ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ


ΚΩΔΙΚΟΣ: Νόμος/2014/4261
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2014-05-05
ΦΕΚ: Α/2014/107 PDF
ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ:

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Ελλάδα
Αρxική Έκδοση
Εξαγωγή XML
Εξαγωγή PDF
Εξαγωγή RDF
Εξαγωγή JSON

Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις.

ΜΕΡΟΣ Α


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α


Άρθρο 1


  1. Με τα άρθρα 1 έως και 166 του νόμου αυτού σκοπείται η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των Οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ» (EE L 176).

  2. Ειδικότερα, θεσπίζονται κανόνες σχετικά με:
    1. την ανάληψη και άσκηση της δραστηριότητας τωνπιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων (από κοινού καλούμενα «ιδρύματα»),
    2. τις εποπτικές αρμοδιότητες και τα εργαλεία γιατην προληπτική εποπτεία των ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές,
    3. την προληπτική εποπτεία των ιδρυμάτων από τιςαρμόδιες αρχές κατά τρόπο συμβατό προς τους κανόνες που προβλέπονται στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ.575/2013 (EE L 176),
    4. τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης όσον αφορά τηνπροληπτική ρύθμιση και εποπτεία των ιδρυμάτων.


Άρθρο 2


  1. Οι διατάξεις των άρθρων 1-166 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται σε ιδρύματα κατά την έννοια της περίπτωσης 3 της παραγράφου 1 του άρθρου 3.

  2. Το άρθρο 30 εφαρμόζεται στις τοπικές επιχειρήσεις κατά την έννοια του σημείου 4 του άρθρου 3.

  3. Το άρθρο 31 εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που αναφέρονται στην περίπτωση γ΄ του σημείου 2 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

  4. Τα άρθρα 41, 42 και 104 έως 120 εφαρμόζονται στις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, στις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και στις μικτές εταιρείες συμμετοχών που έχουν την έδρα τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.).

  5. Ο παρών νόμος δεν έχει εφαρμογή ως προς:
    1. την πρόσβαση στη δραστηριότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων στο βαθμό που ρυθμίζεται από το ν. 3606/2007 (Α΄ 195), με τον οποίο ενσωματώθηκε ηΟδηγία 2004/39/ΕΚ (EE L 145),
    2. την Τράπεζα της Ελλάδος,
    3. τα γραφεία ταχυδρομικών επιταγών,
    4. το «Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων», πλην τουάρθρου 150.

  6. Οι οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου αντιμετωπίζονται ως χρηματοδοτικά ιδρύματα για την εφαρμογή των άρθρων 41, 42 και 104 έως 120.

  7. Εξαιρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 34 και 38 περί ελεύθερης εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτημέλη και έχουν ρητά εξαιρεθεί δυνάμει του άρθρου 2 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ από το πεδίο εφαρμογής της.


Άρθρο 3


  1. Για τους σκοπούς των άρθρων 1-166 του παρόντος νόμου, ισχύουν οι κάτωθι ορισμοί: τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου χωρίς εκτελεστικές αρμοδιότητες στη διαχείριση του ιδρύματος πέραν των καθηκόντων που τους επιφυλάσσει η ιδιότητά τους ως μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και τα οποία έχουν επιφορτιστεί με το ρόλο της επίβλεψης και παρακολούθησης της λήψης αποφάσεων από τη διοίκηση, 9) «ανώτερα διοικητικά στελέχη»: τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα σε ίδρυμα και τα οποία είναι υπεύθυνα και λογοδοτούν στο Διοικητικό Συμβούλιο για την καθημερινή διοίκηση του ιδρύματος, 10) «συστημικός κίνδυνος»: ο κίνδυνος αποδιοργάνωσης του χρηματοοικονομικού συστήματος με εν δυνάμει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για το χρηματοοικονομικό σύστημα και την πραγματική οικονομία, 11) «κίνδυνος του υποδείγματος»: η ζημία που κινδυνεύει να υποστεί ένα ίδρυμα συνεπεία αποφάσεων που βασίζονται κυρίως στα αποτελέσματα εσωτερικών υποδειγμάτων, λόγω σφαλμάτων στη θέσπιση, την εφαρμογή ή τη χρήση αυτών των υποδειγμάτων, 12) «μεταβιβάζουσα οντότητα»: μεταβιβάζουσα οντότητα όπως ορίζεται στο σημείο 13 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 13) «ανάδοχος»: ανάδοχο ίδρυμα όπως ορίζεται στο σημείο 14 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 14) «μητρική επιχείρηση»: μητρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο σημείο 15) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 το οποίο αναφέρεται στα άρθρα 1 και 2 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ που έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την περίπτωση α΄ της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 (Α΄ 216), 15) «θυγατρική»: θυγατρική όπως ορίζεται στο σημείο 16 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στα άρθρα 1 και 2 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ που έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την περίπτωση α΄ της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, 16) «υποκατάστημα»: υποκατάστημα όπως ορίζεται στο σημείο 17 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 17) «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών»: επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών όπως ορίζεται στο σημείο 18 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 18) «εταιρεία διαχείρισης»: 1) «πιστωτικό ίδρυμα»: εταιρεία διαχείρισης όπως ορίζεται στο σημείο 19 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στο σημείο 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 και την περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (EE L 174) που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 (A΄ 253), 19) «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών»: χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο σημείο 20 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 20) «μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών»: μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο σημείο 21 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στο σημείο 15 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ (EE L 35) που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 3556/2007 (Α΄ 91), 21) «μικτή εταιρεία συμμετοχών»: μικτή εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο σημείο 22) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 22) «χρηματοδοτικό ίδρυμα»: χρηματοδοτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο σημείο 26 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 23) «οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα»: οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα όπως ορίζεται στο σημείο 27 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 24) «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος-μέλος»: μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος-μέλος όπως ορίζεται στο σημείο 28 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 25) «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ»: μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως ορίζεται στο σημείο 29 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 26) «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος-μέλος»: μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος-μέλος όπως ορίζεται στο σημείο 30 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 27) «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ»: μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπως ορίζεται στο σημείο 31 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 28) «μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος-μέλος»: πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο σημείο 1) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 2) «επιχείρηση επενδύσεων»: μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος-μέλος όπως ορίζεται στο σημείο 32 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 29) «μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ»: μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπως ορίζεται στο σημείο 33 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 30) «συστημικά σημαντικό ίδρυμα»: μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή ίδρυμα, η περιέλευση του οποίου σε καθεστώς αφερεγγυότητας ή η δυσλειτουργία του θα μπορούσε να οδηγήσει σε συστημικό κίνδυνο, 31) «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος»: κεντρικός αντισυμβαλλόμενος όπως ορίζεται στο σημείο 34 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 32) «συμμετοχή»: συμμετοχή όπως ορίζεται στο σημείο 35 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 33) «ειδική συμμετοχή»: ειδική συμμετοχή όπως ορίζεται στο σημείο 36 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 34) «έλεγχος»: έλεγχος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 1 σημείο 37 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 1 της Οδηγίας 83/349/ΕΚ που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 42ε του κ.ν. 2190/1920, 35) «στενοί δεσμοί»: στενοί δεσμοί, όπως ορίζονται στο σημείο 38 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 36) «αρμόδια αρχή»: αρμόδια αρχή, όπως ορίζεται στο σημείο 40 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 37) «αρχή ενοποιημένης εποπτείας»: αρχή ενοποιημένης εποπτείας όπως ορίζεται στο σημείο 41 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 38) «άδεια λειτουργίας»: επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο σημείο 2) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 3606/ 2007, με τις οποίες ενσωματώνεται το σημείο 1 της παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, 3) «ίδρυμα»: άδεια λειτουργίας όπως ορίζεται στο σημείο 42 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 39) «κράτος-μέλος προέλευσης»: κράτος-μέλος προέλευσης όπως ορίζεται στο σημείο 43 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 40) «κράτος-μέλος υποδοχής»: κράτος-μέλος υποδοχής όπως ορίζεται στο σημείο 44 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 41) «κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ»: κεντρικές τράπεζες του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών όπως ορίζονται στο σημείο 45 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 42) «κεντρικές τράπεζες»: κεντρικές τράπεζες όπως ορίζονται στο σημείο 46 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 43) «ενοποιημένη κατάσταση»: ενοποιημένη κατάσταση όπως ορίζεται στο σημείο 47 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 44) «ενοποιημένη βάση»: ενοποιημένη βάση όπως ορίζεται στο σημείο 48 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 45) «υποενοποιημένη βάση»: υποενοποιημένη βάση όπως ορίζεται στο σημείο 49 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 46) «χρηματοοικονομικό μέσο»: χρηματοοικονομικό μέσο όπως ορίζεται στο σημείο 50 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 47) «ίδια κεφάλαια»: ίδια κεφάλαια όπως ορίζονται στο σημείο 118 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Kανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 48) «λειτουργικός κίνδυνος»: ίδρυμα όπως ορίζεται στο σημείο 3 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 4) «τοπική επιχείρηση»: λειτουργικός κίνδυνος όπως ορίζεται στο σημείο 52 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 49) «τεχνική μείωσης πιστωτικού κινδύνου»: τεχνική μείωσης πιστωτικού κινδύνου όπως ορίζεται στο σημείο 57 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 50) «τιτλοποίηση»: τιτλοποίηση όπως ορίζεται στο σημείο 61 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 51) «θέση τιτλοποίησης»: θέση τιτλοποίησης όπως ορίζεται στο σημείο 62 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 52) «οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση»: οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση όπως ορίζεται στο σημείο 66 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 53) «προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές»: προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές όπως ορίζονται στο σημείο 73 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 54) «χαρτοφυλάκιο συναλλαγών»: χαρτοφυλάκιο συναλλαγών όπως ορίζεται στο σημείο 86 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 55) «ρυθμιζόμενες αγορές»: ρυθμιζόμενες αγορές όπως ορίζονται στο σημείο 92 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στο σημείο 14 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την παρ. 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007, 56) «μόχλευση»: μόχλευση όπως ορίζεται στο σημείο 93 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 57) «κίνδυνος υπερβολικής μόχλευσης»: κίνδυνος υπερβολικής μόχλευσης όπως ορίζεται στο σημείο 94 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 58) «εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικών αξιολογήσεων»: τοπική επιχείρηση όπως ορίζεται στο σημείο 4 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 5) «ασφαλιστική επιχείρηση»: εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικών αξιολογήσεων όπως ορίζεται στο σημείο 98 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 59) «εσωτερικές προσεγγίσεις»: η προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων η οποία αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 143, η μέθοδος των εσωτερικών υποδειγμάτων η οποία αναφέρεται στο άρθρο 221, η μέθοδος εσωτερικών εκτιμήσεων η οποία αναφέρεται στο άρθρο 225, οι εξελιγμένες προσεγγίσεις μέτρησης που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 312, η μέθοδος εσωτερικών υποδειγμάτων που αναφέρεται στα άρθρα 283 και 363 και η μέθοδος εσωτερικής αξιολόγησης που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 259 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 60) «κράτος-μέλος»: κάθε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κάθε άλλο κράτος που έχει κυρώσει τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Ε.Ο.Χ.), 61) «τρίτες χώρες»: οι λοιπές, πέραν των κρατών-μελών, χώρες. ασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο σημείο 5) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στο σημείο 1 του άρθρου 13 της Οδηγίας 2009/138/ ΕΚ (EE L 335) που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την περίπτωση α΄ του άρθρου 2α του ν.δ. 400/1970 (Α΄ 10), 6) «αντασφαλιστική επιχείρηση»: αντασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο σημείο 6) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στο σημείο 4 του άρθρου 13 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την περίπτωση γ΄ του άρθρου 2α του ν.δ. 400/1970, 7) «Διοικητικό Συμβούλιο»: το διοικητικό όργανο ενός ιδρύματος, που είναι επιφορτισμένο με τη διαχείριση και την εκπροσώπηση αυτού, καθώς και με την επίβλεψη και παρακολούθηση της λήψης αποφάσεων από τη διοίκηση, περιλαμβανομένων των προσώπων που πράγματι διευθύνουν τη δραστηριότητα του ιδρύματος, 8) «μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου»:

  2. Επί ιδρυμάτων που έχουν υιοθετήσει το δυαδικό σύστημα διοίκησης, ως «Διοικητικό Συμβούλιο» κατά την έννοια του σημείου 7 της προηγούμενης παραγράφου νοείται το διοικητικό όργανο που είναι επιφορτισμένο με τις εκεί διαλαμβανόμενες αρμοδιότητες. Ως «μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου» κατά την έννοια του σημείου 8 της προηγούμενης παραγράφου νοείται το διοικητικό όργανο που ασκεί την εκεί διαλαμβανόμενη εποπτική αρμοδιότητα.


Άρθρο 4


  1. Στην Τράπεζα της Ελλάδος ανατίθεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 αναφορικά με πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε τρίτες χώρες, και με χρηματοδοτικά ιδρύματα.

  2. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας και των διατάξεων του Καταστατικού της, η εποπτεία που ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος, με βάση τον παρόντα νόμο, αφορά στη φερεγγυότητα, στη διασφάλιση επαρκούς ρευστότητας και στη διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων με βάση τον παρόντα νόμο και τον ανωτέρω Κανονισμό, καθώς και στην εν γένει εύρυθμη και με επαρκή διαφάνεια λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων.

  3. Για την επίτευξη του σκοπού της εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να καθορίζει κριτήρια και να θεσπίζει κανόνες ή να λαμβάνει μέτρα, γενικά ή ειδικά, κατά πιστωτικό ίδρυμα, και να προβαίνει στην αξιολόγηση, καθώς και τη διαρκή παρακολούθηση της τήρησης των υποχρεώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω του καθορισμού υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων, γραπτών επεξηγήσεων, εφόσον ζητηθεί, καθώς και μέσω της διενέργειας εκ μέρους της επιτόπιων ελέγχων.

  4. Οι κατά τα άρθρα 1-166 του παρόντος νόμου και κατά τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος ασκούνται με Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του Καταστατικού της ή εξουσιοδοτημένου από αυτή οργάνου. Με όμοια Πράξη μπορούν να θεσπίζονται, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη περί ενσωμάτωσης των ενωσιακών διατάξεων στην ελληνική έννομη τάξη, οι ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την προσαρμογή και τη συμμόρφωση προς οδηγίες, αποφάσεις, κανονισμούς και συστάσεις, που εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα που αφορούν τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος. Με τις κανονιστικές πράξεις του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να λαμβάνεται και κάθε αναγκαίο συμπληρωματικό μέτρο για την εφαρμογή των παραπάνω πράξεων. Κατά την άσκηση, ειδικώς, της ανωτέρω κανονιστικής αρμοδιότητας, που αφορά στην ενσωμάτωση της ενωσιακής νομοθεσίας, απαιτείται ενημέρωση του Υπουργείου Οικονομικών σε εύλογο χρόνο πριν από την έκδοση της σχετικής Πράξης.

  5. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 6 και 15 του παρόντος άρθρου, οι κανονιστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες, ευχέρειες ή αποκλίσεις που προβλέπει ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 υπέρ των κρατών-μελών ασκούνται με Πράξεις της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος ή εξουσιοδοτημένου από αυτή οργάνου.

  6. Στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανατίθεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 αναφορικά με τις επιχειρήσεις επενδύσεων, καθώς και τις επιχειρήσεις του στοιχείου γ΄ του σημείου 2 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του εν λόγω Κανονισμού, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα των εν λόγω επιχειρήσεων με έδρα σε τρίτες χώρες.

  7. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει τις πληροφορίες που απαιτούνται για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των ιδρυμάτων και, κατά περίπτωση, των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, με τις απαιτήσεις του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και είναι αρμόδια να εξετάζει πιθανές παραβιάσεις αυτών.

  8. Τα ιδρύματα παρέχουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την αξιολόγηση της συμμόρφωσής τους με τους κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Τα ιδρύματα διατηρούν επίσης μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες που επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους προς τους εν λόγω κανόνες.

  9. Τα ιδρύματα καταγράφουν όλες τις συναλλαγές τους και καταχωρίζουν τα συστήματα και τις διαδικασίες που διέπονται από τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ούτως ώστε η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να μπορεί να ελέγξει ανά πάσα στιγμή τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων με τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

  10. Τα εποπτικά καθήκοντα δυνάμει του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθώς και τα λοιπά καθήκοντα της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ασκούνται διακριτά και ανεξάρτητα από τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που αφορούν την εξυγίανση.

  11. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τα πιστωτικά ιδρύματα και τα λοιπά εποπτευόμενα από αυτή πρόσωπα οφείλουν να παρέχουν στους συναλλασσόμενους με αυτά ως προς τους όρους των συναλλαγών τους, για τη διασφάλιση της διαφάνειας και της σαφήνειας.

  12. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας, η εποπτεία που ασκεί η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με βάση τον παρόντα νόμο, αφορά στη φερεγγυότητα, στη διασφάλιση επαρκούς ρευστότητας και στη διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου με βάση τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθώς και στην εν γένει εύρυθμη και με επαρκή διαφάνεια λειτουργία των επιχειρήσεων της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου.

  13. Για την επίτευξη του σκοπού της εποπτείας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να καθορίζει κριτήρια και να θεσπίζει κανόνες ή να λαμβάνει μέτρα, γενικά ή ειδικά, κατά επιχείρηση της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, και να προβαίνει στην αξιολόγηση, καθώς και τη διαρκή παρακολούθηση της τήρησης των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου μέσω του καθορισμού υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων, γραπτών επεξηγήσεων, εφόσον ζητηθεί, καθώς και μέσω της διενέργειας, εκ μέρους της, επιτόπιων ελέγχων.

  14. Οι κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ασκούνται με Απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου. Με όμοια Απόφαση μπορούν να θεσπίζονται, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη περί ενσωμάτωσης των ενωσιακών διατάξεων στην ελληνική έννομη τάξη, οι ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την προσαρμογή και τη συμμόρφωση προς οδηγίες, αποφάσεις, κανονισμούς και συστάσεις, που εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα που αφορούν τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Με τις κανονιστικές πράξεις του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να λαμβάνεται και κάθε αναγκαίο συμπληρωματικό μέτρο για την εφαρμογή των παραπάνω πράξεων. Κατά την άσκηση, ειδικώς, της ανωτέρω κανονιστικής αρμοδιότητας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που αφορά στην ενσωμάτωση της ενωσιακής νομοθεσίας, απαιτείται ενημέρωση του Υπουργείου Οικονομικών σε εύλογο χρόνο πριν από την έκδοση της σχετικής Απόφασης.

  15. Οι προβλεπόμενες από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 κανονιστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες, ευχέρειες ή αποκλίσεις υπέρ των κρατών-μελών ασκούνται κατά το λόγο της αρμοδιότητας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου.

  16. Οι κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εκδιδόμενες κανονιστικές πράξεις μπορούν να έχουν αναδρομικό χαρακτήρα, τηρουμένης της παραγράφου 1 του άρθρου 191 του παρόντος νόμου.


Άρθρο 5


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για το μεταξύ τους συντονισμό με βάση Πρωτόκολλο Συνεργασίας.

  2. Για την αποτελεσματική άσκηση της εποπτείας σεενοποιημένη βάση όσον αφορά ιδίως την κεφαλαιακήεπάρκεια ομίλων στους οποίους περιλαμβάνονται πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις της παραγράφου 6του άρθρου 4, η Τράπεζα της Ελλάδος και η ΕπιτροπήΚεφαλαιαγοράς προβλέπουν στο ανωτέρω ΠρωτόκολλοΣυνεργασίας ενδεικτικά:
    1. τις διαδικασίες με τις οποίες θα διασφαλίζεται ηπροηγούμενη ενημέρωση και η εν γένει ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ανωτέρω αρχών, με σκοπό την,κατά το δυνατόν, αποφυγή επικαλύψεων και τη μείωσητου διοικητικού κόστους, επί θεμάτων που αφορούν:αα) μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διοικητικήδιάρθρωση των εποπτευόμενων επιχειρήσεων,ββ) σημαντικές κυρώσεις ή έκτακτα μέτρα που κάθεαρχή λαμβάνει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων πουπροβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία,
    2. τη συμμετοχή της κάθε αρχής σε επιτόπιουςελέγχους που διενεργεί άλλη αρχή στο πλαίσιο τωναρμοδιοτήτων που προβλέπονται από την ισχύουσανομοθεσία και
    3. τα της ανάθεσης αρμοδιοτήτων από τη μία αρχήστην άλλη, στο πλαίσιο της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας.


Άρθρο 6


  1. Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας(άρθρο 6 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)Κατά την άσκηση των, δυνάμει του παρόντος νόμου,αρμοδιοτήτων της, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αντίστοιχα, λαμβάνει υπόψη τησύγκλιση όσον αφορά τα χρησιμοποιούμενα εποπτικάεργαλεία και τις εποπτικές πρακτικές κατά την εφαρμογή των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών απαιτήσεων που θεσπίζονται με βάση τον παρόντα νόμο καιτον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Για το σκοπό αυτόν:
    1. η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (εφεξής ΕΣΧΕ), συνεργάζονταιπροσηκόντως, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται ηανταλλαγή κατάλληλων και αξιόπιστων πληροφοριώνμεταξύ αυτών και άλλων μερών του ΕΣΧΕ, σύμφωνα μετην αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που καθορίζεταιστην παράγραφο 3 του άρθρου 4 της Συνθήκης για τηνΕυρωπαϊκή Ένωση,
    2. η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συμμετέχουν στις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών)(εφεξής ΕΑΤ) που συστάθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ)αριθ. 1093/2010 (EE L 331) και, κατά περίπτωση, στασώματα εποπτών,
    3. η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μεριμνούν ώστε να ακολουθούνται οι κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εκδίδονται από τηνΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 16 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.1093/2010 και να ανταποκρίνονται στις προειδοποιήσειςκαι συστάσεις που εκδίδει το Ευρωπαϊκό ΣυμβούλιοΣυστημικού Κινδύνου (εφεξής ΕΣΣΚ) σύμφωνα με τοάρθρο 16 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010,
    4. η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζονται στενά με το ΕΣΣΚ.


Άρθρο 7


  1. Ενωσιακή διάσταση της εποπτείας (άρθρο 7 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ) Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνουν δεόντως υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών τους στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος των άλλων εμπλεκομένων κρατών-μελών, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, βάσει των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες τη δεδομένη χρονική στιγμή.


Άρθρο 8


  1. Τα πιστωτικά ιδρύματα ιδρύονται και λειτουργούν κατόπιν άδειας λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος. Τα πιστωτικά ιδρύματα επιτρέπεται να ιδρύονται και να λειτουργούν μόνο με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας ή με τη μορφή του αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1667/1986 (Α΄ 196) ή με τη μορφή της Ευρωπαϊκής Εταιρείας (SE) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2157/2001 (EE L 294) ή με τη μορφή της Ευρωπαϊκής Συνεταιριστικής Εταιρείας (SCE) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1435/2003 (EE L 207).

  2. Τηρουμένων των άρθρων 10 έως 15, η Τράπεζα της Ελλάδος εξουσιοδοτείται να καθορίζει το περιεχόμενο της αίτησης άδειας λειτουργίας, τα συνυποβαλλόμενα προς τούτο αναγκαία δικαιολογητικά και στοιχεία, τις ειδικότερες προϋποθέσεις και τη διαδικασία για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας. Τα συγκεκριμένα στοιχεία κοινοποιούνται στην ΕΑΤ.

  3. Ο πιστωτικός συνεταιρισμός που λαμβάνει άδειαλειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, συναλλάσσεται με ταμέλη του, με άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και με τοΕλληνικό Δημόσιο. Κατόπιν έγκρισης της Τράπεζας τηςΕλλάδος και υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που αυτή θέτει κατά περίπτωση, ο συνεταιρισμόςμπορεί να συναλλάσσεται και με μη μέλη του μέχριποσού που σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει ποσοστό50% επί των χορηγήσεών του ή των καταθέσεών του.Κατόπιν έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος και υπότους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που αυτήτυχόν θέτει, στον ανωτέρω περιορισμό δεν υπόκεινταιοι συναλλαγές:
    1. οποιασδήποτε φύσεως όταν συμμετέχει και μέλοςτου συνεταιρισμού, καθώς και
    2. αυτές που αφορούν δευτερεύουσες τραπεζικές εργασίες διαμεσολαβητικού χαρακτήρα.

  4. Για τη λήψη άδειας λειτουργίας οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν σχετική αίτηση και, πριν από τη χορήγηση της άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος, προβαίνουν στην κάλυψη του αρχικού κεφαλαίου, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 12. Σε περίπτωση υποβολής αίτησης για ίδρυση πολυμετοχικού πιστωτικού ιδρύματος, την αίτηση υποβάλλει δεόντως εξουσιοδοτημένη ιδρυτική επιτροπή, η οποία τηρεί τις ισχύουσες διατάξεις περί προσέλκυσης κεφαλαίων από επενδυτές.


Άρθρο 9


  1. Απαγορεύεται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα η κατ’ επάγγελμα αποδοχή καταθέσεων χρημάτων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό.

