ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Νόμος

ΚΩΔΙΚΟΣ

2014/4261

ΕΦΑΡΜΟΖΕΙ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

2014-05-05

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2014-05-05

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

2014-05-05

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΜΕΡΟΣ
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2013 / 36 / ΕΕ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ
Άρθρο 1 "Αντικείμενο - Σκοπός (άρθρο 1 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Με τα άρθρα 1 έως και 166 του νόμου αυτού σκοπείται η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των Οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ» (ΕΕ L 176)
2.  
    Ειδικότερα, θεσπίζονται κανόνες σχετικά με:
  1. την ανάληψη και άσκηση της δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων (από κοινού καλούμενα «ιδρύματα»),
  2. τις εποπτικές αρμοδιότητες και τα εργαλεία για την προληπτική εποπτεία των ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές,
  3. την προληπτική εποπτεία των ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές κατά τρόπο συμβατό προς τους κανόνες που προβλέπονται στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 (ΕΕ L 176),.
  4. τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης όσον αφορά την προληπτική ρύθμιση και εποπτεία των ιδρυμάτων
Άρθρο 2 "Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Οι διατάξεις των άρθρων 1-166 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται σε ιδρύματα κατά την έννοια της περίπτωσης 3 της παραγράφου 1 του άρθρου 3
2.  
    Το άρθρο 30 εφαρμόζεται στις τοπικές επιχειρήσεις κατά την έννοια του σημείου 4 του άρθρου 3
3.  
    Το άρθρο 31 εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που αναφέρονται στην περίπτωση γ΄ του σημείου 2 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
4.  
    Τα άρθρα 41, 42 και 104 έως 120 εφαρμόζονται στις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, στις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και στις μικτές εταιρείες συμμετοχών που έχουν την έδρα τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.).
5.  
    Ο παρών νόμος δεν έχει εφαρμογή ως προς:
  1. την πρόσβαση στη δραστηριότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων στο βαθμό που ρυθμίζεται από το ν. 3606/2007 (Α΄ 195), με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία 2004/39/ΕΚ (ΕΕ L 145),.
  2. την Τράπεζα της Ελλάδος,
  3. τα γραφεία ταχυδρομικών επιταγών,
  4. το «Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων», πλην του άρθρου 150
6.  
    Οι οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου αντιμετωπίζονται ως χρηματοδοτικά ιδρύματα για την εφαρμογή των άρθρων 41, 42 και 104 έως 120
7.  
    Εξαιρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 34 και 38 περί ελεύθερης εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη και έχουν ρητά εξαιρεθεί δυνάμει του άρθρου 2 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ από το πεδίο εφαρμογής της
Άρθρο 3 "Ορισμοί (άρθρο 3 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Για τους σκοπούς των άρθρων 1-166 του παρόντος νόμου, ισχύουν οι κάτωθι ορισμοί: 1) «πιστωτικό ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο σημείο 1) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 2) «επιχείρηση επενδύσεων»: επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο σημείο 2) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 3606/ 2007, με τις οποίες ενσωματώνεται το σημείο 1 της παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, 3) «ίδρυμα»: ίδρυμα όπως ορίζεται στο σημείο 3 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 4) «τοπική επιχείρηση»: τοπική επιχείρηση όπως ορίζεται στο σημείο 4 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 5) «ασφαλιστική επιχείρηση»: ασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο σημείο 5) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στο σημείο 1 του άρθρου 13 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ (ΕΕ L 335) που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την περίπτωση α΄ του άρθρου 2α του ν.δ. 400/1970 (Α΄ 10), 6) «αντασφαλιστική επιχείρηση»: αντασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο σημείο 6) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στο σημείο 4 του άρθρου 13 της Οδη­γίας 2009/138/ΕΚ που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την περίπτωση γ΄ του άρθρου 2α του ν.δ. 400/1970, 7) «Διοικητικό Συμβούλιο»: το διοικητικό όργανο ενός ιδρύματος, που είναι επιφορτισμένο με τη διαχείριση και την εκπροσώπηση αυτού, καθώς και με την επίβλεψη και παρακολούθηση της λήψης αποφάσεων από τη διοίκηση, περιλαμβανομένων των προσώπων που πράγματι διευθύνουν τη δραστηριότητα του ιδρύματος, 8) «μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου»: τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου χωρίς εκτελεστικές αρμοδιότητες στη διαχείριση του ιδρύματος πέραν των καθηκόντων που τους επιφυλάσσει η ιδιότητά τους ως μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και τα οποία έχουν επιφορτιστεί με το ρόλο της επίβλεψης και παρακολούθησης της λήψης αποφάσεων από τη διοίκηση, 9) «ανώτερα διοικητικά στελέχη»: τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα σε ίδρυμα και τα οποία είναι υπεύθυνα και λογοδοτούν στο Διοικητικό Συμβούλιο για την καθημερινή διοίκηση του ιδρύματος, 10) «συστημικός κίνδυνος»: ο κίνδυνος αποδιοργάνωσης του χρηματοοικονομικού συστήματος με εν δυνάμει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για το χρηματοοικονομικό σύστημα και την πραγματική οικονομία, 11) «κίνδυνος του υποδείγματος»: η ζημία που κινδυνεύει να υποστεί ένα ίδρυμα συνεπεία αποφάσεων που βασίζονται κυρίως στα αποτελέσματα εσωτερικών υποδειγμάτων, λόγω σφαλμάτων στη θέσπιση, την εφαρμογή ή τη χρήση αυτών των υποδειγμάτων, 12) «μεταβιβάζουσα οντότητα»: μεταβιβάζουσα οντότητα όπως ορίζεται στο σημείο 13 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 13) «ανάδοχος»: ανάδοχο ίδρυμα όπως ορίζεται στο σημείο 14 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 14) «μητρική επιχείρηση»: μητρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο σημείο 15) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 το οποίο αναφέρεται στα άρθρα 1 και 2 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ που έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την περίπτωση α΄ της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 (Α΄ 216), 15) «θυγατρική»: θυγατρική όπως ορίζεται στο σημείο 16 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στα άρθρα 1 και 2 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ που έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την περίπτωση α΄ της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, 16) «υποκατάστημα»: υποκατάστημα όπως ορίζεται στο σημείο 17 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 17) «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών»: επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών όπως ορίζεται στο σημείο 18 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 18) «εταιρεία διαχείρισης»: εταιρεία διαχείρισης όπως ορίζεται στο σημείο 19 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στο σημείο 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 και την περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 174) που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 (Α΄ 253), 19) «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών»: χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο σημείο 20 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 20) «μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών»: μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο σημείο 21 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στο σημείο 15 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ (ΕΕ L 35) που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 3556/2007 (Α΄ 91), 21) «μικτή εταιρεία συμμετοχών»: μικτή εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο σημείο 22) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 22) «χρηματοδοτικό ίδρυμα»: χρηματοδοτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο σημείο 26 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 23) «οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα»: οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα όπως ορίζεται στο σημείο 27 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 24) «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος-μέλος»: μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος-μέλος όπως ορίζεται στο σημείο 28 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 25) «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ»: μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως ορίζεται στο σημείο 29 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 26) «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος-μέλος»: μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος-μέλος όπως ορίζεται στο σημείο 30 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 27) «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ»: μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπως ορίζεται στο σημείο 31 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 28) «μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος-μέλος»: μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος-μέλος όπως ορίζεται στο σημείο 32 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 29) «μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ»: μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπως ορίζεται στο σημείο 33 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 30) «συστημικά σημαντικό ίδρυμα»: μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή ίδρυμα, η περιέλευση του οποίου σε καθεστώς αφερεγγυότητας ή η δυσλειτουργία του θα μπορούσε να οδηγήσει σε συστημικό κίνδυνο, 31) «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος»: κεντρικός αντισυμβαλλόμενος όπως ορίζεται στο σημείο 34 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 32) «συμμετοχή»: συμμετοχή όπως ορίζεται στο σημείο 35 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 33) «ειδική συμμετοχή»: ειδική συμμετοχή όπως ορίζεται στο σημείο 36 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 34) «έλεγχος»: έλεγχος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 1 σημείο 37 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 1 της Οδηγίας 83/349/ΕΚ που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 42ε του κ.ν. 2190/1920, 35) «στενοί δεσμοί»: στενοί δεσμοί, όπως ορίζονται στο σημείο 38 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 36) «αρμόδια αρχή»: αρμόδια αρχή, όπως ορίζεται στο σημείο 40 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 37) «αρχή ενοποιημένης εποπτείας»: αρχή ενοποιημένης εποπτείας όπως ορίζεται στο σημείο 41 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 38) «άδεια λειτουργίας»: άδεια λειτουργίας όπως ορίζεται στο σημείο 42 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 39) «κράτος-μέλος προέλευσης»: κράτος-μέλος προέλευσης όπως ορίζεται στο σημείο 43 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 40) «κράτος-μέλος υποδοχής»: κράτος-μέλος υποδοχής όπως ορίζεται στο σημείο 44 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 41) «κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ»: κεντρικές τράπεζες του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών όπως ορίζονται στο σημείο 45 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 42) «κεντρικές τράπεζες»: κεντρικές τράπεζες όπως ορίζονται στο σημείο 46 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 43) «ενοποιημένη κατάσταση»: ενοποιημένη κατάσταση όπως ορίζεται στο σημείο 47 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 44) «ενοποιημένη βάση»: ενοποιημένη βάση όπως ορίζεται στο σημείο 48 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 45) «υποενοποιημένη βάση»: υποενοποιημένη βάση όπως ορίζεται στο σημείο 49 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 46) «χρηματοοικονομικό μέσο»: χρηματοοικονομικό μέσο όπως ορίζεται στο σημείο 50 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 47) «ίδια κεφάλαια»: ίδια κεφάλαια όπως ορίζονται στο σημείο 118 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 48) «λειτουργικός κίνδυνος»: λειτουργικός κίνδυνος όπως ορίζεται στο σημείο 52 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 49) «τεχνική μείωσης πιστωτικού κινδύνου»: τεχνική μείωσης πιστωτικού κινδύνου όπως ορίζεται στο σημείο 57 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 50) «τιτλοποίηση»: τιτλοποίηση όπως ορίζεται στο σημείο 61 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 51) «θέση τιτλοποίησης»: θέση τιτλοποίησης όπως ορίζεται στο σημείο 62 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 52) «οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση»: οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση όπως ορίζεται στο σημείο 66 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 53) «προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές»: προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές όπως ορίζονται στο σημείο 73 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 54) «χαρτοφυλάκιο συναλλαγών»: χαρτοφυλάκιο συναλλαγών όπως ορίζεται στο σημείο 86 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 55) «ρυθμιζόμενες αγορές»: ρυθμιζόμενες αγορές όπως ορίζονται στο σημείο 92 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο αναφέρεται στο σημείο 14 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με την παρ. 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007, 56) «μόχλευση»: μόχλευση όπως ορίζεται στο σημείο 93 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 57) «κίνδυνος υπερβολικής μόχλευσης»: κίνδυνος υπερβολικής μόχλευσης όπως ορίζεται στο σημείο 94 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 58) «εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικών αξιολογήσεων»: εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικών αξιολογήσεων όπως ορίζεται στο σημείο 98 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 59) «εσωτερικές προσεγγίσεις»: η προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων η οποία αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 143, η μέθοδος των εσωτερικών υποδειγμάτων η οποία αναφέρεται στο άρθρο 221, η μέθοδος εσωτερικών εκτιμήσεων η οποία αναφέρεται στο άρθρο 225, οι εξελιγμένες προσεγγίσεις μέτρησης που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 312, η μέθοδος εσωτερικών υποδειγμάτων που αναφέρεται στα άρθρα 283 και 363 και η μέθοδος εσωτερικής αξιολόγησης που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 259 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 60) «κράτος-μέλος»: κάθε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κάθε άλλο κράτος που έχει κυρώσει τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Ε.Ο.Χ.), 61) «τρίτες χώρες»: οι λοιπές, πέραν των κρατών-μελών, χώρες.
2.  
    Επί ιδρυμάτων που έχουν υιοθετήσει το δυαδικό σύστημα διοίκησης, ως «Διοικητικό Συμβούλιο» κατά την έννοια του σημείου 7 της προηγούμενης παραγράφου νοείται το διοικητικό όργανο που είναι επιφορτισμένο με τις εκεί διαλαμβανόμενες αρμοδιότητες. Ως «μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου» κατά την έννοια του σημείου 8 της προηγούμενης παραγράφου νοείται το διοικητικό όργανο που ασκεί την εκεί διαλαμβανόμενη εποπτική αρμοδιότητα.
Άρθρο 4 "Αρμόδιες Αρχές (άρθρο 4 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Στην Τράπεζα της Ελλάδος ανατίθεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 αναφορικά με πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε τρίτες χώρες, και με χρηματοδοτικά ιδρύματα.
2.  
    Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας και των διατάξεων του Καταστατικού της, η εποπτεία που ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος, με βάση τον παρόντα νόμο, αφορά στη φερεγγυότητα, στη διασφάλιση επαρκούς ρευστότητας και στη διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων με βάση τον παρόντα νόμο και τον ανωτέρω Κανονισμό, καθώς και στην εν γένει εύρυθμη και με επαρκή διαφάνεια λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων
3.  
    Για την επίτευξη του σκοπού της εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να καθορίζει κριτήρια και να θεσπίζει κανόνες ή να λαμβάνει μέτρα, γενικά ή ειδικά, κατά πιστωτικό ίδρυμα, και να προβαίνει στην αξιολόγηση, καθώς και τη διαρκή παρακολούθηση της τήρησης των υποχρεώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω του καθορισμού υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων, γραπτών επεξηγήσεων, εφόσον ζητηθεί, καθώς και μέσω της διενέργειας εκ μέρους της επιτόπιων ελέγχων
4.  
    Οι κατά τα άρθρα 1-166 του παρόντος νόμου και κατά τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος ασκούνται με Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του Καταστατικού της ή εξουσιοδοτημένου από αυτή οργάνου. Με όμοια Πράξη μπορούν να θεσπίζονται, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη περί ενσωμάτωσης των ενωσιακών διατάξεων στην ελληνική έννομη τάξη, οι ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την προσαρμογή και τη συμμόρφωση προς οδηγίες, αποφάσεις, κανονισμούς και συστάσεις, που εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα που αφορούν τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος. Με τις κανονιστικές πράξεις του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να λαμβάνεται και κάθε αναγκαίο συμπληρωματικό μέτρο για την εφαρμογή των παραπάνω πράξεων. Κατά την άσκηση, ειδικώς, της ανωτέρω κανονιστικής αρμοδιότητας, που αφορά στην ενσωμάτωση της ενωσιακής νομοθεσίας, απαιτείται ενημέρωση του Υπουργείου Οικονομικών σε εύλογο χρόνο πριν από την έκδοση της σχετικής Πράξης.
5.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 6 και 15 του παρόντος άρθρου, οι κανονιστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες, ευχέρειες ή αποκλίσεις που προβλέπει ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 υπέρ των κρατών-μελών ασκούνται με Πράξεις της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος ή εξουσιοδοτημένου από αυτή οργάνου.
6.  
    Στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανατίθεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 αναφορικά με τις επιχειρήσεις επενδύσεων, καθώς και τις επιχειρήσεις του στοιχείου γ΄ του σημείου 2 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του εν λόγω Κανονισμού, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα των εν λόγω επιχειρήσεων με έδρα σε τρίτες χώρες.
7.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει τις πληροφορίες που απαιτούνται για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των ιδρυμάτων και, κατά περίπτωση, των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, με τις απαιτήσεις του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και είναι αρμόδια να εξετάζει πιθανές παραβιάσεις αυτών.
8.  
    Τα ιδρύματα παρέχουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την αξιολόγηση της συμμόρφωσής τους με τους κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Τα ιδρύματα διατηρούν επίσης μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες που επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους προς τους εν λόγω κανόνες.
9.  
    Τα ιδρύματα καταγράφουν όλες τις συναλλαγές τους και καταχωρίζουν τα συστήματα και τις διαδικασίες που διέπονται από τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ούτως ώστε η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να μπορεί να ελέγξει ανά πάσα στιγμή τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων με τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
10.  
    Τα εποπτικά καθήκοντα δυνάμει του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθώς και τα λοιπά καθήκοντα της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ασκούνται διακριτά και ανεξάρτητα από τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που αφορούν την εξυγίανση.
11.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τα πιστωτικά ιδρύματα και τα λοιπά εποπτευόμενα από αυτή πρόσωπα οφείλουν να παρέχουν στους συναλλασσόμενους με αυτά ως προς τους όρους των συναλλαγών τους, για τη διασφάλιση της διαφάνειας και της σαφήνειας
12.  
    Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας, η εποπτεία που ασκεί η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με βάση τον παρόντα νόμο, αφορά στη φερεγγυότητα, στη διασφάλιση επαρκούς ρευστότητας και στη διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου με βάση τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθώς και στην εν γένει εύρυθμη και με επαρκή διαφάνεια λειτουργία των επιχειρήσεων της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου.
13.  
    Για την επίτευξη του σκοπού της εποπτείας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να καθορίζει κριτήρια και να θεσπίζει κανόνες ή να λαμβάνει μέτρα, γενικά ή ειδικά, κατά επιχείρηση της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, και να προβαίνει στην αξιολόγηση, καθώς και τη διαρκή παρακολούθηση της τήρησης των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου μέσω του καθορισμού υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων, γραπτών επεξηγήσεων, εφόσον ζητηθεί, καθώς και μέσω της διενέργειας, εκ μέρους της, επιτόπιων ελέγχων
14.  
    Οι κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ασκούνται με Απόφαση του Διοι­κητικού της Συμβουλίου. Με όμοια Απόφαση μπορούν να θεσπίζονται, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη περί ενσωμάτωσης των ενωσιακών διατάξεων στην ελληνική έννομη τάξη, οι ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την προσαρμογή και τη συμμόρφωση προς οδηγίες, αποφάσεις, κανονισμούς και συστάσεις, που εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα που αφορούν τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Με τις κανονιστικές πράξεις του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να λαμβάνεται και κάθε αναγκαίο συμπληρωματικό μέτρο για την εφαρμογή των παραπάνω πράξεων. Κατά την άσκηση, ειδικώς, της ανωτέρω κανονιστικής αρμοδιότητας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που αφορά στην ενσωμάτωση της ενωσιακής νομοθεσίας, απαιτείται ενημέρωση του Υπουργείου Οικονομικών σε εύλογο χρόνο πριν από την έκδοση της σχετικής Απόφασης.
15.  
    Οι προβλεπόμενες από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 κανονιστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες, ευχέρειες ή αποκλίσεις υπέρ των κρατών-μελών ασκούνται κατά το λόγο της αρμοδιότητας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου.
16.  
    Οι κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εκδιδόμενες κανονιστικές πράξεις μπορούν να έχουν αναδρομικό χαρακτήρα, τηρουμένης της παραγράφου 1 του άρθρου 191 του παρόντος νόμου.
Άρθρο 5 "Συντονισμός των αρμόδιων αρχών (άρθρο 5 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για το μεταξύ τους συντονισμό με βάση Πρωτόκολλο Συνεργασίας
2.  
    Για την αποτελεσματική άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση όσον αφορά ιδίως την κεφαλαιακή επάρκεια ομίλων στους οποίους περιλαμβάνονται πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 4, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προβλέπουν στο ανωτέρω Πρωτόκολλο Συνεργασίας ενδεικτικά:
  1. τις διαδικασίες με τις οποίες θα διασφαλίζεται η προηγούμενη ενημέρωση και η εν γένει ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ανωτέρω αρχών, με σκοπό την, κατά το δυνατόν, αποφυγή επικαλύψεων και τη μείωση του διοικητικού κόστους, επί θεμάτων που αφορούν:
    • μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διοικητική διάρθρωση των εποπτευόμενων επιχειρήσεων,
    • σημαντικές κυρώσεις ή έκτακτα μέτρα που κάθε αρχή λαμβάνει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία,
  2. τη συμμετοχή της κάθε αρχής σε επιτόπιους ελέγχους που διενεργεί άλλη αρχή στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία και
  3. τα της ανάθεσης αρμοδιοτήτων από τη μία αρχή στην άλλη, στο πλαίσιο της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας
Άρθρο 6 "Συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού"
1.  
    Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (άρθρο 6 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Κατά την άσκηση των, δυνάμει του παρόντος νόμου, αρμοδιοτήτων της, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αντίστοιχα, λαμβάνει υπόψη τη σύγκλιση όσον αφορά τα χρησιμοποιούμενα εποπτικά εργαλεία και τις εποπτικές πρακτικές κατά την εφαρμογή των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών απαιτήσεων που θεσπίζονται με βάση τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Για το σκοπό αυτόν: α) η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (εφεξής ΕΣΧΕ), συνεργάζονται προσηκόντως, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται η ανταλλαγή κατάλληλων και αξιόπιστων πληροφοριών μεταξύ αυτών και άλλων μερών του ΕΣΧΕ, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που καθορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, β) η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συμμετέχουν στις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) (εφεξής ΕΑΤ) που συστάθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 331) και, κατά περίπτωση, στα σώματα εποπτών, γ) η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μεριμνούν ώστε να ακολουθούνται οι κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εκδίδονται από την ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 16 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και να ανταποκρίνονται στις προειδοποιήσεις και συστάσεις που εκδίδει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (εφεξής ΕΣΣΚ) σύμφωνα με το άρθρο 16 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, δ) η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζονται στενά με το ΕΣΣΚ.
Άρθρο 7
1.  
    Ενωσιακή διάσταση της εποπτείας (άρθρο 7 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ) Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνουν δεόντως υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών τους στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος των άλλων εμπλεκομένων κρατών-μελών, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, βάσει των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες τη δεδομένη χρονική στιγμή
Άρθρο 8 "Άδεια λειτουργίας (άρθρο 8 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα ιδρύονται και λειτουργούν κατόπιν άδειας λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος. Τα πιστωτικά ιδρύματα επιτρέπεται να ιδρύονται και να λειτουργούν μόνο με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας ή με τη μορφή του αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1667/1986 (Α΄ 196) ή με τη μορφή της Ευρωπαϊκής Εταιρείας (SΕ) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2157/2001 (ΕΕ L 294) ή με τη μορφή της Ευρωπαϊκής Συνεταιριστικής Εταιρείας (SCΕ) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1435/2003 (ΕΕ L 207).
2.  
    Τηρουμένων των άρθρων 10 έως 15, η Τράπεζα της Ελλάδος εξουσιοδοτείται να καθορίζει το περιεχόμενο της αίτησης άδειας λειτουργίας, τα συνυποβαλλόμενα προς τούτο αναγκαία δικαιολογητικά και στοιχεία, τις ειδικότερες προϋποθέσεις και τη διαδικασία για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας. Τα συγκεκριμένα στοιχεία κοινοποιούνται στην ΕΑΤ.
3.  
    Ο πιστωτικός συνεταιρισμός που λαμβάνει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, συναλλάσσεται με τα μέλη του, με άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και με το Ελληνικό Δημόσιο. Κατόπιν έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος και υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που αυτή θέτει κατά περίπτωση, ο συνεταιρισμός μπορεί να συναλλάσσεται και με μη μέλη του μέχρι ποσού που σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει ποσοστό 50% επί των χορηγήσεών του ή των καταθέσεών του. Κατόπιν έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος και υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που αυτή τυχόν θέτει, στον ανωτέρω περιορισμό δεν υπόκεινται οι συναλλαγές:.
  1. οποιασδήποτε φύσεως όταν συμμετέχει και μέλος του συνεταιρισμού, καθώς και
  2. αυτές που αφορούν δευτερεύουσες τραπεζικές εργασίες διαμεσολαβητικού χαρακτήρα
4.  
    Για τη λήψη άδειας λειτουργίας οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν σχετική αίτηση και, πριν από τη χορήγηση της άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος, προβαίνουν στην κάλυψη του αρχικού κεφαλαίου, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 12. Σε περίπτωση υποβολής αίτησης για ίδρυση πολυμετοχικού πιστωτικού ιδρύματος, την αίτηση υποβάλλει δεόντως εξουσιοδοτημένη ιδρυτική επιτροπή, η οποία τηρεί τις ισχύουσες διατάξεις περί προσέλκυσης κεφαλαίων από επενδυτές.
Άρθρο 9 "Απαγόρευση σε πρόσωπα ή επιχειρήσεις εκτός των πιστωτικών ιδρυμάτων της δραστηριότητας αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό (άρθρο 9 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Απαγορεύεται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα η κατ’ επάγγελμα αποδοχή καταθέσεων χρημάτων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό
2.  
  1. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της νομοθεσίας, απαγορεύεται επίσης η κατ’ επάγγελμα χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων, εφόσον δεν έχει παρασχεθεί προς το σκοπό αυτόν ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος.
  2. Οι όροι για τη χορήγηση άδειας για την κατ’ επάγγελμα χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων καθορίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος.
  3. Η απαγόρευση της προηγούμενης περίπτωσης δεν καταλαμβάνει τη χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων με οποιονδήποτε τρόπο (περιλαμβανομένης της εκδόσεως πιστωτικών καρτών), εφόσον πρόκειται είτε περί δανείων ή λοιπών πιστώσεων μεταξύ επιχειρήσεων συνδεδεμένων, κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, είτε περί δανείων ή λοιπών πιστώσεων που χορηγούνται από επιχειρήσεις προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών που διατίθενται από την ίδια την παρέχουσα την πίστωση ή το δάνειο επιχείρηση.
3.  
    Η απαγόρευση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν ισχύει:
  1. για την έκδοση τίτλων από το Ελληνικό Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα, εφόσον αυτό προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και
  2. για τη λήψη μετρητών ή επιστρεπτέων κεφαλαίων από επιχειρήσεις που εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά την άσκηση της κύριας επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας που τους έχει παρασχεθεί, με βάση τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας
4.  
    Για το ύψος του επιτοκίου και τον εν γένει εκτοκισμό, καθώς και τις λοιπές επιβαρύνσεις των δανείων ή λοιπών πιστώσεων που χορηγούνται με βάση την ισχύουσα νομοθεσία από τις επιχειρήσεις παροχής πιστώσεων ή από άλλα χρηματοδοτικά ιδρύματα σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην άδεια λειτουργίας που τους έχει χορηγηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος ή από επιχειρήσεις, που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα, για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, εφαρμόζονται τα ισχύοντα για τα πιστωτικά ιδρύματα
Άρθρο 10 "Πρόγραμμα δραστηριοτήτων και οργανωτική διάρθρωση (άρθρο 10 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Η αίτηση αδείας λειτουργίας πρέπει να συνοδεύεται από πρόγραμμα δραστηριοτήτων το οποίο περιγράφει τα είδη των σκοπούμενων επιχειρηματικών δράσεων και την οργανωτική διάρθρωση του πιστωτικού ιδρύματος
2.  
    Στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων αναφέρονται ιδίως η έκταση των εργασιών, το χρονοδιάγραμμα επίτευξης των στόχων του πιστωτικού ιδρύματος, η διάρθρωση του ομίλου στον οποίο τυχόν ανήκει, καθώς και το πλαίσιο του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, περιλαμβανομένων των λειτουργιών της Εσωτερικής Επιθεώρησης, της Διαχείρισης Κινδύνων και της Κανονιστικής Συμμόρφωσης, και των διαδικασιών που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 66. Σε περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα προτίθεται να παρέχει και επενδυτικές υπηρεσίες πρέπει να καλύπτονται και οι εκάστοτε προβλεπόμενες υποχρεώσεις, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από πιστωτικά ιδρύματα.
3.  
    Στην αίτηση γνωστοποιείται, επίσης, η ταυτότητα, καθώς επίσης και στοιχεία αναφορικά με το κύρος, την εκπαίδευση, τις τυχόν ποινικές καταδίκες, την περιουσιακή κατάσταση, την εμπειρία και την κατάρτιση των επικεφαλής των κρίσιμων λειτουργιών του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις ισχύουσες αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος περί των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου των πιστωτικών ιδρυμάτων
Άρθρο 11 "Δραστηριότητες πιστωτικών ιδρυμάτων που υπόκεινται σε αμοιβαία αναγνώριση (Παράρτημα Ι της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Οι δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων για την εφαρμογή των άρθρων 33, 34, 36 και 38 έως 43 που υπόκεινται σε αμοιβαία αναγνώριση, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, έχουν ως εξής:
  1. αποδοχή καταθέσεων και άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων,
  2. χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται μεταξύ άλλων:
  3. η καταναλωτική πίστη, συμβάσεις πίστωσης εν σχέσει με ακίνητα, οι πράξεις αναδόχου εισπράξεως απαιτήσεων (factοring) με ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής και η χρηματοδότηση εμπορικών συναλλαγών συμπεριλαμβανομένου του fοrfeiting),
  4. χρηματοδοτική μίσθωση (leasing),
  5. δ) υπηρεσίες πληρωμών του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ (ΕΕ L 337) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όπως αυτό έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία,
  6. έκδοση και διαχείριση άλλων μέσων πληρωμών (π.χ. ταξιδιωτικών και τραπεζικών επιταγών) στο βαθμό που η δραστηριότητα αυτή δεν καλύπτεται από την προηγούμενη περίπτωση,.
  7. εγγυήσεις και αναλήψεις υποχρεώσεων,
  8. συναλλαγές για λογαριασμό του ιδίου του ιδρύματος ή της πελατείας του σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
    • μέσα της χρηματαγοράς (αξιόγραφα, πιστοποιητικά καταθέσεων κ.λπ.),.
    • συνάλλαγμα,
    • προθεσμιακά συμβόλαια χρηματοπιστωτικών τίτλων ή χρηματοπιστωτικά δικαιώματα,
    • συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων και συναλλάγματος,
    • κινητές αξίες,
  9. συμμετοχές σε εκδόσεις τίτλων και παροχή συναφών υπηρεσιών περιλαμβανομένων ειδικότερα και των υπηρεσιών αναδόχου εκδόσεως τίτλων,
  10. παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις όσον αφορά τη διάρθρωση του κεφαλαίου, τη βιομηχανική στρατηγική και συναφή θέματα παροχής συμβουλών, καθώς και υπηρεσιών στον τομέα της συγχώνευσης και της εξαγοράς επιχειρήσεων,
  11. διαμεσολάβηση στις διατραπεζικές αγορές,
  12. διαχείριση χαρτοφυλακίου ή παροχή συμβουλών για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου,
  13. φύλαξη και διαχείριση κινητών αξιών,
  14. συλλογή και επεξεργασία εμπορικών πληροφο­ριών, περιλαμβανομένων και των υπηρεσιών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας πελατών,
  15. εκμίσθωση θυρίδων,
  16. έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος,
  17. οι επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007 και οι παρεπόμενες υπηρεσίες της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου οι οποίες αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα κατά την έννοια του άρθρου 5 του ν. 3606/2007.
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, εκτός από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δραστηριότητες, να επιτρέπει σε πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον καλύπτονται οι σχετικοί κίνδυνοι, την άσκηση και λοιπών χρηματοπιστωτικών ή δευτερευουσών δραστηριοτήτων, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί για το σκοπό αυτόν να καθορίζει, γενικώς ή κατά περίπτωση, και άλλα κριτήρια, καθώς και ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις.
Άρθρο 12 "Αρχικό κεφάλαιο (άρθρο 12 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Για τη χορήγηση από την Τράπεζα της Ελλάδος άδειας λειτουργίας απαιτείται η κάλυψη αρχικού κεφαλαίου ίσου τουλάχιστον με τα ακόλουθα ποσά:
  1. με το ποσό των δεκαοκτώ εκατομμυρίων (18.000.000) ευρώ στην περίπτωση πιστωτικού ιδρύματος,.
  2. με το ποσό των εννέα εκατομμυρίων (9.000.000) ευρώ στην περίπτωση υποκαταστήματος πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σε τρίτη χώρα,.
  3. με το ποσό των έξι εκατομμυρίων (6.000.000) ευρώ στην περίπτωση πιστωτικού συνεταιρισμού που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα.
  4. Τα ποσά της παρούσας παραγράφου μπορεί να αναπροσαρμόζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, σε ποσά όχι μικρότερα των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ.
2.  
    Το αρχικό κεφάλαιο περιλαμβάνει μόνο ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
3.  
  1. Σε περίπτωση που το αρχικό κεφάλαιο δεν καλύπτεται ολοσχερώς με μετρητά, η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζει, με απόφασή της, κατά περίπτωση, τα λοιπά στοιχεία με τα οποία μπορεί αυτό να καλύπτεται και καθορίζει την απαιτούμενη αναλογία των μετρητών προς τα εν λόγω στοιχεία, λαμβάνοντας υπόψη τα ισχύοντα κριτήρια για την επάρκεια της ρευστότητας και τη φερεγγυότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων
  2. Ειδικότερα, στην περίπτωση μετατροπής λειτουργούντος νομικού προσώπου σε πιστωτικό ίδρυμα, ποσοστό τουλάχιστον 80% του ενεργητικού του υπό μετατροπή νομικού προσώπου θα πρέπει να είναι συνολικά τοποθετημένο σε μετρητά, καταθέσεις, τίτλους διαπραγματεύσιμους σε οργανωμένες αγορές και βραχυπρόθεσμα δάνεια ή λοιπές πιστώσεις που έχουν χορηγηθεί με τραπεζικά κριτήρια
4.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει με απόφασή της την προθεσμία εντός της οποίας τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν:
  1. να αναπροσαρμόζουν τα ίδια κεφάλαιά τους προς το εκάστοτε απαιτούμενο ελάχιστο αρχικό κεφάλαιο,
  2. να επαναφέρουν τα ίδια κεφάλαιά τους, σε περίπτωση μείωσής τους, στο ύψος του εκάστοτε απαιτούμενου ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου.
