ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ


ΚΩΔΙΚΟΣ: Νόμος/2013/4194
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2013-09-27
ΦΕΚ: Α/2013/208 PDF
ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ:
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Ελλάδα
Αρxική Έκδοση
Εξαγωγή XML
Εξαγωγή PDF
Εξαγωγή RDF
Εξαγωγή JSON

Κώδικας Δικηγόρων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α


Άρθρο 111


  1. Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη.

  2. Οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται από τα Πειθαρχικά Συμβούλια.

  3. Η ποινική διαδικασία δεν αναστέλλει την πειθαρχική. Ο πειθαρχικός δικαστής δύναται να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας, έως ότου περατωθεί η ποινική. Σε περίπτωση αθώωσης στην ποινική δίκη, η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται αν έχει τιμωρηθεί ο διωχθείς. Πάντως, οι διαπιστώσεις που εμπεριέχονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο βούλευμα, για την ύπαρξη ή μη ορισμένων γεγονότων, γίνονται δεκτές και στην πειθαρχική δίκη.

  4. Κανένας δεν διώκεται για δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο και επιβάλλεται μόνο μία πειθαρχική ποινή. Νέα πειθαρχική δίωξη για το ίδιο παράπτωμα είναι απαράδεκτη. Διαφορετική νομική υπαγωγή των ίδιων περιστατικών δεν καθιστά την πειθαρχική αγωγή νέα.

  5. Περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου παραπτώματος θεωρούνται ως ενιαίο σύνολο, η βαρύτητα του οποίου λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό και την επιμέτρηση της ποινής.

  6. Η χάρη, η αποκατάσταση, καθώς και η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο άρση του ποινικώς κολάσιμου της πράξης ή η ολική ή μερική άρση των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρουν το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης.

  7. Αν από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, διατάξεις κωδίκων δεοντολογίας και εσωτερικοί κανονισμοί του οικείου δικηγορικού συλλόγου, αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των Γενικών Συνελεύσεων του Συλλόγου και αποφάσεις της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας, εφαρμόζονται εκείνες οι διατάξεις που είναι ευμενέστερες, για τον διωκόμενο.

  8. Παραίτηση ή μετάθεση του δικηγόρου πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας για την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης δεν παρακωλύει την εξέλιξή της ούτε την καταργεί.


Άρθρο 112


  1. Το πειθαρχικό παράπτωμα συντελείται με υπαίτιακαι καταλογιστή πράξη, ενέργεια ή παράλειψη του δικηγόρου, στο πλαίσιο του λειτουργήματός του ή καιέξω από αυτό, εφόσον αυτή:
    1. αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το Σύνταγμα και τους νόμους που συνδέονταιάρρηκτα με την άσκηση του λειτουργήματός του καιτην απονομή της Δικαιοσύνης,
    2. αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τις διατάξεις εσωτερικού και διεθνούς δικαίου που αφορούν την προστασία των ανθρωπίνωνδικαιωμάτων,
    3. αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τις διατάξεις κωδίκων δεοντολογίας, εσωτερικών κανονισμών του οικείου δικηγορικού συλλόγου,αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των ΓενικώνΣυνελεύσεων αυτού.
    4. είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητά του ως υπερασπιστή και εκπροσώπου των ηθικών και υλικών συμφερόντων του εντολέα του,
    5. θίγει το κύρος του δικηγορικού λειτουργήματος.

  2. Πειθαρχικά παραπτώματα του δικηγόρου αποτελούν:
    1. Πράξεις που μαρτυρούν έλλειψη αφοσίωσης προςτην Πατρίδα και το Δημοκρατικό Πολίτευμα της Χώρας.
    2. Η χρησιμοποίηση της ιδιότητας του δικηγόρου γιατην επιδίωξη παράνομων ιδιοτελών σκοπών. Η απαίτησηγια τη λήψη νόμιμης αμοιβής δεν συνιστά τέτοιο σκοπό.
    3. Η εν γένει αναξιοπρεπής ή απρεπής συμπεριφοράτου.
    4. Η παραβίαση του δικηγορικού απορρήτου.

  3. Κάθε κακούργημα που τελείται από δικηγόρο είναι και αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα. Επίσης, κάθε πλημμέλημα που η διάπραξή του και η σχετική καταδίκη είναι ασυμβίβαστες με το δικηγορικό λειτούργημα είναι και αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα.

  4. Δεν αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα για το δικηγόρο η άρνησή του να εφαρμόσει διατάξεις που τίθενται κατά κατάλυση του Συντάγματος ή είναι αντίθετες σε αυτό.


Άρθρο 113


  1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται πέντε (5) έτη μετά την τέλεσή τους.

  2. Πειθαρχικό παράπτωμα, που αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα, δεν παραγράφεται πριν παρέλθει ο χρόνος που ορίζεται για την παραγραφή του τελευταίου. Όσο διαρκεί η ποινική διαδικασία και ένα (1) έτος μετά την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ή αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος, αναστέλλεται η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος. Ομοίως, αναστέλλεται η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος για όσο χρόνο διαρκεί η ακυρωτική διαδικασία.

  3. O χρόνος της παραγραφής αναστέλλεται με την υποβολή της αναφοράς, ο χρόνος της αναστολής αυτής δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου συλλόγου καθορίζεται το ύψος του παραβόλου που απαιτείται για την υποβολή της ως άνω αναφοράς.

  4. Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται με την τέλεση άλλου πειθαρχικού παραπτώματος που αποσκοπεί στη συγκάλυψη του πρώτου ή στη ματαίωση έγερσης πειθαρχικής δίωξης για αυτό.


Άρθρο 114


  1. Οι πειθαρχικές ποινές είναι:
    1. η σύσταση,
    2. η επίπληξη,
    3. το πρόστιμο από 500 μέχρι 20.000 ευρώ. Το ανώτατο και το κατώτατο όριο των προστίμων μπορεί να τροποποιείται με πρόταση της Ολομέλειας των Προέδρωντων Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας και απόφασητου Υπουργού Δικαιοσύνης,
    4. προσωρινή παύση από το δικηγορικό λειτούργημαέως δύο (2) χρόνια και
    5. οριστική παύση από το δικηγορικό λειτούργημα.

  2. Η ποινή της οριστικής παύσης επιβάλλεται μόνοσε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, όταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν και ο βαθμός υπαιτιότητας του διωκόμενουμαρτυρούν ότι αυτός δεν έχει συναίσθηση των βασικώνυποχρεώσεών του ως δικηγόρου ή θίγουν σοβαρά τοκύρος του δικηγορικού λειτουργήματος. Τέτοιες προϋποθέσεις συντρέχουν:
    1. αν ο διωκόμενος καταδικάστηκε αμετάκλητα γιακακούργημα,
    2. αν καταδικάσθηκε αμετάκλητα για οποιοδήποτεπλημμέλημα, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου6 του Κώδικα,
    3. αν έχει τιμωρηθεί ήδη με ποινή προσωρινής παύσηςτουλάχιστον έξι (6) μηνών την τελευταία τριετία γιαάλλη, χρονικά προγενέστερη, πράξη.

  3. Τα μέτρα της επίπληξης και του προστίμου μπορούν να επιβληθούν και σωρευτικά.

  4. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 7 δεν εφαρμόζεται κατά την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης.


Άρθρο 115


  1. Ο δικηγόρος, στον οποίο έχει επιβληθεί παύση από το δικηγορικό λειτούργημα, οριστική ή προσωρινή, για όσο χρόνο αυτή διαρκεί, δεν επιτρέπεται να ενεργεί ως πληρεξούσιος ή συνήγορος ή νομικός σύμβουλος αυτοπροσώπως ή μέσω αλληλογραφίας, ενώπιον δικαστηρίων, υπηρεσιών, διαιτητικού δικαστηρίου ή άλλων προσώπων ή να διορίζει πληρεξουσίους ή μεταπληρεξουσίους.

  2. Το κύρος των νομικών πράξεων του δικηγόρου δεν θίγεται από την επιβληθείσα παύση, εκτός αν εκείνος που εκπροσωπείται τελούσε σε γνώση αυτής.

  3. Τα δικαστήρια οφείλουν να αποπέμπουν τον δικηγόρο που παρίσταται ενώπιόν τους παρά την παύση που του έχει επιβληθεί.


Άρθρο 116


  1. Κατά τον προσδιορισμό του είδους της ποινής καικατά την επιμέτρησή της το πειθαρχικό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη:
    1. τη βαρύτητα του πειθαρχικού παραπτώματος καιιδίως τη βλάβη που προκάλεσε το αδίκημα, τη φύση, τοείδος και το αντικείμενο του αδικήματος, τις περιστάσεις υπό τις οποίες διαπράχθηκε αυτό, την ένταση τουδόλου ή το βαθμό αμέλειας του διωκομένου,
    2. την προσωπικότητα του δικηγόρου, την πείρα του,τις ατομικές, κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη πορεία του, καθώς και τη διαγωγή του μετά τηνπράξη, τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία ναεπανορθώσει τις συνέπειες αυτής.

  2. Όταν συρρέουν περισσότερα πειθαρχικά αδικήματα και οι πειθαρχικές ποινές για καθένα από αυτά είναι του ίδιου είδους, επιβάλλεται μετά την επιμέτρησή τους συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από την πιο βαριά από τις συντρέχουσες ποινές και προσαυξάνεται. Εάν οι πειθαρχικές ποινές είναι του αυτού είδους, ή αν οι ποινές είναι ίσης διάρκειας η συνολική ποινή αποτελείται από μία από αυτές, που προσαυξάνεται μέχρι το ανώτερο όριό της. Η επαύξηση της προσωρινής παύσης δεν μπορεί να είναι ανώτερη των έξι (6) μηνών. Η επαύξηση της πιο βαριάς ποινής για κάθε μια από τις συντρέχουσες ποινές γίνεται κατά την αιτιολογημένη κρίση του πειθαρχικού συμβουλίου.

  3. Σε περίπτωση που ο δικηγόρος έχει τιμωρηθεί με προσωρινή παύση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και τιμωρηθεί μέσα σε πέντε (5) χρόνια από την τέλεση της πράξης για άλλο πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει ποινή προσωρινής παύσης, μπορεί να διαγραφεί οριστικά από το μητρώο του συλλόγου, με αίτηση του Πρόεδρου αυτού προς το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο.

  4. Όταν πρόκειται για παράπτωμα που οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια, το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να μην επιβάλει ποινή, εκτιμώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει τελεστεί, καθώς και την προσωπικότητα του διωκομένου δικηγόρου.


Άρθρο 117


  1. Οι τελεσίδικες αποφάσεις που επιβάλλουν την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης δημοσιεύονται στο νομικό περιοδικό που εκδίδει σε τακτική βάση ο οικείος δικηγορικός σύλλογος και στην περίπτωση που δεν εκδίδεται ή έχει παύσει να εκδίδεται, στο νομικό περιοδικό που εκδίδεται στην ίδια εφετειακή περιφέρεια, διαφορετικά στο Νομικό Βήμα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Επίσης, αναρτάται περίληψη στην ηλεκτρονική σελίδα του δικηγορικού συλλόγου, του οποίου είναι μέλος εκείνος στον οποίο έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή.

  2. Σε περίπτωση προσωρινής ή οριστικής παύσης δικηγόρου που ανήκει σε δικηγορική Εταιρεία, αφαιρείται το όνομά του από την επωνυμία της Εταιρείας.


Άρθρο 118


  1. Πειθαρχικά συμβούλια είναι: (α) τα πειθαρχικά συμβούλια στην έδρα κάθε πολιτικού εφετείου που δικάζουν πειθαρχικά αδικήματα σε πρώτο βαθμό και (β) το ανώτατο πειθαρχικό συμβούλιο για τους δικηγόρους, με έδρα τον Άρειο Πάγο που δικάζει τα πειθαρχικά αδικήματα των δικηγόρων σε δεύτερο και τελευταίο βαθμό.

  2. Τα πειθαρχικά συμβούλια με απόφασή τους μπορούν να συνεδριάζουν και στην έδρα του Δικηγορικού Συλλόγου των πειθαρχικά εγκαλουμένων, εφόσον κρίνουν ότι με τον τρόπο αυτόν διευκολύνονται τα διάδικα μέρη.


Άρθρο 119


  1. Τα πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια είναι πενταμελή και συγκροτούνται ως ακολούθως:
    1. Εντός του μηνός Μαρτίου, μετά τη διεξαγωγή τωναρχαιρεσιών των δικηγορικών συλλόγων, η συντονιστικήεπιτροπή των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγωνμετά από πρόταση ενός ή περισσοτέρων συλλόγωναποφασίζει τον αριθμό των πειθαρχικών συμβουλίωνστην έδρα κάθε πολιτικού εφετείου και τον αναγκαίοαριθμό μελών, τακτικών και αναπληρωματικών, για τησυγκρότησή τους. Με πρόταση των διοικητικών συμβουλίων των Δικηγορικών Συλλόγων της έδρας κάθε πολιτικού εφετείου και κατά την αναλογία των μελών κάθεσυλλόγου, συντάσσεται κατάλογος με πενταπλάσιο τουαναγκαίου αριθμού μελών για το πειθαρχικό συμβούλιοστην έδρα κάθε πολιτικού εφετείου για την επόμενηθητεία. Η συντονιστική επιτροπή μετά από πρότασηενός ή περισσοτέρων Δικηγορικών Συλλόγων μπορεί ναπροβλέψει περισσότερο του ενός πειθαρχικά συμβούλιαστην έδρα συγκεκριμένων πολιτικών εφετείων.
    2. Εντός του μηνός Μαρτίου γίνεται δημόσια κλήρωσητων μελών του πειθαρχικού συμβουλίου στην έδρα κάθεπολιτικού εφετείου με απόφαση του Προέδρου Εφετώνκαι την παρουσία αυτού και των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της περιφέρειας αυτού.

  2. Υποψήφια μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων δύνανται να είναι:
    1. Δικηγόροι, που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστονδεκαπενταετή δικηγορία.
    2. Επίτιμοι δικηγόροι, που έχουν διακριθεί εξαιρετικάκατά τη διάρκεια της ενεργούς δικηγορίας τόσο για τιςεπιστημονικές τους ικανότητες όσο και για την επαγγελματική τους συμπεριφορά.

  3. Δεν δύνανται να είναι μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων όσοι τελούν σε αναστολή, όσοι είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του συλλόγου και όσοι έχουν καταδικασθεί αμετάκλητα σε οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, πλην της σύστασης και της επίπληξης.

  4. Καθήκοντα Προέδρου κάθε πειθαρχικού συμβουλίου ασκεί το μέλος αυτού με τα περισσότερα χρόνια δικηγορίας.

  5. Η Συντονιστική Επιτροπή των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων συντάσσει Κανονισμό Λειτουργίας των πειθαρχικών συμβουλίων, η οποία εγκρίνεται από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων και δημοσιεύεται στο Νομικό Βήμα. Στον Κανονισμό λειτουργίας μπορεί να προβλεφθεί η δημιουργία περισσότερων πειθαρχικών τμημάτων στην έδρα κάθε πολιτικού Εφετείου.

  6. Δικηγόροι που διορίσθηκαν μέλη πειθαρχικού συμβουλίου απέχουν υποχρεωτικά των καθηκόντων τους για όσο χρόνο υπάρχει εκκρεμής σε βάρος τους πειθαρχική δίωξη.


Άρθρο 120


  1. Οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων, με εξαίρεση εκείνες που επιβάλλουν τη σύσταση ή την επίπληξη, υπόκεινται στο ένδικο μέσο της έφεσης που εκδικάζεται από το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

  2. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο, που εδρεύει στην Αθήνα και στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου είναι πενταμελές και αποτελείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, έναν αρεοπαγίτη και τρεις δικηγόρους. Τα αναπληρωματικά μέλη είναι συνολικά εννέα (9), δηλαδή ένας αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, δύο (2) αρεοπαγίτες και έξι (6) δικηγόροι.

  3. Ο αντιπρόεδρος και οι τρεις (3) αρεοπαγίτες ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μέσα στο μήνα Μάρτιο κάθε διετίας. Η θητεία τους είναι διετής και αρχίζει από την 1η Μαΐου.

  4. Οι δικηγόροι που είναι τακτικά και αναπληρωματικά μέλη επιλέγονται ύστερα από κλήρωση που διενεργείται το μήνα Μάρτιο κάθε διετίας από τη Συντονιστική Επιτροπή των Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος από κατάλογο πενταπλασίου του αριθμού προς κλήρωση, ο οποίος συντάσσεται με απόφασή της. Η απόφασή τους αυτή επικυρώνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

  5. Υποψήφια μέλη του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου δύνανται να είναι δικηγόροι που έχουν συμπληρώσει εικοσαετή τουλάχιστον δικηγορία, έχουν προαχθεί στον Άρειο Πάγο και δεν έχουν τα κωλύματα της παραγράφου 3 του άρθρου 147 του Κώδικα.

  6. Γραμματέας του συμβουλίου είναι ο γραμματέας του Αρείου Πάγου ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. Το σχετικό πρακτικό διαβιβάζεται χωρίς καθυστέρηση στον Υπουργό Δικαιοσύνης για την έκδοση της σχετικής απόφασης.

  7. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο συνεδριάζει πάντοτε σε ολομέλεια των μελών του και οι αποφάσεις του λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία. Τον πρόεδρο του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου, όταν κωλύεται, τον αναπληρώνει ως αναπληρωματικό μέλος ο διορισμένος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και σε περίπτωση κωλύματος και αυτού ο αρχαιότερος αρεοπαγίτης, από τους τρεις που εκλέγονται και τον τελευταίο ο αρχαιότερος αναπληρωματικός αρεοπαγίτης, τα δε λοιπά τακτικά μέλη του συμβουλίου αναπληρώνονται, σε περίπτωση κωλύματος, από τα αναπληρωματικά μέλη κατά σειρά αρχαιότητάς τους.

  8. Στην περίπτωση μεγάλου αριθμού υποθέσεων ο πρόεδρος του ανωτάτου πειθαρχικού συμβουλίου δύναται να αναθέτει υποθέσεις και στα αναπληρωματικά μέλη αυτού.


Άρθρο 121


  1. Η θητεία των τακτικών και αναπληρωματικών μελών των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων είναι τετραετής.

  2. Ο πρόεδρος και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των Δικηγορικών Συλλόγων δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία των πειθαρχικών συμβουλίων, των πολιτικών Εφετείων που ανήκει ο σύλλογός τους αλλά σε άλλο όμορο Εφετείο. Ο καθορισμός του όμορου πολιτικού εφετείου γίνεται με απόφαση της συντονιστικής επιτροπής των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων που δημοσιεύεται στον Κώδικα Νομικού Βήματος.

  3. Πράξεις που διενεργήθηκαν έγκυρα κατά τη διάρκεια θητείας των πειθαρχικών συμβουλίων παραμένουν ισχυρές και μετά τη λήξη της θητείας τους. Αποφάσεις που έχουν συζητηθεί ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων πριν από τη λήξη της θητείας τους μπορούν να εκδοθούν και να δημοσιευθούν μέσα σε ένα τετράμηνο από τη λήξη της θητείας. Σε κάθε άλλη περίπτωση επαναλαμβάνεται η συζήτηση της πειθαρχικής υπόθεσης ενώπιον των νέων πειθαρχικών συμβουλίων.

  4. Σε κάθε πειθαρχικό συμβούλιο λειτουργεί γραμματεία αποτελούμενη από υπαλλήλους ή και δικηγόρους των αντίστοιχων Δικηγορικών Συλλόγων κατ’ άρθρο 95 παράγραφος 1 περίπτωση ιγ΄ και παράγραφος 5 του Κώδικα, που ενεργούν κάθε αναγκαία πράξη για τη διεκπεραίωση των πειθαρχικών υποθέσεων, σύμφωνα με τις υποδείξεις του πειθαρχικού συμβουλίου και του εισηγητή. Οποιαδήποτε παράλειψη στον ορισμό γραμματέως δεν επηρεάζει τη νόμιμη συγκρότηση του οργάνου.


Άρθρο 122


  1. Οι διατάξεις για την εξαίρεση των δικαστών του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρα 52 επ.) ισχύουν και για την εξαίρεση των μελών των πειθαρχικών συμβουλίων.

  2. Η αίτηση για την εξαίρεση επιδίδεται στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου, ο οποίος την εισάγει στο πειθαρχικό συμβούλιο για να αποφανθεί. Η απόφαση που εκδίδεται είναι αμετάκλητη. Κάθε εγκαλούμενος έχει δικαίωμα υποβολής αίτησης εξαίρεσης μόνο μία φορά σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας.

  3. Αν η αίτηση εξαίρεσης γίνει δεκτή και δεν απομένει επαρκής αριθμός μελών για συγκρότηση του πειθαρχικού συμβουλίου η υπόθεση με την ίδια απόφαση παραπέμπεται σε άλλο πειθαρχικό συμβούλιο στην έδρα του ίδιου πολιτικού εφετείου, στην περίπτωση που λειτουργούν περισσότερα από ένα τμήματα ή στο πειθαρχικό συμβούλιο όμορου εφετείου.

  4. Η αίτηση εξαίρεσης είναι απαράδεκτη όταν αυτή αφορά στην εξαίρεση όλων των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου.


Άρθρο 123


  1. Αρμόδιο για την εκδίκαση των πειθαρχικών παραπτωμάτων είναι το πειθαρχικό συμβούλιο στην έδρα του πολιτικού εφετείου στην περιφέρεια του οποίου φέρεται ότι τελέστηκε το πειθαρχικό παράπτωμα.

  2. Σε περίπτωση τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος σε περιφέρειες περισσότερων πολιτικών εφετείων, αρμόδιο είναι το πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο έχει επιληφθεί της υπόθεσης το πρώτον.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α


Άρθρο 124


  1. Ο δικηγόρος, ο οποίος με πράξη, ενέργεια ή παράλειψή του προκάλεσε ζημία στον εντολέα του παράνομα, από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

  2. Οι διατάξεις του δευτέρου και τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3094/2003 (Α΄ 10) εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.