    1. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων τηςνομοθεσίας, απαγορεύεται επίσης η κατ’ επάγγελμαχορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων, εφόσον δενέχει παρασχεθεί προς το σκοπό αυτόν ειδική άδεια τηςΤράπεζας της Ελλάδος. Οι όροι για τη χορήγηση άδειαςγια την κατ’ επάγγελμα χορήγηση δανείων ή λοιπώνπιστώσεων καθορίζονται με απόφαση της Τράπεζαςτης Ελλάδος.
    2. Η απαγόρευση της προηγούμενης περίπτωσης δενκαταλαμβάνει τη χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων με οποιονδήποτε τρόπο (περιλαμβανομένης τηςεκδόσεως πιστωτικών καρτών), εφόσον πρόκειται είτεπερί δανείων ή λοιπών πιστώσεων μεταξύ επιχειρήσεωνσυνδεδεμένων, κατά την έννοια της παραγράφου 5 τουάρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, είτε περίδανείων ή λοιπών πιστώσεων που χορηγούνται από επιχειρήσεις προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την αγοράαγαθών ή υπηρεσιών που διατίθενται από την ίδια τηνπαρέχουσα την πίστωση ή το δάνειο επιχείρηση.

  2. Η απαγόρευση της παραγράφου 1 του παρόντοςάρθρου δεν ισχύει:
    1. για την έκδοση τίτλων από το Ελληνικό Δημόσιο ήαπό νομικά πρόσωπα, εφόσον αυτό προβλέπεται απότην ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και
    2. για τη λήψη μετρητών ή επιστρεπτέων κεφαλαίωναπό επιχειρήσεις που εποπτεύονται από την ΕπιτροπήΚεφαλαιαγοράς, κατά την άσκηση της κύριας επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, σύμφωνα με την άδειαλειτουργίας που τους έχει παρασχεθεί, με βάση τιςδιατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας.

  3. Για το ύψος του επιτοκίου και τον εν γένει εκτοκισμό, καθώς και τις λοιπές επιβαρύνσεις των δανείων ή λοιπών πιστώσεων που χορηγούνται με βάση την ισχύουσα νομοθεσία από τις επιχειρήσεις παροχής πιστώσεων ή από άλλα χρηματοδοτικά ιδρύματα σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην άδεια λειτουργίας που τους έχει χορηγηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος ή από επιχειρήσεις, που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα, για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, εφαρμόζονται τα ισχύοντα για τα πιστωτικά ιδρύματα.


Άρθρο 10


  1. Η αίτηση αδείας λειτουργίας πρέπει να συνοδεύεται από πρόγραμμα δραστηριοτήτων το οποίο περιγράφει τα είδη των σκοπούμενων επιχειρηματικών δράσεων και την οργανωτική διάρθρωση του πιστωτικού ιδρύματος.

  2. Στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων αναφέρονται ιδίως η έκταση των εργασιών, το χρονοδιάγραμμα επίτευξης των στόχων του πιστωτικού ιδρύματος, η διάρθρωση του ομίλου στον οποίο τυχόν ανήκει, καθώς και το πλαίσιο του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, περιλαμβανομένων των λειτουργιών της Εσωτερικής Επιθεώρησης, της Διαχείρισης Κινδύνων και της Κανονιστικής Συμμόρφωσης, και των διαδικασιών που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 66. Σε περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα προτίθεται να παρέχει και επενδυτικές υπηρεσίες πρέπει να καλύπτονται και οι εκάστοτε προβλεπόμενες υποχρεώσεις, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από πιστωτικά ιδρύματα.

  3. Στην αίτηση γνωστοποιείται, επίσης, η ταυτότητα, καθώς επίσης και στοιχεία αναφορικά με το κύρος, την εκπαίδευση, τις τυχόν ποινικές καταδίκες, την περιουσιακή κατάσταση, την εμπειρία και την κατάρτιση των επικεφαλής των κρίσιμων λειτουργιών του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις ισχύουσες αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος περί των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου των πιστωτικών ιδρυμάτων.


Άρθρο 11


  1. Οι δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων γιατην εφαρμογή των άρθρων 33, 34, 36 και 38 έως 43 πουυπόκεινται σε αμοιβαία αναγνώριση, σύμφωνα με τονπαρόντα νόμο, έχουν ως εξής:
    1. αποδοχή καταθέσεων και άλλων επιστρεπτέωνκεφαλαίων,
    2. χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων, στις οποίεςσυμπεριλαμβάνεται μεταξύ άλλων: η καταναλωτική πίστη,συμβάσεις πίστωσης εν σχέσει με ακίνητα, οι πράξειςαναδόχου εισπράξεως απαιτήσεων (factoring) με ή χωρίςδικαίωμα αναγωγής και η χρηματοδότηση εμπορικώνσυναλλαγών συμπεριλαμβανομένου του forfeiting),
    3. χρηματοδοτική μίσθωση (leasing),
    4. υπηρεσίες πληρωμών, όπως ορίζονται στην παρ. 3του άρθρου 4 του ν. 3862/2010,
    5. έκδοση και διαχείριση άλλων μέσων πληρωμών (π.χ.ταξιδιωτικών και τραπεζικών επιταγών) στο βαθμό πουη δραστηριότητα αυτή δεν καλύπτεται από την προηγούμενη περίπτωση,
    6. εγγυήσεις και αναλήψεις υποχρεώσεων,
    7. συναλλαγές για λογαριασμό του ιδίου του ιδρύματος ή της πελατείας του σε οποιαδήποτε από τιςακόλουθες περιπτώσεις:αα) μέσα της χρηματαγοράς (αξιόγραφα, πιστοποιητικά καταθέσεων κ.λπ.),ββ) συνάλλαγμα,γγ) προθεσμιακά συμβόλαια χρηματοπιστωτικών τίτλων ή χρηματοπιστωτικά δικαιώματα,δδ) συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων και συναλλάγματος,εε) κινητές αξίες,
    8. συμμετοχές σε εκδόσεις τίτλων και παροχή συναφών υπηρεσιών περιλαμβανομένων ειδικότερα και τωνυπηρεσιών αναδόχου εκδόσεως τίτλων,
    9. παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις όσον αφοράτη διάρθρωση του κεφαλαίου, τη βιομηχανική στρατηγική και συναφή θέματα παροχής συμβουλών, καθώςκαι υπηρεσιών στον τομέα της συγχώνευσης και τηςεξαγοράς επιχειρήσεων,
    10. διαμεσολάβηση στις διατραπεζικές αγορές,
    11. διαχείριση χαρτοφυλακίου ή παροχή συμβουλώνγια τη διαχείριση χαρτοφυλακίου,
    12. φύλαξη και διαχείριση κινητών αξιών,
    13. συλλογή και επεξεργασία εμπορικών πληροφοριών,περιλαμβανομένων και των υπηρεσιών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας πελατών,
    14. εκμίσθωση θυρίδων,
    15. έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος,
    16. οι επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες τηςπαρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007 και οι παρεπόμενες υπηρεσίες της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρουοι οποίες αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα κατά τηνέννοια του άρθρου 5 του ν. 3606/2007.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, εκτός από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δραστηριότητες, να επιτρέπει σε πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον καλύπτονται οι σχετικοί κίνδυνοι, την άσκηση και λοιπών χρηματοπιστωτικών ή δευτερευουσών δραστηριοτήτων, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί για το σκοπό αυτόν να καθορίζει, γενικώς ή κατά περίπτωση, και άλλα κριτήρια, καθώς και ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις.


Άρθρο 12


  1. Για τη χορήγηση από την Τράπεζα της Ελλάδοςάδειας λειτουργίας απαιτείται η κάλυψη αρχικού κεφαλαίου ίσου τουλάχιστον με τα ακόλουθα ποσά:
    1. με το ποσό των δεκαοκτώ εκατομμυρίων (18.000.000)ευρώ στην περίπτωση πιστωτικού ιδρύματος,
    2. με το ποσό των εννέα εκατομμυρίων (9.000.000)ευρώ στην περίπτωση υποκαταστήματος πιστωτικούιδρύματος που εδρεύει σε τρίτη χώρα,
    3. με το ποσό των έξι εκατομμυρίων (6.000.000) ευρώστην περίπτωση πιστωτικού συνεταιρισμού που έχειλάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα.Τα ποσά της παρούσας παραγράφου μπορεί να αναπροσαρμόζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, σε ποσά όχι μικρότερα των πέντε εκατομμυρίων(5.000.000) ευρώ.

  2. Το αρχικό κεφάλαιο περιλαμβάνει μόνο ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

    1. Σε περίπτωση που το αρχικό κεφάλαιο δεν καλύπτεται ολοσχερώς με μετρητά, η Τράπεζα της Ελλάδοςορίζει, με απόφασή της, κατά περίπτωση, τα λοιπά στοιχεία με τα οποία μπορεί αυτό να καλύπτεται και καθορίζει την απαιτούμενη αναλογία των μετρητών προςτα εν λόγω στοιχεία, λαμβάνοντας υπόψη τα ισχύοντακριτήρια για την επάρκεια της ρευστότητας και τη φερεγγυότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων.
    2. Ειδικότερα, στην περίπτωση μετατροπής λειτουργούντος νομικού προσώπου σε πιστωτικό ίδρυμα, ποσοστό τουλάχιστον 80% του ενεργητικού τουυπό μετατροπή νομικού προσώπου θα πρέπει να είναισυνολικά τοποθετημένο σε μετρητά, καταθέσεις, τίτλους διαπραγματεύσιμους σε οργανωμένες αγορές καιβραχυπρόθεσμα δάνεια ή λοιπές πιστώσεις που έχουνχορηγηθεί με τραπεζικά κριτήρια.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει με απόφασή τηςτην προθεσμία εντός της οποίας τα πιστωτικά ιδρύματαοφείλουν:
    1. να αναπροσαρμόζουν τα ίδια κεφάλαιά τους προςτο εκάστοτε απαιτούμενο ελάχιστο αρχικό κεφάλαιο,
    2. να επαναφέρουν τα ίδια κεφάλαιά τους, σε περίπτωση μείωσής τους, στο ύψος του εκάστοτε απαιτούμενου ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου.Η ανωτέρω προθεσμία δεν μπορεί να υπερβαίνει τουςείκοσι τέσσερις (24) μήνες στην περίπτωση α΄ και τουςδώδεκα (12) μήνες στην περίπτωση β΄ της παρούσαςπαραγράφου.

  4. Προκειμένου περί αύξησης των ιδίων κεφαλαίων λειτουργούντων πιστωτικών ιδρυμάτων, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλει με απόφασή της ειδικούς όρους για τη συγκέντρωση του κεφαλαίου, σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.


Άρθρο 13


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος παρέχει άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος μόνο υπό την προϋπόθεση ότι δύο τουλάχιστον πρόσωπα πλήρους απασχόλησης όντως διευθύνουν τη δραστηριότητα του αιτούντος πιστωτικού ιδρύματος και τα οποία θα συμμετέχουν, ως εκτελεστικά μέλη, στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτού.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος αρνείται τη χορήγηση της εν λόγω άδειας λειτουργίας εάν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 83.

  3. Τα πιστωτικά ιδρύματα που ιδρύονται και λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν να έχουν την καταστατική έδρα και την πραγματική κεντρική διοίκησή τους στην Ελλάδα.


Άρθρο 14


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος αρνείται τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε ένα πιστωτικό ίδρυμα εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει προηγουμένως γνωστοποιήσει την ταυτότητα των είκοσι (20) σημαντικότερων μετόχων ή εταίρων του, καθώς και των μετόχων ή εταίρων του, άμεσων ή έμμεσων, φυσικών ή νομικών προσώπων, οι οποίοι κατέχουν ειδική συμμετοχή, καθώς και το ποσοστό συμμετοχής τους. Επίσης, γνωστοποιείται η ταυτότητα των φυσικών προσώπων που, αν και δεν περιλαμβάνονται στα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου, ασκούν, μέσω γραπτών ή άλλων συμφωνιών ή μέσω κοινής δράσης, τον έλεγχο του πιστωτικού ιδρύματος.

  2. Για να καθοριστεί εάν πληρούνται τα κριτήρια ειδικής συμμετοχής, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου και οι όροι για την άθροιση αυτών που αναφέρονται στα άρθρα 9, 10, 12 και στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 13 του ν. 3556/2007 και στην περίπτωση στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007. Κατά τον υπολογισμό του προηγούμενου εδαφίου δεν λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή οι μετοχές με δικαίωμα ψήφου τις οποίες κατέχουν ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής ή τοποθέτησης χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το Παράρτημα Ι Τμήμα Α σημείο 6 της Οδηγίας 2004/39/ ΕΚ, υπό τον όρο ότι, τα εν λόγω δικαιώματα, αφενός, δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διαχείριση του εκδότη και, αφετέρου, εφόσον υπάρχει πρόθεση μεταβίβασης εντός ενός έτους από την απόκτηση.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος αρνείται τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε ένα πιστωτικό ίδρυμα εφόσον, μέσα από το πρίσμα της αναγκαιότητας να εξασφαλισθεί η υγιής και συνετή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των μετόχων ή εταίρων του, ιδίως όταν δεν πληρούνται τα κριτήρια που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 24. Εφαρμόζονται προς τούτο οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 24 και το άρθρο 25.

  4. Όταν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί την άδεια λειτουργίας μόνον εάν οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν την ορθή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής της. Η Τράπεζα της Ελλάδος αρνείται τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα εάν νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία το υπό ίδρυση πιστωτικό ίδρυμα έχει στενούς δεσμούς, ή εάν δυσχέρειες σχετικές με την εφαρμογή των εν λόγω νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, παρεμποδίζουν την ορθή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής της. Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα να της παρέχουν τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε να μπορεί να παρακολουθεί σε συνεχή βάση τη συμμόρφωση με τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο ή ότι δεν ανέκυψαν καταστάσεις που θα αποτελούσαν αιτία για τη μη χορήγηση της άδειας λειτουργίας.


Άρθρο 15


  1. Πριν από τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, αλλάκαι κατά τη διάρκεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης, για τηνεπίτευξη των σκοπών της εποπτείας και για λόγουςδιαφάνειας:
    1. Να ζητά στοιχεία για την ταυτότητα, το κύρος, τηνεκπαίδευση, τις τυχόν ποινικές καταδίκες, τη χρηματοοικονομική ευρωστία και εν γένει περιουσιακή κατάσταση,την εμπειρία, την κατάρτιση και την προέλευση τωνοικονομικών μέσων των:αα) φυσικών ή νομικών προσώπων που κατέχουν,άμεσα ή έμμεσα, συμμετοχή ή δικαιώματα ψήφου σεποσοστό ανώτερο του 1% στο μετοχικό κεφάλαιο τουπιστωτικού ιδρύματος,ββ) είκοσι μεγαλύτερων μετόχων του πιστωτικού ιδρύματος και των φυσικών προσώπων που τους ελέγχουν,άμεσα ή έμμεσα, σε περίπτωση που οι εν λόγω μέτοχοιείναι νομικά πρόσωπα,γγ) φυσικών προσώπων που ασκούν, μέσω γραπτώνή άλλων συμφωνιών ή μέσω κοινής δράσης, τον έλεγχοτου πιστωτικού ιδρύματος,δδ) προσώπων:i) που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 13,ii) των λοιπών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου καιiii) των επικεφαλής των κρίσιμων λειτουργιών του πιστωτικού ιδρύματος.
    2. Να επιβάλει με απόφασή της στα νομικά πρόσωπατης παραγράφου 1 του άρθρου 14 και της υποπερίπτωσης αα΄ της περίπτωσης α΄ της παρούσας παραγράφουτην υποχρέωση να έχουν ονομαστικές τις μετοχές μεδικαίωμα ψήφου.
    3. Να απαιτεί, όπως συγκεκριμένα ποσοστά του συνόλου των πιο πάνω ονομαστικών μετοχών με δικαίωμαψήφου ανήκουν σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα,που τυγχάνουν της προηγούμενης έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης να καθορίζειγια την επίτευξη των ανωτέρω στόχων:
    1. τα αναγκαία δικαιολογητικά και στοιχεία, καθώςκαι τις λοιπές λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντοςάρθρου,
    2. τους ειδικότερους περιορισμούς και όρους ως προςτις δραστηριότητες ή τα καθήκοντα που τυχόν ανατίθενται σε σχέση με τη λειτουργία του πιστωτικούιδρύματος στα φυσικά πρόσωπα, που αναφέρονται στιςπεριπτώσεις α΄ και β΄ της προηγούμενης παραγράφουγια την αποτροπή ή ελαχιστοποίηση καταστάσεων σημαντικής σύγκρουσης συμφερόντων ή επιρροών, πουαποβαίνουν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος,
    3. τους ειδικότερους περιορισμούς και όρους για τιςδραστηριότητες του πιστωτικού ιδρύματος,
    4. τα κριτήρια βάσει των οποίων θεωρείται ότι φυσικάκαι νομικά πρόσωπα διατηρούν ειδική σχέση, άμεσα ήέμμεσα, με το πιστωτικό ίδρυμα,
    5. κατά παρέκκλιση από τις γενικώς ισχύουσες περίανωνύμων εταιρειών διατάξεις, τις διαδικασίες, τα ανώτατα όρια και τους λοιπούς όρους των πάσης φύσεωςδανείων, λοιπών πιστώσεων, εγγυήσεων, καθώς καισυμμετοχών των πιστωτικών ιδρυμάτων, στα πρόσωπατης περίπτωσης δ΄ της παρούσας παραγράφου, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω συναλλαγέςδεν διενεργούνται με προνομιακούς όρους σε σχέση με τους γενικούς όρους που το πιστωτικό ίδρυμαεφαρμόζει ή με τρόπο που μπορεί να αποβεί σε βάροςτης χρηστής και συνετής διαχείρισης του πιστωτικούιδρύματος και
    6. την υποχρέωση υποβολής αίτησης εισαγωγήςτων μετοχών του πιστωτικού ιδρύματος σε οργανωμένη αγορά, για τη διασφάλιση μεγαλύτερης διασποράςκαι των αυξημένων υποχρεώσεων που πηγάζουν απότο θεσμικό πλαίσιο, εντός προθεσμίας που δεν μπορείνα υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή το ελάχιστο διάστημα που απαιτείται από τις ισχύουσες διατάξεις για τηθεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης εισαγωγήςμετοχών των επιχειρήσεων σε οργανωμένη αγορά.

  3. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και του άρθρου 14 και των άρθρων 23 έως 27, σε περίπτωση που οι μέτοχοι είναι νομικά πρόσωπα, οι υποχρεώσεις γνωστοποίησης αφορούν τα φυσικά πρόσωπα που ελέγχουν, άμεσα ή έμμεσα, τα εν λόγω νομικά πρόσωπα. Για το σκοπό υπολογισμού της σχετικής συμμετοχής λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις του άρθρου 28.


Άρθρο 16


  1. Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 13, 14 και 15η Τράπεζα της Ελλάδος δεν χορηγεί άδεια λειτουργίαςπιστωτικού ιδρύματος, εάν:
    1. κρίνει ότι τα πρόσωπα, που αναφέρονται στα άρθρααυτά, δεν είναι αξιόπιστα ή εν γένει κατάλληλα να εξασφαλίσουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και την αποτροπή ή ελαχιστοποίηση καταστάσεων σημαντικής σύγκρουσης συμφερόντωνή επιρροών, που αποβαίνουν σε βάρος της συνετής καιχρηστής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος,
    2. κρίνει ειδικότερα ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 13, τα μέλη τουΔιοικητικού Συμβουλίου και το Διοικητικό Συμβούλιο,ως σύνολο, δεν διαθέτουν την απαιτούμενη για τηναποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους κατάρτιση και εμπειρία, όπως η εμπειρία αυτή προκύπτει απόπροϋπηρεσία τους σε θέσεις ανάλογης ευθύνης, κατάπροτίμηση σε πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα,
    3. διατηρεί αμφιβολίες για τη νομιμότητα προέλευσης, την αληθή κυριότητα ή για την επάρκεια των οικονομικών πόρων των μετόχων του άρθρου 14, και, σεπερίπτωση νομικών προσώπων, των φυσικών προσώπωνπου τα ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα,
    4. κρίνει ότι η διάρθρωση του ομίλου των επιχειρήσεων που συνδέονται με το πιστωτικό ίδρυμα, κατά τηνέννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920,όπως ισχύει, δεν είναι ικανοποιητικά διαφανής, ώστε ναδιασφαλίζει την απρόσκοπτη άσκηση των εποπτικώντης αρμοδιοτήτων,
    5. δεν πληρούται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσειςαδειοδότησης, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.

  2. Στην περίπτωση που η Τράπεζα της Ελλάδος αρνείται τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, ενημερώνει τον αιτούντα για την απόφασή της και τους λόγους απόρριψης του αιτήματός του εντός εξαμήνου από την παραλαβή της αίτησης ή, εάν η αίτηση δεν είναι πλήρης, εντός εξαμήνου από τη λήψη όλων των πληροφοριών που απαιτούνται για την απόφαση. Σε κάθε περίπτωση, εκδίδεται απόφαση χορήγησης ή άρνησης χορήγησης άδειας εντός δώδεκα (12) μηνών από την παραλαβή της αίτησης.


Άρθρο 17


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος, προτού χορηγήσει άδειαλειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, διαβουλεύεται με τιςαρμόδιες αρχές άλλου κράτους-μέλους στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το πιστωτικό ίδρυμα:
    1. αποτελεί θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος που έχειλάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος-μέλος,
    2. αποτελεί θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίαςστο άλλο κράτος-μέλος,
    3. ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπαπου ελέγχουν πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδειαλειτουργίας στο άλλο κράτος-μέλος.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος, προτού χορηγήσει άδειαλειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, συμβουλεύεται τηναρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτείαασφαλιστικών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων επενδύσεωνστο εμπλεκόμενο κράτος-μέλος όπου το πιστωτικό ίδρυμα:
    1. είναι θυγατρική ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Ένωση,
    2. είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης επενδύσεων με άδειαλειτουργίας στην Ένωση,
    3. ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπαπου ελέγχουν ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρησηεπενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Ένωση.

  3. Οι αρμόδιες αρχές των παραγράφων 1 και 2 διαβουλεύονται μεταξύ τους, ιδίως όταν αξιολογούν την καταλληλότητα των υποψήφιων μετόχων, καθώς και τη φήμη και την εμπειρία των μελών του υπό σύσταση Διοικητικού Συμβουλίου, τα οποία τυχόν συμμετέχουν στη διαχείριση άλλης οντότητας του ίδιου ομίλου. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν εκατέρωθεν οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την καταλληλότητα των μετόχων, την εντιμότητα και την εμπειρία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που είναι σχετική με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος και τη σε βάθος χρόνου εκτίμηση της συμμόρφωσης με τους όρους λειτουργίας.


Άρθρο 18


  1. Υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος (άρθρο 17 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Δεν απαιτείται άδεια λειτουργίας ή αρχικό κεφάλαιο για υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας με βάση την Οδηγία 2013/36/ΕΕ σε άλλα κράτη-μέλη. Η εγκατάσταση και η εποπτεία των υποκαταστημάτων αυτών διέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 33, του άρθρου 34, του άρθρου 35, και, της παραγράφου 2 του άρθρου 39, της παραγράφου 2 του άρθρου 42, των άρθρων 44 έως 49, του άρθρου 50 και των άρθρων 66 και 67.


Άρθρο 19


  1. Ανάκληση άδειας λειτουργίας(άρθρο 18 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανακαλέσει τηνάδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος μόνο όταν τοεν λόγω πιστωτικό ίδρυμα:
    1. παραιτείται ρητώς από αυτή, έπαυσε να ασκεί τηδραστηριότητά του για περίοδο μεγαλύτερη των έξι(6) μηνών ή δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας σεδιάστημα δώδεκα (12) μηνών από τη λήψη της αδείαςλειτουργίας του,
    2. απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλο μη σύννομο τρόπο,
    3. δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίουςτου χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας,
    4. δεν πληροί το σύνολο των απαιτήσεων προληπτικήςεποπτείας που προβλέπονται στα άρθρα 92 έως 403και 411 έως 428 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ήεπιβάλλονται δυνάμει της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 96 ή του άρθρου 98 ή δεν παρέχειπλέον την εγγύηση ότι μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του και, κυρίως, δενεξασφαλίζει πλέον την ασφάλεια των κεφαλαίων πουτου έχουν εμπιστευθεί οι καταθέτες του,
    5. υπάγεται σε μία από τις άλλες περιπτώσεις ανάκλησης που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία,
    6. διαπράττει μία από τις παραβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 59,
    7. αδυνατεί ή αρνείται να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιάτου,
    8. παρακωλύει με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχοπου ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος,
    9. παραβαίνει διατάξεις νόμων σχετικών με τηνεποπτεία ή την άσκηση της δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων ή αποφάσεων της Τράπεζας τηςΕλλάδος, σε βαθμό που είναι δυνατόν να τίθενται σεδιακινδύνευση η φερεγγυότητα του πιστωτικού ιδρύματος ή εν γένει η επίτευξη των στόχων της ασκούμενηςαπό την Τράπεζα της Ελλάδος εποπτείας, ή
    10. δημιουργούνται καταστάσεις που αναφέρονται στοδεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 14 ή ηδιάρθρωση του ομίλου του πιστωτικού ιδρύματος έχειμεταβληθεί κατά τρόπο που να παρεμποδίζεται η αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων.