  3. Η ανωτέρω προθεσμία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες στην περίπτωση α΄ και τους δώδεκα (12) μήνες στην περίπτωση β΄ της παρούσας παραγράφου.
5.  
    Προκειμένου περί αύξησης των ιδίων κεφαλαίων λειτουργούντων πιστωτικών ιδρυμάτων, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλει με απόφασή της ειδικούς όρους για τη συγκέντρωση του κεφαλαίου, σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου
Άρθρο 13 "Πραγματική διοίκηση και έδρα (άρθρο 13 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος παρέχει άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος μόνο υπό την προϋπόθεση ότι δύο τουλάχιστον πρόσωπα πλήρους απασχόλησης όντως διευθύνουν τη δραστηριότητα του αιτούντος πιστωτικού ιδρύματος και τα οποία θα συμμετέχουν, ως εκτελεστικά μέλη, στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτού
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος αρνείται τη χορήγηση της εν λόγω άδειας λειτουργίας εάν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 83
3.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα που ιδρύονται και λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν να έχουν την καταστατική έδρα και την πραγματική κεντρική διοίκησή τους στην Ελλάδα
Άρθρο 14 "Μέτοχοι και εταίροι (άρθρο 14 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος αρνείται τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε ένα πιστωτικό ίδρυμα εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει προηγουμένως γνωστοποιήσει την ταυτότητα των είκοσι (20) σημαντικότερων μετόχων ή εταίρων του, καθώς και των μετόχων ή εταίρων του, άμεσων ή έμμεσων, φυσικών ή νομικών προσώπων, οι οποίοι κατέχουν ειδική συμμετοχή, καθώς και το ποσοστό συμμετοχής τους. Επίσης, γνωστοποιείται η ταυτότητα των φυσικών προσώπων που, αν και δεν περιλαμβάνονται στα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου, ασκούν, μέσω γραπτών ή άλλων συμφωνιών ή μέσω κοινής δράσης, τον έλεγχο του πιστωτικού ιδρύματος.
2.  
    Για να καθοριστεί εάν πληρούνται τα κριτήρια ειδικής συμμετοχής, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου και οι όροι για την άθροιση αυτών που αναφέρονται στα άρθρα 9, 10, 12 και στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 13 του ν. 3556/2007 και στην περίπτωση στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007. Κατά τον υπολογισμό του προηγούμενου εδαφίου δεν λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή οι μετοχές με δικαίωμα ψήφου τις οποίες κατέχουν ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής ή τοποθέτησης χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το Παράρτημα Ι Τμήμα Α σημείο 6 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, υπό τον όρο ότι, τα εν λόγω δικαιώματα, αφενός, δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διαχείριση του εκδότη και, αφετέρου, εφόσον υπάρχει πρόθεση μεταβίβασης εντός ενός έτους από την απόκτηση.
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος αρνείται τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε ένα πιστωτικό ίδρυμα εφόσον, μέσα από το πρίσμα της αναγκαιότητας να εξασφαλισθεί η υγιής και συνετή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των μετόχων ή εταίρων του, ιδίως όταν δεν πληρούνται τα κριτήρια που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 24. Εφαρμόζονται προς τούτο οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 24 και το άρθρο 25.
4.  
    Όταν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί την άδεια λειτουργίας μόνον εάν οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν την ορθή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής της. Η Τράπεζα της Ελλάδος αρνείται τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα εάν νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία το υπό ίδρυση πιστωτικό ίδρυμα έχει στενούς δεσμούς, ή εάν δυσχέρειες σχετικές με την εφαρμογή των εν λόγω νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, παρεμποδίζουν την ορθή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής της. Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα να της παρέχουν τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε να μπορεί να παρακολουθεί σε συνεχή βάση τη συμμόρφωση με τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο ή ότι δεν ανέκυψαν καταστάσεις που θα αποτελούσαν αιτία για τη μη χορήγηση της άδειας λειτουργίας.
Άρθρο 15 "Ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την ίδρυση και τη λειτουργία πιστωτικού ιδρύματος"
1.  
    Πριν από τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, αλλά και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης, για την επίτευξη των σκοπών της εποπτείας και για λόγους διαφάνειας:
  1. Να ζητά στοιχεία για την ταυτότητα, το κύρος, την εκπαίδευση, τις τυχόν ποινικές καταδίκες, τη χρηματοοικονομική ευρωστία και εν γένει περιουσιακή κατάσταση, την εμπειρία, την κατάρτιση και την προέλευση των οικονομικών μέσων των:
    • φυσικών ή νομικών προσώπων που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, συμμετοχή ή δικαιώματα ψήφου σε ποσοστό ανώτερο του 1% στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος,
    • είκοσι μεγαλύτερων μετόχων του πιστωτικού ιδρύματος και των φυσικών προσώπων που τους ελέγχουν, άμεσα ή έμμεσα, σε περίπτωση που οι εν λόγω μέτοχοι είναι νομικά πρόσωπα,
    • φυσικών προσώπων που ασκούν, μέσω γραπτών ή άλλων συμφωνιών ή μέσω κοινής δράσης, τον έλεγχο του πιστωτικού ιδρύματος,
    • προσώπων:
    • i) που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 13, ii) των λοιπών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και iii) των επικεφαλής των κρίσιμων λειτουργιών του πιστωτικού ιδρύματος
  2. Να επιβάλει με απόφασή της στα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και της υποπερίπτωσης αα΄ της περίπτωσης α΄ της παρούσας παραγράφου την υποχρέωση να έχουν ονομαστικές τις μετοχές με δικαίωμα ψήφου
  3. Να απαιτεί, όπως συγκεκριμένα ποσοστά του συνόλου των πιο πάνω ονομαστικών μετοχών με δικαίωμα ψήφου ανήκουν σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα, που τυγχάνουν της προηγούμενης έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης να καθορίζει για την επίτευξη των ανωτέρω στόχων:
  1. τα αναγκαία δικαιολογητικά και στοιχεία, καθώς και τις λοιπές λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου,
  2. τους ειδικότερους περιορισμούς και όρους ως προς τις δραστηριότητες ή τα καθήκοντα που τυχόν ανατίθενται σε σχέση με τη λειτουργία του πιστωτικού ιδρύματος στα φυσικά πρόσωπα, που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της προηγούμενης παραγράφου για την αποτροπή ή ελαχιστοποίηση καταστάσεων σημαντικής σύγκρουσης συμφερόντων ή επιρροών, που αποβαίνουν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος,
  3. τους ειδικότερους περιορισμούς και όρους για τις δραστηριότητες του πιστωτικού ιδρύματος,
  4. τα κριτήρια βάσει των οποίων θεωρείται ότι φυσικά και νομικά πρόσωπα διατηρούν ειδική σχέση, άμεσα ή έμμεσα, με το πιστωτικό ίδρυμα,
  5. κατά παρέκκλιση από τις γενικώς ισχύουσες περί ανωνύμων εταιρειών διατάξεις, τις διαδικασίες, τα ανώτατα όρια και τους λοιπούς όρους των πάσης φύσεως δανείων, λοιπών πιστώσεων, εγγυήσεων, καθώς και συμμετοχών των πιστωτικών ιδρυμάτων, στα πρόσωπα της περίπτωσης δ΄ της παρούσας παραγράφου, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω συναλλαγές δεν διενεργούνται με προνομιακούς όρους σε σχέση με τους γενικούς όρους που το πιστωτικό ίδρυμα εφαρμόζει ή με τρόπο που μπορεί να αποβεί σε βάρος της χρηστής και συνετής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος και
  6. την υποχρέωση υποβολής αίτησης εισαγωγής των μετοχών του πιστωτικού ιδρύματος σε οργανωμένη αγορά, για τη διασφάλιση μεγαλύτερης διασποράς και των αυξημένων υποχρεώσεων που πηγάζουν από το θεσμικό πλαίσιο, εντός προθεσμίας που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή το ελάχιστο διάστημα που απαιτείται από τις ισχύουσες διατάξεις για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης εισαγωγής μετοχών των επιχειρήσεων σε οργανωμένη αγορά
3.  
    Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και του άρθρου 14 και των άρθρων 23 έως 27, σε περίπτωση που οι μέτοχοι είναι νομικά πρόσωπα, οι υποχρεώσεις γνωστοποίησης αφορούν τα φυσικά πρόσωπα που ελέγχουν, άμεσα ή έμμεσα, τα εν λόγω νομικά πρόσωπα. Για το σκοπό υπολογισμού της σχετικής συμμετοχής λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις του άρθρου 28.
Άρθρο 16 "Άρνηση χορήγησης άδειας λειτουργίας (άρθρο 15 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 13, 14 και 15 η Τράπεζα της Ελλάδος δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος, εάν:
  1. κρίνει ότι τα πρόσωπα, που αναφέρονται στα άρθρα αυτά, δεν είναι αξιόπιστα ή εν γένει κατάλληλα να εξασφαλίσουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και την αποτροπή ή ελαχιστοποίηση καταστάσεων σημαντικής σύγκρουσης συμφερόντων ή επιρροών, που αποβαίνουν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος,
  2. κρίνει ειδικότερα ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 13, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και το Διοικητικό Συμβούλιο, ως σύνολο, δεν διαθέτουν την απαιτούμενη για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους κατάρτιση και εμπειρία, όπως η εμπειρία αυτή προκύπτει από προϋπηρεσία τους σε θέσεις ανάλογης ευθύνης, κατά προτίμηση σε πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα,
  3. διατηρεί αμφιβολίες για τη νομιμότητα προέλευσης, την αληθή κυριότητα ή για την επάρκεια των οικονομικών πόρων των μετόχων του άρθρου 14, και, σε περίπτωση νομικών προσώπων, των φυσικών προσώπων που τα ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα,
  4. κρίνει ότι η διάρθρωση του ομίλου των επιχειρήσεων που συνδέονται με το πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, δεν είναι ικανοποιητικά διαφανής, ώστε να διασφαλίζει την απρόσκοπτη άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων,.
  5. δεν πληρούται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις αδειοδότησης, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο
2.  
    Στην περίπτωση που η Τράπεζα της Ελλάδος αρνείται τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, ενημερώνει τον αιτούντα για την απόφασή της και τους λόγους απόρριψης του αιτήματός του εντός εξαμήνου από την παραλαβή της αίτησης ή, εάν η αίτηση δεν είναι πλήρης, εντός εξαμήνου από τη λήψη όλων των πληροφοριών που απαιτούνται για την απόφαση. Σε κάθε περίπτωση, εκδίδεται απόφαση χορήγησης ή άρνησης χορήγησης άδειας εντός δώδεκα (12) μηνών από την παραλαβή της αίτησης.
Άρθρο 17 "Προηγούμενη διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών (άρθρο 16 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος, προτού χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, διαβουλεύεται με τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους-μέλους στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το πιστωτικό ίδρυμα:
  1. αποτελεί θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος-μέλος,
  2. αποτελεί θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος-μέλος,
  3. ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος-μέλος
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος, προτού χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, συμβουλεύεται την αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων επενδύσεων στο εμπλεκόμενο κράτος-μέλος όπου το πιστωτικό ίδρυμα:
  1. είναι θυγατρική ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Ένωση,
  2. είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Ένωση,
  3. ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Ένωση
3.  
    Οι αρμόδιες αρχές των παραγράφων 1 και 2 διαβουλεύονται μεταξύ τους, ιδίως όταν αξιολογούν την καταλληλότητα των υποψήφιων μετόχων, καθώς και τη φήμη και την εμπειρία των μελών του υπό σύσταση Διοικητικού Συμβουλίου, τα οποία τυχόν συμμετέχουν στη διαχείριση άλλης οντότητας του ίδιου ομίλου. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν εκατέρωθεν οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την καταλληλότητα των μετόχων, την εντιμότητα και την εμπειρία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που είναι σχετική με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος και τη σε βάθος χρόνου εκτίμηση της συμμόρφωσης με τους όρους λειτουργίας.
Άρθρο 18
1.  
    Υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος (άρθρο 17 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Δεν απαιτείται άδεια λειτουργίας ή αρχικό κεφάλαιο για υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας με βάση την Οδηγία 2013/36/ΕΕ σε άλλα κράτη-μέλη. Η εγκατάσταση και η εποπτεία των υποκαταστημάτων αυτών διέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 33, του άρθρου 34, του άρθρου 35, και, της παραγράφου 2 του άρθρου 39, της παραγράφου 2 του άρθρου 42, των άρθρων 44 έως 49, του άρθρου 50 και των άρθρων 66 και 67.
Άρθρο 19
1.  
    Ανάκληση άδειας λειτουργίας (άρθρο 18 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος μόνο όταν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα: α) παραιτείται ρητώς από αυτή, έπαυσε να ασκεί τη δραστηριότητά του για περίοδο μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών ή δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας σε διάστημα δώδεκα (12) μηνών από τη λήψη της αδείας λειτουργίας του, β) απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλο μη σύννομο τρόπο, γ) δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους του χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, δ) δεν πληροί το σύνολο των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στα άρθρα 92 έως 403 και 411 έως 428 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή επιβάλλονται δυνάμει της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 96 ή του άρθρου 98 ή δεν παρέχει πλέον την εγγύηση ότι μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του και, κυρίως, δεν εξασφαλίζει πλέον την ασφάλεια των κεφαλαίων που του έχουν εμπιστευθεί οι καταθέτες του, ε) υπάγεται σε μία από τις άλλες περιπτώσεις ανάκλησης που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, στ) διαπράττει μία από τις παραβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 59, ζ) αδυνατεί ή αρνείται να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά του, η) παρακωλύει με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο που ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, θ) παραβαίνει διατάξεις νόμων σχετικών με την εποπτεία ή την άσκηση της δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων ή αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, σε βαθμό που είναι δυνατόν να τίθενται σε διακινδύνευση η φερεγγυότητα του πιστωτικού ιδρύματος ή εν γένει η επίτευξη των στόχων της ασκούμενης από την Τράπεζα της Ελλάδος εποπτείας, ή ι) δημιουργούνται καταστάσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 14 ή η διάρθρωση του ομίλου του πιστωτικού ιδρύματος έχει μεταβληθεί κατά τρόπο που να παρεμποδίζεται η αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων.
Άρθρο 20 "Επωνυμία των πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρο 19 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Για τους σκοπούς της άσκησης των δραστηριοτήτων τους, τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν σε ολόκληρη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης την ίδια επωνυμία που χρησιμοποιούν στο κράτος-μέλος της έδρας τους, ανεξαρτήτως των διατάξεων του κράτους-μέλους υποδοχής όσον αφορά τη χρήση των λέξεων «τράπεζα», «ταμιευτήριο» ή άλλων παρομοίων τραπεζικών επωνυμιών. Σε περίπτωση που υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί σύγχυση, η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί, για λόγους σαφήνειας, να συνοδεύεται η επωνυμία από επεξηγηματικά στοιχεία.
2.  
    Σε κάθε περίπτωση, η χρήση του όρου «τράπεζα», «ταμιευτήριο» ή οποιασδήποτε ξενόγλωσσης απόδοσής του στην επωνυμία ή το διακριτικό τίτλο επιχείρησης επιτρέπεται μόνο σε πιστωτικά ιδρύματα, εκτός εάν το είδος της δραστηριότητας της επιχείρησης, όπως αυτό προκύπτει από το καταστατικό της και όπως πρέπει παράλληλα να υποδηλώνεται στην επωνυμία και στο διακριτικό τίτλο της επιχείρησης, αποκλείει τον κίνδυνο σύγχυσης του κοινού
3.  
    Οι αμιγείς πιστωτικοί συνεταιρισμοί, που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος ως πιστωτικά ιδρύματα, μπορούν να χρησιμοποιούν στην επωνυμία τους τον όρο «Συνεταιριστική Τράπεζα»
Άρθρο 21 "Κοινοποίηση στην ΕΑΤ των χορηγήσεων και των ανακλήσεων άδειας λειτουργίας (άρθρο 20 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στην ΕΑΤ κάθε άδεια λειτουργίας που χορηγεί, σύμφωνα με το άρθρο 8
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας αρχή παρέχει στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές και στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες σχετικά με τον όμιλο πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 14, την παράγραφο 1 του άρθρου 66 και την παράγραφο 2 του άρθρου 102 του παρόντος νόμου, ιδίως σχετικά με τη νομική και οργανωτική διάρθρωση του ομίλου και τη διακυβέρνησή του
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στην ΕΑΤ κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας μαζί με τους λόγους της σχετικής ανάκλησης
Άρθρο 22 "Παρέκκλιση για πιστωτικά ιδρύματα τα οποία συνδέονται κατά τρόπο μόνιμο με κεντρικό οργανισμό (άρθρο 21 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να παρεκκλίνει από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 10 και 12 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 13 του παρόντος νόμου όσον αφορά πιστωτικό ίδρυμα που αναφέρεται στο άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αυτόν.