Άρθρο 125


  1. Οι αξιώσεις του προηγούμενου άρθρου παραγράφονται μετά τρία (3) έτη από την πράξη, ενέργεια ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων.

  2. Η παραγραφή των αξιώσεων του προηγούμενου άρθρου αναστέλλεται ή διακόπτεται για όσο χρόνο προβλέπεται στα άρθρα 255 επ. και 260 του Αστικού Κώδικα.


Άρθρο 126


  1. Η αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου υπάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο πολυμελές πρωτοδικείο που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία για υποθέσεις αγωγών κακοδικίας κατά δικηγόρων που εδρεύουν στην Ελλάδα, εφαρμοστέο δε είναι το ελληνικό δίκαιο.


Άρθρο 127


  1. Το δικόγραφο της αγωγής:
    1. συντάσσεται σύμφωνα με τα όσα ορίζονται σταάρθρα 118 και 216 εδάφιο 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,
    2. περιέχει όλους τους λόγους, στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και
    3. αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσαπου επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους.

  2. Στην αγωγή επισυνάπτονται:
    1. τα αποδεικτικά έγγραφα που ο ενάγων επικαλείταιγια να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα η επικυρωμένα αντίγραφα,
    2. ειδικό πληρεξούσιο στον δικηγόρο που υπογράφειτην αγωγή, η έλλειψη του οποίου την καθιστά απαράδεκτη.


Άρθρο 128


  1. Αν η αγωγή κακοδικίας απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο δεν επιτρέπεται να ασκηθεί νέα αγωγή για την ίδια υπόθεση, για τους ίδιους ή άλλους λόγους, και ο ενάγων καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα ενώ μπορεί να καταδικαστεί και σε χρηματική ποινή κατά το άρθρο 205 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α


Άρθρο 9


  1. Όποιος επιτυγχάνει στις πανελλήνιες εξετάσεις μπορεί να ζητήσει το διορισμό του ως δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο του Πρωτοδικείου, που εκείνος επιθυμεί, με αίτησή του προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Δεν επιτρέπεται να εγγραφεί σε περισσότερους από ένα Δικηγορικούς Συλλόγους. Ο δικηγόρος υποχρεούται να έχει έδρα και γραφείο στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου που είναι διορισμένος.

  2. Στην αίτηση διορισμού επισυνάπτονται τα ακόλουθαέγγραφα:
    1. Πιστοποιητικό γέννησης από την αρμόδια δημοτικήαρχή. Στην περίπτωση που ο αιτών είναι πολίτης κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης πιστοποιητικότης αντίστοιχης δημόσιας αρχής. Στην περίπτωση που οαιτών είναι Έλληνας το γένος και δεν έχει την ιδιότητατου Έλληνα πολίτη, οφείλει να προσκομίσει σχετικήάδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης.
    2. Πτυχίο Νομικού Τμήματος Νομικής Σχολής Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος στην Ελλάδα ή πτυχίοΝομικού Τμήματος Νομικής Σχολής από αναγνωρισμένηπανεπιστημιακή σχολή κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλου συμβαλλόμενου κράτους τηςΣυμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο.
    3. Αντίγραφο Ποινικού Μητρώου, από το οποίο βεβαιώνεται ότι δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για τααδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 6 του Κώδικα.
    4. Διπλότυπο του αρμόδιου Ταμείου Κοινωνικής Ασφάλισης.
    5. Υπεύθυνη δήλωση της παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 και της παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2690/1999ότι δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις των άρθρων 6 και 7του Κώδικα.

  3. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης εκδίδει τη σχετική απόφαση διορισμού, που δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

  4. Η ευθύνη κοινοποίησης της πράξης αυτής, όπου απαιτείται, ανήκει στον ενδιαφερόμενο.


Άρθρο 10


  1. Ο ενδιαφερόμενος δικηγόρος ορκίζεται σε δημόσια συνεδρίαση ενώπιον της τριμελούς σύνθεσης του Εφετείου, εφόσον ο Δικηγορικός Σύλλογος όπου έχει εγγραφεί εδρεύει στην περιφέρεια Εφετείου, άλλως στην τριμελή σύνθεση του Πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου ανήκει ο Δικηγορικός Σύλλογος.

  2. Πριν ορκισθεί ο ενδιαφερόμενος δικηγόρος ερωτάται εάν προτιμά να δώσει πολιτικό ή θρησκευτικό όρκο.

  3. Ο τύπος του χριστιανικού όρκου έχει ως εξής: «Ορκίζομαι ενώπιον του Θεού να είμαι πιστός στην πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα, να υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους που συμφωνούν με αυτό, να ακολουθώ τις παραδόσεις του δικηγορικού λειτουργήματος, να εκπληρώνω τα καθήκοντά μου έναντι των εντολέων μου ευσυνείδητα, να υπερασπίζομαι τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των πολιτών και κατοίκων της χώρας και να αντιστέκομαι με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με τη βία.»

  4. Αν ο δικηγόρος πιστεύει σε θρησκεία ή δόγμα που ορίζει άλλο τύπο όρκου, δίνει τον όρκο σύμφωνα με αυτόν τον τύπο, στον οποίο όμως περιέχεται το υπόλοιπο, εκτός του θρησκευτικού στοιχείου, μέρος του όρκου της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

  5. Αν ο δικηγόρος προτιμά να δώσει πολιτικό όρκο, αντικαθίσταται από τον τύπο της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου το θρησκευτικό στοιχείο και τίθενται οι λέξεις «Δηλώνω επικαλούμενος την τιμή και τη συνείδησή μου».

  6. Σε περίπτωση που απουσιάζει στο εξωτερικό για χρονικό διάστημα πάνω από τρεις (3) μήνες, δύναται να δώσει τον όρκο ενώπιον ελληνικής προξενικής αρχής.


Άρθρο 11


  1. Ο δικηγόρος δύναται να ζητήσει τη μετάθεσή του από τον δικηγορικό σύλλογο, που είναι εγγεγραμμένος, σε άλλο.

  2. Η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία εγκρίνει τη μετάθεση, έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα.

  3. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από πρόταση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, καθορίζεται ενιαίο παράβολο μετάθεσης υπέρ του οικείου δικηγορικού συλλόγου.


Άρθρο 12


  1. Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης τηρείται αρχείο δικηγόρων σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, κατά τη σειρά διορισμού τους.

  2. Στο αρχείο αυτό τηρούνται:
    1. η Υπουργική Απόφαση διορισμού,
    2. οι προαγωγές και μεταθέσεις των δικηγόρων,
    3. η αποβολή, παύση ή λύση της δικηγορικής ιδιότητας.

  3. Κάθε δικηγορικός σύλλογος τηρεί για τα μέλη τουΜητρώο μελών στο οποίο σημειώνονται:
    1. η Υπουργική Απόφαση διορισμού,
    2. η πράξη ορκοδοσίας του δικηγόρου,
    3. οι προαγωγές και μεταθέσεις των δικηγόρων,
    4. οι πράξεις αναστολής, προσωρινής ή οριστικήςαπώλειας δικηγορικής ιδιότητας.

  4. Κάθε σύλλογος τηρεί αρχείο για κάθε μέλος, στο οποίο περιέχονται έγγραφα που το αφορούν και συνδέονται με την άσκηση του λειτουργήματός του.

  5. Για τις δικηγορικές εταιρίες περιέχονται σε χωριστό αρχείο οι πράξεις σύστασης, τροποποίησης και λύσης τους.


Άρθρο 13


  1. Δικηγόρος, που παραιτήθηκε από το δικηγορικό λειτούργημα, δύναται να επαναδιορισθεί, εφόσον δεν έχουν παρέλθει πέντε (5) χρόνια από την παραίτησή του ή και μετά την πάροδο της πενταετίας υπό την προϋπόθεση ότι ασκούσε καθήκοντα συναφή με τη νομική επιστήμη και πρακτική. Δεν επιτρέπεται επαναδιορισμός δικηγόρου που απώλεσε την δικηγορική ιδιότητα λόγω καταδίκης του από ποινικό δικαστήριο για τα αδικήματα του άρθρου 6 του Κώδικα ή του έχει επιβληθεί ποινή οριστικής παύσης από το ανώτατο πειθαρχικό.

  2. Δημόσιοι διοικητικοί υπάλληλοι, στρατιωτικοί υπάλληλοι, υπάλληλοι των σωμάτων ασφαλείας, των οργανισμών αυτοδιοίκησης όλων των βαθμών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι είχαν αποκτήσει προηγουμένως την ιδιότητα του δικηγόρου, δύνανται να ζητήσουν να επαναδιορισθούν ως δικηγόροι μέσα σε πέντε έτη από την παραίτησή τους. Επίσης δύνανται να το ζητήσουν και μετά την πάροδο της πενταετίας, εφόσον αποδείξουν ότι ασκούσαν καθήκοντα συναφή με τη νομική επιστήμη και πρακτική, όπως προκύπτει από τον Οργανισμό της Υπηρεσίας ή του νομικού προσώπου ή το καθηκοντολόγιο ή πιστοποιητικό υπηρεσιακών μεταβολών. Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαγορεύεται για μία πενταετία η άσκηση δικηγορίας των πιο πάνω στην Εφετειακή Περιφέρεια που είχε την έδρα της η υπηρεσία που υπηρετούσαν την τελευταία πενταετία. Οι συμβολαιογράφοι επαναδιορίζονται ως δικηγόροι μέσα σε οκτώ χρόνια από την παραίτησή τους με τις ίδιες πιο πάνω προϋποθέσεις.


Άρθρο 14


  1. Δικηγόρος διορισμένος στο Πρωτοδικείο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων, πολιτικών και διοικητικών, καθώς και όλων των Ειρηνοδικείων της χώρας. Κατ’ εξαίρεση δικηγόρος, που είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο, δικαιούται να συμπαρίσταται στο Εφετείο, με δικηγόρο που έχει την ικανότητα παράστασης σε αυτό, για τη συζήτηση έφεσης, κατά απόφασης Πρωτοδικείου, όπου είχε παρασταθεί. Επίσης, δικηγόρος που είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο, εφόσον έχει συμπληρώσει δεκαετή δικηγορική υπηρεσία, δικαιούται να παρίσταται στο Εφετείο για τη συζήτηση έφεσης κατά απόφασης Πρωτοδικείου στην οποία είχε παρασταθεί.

  2. Ο δικηγόρος που είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο έχει το δικαίωμα να παρίσταται σε οποιαδήποτε προανακριτική ή ανακριτική αρχή, καθώς και σε οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο πρώτου ή δευτέρου βαθμού ή και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Στην περίπτωση παράστασης ενώπιον του Αρείου Πάγου απαιτείται να συμπαρίσταται με δικηγόρο που έχει το δικαίωμα παράστασης στα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας.

  3. Δικηγόρος, που έχει διορισθεί στο Πρωτοδικείο, μπορεί να ζητήσει με αίτησή του στο Δικηγορικό Σύλλογο στον οποίο ανήκει, την προαγωγή του σε δικηγόρο με δικαίωμα παράστασης στο Εφετείο για τις αστικές, ποινικές και διοικητικές υποθέσεις, εφόσον αποδεικνύει, είτε με την προσκόμιση ικανού αριθμού αποφάσεων, στις οποίες έχει παραστεί είτε με οποιονδήποτε άλλο πρόσφορο τρόπο, ότι έχει συμπληρώσει ευδόκιμη τετραετή άσκηση του λειτουργήματός του. Ο δικηγόρος, που έχει αποκτήσει το δικαίωμα παράστασης στο Εφετείο, δύναται να συντάξει, υπογράψει και καταθέσει αίτηση αναίρεσης σε υπόθεση που έχει χειρισθεί ο ίδιος στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό.

  4. Ο δικηγόρος μετά την προαγωγή του στο εφετείο και την πάροδο τεσσάρων (4) ετών ευδόκιμης άσκησης δικηγορίας σε αυτό, μπορεί να ζητήσει την προαγωγή του, ώστε να αποκτήσει δικαίωμα παράστασης σε οποιοδήποτε ανώτατο δικαστήριο της χώρας.

  5. Ο δικηγόρος που είναι διορισμένος στο Εφετείο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές και δικονομικές πράξεις σε όλα τα Πρωτοδικεία και Εφετεία της χώρας, πολιτικά και διοικητικά, καθώς και σε όλα τα Ειρηνοδικεία.

  6. Ο δικηγόρος που είναι διορισμένος στο Εφετείο δικαιούται, εφόσον έχει συμπληρώσει δεκαετή δικηγορική υπηρεσία με έξι χρόνια σε Εφετείο, να συμπαρίσταται στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στον Άρειο Πάγο, με δικηγόρο που έχει την ικανότητα παράστασης στα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας, σε αναίρεση κατά απόφασης η οποία εκδόθηκε σε υπόθεση που χειρίσθηκε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό.

  7. Ο δικηγόρος που είναι διορισμένος στον Άρειο Πάγο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, καθώς επίσης και σε όλα τα Πρωτοδικεία και Εφετεία, πολιτικά και διοικητικά και σε όλα τα Ειρηνοδικεία της χώρας.

  8. Για τις παραπάνω προαγωγές ή μη αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου Συλλόγου, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, αφού οριστεί ένα μέλος του ως Εισηγητής. Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου γνωστοποιείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.


Άρθρο 15


  1. Κάθε δικηγορικός σύλλογος, μία φορά το χρόνο, εφοδιάζει τον δικηγόρο, που είναι μέλος του, με ειδική ταυτότητα, που φέρει και την φωτογραφία του, καθώς και την υπογραφή και τη σφραγίδα του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου. Στην ταυτότητα, αναγράφονται το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του δικηγόρου και ο αριθμός μητρώου του.

  2. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ορίζονται οι τεχνικές προδιαγραφές διασφάλισης της γνησιότητας της ταυτότητας.

  3. Όλες οι δικαστικές και άλλες αρχές οφείλουν να δέχονται και να διευκολύνουν κάθε δικηγόρο κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, με την επίδειξη της δικηγορικής του ταυτότητας.


Άρθρο 16


  1. Μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου κάθε ημερολογιακούέτους ο δικηγόρος οφείλει να υποβάλει στο ΔικηγορικόΣύλλογο που είναι μέλος, δήλωση σε ενιαίο τύπο δηλώσεων, στην οποία αναφέρει: α) τα πλήρη στοιχεία του,β) το Α.Μ.Κ.Α., Α.Φ.Μ., Δ.Ο.Υ., γ) τη διεύθυνση κατοικίας καιεπαγγελματικής του δραστηριότητας, δ) την ηλεκτρονικήτου διεύθυνση αλληλογραφίας και να δηλώνει αν:
    1. ασκεί το λειτούργημα του δικηγόρου ή αν τελεί σεολική ή μερική αναστολή,
    2. διαμένει και παρέχει τις υπηρεσίες του εκτός Ελλάδας,
    3. είναι μέλος άλλου δικηγορικού συλλόγου εντός ήεκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
    4. συμμετέχει σε δικηγορική Εταιρεία,
    5. ασκεί το λειτούργημα του δικηγόρου μόνος ή σεσυνεργασία με άλλο δικηγόρο και αμείβεται με πάγιααντιμισθία,
    6. έχει έμμισθη εντολή ή σχέση εργασίας από φυσικόή νομικό πρόσωπο,
    7. λαμβάνει σύνταξη από ασφαλιστικό φορέα,
    8. διατηρεί ιστοσελίδα.

  2. Με τη δήλωσή του αυτή ο δικηγόρος οφείλει επίσης να βεβαιώνει ότι δεν είναι διαχειριστής Ε.Π.Ε. ή διευθύνων σύμβουλος Α.Ε., ούτε εκπρόσωπος άλλης Εταιρείας εμπορικής ή πιστωτικής μορφής, ούτε έχει κώλυμα ή ασυμβίβαστο από αυτά που προβλέπονται στον Κώδικα.

  3. Η συμπλήρωση της ετήσιας δήλωσης ως προς τα παραπάνω στοιχεία, καταστάσεις ή ιδιότητες του δικηγόρου δεν είναι υποχρεωτική, παρά μόνο στη περίπτωση που έχει προκύψει αλλαγή αυτών από την προηγούμενη υποβληθείσα δήλωση.

  4. Μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου κάθε ημερολογιακού έτους ο δικηγόρος οφείλει να καταβάλει και την ετήσια εισφορά υπέρ του δικηγορικού συλλόγου.

  5. Ο ενιαίος τύπος της ετήσιας δήλωσης καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Συλλόγου και δύναται να περιλαμβάνει και άλλα επιπρόσθετα στοιχεία με την προϋπόθεση τήρησης της νομοθεσίας περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Με απόφαση της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων δύναται να προβλεφθεί ενιαίος τύπος δήλωσης για όλους τους Δικηγορικούς Συλλόγους της χώρας.

  6. Αν ο δικηγόρος δεν υποβάλλει την ετήσια δήλωση, καθώς και την ετήσια εισφορά του, μέχρι την 30ή Ιουνίου του τρέχοντος δικαστικού έτους, ειδοποιείται από το σύλλογο εγγράφως και εάν δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του αυτή εντός δύο μηνών διαγράφεται από το μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση υποβολής αίτησης επανεγγραφής το Διοικητικό Συμβούλιο εκτιμά με αιτιολογημένη απόφασή του τους επικαλούμενους, από τον ενδιαφερόμενο, λόγους.

  7. Η αξίωση του οικείου δικηγορικού συλλόγου για την καταβολή της ετήσιας εισφοράς μπορεί να συμψηφισθεί με την αξίωση του δικηγόρου να λάβει το μέρισμα από τους διανεμητικούς λογαριασμούς που τηρεί και διαχειρίζεται κάθε δικηγορικός σύλλογος.


Άρθρο 17


  1. Η άσκηση του λειτουργήματος του δικηγόρου αναστέλλεται:
    1. Σε εκείνους που διορίζονται, υπουργοί, αναπληρωτές υπουργοί, υφυπουργοί, γραμματείς του υπουργικούσυμβουλίου, γενικοί ή ειδικοί γραμματείς της Βουλής καιτων υπουργείων, καθώς και στους συμβούλους αυτών,πλην των ειδικών συνεργατών. Ειδικά όταν πρόκειταιγια την περίπτωση των ειδικών συμβούλων, με απόφασητου Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του αρμόδιου κατά περίπτωση υπουργού μπορεί να εισαχθούν εξαιρέσεις από τηναναστολή άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος.
    2. Στον Πρόεδρο της Βουλής, στους γενικούς γραμματείς της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, στους αιρετούςπεριφερειάρχες, στους δημάρχους και στους γενικούςγραμματείς των δήμων.
    3. Στους κατέχοντες έμμισθες θέσεις σε διεθνείς οργανισμούς ή υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
    4. Στους διοικούντες με εκτελεστική αρμοδιότητα τανομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπωςαυτός ορίζεται από το νόμο, ανεξάρτητα από την ιδιότητα ή τον αντίστοιχο χαρακτηρισμό της θέσης τους.
    5. Στους προέδρους ανεξάρτητων αρχών.
    6. Σε κάθε άλλη περίπτωση που προβλέπεται απόειδική διάταξη τυπικού νόμου ή του κανονισμού τηςΒουλής.

  2. Η έναρξη και η λήξη της αναστολής του λειτουργήματος του δικηγόρου συμπίπτει με το χρονικό σημείο έναρξης και λήξης των πιο πάνω ιδιοτήτων.


Άρθρο 18


  1. Οι καθηγητές και οι αναπληρωτές καθηγητές των σχολών των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τελούν σε μερική αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος. Στους ανωτέρω επιτρέπεται η παροχή γνωμοδοτήσεων και η παράσταση ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, του Συμβουλίου Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των ανακριτικών αρχών για υποθέσεις κακουργηματικού χαρακτήρα, των Εφετείων, του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου και Μικτού Ορκωτού Εφετείου, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις παράστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα.

  2. Δικηγόροι που έχουν εκλεγεί Βουλευτές ή Ευρωβουλευτές κατά τη διάρκεια της θητείας τους δεν επιτρέπεται να αναλαμβάνουν άμεσα οι ίδιοι ή έμμεσα με συνεργάτη τους και να παρίστανται είτε στην προδικασία είτεστην κυρία διαδικασία για υποθέσεις:
    1. ναρκωτικώνκαι
    2. αδικημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας καιοικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.

  3. Ο χρόνος της μερικής ή ολικής αναστολής της άσκησης της δικηγορίας θεωρείται για την προαγωγή των δικηγόρων και τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα ή υποχρεώσεις ως χρόνος πραγματικής άσκησης δικηγορίας.


Άρθρο 19


  1. Ο δικηγόρος παύει να ασκεί τα καθήκοντά του μετά την αμετάκλητη καταδίκη του σε οριστική ή προσωρινή παύση για όσο χρόνο η τελευταία διαρκεί.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α


Άρθρο 35


  1. Ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει αμοιβή από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, καθώς και για κάθε δαπάνη δικαστηριακή ή άλλη που κατέβαλε για την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε.

  2. Δικαιούται επίσης να εισπράξει από τον εντολέα του προκαταβολή έναντι της αμοιβής ή των δαπανών του, κατά την έναρξη ή την πρόοδο της εργασίας. Η εργασία του δικηγόρου προς τον εντολέα του ολοκληρώνεται μόνο με την πραγματική είσπραξη της αμοιβής του.


Άρθρο 36


  1. Η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του ή τον αντιπρόσωπό του.

  2. Η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή ειδικότερες πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσης νομικές εργασίες, δικαστικές ή εξώδικες.

  3. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα του Κώδικα, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν ορίζονται στις διατάξεις του Κώδικα, με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού.

