποσοστό των προνομιούχων μετοχών υπερβαίνει το ανώτερο προβλεπόμενο όριο επί των βασικών ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος, το υπερβάλλον συνυπολογίζεται στα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια αυτού.
3.  
    Οι προνομιούχες μετοχές του άρθρου 7 παρέχουν στο Ταμείο το δικαίωμα συμμετοχής στο Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος, με ένα πρόσθετο μέλος, ως εκπρόσωπο του Ταμείου. Ο εκπρόσωπος έχει:.
  1. το δικαίωμα να ζητεί τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από την παράγραφο 2 του άρθρου 7 και
  2. το δικαίωμα αρνησικυρίας στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του πιστωτικού ιδρύματος:
  3. i) σχετικής με τη διανομή μερισμάτων και την πολιτική παροχών προς τον Πρόεδρο, τον Διευθύνοντα Σύμβουλο και τα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς και τους γενικούς διευθυντές και τους αναπληρωτές τους, ή ii) εφόσον η υπό συζήτηση απόφαση δύναται να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των καταθετών ή να επηρεάσει σοβαρά τη ρευστότητα ή τη φερεγγυότητα ή την εν γένει συνετή και εύρυθμη λειτουργία του πιστωτικού ιδρύματος (όπως επιχειρηματική στρατηγική, διαχείριση στοιχείων ενεργητικού - παθητικού κ.λπ.),.
  4. το δικαίωμα να ζητεί την αναβολή επί τρεις (3) εργάσιμες ημέρες της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του πιστωτικού ιδρύματος, προκειμένου να λάβει οδηγίες από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, το οποίο διαβουλεύεται για το σκοπό αυτόν με την Τράπεζα της Ελλάδος.
  5. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί έως το πέρας της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του πιστωτικού ιδρύματος.
4.  
    Σε κάθε περίπτωση οι αποδοχές των προσώπων που αναφέρονται ανωτέρω στην παράγραφο 3 υπό στοιχείο β΄ περίπτωση i, δεν μπορούν να υπερβαίνουν το σύνολο των αποδοχών του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι πάσης φύσης πρόσθετες απολαβές (bοnus) των ιδίων προσώπων καταργούνται για το χρονικό διάστημα συμμετοχής του πιστωτικού ιδρύματος στο πρόγραμμα κεφαλαιακής ενίσχυσης του παρόντος νόμου. Αναφορικά με τα μερίσματα της ίδιας διάταξης, εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 3 του ν. 3723/ 2008.
5.  
    Ο ίδιος εκπρόσωπος παρίσταται στη Γενική Συνέλευση των κοινών μετόχων και έχει δικαίωμα αρνησικυρίας κατά τη συζήτηση και λήψη απόφασης για τα ίδια ως άνω θέματα
6.  
    Ο εκπρόσωπος έχει ελεύθερη πρόσβαση στα βιβλία και στοιχεία της Τράπεζας, για τους σκοπούς του παρόντος νόμου
7.  
    Η ιδιότητα του εκπροσώπου του Ταμείου του παρόντος άρθρου είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου του άρθρου 1 παράγραφος 3 εδάφιο β΄ του ν. 3723/2008 (ΦΕΚ 250 Α΄).
8.  
    Το δικαίωμα αρνησικυρίας του εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου του ν. 3723/2008 αφορά αποκλειστικά αποφάσεις σχετικές με τη διανομή μερισμάτων και την πολιτική παροχών προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τους γενικούς διευθυντές και τους αναπληρωτές τους.
9.  
    Σε περίπτωση εκκαθάρισης του πιστωτικού ιδρύματος, το Ταμείο, ως μέτοχος, ικανοποιείται από το προϊόν εκκαθάρισης προνομιακά έναντι όλων των άλλων μετόχων, περιλαμβανομένου του Δημοσίου ως δικαιούχου των προνομιούχων μετοχών του ν. 3723/2008.
Άρθρο 11
1.  
    Για την εκπλήρωση του κατά τον παρόντα νόμο σκοπού του, το Ταμείο μπορεί να ζητεί, ακόμη και πριν την προσφυγή σε αυτό προς κεφαλαιουχική ενίσχυση:
  1. την παροχή από τα πιστωτικά ιδρύματα, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, οποιουδήποτε σχετικού στοιχείου και πληροφορίας.
  2. Οι σχετικές πληροφορίες γνωστοποιούνται στο Ταμείο από την Τράπεζα της Ελλάδος και καλύπτονται από το κατ’ άρθρο 60 του ν. 3601/2007 υπηρεσιακό απόρρητο, μη δυνάμενες να γνωστοποιηθούν σε οποιονδήποτε τρίτο χωρίς τη συγκατάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος και.
  3. τη διεξαγωγή επιτόπιων ελέγχων από την Τράπεζα της Ελλάδος με τη συμμετοχή εκπροσώπου του Ταμείου ή εμπειρογνωμόνων ή και εξωτερικών ελεγκτών ή ελεγκτικού γραφείου του ν. 3693/2008, οριζομένων από το Ταμείο, οι οποίοι υπέχουν καθήκον άκρας εχεμύθειας, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των οικείων προβλέψεων του άρθρου 4 παράγραφος 2 περίπτωση ε΄ του παρόντος νόμου.
Άρθρο 12
1.  
    Το Ταμείο υποχρεούται να δημιουργήσει λογαριασμούς αποθεματικών από διαφορές αποτίμησης
2.  
    Τα καθαρά κέρδη και ζημίες του Ταμείου προσδιορίζονται σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, προσαρμοσμένα για τον ειδικό σκοπό του Ταμείου
3.  