Άρθρο 20


  1. Για τους σκοπούς της άσκησης των δραστηριοτήτων τους, τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν σε ολόκληρη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης την ίδια επωνυμία που χρησιμοποιούν στο κράτος-μέλος της έδρας τους, ανεξαρτήτως των διατάξεων του κράτους-μέλους υποδοχής όσον αφορά τη χρήση των λέξεων «τράπεζα», ταμιευτήριο» ή άλλων παρομοίων τραπεζικών επωνυμιών. Σε περίπτωση που υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί σύγχυση, η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί, για λόγους σαφήνειας, να συνοδεύεται η επωνυμία από επεξηγηματικά στοιχεία.

  2. Σε κάθε περίπτωση, η χρήση του όρου «τράπεζα»,«ταμιευτήριο» ή οποιασδήποτε ξενόγλωσσης απόδοσής του στην επωνυμία ή το διακριτικό τίτλο επιχείρησης επιτρέπεται μόνο σε πιστωτικά ιδρύματα, εκτός εάν το είδος της δραστηριότητας της επιχείρησης, όπως αυτό προκύπτει από το καταστατικό της και όπως πρέπει παράλληλα να υποδηλώνεται στην επωνυμία και στο διακριτικό τίτλο της επιχείρησης, αποκλείει τον κίνδυνο σύγχυσης του κοινού.

  3. Οι αμιγείς πιστωτικοί συνεταιρισμοί, που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος ως πιστωτικά ιδρύματα, μπορούν να χρησιμοποιούν στην επωνυμία τους τον όρο «Συνεταιριστική Τράπεζα».


Άρθρο 21


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στην ΕΑΤ κάθε άδεια λειτουργίας που χορηγεί, σύμφωνα με το άρθρο 8.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας αρχή παρέχει στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές και στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες σχετικά με τον όμιλο πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 14, την παράγραφο 1 του άρθρου 66 και την παράγραφο 2 του άρθρου 102 του παρόντος νόμου, ιδίως σχετικά με τη νομική και οργανωτική διάρθρωση του ομίλου και τη διακυβέρνησή του.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στην ΕΑΤ κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας μαζί με τους λόγους της σχετικής ανάκλησης.


Άρθρο 22


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να παρεκκλίνει από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 10 και 12 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 13 του παρόντος νόμου όσον αφορά πιστωτικό ίδρυμα που αναφέρεται στο άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αυτόν.

  2. Όταν η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει την παρέκκλιση της παραγράφου 1, τα άρθρα 18, 33, 34, 38, η παράγραφος 2 του άρθρου 39, τα άρθρα 41 και 42, τα άρθρα 44 έως 49, τα άρθρα 66 έως 88 και τα άρθρα 121 έως 132 εφαρμόζονται στο σύνολο του δικτύου που αποτελείται από τον κεντρικό οργανισμό και τα ιδρύματα που συνδέονται με αυτόν.


Άρθρο 23


  1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο («υποψήφιος αγοραστής») το οποίο, μεμονωμένα ή από κοινού δράση» με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει τα όρια του 20%, του 1/3 ή του 50%, ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση («προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής»), απευθύνει έγγραφη γνωστοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος σχετικά με το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο επιδιώκει είτε να αποκτήσει είτε να αυξήσει την ειδική συμμετοχή πριν από την απόκτηση, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής και τις σχετικές πληροφορίες, όπως εξειδικεύονται, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 24.

  2. Κάθε υποψήφιος αγοραστής, ο οποίος έχει αποφασίσει να αποκτήσει ή να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, υφιστάμενη συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα ούτως ώστε το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου που θα κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει το όριο του 5%, ενημερώνει προηγουμένως την Τράπεζα της Ελλάδος και της γνωστοποιεί το ποσοστό της νέας συμμετοχής. Η Τράπεζα της Ελλάδος αξιολογεί, κατά περίπτωση, εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών, εάν η συμμετοχή αυτή οδηγεί σε σημαντική επιρροή και σε θετική περίπτωση ενημερώνει τον υποψήφιο αγοραστή και προβαίνει στην απαιτούμενη αξιολόγηση της παραγράφου 1 του άρθρου 24.

  3. Εφόσον τις συμμετοχές των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου προτίθενται να πραγματοποιήσουν νομικά πρόσωπα, αυτά γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος την ταυτότητα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, των σημαντικότερων διευθυντικών στελεχών, των μετόχων που κατέχουν τουλάχιστον 5%, καθώς και όπου ενδείκνυται, την ταυτότητα των φυσικών προσώπων, υπό την έννοια του πραγματικού δικαιούχου της παρ. 16 του άρθρου 4 του ν. 3691/2008 (Α΄ 166), που, άμεσα ή έμμεσα, τα ελέγχουν, καθώς και κάθε μεταγενέστερη μεταβολή. Αντίστοιχη υποχρέωση γνωστοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος υπέχουν και τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα.

  4. Εάν τις συμμετοχές των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου προτίθενται να αποκτήσουν έμμεσα ένα ή περισσότερα πρόσωπα, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αξιολογεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 24, πέραν του υποψήφιου αγοραστή που προτίθεται να αποκτήσει άμεσα τη συμμετοχή και του πραγματικού δικαιούχου, και τα τυχόν παρεμβαλλόμενα, μεταξύ των δύο προηγούμενων περιπτώσεων, πρόσωπα.

  5. Ως «από κοινού δράση» για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καθώς και των άρθρων 24 έως 28 νοείται η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότεροι υποψήφιοι αγοραστές προτίθενται να ενεργούν συντονισμένα κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους μετά την απόκτηση μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου με συμφωνία που μπορεί να γίνεται εγγράφως ή προφορικά ή συνάγεται από πραγματικά περιστατικά, ανεξαρτήτως εάν τα πρόσωπα που δρουν από κοινού συνδέονται μεταξύ τους. Η κοινοποίηση των δικαιωμάτων ψήφου της ως άνω περίπτωσης στην Τράπεζα της Ελλάδος γίνεται είτε από τον κάθε υποψήφιο αγοραστή είτε από έναν από αυτούς, ο οποίος έχει εξουσιοδοτηθεί για το σκοπό αυτόν.

    1. Εφόσον οι κληρονόμοι προσώπου που ήταν κάτοχος συμμετοχής των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, αποκτούν ατομικά συμμετοχή των ανωτέρω εδαφίων, ενημερώνουν σχετικά την Τράπεζα τηςΕλλάδος εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών απότην ημερομηνία θανάτου του κληρονομούμενου ή απότην ημερομηνία νόμιμης επαγωγής της κληρονομίας σεαυτούς. Σε περίπτωση αποποίησης της κληρονομίας, ηπροαναφερόμενη προθεσμία παρατείνεται αντιστοίχωςμέχρι την παρέλευση τεσσάρων (4) μηνών από την επαγωγή της κληρονομίας στους περαιτέρω κληρονόμους,οι οποίοι έχουν την υποχρέωση ενημέρωσης. Την ίδιαυποχρέωση ενημέρωσης έχει και ο τυχόν εκτελεστήςτης διαθήκης ή ο κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομίας ή ο εκκαθαριστής της κληρονομίας που ορίζεταισύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.
    2. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, εφόσον κρίνει ότικληρονόμοι εκ των αναφερομένων στην προηγούμενηπερίπτωση δεν είναι κατάλληλοι για να διασφαλίσουντη συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, να ακολουθήσει τη διαδικασία των παραγράφων4, 5 και 6 του άρθρου 27.

  6. Η Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή ότι παρέλαβε την κατά την παράγραφο 1 γνωστοποίηση ή τις κατά την παράγραφο 8 επιπλέον πληροφορίες αμελλητί και σε κάθε περίπτωση εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την παραλαβή αυτών. Η Τράπεζα της Ελλάδος εντός μέγιστης προθεσμίας εξήντα (60) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της γνωστοποίησης και όλων των εγγράφων που απαιτείται να επισυνάπτονται στη γνωστοποίηση βάσει του καταλόγου που προβλέπει η παράγραφος 4 του άρθρου 24 («περίοδος αξιολόγησης»), προκειμένου να διενεργήσει την αξιολόγηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 24 («αξιολόγηση»). Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει τον υποψήφιο αγοραστή, κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής, για την ημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης.

  7. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί μέχρι και την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδου αξιολόγησης, εφόσον κριθεί αναγκαίο, να ζητά εγγράφως περαιτέρω πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα αυτό υποβάλλεται εγγράφως και εξειδικεύει τα αναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες από την Τράπεζα της Ελλάδος και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης του υποψήφιου αγοραστή, αναστέλλεται η περίοδος αξιολόγησης. Η αναστολή δεν υπερβαίνει τις είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει τη διακριτική ευχέρεια να υποβάλει περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση των πληροφοριών, τούτο όμως δεν συνεπάγεται περαιτέρω αναστολή της περιόδου αξιολόγησης.

  8. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να παρατείνει την αναστολή που αναφέρεται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου έως τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε κανονιστικό πλαίσιο σε τρίτη χώρα ή είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο στο εποπτικό καθεστώς που με βάση την ενωσιακή νομοθεσία διέπει τα πιστωτικά ιδρύματα, τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τις εταιρείες διαχείρισης Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ).

  9. Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίσει να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, ενημερώνει εγγράφως τον υποψήφιο αγοραστή, εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την ολοκλήρωση της αξιολόγησης και χωρίς να υπερβαίνει την περίοδο αξιολόγησης, εκθέτοντας τους λόγους. Η απόφαση περί απόρριψης της συμμετοχής με τη δέουσα αιτιολόγηση μπορεί να δημοσιοποιείται κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος ή και κατόπιν αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή. Η θετική απόφαση δημοσιοποιείται σε κάθε περίπτωση.

  10. Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος δεν αντιταχθεί εγγράφως στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, εντός της περιόδου αξιολόγησης, τότε η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε.

  11. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνει την προθεσμία αυτή, οσάκις ενδείκνυται.


Άρθρο 24


  1. Κατά την αξιολόγηση της γνωστοποίησης των παραγράφων 1 και 6 του άρθρου 23 και των πληροφοριώνπου αναφέρονται στην παράγραφο 8 του άρθρου 23,η Τράπεζα της Ελλάδος προκειμένου να εξασφαλίσειτην ορθή και συνετή διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος για το οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής,και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή τουυποψήφιου αγοραστή στο πιστωτικό ίδρυμα, αξιολογείτην καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και τηνορθότητα της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχήςαπό χρηματοοικονομική άποψη, σύμφωνα με το σύνολοτων ακόλουθων κριτηρίων:
    1. τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή,
    2. τη φήμη, τη γνώση, τις δεξιότητες και την πείρα,όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 83, ενόςεκάστου εκ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου καιοποιουδήποτε ανώτερου διοικητικού στελέχους που θαδιευθύνει τις δραστηριότητες του πιστωτικού ιδρύματοςκατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής,
    3. τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιουαγοραστή, ιδίως ως προς το είδος των δραστηριοτήτωνπου ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκούνται από τοπιστωτικό ίδρυμα για το οποίο προτείνεται η απόκτησησυμμετοχής,
    4. την ικανότητα του πιστωτικού ιδρύματος να συμμορφώνεται και να συνεχίσει να συμμορφώνεται μετις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013και, κατά περίπτωση, βάσει του ενωσιακού δικαίου καικυρίως των νόμων 3455/2006 και 4021/2011, όπως τοκατά πόσον ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλοςδιαθέτει δομή που καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών καιτον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτωνμεταξύ τους,
    5. κατά πόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέσημε την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται,επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομεςδραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας,κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3691/2008, σχετικά μετην πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικούσυστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομεςδραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας,ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόννα αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι’ αυτό, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή δεν είναι πλήρεις ή αληθείς.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν επιβάλλει εκ των προτέρων όρους, όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί ούτε εξετάζει την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής από πλευράς οικονομικών αναγκών της αγοράς.

    1. Η Τράπεζα της Ελλάδος με απόφασή της δημοσιοποιεί κατάλογο με τις αναγκαίες, για τους σκοπούς τηςπροληπτικής εποπτείας, πληροφορίες για τη διενέργειατης αξιολόγησης, οι οποίες πρέπει να υποβάλονται σεαυτήν κατά τη γνωστοποίηση που προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου 23.
    2. Οι πληροφορίες της περίπτωσης α΄ είναι προσαρμοσμένες αναλόγως με τα χαρακτηριστικά του υποψήφιου αγοραστή (φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εποπτευόμενο ή μη κ.λπ.), το βαθμό συμμετοχής του στη διοίκησητου πιστωτικού ιδρύματος για το οποίο προτείνεται ηαπόκτηση συμμετοχής και το ύψος της σκοπούμενηςσυμμετοχής.

  4. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 23, εάν υποβληθούν στην Τράπεζα της Ελλάδος δύο ή περισσότερες προτάσεις για απόκτηση ή αύξηση ειδικών συμμετοχών στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα, η Τράπεζα της Ελλάδος αντιμετωπίζει όλους τους υποψήφιους αγοραστές αμερόληπτα.


Άρθρο 25


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά την αξιολόγηση τηςαπόκτησης συμμετοχής, διαβουλεύεται εκτενώς με τιςοικείες αρμόδιες αρχές, εφόσον ο υποψήφιος αγοραστής είναι:
    1. πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστικήεπιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή επιχείρηση τουάρθρου 31 του παρόντος νόμου ή εταιρεία διαχείρισηςκατά την έννοια της περίπτωσης β΄ του άρθρου 3 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250) («εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ»),με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται ηαπόκτηση συμμετοχής,
    2. μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, επιχείρησηςεπενδύσεων ή εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδειαλειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος ή σε διαφορετικόκλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτησησυμμετοχής,
    3. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση,επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ,με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται ηαπόκτηση συμμετοχής.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος διαβιβάζει χωρίς υπαίτιακαθυστέρηση στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατώνμελών, για τους σκοπούς της αξιολόγησης της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής που προβλέπεταιστο παρόν άρθρο ή σε αντίστοιχη διάταξη νομοθεσίαςκρατών-μελών που ενσωματώνει το άρθρο 22 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όπως ισχύει:
    1. κατόπιν αιτήματός τους, κάθε σχετική πληροφορία, και
    2. με δική της πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικήςσημασίας σχετικές πληροφορίες, διαβιβάζοντας και στιςδύο περιπτώσεις τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις σχετικάμε τον υποψήφιο αγοραστή.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητά πληροφορίες από αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών για τους σκοπούς αξιολόγησης από αυτήν προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής. Στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος για την προτεινόμενη συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα επισημαίνονται τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις τις οποίες ενδεχομένως εξέφρασε η αλλοδαπή αρχή, στο πλαίσιο της ανωτέρω διαβούλευσης.


Άρθρο 26


  1. Γνωστοποίηση στην περίπτωση διάθεσης συμμετοχής (άρθρο 25 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αποφάσισε να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, το κοινοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος γραπτώς πριν από τη διάθεση συμμετοχής, αναφέροντας το ύψος της σχετικής συμμετοχής που προτίθεται να διατηρήσει. Το εν λόγω πρόσωπο κοινοποιεί επίσης στην Τράπεζα της Ελλάδος την απόφασή του να μειώσει την ειδική συμμετοχή του κατά τρόπον ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί κάτω από τα όρια του 20%, του 1/3 ή του 50% ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να παύσει να είναι θυγατρική του.


Άρθρο 27


  1. Τα πιστωτικά ιδρύματα εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών αφότου λάβουν γνώση αποκτήσεων ή εκχωρήσεων συμμετοχών στο κεφάλαιό τους, οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα ποσοστά συμμετοχής πάνω ή κάτω από τα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 23 και στο άρθρο 26, ενημερώνουν σχετικά την Τράπεζα της Ελλάδος.

  2. Τα πιστωτικά ιδρύματα, εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών αφότου λάβουν γνώση, γνωστοποιούν, επίσης, στην Τράπεζα της Ελλάδος οποιαδήποτε αλλαγή στην ταυτότητα ή στα στοιχεία των προσώπων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 15 και λήφθηκαν υπόψη κατά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυμάτων ή τη διαδικασία έγκρισης μετέπειτα αλλαγών των στοιχείων αυτών.

  3. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποβάλλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος, τουλάχιστον ετησίως, μέχρι τη 15η Ιουλίου κάθε έτους, τα ονόματα των μετόχων ή εταίρων που έχουν συμμετοχή άνω του 1%, καθώς και τα ποσοστά των συμμετοχών αυτών, όπως προκύπτουν, ιδίως, από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή εταίρων ή από τις πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει των υποχρεώσεων που υπέχουν οι εταιρείες των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά.

  4. Σε περίπτωση που η επιρροή των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 23 είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του ιδρύματος, η Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να τερματισθεί αυτή η κατάσταση, όπως προσωρινά μέτρα, κυρώσεις, τηρουμένων των άρθρων 57 έως 64, κατά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των διευθυντικών στελεχών ή επιβάλλει την παύση των αποτελεσμάτων εκ της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την εν λόγω συμμετοχή.

  5. Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων που παραβαίνουν την υποχρέωση να ενημερώνουν προηγουμένως την Τράπεζα της Ελλάδος, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 23 και υπό την επιφύλαξη των άρθρων 57 έως 64.

  6. Σε περίπτωση που αποκτηθεί συμμετοχή παρά την αντίθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, ανεξάρτητα από τυχόν άλλες κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, παύει αυτοδικαίως να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την εν λόγω συμμετοχή.

  7. Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων γνωστοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος περί της αλλαγής της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα, κατόχους συμμετοχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 23 ή εφόσον δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόν απαίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για την εφαρμογή των προβλεπομένων στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 15, παύει αυτοδικαίως να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή του νομικού προσώπου στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος και η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλει με απόφασή της τις κυρώσεις που προβλέπονται στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 58.

  8. Για τους σκοπούς της εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητά από τα πιστωτικά ιδρύματα τη γνωστοποίηση των στοιχείων της ταυτότητας και το ύψος του ποσοστού συμμετοχής των μεγαλύτερων μετόχων τους που αθροιστικά συγκεντρώνουν στην κατοχή τους την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου του πιστωτικού ιδρύματος.


Άρθρο 28


  1. Προκειμένου να προσδιορισθεί εάν πληρούνται τα κριτήρια ειδικής συμμετοχής, όπως αναφέρονται στα άρθρα 23, 26 και 27 του παρόντος νόμου, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου και οι όροι για την άθροιση αυτών που αναφέρονται στα άρθρα 9, 10, 12 και στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 13 του ν. 3556/2007.

  2. Κατά την εξέταση των κριτηρίων ειδικής συμμετοχής του άρθρου 27 του παρόντος νόμου, δεν λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή οι μετοχές με δικαίωμα ψήφου τις οποίες κατέχουν ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής ή τοποθέτησης χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με την περίπτωση στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω δικαιώματα δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλο τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διοίκηση του εκδότη και εφόσον υπάρχει πρόθεση μεταβίβασης εντός ενός έτους από την απόκτηση.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ρυθμίζει ειδικά θέματα και λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 23 έως 28 του παρόντος νόμου, ιδίως αναφορικά με τα υπόχρεα πρόσωπα, τα υποβαλλόμενα στοιχεία ή πληροφορίες κατ’ αντιστοιχία προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 15 ή τα κριτήρια αξιολόγησης.


Άρθρο 29


  1. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν αρχικό κεφάλαιο το οποίο αποτελείται μόνο από ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, ανέρχεται κατ’ ελάχιστον σε εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδες (125.000) ευρώ.

  2. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που προβαίνουν σε διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό, σε αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης ή σε λειτουργία Πολυμερούς Μηχανισμού Διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ) διαθέτουν αρχικό κεφάλαιο το οποίο ανέρχεται κατ’ ελάχιστον σε επτακόσιες τριάντα χιλιάδες (730.000) ευρώ.

  3. Κατ’ εξαίρεση της παραγράφου 2 οι επιχειρήσειςεπενδύσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρουπου εκτελούν εντολές πελατών για χρηματοοικονομικάμέσα μπορούν να κατέχουν τέτοια μέσα για ίδιο λογαριασμό, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
    1. η λήψη τέτοιων θέσεων οφείλεται αποκλειστικά στογεγονός ότι η επιχείρηση επενδύσεων δεν είναι ικανήνα εξασφαλίσει την επακριβή κάλυψη των εντολών τωνεπενδυτών,
    2. η συνολική αγοραία αξία αυτών των θέσεων δενυπερβαίνει το 15% του αρχικού κεφαλαίου της επιχείρησης,
    3. η επιχείρηση πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 92 έως 95 και στα άρθρα 387 έως 403του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
    4. οι θέσεις αυτές έχουν συμπτωματικό και προσωρινό χαρακτήρα και είναι αυστηρά περιορισμένες στοδιάστημα που απαιτείται για τη διεκπεραίωση της ενλόγω συναλλαγής.

  4. Η κατοχή θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα για την επένδυση ιδίων κεφαλαίων δεν θεωρείται διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό.


Άρθρο 30


  1. Αρχικό κεφάλαιο τοπικών επιχειρήσεων (άρθρο 30 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Οι τοπικές επιχειρήσεις διαθέτουν αρχικό κεφάλαιο πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ εφόσον απολαμβάνουν του δικαιώματος ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που προβλέπονται στα άρθρα 31 και 33 του ν. 3606/2007.


Άρθρο 31


  1. Για τις εταιρείες της περίπτωσης γ΄ του σημείου 2 τηςπαρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,η κάλυψη λαμβάνει μία από τις ακόλουθες μορφές:
    1. αρχικό κεφάλαιο πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ,
    2. ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης καλύπτουσαολόκληρο το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ισοδύναμη εγγύηση έναντι της ευθύνης από επαγγελματικήαμέλεια, για ποσό ύψους ενός εκατομμυρίου (1.000.000)ευρώ τουλάχιστον ανά απαίτηση και συνολικά ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) ευρώ κατ’έτος για όλες τις απαιτήσεις,
    3. συνδυασμό αρχικού κεφαλαίου και ασφάλισηςεπαγγελματικής ευθύνης με τρόπο που να οδηγεί σεεπίπεδο κάλυψης αντίστοιχο με το προβλεπόμενο στιςπεριπτώσεις α΄ ή β΄.

  2. Αν επιχείρηση της προηγούμενης παραγράφου είναιεπίσης εγγεγραμμένη στο οικείο μητρώο βάσει του π.δ. 190/2006 (Α’ 196) ως ασφαλιστής ή ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της παραγράφου3 του άρθρου 4 του εν λόγω προεδρικού διατάγματος,διαθέτει ως επιπλέον κάλυψη και ένα από τα παρακάτω:
    1. αρχικό κεφάλαιο είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ,
    2. ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης καλύπτουσαολόκληρο το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ισοδύναμη εγγύηση έναντι της ευθύνης από επαγγελματικήαμέλεια, για ποσό πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώτουλάχιστον ανά απαίτηση και συνολικά επτακοσίωνπενήντα χιλιάδων (750.000) ευρώ κατ’ έτος για όλεςτις απαιτήσεις,
    3. συνδυασμό αρχικού κεφαλαίου και ασφάλισηςεπαγγελματικής ευθύνης με τρόπο που να οδηγεί σεεπίπεδο κάλυψης αντίστοιχο με το προβλεπόμενο στιςπεριπτώσεις α΄ ή β΄.


Άρθρο 32


  1. Τα ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων επενδύσεων και των επιχειρήσεων του άρθρου 30 δεν πρέπει να μειωθούν κάτω από τα επίπεδα που ορίζονται στο άρθρο 29 ή στο άρθρο 30 αντίστοιχα.

  2. Τα ίδια κεφάλαια των ανωνύμων εταιρειών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών του άρθρου 31 που διαθέτουν ως κάλυψη αρχικό κεφάλαιο δεν υπολείπονται σε συνεχή βάση του κατά περίπτωση απαιτούμενου ύψους αρχικού κεφαλαίου.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β


Άρθρο 33


  1. Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει στην Ελλάδα, μπορεί να ασκεί τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 σε άλλα κράτη-μέλη, μέσω υποκαταστήματος, εφόσον αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας του και τηρείται η διαδικασία των παραγράφων 2 έως 6.

  2. Το πιστωτικό ίδρυμα που επιθυμεί να ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος-μέλος προβαίνει σε σχετικήγνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος. Η γνωστοποίηση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει:
    1. το κράτος-μέλος στο οποίο πρόκειται να ιδρυθείτο υποκατάστημα,
    2. το πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο αναγράφονται ιδίως το είδος των εργασιών τις οποίες προτίθεται να ασκήσει το υποκατάστημα και η οργανωτικήτου δομή, που καλύπτει και τα συστήματα εσωτερικούελέγχου και διαχείρισης κινδύνων,
    3. τη διεύθυνση του υποκαταστήματος στο κράτοςμέλος υποδοχής, στην οποία μπορεί να ζητούνται έγγραφα και στοιχεία και
    4. τα ονόματα των προσώπων που είναι υπεύθυνα γιατη διεύθυνση του υποκαταστήματος.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος μέσα σε τρεις (3) μήνες από την κοινοποίηση των πληροφοριών και των στοιχείων της προηγούμενης παραγράφου τα κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής και ενημερώνει σχετικά το ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα.