  4. Με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα:
    1. Διενεργείται από τα δικαστήρια η επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο84 του Κώδικα, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνίαγια την αμοιβή κατά την παράγραφο 1 του παρόντοςάρθρου και η αμοιβή του δικηγόρου δεν υπολογίζεταιεπί της αξίας του αντικειμένου της δίκης κατά το άρθρο63 του Κώδικα, οπότε στις περιπτώσεις αυτές ισχύουνόσα ορίζονται ειδικότερα στις σχετικές διατάξεις.
    2. Προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά τηνπαροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004(Α΄ 24) ή κάθε άλλο σχετικό νόμο ή κατά το διορισμόδικηγόρου σύμφωνα με το άρθρο 200 του Κ.Πολ.Δ. σεπερίπτωση παροχής ευεργετήματος πενίας ή κατά τοδιορισμό δικηγόρου για συνδικίες πτωχεύσεων κ.λπ. ήκατά τον αυτεπάγγελτο διορισμό δικηγόρου σε ποινικέςυποθέσεις.
    3. Υπολογίζονται οι εισφορές-κρατήσεις τις οποίεςυποχρεούνται να προκαταβάλουν οι δικηγόροι στονοικείο Δικηγορικό Σύλλογο για την παράστασή τουςενώπιον των δικαστηρίων ή δικαστικών συμβουλίων,κάθε είδους αρχών (ανακριτικών, εισαγγελικών, διοικητικών κ.λπ.), σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στοάρθρο 61 παράγραφος 1 του Κώδικα.

  5. Οι αμοιβές μπορούν να αυξηθούν και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, του χρόνου που απαιτήθηκε, τις εκτός έδρας μεταβάσεις, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, των ειδικότερων περιστάσεων και κάθε είδους δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών. Αντίθετα, σε περίπτωση που το αίτημα της αγωγής κριθεί ως υπέρογκο, αλλά δεν μπορούσε να έχει αξιολογηθεί από τον δικηγόρο ελλείψει πραγματικών στοιχείων, ο δικαστής ή το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα μπορεί να προσδιορίσει την νόμιμη αμοιβή με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή, είτε κατά την εκτίμησή του είτε λόγω περιορισμού του αιτήματος της αγωγής κατά συμμόρφωση του δικηγόρου προς έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του.


Άρθρο 37


  1. Για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια ο δικηγόρος δύναται να συμφωνεί με τον εντολέα του και να λαμβάνει αμοιβή προσδιοριζόμενη ανάλογα με την ωριαία απασχόλησή του, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα. Αντίστοιχα προσδιοριζόμενη ωριαία αμοιβή δικαιούται ο δικηγόρος να λαμβάνει και για κάθε συνάντηση ή τηλεφωνική επικοινωνία με τον εντολέα του ή με τρίτο πρόσωπο, καθώς και για κάθε άλλη ενέργεια που σχετίζεται με την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε.

  2. Ο δικηγόρος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιεί με κάθε πρόσφορο τρόπο στον πελάτη του την ωριαία αμοιβή του.

  3. Σε περίπτωση έλλειψης έγγραφης συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου, για δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, πράξεις ή απασχολήσεις, δύναται να προσδιορίζεται με βάση την ωριαία απασχόληση του δικηγόρου, όπως αυτή αναφέρεται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα.


Άρθρο 38


  1. Επιτρέπεται η κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας, η οποία εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, όπως επίσης και συμφωνία, με την οποία εκχωρείται ή μεταβιβάζεται μέρος του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, ως αμοιβή (εργολαβικό δίκης). Αυτή η συμφωνία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Σε περίπτωση που συμπράττουν πέραν του ενός δικηγόροι, το ως άνω ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30%. Σε συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από το αποτέλεσμα της δίκης, η αμοιβή εισπράττεται είτε από το ίδιο το προϊόν της δίκης είτε από την υπόλοιπη περιουσία του εντολέα. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος έχει προνόμιο μόνο στο προϊόν της δίκης. Δεν επιτρέπεται, με ποινή ακυρότητας, κάθε εκχώρηση του προϊόντος της δίκης ή οποιαδήποτε άλλη μεταβίβασή του εν ζωή ή με αιτία το θάνατο ή με κατάσχεση, μέχρι το ποσό ή την αξία που δικαιούται ο δικηγόρος.

  2. Η συμφωνία βάσει της οποίας εξαρτάται η αμοιβή του δικηγόρου από την έκβαση της δίκης και η οποία αναφέρεται σε υποθέσεις από ζημίες αυτοκινήτων, απαλλοτριώσεις ή σε μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωρίες, εργασία νυκτερινή ή σε Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο για άδεια ή επίδομα αδείας, αποζημίωση για καταγγελία της σύμβασης εργασίας και γενικά σε απαιτήσεις που ανάγονται σε εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών ή σε αποδοχές γενικά μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ή υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. σε όποια δικαιοδοσία κι αν υπάγονται καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται στο Δικηγορικό Σύλλογο, του οποίου είναι μέλος ο δικηγόρος, οποτεδήποτε και σε κάθε περίπτωση πριν από την άσκηση ή ικανοποίηση της οποιασδήποτε αξίωσης του δικηγόρου κατά του εντολέα. Η γνωστοποίηση γίνεται με προσκόμιση δύο πρωτοτύπων, συντάσσεται δε πράξη κάτω από το ένα πρωτότυπο, το οποίο παραλαμβάνει ο δικηγόρος. Το άλλο πρωτότυπο παραμένει στα αρχεία του Συλλόγου και καταχωρείται αμέσως σε ειδικό βιβλίο.

  3. Η αναγγελία της εκχώρησης του τμήματος της απαίτησης για την κάλυψη της αμοιβής του δικηγόρου γίνεται με κοινοποίηση του σχετικού συμφωνητικού στον οφειλέτη, οποτεδήποτε πριν από την πληρωμή της απαίτησης. Όταν οφειλέτης είναι το Ελληνικό Δημόσιο, η αναγγελία γίνεται με υποβολή του εκχωρητικού εγγράφου στον οικείο Υπουργό και στην αρμόδια για την εκκαθάριση της δαπάνης Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, χωρίς να τηρούνται οι διατυπώσεις του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 (Α΄ 247), ως ισχύει. Για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και ασφαλιστικούς οργανισμούς το πιο πάνω έγγραφο γνωστοποιείται στον νόμιμο εκπρόσωπό τους και στην αρμόδια για την πληρωμή της δαπάνης υπηρεσία του νομικού προσώπου. Σε κάθε περίπτωση, η γνωστοποίηση του εκχωρητικού εγγράφου γίνεται και στην αρμόδια για τη φορολόγηση του δικηγόρου Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία. Η παρακράτηση και απόδοση της αμοιβής του δικηγόρου γίνεται από το αρμόδιο για πληρωμή της απαίτησης όργανο του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.

  4. Η παραπάνω συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, ισχύει μόνο όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς να λάβει κάποια αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας, ο ίδιος ή ο συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατός του. Τυχόν συμφωνία των μερών για την καταβολή εξόδων δεν ανατρέπει την ισχύ του εργολαβικού δίκης.

  5. Σε περίπτωση αμφιβολίας, για το αν η υπόθεση έχει θετική έκβαση σύμφωνα με τα παραπάνω, αποφαίνεται, μετά από αίτηση του εντολέα ή του δικηγόρου, το Συμβούλιο του Συλλόγου στον οποίο ανήκει ο δικηγόρος.


Άρθρο 39


  1. Ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων και για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων, ενώπιον δικαστών με την ιδιότητά τους ως ανακριτών ή εισηγητών ή εντεταλμένων δικαστών και γενικά για την παροχή υπηρεσιών, που σχετίζονται με την έναρξη και τη διεξαγωγή της δίκης, το στάδιο της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ή της εξωδικαστικής διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης ή της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι διαδικασίες παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας ή έκδοσης δικαστικής διαταγής, υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορές που προορίζονται για: αα) την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ββ) την απόδοση ως πόρου, στον τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΔ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ), γγ) την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας - Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμούς Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων (ΛΕΑΔ) και δδ) την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων δικηγόρων του άρθρου 33 του ν. 2915/2001 (Α΄ 109), όπου ισχύει.

  2. Οι εισφορές αυτές είναι πάγια ποσά για κάθε διαδικαστική πράξη ή παράσταση δικηγόρου, όπως καθορίζονται στο Παράρτημα ΙΙΙ. Τα ποσά αυτά αναπροσαρμόζονται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, μετά από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος. Η απόφαση αυτή μπορεί να εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης. Τα ποσά αυτά μπορούν να αναπροσαρμόζονται ιδίως σε περίπτωση αύξησης των αμοιβών του Παραρτήματος Ι ή όταν έχει προηγηθεί σχετική αναλογιστική μελέτη για τη βιωσιμότητα των φορέων υπέρ των οποίων γίνονται οι εισφορές. Με την ίδια διαδικασία μπορούν να προβλέπονται νέες εισφορές υπέρ ταμείων ή λογαριασμών αλληλοβοήθειας και ενίσχυσης δικηγόρων, καθώς και το ύψος των αντίστοιχων ποσών ανά δικαστική εξώδικη ενέργεια.

  3. Από την υποχρέωση της προκαταβολής, που ορίζεται και υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1,απαλλάσσονται οι δικηγόροι, όταν εκπροσωπούν:
    1. διαδίκους που αναγνωρίζονται ότι δικαιούνται του ευεργετήματος πενίας, σύμφωνα με τα άρθρα 194 έως 204του Κ.Πολ.Δ., ή δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωναμε το ν. 3226/2004 (Α΄ 24),
    2. διαδίκους που εμπίπτουνστις διατάξεις του άρθρου 82 παράγραφος 2 και τηςπερίπτωσης θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 95 τουΚώδικα,
    3. το Ελληνικό Δημόσιο σε στενή έννοια. Ησυνδρομή των περιπτώσεων β΄ και γ΄ αποδεικνύεται μευπεύθυνη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου.

  4. Ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων, καθώς και για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων, δικαστών και για κάθε στάδιο της δίκης οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η σχετική διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη. Σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης ή ματαίωσης της δίκης, η προκαταβολή αναζητείται από τον δικηγόρο που προέβη σε αυτήν, άλλως η προκαταβολή ισχύει για τη νέα συζήτηση.

  5. Δικηγόρος που παραβιάζει την υποχρέωση προκαταβολής της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, υποχρεούται να καταβάλει το ποσό που όφειλε να προκαταβάλει και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους χιλίων (1.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, σε περίπτωση δε υποτροπής και με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από δεκαπέντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, τα παραπάνω όρια του ύψους του προστίμου μπορούν να αναπροσαρμόζονται. Το ποσό προστίμου και κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προκαταβληθεί καταβάλλονται στο ταμείο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

  6. Οι προϊστάμενοι των γραμματειών όλων των δικαστηρίων υποχρεούνται, επί ποινή πειθαρχικού ελέγχου, να αποστέλλουν στο τέλος κάθε μήνα στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους ονομαστικές καταστάσεις των δικηγόρων που παρέστησαν, χωρίς να προσκομίσουν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του παρόντος γραμμάτιο προκαταβολής, μνημονεύοντας ταυτόχρονα τα στοιχεία του διαδίκου για τον οποίο παρέστησαν, τη δικονομική του θέση, την ημερομηνία δικασίμου, το δικαστήριο και το είδος της διαδικασίας.


Άρθρο 40


  1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μετά από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, που σχηματίζεται με πλειοψηφία των 2/3 των μελών του και επικυρώνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Συλλόγου, συστήνονται ειδικοί διανεμητικοί λογαριασμοί. Στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθήνας και Θεσσαλονίκης, απαιτείται μόνο ο σχηματισμός ειδικής πλειοψηφίας των 3/5 του όλου αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

  2. Οι πόροι των λογαριασμών προέρχονται από την υποχρεωτική καταβολή εισφορών των δικηγόρων για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειές τους (ενδεικτικά για παραστάσεις στα δικαστήρια, συμβόλαια, απαλλοτριώσεις, συνδικίες κ.λπ.). Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται τα ποσά των εισφορών ανά διαδικαστική πράξη ή ενέργεια, ο τρόπος συγκέντρωσης των καταβαλλόμενων ποσών από το Δικηγορικό Σύλλογο, τα κριτήρια συμμετοχής των δικηγόρων στους διανεμητικούς λογαριασμούς και η διανομή τους στα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία του λογαριασμού.

  3. Από την υποχρέωση καταβολής των πιο πάνω εισφορών προς το Δικηγορικό Σύλλογο, απαλλάσσονται οι δικηγόροι οι οποίοι εκπροσωπούν συμβαλλόμενους που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 82 και της περίπτωσης θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του Κώδικα.

  4. Οι πιο πάνω αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.


Άρθρο 41


  1. Η αμοιβή, σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένουτης δίκης ως εξής:i. Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεταιμε βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπωςπαρακάτω:
    1. 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ.
    2. 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγήςανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000ευρώ.
    3. 1% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 750.001 ευρώ μέχρι 1.500.000ευρώ.
    4. 0,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγήςανέρχεται από το ποσό των 1.500.001 ευρώ μέχρι3.000.000 ευρώ.
    5. 0,3% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγήςανέρχεται από το ποσό των 3.000.001 ευρώ μέχρι6.000.000 ευρώ.
    6. 0,2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγήςανέρχεται από το ποσό των 6.000.001 ευρώ μέχρι12.000.000 ευρώ.
    7. 0,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγήςανέρχεται από το ποσό των 12.00.001 ευρώ μέχρι25.000.000 ευρώ.
    8. 0,05% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγήςανέρχεται πέραν από το ποσό των 25.000.001 ευρώ.Στις αγωγές από συναλλαγματικές, επιταγές, γραμμάτια σε διαταγή και λοιπούς πιστωτικούς τίτλους, πουσυζητούνται κατά την προβλεπόμενη στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ειδική διαδικασία των πιστωτικώντίτλων, το πιο πάνω ποσοστό μειώνεται στο μισό.ii. Εάν το αίτημα της αγωγής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, όπως αναγνωριστικές, νομής, κυριότητος, δουλειών, διανομής, ακυρότητας, διάλυσης εταιρείας η αμοιβή καθορίζεται σύμφωνα με ταπαραπάνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής.iii. Εάν το αίτημα της αγωγής είναι η επιδίκαση περιοδικών παροχών ή προσόδων απροσδιορίστου χρόνου,η αμοιβή καθορίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στηνπαράγραφο 1 του άρθρου αυτού, με βάση το δεκαπλάσιοτης ετήσιας παροχής ή προσόδου.

  2. Εάν το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα η αμοιβή υπολογίζεται με βάση το Παράρτημα Ι του Κώδικα. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, μετά από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, οι αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα, επανακαθορίζονται ανά τριετία. Το προεδρικό διάταγμα μπορεί να εκδίδεται και χωρίς την προβλεπόμενη στο προηγούμενο εδάφιο γνώμη, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο μηνών από τότε που αυτή θα ζητηθεί με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης. 4. Ο δικηγόρος διατηρεί το αποκλειστικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εντολέα του μικρότερη αμοιβή από την οριζόμενη στη παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η δε παραίτησή του αυτή θα μπορεί να προταθεί από τον εντολέα του εφόσον έχει συμφωνηθεί εγγράφως.


Άρθρο 42


  1. Εάν περισσότερες αγωγές ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο, οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή για κάθε αγωγή που σωρεύεται με βάση την αξία του αντικειμένου της.

  2. Η διάταξη της παραγράφου 1 εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία το δικόγραφο της αίτησης στρέφεται κατά περισσοτέρων ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων ακινήτων.


Άρθρο 43


  1. Με την αγωγή εξομοιώνεται η ανταγωγή και η κύρια παρέμβαση, είτε ασκούνται με χωριστό δικόγραφο είτε με τις προτάσεις, καθώς και οι ανακοπές πλην αυτών του άρθρου 66 του Κώδικα.


Άρθρο 44


  1. Για τη σύνταξη ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση, ανακοπής κατά επιταγής, τριτανακοπής, ανακοπής κατά δήλωσης σε κατάσχεση, ανακοπής κατά συντηρητικού μέτρου, παρατηρήσεων ενώπιον του συμβολαιογράφου ως προς τη σύνταξη του πίνακα, ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, η αμοιβή ορίζεται στο μισό της αμοιβής όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 65 του Κώδικα.


Άρθρο 45


  1. Αμοιβή για παρεμπίπτουσα αγωγή που αφορά σε τόκους κ.λπ. Για τη σύνταξη παρεμπιπτουσών αγωγών, που αφορούν σε ανατοκισμό τόκων, σε πρόσθετη αποζημίωση ή σε καρπούς και τόκους συμπληρωματικούς ή μεταγενεστέρους, η αμοιβή ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 63 του Κώδικα.


Άρθρο 46


  1. Για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής.

  2. Για τη σύνταξη προτάσεων σε κάθε επόμενη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον των ίδιων δικαστηρίων, η αμοιβή των δικηγόρων όλων των διαδίκων είναι ίση με την αμοιβή του δικηγόρου του ενάγοντος που ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο.

  3. Για τη σύνταξη προτάσεων σε παρεμπίπτουσες αγωγές, όταν αυτές συνεκδικάζονται με την κύρια αγωγή, ο δικηγόρος δεν έχει δικαίωμα αμοιβής.


Άρθρο 47


  1. Για τη σύνταξη προτάσεων στην πρώτη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αμοιβή των δικηγόρων όλων των διαδίκων είναι διπλάσια από την αμοιβή που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 68 του Κώδικα. Για καθεμία από τις επόμενες συζητήσεις η αμοιβή των δικηγόρων και των δύο διαδίκων είναι διπλάσια από την αμοιβή που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 68 του Κώδικα.

  2. Ως πρώτη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου θεωρείται η πρώτη συζήτηση για καθεμία έφεση που ασκήθηκε στην ίδια υπόθεση.

  3. Για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του εφετείου που δικάζει ως δικαστήριο πρώτου βαθμού, η αμοιβή καθορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68 του Κώδικα με βάση το αντικείμενο της διαφοράς.


Άρθρο 48


  1. Για τη σύνταξη αίτησης ασφαλιστικών μέτρων η αμοιβή καθορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώδικα: (α) με βάση το δεκαπλάσιο της ετήσιας προσόδου, εφόσον πρόκειται για προσοδοφόρα κτήματα, (β) με βάση την αξία της νομής ή και οιονεί νομής, που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης εφόσον πρόκειται για μη προσοδοφόρα κτήματα ή για αξία δικαιωμάτων που δεν μπορεί να προσδιοριστεί.

  2. Η αξία της νομής ορίζεται με βάση την αξία του κτήματος, όπως προσδιορίζεται στην αίτηση και επικουρικά με βάση την αντικειμενική του αξία. Εάν η οιονεί νομή δουλείας είναι αντικείμενο της αίτησης, η αξία της δουλείας ορίζεται με την υπερτίμηση, την οποία αυτή προσδίδει στο δεσπόζον κτήμα, εκτός εάν το ποσόν, κατά το οποίο μειώνεται η αξία του δουλεύοντος κτήματος, είναι μεγαλύτερο, οπότε ορίζεται κατά το μεγαλύτερο ποσό.

  3. Για τη σύνταξη κυρίας ή παρεμπίπτουσας αγωγής λογοδοσίας, η αμοιβή προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώδικα με βάση το εικαζόμενο έλλειμμα.

  4. Για τη σύνταξη πρόσκλησης για υποβολή της διαφοράς σε διαιτησία ή αίτησης περί διαιτησίας, η αμοιβή προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώδικα με βάση το ποσό του αντικειμένου της διαφοράς.

  5. Με τον ίδιο τρόπο προσδιορίζεται η αμοιβή για τη σύνταξη αίτησης ή προσφυγής για ερμηνεία συμβάσεων ή λύση διαφορών μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των αναδόχων δημοσίων έργων ή παραχωρησιούχων.

  6. Για τη σύνταξη υπομνημάτων ή προτάσεων, την παράσταση και γενικά για τη διεξαγωγή της διαδικασίας, τις ενέργειες του δικηγόρου ενώπιον διαιτητικού οργάνου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που αφορούν τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων.


Άρθρο 49


  1. Αμοιβή για συμβιβασμό κατά τη διάρκεια δίκης ή μέσω εξωδικαστικής ή δικαστικής επίλυσης της διαφοράς (εξωδικαστική διαμεσολάβηση-δικαστική μεσολάβηση) Η αμοιβή που συμφωνήθηκε γραπτά και η αμοιβή που ορίζεται από τις πιο πάνω διατάξεις σε περίπτωση έλλειψης γραπτής συμφωνίας οφείλεται και εάν η υπόθεση επιλυθεί συμβιβαστικά (δικαστικά ή εξωδικαστικά με οποιονδήποτε τρόπο). Η διάταξη αυτή δεν ισχύει σε περίπτωση που ο δικηγόρος απασχολείται με έμμισθη εντολή ή του καταβάλλεται πάγια περιοδική αμοιβή, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί γραπτά το αντίθετο.


Άρθρο 50


  1. Για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο.

  2. Από περισσότερους συνοφειλέτες ή συγκατόχους πράγματος που επιτάσσονται με χωριστή επιταγή ή με την ίδια, που κοινοποιείται στον καθέναν από αυτούς, οφείλεται μία αμοιβή.


Άρθρο 51


  1. Για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και στη σύνταξη της σχετικής έκθεσης του αγοραστή ή του πωλητή, καθώς και για έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, υποθηκών ή κατασχέσεων, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία.

  2. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία,η αμοιβή ορίζεται ως εξής:
    1. αν αφορά στον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας και βαρών και στη σύνταξη της σχετικής έκθεσης για τηνυπογραφή συμβολαίου, ορίζεται στο μισό (1/2) αυτήςπου υπολογίζεται επί της αξίας του αντικειμένου τηςδικαιοπραξίας, κατά τα οριζόμενα στο επόμενο άρθροτου παρόντος και
    2. αν αφορά στην έρευνα στα βιβλία μεταγραφών,υποθηκών ή κατασχέσεων, για τη διακρίβωση ακινήτωνιδιοκτησίας τρίτου και των βαρών αυτής, για κάθε άλλολόγο, ορίζεται σε ωριαία βάση, ανάλογα με το χρόνοπαροχής εργασίας, όπως καθορίζεται στο ΠαράρτημαΙ του Κώδικα.


Άρθρο 52


  1. Για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες (συμβόλαια) η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία.

