ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Νόμος

ΚΩΔΙΚΟΣ

2014/4262

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

2014-05-10

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2014-05-10

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

2014-05-10

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Απλούστευση της αδειοδότησης για την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Άρθρο 1 "Σκοπός – Γενικές Αρχές"
1.  
    Ο παρών νόμος αποβλέπει στη θεσμοθέτηση του ρυθμιστικού πλαισίου άσκησης των οικονομικών δραστηριοτήτων του άρθρου 2
2.  
    Η άσκηση των ανωτέρω οικονομικών δραστηριοτήτων είναι ελεύθερη. Περιορισμοί στην ελευθερία άσκησης συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας είναι ανεκτοί, εφόσον ισχύουν οι εξής σωρευτικά συντρέχουσες περιστάσεις:.
  1. δικαιολογούνται από συγκεκριμένους λόγους δημοσίου συμφέροντος,
  2. καθορίζονται σαφή και αντικειμενικού χαρακτήρα κριτήρια, βάσει των οποίων ανατίθενται και ασκούνται οι σχετικές αρμοδιότητες της Διοικήσεως,
  3. δικαιολογούνται επαρκώς από την ειδική φύση του αντικειμένου της ρυθμίσεως, και
  4. κινούνται εντός των ορίων που χαράσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας
3.  
    Η επιβολή περιορισμών στην άσκηση της ελευθερίας των ανωτέρω οικονομικών δραστηριοτήτων κατά την άσκηση διακριτικής ευχέρειας από τη Διοίκηση είναι ανεκτή μόνο κατά το μέτρο που ο επιβαλλόμενος περιορισμός δικαιολογείται από την ειδική φύση του αντικειμένου της ρυθμίσεως. Ιδίως σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων, εξίσου θαλπομένων, πτυχών δημοσίου συμφέροντος, περιορισμός στην ελευθερία άσκησης της οικονομικής δραστηριότητας είναι ανεκτός μόνο αν προσδιορίζεται ο προέχων σκοπός δημοσίου συμφέροντος, στην εξυπηρέτηση του οποίου αποβλέπει η εισαγωγή του συγκεκριμένου περιορισμού.
4.  
    Στην έκταση που επιτρέπεται από τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Σύνταγμα, δύναται να επιβάλλονται μέτρα περιορισμού της οικονομικής ελευθερίας, για λόγους εδραίωσης της κοινωνικής ειρήνης και προστασίας του γενικού συμφέροντος στο πλαίσιο του κρατικού προγραμματισμού και συντονισμού της οικονομικής δραστηριότητας, προκειμένου να εξασφαλιστεί η οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας και η προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και της προαγωγής ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθορίων περιοχών
5.  
    Το φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον αποτελεί αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό. Τα αρμόδια όργανα για την εφαρμογή του παρόντος προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την αποτελεσματική διαφύλαξη του αγαθού αυτού και, ειδικότερα, λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα. Κατά τη λήψη των ανωτέρω μέτρων, τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας οφείλουν να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες, αναγόμενους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον, η επιδίωξη όμως των σκοπών αυτών και η στάθμιση των προστατευόμενων αντίστοιχων εννόμων αγαθών πρέπει να συμπορεύεται προς την υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται βιώσιμη ανάπτυξη. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν καταργούν ούτε τροποποιούν τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας περί περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων και δραστηριοτήτων, όπως εκάστοτε ισχύει.
6.  
    Η άσκηση των οικονομικών δραστηριοτήτων του άρθρου 2 γίνεται με τρόπο, ο οποίος δεν περιορίζει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό. Διατάξεις, ιδίως, με τις οποίες εισάγεται συγκεκριμένος περιορισμός οικονομικής δραστηριότητας, δεν επιτρέπεται να εισάγουν φραγμούς εισόδου στις σχετικές αγορές, ούτε να παραβιάζονται με αυτές οι αρχές της αναλογικότητας, της ισότιμης μεταχείρισης και της διαφάνειας.
7.  
    Η επιβολή περιορισμών στην άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας πρέπει να γίνεται με τρόπο που να εξασφαλίζεται η κανονιστική σαφήνεια και η ασφάλεια δικαίου, μετά από διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους και σύμφωνα με τις αρχές που τίθενται στο άρθρο 2 του ν. 4048/2012.
8.  
    Οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται σε εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και εντός του χρόνου που τίθεται από τον παρόντα νόμο και από τυχόν κανονιστικές πράξεις, οι οποίες εισάγονται σε εφαρμογή διατάξεων του παρόντος
9.  
    Η υιοθέτηση μέτρων περιοριστικών της οικονομικής ελευθερίας προϋποθέτει τη δημόσια διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους, σύμφωνα με τις αρχές που τίθενται στο άρθρο 2 του ν. 4048/2012 και τις ειδικότερες διατάξεις του παρόντος.
10.  
    Στην έκταση που αυτό δεν συνιστά ανεπίτρεπτη ανάθεση άσκησης δημόσιας εξουσίας, οι αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους που περιλαμβάνονται στον παρόντα νόμο, μπορούν να χρησιμοποιούν φυσικά πρόσωπα ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία συνεπικουρούν τις αρμόδιες αρχές στην άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, όποτε αυτό είναι αναγκαίο για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων
11.  
    Η εφαρμογή και, όπου είναι επιτρεπτό και αναγκαίο, η περαιτέρω εξειδίκευση των διατάξεων του παρόντος νόμου από την εκάστοτε αρμόδια αρχή γίνεται πάντα σύμφωνα με τις αρχές, οι οποίες τίθενται στο παρόν άρθρο
Άρθρο 2 "Πεδίο εφαρμογής"
1.  
    Ο παρών νόμος καταλαμβάνει τις εξής οικονομικές δραστηριότητες όπως αυτές προσδιορίζονται στα σχετικά Παραρτήματα της υπουργικής απόφασης με αριθμό 1958/2012 (Β΄ 21) και εξειδικεύονται στο Παράρτημα του παρόντος νόμου:
  1. Ομάδα 1η «Έργα χερσαίων και εναέριων μεταφορών»
  2. Ομάδα 2η «Υδραυλικά έργα»
  3. Ομάδα 3η «Λιμενικά έργα»
  4. Ομάδα 4η «Συστήματα περιβαλλοντικών υποδομών»
  5. Ομάδα 5η «Εξορυκτικές και συναφείς δραστηριότητες»
  6. Ομάδα 6η «Τουριστικές εγκαταστάσεις και έργα αστικής ανάπτυξης, κτιριακού τομέα, αθλητισμού και αναψυχής»
  7. Ομάδα 7η «Πτηνοκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις»
  8. Ομάδα 8η «Υδατοκαλλιέργειες»
  9. Ομάδα 9η «Βιομηχανικές δραστηριότητες και συναφείς εγκαταστάσεις»
  10. Ομάδα 10η «Μεταφορά ενέργειας, καυσίμων και χημικών ουσιών»
  11. Ομάδα 11η «Ειδικά έργα και δραστηριότητες»
2.  
    Ο παρών νόμος καταλαμβάνει και τα Καταστήματα Υγειονομικού Ενδιαφέροντος του άρθρου 80 του ν. 3463/2006 και της υπουργικής απόφασης ΔΙΑΔΠ/ Φ.Α.2.1/31600/2013 (Β΄ 3106).
3.  
    Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού είναι δυνατόν να προστίθενται οικονομικές δραστηριότητες, οι οποίες υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος
Άρθρο 3 "Χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών"
1.  
    Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου γίνεται υποχρεωτικά με χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών. Η υποβολή πληροφοριών και η διεκπεραίωση αιτημάτων των αρμοδίων κατά περίπτωση αρχών μεταξύ τους και με τους διοικούμενους κατά τις διατάξεις του παρόντος, γίνεται με τη χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών, εφαρμοζομένων σχετικά των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ
Άρθρο 4 "Ελεύθερη άσκηση οικονομικής δραστηριότητας"
1.  
    Με την επιφύλαξη των επόμενων άρθρων, κάθε πρόσωπο μπορεί να ασκήσει οικονομική δραστηριότητα χωρίς περιορισμό, τηρουμένων των προβλεπομένων από την κείμενη νομοθεσία φορολογικών υποχρεώσεων, των υποχρεώσεων κοινωνικής ασφάλισης και της εγγραφής του στο γενικό εμπορικό μητρώο κατά περίπτωση
Άρθρο 5 "Γενικοί όροι λειτουργίας"
1.  
    Όποτε είναι αντικειμενικά δικαιολογημένο για την προστασία συγκεκριμένου δημόσιου συμφέροντος, επιβάλλεται στα πρόσωπα, που ασκούν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα που υπάγεται στον παρόντα νόμο, η γενική υποχρέωση να τηρούν τόσο κατά την έναρξη της συγκεκριμένης δραστηριότητας, όσο και κατά την άσκησή της, συγκεκριμένους γενικούς και καθολικά εφαρμοστέους όρους λειτουργίας που είναι προκαθορισμένοι και τίθενται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Οι γενικοί όροι λειτουργίας μπορεί να διέπουν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων.
2.  
    Η υπαγωγή οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη όταν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις σωρευτικά:
  1. υπάρχει κίνδυνος για συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον από την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας,
  2. καθίσταται απολύτως αναγκαίος ο περιορισμός του δικαιώματος άσκησης της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, για την αποτροπή του κινδύνου και
  3. η υπαγωγή της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας είναι απολύτως αναγκαία για την αποτροπή του κινδύνου για το συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον.
  4. Κίνδυνος για το δημόσιο συμφέρον υπάρχει όταν η συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα κατά αντικειμενική κρίση και με βάση τις υπάρχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις προκαλεί συγκεκριμένο κίνδυνο σε συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον.
3.  
    Τα μέτρα τα οποία περιλαμβάνονται στους γενικούς όρους λειτουργίας είναι τα απολύτως αναγκαία για την αποτροπή του κινδύνου για το συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. Απολύτως αναγκαία είναι τα μέτρα, τα οποία κατά αντικειμενική κρίση και με βάση τις υπάρχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις αποτρέπουν το συγκεκριμένο κίνδυνο στο συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον και δεν υπερβαίνουν αυτό το μέτρο. Οι γενικοί όροι λειτουργίας και τα μέτρα που θα καθορισθούν για την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας ή ομάδας οικονομικών δραστηριοτήτων σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να προσθέσουν επιπλέον διοικητικό βάρος για τους ενδιαφερόμενους ή να είναι πιο επιβαρυντικά από τα αντίστοιχα που ισχύουν κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος.
4.  
    Οι γενικοί όροι λειτουργίας καθορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατά λόγο αρμοδιότητας μετά από γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού που πρέπει να είναι αντικειμενικά αιτιολογημένη. Η κοινή υπουργική απόφαση περιγράφει με σαφήνεια και περιοριστικά τους γενικούς όρους λειτουργίας, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται από όλα τα πρόσωπα, τα οποία ασκούν τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα. Στην κοινή υπουργική απόφαση περιλαμβάνονται τα μέτρα, τα οποία είναι αναγκαία για την αποτροπή κάθε κινδύνου για συγκεκριμένα δημόσια συμφέροντα που μπορεί να προκαλείται από την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας. Η απόφαση περιλαμβάνει στο σκεπτικό της έκθεση, που βεβαιώνει την ανάγκη υπαγωγής της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας και την ανάγκη λήψης των συγκεκριμένων μέτρων ως απολύτως αναγκαίων για την αντιμετώπιση κινδύνου σε συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον.
5.  
    Εντός ενός μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός και ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατά λόγο αρμοδιότητας εκκινούν διαδικασία διαβούλευσης σχετικά με την ανάγκη υιοθέτησης γενικών όρων λειτουργίας για την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας ή δέσμης ομοειδών δραστηριοτήτων και το περιεχόμενο αυτών. Η διαβούλευση γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 4048/2012, όπως εκάστοτε ισχύει. Επιπλέον, κάθε σχετική πράξη που αφορά τη διαβούλευση, περιλαμβανομένης και της έκθεσης του Γραφείου Νομοθετικής Πρωτοβουλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργείου, δημοσιεύεται και όπως προβλέπεται στο κεφάλαιο Ζ΄ του παρόντος. Οι απόψεις όλων όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν στη δημόσια διαβούλευση δημοσιεύονται όπως κατατίθενται, εκτός και αν χαρακτηρίζονται από αυτούς εμπιστευτικές συνολικά ή μερικώς, οπότε και εμφανίζεται σχετική αναφορά ότι ο ενδιαφερόμενος ζήτησε να μην δημοσιευθούν οι απόψεις του. Απόψεις, οι οποίες δεν υποβάλλονται σύμφωνα με το παρόν δεν λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία καθορισμού των γενικών όρων λειτουργίας. Διακοπή, σύντμηση ή επιμήκυνση του χρόνου της διαδικασίας διαβούλευσης επιτρέπεται μόνο μία φορά με πρωτοβουλία του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, για αντικειμενικά σπουδαίο λόγο, που ανακοινώνεται τουλάχιστον πέντε (5) ημέρες πριν τη διακοπή, σύντμηση ή επιμήκυνση του χρόνου διαβούλευσης. Η διακοπή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες, διαφορετικά η διαδικασία διαβούλευσης καταργείται και δεν μπορεί να εκκινήσει νέα διαδικασία διαβούλευσης πριν την πάροδο έτους. Η σύντμηση του χρόνου διαβούλευσης δεν μπορεί να είναι για περισσότερο από το μισό της προβλεπόμενης κατά την έναρξη της διαβούλευσης διάρκειας. Η επιμήκυνση του χρόνου διαβούλευσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες.
6.  
    Η ανάλυση των συνεπειών ρυθμίσεων του άρθρου 7 του ν. 4048/2012 δεν είναι αναγκαία στην περίπτωση των γενικών όρων λειτουργίας, αλλά ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός μπορούν με απόφασή τους να ζητήσουν σχετική έκθεση, αν το θεωρούν αναγκαίο.
7.  
    Μετά τη λήξη της διαβούλευσης, ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός με κοινή απόφασή τους είτε διακόπτουν τη διαδικασία έκδοσης γενικών όρων λειτουργίας για τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή τη δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων, εφόσον δε δικαιολογείται η υιοθέτηση γενικών όρων λειτουργίας για την προστασία συγκεκριμένου δημοσίου συμφέροντος είτε την συνεχίζουν για όλες ή κάποιες από αυτές. Η απόφαση με την οποία είτε διακόπτεται είτε συνεχίζεται η διαδικασία έκδοσης γενικών όρων λειτουργίας εκδίδεται εντός τριάντα (30) ημερών από την ολοκλήρωση της διαβούλευσης. Μέσα στην ίδια προθεσμία, αν θεωρηθεί ότι πρέπει να εκδοθούν γενικοί όροι λειτουργίας, κοινοποιείται το σχέδιο της κοινής υπουργικής αποφάσεως στην Επιτροπή Ανταγωνισμού. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού οφείλει να γνωμοδοτήσει επί αυτού εντός δεκαπέντε (15) ημερών. Το σχέδιο απόφασης περιλαμβάνει τα συγκεκριμένα μέτρα που ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός προτείνουν να αποτελέσουν αντικείμενο των γενικών όρων λειτουργίας και την έκθεση της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου. Η γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού δημοσιεύεται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός εκδίδουν την κοινή υπουργική απόφαση με την οποία τίθενται γενικοί όροι λειτουργίας για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή για δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων, εντός τριάντα ημερών από την έκδοση της γνωμοδότησης της Επιτροπής Ανταγωνισμού.
8.  
    Σε περίπτωση που η διαδικασία έκδοσης γενικών όρων λειτουργίας για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή για δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων εκκινήσει και μετά τη διαβούλευση δεν εκδοθεί κοινή υπουργική απόφαση που να επιβάλλει γενικούς όρους λειτουργίας, μπορεί να επανεκκινήσει μόνο μετά από νέα διαβούλευση
9.  
    Τροποποίηση ή κατάργηση των γενικών όρων λειτουργίας για μια συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή για δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων επιτρέπεται:
  1. σε περίπτωση που αυτό καταστεί αναγκαίο μετά από αμετάκλητη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου ή
  2. από τον Υπουργό Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και τον κατά περίπτωση συναρμόδιο Υπουργό, μετά την πάροδο πενταετίας από την υιοθέτησή τους ή την τροποποίηση ή κατάργησή τους.
  3. Σε κάθε περίπτωση για την τροποποίηση ή κατάργηση γενικών όρων λειτουργίας ακολουθείται η διαδικασία εισαγωγής γενικών όρων λειτουργίας.
  4. Η διαβούλευση για την τροποποίηση ή κατάργηση των γενικών όρων λειτουργίας μετά από αμετάκλητη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου εκκινεί εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της απόφασης αυτής.
10.  
    Η δήλωση του προσώπου που ασκεί την οικονομική δραστηριότητα στην αρμόδια δημοτική αρχή ότι πληροί τους γενικούς όρους λειτουργίας ή έχει συμμορφωθεί με αυτούς, αρκεί για την άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας σύμφωνα με το παρόν άρθρο 5. Κάθε πρόσωπο μπορεί να ζητά και να λαμβάνει από την αρμόδια δημοτική αρχή βεβαίωση ότι έχει προβεί στην υποβολή της σχετικής δήλωσης άσκησης της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας και τήρησης των γενικών όρων λειτουργίας για την συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα. Η βεβαίωση αυτή αποτελεί βεβαιωτική διοικητική πράξη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας από το συγκεκριμένο πρόσωπο.