  4. Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί επίσης, στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής το ύψος και τη σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων και το άθροισμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος δυνάμει του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

  5. Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος έχει λόγους να αμφιβάλλει ως προς την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή της οικονομικής κατάστασης του πιστωτικού ιδρύματος που σκοπεύει να ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος-μέλος είτε περιορίζει τις προτεινόμενες δραστηριότητες του εν λόγω υποκαταστήματος είτε αρνείται να κοινοποιήσει στις αρμόδιες αρχές του κράτους υποδοχής τις πληροφορίες των παραγράφων 2 και 4 και γνωστοποιεί τους λόγους στο ενδιαφερόμενο ίδρυμα μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη λήψη όλων των σχετικών πληροφοριών των παραγράφων 2 και 4. Η άρνηση κοινοποίησης ή η παράλειψη απάντησης εντός της προθεσμίας αυτής ισοδυναμεί με άρνηση. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το άρθρο 64.

  6. Αν μεταβληθεί το περιεχόμενο των πληροφοριών που κοινοποιήθηκαν, σύμφωνα με τις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 2, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να κοινοποιήσει εγγράφως τη μεταβολή στην Τράπεζα της Ελλάδος τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν γίνει η μεταβολή αυτή, ώστε η Τράπεζα της Ελλάδος να μπορεί να ενεργήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 και 5.

  7. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η εν γένει διαδικασία για την ίδρυση νέων υποκαταστημάτων στην Ελλάδα από τα πιστωτικά ιδρύματα που εποπτεύονται από αυτή.


Άρθρο 34


  1. Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει σε άλλο κράτοςμέλος, μπορεί να ασκεί τις δραστηριότητες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 μέσω υποκαταστήματος στην Ελλάδα, εφόσον οι δραστηριότητες του υποκαταστήματος αυτού καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος στο κράτος-μέλος προέλευσης και υπό την προϋπόθεση της κοινοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 4 του άρθρου 33, καθώς και αναλυτικών πληροφοριών ως προς το σύστημα εγγύησης καταθέσεων που λειτουργεί στο κράτος-μέλος προέλευσης. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, περισσότερες της μιας μονάδες εκμετάλλευσης, που λειτουργούν στην Ελλάδα, θεωρούνται ως ένα μόνον υποκατάστημα.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος, εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης της προηγούμενης παραγράφου, οργανώνει την εποπτεία του υποκαταστήματος, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στο άρθρο 39 και στα άρθρα 44 έως 49 και, αν το κρίνει αναγκαίο, κοινοποιεί τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι δραστηριότητες του υποκαταστήματος αυτού πρέπει να ασκούνται στην Ελλάδα για λόγους δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με το άρθρο 39.

  3. Το υποκατάστημα μπορεί να εγκατασταθεί και να αρχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα μόλις λάβει σχετική κοινοποίηση της Τράπεζας της Ελλάδος, ή, σε περίπτωση μη απάντησης εκ μέρους της, μόλις λήξει η δίμηνη προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου.

  4. Αν μεταβληθεί το περιεχόμενο των πληροφοριών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 33 ή που αφορούν τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το πιστωτικό ίδρυμα κοινοποιεί εγγράφως αυτήν τη μεταβολή στην Τράπεζα της Ελλάδος, τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν την επέλευσή της, ώστε η Τράπεζα της Ελλάδος να προβεί στις ενέργειες που προβλέπονται στην παράγραφο 2.


Άρθρο 35


  1. Ενημέρωση για απορριπτικές αποφάσεις (άρθρο 37 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΤ για τον αριθμό και το είδος των περιπτώσεων για τις οποίες υπήρξαν απορριπτικές αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 33.


Άρθρο 36


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει για τη χορήγηση άδειας σε πιστωτικά ιδρύματα, που εδρεύουν στην Ελλάδα, προκειμένου να ιδρύσουν υποκατάστημα σε τρίτες χώρες.

  2. Για την ίδρυση και λειτουργία στην Ελλάδα υποκαταστημάτων πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σετρίτη χώρα, η άδεια χορηγείται από την Τράπεζα τηςΕλλάδος με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας και μετην επιφύλαξη των συμφωνιών που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση την παρ. 3 του άρθρου 47 τηςΟδηγίας 2013/36/ΕΕ, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθεςπροϋποθέσεις:
    1. πριν από την έναρξη λειτουργίας του πρώτου υποκαταστήματος υφίσταται προικώο κεφάλαιο, σύμφωναμε την περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου12, που θα επέχει θέση ιδίων κεφαλαίων για τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος στην Ελλάδα. Ταστοιχεία των ιδίων κεφαλαίων του υποκαταστήματοςκαθορίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος,
    2. το πιστωτικό ίδρυμα υποβάλλει τα στοιχεία και τιςπληροφορίες που ζητούνται από την Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου αυτή να διαμορφώσει σαφή εικόναγια τη δραστηριότητά του στο πλαίσιο άσκησης τηςεποπτικής της αρμοδιότητας.

  3. Για την ίδρυση στην Ελλάδα περισσότερων υποκαταστημάτων πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σε τρίτη χώρα εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 33.

  4. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες όταν δεν εκπληρώνονται πλέον οι όροι της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια αυτή, ή συντρέχει οποιοσδήποτε από τους όρους του άρθρου 19 και ιδιαίτερα όταν έχει ανακληθεί η άδεια του πιστωτικού ιδρύματος από τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας.

  5. Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει στην Ελλάδα και επιθυμεί να παρέχει σε τρίτη χώρα, χωρίς εγκατάσταση, μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί την πρόθεσή του αυτή στην Τράπεζα της Ελλάδος.

  6. Το καθεστώς της παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να είναι ευνοϊκότερο από το αντίστοιχο των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν και λειτουργούν σε άλλο κράτος-μέλος και ασκούν δραστηριότητα με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα.

  7. Η κατά το άρθρο αυτό άσκηση δραστηριοτήτων στην Ελλάδα πραγματοποιείται με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 39.

  8. Η Τράπεζα της Ελλάδος:
    1. Εποπτεύει τη ρευστότητα των υποκαταστημάτωνστην Ελλάδα των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουνσε τρίτες χώρες.
    2. Μπορεί να καθορίζει για το σκοπό της παρούσαςπαραγράφου κανόνες γενικής εφαρμογής, με την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά δεν μπορεί να οδηγούν σεευνοϊκότερο καθεστώς σε σχέση με εκείνο των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν στα κράτη-μέλη.
    3. Μπορεί να αίρει, κατά περίπτωση, την υποχρέωση τήρησης ορισμένων ή όλων των προαναφερθέντωνκανόνων, με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμαδεσμεύεται έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος ότι θακαλύπτει διαρκώς με ισοδύναμο τρόπο τις ανάγκεςρευστότητας των υποκαταστημάτων του στην Ελλάδα.

  9. Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει την απαιτούμενη πληροφόρηση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του παρόντος νόμου.


Άρθρο 37


  1. Ενημέρωση για άδειες υποκαταστημάτων τρίτων χωρών (άρθρο 47 (2) της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΑΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών για κάθε χορηγούμενη άδεια λειτουργίας υποκαταστήματος πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σε τρίτη χώρα.


Άρθρο 38


  1. Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει στην Ελλάδα και επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες για πρώτη φορά σε άλλο κράτος-μέλος χωρίς να εγκατασταθεί σε αυτό, γνωστοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος εκείνες από τις δραστηριότητες, που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11, τις οποίες προτίθεται να ασκήσει.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής τη γνωστοποίηση της προηγούμενης παραγράφου μέσα σε προθεσμία ενός (1) μήνα από την παραλαβή της.

  3. Για την παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα από πιστωτικό ίδρυμα άλλου κράτους-μέλους για πρώτη φορά πρέπει προηγουμένως να έχει κοινοποιηθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης του πιστωτικού ιδρύματος η αντίστοιχη γνωστοποίηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

  4. Η κατά το παρόν άρθρο άσκηση δραστηριοτήτων στην Ελλάδα επιτρέπεται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 39.


Άρθρο 39


  1. Τα πιστωτικά ιδρύματα και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη ή σε τρίτες χώρες και ασκούν δραστηριότητες του καταλόγου της παραγράφου 1 του άρθρου 11 είτε μέσω υποκαταστημάτων είτε μέσω παροχής υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα, επιτρέπεται να ασκούν τις δραστηριότητες αυτές με τον ίδιο τρόπο που τις ασκούν στη χώρα προέλευσής τους, εφόσον δεν παραβιάζουν διατάξεις, οι οποίες, στο πλαίσιο της νομοθεσίας περί πιστωτικών ιδρυμάτων, κεφαλαιαγοράς, καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και προστασίας του καταναλωτή, αποβλέπουν στην προστασία των επενδυτών και καταναλωτών τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών ή άλλες διατάξεις δημοσίου συμφέροντος.

  2. Τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα της παραγράφου 1 επιτρέπεται να διαφημίζουν τις υπηρεσίες που παρέχουν, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, που διέπουν τον τύπο και το περιεχόμενο της εν λόγω διαφήμισης με σκοπό την ορθή και επαρκή πληροφόρηση του κοινού.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της για τον έλεγχο της διαφάνειας των διαδικασιών και των όρων συναλλαγών των εποπτευόμενων από αυτήν προσώπων, μπορεί να απαιτεί την προσαρμογή του περιεχομένου των διαφημίσεών τους.


Άρθρο 40


  1. Ίδρυση Γραφείων Αντιπροσωπείας πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει με αποφάσεις της τις δραστηριότητες, τους όρους και τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Γραφείων Αντιπροσωπείας πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα, καθώς και κάθε ζήτημα που αφορά την ανάκληση της άδειάς τους, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων για την ίδρυση και λειτουργία υποκαταστημάτων.


Άρθρο 41


  1. Χρηματοδοτικό ίδρυμα, που εδρεύει σε άλλο κράτος-μέλος και είναι θυγατρική ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων, επιτρέπεται να ασκεί στην Ελλάδαοποιαδήποτε από τις δραστηριότητες της παραγράφου1 του άρθρου 11 είτε μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος στην Ελλάδα είτε με τη μορφή παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 34 καιτης παραγράφου 3 του άρθρου 38 και υπό τους όρουςκαι τις προϋποθέσεις των άρθρων 33, 38, 39 και 44 έως49, εφόσον το καταστατικό του επιτρέπει την άσκησητων δραστηριοτήτων αυτών και επιπλέον πληρούνταισωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:
    1. η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσειςέχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματαστο κράτος-μέλος στο οποίο εδρεύει το χρηματοδοτικόίδρυμα,
    2. οι ανωτέρω δραστηριότητες ασκούνται πράγματιαπό το χρηματοδοτικό ίδρυμα στο εν λόγω κράτοςμέλος,
    3. η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσειςκατέχουν τουλάχιστον το 90% των δικαιωμάτων ψήφουπου απορρέουν από την κατοχή μετοχών ή μεριδίωντου χρηματοδοτικού ιδρύματος,
    4. η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσειςαποδεικνύουν ότι η διαχείριση του χρηματοδοτικούιδρύματος ασκείται με σύνεση και, μετά από προηγούμενη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών του κράτουςμέλους προέλευσης, δηλώνουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ότι ευθύνονται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσειςπου αναλαμβάνει το χρηματοδοτικό ίδρυμα,
    5. το χρηματοδοτικό ίδρυμα υπάγεται, ιδίως ως προςτις εν λόγω δραστηριότητες, στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην οποία υπόκειται η μητρική τουεπιχείρηση ή καθεμία από τις μητρικές του επιχειρήσεις,σύμφωνα με τα άρθρα 104 έως 120 και τα άρθρα 11 έως24 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ιδίως σε σχέσημε τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στοάρθρο 92 του εν λόγω Κανονισμού, για τον έλεγχο τωνμεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που προβλέπεταιστα άρθρα 387 έως 403 του εν λόγω Κανονισμού καιγια τον περιορισμό των συμμετοχών που προβλέπεταιστα άρθρα 89 και 90 του εν λόγω Κανονισμού.

    1. Η εκπλήρωση των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 επιβεβαιώνεται από τις αρμόδιες αρχές τουκράτους-μέλους προέλευσης, οι οποίες χορηγούν στοχρηματοδοτικό ίδρυμα σχετικό πιστοποιητικό που επισυνάπτεται στις γνωστοποιήσεις που υποβάλλονταισύμφωνα με την παράγραφο 1. Οι εν λόγω αρμόδιεςαρχές ενημερώνουν επίσης, την Τράπεζα της Ελλάδος,με βάση τη διαδικασία του άρθρου 34 και του άρθρου38, για την παύση της ισχύος οποιασδήποτε από τιςπροϋποθέσεις της παραγράφου 1, καθώς επίσης και γιατο ύψος και τη σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος και το συνολικό ποσό έκθεσηςσε κίνδυνο που υπολογίζονται κατά τις παραγράφους 3και 4 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013του πιστωτικού ιδρύματος που αποτελεί τη μητρικήτου επιχείρηση.
    2. Αν παύσει να ισχύει οποιαδήποτε από τις ανωτέρω προϋποθέσεις, η δυνατότητα και οι όροι υπό τουςοποίους το χρηματοδοτικό ίδρυμα θα συνεχίσει ναασκεί τις δραστηριότητές του καθορίζονται σύμφωναμε την ισχύουσα στην Ελλάδα νομοθεσία.

  2. Οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και στις θυγατρικές επιχειρήσεις χρηματοδοτικού ιδρύματος, εφόσον αυτές οι θυγατρικές είναι επίσης χρηματοδοτικά ιδρύματα.


Άρθρο 42


  1. Τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν στηνΕλλάδα και εποπτεύονται, σύμφωνα με την ισχύουσανομοθεσία, από την Τράπεζα της Ελλάδος ιδίως όσοναφορά την τήρηση ελάχιστου ύψους ιδίων κεφαλαίων, την απόκτηση «ειδικών συμμετοχών» στο κεφάλαιό τους, την υιοθέτηση άρτιου και αποτελεσματικούπλαισίου διακυβέρνησης, με ανάλογη εφαρμογή τωνδιατάξεων για τα πιστωτικά ιδρύματα, με βάση τονπαρόντα νόμο, επιτρέπεται να ασκούν τις δραστηριότητές τους σε άλλο κράτος-μέλος είτε μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος είτε με τη μορφή παροχήςυπηρεσιών, εφόσον:
    1. Συντρέχουν, με ανάλογη εφαρμογή των σχετικώνδιατάξεων, οι ειδικότερες προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 41. Ειδικότερα, για την ανάλογη εφαρμογή της διάταξης της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου1 του άρθρου 41 απαιτείται προηγούμενη συγκατάθεσητης Τράπεζας της Ελλάδος για την ανάληψη από ταπιστωτικά ιδρύματα, που αποτελούν τη μητρική ή τιςμητρικές επιχειρήσεις του χρηματοδοτικού ιδρύματος,της ευθύνης για την κάλυψη του συνόλου των υποχρεώσεων που αυτό αναλαμβάνει.
    2. Τα χρηματοδοτικά ιδρύματα γνωστοποιούν στηνΤράπεζα της Ελλάδος τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 33, προκειμένου περί εγκατάστασης μέσω υποκαταστήματοςή το είδος της δραστηριότητας που προτίθενται ναασκήσουν για πρώτη φορά, στο συγκεκριμένο κράτοςμέλος, προκειμένου περί παροχής υπηρεσιών χωρίςεγκατάσταση.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος επαληθεύει τη συνδρομήτων προϋποθέσεων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 και χορηγεί στα χρηματοδοτικά ιδρύματα πιστοποιητικό, στο οποίο επισυνάπτονται:
    1. οι πληροφορίεςτης περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 και
    2. η κοινοποίηση του ύψους και της σύνθεσης των ιδίων κεφαλαίωντου χρηματοδοτικού ιδρύματος και το συνολικό πόσοέκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζονται κατά τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ)αριθ. 575/2013 του πιστωτικού ιδρύματος που αποτελείτη μητρική του επιχείρηση. Όσον αφορά τη γνωστοποίηση της απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος στοχρηματοδοτικό ίδρυμα, τη διαδικασία εγκατάστασηςκαι τη μεταβολή των πληροφοριών της περίπτωσης β΄της παραγράφου 1 εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 3, 5 και 6 του άρθρου 33 και τηςπαραγράφου 2 του άρθρου 38.

  3. Αν παύσει να ισχύει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους ή των κρατών-μελών, στα οποία το χρηματοδοτικό ίδρυμα ασκεί τις δραστηριότητές του και η δραστηριότητα που ασκεί υπόκειται στο εξής στη νομοθεσία του κράτους-μέλους υποδοχής.

  4. Για την εποπτεία των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 53, της παραγράφου 1 του άρθρου 50 και 54.


Άρθρο 43


  1. Χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε τρίτη χώρα ή σε άλλο κράτος-μέλος, αλλά δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 41, επιτρέπεται να παρέχουν στην Ελλάδα τις υπηρεσίες των περιπτώσεων β΄ έως στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 11, μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος μετά από άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί:
    1. να καθορίζει, κατά περίπτωση, τα απαιτούμεναστοιχεία, τους όρους και προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, στο οποίο περιλαμβάνεταιτο ελάχιστο ύψος του ποσού που επέχει θέση ιδίωνκεφαλαίων για την εγκατάσταση του χρηματοδοτικούιδρύματος στην Ελλάδα,
    2. να καθορίζει ειδικότερους εποπτικούς κανόνες ήπροϋποθέσεις, κατά περίπτωση, για την άσκηση τηςδραστηριότητάς του στην Ελλάδα, με τήρηση του ισχύοντος εποπτικού πλαισίου στη χώρα έδρας,
    3. να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας και να λαμβάνει μέτρα ή να επιβάλει με απόφασή της κυρώσεις,αντιστοίχως, προς τα ισχύοντα για τα χρηματοδοτικάιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα.

  3. Κάθε χρηματοδοτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα και εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί σε αυτήν εκείνες από τις δραστηριότητες των περιπτώσεων β΄ έως στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 11, που προτίθεται να παρέχει με ή χωρίς εγκατάσταση σε τρίτη χώρα, καθώς και τις πληροφορίες της παραγράφου 2 του άρθρου 33 στην περίπτωση εγκατάστασης υποκαταστήματος. Για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος αλλά δεν εμπίπτουν στο άρθρο 42 η εν λόγω υποχρέωση γνωστοποίησης ισχύει και για την παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος-μέλος. Στις παραπάνω περιπτώσεις η Τράπεζα της Ελλάδος διατηρεί το δικαίωμα να αντιτάσσεται στην παροχή των υπηρεσιών στην αλλοδαπή μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη λήψη όλων των σχετικών πληροφοριών της παρούσας παραγράφου.

  4. Κάθε άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος που παρέχεται, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, χορηγείται με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας και υπό την επιφύλαξη των συμφωνιών που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση την παράγραφο 3 του άρθρου 47 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

  5. Το καθεστώς της παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες δεν είναι σε καμία περίπτωση ευνοϊκότερο από το αντίστοιχο των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε κράτος-μέλος και ασκούν δραστηριότητα στην Ελλάδα.

  6. Για την άσκηση δραστηριοτήτων στην Ελλάδα ισχύει αναλόγως το άρθρο 39.


Άρθρο 44


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαιτεί για στατιστικούς λόγους την υποβολή περιοδικών αναφορών για τις δραστηριότητες που πραγματοποιούν στην Ελλάδα τα υποκαταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη ή τρίτες χώρες.

  2. Οι αναφορές αυτές ζητούνται μόνον για ενημερωτικούς ή στατιστικούς σκοπούς, προς εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 52, ή για σκοπούς εποπτείας σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 44 έως 49. Υπόκεινται στην τήρηση απαιτήσεων επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 54.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί συγκεκριμένα να απαιτεί πληροφορίες από τα πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 προκειμένου να είναι σε θέση να αξιολογήσει κατά πόσον ένα υποκατάστημα είναι σημαντικό, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 52.


Άρθρο 45


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον διαπιστώσει μεβάση πληροφορίες που λαμβάνει από τις αρμόδιεςαρχές του κράτους-μέλους προέλευσης, δυνάμει τουάρθρου 51, ότι για ένα πιστωτικό ίδρυμα με έδρα σεάλλο κράτος-μέλος που διαθέτει υποκατάστημα στηνΕλλάδα ή παρέχει υπηρεσίες στο έδαφός της, συντρέχειμία εκ των ακόλουθων περιστάσεων σε σχέση με τιςδραστηριότητές του στην Ελλάδα, ενημερώνει σχετικάτις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης:
    1. το πιστωτικό ίδρυμα δεν συμμορφώνεται με τιςδιατάξεις του παρόντος νόμου ή τον Κανονισμό (ΕΕ)αριθ. 575/2013,
    2. υπάρχει σοβαρός κίνδυνος το πιστωτικό ίδρυμα ναμην συμμορφωθεί με τις διατάξεις του παρόντος νόμουή τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

  2. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης λαμβάνουν αμελλητί όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα θα λάβει μέτρα για την αντιμετώπιση της μη συμμόρφωσής του ή την αποτροπή του κινδύνου μη συμμόρφωσης. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης γνωστοποιούν τα εν λόγω μέτρα χωρίς καθυστέρηση στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής.

  3. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στις περιπτώσεις που η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργεί υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους-μέλους προέλευσης πιστωτικού ιδρύματος με υποκατάστημα σε άλλο κράτοςμέλος ή πιστωτικού ιδρύματος που παρέχει υπηρεσίες σε άλλο κράτος-μέλος.

  4. Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής θεωρεί ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης δεν εκπληρώνουν ή δεν θα εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της παραγράφου 2, μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Εάν ενεργήσει η ΕΑΤ σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, λαμβάνει οποιαδήποτε απόφαση δυνάμει την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισμού εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών. Η ΕΑΤ μπορεί επίσης να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στην επίτευξη συμφωνίας με δική της πρωτοβουλία, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισμού.


Άρθρο 46


  1. Πριν ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 45, η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής μπορεί, σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, ενόσω εκκρεμεί η λήψη μέτρων από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης ή μέτρων εξυγίανσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ, να λαμβάνει τα αναγκαία προληπτικά μέτρα για προστασία από ενδεχόμενη χρηματοοικονομική αστάθεια που πιθανώς θα απειλούσε σοβαρά τα συλλογικά συμφέροντα των καταθετών, των επενδυτών και των πελατών στο κράτος-μέλος υποδοχής.

  2. Τα προληπτικά μέτρα της παραγράφου 1 είναι αναλογικά προς το σκοπό προστασίας από ενδεχόμενη χρηματοοικονομική αστάθεια που πιθανώς θα απειλούσε σοβαρά τα συλλογικά συμφέροντα των καταθετών, των επενδυτών και των πελατών στο κράτος-μέλος υποδοχής. Σε αυτά τα προληπτικά μέτρα μπορεί να περιλαμβάνεται η αναστολή πληρωμών. Τα εν λόγω μέτρα δεν πρέπει να οδηγούν σε προνομιακή μεταχείριση των πιστωτών του πιστωτικού ιδρύματος στην Ελλάδα έναντι των πιστωτών του σε άλλα κράτη-μέλη.

  3. Τα προληπτικά μέτρα που ελήφθησαν με βάση την παράγραφο 1 παύουν να ισχύουν μόλις οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης λάβουν μέτρα εξυγίανσης δυνάμει του άρθρου 3 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ.

  4. Η Τράπεζα της Ελλάδος αίρει τα προληπτικά μέτρα μόλις κρίνει ότι τα εν λόγω μέτρα έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου βάσει του άρθρου 45, εκτός εάν παύσουν να ισχύουν σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο.

  5. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ΕΑΤ και οι αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών ενημερώνονται αμελλητί για τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

  6. Αν η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή κράτους-μέλους προέλευσης έχει αντιρρήσεις ως προς τα μέτρα που ελήφθησαν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής, μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Αν ενεργήσει η ΕΑΤ σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, λαμβάνει οποιαδήποτε απόφαση δυνάμει της παραγράφου 3 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισμού εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών. Η ΕΑΤ μπορεί επίσης να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στην επίτευξη συμφωνίας με δική της πρωτοβουλία σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισμού.


Άρθρο 47


  1. Εξουσίες των κρατών-μελών υποδοχής (άρθρο 44 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Εάν το πιστωτικό ίδρυμα, παρά τη λήψη των μέτρων του άρθρου 45 από τις αρμόδιες αρχές του κράτουςμέλους προέλευσης ή λόγω ακαταλληλότητας των μέτρων αυτών ή διότι δεν ελήφθησαν καθόλου τέτοια μέτρα εξακολουθεί να παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος, η Τράπεζα της Ελλάδος, αφού ενημερώσει προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους προέλευσης, λαμβάνει προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα ή επιβάλλει με απόφασή της κυρώσεις, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Εφόσον κρίνει τούτο απαραίτητο, απαγορεύει στο πιστωτικό ίδρυμα να διενεργεί νέες πράξεις στην Ελλάδα.


Άρθρο 48


  1. Μέτρα για την ανάκληση άδειας λειτουργίας (άρθρο 45 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Αν ανακληθεί η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος με έδρα την Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης ενημερώνει αμελλητί τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής. Εφόσον τη γνωστοποίηση του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνει η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής, λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εμποδίσει το πιστωτικό ίδρυμα του οποίου η άδεια ανακλήθηκε από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης να διενεργεί νέες πράξεις στην Ελλάδα και να διασφαλίσει τα συμφέροντα των καταθετών, των επενδυτών ή άλλων προσώπων στα οποία παρέχονται υπηρεσίες.