  2. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία η αμοιβή του δικηγόρου θα υπολογίζεται ποσοστιαίως και ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας, όπως τα ποσοστά και οι αξίες αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του. Τα ποσοστά και οι αξίες του Παραρτήματος ΙΙ, με βάση τα οποία υπολογίζεται η αμοιβή του δικηγόρου σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης μετά από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος. Η πιο πάνω απόφαση μπορεί να εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που αυτή θα ζητηθεί με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης.

  3. Για δικαιοπραξία το αντικείμενο της οποίας δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική ποσότητα, η αξία προσδιορίζεται βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της. Για δικαιοπραξία με περισσότερα αντικείμενα λαμβάνεται υπόψη η αξία των περισσοτέρων αντικειμένων.

  4. Στην περίπτωση παράστασης δικηγόρου σε συμβόλαιο γίνεται ειδική μνεία στο συμβόλαιο και επισυνάπτεται σε αυτό σχέδιο για τη σύμβαση, υπογεγραμμένο από αυτόν, με θεωρημένη την υπογραφή από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο. Ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος εκδίδει τριπλότυπη απόδειξη για κάθε παράσταση δικηγόρου σε συμβόλαιο ενώπιον Συμβολαιογράφου, ένα από τα αντίτυπα της οποίας προσαρτάται από τον συμβολαιογράφο στο συμβόλαιο.


Άρθρο 53


  1. Εάν οι αναφερόμενες στα προηγούμενα άρθρα πράξεις και εργασίες έγιναν κατόπιν εντολής περισσοτέρων του ενός εντολέων, σε περίπτωση μη ύπαρξης γραπτής συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου αυξάνεται κατά 5% για καθέναν των πέραν του ενός από αυτούς. Σε καμία περίπτωση η αμοιβή αυτή δεν μπορεί να υπερβεί το διπλάσιο.

  2. Σε περίπτωση περισσοτέρων εντολέων καθένας απ’ αυτούς είναι σε ολόκληρο υπόχρεος για την πληρωμή όλης της συμφωνημένης αμοιβής ή σε περίπτωση έλλειψης γραπτής συμφωνίας, της αμοιβής που προβλέπεται στις πιο πάνω διατάξεις.


Άρθρο 54


  1. Για εργασίες που ανατίθενται σε περισσότερους δικηγόρους, καθένας από αυτούς δικαιούται να λάβει από τον κοινό εντολέα ολόκληρη την αμοιβή κατά τις διατάξεις του Κώδικα.


Άρθρο 55


  1. Σε περίπτωση που υπάρχει γραπτή συμφωνία για αμοιβή και ανακληθεί η εντολή προς τον δικηγόρο, εάν η ανάκληση είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται σε άμεση εκτέλεση όλων των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη συμφωνία. Εάν η ανάκληση είναι δικαιολογημένη, ο εντολέας υποχρεούται στην καταβολή των δαπανών και της αμοιβής του δικηγόρου για τις μέχρι την ανάκληση εργασίες του, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα.


Άρθρο 56


  1. Σε περίπτωση που υπάρχει συμφωνία για αμοιβή και ο δικηγόρος δεν εκτελέσει την εντολή που του ανατέθηκε, εάν η μη εκτέλεση είναι αδικαιολόγητη, δικαιούται μόνο την είσπραξη των δαπανών που πραγματοποίησε, όχι όμως και την αμοιβή που συμφωνήθηκε γραπτά ή την αμοιβή όπως ορίζεται από τις πιο πάνω διατάξεις. Εάν η μη εκτέλεση είναι δικαιολογημένη, δικαιούται να εισπράξει τις δαπάνες που πραγματοποίησε και την ανάλογη αμοιβή προς τις υπηρεσίες που έχει προσφέρει.


Άρθρο 57


  1. Αμοιβή για εντολή που δεν περατώθηκε εξαιτίας ανωτέρας βίας Σε περίπτωση που υπάρχει συμφωνία για αμοιβή και δεν κατέστη εφικτή η περάτωση της ανατεθείσας εντολής στον δικηγόρο, λόγω θανάτου του ή για άλλον λόγο ανωτέρας βίας, δικαιούνται οι κληρονόμοι του στην πρώτη περίπτωση και ο ίδιος στη δεύτερη να εισπράξουν τις δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί, καθώς και την ανάλογη αμοιβή για τις υπηρεσίες που έχουν προσφερθεί, με βάση τη γραπτή ή προφορική συμφωνία.


Άρθρο 58


  1. Η υπογραφή εγγράφου από δικηγόρο παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα είσπραξης πλήρους αμοιβής για τη σύνταξη του εγγράφου σύμφωνα με τον Κώδικα.


Άρθρο 59


  1. Αμοιβή δικηγόρου για αυτοπρόσωπη υπεράσπιση προσωπικών του υποθέσεων Ο δικηγόρος για την υπεράσπιση των προσωπικών του υποθέσεων, που διεξάγονται από τον ίδιο, δικαιούται να ζητήσει από τον αντίδικό του, πλήρη αμοιβή.


Άρθρο 60


  1. Δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα.

  2. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών, χωρίς τον περιορισμό της παραγράφου 1, στο σύζυγο ή σε συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και σε δικηγόρο, ασκούμενο δικηγόρο, δικηγόρο σε αναστολή άσκησης των καθηκόντων του ή συνταξιούχο δικηγόρο, εφόσον πρόκειται για προσωπική τους υπόθεση. Τα πρόσωπα αυτά προκαταβάλλουν τα δικαστικά έξοδα.

  3. Η παράβαση των πιο πάνω διατάξεων του παρόντος άρθρου τιμωρείται πειθαρχικά, εάν κριθεί ότι αντίκειται στην αξιοπρέπεια του δικηγόρου.


Άρθρο 61


  1. Δεσμευτικότητα εκκαθάρισης εξόδων και δικηγορικής αμοιβής Η εκκαθάριση από τα δικαστήρια των εξόδων και της δικηγορικής αμοιβής, υπέρ του διάδικου που νίκησε, δεν είναι υποχρεωτική για τον δικηγόρο έναντι του εντολέα του και δεν επηρεάζει τη μεταξύ τους γραπτή συμφωνία ή την αμοιβή που ορίζεται στις πιο πάνω διατάξεις σε περίπτωση έλλειψης αυτής.


Άρθρο 62


  1. Τα δικαστήρια κατά την επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και κατά την εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, που διενεργείται στην περίπτωση έλλειψης γραπτής συμφωνίας για την αμοιβή του δικηγόρου ή του αντιπροσώπου του, εφαρμόζουν τις διατάξεις για τις αμοιβές του Κώδικα, εκτός εάν ειδικές διατάξεις προβλέπουν διαφορετικά. Λαμβάνουν υπόψη τον πίνακα των εξόδων που πραγματοποιήθηκαν και των αμοιβών που πρέπει να καταβληθούν και παρατίθεται υποχρεωτικά από τους διαδίκους κάτω από τις προτάσεις τους. Ο δικηγόρος, σε γνώση του οποίου περιήλθε αυτή η παράβαση, υποβάλλει αίτηση στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο στον οποίο είναι εγγεγραμμένος. Η σχετική γνωμοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

  2. Στις αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων για αιτήσεις κάθε φύσης, επιδικάζονται πάντοτε έξοδα και αμοιβή του δικηγόρου του διαδίκου που νίκησε. Στις αποφάσεις που εκδίδονται για αιτήσεις χορήγησης αναστολής ή αναβολής εκτέλεσης ή πλειστηριασμού με καθορισμό δόσεων, οι πρώτες δόσεις πρέπει υποχρεωτικά να ορίζονται για την εξόφληση των δικαστικών εξόδων, δικηγορικών αμοιβών και εξόδων εκτέλεσης.


Άρθρο 63


  1. Ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα επίσχεσης των εγγράφων του εντολέα του, που βρίσκονται στα χέρια του, μέχρι την πλήρη εξόφληση των δαπανών και της αμοιβής του.

  2. Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου έχει το δικαίωμα να άρει με πράξη του την επίσχεση και να υποχρεώσει τον δικηγόρο να παραδώσει αμέσως τα έγγραφα που βρίσκονται στα χέρια του, ύστερα από αίτηση του εντολέα του και εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος. Με την ίδια πράξη μπορεί να εξαρτήσει την άρση της επίσχεσης από την καταβολή χρηματικής εγγύησης από αυτόν που υπέβαλε την αίτηση στο Ταμείο του Συλλόγου υπέρ του δικηγόρου.

  3. Οι γραμματείς των δικαστηρίων υποχρεούνται να παραδίδουν τα σχετικά της δικογραφίας, καθώς και απόγραφο της απόφασης, μόνο στον δικηγόρο που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή στους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του.

  4. Σε περίπτωση που ο δικηγόρος ή οι κληρονόμοι του αρνούνται να παραδώσουν τα παραπάνω έγγραφα, ο εντολέας ή οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί του μπορούν να προσφύγουν με αίτησή τους στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου. Ο τελευταίος μπορεί με απόφασή του να υποχρεώσει τον δικηγόρο να τα παραδώσει, εφόσον έχουν ολοσχερώς εξοφληθεί τα έξοδα και δικαιώματα που ορίζονται στον Κώδικα. Σε περίπτωση που οι κληρονόμοι του δικηγόρου αρνούνται να παραδώσουν τα παραπάνω έγγραφα, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου εκδίδει σχετική διαπιστωτική πράξη περί της αρνήσεως.


Άρθρο 64


  1. Οι διαφορές ανάμεσα στον δικηγόρο ή καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του και εντολέα του ή καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του, σχετικά με τις δαπάνες και την αμοιβή του δικηγόρου, καθώς και οι απαιτήσεις από πάγια περιοδική αμοιβή και αποζημίωση, υπάγονται στην ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας και εκδικάζονται από το δικαστήριο της έδρας του δικηγόρου, ανεξάρτητα από το αντικείμενο και την ύπαρξη ή μη γραπτής συμφωνίας.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β


Άρθρο 6


  1. Πτυχιούχοι ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων τηςαλλοδαπής μπορούν να πραγματοποιούν άσκηση στηνΕλλάδα, εφόσον:
    1. είναι πολίτες κράτους - μέλους της ΕυρωπαϊκήςΈνωσης ή άλλου συμβαλλόμενου κράτους της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο,
    2. είναι κάτοχοι πτυχίου Νομικής Σχολής αναγνωρισμένου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος των ανωτέρω κρατών και το πτυχίο τους έχει αναγνωρισθείαπό τον ΔΟΑΤΑΠ ως ισότιμο και αναγνωρισμένο με τοαπονεμόμενο από τις Νομικές Σχολές των ημεδαπώνανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων Νομικής Σχολής.

  2. Τις ίδιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούν και όσοι θέλουν να ασκηθούν στην Ελλάδα και έχουν ήδη εγγραφεί ως ασκούμενοι δικηγόροι στο μητρώο Δικηγορικού Συλλόγου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

  3. Πτυχιούχοι Νομικών Σχολών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων κρατών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων το πτυχίο έχει αναγνωρισθεί από τον ΔΟΑΤΑΠ ως ισότιμο και αναγνωρισμένο με το απονεμόμενο από τις Νομικές Σχολές των ημεδαπών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, συμμετέχουν σε δοκιμασία επάρκειας, που πιστοποιεί ότι οι γνώσεις και τα προσόντα τους αντιστοιχούν στις γνώσεις και τα προσόντα που απαιτούνται από τον Κώδικα για την απόκτηση της ιδιότητας του ασκούμενου δικηγόρου. Με τη δοκιμασία αυτή επιδιώκεται να πιστοποιηθεί η γνώση του ελληνικού δικαίου, όπως αυτή πιστοποιείται με το πτυχίο Νομικού Τμήματος Νομικής Σχολής ελληνικού ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος.


Άρθρο 7


  1. Στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών συνιστάται πενταμελής Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

  2. Η Επιτροπή αυτή:
    1. Έχει έδρα την Αθήνα και λειτουργεί στα γραφείατου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
    2. Ορίζεται για τρία (3) έτη.
    3. Αποτελείται από: i) τον Κοσμήτορα ή τον Πρόεδροτου Νομικού Τμήματος Νομικών Σχολών της χώρας, ωςΠρόεδρο ή τον αναπληρωτή του, ii) έναν καθηγητή Νομικού Τμήματος Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματοςή τον αναπληρωτή του και iii) τους Προέδρους τωνΔικηγορικών Συλλόγων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς ή τους αναπληρωτές τους. Οι αναπληρωτές τωνΠροέδρων των Συλλόγων ορίζονται από το ΔιοικητικόΣυμβούλιο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και είναιείτε δικηγόροι δεκαπενταετούς τουλάχιστον υπηρεσίας,είτε μέλη Διδακτικού Επιστημονικού Προσωπικού τωνΝομικών Σχολών της χώρας, με εξειδίκευση σε καθέναναπό τους εξεταζόμενους κλάδους δικαίου. Γραμματέαςτης Επιτροπής ορίζεται υπάλληλος του ΔικηγορικούΣυλλόγου Αθηνών, πτυχιούχος νομικής ή έμμισθος δικηγόρος του Συλλόγου αυτού. Στην Επιτροπή παρέχεταιγραμματειακή υποστήριξη και υλικοτεχνική υποδομήαπό τις υπηρεσίες του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

  3. Η Επιτροπή είναι αποκλειστικά αρμόδια και για την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, με βάση την Οδηγία 2005/36 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 255/22), η οποία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη, με το προεδρικό διάταγμα 122/2010 (Α΄ 200), και αφορά στον πολίτη κράτους – μέλους της Ε.Ε., ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου στην Ελλάδα, έχοντας αποκτήσει τα επαγγελματικά του προσόντα σε άλλο κράτος-μέλος.


Άρθρο 8


  1. Η δοκιμασία επάρκειας διενεργείται από τη Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας δύο φορές κάθε χρόνο, κατά τους μήνες Οκτώβριο και Απρίλιο, και περιλαμβάνει γραπτές εξετάσεις στην ελληνική γλώσσα που αφορούν στις αναγκαίες γνώσεις του ελληνικού δικαίου.

  2. Η δοκιμασία περιλαμβάνει την εξέταση στο ελληνικό Σύνταγμα, στο αστικό, ποινικό και διοικητικό δίκαιο, καθώς και στα αντίστοιχα δικονομικά δίκαια.

  3. Επιτυχών θεωρείται αυτός που συγκέντρωσε βαθμολογία τουλάχιστον 5 με άριστα το 10 σε κάθε μάθημα.

  4. Ο ενδιαφερόμενος δύναται να επιλέγει σε ποιο ή ποια από τα εξεταζόμενα μαθήματα επιθυμεί να εξεταστεί σε κάθε εξεταστική περίοδο και δικαιούται να κατοχυρώσει τη βαθμολογία του σε περίπτωση επιτυχίας του.

  5. Ο ενδιαφερόμενος δύναται να συμμετάσχει μόνο τρεις φορές στην εξέταση κάθε μαθήματος.

  6. Οι λεπτομέρειες της εξέτασης, όπως η εξεταστέα ύλη, ο τόπος και ο τρόπος διενέργειας των εξετάσεων και το ύψος των εξέταστρων που καταβάλλονται στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

  7. Για τη συμμετοχή του στη δοκιμασία επάρκειας οενδιαφερόμενος υποβάλλει μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου ή μέχρι το τέλος Μαρτίου αίτηση που συνοδεύεταιαπό τα ακόλουθα δικαιολογητικά, νόμιμα μεταφρασμέναστην ελληνική γλώσσα:
    1. Έγγραφο δημόσιας ή δημοτικής αρχής από το οποίονα αποδεικνύεται η ιδιότητά του ως πολίτη κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
    2. Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου από τις αρμόδιεςαρχές του τόπου γέννησής του.
    3. Αντίγραφο τίτλου εκπαίδευσης, πρόγραμμα σπουδών, βεβαίωση αναλυτικής βαθμολογίας και εφόσονδιαθέτει, μεταπτυχιακή ή διδακτορική εργασία.
    4. Πιστοποιητικά που αφορούν την απόκτηση προσόντων και τη συναφή επαγγελματική εμπειρία, η οποίαέχει αποκτηθεί στο μεταξύ.Τα δικαιολογητικά που προβλέπονται στα εδάφια α΄και β΄ δεν λαμβάνονται υπόψη αν έχει παρέλθει διάστημα τριών μηνών από την έκδοσή τους.

  8. Αυτός που επιτυγχάνει στη δοκιμασία επάρκειας εγγράφεται, μετά από αίτησή του, στο μητρώο ασκουμένων δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου, όπου επιθυμεί να ασκηθεί, και συνυποβάλλει υπεύθυνη δήλωση ότι δεν ασκεί ασυμβίβαστη δραστηριότητα.

  9. Η Επιτροπή αναγνωρίζει τον προηγούμενο χρόνο άσκησης του ενδιαφερόμενου σε δικηγορικό σύλλογο του κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προσμέτρησή του στο χρόνο άσκησής του.


Άρθρο 129


  1. Οι διατάξεις για τις εξετάσεις των υποψήφιων δικηγόρων εφαρμόζονται στους υποψηφίους δικηγόρους που εγγράφονται στα σχετικά βιβλία ασκουμένων από 1.1.2014.

  2. Οι διατάξεις του Κώδικα ως προς τους πτυχιούχους ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της αλλοδαπής είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης.

  3. Για τους δικηγόρους οι οποίοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σύμβαση έμμισθης εντολής κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 45 του Κώδικα ισχύει από 1.1.2015.

  4. Οι υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 1 του άρθρου 96Α και της παρ. 7 του άρθρου 161 του ν.δ. 3026/1954 (Α΄ 235), όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με τις παραγράφους 9 και 10 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α΄ 32), διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την έκδοση των αντίστοιχων υπουργικών αποφάσεων, δυνάμει του άρθρου 62 του Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση οι Δικηγορικοί Σύλλογοι οφείλουν σε προθεσμία δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της υπουργικής απόφασης του άρθρου 62 του Κώδικα να ολοκληρώσουν τις διαδικασίες που έχουν αρχίσει, ως προς τη σύσταση νέων διανεμητικών λογαριασμών και τη συνολική διαδοχή των παλαιών, διαφορετικά οι λογαριασμοί αυτοί τίθενται σε εκκαθάριση.

  5. Μέχρι τις 31.12.2013 διατηρείται σε ισχύ η διάταξη της περίπτωσης 8α της υποπαραγράφου 1 της παρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄222).

  6. Οι επόμενες αρχαιρεσίες στους Δικηγορικούς Συλλόγους θα διεξαχθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα.

  7. Οι διατάξεις που θέτουν ανώτατο όριο στη θητεία των Προέδρων και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των οικείων Δικηγορικών Συλλόγων δεν εφαρμόζονται στις επόμενες αρχαιρεσίες. Η θητεία των Προέδρων και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των οικείων Δικηγορικών Συλλόγων που θα εκλεγούν στις αρχαιρεσίες του Φεβρουαρίου 2014 θα διαρκέσει έως τις 31.12.2017.

  8. Οι προπαρασκευαστικές πράξεις και ιδίως η συγκρότηση και λειτουργία των πειθαρχικών συμβουλίων και οργάνων, καθώς επίσης η σύνταξη, έγκριση και δημοσίευση Κανονισμού λειτουργίας των πειθαρχικών συμβουλίων πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τις 31.12.2013.

  9. Η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 148 αρχίζει από 1.5.2014. Η συγκρότηση του πρώτου Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως το Μάιο του 2014. Έως τότε εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν πριν την κύρωση του Κώδικα.

  10. Οι πειθαρχικές υποθέσεις που εκκρεμούν συνεχίζουν να ερευνώνται και εκδικάζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την κύρωση του Κώδικα.


Άρθρο 130


  1. Οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης.

  2. Από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταργείται ο Κώδικας περί Δικηγόρων, όπως αυτός έχει κυρωθεί με το ν.δ. 3026/1954 (Α΄ 235).

  3. Ο νόμος αυτός, με την επιφύλαξη του άρθρου 165 του Κώδικα, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β


Άρθρο 20


  1. Ο δικηγόρος κατά την άσκηση των καθηκόντων του δικαιούται να απολαμβάνει του σεβασμού και της τιμής που οφείλεται στο λειτούργημά του από τους δικαστικούς λειτουργούς και από κάθε άλλο πρόσωπο που ενεργεί στο πλαίσιο της Δημόσιας Διοίκησης.

  2. Η είσοδος στα Υπουργεία και στα δημόσια καταστήματα επιτρέπεται ελεύθερα στους δικηγόρους με επίδειξη της επαγγελματικής τους ταυτότητας, κάθε εργάσιμη ημέρα και ώρα χωρίς κανένα χρονικό ή άλλο περιορισμό.


Άρθρο 21


  1. Ο δικηγόρος απευθύνεται προς τους δικαστές, τους εισαγγελείς, τους δικαστικούς γραμματείς, και στους υπαλλήλους της Δημόσιας Διοίκησης και κάθε άλλης Δημόσιας Αρχής, με υπευθυνότητα και σεβασμό.

  2. Ο δικηγόρος τηρεί τους κανόνες ευπρέπειας, προς τους συναδέλφους του και αποφεύγει υβριστικές, προσβλητικές ή υπαινικτικές εκφράσεις προσωπικά εναντίον αυτών που υπερασπίζονται ή εκπροσωπούν αντιδίκους.

  3. Ο δικηγόρος οφείλει να ενημερώνει τον εντολέα του για όλους τους θεσμούς και τις δυνατότητες εναλλακτικής επίλυσης των διαφορών, και γενικά να συμβάλει στην επίλυση αυτών με οποιονδήποτε τρόπο προς όφελος του εντολέα του.


Άρθρο 22


  1. Αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και να υπερασπίζεται τον εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρεσίες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια, καθώς και η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Επίσης η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο και Αρχή. Στο έργο αυτού περιλαμβάνεται και η διαμεσολάβηση για την αναζήτηση συμβιβαστικής λύσης στο πλαίσιο νόμου ή κοινά αποδεκτής διαδικασίας. Η παράσταση ενώπιον των δικαστηρίων με ή δια δικηγόρου είναι υποχρεωτική για όλες τις υποθέσεις και σε όλες τις διαδικασίες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο.