    Τα διανεμόμενα κέρδη προκύπτουν ως ακολούθως:
  1. με αφαίρεση από τα καθαρά κέρδη του συνολικού ποσού μη πραγματοποιηθέντων κερδών από διαφορές αποτίμησης και με μεταφορά του αντίστοιχου ποσού στον οικείο λογαριασμό αποθεματικών από διαφορές αποτίμησης και
  2. με αφαίρεση από τον οικείο λογαριασμό αποθεματικών από διαφορές αποτίμησης και πρόσθεση στα κατά το προηγούμενο εδάφιο α΄ διανεμόμενα κέρδη, του ποσού τυχόν μη πραγματοποιηθέντων κερδών που είχε αφαιρεθεί από τα καθαρά κέρδη μίας ή περισσοτέρων προηγούμενων χρήσεων και είχε πραγματοποιηθεί εντός της τρέχουσας χρήσης
4.  
    Οι μη πραγματοποιηθείσες ζημίες από διαφορές αποτίμησης θα μεταφέρονται στους οικείους λογαριασμούς διαφορών αποτίμησης έως ότου οι εν λόγω λογαριασμοί εμφανίζουν μηδενικό υπόλοιπο. Κατόπιν τούτου οι ως άνω ζημίες καλύπτονται από τα κέρδη της τρέχουσας χρήσης και εν συνεχεία από το κεφάλαιο.
5.  
    Εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση των οικονομικών του καταστάσεων, το Ταμείο μεταφέρει το σύνολο των διανεμόμενων κερδών στο Ελληνικό Δημόσιο, ως έσοδο για τους σκοπούς του Γενικού Προϋπολογισμού του Κράτους
Άρθρο 13
1.  
    Το οικονομικό έτος αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Ειδικά η πρώτη χρήση θα είναι υπερδωδεκάμηνη, με λήξη την 31.12.2011.
2.  
    Εντός τριών (3) μηνών από τη λήξη του οικονομικού έτους, το Ταμείο εγκρίνει τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις που έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς και αντίγραφό τους, με την έκθεση του ελεγκτή της επόμενης παραγράφου, καθώς και την έκθεση πεπραγμένων του Διοικητικού Συμβουλίου, αποστέλλεται στη Βουλή των Ελλήνων, τον Υπουργό Οικονομικών, τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το Ταμείο εκδίδει επίσης μηνιαία ισοζύγια, αντίγραφα των οποίων αποστέλλονται στους παραπάνω αποδέκτες.
3.  
    Ο τακτικός οικονομικός έλεγχος του Ταμείου διενεργείται από νόμιμους ελεγκτές ή αναγνωρισμένο ελεγκτικό γραφείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3723/2008, που επιλέγονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών με πενταετή θητεία, που μπορεί να παραταθεί μέχρι 30.6.2017. Οι ελεγκτές απολαμβάνουν πλήρους ανεξαρτησίας και έχουν πρόσβαση σε όλα τα βιβλία, στοιχεία και λογαριασμούς του Ταμείου και αναφέρονται στο Διοικητικό Συμβούλιο για οποιοδήποτε θέμα άπτεται της οικονομικής διαχείρισης και του ελεγκτικού τους έργου. Πρόωρη λήξη της θητείας των ελεγκτών χωρεί κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου.
4.  
    Έκτακτος έλεγχος του Ταμείου μπορεί να διενεργείται οποτεδήποτε με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Το πόρισμα του εκτάκτου ελέγχου υποβάλλεται στη Βουλή των Ελλήνων.
Άρθρο 14
1.  
    Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζεται πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και ελεγκτικής λογιστικής εμπειρίας ως εσωτερικός ελεγκτής και προϊστάμενος της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου του Ταμείου, με πενταετή θητεία, που μπορεί να παραταθεί μέχρι 30.6.2017. Ο εσωτερικός ελεγκτής δεν υπάγεται στην υπηρεσιακή ιεραρχία, απολαμβάνει πλήρους ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, έχει πρόσβαση σε όλα τα βιβλία, στοιχεία και λογαριασμούς του Ταμείου και αναφέρεται απευθείας στο Διοικητικό Συμβούλιο. Με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, μετ’ εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών, μπορεί να ορίζονται έως και δύο (2) ακόμη εσωτερικοί ελεγκτές, οι οποίοι επικουρούν τον προϊστάμενο εσωτερικό ελεγκτή.
2.  
    Ο εσωτερικός ελεγκτής υπόκειται στα ασυμβίβαστα των άρθρων 4 παράγραφος 2 περίπτωση ε΄ του παρόντος νόμου και 7 παράγραφος 3 εδάφιο β΄ του ν. 3016/ 2002 και υπέχει υποχρέωση πίστης και εχεμύθειας. Πρόωρη λήξη της θητείας του χωρεί κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου.
3.  
    Οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του εσωτερικού ελεγκτή ορίζονται στον Κανονισμό της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου, που εγκρίνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και καταλαμβάνουν, κατ’ ελάχιστον, τις αναφερόμενες στο άρθρο 8 του ν. 3016/2002, στο μέτρο που είναι συμβατές με τη λειτουργία και το σκοπό του Ταμείου.
4.  
    Η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου εποπτεύεται από Επιτροπή Εσωτερικού Ελέγχου, που συγκροτείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και αποτελείται από δύο (2) μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, εκ των οποίων το ένα επιλέγεται μεταξύ των ex οfficiο μελών του, καθώς και από εξωτερικό ειδικό εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας σε θέματα ελεγκτικής λογιστικής. Αναφορικά με τη διάρκεια και την τυχόν πρόωρη λήξη της θητείας, τις υποχρεώσεις και τα ασυμβίβαστα του τελευταίου, ισχύουν τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
5.  
    Στις αρμοδιότητες της Επιτροπής Εσωτερικού Ελέγχου εμπίπτουν ιδίως: α) η επίβλεψη της εσωτερικής ελεγκτικής λειτουργίας, β) η εισήγηση για το διορισμό εξωτερικών ελεγκτών και την έκταση των εξωτερικών ελέγχων, γ) η διαβούλευση με τους εξωτερικούς ελεγκτές αναφορικά με τα πορίσματα των ελέγχων των τελευταίων, δ) ο έλεγχος, από κοινού με τους εξωτερικούς ελεγκτές, των οικονομικών καταστάσεων του τέλους του έτους, ε) η υποβολή εκθέσεων στο Διοικητικό Συμβούλιο σε τακτική βάση και στ) η ρύθμιση κάθε θέματος που διέπει τη λειτουργία της
6.  
    Στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Εσωτερικού Ελέγχου δύνανται να παρίστανται, κατόπιν προσκλήσεώς τους από αυτή, τα εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή μέλη του προσωπικού του Ταμείου
Άρθρο 15 "Φορολογικές απαλλαγές"
1.  
    Το Ταμείο απολαμβάνει όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών του Δημοσίου, απαλλασσόμενο από την καταβολή άμεσων ή έμμεσων φόρων, εισφορών υπέρ τρίτων και τελών οποιασδήποτε φύσης, εξαιρουμένου του Φ.Π.Α.
Άρθρο 16
1.  
    Κατά το χρονικό διάστημα της τυχόν συμμετοχής του Ταμείου στο κεφάλαιο πιστωτικών ιδρυμάτων, δεν επιτρέπεται η αγορά ιδίων μετοχών από αυτά χωρίς την έγκριση του Ταμείου
2.  
    Η απόκτηση συμμετοχής του Ταμείου σε πιστωτικό ίδρυμα με την έκδοση προνομιούχων μετοχών, στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, δεν συνεπάγεται, εν όψει και του αμιγώς ιδιωτικού χαρακτήρα του Ταμείου, την κατά το ελληνικό δίκαιο υπαγωγή αυτού του πιστωτικού ιδρύματος στον ευρύτερο δημόσιο τομέα
3.  
    Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου δεν μπορούν να απασχοληθούν σε πιστωτικά ιδρύματα για δυο (2) έτη, μετά την καθ’ οιονδήποτε τρόπο λήξη της θητείας τους. Αντίστοιχη απαγόρευση υφίσταται και για το προσωπικό του Ταμείου, που ισχύει για έξι (6) μήνες από τη λήξη των συμβάσεών τους.
4.  
    Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και το προσωπικό του Ταμείου δεν υπέχουν αστική ευθύνη έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ει μη μόνον για δόλο ή βαρεία αμέλεια
5.  
    Με τον παρόντα νόμο δεν θίγονται οι, με βάση το καταστατικό της και την ισχύουσα νομοθεσία, αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος, περιλαμβανομένων των μέτρων που μπορεί να λαμβάνει με βάση τα άρθρα 62, 63, 64 κα 68 του ν. 3601/2007.
Άρθρο 17 "Έναρξη ισχύος"
1.  
    Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παραγγέλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Ημερομηνία Τίτλος ΦΕΚ
2010-07-21 Περί ιδρύσεως Ταμείου ΧρηματοπιστωτικήςΣταθερότητας.
Τροποποίηση Τύπος
A/2010/119
2012-02-29 Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικού περιεχομένου και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου Συνεννόησης του ν. 4046/2012.
Τροποποίηση Τύπος
Άρθρο 4Όργανα του Ταμείου
Ως όργανα Διοίκησης του Ταμείου ορίζονται το Γενικό Συμβούλιο και η Εκτελεστική Επιτροπή του.
Το Γενικό Συμβούλιο είναι πενταμελές.
Δύο εκ των μελών του, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου του, επιλέγονται μεταξύ προσώπων με διεθνή εμπειρία σε τραπεζικά θέματα.
Τις θέσεις των υπολοίπων μελών του Γενικού Συμβουλίου συμπληρώνουν ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών, ένα πρόσωπο που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος και ένα ακόμη πρόσωπο.
Η Εκτελεστική Επιτροπή είναι τριμελής.
Δύο εκ των μελών της, συμπεριλαμβανομένου του Διευθύνοντος Συμβούλου, επιλέγονται μεταξύ προσώπων με διεθνή εμπειρία σε τραπεζικά θέματα ή σε θέματα εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων.
Ένα εκ των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής υποδεικνύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής επιλέγονται από ειδική προς τούτο επιτροπή αποτελούμενη από ισάριθμους εκπροσώπους του Υπουργείου Οικονομικών και της Τράπεζας της Ελλάδος, ύστερα από δημόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος.
Εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δύνανται να συμμετέχουν στην επιτροπή του προηγούμενου εδαφίου.
Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου, τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής διορίζονται, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, για πενταετή θητεία, με δυνατότητα ανανέωσης, μη δυνάμενη να υπερβεί την οριζόμενη στην παρ. 2 του άρθρου 2 ημερομηνία.
Σε περίπτωση κένωσης θέσεως μέλους του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής, η θέση πληρούται εντός εξήντα (60) ημερών δια του διορισμού νέου μέλους μέχρις εξαντλήσεως της θητείας του αποχωρήσαντος μέλους.
Εξαιρουμένου του εκπροσώπου, στο Γενικό Συμβούλιο, του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και του μέλους που έχει οριστεί από την Τράπεζα τη Ελλάδος, για το διορισμό των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, καθώς και για την ανανέωση της θητείας τους, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Εurο Wοrking Grοup.
Μόνο ανεπίληπτα πρόσωπα δύνανται να επιλεγούν ως μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής.
Ουδείς δύναται να επιλεγεί ως μέλος του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής εφόσον.
  • έχει καταδικαστεί για αδίκημα που επισύρει ποινή φυλάκισης με ή χωρίς τη δυνατότητα μετατροπής της ποινής αυτής σε χρηματική,
  • έχει κηρυχθεί σε πτώχευση,
  • λόγω οποιουδήποτε παραπτώματος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την άσκηση επαγγέλματος ή έχει αποκλειστεί ή τεθεί σε διαθεσιμότητα από την αρμόδια αρχή ως προς την άσκηση επαγγέλματος ή του έχει απαγορευθεί να ασκεί καθήκοντα διευθυντή ή υπαλλήλου σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή ή σε ιδιωτική επιχείρηση, ή
  • έχει υποπέσει σε βαρύ παράπτωμα.