Άρθρο 49


  1. Αιτιολόγηση και κοινοποίηση (άρθρο 42 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Κάθε μέτρο που λαμβάνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 45 ή των άρθρων 46 και 47 και αφορά σε επιβολή κυρώσεων ή περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή στην εγκατάσταση πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένο και να κοινοποιείται στο ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ


Άρθρο 50


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η αρμόδια αρχή άλλου κράτους-μέλους υπό την ιδιότητά της ως αρμοδίας κατά περίπτωση αρχής του κράτους-μέλους προέλευσης ιδρύματος ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχείρησης του άρθρου 31 του παρόντος νόμου ασκεί την προληπτική εποπτεία επ’ αυτού, περιλαμβανομένων των δραστηριοτήτων του στην αλλοδαπή, βάσει των άρθρων 33, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 38 και 42 του παρόντος νόμου ή των άρθρων 33 και 34 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή των άρθρων 31 και 33 του ν. 3606/2007 ή των άρθρων 31 και 32 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ. Η άσκηση της αρμοδιότητας του προηγούμενου εδαφίου δεν επηρεάζει την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου ή της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή του ν. 3606/2007 ή της Οδηγίας 2004/39/ ΕΚ αρμοδιότητες του κράτους-μέλους υποδοχής.

  2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν θίγουν τις αρμοδιότητες άσκησης εποπτείας σε ενοποιημένη βάση.

  3. Τα μέτρα που λαμβάνονται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της ως αρμόδιας αρχής κράτους - μέλους υποδοχής δεν πρέπει να συνιστούν διακριτική ή περιοριστική μεταχείριση εξαιτίας του γεγονότος ότι οι επιχειρήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος.


Άρθρο 51


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών όπου εδρεύουν οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 50, οι οποίες υπόκεινται στην εποπτεία τους και διατηρούν υποκαταστήματα στην Ελλάδα, καθώς και με τις αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών στα οποία πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα με έδρα στην Ελλάδα διατηρούν υποκαταστήματα. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανταλλάσσει με τις εν λόγω αρμόδιες αρχές όλες τις πληροφορίες αναφορικά με τη διοίκηση, τη διαχείριση και την ιδιοκτησία αυτών των επιχειρήσεων οι οποίες μπορεί να διευκολύνουν την ασκούμενη εποπτεία, την εξέταση ως προς την εκπλήρωση των όρων υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας αυτών, καθώς και όλες τις πληροφορίες που μπορούν να διευκολύνουν την εποπτεία τους ιδίως όσον αφορά τη ρευστότητα, τη φερεγγυότητα, την εγγύηση των καταθέσεων, τη συγκέντρωση κινδύνων, άλλους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν το συστημικό κίνδυνο που αντιπροσωπεύουν αυτές, τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και το σύστημα εσωτερικού ελέγχου.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης κοινοποιεί αμελλητί στις αρμόδιες αρχές των κρατώνμελών υποδοχής κάθε πληροφορία ή διαπίστωση που αφορά την εποπτεία της ρευστότητας, σύμφωνα με τα άρθρα 411 έως 428 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τα άρθρα 104 έως 120 του παρόντος νόμου, των δραστηριοτήτων που ασκούνται από το ίδρυμα μέσω των υποκαταστημάτων του, στο βαθμό που οι πληροφορίες και οι διαπιστώσεις αυτές είναι σχετικές με την προστασία των καταθετών ή των επενδυτών στο κράτος-μέλος υποδοχής.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης ενημερώνει αμέσως τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών-μελών υποδοχής σε περίπτωση που εκδηλώνεται ή πιθανολογείται ευλόγως να προκύψει σοβαρή πίεση ρευστότητας. Στην ενημέρωση αυτή περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με το σχέδιο ανάκαμψης και την εφαρμογή του, καθώς και σχετικά με τα προληπτικά εποπτικά μέτρα που ενδεχομένως λαμβάνονται σε αυτό το πλαίσιο.

  4. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης κοινοποιεί και εξηγεί στις αρμόδιες αρχές του κράτουςμέλους υποδοχής, εφόσον ζητηθεί, την προσέγγιση βάσει της οποίας ελήφθησαν υπόψη οι κοινοποιηθείσες πληροφορίες και διαπιστώσεις. Αν η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης διαφωνεί με τα μέτρα που πρόκειται να ληφθούν από τις αρμόδιες αρχές κράτουςμέλους υποδοχής, μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

  5. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής δικαιούται να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης τις πληροφορίες των ανωτέρω παραγράφων. Αν μετά τη διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών και των διαπιστώσεων συνεχίζει να θεωρεί ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης δεν έχουν λάβει κατάλληλα μέτρα, μπορεί, αφού πρώτα ενημερώσει αυτές και την ΕΑΤ, να λάβει κατάλληλα μέτρα προκειμένου να προληφθούν περαιτέρω παραβάσεις, να προστατευθούν τα συμφέροντα των καταθετών, των επενδυτών και των λοιπών συναλλασσομένων, και να προστατευθεί η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

  6. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να παραπέμπει στην ΕΑΤ περιπτώσεις στις οποίες αίτημα αυτής για συνεργασία και ιδίως αίτημα για ανταλλαγή πληροφοριών απορρίφθηκε ή δεν διεκπεραιώθηκε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.


Άρθρο 52


    1. α) Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχήςμπορεί να υποβάλει αίτημα προς την αρχή ενοποιημένηεποπτείας στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται η παράγραφος 1 του άρθρου 105 ή προς τις αρμόδιες αρχέςτου κράτους-μέλους προέλευσης ώστε να θεωρηθείσημαντικό το εγκατεστημένο στην Ελλάδα υποκατάστημα ιδρύματος. Από την εφαρμογή του προηγούμενουεδαφίου εξαιρούνται οι επιχειρήσεις επενδύσεων τουάρθρου 95 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
    2. Στο παραπάνω αίτημα εκτίθενται οι λόγοι για τουςοποίους το υποκατάστημα πρέπει να θεωρηθεί σημαντικό, αναφορικά ιδίως με τις εξής παραμέτρους:αα) αν το μερίδιο αγοράς του υποκαταστήματος ωςπρος τις καταθέσεις στην Ελλάδα υπερβαίνει ποσοστό2%,ββ) τις πιθανές επιπτώσεις από την αναστολή ή τηνπαύση των εργασιών του ιδρύματος στη συστημική ρευστότητα και στα συστήματα πληρωμών, διακανονισμούκαι εκκαθάρισης στην Ελλάδα,γ
    3. το μέγεθος και τη σημασία του υποκαταστήματοςστο ελληνικό τραπεζικό ή χρηματοοικονομικό σύστημαμε βάση τον αριθμό των πελατών του.γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτουςμέλους υποδοχής καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθειασε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης, καθώς και με την αρχή ενοποιημένηςεποπτείας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόζεται η παράγραφος 1 του άρθρου 105, προκειμένου νααποφασίσουν από κοινού ως προς το χαρακτηρισμόενός υποκαταστήματος ως σημαντικού.
    4. Αν εντός δύο (2) μηνών από την παραλαβή τουαιτήματος της περίπτωσης α΄ δεν επιτευχθεί κοινήαπόφαση, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εφόσον ενεργεί ως αρμόδια αρχή τουκράτους-μέλους υποδοχής, λαμβάνει μονομερώς τησχετική απόφαση εντός νέου χρονικού διαστήματοςδύο (2) μηνών από τη λήξη της προηγούμενης δίμηνηςπροθεσμίας. Κατά τη λήψη της εν λόγω απόφασης λαμβάνονται υπόψη η άποψη και οι τυχόν επιφυλάξεις τηςαρχής ενοποιημένης εποπτείας ή των αρμόδιων αρχώντου κράτους-μέλους προέλευσης.
    5. Οι αποφάσεις που αναφέρονται στις περιπτώσειςγ΄ και δ΄ της παρούσας παραγράφου διατυπώνονταιεγγράφως με πλήρη αιτιολόγηση και διαβιβάζονται στιςεμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές. Οι αποφάσεις αυτέςαναγνωρίζονται και εφαρμόζονται από τις αρμόδιεςαρχές των εμπλεκόμενων κρατών-μελών.
    6. Ο χαρακτηρισμός ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες των αρμόδιων αρχών όπως καθορίζονται απότον παρόντα νόμο και την Οδηγία 2013/36/ΕΕ.

  1. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου 1 εφαρμόζονται αναλόγως στις περιπτώσεις που η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενεργεί υπό την ιδιότητα της αρχής ενοποιημένης εποπτείας ή της αρμόδιας αρχής του κράτους-μέλους προέλευσης ιδρύματος με υποκατάστημα σε άλλο κράτος-μέλος.

    1. α) Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλουςυποδοχής, όπου είναι εγκατεστημένο σημαντικό υποκατάστημα ιδρύματος, τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ΄ και δ΄ της παραγράφου 3 τουάρθρου 110 και εκτελεί τα καθήκοντα που αναφέρονταιστην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 105σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτουςμέλους υποδοχής.
    2. Αν η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης αντιληφθεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, υπότην έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 107, ειδοποιείαμελλητί το ΕΣΣΚ και τις αρχές που αναφέρονται στιςυποπεριπτώσεις αα΄ και δδ΄ της περίπτωσης α΄ και στηνυποπερίπτωση αα΄ της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου6 του άρθρου 54, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων αρχών των εμπλεκομένων κρατών-μελών.
    3. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσηςδιαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλουςυποδοχής, όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα ιδρυμάτων τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την αξιολόγηση των κινδύνων των ιδρυμάτωνστα οποία ανήκουν τα εν λόγω υποκαταστήματα κατάτα προβλεπόμενα στο άρθρο 89 και, κατά περίπτωση,στην παράγραφο 2 του άρθρου 106. Επίσης διαβιβάζειστις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής τιςαποφάσεις που λαμβάνονται με βάση τα άρθρα 96 και98 στο βαθμό που οι εν λόγω εκτιμήσεις και αποφάσειςαφορούν τα συγκεκριμένα υποκαταστήματα.
    4. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσηςδιαβουλεύεται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής, όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικάυποκαταστήματα, αναφορικά με τις κατά τις παραγράφους 14 και 15 του άρθρου 78 απαιτούμενες ενέργειες,εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο εν σχέσει με τουςκινδύνους ρευστότητας στο νόμισμα του κράτους-μέλους υποδοχής.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους-μέλους υποδοχής έχει τα αντίστοιχα δικαιώματα και καθήκοντα που προβλέπονται στην παράγραφο 3.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης δεν διαβουλεύθηκαν με αυτή ή εάν μετά τη διαβούλευση εκείνη έχει σχηματίσει τη θέση ότι οι απαιτούμενες ενέργειες βάσει της παραγράφου 14 του άρθρου 78 δεν είναι οι προσήκουσες.

    1. α) Στις περιπτώσεις για τις οποίες δεν εφαρμόζεταιτο άρθρο 109, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η ΕπιτροπήΚεφαλαιαγοράς ενεργώντας ως αρμόδια αρχή για τηνεποπτεία ιδρύματος με σημαντικά υποκαταστήματα σεάλλα κράτη-μέλη συστήνει σώμα εποπτών υπό την προεδρία της, προκειμένου να διευκολύνει τη συνεργασίαπου προβλέπεται στην παράγραφο 3 του παρόντοςάρθρου και στο άρθρο 51. Οι διατυπώσεις για τη σύσταση και λειτουργία του σώματος εποπτών καταρτίζονται εγγράφως από την Τράπεζα της Ελλάδος ή τηνΕπιτροπή Κεφαλαιαγοράς, μετά από διαβούλευση μετις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές. Στο πλαίσιο αυτόλαμβάνεται απόφαση σχετικά με τις αρμόδιες αρχές οιοποίες συμμετέχουν στις συνεδριάσεις ή τις δραστηριότητες του σώματος εποπτών.
    2. Η ανωτέρω απόφαση λαμβάνει υπόψη τη σημασίατην οποία έχει για τις λοιπές εμπλεκόμενες αρχές ηεπιδιωκόμενη εποπτική δράση και ιδίως τις ενδεχόμενεςεπιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικούσυστήματος στα εμπλεκόμενα κράτη-μέλη, σύμφωναμε το άρθρο 7, καθώς και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.
    3. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσηςενημερώνει εκ των προτέρων με πληρότητα όλα ταμέλη του σώματος εποπτών σχετικά με την οργάνωση των συνεδριάσεων και τα προς εξέταση ζητήματα.Ενημερώνει, επίσης, εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλητου σώματος εποπτών αναφορικά με τις δράσεις ή ταμέτρα που αποφασίζονται στο πλαίσιο των εν λόγωσυνεδριάσεων.

  4. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής μετέχει στις εργασίες των σωμάτων προηγούμενης παραγράφου.


Άρθρο 53


  1. Μετά από προηγούμενη σχετική ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδιας αρχής κράτους-μέλους υποδοχής επιτρέπεται στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών που έχουν χορηγήσει άδεια λειτουργίας και εποπτεύουν ίδρυμα, το οποίο παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος, στο πλαίσιο των διατάξεων του παρόντος νόμου, να προβαίνουν είτε οι ίδιες είτε μέσω εξουσιοδοτημένων από αυτές προσώπων σε επιτόπιο έλεγχο για επαλήθευση της ακρίβειας των στοιχείων και πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 51 και σε επιθεωρήσεις των εν λόγω υποκαταστημάτων. Η κοινοποίηση των εν λόγω πληροφοριών επιτρέπεται κατά τους όρους του άρθρου 54 του παρόντος νόμου και των άρθρων 63 και 67 του ν. 3606/2007.

  2. Τα δικαιώματα της ανωτέρω παραγράφου μπορεί να ασκούνται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδιας αρχής του κράτουςμέλους προέλευσης.

  3. Για τον επιτόπιο έλεγχο των υποκαταστημάτων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, μπορεί, επίσης, να ακολουθηθεί μια από τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 111.

  4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν το δικαίωμα της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπό την ιδιότητα της εποπτικής αρχής του κράτους-μέλους υποδοχής να διενεργεί, προς το σκοπό εποπτείας και σταθερότητας του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος ενός ιδρύματος στην Ελλάδα και να απαιτεί πληροφόρηση σχετικά με τις δραστηριότητές του. Πριν από τη διενέργεια των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβουλεύεται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης. Μετά από τη διενέργεια των ελέγχων και των επιθεωρήσεων η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης τις πληροφορίες και τα ευρήματα που είναι σημαντικά για την αξιολόγηση κινδύνου του ιδρύματος ή για τη σταθερότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

  5. Αντίστοιχα, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες και τα ευρήματα που διαβιβάζονται σε αυτή από τις αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών υποδοχής υποκαταστημάτων ιδρυμάτων, κατά τον προσδιορισμό του προγράμματος εποπτικής εξέτασης του άρθρου 91 του παρόντος νόμου, όπως επίσης τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος του κράτους-μέλους υποδοχής.

  6. Οι επιτόπιοι έλεγχοι και οι επιθεωρήσεις των υποκαταστημάτων διεξάγονται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους-μέλους στο οποίο διεξάγεται ο έλεγχος ή η επιθεώρηση.

  7. Κατά τη διενέργεια ελέγχων από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών, δυνάμει του παρόντος νόμου και της εν γένει ισχύουσας νομοθεσίας για την άσκηση της εποπτείας των ιδρυμάτων, τα υποκείμενα στους ελέγχους αυτούς πρόσωπα δεν δικαιούνται να επικαλεσθούν το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων ή άλλο απόρρητο έναντι των αρμόδιων αρχών ή των εξουσιοδοτημένων από αυτές για τη διενέργεια του ελέγχου προσώπων.


Άρθρο 54


  1. Τα πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος και οι εντεταλμένοι από την Τράπεζα της Ελλάδος ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο Ποινικό Δίκαιο και την Ποινική Δικονομία, καθώς και των διατάξεων του ν. 3691/2008, όπως ισχύει, καμία από τις εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους σε σχέση με τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος δεν επιτρέπεται να γνωστοποιείται σε κανένα απολύτως πρόσωπο ή δημόσια αρχή, παρά μόνο με συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ώστε να μην προκύπτει η ταυτότητα του συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος. Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος, δεν αποκλείεται για τα παραπάνω πρόσωπα η ανακοίνωση, στο πλαίσιο των διαδικασιών ιδιωτικού δικαίου, εμπιστευτικών πληροφοριών που δεν αφορούν σε τρίτους που αναμείχθηκαν στις διαδικασίες διάσωσης καθ’ οιονδήποτε τρόπο του πιστωτικού ιδρύματος. Ανακοίνωση εμπιστευτικών πληροφοριών επιτρέπεται και σε εκπλήρωση ανειλημμένων υποχρεώσεων βάσει του Προγράμματος Οικονομικής Στήριξης της ελληνικής οικονομίας.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος επιτρέπεται να δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 92 του παρόντος νόμου ή το άρθρο 32 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ή να κοινοποιεί τα αποτελέσματα προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων στην ΕΑΤ με σκοπό τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων ανά την Ευρωπαϊκή Ένωση από την ΕΑΤ.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανταλλάσσει με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των άλλων κρατώνμελών ή να διαβιβάζει προς το ΕΣΣΚ, την ΕΑΤ ή την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (εφεξής ΕΑΚΑΑ), που συστάθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (EE L 331), πληροφορίες που σχετίζονται με τις αρμοδιότητές της κατά τον παρόντα νόμο, κατά τον Κανονισμό αριθ. 575/2013, κατά τη νομοθεσία μεταφοράς Οδηγιών της Ένωσης με αντικείμενο τα πιστωτικά ιδρύματα, κατά το άρθρο 15 του Κανονισμού αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, κατά τα άρθρα 31, 35 και 36 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και κατά τα άρθρα 31 και 36 του Κανονισμού αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Αυτές οι πληροφορίες υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο της παραγράφου 1 που σύμφωνα με τις σχετικές ενωσιακές διατάξεις εφαρμόζεται και για τις αρμόδιες αρχές και δεν κοινοποιούνται περαιτέρω χωρίς τη συγκατάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία χορηγείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

  4. Η Τράπεζα της Ελλάδος χρησιμοποιεί τις κατά τιςδιατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος άρθρου πληροφορίες κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτωντης για τους ακόλουθους σκοπούς:
    1. την άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας τωνασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία,
    2. τον έλεγχο συνδρομής των όρων ανάληψης καιάσκησης δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος,
    3. τη διευκόλυνση της εποπτείας, σε ατομική και σεενοποιημένη βάση, ιδιαίτερα όσον αφορά τον έλεγχοτης ρευστότητας, της φερεγγυότητας, της συγκέντρωσης πιστωτικών κινδύνων και της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και των μηχανισμών εσωτερικούελέγχου, όπως επίσης και για την επιβολή κυρώσεωνή και στο πλαίσιο διοικητικών ή δικαστικών διαφορώνπου σχετίζονται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων της,καθώς και στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της σχετικά με την άσκηση νομισματικής πολιτικής εντός τουΕυρωσυστήματος και την επίβλεψη των συστημάτωνπληρωμών και
    4. στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουνκινηθεί εναντίον αποφάσεων αυτής ή δυνάμει ειδικώνδιατάξεων που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσηςστον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων.

  5. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας, που να προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, καθώς και με άλλες εποπτικές αρχές ή οργανισμούς τρίτων χωρών αντίστοιχους προς αυτούς που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 6, μόνον εάν οι κοινοποιούμενες πληροφορίες καλύπτονται, όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να εξυπηρετεί την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών ή οργανισμών.

    1. α) Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύαφενός της Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρου:αα) του Υπουργού Οικονομικών κατά την ενάσκησητων αρμοδιοτήτων του, σύμφωνα με την παρ. 2 τουάρθρου 4 του π.δ. 437/19 Σεπτεμβρίου 1985 (Α΄ 157) καιτης Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά την άσκηση τωνπροβλεπόμενων από την ισχύουσα νομοθεσία αρμοδιοτήτων της,β
    2. των ειδικών εξεταστικών επιτροπών της Βουλής,κατά τη, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, άσκηση των καθηκόντων τους,γ
    3. των οργάνων τα οποία νόμιμα μετέχουν σε διαδικασίες εκκαθάρισης ή πτώχευσης ιδρυμάτων,δ
    4. των αναγνωρισμένων ελεγκτών, στους οποίουςέχουν νόμιμα ανατεθεί καθήκοντα ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, για τηνεκπλήρωση της αποστολής τους,ε
    5. του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, εφόσον πρόκειται για πληροφορίες αναγκαίες γιατην εκπλήρωση της αποστολής του, καθώς καιστ
    6. τoυ Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας,εφόσον πρόκειται για πληροφορίες αναγκαίες για τηνεκπλήρωση της αποστολής του.β) Επιπλέον, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριώνμεταξύ αφενός της Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρουαα) των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία των προσώπων και οργάνων των υποπεριπτώσεων γγ΄ και δδ΄ της περίπτωσης α΄ της παρούσαςπαραγράφου καιββ) προς επίρρωση της σταθερότητας και του αδιάβλητου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τουΥπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας κατάτην ενάσκηση των καθηκόντων εποπτείας των ανωνύμων εταιρειών, με την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίεςαυτές προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικήςαποστολής των εν λόγω αρχών. Εάν ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, κατά την άσκηση τωνεν λόγω καθηκόντων του, χρησιμοποιεί τις υπηρεσίεςεντεταλμένων προς τούτο, λόγω ειδικών προσόντων,προσώπων που δεν ανήκουν στη δημόσια διοίκηση, ηβάσει του παρόντος εδαφίου ανταλλαγή πληροφοριώνμπορεί, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Τράπεζαςτης Ελλάδος, να επεκταθεί και στα πρόσωπα αυτά.Η ανταλλαγή πληροφοριών λαμβάνει χώρα σύμφωναμε τους ίδιους όρους και αφού ο Υπουργός Ανάπτυξηςκαι Ανταγωνιστικότητας έχει προηγουμένως γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος την ταυτότητα καιτο ακριβές περιεχόμενο της εντολής των προσώπωνστα οποία διαβιβάζονται οι πληροφορίες.γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να γνωστοποιείσε αρχές, όργανα ή πρόσωπα άλλων κρατών - μελών,αντίστοιχα προς αυτά που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παρούσας παραγράφου, συμπεριλαμβανομένων αρχών ή οργάνων επιφορτισμένων με τηνευθύνη για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος στα κράτη - μέλη μέσω τηςχρήσης μακροπροληπτικών κανόνων, των αρχών πουείναι επιφορτισμένες με την άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικώνεπιχειρήσεων και των αρχών που είναι υπεύθυνες γιατην εποπτεία των συμβατικών ή θεσμικών συστημάτωνπροστασίας της παραγράφου 7 του άρθρου 113 του Κανονισμού αριθ. 575/2013, πληροφορίες που προορίζονταιγια την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τους.δ) Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύαφενός της Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρουαα) των κεντρικών τραπεζών του ευρωπαϊκού συστήματος κεντρικών τραπεζών και άλλων οργανισμών μεπαρόμοια αποστολή, όταν ενεργούν με την ιδιότητανομισματικής αρχής, εφόσον αυτές οι πληροφορίες είναισχετικές με την εκπλήρωση των εκ του νόμου αποστολών τους, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης νομισματικής πολιτικής και της σχετικής με αυτήν παροχήςρευστότητας, της επίβλεψης συστημάτων πληρωμών,εκκαθάρισης και διακανονισμού και της διαφύλαξης τηςσταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος,ββ) τυχόν άλλων αρχών επιφορτισμένων με την επίβλεψη των συστημάτων πληρωμών καιγγ) του ΕΣΣΚ, της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (εφεξής ΕΑΑΕΣ) που συστάθηκε με τον Κανονισμό(ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καιΣυμβουλίου (EE L 331) ή της ΕΑΚΑΑ, όταν οι πληροφορίες αυτές έχουν σχέση με την άσκηση των καθηκόντωντους δυνάμει των Κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, αριθ.1094/2010 και αριθ. 1095/2010 αντιστοίχως.ε) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να κοινοποιεί τιςπληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο σεοίκο διακανονισμού και εκκαθάρισης ή άλλον παρόμοιοοργανισμό αναγνωρισμένο από το εθνικό δίκαιο για ναπαρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης ή διακανονισμού σεαγορά του κράτους-μέλους, εάν θεωρεί ότι η κοινοποίηση αυτή είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της ομαλήςλειτουργίας των εν λόγω οργανισμών σε περίπτωσηαδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, έστω καιδυνητικής, των συμμετεχόντων στις αγορές αυτές.στ) Σε όλες τις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου, οι λαμβανόμενες από τις αρχές, τους οργανισμούςκαι τα πρόσωπα πληροφορίες υπόκεινται στους κανόνες επαγγελματικού απορρήτου της παραγράφου 1 τουπαρόντος άρθρου. Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιείστην ΕΑΤ την ταυτότητα των αρχών ή οργάνων ταοποία μπορούν να λαμβάνουν πληροφορίες δυνάμειτης παρούσας παραγράφου.