Άρθρο 6 "Υποχρέωση τήρησης ελάχιστων προτύπων στις οικονομικές δραστηριότητες που υπόκεινται σε γενικούς όρους λειτουργίας"
1.  
    Όπου αυτό είναι αντικειμενικά δικαιολογημένο για την προστασία συγκεκριμένου δημόσιου συμφέροντος κατά την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας, μέρος των όρων λειτουργίας μπορεί να είναι και η τήρηση συγκεκριμένων προτύπων. Εκτός από τις περιπτώσεις αυτές, η χρήση προτύπων ενδείκνυται και σε κάθε άλλη περίπτωση γενικών όρων λειτουργίας στην έκταση που δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου και ιδίως υπό την προϋπόθεση ότι επιβάλλουν σε κάθε περίπτωση τον ελάχιστο αναγκαίο περιορισμό για την αποτροπή του κινδύνου για το δημόσιο συμφέρον. Για τις ανάγκες του παρόντος νόμου ως πρότυπα εννοούνται οι κάθε είδους κανονισμοί, κριτήρια, πρότυπα, τεχνικές προδιαγραφές ή/και λοιπές τεχνικές απαιτήσεις.
2.  
    Τα πρότυπα που μπορεί να ισχύουν για συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες προσδιορίζονται με βάση τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου και πρέπει να είναι τα ελάχιστα αναγκαία για την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου δημοσίου συμφέροντος
3.  
    Ο προσδιορισμός των προτύπων για την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας υπό καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας γίνεται με τη διαδικασία, η οποία προβλέπεται στον παρόντα νόμο για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή για δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων
4.  
    Η πιστοποίηση και ο έλεγχος της συμμόρφωσης με συγκεκριμένα πρότυπα για την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας γίνεται από οργανισμούς, οι οποίοι διαπιστεύονται προς τούτο σύμφωνα με την κείμενη ελληνική νομοθεσία. Τα πρόσωπα που μπορούν να διαπιστευθούν ως οργανισμοί αξιολόγησης συμμόρφωσης, η διαδικασία πιστοποίησης και κάθε άλλη λεπτομέρεια ρυθμίζονται στο κεφάλαιο Γ΄ του παρόντος νόμου. Πιστοποίηση για τις ανάγκες του παρόντος νόμου εννοείται οποιαδήποτε δραστηριότητα αξιολόγησης της συμμόρφωσης.
5.  
    Η δήλωση ενός προσώπου στην αρμόδια δημοτική αρχή ότι έχει πιστοποιηθεί από διαπιστευμένο προς τούτο οργανισμό για την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας σύμφωνα με τους γενικούς όρους λειτουργίας που ισχύουν για τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα, αρκεί για την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας σύμφωνα με το παρόν άρθρο 6. Η δήλωση περιλαμβάνεται στην υπεύθυνη δήλωση της παραγράφου 10 του άρθρου 5 και σε αυτήν εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος αυτή.
6.  
    Μετά την αρχική πιστοποίηση συμμόρφωσης με συγκεκριμένο πρότυπο, κάθε πρόσωπο - φορέας της πιστοποίησης επαναξιολογείται σε χρόνους και υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο κατά περίπτωση εφαρμοστέο πρότυπο. Η επαναξιολόγηση περιλαμβάνει υποχρεωτικά και διαδικασία υποβολής ενστάσεων από τα αξιολογούμενα πρόσωπα προς τον οργανισμό αξιολόγησης. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης και ενστάσεων και εφόσον από αυτή προκύπτει ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν τηρεί το συγκεκριμένο πρότυπο, ο οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης που ενεργεί την επαναξιολόγηση υποχρεούται εντός πέντε (5) ημερών από την ολοκλήρωση της επαναξιολόγησης να ανακαλέσει το πιστοποιητικό, το οποίο έχει εκδώσει και μέσα στην ίδια προθεσμία να ενημερώσει κάθε αρμόδια για την εποπτεία του παρόντος νόμου αρχή, παρέχοντας κάθε σχετική πληροφορία και έγγραφο περιλαμβανομένων και τυχόν ενστάσεων του αξιολογούμενου προσώπου και των απαντήσεών του επί αυτών.
7.  
    Κάθε πρόσωπο που πιστοποιείται για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα οφείλει με την υπεύθυνη δήλωση της παραγράφου 5 να δημοσιοποιεί την επωνυμία του οργανισμού αξιολόγησης συμμόρφωσης που το πιστοποίησε για την έναρξη άσκησης της δραστηριότητάς του. Με υπεύθυνη δήλωση του προσώπου που έχει πιστοποιηθεί σύμφωνα με την παρούσα, η οποία γίνεται στις αρμόδιες δημοτικές αρχές εντός πέντε (5) ημερών από την ολοκλήρωση κάθε επαναξιολόγησης, ανακοινώνεται η επωνυμία των οργανισμών αξιολόγησης συμμόρφωσης, που έκαναν την αξιολόγηση ως προς τη συμμόρφωση με τα συγκεκριμένα πρότυπα μετά την έναρξη άσκησης συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας και η ημερομηνία κατά την οποία έγινε η αξιολόγηση.
Άρθρο 7 "Έγκριση λειτουργίας"
1.  
    Όποτε είναι αντικειμενικά δικαιολογημένο σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου και με το παρόν άρθρο, για την προστασία συγκεκριμένου δημόσιου συμφέροντος, επιβάλλεται στα πρόσωπα, που ασκούν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα, η προηγούμενη έγκριση λειτουργίας. Η προηγούμενη έγκριση λειτουργίας αποτελεί ατομική εκτελεστή διοικητική πράξη.
2.  
    Η υπαγωγή οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη όταν συντρέχουν οι εξής σωρευτικά προϋποθέσεις:
  1. υπάρχει κίνδυνος για συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον από την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας,
  2. καθίσταται απολύτως αναγκαίος ο περιορισμός του δικαιώματος άσκησης της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου για την αποτροπή του κινδύνου, και
  3. η υπαγωγή της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας είναι απολύτως αναγκαία για την αποτροπή του κινδύνου για το συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον.
  4. Κίνδυνος για το δημόσιο συμφέρον υπάρχει όταν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα κατά αντικειμενική κρίση και με βάση τις υπάρχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις προκαλεί συγκεκριμένο κίνδυνο σε συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον.
3.  
    Δεν επιτρέπεται η υπαγωγή οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας, αν κατά αντικειμενική κρίση και με βάση τις υπάρχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις ο κίνδυνος μπορεί να αποτραπεί με την υπαγωγή της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας
4.  
    Αν η άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας συνεπάγεται την πρόκληση κινδύνου σε συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον που καθιστά αναγκαία την υπαγωγή σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας και ταυτόχρονα συνεπάγεται την πρόκληση άλλου κινδύνου για το ίδιο δημόσιο συμφέρον ή για άλλο δημόσιο συμφέρον που υπάγεται σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας, ως προς τη δεύτερη περίπτωση η άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας υπάγεται σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας
5.  
    Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατά λόγο αρμοδιότητας, καθορίζονται οι οικονομικές δραστηριότητες ή η δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων εκ των αναφερομένων στο άρθρο 2, που προϋποθέτουν τη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα καθορίζονται με τρόπο περιοριστικό και οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τους οποίους θα ασκείται αυτή η οικονομική δραστηριότητα και οι οποίοι είναι οι απολύτως αναγκαίοι για την αποτροπή του κινδύνου για το συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. Απολύτως αναγκαίοι είναι οι όροι και οι προϋποθέσεις που κατά αντικειμενική κρίση και με βάση τις υπάρχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις αποτρέπουν το συγκεκριμένο κίνδυνο στο συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον και δεν υπερβαίνουν αυτή την ανάγκη. Οι όροι και οι προϋποθέσεις που θα καθορισθούν για την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας ή ομάδας οικονομικών δραστηριοτήτων που προϋποθέτουν τη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να προσθέσουν επιπλέον διοικητικό βάρος για τους ενδιαφερόμενους ή να είναι πιο επιβαρυντικά από τους αντίστοιχους που ισχύουν κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος.
6.  
    Ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός και ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατά λόγο αρμοδιότητας, εκκινούν διαδικασία διαβούλευσης σχετικά με τους όρους και προϋποθέσεις έγκρισης λειτουργίας για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων. Η διαβούλευση γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 4048/2012, όπως εκάστοτε ισχύει. Επιπλέον, κάθε σχετική πράξη που αφορά τη διαβούλευση, περιλαμβανομένης και της έκθεσης του Γραφείου Νομοθετικής Πρωτοβουλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργείου, δημοσιεύεται και όπως προβλέπεται στο κεφάλαιο Ζ΄ του παρόντος. Οι απόψεις όλων όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν στην δημόσια διαβούλευση δημοσιεύονται όπως κατατίθενται, εκτός και αν χαρακτηρίζονται από αυτούς εμπιστευτικές συνολικά ή μερικώς, οπότε και εμφανίζεται σχετική αναφορά ότι ο ενδιαφερόμενος ζήτησε να μην δημοσιευθούν οι απόψεις του. Απόψεις, οι οποίες δεν υποβάλλονται σύμφωνα με το παρόν, δεν λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία καθορισμού των όρων και προϋποθέσεων έγκρισης λειτουργίας για την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας. Σύντμηση ή επιμήκυνση του χρόνου της διαδικασίας διαβούλευσης επιτρέπεται μόνο μία φορά με πρωτοβουλία του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, για αντικειμενικά σπουδαίο λόγο, που ανακοινώνεται τουλάχιστον πέντε (5) ημέρες πριν τη σύντμηση ή επιμήκυνση του χρόνου διαβούλευσης. Η σύντμηση του χρόνου διαβούλευσης δεν μπορεί να είναι για περισσότερο από το μισό της προβλεπόμενης κατά την έναρξη της διαβούλευσης διάρκειας. Η επιμήκυνση του χρόνου διαβούλευσης δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες.
7.  
    Η ανάλυση των συνεπειών των ρυθμίσεων του άρθρου 7 του ν. 4048/2012 είναι αναγκαία στην περίπτωση των όρων και προϋποθέσεων έγκρισης λειτουργίας.
8.  
    Μετά τη λήξη της διαβούλευσης, συντάσσεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης και των συναρμοδίων Υπουργείων έκθεση με την οποία βεβαιώνεται είτε ότι συντρέχουν οι όροι για την υπαγωγή της οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας και οι αναγκαίοι όροι για την αποτροπή του κινδύνου για συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον είτε ότι δεν συντρέχουν. Η έκθεση δημοσιεύεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της διαβούλευσης σύμφωνα με το Κεφάλαιο Ζ΄ του παρόντος. Σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη αυτή η προθεσμία θεωρείται ότι δεν συντρέχουν οι όροι για την υπαγωγή της συγκεκριμένης δραστηριότητας σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας.
9.  
    Σε περίπτωση που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας, ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και οι εκάστοτε συναρμόδιοι Υπουργοί με αιτιολογημένη κοινή απόφασή τους ορίζουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις να υπαχθεί η συγκεκριμένη οικονομική διαδικασία σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας. Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας, ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός κοινοποιούν το σχέδιο προεδρικού διατάγματος στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της έκθεσης της προηγούμενης παραγράφου. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού οφείλει να γνωμοδοτήσει επί αυτού εντός τριάντα (30) ημερών. Η γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού δημοσιεύεται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Η έκθεση της προηγουμένης παραγράφου αποτελεί μέρος της υπουργικής απόφασης του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου ή του προεδρικού διατάγματος του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.
10.  
    Τροποποίηση των όρων και προϋποθέσεων έγκρισης λειτουργίας για μια συγκεκριμένη δραστηριότητα ή για δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων επιτρέπεται:
  1. σε περίπτωση που αυτό καταστεί αναγκαίο μετά από αμετάκλητη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου, ή
  2. από τον Υπουργό Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και τον κατά περίπτωση συναρμόδιο Υπουργό, μετά την πάροδο πενταετίας από την υιοθέτησή τους ή την τροποποίηση.
  3. Σε κάθε περίπτωση για την τροποποίηση των όρων και προϋποθέσεων έγκρισης λειτουργίας ακολουθείται η διαδικασία υιοθέτησης όρων και προϋποθέσεων έγκρισης λειτουργίας.
  4. Η διαβούλευση για την τροποποίηση ή κατάργηση των όρων και προϋποθέσεων έγκρισης λειτουργίας μετά από αμετάκλητη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου εκκινεί εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της απόφασης αυτής.
Άρθρο 8 "Τήρηση ελάχιστων προτύπων στις οικονομικές δραστηριότητες που απαιτούν έγκριση λειτουργίας"
1.  
    Στους όρους και τις προϋποθέσεις για την έγκριση λειτουργίας που τίθενται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 5 του άρθρου 7, μπορεί να περιλαμβάνεται και η τήρηση συγκεκριμένων προτύπων
2.  
    Τα πρόσωπα που μπορούν να διαπιστευτούν ως οργανισμοί αξιολόγησης συμμόρφωσης, η διαδικασία πιστοποίησης και κάθε άλλη λεπτομέρεια ρυθμίζονται στο κεφάλαιο Γ΄ του παρόντος νόμου
3.  
    Ο διαπιστευμένος οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης κοινοποιεί υπεύθυνη δήλωσή του στην αρμόδια για την παροχή της έγκρισης λειτουργίας αρχή με την οποία πιστοποιεί την από μέρους του ενδιαφερόμενου προσώπου συμμόρφωση με το συγκεκριμένο πρότυπο. Η υπεύθυνη δήλωση δημοσιεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας. Από τη δημοσίευσή της, το συγκεκριμένο πρόσωπο τεκμαίρεται ότι πληροί τις προϋποθέσεις του συγκεκριμένου προτύπου. Τέτοια υπεύθυνη δήλωση υποβάλλει ο οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης σε κάθε επαναξιολόγηση τήρησης του προτύπου που πραγματοποιεί μετά την έγκριση λειτουργίας πιστοποιώντας τη συμμόρφωση ή μη με τα πρότυπα. Η υπεύθυνη δήλωση είτε αρχική είτε μετά την επαναξιολόγηση, περιλαμβάνει την επωνυμία και τον αριθμό ΓΕΜΗ του οργανισμού αξιολόγησης συμμόρφωσης και του πιστοποιουμένου προσώπου, το αντικείμενο της πιστοποίησης και το πρότυπο που εφαρμόζεται, το χρόνο διενέργειάς της, και υποβάλλεται εντός πέντε (5) ημερών από την ολοκλήρωση της αρχικής αξιολόγησης ή επαναξιολόγησης.
4.  
    Τα πρότυπα, η συμμόρφωση στα οποία επιβάλλεται ως προϋπόθεση για την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας υπό καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας, είναι τα ελάχιστα αναγκαία για την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου δημόσιου συμφέροντος που δικαιολογεί την επιβολή προτύπων. Η επιλογή των προτύπων γίνεται με βάση τις αρχές του άρθρου 1 και κατά τρόπο που να επιδιώκεται η τεχνολογική ουδετερότητα και ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός για την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας.
5.  
    Η τήρηση πρόσθετων προτύπων από ένα πρόσωπο και η πιστοποίησή του σχετικά με αυτά δεν επηρεάζει σε τίποτα τις διατάξεις του παρόντος σχετικά με την πιστοποίηση
Άρθρο 9 "Χορήγηση έγκρισης λειτουργίας"
1.  
    Το περιεχόμενο της αίτησης για την έγκριση λειτουργίας για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων καθορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 5 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου
2.  
    Η αρμόδια για την έκδοση της έγκρισης λειτουργίας αρχή οφείλει να ενημερώνει, εντός επτά (7) ημερών από την υποβολή του σχετικού αιτήματος, τον υποβάλλοντα την αίτηση για έγκριση λειτουργίας αν λείπει κάποιο από τα στοιχεία, τα οποία προσδιορίζονται με τρόπο περιοριστικό στο προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 5 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου, θέτοντας και προθεσμία επτά (7) ημερών για την προσκόμισή τους. Αν μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής τα σχετικά έγγραφα δεν έχουν προσκομισθεί, η αίτηση απορρίπτεται.
3.  
    Η διάρκεια εξέτασης ενός αιτήματος για έγκριση λειτουργίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πενήντα (50) ημέρες από την υποβολή της σχετικής αίτησης. Σε περίπτωση που λείπουν έγγραφα, η προθεσμία των πενήντα (50) ημερών διακόπτεται και επανεκκινεί μετά την προσκόμισή τους. Σε περίπτωση παρόδου των πενήντα (50) ημερών από την υποβολή της πλήρους αίτησης σύμφωνα με τον παρόντα, χωρίς την έγκριση ή απόρριψη της αίτησης, τεκμαίρεται ότι η αίτηση έχει γίνει δεκτή και η αρμόδια αρχή οφείλει να εκδώσει τη σχετική εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη εντός δέκα (10) ημερών από την πάροδο των προθεσμίων που τίθενται παραπάνω.
Άρθρο 10 "Μεταβίβαση έγκρισης λειτουργίας"
1.  