2.  
    Όταν η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει την παρέκκλιση της παραγράφου 1, τα άρθρα 18, 33, 34, 38, η παράγραφος 2 του άρθρου 39, τα άρθρα 41 και 42, τα άρθρα 44 έως 49, τα άρθρα 66 έως 88 και τα άρθρα 121 έως 132 εφαρμόζονται στο σύνολο του δικτύου που αποτελείται από τον κεντρικό οργανισμό και τα ιδρύματα που συνδέονται με αυτόν
Άρθρο 23 "Γνωστοποίηση και αξιολόγηση προτεινόμενων αποκτήσεων συμμετοχής (άρθρο 22 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο («υποψήφιος αγοραστής») το οποίο, μεμονωμένα ή «από κοινού δράση» με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει τα όρια του 20%, του 1/3 ή του 50%, ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση («προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής»), απευθύνει έγγραφη γνωστοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος σχετικά με το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο επιδιώκει είτε να αποκτήσει είτε να αυξήσει την ειδική συμμετοχή πριν από την απόκτηση, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής και τις σχετικές πληροφορίες, όπως εξειδικεύονται, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 24
2.  
    Κάθε υποψήφιος αγοραστής, ο οποίος έχει αποφασίσει να αποκτήσει ή να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, υφιστάμενη συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα ούτως ώστε το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου που θα κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει το όριο του 5%, ενημερώνει προηγουμένως την Τράπεζα της Ελλάδος και της γνωστοποιεί το ποσοστό της νέας συμμετοχής. Η Τράπεζα της Ελλάδος αξιολογεί, κατά περίπτωση, εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών, εάν η συμμετοχή αυτή οδηγεί σε σημαντική επιρροή και σε θετική περίπτωση ενημερώνει τον υποψήφιο αγοραστή και προβαίνει στην απαιτούμενη αξιολόγηση της παραγράφου 1 του άρθρου 24.
3.  
    Εφόσον τις συμμετοχές των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου προτίθενται να πραγματοποιήσουν νομικά πρόσωπα, αυτά γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος την ταυτότητα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, των σημαντικότερων διευθυντικών στελεχών, των μετόχων που κατέχουν τουλάχιστον 5%, καθώς και όπου ενδείκνυται, την ταυτότητα των φυσικών προσώπων, υπό την έννοια του πραγματικού δικαιούχου της παρ. 16 του άρθρου 4 του ν. 3691/2008 (Α΄ 166), που, άμεσα ή έμμεσα, τα ελέγχουν, καθώς και κάθε μεταγενέστερη μεταβολή. Αντίστοιχη υποχρέωση γνωστοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος υπέχουν και τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα.
4.  
    Εάν τις συμμετοχές των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου προτίθενται να αποκτήσουν έμμεσα ένα ή περισσότερα πρόσωπα, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αξιολογεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 24, πέραν του υποψήφιου αγοραστή που προτίθεται να αποκτήσει άμεσα τη συμμετοχή και του πραγματικού δικαιούχου, και τα τυχόν παρεμβαλλόμενα, μεταξύ των δύο προηγούμενων περιπτώσεων, πρόσωπα
5.  
    Ως «από κοινού δράση» για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καθώς και των άρθρων 24 έως 28 νοείται η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότεροι υποψήφιοι αγοραστές προτίθενται να ενεργούν συντονισμένα κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους μετά την απόκτηση μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου με συμφωνία που μπορεί να γίνεται εγγράφως ή προφορικά ή συνάγεται από πραγματικά περιστατικά, ανεξαρτήτως εάν τα πρόσωπα που δρουν από κοινού συνδέονται μεταξύ τους. Η κοινοποίηση των δικαιωμάτων ψήφου της ως άνω περίπτωσης στην Τράπεζα της Ελλάδος γίνεται είτε από τον κάθε υποψήφιο αγοραστή είτε από έναν από αυτούς, ο οποίος έχει εξουσιοδοτηθεί για το σκοπό αυτόν.
6.  
  1. Εφόσον οι κληρονόμοι προσώπου που ήταν κάτοχος συμμετοχής των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, αποκτούν ατομικά συμμετοχή των ανωτέρω εδαφίων, ενημερώνουν σχετικά την Τράπεζα της Ελλάδος εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία θανάτου του κληρονομούμενου ή από την ημερομηνία νόμιμης επαγωγής της κληρονομίας σε αυτούς.
  2. Σε περίπτωση αποποίησης της κληρονομίας, η προαναφερόμενη προθεσμία παρατείνεται αντιστοίχως μέχρι την παρέλευση τεσσάρων (4) μηνών από την επαγωγή της κληρονομίας στους περαιτέρω κληρονόμους, οι οποίοι έχουν την υποχρέωση ενημέρωσης.
  3. Την ίδια υποχρέωση ενημέρωσης έχει και ο τυχόν εκτελεστής της διαθήκης ή ο κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομίας ή ο εκκαθαριστής της κληρονομίας που ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.
  4. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, εφόσον κρίνει ότι κληρονόμοι εκ των αναφερομένων στην προηγούμενη περίπτωση δεν είναι κατάλληλοι για να διασφαλίσουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, να ακολουθήσει τη διαδικασία των παραγράφων 4, 5 και 6 του άρθρου 27
7.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή ότι παρέλαβε την κατά την παράγραφο 1 γνωστοποίηση ή τις κατά την παράγραφο 8 επιπλέον πληροφορίες αμελλητί και σε κάθε περίπτωση εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την παραλαβή αυτών. Η Τράπεζα της Ελλάδος εντός μέγιστης προθεσμίας εξήντα (60) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της γνωστοποίησης και όλων των εγγράφων που απαιτείται να επισυνάπτονται στη γνωστοποίηση βάσει του καταλόγου που προβλέπει η παράγραφος 4 του άρθρου 24 («περίοδος αξιολόγησης»), προκειμένου να διενεργήσει την αξιολόγηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 24 («αξιολόγηση»). Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει τον υποψήφιο αγοραστή, κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής, για την ημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης.
8.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί μέχρι και την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδου αξιολόγησης, εφόσον κριθεί αναγκαίο, να ζητά εγγράφως περαιτέρω πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα αυτό υποβάλλεται εγγράφως και εξειδικεύει τα αναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες από την Τράπεζα της Ελλάδος και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης του υποψήφιου αγοραστή, αναστέλλεται η περίοδος αξιολόγησης. Η αναστολή δεν υπερβαίνει τις είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει τη διακριτική ευχέρεια να υποβάλει περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση των πληροφοριών, τούτο όμως δεν συνεπάγεται περαιτέρω αναστολή της περιόδου αξιολόγησης.
9.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να παρατείνει την αναστολή που αναφέρεται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου έως τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε κανονιστικό πλαίσιο σε τρίτη χώρα ή είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο στο εποπτικό καθεστώς που με βάση την ενωσιακή νομοθεσία διέπει τα πιστωτικά ιδρύματα, τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τις εταιρείες διαχείρισης Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ)
10.  
    Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίσει να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, ενημερώνει εγγράφως τον υποψήφιο αγοραστή, εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την ολοκλήρωση της αξιολόγησης και χωρίς να υπερβαίνει την περίοδο αξιο­λόγησης, εκθέτοντας τους λόγους. Η απόφαση περί απόρριψης της συμμετοχής με τη δέουσα αιτιολόγηση μπορεί να δημοσιοποιείται κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος ή και κατόπιν αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή. Η θετική απόφαση δημοσιοποιείται σε κάθε περίπτωση.
11.  
    Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος δεν αντιταχθεί εγγράφως στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, εντός της περιόδου αξιολόγησης, τότε η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε
12.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνει την προθεσμία αυτή, οσάκις ενδείκνυται
Άρθρο 24 "Κριτήρια αξιολόγησης (άρθρο 23 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Κατά την αξιολόγηση της γνωστοποίησης των παραγράφων 1 και 6 του άρθρου 23 και των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 8 του άρθρου 23, η Τράπεζα της Ελλάδος προκειμένου να εξασφαλίσει την ορθή και συνετή διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος για το οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αγοραστή στο πιστωτικό ίδρυμα, αξιολογεί την καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και την ορθότητα της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, σύμφωνα με το σύνολο των ακόλουθων κριτηρίων:
  1. τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή,
  2. τη φήμη, τη γνώση, τις δεξιότητες και την πείρα, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 83, ενός εκάστου εκ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και οποιουδήποτε ανώτερου διοικητικού στελέχους που θα διευθύνει τις δραστηριότητες του πιστωτικού ιδρύματος κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής,
  3. τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, ιδίως ως προς το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκούνται από το πιστωτικό ίδρυμα για το οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής,
  4. την ικανότητα του πιστωτικού ιδρύματος να συμμορφώνεται και να συνεχίσει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, κατά περίπτωση, βάσει του ενωσιακού δικαίου και κυρίως των νόμων 3455/2006 και 4021/2011, όπως το κατά πόσον ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλος διαθέτει δομή που καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ τους,.
  5. κατά πόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3691/2008, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν να αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι’ αυτό, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή δεν είναι πλήρεις ή αληθείς
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν επιβάλλει εκ των προτέρων όρους, όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί ούτε εξετάζει την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής από πλευράς οικονομικών αναγκών της αγοράς
4.  
  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος με απόφασή της δημοσιοποιεί κατάλογο με τις αναγκαίες, για τους σκοπούς της προληπτικής εποπτείας, πληροφορίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης, οι οποίες πρέπει να υποβάλονται σε αυτήν κατά τη γνωστοποίηση που προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου 23
  2. Οι πληροφορίες της περίπτωσης α΄ είναι προσαρμοσμένες αναλόγως με τα χαρακτηριστικά του υποψήφιου αγοραστή (φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εποπτευόμενο ή μη κ.λπ.), το βαθμό συμμετοχής του στη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος για το οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής και το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής.
5.  
    Με την επιφύλαξη των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 23, εάν υποβληθούν στην Τράπεζα της Ελλάδος δύο ή περισσότερες προτάσεις για απόκτηση ή αύξηση ειδικών συμμετοχών στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα, η Τράπεζα της Ελλάδος αντιμετωπίζει όλους τους υποψήφιους αγοραστές αμερόληπτα
Άρθρο 25 "Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών (άρθρο 24 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά την αξιολόγηση της απόκτησης συμμετοχής, διαβουλεύεται εκτενώς με τις οικείες αρμόδιες αρχές, εφόσον ο υποψήφιος αγοραστής είναι:
  1. πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή επιχείρηση του άρθρου 31 του παρόντος νόμου ή εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια της περίπτωσης β΄ του άρθρου 3 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250) («εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ»), με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής,.
  2. μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, επιχείρησης επενδύσεων ή εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής,
  3. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος διαβιβάζει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών-μελών, για τους σκοπούς της αξιολόγησης της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής που προβλέπεται στο παρόν άρθρο ή σε αντίστοιχη διάταξη νομοθεσίας κρατών-μελών που ενσωματώνει το άρθρο 22 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όπως ισχύει:
  1. κατόπιν αιτήματός τους, κάθε σχετική πληροφορία, και
  2. με δική της πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικής σημασίας σχετικές πληροφορίες, διαβιβάζοντας και στις δύο περιπτώσεις τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις σχετικά με τον υποψήφιο αγοραστή
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητά πληροφορίες από αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών για τους σκοπούς αξιολόγησης από αυτήν προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής. Στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος για την προτεινόμενη συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα επισημαίνονται τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις τις οποίες ενδεχομένως εξέφρασε η αλλοδαπή αρχή, στο πλαίσιο της ανωτέρω διαβούλευσης.
Άρθρο 26
1.  
    Γνωστοποίηση στην περίπτωση διάθεσης συμμετοχής (άρθρο 25 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αποφάσισε να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, το κοινοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος γραπτώς πριν από τη διάθεση συμμετοχής, αναφέροντας το ύψος της σχετικής συμμετοχής που προτίθεται να διατηρήσει. Το εν λόγω πρόσωπο κοινοποιεί επίσης στην Τράπεζα της Ελλάδος την απόφασή του να μειώσει την ειδική συμμετοχή του κατά τρόπον ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί κάτω από τα όρια του 20%, του 1/3 ή του 50% ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να παύσει να είναι θυγατρική του.
Άρθρο 27 "Υποχρεώσεις ενημέρωσης και κυρώσεις (άρθρο 26 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών αφότου λάβουν γνώση αποκτήσεων ή εκχωρήσεων συμμετοχών στο κεφάλαιό τους, οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα ποσοστά συμμετοχής πάνω ή κάτω από τα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 23 και στο άρθρο 26, ενημερώνουν σχετικά την Τράπεζα της Ελλάδος
2.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα, εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών αφότου λάβουν γνώση, γνωστοποιούν, επίσης, στην Τράπεζα της Ελλάδος οποιαδήποτε αλλαγή στην ταυτότητα ή στα στοιχεία των προσώπων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 15 και λήφθηκαν υπόψη κατά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυμάτων ή τη διαδικασία έγκρισης μετέπειτα αλλαγών των στοιχείων αυτών
3.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα υποβάλλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος, τουλάχιστον ετησίως, μέχρι τη 15η Ιουλίου κάθε έτους, τα ονόματα των μετόχων ή εταίρων που έχουν συμμετοχή άνω του 1%, καθώς και τα ποσοστά των συμμετοχών αυτών, όπως προκύπτουν, ιδίως, από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή εταίρων ή από τις πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει των υποχρεώσεων που υπέχουν οι εταιρείες των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά
4.  
    Σε περίπτωση που η επιρροή των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 23 είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του ιδρύματος, η Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να τερματισθεί αυτή η κατάσταση, όπως προσωρινά μέτρα, κυρώσεις, τηρουμένων των άρθρων 57 έως 64, κατά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των διευθυντικών στελεχών ή επιβάλλει την παύση των αποτελεσμάτων εκ της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την εν λόγω συμμετοχή
5.  
    Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων που παραβαίνουν την υποχρέωση να ενημερώνουν προηγουμένως την Τράπεζα της Ελλάδος, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 23 και υπό την επιφύλαξη των άρθρων 57 έως 64
6.  
    Σε περίπτωση που αποκτηθεί συμμετοχή παρά την αντίθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, ανεξάρτητα από τυχόν άλλες κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, παύει αυτοδικαίως να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την εν λόγω συμμετοχή
7.  
    Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων γνωστοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος περί της αλλαγής της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα, κατόχους συμμετοχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 23 ή εφόσον δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόν απαίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για την εφαρμογή των προβλεπομένων στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 15, παύει αυτοδικαίως να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή του νομικού προσώπου στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος και η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλει με απόφασή της τις κυρώσεις που προβλέπονται στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 58
8.  
    Για τους σκοπούς της εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητά από τα πιστωτικά ιδρύματα τη γνωστοποίηση των στοιχείων της ταυτότητας και το ύψος του ποσοστού συμμετοχής των μεγαλύτερων μετόχων τους που αθροιστικά συγκεντρώνουν στην κατοχή τους την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου του πιστωτικού ιδρύματος
Άρθρο 28 "Κριτήρια ειδικής συμμετοχής (άρθρο 27 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Προκειμένου να προσδιορισθεί εάν πληρούνται τα κριτήρια ειδικής συμμετοχής, όπως αναφέρονται στα άρθρα 23, 26 και 27 του παρόντος νόμου, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου και οι όροι για την άθροιση αυτών που αναφέρονται στα άρθρα 9, 10, 12 και στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 13 του ν. 3556/2007.
2.  
    Κατά την εξέταση των κριτηρίων ειδικής συμμετοχής του άρθρου 27 του παρόντος νόμου, δεν λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή οι μετοχές με δικαίωμα ψήφου τις οποίες κατέχουν ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής ή τοποθέτησης χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με την περίπτωση στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω δικαιώματα δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλο τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διοίκηση του εκδότη και εφόσον υπάρχει πρόθεση μεταβίβασης εντός ενός έτους από την απόκτηση.
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ρυθμίζει ειδικά θέματα και λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 23 έως 28 του παρόντος νόμου, ιδίως αναφορικά με τα υπόχρεα πρόσωπα, τα υποβαλλόμενα στοιχεία ή πληροφορίες κατ’ αντιστοιχία προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 15 ή τα κριτήρια αξιολόγησης
Άρθρο 29 "Αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων (άρθρο 28 και 29 (1) (2) (4) της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν αρχικό κεφάλαιο το οποίο αποτελείται μόνο από ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, ανέρχεται κατ’ ελάχιστον σε εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδες (125.000) ευρώ.