  6. Η διαβίβαση από την Τράπεζα της Ελλάδος πληροφοριών που προέρχονται από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών επιτρέπεται μόνο μετά από ρητή συγκατάθεση των αρχών αυτών και μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους οι αρχές αυτές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. Πληροφορίες που αποκτώνται από τις αρχές άλλων κρατών-μελών κατόπιν πραγματοποίησης επιτόπιων ελέγχων ή επιθεωρήσεων δεν αποτελούν αντικείμενο των γνωστοποιήσεων χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής του κράτους-μέλους όπου διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος ή η επιθεώρηση.

  7. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων περί επαγγελματικού απορρήτου του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα.

  8. Στο επαγγελματικό απόρρητο που θεσπίζεται μετο παρόν άρθρο υπόκεινται και:
    1. οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ τωναρμόδιων αρχών με βάση το άρθρο 49 του παρόντοςνόμου και
    2. τα μέτρα που λαμβάνει η Τράπεζα της Ελλάδος μεβάση την παράγραφο 1 του άρθρου 96 του παρόντοςνόμου.

  9. Η συλλογή, επεξεργασία, διασύνδεση και δημιουργία αρχείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων δεδομένων από την Τράπεζα της Ελλάδος πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2472/1997 (Α΄ 50), όπως ισχύει. Οι ανωτέρω δραστηριότητες απαλλάσσονται της συναφούς υποχρέωσης κοινοποίησης και αδειοδότησης, εφόσον πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων και των εργασιών της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως προβλέπονται από το Καταστατικό της.


Άρθρο 55


    1. α) Οι ορκωτοί ελεγκτές-λογιστές και οι ελεγκτικέςεταιρείες ή κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών-λογιστώνπου διενεργούν είτε τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων τωνιδρυμάτων είτε κάθε άλλη νόμιμη αποστολή, στο πλαίσιοτων καθηκόντων τους, υποχρεούνται να γνωστοποιούνχωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην Τράπεζα της Ελλάδοςή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αναφορικά με το ίδρυμαπου ελέγχουν, κάθε απόφαση ή γεγονός που περιήλθε σεγνώση τους κατά την άσκηση του έργου τους, εφόσοναυτή η απόφαση ή το γεγονός είναι δυνατόν:αα) να αποτελεί ουσιαστική παράβαση των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων που θεσπίζουν τιςπροϋποθέσεις άδειας λειτουργίας ή διέπουν ειδικά τηνάσκηση δραστηριότητας των ιδρυμάτων,β
    2. να θίγει τη συνέχιση της λειτουργίας του ιδρύματος ή να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων του ιδρύματος ή σε διατύπωσηεπιφυλάξεων επ’ αυτών.β) Η ίδια υποχρέωση ενημέρωσης της Τράπεζας τηςΕλλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ισχύει γιατα ως άνω πρόσωπα όσον αφορά τα γεγονότα καιτις αποφάσεις των οποίων έλαβαν γνώση στο πλαίσιο διενέργειας του αναφερόμενου στην περίπτωση α΄της παρούσας παραγράφου έργου τους σε οικονομικήμονάδα που διατηρεί στενούς δεσμούς με το ίδρυμακατά την έννοια του σημείου 38 της παραγράφου 1 τουάρθρου 4 του Κανονισμού αριθ. 575/2013, απορρέοντεςαπό δεσμό ελέγχου.

  1. Για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας τηςεποπτείας που ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδοςμε τον παρόντα νόμο και σύμφωνα με τις ισχύουσεςδιατάξεις, όπως προσαρμόζονται κατά την εφαρμογή της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ για τους υποχρεωτικούςελέγχους των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικώνκαταστάσεων:
    1. Οι ορκωτοί ελεγκτές-λογιστές και οι εταιρείες καικοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών-λογιστών που διενεργούν τον τακτικό έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένωνοικονομικών καταστάσεων πιστωτικού ιδρύματος, μετάαπό σχετική πρόσκληση της Τράπεζας της Ελλάδοςπου απευθύνεται και στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα,λαμβάνουν μέρος σε σύσκεψη με εκπροσώπους τηςΤράπεζας της Ελλάδος που πραγματοποιείται ετησίως.Αντικείμενο της σύσκεψης αποτελούν οι κυριότερεςδιαπιστώσεις ή ευρήματα του ελέγχου τα οποία:αα) αξιολογήθηκαν ως ουσιώδη από τους ορκωτούςελεγκτές-λογιστές και ετέθησαν υπόψη των αρμόδιωνδιοικητικών οργάνων ή αρμόδιων στελεχών του πιστωτικού ιδρύματος,ββ) αφορούν την αποτελεσματικότητα και επάρκειατου Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου του πιστωτικούιδρύματος σε σχέση με τη σύνταξη των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων,γγ) αφορούν στοιχεία που προέκυψαν από τον έλεγχο ενοποιούμενων στις οικονομικές καταστάσεις τουπιστωτικού ιδρύματος επιχειρήσεων που επηρεάζουνσε σημαντικό βαθμό τις οικονομικές καταστάσεις του.
    2. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος, η σύσκεψη που αναφέρεται στηνπροηγούμενη περίπτωση α΄ της παρούσας παραγράφου,πραγματοποιείται εκτάκτως και σε διμερή βάση, με τησυμμετοχή εκπροσώπων της Τράπεζας της Ελλάδος καιτων ορκωτών ελεγκτών-λογιστών, μετά από σχετική ενημέρωση του πιστωτικού ιδρύματος που αφορά ο έλεγχος.

  2. Η καλόπιστη γνωστοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γεγονότων ή αποφάσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου από τα πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 1 αυτού δεν αποτελεί παράβαση τυχόν υποχρεώσεών τους ως προς τον περιορισμό γνωστοποίησης πληροφοριών που καθιερώνονται με σύμβαση ή νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη, και ουδεμία ευθύνη επιφέρει για τα πρόσωπα αυτά. Αυτή η κοινολόγηση διενεργείται ταυτόχρονα στο Διοικητικό Συμβούλιο του ιδρύματος, εφόσον δεν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για το αντίθετο.


Άρθρο 56


  1. Εποπτικές εξουσίεςκαι εξουσίες επιβολής κυρώσεων(άρθρο 64 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ασκεί τις εποπτικές αρμοδιότητες και επιβάλλει τιςκυρώσεις που προβλέπονται στο παρόντα νόμο και στηλοιπή ισχύουσα νομοθεσία:
    1. άμεσα ή
    2. σε συνεργασία με άλλες αρχές ή
    3. υπό την ευθύνη της, με ανάθεση καθηκόντων στιςαρχές της περίπτωσης β΄ή
    4. με τη συνδρομή των αρμόδιων δικαστικών αρχών.


Άρθρο 57


  1. Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που αναφέρονται στην ισχύουσα νομοθεσία και των διατάξεων της ποινικής νομοθεσίας, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει με απόφασή της διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα σε εποπτευόμενα από αυτήν πρόσωπα για παραβάσεις των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση κανονιστικών πράξεων και λαμβάνει όλα τα κατά την κρίση της απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται η εφαρμογή τους.

  2. Επί παραβάσεων ιδρυμάτων, επιχειρήσεων του άρθρου 31, χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, των διατάξεων του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλει κυρώσεις, πέρα από το νομικό πρόσωπο και στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία φέρουν ευθύνη για την παράβαση, πράξη ή παράλειψη, εφόσον αυτή έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της συγκεντρώνει στοιχεία, διενεργεί ελέγχους και προβαίνει στιςαναγκαίες έρευνες. Με την επιφύλαξη των διατάξεωνπου θεσπίζονται στον παρόντα νόμο και στον Κανονισμό(ΕΕ) αριθ. 575/2013, η κατά περίπτωση αρμόδια αρχήαπαιτεί, μεταξύ άλλων:
    1. τη χορήγηση όλων των στοιχείων και των πληροφοριών που είναι αναγκαία για την άσκηση των καθηκόντων της, στις οποίες περιλαμβάνονται οι πληροφορίεςπου παρέχονται ανά τακτά διαστήματα και με ειδικώςπροσδιορισμένους μορφότυπους για εποπτικούς καιστατιστικούς σκοπούς από τα ακόλουθα φυσικά ή νομικά πρόσωπα:αα) ιδρύματα και επιχειρήσεις του άρθρου 31 πουέχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα,ββ) χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών που έχουνλάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα,γγ) μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχώνπου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα,δδ) εταιρείες συμμετοχής μεικτών δραστηριοτήτωνπου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα,εε) πρόσωπα που ανήκουν στις οντότητες που αναφέρονται στις υποπεριπτώσεις αα΄ έως δδ΄,στστ) τρίτους στους οποίους οι οντότητες που αναφέρονται στις υποπεριπτώσεις αα΄ έως δδ΄ ανέθεσανεπιχειρησιακά καθήκοντα ή δραστηριότητες,
    2. τη διεξαγωγή όλων των αναγκαίων ερευνών γιαοποιοδήποτε πρόσωπο που αναφέρεται στις υποπεριπτώσεις αα΄ έως στ΄ της περίπτωσης α΄ με έδρα ή ευρισκόμενο στην Ελλάδα, εάν αυτό είναι αναγκαίο για τηνεκτέλεση των καθηκόντων της Τράπεζας της Ελλάδος ήτης Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, συμπεριλαμβανομένων:αα) της υποβολής εγγράφων,ββ) της εξέτασης των βιβλίων και αρχείων των προσώπων που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ υποπεριπτώσεις αα΄ έως στστ΄ και της λήψης αντιγράφωνή αποσπασμάτων από τα εν λόγω βιβλία και αρχεία,γγ) της λήψης προφορικών ή γραπτών εξηγήσεωναπό κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στην περίπτωσηα΄ υποπεριπτώσεις αα΄ έως στστ΄ της παρούσας παραγράφου ή τους εκπροσώπους του ή τα μέλη τουπροσωπικού του καιδδ) της εξέτασης κάθε άλλου προσώπου που συναινείνα ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριώνσχετικά με το αντικείμενο της έρευνας,
    3. με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο ενωσιακό δίκαιο, τη διεξαγωγή όλων τωναναγκαίων ελέγχων στις επιχειρηματικές εγκαταστάσεις των νομικών προσώπων που αναφέρονται στηνπερίπτωση α΄ υποπεριπτώσεις αα΄ έως στστ΄ της παρούσας παραγράφου και οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης που περιλαμβάνεται στην εποπτεία σε ενοποιημένηβάση, όταν η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, υπότην προϋπόθεση ότι οι εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές θαέχουν ενημερωθεί προηγουμένως. Στις περιπτώσεις πουγια τον έλεγχο απαιτείται από την ισχύουσα νομοθεσίαέγκριση δικαστικής αρχής, υποβάλλεται σχετική αίτηση.


Άρθρο 58


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει με απόφασή τηςτις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα της παραγράφου 2στις εξής περιπτώσεις:
    1. αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό χωρίς ο αποδέκτης να είναιπιστωτικό ίδρυμα, κατά παράβαση του άρθρου 9 τουπαρόντος νόμου,
    2. έναρξη ή άσκηση δραστηριότητας χωρίς την απαιτούμενη κατά περίπτωση άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος,
    3. απόκτηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σεπιστωτικό ίδρυμα ή περαιτέρω αύξηση, άμεσα ή έμμεσα,ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα, ούτως ώστε ηαναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των κατεχόμενωνμεριδίων κεφαλαίου να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τουάρθρου 23 του παρόντος νόμου ή ώστε το πιστωτικόίδρυμα να καταστεί θυγατρική επιχείρηση του αποκτώντος ή αυξάνοντος τη συμμετοχή, χωρίς έγγραφηγνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος ότι αυτός επιδιώκει είτε να αποκτήσει ειδική συμμετοχή ή νατην αυξήσει, κατά το χρονικό διάστημα αξιολόγησης, ήπαρά την αντίθετη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος,κατά παράβαση της παραγράφου 1 του άρθρου 23 τουπαρόντος νόμου,
    4. παύση κατοχής, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα ή μείωση της ειδικής συμμετοχής ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ήτων κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου να είναι μικρότερη από τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο26 του παρόντος νόμου ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα ναπαύσει να είναι θυγατρική επιχείρηση, χωρίς έγγραφηγνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος.
    5. μη τήρηση των υποχρεώσεων γνωστοποίησης στηνΤράπεζα της Ελλάδος περί της αλλαγής της ταυτότηταςτων φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα,κατόχους συμμετοχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμεναστην παράγραφο 3 του άρθρου 23 του παρόντος νόμουή εφόσον δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόναπαίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για την εφαρμογή των προβλεπομένων στις περιπτώσεις β΄ και γ΄της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου.

  2. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 του παρόντοςάρθρου οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικάμέτρα που μπορούν να επιβληθούν περιλαμβάνουν, διαζευκτικά ή σωρευτικά, μεταξύ άλλων, τα εξής:
    1. δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται τουπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, το ίδρυμα, η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομικήεταιρεία συμμετοχών, καθώς και η φύση της παράβασης,
    2. εντολή προς το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπογια παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψής της στο μέλλον,
    3. σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το 10% του συνολικούκαθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου τουακαθάριστου εισοδήματος που συνίσταται σε τόκουςεισπρακτέους και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και προμήθειες ή αμοιβές εισπρακτέες, σύμφωναμε το άρθρο 316 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τηςεπιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση,
    4. σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικάχρηματικά πρόστιμα μέχρι και πέντε εκατομμυρίων(5.000.000) ευρώ,
    5. διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού του οφέλους που αποκομίστηκε από τηνπαράβαση, εφόσον το όφελος είναι μετρήσιμο,
    6. αναστολή του δικαιώματος ψήφου των μετόχωνπου ευθύνονται για τις παραβάσεις της παραγράφου 1του παρόντος άρθρου.Σε περίπτωση που η προβλεπόμενη στην περίπτωσηγ΄ της παρούσας παραγράφου επιχείρηση είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, το σχετικό ακαθάριστο εισόδημα είναι το ακαθάριστο εισόδημα που προκύπτει απότις ενοποιημένες καταστάσεις της ανώτατης μητρικήςεπιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση.

  3. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των προσώπωνπου αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 27στις υποδείξεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τηλήψη διορθωτικών μέτρων σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, διαζευκτικά ήσωρευτικά:
    1. να επιβάλει με απόφασή της την απομάκρυνση τωνανωτέρω προσώπων, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο,από το Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματοςκαι από οποιαδήποτε διευθυντική θέση στο πιστωτικόίδρυμα,
    2. να αναστέλλει, μέχρι να αρθούν οι συνθήκες πουεπέβαλαν τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων, τηνάσκηση των δικαιωμάτων ψήφου, που απορρέουν απότις μετοχές που κατέχουν τα πρόσωπα αυτά ή τα νομικάπρόσωπα που αυτά ελέγχουν,
    3. να απαγορεύει οποιαδήποτε νέα συναλλαγή τουπιστωτικού ιδρύματος με τα πρόσωπα αυτά ή με οποιαδήποτε νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από αυτά.Σε περίπτωση παράβασης της απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος περί αναστολής των δικαιωμάτωνψήφου σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παρούσαςπαραγράφου, η άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων ψήφου δεν έχει αποτελέσματα και η Τράπεζα της Ελλάδοςμπορεί να επιβάλλει με απόφασή της στους παραβάτεςσωρευτικά ή διαζευκτικά:αα) πρόστιμο ύψους μέχρι ποσοστού 10% της αξίαςτων μετοχών τους που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα καιββ) την κύρωση της περίπτωσης α΄ της παρούσαςπαραγράφου, προκειμένου περί φυσικών προσώπων.Σε περίπτωση παράβασης της απαγόρευσης της περίπτωσης γ΄ της παρούσας παραγράφου, η Τράπεζα τηςΕλλάδος, πέραν των κυρώσεων που μπορεί να επιβάλλειμε απόφασή της στο πιστωτικό ίδρυμα, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, μπορεί να επιβάλλει με απόφασή τηςκαι στα κατά παράβαση των αποφάσεων της, συναλλασσόμενα με το πιστωτικό ίδρυμα πρόσωπα, πρόστιμο,ύψους μέχρι της αξίας της συναλλαγής ή εφόσον αυτήδεν είναι ευχερώς υπολογίσιμη, ποσού μέχρι τριακοσίωνχιλιάδων (300.000) ευρώ.

  4. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει την κύρωση της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου και στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 10 και στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 του παρόντος νόμου, εφόσον δεν διαθέτουν πλέον την απαραίτητη αξιοπιστία και δεν διασφαλίζουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος.


Άρθρο 59


  1. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις που πιστωτικό ίδρυμα:
    1. απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς ή ανακριβείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλο μη σύννομοτρόπο,
    2. αφού πληροφορήθηκε για αγορές ή εκχωρήσειςσυμμετοχών στο κεφάλαιό του, οι οποίες αυξάνουν ταποσοστά συμμετοχής ή τα μειώνουν κάτω από ένα απότα όρια της παραγράφου 1 του άρθρου 23 ή του άρθρου26 του παρόντος νόμου, δεν ενημέρωσε την Τράπεζατης Ελλάδος σχετικά με αυτές τις αγορές ή εκχωρήσεις,όπως ο νόμος ορίζει,
    3. το οποίο δεν κοινοποιεί, τουλάχιστον σε ετήσια βάση,στην Τράπεζα της Ελλάδος τα ονόματα των μετόχωνή εταίρων που έχουν ειδικές συμμετοχές καθώς και ταποσοστά των συμμετοχών αυτών, όπως ο νόμος ορίζει,
    4. δεν εφαρμόζει πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησηςόπως απαιτείται από το άρθρο 66 του παρόντος νόμου,
    5. δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση προςτην υποχρέωση ικανοποίησης των απαιτήσεων ιδίωνκεφαλαίων του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.575/2013 στην Τράπεζα της Ελλάδος, κατά παράβασητης παραγράφου 1 του άρθρου 99 του εν λόγω Κανονισμού,
    6. δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπήστοιχεία και πληροφορίες στην Τράπεζα της Ελλάδοςσε σχέση με τα στοιχεία του άρθρου 101 του Κανονισμού(ΕΕ) αριθ. 575/2013,
    7. δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπήστοιχεία και πληροφορίες στην Τράπεζα της Ελλάδοςσχετικά με ένα μεγάλο χρηματοδοτικό άνοιγμα, κατάπαράβαση της παραγράφου 1 του άρθρου 394 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
    8. δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπήστοιχεία και πληροφορίες στην Τράπεζα της Ελλάδοςσχετικά με τη ρευστότητά του, κατά παράβαση τωνπαραγράφων 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
    9. δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία και πληροφορίες στην Τράπεζα της Ελλάδος σχετικάμε το δείκτη μόχλευσης, κατά παράβαση της παραγράφου1 του άρθρου 430 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
    10. δεν διατηρεί κατ’ εξακολούθηση και σε βάθος χρόνου ρευστά διαθέσιμα, κατά παράβαση του άρθρου 412του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
    11. παρουσιάζει χρηματοδοτικό άνοιγμα πέραν τωνορίων που θέτει το άρθρο 395 του Κανονισμού (ΕΕ)αριθ. 575/2013,
    12. που είναι εκτεθειμένο στον πιστωτικό κίνδυνο μιαςθέσης τιτλοποίησης που δεν πληροί τις προϋποθέσειςτου άρθρου 405 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
    13. δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπήστοιχεία και πληροφορίες κατά παράβαση των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 431 ή της παραγράφου1 του άρθρου 451 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
    14. προβαίνει σε πληρωμές σε κατόχους μέσων πουπεριλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος,κατά παράβαση του άρθρου 131 του παρόντος νόμου ήσε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα άρθρα 28, 51 ή 63του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 απαγορεύουν τις ενλόγω πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια,
    15. διόρισε ή δεν αντικατέστησε αμελλητί τα πρόσωπαπου δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του άρθρου83 του παρόντος νόμου.

  2. Τηρουμένων των διατάξεων του Καταστατικού τηςΤράπεζας της Ελλάδος και των κατ’ εξουσιοδότηση τουπαρόντος νόμου κανονιστικών πράξεων, η Τράπεζα τηςΕλλάδος στις περιπτώσεις της παραγράφου 1, καθώςκαι σε κάθε άλλη περίπτωση παράβασης του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, του παρόντος νόμου και τωνκατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικώνπράξεων, επιβάλλει με απόφασή της, διαζευκτικά ή σωρευτικά, διοικητικές κυρώσεις και διοικητικά μέτρα, ταοποία περιλαμβάνουν τα εξής:
    1. δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται τουπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, το ίδρυμα, η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομικήεταιρεία συμμετοχών, καθώς και η φύση της παράβασης,
    2. εντολή προς το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπογια παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψής της στο μέλλον,
    3. στην περίπτωση ιδρύματος, ανάκληση της άδειαςλειτουργίας του κατά την ισχύουσα νομοθεσία,
    4. προσωρινή απαγόρευση κατά των προσώπων τηςπαραγράφου 2 του άρθρου 57 του παρόντος νόμου ναασκούν καθήκοντα σε ιδρύματα,
    5. στην περίπτωση νομικού προσώπου, χρηματικάπρόστιμα ύψους έως το 10% του συνολικού καθαρούκύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένων των ακαθάριστων εσόδων που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέουςκαι εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλουςτίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και εισπρακτέες προμήθειες ή αμοιβές σύμφωνα με το άρθρο 316του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 της επιχείρησηςκατά την προηγούμενη χρήση,
    6. στην περίπτωση φυσικού προσώπου, χρηματικάπρόστιμα μέχρι και πέντε εκατομμυρίων (5.000.000)ευρώ,
    7. χρηματικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών πουαποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου μπορούν νασυγκεκριμενοποιηθούν.Σε περίπτωση που επιχείρηση της περίπτωσης ε΄ τηςπαρούσας παραγράφου είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, τα σχετικά ακαθάριστα έσοδα θα είναι ταακαθάριστα έσοδα που προκύπτουν από τις ενοποιημένες καταστάσεις της ανώτατης μητρικής επιχείρησηςκατά την προηγούμενη χρήση.

  3. Ο Διοικητής ή ο Πρόεδρος, τα μέλη του ΔιοικητικούΣυμβουλίου, οι ελεγκτές, οι αρμόδιοι διευθυντές και οιυπάλληλοι, κάθε πιστωτικού ιδρύματος τιμωρούνται μεφυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή με αμφότερες τιςποινές αυτές, εκτός αν από άλλη διάταξη προβλέπεταιβαρύτερη ποινή, εφόσον:
    1. παραλείπουν ή παραποιούν εκ προθέσεως την εγγραφή σημαντικής συναλλαγής στα βιβλία του,
    2. υποβάλλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ψευδείςή ανακριβείς εκθέσεις ή παρέχουν ψευδή ή ανακριβήστοιχεία.Σε περίπτωση που τα ανωτέρω πρόσωπα αρνούνται ήπαρακωλύουν με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο, πουασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, τιμωρούνται μεποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

    1. Όποιος προβαίνει, κατά παράβαση του άρθρου9 του παρόντος νόμου, σε κατ’ επάγγελμα αποδοχήκαταθέσεων χρημάτων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων ή σε κατ` επάγγελμα χορήγηση δανείων ή λοιπώνπιστώσεων ή σε παροχή υπηρεσιών πληρωμών, προςτο κοινό ή στην έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος καιόποιος παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 20 τουπαρόντος νόμου, τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματικήποινή ή με αμφότερες τις ποινές αυτές, εκτός αν απόάλλη διάταξη προβλέπεται βαρύτερη ποινή. Υπεύθυνοιγια την παράβαση και υποκείμενοι στις ποινές αυτέςθεωρούνται και οι νόμιμοι εκπρόσωποι ή οι ασκούντεςτη διοίκηση του νομικού προσώπου.
    2. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην ανωτέρωπερίπτωση α΄ της παρούσας παραγράφου και στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 58 του παρόντος νόμου, είναι δυνατή η σφράγιση των γραφείωνκαι εγκαταστάσεων του παραβάτη από όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος με τη συνδρομή της αστυνομικήςαρχής κατά τους όρους του νόμου, ανεξαρτήτως τηςεπιβολής των παραπάνω ή τυχόν άλλων, προβλεπόμενων από την ισχύουσα νομοθεσία, κυρώσεων.


Άρθρο 60


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιοποιεί τις κυρώσεις που επιβάλλει για παραβάσεις του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή των λοιπών κανονιστικών πράξεων που αυτή εκδίδει στον επίσημο δικτυακό της τόπο τουλάχιστον στις περιπτώσεις που έχει παρέλθει η προθεσμία προσβολής τους ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας χωρίς να έχει ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως ή έχει εκδοθεί επ’ αυτής δικαστική απόφαση. Στην κατά τα ανωτέρω δημοσιοποίηση περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με τον τύπο και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση, μετά την ενημέρωση του εν λόγω προσώπου σχετικά με τις εν λόγω κυρώσεις.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιοποιεί τις κυρώσεις ανωνύμως, κατά τα προβλεπόμενα στην κείμενηνομοθεσία, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
    1. όταν η κύρωση επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωποκαι αφού κριθεί ότι η δημοσιοποίηση των δεδομένωνπροσωπικού χαρακτήρα είναι δυσανάλογη προς τη βαρύτητα της παράβασης,
    2. όταν η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο τησταθερότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή διεξαγόμενη ποινική έρευνα,
    3. όταν η δημοσιοποίηση θα προξενούσε, στο βαθμόπου μπορεί να προσδιορισθεί αυτό, δυσανάλογη ζημίαστα ενδιαφερόμενα ιδρύματα ή φυσικά πρόσωπα.Εναλλακτικά, όταν οι περιστάσεις που αναφέρονταιστην περίπτωση α΄ είναι πιθανόν να εκλείψουν εντόςεύλογου χρονικού διαστήματος, η κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δημοσιοποίηση μπορεί νααναβληθεί για το εν λόγω χρονικό διάστημα.