  • Οι ιδιότητες του Βουλευτή, μέλους της Κυβερνήσεως, στελέχους Υπουργείου ή άλλης δημόσιας αρχής, στελέχους, υπαλλήλου ή συμβούλου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος ή προσώπου που κατέχει 5% ή άνω του μετοχικού κεφαλαίου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, είναι ασυμβίβαστες με εκείνην του μέλους του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής.
    Στέλεχος ή υπάλληλος πανεπιστημίου, οργανισμού ή ιδρύματος λειτουργικά αυτόνομου από την Κυβέρνηση, δεν λογίζεται ως στέλεχος της Κυβέρνησης ή υπάλληλος Υπουργείου ή άλλης δημόσιας αρχής.
    Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, δεν είναι ασυμβίβαστη προς το διορισμό ως μέλους του Γενικού Συμβουλίου η ιδιότητα υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών, προκειμένου περί του εκπροσώπου αυτού στο Γενικό Συμβούλιο σύμφωνα με την παράγραφο 2.
    Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής δύνανται να παύονται, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, και πριν τη λήξη της θητείας τους, εφόσον κατά τη διάρκειά της συντρέξουν στο πρόσωπό τους παράγοντες που τους καθιστούν μη επιλέξιμους με βάση τα άρθρα 6 και 7.
    Το Γενικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο για την επίβλεψη της άσκησης των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του Ταμείου, καθώς και για τον έλεγχο της διοίκησης και των δραστηριοτήτων του.
    Ειδικότερα, το Γενικό Συμβούλιο έχει τις ακόλουθες εξουσίες και αρμοδιότητες.
  • να επιβλέπει την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων του Ταμείου και τη συμμόρφωσή του προς τις αρχές που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2,
  • να λαμβάνει τις αποφάσεις που προβλέπονται στην παρ. 6 του άρθρου 6, καθώς και στο άρθρο 8, .
  • να εγκρίνει την πολιτική, τις καταστατικές διατάξεις και τους εσωτερικούς κανόνες που εφαρμόζονται προκειμένου για τη διοίκηση και τις πράξεις του Ταμείου, συμπεριλαμβανομένου και του Κώδικα Δεοντολογίας των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής,
  • να εγκρίνει το διορισμό των ανώτατων στελεχών του Ταμείου, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, του Διευθυντή Εσωτερικής Επιθεώρησης, του Διευθυντή Διαχείρισης Κινδύνων, του Διευθυντή Διαχείρισης Επενδύσεων και του Διευθυντή Νομικής Υπηρεσίας,
  • να εγκρίνει τους γενικούς όρους και προϋποθέσεις απασχόλησης του Ταμείου, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής αμοιβών,
  • να εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμό του Ταμείου,
  • να εγκρίνει την ετήσια έκθεση και άλλες επίσημες εκθέσεις και τις λογιστικές καταστάσεις του Ταμείου,
  • να εγκρίνει το διορισμό εξωτερικών ελεγκτών του Ταμείου,
  • να εγκρίνει τη σύσταση ενός ή περισσοτέρων συμβουλευτικών οργάνων, να καθορίζει τους όρους και προϋποθέσεις διορισμού των μελών τους και να καθορίζει τους όρους αναφοράς των εν λόγω οργάνων,
  • να συγκροτεί μία ή περισσότερες επιτροπές αποτελούμενες από μέλη του Γενικού Συμβουλίου και/ή άλλα πρόσωπα και να καθορίζει τις αρμοδιότητές τους,
  • να εγκρίνει τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Γενικού Συμβουλίου και
  • να ασκεί οποιαδήποτε άλλη εξουσία ή αρμοδιότητα που προβλέπεται από τον παρόντα νόμο ή την κείμενη νομοθεσία.
  • Η Εκτελεστική Επιτροπή είναι αρμόδια για την προπαρασκευή του έργου, την εφαρμογή των αποφάσεων και την εκτέλεση των πράξεων του Ταμείου.
    Ειδικότερα, η Εκτελεστική Επιτροπή έχει τις ακόλουθες εξουσίες και αρμοδιότητες.
  • να προτείνει και να θέτει σε εφαρμογή τις αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου, δυνάμει της προηγούμενης παραγράφου,
  • με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, να λαμβάνει όλες τις πρόσφορες ή απαιτούμενες ενέργειες για τη διοίκηση του Ταμείου, την εκτέλεση των πράξεών του, συμπεριλαμβανομένων των δυνάμει του άρθρου 2 εξουσιών και αρμοδιοτήτων του, την ανάθεση συμβάσεων για την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών, της ανάληψης συμβατικών υποχρεώσεων επ’ ονόματι του Ταμείου, το διορισμό των μελών του προσωπικού και των συμβούλων του Ταμείου και γενικότερα την εκπροσώπησή του,
  • να αναθέτει οποιαδήποτε εκ των εξουσιών ή αρμοδιοτήτων της σε οποιοδήποτε εκ των μελών της ή σε στελέχη του Ταμείου, σύμφωνα με τους γενικούς όρους και προϋποθέσεις που έχουν εγκριθεί από το Γενικό Συμβούλιο, υπό την προϋπόθεση ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος ασκεί πρωτίστως τις εξουσίες του σύμφωνα προς την παράγραφο 7, και ότι τα λοιπά μέλη της Επιτροπής είναι πρωτίστως υπεύθυνα για τη διοίκηση ενός εκάστου των Τμημάτων του Ταμείου που είναι αρμόδια αφ’ ενός μεν για πιστωτικά ιδρύματα, αφ’ ετέρου δε για μεταβατικά πιστωτικά ιδρύματα, κατά την έννοια του άρθρου 63Ε του ν. 4021/2011,? .
  • να ασκεί κάθε άλλη εξουσία και αρμοδιότητα που προβλέπεται στον παρόντα νόμο ή την κείμενη νομοθεσία.