2.  
    Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που προβαίνουν σε δια­πραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό, σε αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης ή σε λειτουργία Πολυμερούς Μηχανισμού Διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ) διαθέτουν αρχικό κεφάλαιο το οποίο ανέρχεται κατ’ ελάχιστον σε επτακόσιες τριάντα χιλιάδες (730.000) ευρώ.
3.  
    Κατ’ εξαίρεση της παραγράφου 2 οι επιχειρήσεις επενδύσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου που εκτελούν εντολές πελατών για χρηματοοικονομικά μέσα μπορούν να κατέχουν τέτοια μέσα για ίδιο λογαριασμό, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
  1. η λήψη τέτοιων θέσεων οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι η επιχείρηση επενδύσεων δεν είναι ικανή να εξασφαλίσει την επακριβή κάλυψη των εντολών των επενδυτών,
  2. η συνολική αγοραία αξία αυτών των θέσεων δεν υπερβαίνει το 15% του αρχικού κεφαλαίου της επιχείρησης,
  3. η επιχείρηση πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 92 έως 95 και στα άρθρα 387 έως 403 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,.
  4. οι θέσεις αυτές έχουν συμπτωματικό και προσωρινό χαρακτήρα και είναι αυστηρά περιορισμένες στο διάστημα που απαιτείται για τη διεκπεραίωση της εν λόγω συναλλαγής
4.  
    Η κατοχή θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα για την επένδυση ιδίων κεφαλαίων δεν θεωρείται διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό
Άρθρο 30
1.  
    Αρχικό κεφάλαιο τοπικών επιχειρήσεων (άρθρο 30 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Οι τοπικές επιχειρήσεις διαθέτουν αρχικό κεφάλαιο πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ εφόσον απολαμβάνουν του δικαιώματος ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που προβλέπονται στα άρθρα 31 και 33 του ν. 3606/2007.
Άρθρο 31 "Κάλυψη για επιχειρήσεις που δεν επιτρέπεται να κατέχουν κεφάλαια ή τίτλους πελατών (άρθρο 31 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Για τις εταιρείες της περίπτωσης γ΄ του σημείου 2 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η κάλυψη λαμβάνει μία από τις ακόλουθες μορφές:.
  1. αρχικό κεφάλαιο πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ,.
  2. ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης καλύπτουσα ολόκληρο το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ισοδύναμη εγγύηση έναντι της ευθύνης από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό ύψους ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ τουλάχιστον ανά απαίτηση και συνολικά ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) ευρώ κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις,.
  3. συνδυασμό αρχικού κεφαλαίου και ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης με τρόπο που να οδηγεί σε επίπεδο κάλυψης αντίστοιχο με το προβλεπόμενο στις περιπτώσεις α΄ ή β΄
2.  
    Αν επιχείρηση της προηγούμενης παραγράφου είναι επίσης εγγεγραμμένη στο οικείο μητρώο βάσει του π.δ. 190/ 2006 (Α’ 196) ως ασφαλιστής ή ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του εν λόγω προεδρικού διατάγματος, διαθέτει ως επιπλέον κάλυψη και ένα από τα παρακάτω:.
  1. αρχικό κεφάλαιο είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ,.
  2. ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης καλύπτουσα ολόκληρο το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ισοδύναμη εγγύηση έναντι της ευθύνης από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ τουλάχιστον ανά απαίτηση και συνολικά επτακοσίων πενήντα χιλιάδων (750.000) ευρώ κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις,.
  3. συνδυασμό αρχικού κεφαλαίου και ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης με τρόπο που να οδηγεί σε επίπεδο κάλυψης αντίστοιχο με το προβλεπόμενο στις περιπτώσεις α΄ ή β΄
Άρθρο 32 "Διατηρησιμότητα ιδίων κεφαλαίων (άρθρο 32 (4) της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Τα ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων επενδύσεων και των επιχειρήσεων του άρθρου 30 δεν πρέπει να μειωθούν κάτω από τα επίπεδα που ορίζονται στο άρθρο 29 ή στο άρθρο 30 αντίστοιχα
2.  
    Τα ίδια κεφάλαια των ανωνύμων εταιρειών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών του άρθρου 31 που διαθέτουν ως κάλυψη αρχικό κεφάλαιο δεν υπολείπονται σε συνεχή βάση του κατά περίπτωση απαιτούμενου ύψους αρχικού κεφαλαίου
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Άρθρο 33 "Ίδρυση υποκαταστημάτων στην Ελλάδα και σε άλλα κράτη - μέλη από πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα (άρθρα 33, 35 (1) (2) (3) (4) και 36 (3) της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει στην Ελλάδα, μπορεί να ασκεί τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 σε άλλα κράτη-μέλη, μέσω υποκαταστήματος, εφόσον αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας του και τηρείται η διαδικασία των παραγράφων 2 έως 6
2.  
    Το πιστωτικό ίδρυμα που επιθυμεί να ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος-μέλος προβαίνει σε σχετική γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος. Η γνωστοποίηση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει:.
  1. το κράτος-μέλος στο οποίο πρόκειται να ιδρυθεί το υποκατάστημα,
  2. το πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο αναγράφονται ιδίως το είδος των εργασιών τις οποίες προτίθεται να ασκήσει το υποκατάστημα και η οργανωτική του δομή, που καλύπτει και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης κινδύνων,
  3. τη διεύθυνση του υποκαταστήματος στο κράτος-μέλος υποδοχής, στην οποία μπορεί να ζητούνται έγγραφα και στοιχεία και
  4. τα ονόματα των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη διεύθυνση του υποκαταστήματος
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μέσα σε τρεις (3) μήνες από την κοινοποίηση των πληροφοριών και των στοιχείων της προηγούμενης παραγράφου τα κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής και ενημερώνει σχετικά το ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα
4.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί επίσης, στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής το ύψος και τη σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων και το άθροισμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος δυνάμει του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013
5.  
    Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος έχει λόγους να αμφιβάλλει ως προς την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή της οικονομικής κατάστασης του πιστωτικού ιδρύματος που σκοπεύει να ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος-μέλος είτε περιορίζει τις προτεινόμενες δραστηριότητες του εν λόγω υποκαταστήματος είτε αρνείται να κοινοποιήσει στις αρμόδιες αρχές του κράτους υποδοχής τις πληροφορίες των παραγράφων 2 και 4 και γνωστοποιεί τους λόγους στο ενδιαφερόμενο ίδρυμα μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη λήψη όλων των σχετικών πληροφοριών των παραγράφων 2 και 4. Η άρνηση κοινοποίησης ή η παράλειψη απάντησης εντός της προθεσμίας αυτής ισοδυναμεί με άρνηση. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το άρθρο 64.
6.  
    Αν μεταβληθεί το περιεχόμενο των πληροφοριών που κοινοποιήθηκαν, σύμφωνα με τις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 2, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να κοινοποιήσει εγγράφως τη μεταβολή στην Τράπεζα της Ελλάδος τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν γίνει η μεταβολή αυτή, ώστε η Τράπεζα της Ελλάδος να μπορεί να ενεργήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 και 5
7.  
    Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η εν γένει διαδικασία για την ίδρυση νέων υποκαταστημάτων στην Ελλάδα από τα πιστωτικά ιδρύματα που εποπτεύονται από αυτή
Άρθρο 34 "Ίδρυση υποκαταστημάτων στην Ελλάδα από πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη (άρθρα 33, 36 (1) (2) (3) και 38 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει σε άλλο κράτος-μέλος, μπορεί να ασκεί τις δραστηριότητες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 μέσω υποκαταστήματος στην Ελλάδα, εφόσον οι δραστηριότητες του υποκαταστήματος αυτού καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος στο κράτος-μέλος προέλευσης και υπό την προϋπόθεση της κοινοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 4 του άρθρου 33, καθώς και αναλυτικών πληροφοριών ως προς το σύστημα εγγύησης καταθέσεων που λειτουργεί στο κράτος-μέλος προέλευσης. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, περισσότερες της μιας μονάδες εκμετάλλευσης, που λειτουργούν στην Ελλάδα, θεωρούνται ως ένα μόνον υποκατάστημα.
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος, εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης της προηγούμενης παραγράφου, οργανώνει την εποπτεία του υποκαταστήματος, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στο άρθρο 39 και στα άρθρα 44 έως 49 και, αν το κρίνει αναγκαίο, κοινοποιεί τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι δραστηριότητες του υποκαταστήματος αυτού πρέπει να ασκούνται στην Ελλάδα για λόγους δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με το άρθρο 39
3.  
    Το υποκατάστημα μπορεί να εγκατασταθεί και να αρχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα μόλις λάβει σχετική κοινοποίηση της Τράπεζας της Ελλάδος, ή, σε περίπτωση μη απάντησης εκ μέρους της, μόλις λήξει η δίμηνη προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου
4.  
    Αν μεταβληθεί το περιεχόμενο των πληροφοριών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 33 ή που αφορούν τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το πιστωτικό ίδρυμα κοινοποιεί εγγράφως αυτήν τη μεταβολή στην Τράπεζα της Ελλάδος, τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν την επέλευσή της, ώστε η Τράπεζα της Ελλάδος να προβεί στις ενέργειες που προβλέπονται στην παράγραφο 2
Άρθρο 35
1.  
    Ενημέρωση για απορριπτικές αποφάσεις (άρθρο 37 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΤ για τον αριθμό και το είδος των περιπτώσεων για τις οποίες υπήρξαν απορριπτικές αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 33
Άρθρο 36 "Παροχή υπηρεσιών, με ή χωρίς εγκατάσταση, σε τρίτες χώρες από πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα - Παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα από πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε τρίτες χώρες (άρθρο 47 (1) και (3) της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει για τη χορήγηση άδειας σε πιστωτικά ιδρύματα, που εδρεύουν στην Ελλάδα, προκειμένου να ιδρύσουν υποκατάστημα σε τρίτες χώρες
2.  
    Για την ίδρυση και λειτουργία στην Ελλάδα υποκαταστημάτων πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σε τρίτη χώρα, η άδεια χορηγείται από την Τράπεζα της Ελλάδος με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας και με την επιφύλαξη των συμφωνιών που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση την παρ. 3 του άρθρου 47 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:.
  1. πριν από την έναρξη λειτουργίας του πρώτου υποκαταστήματος υφίσταται προικώο κεφάλαιο, σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 12, που θα επέχει θέση ιδίων κεφαλαίων για τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος στην Ελλάδα.
  2. Τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων του υποκαταστήματος καθορίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος,.
  3. το πιστωτικό ίδρυμα υποβάλλει τα στοιχεία και τις πληροφορίες που ζητούνται από την Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου αυτή να διαμορφώσει σαφή εικόνα για τη δραστηριότητά του στο πλαίσιο άσκησης της εποπτικής της αρμοδιότητας
3.  
    Για την ίδρυση στην Ελλάδα περισσότερων υποκαταστημάτων πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σε τρίτη χώρα εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 33
4.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες όταν δεν εκπληρώνονται πλέον οι όροι της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια αυτή, ή συντρέχει οποιοσδήποτε από τους όρους του άρθρου 19 και ιδιαίτερα όταν έχει ανακληθεί η άδεια του πιστωτικού ιδρύματος από τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας
5.  
    Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει στην Ελλάδα και επιθυμεί να παρέχει σε τρίτη χώρα, χωρίς εγκατάσταση, μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί την πρόθεσή του αυτή στην Τράπεζα της Ελλάδος
6.  
    Το καθεστώς της παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να είναι ευνοϊκότερο από το αντίστοιχο των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν και λειτουργούν σε άλλο κράτος-μέλος και ασκούν δραστηριότητα με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα
7.  
    Η κατά το άρθρο αυτό άσκηση δραστηριοτήτων στην Ελλάδα πραγματοποιείται με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 39
8.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος:
  1. Εποπτεύει τη ρευστότητα των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες
  2. Μπορεί να καθορίζει για το σκοπό της παρούσας παραγράφου κανόνες γενικής εφαρμογής, με την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά δεν μπορεί να οδηγούν σε ευνοϊκότερο καθεστώς σε σχέση με εκείνο των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν στα κράτη-μέλη
  3. Μπορεί να αίρει, κατά περίπτωση, την υποχρέωση τήρησης ορισμένων ή όλων των προαναφερθέντων κανόνων, με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα δεσμεύεται έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος ότι θα καλύπτει διαρκώς με ισοδύναμο τρόπο τις ανάγκες ρευστότητας των υποκαταστημάτων του στην Ελλάδα
9.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει την απαιτούμενη πληροφόρηση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του παρόντος νόμου
Άρθρο 37
1.  
    Ενημέρωση για άδειες υποκαταστημάτων τρίτων χωρών (άρθρο 47 (2) της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΑΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών για κάθε χορηγούμενη άδεια λειτουργίας υποκαταστήματος πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σε τρίτη χώρα
Άρθρο 38 "Παροχή υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα από πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλο κράτος-μέλος Παροχή υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση σε άλλο κράτος-μέλος από πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα (άρθρα 33 και 39 (1) και (2) της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει στην Ελλάδα και επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες για πρώτη φορά σε άλλο κράτος-μέλος χωρίς να εγκατασταθεί σε αυτό, γνωστοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος εκείνες από τις δραστηριότητες, που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11, τις οποίες προτίθεται να ασκήσει
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής τη γνωστοποίηση της προηγούμενης παραγράφου μέσα σε προθεσμία ενός (1) μήνα από την παραλαβή της
3.  
    Για την παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα από πιστωτικό ίδρυμα άλλου κράτους-μέλους για πρώτη φορά πρέπει προηγουμένως να έχει κοινοποιηθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης του πιστωτικού ιδρύματος η αντίστοιχη γνωστοποίηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου
4.  
    Η κατά το παρόν άρθρο άσκηση δραστηριοτήτων στην Ελλάδα επιτρέπεται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 39
Άρθρο 39 "Λόγοι δημοσίου συμφέροντος - Διαφήμιση (άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Τα πιστωτικά ιδρύματα και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη ή σε τρίτες χώρες και ασκούν δραστηριότητες του καταλόγου της παραγράφου 1 του άρθρου 11 είτε μέσω υποκαταστημάτων είτε μέσω παροχής υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα, επιτρέπεται να ασκούν τις δραστηριότητες αυτές με τον ίδιο τρόπο που τις ασκούν στη χώρα προέλευσής τους, εφόσον δεν παραβιάζουν διατάξεις, οι οποίες, στο πλαίσιο της νομοθεσίας περί πιστωτικών ιδρυμάτων, κεφαλαιαγοράς, καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και προστα­σίας του καταναλωτή, αποβλέπουν στην προστασία των επενδυτών και καταναλωτών τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών ή άλλες διατάξεις δημοσίου συμφέροντος
2.  
    Τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα της παραγράφου 1 επιτρέπεται να διαφημίζουν τις υπηρεσίες που παρέχουν, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, που διέπουν τον τύπο και το περιεχόμενο της εν λόγω διαφήμισης με σκοπό την ορθή και επαρκή πληροφόρηση του κοινού
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της για τον έλεγχο της διαφάνειας των διαδικασιών και των όρων συναλλαγών των εποπτευόμενων από αυτήν προσώπων, μπορεί να απαιτεί την προσαρμογή του περιεχομένου των διαφημίσεών τους
Άρθρο 40
1.  
    Ίδρυση Γραφείων Αντιπροσωπείας πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει με αποφάσεις της τις δραστηριότητες, τους όρους και τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Γραφείων Αντιπροσωπείας πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα, καθώς και κάθε ζήτημα που αφορά την ανάκληση της άδειάς τους, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων για την ίδρυση και λειτουργία υποκαταστημάτων
Άρθρο 41 "Παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα από χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλο κράτος-μέλος και είναι θυγατρικές επιχειρήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρο 34 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Χρηματοδοτικό ίδρυμα, που εδρεύει σε άλλο κράτος-μέλος και είναι θυγατρική ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων, επιτρέπεται να ασκεί στην Ελλάδα οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες της παραγράφου 1 του άρθρου 11 είτε μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος στην Ελλάδα είτε με τη μορφή παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 34 και της παραγράφου 3 του άρθρου 38 και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 33, 38, 39 και 44 έως 49, εφόσον το καταστατικό του επιτρέπει την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών και επιπλέον πληρούνται σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:
  1. η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα στο κράτος-μέλος στο οποίο εδρεύει το χρηματοδοτικό ίδρυμα,
  2. οι ανωτέρω δραστηριότητες ασκούνται πράγματι από το χρηματοδοτικό ίδρυμα στο εν λόγω κράτος-μέλος,
  3. η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις κατέχουν τουλάχιστον το 90% των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την κατοχή μετοχών ή μεριδίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος,
  4. η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν ότι η διαχείριση του χρηματοδοτικού ιδρύματος ασκείται με σύνεση και, μετά από προηγούμενη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών του κράτους-μέλους προέλευσης, δηλώνουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ότι ευθύνονται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το χρηματοδοτικό ίδρυμα,
  5. το χρηματοδοτικό ίδρυμα υπάγεται, ιδίως ως προς τις εν λόγω δραστηριότητες, στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην οποία υπόκειται η μητρική του επιχείρηση ή καθεμία από τις μητρικές του επιχειρήσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 104 έως 120 και τα άρθρα 11 έως 24 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ιδίως σε σχέση με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο άρθρο 92 του εν λόγω Κανονισμού, για τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που προβλέπεται στα άρθρα 387 έως 403 του εν λόγω Κανονισμού και για τον περιορισμό των συμμετοχών που προβλέπεται στα άρθρα 89 και 90 του εν λόγω Κανονισμού.