  3. Οι πληροφορίες που δημοσιεύονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2 του παρόντος άρθρου παραμένουν στον επίσημο δικτυακό τόπο της Τράπεζας της Ελλάδος για τουλάχιστον πέντε (5) έτη. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διατηρούνται στον επίσημο δικτυακό τόπο της μόνο για το αναγκαίο χρονικό διάστημα, τηρουμένων των σχετικών διατάξεων περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.


Άρθρο 61


  1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του επαγγελματικού απορρήτου που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 54 του παρόντος νόμου και στο άρθρο 63 του ν. 3606/2007, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την ΕΑΤ για όλες τις επιβαλλόμενες σύμφωνα με τα άρθρα 57 έως 59 και 154 του παρόντος νόμου διοικητικές κυρώσεις, περιλαμβανομένων των διαρκών απαγορεύσεων, καθώς και για κάθε σχετική προσφυγή και την έκβαση αυτής.

  2. Κατά την αξιολόγηση της καλής φήμης για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του άρθρου 13, της παραγράφου 3 του άρθρου 17, της παραγράφου 1 του άρθρου 83 και του άρθρου 114 του παρόντος νόμου, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συμβουλεύεται την ανωτέρω βάση δεδομένων. Σε περίπτωση που υπάρχει μεταβολή στην εξέλιξη των κυρώσεων ή των ένδικων μέσων που ασκήθηκαν κατά των αποφάσεων των αρμόδιων αρχών, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υποβάλλει αίτημα στην ΕΑΤ για διαγραφή ή επικαιροποίηση των σχετικών καταχωρίσεων στη βάση δεδομένων.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ελέγχει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία, την ύπαρξη σχετικής καταδίκης, όπως προκύπτει από το ποινικό μητρώο του εμπλεκόμενου φυσικού προσώπου. Για το σκοπό αυτόν ανταλλάσσονται πληροφορίες σύμφωνα με την Απόφαση 2009/316/ΔΕΥ και την Απόφαση πλαίσιο 2009/315/ΔΕΥ, όπως αυτές εφαρμόζονται.


Άρθρο 62


  1. Κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικώνκυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων και την επιμέτρηση των διοικητικών χρηματικών προστίμων πουεπιβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνονται κατά περίπτωσηυπόψη, ιδίως:
    1. το είδος, η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης,
    2. ο βαθμός ευθύνης του νομικού ή φυσικού προσώπουπου είναι υπεύθυνο για την παράβαση,
    3. η οικονομική επιφάνεια του φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως προκύπτει ιδίως από τον συνολικό κύκλοεργασιών νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημαφυσικού προσώπου,
    4. η σπουδαιότητα των κερδών που αποκτήθηκαν ήτων ζημιών που αποφεύχθηκαν από το φυσικό ή νομικόπρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, στοβαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,
    5. οι ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στο βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,
    6. τυχόν αρνητικές επιπτώσεις της παράβασης επίτων συναλλασσομένων με το πιστωτικό ίδρυμα,
    7. ο βαθμός συνεργασίας του υπεύθυνου για την παράβαση φυσικού ή νομικού προσώπου με την Τράπεζατης Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς,
    8. τυχόν καθ’ υποτροπή τέλεση παραβάσεων ή προηγούμενες παραβάσεις του φυσικού ή νομικού προσώπουπου είναι υπεύθυνο για την παράβαση,
    9. οι τυχόν πιθανές συστημικές συνέπειες της παράβασης,
    10. η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία του ιδρύματος, καθώς και
    11. η ανάγκη πρόληψης παρόμοιων παραβάσεων.

  2. Τα διοικητικά πρόστιμα που επιβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος καταβάλλονται εντός προθεσμίας οριζόμενης με γενικής ισχύος απόφασή της, αποτελούν έσοδα του Δημοσίου, βεβαιώνονται από τις καθ’ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες και εισπράττονται κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων.

  3. Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, που εκδίδονται με βάση τα άρθρα 137, 138, 140, 141, 142 και 145 του παρόντος νόμου, δημοσιεύονται αυθημερόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στον ιστότοπο της Τράπεζας της Ελλάδος.

  4. Ο Διοικητής, οι Υποδιοικητές, τα μέλη συλλογικών οργάνων και το εν γένει προσωπικό της Τράπεζας της Ελλάδος δεν ευθύνονται αστικά έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους εντός των κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιοτήτων τους, καθώς επίσης και εντός των λοιπών αρμοδιοτήτων τις οποίες ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος κατ’ ανάθεση δημόσιας εξουσίας, εκτός εάν τα υπαίτια πρόσωπα βαρύνονται με δόλο.


Άρθρο 63


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να θεσπίζει αποτελεσματικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς για την ενθάρρυνση υποβολής καταγγελιών προς αυτήν σχετικά με επαπειλούμενες ή υπάρχουσες παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

  2. Οι ανωτέρω μηχανισμοί περιλαμβάνουν ιδίως: β) κατάλληλη προστασία τουλάχιστον από αντίποινα, διακρίσεις ή άλλες μορφές αθέμιτης μεταχείρισης για εργαζομένους ιδρυμάτων, οι οποίοι κοινοποιούν παραβάσεις που διαπράττονται εντός του ιδρύματος, γ) προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τόσο του καταγγέλλοντος όσο και του προσώπου το οποίο φέρεται ότι διέπραξε παράβαση σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 2472/1997, δ) σαφείς κανόνες διασφάλισης της εμπιστευτικότητας σχετικά με το πρόσωπο του καταγγέλλοντος σε όλες τις περιπτώσεις, εκτός εάν η αποκάλυψη της ταυτότητάς του απαιτείται από την κείμενη νομοθεσία στο πλαίσιο περαιτέρω ερευνών ή μεταγενέστερης ποινικής διαδικασίας.

  3. Τα ιδρύματα θεσπίζουν κατάλληλες διαδικασίες οι οποίες διασφαλίζουν ότι οι εργαζόμενοι, στους οποίους παρέχεται η προστασία των περιπτώσεων β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, έχουν τη δυνατότητα να καταγγέλλουν παραβάσεις εσωτερικά, μέσω ειδικής, ανεξάρτητης και αυτόνομης γραμμής αναφοράς η οποία μπορεί επίσης να παρέχεται με ρυθμίσεις που προβλέπονται από τους κοινωνικούς εταίρους.


Άρθρο 64


  1. Δικαίωμα προσφυγής (άρθρο 72 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, του παρόντος νόμου και των κανονιστικών πράξεων αυτής υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η Τράπεζα της Ελλάδος, με κοινοποιούμενη στον αιτούντα απόφασή της, χορηγεί ή αρνείται αιτιολογημένα την έγκρισή της, εντός εξαμήνου από την κατάθεση αίτησης για έγκριση, εφόσον αυτή περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τον παρόντα νόμο, τις κανονιστικές πράξεις της Τράπεζας της Ελλάδος ή τα κατά την κρίση της αναγκαία στοιχεία και πληροφορίες. Η κατά τα ανωτέρω παράλειψη της Τράπεζας της Ελλάδος να αποφασίσει εντός της εξάμηνης προθεσμίας ισοδυναμεί με άρνηση.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ


Άρθρο 65


  1. Εσωτερικό κεφάλαιο (άρθρο 73 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Τα ιδρύματα διαθέτουν αξιόπιστες, αποτελεσματικές και ολοκληρωμένες στρατηγικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και τη διατήρηση σε διαρκή βάση του ύψους, της σύνθεσης και της κατανομής των ιδίων κεφαλαίων που θεωρούν κατάλληλα για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων τους οποίους έχουν αναλάβει ή τους οποίους ενδέχεται να αναλάβουν (εσωτερικό κεφάλαιο). Οι εν λόγω στρατηγικές και διαδικασίες υπόκεινται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση από τα ιδρύματα ώστε να εξασφαλιστεί ότι παραμένουν πλήρεις και αναλογικές προς τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος.


Άρθρο 66


  1. Τα ιδρύματα θεσπίζουν άρτιο και αποτελεσματικό σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές αναφοράς και κατανομής των αρμοδιοτήτων, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνουν ή ενδέχεται να αναλάβουν, επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων των κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών, καθώς και πολιτικές και πρακτικές αποδοχών οι οποίες είναι συνεπείς και προάγουν την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων.

  2. Το πλαίσιο, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να είναι επαρκείς και ανάλογοι προς τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενέχουν το επιχειρηματικό μοντέλο και οι δραστηριότητες του ιδρύματος, λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά κριτήρια που ορίζονται στα άρθρα 68 έως 87.

  3. Τα ιδρύματα εκπονούν σχέδια ανάκαμψης με σκοπό την αποκατάσταση της βιωσιμότητάς τους, έπειτα από σημαντική επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης αυτών. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εκπονεί κατά περίπτωση σχέδια εξυγίανσης. Η υποχρέωση για την εκπόνηση και την επικαιροποίηση του σχεδίου ανάκαμψης και του σχεδίου εξυγίανσης μπορεί, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, να είναι μειωμένη εφόσον κριθεί, μεταξύ άλλων, ότι η ανάκληση της αδείας λειτουργίας και η θέση σε εκκαθάριση, ή, προκειμένου για επιχειρήσεις επενδύσεων, η πτώχευση, του συγκεκριμένου ιδρύματος δεν θα έχει, λόγω του μεγέθους, του επιχειρηματικού του μοντέλου ή της διασύνδεσής του με άλλα ιδρύματα ή με το χρηματοοικονομικό σύστημα εν γένει, ουσιώδεις επιπτώσεις στις χρηματοοικονομικές αγορές, σε άλλα ιδρύματα ή στις συνθήκες χρηματοδότησης. Επί επιχειρήσεων επενδύσεων η εν λόγω απόφαση λαμβάνεται κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας.

  4. Προς το σκοπό εκπόνησης και προετοιμασίας βιώσιμων σχεδίων εξυγίανσης, τα ιδρύματα συνεργάζονται στενά με την Τράπεζα της Ελλάδος ή, κατά περίπτωση, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, παρέχοντας κάθε αναγκαία πληροφορία και εκθέτοντας τις επιλογές για την ομαλή εξυγίανσή τους σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας και θέση σε ειδική εκκαθάριση, ή, κατά περίπτωση, πτώχευση, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.

  5. Κατά την ανάπτυξη και το συντονισμό αποτελεσματικών και συνεκτικών σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης, η Τράπεζα της Ελλάδος ή, κατά περίπτωση, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζονται με την ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Στο πλαίσιο αυτό, ενημερώνουν πλήρως και εκ των προτέρων την ΕΑΤ ως προς τη διεξαγωγή συνεδριάσεων ή δραστηριοτήτων με αντικείμενο την ανάπτυξη και το συντονισμό σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης, οσάκις αυτές πραγματοποιούνται, καθώς και για τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις δραστηριότητες προς εξέταση. Προς τούτο παρέχουν στην ΕΑΤ δικαίωμα συμμετοχής στις εν λόγω συνεδριάσεις.

  6. Ειδικότερα θέματα και τεχνικές λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένου του περιεχομένου του σχεδίου ανάκαμψης, ρυθμίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

  7. Ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του σχεδίου ανάκαμψης και την κατάρτιση του σχεδίου εξυγίανσης, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να διορίσει στο πιστωτικό ίδρυμα επίτροπο κατά το άρθρο 137 ή να λάβει μέτρα εξυγίανσης κατά τα άρθρα 140, 141 και 142.

  8. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητήσει σχέδιο ανάκαμψης από τα πιστωτικά ιδρύματα και να καταρτίζει σχέδιο εξυγίανσης και σε ενοποιημένη βάση.


Άρθρο 67


  1. Τα ιδρύματα παρέχουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πληροφορίες για τις αποδοχές του προσωπικού σύμφωνα με τα στοιχεία ζ΄, η΄ και θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 450 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χρησιμοποιεί τις πληροφορίες για τη συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών των πολιτικών αποδοχών και τις διαβιβάζει στην ΕΑΤ.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης, συγκεντρώνει και διαβιβάζει στην ΕΑΤ τις, ανά ίδρυμα, πληροφορίες για τον αριθμό των φυσικών προσώπων με αποδοχές ύψους τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ, ανά οικονομικό έτος, με κατηγοριοποίηση σε διαστήματα του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ και μνεία του τομέα απασχόλησής τους και των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων, καθώς και με ανάλυση των βασικών στοιχείων των αποδοχών, των πρόσθετων μεταβλητών αποδοχών, των μακροπρόθεσμων επιβραβεύσεων και των συνταξιοδοτικών εισφορών.


Άρθρο 68


  1. Το Διοικητικό Συμβούλιο των ιδρυμάτων εγκρίνει και επανεξετάζει περιοδικά τις στρατηγικές και τις πολιτικές για την ανάληψη, τη διαχείριση, την παρακολούθηση και τη μείωση των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή θα μπορούσε να εκτεθεί, περιλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν από το μακροοικονομικό περιβάλλον στο οποίο ασκεί τις δραστηριότητές του, λαμβανομένης υπόψη της φάσης του οικονομικού κύκλου.

  2. Το Διοικητικό Συμβούλιο των ιδρυμάτων αφιερώνει επαρκή χρόνο στην αξιολόγηση των θεμάτων που αφορούν κινδύνους. Το Διοικητικό Συμβούλιο συμμετέχει ενεργά και διασφαλίζει ότι διατίθενται επαρκείς πόροι για τη διαχείριση όλων των σημαντικών κινδύνων που εξετάζονται στον παρόντα νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθώς και στην αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού, τη χρήση εξωτερικών αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας και εσωτερικών υποδειγμάτων σε σχέση με τους εν λόγω κινδύνους. Το ίδρυμα διαμορφώνει γραμμές αναφοράς προς το Διοικητικό Συμβούλιο, που να καλύπτουν όλους τους σημαντικούς κινδύνους και τις πολιτικές διαχείρισης κινδύνων, καθώς και τις αλλαγές τους.

  3. Τα ιδρύματα τα οποία είναι σημαντικά από απόψεως μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης και φύσεως, εύρους και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους συστήνουν επιτροπή διαχείρισης κινδύνων, αποτελούμενη από μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Τα μέλη της επιτροπής διαχείρισης κινδύνων έχουν κατάλληλες γνώσεις, δεξιότητες και εξειδίκευση, για να κατανοούν και να παρακολουθούν τη στρατηγική ανάληψης κινδύνων του ιδρύματος.

  4. Η επιτροπή διαχείρισης κινδύνων υποβάλλει εισήγηση στο Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με τη συνολική παρούσα και μελλοντική στρατηγική ανάληψης κινδύνων του ιδρύματος, υποβοηθώντας το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο έχει την εν γένει αρμοδιότητα ως προς τους κινδύνους, στην επίβλεψη της υλοποίησης, από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, της εν λόγω στρατηγικής, από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη.

  5. Η επιτροπή διαχείρισης κινδύνων ελέγχει την τιμολόγηση των προσφερόμενων υπηρεσιών, λαμβάνοντας υπόψη το επιχειρηματικό μοντέλο και τη στρατηγική ανάληψης κινδύνων του ιδρύματος. Όταν η τιμολόγηση δεν απηχεί με ακρίβεια τους κινδύνους σύμφωνα με το επιχειρηματικό μοντέλο και τη στρατηγική ανάληψης κινδύνων, η επιτροπή διαχείρισης κινδύνων υποβάλλει διορθωτικό σχέδιο στο Διοικητικό Συμβούλιο.

  6. Ίδρυμα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον δεν θεωρείται σημαντικό σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, μπορεί να συνιστά επιτροπή επιφορτισμένη με τις αρμοδιότητες τόσο της επιτροπής διαχείρισης κινδύνων όσο και της επιτροπής ελέγχου του άρθρου 37 του ν. 3693/2008 (Α΄ 174), κατόπιν απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Τα μέλη της ανωτέρω επιτροπής πρέπει να διαθέτουν τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την εξειδίκευση που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους τόσο ως μελών σε επιτροπή διαχείρισης κινδύνων όσο και ως μελών σε επιτροπή ελέγχου. Σε κάθε περίπτωση οι ως άνω επιτροπές στελεχώνονται από μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.

  7. Τα μέλη των ως άνω επιτροπών έχουν επαρκή πρόσβαση σε πληροφορίες ως προς την κατάσταση κινδύνων του ιδρύματος και στο τμήμα διαχείρισης κινδύνων και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, σε ειδικούς εξωτερικούς συμβούλους. Οι ως άνω επιτροπές καθορίζουν το είδος, την ποσότητα, τη μορφή και τη συχνότητα των πληροφοριών που πρέπει να λαμβάνουν σχετικά με θέματα κινδύνων. Προκειμένου να συμβάλλουν στη διαμόρφωση ορθών πολιτικών και πρακτικών αποδοχών και με την επιφύλαξη των καθηκόντων της επιτροπής αποδοχών, εξετάζουν κατά πόσον τα κίνητρα που προβλέπει το σύστημα αποδοχών λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο, το κεφάλαιο, τη ρευστότητα και τα προβλεπόμενα κέρδη.

  8. Τα ιδρύματα διαθέτουν λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας της παραγράφου 5 του άρθρου 7 της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αρ. 2/452/1.11.2007 (Β΄2137), προκειμένου για επιχειρήσεις επενδύσεων, και της ΠΔ/ΤΕ 2577/2006 (Α΄ 59), προκειμένου για πιστωτικά ιδρύματα, η οποία είναι ανεξάρτητη από τις επιχειρησιακές λειτουργίες του και έχει επαρκείς εξουσίες, κύρος, πόρους και πρόσβαση στο Διοικητικό Συμβούλιο.

  9. Η λειτουργία διαχείρισης κινδύνων:
    1. διασφαλίζει τον εντοπισμό, τη μέτρηση και τη δέουσα αναφορά όλων των σημαντικών κινδύνων,
    2. συμμετέχει ενεργά στην ανάπτυξη της στρατηγικήςκινδύνων του ιδρύματος και σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις διαχείρισης κινδύνων και μπορεί να παρουσιάσειπλήρη εικόνα ολόκληρου του φάσματος των κινδύνωνπου αντιμετωπίζει το ίδρυμα,
    3. αναφέρεται, μέσω της επιτροπής διαχείρισης κινδύνων, στο Διοικητικό Συμβούλιο, ανεξάρτητα από ταανώτερα διοικητικά στελέχη, και θέτει υπόψη του Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς και προειδοποιεί, εφόσονκρίνεται σκόπιμο, για την εξέλιξη των αναλαμβανόμενωνκινδύνων που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουντο ίδρυμα.

  10. Ο επικεφαλής της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων είναι ανεξάρτητο ανώτερο διοικητικό στέλεχος με διακριτή αρμοδιότητα. Όπου η φύση, το μέγεθος και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος δεν δικαιολογούν την ύπαρξη προσώπου ειδικώς επιφορτισμένου με αυτό το καθήκον, οι εν λόγω αρμοδιότητες μπορούν να ανατεθούν σε άλλο ανώτερο διοικητικό στέλεχος του ιδρύματος παράλληλα με τις λοιπές αρμοδιότητές του, με την προϋπόθεση ότι δεν δημιουργείται σύγκρουση συμφερόντων. Ο επικεφαλής της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων δεν απαλλάσσεται των καθηκόντων του χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής Διαχείρισης Κινδύνων ή των μη εκτελεστικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και έχει απευθείας πρόσβαση στην Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων ή στα μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου όποτε αυτό απαιτείται.

  11. Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου δεν θίγει την εφαρμογή της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αρ. 2/452/1.11.2007 στις επιχειρήσεις επενδύσεων.


Άρθρο 69


  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενθαρρύνει τα ιδρύματα που είναι σημαντικά από πλευράς μεγέθους και εσωτερικής οργάνωσης, καθώς και φύσεως, εύρους και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους, να αναπτύσσουν την ικανότητα εσωτερικής αξιολόγησης του πιστωτικού κινδύνου και να αυξάνουν τη χρήση της προσέγγισης των εσωτερικών διαβαθμίσεων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου, όταν τα ανοίγματά τους είναι σημαντικά σε απόλυτες τιμές και όταν έχουν ταυτόχρονα ένα μεγάλο αριθμό σημαντικών αντισυμβαλλομένων. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν την εκπλήρωση των κριτηρίων που ορίζονται στα άρθρα 102 έως 106 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

  2. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων, τα παρακολουθεί προκειμένου να διαπιστώνει ότι δεν βασίζονται αποκλειστικά ή μηχανιστικά σε εξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις για την εκτίμηση της πιστοληπτικής ικανότητας μιας οντότητας ή ενός χρηματοοικονομικού μέσου.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενθαρρύνει τα ιδρύματα, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, την εσωτερική οργάνωση και τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους να αναπτύσσουν διαδικασίες για την εσωτερική αξιολόγηση ειδικού κινδύνου και να αυξάνουν τη χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων των ιδίων κεφαλαίων για τον ειδικό κίνδυνο των χρεωστικών τίτλων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, καθώς και τη χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους αθέτησης υποχρεώσεων και μεταβολής της πιστοληπτικής αξιολόγησης σε περίπτωση που η έκθεσή τους σε ειδικό κίνδυνο είναι ουσιώδης σε απόλυτες τιμές και στην περίπτωση που έχουν μεγάλο αριθμό καθαρών θέσεων σε χρεωστικούς τίτλους διαφορετικών εκδοτών.

  4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζουν την εκπλήρωση των κριτηρίων που ορίζονται στα άρθρα 362 έως 377 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.


Άρθρο 70


  1. Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν εσωτερικές προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ανοιγμάτων ή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων εξαιρουμένου του λειτουργικού κινδύνου γνωστοποιούν τα αποτελέσματα των υπολογισμών των εσωτερικών προσεγγίσεών τους για τα ανοίγματα ή τις θέσεις τους που περιλαμβάνονται στα χαρτοφυλάκια αναφοράς. Τα ιδρύματα υποβάλλουν τα αποτελέσματα των υπολογισμών τους μαζί με επεξήγηση των μεθοδολογιών που χρησιμοποιήθηκαν για τη διενέργειά τους σε κατάλληλη συχνότητα που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τουλάχιστον δε ετησίως.

  2. Τα ιδρύματα υποβάλλουν τα αποτελέσματα των υπολογισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σύμφωνα με τα σχετικά εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στην ΕΑΤ. Στην περίπτωση που η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιλέγει να αναπτύσσει ειδικά χαρτοφυλάκια, διαβουλεύεται με την ΕΑΤ και διασφαλίζει ότι τα ιδρύματα γνωστοποιούν τα αποτελέσματα των υπολογισμών διακριτά από τα αποτελέσματα των υπολογισμών για τα χαρτοφυλάκια της ΕΑΤ.

  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ελέγχει, βάσει των πληροφοριών που υποβάλλονταιαπό τα ιδρύματα σύμφωνα με την παράγραφο 1 τουπαρόντος άρθρου, το εύρος των σταθμισμένων ανοιγμάτων ή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων, ανάλογαμε την περίπτωση, πέραν του λειτουργικού κινδύνου,για τα ανοίγματα ή τις συναλλαγές του χαρτοφυλακίου αναφοράς, που απορρέουν από τις εσωτερικέςπροσεγγίσεις των εν λόγω ιδρυμάτων. Τουλάχιστονσε ετήσια βάση, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η ΕπιτροπήΚεφαλαιαγοράς αξιολογεί την ποιότητα των ανωτέρωπροσεγγίσεων, δίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στις προσεγγίσεις:
    1. που παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές ως προςτις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για το ίδιο άνοιγμα,
    2. με ιδιαίτερα υψηλή ή χαμηλή διαφοροποίηση, καθώς και σημαντική και συστηματική υποεκτίμηση τωναπαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων.

  4. Όταν συγκεκριμένα ιδρύματα παρουσιάζουν σημαντική απόκλιση σε σχέση με την πλειοψηφία των ομοειδών ιδρυμάτων ή υπάρχει μικρή ομοιότητα στην προσέγγιση η οποία οδηγεί σε μεγάλη διακύμανση των αποτελεσμάτων, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ερευνά τα σχετικά αίτια και, εφόσον διαπιστώνεται ότι η προσέγγιση ενός ιδρύματος οδηγεί σε υποεκτίμηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων, η οποία δεν μπορεί να αποδοθεί σε διαφορές των υποκείμενων κινδύνων των ανοιγμάτων ή θέσεων, λαμβάνει διορθωτικά μέτρα.

  5. Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος ή τηςΕπιτροπής Κεφαλαιαγοράς σχετικά με την καταλληλότητα των διορθωτικών μέτρων που αναφέρονται στηνπαράγραφο 4 του παρόντος άρθρου τηρούν την αρχήσύμφωνα με την οποία τα μέτρα αυτά πρέπει να συνάδουν με τους στόχους μιας εσωτερικής προσέγγισηςκαι συνεπώς:
    1. δεν συνεπάγονται τυποποίηση ή προτιμώμενεςμεθόδους,
    2. δεν δημιουργούν εσφαλμένα κίνητρα ή
    3. δεν προκαλούν αγελαία συμπεριφορά.