    Η έγκριση λειτουργίας μεταβιβάζεται μαζί με την επιχειρηματική μονάδα, η οποία έχει λάβει την έγκριση λειτουργίας και μπορεί να συσταθεί επί αυτής εμπράγματο δικαίωμα μόνο μαζί με την επιχειρηματική μονάδα, η οποία έχει λάβει την έγκριση λειτουργίας. Η μίσθωση ή αλλαγή ελέγχου της επιχείρησης, η οποία έχει λάβει την έγκριση λειτουργίας για τη συγκεκριμένη επιχειρηματική μονάδα, δεν συνιστά λόγο ανάκλησης της έγκρισης λειτουργίας. Κάθε πρόσωπο το οποίο μεταβιβάζει επιχειρηματική μονάδα ή συστήνει επί αυτής δικαίωμα επικαρπίας υποχρεούται να κοινοποιεί το γεγονός αυτό εντός τριάντα (30) ημερών από την ολοκλήρωσή του στην αρμόδια κατά τόπο Αρχή. Η παρούσα δεν περιορίζει σε τίποτα τις διατάξεις του ν. 3959/2011 περί συγκέντρωσης επιχειρήσεων. Η έννοια της αλλαγής ελέγχου στο παρόν έχει την έννοια που της δίδεται στα άρθρα 5 επ. του ν. 3959/2011.
Άρθρο 11 "Περιορισμός αριθμού εγκρίσεων λειτουργίας και χορήγηση αυτών"
1.  
    Σε συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες για την άσκηση των οποίων προϋποτίθεται η χορήγηση της έγκρισης λειτουργίας, ο αριθμός των προσώπων που λαμβάνουν έγκριση μπορεί να περιορισθεί είτε συνολικά για ολόκληρη την Επικράτεια είτε και για συγκεκριμένα γεωγραφικά διαμερίσματα, εφόσον τούτο επιβάλλεται από λόγους αντικειμενικούς, που αφορούν τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα και το δημόσιο συμφέρον το οποίο εξυπηρετείται, ιδίως αν η άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας προϋποθέτει είτε τη χρήση σπάνιου πόρου, ο οποίος δεν επαρκεί για αόριστο αριθμό προσώπων ή τη χρήση άλλου πόρου του Δημοσίου
2.  
    Με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 5 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις υπό τους οποίους μπορεί να περιορισθεί ο αριθμός των προσώπων που θα λάβουν έγκριση να ασκούν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, ο τρόπος με τον οποίο θα καθορισθεί ο αριθμός των προσώπων αυτών και η διαγωνιστική διαδικασία με την οποία θα χορηγηθούν οι συγκεκριμένες εγκρίσεις λειτουργίας και η οποία σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται με βάση τις αρχές της διαφάνειας, της ισότιμης μεταχείρισης, της αναλογικότητας, της προστασίας του ανταγωνισμού και σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. Ο περιορισμός του αριθμού των προσώπων που ασκούν μια οικονομική δραστηριότητα μπορεί να αφορά και ένα μόνο επίπεδο δραστηριοποίησης μιας επιχείρησης σε συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.
3.  
    Σε περίπτωση που το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 5 του άρθρου 7 κατά τα ανωτέρω εισάγει περιορισμό του αριθμού των εγκρίσεων λειτουργίας για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα, η αρμόδια κατά περίπτωση Αρχή μόλις λάβει αίτημα για την άσκηση αυτής της οικονομικής δραστηριότητας, το κοινοποιεί εντός επτά (7) ημερών από την υποβολή του στον Υπουργό Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και τον κατά περίπτωση αρμόδιο Υπουργό, οι οποίοι ορίζουν με αντικειμενικά αιτιολογημένη κοινή απόφασή τους εντός είκοσι (20) ημερών από την αίτηση, το μέγιστο αριθμό των εγκρίσεων λειτουργίας που θα χορηγηθούν. Το στάδιο αυτό δεν ακολουθείται, αν έχει ήδη υπάρξει προηγούμενο αίτημα και έχει ορισθεί ο αριθμός των εγκρίσεων λειτουργίας για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Η απόφαση με την οποία καθορίζεται ο μέγιστος αριθμός των εγκρίσεων λειτουργίας για συγκεκριμένη δραστηριότητα σύμφωνα με το παρόν άρθρο, επανεξετάζεται υποχρεωτικά κάθε πενταετία και στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να μειωθεί ο αριθμός των εγκρίσεων λειτουργίας κάτω από τον αριθμό των εγκρίσεων λειτουργίας που έχουν χορηγηθεί και δεν έχουν ανακληθεί ή λήξει μέχρι τη συμπλήρωση της πενταετίας από την έκδοση της απόφασης, με την οποία περιορίσθηκε ο αριθμός των εγκρίσεων λειτουργίας και ορίσθηκε ο αριθμός αυτών. Το σχέδιο προεδρικού διατάγματος κοινοποιείται στην Επιτροπή Ανταγωνισμού. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού οφείλει να γνωμοδοτήσει επί αυτού εντός τριάντα (30) ημερών. Η γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού δημοσιεύεται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Η έκθεση της προηγούμενης παραγράφου αποτελεί μέρος του προεδρικού διατάγματος της παρούσας παραγράφου.
4.  
    Με την κοινή υπουργική απόφαση της προηγούμενης παραγράφου ορίζεται και κάθε απαραίτητη λεπτομέρεια για το διαγωνισμό, με τον οποίο θα χορηγηθούν οι εγκρίσεις λειτουργίας, σύμφωνα και με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 5 του άρθρου 7. Η πρόσκληση για συμμετοχή στη διαγωνιστική διαδικασία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τριάντα (30) ημέρες και η δημοσίευση γίνεται τουλάχιστον στην Κεντρική Διαδικτυακή Πύλη Οικονομικής Δραστηριότητας του άρθρου 25 του παρόντος. Ο διαγωνισμός διεξάγεται και οι εγκρίσεις λειτουργίας χορηγούνται στην περίπτωση αυτή από τον Υπουργό Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και τον συναρμόδιο κατά περίπτωση Υπουργό.
5.  
    Η διάρκεια εξέτασης ενός αιτήματος για χορήγηση έγκρισης λειτουργίας υπό καθεστώς περιορισμένου αριθμού, περιλαμβανομένης και της διαγωνιστικής διαδικασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εκατό (100) ημέρες από την υποβολή της αίτησης για την έκδοση της συγκεκριμένης έγκρισης λειτουργίας. Η ανωτέρω προθεσμία δύναται να παραταθεί για μόνο τριάντα (30) ημέρες επιπλέον της αρχικής προθεσμίας των εκατό (100) ημερών. Στην περίπτωση αυτή, τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν τη συμπλήρωση των εκατό (100) ημερών, η κατά περίπτωση αρμόδια αρχή οφείλει να ενημερώσει εγγράφως το πρόσωπο που υπέβαλε την αίτηση και κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο συμμετέχει στη διαδικασία σχετικά με την πιθανή καθυστέρηση, τους λόγους στους οποίους αυτή οφείλεται και την πιθανή διάρκειά της.
6.  
    Κάθε πρόσωπο στο οποίο χορηγείται έγκριση λειτουργίας σε συνθήκες περιορισμένου αριθμού αυτών, υποχρεούται να προβεί σε πραγματική άσκηση της αντίστοιχης οικονομικής δραστηριότητας εντός ενός (1) έτους από τη χορήγησή της. Με την πράξη της έγκρισης λειτουργίας για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα προσδιορίζεται το περιεχόμενο της ελάχιστης αναγκαίας εκμετάλλευσης. Στο προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 5 του άρθρου 7 τίθεται με τρόπο ειδικό και σαφή το πλαίσιο, στο οποίο η εκάστοτε αρμόδια αρχή υποχρεούται να προσδιορίσει εφαρμόζοντας τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, την ελάχιστη εκμετάλλευση κάθε προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας, που δίνεται με περιορισμό του αριθμού τους.
Άρθρο 12 "Ενδικοφανής προσφυγή"
1.  
    Κατά της απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτημα χορήγησης έγκρισης λειτουργίας ή κατά της απόφασης με την οποία επιβάλλονται ειδικοί όροι και προϋποθέσεις, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 7, που δεν συνάδουν με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, το αιτούν πρόσωπο μπορεί να προσφύγει ενώπιον της κατά περίπτωση αρμόδιας αρχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 24. Η απόφαση επί της προσφυγής πρέπει να είναι αιτιολογημένη και, με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, εκδίδεται εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της προσφυγής. Εάν οι λόγοι της προσφυγής στηρίζονται σε αιτιάσεις τεχνικής φύσεως, η αρχή που κρίνει επί της προσφυγής δύναται να ζητήσει την τεχνική συνδρομή από τον ιδιωτικό φορέα του άρθρου 15, του οποίου η εισήγηση ενσωματώνεται στην απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία για την έκδοση της απόφασης παρατείνεται για δεκαπέντε (15) ακόμη ημέρες. Σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής η αρχή που την εξέτασε χορηγεί υποχρεωτικά την έγκριση λειτουργίας ή τροποποιεί τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν με την αρχική έγκριση λειτουργίας.
2.  
    Ειδικά η απόφαση επί ενδικοφανούς προσφυγής κατά αποφάσεως, που αφορά τη μη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας σε συνθήκες περιορισμού του αριθμού τους, εκδίδεται εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής
3.  
    Σε περίπτωση παρέλευσης της προθεσμίας των ανωτέρω παραγράφων, χωρίς την έκδοση απόφασης από την αρμόδια κατά περίπτωση αρχή τεκμαίρεται η απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής
Άρθρο 13 "Παράβολο"
1.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας προσδιορίζεται συγκεκριμένο ύψος παραβόλου, το οποίο καταβάλλεται ετήσια από το κάθε πρόσωπο ανά οικονομική δραστηριότητα που ασκεί υπό καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας, καθώς και τα παράβολα και επιβαρύνσεις που αυτό αντικαθιστά. Το σύνολο των πόρων που συγκεντρώνονται πιστώνεται σε ειδικό κωδικό του Κρατικού Προϋπολογισμού και χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για την εποπτεία και τον έλεγχο των οικονομικών δραστηριοτήτων σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Με την κοινή απόφαση του παρόντος άρθρου ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη μεταφορά των πιστώσεων στα αρμόδια όργανα για τον έλεγχο και την εποπτεία.
Άρθρο 14 "Παροχή υπηρεσιών"
1.  
    Πρόσωπα που υποβάλλουν αίτηση για έγκριση λειτουργίας, μπορούν να συνυποβάλλουν και μελέτες φυσικών ή νομικών προσώπων της επιλογής τους προς υποστήριξη της αίτησής τους. Οι αρμόδιες εκάστοτε αρχές εξετάζουν τις σχετικές μελέτες ως προς την πληρότητα και ορθότητά τους και, εφόσον θεωρούν αυτές επαρκείς, μπορούν στην απόφασή τους να τις υιοθετούν. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να ζητήσουν εξασφάλιση είτε με ασφαλιστικές συμβάσεις ή με εγγυητικές επιστολές ή άλλα συνήθη κατά τη χρηματοδοτική πρακτική μέσα εγγυοδοσίας ή εγγύησης. Η εγγυοδοσία πρέπει να είναι ανάλογη του βαθμού στον οποίο οι μελέτες φυσικών ή νομικών προσώπων λαμβάνονται υπόψιν για την αξιολόγηση του αν η έγκριση λειτουργίας θα πρέπει να δοθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση και αν απαιτείται και σε τι βαθμό με την ατομική διοικητική πράξη χορήγησης της έγκρισης και εξειδίκευση των όρων ή προϋποθέσεων που υπάρχουν στο αντίστοιχο προεδρικό διάταγμα.
2.  
    Οι αρμόδιες αρχές για τη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας δύνανται να αναθέτουν, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μελέτες ή την παροχή υπηρεσιών αναγκαίων για την εξέταση συγκεκριμένων αιτημάτων έγκρισης λειτουργίας, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων
3.  
    Παρέχοντες υπηρεσίες σε πρόσωπα τα οποία αιτούνται έγκριση λειτουργίας δεν μπορούν για την ίδια αίτηση έγκρισης λειτουργίας να παρέχουν και υπηρεσίες στις αρχές οι οποίες είναι αρμόδιες για τη χορήγηση της έγκρισης λειτουργίας
4.  
    Τα πρόσωπα τα οποία παρέχουν υπηρεσίες σε αρμόδιες για τη χορήγηση έγκρισης αρχές κατά το παρόν άρθρο δημοσιεύουν υποχρεωτικά, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, την επωνυμία και τον αριθμό εμπορικού μητρώου των επιχειρήσεων στις οποίες παρείχαν συμβουλευτικές υπηρεσίες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, καθώς και το χρόνο και το αντικείμενο των υπηρεσιών που παρείχαν κατά τα τελευταία τρία έτη
5.  
    Οι περιορισμοί των προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες σε επιχειρήσεις ή στις αρμόδιες αρχές κατά το παρόν άρθρο καταλαμβάνουν και τα πρόσωπα, τα οποία βρίσκονται υπό κοινό έλεγχο με αυτά. Για τις ανάγκες του παρόντος άρθρου, ο έλεγχος έχει την έννοια η οποία του δίδεται στα άρθρα 5 επ. του ν. 3959/2011.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ
Άρθρο 15 "Οργανισμοί αξιολόγησης συμμόρφωσης με πρότυπα"
1.  
    Οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης ενός προσώπου με συγκεκριμένα πρότυπα σύμφωνα με τον παρόντα νόμο μπορεί να είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, εφόσον διαπιστευθεί σχετικά από το Εθνικό Σύστημα Υποδομών Ποιότητας (ΕΣΥΠ – αυτοτελής μονάδα ΕΣΥΔ) ή από άλλον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης κράτους - μέλους της ΕΕ, σύμφωνα με την κείμενη ελληνική και τη νομοθεσία της ΕΕ
2.  
    Το ΕΣΥΠ εποπτεύει τους οργανισμούς αξιολόγησης συμμόρφωσης που έχουν διαπιστευθεί από αυτό σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο και συνεργάζεται με τους αντίστοιχους εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης των κρατών - μελών της ΕΕ σχετικά με οργανισμούς αξιολόγησης συμμόρφωσης, που έχουν διαπιστευθεί από αυτούς και παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε πρόσωπα, τα οποία επιθυμούν να ασκήσουν στην Ελλάδα οικονομική δραστηριότητα σύμφωνα με τον παρόντα νόμο
3.  
    Οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης δεν μπορεί για την ίδια υπόθεση να παρέχει υπηρεσίες σε πρόσωπο, του οποίου τη συμμόρφωση σε πρότυπα σύμφωνα με το παρόν αξιολογεί. Κάθε οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης δημοσιεύει σύμφωνα με την παρούσα την επωνυμία, τον αριθμό εμπορικού μητρώου, το χρόνο και το αντικείμενο για το οποίο παρείχε υπηρεσίες σε συγκεκριμένη επιχείρηση κατά τα τελευταία τρία έτη. Η απαγόρευση ισχύει και για πρόσωπα που ελέγχουν ή ελέγχονται από οργανισμούς αξιολόγησης συμμόρφωσης ή συμμετέχουν σε οργανισμό αξιολόγησης συμμόρφωσης με ποσοστό άνω του 10%. Για τις ανάγκες του παρόντος άρθρου ο έλεγχος έχει την έννοια την οποία έχει στο άρθρο 5 επ. του ν. 3959/2011.
4.  
    Ο κάθε οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης διαθέτει εγχειρίδιο ποιότητας και εφαρμόζει τεκμηριωμένες και σαφώς προδιαγεγραμμένες διαδικασίες για την αξιολόγηση και την παρακολούθηση των αξιολογούμενων επιχειρήσεων, για την υποβολή και εξέταση των ενστάσεων κατά των αποφάσεών του από τις αξιολογούμενες εγκαταστάσεις, καθώς και τεκμηριωμένο σύστημα διαχείρισης, το οποίο καλύπτει όλες τις προβλεπόμενες απαιτήσεις και διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή τους
5.  
    Κάθε οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης που παρέχει υπηρεσίες σύμφωνα με τον παρόντα νόμο οφείλει να τηρεί αρχείο αξιολογήσεων με κάθε αναγκαία λεπτομέρεια που να βεβαιώνει την από μέρους του ορθή άσκηση των υποχρεώσεών του τόσο κατά την αρχική αξιολόγηση συμμόρφωσης επιχείρησης όσο και κατά τη λειτουργία της. Το ελάχιστο περιεχόμενο του αρχείου είναι η επωνυμία και ο αριθμός εμπορικού μητρώου της επιχείρησης, η συμμόρφωση της οποίας με συγκεκριμένα πρότυπα, απετέλεσε αντικείμενο αξιολόγησης, κάθε ημερομηνία στην οποία έγινε αξιολόγηση της επιχείρησης αυτής από τον συγκεκριμένο οργανισμό αξιολόγησης συμμόρφωσης και περιγραφή των εργασιών που έγιναν καθώς και περιπτώσεις, κατά τις οποίες εντοπίστηκε ότι η αξιολογηθείσα επιχείρηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις ενός συγκεκριμένου προτύπου. Πρόσβαση στο αρχείο αυτό έχει κάθε αρμόδια αρχή εποπτείας εφαρμογής του παρόντος νόμου, με την επιφύλαξη του απορρήτου και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων από παράνομη επεξεργασία και ο κάθε οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης υποχρεούται να παρέχει κάθε εύλογη πληροφορία στις αρχές αυτές.
6.  
    Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας μετά από γνωμοδότηση του ΕΣΥΠ καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με το εγχειρίδιο ποιότητας, τις διαδικασίες για την αξιολόγηση και την παρακολούθηση των αξιολογουμένων εγκαταστάσεων, το σύστημα διαχείρισης και ενστάσεων, τον τρόπο τήρησης του μητρώου που πρέπει να τηρεί κάθε οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τη διαδικασία αξιολόγησης συμμόρφωσης, σύμφωνα με το παρόν άρθρο
Άρθρο 16 "Επιλογή προτύπων"
1.  
    Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού μετά από εισήγηση του ΕΣΥΠ καθορίζονται, τροποποποιούνται ή καταργούνται τα πρότυπα για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα η οποία ασκείται υπό καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας
2.  
    Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού μετά από εισήγηση του ΕΣΥΠ καθορίζονται, τροποποποιούνται ή καταργούνται τα πρότυπα για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα η οποία ασκείται υπό καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας
3.  
    Σε περίπτωση που για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα έχουν ορισθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία ευρωπαϊκά πρότυπα, εφαρμόζονται αυτά. Αν δεν υπάρχουν ευρωπαϊκά πρότυπα αλλά υπάρχουν διεθνή πρότυπα, που έχουν ορισθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, εφαρμόζονται αυτά. Αν δεν υπάρχουν ούτε διεθνή πρότυπα αλλά υπάρχουν ελληνικά πρότυπα, που έχουν ορισθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, εφαρμόζονται αυτά. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν πρότυπα για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα κατά το προηγούμενο εδάφιο χρησιμοποιούνται καθιερωμένα ελληνικά πρότυπα. Αν δεν υπάρχουν καθιερωμένα ελληνικά πρότυπα, υιοθετούνται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
4.  
    Σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότερα πρότυπα του ιδίου επιπέδου (ευρωπαϊκά ή διεθνή ή εθνικά), τα οποία πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις σύμφωνα με τον παρόντα, οι αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές υποχρεούνται να υιοθετήσουν οποιοδήποτε από τα σχετικά πρότυπα σύμφωνα με τα ανωτέρω άρθρα. Το ενδιαφερόμενο να ασκήσει συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα πρόσωπο μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σε ισοδύναμα πρότυπα, τα οποία έχουν τεθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
5.  
    Τα ελάχιστα πρότυπα, τα οποία τίθενται σύμφωνα με την παρούσα, επανεξετάζονται αν πρόκειται για ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα σύμφωνα με τη διαδικασία, η οποία προβλέπεται από την κατά περίπτωση νομοθεσία που διέπει αυτά τα πρότυπα. Στην περίπτωση των εθνικών προτύπων η επανεξέταση γίνεται το αργότερο εντός πενταετίας από την υιοθέτησή τους. Η επανεξέταση μπορεί να οδηγήσει σε κατάργηση προτύπων αν πλέον δεν δικαιολογείται η ύπαρξή τους για την προστασία του συγκεκριμένου δημοσίου συμφέροντος ή σε τροποποίησή τους ή σε αντικατάστασή τους. Η διαδικασία, η οποία ακολουθείται είναι η ίδια που ακολουθείται για την υιοθέτηση των προτύπων. Κάθε πρόσωπο, το οποίο ασκεί συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα, υποχρεούται να πιστοποιηθεί ότι πληροί τα πρότυπα, όπως έχουν τροποποιηθεί ή αντικατασταθεί εντός εξήντα ημερών από την υιοθέτησή τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
6.  
    Σε περίπτωση που υπάρχουν μόνο εθνικά πρότυπα και υιοθετηθούν μεταγενέστερα ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα, αυτά επιβάλλονται άμεσα σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου και αντικαθιστούν τα μέχρι τότε υπάρχοντα πρότυπα. Σε περίπτωση που υπάρχουν διεθνή πρότυπα και υιοθετηθούν μεταγενέστερα ευρωπαϊκά, αυτά επιβάλλονται άμεσα σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου και αντικαθιστούν τα μέχρι τότε υπάρχοντα πρότυπα.
Άρθρο 17 "Γενικές αρχές πιστοποίησης"
1.  
    Κάθε πρόσωπο το οποίο επιθυμεί να ασκήσει οικονομική δραστηριότητα για την οποία σύμφωνα με τον παρόντα νόμο απαιτείται πιστοποίηση, μπορεί να επιλέγει τον οργανισμό αξιολόγησης συμμόρφωσης που επιθυμεί από το Μητρώο Οργανισμών Αξιολόγησης Συμμόρφωσης
2.  
    Οι οικονομικοί όροι για την παροχή των υπηρεσιών πιστοποίησης συμφωνούνται μεταξύ του οργανισμού αξιολόγησης συμμόρφωσης και του ενδιαφερόμενου προσώπου. Οι συμφωνίες παροχής υπηρεσιών πιστοποίησης περιλαμβάνουν το σύνολο των όρων υπό τους οποίους παρέχονται οι υπηρεσίες πιστοποίησης και δεν μπορεί να ρυθμίζουν ταυτόχρονα άλλες τυχόν συναλλαγές των συμβαλλομένων μερών. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι αυτοδίκαια άκυρη.
3.  
    Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργου μετά από γνωμοδότηση της ΕΣΥΠ μπορούν να καθορίζονται τυποποιημένα σχέδια συμβάσεων παροχής υπηρεσιών αξιολόγησης συμμόρφωσης για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα. Για την εξυπηρέτηση των αρχών του άρθρου 1 του παρόντος, οι όροι των τυποποιημένων σχεδίων συμβάσεων μπορεί κατά περίπτωση να είναι εν όλω ή εν μέρει δεσμευτικοί για τους διοικούμενους ή να μην έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα για τα συμβαλλόμενα μέρη.
4.  
    Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, μετά από γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, μπορεί να ορίζονται ανώτατες τιμές παροχής υπηρεσιών πιστοποίησης για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΙ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ
Άρθρο 18
1.  
    Οργανωμένος Υποδοχέας Δραστηριοτήτων (ΟΥΔ) είναι ένα ολοκληρωμένο σύνολο δομών, υπηρεσιών και έργων υποδομής, που αναπτύσσεται σε εδαφική ή θαλάσσια περιοχή κείμενη εκτός σχεδίου πόλεως ή οικισμού, στην οποία επιτρέπεται η ανάπτυξή του σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και η οποία προορίζεται αποκλειστικά για την εγκατάσταση προσώπων και άσκηση δραστηριοτήτων που έχουν ήδη οργανωθεί ή θα οργανωθούν. Η ίδρυση ΟΥΔ μπορεί να προϋποθέτει τη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 του παρόντος.
2.  
    Σε κάθε ΟΥΔ μπορεί να ασκούνται δραστηριότητες υπό καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας ή υπό καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας ή οικονομικές δραστηριότητες για τις οποίες δεν υπάρχει περιορισμός. Η εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη, με την οποία χορηγείται η έγκριση λειτουργίας του ΟΥΔ, περιλαμβάνει και έγκριση λειτουργίας για κάθε πρόσωπο το οποίο εγκαθίσταται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου στον ΟΥΔ και ασκεί τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.
3.  
    Με το προεδρικό διάταγμα του άρθρου 7 παράγραφος 5, το οποίο στην παρούσα περίπτωση εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, τίθενται οι όροι και οι προϋποθέσεις που διέπουν τη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας των ΟΥΔ και την άσκηση των αναπτυσσόμενων δραστηριοτήτων εντός αυτών, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. Στο προεδρικό διάταγμα γίνεται κατηγοριοποίηση των ΟΥΔ, αν αυτό είναι αναγκαίο, ώστε να εξυπηρετείται με τον πλέον αποδοτικό τρόπο η λειτουργία τους. Το προεδρικό διάταγμα επιπλέον ορίζει:.
  1. Το περιεχόμενο του φακέλου (τεχνικοοικονομικές μελέτες, εκθέσεις, προϋπολογισμοί κ.λπ.) που θα συνοδεύει την αίτηση για την ίδρυση ΟΥΔ.
  2. Το ελάχιστο περιεχόμενο του Κανονισμού Λειτουργίας του ΟΥΔ
  3. Την αναγκαία υποδομή για τη λειτουργία του ΟΥΔ
  4. Την ελάχιστη έκταση για οργάνωση και λειτουργία ΟΥΔ για τις συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες και η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τα πενήντα (50) στρέμματα
  5. Τις αναγκαίες εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας
  6. Τη διαμόρφωση των κοινόχρηστων χώρων
  7. Την ελάχιστη χρηματοοικονομική επάρκεια και δομή του φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης του ΟΥΔ, που μπορεί να αναφέρεται σε ελάχιστο ύψος ιδίων κεφαλαίων, εξασφάλιση χρηματοδότησης και εγγυήσεις για την εκτέλεση των έργων υποδομής.
  8. Για το σκοπό αυτόν μπορεί να λαμβάνονται υπ’όψιν και ασφαλιστήρια συμβόλαια ή άλλες εγγυοδοτικές ή εγγυητικές συμβάσεις και χρηματοοικονομικά μέσα.
  9. Κατά περίπτωση μπορεί να τίθεται και ελάχιστο ύψος ιδίων κεφαλαίων του φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης.
  10. Την ελάχιστη διάρκεια των ΟΥΔ
  11. Θέματα σχετικά με την αλλαγή ή επέκταση ή μείωση της έκτασης που καταλαμβάνει ο ΟΥΔ ή την αλλαγή των οικονομικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από τον ΟΥΔ
  12. Ζητήματα τα οποία αφορούν το φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης σε περίπτωση που ο φορέας ίδρυσης επιλέξει να μην συνεχίσει τη διαχείριση του ΟΥΔ μετα την ίδρυσή του.
  13. Την αλλαγή φορέα ίδρυσης κατά το στάδιο της ίδρυσης.
  14. Την αλλαγή φορέα διαχείρισης και ζητήματα αλλαγης ελέγχου του φορέα διαχείρισης ή ίδρυσης.
  15. Ζητήματα επίσης, που αφορούν τις σχέσεις του φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης με τα πρόσωπα τα οποία εγκαθίστανται στον ΟΥΔ για να ασκήσουν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα και την ίδρυση, διοίκηση και διαχείριση του ΟΥΔ.
  16. Τη δυνατότητα εγκατάστασης στο ΟΥΔ προσώπων που ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο του παρόντος νόμου και τους όρους υπό τους οποίους μπορεί αυτό να επιτευχθεί
  17. Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την ίδρυση και λειτουργία των ΟΥΔ σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και ιδίως σχετικά με τις προθεσμίες και τις προϋποθέσεις για να τεθεί ο ΟΥΔ σε λειτουργία
4.  
    Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με θέματα χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού για την ίδρυση και λειτουργια των ΟΥΔ. Το προεδρικό διάταγμα της παρούσας παραγράφου εξαιρείται από την εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 34.
5.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της ΕΕ, επιτρέπεται η απευθείας παραχώρηση στο φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης του ΟΥΔ: (i) της χρήσης αιγιαλού και παραλίας, αν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για τη λειτουργία του ΟΥΔ και (ii) του δικαιώματος εκτέλεσης, χρήσης και εκμετάλλευσης λιμενικών έργων ή επέκτασης ήδη υφιστάμενων στην περιοχή λιμενικών εγκαταστάσεων. Η παραχώρηση στις παραπάνω περιπτώσεις γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του άρθρου 1, για χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διάρκεια της έγκρισης λειτουργίας του ΟΥΔ και με την καταβολή εύλογου ανταλλάγματος. Για την εκτέλεση των έργων στον αιγιαλό ή στην παραλία τηρείται η διαδικασία που ορίζεται στις διατάξεις του ν. 2971/2001 (Α΄ 285), καθώς και οι συναφείς ρυθμίσεις του Γενικού και των Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης και των αντίστοιχων Περιφερειακών Πλαισίων. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται η διαδικασία, ο τρόπος και τα όργανα προσδιορισμού του ανταλλάγματος και κάθε σχετικό θέμα. Στην περίπτωση που τα λιμενικά έργα εμπεριέχουν πρόσχωση θαλάσσιου χώρου, μετά την ολοκλήρωσή τους κινείται η διαδικασία επανακαθορισμού των οριογραμμών αιγιαλού - παραλίας και το γήπεδο που δημιουργείται καταγράφεται ως δημόσιο κτήμα. Το εν λόγω δημόσιο κτήμα, εφόσον ο φορέας το επιθυμεί, μπορεί να παραχωρείται κατά χρήση ή να εκμισθώνεται απευθείας σε αυτόν. Το αντάλλαγμα χρήσης ή το μίσθωμα καθορίζονται από την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία και ανταποκρίνεται στις τρέχουσες μισθωτικές αξίες της περιοχής. Η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση από τρίτους της παραχωρούμενης προς το φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης ΟΥΔ έκτασης αιγιαλού, παραλίας και λιμενικών έργων επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Αιγαίου: (i) μετά από αίτημα του φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης εφόσον αυτό δεν αντίκειται στις αρχές του άρθρου 1 και (ii) εφόσον επιβάλλεται για λόγους εθνικής οικονομίας ή δημόσιας ωφέλειας και ιδίως προστασίας του αποτελεσματικού ανταγωνισμού μετά από απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού.
6.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων του δικαίου της ΕΕ, στους ΟΥΔ μπορεί με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Αιγαίου να συνιστώνται Ελεύθερες Ζώνες ή να αναγνωρίζονται Ελεύθερες Αποθήκες ή Τελωνειακές Αποθήκες ή Χώροι Προσωρινής Αποθήκευσης, η ίδρυση και λειτουργία των οποίων διέπεται από τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας
7.  
    Η έκταση στην οποία εκτείνεται ο ΟΥΔ μπορεί να ανήκει στο φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης ή μπορεί επί αυτής να έχει εμπράγματο δικαίωμα ή μακροχρόνια μίσθωση ή χρήση ή άλλο ενοχικό δικαίωμα. Η έκταση στην οποία δημιουργείται ο ΟΥΔ μπορεί να διακόπτεται από οδικά δίκτυα, εφόσον εξασφαλίζεται η λειτουργική ενότητά του και η ασφάλεια της κυκλοφορίας. Δημοτικοί, κοινοτικοί και αγροτικοί δρόμοι μπορούν να ενσωματωθούν στην έκταση του υποδοχέα, εφόσον αυτό δεν δημιουργεί κυκλοφοριακά προβλήματα.
8.  
    Ο φορέας ίδρυσης μπορεί να έχει τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας. Ανάπτυξη ΟΥΔ μπορεί να γίνει με Σύμπραξη Ιδιωτικού και Δημόσιου Τομέα, εφόσον πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις του ν. 3389/2005 (Α΄ 232).
9.  
    Η διαχείριση του ΟΥΔ γίνεται από φορέα διαχείρισης, ο οποίος μπορεί να είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον φορέα ίδρυσης. Αλλαγή του φορέα ίδρυσης ή και φορέα διαχείρισης ή αλλαγή του ελέγχου τους, μπορεί να γίνει ανά πάσα στιγμή, εκτός αν διαφορετικά αναφέρεται στον Κανονισμό Λειτουργίας ή έχει συμφωνηθεί με πρόσωπο το όποιο ασκεί οικονομική δραστηριότητα και είναι εγκατεστημένο στον ΟΥΔ, σε κάθε περίπτωση υπό την προϋπόθεση οτι τηρούνται όλοι οι όροι και προϋποθέσεις που τυχόν θέτει το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου και δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του παρόντος. Ο φορέας ίδρυσης μπορεί να αναθέσει με σύμβαση την ίδρυση ή διαχείριση του ΟΥΔ εν όλω ή εν μέρει, παραμένοντας όμως πάντα πλήρως υπεύθυνος ο ίδιος έναντι του Δημοσίου και τρίτων για τις ανάγκες του νόμου. Το ελάχιστο περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης αποτελεί μέρος του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 3. Η μεταβολή του φορέα, η αλλαγή ελέγχου του και το γεγονός της οποιασδήποτε από τις εδώ αναφερόμενες σύναψης σύμβασης με τρίτον, δημοσιεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου μαζί με υπεύθυνη δήλωση του νέου φορέα ή του αποκτώντος τον έλεγχο ή των αντισυμβαλλομένων κατά περίπτωση, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του παρόντος νόμου και των κατά εξουσιοδότηση αυτού διατάξεων δευτερογενούς δικαίου που θα εκδοθούν. Από τη δημοσίευση των παραπάνω αποκτά ισχύ η αλλαγή φορέα ή ελέγχου έναντι τρίτων.
10.  
    Οι σχέσεις μεταξύ των φορέων ίδρυσης και διαχείρισης αφενός και των εγκατεστημένων στον ΟΥΔ επιχειρήσεων αφετέρου, καθώς και των τελευταίων μεταξύ τους ρυθμίζονται με Κανονισμό Λειτουργίας του ΟΥΔ. Ο φορέας ίδρυσης του ΟΥΔ προβαίνει σε δημοσίευση Κανονισμού Λειτουργίας του ΟΥΔ σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Το ελάχιστο περιεχόμενο του Κανονισμού Λειτουργίας του ΟΥΔ περιλαμβάνεται στο προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Στο ίδιο προεδρικό διάταγμα μπορεί να περιλαμβάνεται και μη δεσμευτικό υπόδειγμα Κανονισμού Λειτουργίας ΟΥΔ. Ο Κανονισμός Λειτουργίας είναι σύμβαση προσχώρησης για όλα τα πρόσωπα τα οποία εγκαθίστανται στον ΟΥΔ. Η μη τήρηση του ελαχίστου περιεχομένου του Κανονισμού Λειτουργίας συνιστά παράβαση των όρων της έγκρισης λειτουργίας. Τροποποίηση του Κανονισμού λειτουργίας μπορεί να γίνει με απόφαση του 51% των εγκατεστημένων στον ΟΥΔ προσώπων, που καλύπτουν το 51% της έκτασης του ΟΥΔ, την οποία καλύπτουν πρόσωπα που έχουν κατά το χρόνο εκείνο συμβληθεί με το φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης για την εγκατάστασή τους. Δεν είναι δυνατή η αύξηση του ποσοστού αυτού με συμφωνία των μερών. Σε τροποποίηση, με τον τρόπο αυτόν, υπόκεινται και οι διατάξεις οι οποίες περιλαμβάνονται στο ελάχιστο περιεχόμενο του Κανονισμού, δεν υπόκεινται όμως σε τροποποίηση με τον τρόπο αυτό οι διατάξεις του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου που περιγράφουν ποιό είναι το ελάχιστο περιεχόμενο του Κανονισμού.