  2. Ομοίως στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνονται:
    1. Η έρευνα των βιβλίων των υποθηκοφυλακείων καικτηματολογικών γραφείων, καθώς και η σύνταξη τωνσχετικών εγγράφων ελέγχου τίτλων. Η αίτηση και ηλήψη των πιστοποιητικών και αντιγράφων δεν απαιτείπαράσταση ή διαμεσολάβηση δικηγόρου.
    2. Η έκδοση επικυρωμένων αντιγράφων κάθε είδουςεγγράφων. Τα αντίγραφα αυτά έχουν πλήρη ισχύ ενώπιον οποιασδήποτε Δικαστικής ή άλλης Αρχής, καθώςκαι έναντι ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων.
    3. Η μετάφραση εγγράφων που έχουν συνταχθεί σεξένη γλώσσα, καθώς και η μετάφραση ελληνικών εγγράφων σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα. Η μετάφραση έχειπλήρη ισχύ έναντι οποιασδήποτε Δικαστικής ή άλληςΑρχής, εφόσον συνοδεύεται από επικυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου που μεταφράστηκε και ο δικηγόροςβεβαιώνει ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας από καιπρος την οποία μετέφρασε.
    4. Η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής τουεντολέα του, όπως προβλέπεται στο άρθρο 42 της παραγράφου 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, καθώςκαι σε κάθε άλλη ειδική διάταξη.


Άρθρο 23


  1. Ο δικηγόρος έχει υποχρέωση να αναλαμβάνει κάθε υπόθεση, εκτός εάν αυτή είναι προδήλως αβάσιμη, δεν είναι δεκτική υπεράσπισης, έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα άλλων εντολέων του ή αντιβαίνει στις αρχές του.

  2. Ο δικηγόρος οφείλει να αναλαμβάνει την υπεράσπιση οποιουδήποτε κατηγορουμένου, εφόσον αυτό ζητηθεί από τις δικαστικές αρχές, με την επιφύλαξη της παραγράφου 1.

  3. Ο δικηγόρος οφείλει:
    1. να εκτελεί τα καθήκοντά του με ευσυνειδησία καιεπιμέλεια,
    2. να επιχειρεί το συμβιβασμό υποθέσεων που είναιδεκτικές συμβιβασμού,
    3. να μην παρελκύει τις δίκες.


Άρθρο 24


  1. Ο δικηγόρος οφείλει να τηρεί αυστηρά εχεμύθεια για όσα του εμπιστεύεται ο εντολέας του κατά την ανάθεση και εκτέλεση της εντολής ή πληροφορείται κατά τη διάρκεια του χειρισμού της.


Άρθρο 25


  1. Απαγόρευση έρευνας και κατάσχεσης. Απαγορεύεται η διεξαγωγή έρευνας για την αναζήτηση εγγράφων ή άλλων στοιχείων ή των ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης αυτών, καθώς και η κατάσχεση αυτών, για όσο χρόνο βρίσκονται στην κατοχή του δικηγόρου για υπόθεση που αυτός χειρίζεται.

  2. Ειδική Δωσιδικία. Οι κατηγορούμενοι για πλημμέλημα δικηγόροι δικάζονται από το, κατά τόπο αρμόδιο, Τριμελές Εφετείο σε πρώτο βαθμό και από το Πενταμελές Εφετείο σε δεύτερο βαθμό.

  3. Αυτόφωρη διαδικασία. Δεν ακολουθείται η αυτόφωρη διαδικασία στα πλημμελήματα που φέρεται να έχει διαπράξει δικηγόρος. Δικηγόρος, που συλλαμβάνεται οποιαδήποτε ημέρα και ώρα δεν κρατείται, αλλά οδηγείται αμέσως ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.

  4. Απαγόρευση σύλληψης δικηγόρου κατά τη διάρκειαλήψης απολογίας εντολέα του ενώπιον ανακριτή καικατά τη διάρκεια δίκης:
    1. Δεν επιτρέπεται η σύλληψηδικηγόρου, για οποιαδήποτε αιτία, όταν χειρίζεται υπόθεση στο ακροατήριο και μέχρι την ολοκλήρωση τηςακροαματικής διαδικασίας, καθώς και κατά τη διάρκειαλήψης απολογίας εντολέα του ενώπιον ανακριτή.
    2. Στηνπερίπτωση, που δικηγόρος κατηγορείται για εξύβρισηκαι δυσφήμηση του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίουεκτελεί τα καθήκοντά του, ακολουθείται η διαδικασίατης παραγράφου 2 του άρθρου 117 του Κώδικα ΠοινικήςΔικονομίας. Αν η πράξη εκδικαστεί αμέσως, η απόφαση που εκδίδεται σε βάρος του δικηγόρου, εκτελείταιμόνον όταν αυτός εκπληρώσει όλα τα καθήκοντά τουστη δίκη κατά τη διάρκεια της οποίας κατηγορήθηκεκατά το προηγούμενο εδάφιο.

  5. Άρνηση μαρτυρίας:
    1. Όταν ο δικηγόρος καλείταιμε απόφαση δικαστηρίου ή διάταξη εισαγγελέα ή κλήσηανακριτή ή προανακριτικού υπαλλήλου να καταθέσειως μάρτυρας είτε κατά την προδικασία είτε κατά τηνκυρία διαδικασία οφείλει να αρνηθεί να καταθέσει γιαόσα του έχει εμπιστευθεί ο εντολέας του, ανεξάρτητααν στο μεταξύ έχει λυθεί η εντολή.
    2. Σε εξαιρετικέςπεριπτώσεις εναπόκειται στο δικηγόρο η απόφαση νακαταθέσει και σε ποιο μέτρο για πράγματα που τουεμπιστεύθηκε ο εντολέας του σταθμίζοντας την υποχρέωσή του ως θεμελιώδη υποχρέωση του δικηγορικούλειτουργήματός του.


Άρθρο 26


  1. Επιτρέπεται η προβολή και δημοσιοποίηση των τομέων της επαγγελματικής δραστηριότητας δικηγόρου ή Δικηγορικής Εταιρείας, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, με τρόπο που προσιδιάζει στο δικηγορικό λειτούργημα και συνάδει με το κύρος του και την αξιοπρέπεια του δικηγορικού λειτουργήματος.

  2. Επιτρέπεται η δημοσίευση επαγγελματικών καταχωρήσεων σε έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα, με στοιχεία επικοινωνίας και αναφορά είτε σε τίτλους σπουδών που αφορούν στην επιστημονική ειδίκευση δικηγόρου είτε στον τομέα δραστηριότητάς του τηρώντας τον Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού Λειτουργήματος.

  3. Οποιαδήποτε προβολή ή δημοσιοποίηση δικηγόρουή Δικηγορικής Εταιρείας δεν πρέπει:
    1. να είναι αθέμιτη,
    2. να είναι αναληθής ή παραπλανητική,
    3. να περιέχει αναφορά σε αριθμό υποθέσεων ή ποσοστά επιτυχίας του δικηγόρου σε δικαστηριακές ήάλλες υποθέσεις,
    4. να περιλαμβάνει αναφορές ή συγκρίσεις με άλλουςδικηγόρους ή δικηγορικές εταιρίες σε σχέση με τηνποιότητα των υπηρεσιών ή την αμοιβή σε ωριαία βάσηή οποιαδήποτε άλλη μέθοδο χρέωσης,
    5. να περιέχει ονόματα πελατών, εκτός αν υπάρχει ησυναίνεσή τους και εφόσον πρόκειται για εκδόσεις πουαφορούν δικηγόρους,
    6. να προκαλεί απαξιωτικές εντυπώσεις και σχόλιαστην κοινή γνώμη για το δικηγορικό λειτούργημα.

  4. Δεν επιτρέπεται σε δικηγόρο είτε ατομικά είτε ως μέλος Δικηγορικής Εταιρείας να δίνει συνεντεύξεις στον Τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό, δημοσιεύοντας στοιχεία ή πληροφορίες σε σχέση με εκκρεμούσα, ενώπιον της Δικαιοσύνης, υπόθεση την οποία χειρίζεται ο ίδιος.

  5. Κάθε δικηγόρος ή Δικηγορική Εταιρεία, που διατηρεί ή δημιουργεί επαγγελματική ιστοσελίδα, οφείλει να το γνωστοποιεί στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο με την υποβολή της ετήσιας δήλωσης.

  6. Η παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου συνιστά και πειθαρχικό παράπτωμα που τιμωρείται με πρόστιμο από 1.000 έως 10.000 ευρώ για κάθε παράβαση, καταβάλλεται στο Ταμείο του οικείου Συλλόγου και εισπράττεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. Σε περίπτωση υποτροπής δικηγόρου επιβάλλεται η ποινή της προσωρινής παύσης από δύο ως έξι μήνες και πρόστιμο μέχρι το διπλάσιο του ανώτατου ορίου. Σε περίπτωση παραβίασης ή υποτροπής δικηγορικής Εταιρείας η πιο πάνω ποινή επιβάλλεται στον νόμιμο εκπρόσωπο ή στους νομίμους εκπροσώπους αυτής που ευθύνονται αλληλεγγύως και σε ολόκληρο.

  7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τα πιο πάνω πρόστιμα μπορούν να αναπροσαρμόζονται.


Άρθρο 27


  1. Ο δικηγόρος τηρεί:
    1. Τον ελληνικό Κώδικα Δεοντολογίας ΔικηγορικούΛειτουργήματος, όπως αυτός καταρτίζεται και εγκρίνεται από την Ολομέλεια των Προέδρων των ΔικηγορικώνΣυλλόγων της Ελλάδος. Μέχρι την κατάρτιση και έγκρισή του, ισχύει σε όλη την Επικράτεια ο Κώδικας Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος, όπως εγκρίθηκε μετην από 4.1.1980 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίουτου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και δημοσιεύτηκεστον Κώδικα Νομικού Βήματος στον τόμο του 1986 καιο οποίος προσαρτάται στον παρόντα Κώδικα.
    2. Τον «Καταστατικό χάρτη θεμελιωδών αρχών τουευρωπαϊκού νομικού επαγγέλματος και Κώδικα Δεοντολογίας για τους ευρωπαίους δικηγόρους» του Συμβουλίου των Δικηγορικών Συλλόγων της ΕυρωπαϊκήςΈνωσης, στο βαθμό που οι διατάξεις δεν αντιβαίνουνστον Κώδικα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β


Άρθρο 65


  1. Οι δικηγόροι που είναι διορισμένοι στην Περιφέρεια κάθε Πρωτοδικείου και ασκούν νόμιμα το λειτούργημά τους σε οποιοδήποτε Δικαστήριο αποτελούν το Δικηγορικό Σύλλογο, στον οποίο είναι υποχρεωτικά μέλη.


Άρθρο 66


  1. Κάθε Δικηγορικός Σύλλογος εδρεύει στην έδρα του οικείου Πρωτοδικείου και λαμβάνει από αυτήν την επωνυμία του.


Άρθρο 67


  1. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σωματειακής μορφής.

  2. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι δεν χρηματοδοτούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Έχουν δική τους περιουσία, οικονομική, διοικητική και διαχειριστική αυτονομία και αυτοτέλεια και διοικούνται από αιρετά Διοικητικά Συμβούλια.

  3. Η διαχείριση και η αξιοποίηση της περιουσίας τους, η εποπτεία και ο έλεγχος των οικονομικών και διαχειριστικών πράξεων των Συλλόγων ανήκει αποκλειστικά στα Διοικητικά Συμβούλια και στις Γενικές Συνελεύσεις αυτών.

  4. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να ιδρύουν νομικά πρόσωπα με εταιρική ή μη μορφή για τη διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας τους.


Άρθρο 68


  1. Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει:
    1. Η υπεράσπιση των αρχών και κανόνων του κράτουςδικαίου σε μια δημοκρατική πολιτεία.
    2. Η διασφάλιση της λειτουργίας μίας ανεξάρτητηςδικαιοσύνης, η οποία απονέμεται πάντοτε στο όνοματου ελληνικού λαού.
    3. Η φροντίδα και μέριμνα για τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την αξιοπρεπή άσκηση του δικηγορικούλειτουργήματος.
    4. Η μέριμνα για το σεβασμό και την τιμή που οφείλεινα απολαμβάνει ο δικηγόρος από τη δικαστική και κάθεάλλη αρχή και εξουσία κατά την άσκηση του λειτουργήματός του.
    5. Η διατύπωση γνωμών και προτάσεων που αφορούν στη βελτίωση της νομοθεσίας, την ερμηνεία καιτην εφαρμογή της. Στο πλαίσιο αυτό οι ΔικηγορικοίΣύλλογοι αναγνωρίζονται ως σύμβουλοι της πολιτείαςκαι συμμετέχουν υποχρεωτικά στις σχετικές νομοπαρασκευαστικές επιτροπές.
    6. Η διατύπωση κρίσεων και προτάσεων για τη βελτίωση της λειτουργίας και της απονομής της δικαιοσύνης.
    7. Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων καικάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οιανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή τοδικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημαεθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος. Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού τουσκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κυρία ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά,μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτησηακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσηςκατηγορίας ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικούοποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στηνΕυρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιονδήποτε διεθνέςδικαστήριο. Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούννα παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο,σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην ΕυρωπαϊκήΈνωση, καθώς και σε οποιανδήποτε άλλη υπηρεσία ήαρχή του διεθνούς δικαίου.
    8. Η συνεργασία με άλλους επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς σε θέματα κοινού ή ευρύτερου ενδιαφέροντος.


Άρθρο 69


  1. Όργανα των Δικηγορικών ΣυλλόγωνΌργανα των Δικηγορικών Συλλόγων είναι:
    1. η Γενική Συνέλευση των μελών,
    2. ο Πρόεδρος,
    3. το Διοικητικό Συμβούλιο,
    4. οι Επιτροπές Μητρώου και
    5. τα Πειθαρχικά Συμβούλια.


Άρθρο 70


  1. Στις αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης υπάγονται:
    1. Η εκλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίουκαι ο έλεγχος των πεπραγμένων του.
    2. Η ψήφιση του ετήσιου προϋπολογισμού εσόδων καιεξόδων, ο έλεγχος της διαχείρισης των οικονομικώνκαι της περιουσίας του Συλλόγου, καθώς και η έγκρισητου απολογισμού και της ετήσιας εισφοράς των δικηγόρων, όπως αυτή έχει καθορισθεί από το ΔιοικητικόΣυμβούλιο.
    3. Η καθιέρωση ειδικών εισφορών και ο καθορισμόςτου σκοπού για τον οποίο θα διατεθούν. Για τη λήψη αυτής της απόφασης, απαιτείται απαρτία του ενός τρίτουτουλάχιστον του όλου αριθμού των μελών του Συλλόγουκαι απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων.
    4. Η κατάρτιση κανονισμού λειτουργίας της.

  2. Ειδικά στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Θεσσαλονίκης οι αρμοδιότητες των εδαφίων β΄ και γ΄ της πρώτης παραγράφου ανατίθενται στο Διοικητικό Συμβούλιο, εφόσον το τελευταίο αποφασίσει σχετικά με πλειοψηφία των 3/5 του όλου αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.


Άρθρο 71


  1. Ο Πρόεδρος συγκαλεί και διευθύνει τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και εκπροσωπεί το σύλλογο ενώπιον κάθε δικαστικής ή άλλης αρχής και κάθε τρίτου νομικού ή φυσικού προσώπου.

  2. Σε περίπτωση κωλύματος του Προέδρου, αυτόν αναπληρώνει ο Αντιπρόεδρος. Σε περίπτωση κωλύματος του τελευταίου εφόσον δεν υπάρχει Β΄ Αντιπρόεδρος, τον αναπληρώνει το μέλος με τη μεγαλύτερη δικηγορική θητεία, εκτός εάν φέρει την ιδιότητα του Ταμία, οπότε στην περίπτωση αυτή αναπληρώνεται από το αμέσως επόμενο σε σειρά μέλος.

  3. Ο Πρόεδρος ασκεί τα δικαιώματα και τα καθήκοντα που ορίζει ο παρών Κώδικας, επιμελείται της εκτέλεσης των αποφάσεων των οργάνων του Συλλόγου και διοικεί τις υπηρεσίες αυτού.

  4. Ο Πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου επικυρώνει το γνήσιο της υπογραφής του δικηγόρου, μέλους του οικείου δικηγορικού συλλόγου, εφόσον αυτό προβλέπεται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη.


Άρθρο 72


  1. Ο Πρόεδρος συγκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο και καταρτίζει την ημερήσια διάταξη.

  2. Μετά από αίτημα του 1/5 των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ο Πρόεδρος οφείλει να το συγκαλέσει μέσα σε προθεσμία πέντε ημερών.

  3. Το Διοικητικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία όταν παρίστανται περισσότερα από τα μισά μέλη του, στα οποία περιλαμβάνεται και ο Πρόεδρος.


Άρθρο 73


  1. Στο Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου ανήκει:
    1. Η προαγωγή και προώθηση των σκοπών του Δικηγορικού Συλλόγου και γενικότερα του δικηγορικούσώματος.
    2. Ο έλεγχος της δεοντολογικής άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος.
    3. Η διαπίστωση της ευδόκιμης άσκησης του λειτουργήματος για την προαγωγή των μελών του σε ανώτερακαι ανώτατα δικαστήρια.
    4. Η διευθέτηση των διενέξεων μεταξύ των μελών τουκατά την άσκηση του λειτουργήματος ή μεταξύ αυτώνκαι των εντολέων τους.
    5. Η διαχείριση των οικονομικών και της περιουσίαςτου Συλλόγου και η σχετική ετήσια λογοδοσία.
    6. Η παροχή εξουσιοδότησης στον Πρόεδρο ή άλλαμέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για τη διαπραγμάτευση, κατάρτιση και υπογραφή οποιωνδήποτε συμβάσεων.
    7. Ο προσδιορισμός της ετήσιας εισφοράς, καθώς καικάθε άλλης εισφοράς των μελών του.
    8. Η ίδρυση των διανεμητικών λογαριασμών του άρθρου 62 του Κώδικα και η άσκηση εποπτείας σε αυτούς.
    9. Η ανάθεση σε δικηγόρο της παροχής δωρεάν νομικών υπηρεσιών για την προώθηση των σκοπών τουΣυλλόγου, καθώς και σε όσους στερούνται οικονομικήςδυνατότητας να υπερασπισθούν τον εαυτό τους ενώπιον Δικαστηρίων ή οποιασδήποτε Αρχής.
    10. Η απονομή του τίτλου του επιτίμου σε δικηγόρουςπου άσκησαν ευδόκιμα το λειτούργημά τους.
    11. Η δημοσίευση κατά έτος πλην άλλων και στηνεπίσημη ιστοσελίδα του συλλόγου του προϋπολογισμούκαι απολογισμού αυτού, καθώς και πίνακα στατιστικώνστοιχείων για τις πειθαρχικές υποθέσεις και την εξέλιξηαυτών, καθώς και τις επ’ αυτών αποφάσεις.
    12. Η ταυτοποίηση του δικηγόρου και η υποστήριξητης διαδικασίας ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφωνσε κάθε δικαστήριο.
    13. Η πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Συλλόγου.

  2. Οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι διαχειριστικές και οικονομικές, υπόκεινται στον έλεγχο νομιμότητας και σκοπιμότητας της Γενικής Συνέλευσης.

  3. Το Διοικητικό Συμβούλιο στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, συγκροτεί από τα μέλη του συλλόγου επιτροπές ή ομάδες εργασίας για τη μελέτη θεμάτων που αφορούν στην προώθηση των σκοπών του.

  4. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να συγκροτεί τριμελείς επιτροπές από μέλη του με θητεία άνω των 15 ετών για την επίλυση διενέξεων μεταξύ των μελών του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

  5. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να προσλαμβάνει μέλη του ή μη, με αμοιβή, ως υπαλλήλους του Συλλόγου, καθώς επίσης, και τον Διευθυντή των υπηρεσιών του. Ο διορισμός αυτός δεν συνιστά ασυμβίβαστο, κώλυμα ή λόγο αναστολής.

  6. Για τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου τηρείται βιβλίο, όπου καταγράφονται περιληπτικά πρακτικά των συζητήσεων, αφού θεωρηθούν, εγκριθούν και υπογραφούν από τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα. Στο βιβλίο επίσης, καταχωρίζονται οι αποφάσεις και οι γνώμες της μειοψηφίας. Τα πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου επιτρέπεται να τηρούνται και ηλεκτρονικά.


Άρθρο 74


  1. Το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε συλλόγου καταρτίζει οργανισμό για την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών του, καθώς και κανονισμό για τη λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου και άλλων συλλογικών οργάνων. Μεριμνά για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης του και τη λειτουργία τράπεζας νομικών πληροφοριών.

  2. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει σε μέλη του την ευθύνη λειτουργίας των υπηρεσιών του.

  3. Τα Διοικητικά Συμβούλια κατά τον προσδιορισμό των ετήσιων εισφορών των δικηγόρων λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη εμπλουτισμού των σχετικών βιβλιοθηκών με το σύνολο των νομικών περιοδικών, συγγραμμάτων και βιβλίων που εκδίδονται στην Ελλάδα, καθώς και των πιο βασικών νομικών περιοδικών ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Επίσης, λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη αντιμετώπισης των δαπανών για την έκδοση και κυκλοφορία του νομικού περιοδικού κάθε Συλλόγου και ηλεκτρονικής αρχειοθέτησης νομοθεσίας και νομολογίας γενικού ή περιφερειακού ή ειδικού περιεχομένου. Για την έγκυρη λήψη απόφασης για το αμέσως προηγούμενο εδάφιο απαιτείται απλή πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

  4. Οι δικηγόροι που συγγράφουν βιβλία ή εκδίδουν ανάτυπα ή συμμετέχουν στη συγγραφή ή έκδοση συλλογικών έργων οφείλουν να αποστέλλουν δωρεάν δύο τουλάχιστον αντίτυπα στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους.