Άρθρο 71


  1. Τα ιδρύματα:
    1. βασίζουν τη χορήγηση πιστώσεων σε ορθά και σαφώς καθορισμένα κριτήρια και καθορίζουν με σαφήνειατη διαδικασία έγκρισης, τροποποίησης, ανανέωσης καιαναχρηματοδότησης των πιστώσεων,
    2. χρησιμοποιούν εσωτερικές μεθοδολογίες που τουςεπιτρέπουν να αξιολογούν τον πιστωτικό κίνδυνο τωνανοιγμάτων σε μεμονωμένους οφειλέτες, σε τίτλουςή σε θέσεις τιτλοποίησης και τον πιστωτικό κίνδυνοσε επίπεδο χαρτοφυλακίου. Ειδικότερα, οι εσωτερικέςμέθοδοι δεν στηρίζονται αποκλειστικά ή μηχανικά σεεξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις. Στην περίπτωση που οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων βασίζονται σεαξιολόγηση από Εξωτερικό Οργανισμό ΠιστοληπτικώνΑξιολογήσεων (ΕΟΠΑ) ή στο γεγονός ότι ένα άνοιγμαδεν έχει λάβει πιστοληπτική αξιολόγηση, τα ιδρύματαδεν απαλλάσσονται από την πρόσθετη εξέταση άλλωνσχετικών πληροφοριών για την αξιολόγηση της κατανομής του εσωτερικού κεφαλαίου,
    3. διαθέτουν αποτελεσματικά συστήματα για τη διαρκή διαχείριση και παρακολούθηση των διαφόρωνχαρτοφυλακίων και ανοιγμάτων που ενέχουν πιστωτικόκίνδυνο των ιδρυμάτων, περιλαμβανομένων του εντοπισμού και της διαχείρισης προβληματικών πιστώσεων,της διενέργειας επαρκών προσαρμογών και προβλέψεων αξίας,
    4. διαφοροποιούν επαρκώς τα χαρτοφυλάκια πιστώσεων, λαμβανομένων υπόψη των αγορών στις οποίεςδραστηριοποιείται ή σκοπεύει να δραστηριοποιηθεί τοίδρυμα και της συνολικής πιστοδοτικής στρατηγικήςτου ιδρύματος.

  2. Σε περίπτωση αίτησης χορήγησης δανείου ή λοιπών πιστώσεων από πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, οι αιτούντες παρέχουν πλήρη και ακριβή πληροφόρηση για την αξιολόγηση από το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα της φερεγγυότητας και της πιστοληπτικής τους ικανότητας. Τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τους, κατά τη διαβάθμιση των σχετικών κινδύνων με βάση το άρθρο αυτό τυχόν μερική ή ολική άρνηση του αιτούντος να χορηγήσει τέτοιες πληροφορίες. Στις πληροφορίες αυτές δεν περιλαμβάνονται αυτές που σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα.


Άρθρο 72


  1. Υπολειπόμενος κίνδυνος (άρθρο 80 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Τα ιδρύματα διασφαλίζουν και ελέγχουν με γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές και διαδικασίες τον κίνδυνο να αποδειχθούν οι αναγνωρισμένες τεχνικές μείωσης του πιστωτικού κινδύνου, που χρησιμοποιούν, λιγότερο αποτελεσματικές από ό,τι αναμενόταν.


Άρθρο 73


  1. Κίνδυνος συγκέντρωσης(άρθρο 81 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)Τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν και ελέγχουν με γραπτώςτεκμηριωμένες πολιτικές και διαδικασίες τον κίνδυνοσυγκέντρωσης που απορρέει από:
    1. ανοίγματα έναντι μεμονωμένων αντισυμβαλλόμενων, περιλαμβανομένων των κεντρικών αντισυμβαλλόμενων, ομάδων συνδεδεμένων αντισυμβαλλομένων ήαντισυμβαλλόμενων που εντάσσονται στον ίδιο οικονομικό τομέα ή γεωγραφική περιοχή ή
    2. την ίδια δραστηριότητα ή
    3. το ίδιο βασικό εμπόρευμα ή
    4. την εφαρμογή τεχνικών μείωσης του πιστωτικούκινδύνου, και ιδίως του κινδύνου συγκέντρωσης που συνδέεται με μεγάλα έμμεσα πιστωτικά ανοίγματα, όπωςέναντι ενός μόνο εκδότη εξασφαλίσεων.


Άρθρο 74


  1. Τα ιδρύματα αξιολογούν και αντιμετωπίζουν με κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες τους κινδύνους που απορρέουν από συναλλαγές τιτλοποίησης, στις οποίες το ίδρυμα είναι ο επενδυτής, ο μεταβιβάζων, κατά την έννοια του σημείου 13 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ή ο χρηματοδότης, περιλαμβανομένου του κινδύνου φήμης. Τέτοιοι κίνδυνοι μπορεί να απορρέουν από πολύπλοκες δομές ή προϊόντα. Τα ιδρύματα διασφαλίζουν ότι η οικονομική σημασία της συναλλαγής λαμβάνεται πλήρως υπόψη στις αποφάσεις αξιολόγησης και διαχείρισης των κινδύνων.

  2. Σε περίπτωση που το μεταβιβάζον, κατά την έννοια του σημείου 13 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ίδρυμα έχει προβεί σε τιτλοποίηση ανακυκλούμενων συναλλαγών με ρήτρα πρόωρης εξόφλησης προβλέπεται σχεδιασμός σχετικά με τη ρευστότητα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων τόσο των προγραμματισμένων όσο και των πρόωρων εξοφλήσεων.


Άρθρο 75


  1. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν πολιτικές και διαδικασίες για τον εντοπισμό, τη μέτρηση και τη διαχείριση όλων των σημαντικών παραγόντων και επιπτώσεων των κινδύνων της αγοράς.

  2. Όταν η αρνητική (short) θέση καθίσταται ληξιπρόθεσμη πριν από τη θετική (long) θέση, τα ιδρύματα λαμβάνουν επίσης μέτρα κατά του κινδύνου περιορισμένης ρευστότητας.

  3. Το εσωτερικό κεφάλαιο είναι επαρκές για σημαντικούς κινδύνους της αγοράς που δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων.

  4. Τα ιδρύματα που, κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο θέσης, σύμφωνα με τα άρθρα 326 έως 350 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, έχουν συμψηφίσει τις θέσεις που έχουν σε μία ή περισσότερες από τις μετοχές που συναποτελούν έναν δείκτη μετοχών με αντίθετη θέση ή θέσεις σε συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης σε δείκτη μετοχών ή σε άλλο προϊόν συνδεδεμένο με δείκτη μετοχών, έχουν επαρκές εσωτερικό κεφάλαιο ώστε να καλύπτουν τον κίνδυνο βάσης για τη ζημία που προκύπτει από το ενδεχόμενο να μην ακολουθεί πλήρως η τιμή του συμβολαίου μελλοντικής εκπλήρωσης ή του άλλου προϊόντος τις τιμές των μετοχών που το συναποτελούν. Τα ιδρύματα έχουν επίσης επαρκές εσωτερικό κεφάλαιο όταν κατέχουν αντίθετες θέσεις σε συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης επί δείκτη μετοχών των οποίων η ληκτότητα, η σύνθεση ή και τα δύο δεν είναι πανομοιότυπα.

  5. Τα ιδρύματα, σε περίπτωση που κάνουν χρήση του άρθρου 345 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, διατηρούν επαρκές εσωτερικό κεφάλαιο για την κάλυψη του κινδύνου ζημίας που υφίσταται μεταξύ του χρόνου της αρχικής δέσμευσης και της επόμενης εργάσιμης ημέρας.


Άρθρο 76


  1. Κίνδυνος επιτοκίου από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών (άρθρο 84 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Τα ιδρύματα εφαρμόζουν συστήματα για τον εντοπισμό, την αξιολόγηση και τη διαχείριση του κινδύνου από δυνητικές μεταβολές επιτοκίων στο μέτρο που επηρεάζουν τις δραστηριότητες του ιδρύματος οι οποίες δεν σχετίζονται με το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών.


Άρθρο 77


  1. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν πολιτικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και τη διαχείριση της έκθεσης σε λειτουργικό κίνδυνο, περιλαμβανομένου του κινδύνου υποδείγματος, και για την κάλυψη του κινδύνου που απορρέει από γεγονότα με χαμηλή συχνότητα και σοβαρές επιπτώσεις. Τα ιδρύματα ορίζουν με σαφήνεια τι συνιστά λειτουργικό κίνδυνο για τους σκοπούς αυτών των πολιτικών και διαδικασιών.

  2. Τα ιδρύματα καταρτίζουν σχέδια αντιμετώπισης επειγουσών καταστάσεων και συνέχισης της λειτουργίας, τα οποία διασφαλίζουν την ικανότητά τους να συνεχίζουν τη λειτουργία τους και να περιορίζουν τις ζημίες σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής της δραστηριότητάς τους.


Άρθρο 78


  1. Τα ιδρύματα διαθέτουν άρτιες στρατηγικές, πολιτικές, διαδικασίες και άρτια συστήματα για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση του κινδύνου ρευστότητας εντός κατάλληλων χρονικών διαστημάτων, μεταξύ άλλων εντός της ημέρας, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι διατηρούν επαρκή επίπεδα αποθεμάτων ρευστότητας. Αυτές οι στρατηγικές, πολιτικές, διαδικασίες και τα συστήματα είναι σχεδιασμένα με βάση τους επιχειρηματικούς τομείς, τα νομίσματα, τους κλάδους και τις νομικές οντότητες και περιλαμβάνουν επαρκείς μηχανισμούς κατανομής του κόστους ρευστότητας, ωφελειών και κινδύνων.

  2. Οι στρατηγικές, πολιτικές, διαδικασίες και τα συστήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου είναι ανάλογα με την πολυπλοκότητα, το προφίλ κινδύνου, το πεδίο λειτουργίας των ιδρυμάτων και το επίπεδο ανοχής κινδύνου που έχει οριστεί από το Διοικητικό Συμβούλιο και απηχούν τη σημασία του ιδρύματος σε κάθε κράτος-μέλος στο οποίο δραστηριοποιείται επιχειρηματικά. Τα ιδρύματα γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς το επίπεδο ανοχής κινδύνου σε όλες τις σχετικές επιχειρηματικές δραστηριότητες.

  3. Τα ιδρύματα, λαμβανομένων υπόψη της φύσης, του εύρους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους, διαθέτουν προφίλ κινδύνου ρευστότητας που συνάδει και δεν υπερβαίνει τα απαιτούμενα για ένα εύρυθμο και άρτιο σύστημα.

  4. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρακολουθεί τις εξελίξεις όσον αφορά το προφίλ κινδύνου ρευστότητας, όπως τον σχεδιασμό των προϊόντων και τον όγκο των συναλλαγών τους, τη διαχείριση κινδύνου, τις χρηματοδοτικές πολιτικές και τη συγκέντρωση των χρηματοδοτήσεων.

  5. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αναλαμβάνει αποτελεσματική δράση όταν οι εξελίξεις που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο μπορεί να οδηγήσουν σε αστάθεια μεμονωμένου ιδρύματος ή συστημική αστάθεια.

  6. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την ΕΑΤ για οποιεσδήποτε δράσεις αναλαμβάνουν σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο.

  7. Τα ιδρύματα αναπτύσσουν μεθοδολογίες για τον προσδιορισμό, τη μέτρηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση των θέσεων χρηματοδότησης. Αυτές οι μέθοδοι περιλαμβάνουν τρέχουσες και προβλεπόμενες χρηματορροές που προκύπτουν από στοιχεία του ενεργητικού, του παθητικού, στοιχεία εκτός ισολογισμού, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων υποχρεώσεων και πιθανών επιπτώσεων του κινδύνου φήμης.

  8. Τα ιδρύματα διακρίνουν μεταξύ δεσμευμένων και μη δεσμευμένων στοιχείων του ενεργητικού τα οποία είναι πάντοτε διαθέσιμα, ιδιαίτερα σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Τα ιδρύματα λαμβάνουν, επίσης, υπόψη την οντότητα στην οποία ανήκουν τα στοιχεία του ενεργητικού, τη χώρα όπου τα στοιχεία είναι είτε νομίμως εγγεγραμμένα σε μητρώο είτε σε λογαριασμό και την επιλεξιμότητά τους, και παρακολουθούν τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να μεταφέρονται εγκαίρως τα στοιχεία του ενεργητικού.

  9. Τα ιδρύματα λαμβάνουν, επίσης, υπόψη τους υφιστάμενους νομικούς, κανονιστικούς και λειτουργικούς περιορισμούς σε ενδεχόμενες μεταφορές ρευστότητας και μη βεβαρημένων στοιχείων του ενεργητικού μεταξύ οντοτήτων, εντός και εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

  10. Τα ιδρύματα εξετάζουν διάφορες τεχνικές μείωσης κινδύνου ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένων ενός συστήματος ορίων και αποθεμάτων ρευστότητας, προκειμένου να είναι σε θέση να αντέξουν σειρά διαφορετικών περιπτώσεων κρίσης, καθώς και μια επαρκώς διαφοροποιημένη χρηματοδοτική διάρθρωση και πρόσβαση σε πηγές χρηματοδότησης. Αυτές οι τεχνικές επανεξετάζονται τακτικά.

  11. Τα ιδρύματα εξετάζουν εναλλακτικά σενάρια σχετικά με τις θέσεις ρευστότητας και τις τεχνικές μείωσης κινδύνου και επανεξετάζουν τουλάχιστον ετησίως τις παραδοχές στις οποίες στηρίζονται οι αποφάσεις σχετικά με τη θέση χρηματοδότησης. Για τους σκοπούς αυτούς, τα εναλλακτικά σενάρια αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα τα στοιχεία εκτός ισολογισμού και άλλες ενδεχόμενες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των οντοτήτων ειδικού σκοπού τιτλοποίησης (SSPE) ή άλλων οντοτήτων ειδικού σκοπού, όπως ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε σχέση με τις οποίες το ίδρυμα ενεργεί ως ανάδοχος ή παρέχει σημαντική υποστήριξη ρευστότητας.

  12. Τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις εναλλακτικών σεναρίων τα οποία:
    1. εξειδικεύονταιανά ίδρυμα,
    2. καλύπτουν όλο το εύρος της αγοράς,και
    3. συνδυάζουν τα ανωτέρω εξετάζοντας παράλληλαδιαφορετικές χρονικές περιόδους και διάφορα επίπεδαακραίων καταστάσεων των παραμέτρων κινδύνων.

  13. Τα ιδρύματα προσαρμόζουν τις στρατηγικές, τις εσωτερικές πολιτικές και τα όρια κινδύνου ρευστότητας και αναπτύσσουν αποτελεσματικά σχέδια έκτακτης ανάγκης, λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα των εναλλακτικών σεναρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 11 του παρόντος άρθρου.

  14. Τα ιδρύματα θεσπίζουν σχέδια αποκατάστασης ρευστότητας, τα οποία καθορίζουν επαρκείς στρατηγικές και κατάλληλα μέτρα εφαρμογής προκειμένου να αντιμετωπίσουν πιθανά ελλείμματα ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένων ελλειμμάτων που αφορούν υποκαταστήματα σε άλλα κράτη-μέλη. Τα σχέδια αυτά ελέγχονται από τα ιδρύματα τουλάχιστον ετησίως, ενημερώνονται βάσει του αποτελέσματος των εναλλακτικών σεναρίων που ορίζονται στην παράγραφο 11 του παρόντος άρθρου, υποβάλλονται με τη μορφή έκθεσης στα ανώτερα διοικητικά στελέχη και λαμβάνουν την έγκρισή τους, ώστε οι εσωτερικές πολιτικές και διαδικασίες να μπορούν να προσαρμοστούν ανάλογα. Τα ιδρύματα προβαίνουν στις απαραίτητες λειτουργικές ενέργειες εκ των προτέρων για να διασφαλίσουν ότι τα σχέδια αποκατάστασης ρευστότητας μπορούν να υλοποιηθούν άμεσα.

  15. Για τα πιστωτικά ιδρύματα, αυτές οι λειτουργικές ενέργειες περιλαμβάνουν την τήρηση ενεχύρων που είναι άμεσα διαθέσιμα για τη χρηματοδότηση από την Τράπεζα της Ελλάδος. Αυτό περιλαμβάνει την τήρηση ενεχύρων, όπου απαιτείται, στο νόμισμα άλλου κράτουςμέλους ή στο νόμισμα τρίτης χώρας στην οποία είναι εκτεθειμένα τα πιστωτικά ιδρύματα και, όπου απαιτείται για λειτουργικούς λόγους, εντός της Επικράτειας ενός κράτους-μέλους υποδοχής ή τρίτης χώρας στο νόμισμα της οποίας είναι εκτεθειμένα.


Άρθρο 79


  1. Τα ιδρύματα θεσπίζουν πολιτικές και διαδικασίες για τον προσδιορισμό, τη διαχείριση και την παρακολούθηση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης. Οι δείκτες κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης περιλαμβάνουν το δείκτη μόχλευσης που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 429 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τις αναντιστοιχίες μεταξύ του ενεργητικού και των υποχρεώσεων.

  2. Τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν προληπτικά τον κίνδυνο υπερβολικής μόχλευσης λαμβάνοντας υπόψη τις δυνητικές αυξήσεις του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης λόγω μειώσεων των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος συνεπεία αναμενόμενων ή πραγματοποιηθεισών ζημιών, ανάλογα με τους ισχύοντες λογιστικούς κανόνες. Για αυτόν το σκοπό, πρέπει να είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν σε σειρά διαφορετικών γεγονότων ακραίων καταστάσεων κρίσης όσον αφορά τον κίνδυνο υπερβολικής μόχλευσης.


Άρθρο 80


  1. Το Διοικητικό Συμβούλιο ορίζει, επιβλέπει και λογοδοτεί για την υλοποίηση των ρυθμίσεων διακυβέρνησης που διασφαλίζουν την αποτελεσματική και συνετή διοίκηση ενός ιδρύματος, περιλαμβανομένου του διαχωρισμού αρμοδιοτήτων στον οργανισμό και την πρόληψη αντικρουόμενων συμφερόντων.

  2. Στις ρυθμίσεις εταιρικής διακυβέρνησης εφαρμόζονται οι εξής αρχές:
    1. το Διοικητικό Συμβούλιο φέρει τη γενική ευθύνηδιοίκησης και λειτουργίας του ιδρύματος, εγκρίνει καιεπιβλέπει την υλοποίηση των στρατηγικών στόχων, τηςστρατηγικής αντιμετώπισης κινδύνου και της εσωτερικής διακυβέρνησης του ιδρύματος,
    2. το Διοικητικό Συμβούλιο διασφαλίζει την αρτιότητατων συστημάτων λογιστικής και χρηματοοικονομικώνεκθέσεων, περιλαμβανομένων των χρηματοοικονομικώνκαι λειτουργικών ελέγχων και της συμμόρφωσης με τονόμο και τα συναφή πρότυπα,
    3. το Διοικητικό Συμβούλιο επιβλέπει τη διαδικασίατων, κατά νόμον, δημοσιοποιήσεων και τις ανακοινώσεις,
    4. το Διοικητικό Συμβούλιο είναι υπεύθυνο για τηναποτελεσματική επίβλεψη των ανωτέρων διοικητικώνστελεχών, κατά την έννοια της περίπτωσης 9 της παραγράφου 1 του άρθρου 3,
    5. ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου ενός ιδρύματος δεν ασκεί ταυτόχρονα καθήκοντα διευθύνοντοςσυμβούλου στο ίδιο ίδρυμα, εκτός αν έχει λάβει έγκρισηαπό την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

  3. Το Διοικητικό Συμβούλιο παρακολουθεί και αξιολογεί περιοδικά την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων εταιρικής διακυβέρνησης του ιδρύματος και προβαίνει στις δέουσες ενέργειες για την αντιμετώπιση τυχόν ελλείψεων.

  4. Τα ιδρύματα τα οποία είναι σημαντικά από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης και φύσεως, εύρους και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους συγκροτούν επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων αποτελούμενη από μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου τους.

  5. Η επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων:
    1. εντοπίζει και προτείνει, για έγκριση από το Διοικητικό Συμβούλιο ή από τη γενική συνέλευση, υποψηφίουςγια τις κενές θέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, αξιολογεί το συνδυασμό ευρύτητας γνώσεων ανά αντικείμενο,δεξιοτήτων, και εμπειρίας των μελών του ΔιοικητικούΣυμβουλίου. Επίσης, προβαίνει στην περιγραφή των επιμέρους δεξιοτήτων και προσόντων που κατά την κρίσητης απαιτούνται για την πλήρωση των θέσεων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και εκτιμά τον χρόνοπου πρέπει να αφιερώνεται στην αντίστοιχη θέση.Επιπροσθέτως, η επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων θέτειστόχο για την εκπροσώπηση του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο Διοικητικό Συμβούλιο και εκπονείπολιτική ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα αυξηθείο αριθμός των προσώπων του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο Διοικητικό Συμβούλιο προκειμένουνα υλοποιηθεί ο στόχος αυτός. Ο στόχος, η πολιτικήκαι η εφαρμογή τους δημοσιοποιούνται σύμφωνα μετο στοιχείο γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 435 τουΚανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
    2. περιοδικά και τουλάχιστον ετησίως αξιολογείτη δομή, το μέγεθος, τη σύνθεση και την απόδοσητου Διοικητικού Συμβουλίου και απευθύνει συστάσεις προς αυτό σχετικά με τυχόν αλλαγές που κρίνεισκόπιμες,
    3. περιοδικά και τουλάχιστον ετησίως αξιολογεί τιςγνώσεις, τις δεξιότητες και την εμπειρία ανά αντικείμενομεμονωμένων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου καιτου Διοικητικού Συμβουλίου ως συνόλου και υποβάλλεισχετικές αναφορές στο Διοικητικό Συμβούλιο,
    4. επανεξετάζει περιοδικά την πολιτική που εφαρμόζειτο Διοικητικό Συμβούλιο για την επιλογή και το διορισμόανώτερων διοικητικών στελεχών, κατά την έννοια τηςπερίπτωσης 9 της παραγράφου 1 του άρθρου 3, καιαπευθύνει συστάσεις προς αυτό.

  6. Η επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, λαμβάνει υπόψη, σε διαρκή βάση και στο βαθμό που είναι δυνατό, την ανάγκη να διασφαλισθεί ότι κατά τη λήψη των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου δεν βαρύνει ουσιωδώς η βούληση ενός ατόμου ή μιας μικρής ομάδας κατά τρόπο που θίγει τα συμφέροντα του ιδρύματος ως συνόλου.

  7. Η επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων μπορεί να χρησιμοποιεί οποιουσδήποτε πόρους κρίνει κατάλληλους, περιλαμβανομένων των εξωτερικών συμβούλων, της παρέχεται δε η δέουσα χρηματοδότηση για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού.

  8. Οι παράγραφοι 4 έως και 7 του παρόντος άρθρου δεν τυγχάνουν εφαρμογής επί ιδρυμάτων οργανωμένων κατά το δυαδικό σύστημα διοίκησης.


Άρθρο 81


  1. Από την 1η Ιανουαρίου 2015, κάθε ίδρυμα δημοσιοποιεί την 30ή Ιουνίου έκαστου ημερολογιακού έτους,εξειδικεύοντας ανά κράτος-μέλος και τρίτη χώρα στιςοποίες διαθέτει έδρα, τις ακόλουθες πληροφορίες σεενοποιημένη βάση για το οικονομικό έτος:
    1. επωνυμία ή επωνυμίες, φύση δραστηριοτήτων καιγεωγραφική θέση,
    2. κύκλο εργασιών,
    3. αριθμό εργαζομένων σε ισοδύναμο καθεστώς πλήρους απασχόλησης,
    4. αποτελέσματα προ φόρων,
    5. φόρους επί των αποτελεσμάτων,
    6. εισπραττόμενες δημόσιες επιδοτήσεις.

  2. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα δημοσιοποιούν τις πληροφορίες των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 για πρώτη φορά την 1η Ιουλίου 2014.

  3. Έως την 1η Ιουλίου 2014, όλα τα παγκοσμίως συστημικά σημαντικά ιδρύματα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια εντός της Ένωσης, όπως προσδιορίζονται διεθνώς, υποβάλλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμπιστευτικά τις πληροφορίες των περιπτώσεων δ΄, ε΄ και στ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

  4. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ελέγχονται σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ (EE L 157) που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 3693/2008 και δημοσιεύονται, εφόσον είναι δυνατόν, ως παράρτημα των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων ή, όπου συντρέχει περίπτωση, των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων του ενδιαφερόμενου ιδρύματος.


Άρθρο 82


  1. Δημοσιοποίηση της απόδοσης των στοιχείων του ενεργητικού (άρθρο 90 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Τα ιδρύματα στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις τους μεταξύ των βασικών δεικτών δημοσιοποιούν τη συνολική απόδοση των στοιχείων του ενεργητικού τους, η οποία υπολογίζεται ως το καθαρό αποτέλεσμά τους διαιρούμενο προς το ύψος του ενεργητικού τους.