  • Όλες οι εξουσίες, δυνάμει του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, οι οποίες έχουν ανατεθεί στο Ταμείο, θεωρούνται ότι έχουν ανατεθεί στην Εκτελεστική Επιτροπή, εκτός αν προορίζονται ρητά για το Γενικό Συμβούλιο.
  • Ο Διευθύνων Σύμβουλος είναι υπεύθυνος έναντι του Γενικού Συμβουλίου για την εκτέλεση των αποφάσεών του και για τον έλεγχο της διοίκησης και των πράξεων του Ταμείου.
    Ο Διευθύνων Σύμβουλος τηρεί ενήμερο το Γενικό Συμβούλιο, όσο συχνά απαιτείται από αυτό αλλά κατ’ ελάχιστον δέκα φορές ετησίως, για την εκτέλεση της πολιτικής και των πράξεων του Ταμείου, για όλα τα γεγονότα και συνθήκες που έχουν ή αναμένεται να έχουν σημαντική επίδραση στην εκτέλεση της πολιτικής του Ταμείου και στη διοίκηση ή τις πράξεις του.
    Οι αμοιβές και αποζημιώσεις των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής
  • καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ορίζονται στις εκάστοτε αποφάσεις διορισμού τους και δημοσιεύονται στην ετήσια έκθεση του Ταμείου,
  • ορίζονται με τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η πρόσληψη και διατήρηση στις θέσεις τους, προσώπων με εξειδικευμένα προσόντα και επαγγελματική εμπειρία,
  • δεν δύνανται να τύχουν μειώσεως κατά τη διάρκεια της θητείας των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής,
  • δεν αποτελούν συνάρτηση των κερδών ή εσόδων του Ταμείου,
  • αποτελούν αντικείμενο διαβούλευσης με το Εurο Wοrking Grοup.
  • Το Γενικό Συμβούλιο συνέρχεται όσο συχνά απαιτούν οι εργασίες του Ταμείου, σε κάθε δε περίπτωση δέκα (10) φορές κατ’ ημερολογιακό έτος.
    Οι συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου συγκαλούνται από τον Πρόεδρο ή σε περίπτωση απουσίας του από το πρόσωπο που τον αναπληρώνει.
    Οι συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου συγκαλούνται με κοινοποίηση της ώρας, του τόπου και της ημερήσιας διάταξης της συνεδρίασης σε όλα τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου, τουλάχιστον πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία για την οποία έχει οριστεί η συνεδρίαση, εκτός από περίπτωση επείγουσας ανάγκης ή έπειτα από συναίνεση όλων των μελών, οπότε στην περίπτωση αυτή η συνεδρίαση μπορεί να συγκληθεί σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα όπως ορίζεται στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Γενικού Συμβουλίου.
    Οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δύνανται να ζητήσουν από τον Πρόεδρο να συγκαλέσει συνεδρίαση του Γενικού Συμβουλίου.
    Συνεδριάσεις μπορούν τέλος να συγκληθούν και κατόπιν αιτήματος δύο (2) μελών του Συμβουλίου.
    Η Εκτελεστική Επιτροπή συνέρχεται όσο συχνά απαιτούν οι εργασίες του Ταμείου, σε κάθε δε περίπτωση άπαξ κατ’ εβδομάδα.
    Οι συνεδριάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής συγκαλούνται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο ή σε περίπτωση απουσίας του από το πρόσωπο που τον αναπληρώνει.
    Η Εκτελεστική Επιτροπή συγκαλείται με κοινοποίηση της ώρας, του τόπου και της ημερήσιας διάταξης της συνεδρίασης σε όλα τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου, τουλάχιστον τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία για την οποία έχει οριστεί η συνεδρίαση, πλην περιπτώσεων επείγουσας ανάγκης ή έπειτα από συναίνεση όλων των μελών, οπότε και η Εκτελεστική Επιτροπή μπορεί να συνεδριάσει σε συντομότερο χρονικό διάστημα όπως ορίζεται στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Γενικού Συμβουλίου.
    Οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας καλούνται με τον αυτό τρόπο.
    Συνεδριάσεις μπορούν τέλος να συγκληθούν και κατόπιν αιτήματος των δύο λοιπών μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής.
    Στις συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής δύνανται να συμμετέχουν ένας (1) εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ένας (1) εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή οι αναπληρωτές τους.
    Στις συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου δύνανται να συμμετέχουν, κατόπιν προσκλήσεως του προεδρεύοντος, ο Διευθύνων Σύμβουλος ή ο αναπληρωτής του.
    Εφόσον εκλήθησαν νομίμως, η απουσία των εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή των αναπληρωτών τους δεν επηρεάζει τη νόμιμη συγκρότηση του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής.
    Οι προεδρεύοντες του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής δύνανται να καλούν στελέχη του Ταμείου και λοιπούς ειδικούς στις συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, όπως ορίζεται στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας τους.
    Το Γενικό Συμβούλιο τελεί σε απαρτία όταν είναι παρόντα τουλάχιστον τρία (3) μέλη του.
    Η Εκτελεστική Επιτροπή τελεί σε απαρτία όταν είναι παρόντα τουλάχιστον δύο (2) μέλη της, ένας εκ των οποίων είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος.
    Εάν δεν υπάρχει απαρτία, ο Πρόεδρος ή ο Διευθύνων Σύμβουλος, κατά περίπτωσιν, δύνανται να συγκαλέσουν έκτακτη συνεδρίαση, στην οποία οι αποφάσεις μπορεί να ληφθούν και χωρίς την ύπαρξη απαρτίας.
    Για να παράγουν έννομα αποτελέσματα, αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται χωρίς την ύπαρξη απαρτίας πρέπει να επικυρωθούν κατά την επόμενη τακτική συνεδρίαση του Γενικού Συμβουλίου.