Άρθρο 75


  1. Το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε συλλόγου αποτελείταιαπό τον Πρόεδρο και:
    1. δύο (2) μέλη, όταν ο σύλλογος έχει λιγότερα απόείκοσι πέντε (25) μέλη,
    2. τέσσερα (4) μέλη, όταν έχει από είκοσι πέντε (25)μέχρι εκατό (100) μέλη,
    3. οκτώ (8) μέλη, όταν έχει από εκατόν ένα (101) μέχριτριακόσια (300) μέλη,
    4. δέκα (10) μέλη, όταν έχει από τριακόσια ένα (301)μέχρι πεντακόσια (500) μέλη,
    5. δεκατέσσερα (14) μέλη, όταν έχει πεντακόσια ένα(501) μέχρι χίλια (1000) μέλη,
    6. δεκαοκτώ (18) μέλη, όταν έχει από χίλια ένα (1001)μέχρι τέσσερις χιλιάδες (4000) μέλη και
    7. είκοσι τέσσερα (24) μέλη όταν έχει από τέσσεριςχιλιάδες ένα (4001) και πάνω μέλη.

  2. Όταν ο Σύλλογος εδρεύει σε πόλη που είναι και έδρα εφετείου, τότε το Διοικητικό Συμβούλιό του αποτελείται από τον Πρόεδρό του και τουλάχιστον τέσσερα (4) μέλη.

  3. Ο αριθμός των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου καθορίζεται σύμφωνα με τον αριθμό των μελών που έχουν εγγραφεί στο Σύλλογο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του έτους των αρχαιρεσιών.

  4. Η θητεία του Προέδρου και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου είναι τετραετής.

  5. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να εκλεγεί για δύο συνεχόμενες θητείες και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για τρεις.


Άρθρο 76


  1. Η Γενική Συνέλευση των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου συγκαλείται σε τακτική μεν συνεδρίαση όποτεπροβλέπεται στον Κώδικα, σε έκτακτη δε:
    1. όταν τοκρίνει αναγκαίο το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγουή
    2. όταν το ζητήσουν γραπτώς το 1/10 των μελών τουΔικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ή το 1/5 των μελών τωνλοιπών Δικηγορικών Συλλόγων. Στην τελευταία περίπτωση με την ίδια γραπτή αίτηση πρέπει να ορίζονταιαπαραιτήτως τα θέματα, για τα οποία ζητείται η σύγκληση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, καθώς καιεισηγητής και αναπληρωτής του. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου είναι υποχρεωμένο σε προθεσμίαεντός μηνός από την υποβολή της σχετικής αίτησης νασυγκαλέσει τη συνέλευση για συζήτηση των θεμάτωνπου προτάθηκαν αυτών, που ενδεχομένως το ίδιο θαπροτείνει.

  2. Τα μέλη του Συλλόγου καλούνται να συμμετάσχουν στη Γενική Συνέλευση με γενική πρόσκληση, που δημοσιεύεται σε 2 τουλάχιστον τοπικές εφημερίδες, προκειμένου περί των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά, ενώ για τους λοιπούς Δικηγορικούς Συλλόγους η πρόσκληση τοιχοκολλάται στα γραφεία του Συλλόγου, καθώς και σε προβεβλημένες θέσεις των δικαστηρίων πέντε (5) ημέρες πριν από τη σύγκληση. Σε περίπτωση που δεν εκδίδονται τοπικές εφημερίδες η σύγκληση είναι έγκυρη, εφόσον η πρόσκληση γνωστοποιηθεί κατά τους. Στην πρόσκληση, η οποία υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα του Συλλόγου, πρέπει να αναγράφονται ο χρόνος, ο τόπος και τα θέματα της ημερησίας διάταξης, καθώς και αν πρόκειται για πρώτη ή επαναληπτική συνέλευση.

  3. Τουλάχιστον 24 ώρες πριν από τη σύγκληση της συνέλευσης, ο Πρόεδρος του Συλλόγου καλεί το Διοικητικό Συμβούλιο σε συνεδρίαση, προκειμένου να συζητηθούν τα θέματα της ημερήσιας διάταξης και να διαμορφωθεί η εισήγηση του συμβουλίου προς τη συνέλευση.

  4. Τα θέματα της ημερησίας διάταξης της γενικήςσυνέλευσης ορίζονται:
    1. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου.
    2. Με την αίτηση των μελών, αν αυτά ζητήσουν τησύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης.


Άρθρο 77


  1. Οι δικηγόροι που προσέρχονται στο χώρο της συνέλευσης υπογράφουν σε ειδικούς καταλόγους, οι οποίοι τηρούνται από υπαλλήλους του Συλλόγου για τη διαπίστωση της απαρτίας. Σε κάθε δικηγόρο, που εγγράφεται στους καταλόγους, παραδίδεται ένα λευκό χαρτί με τη σφραγίδα του Συλλόγου, στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός του μητρώου του.

  2. Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται η παρουσία, προκειμένου για το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών 2.000 μελών, για το Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης 1.400 και για καθέναν από τους λοιπούς Δικηγορικούς Συλλόγους το 1/4 των εγγεγραμμένων στο μητρώο μελών του. Η διαπίστωση της ύπαρξης ή μη απαρτίας γίνεται από τον Πρόεδρο, όταν συμπληρωθεί μισή ώρα από εκείνη που είχε οριστεί για την έναρξη της συνέλευσης.

  3. Εάν δεν διαπιστωθεί η ύπαρξη απαρτίας, καλείται νέα επαναληπτική συνέλευση εντός οκτώ (8) ημερών, η σύγκληση της οποίας γίνεται όπως και στην πρώτη, αλλά με σύντμηση των προθεσμιών δημοσίευσης στο ήμισυ. Σε κάθε περίπτωση, στην πρόσκληση για τη νέα Γενική Συνέλευση πρέπει να αναγράφονται τα στοιχεία της πρώτης πρόσκλησης, με την προσθήκη ότι πρόκειται για επαναληπτική.

  4. Για την ύπαρξη απαρτίας στην επαναληπτική συνέλευση αρκεί η παρουσία του ημίσεος των μελών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Εάν διαπιστωθεί και πάλι η μη ύπαρξη της απαιτούμενης απαρτίας, δεν συγκαλείται τρίτη κατά σειρά συνέλευση, αλλά ματαιώνεται, οπότε για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης της συνέλευσης αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο.

  5. Η έλλειψη απαρτίας διαπιστώνεται με ευθύνη του Πρόεδρου ή με την υποβολή σχετικής αιτήσεως από μέλος της συνέλευσης και ελέγχεται ανά πάσα στιγμή. Ένσταση έλλειψης απαρτίας μπορεί να προβληθεί, εφόσον υποβληθεί από το 1/10 τουλάχιστον των μελών, τα οποία κάθε φορά απαιτούνται για το σχηματισμό της απαρτίας, μόνο όταν πρόκειται να ληφθεί απόφαση.

  6. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί με απόφασή του να καλέσει να παρασταθούν στη συνέλευση και άλλα πρόσωπα, τα οποία κάθονται σε διακριτή θέση στο χώρο διεξαγωγής της. Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωμα χαιρετισμού, εφόσον αυτό επιτρέψει ο Πρόεδρος της Συνέλευσης.


Άρθρο 78


  1. Πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης είναι ο Πρόεδρος του συλλόγου, ο οποίος αναπληρώνεται από τους νόμιμους αναπληρωτές του. Στους συλλόγους άνω των 1.000 μελών καθήκοντα Προέδρου ασκεί ο Αντιπρόεδρος, όπου δε υπάρχουν περισσότεροι του ενός αντιπρόεδροι ο πρώτος, σε περίπτωση δε κωλύματος ο β΄ Αντιπρόεδρος ελλείψει δε αυτού ο Γενικός Γραμματέας. Ο Πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη της Συνέλευσης, τηρεί την τάξη, δίνει το λόγο σε όσα μέλη επιθυμούν να ομιλήσουν, συνιστά στους ομιλητές να αναφέρονται στα θέματα της ημερήσιας διάταξης και να διατηρούν το ήρεμο κλίμα της Συνέλευσης. Ο Πρόεδρος αναπληρώνεται από τους κατά νόμο αναπληρωτές του. Όταν αυτός που προεδρεύει της Συνέλευσης συμμετέχει ως εισηγητής για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης αναπληρώνεται στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του, όπως ανωτέρω ορίζεται. Ο Πρόεδρος της Συνέλευσης βοηθείται στο έργο του από άλλα μέλη του Συμβουλίου.

  2. Ο κατάλογος των ομιλητών συντάσσεται με ευθύνη και επιμέλεια του Προέδρου της συνέλευσης. Το μέλος που επιθυμεί να συμμετάσχει στη συζήτηση αναγράφει το όνομά του σε χαρτί και το παραδίδει σε εντεταλμένο υπάλληλο του Συλλόγου, και ο τελευταίος στον Πρόεδρο της συνέλευσης, ο οποίος το τοποθετεί σε κληρωτίδα. Ο κατάλογος των ομιλητών της συνέλευσης καταρτίζεται κατά τη σειρά κλήρωσής τους. Θέματα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη, δεν επιτρέπεται να συζητηθούν στη συνέλευση.

  3. Ο Πρόεδρος του Συλλόγου εισηγείται τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, ενημερώνει τα μέλη και διατυπώνει προτάσεις.

  4. Κάθε μέλος του Συλλόγου δικαιούται να ομιλεί για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Ο Πρόεδρος της συνέλευσης ενημερώνει τον ομιλητή για το πέρας του χρόνου της ομιλίας του και τον καλεί να ολοκληρώσει τις σκέψεις του. Αν αυτός συνεχίζει, ο Πρόεδρος του αφαιρεί το λόγο.

  5. Τα μέλη της συνέλευσης δεν μπορούν να λάβουν το λόγο, αν δεν ζητήσουν την άδεια από τον Πρόεδρο και είναι υποχρεωμένα να συμπεριφέρονται με τρόπο που συνάδει στην αξιοπρέπεια του δικηγορικού λειτουργήματος.

  6. Αν στη διάρκεια της συνέλευσης μέλη επιδείξουν ιδιαιτέρως ανάρμοστη συμπεριφορά, είτε με φραστικές διατυπώσεις είτε με άλλες πράξεις ή ενέργειές τους, καλούνται από τον Πρόεδρο της συνέλευσης να δώσουν τις αναγκαίες εξηγήσεις και να ανακαλέσουν. Εάν αρνηθούν ανακαλούνται από τον Πρόεδρο στην τάξη.

  7. Εάν κατά τη συζήτηση προκληθούν εντάσεις και επεισόδια, που παρεμποδίζουν την ήρεμη διεξαγωγή της συζήτησης και βλάπτουν το κύρος του Δικηγορικού Συλλόγου, ο Πρόεδρος δικαιούται να διακόψει τη συνέλευση για λίγη ώρα. Αν η κατάσταση παραμένει έκρυθμη και μετά τη διακοπή, ο Πρόεδρος διακόπτει τη συνέλευση για άλλη ημέρα εντός τριών ημερών από τη διακοπή. Στην περίπτωση αυτή ανακοινώνεται ο χρόνος και ο τόπος συνέχισης των εργασιών της συνέλευσης, η σειρά δε των ομιλητών δεν αλλάζει.

  8. Ζήτημα επί προσωπικού θεωρείται η υβριστική ή ονειδιστική γενικά εκδήλωση εναντίον μέλους της συνέλευσης, που προσβάλλει την προσωπικότητά του ή η απόδοση σε ομιλητή όλως διαφορετικής γνώμης από εκείνη που εξέφρασε. Όποιος επικαλείται προσωπικό ζήτημα σε βάρος του, ζητεί από τον Πρόεδρο την άδεια να ομιλήσει. Ο Πρόεδρος έχει την ευχέρεια να μην δώσει το λόγο, αν κρίνει ότι δεν υπάρχει προσωπικό ζήτημα. Σε περίπτωση που το μέλος επιμένει, ο Πρόεδρος του δίνει το λόγο μόνο για να αναπτύξει σε ένα (1) λεπτό της ώρας σε τι συνίσταται το προσωπικό ζήτημα. Η ανάπτυξη του προσωπικού ζητήματος και η παροχή διευκρινίσεων ή εξηγήσεων από εκείνον που το προκάλεσε δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε (5) λεπτά της ώρας. Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος αποφαίνεται εάν συντρέχει ή όχι περίπτωση προσωπικού ζητήματος. Σε περίπτωση που κρίνει ότι υπάρχει, καλεί εκείνον που το προκάλεσε να ανακαλέσει ή να ανασκευάσει.

  9. Αν πριν από τη λήξη του προκαθορισμένου χρόνου της Γενικής Συνέλευσης δεν έχει εξαντληθεί ο κατάλογος των ομιλητών, ο Πρόεδρος δικαιούται είτε να μειώσει το χρόνο ομιλίας είτε ανάλογα με τις συνθήκες να επιλέξει την κλήρωση μεταξύ όσων απομένουν να ομιλήσουν.


Άρθρο 79


  1. Όταν τελειώσει η συζήτηση στα θέματα της ημερήσιας διάταξης, ο Πρόεδρος θέτει σε ψηφοφορία, κατάσειρά τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί από τουςομιλητές. Στη διάρκεια της ψηφοφορίας δεν επιτρέπεταιπαρέμβαση, εκτός αν αφορά διαδικαστικό ζήτημα, τοοποίο εξαντλείται σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από πέντε(5) λεπτά.Η ψηφοφορία είναι φανερή και διεξάγεται: i) με ανάταση του χεριού ή ii) με ονομαστική κλήση, αν:
    1. το ζητήσουν τουλάχιστον το 1/3 των μελών τηςΓενικής Συνέλευσης ή
    2. το κρίνει αναγκαίο ο Πρόεδρος και ειδικότερα στηνπερίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο υπάρχει αδυναμία να διαπιστωθεί με ακρίβεια το αποτέλεσμα τηςψηφοφορίας.

  2. Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς το αποτέλεσμα, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται για μια ακόμη φορά. Αν υπάρξει και πάλι διαφωνία ή έντονη αμφισβήτηση του αποτελέσματος με αίτηση του 1/20 των παρισταμένων, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται με ονομαστική κλήση. Για θέματα εμπιστοσύνης προς τον Πρόεδρο του Συλλόγου, το Διοικητικό Συμβούλιο, τα μέλη αυτού, για έγκριση λογοδοσίας και αποχής, η Γενική Συνέλευση αποφασίζει με μυστική ψηφοφορία. Η μυστική ψηφοφορία διεξάγεται με ψηφοδέλτια και μάλιστα ένα ψηφοδέλτιο για κάθε θέμα.

  3. Η ψηφοφορία μπορεί να γίνει και με ηλεκτρονικά μέσα, μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου.


Άρθρο 80


  1. Οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του Συλλόγου λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας η πρόταση θεωρείται ότι απορρίφθηκε. Εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν επαρκέσει ο χρόνος για τη λήψη απόφασης, η συζήτηση συνεχίζεται άλλη ημέρα, που ορίζεται από τον Πρόεδρο, μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την επομένη εκείνης που διακόπηκε η συνέλευση. Τα Πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης τηρούνται χωρίς να απαιτείται η επικύρωσή τους.

  2. Η παράβαση των πιο πάνω διατάξεων συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.


Άρθρο 81


  1. Εκλογικό δικαίωμα ασκούν οι δικηγόροι που έχουν εγγραφεί στο μητρώο του συλλόγου τους, μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του έτους διεξαγωγής των εκλογών. Σε περίπτωση ματαίωσης ή ακύρωσης των εκλογών ή κένωσης ή μη κάλυψης για οποιονδήποτε λόγο της θέσης του Προέδρου, ασκούν το δικαίωμα όσοι έχουν εγγραφεί στο μητρώο του οικείου Συλλόγου τουλάχιστον 10 ημέρες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών.

  2. Δικηγόροι που τελούν σε προσωρινή παύση κατά το χρόνο διεξαγωγής των αρχαιρεσιών δεν έχουν δικαίωμα εκλογής.

  3. Το Διοικητικό Συμβούλιο του συλλόγου καταρτίζει, μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του τελευταίου έτους της θητείας του, κατάλογο των δικηγόρων που έχουν δικαίωμα να εκλέγουν. Ο κατάλογος αυτός αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων και στην ιστοσελίδα του Συλλόγου για δέκα ημέρες. Ο κατάλογος μπορεί να διορθωθεί με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ύστερα από έγγραφη αίτηση ενός εκλογέα μέσα σε προθεσμία 5 ημερών από την τελευταία ημέρα ανάρτησης του καταλόγου. Ο κατάλογος ισχύει για κάθε επαναληπτική εκλογή που τυχόν διεξαχθεί μέσα στους επόμενους 18 μήνες από την έναρξη της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου.

  4. Η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική και αποτελεί θεμελιώδες καθήκον του δικηγόρου.


Άρθρο 82


  1. Δικαίωμα να εκλεγούν ως Πρόεδρος ή μέλη τουΔιοικητικού Συμβουλίου έχουν όλα τα μέλη του οικείουΔικηγορικού Συλλόγου:
    1. που είναι ταμειακά εντάξει,
    2. των οποίων δεν έχει ανασταλεί ή διακοπεί η άσκησητου δικηγορικού λειτουργήματος.

  2. Ειδικά για την εκλογή του Προέδρου απαιτείται να έχει συμπληρώσει αυτός δεκαετή τουλάχιστον δικηγορική θητεία.

  3. Εάν σε Δικηγορικό Σύλλογο υπάρχει απροθυμία υποβολής υποψηφιοτήτων με αποτέλεσμα να ματαιωθούν οι αρχαιρεσίες για δύο συνεχείς φορές, η διοίκηση αυτού ασκείται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας του οικείου εφετείου.


Άρθρο 83


  1. Δεν έχουν δικαίωμα να υποβάλουν υποψηφιότηταγια να εκλεγούν ως Πρόεδροι ή μέλη του ΔιοικητικούΣυμβουλίου:
    1. οι βουλευτές και ευρωβουλευτές,
    2. αυτοί που τελούν σε αναστολή του δικηγορικούλειτουργήματος,
    3. όσοι έχουν τιμωρηθεί πειθαρχικά με προσωρινήπαύση μέχρι ένα μήνα, πριν παρέλθει τριετία από τηντελεσιδικία της απόφασης. Αν η ποινή της παύσης είναιμεγαλύτερη τότε η απαγόρευση ισχύει για μια πενταετία από την τελεσιδικία της απόφασης.


Άρθρο 84


  1. Έναρξη και λήξη θητείας Προέδρου και Διοικητικού Συμβουλίου Η θητεία του Προέδρου και του Διοικητικού Συμβουλίου αρχίζει την 1η Ιανουαρίου του επομένου από αυτό της διενέργειας των αρχαιρεσιών έτους, ανεξάρτητα από την υποβολή ή όχι ένστασης κατά του κύρους τους και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του τέταρτου έτους.


Άρθρο 85


  1. Οι εκλογές για την ανάδειξη του Προέδρου και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου διεξάγονται την τελευταία Κυριακή ή και Δευτέρα, στην περίπτωση της επόμενης παραγράφου, του Νοεμβρίου του έτους των εκλογών στην έδρα του Δικηγορικού Συλλόγου, εκτός αν άλλως αποφασίσει το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού.

  2. Σε Δικηγορικούς Συλλόγους, που έχουν περισσότερα από δύο χιλιάδες μέλη, η ψηφοφορία παρατείνεται και την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Στην περίπτωση αυτή με ευθύνη του Προέδρου του συλλόγου διασφαλίζεται η φύλαξη των ψηφοδόχων και του λοιπού εκλογικού υλικού.


Άρθρο 86


  1. Η ψηφοφορία διεξάγεται από τις 7 το πρωί μέχρι τις 7 το απόγευμα, εκτός αν βεβαιωθεί ότι ψήφισαν όλοι οι εγγεγραμμένοι στον κατάλογο των εκλογέων, οπότε η ψηφοφορία περατώνεται με την άσκηση του δικαιώματος και του τελευταίου εκλογέα.

  2. Η εφορευτική επιτροπή μπορεί με απόφασή της να παρατείνει την ψηφοφορία και μετά τις 7 το απόγευμα για δύο ακόμη ώρες κατ’ ανώτατο όριο, αν διαπιστώσει προσέλευση εκλογέων που επιθυμούν να ψηφίσουν.


Άρθρο 87


  1. Για να ανακηρυχθεί δικηγόρος ως υποψήφιος πρόεδρος ή σύμβουλος πρέπει: (α) να μην συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού του με βάση το άρθρο 104 του Κώδικα, (β) να υποβάλλει και να πρωτοκολλήσει σχετική αίτηση στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου μέχρι την 31η Οκτωβρίου του τελευταίου έτους της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου.

  2. Στους Δικηγορικούς Συλλόγους τα μέλη των οποίων, στις 30 Σεπτεμβρίου του έτους των εκλογών, υπερβαίνουν τα χίλια (1000), ο υποψήφιος πρόεδρος υποβάλλει υποψηφιότητα ως επικεφαλής συνδυασμού. Ο αριθμός των υποψήφιων συμβούλων κάθε συνδυασμού πρέπει να ανέρχεται τουλάχιστον στο ένα δεύτερο του αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και σε περίπτωση κλάσματος, αυτό αφαιρείται. Υποψήφιος σύμβουλος μπορεί να μετέχει μόνο σε ένα συνδυασμό. Η συμμετοχή γίνεται με έγγραφη δήλωση και υπογράφεται από τον υποψήφιο πρόεδρο και τους υποψήφιους συμβούλους αυτού κατ’ αλφαβητική σειρά. Η δήλωση κατατίθεται στο Δικηγορικό Σύλλογο σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου. Επιτρέπεται η μεμονωμένη υποβολή υποψηφιοτήτων για τη θέση προέδρου και κατάρτιση συνδυασμού υποψήφιων Συμβούλων χωρίς υποψήφιο Πρόεδρο.


Άρθρο 88


  1. Σε όσους Δικηγορικούς Συλλόγους την 30ή Σεπτεμβρίου του έτους των εκλογών τα μέλη τους δεν υπερβαίνουν τα χίλια (1000), καταρτίζεται ενιαίο ψηφοδέλτιο υποψήφιων συμβούλων. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει εάν θα καταρτισθεί ενιαίο ψηφοδέλτιο υποψήφιων προέδρων ή ψηφοδέλτιο χωριστό για κάθε υποψήφιο πρόεδρο.