11.  
    Η ίδρυση του ΟΥΔ γίνεται μετά από αίτηση του φορέα ίδρυσης. Αρμόδια αρχή για την έκδοση απόφασης ίδρυσης ΟΥΔ είναι ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και οι τυχόν συναρμόδιοι κατά περίπτωση Υπουργοί. Ο φορέας ίδρυσης μπορεί κατά την υποβολή της αίτησης να είναι στο ιδρυτικό στάδιο. Η συνολική προθεσμία για την έκδοση της απόφασης ανάπτυξης του ΟΥΔ δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εκατό (100) ημέρες από τη στιγμή που βεβαιωθεί εγγράφως από την αρμόδια αρχή η πληρότητα του υποβληθέντος με την αίτηση φακέλου. Ο φάκελος τεκμαίρεται πλήρης και χωρίς την έγγραφη βεβαίωση, εάν η αρμόδια αρχή δεν έχει απευθύνει τεκμηριωμένο αίτημα συμπλήρωσης του φακέλου εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την παραλαβή του. Σε περίπτωση παρέλευσης των εκατό (100) ημερών τεκμαίρεται η αποδοχή του αιτήματος, οπότε η αρμόδια αρχή οφείλει να εκδώσει την εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη έγκρισης λειτουργίας του ΟΥΔ, εντός τριάντα (30) ημερών από την πάροδο της προθεσμίας σύμφωνα με τα παραπάνω.
12.  
    Η εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη για την έγκριση λειτουργίας ΟΥΔ περιλαμβάνει:
  1. Το είδος των οικονομικών δραστηριοτήτων που θα ασκούνται στον ΟΥΔ και τυχόν συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις σε εφαρμογή των διατάξεων του προεδρικού διατάγματος του άρθρου 7 παράγραφος 5 που έχει εκδοθεί για κάθε μία από αυτές τις οικονομικές δραστηριότητες για τις οποίες απαιτείται προηγούμενη έγκριση και της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου
  2. Την αναγκαία υποδομή για τη λειτουργία του ΟΥΔ σε σχέση με τις συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες
  3. Την έκταση για οργάνωση και λειτουργία του ΟΥΔ για τις συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες
  4. Τις αναγκαίες εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας για τη λειτουργία του ΟΥΔ
  5. Τη διαμόρφωση των κοινόχρηστων χώρων για τη λειτουργία του ΟΥΔ
  6. Τη χρηματοοικονομική δομή του φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης του ΟΥΔ, που μπορεί να αναφέρεται σε ελάχιστο ύψος ιδίων κεφαλαίων, εξασφάλιση χρηματοδότησης και εγγυήσεις για την εκτέλεση των έργων υποδομής
  7. Τη διάρκεια των ΟΥΔ
  8. Θέματα σχετικά με την αλλαγή ή επέκταση ή μείωση της έκτασης που αναλαμβάνει ο ΟΥΔ ή την αλλαγή των οικονομικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από τον ΟΥΔ
  9. Ζητήματα τα οποία αφορούν το φορέα ίδρυσης ή σε περίπτωση που ο φορέας ίδρυσης επιλέξει να μην συνεχίσει τη διαχείριση του ΟΥΔ μετα την ίδρυσή του, ζητήματα τα οποία αφορούν το φορέα διαχείρισης
  10. Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την ίδρυση και λειτουργία των ΟΥΔ σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος
13.  
    Η εγκατάσταση κάθε προσώπου στον ΟΥΔ γίνεται με βάση σύμβαση την οποία συνάπτει με τον φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης του ΟΥΔ. Δεν απαιτείται να είναι η συνολική έκταση του ΟΥΔ σε λειτουργία για να συναφθεί η σύμβαση εγκατάστασης, αρκεί να είναι το μέρος του ΟΥΔ όπου θα εγκατασταθεί το ενδιαφερόμενο να ασκήσει οικονομική δραστηριότητα πρόσωπο. Με τη Σύμβαση Εγκατάστασης συμφωνείται αν ο εγκαθιστάμενος αποκτά κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα ή μισθώνει ή αποκτά άλλο δικαίωμα ενοχικό στην έκταση του ΟΥΔ όπου θα εγκατασταθεί. Όταν αυτό είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, η σύμβαση εγκατάστασης περιβάλλεται το συμβολαιογραφικό τύπο.
14.  
    Αν η οικονομική δραστηριότητα ασκείται υπό καθεστώς έγκρισης λειτουργίας αυτή αποτελεί μέρος της Σύμβασης Εγκατάστασης. Η Σύμβαση Εγκατάστασης, τα μέρη, η χρονολογία σύναψης και αποστολής στις αρμόδιες κατά τα ανωτέρω υπηρεσίες, καθώς και η ασκούμενη οικονομική δραστηριότητα δημοσιοποιούνται στην Κεντρική Διαδικτυακή Πύλη Οικονομικής Δραστηριότητας του άρθρου 25 και από τη στιγμή της δημοσιοποίησης αποκτά ο εγκαθιστάμενος δικαίωμα άσκησης της οικονομικής δραστηριότητας. Σε περίπτωση μεταβολής ή επέκτασης της δραστηριότητας στον ΟΥΔ η Σύμβαση Εγκατάστασης τροποποιείται, οπότε εφαρμόζονται αναλόγως οι προηγούμενες διατάξεις σχετικά με τη δημοσιοποίηση της τροποποίησης.
15.  
    Αν η οικονομική δραστηριότητα ασκείται υπό καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας, κατά το άρθρο 5 του παρόντος νόμου, προσαρτώνται στη Σύμβαση Εγκατάστασης οι προβλεπόμενες στις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος δηλώσεις και βεβαιώσεις. Σε κάθε περίπτωση αν η οικονομική δραστηριότητα υπάγεται σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας ή ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος νόμου, αρκεί για την άσκηση της δραστηριότητας η δημοσίευση της σύναψης της Σύμβασης Εγκατάστασης στην Κεντρική Διαδικτυακή Πύλη Οικονομικής Δραστηριότητας του άρθρου 25.
16.  
    Ο φορέας ίδρυσης του ΟΥΔ ή ο φορέας διαχείρισης αυτού, κατά περίπτωση, φέρει την ευθύνη ελέγχου και εποπτείας όλων των επιχειρήσεων που λειτουργούν στον ΟΥΔ, κατά την έννοια και το περιεχόμενο του Κεφαλαίου Ε΄ του παρόντος νόμου. Οι αρμόδιες αρχές ασκούν τις εποπτικές και ελεγκτικές εξουσίες, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, τόσο επί του φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης του ΟΥΔ όσο και επί κάθε προσώπου που έχει εγκατασταθεί στον ΟΥΔ και ασκεί οικονομική δραστηριότητα.
17.  
    Φορείς ίδρυσης ή διαχείρισης Οργανωμένων Υποδοχέων Δραστηριοτήτων που υφίστανται κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου υπάγονται στο παρόν άρθρο, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που τίθενται από το παρόν άρθρο και από τις πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 34 του παρόντος
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ
Άρθρο 19 "Διαθεσιμότητα πληροφοριών"
1.  
    Όλα τα πρόσωπα που ασκούν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα τηρούν για στατιστικούς σκοπούς ένα ελάχιστο σύνολο πληροφοριών σχετικά με τη δραστηριότητά τους, το οποίο προσδιορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού
2.  
    Όλα τα πρόσωπα που ασκούν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας που προϋποθέτει πιστοποίηση, υποχρεούνται να τηρούν και να παρέχουν σε τακτά χρονικά διαστήματα ένα ελάχιστο σύνολο πληροφοριών σχετικά με τη δραστηριότητά τους, οι οποίες είναι οι αντικειμενικά αναγκαίες για την άσκηση της εποπτείας και του ελέγχου από τις εκάστοτε αρμόδιες αρχές, ότι πράγματι τηρούν τα πρότυπα προς τα οποία πρέπει να συμμορφώνονται και κάθε αναγκαία διαδικασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Το ελάχιστο σύνολο πληροφοριών και η αναγκαία για τους σκοπούς της εποπτείας περιοδικότητα παροχής αυτών προσδιορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού.
3.  
    Όλα τα πρόσωπα που ασκούν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα, που προϋποθέτει έγκριση λειτουργίας, υποχρεούνται να τηρούν και να παρέχουν σε τακτά χρονικά διαστήματα ένα ελάχιστο σύνολο πληροφοριών σχετικά με τη δραστηριότητά τους, οι οποίες είναι οι αντικειμενικά αναγκαίες για την άσκηση της εποπτείας και του ελέγχου από τις εκάστοτε αρμόδιες αρχές ότι πράγματι τηρούν τα πρότυπα προς τα οποία πρέπει να συμμορφώνονται και κάθε αναγκαία διαδικασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Το ελάχιστο σύνολο πληροφοριών και η αναγκαία για τους σκοπούς της εποπτείας περιοδικότητα παροχής αυτών προσδιορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού.
4.  
    Όλοι οι οργανισμοί αξιολόγησης συμμόρφωσης υποχρεούνται να παρέχουν σε τακτά χρονικά διαστήματα ένα ελάχιστο σύνολο πληροφοριών σχετικά με τη δραστηριότητά τους, οι οποίες είναι οι αντικειμενικά αναγκαίες για την άσκηση της εποπτείας και του ελέγχου εφαρμογής του παρόντος νόμου από τις εκάστοτε αρμόδιες αρχές. Το ελάχιστο σύνολο πληροφοριών και η αναγκαία για τους σκοπούς της εποπτείας περιοδικότητα παροχής αυτών προσδιορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας μετά από γνωμοδότηση του ΕΣΥΠ.
5.  
    Οι υπουργικές αποφάσεις, οι οποίες αναφέρονται στο παρόν άρθρο εκδίδονται μετά από διαβούλευση η οποία γίνεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 4048/2012. Ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός θέτουν σχέδιο απόφασης σε διαβούλευση, ακολουθώντας τις διατάξεις δημοσιότητας του παρόντος. Όλες οι απόψεις δημοσιεύονται σύμφωνα με τον παρόντα. Μόνο απόψεις οι οποίες δημοσιεύονται σύμφωνα με τον παρόντα λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαβούλευση.
Άρθρο 20 "Αναζήτηση στοιχείων"
1.  
    Όλα τα πρόσωπα τα οποία ασκούν οικονομικές δραστηριότητες σύμφωνα με τον παρόντα νόμο υπόκεινται σε έλεγχο από τις αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος
2.  
    Όταν είναι αναγκαίο για την άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας και ελέγχου του παρόντος, η κατά περίπτωση αρμόδια αρχή μπορεί να ζητά με έγγραφο τις απολύτως αναγκαίες για το συγκεκριμένο αντικείμενο της έρευνας πληροφορίες από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή δημόσιες αρχές. Στο έγγραφο αναφέρονται οι διατάξεις του νόμου, οι οποίες θεμελιώνουν το αίτημα, ο σκοπός της αίτησης, η προθεσμία που τάσσεται για την παροχή των πληροφοριών, η οποία δεν μπορεί να είναι βραχύτερη των δέκα (10) ημερών και μεγαλύτερη των δεκαπέντε (15), καθώς και οι κυρώσεις, οι οποίες προβλέπονται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την υποχρέωση παροχής πληροφοριών. Εκείνοι, στους οποίους απευθύνεται το έγγραφο υποχρεούνται σε άμεση, πλήρη και ακριβή παροχή των πληροφοριών που ζητούνται. Όταν οι πληροφορίες ζητούνται από νομικά πρόσωπα, υποχρεούνται σε παροχή των πληροφοριών οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους και οι αρμόδιοι υπάλληλοί τους.
3.  
    Με την επιφύλαξη ειδικών νόμων που καθιερώνουν υποχρέωση εχεμύθειας, όλες οι δημόσιες αρχές και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υπέχουν υποχρέωση να παρέχουν πληροφορίες και να συντρέχουν την εκάστοτε αρμόδια αρχή και τους εντεταλμένους υπαλλήλους της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους
4.  
    Σε περίπτωση άρνησης, δυστροπίας ή καθυστέρησης παροχής των αιτούμενων κατά περίπτωση πληροφοριών σύμφωνα με τα παραπάνω ή σε περίπτωση παροχής πληροφοριών ανακριβών ή ελλιπών, με την επιφύλαξη των ποινικών κυρώσεων του άρθρου 32 επ. του παρόντος και των διοικητικών κυρώσεων του άρθρου 27 επ., ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός:.
  1. όταν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, διευθυντές και υπαλλήλους τους, επιβάλλει πρόστιμο χίλια (1.000) ευρώ έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ για κάθε παράβαση, όταν πρόκειται για οικονομική δραστηριότητα υπό καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας.
  2. Το εν λόγω πρόστιμο μπορεί να ανέρχεται από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ μέχρι και εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ ανά παράβαση στην περίπτωση οικονομικής δραστηριότητας, η οποία ασκείται σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας,.
  3. όταν πρόκειται για δημόσιους υπαλλήλους ή υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αναφέρεται αρμοδίως, προκειμένου να κινηθεί πειθαρχική δίωξη για τις πιο πάνω παραβάσεις, οι οποίες συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα
Άρθρο 21 "Διεξαγωγή ερευνών"
1.  
    Για τη διαπίστωση των παραβάσεων του παρόντος νόμου εντεταλμένοι υπάλληλοι της εκάστοτε αρμόδιας αρχής ασκούν εξουσίες φορολογικού ελεγκτή και έχουν την αρμοδιότητα ιδίως:
  1. Να ελέγχουν κάθε είδους και κατηγορίας βιβλία, στοιχεία και λοιπά έγγραφα των προσώπων που ασκούν οικονομική δραστηριότητα, καθώς και την ηλεκτρονική εμπορική αλληλογραφία των επιχειρηματιών, διοικητών, διευθυνόντων συμβούλων, διαχειριστών και γενικά εντεταλμένων στη διοίκηση ή διαχείριση προσώπων, καθώς και του προσωπικού των προσώπων που ασκούν οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως της μορφής αποθήκευσής τους και οπουδήποτε και εάν αυτά φυλάσσονται και να λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματά τους
  2. Να προβαίνουν σε κατασχέσεις βιβλίων, εγγράφων και άλλων στοιχείων, καθώς και ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων, τα οποία αποτελούν επαγγελματικές πληροφορίες
  3. Να ελέγχουν και να συλλέγουν πληροφορίες και δεδομένα κινητών τερματικών, φορητών συσκευών, καθώς και των εξυπηρετητών τους σε συνεργασία με τις αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές, που βρίσκονται μέσα ή έξω από τις κτιριακές εγκαταστάσεις των ελεγχόμενων προσώπων που ασκούν οικονομική δραστηριότητα
  4. Να ενεργούν έρευνες και αυτοψία στα γραφεία, τις εγκαταστάσεις και τα εργοτάξια και τους λοιπούς χώρους εργασίας και τα μεταφορικά μέσα των προσώπων που ασκούν οικονομική δραστηριότητα.
  5. Οι ελεγκτές έχουν αρμοδιότητα να προβαίνουν στη διεξαγωγή ελέγχων και μετρήσεων ορισμένων μεγεθών, στη λήψη δειγμάτων με τη χρήση κατάλληλου εξοπλισμού, καθώς και στη συλλογή κάθε χρήσιμου κατά την κρίση τους στοιχείου, για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους με βάση τα ελεγκτικά πρότυπα και με σκοπό την επιβεβαίωση και τεκμηρίωση των χαρακτηριστικών στοιχείων των προσώπων που ασκούν οικονομική δραστηριότητα, σύμφωνα με τους όρους αδειοδότησης ή τους όρους δήλωσης συμμόρφωσης ή την πιστοποίηση σύμφωνα με τα σχετικά πρότυπα.
  6. Να σφραγίζουν οποιονδήποτε επαγγελματικό χώρο, βιβλία ή έγγραφα, κατά την περίοδο που διενεργείται ο έλεγχος και στο μέτρο των αναγκών αυτού
  7. Να λαμβάνουν, κατά την κρίση τους, ένορκες ή ανωμοτί καταθέσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 212 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και να ζητούν από κάθε αντιπρόσωπο ή μέλος του προσωπικού της επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων, επεξηγήσεις για τα γεγονότα ή τα έγγραφα που σχετίζονται με το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου και να καταγράφουν τις σχετικές απαντήσεις
2.  
    Η σχετική εντολή παρέχεται εγγράφως από τον αρμόδιο κατά περίπτωση Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης και περιέχει το αντικείμενο της έρευνας και τις συνέπειες της παρεμπόδισης ή δυσχέρανσης αυτής ή άρνησης εμφάνισης των αιτούμενων βιβλίων, στοιχείων και λοιπών εγγράφων ή χορήγησης αντιγράφων ή αποσπασμάτων τους. Η μη προσήκουσα τήρηση των υποχρεώσεων αυτών από τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης συνιστά παράβαση καθήκοντος.
3.  