2.  
  1. Η εκπλήρωση των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 επιβεβαιώνεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης, οι οποίες χορηγούν στο χρηματοδοτικό ίδρυμα σχετικό πιστοποιητικό που επισυνάπτεται στις γνωστοποιήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 1.
  2. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές ενημερώνουν επίσης, την Τράπεζα της Ελλάδος, με βάση τη διαδικασία του άρθρου 34 και του άρθρου 38, για την παύση της ισχύος οποιασδήποτε από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, καθώς επίσης και για το ύψος και τη σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος και το συνολικό ποσό έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζονται κατά τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του πιστωτικού ιδρύματος που αποτελεί τη μητρική του επιχείρηση.
  3. Αν παύσει να ισχύει οποιαδήποτε από τις ανωτέρω προϋποθέσεις, η δυνατότητα και οι όροι υπό τους οποίους το χρηματοδοτικό ίδρυμα θα συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές του καθορίζονται σύμφωνα με την ισχύουσα στην Ελλάδα νομοθεσία
3.  
    Οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και στις θυγατρικές επιχειρήσεις χρηματοδοτικού ιδρύματος, εφόσον αυτές οι θυγατρικές είναι επίσης χρηματοδοτικά ιδρύματα
Άρθρο 42 "Παροχή υπηρεσιών σε άλλα κράτη-μέλη από χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα (άρθρο 34 (1) (2) και 35 (3) της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα και εποπτεύονται, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, από την Τράπεζα της Ελλάδος ιδίως όσον αφορά την τήρηση ελάχιστου ύψους ιδίων κεφαλαίων, την απόκτηση «ειδικών συμμετοχών» στο κεφάλαιό τους, την υιοθέτηση άρτιου και αποτελεσματικού πλαισίου διακυβέρνησης, με ανάλογη εφαρμογή των διατά­ξεων για τα πιστωτικά ιδρύματα, με βάση τον παρόντα νόμο, επιτρέπεται να ασκούν τις δραστηριότητές τους σε άλλο κράτος-μέλος είτε μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος είτε με τη μορφή παροχής υπηρεσιών, εφόσον:
  1. Συντρέχουν, με ανάλογη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, οι ειδικότερες προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 41.
  2. Ειδικότερα, για την ανάλογη εφαρμογή της διάταξης της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 41 απαιτείται προηγούμενη συγκατάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για την ανάληψη από τα πιστωτικά ιδρύματα, που αποτελούν τη μητρική ή τις μητρικές επιχειρήσεις του χρηματοδοτικού ιδρύματος, της ευθύνης για την κάλυψη του συνόλου των υποχρεώσεων που αυτό αναλαμβάνει.
  3. Τα χρηματοδοτικά ιδρύματα γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 33, προκειμένου περί εγκατάστασης μέσω υποκαταστήματος ή το είδος της δραστηριότητας που προτίθενται να ασκήσουν για πρώτη φορά, στο συγκεκριμένο κράτος-μέλος, προκειμένου περί παροχής υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος επαληθεύει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 και χορηγεί στα χρηματοδοτικά ιδρύματα πιστοποιητικό, στο οποίο επισυνάπτονται: α) οι πληροφορίες της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 και β) η κοινοποίηση του ύψους και της σύνθεσης των ιδίων κεφαλαίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος και το συνολικό πόσο έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζονται κατά τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του πιστωτικού ιδρύματος που αποτελεί τη μητρική του επιχείρηση. Όσον αφορά τη γνωστοποίηση της απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος στο χρηματοδοτικό ίδρυμα, τη διαδικασία εγκατάστασης και τη μεταβολή των πληροφοριών της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 3, 5 και 6 του άρθρου 33 και της παραγράφου 2 του άρθρου 38.
3.  
    Αν παύσει να ισχύει οποιαδήποτε από τις προϋ­ποθέσεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους ή των κρατών-μελών, στα οποία το χρηματοδοτικό ίδρυμα ασκεί τις δραστηριότητές του και η δραστηριότητα που ασκεί υπόκειται στο εξής στη νομοθεσία του κράτους-μέλους υποδοχής
4.  
    Για την εποπτεία των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 53, της παραγράφου 1 του άρθρου 50 και 54
Άρθρο 43 "Παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα ή την αλλοδαπή από χρηματοδοτικά ιδρύματα που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 41 και 42 του παρόντος νόμου"
1.  
    Χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε τρίτη χώρα ή σε άλλο κράτος-μέλος, αλλά δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 41, επιτρέπεται να παρέχουν στην Ελλάδα τις υπηρεσίες των περιπτώσεων β΄ έως στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 11, μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος μετά από άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί:
  1. να καθορίζει, κατά περίπτωση, τα απαιτούμενα στοιχεία, τους όρους και προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, στο οποίο περιλαμβάνεται το ελάχιστο ύψος του ποσού που επέχει θέση ιδίων κεφαλαίων για την εγκατάσταση του χρηματοδοτικού ιδρύματος στην Ελλάδα,
  2. να καθορίζει ειδικότερους εποπτικούς κανόνες ή προϋποθέσεις, κατά περίπτωση, για την άσκηση της δραστηριότητάς του στην Ελλάδα, με τήρηση του ισχύοντος εποπτικού πλαισίου στη χώρα έδρας,
  3. να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας και να λαμβάνει μέτρα ή να επιβάλει με απόφασή της κυρώσεις, αντιστοίχως, προς τα ισχύοντα για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα
3.  
    Κάθε χρηματοδοτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα και εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί σε αυτήν εκείνες από τις δραστηριότητες των περιπτώσεων β΄ έως στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 11, που προτίθεται να παρέχει με ή χωρίς εγκατάσταση σε τρίτη χώρα, καθώς και τις πληροφορίες της παραγράφου 2 του άρθρου 33 στην περίπτωση εγκατάστασης υποκαταστήματος. Για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος αλλά δεν εμπίπτουν στο άρθρο 42 η εν λόγω υποχρέωση γνωστοποίησης ισχύει και για την παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος-μέλος. Στις παραπάνω περιπτώσεις η Τράπεζα της Ελλάδος διατηρεί το δικαίωμα να αντιτάσσεται στην παροχή των υπηρεσιών στην αλλοδαπή μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη λήψη όλων των σχετικών πληροφοριών της παρούσας παραγράφου.
4.  
    Κάθε άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος που παρέχεται, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, χορηγείται με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας και υπό την επιφύλαξη των συμφωνιών που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση την παράγραφο 3 του άρθρου 47 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ
5.  
    Το καθεστώς της παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες δεν είναι σε καμία περίπτωση ευνοϊκότερο από το αντίστοιχο των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε κράτος-μέλος και ασκούν δραστηριότητα στην Ελλάδα
6.  
    Για την άσκηση δραστηριοτήτων στην Ελλάδα ισχύει αναλόγως το άρθρο 39
Άρθρο 44 "Αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος για την άσκηση εποπτείας ως αρμόδιας αρχής της χώρας υποδοχής (άρθρο 40 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαιτεί για στατιστικούς λόγους την υποβολή περιοδικών αναφορών για τις δραστηριότητες που πραγματοποιούν στην Ελλάδα τα υποκαταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη ή τρίτες χώρες
2.  
    Οι αναφορές αυτές ζητούνται μόνον για ενημερωτικούς ή στατιστικούς σκοπούς, προς εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 52, ή για σκοπούς εποπτείας σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 44 έως 49. Υπόκεινται στην τήρηση απαιτήσεων επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 54.
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί συγκεκριμένα να απαιτεί πληροφορίες από τα πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 προκειμένου να είναι σε θέση να αξιολογήσει κατά πόσον ένα υποκατάστημα είναι σημαντικό, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 52
Άρθρο 45 "Μέτρα - Κυρώσεις σε πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη (άρθρο 41 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον διαπιστώσει με βάση πληροφορίες που λαμβάνει από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης, δυνάμει του άρθρου 51, ότι για ένα πιστωτικό ίδρυμα με έδρα σε άλλο κράτος-μέλος που διαθέτει υποκατάστημα στην Ελλάδα ή παρέχει υπηρεσίες στο έδαφός της, συντρέχει μία εκ των ακόλουθων περιστάσεων σε σχέση με τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα, ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης:
  1. το πιστωτικό ίδρυμα δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013,.
  2. υπάρχει σοβαρός κίνδυνος το πιστωτικό ίδρυμα να μην συμμορφωθεί με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
2.  
    Οι αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης λαμβάνουν αμελλητί όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα θα λάβει μέτρα για την αντιμετώπιση της μη συμμόρφωσής του ή την αποτροπή του κινδύνου μη συμμόρφωσης. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης γνωστοποιούν τα εν λόγω μέτρα χωρίς καθυστέρηση στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής.
3.  
    Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στις περιπτώσεις που η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργεί υπό την ιδιότητα της αρμό­διας αρχής του κράτους-μέλους προέλευσης πιστωτικού ιδρύματος με υποκατάστημα σε άλλο κράτος-μέλος ή πιστωτικού ιδρύματος που παρέχει υπηρεσίες σε άλλο κράτος-μέλος
4.  
    Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής θεωρεί ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης δεν εκπληρώνουν ή δεν θα εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της παραγράφου 2, μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Εάν ενεργήσει η ΕΑΤ σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, λαμβάνει οποιαδήποτε απόφαση δυνάμει την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισμού εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών. Η ΕΑΤ μπορεί επίσης να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στην επίτευξη συμφωνίας με δική της πρωτοβουλία, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισμού.
Άρθρο 46 "Προληπτικά μέτρα της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ (άρθρο 43 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Πριν ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 45, η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής μπορεί, σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, ενόσω εκκρεμεί η λήψη μέτρων από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης ή μέτρων εξυγίανσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ, να λαμβάνει τα αναγκαία προληπτικά μέτρα για προστασία από ενδεχόμενη χρηματοοικονομική αστάθεια που πιθανώς θα απειλούσε σοβαρά τα συλλογικά συμφέροντα των καταθετών, των επενδυτών και των πελατών στο κράτος-μέλος υποδοχής
2.  
    Τα προληπτικά μέτρα της παραγράφου 1 είναι αναλογικά προς το σκοπό προστασίας από ενδεχόμενη χρηματοοικονομική αστάθεια που πιθανώς θα απειλούσε σοβαρά τα συλλογικά συμφέροντα των καταθετών, των επενδυτών και των πελατών στο κράτος-μέλος υποδοχής. Σε αυτά τα προληπτικά μέτρα μπορεί να περιλαμβάνεται η αναστολή πληρωμών. Τα εν λόγω μέτρα δεν πρέπει να οδηγούν σε προνομιακή μεταχείριση των πιστωτών του πιστωτικού ιδρύματος στην Ελλάδα έναντι των πιστωτών του σε άλλα κράτη-μέλη.
3.  
    Τα προληπτικά μέτρα που ελήφθησαν με βάση την παράγραφο 1 παύουν να ισχύουν μόλις οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης λάβουν μέτρα εξυγίανσης δυνάμει του άρθρου 3 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ
4.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος αίρει τα προληπτικά μέτρα μόλις κρίνει ότι τα εν λόγω μέτρα έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου βάσει του άρθρου 45, εκτός εάν παύσουν να ισχύουν σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο
5.  
    Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ΕΑΤ και οι αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών ενημερώνονται αμελλητί για τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου
6.  
    Αν η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή κράτους-μέλους προέλευσης έχει αντιρρήσεις ως προς τα μέτρα που ελήφθησαν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής, μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Αν ενεργήσει η ΕΑΤ σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, λαμβάνει οποιαδήποτε απόφαση δυνάμει της παραγράφου 3 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισμού εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών. Η ΕΑΤ μπορεί επίσης να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στην επίτευξη συμφωνίας με δική της πρωτοβουλία σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισμού.
Άρθρο 47
1.  
    Εξουσίες των κρατών-μελών υποδοχής (άρθρο 44 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Εάν το πιστωτικό ίδρυμα, παρά τη λήψη των μέτρων του άρθρου 45 από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης ή λόγω ακαταλληλότητας των μέτρων αυτών ή διότι δεν ελήφθησαν καθόλου τέτοια μέτρα εξακολουθεί να παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος, η Τράπεζα της Ελλάδος, αφού ενημερώσει προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους προέλευσης, λαμβάνει προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα ή επιβάλλει με απόφασή της κυρώσεις, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Εφόσον κρίνει τούτο απαραίτητο, απαγορεύει στο πιστωτικό ίδρυμα να διενεργεί νέες πράξεις στην Ελλάδα.
Άρθρο 48
1.  
    Μέτρα για την ανάκληση άδειας λειτουργίας (άρθρο 45 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Αν ανακληθεί η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος με έδρα την Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης ενημερώνει αμελλητί τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής. Εφόσον τη γνωστοποίηση του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνει η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής, λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εμποδίσει το πιστωτικό ίδρυμα του οποίου η άδεια ανακλήθηκε από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης να διενεργεί νέες πράξεις στην Ελλάδα και να διασφαλίσει τα συμφέροντα των καταθετών, των επενδυτών ή άλλων προσώπων στα οποία παρέχονται υπηρεσίες.
Άρθρο 49
1.  
    Αιτιολόγηση και κοινοποίηση (άρθρο 42 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Κάθε μέτρο που λαμβάνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 45 ή των άρθρων 46 και 47 και αφορά σε επιβολή κυρώσεων ή περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή στην εγκατάσταση πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένο και να κοινοποιείται στο ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ
Άρθρο 50 "Αρμοδιότητες της αρμόδιας αρχής στην Ελλάδα ως κράτος-μέλος προέλευσης και ως κράτος - μέλος υποδοχής (άρθρο 49 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η αρμόδια αρχή άλλου κράτους-μέλους υπό την ιδιότητά της ως αρμοδίας κατά περίπτωση αρχής του κράτους-μέλους προέλευσης ιδρύματος ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχείρησης του άρθρου 31 του παρόντος νόμου ασκεί την προληπτική εποπτεία επ’ αυτού, περιλαμβανομένων των δραστηριοτήτων του στην αλλοδαπή, βάσει των άρθρων 33, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 38 και 42 του παρόντος νόμου ή των άρθρων 33 και 34 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή των άρθρων 31 και 33 του ν. 3606/2007 ή των άρθρων 31 και 32 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ. Η άσκηση της αρμοδιότητας του προηγούμενου εδαφίου δεν επηρεάζει την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου ή της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή του ν. 3606/2007 ή της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ αρμοδιότητες του κράτους-μέλους υποδοχής.
2.  
    Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν θίγουν τις αρμοδιότητες άσκησης εποπτείας σε ενοποιημένη βάση
3.  
    Τα μέτρα που λαμβάνονται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της ως αρμόδιας αρχής κράτους - μέλους υποδοχής δεν πρέπει να συνιστούν διακριτική ή περιοριστική μεταχείριση εξαιτίας του γεγονότος ότι οι επιχειρήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος
Άρθρο 51 "Συνεργασία αναφορικά με την εποπτεία (άρθρο 50 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών όπου εδρεύουν οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 50, οι οποίες υπόκεινται στην εποπτεία τους και διατηρούν υποκαταστήματα στην Ελλάδα, καθώς και με τις αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών στα οποία πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα με έδρα στην Ελλάδα διατηρούν υποκαταστήματα. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανταλλάσσει με τις εν λόγω αρμόδιες αρχές όλες τις πληροφορίες αναφορικά με τη διοίκηση, τη διαχείριση και την ιδιοκτησία αυτών των επιχειρήσεων οι οποίες μπορεί να διευκολύνουν την ασκούμενη εποπτεία, την εξέταση ως προς την εκπλήρωση των όρων υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας αυτών, καθώς και όλες τις πληροφορίες που μπορούν να διευκολύνουν την εποπτεία τους ιδίως όσον αφορά τη ρευστότητα, τη φερεγγυότητα, την εγγύηση των καταθέσεων, τη συγκέντρωση κινδύνων, άλλους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν το συστημικό κίνδυνο που αντιπροσωπεύουν αυτές, τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και το σύστημα εσωτερικού ελέγχου.