  2. Σε συλλόγους με μέλη πάνω από χίλια (1000) μπορεί να καταρτισθεί ενιαίο ψηφοδέλτιο, μετά από απόφαση της γενικής συνέλευσής τους, που διεξάγεται τουλάχιστον έξι (6) μήνες πριν την ημερομηνία των εκλογών και η οποία πρέπει να έχει απαρτία πλέον του 50% των μελών και η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία πλέον του 60% των παρόντων μελών.

  3. Η απόφαση της παραγράφου 2 μπορεί να ληφθεί και με τη διαδικασία του δημοψηφίσματος, σύμφωνα με το άρθρο 138 του Κώδικα μέσα στην ίδια πιο πάνω προθεσμία.


Άρθρο 89


  1. Η αίτηση των υποψηφίων, καθώς και η δήλωση της κατάρτισης του συνδυασμού είναι απαράδεκτες, αν δεν συνοδεύονται με την απόδειξη καταβολής του τέλους διεξαγωγής αρχαιρεσιών. Το ποσό του τέλους ορίζεται πριν από κάθε εκλογή από το Διοικητικό Συμβούλιο για την κάλυψη των εξόδων των αρχαιρεσιών.


Άρθρο 90


  1. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου την 1η Νοεμβρίου του έτους διεξαγωγής των εκλογών ανακηρύσσει, με έγγραφη ανακοίνωσή του που αναρτάται στους πίνακες ανακοινώσεων του συλλόγου και στην ιστοσελίδα του, τους υποψηφίους προέδρους και συμβούλους. Με την ίδια ανακοίνωση αιτιολογείται η τυχόν μη ανακήρυξη υποψήφιου ή συνδυασμού.

  2. Σε περίπτωση κατά την οποία συνδυασμός δεν ανακηρυχθεί επειδή ένας ή περισσότεροι υποψήφιοι σύμβουλοι δεν συγκεντρώνουν τις νόμιμες προϋποθέσεις πρέπει να υποβληθεί νέα πλήρης δήλωση εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών από την πιο πάνω απόφαση του Προέδρου. Στην περίπτωση αυτή ο Πρόεδρος του Συλλόγου είναι υποχρεωμένος εντός τριών (3) ημερών από την κατάθεση της νέας δήλωσης να εκδώσει σχετική νεώτερη απόφαση για την ανακήρυξη ή μη του συνδυασμού.


Άρθρο 91


  1. Ο Σύλλογος με δαπάνες και μέριμνά του εκτυπώνει:
    1. Στην περίπτωση του άρθρου 109 του Κώδικα ψηφοδέλτια των υποψήφιων Προέδρων και συνδυασμώνμε αλφαβητική σειρά των ονομάτων των υποψήφιωνσυμβούλων.
    2. Στην περίπτωση του άρθρου 110 του Κώδικα ψηφοδέλτια υποψήφιων Προέδρων και συμβούλων με αλφαβητική σειρά των ονομάτων τους.Με βάση τα ψηφοδέλτια αυτά ο Σύλλογος καταρτίζει καταλόγους οι οποίοι αναρτώνται στους πίνακεςανακοινώσεων του συλλόγου στην ιστοσελίδα του καιστο κατάστημα του Πρωτοδικείου οκτώ (8) τουλάχιστονημέρες πριν από τη διεξαγωγή των αρχαιρεσιών.


Άρθρο 92


  1. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου, εφόσον δεν είναι ο ίδιος υποψήφιος πρόεδρος, αλλιώς το Διοικητικό Συμβούλιο διορίζει ως ψηφολέκτες για κάθε ψηφοδόχο δύο από τα μέλη του Συλλόγου που έχουν δικαίωμα ψήφου με ισάριθμα αναπληρωματικά, τα οποία πρέπει να παρίστανται σε όλη τη διάρκεια της εκλογής. Απαγορεύεται η παραμονή στην αίθουσα της ψηφοφορίας και κατά τη διενέργειά της, άλλου προσώπου πλην του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου των συμβούλων, των ψηφολεκτών ή των αναπληρωτών τους και κάθε υποψήφιου ή αντιπροσώπου του ή αντιπροσώπου του συνδυασμού. Οι συνδυασμοί δικαιούνται να διορίσουν δύο αντιπροσώπους με τους αναπληρωτές τους και όπου δεν ισχύει το σύστημα των συνδυασμών, οι υποψήφιοι δικαιούνται να διορίσουν έναν αντιπρόσωπο με έναν αναπληρωτή. Οι αντιπρόσωποι και οι αναπληρωτές τους διορίζονται μεταξύ των μελών του Συλλόγου που έχουν δικαίωμα ψήφου. Ο διορισμός του αντιπροσώπου γίνεται με έγγραφη δήλωση του επικεφαλής του συνδυασμού ή του υποψήφιου συμβούλου, που υποβάλλεται στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου δύο ημέρες πριν από την εκλογή.

  2. Δεν επιτρέπεται δραστηριότητα προεκλογικού χαρακτήρα κατά την ημέρα της εκλογής ούτε η άσκηση κάθε μορφής πίεσης που εκδηλώνεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο κατά την ώρα της ψηφοφορίας σε βάρος των ψηφοφόρων υπέρ οποιουδήποτε υποψηφίου. Η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.

  3. Η εκλογή διενεργείται ενώπιον Εφορευτικής Επιτροπής, η οποία αποτελείται από τον Πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ή το νόμιμο αναπληρωτή του, εφόσον δεν είναι υποψήφιος, και από τους ψηφολέκτες, ή σε περίπτωση κωλύματος από τους νόμιμους αναπληρωτές τους, και αποφασίζει κατά πλειοψηφία για κάθε ζήτημα που ανακύπτει κατά την ψηφοφορία. Σε περίπτωση που ο Πρόεδρος του συλλόγου είναι υποψήφιος, Πρόεδρος της Εφορευτικής Επιτροπής ορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου μέλος του συλλόγου με δεκαπενταετή τουλάχιστον υπηρεσία. Η Εφορευτική Επιτροπή τηρεί το πρωτόκολλο ψηφοφορίας στο οποίο αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των ψηφοφόρων και ο αριθμός του μητρώου τους και μετά το τέλος της ψηφοφορίας συντάσσει το πρακτικό διαλογής των ψήφων, εξάγει τα αποτελέσματα της εκλογής και ανακηρύσσει τους επιτυχόντες. Εάν κατά τη διαλογή απουσιάζουν ορισμένοι ψηφολέκτες ή οι αναπληρωτές τους, ο Πρόεδρος του συλλόγου μπορεί με απόφασή του να διορίσει και κατά την ίδια ημέρα της εκλογής δικηγόρους οι οποίοι έχουν δικαίωμα ψήφου ως μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής σε αντικατάσταση των απόντων δικηγόρων.

  4. Σε Δικηγορικούς Συλλόγους, στους οποίους υπάρχουν περισσότεροι από χίλιοι εγγεγραμμένοι στo μητρώο δικηγόροι η εκλογή μπορεί να ενεργείται σε τμήματα ύστερα από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου σύμφωνα με όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο. Ο Πρόεδρος του Συλλόγου μαζί με τους προέδρους των εφορευτικών επιτροπών αποτελούν την Κεντρική Εφορευτική Επιτροπή, η οποία εκδίδει τα τελικά αποτελέσματα και ανακηρύσσει τους επιτυχόντες.


Άρθρο 93


  1. Την ημέρα της ψηφοφορίας ο εκλογέας προσέρχεται στο εκλογικό τμήμα και μετά τη διαπίστωση των στοιχείων της ταυτότητάς του, παραλαμβάνει από την εφορευτική επιτροπή δύο φακέλους σφραγισμένους με τη σφραγίδα του Συλλόγου και σειρά ψηφοδελτίων των υποψήφιων Προέδρων και συμβούλων και αποσύρεται σε ιδιαίτερο χώρο, ώστε να εξασφαλίζεται το απόρρητο της ψηφοφορίας. Ο εκλογέας ψηφίζει τους υποψήφιους προέδρους και συμβούλους της προτίμησής του με σταυρό που σημειώνει δίπλα στο ονοματεπώνυμό τους. Εάν υπάρχει ξεχωριστό ψηφοδέλτιο για κάθε υποψήφιο πρόεδρο, δεν απαιτείται σταυροδότηση. Ο εκλογέας δικαιούται να σταυροδοτήσει υποψήφιους συμβούλους της προτίμησής του μέχρι τον προβλεπόμενο αριθμό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

  2. Σε περίπτωση που οι εκλογές διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 110 του Κώδικα, ο εκλογέας δικαιούται να σταυροδοτήσει υποψήφιους συμβούλους της προτίμησής του μέχρι το ήμισυ του προβλεπόμενου αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει στους Δικηγορικούς Συλλόγους που τα μέλη τους δεν υπερβαίνουν τα χίλια.

  3. Τα ψηφοδέλτια τοποθετούνται στους φακέλους που ρίπτονται ιδιόχειρα στις ψηφοδόχους από το μέλος που ψηφίζει.

  4. Στο σύστημα εκλογής με συνδυασμούς, ψηφοδέλτια που δεν φέρουν σταυρό προτίμησης για τους υποψήφιους συμβούλους είναι έγκυρα και υπολογίζονται υπέρ του συνδυασμού.


Άρθρο 94


  1. Άκυρα ψηφοδέλτια Άκυρα είναι τα ψηφοδέλτια που δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 113 του Κώδικα, καθώς και τα ψηφοδέλτια που έχουν ενδείξεις, οι οποίες παραβιάζουν εμφανώς τη μυστικότητα της ψηφοφορίας.


Άρθρο 95


  1. Για την εκλογή του Προέδρου απαιτείται να λάβει αυτός το 50% συν ένα των έγκυρων ψηφοδελτίων. Άλλως, την επόμενη Κυριακή ή και Δευτέρα στην περίπτωση του άρθρου 107 παράγραφος 2 του Κώδικα, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται και συμμετέχουν οι δύο πρώτοι υποψήφιοι πρόεδροι που συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο αριθμό ψήφων, οπότε εκλέγεται ως πρόεδρος ο υποψήφιος που έλαβε τις περισσότερες ψήφους. Οι σύμβουλοι εκλέγονται από την ψηφοφορία της πρώτης Κυριακής ή και Δευτέρας στην περίπτωση του άρθρου 107 παράγραφος 2 του Κώδικα, και κατά τη σειρά των ψήφων που έλαβαν μέχρι τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου αριθμού μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

  2. Στην περίπτωση του άρθρου 109 και 110 του Κώδικα, Πρόεδρος εκλέγεται εκείνος που μεταξύ των υποψήφιων προέδρων έλαβε το 50% συν ένα των εγκύρων ψηφοδελτίων. Διαφορετικά η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται την επόμενη Κυριακή ή και Δευτέρα στην περίπτωση του άρθρου 107 παράγραφος 2. Σε αυτήν συμμετέχουν οι δύο πρώτοι υποψήφιοι πρόεδροι που συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο αριθμό ψήφων, οπότε εκλέγεται ως πρόεδρος ο υποψήφιος που θα λάβει τις περισσότερες ψήφους.

  3. Ο μη εκλεγείς στην επαναληπτική εκλογή υποψήφιος Πρόεδρος καταλαμβάνει τη θέση συμβούλου.


Άρθρο 96


  1. Στους Δικηγορικούς Συλλόγους, στους οποίους οι αρχαιρεσίες διεξάγονται με το σύστημα των συνδυασμών, η εκλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου γίνεται με το σύστημα της απλής αναλογικής. Οι θέσεις των συμβούλων κατανέμονται μεταξύ των συνδυασμών ανάλογα με την εκλογική τους δύναμη. Το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων διαιρείται με τον αριθμό των θέσεων του Διοικητικού Συμβουλίου. Το πηλίκο αυτής της διαίρεσης, και σε περίπτωση κλάσματος ο πλησιέστερος προς το κλάσμα μεγαλύτερος ακέραιος αριθμός, αποτελεί το εκλογικό μέτρο. Αν το κλάσμα ισούται με το μισό της μονάδας, ως εκλογικό μέτρο θεωρείται ο μεγαλύτερος ακέραιος αριθμός. Κάθε συνδυασμός καταλαμβάνει τόσες θέσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο, όσες φορές χωρεί το εκλογικό μέτρο στον αριθμό των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβε. Συνδυασμός, που περιλαμβάνει υποψηφίους λιγότερους από τις θέσεις που του ανήκουν, καταλαμβάνει τόσες μόνο θέσεις όσοι είναι και οι υποψήφιοί του. Οι θέσεις που μένουν αδιάθετες από την πρώτη κατανομή σύμφωνα με τα παραπάνω, κατανέμονται στη συνέχεια στους συνδυασμούς εκείνους που έχουν τα μεγαλύτερα κατά σειρά υπόλοιπα ψήφων και οι οποίοι έχουν εκλέξει σύμβουλο από την πρώτη κατανομή. Σύμβουλοι από κάθε συνδυασμό εκλέγονται αυτοί που έλαβαν τις περισσότερες κατά σειρά ψήφους στο ψηφοδέλτιο αυτού, σύμφωνα με τον αριθμό των θέσεων που κατέλαβε ο συνδυασμός. Σε περίπτωση ίσου αριθμού ψήφων γίνεται κλήρωση.

  2. Ο επικεφαλής του συνδυασμού εκλέγεται σύμβουλος, εάν ο ίδιος, ως υποψήφιος πρόεδρος, έχει λάβει ποσοστό ψήφων άνω του 6% των έγκυρων ψηφοδελτίων.


Άρθρο 97


  1. Σε περίπτωση ισοψηφίας μεταξύ των υποψήφιων προέδρων ή υποψήφιων συμβούλων γίνεται κλήρωση από την Εφορευτική Επιτροπή.


Άρθρο 98


  1. Το αποτέλεσμα της εκλογής κοινοποιείται από τον πρόεδρο της εφορευτικής επιτροπής προς τον πρόεδρο και τους συμβούλους που εκλέχθηκαν και γνωστοποιείται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος δημοσιεύει τα ονόματα που εκλέχθηκαν σε Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αφού παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση ενστάσεων κατά του κύρους των εκλογών ή όταν απορριφθούν τυχόν ενστάσεις που έχουν υποβληθεί.


Άρθρο 99


  1. Κάθε μέλος του Συλλόγου έχει το δικαίωμα να υποβάλει ένσταση κατά του κύρους των εκλογών, εφόσον έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς το Σύλλογο μέχρι την ημέρα της υποβολής της ένστασής του.

  2. Η ένσταση ασκείται εντός δέκα ημερών από τη διενέργεια των εκλογών ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου, στην περιοχή του οποίου υπάγεται ο Δικηγορικός Σύλλογος. Η ένσταση ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του αρμόδιου εφετείου και εκδικάζεται την ημέρα που ορίζει ο πρόεδρος με πράξη του. Μεταξύ κατάθεσης της ένστασης και συζήτησής της πρέπει να μεσολαβούν δεκαπέντε (15) ημέρες. Αντίγραφο της ένστασης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδίδεται με φροντίδα του ενισταμένου στον Πρόεδρο του Συλλόγου τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

  3. Στη συζήτηση της ένστασης παρίσταται ο ενιστάμενος και εκ μέρους του Συλλόγου, ο πρόεδρος ή αντιπρόεδρος ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου, εξουσιοδοτούμενο εγγράφως από τον Πρόεδρο. Υπομνήματα κατατίθενται δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση, χωρίς να είναι υποχρεωτικά.

  4. Το διοικητικό Εφετείο εκδικάζει την ένσταση λαμβάνοντας υπόψη τα προσκομιζόμενα στοιχεία χωρίς να απαιτείται η έκδοση προδικαστικής απόφασης. Μάρτυρες μπορεί να εξετασθούν κατά τη συζήτηση της ένστασης.

  5. Η υποβολή ένστασης κατά το κύρος των αρχαιρεσιών δεν αναστέλλουν το αποτέλεσμα αυτών.


Άρθρο 100


  1. Μη αποδοχή της εκλογής από τον πρόεδρο ή θάνατος ή παραίτησή του Μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 120 του Κώδικα, πρόεδρος, που δεν αποδέχεται την εκλογή του, πρέπει να το δηλώσει εγγράφως στον πρόεδρο του οικείου Συλλόγου ή τον αναπληρωτή του. Στην περίπτωση αυτή, όσο και στην περίπτωση που κενωθεί η θέση του προέδρου τα τρία (3) πρώτα έτη της θητείας του, διενεργούνται εκλογές με ανάλογη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Σε περίπτωση που κενωθεί η θέση του προέδρου κατά το τελευταίο έτος της θητείας του τη θέση του αναλαμβάνει ο αντιπρόεδρος ή εάν δεν υπάρχει αντιπρόεδρος, ο αρχαιότερος ως προς τη δικηγορική υπηρεσία σύμβουλος και τη θέση αυτού καταλαμβάνει ο πρώτος αναπληρωματικός σύμβουλος.


Άρθρο 101


  1. Μη αποδοχή της εκλογής του από σύμβουλο, θάνατός του ή παραίτησή του Αν σύμβουλος δεν αποδέχεται την εκλογή του, ή σε περίπτωση που κενωθεί θέση συμβούλου από οποιαδήποτε αιτία, αυτήν καταλαμβάνει ο πρώτος αναπληρωματικός σύμβουλους, όπως έχουν καταταγεί σύμφωνα με τα άρθρα 117 και 118 του Κώδικα.


Άρθρο 102


  1. Αν δεν διεξαχθούν οι εκλογές για οποιονδήποτε λόγο ή ακυρωθούν ή κενωθεί η θέση του πρόεδρου, ο κατάλογος των εκλογέων του άρθρου 103 του Κώδικα συντάσσεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη ματαίωση των εκλογών ή την ακύρωσή τους ή την κένωση της θέσης του προέδρου. Η προθεσμία για την υποβολή υποψηφιοτήτων ορίζεται εικοσαήμερη από την επέλευση των γεγονότων αυτών, οι δε αρχαιρεσίες ενεργούνται την πρώτη Κυριακή ή και Δευτέρα στην περίπτωση του άρθρου 107 παράγραφος 2 μετά την παρέλευση δεκαπέντε ημερών από την ανακήρυξη των υποψηφίων. Οι διατάξεις των άρθρων 103 έως 127 του Κώδικα εφαρμόζονται ανάλογα.

  2. Η θητεία του Προέδρου και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που εκλέγονται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ανεξάρτητα από το χρόνο διενέργειας των εκλογών, δεν παρατείνεται αλλά λήγει την ίδια ημέρα που θα έληγε η θητεία του Προέδρου και του συμβουλίου, ως εάν είχαν εκλεγεί στις πρώτες αρχαιρεσίες του τετάρτου έτους που θα έληγε η θητεία.


Άρθρο 103


  1. Αποβάλλει την ιδιότητα του προέδρου αυτοδίκαιαεκείνος που:
    1. για οποιονδήποτε λόγο αποβάλει την ιδιότητα τουδικηγόρου, ή
    2. τιμωρήθηκε τελεσίδικα με πειθαρχική ποινή τηςπροσωρινής παύσης.

  2. Στις περιπτώσεις της αυτοδίκαιης απώλειας της ιδιότητας του προέδρου ή του συμβούλου γνωστοποιείται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση από το Διοικητικό Συμβούλιο του συλλόγου, στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ενεργούνται όσα ορίζονται στο άρθρο 122 του Κώδικα.

  3. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου δύναται να κηρυχθεί έκπτωτος από το αξίωμα του προέδρου ή του συμβούλουεκείνος που:
    1. αποδέχθηκε θέση ή αξίωμα που συνεπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κώδικα, ολική αναστολή τουλειτουργήματος του δικηγόρου και
    2. αδικαιολόγητα απουσιάζει από οκτώ (8) συνεχείς ήδεκαέξι (16) μη συνεχείς συνεδριάσεις του ΔιοικητικούΣυμβουλίου.

  4. Αν με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ο πρόεδρος ή ο σύμβουλος που αποδέχθηκε θέση ή αξίωμα που συνεπάγεται ολική αναστολή του λειτουργήματος, κριθεί ότι θα πρέπει να διατηρήσει τη θέση ή το αξίωμα, τότε αυτός τελεί σε αναστολή της άσκησης του αξιώματος, ως προέδρου ή συμβούλου.


Άρθρο 104


  1. Ο πρόεδρος ή ο σύμβουλος δικαιούνται να παραιτηθούν από το αξίωμα. Η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου. Η απόφαση της αποδοχής της παραίτησης διαβιβάζεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.


Άρθρο 105


  1. Οι υπηρεσίες του προέδρου και των συμβούλων είναι άμισθες.

  2. Ο πρόεδρος που εκλέχθηκε, ή αν αυτός κωλύεται ή αμελεί, ο αρχαιότερος στη δικηγορική υπηρεσία σύμβουλος καλεί εντός οκτώ (8) ημερών από την ανάληψη των καθηκόντων του το συμβούλιο για να εκλέξει αντιπρόεδρο, γενικό γραμματέα και ταμία.

  3. Αν υπάρξει απαρτία, το συμβούλιο εκλέγει με μυστική ψηφοφορία και με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλουτων μελών του Διοικητικού Συμβούλιου:
    1. τον αντιπρόεδρο,
    2. τον γενικό γραμματέα και
    3. τον ταμία. Σε περίπτωση μη επίτευξης της παραπάνω απόλυτης πλειοψηφίας η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται εντός τριημέρουκαι το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει με πλειοψηφίατων παρόντων μελών. Αν το συμβούλιο αποτελείται απόδεκαπέντε μέλη με τον Πρόεδρο ή και περισσότερα,εκλέγονται δύο αντιπρόεδροι, ενώ αν αποτελείται απόολιγότερα μέλη εκλέγεται ένας αντιπρόεδρος.

  4. Ο αντιπρόεδρος, ο γενικός γραμματέας και ο ταμίας εκλέγονται για ολόκληρη την τετραετία.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ


Άρθρο 28


  1. Έμμισθος δικηγόρος Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή. Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο.