    Ο αρμόδιος κατά περίπτωση Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, μπορεί να ζητάει, εγγράφως, τη συνδρομή των δημόσιων αρχών και υπηρεσιών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, για τη διεξαγωγή των ερευνών που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ μέχρι ζ΄ της παραγράφου 1
4.  
    Για τους ελέγχους και τις έρευνες που έγιναν συντάσσεται, από αυτόν που τις διεξήγαγε, έκθεση αντίγραφο της οποίας κοινοποιείται στις ελεγχθείσες επιχειρήσεις
5.  
    Με την επιφύλαξη των ποινικών κυρώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 31 επ. του παρόντος επιβάλλεται με απόφαση του κατά περίπτωση αρμοδίου Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης στις επιχειρήσεις ή σε αυτούς που κατά οποιονδήποτε τρόπο παρεμποδίζουν ή δυσχεραίνουν τις έρευνες των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, καθώς και στις επιχειρήσεις ή σε αυτούς που αρνούνται να υποβληθούν στις εν λόγω έρευνες, να επιδείξουν τα αιτούμενα βιβλία, στοιχεία και λοιπά έγγραφα και να χορηγήσουν αντίγραφα ή αποσπάσματά τους, πρόστιμο τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ με ανώτατο όριο το 1% του κύκλου εργασιών της προηγούμενης χρήσης στο καθένα από τα πρόσωπα και για κάθε παράβαση. Κατά την επιμέτρηση του προστίμου λαμβάνονται ιδίως υπόψη η σοβαρότητα της εξεταζόμενης υπόθεσης, η απαξία των πράξεων και η επίπτωσή τους στην έκβαση της έρευνας.
6.  
    Σε περίπτωση άρνησης ή παρεμπόδισης με οποιονδήποτε τρόπο των εντεταλμένων υπαλλήλων της εκάστοτε αρμόδιας αρχής στην άσκηση των καθηκόντων τους, αυτοί μπορούν να ζητούν τη συνδρομή των εισαγγελικών αρχών και κάθε άλλης αρμόδιας αρχής. Η συνδρομή αυτή μπορεί να ζητηθεί και προληπτικά.
7.  
    Οι αρμόδιες αρχές δύνανται, στην έκταση που αυτό δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη παραχώρηση δημόσιας εξουσίας, να χρησιμοποιούν για τη διεξαγωγή των ελέγχων και την αξιολόγηση των πορισμάτων και τη συνεργασία ιδιωτικών φορέων. Οι ιδιωτικοί αυτοί φορείς μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία δεν εξαιρούνται κατά περίπτωση σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Η επιλογή του προσώπου που κατά περίπτωση θα χρησιμοποιηθεί γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δημόσιες συμβάσεις. Σε κάθε περίπτωση την ευθύνη για τη διεξαγόμενη έρευνα και τα συμπεράσματά της φέρει η εκάστοτε αρμόδια αρχή.
8.  
    Τηρείται μητρώο σε ηλεκτρονική μορφή, στο οποίο καταγράφονται στοιχεία, τα οποία εξατομικεύουν τα πρόσωπα που παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες, τις περιπτώσεις στις οποίες παρείχαν σχετικές πληροφορίες, συγκεκριμένες πληροφορίες για την εξέλιξη και εκθέσεις ενεργειών στις αρχές που δίνουν τη σχετική εντολή. Στο μητρώο εγγράφονται τα ανωτέρω πρόσωπα μετά την ολοκλήρωση των υπηρεσιών τους. Οι αρμόδιες αρχές επιδιώκουν την κατά το μέτρο που επιτρέπεται από τη νομοθεσία περί συμβάσεων ανακύκλωση των προσώπων που κατά περίπτωση χρησιμοποιούνται. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας μετά από γνωμοδότηση του ΕΣΥΠ, επιβάλλονται τα ελάχιστα αναγκαία πρότυπα, τα οποία τηρούνται από πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, σε δημόσιες ελεγκτικές και εποπτεύουσες αρχές, προσδιορίζονται άλλοι όροι και προϋποθέσεις για την άσκηση αυτής της δραστηριότητας, για τον έλεγχο των παρεχόντων τις υπηρεσίες αυτές, οι εκθέσεις τους προς τις αρμόδιες αρχές και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
Άρθρο 22 "Υποχρέωση εχεμύθειας"
1.  
    Με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 37 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι υπάλληλοι της κατά περίπτωση αρμόδιας αρχής και οι υπάλληλοι των δημόσιων αρχών και υπηρεσιών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που λαμβάνουν γνώση πληροφοριών, σύμφωνα με τα άρθρα 19, 20 και 21 του παρόντος νόμου, καθώς και οι τυχόν ιδιώτες που χρησιμοποιούνται σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο και οι οποίοι λαμβάνουν, με αφορμή την υπηρεσία τους γνώση απόρρητων στοιχείων επιχειρήσεων, ενώσεων επιχειρήσεων ή άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων που δεν έχουν σχέση με την εφαρμογή του παρόντος νόμου, υποχρεούνται να τηρούν για τα στοιχεία αυτά εχεμύθεια.
2.  
    Τα απόρρητα στοιχεία, τα οποία έχουν σχέση με την εφαρμογή του παρόντος νόμου, αποτελούν μέρος του διοικητικού φακέλου. Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 υποχρεούνται να τηρούν εχεμύθεια, με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 37 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για τα στοιχεία που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο. Οι προϋποθέσεις, η έκταση, οι εξαιρέσεις, ο χρόνος και η διαδικασία πρόσβασης στο διοικητικό φάκελο των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων, κατά των οποίων κινήθηκε η ενώπιον της εκάστοτε αρμόδιας αρχής διαδικασία, και των φυσικών ή νομικών προσώπων, που υπέβαλαν καταγγελία, η διαδικασία χρήσης και δημοσιοποίησης των προαναφερόμενων απόρρητων στοιχείων από την εκάστοτε αρμόδια αρχή, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα καθορίζονται, κατά παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις περί του δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα, από το προεδρικό διάταγμα του άρθρου 23 του παρόντος.
3.  
    Σε περίπτωση δικαστικής διαδικασίας τα απόρρητα στοιχεία της παραγράφου αυτής αποτελούν μέρος του φακέλου, ο οποίος υποβάλλεται στα αρμόδια δικαστήρια διατηρώντας τον απόρρητο χαρακτήρα τους. Προς το σκοπό αυτόν τα παραπάνω στοιχεία διαβιβάζονται σε ξεχωριστό τμήμα του διοικητικού φακέλου, το οποίο φέρει την ένδειξη «απόρρητα στοιχεία». Αρμόδιος υπάλληλος του δικαστηρίου διασφαλίζει ότι τα μέρη δεν θα έχουν πρόσβαση στα απόρρητα για αυτούς τμήματα του φακέλου, εκτός εάν η πρόσβαση κριθεί αναγκαία για την προάσπιση υπέρτερου συμφέροντός τους και τους παρασχεθεί σχετική άδεια κατά το αναγκαίο μέτρο, κατόπιν αιτήσεώς τους, από το δικάζον δικαστήριο.
4.  
    Σε όποιον παραβαίνει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους:
  1. Επιβάλλεται η ποινή του άρθρου 252 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και χρηματική ποινή από χίλια (1.000) ευρώ μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.
  2. Ασκείται πειθαρχική δίωξη για την παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας που συνιστά πειθαρχικό αδίκημα
5.  
    Με τις ποινές της παραγράφου 4 τιμωρείται και κάθε πρόσωπο, στο οποίο η εκάστοτε αρμόδια αρχή αναθέτει την εκπόνηση μελέτης για λογαριασμό της ή συμμετέχει σε ομάδα έργου την οποία έχει συστήσει η εκάστοτε αρμόδια αρχή, εφόσον στη σχετική σύμβαση έχει περιληφθεί ρήτρα για υποχρέωση εχεμύθειας κατά τις παραγράφους 1 και 2, καθώς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και οι δικηγόροι οι οποίοι συμμετέχουν σε διαδικασία η οποία αφορά τον παρόντα νόμο εκπροσωπούντες το Δημόσιο, εφόσον παραβαίνουν τις υποχρεώσεις των παραγράφων 1 μέχρι 3. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για τους προστηθέντες του αναδόχου εκπόνησης μελέτης.
Άρθρο 23
1.  
    Η διαδικασία διεξαγωγής των ελέγχων, σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο Ε΄, τα πιθανά πρότυπα διεξαγωγής ελέγχου τα οποία πρέπει να τηρούνται και τα υποδείγματα των εκθέσεων οι οποίες πρέπει να υποβάλλονται, καθώς και κάθε άλλη απαραίτητη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου Ε΄ καθορίζεται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εσωτερικών
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ
Άρθρο 24
1.  
    Αρμόδιες αρχές για τη χορήγηση εγκρίσεων λειτουργίας είναι οι κατά τόπο αρμόδιες Περιφέρειες και Επιμελητήρια, εκτός εάν άλλως ορίζεται στο προεδρικό διάταγμα του άρθρου 7 παρ. 5 σε αντικειμενικά δικαιολογημένες περιπτώσεις. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα ορίζονται οι όροι υπό τους οποίους μπορούν τα Επιμελητήρια να χορηγούν έγκριση λειτουργίας, οι δραστηριότητες για τις οποίες μπορούν να τη χορηγούν, καθώς και η διαδικασία πιστοποίησής τους για το σκοπό αυτόν.
2.  
    Η κατάθεση των δηλώσεων που αναφέρονται στον παρόντα νόμο και αφορούν την άσκηση οποιασδήποτε οικονομικής δραστηριότητας απευθύνονται στην αρμόδια δημοτική αρχή
3.  
    Ενδικοφανείς προσφυγές κατά αποφάσεων της Περιφέρειας, σύμφωνα με το άρθρο 12 του παρόντος, υποβάλλονται στην κατά τόπον αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Στην περίπτωση αυτή η αρμόδια Περιφέρεια υποχρεούται να υποβάλει το σύνολο του σχετικού φακέλου χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Η αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση μπορεί να ζητήσει από τον προσφεύγοντα και από την αρμόδια Περιφέρεια κάθε επιπλέον επεξήγηση που θεωρεί αναγκαία για τη λήψη της απόφασής της.
4.  
    Σε κάθε Αποκεντρωμένη Διοίκηση λειτουργεί διεύθυνση για την εποπτεία και τον έλεγχο επιχειρήσεων, η οποία είναι αρμόδια για την άσκηση ελέγχου και εποπτείας επί των επιχειρήσεων, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Ε΄ του παρόντος. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με την οργάνωση, στελέχωση, λειτουργία και άσκηση των αρμοδιοτήτων των ανωτέρω διευθύνσεων.
5.  
    Το Υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και κάθε συναρμόδιο ανά οικονομική δραστηριότητα Υπουργείο εποπτεύουν τη λειτουργία των αρμόδιων για την εποπτεία και τον έλεγχο επιχειρήσεων, διευθύνσεων και λαμβάνουν από αυτές τακτικές τρίμηνες αναλυτικές εκθέσεις σχετικά με τη δραστηριότητά τους, όπου καταγράφεται τουλάχιστον το σύνολο των ελέγχων που έχουν γίνει κατά το χρονικό αυτό διάστημα ανά Περιφέρεια, τα τυχόν πρότυπα και οι διαδικασίες οι οποίες ακολουθήθηκαν, το στάδιο στο οποίο βρίσκονται οι έρευνες, τα ευρήματα, τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν ανά περίπτωση, οι εκκρεμούσες δικαστικές υποθέσεις, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τη δραστηριότητα και συνεργασία των Περιφερειών και άλλων δημόσιων αρχών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οποίων η συνεργασία ζητήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις περί εποπτείας του παρόντος νόμου, καθώς και σχετικά με την τήρηση του μητρώου ιδιωτών συμβούλων που χρησιμοποιεί η κάθε διεύθυνση εποπτείας και ελέγχου έχοντας πλήρη και άμεση πρόσβαση στο περιεχόμενό του. Η αρμόδια υπηρεσία κάθε Υπουργείου παρέχει στις ανωτέρω διευθύνσεις κάθε αναγκαία πληροφόρηση και ενημέρωση και μεριμνά για την εκπαίδευση των υπαλλήλων των διευθύνσεων και του Υπουργείου σχετικά με την άσκηση των καθηκόντων τους.
6.  
    Κατά τη συνεδρίαση συλλογικών οργάνων αρμοδίων για τη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας, την εξέταση ενδικοφανούς προσφυγής και για την άσκηση εποπτείας και ελέγχου τηρούνται πλήρη πρακτικά σε ηλεκτρονική μορφή, τα οποία και δημοσιεύονται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τον τρόπο τήρησης των πρακτικών, τη δημοσιότητά τους, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί απορρήτου και εμπιστευτικότητας, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τη δημοσιότητα μέσω της Κεντρικής Διαδικτυακής Πύλης Οικονομικής Δραστηριότητας του παρόντος νόμου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Η μη τήρηση πρακτικών ή η μη επαρκής τήρηση ή η μη δημοσιότητά τους συνεπάγεται την ακυρότητα της σχετικής διαδικασίας και την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων, συμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί απορρήτου και εμπιστευτικότητας, έγγραφα τα οποία αναφέρονται κατά τη διαδικασία συνεδριάσεων αποτελούν μέρος των Πρακτικών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΡΧΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ
Άρθρο 25 "Κεντρική Διαδικτυακή Πύλη Οικονομικής Δραστηριότητας"
1.  
    Στη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας ιδρύεται και τηρείται η Κεντρική Διαδικτυακή Πύλη Οικονομικής Δραστηριότητας. Η Κεντρική Διαδικτυακή Πύλη Οικονομικής Δραστηριότητας συνδέεται συνεχώς με όλα τα μητρώα τα οποία ιδρύονται και λειτουργούν σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Μέσω της Κεντρικής Διαδικτυακής Πύλης Οικονομικής Δραστηριότητας γίνεται κάθε επικοινωνία μεταξύ δημόσιων αρχών ή προσώπων δημοσίου δικαίου, ιδίως με το ΓΕΜΗ, καθώς και κάθε επικοινωνία ιδιωτών με αυτές, σε εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου.
2.  
    Η Κεντρική Διαδικτυακή Πύλη Οικονομικής Δραστηριότητας αποτελεί το κεντρικό σημείο δημοσιότητας για κάθε ενέργεια, η οποία γίνεται σε εφαρμογή του παρόντος νόμου. Όπου στον παρόντα νόμο αναφέρεται υποχρέωση δημοσιότητας, εννοείται η δημοσίευση στην Κεντρική Διαδικτυακή Πύλη Οικονομικής Δραστηριότητας. Η πρόσβαση στις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτή μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την έκταση, στην οποία η συγκεκριμένη πληροφόρηση είναι αναγκαία για την άσκηση ενός δικαιώματος και τον τυχόν απόρρητο χαρακτήρα αυτής. Η πρόσβαση μπορεί να είναι άμεση και χωρίς προϋποθέσεις ή να απαιτούνται προϋποθέσεις και εγκρίσεις ανάλογα με την αναγκαιότητα της συγκεκριμένης πληροφορίας και τον απόρρητο χαρακτήρα αυτής.
3.  
    Η τήρηση της Κεντρικής Διαδικτυακής Πύλης Οικονομικής Δραστηριότητας, καθώς και οι συναλλαγές που γίνονται μέσω αυτής, διέπονται από το ν. 3979/2011, όπως εκάστοτε ισχύει. Οι προδιαγραφές της Κεντρικής Διαδικτυακής Πύλης Οικονομικής Δραστηριότητας διασφαλίζουν όλες τις αρχές και τους κανόνες σχετικά με δικτυακούς τόπους και πληροφοριακά συστήματα όπως αυτοί προβλέπονται στην ΥΑΠ/Φ.40.4/1/989 για το ν. 3979/2011.
4.  
    Οι ελάχιστες υπηρεσίες που θα πρέπει να είναι διαθέσιμες μέσω της Διαδικτυακής Πύλης είναι:
  1. Εγγραφή, ταυτοποίηση, αυθεντικοποίηση και ψηφιακή πιστοποίηση για πρόσβαση στη Διαδικτυακή Πύλη
  2. Δυνατότητα υποβολής ηλεκτρονικού αιτήματος για την έναρξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως προβλέπουν οι διατάξεις του παρόντος νόμου
  3. Δυνατότητα παρακολούθησης και ιχνηλάτησης των αιτημάτων
  4. Αναζήτηση στα περιεχόμενα και πληροφορίες της Διαδικτυακής Πύλης
  5. Λήψη Χρονοσήμανσης για όλες τις κύριες αλλά και επιμέρους συναλλαγές
  6. Ενημέρωση με Ηλεκτρονική Αλληλογραφία
  7. Ειδική Ηλεκτρονική φόρμα για τους εγγεγραμμένους, όπου θα μπορούν να επεξεργαστούν τις πληροφορίες που τους αφορούν
  8. Διασύνδεση και διαλειτουργικότητα με τα διαθέσιμα σχετικά για την αδειοδότηση ηλεκτρονικά μητρώα και διαδικτυακές πύλες
5.  
    Με κοινή υπουργική απόφαση, που εκδίδεται με πρωτοβουλία των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τη δημοσιότητα των εγγράφων που δημοσιεύονται στην Κεντρική Διαδικτυακή Πύλη Οικονομικής Δραστηριότητας, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τον τρόπο και τους όρους ή τους περιορισμούς πρόσβασης σε αυτά
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ, ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
Άρθρο 26 "Διοικητικές κυρώσεις σε οργανισμούς αξιολόγησης συμμόρφωσης"
1.  