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης κοινοποιεί αμελλητί στις αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών υποδοχής κάθε πληροφορία ή διαπίστωση που αφορά την εποπτεία της ρευστότητας, σύμφωνα με τα άρθρα 411 έως 428 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τα άρθρα 104 έως 120 του παρόντος νόμου, των δραστηριοτήτων που ασκούνται από το ίδρυμα μέσω των υποκαταστημάτων του, στο βαθμό που οι πληροφορίες και οι διαπιστώσεις αυτές είναι σχετικές με την προστασία των καταθετών ή των επενδυτών στο κράτος-μέλος υποδοχής.
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης ενημερώνει αμέσως τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών-μελών υποδοχής σε περίπτωση που εκδηλώνεται ή πιθανολογείται ευλόγως να προκύψει σοβαρή πίεση ρευστότητας. Στην ενημέρωση αυτή περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με το σχέδιο ανάκαμψης και την εφαρμογή του, καθώς και σχετικά με τα προληπτικά εποπτικά μέτρα που ενδεχομένως λαμβάνονται σε αυτό το πλαίσιο.
4.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης κοινοποιεί και εξηγεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής, εφόσον ζητηθεί, την προσέγγιση βάσει της οποίας ελήφθησαν υπόψη οι κοινοποιηθείσες πληροφορίες και διαπιστώσεις. Αν η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης διαφωνεί με τα μέτρα που πρόκειται να ληφθούν από τις αρμόδιες αρχές κράτους-μέλους υποδοχής, μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
5.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής δικαιούται να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης τις πληροφορίες των ανωτέρω παραγράφων. Αν μετά τη διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών και των διαπιστώσεων συνεχίζει να θεωρεί ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης δεν έχουν λάβει κατάλληλα μέτρα, μπορεί, αφού πρώτα ενημερώσει αυτές και την ΕΑΤ, να λάβει κατάλληλα μέτρα προκειμένου να προληφθούν περαιτέρω παραβάσεις, να προστατευθούν τα συμφέροντα των καταθετών, των επενδυτών και των λοιπών συναλλασσομένων, και να προστατευθεί η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
6.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να παραπέμπει στην ΕΑΤ περιπτώσεις στις οποίες αίτημα αυτής για συνεργασία και ιδίως αίτημα για ανταλλαγή πληροφοριών απορρίφθηκε ή δεν διεκπεραιώθηκε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος
Άρθρο 52 "Σημαντικά υποκαταστήματα (άρθρο 51 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής μπορεί να υποβάλει αίτημα προς την αρχή ενοποιημένη εποπτείας στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται η παράγραφος 1 του άρθρου 105 ή προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης ώστε να θεωρηθεί σημαντικό το εγκατεστημένο στην Ελλάδα υποκατάστημα ιδρύματος.
  2. Από την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι επιχειρήσεις επενδύσεων του άρθρου 95 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
  3. Στο παραπάνω αίτημα εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους το υποκατάστημα πρέπει να θεωρηθεί σημαντικό, αναφορικά ιδίως με τις εξής παραμέτρους:
    • αν το μερίδιο αγοράς του υποκαταστήματος ως προς τις καταθέσεις στην Ελλάδα υπερβαίνει ποσοστό 2%,
    • τις πιθανές επιπτώσεις από την αναστολή ή την παύση των εργασιών του ιδρύματος στη συστημική ρευστότητα και στα συστήματα πληρωμών, διακανονισμού και εκκαθάρισης στην Ελλάδα,
    • το μέγεθος και τη σημασία του υποκαταστήματος στο ελληνικό τραπεζικό ή χρηματοοικονομικό σύστημα με βάση τον αριθμό των πελατών του
  4. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους-μέλους υποδοχής καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης, καθώς και με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόζεται η παράγραφος 1 του άρθρου 105, προκειμένου να αποφασίσουν από κοινού ως προς το χαρακτηρισμό ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού
  5. Αν εντός δύο (2) μηνών από την παραλαβή του αιτήματος της περίπτωσης α΄ δεν επιτευχθεί κοινή απόφαση, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εφόσον ενεργεί ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής, λαμβάνει μονομερώς τη σχετική απόφαση εντός νέου χρονικού διαστήματος δύο (2) μηνών από τη λήξη της προηγούμενης δίμηνης προθεσμίας.
  6. Κατά τη λήψη της εν λόγω απόφασης λαμβάνονται υπόψη η άποψη και οι τυχόν επιφυλάξεις της αρχής ενοποιημένης εποπτείας ή των αρμόδιων αρχών του κράτους-μέλους προέλευσης.
  7. Οι αποφάσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ΄ και δ΄ της παρούσας παραγράφου διατυπώνονται εγγράφως με πλήρη αιτιολόγηση και διαβιβάζονται στις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές.
  8. Οι αποφάσεις αυτές αναγνωρίζονται και εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές των εμπλεκόμενων κρατών-μελών.
  9. Ο χαρακτηρισμός ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες των αρμόδιων αρχών όπως καθορίζονται από τον παρόντα νόμο και την Οδηγία 2013/36/ΕΕ
2.  
    Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου 1 εφαρμόζονται αναλόγως στις περιπτώσεις που η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενεργεί υπό την ιδιότητα της αρχής ενοποιημένης εποπτείας ή της αρμόδιας αρχής του κράτους-μέλους προέλευσης ιδρύματος με υποκατάστημα σε άλλο κράτος-μέλος
3.  
  1. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής, όπου είναι εγκατεστημένο σημαντικό υποκατάστημα ιδρύματος, τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ΄ και δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 110 και εκτελεί τα καθήκοντα που αναφέρονται στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 105 σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής
  2. Αν η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης αντιληφθεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, υπό την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 107, ειδοποιεί αμελλητί το ΕΣΣΚ και τις αρχές που αναφέρονται στις υποπεριπτώσεις αα΄ και δδ΄ της περίπτωσης α΄ και στην υποπερίπτωση αα΄ της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 54, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων αρχών των εμπλεκομένων κρατών-μελών
  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής, όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα ιδρυμάτων τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την αξιολόγηση των κινδύνων των ιδρυμάτων στα οποία ανήκουν τα εν λόγω υποκαταστήματα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 89 και, κατά περίπτωση, στην παράγραφο 2 του άρθρου 106.
  4. Επίσης διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής τις αποφάσεις που λαμβάνονται με βάση τα άρθρα 96 και 98 στο βαθμό που οι εν λόγω εκτιμήσεις και αποφάσεις αφορούν τα συγκεκριμένα υποκαταστήματα.
  5. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης διαβουλεύεται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής, όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, αναφορικά με τις κατά τις παραγράφους 14 και 15 του άρθρου 78 απαιτούμενες ενέργειες, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο εν σχέσει με τους κινδύνους ρευστότητας στο νόμισμα του κράτους-μέλους υποδοχής
4.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους-μέλους υποδοχής έχει τα αντίστοιχα δικαιώματα και καθήκοντα που προβλέπονται στην παράγραφο 3
5.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης δεν διαβουλεύθηκαν με αυτή ή εάν μετά τη διαβούλευση εκείνη έχει σχηματίσει τη θέση ότι οι απαιτούμενες ενέργειες βάσει της παραγράφου 14 του άρθρου 78 δεν είναι οι προσήκουσες.
6.  
  1. Στις περιπτώσεις για τις οποίες δεν εφαρμόζεται το άρθρο 109, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενεργώντας ως αρμόδια αρχή για την εποπτεία ιδρύματος με σημαντικά υποκαταστήματα σε άλλα κράτη-μέλη συστήνει σώμα εποπτών υπό την προεδρία της, προκειμένου να διευκολύνει τη συνεργασία που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 51.
  2. Οι διατυπώσεις για τη σύσταση και λειτουργία του σώματος εποπτών καταρτίζονται εγγράφως από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, μετά από διαβούλευση με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές.
  3. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνεται απόφαση σχετικά με τις αρμόδιες αρχές οι οποίες συμμετέχουν στις συνεδριάσεις ή τις δραστηριότητες του σώματος εποπτών.
  4. Η ανωτέρω απόφαση λαμβάνει υπόψη τη σημασία την οποία έχει για τις λοιπές εμπλεκόμενες αρχές η επιδιωκόμενη εποπτική δράση και ιδίως τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα εμπλεκόμενα κράτη-μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 7, καθώς και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου
  5. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης ενημερώνει εκ των προτέρων με πληρότητα όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με την οργάνωση των συνεδριάσεων και τα προς εξέταση ζητήματα.
  6. Ενημερώνει, επίσης, εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών αναφορικά με τις δράσεις ή τα μέτρα που αποφασίζονται στο πλαίσιο των εν λόγω συνεδριάσεων.
7.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής μετέχει στις εργασίες των σωμάτων προηγούμενης παραγράφου
Άρθρο 53 "Επιτόπιος έλεγχος και επιθεώρηση υποκαταστημάτων (άρθρο 52 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Μετά από προηγούμενη σχετική ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδιας αρχής κράτους-μέλους υποδοχής επιτρέπεται στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών που έχουν χορηγήσει άδεια λειτουργίας και εποπτεύουν ίδρυμα, το οποίο παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος, στο πλαίσιο των διατάξεων του παρόντος νόμου, να προβαίνουν είτε οι ίδιες είτε μέσω εξουσιοδοτημένων από αυτές προσώπων σε επιτόπιο έλεγχο για επαλήθευση της ακρίβειας των στοιχείων και πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 51 και σε επιθεωρήσεις των εν λόγω υποκαταστημάτων. Η κοινοποίηση των εν λόγω πληροφοριών επιτρέπεται κατά τους όρους του άρθρου 54 του παρόντος νόμου και των άρθρων 63 και 67 του ν. 3606/2007.
2.  
    Τα δικαιώματα της ανωτέρω παραγράφου μπορεί να ασκούνται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδιας αρχής του κράτους-μέλους προέλευσης
3.  
    Για τον επιτόπιο έλεγχο των υποκαταστημάτων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, μπορεί, επίσης, να ακολουθηθεί μια από τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 111
4.  
    Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν το δικαίωμα της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπό την ιδιότητα της εποπτικής αρχής του κράτους-μέλους υποδοχής να διενεργεί, προς το σκοπό εποπτείας και σταθερότητας του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος ενός ιδρύματος στην Ελλάδα και να απαιτεί πληροφόρηση σχετικά με τις δραστηριότητές του. Πριν από τη διενέργεια των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβουλεύεται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης. Μετά από τη διενέργεια των ελέγχων και των επιθεωρήσεων η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης τις πληροφορίες και τα ευρήματα που είναι σημαντικά για την αξιολόγηση κινδύνου του ιδρύματος ή για τη σταθερότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.
5.  
    Αντίστοιχα, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες και τα ευρήματα που διαβιβάζονται σε αυτή από τις αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών υποδοχής υποκαταστημάτων ιδρυμάτων, κατά τον προσδιορισμό του προγράμματος εποπτικής εξέτασης του άρθρου 91 του παρόντος νόμου, όπως επίσης τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος του κράτους-μέλους υποδοχής
6.  
    Οι επιτόπιοι έλεγχοι και οι επιθεωρήσεις των υποκαταστημάτων διεξάγονται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους-μέλους στο οποίο διεξάγεται ο έλεγχος ή η επιθεώρηση
7.  
    Κατά τη διενέργεια ελέγχων από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών, δυνάμει του παρόντος νόμου και της εν γένει ισχύουσας νομοθεσίας για την άσκηση της εποπτείας των ιδρυμάτων, τα υποκείμενα στους ελέγχους αυτούς πρόσωπα δεν δικαιούνται να επικαλεσθούν το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων ή άλλο απόρρητο έναντι των αρμόδιων αρχών ή των εξουσιοδοτημένων από αυτές για τη διενέργεια του ελέγχου προσώπων
Άρθρο 54 "Υπηρεσιακό - Επαγγελματικό απόρρητο (άρθρα 53 έως 62 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Τα πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος και οι εντεταλμένοι από την Τράπεζα της Ελλάδος ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο Ποινικό Δίκαιο και την Ποινική Δικονομία, καθώς και των διατάξεων του ν. 3691/2008, όπως ισχύει, καμία από τις εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους σε σχέση με τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος δεν επιτρέπεται να γνωστοποιείται σε κανένα απολύτως πρόσωπο ή δημόσια αρχή, παρά μόνο με συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ώστε να μην προκύπτει η ταυτότητα του συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος. Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος, δεν αποκλείεται για τα παραπάνω πρόσωπα η ανακοίνωση, στο πλαίσιο των διαδικασιών ιδιωτικού δικαίου, εμπιστευτικών πληροφοριών που δεν αφορούν σε τρίτους που αναμείχθηκαν στις διαδικασίες διάσωσης καθ’ οιονδήποτε τρόπο του πιστωτικού ιδρύματος. Ανακοίνωση εμπιστευτικών πληροφοριών επιτρέπεται και σε εκπλήρωση ανειλημμένων υποχρεώσεων βάσει του Προγράμματος Οικονομικής Στήριξης της ελληνικής οικονομίας.
2.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος επιτρέπεται να δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 92 του παρόντος νόμου ή το άρθρο 32 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ή να κοινοποιεί τα αποτελέσματα προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων στην ΕΑΤ με σκοπό τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων ανά την Ευρωπαϊκή Ένωση από την ΕΑΤ.
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανταλλάσσει με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών ή να διαβιβάζει προς το ΕΣΣΚ, την ΕΑΤ ή την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (εφεξής ΕΑΚΑΑ), που συστάθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (ΕΕ L 331), πληροφορίες που σχετίζονται με τις αρμοδιότητές της κατά τον παρόντα νόμο, κατά τον Κανονισμό αριθ. 575/2013, κατά τη νομοθεσία μεταφοράς Οδηγιών της Ένωσης με αντικείμενο τα πιστωτικά ιδρύματα, κατά το άρθρο 15 του Κανονισμού αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, κατά τα άρθρα 31, 35 και 36 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και κατά τα άρθρα 31 και 36 του Κανονισμού αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Αυτές οι πληροφορίες υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο της παραγράφου 1 που σύμφωνα με τις σχετικές ενωσιακές διατάξεις εφαρμόζεται και για τις αρμόδιες αρχές και δεν κοινοποιούνται περαιτέρω χωρίς τη συγκατάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία χορηγείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.
4.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος χρησιμοποιεί τις κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος άρθρου πληροφορίες κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της για τους ακόλουθους σκοπούς:
  1. την άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία,
  2. τον έλεγχο συνδρομής των όρων ανάληψης και άσκησης δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος,
  3. τη διευκόλυνση της εποπτείας, σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση, ιδιαίτερα όσον αφορά τον έλεγχο της ρευστότητας, της φερεγγυότητας, της συγκέντρωσης πιστωτικών κινδύνων και της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου, όπως επίσης και για την επιβολή κυρώσεων ή και στο πλαίσιο διοικητικών ή δικαστικών διαφορών που σχετίζονται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, καθώς και στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της σχετικά με την άσκηση νομισματικής πολιτικής εντός του Ευρωσυστήματος και την επίβλεψη των συστημάτων πληρωμών και
  4. στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουν κινηθεί εναντίον αποφάσεων αυτής ή δυνάμει ειδικών διατάξεων που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων
5.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας, που να προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, καθώς και με άλλες εποπτικές αρχές ή οργανισμούς τρίτων χωρών αντίστοιχους προς αυτούς που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 6, μόνον εάν οι κοινοποιούμενες πληροφορίες καλύπτονται, όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να εξυπηρετεί την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών ή οργανισμών.
6.  
  1. Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφενός της Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρου:
    • του Υπουργού Οικονομικών κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων του, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 4 του π.δ. 437/19 Σεπτεμβρίου 1985 (Α΄ 157) και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά την άσκηση των προβλεπόμενων από την ισχύουσα νομοθεσία αρμοδιο­τήτων της,.
    • των ειδικών εξεταστικών επιτροπών της Βουλής, κατά τη, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, άσκηση των καθηκόντων τους,
    • των οργάνων τα οποία νόμιμα μετέχουν σε διαδικασίες εκκαθάρισης ή πτώχευσης ιδρυμάτων,
    • των αναγνωρισμένων ελεγκτών, στους οποίους έχουν νόμιμα ανατεθεί καθήκοντα ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, για την εκπλήρωση της αποστολής τους,
    • του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, εφόσον πρόκειται για πληροφορίες αναγκαίες για την εκπλήρωση της αποστολής του, καθώς και
    • του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, εφόσον πρόκειται για πληροφορίες αναγκαίες για την εκπλήρωση της αποστολής του
  2. Επιπλέον, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφενός της Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρου
    • των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία των προσώπων και οργάνων των υποπεριπτώσεων γγ΄ και δδ΄ της περίπτωσης α΄ της παρούσας παραγράφου και
    • προς επίρρωση της σταθερότητας και του αδιάβλητου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας κατά την ενάσκηση των καθηκόντων εποπτείας των ανωνύμων εταιρειών, με την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες αυτές προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής των εν λόγω αρχών.