Άρθρο 29


  1. Η πρόσληψη δικηγόρων με έμμισθη εντολή στον ιδιωτικό τομέα γίνεται με έγγραφη σύμβαση, που καταρτίζεται μεταξύ αυτού και του εντολέα.

  2. Η πρόσληψη δικηγόρων στους φορείς του δημόσιουτομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά με νόμο,γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, με βάση όσαπαρακάτω ορίζονται, εκτός αν πρόκειται για πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίαςή νομικού συμβούλου στους φορείς αυτούς, ο οποίοςπροσλαμβάνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνουτου φορέα. Ειδικότερα για τους εμμίσθους δικηγόρους:
    1. Η προκήρυξη πρέπει να περιέχει το αντικείμενο τηςαπασχόλησης του δικηγόρου, τις τυχόν ειδικές ανάγκες του νομικού προσώπου, την έδρα και τους όρουςαμοιβής και υπηρεσιακής εξέλιξης του δικηγόρου καιαπευθύνεται προς τα μέλη των δικηγορικών συλλόγων.Η προκήρυξη καθορίζει προθεσμία για την υποβολή τωνυποψηφιοτήτων, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερηαπό 30 ούτε μεγαλύτερη από 60 ημέρες από την τελευταία δημοσίευσή της.
    2. Η επιλογή γίνεται από πενταμελή επιτροπή πουσυνέρχεται στην έδρα του δικηγορικού συλλόγου καιαποτελείται από: α) δικαστικό αντιπρόσωπο α΄ του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή τον νόμιμο αναπληρωτήτου, που ορίζει ο Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίουτου Κράτους, β) τρεις δικηγόρους, από τους οποίους οένας με 15ετή τουλάχιστον ευδόκιμη δικηγορική υπηρεσία, που ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο τουοικείου δικηγορικού συλλόγου για κάθε συγκεκριμένηπροκήρυξη, γ) έναν εκπρόσωπο του ενδιαφερόμενουνομικού προσώπου.Πρόεδρος της επιτροπής είναι ο δικαστικός αντιπρόσωπος α΄ του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή ονόμιμος αναπληρωτής του και καθήκοντα γραμματέαασκεί υπάλληλος του νομικού προσώπου.
    3. Η προκήρυξη για την πρόσληψη δικηγόρου κοινοποιείται με επιμέλεια του ενδιαφερόμενου νομικούπροσώπου στο δικαστικό αντιπρόσωπο α΄ του ΝομικούΣυμβουλίου του Κράτους, της περιοχής του δικηγόρουπου θα προσληφθεί και στον πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, οι οποίοι επιμελούνται για τηντοιχοκόλλησή της στο κατάστημα του πρωτοδικείουκαι στα γραφεία των Δικηγορικών Συλλόγων αντίστοιχα. Επίσης η προκήρυξη δημοσιεύεται με πρόσκλησηγια την υποβολή υποψηφιοτήτων σε μία τουλάχιστονεφημερίδα, που εκδίδεται στην έδρα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, κατά προτίμηση ημερήσια. Μαζί μετις κοινοποιήσεις γνωστοποιείται και ο εκπρόσωποςτου νομικού προσώπου που θα μετέχει στην επιτροπήεπιλογής. Ο δικαστικός αντιπρόσωπος α΄ του ΝομικούΣυμβουλίου του Κράτους ή ο νόμιμος αναπληρωτής τουσυγκαλεί την επιτροπή μέσα σε πέντε ημέρες από τηνκοινοποίηση της προκήρυξης. Η επιτροπή με απόφασήτης ορίζει τον τόπο και το χρόνο και κάθε αναγκαίαλεπτομέρεια για τη διαδικασία της επιλογής και μπορείκατά την κρίση της, να ορίσει συμπληρωματικές δημοσιεύσεις για τη γνωστοποίηση της προκήρυξης με δαπάνητου ενδιαφερόμενου νομικού προσώπου.
    4. Οι υποψήφιοι υποβάλλουν στον ενδιαφερόμενοφορέα, μέσα στην προθεσμία που ορίζει η προκήρυξη,αίτηση συνοδευόμενη από: α) πιστοποιητικό ποινικούμητρώου, β) πιστοποιητικό του οικείου ΔικηγορικούΣυλλόγου από το οποίο να προκύπτει ότι ο υποψήφιοςδεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και ότι δεν κατέχει άλληέμμισθη θέση, γ) υπεύθυνη δήλωση ότι δεν είναι έμμισθος κατά την έννοια του άρθρου 42 του Κώδικα καιδ) βιογραφικό σημείωμα με τα στοιχεία της επιστημονικής και επαγγελματικής του δράσης.
    5. Δικηγόροι που κατέχουν άλλη έμμισθη θέση κατάτην έννοια των σχετικών διατάξεων του Κώδικα, μπορούν να εμφανιστούν ως υποψήφιοι, αν συνυποβάλλουν,μαζί με την αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά τηςπροηγούμενης παραγράφου, υπεύθυνη δήλωση, ότι εφόσον προσληφθούν στη νέα θέση που προκηρύσσεται,θα παραιτηθούν από την άλλη έμμισθη θέση. Στην περίπτωση αυτή δεν μπορούν να αναλάβουν υπηρεσία, ανδεν προσκομίσουν βεβαίωση του εντολέα, στον οποίοπαρέχουν τις υπηρεσίες τους, ότι παραιτήθηκαν απότην έμμισθη θέση τους ή έπαψαν να αναλαμβάνουνυποθέσεις ή να λαμβάνουν περιοδική αμοιβή.
    6. Με την αίτησή τους οι υποψήφιοι υποβάλλουντα απαραίτητα δικαιολογητικά για την απόδειξη τωντυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους.
    7. Η επιτροπή εξετάζει τις αιτήσεις και τα δικαιολογητικά των υποψήφιων και τους καλεί σε ατομική συνέντευξη. Μέσα σε ένα μήνα το πολύ από την τελευταίαατομική συνέντευξη εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση μετη σειρά αξιολόγησης των υποψηφίων.
    8. Για την επιλογή και πρόσληψη λαμβάνονται υπόψη η προσωπικότητα του υποψηφίου, η επιστημονικήτου κατάρτιση, η εξειδίκευσή του στο αντικείμενο τηςαπασχόλησης, η επαγγελματική του πείρα, επάρκεια, ηγνώση ξένων γλωσσών και συνεκτιμάται η οικογενειακή του κατάσταση και η πρόβλεψη της εξέλιξής του.Κρίσιμος χρόνος για τον έλεγχο της συνδρομής τωνπιο πάνω τυπικών προσόντων είναι ο χρόνος λήξηςτης προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων. Στηνπροκήρυξη προβλέπεται συντελεστής βαρύτητας στακριτήρια, ανάλογα με τις ανάγκες του φορέα.
    9. Η απόφαση της επιτροπής είναι υποχρεωτική καιισχύει μόνο για την κατάληψη θέσης που προκηρύχθηκε.Ο φορέας του Δημοσίου, που προκήρυξε τη θέση, οφείλει μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση της απόφασηςνα προσλάβει στις κενές θέσεις τους επιτυχόντες καινα γνωστοποιήσει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο τηνανάληψη υπηρεσίας ή την έναρξη της συνεργασίας μεαμοιβή για κάθε υπόθεση μέσα σε προθεσμία δεκαπέντεημερών. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν θίγουν τιςδιατάξεις του Κώδικα, που ρυθμίζουν τις μεταθέσειςτων δικηγόρων.
    10. Προσλήψεις στο δημόσιο τομέα κατά παράβαση τωνδιατάξεων του παρόντος είναι άκυρες και συνεπάγονταιτην ποινική δίωξη των μελών του οργάνου, που ενέργησε την πρόσληψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου259 Π.Κ., και την πειθαρχική δίωξη των εμπλεκόμενωνδικηγόρων.


Άρθρο 30


  1. Ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγιες μηνιαίες αποδοχές που καθορίζονται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του και οι οποίες δεν μπορούν να είναι κατώτερες των εκάστοτε ισχυουσών κατώτατων νόμιμων αποδοχών υπαλλήλου του ιδιωτικού τομέα ανάλογων επιστημονικών προσόντων.

  2. Οι αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.


Άρθρο 31


  1. Η σύμβαση του έμμισθου δικηγόρου που συμπληρώνει το 67ο έτος της ηλικίας του και θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα για πλήρη σύνταξη από το Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) λύεται και δεν επιτρέπεται να προσληφθεί ως έμμισθος στο Δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα. Το 67ο έτος θεωρείται ότι συμπληρώνεται την 31η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους. Στην περίπτωση αυτή ο δικηγόρος λαμβάνει την αποζημίωση του άρθρου 46 παράγραφος 3 του Κώδικα.

  2. Δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους είτε βάσει του Κανονισμού ή Οργανισμού του ασφαλιστικού φορέα είτε από τις κείμενες διατάξεις, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβασή τους λύεται αυτοδικαίως, αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον Οργανισμό αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές οι αποχωρούντες δικαιούνται να λάβουν κατ’ επιλογήν τους, είτε την προβλεπόμενη, εξαιτίας της αποχώρησής τους, εφάπαξ πλήρη παροχή από τον ασφαλιστικό οργανισμό είτε την αποζημίωση που προβλέπεται στο άρθρο 46 του Κώδικα.

  3. Οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται με έμμισθη εντολή έχουν την υποχρέωση εντός το αργότερο τριών μηνών από την υπογραφή της σύμβασης και ανεξάρτητα από το κύρος ή μη της σχετικής σύμβασης πρόσληψης, να αναγγείλουν στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους του τόπου όπου παρέχονται οι δικηγορικές ή νομικές υπηρεσίες την πρόσληψή τους.

  4. Ο δικηγόρος που συνταξιοδοτείται από το δημόσιο ή άλλον οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης υποχρεούται μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τη συνταξιοδότησή του, να υποβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο δήλωση, στην οποία θα ανακοινώσει τη συνταξιοδότησή του, τον φορέα από τον οποίο συνταξιοδοτείται, τη χρονολογία έναρξης καταβολής της σύνταξης και το ποσό αυτής.


Άρθρο 32


  1. Οι διατάξεις για τη χορήγηση ετήσιας άδειας και επιδόματος αδείας που ισχύουν για τους υπαλλήλους στον ιδιωτικό τομέα, ισχύουν και για τους έμμισθους δικηγόρους. Σε περίπτωση ύπαρξης Κανονισμού εργασίας για τους εργαζόμενους στον εντολέα, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κανονισμού, εφόσον είναι ευνοϊκότερες. Εφαρμόζονται επίσης στους έμμισθους δικηγόρους όλες οι κείμενες διατάξεις για χορήγηση αδείας μετ’ αποδοχών λόγω ασθενείας, αναρρωτικής άδειας και προστασίας της κύησης και της λοχείας.

  2. Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέαείναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο:
    1. μετο θάνατο,
    2. τη λύση, κατάργηση ή διάλυση με οποιονδήποτε τρόπο του νομικού πρόσωπου που απασχολείτον δικηγόρο,
    3. την πτώχευση του εντολέα και
    4. μεκαταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο. Αν στο προσωπικό που απασχολείται στονεντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπειμονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασηςαπό τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Ηκαταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σεαυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δεμε δικαστικό επιμελητή.

    1. Αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί γιαοποιονδήποτε λόγο που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθοςδικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα τουαποζημίωση. Η αποζημίωση προβλέπεται αναλόγως μετο χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής και ισούται:
    2. με δύο μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει έναέτος υπηρεσίας στον εντολέα, β) με τρεις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει τετραετή υπηρεσία, γ) μετέσσερις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει εξαετήυπηρεσία, δ) με πέντε μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει οκταετή υπηρεσία, ε) με έξι μηνιαίες παροχέςαν έχει συμπληρώσει δεκαετή υπηρεσία, στ) με επτάμηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ενδεκαετή υπηρεσία, ζ) με οκτώ μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσειδωδεκαετή υπηρεσία, η) με εννέα μηνιαίες παροχές ανέχει συμπληρώσει δεκατρία έτη υπηρεσίας, θ) με δέκαμηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκατέσσεραέτη υπηρεσίας, ι) με ένδεκα μηνιαίες παροχές αν έχεισυμπληρώσει δεκαπέντε έτη υπηρεσίας και ια) με δώδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαέξι έτηυπηρεσίας. Για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίαςπαροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεταισταθερά και μόνιμα.
    3. Γι’ αυτούς που απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εντολέα προϋπηρεσία πάνω από δεκαεπτάέτη, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 4093/2012(Α΄ 222), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 39 του ν. 4111/2013 (Α΄ 18), καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επιπλέον της προβλεπόμενης στο προηγούμενοεδάφιο οποτεδήποτε και αν απολυθούν κατά την εξήςαναλογία: α) για 17 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα1 μηνός αποζημίωση, β) για 18 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 2 μηνών αποζημίωση, γ) για 19 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 3 μηνών αποζημίωση, δ) για 20έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 4 μηνών αποζημίωση,ε) για 21 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 5 μηνώναποζημίωση, στ) για 22 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 6 μηνών αποζημίωση, ζ) για 23 έτη προϋπηρεσίαςσυμπληρωμένα 7 μηνών αποζημίωση, η) για 24 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 8 μηνών αποζημίωση, θ) για 25έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 9 μηνών αποζημίωση,ι) για 26 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 10 μηνώναποζημίωση, ια) για 27 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 11 μηνών αποζημίωση, ιβ) για 28 έτη προϋπηρεσίαςσυμπληρωμένα 12 μηνών αποζημίωση. Ο υπολογισμόςτης ως άνω αποζημίωσης γίνεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην περίπτωση 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει, σεσυνδυασμό με το άρθρο 39 του ν. 4111/2013.

  3. Μέχρι την πλήρη εξόφληση της πιο πάνω αποζημίωσης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε κατά την ημέρα της επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας.

  4. Η κατά την παράγραφο 3 αποζημίωση καταβάλλεται μειωμένη κατά το ήμισυ στους δικηγόρους και νομικούς ή δικαστικούς συμβούλους, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους προς τους εντολείς τους κατά τους όρους του άρθρου 43 του Κώδικα, σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησής τους από την υπηρεσία για οποιονδήποτε λόγο, εφόσον έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εντολέα τουλάχιστον δεκαπενταετή υπηρεσία. Η αποζημίωση καταβάλλεται κατά τα δύο τρίτα για όσους συμπληρώνουν εικοσαετή (20) υπηρεσία και ολόκληρη για όσους συμπληρώνουν εικοσιοκταετή (28) υπηρεσία. Όσοι αποχωρούν από το δικηγορικό λειτούργημα, λόγω συνταξιοδότησης, δικαιούνται αποζημίωση ίση με ποσοστό 40% της αποζημίωσης της παραγράφου 3, εάν είναι επικουρικώς ασφαλισμένοι και με ποσοστό 50% εάν δεν είναι επικουρικώς ασφαλισμένοι. Το δικαίωμα αυτό εκλείπει αν υπέπεσαν, σε κάποιο από τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 6 και 7 του Κώδικα, σε βάρος του εντολέα τους. Η πιο πάνω αποζημίωση καταβάλλεται ανεξάρτητα από τη σύνταξη ή άλλη οποιαδήποτε περιοδική χρηματική παροχή, που τυχόν δικαιούνται οι πιο πάνω από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχεται.

  5. Σε περίπτωση θανάτου, την αποζημίωση, δικαιούνται να την λάβουν ο/η σύζυγος και τα ανήλικα τέκνα του/της.

  6. Καταγγελία συμβάσεων εμμίσθων δικηγόρων γιαόσο χρόνο αυτοί είναι μέλη διοικητικών συμβουλίωνΔικηγορικών Συλλόγων δεν επιτρέπεται. Η καταγγελίααυτή είναι άκυρη, εκτός εάν:
    1. συντρέχουν άλλοι λόγοιπου συνεπάγονται την απώλεια της άδειας άσκησηςδικηγορικού λειτουργήματος ή
    2. επιτραπεί από το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, από την επίδοση τουεγγράφου της καταγγελίας.


Άρθρο 33


  1. Δικηγόροι οι οποίοι ως άμεσα ασφαλισμένοι λαμβάνουν από το Δημόσιο ή οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό σύνταξη, κύρια ή επικουρική, βοήθημα ταμείου αρωγής ή μέρισμα μετοχικού ταμείου, που το άθροισμα τους υπερβαίνει την καταβαλλόμενη, κατά μήνα κατά τη δημοσίευση του Κώδικα, σύνταξη δικηγόρου με σαράντα συντάξιμα χρόνια από το Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) και τον κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης, οφείλουν με δήλωσή τους προς το Δικηγορικό Σύλλογο που ανήκουν, μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη της ισχύος του Κώδικα και εφεξής, μετά την έναρξη ισχύος του, μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την έναρξη καταβολής της σύνταξης ή βοηθήματος, μερίσματος ή άλλης παροχής, να επιλέξουν την άσκηση της δικηγορίας ή την απόληψη των παροχών αυτών.

  2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου δενεφαρμόζεται:
    1. Στους δικηγόρους που λαμβάνουν σύνταξη αναπηρίας ή θύματος πολέμου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι τυφλοί, παραπληγικοί, τετραπληγικοί πουαναφέρονται στο ν. 612/1977.
    2. Στους συνταξιούχους που είναι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης ή πολεμιστές της γραμμής των πρόσωτου πολέμου 1940-1941 και σε εκείνους που λαμβάνουν ήεπαύξησαν σύνταξη λόγω αποκατάστασής τους σε θέσεις του δημόσιου τομέα, από τις οποίες είχαν απολυθείή εξαναγκασθεί σε παραίτηση κατά την, από 21.4.1967έως 24.7.1974, περίοδο της δικτατορίας.
    3. Στους δικηγόρους που λαμβάνουν σύνταξη ή άλληπαροχή για υπηρεσίες που πρόσφεραν ή καθήκονταπου άσκησαν και δεν ήταν, κατά το χρόνο παροχήςή άσκησής τους, ασυμβίβαστα με το λειτούργημα τουδικηγόρου, ανεξάρτητα αν οι υπηρεσίες αυτές παρασχέθηκαν ή τα καθήκοντα ασκήθηκαν πριν ή μετά τοδιορισμό τους ως δικηγόρων. Στην εξαίρεση του εδαφίου αυτού δεν περιλαμβάνονται οι δικηγόροι των οποίωντο ασυμβίβαστο έχει αρθεί με τα άρθρα 5 και 7 του ν.δ. 410/1974, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 1 και 2 του ν.δ. 484/1974.
    4. Στους πολύτεκνους.
    5. Στις χήρες με ένα τουλάχιστον ανήλικο παιδί καιμέχρι την ενηλικίωσή του.

  3. Η δήλωση επιλογής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου κοινοποιείται με δικαστικό επιμελητή στο Δικηγορικό Σύλλογο, στον οποίο ο δικηγόρος είναι μέλος. Αν ο υπόχρεος επιλέξει τη σύνταξη, θεωρείται ότι παραιτήθηκε από το δικηγορικό λειτούργημα από την επομένη της κοινοποίησης της δήλωσης αυτής στο Δικηγορικό Σύλλογο.

  4. Αν δεν κοινοποιηθεί εμπρόθεσμα δήλωση επιλογής, ο υπόχρεος σε δήλωση επιλογής διαγράφεται υποχρεωτικά από τα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου, στον οποίο ανήκει, ύστερα από απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου. Τα αποτελέσματα της διαγραφής επέρχονται από την κοινοποίηση της απόφασης στον ενδιαφερόμενο.

  5. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας, ο δικηγόρος που με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο διαγράφηκε από τα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου, δικαιούται στην απόληψη της σύνταξης και των άλλων παροχών από τον οφειλέτη ασφαλιστικό φορέα. Η απόληψη αρχίζει από την ημέρα που θα υποβάλει στον οικείο ασφαλιστικό φορέα του βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου, στον οποίο ανήκει, ότι διαγράφηκε από τα μητρώα του συλλόγου.

  6. Η Επιτροπή Μητρώου οφείλει μόλις διαπιστώσει την πιο πάνω υπέρβαση του αθροίσματος των παροχών από τη μηνιαία σύνταξη, να ειδοποιήσει εγγράφως χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου για την εφαρμογή του παρόντος και τη λήψη της σχετικής απόφασης περί διαγραφής.

  7. Κάθε άλλη διάταξη ουσιαστικού ή τυπικού νόμου, απόφασης αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, καταργείται.


Άρθρο 34


  1. Δικηγόροι μπορούν να απασχολούνται από άλλους δικηγόρους ή από Δικηγορικές Εταιρίες για ορισμένη ή ορισμένες υποθέσεις ή αποκλειστικά. Η σχετική συμφωνία δεν θίγει την επιστημονική ανεξαρτησία τους κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους ακόμη και όταν ενεργούν συντονισμένα με άλλους δικηγόρους ή στην περίπτωση συνεργασίας με Δικηγορική Εταιρεία με τους εταίρους και λοιπούς συνεργάτες της εταιρείας.

  2. Όταν η συνεργασία του δικηγόρου με άλλον δικηγόρο ή με Δικηγορική Εταιρεία είναι αποκλειστική, η σχετική συμφωνία είναι έγγραφη και πρέπει να κατατεθεί μέσα σε τρεις μήνες από την υπογραφή της στο Δικηγορικό Σύλλογο του δικηγόρου που απασχολείται ή στο Δικηγορικό Σύλλογο της έδρας της εταιρείας. Διαφορετικά η ρύθμιση της σχέσης δεν υπάγεται στο παρόν άρθρο.

  3. Η έγγραφη συμφωνία πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον:
    1. τη διάρκεια της συνεργασίας,
    2. τη συμφωνούμενη αμοιβή,
    3. τον τρόπο καταβολής της αμοιβής,
    4. τον τρόπο λύσης της συνεργασίας και την οφειλόμενη αποζημίωση.

  4. Η εντολή χειρισμού υπόθεσης στο πλαίσιο της ρύθμισης της παραγράφου 1 λογίζεται ότι έχει δοθεί στον εντολέα δικηγόρο ή στην εντολέα Δικηγορική Εταιρεία.