    Σε κάθε οργανισμό αξιολόγησης συμμόρφωσης που δραστηριοποιείται, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, χωρίς να έχει λάβει νόμιμη διαπίστευση, επιβάλλεται με απόφαση του αρμόδιου Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης πρόστιμο 10.000 ευρώ έως και 100.000 ευρώ ή και αφαίρεση του δικαιώματος λήψεως διαπίστευσης έως έξι μήνες. Σε περίπτωση υποτροπής επιβάλλεται πρόστιμο 30.000 ευρώ έως και 150.000 ευρώ και οριστική αφαίρεση του δικαιώματος διαπίστευσης για το μέλλον.
2.  
    Στους οργανισμούς αξιολόγησης συμμόρφωσης, οι οποίοι ασκούν τα καθήκοντά τους κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων αυτών, επιβάλλεται με απόφαση του αρμοδίου Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης πρόστιμο 3.000 ευρώ έως και 100.000 ευρώ ή και προσωρινή παύση της άσκησης δραστηριότητας αξιολόγησης συμμόρφωσης έως έξι μηνών. Σε περίπτωση υποτροπής επιβάλλεται πρόστιμο 10.000 ευρώ έως και 150.000 ευρώ και οριστική παύση από τη δραστηριότητα αξιολόγησης συμμόρφωσης.
3.  
    Σε περίπτωση που η κατά περίπτωση αρμόδια αρχή διαπιστώσει τις περιγραφόμενες στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου παραβάσεις, κοινοποιεί στους παραβάτες σχετική έκθεση επί της εν λόγω παράβασης αμελλητί και τους παρέχει τη δυνατότητα να εκθέσουν εγγράφως τις απόψεις τους εντός 10 ημερών από την κοινοποίησή της, καλώντας τους συγχρόνως να άρουν την οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα
4.  
    Η εκάστοτε αρμόδια αρχή εφόσον κρίνει με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή της, ύστερα από την προηγούμενη κατά τα ανωτέρω ακρόαση των ενδιαφερομένων, ότι έχει τελεστεί παράβαση, επιβάλλει την άμεση παύση της, επιβάλλοντας συγχρόνως τις οικείες κυρώσεις, οι οποίες προβλέπονται στο παρόν άρθρο
5.  
    Τα πρόστιμα που βεβαιώνονται, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, εισπράττονται ως δημόσια έσοδα κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ και πιστώνονται σε ειδικό κωδικό του Κρατικού Προϋπολογισμού. Προς τον σκοπό είσπραξης των επιβαλλομένων προστίμων η αρμόδια κατά περίπτωση αρχή δύναται να ζητά την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής που τυχόν έχει παραδώσει το πρόσωπο που υπέπεσε στην παράβαση.
Άρθρο 27 "Διοικητικές κυρώσεις σε ασκούντες οικονομική δραστηριότητα"
1.  
    Στις περιπτώσεις άσκησης οικονομικής δραστηριότητας, σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, χωρίς ο υπόχρεος να έχει προβεί σε υπεύθυνη δήλωση σύμφωνα με αυτές ή κατά παράβαση αυτών, επιβάλλεται από την εκάστοτε αρμόδια αρχή διοικητικό πρόστιμο από 5.000 ευρώ έως και 50.000 ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής επιβάλλεται προσωρινή, μέχρι έξι μηνών, διακοπή λειτουργίας της δραστηριότητας και πρόστιμο 51.000 ευρώ έως και 150.000 ευρώ. Σε περίπτωση επανειλημμένης υποτροπής επιβάλλεται οριστική διακοπή λειτουργίας και χρηματικό πρόστιμο από 150.000 ευρώ έως και 300.000 ευρώ.
2.  
    Στις περιπτώσεις άσκησης οικονομικής δραστηριότητας υπό καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας, η οποία προϋποθέτει συμμόρφωση σε συγκεκριμένα πρότυπα, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, χωρίς ο υπόχρεος να έχει προβεί σε αυτήν ή κατά παράβαση των όρων των εφαρμοστέων προτύπων, επιβάλλεται από την εκάστοτε αρμόδια αρχή διοικητικό πρόστιμο 10.000 ευρώ έως και 50.000 ευρώ ή και προσωρινή διακοπή της λειτουργίας του προσώπου έως και έξι μηνών. Σε περίπτωση υποτροπής επιβάλλεται η κύρωση της οριστικής διακοπής της δραστηριότητας του προσώπου και πρόστιμο 50.000 ευρώ έως και 500.000 ευρώ.
3.  
    Στις περιπτώσεις άσκησης δραστηριότητας η οποία προϋποθέτει προηγούμενη έγκριση λειτουργίας, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, χωρίς ο υπόχρεος να έχει λάβει αυτή ή της άσκησης δραστηριότητας κατά παράβαση των όρων έγκρισης λειτουργίας, επιβάλλεται από την εκάστοτε αρμόδια αρχή πρόστιμο 50.000 ευρώ έως και 500.000 ευρώ ή και διακοπή της λειτουργίας του νομικού προσώπου έως και έξι (6) μηνών. Σε περίπτωση υποτροπής επιβάλλεται από την εκάστοτε αρμόδια Αρχή η κύρωση της οριστικής διακοπής λειτουργίας του νομικού προσώπου ή δραστηριότητας και πρόστιμο 150.000 ευρώ έως και 3.000.000 ευρώ. Σε περιπτώσεις που η άσκηση δραστηριότητας χωρίς την έγκριση λειτουργίας έχει επιφέρει μη αναστρέψιμη ζημία στο δημόσιο συμφέρον επιβάλλεται άμεσα η οριστική διακοπή λειτουργίας και πρόστιμο από 150.000 ευρώ έως το 15% του ετήσιου κύκλου εργασιών της επιχείρησης η οποία για τις ανάγκες του παρόντος άρθρου ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 επ. του ν. 3959/2011.
4.  
    Σε περίπτωση που η εκάστοτε αρμόδια Αρχή διαπιστώσει τις περιγραφόμενες στις παραγράφους 1 έως και 3 του παρόντος άρθρου παραβάσεις, κοινοποιεί στους παραβάτες έκθεση για την εν λόγω παράβαση αμελλητί και τους παρέχει τη δυνατότητα να εκθέσουν εγγράφως τις απόψεις τους εντός 10 ημερών από την κοινοποίηση της ανωτέρω εκθέσεως, καλώντας τους συγχρόνως να άρουν την οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα
5.  
    Η εκάστοτε αρμόδια Αρχή εφόσον κρίνει με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή της, ύστερα από την προηγούμενη κατά τα ανωτέρω ακρόαση των ενδιαφερομένων ότι έχει τελεστεί παράβαση, επιβάλλει την άμεση παύση της, επιβάλλοντας συγχρόνως τις σχετικές κυρώσεις, οι οποίες προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Κατά την επιβολή των κυρώσεων λαμβάνονται υπόψη ιδίως το είδος της παράβασης, το μέγεθος της επιχείρησης, το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό και η ένταση της προσβολής.
6.  
    Τα πρόστιμα που βεβαιώνονται, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, εισπράττονται ως δημόσια έσοδα κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ και πιστώνονται σε ειδικό κωδικό του Κρατικού Προϋπολογισμού. Προς το σκοπό είσπραξης των επιβαλλομένων προστίμων η εκάστοτε αρμόδια αρχή δύναται να ζητά την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής που τυχόν έχει παραδώσει το πρόσωπο που υπέπεσε στην παράβαση.
Άρθρο 28 "Ενδικοφανής προσφυγή κατά προστίμων"
1.  
    Αυτοί κατά των οποίων επιβλήθηκαν κυρώσεις σύμφωνα με τα άρθρα 26 και 27 δύνανται να ασκήσουν κατά των σχετικών αποφάσεων ενδικοφανή προσφυγή εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση των ανωτέρω αποφάσεων σε αυτούς, ενώπιον του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού
2.  
    Η απόφαση του Υπουργού λαμβάνεται εντός τριάντα (30) ημερών από την άσκηση της προσφυγής και αποφαίνεται για την άρση των κυρώσεων ή την απόρριψη της προσφυγής. Αν παρέλθει η προθεσμία αυτή χωρίς την έκδοση αποφάσεως, τεκμαίρεται η σιωπηρή απόρριψή της.
3.  
    Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, η οποία εκδίδεται εντός εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την άσκηση και εκδίκαση της ενδικοφανούς προσφυγής
4.  
    Κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επί των ενδικοφανών προσφυγών της προηγούμενης παραγράφου περιλαμβανομένης και της σιωπηρής απόρριψής της δύναται να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του κατά τόπο αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου για τις αποφάσεις που αφορούν τις επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητα για την οποία δεν απαιτείται έγκριση λειτουργίας. Σε περίπτωση επιβολής κυρώσεων σε επιχειρήσεις που λειτουργούν με έγκριση λειτουργίας, αρμόδιο είναι το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
Άρθρο 29 "Αλληλέγγυος ευθύνη για πρόστιμα"
1.  
    Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφοι 2 και 3 ενέχονται από κοινού, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την καταβολή των προστίμων που εκάστοτε επιβάλλονται με τα άρθρα αυτά μαζί με το πρόσωπο το οποίο έχει υποπέσει σε παράβαση. Η βεβαίωση των προστίμων εις βάρος των ανωτέρω συνυποχρέων πραγματοποιείται με τις αποφάσεις επιβολής προστίμων εις βάρος των εκάστοτε παραβατών και κοινοποιείται σε όλους τους συνυπόχρεους. Οι ανωτέρω συνυπόχρεοι δύνανται να ασκήσουν έναντι των αρμόδιων αρχών και των αρμόδιων δικαστηρίων όλα τα δικαιώματα, τα οποία έχει στην διάθεσή του το πρόσωπο, το οποίο έχει υποπέσει στην παράβαση.
2.  
    Η διαδικασία βεβαίωσης και επιβολής των διοικητικών κυρώσεων που προβλέπεται στα άρθρα 26, 27, 28 και 29 και η διαδικασία κατάγνωσης ποινικών ευθυνών στο πλαίσιο των άρθρων 31, 32 και 33 του παρόντος νόμου είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους
Άρθρο 30 "Αστική Ευθύνη"
1.  
    Οι παραβάτες των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση διατάξεών του κανονιστικών πράξεων ευθύνονται αστικά για κάθε πταίσμα
2.  
    Πέραν των όσων ορίζονται στην παράγραφο 1 ανωτέρω, οι παραβάσεις του άρθρου 26 και του άρθρου 27 λογίζονται ως πράξεις γενόμενες προς το σκοπό ανταγωνισμού αντικείμενες στα χρηστά ήθη κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914. Ο παραβάτης θα δύναται να εναχθεί σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 146/1914 για την άρση της παράβασης και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και προς καταβολή εύλογης αποζημίωσης και ανόρθωση της ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 146/1914.
3.  
    Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφοι 2 και 3 ενέχονται από κοινού, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον μαζί με τον εκάστοτε αστικώς υπεύθυνο σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2
4.  
    Οποιαδήποτε ρήτρα, συμφωνία ή δήλωση περιορίζει εν όλω ή εν μέρει την αστική ευθύνη των προσώπων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο είναι απολύτως άκυρη
Άρθρο 31 "Ποινικές κυρώσεις για οργανισμούς αξιολόγησης συμμόρφωσης"
1.  
    Όποιος ασκεί καθήκοντα αξιολόγησης συμμόρφωσης σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του χωρίς να έχει λάβει διαπίστευση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή από 15.000 ευρώ έως και 100.000 ευρώ. Αν η παραπάνω πράξη τελείται κατ’ επάγγελμα ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 ετών και χρηματική ποινή από 30.000 ευρώ έως και 200.000 ευρώ.
2.  
    Για την εφαρμογή των άρθρων 235, 236, 238, 242, 243, 246, 252, 253, 254, 258, 259, 261, 262, 263 και 263Β του Ποινικού Κώδικα οι οργανισμοί αξιολόγησης συμμόρφωσης, τα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 24 παρ. 4 του παρόντος νόμου και οι ιδιώτες που ασκούν καθήκοντα αξιολόγησης συμμόρφωσης, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σε εφαρμογή του παρόντος νόμου και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, λογίζονται ως υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13 εδάφιο Α΄ του Ποινικού Κώδικα και τα έγγραφα τα οποία εκδίδουν σε εφαρμογή του παρόντος λογίζονται ως δημόσια έγγραφα.
3.  
    Υπάλληλος, στον οποίον έχουν ανατεθεί οποιαδήποτε καθήκοντα σύμφωνα με το παρόντα νόμο και τις κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων αυτών εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις και ο οποίος με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντά του αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση έως ενός έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη, η οποία προβλέπει βαρύτερη ποινή
Άρθρο 32 "Ποινικές κυρώσεις σε ασκούντες οικονομική δραστηριότητα"
1.  
    Όποιος ασκεί οικονομική δραστηριότητα υπό καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του κατά παράβαση αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση έως ενός έτους και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ έως και 30.000 ευρώ.
2.  
    Όποιος ασκεί οικονομική δραστηριότητα υπό καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας που προϋποθέτουν την τήρηση συγκεκριμένων προτύπων σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του κατά παράβαση αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση έως τριων ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ έως και 50.000 ευρώ.
3.  
    Όποιος ασκεί οικονομική δραστηριότητα υπό καθεστώς έγκρισης λειτουργίας σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του κατά παράβαση αυτών και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ έως και 150.000 ευρώ.
4.  
    Με την κοινή υπουργική απόφαση της παρ. 4 του άρθρου 5 και το προεδρικό διάταγμα της παρ. 5 του άρθρου 7 ορίζονται οι ποινικές κυρώσεις για συγκεκριμένες παραβάσεις των κανόνων που τίθενται με αυτά, εντός του πλαισίου ποινών των παραγράφων του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 33 "Ευθύνη νομίμων εκπροσώπων"
1.  
    Για την εφαρμογή των άρθρων 31 και 32, όσοι ασκούν ατομική επιχείρηση έχουν ειδική υποχρέωση να εποπτεύουν και να ελέγχουν την τήρηση των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων από τα πρόσωπα που τελούν υπό τη διεύθυνσή τους ή απασχολούνται, λαμβάνουν εντολές ή οδηγίες από αυτούς στο πλαίσιο οποιωνδήποτε εννόμων σχέσεων, όπως ιδίως οι συμβάσεις εργασίας, έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών
2.  
    Εφόσον οι περιγραφόμενες στα άρθρα 31 και 32 παραβάσεις έχουν τελεστεί από οποιαδήποτε νομικά πρόσωπα, αυτουργοί των οικείων αξιοποίνων πράξεων είναι όσοι ασκούν διαχειριστικές ή και διευθυντικές αρμοδιότητες, οι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανώνυμων εταιριών, οι διαχειριστές εταιριών περιορισμένης ευθύνης, ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών ή προσωπικών εταιρειών και ο πρόεδρος του διοικητικού και του εποπτικού συμβουλίου συνεταιρισμών. Τα πρόσωπα αυτά έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να εποπτεύουν και να ελέγχουν την τήρηση των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων από τα νομικά πρόσωπα που διαχειρίζονται ή διευθύνουν.
3.  
    Πέραν των αναφερομένων προσώπων στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος, αυτουργοί των αδικημάτων των άρθρων 31και 32 λογίζονται και αυτοί στους οποίους έχουν εκχωρηθεί αρμοδιότητες σε σχέση με τις αποδιδόμενες πράξεις ή παραλείψεις ή οι οποίοι έχουν εξουσιοδοτηθεί να προβούν σε συγκεκριμένες πράξεις σε σχέση με τις αποδιδόμενες πράξεις ή παραλείψεις, καθώς και όσοι ασκούν εν τοις πράγμασι διαχειριστικές ή και διευθυντικές αρμοδιότητες για λογαριασμό των δραστηριοποιούμενων προσώπων
4.  
    Στις περιπτώσεις των αδικημάτων των άρθρων 31 και 32 ως πολιτικώς ενάγων μπορεί να παρίσταται σε κάθε περίπτωση, πέραν τυχόν άλλων αμέσως ζημιωθέντων από τα εγκλήματα αυτά κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας το Δημόσιο, καθώς και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης στην περιφέρεια των οποίων τελέσθηκε το αδίκημα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Άρθρο 34 "Τελικές και μεταβατικές διατάξεις"
1.  
    Εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα νόμο, τα προβλεπόμενα στον παρόντα νόμο προεδρικά διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις πρέπει να έχουν εκδοθεί το αργότερο εντός οκτώ (8) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος
2.  
    Όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς, δημόσιες αρχές, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή άλλοι δημόσιοι φορείς οφείλουν εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος να προσαρμόσουν τη σχετική με την αδειοδότηση των εποπτευομένων από αυτούς οικονομικών δραστηριοτήτων στις εισαγόμενες με το παρόν αρχές. Παρερχομένου απράκτου του ανωτέρω χρονικού διαστήματος με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας που εκδίδεται εντός έξι (6) μηνών από την άπρακτη πάροδο αυτού, και με προεδρικά διατάγματα τα οποία εκδίδονται μετά από πρότασή του, μπορούν να εισάγονται ρυθμίσεις, με τις οποίες θα γίνεται η εν λόγω προσαρμογή.
3.  
    Με την πλήρη κατά τα άνω έκδοση των ρυθμίσεων που εισάγονται με τον παρόντα νόμο καταργείται κάθε αντίθετη διάταξη
4.  