    • Εάν ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, κατά την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων του, χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες εντεταλμένων προς τούτο, λόγω ειδικών προσόντων, προσώπων που δεν ανήκουν στη δημόσια διοίκηση, η βάσει του παρόντος εδαφίου ανταλλαγή πληροφο­ριών μπορεί, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, να επεκταθεί και στα πρόσωπα αυτά.
    • Η ανταλλαγή πληροφοριών λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τους ίδιους όρους και αφού ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας έχει προηγουμένως γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος την ταυτότητα και το ακριβές περιεχόμενο της εντολής των προσώπων στα οποία διαβιβάζονται οι πληροφορίες.
  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να γνωστοποιεί σε αρχές, όργανα ή πρόσωπα άλλων κρατών - μελών, αντίστοιχα προς αυτά που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παρούσας παραγράφου, συμπεριλαμβανομένων αρχών ή οργάνων επιφορτισμένων με την ευθύνη για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος στα κράτη - μέλη μέσω της χρήσης μακροπροληπτικών κανόνων, των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των συμβατικών ή θεσμικών συστημάτων προστασίας της παραγράφου 7 του άρθρου 113 του Κανονισμού αριθ. 575/2013, πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τους.
  4. Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφενός της Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρου
    • των κεντρικών τραπεζών του ευρωπαϊκού συστήματος κεντρικών τραπεζών και άλλων οργανισμών με παρόμοια αποστολή, όταν ενεργούν με την ιδιότητα νομισματικής αρχής, εφόσον αυτές οι πληροφορίες είναι σχετικές με την εκπλήρωση των εκ του νόμου αποστολών τους, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης νομισματικής πολιτικής και της σχετικής με αυτήν παροχής ρευστότητας, της επίβλεψης συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού και της διαφύλαξης της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος,
    • τυχόν άλλων αρχών επιφορτισμένων με την επίβλεψη των συστημάτων πληρωμών και
    • του ΕΣΣΚ, της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (εφεξής ΕΑΑΕΣ) που συστάθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (ΕΕ L 331) ή της ΕΑΚΑΑ, όταν οι πληροφορίες αυτές έχουν σχέση με την άσκηση των καθηκόντων τους δυνάμει των Κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, αριθ. 1094/2010 και αριθ. 1095/2010 αντιστοίχως.
  5. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να κοινοποιεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε οίκο διακανονισμού και εκκαθάρισης ή άλλον παρόμοιο οργανισμό αναγνωρισμένο από το εθνικό δίκαιο για να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης ή διακανονισμού σε αγορά του κράτους-μέλους, εάν θεωρεί ότι η κοινοποίηση αυτή είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των εν λόγω οργανισμών σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, έστω και δυνητικής, των συμμετεχόντων στις αγορές αυτές
  6. Σε όλες τις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου, οι λαμβανόμενες από τις αρχές, τους οργανισμούς και τα πρόσωπα πληροφορίες υπόκεινται στους κανόνες επαγγελματικού απορρήτου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
  7. Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στην ΕΑΤ την ταυτότητα των αρχών ή οργάνων τα οποία μπορούν να λαμβάνουν πληροφορίες δυνάμει της παρούσας παραγράφου.
7.  
    Η διαβίβαση από την Τράπεζα της Ελλάδος πληροφοριών που προέρχονται από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών επιτρέπεται μόνο μετά από ρητή συγκατάθεση των αρχών αυτών και μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους οι αρχές αυτές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. Πληροφορίες που αποκτώνται από τις αρχές άλλων κρατών-μελών κατόπιν πραγματοποίησης επιτόπιων ελέγχων ή επιθεωρήσεων δεν αποτελούν αντικείμενο των γνωστοποιήσεων χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής του κράτους-μέλους όπου διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος ή η επιθεώρηση.
8.  
    Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων περί επαγγελματικού απορρήτου του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα
9.  
    Στο επαγγελματικό απόρρητο που θεσπίζεται με το παρόν άρθρο υπόκεινται και:
  1. οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ των αρμόδιων αρχών με βάση το άρθρο 49 του παρόντος νόμου και
  2. τα μέτρα που λαμβάνει η Τράπεζα της Ελλάδος με βάση την παράγραφο 1 του άρθρου 96 του παρόντος νόμου
10.  
    Η συλλογή, επεξεργασία, διασύνδεση και δημιουργία αρχείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων δεδομένων από την Τράπεζα της Ελλάδος πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2472/1997 (Α΄ 50), όπως ισχύει. Οι ανωτέρω δραστηριότητες απαλλάσσονται της συναφούς υποχρέωσης κοινοποίησης και αδειοδότησης, εφόσον πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων και των εργασιών της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως προβλέπονται από το Καταστατικό της.
Άρθρο 55 "Υποχρεώσεις των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με το νόμιμο έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των ιδρυμάτων (άρθρο 63 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
  1. Οι ορκωτοί ελεγκτές-λογιστές και οι ελεγκτικές εταιρείες ή κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών-λογιστών που διενεργούν είτε τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των ιδρυμάτων είτε κάθε άλλη νόμιμη αποστολή, στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, υποχρεούνται να γνωστοποιούν χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αναφορικά με το ίδρυμα που ελέγχουν, κάθε απόφαση ή γεγονός που περιήλθε σε γνώση τους κατά την άσκηση του έργου τους, εφόσον αυτή η απόφαση ή το γεγονός είναι δυνατόν:
    • να αποτελεί ουσιαστική παράβαση των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων που θεσπίζουν τις προϋποθέσεις άδειας λειτουργίας ή διέπουν ειδικά την άσκηση δραστηριότητας των ιδρυμάτων,
    • να θίγει τη συνέχιση της λειτουργίας του ιδρύματος ή να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων του ιδρύματος ή σε διατύπωση επιφυλάξεων επ’ αυτών
  2. Η ίδια υποχρέωση ενημέρωσης της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ισχύει για τα ως άνω πρόσωπα όσον αφορά τα γεγονότα και τις αποφάσεις των οποίων έλαβαν γνώση στο πλαίσιο διενέργειας του αναφερόμενου στην περίπτωση α΄ της παρούσας παραγράφου έργου τους σε οικονομική μονάδα που διατηρεί στενούς δεσμούς με το ίδρυμα κατά την έννοια του σημείου 38 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού αριθ. 575/2013, απορρέοντες από δεσμό ελέγχου.
2.  
    Για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας που ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος με τον παρόντα νόμο και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όπως προσαρμόζονται κατά την εφαρμογή της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων:
  1. Οι ορκωτοί ελεγκτές-λογιστές και οι εταιρείες και κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών-λογιστών που διενεργούν τον τακτικό έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων πιστωτικού ιδρύματος, μετά από σχετική πρόσκληση της Τράπεζας της Ελλάδος που απευθύνεται και στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα, λαμβάνουν μέρος σε σύσκεψη με εκπροσώπους της Τράπεζας της Ελλάδος που πραγματοποιείται ετησίως.
  2. Αντικείμενο της σύσκεψης αποτελούν οι κυριότερες διαπιστώσεις ή ευρήματα του ελέγχου τα οποία:.
    • αξιολογήθηκαν ως ουσιώδη από τους ορκωτούς ελεγκτές-λογιστές και ετέθησαν υπόψη των αρμόδιων διοικητικών οργάνων ή αρμόδιων στελεχών του πιστωτικού ιδρύματος,
    • αφορούν την αποτελεσματικότητα και επάρκεια του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου του πιστωτικού ιδρύματος σε σχέση με τη σύνταξη των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων,
    • αφορούν στοιχεία που προέκυψαν από τον έλεγχο ενοποιούμενων στις οικονομικές καταστάσεις του πιστωτικού ιδρύματος επιχειρήσεων που επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό τις οικονομικές καταστάσεις του
  3. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος, η σύσκεψη που αναφέρεται στην προηγούμενη περίπτωση α΄ της παρούσας παραγράφου, πραγματοποιείται εκτάκτως και σε διμερή βάση, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της Τράπεζας της Ελλάδος και των ορκωτών ελεγκτών-λογιστών, μετά από σχετική ενημέρωση του πιστωτικού ιδρύματος που αφορά ο έλεγχος
3.  
    Η καλόπιστη γνωστοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γεγονότων ή αποφάσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου από τα πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 1 αυτού δεν αποτελεί παράβαση τυχόν υποχρεώσεών τους ως προς τον περιορισμό γνωστοποίησης πληροφοριών που καθιερώνονται με σύμβαση ή νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη, και ουδεμία ευθύνη επιφέρει για τα πρόσωπα αυτά. Αυτή η κοινολόγηση διενεργείται ταυτόχρονα στο Διοικητικό Συμβούλιο του ιδρύματος, εφόσον δεν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για το αντίθετο.
Άρθρο 56
1.  
    Εποπτικές εξουσίες και εξουσίες επιβολής κυρώσεων (άρθρο 64 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ασκεί τις εποπτικές αρμοδιότητες και επιβάλλει τις κυρώσεις που προβλέπονται στο παρόντα νόμο και στη λοιπή ισχύουσα νομοθεσία: α) άμεσα ή β) σε συνεργασία με άλλες αρχές ή γ) υπό την ευθύνη της, με ανάθεση καθηκόντων στις αρχές της περίπτωσης β΄ή δ) με τη συνδρομή των αρμόδιων δικαστικών αρχών
Άρθρο 57 "Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα (άρθρο 65 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που αναφέρονται στην ισχύουσα νομοθεσία και των διατάξεων της ποινικής νομοθεσίας, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει με απόφασή της διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα σε εποπτευόμενα από αυτήν πρόσωπα για παραβάσεις των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση κανονιστικών πράξεων και λαμβάνει όλα τα κατά την κρίση της απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται η εφαρμογή τους.
2.  
    Επί παραβάσεων ιδρυμάτων, επιχειρήσεων του άρθρου 31, χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, των διατάξεων του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλει κυρώσεις, πέρα από το νομικό πρόσωπο και στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία φέρουν ευθύνη για την παράβαση, πράξη ή παράλειψη, εφόσον αυτή έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί.
3.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της συγκεντρώνει στοιχεία, διενεργεί ελέγχους και προβαίνει στις αναγκαίες έρευνες. Με την επιφύλαξη των διατάξεων που θεσπίζονται στον παρόντα νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η κατά περίπτωση αρμόδια αρχή απαιτεί, μεταξύ άλλων:.
  1. τη χορήγηση όλων των στοιχείων και των πληροφοριών που είναι αναγκαία για την άσκηση των καθηκόντων της, στις οποίες περιλαμβάνονται οι πληροφορίες που παρέχονται ανά τακτά διαστήματα και με ειδικώς προσδιορισμένους μορφότυπους για εποπτικούς και στατιστικούς σκοπούς από τα ακόλουθα φυσικά ή νομικά πρόσωπα:
    • ιδρύματα και επιχειρήσεις του άρθρου 31 που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα,
    • χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα,
    • μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα,
    • εταιρείες συμμετοχής μεικτών δραστηριοτήτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα,
    • πρόσωπα που ανήκουν στις οντότητες που αναφέρονται στις υποπεριπτώσεις αα΄ έως δδ΄,
    • τρίτους στους οποίους οι οντότητες που αναφέρονται στις υποπεριπτώσεις αα΄ έως δδ΄ ανέθεσαν επιχειρησιακά καθήκοντα ή δραστηριότητες,
  2. τη διεξαγωγή όλων των αναγκαίων ερευνών για οποιοδήποτε πρόσωπο που αναφέρεται στις υποπεριπτώσεις αα΄ έως στ΄ της περίπτωσης α΄ με έδρα ή ευρισκόμενο στην Ελλάδα, εάν αυτό είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, συμπεριλαμβανομένων:
    • της υποβολής εγγράφων,
    • της εξέτασης των βιβλίων και αρχείων των προσώπων που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ υποπεριπτώσεις αα΄ έως στστ΄ και της λήψης αντιγράφων ή αποσπασμάτων από τα εν λόγω βιβλία και αρχεία,
    • της λήψης προφορικών ή γραπτών εξηγήσεων από κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στην περίπτωση α΄ υποπεριπτώσεις αα΄ έως στστ΄ της παρούσας παραγράφου ή τους εκπροσώπους του ή τα μέλη του προσωπικού του και
    • της εξέτασης κάθε άλλου προσώπου που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας,
  3. με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο ενωσιακό δίκαιο, τη διεξαγωγή όλων των αναγκαίων ελέγχων στις επιχειρηματικές εγκαταστάσεις των νομικών προσώπων που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ υποπεριπτώσεις αα΄ έως στστ΄ της παρούσας παραγράφου και οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης που περιλαμβάνεται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, όταν η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, υπό την προϋπόθεση ότι οι εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές θα έχουν ενημερωθεί προηγουμένως.
  4. Στις περιπτώσεις που για τον έλεγχο απαιτείται από την ισχύουσα νομοθεσία έγκριση δικαστικής αρχής, υποβάλλεται σχετική αίτηση.
Άρθρο 58 "Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα για παραβάσεις των απαιτήσεων παροχής άδειας λειτουργίας και των απαιτήσεων για απόκτηση ειδικών συμμετοχών επί πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρο 66 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)"
1.  
    Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει με απόφασή της τις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα της παραγράφου 2 στις εξής περιπτώσεις:
  1. αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό χωρίς ο αποδέκτης να είναι πιστωτικό ίδρυμα, κατά παράβαση του άρθρου 9 του παρόντος νόμου,
  2. έναρξη ή άσκηση δραστηριότητας χωρίς την απαιτούμενη κατά περίπτωση άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος,
  3. απόκτηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα ή περαιτέρω αύξηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 23 του παρόντος νόμου ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να καταστεί θυγατρική επιχείρηση του αποκτώντος ή αυξάνοντος τη συμμετοχή, χωρίς έγγραφη γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος ότι αυτός επιδιώκει είτε να αποκτήσει ειδική συμμετοχή ή να την αυξήσει, κατά το χρονικό διάστημα αξιολόγησης, ή παρά την αντίθετη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά παράβαση της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του παρόντος νόμου,
  4. παύση κατοχής, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα ή μείωση της ειδικής συμμετοχής ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου να είναι μικρότερη από τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 26 του παρόντος νόμου ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να παύσει να είναι θυγατρική επιχείρηση, χωρίς έγγραφη γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος
  5. μη τήρηση των υποχρεώσεων γνωστοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος περί της αλλαγής της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα, κατόχους συμμετοχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 23 του παρόντος νόμου ή εφόσον δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόν απαίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για την εφαρμογή των προβλεπομένων στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου
2.  
    Στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που μπορούν να επιβληθούν περιλαμβάνουν, διαζευκτικά ή σωρευτικά, μεταξύ άλλων, τα εξής:
  1. δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται το υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, το ίδρυμα, η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, καθώς και η φύση της παράβασης,
  2. εντολή προς το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψής της στο μέλλον,
  3. σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το 10% του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του ακαθάριστου εισοδήματος που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέους και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και προμήθειες ή αμοιβές εισπρακτέες, σύμφωνα με το άρθρο 316 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση,.
  4. σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ,.
  5. διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού του οφέλους που αποκομίστηκε από την παράβαση, εφόσον το όφελος είναι μετρήσιμο,
  6. αναστολή του δικαιώματος ψήφου των μετόχων που ευθύνονται για τις παραβάσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
  7. Σε περίπτωση που η προβλεπόμενη στην περίπτωση γ΄ της παρούσας παραγράφου επιχείρηση είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, το σχετικό ακαθάριστο εισόδημα είναι το ακαθάριστο εισόδημα που προκύπτει από τις ενοποιημένες καταστάσεις της ανώτατης μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση.
3.  
    Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 27 στις υποδείξεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τη λήψη διορθωτικών μέτρων σύμφωνα με αυτή τη διά­ταξη, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, διαζευκτικά ή σωρευτικά:
  1. να επιβάλει με απόφασή της την απομάκρυνση των ανωτέρω προσώπων, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, από το Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος και από οποιαδήποτε διευθυντική θέση στο πιστωτικό ίδρυμα,
  2. να αναστέλλει, μέχρι να αρθούν οι συνθήκες που επέβαλαν τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων, την άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου, που απορρέουν από τις μετοχές που κατέχουν τα πρόσωπα αυτά ή τα νομικά πρόσωπα που αυτά ελέγχο