    Κάθε μέλος του Γενικού Συμβουλίου έχει μία (1) ψήφο.
    Σε περίπτωση ισοψηφίας, η ψήφος του προεδρεύοντα είναι καθοριστική.
    Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, οι αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου λαμβάνονται με την πλειοψηφία των παρόντων μελών.
    Οι Εσωτερικοί Κανονισμοί Λειτουργίας του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής δύνανται να επιτρέπουν τη διεξαγωγή συνεδριάσεων και την ψηφοφορία μέσω τηλεδιάσκεψης ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μέσω γραπτής διαδικασίας ή ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας.
    Οι συνεδριάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής είναι εμπιστευτικές.
    Το Γενικό Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να δημοσιοποιήσει το αποτέλεσμα των συζητήσεών του επί οποιουδήποτε θέματος.
    Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, καμία πράξη ή διαδικασία του Γενικού Συμβουλίου δεν καθίσταται άκυρη λόγω της κένωσης θέσεως ή θέσεων στο Γενικό Συμβούλιο.
    Όλες οι ενέργειες οποιουδήποτε μέλους του Γενικού Συμβουλίου παραμένουν έγκυρες παρά την διαπίστωση ελαττώματος αναφορικά με το διορισμό, τη καταλληλότητα ή τα προσόντα του μέλους.
    Τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Γενικού Συμβουλίου υπογράφονται από τον προεδρεύοντα της συνεδρίασης αυτής και τον Γραμματέα του Γενικού Συμβουλίου.
    Ο Γραμματέας του Γενικού Συμβουλίου διορίζεται από το Γενικό Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως του Διευθύνοντα Συμβούλου.
    Ο Γραμματέας της Εκτελεστικής Επιτροπής διορίζεται από το Γενικό Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως του Διευθύνοντα Συμβούλου.
    Οι Γραμματείς είναι στελέχη του Ταμείου.
    Αντικατάσταση
    Πιστωτικό ίδρυμα, του οποίου η βιωσιμότητα έχει αξιολογηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, μπορεί να υποβάλει αίτημα στο Ταμείο για κεφαλαιακή ενίσχυση δυνάμει του παρόντος νόμου, κατόπιν υπόδειξης της Τράπεζας της Ελλάδος.
    ενεργοποίησης του Ταμείου
    Το αίτημα του πιστωτικού ιδρύματος για κεφαλαιακή ενίσχυση πρέπει απαραιτήτως να συνοδεύεται από
  • επιχειρησιακό σχέδιο, το οποίο καθορίζει τους τρόπους με τους οποίους το πιστωτικό ίδρυμα θα διασφαλίσει κερδοφορία και βιωσιμότητα εντός τριών ετών βάσει συντηρητικών εκτιμήσεων και το οποίο έχει αξιολογηθεί ως βιώσιμο και αξιόπιστο από την Τράπεζα της Ελλάδος, στο οποίο στοιχειοθετείται το ύψος της αναγκαίας κεφαλαιακής ενίσχυσης και περιγράφονται αναλυτικά τα μέτρα, τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα προτίθεται να λάβει, ώστε να επιτευχθεί το συντομότερο δυνατόν η διασφάλιση και ενίσχυση της φερεγγυότητάς του, μέσω, μεταξύ άλλων, αύξησης κεφαλαίου (και μέσω της παροχής κεφαλαιακής ενίσχυσης από το Ταμείο), της πώλησης κλάδων του πιστωτικού ιδρύματος και/ή αποκατάστασης της κερδοφορίας του, μέσω μείωσης εξόδων, κινδύνων ή την εξασφάλιση στήριξης από άλλες εταιρίες του ομίλου, και
  • λεπτομερές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των μέτρων που περιγράφονται στο επιχειρησιακό σχέδιο.
  • Εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή του επιχειρησιακού σχεδίου, το Ταμείο μπορεί, κατόπιν διαβούλευσης με την Τράπεζα της Ελλάδος, να ζητήσει από το πιστωτικό ίδρυμα τροποποιήσεις στο εν λόγω σχέδιο, οι οποίες θα πρέπει να υιοθετηθούν από το πιστωτικό ίδρυμα εντός δέκα (10) ημερών από της γνωστοποιήσεώς τους σε αυτό.
    Μετά την οριστικοποίηση των όρων και προϋποθέσεων αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7, το Ταμείο παρέχει την κατά το άρθρο 7 κεφαλαιακή ενίσχυση, τηρουμένων σε κάθε περίπτωση της νομοθεσίας της Ε.Ε. περί κρατικών ενισχύσεων και των ακολουθούμενων πρακτικών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
    Το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να εκπονήσει λεπτομερές σχέδιο αναδιάρθρωσης ή να τροποποιήσει σχέδιο που έχει ήδη υποβληθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ε.Ε. περί κρατικών ενισχύσεων και τις ακολουθούμενες πρακτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το οποίο εγκρίνεται από το Ταμείο.
    Εντός τριών (3) μηνών από τη χορήγηση της κεφαλαιακής ενίσχυσης, το σχέδιο αναδιάρθρωσης πρέπει να υποβληθεί προς έγκριση από το Υπουργείο Οικονομικών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
    Η υλοποίηση του σχεδίου αναδιάρθρωσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια.
    Παράταση του χρόνου υλοποίησης μέχρι δύο (2) έτη μπορεί να χορηγηθεί με απόφαση του Ταμείου, κατόπιν διαβούλευσης με την Τράπεζα της Ελλάδος, κατ’ εφαρμογή της διαδικασίας που περιγράφεται ανωτέρω και με την επιφύλαξη της έγκρισης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
    Το Ταμείο παρακολουθεί και αξιολογεί την προσήκουσα εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης και οφείλει περαιτέρω να παράσχει στο Υπουργείο Οικονομικών κάθε αναγκαία πληροφόρηση και στοιχεία, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις ενημέρωσης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
    Αντικατάσταση
    Το Ταμείο εκδίδει τίτλους παραστατικούς δικαιωμάτων κτήσης μετοχών για τις κοινές μετοχές που αναλαμβάνει κατά την παράγραφο 1, όταν προβαίνει σε κεφαλαιακή ενίσχυση πιστωτικών ιδρυμάτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7α. Τους τίτλους αυτούς δύνανται να αναλάβουν ο ιδιωτικός τομέας που συμμετέχει στην αύξηση κεφαλαίου της παραγράφου 1, κατά το λόγο της συμμετοχής τους στην αύξηση.
    Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο χρόνος έκδοσης των τίτλων, ο τρόπος έκδοσης των τίτλων, ο χρόνος άσκησης των δικαιωμάτων που ενσωματώνουν, ο τρόπος άσκησης των δικαιωμάτων που ενσωματώνουν, ο τρόπος υπολογισμού της αξίας των μετοχών, ο αριθμός των μετοχών για τις οποίες παρέχει δικαίωμα κτήσης κάθε τίτλος, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι τίτλοι δύνανται να μεταβιβάζονται και κάθε άλλη λεπτομέρεια εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.
    Προσθήκη
    Με απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής και με την έγκριση του Γενικού Συμβουλίου ορίζεται πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και ελεγκτικής λογιστικής εμπειρίας ως επικεφαλής εσωτερικός ελεγκτής, ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου του Ταμείου, με πενταετή θητεία, που μπορεί να ανανεώνεται και η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εκτείνεται πέραν της ημερομηνίας που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 2.
    Ο προϊστάμενος εσωτερικός ελεγκτής δεν υπάγεται στην υπηρεσιακή ιεραρχία, απολαμβάνει πλήρους ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, έχει πρόσβαση σε όλα τα βιβλία, στοιχεία και λογαριασμούς του Ταμείου και αναφέρεται απευθείας στο Γενικό Συμβούλιο και την Εκτελεστική Επιτροπή, όποτε δε κρίνεται απαραίτητο, μέσω της Επιτροπής Εσωτερικού Ελέγχου.
    Αντικατάσταση
    Η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου εποπτεύεται από Επιτροπή Εσωτερικού Ελέγχου, που συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Συμβουλίου και αποτελείται από δύο (2) μέλη του Γενικού Συμβουλίου και έναν εξωτερικό ειδικό εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας σε θέματα ελεγκτικής λογιστικής. Αναφορικά με τη διάρκεια και την τυχόν πρόωρη λήξη της θητείας, τις υποχρεώσεις και τα ασυμβίβαστα του τελευταίου, ισχύουν τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. .
    Αντικατάσταση
    Η κατά τον παρόντα νόμο κεφαλαιακή ενίσχυση παρέχεται μέσω συμμετοχής του Ταμείου σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του πιστωτικού ιδρύματος με την έκδοση κοινών μετοχών ή υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι μετατροπής των ομολογιών και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. .
    Αντικατάσταση
    A/2012/40
    2012-04-19 Ρυθμίσεις θεμάτων κεφαλαιακής ενίσχυσης των πιστωτικών ιδρυμάτων.
    Τροποποίηση Τύπος
    Η κεφαλαιακή ενίσχυση που παρέχεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, μέσω της συμμετοχής του Ταμείου σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου πιστωτικού ιδρύματος εξαιρείται από την υποχρέωση υποβολής δημόσιας πρότασης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3461/2006 (Α΄ 106).
    Προσθήκη
    Περιουσία του Ταμείου αποτελεί το κατατεθειμένο κεφάλαιο, συμπεριλαμβανομένων μετρητών, ομολόγων του ΕΤΧΣ ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων του ΕΤΧΣ, οι τόκοι της προηγουμένης παραγράφου, οι εκδιδόμενες από πιστωτικά ιδρύματα και αποκτώμενες από το Ταμείο μετοχές, ομολογίες και άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα κατά το άρθρο 7 του παρόντος και κατά το άρθρο 63 Ε του ν. 3601/2007, άρθρο που έχει προστεθεί με το άρθρο 4 του ν. 4021/2011 (Α΄218), καθώς και όλα τα δικαιώματα οικονομικής φύσης που απορρέουν από τη συμμετοχή του Ταμείου στο μετοχικό κεφάλαιο πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, συμπεριλαμβανομένου του προϊόντος της εκκαθάρισης των ως άνω πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και των δικαιωμάτων έναντι των υπό εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων σε περίπτωση καταβολής του ποσού της διαφοράς της αξίας μεταξύ των μεταφερομένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που αναφέρεται στην περίπτωση α της παραγράφου 13 του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007, άρθρου που έχει προστεθεί με το άρθρο 4 του ν. 4021/2011 και στην παράγραφο 7 του άρθρου 63 Ε του ν. 3601/2007.
    Αντικατάσταση
    A/2012/94
    2017-03-01 Συμπληρωματικά μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΟΜ) 1141/2014 περί ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων και ιδρυμάτων, μέτρα επιτάχυνσης του κυβερνητικού έργου αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών και άλλες διατάξεις.
    Τροποποίηση Τύπος
    Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 4Α. Η θητεία τους είναι τριετής, με δυνατότητα ανανέωσης και δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διάρκεια του Ταμείου, όπως αυτή προσδιορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου.
    Σε περίπτωση κένωσης θέσεως μέλους του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής, η θέση πληρούται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών, η οποία δύναται να παραταθεί για ακόμα τριάντα (30) ημέρες εφόσον τούτο κριθεί απαραίτητο, δια του διορισμού νέου μέλους, σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 4Α. Εξαιρουμένου του εκπροσώπου, στο Γενικό Συμβούλιο, του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και του μέλους που έχει οριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, για το διορισμό και την ανανέωση της θητείας των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, καθώς και για την αμοιβή τους, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Εurο Wοrking Grοup.
    Σε περίπτωση που η διάρκεια της θητείας των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής λήγει πριν τη λήξη της διάρκειας του Ταμείου, η θητεία των ανωτέρω μελών ανανεώνεται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρούσης και με την επιφύλαξη της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου.
    Σε περίπτωση κένωσης θέσεως μέλους του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής ενώ απομένει διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών για τη λήξη της διάρκειας του Ταμείου, τα όργανα αυτά λειτουργούν νομίμως και χωρίς την πλήρωση της ως άνω θέσεως, εφόσον κατά τις συνεδριάσεις τους τα υπόλοιπα μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει η προβλεπόμενη στις παραγράφους 16 και 17 απαρτία.
    Αντικατάσταση
    A/2017/24
    2018-05-15 Ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ για τις υπηρεσίες πληρωμών και άλλες διατάξεις.
    Τροποποίηση Τύπος
    Το Γενικό Συμβούλιο αποτελείται από επτά (7) μη εκτελεστικά μέλη.
    Πέντε (5) εκ των μελών του, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου του, επιλέγονται μεταξύ προσώπων με διεθνή εμπειρία σε τραπεζικά θέματα.
    Τις θέσεις των υπολοίπων μελών του Γενικού Συμβουλίου συμπληρώνουν ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών και ένα πρόσωπο που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος.
    Αντικατάσταση
    A/2018/84
    Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
    ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 2007/2595 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2007/2595 2007
    ΝΟΜΟΣ 1920/2190 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1920/2190 1920
    Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις. 2002/3016 2002
    ΝΟΜΟΣ 2006/3461 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2006/3461 2006
    Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. 2007/3528 2007
    ΝΟΜΟΣ 2007/3601 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2007/3601 2007
    Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2006/43/ΕΚ περί υποχρεωτικών ελέγχων των ετή­σιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροπο­ποίηση των Οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της Οδηγίας 84/253/Ε[...]" 2008/3693 2008
    Ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης και άλλες διατάξεις. 2008/3723 2008
    Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. 2010/3845 2010
    ΝΟΜΟΣ 2011/4021 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 2011/4021 2011
    Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
    Ρύθμιση θεμάτων κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 10 του άρθρου 6 του ν. 3864/2010, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την από 30-4-2012 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρυθμίσεις θεμάτων εφαρμογής των νόμων 3864/2010, 4021/2011, 4046/2012, 4051/2012 και[...]" 2012/15_3-5-2012 2012
    Ρύθμιση θεμάτων κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 11 του άρθρου 6α του ν. 3864/2010 (Α΄ 119), όπως προστέθηκε με την υποπαράγραφο Α3 της παραγράφου Α του άρθρου δεύτερου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85). 2014/11_11-4-2014 2014
    Ρύθμιση θεμάτων κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 2 και 5 (γ) του άρθρου 7 του Ν.3864/2010 (Α΄ 119), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του Ν.4340/2015 (Α΄ 134). 2015/36_02-11-2015 2015
    Τροποποίηση της 38/9-11-2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου «Ρύθμιση θεμάτων κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 7 του Ν. 3864/2010 (Α΄ 119), όπως τροποποιήθηκε με την περίπτωση 8 της υποπαραγράφου Δ1 της παραγράφου Δ του άρθρου μόνου του Ν[...]" 2015/43_2-12-2015 2015
    Τροποποίηση της 11/11-4-2014 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου «Ρύθμιση θεμάτων κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 11 του άρθρου 6α του ν. 3864/2010 (Α΄ 119), όπως προστέθηκε με την υποπαράγραφο Α3 της παραγράφου Α του άρθρου δεύτερου του ν. 4254/2014 (Α΄85)» (Α΄ 90). 2015/44_5-12-2015 2015
    Εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 6α του Ν.3864/2010 (Α΄ 119), πριν τη χορήγηση κεφαλαιακής ενίσχυσης στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.», από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. 2015/45_5-12-2015 2015
    Ρυθμίσεις θεμάτων κεφαλαιακής ενίσχυσης των πιστωτικών ιδρυμάτων. 2012/1_19.04.2012 2012
    Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων αρμοδιότητας των Υπουργείων Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης και του Υπουργού Επικρατείας. 2012/1_31.12.2012 2012
    Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας. 2010/3899 2010
    Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικού περιεχομένου και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου Συνεννόησης του ν. 4046/2012. 2012/4051 2012
    Ρυθμίσεις για την κτηνοτροφία και τις κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις και άλλες διατάξεις.. 2012/4056 2012
    Αντιμετώπιση της παραβατικότητας στην Κοινωνική Ασφάλιση και στην αγορά εργασίας και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. 2013/4144 2013
    Ανασυγκρότηση του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου και άλλες διατάξεις. 2013/4150 2013
    Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις. 2014/4261 2014
    Ρυθμίσεις για τη λήψη άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την οργάνωση της Κυβέρνησης και των Κυβερνητικών οργάνων και λοιπές διατάξεις. 2015/4320 2015
    Για το πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις του Υπουργείου Οικονομικών. 2015/4340 2015
    Επείγουσες ρυθμίσεις για την εφαρμογή της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις. 2015/4346 2015
    Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης, βαθμολογική διάρθρωση θέσεων, συστήματα αξιολόγησης, προαγωγών και επιλογής προϊσταμένων (διαφάνεια - αξιοκρατία και αποτελεσματικότητα της Δημόσιας Διοίκησης) και άλλες διατάξεις. 2016/4369 2016
    Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις. 2016/4389 2016
    Κύρωση της Συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας για τη συνεργασία στους τομείς Έρευνας και Διάσωσης και άλλες διατάξεις. 2016/4431 2016
    Συμπληρωματικά μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΟΜ) 1141/2014 περί ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων και ιδρυμάτων, μέτρα επιτάχυνσης του κυβερνητικού έργου αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών και άλλες διατάξεις. 2017/4456 2017
    Ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ για τις υπηρεσίες πληρωμών και άλλες διατάξεις. 2018/4537 2018