    Με τα προεδρικά διατάγματα του άρθρου 7 παράγραφος 5 και του άρθρου 18 καθορίζονται και όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για τη μετάβαση στο καθεστώς του παρόντος νόμου περιπτώσεων που μέχρι τη θέση του σε ισχύ των ανωτέρω προεδρικών διαταγμάτων, διέπονται από άλλα νομοθετήματα. Πρόσωπα τα οποία δεν συμμορφώνονται με τις διατάξεις των παραπάνω προεδρικών διαταγμάτων μετά την πάροδο του χρόνου μετάβασής τους στο νέο καθεστώς, εφόσον προβλέπεται στο οικείο προεδρικό διάταγμα, παύουν να έχουν άδεια λειτουργίας. Το μεταβατικό διάστημα δεν μπορεί να είναι ανώτερο των δύο (2) ετών από την έκδοση του προεδρικού διατάγματος.
5.  
    Με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου συστήνεται Ομάδα Διαχείρισης ‘Εργου, στην οποία μετέχουν ο Γενικός Γραμματέας Βιομηχανίας, εκπρόσωπος του Γραφείου του Πρωθυπουργού, εκπρόσωπος του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και, κατά περίπτωση, εκπρόσωποι των συναρμόδιων Υπουργείων. Η ομάδα Διαχείρισης ‘Εργου προγραμματίζει, παρακολουθεί, συντονίζει και προωθεί τις απαραίτητες δράσεις για την εφαρμογή του παρόντος νόμου.
Άρθρο 35 "Ρυθμίσεις ΟΜΜΑ"
1.  
    Ο Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (ΟΜΜΑ), από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου μέχρι και την 31.8.2014, απαλλάσσεται της υποχρέωσης προσκόμισης αποδεικτικού ενημερότητας, καθώς και αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας για τα χρέη του προς το Ελληνικό Δημόσιο, το ΙΚΑ ή άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς, κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, για όλες τις πράξεις και συναλλαγές που αυτά απαιτούνται, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, πλην της μεταβίβασης ακινήτου ιδιοκτησίας του. Κατά το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο προηγούμενο εδάφιο: α) δεν επιτρέπεται η διενέργεια πάσης φύσης συμψηφισμού σε βάρος του ΟΜΜΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 του ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90) ή κάθε άλλη κείμενη διάταξη, που αφορά βεβαιωμένες χρηματικές απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου ή των ανωτέρω ασφαλιστικών οργανισμών κατά του ΟΜΜΑ, β) αναστέλλονται οι, κατά του ΟΜΜΑ και κάθε άλλου σονυπόχρεου με αυτόν προσώπου, πάσης φύσεως, κατά τον ΚΕΔΕ ή κάθε άλλη κείμενη διάταξη, πράξεις διοικητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού ή διασφαλιστικού μέτρου και γ) δεν υπολογίζονται τόκοι και πρόστιμα, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90), για τα χρέη του από καταπτώσεις εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου του Λογαριασμού «Κεφάλαιον Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή Εγγυήσει του Ελληνικού Δημοσίου (ΚΑΧΚΕΕΔ)». Τυχόν ληξιπρόθεσμες οφειλές του ΟΜΜΑ πρρς το ΙΚΑ/ΕΤΑΜ περιόδου απασχόλησης μέχρι και τον Απρίλιο 2014 ρυθμίζονται και εξοφλούνται σε σαράντα οκτώ (48) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με την πρώτη δόση καταβλητέα μέχρι το τέλος τους επομένου μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
Άρθρο 36
1.  
    Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 61 του ν. 3459/2006, προστίθενται εδάφια ως εξής: Το ύψος και το χρονοδιάγραμμα καταβολής της ετήσιας τακτικής, διαρκούς, σταθερής και μόνιμης χρηματοδότησης των Κέντρων Πρόληψης ορίζεται μεταξύ άλλων κάθε φορά σε Προγραμματική Σύμβαση επταετούς διάρκειας που καταρτίζεται και υπογράφεται υποχρεωτικά, τουλάχιστον τρεις μήνες πριν τη λήξη της ισχύος της προηγούμενης, μεταξύ όλων των, στην παρούσα παράγραφο, αναφερόμενων και εμπλεκόμενων φορέων και μερών, εντός του εκάστοτε ισχύοντος μεσοπροθέσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής Σε κάθε περίπτωση και κάθε φορά, μέχρι την έναρξη ισχύος και εφαρμογής της εκάστοτε νέας προγραμματικής σύμβασης, εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται η προηγούμενη αυτής προγραμματική σύμβαση και όπως αυτή όριζε παρατεινόμενη κάθε φορά αυτοδικαίως μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος και εφαρμογής της εκάστοτε νέας και μελλοντικής Προγραμματικής Σύμβασης Η επταετής Προγραμματική Σύμβαση των ετών 2014 - 2020 ισχύει από 1.1.2014.
Άρθρο 37
1.  
    Εμβέλεια νομίμως λειτουργούντων περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών για την εκπομπή ψηφιακού προγράμματος. Κατά το μεταβατικό διάστημα μεταξύ της υποχρεωτικής έναρξης ψηφιακής εκπομπής από τα οριζόμενα στην υπ’ αριθμ. 42800/5.10.2012 κοινή απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β΄ 2704) κέντρα εκπομπής μέχρι τη χορήγηση αδειών παροχών περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής σύμφωνα με το ν. 3592/2007 (Α΄ 161), οι περιφερειακοί τηλεοπτικοί σταθμοί που εμπίπτουν στις προβλέψεις της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4038/2012 (Α΄ 14) και του άρθρου 18 του ν. 4208/2013 (Α΄ 252) και εξακολουθούν να λειτουργούν νομίμως, υποχρεούνται να εκπέμπουν ψηφιακά το πρόγραμμά τους στην Περιφερειακή Ζώνη (ΠΖ) που αντιστοιχεί στην Ευρύτερη Περιοχή Εξυπηρέτησης (ΕΠΕ) στην οποία εκπέμπουν νομίμως, σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοίχισης που ακολουθεί. Στον παρακάτω πίνακα αντιστοιχίζονται για τις ανάγκες του παρόντος οι δεκατρείς (13) ΠΖ που έχουν καθοριστεί με την υπ’ αριθμ. 45858/1799/Φ150/12.9.2013 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (Β΄ 2359), όπως ισχύει, με τις δεκατέσσερις (14) ΕΠΕ που έχουν καθοριστεί με την υπ’ αριθμ. 21161/12.8.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Επικρατείας (Β΄ 1680), όπως ισχύει.
Άρθρο 38 "Ρυθμίσεις Συλλογικών Διαπραγματεύσεων στη ναυτική εργασία"
1.  
    Η παρ. 4 του άρθρου 1 του α.ν. 3276/1944 «Περί Συλλογικών Συμβάσεων εν τη Ναυτική Εργασία» (Α΄ 24), όπως προστέθηκε με την υποπαράγραφο ΙΣΤ.3 της παρ. ΙΣΤ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 «Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 4046/2012 και άλλες διατάξεις» (Α΄ 85), αντικαθίσταται ως εξής: 4 1 Προκειμένου περί Επιβατηγών και Επιβατηγών-Οχηματαγωγών πλοίων που εκτελούν δρομολογιακούς πλόες μεταξύ λιμένων στην ημεδαπή, κάθε θέμα από τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, που δύναται να καθορίζεται με συλλογική σύμβαση, επιτρέπεται να ρυθμίζεται και με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις. 2 Κατά τη διάρκεια εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας υπερισχύουν των αντίστοιχων συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ανεξαρτήτως εάν περιλαμβάνουν όρους που αποκλίνουν από αυτούς των αντίστοιχων συλλογικών συμβάσεων εργασίας με την επιφύλαξη των διεθνών Συμβάσεων που έχουν κυρωθεί.
2.  
    Στην παρ. 1 του άρθρου 5 του α.ν. 3276/1944 «Περί Συλλογικών Συμβάσεων εν τη Ναυτική Εργασία» (Α΄ 24) προστίθεται εδάφιο ως εξής: Κατά τη διάρκεια εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής και προκειμένου περί Επιβατηγών και Επιβατηγών-Οχηματαγωγών πλοίων που εκτελούν δρομολογιακούς πλόες μεταξύ λιμένων στην ημεδαπή, συλλογικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο, εφόσον ήθελε με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου να κυρωθούν, θεωρούνται ισχυρές και δεσμεύουν κατά την αναφερόμενη σε αυτές χρονική διάρκεια μόνο τους πλοιοκτήτες και τους ναυτικούς που είναι μέλη των συμβαλλόμενων οργανώσεων με την επιφύλαξη των Διεθνών Συμβάσεων που έχουν κυρωθεί.
Άρθρο 39
1.  
    Το τρίτο εδάφιο της υποπερίπτωσης ii της περίπτωσης α΄ της παρ. 3 του άρθρου έκτου του ν. 2932/2001 (Α΄ 145), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 4 της υποπαραγράφου ΙΣΤ.2 της παραγράφου ΙΣΤ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85) και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Με δήλωσή του που ανακοινώνεται από το αρμόδιο όργανο, ο πλοιοκτήτης μπορεί, μετά από σύμφωνη γνώμη του Σ.Α.Σ., η οποία εκδίδεται εντός μηνός, να κατανείμει τις συνολικές μέρες διακοπής δρομολογίων που προκύπτουν από τα δρομολογημένα πλοία του, ανεξάρτητα σε ποια γραμμή είναι δρομολογημένα, με την προϋπόθεση κάλυψης των συγκοινωνιακών αναγκών των γραμμών.
Άρθρο 40
1.  
    Η έκταση που περικλείεται μεταξύ της οριογραμμής παραλίας που είχε καθοριστεί με την από 5.5.1988 Έκθεση Επιτροπής, η οποία είχε επικυρωθεί με την υπ’ αριθμ. 16419/3.8.1988 απόφαση του Νομάρχη Δυτικής Αττικής (Δ΄ 577) και της οριογραμμής παραλίας που καθορίστηκε με την από 21.3.2014 Έκθεση Επιτροπής και επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 1337/17052/16.4.2014 (Δ΄ 167) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης «Επανακαθορισμός οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας και καθορισμός οριογραμμών παλαιού αιγιαλού, στη θέση «Νήσος Ρεβυθούσα» του Δήμου Σαλαμίνας της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων Αττικής» ορίζεται ως ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και καταγράφεται από την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία στο βιβλίο καταγραφής δημοσίων κτημάτων, εντός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος.
2.  
    Η χρήση της ανωτέρω έκτασης, όπως αυτή θα προσδιοριστεί και καταγραφεί από την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, παραχωρείται με τη δημοσίευση του παρόντος και χωρίς καμία άλλη διατύπωση στον Διαχειριστή Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου (ΔΕΣΦΑ Α.Ε.), για την κατασκευή έργων απαραίτητων για τη λειτουργία του. Για την παραχωρούμενη χρήση δεν οφείλεται αντάλλαγμα, υπό τον όρο ότι μέτοχοι του ΔΕΣΦΑ Α.Ε. παραμένουν το Δημόσιο και νομικά πρόσωπα των οποίων οι μετοχές ανήκουν αποκλειστικά στο Δημόσιο. Σε περίπτωση αλλαγής της μετοχικής σύνθεσης του ΔΕΣΦΑ Α.Ε., το αντάλλαγμα χρήσης για την ανωτέρω έκταση θα καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
3.  
    Η έκδοση έγκρισης δόμησης και άδειας δόμησης για την εκτέλεση των έργων της ανωτέρω παραγράφου επί της παραχωρούμενης έκτασης γίνεται κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων ως προς την απαιτούμενη απόσταση από τον αιγιαλό και την παραλία, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας
Άρθρο 41 "Τροποποιήσεις των νόμων 4093/2012, 4254/2014, π.δ. 344/2000"
1.  
    Οι διατάξεις της υποπερίπτωσης 4.α.i. της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Θ.1 της παραγράφου Θ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85) αντικαθίστανται, από τότε που ίσχυσαν, ως εξής: . «4.α.i. Στους μόνιμους και στους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δίκαιου αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., οι οποίοι τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και του ν. 4172/2013 (Α΄ 167) και στη συνέχεια, λύεται η εργασιακή τους σχέση λόγω κατάργησης της θέσης τους, το Ελληνικό Δημόσιο καταβάλλει αποζημίωση απόλυσης ειδικά και μόνο λόγω κατάργησης θέσης. Για τον υπολογισμό, του ποσού αποζημίωσης, ως βάση λαμβάνεται ο βασικός μισθός του υπαλλήλου κατά την ημερομηνία που τέθηκε σε διαθεσιμότητα και ως χρόνος υπηρεσίας υπολογίζεται όλος ο χρόνος που ελήφθη υπόψη για την κατάταξη του υπαλλήλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226), καθώς και ο χρόνος που μεσολάβησε μέχρι τη θέση του υπαλλήλου σε καθεστώς διαθεσιμότητας. Κατά τα λοιπά, η αποζημίωση υπολογίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 55 του π.δ. 410/1988 (Α΄ 191), όπως ισχύει. Στο ανωτέρω προσωπικό, εφόσον έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη σύνταξης, καταβάλλεται στο μεν επικουρικά ασφαλισμένο το 40%, στο δε μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της ως άνω προβλεπόμενης αποζημίωσης. Οι αποδοχές διαθεσιμότητας, που έλαβαν οι εν λόγω υπάλληλοι, συμψηφίζονται με την ως άνω αποζημίωση απόλυσης. Η ανωτέρω αποζημίωση, μετά και τον προβλεπόμενο ως άνω συμψηφισμό, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Υπάλληλοι που λαμβάνουν την αποζημίωση του παρόντος άρθρου δεν δικαιούνται ταυτόχρονα καμία άλλη αποζημίωση για την ίδια αιτία. Η αποζημίωση της παρούσας υποπαραγράφου φορολογείται όπως κάθε άλλη αποζημίωση διακοπής σχέσεως εργασίας, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013, όπως εκάστοτε ισχύει. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται ο υπόχρεος για την καταβολή, ο τρόπος καταβολής, η διαδικασία, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας. Στις ανωτέρω ρυθμίσεις υπάγονται και οι υπάλληλοι των οποίων η εργασιακή σχέση λύθηκε κατ’ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, για τους οποίους η σχετική πράξη εκδόθηκε πριν την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης.».
2.  
    Στην υποπερίπτωση β΄ της περίπτωσης 7 της υποπαραγράφου Γ2 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85), οι λέξεις «τίθενται σε ισχύ ένα μήνα» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τίθενται σε ισχύ εξήντα ημέρες».
3.  
    Κατά την πρώτη εφαρμογή της διαδικασίας, της διάταξης του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης α΄ της παρ. 6 του άρθρου 23 του ν. 4141/2013, η έγκριση της ΠΥΣ 33/2006 (Α΄ 280), της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 20 του άρθρου ένατου του ν. 4057/2012 (Α΄ 54), μπορεί να χορηγηθεί και μετά την έκδοση της προβλεπόμενης δημόσιας ανακοίνωσης, αλλά πριν την ολοκλήρωση της απόφαση επιλογής. Δημόσια ανακοίνωση, σε πρώτη εφαρμογή της παραπάνω διαδικασίας, που, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, έχει ήδη δημοσιευθεί, παράγει τα αποτελέσματά της και οδηγεί σε έγκυρη επιλογή εφόσον, εν τω μεταξύ, χορηγηθεί η παραπάνω προβλεπόμενη έγκριση.
4.  
    Το άρθρο 1 του π.δ. 344/2000 (Α’ 297), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
    Άρθρο 1
    1.  
      Η άσκηση του επαγγέλματος του γεωπόνου επιτρέπεται μόνον
    1. στους πτυχιούχους γεωπόνους των ιδρυμάτων του πανεπιστημιακού τομέα της ημεδαπής ή ισότιμων σχολών της αλλοδαπής και συγκεκριμένα των.1Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Γεωπονίας, Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος, Τμήμα Γεωπονίας, 3Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Σχολή Επιστημών Γεωπονίας και Δασολογίας, Τμήμα Αγροτικής Ανάπτυξης, 4Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Σχολή Γεωπονικών Επιστημών, Τμήμα Γεωπονίας, Φυτικής Παραγωγής και Αγροτικού Περιβάλλοντος και .
    2. σε όσους έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος του γεωτεχνικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 38/2010 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, και άλλες διατάξεις» (Α΄ 78), όπως ισχύει, καθώς και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με αυτό.
    2.  
      Η άσκηση του επαγγέλματος του δασολόγου επιτρέπεται μόνον
    1. στους πτυχιούχους δασολόγους των ιδρυμάτων του πανεπιστημιακού τομέα της ημεδαπής ή ισότιμων σχολών της αλλοδαπής και συγκεκριμένα των.1Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Γεωπονίας, Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος, Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος, 2Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Σχολή Επιστημών Γεωπονίας και Δασολογίας, Τμήμα Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων και .
    2. σε όσους έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος του γεωτεχνικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 38/2010 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 78), όπως ισχύει, καθώς και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με αυτό.
    3.  
      Η άσκηση του επαγγέλματος του κτηνιάτρου επιτρέπεται μόνον
    1. στους πτυχιούχους κτηνιάτρους, των ιδρυμάτων του πανεπιστημιακού τομέα της ημεδαπής ή ισότιμων σχολών της αλλοδαπής και συγκεκριμένα των.1Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Κτηνιατρικής, 2Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Κτηνιατρικής και .
    2. σε όσους έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος του γεωτεχνικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 38/2010 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, και άλλες διατάξεις» (Α΄ 78), όπως ισχύει, καθώς και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με αυτό.
    4.  
      Η άσκηση του επαγγέλματος του γεωλόγου επιτρέπεται μόνον
    1. στους πτυχιούχους γεωλόγους των ιδρυμάτων του πανεπιστημιακού τομέα τής ημεδαπής ή ισότιμων σχολών της αλλοδαπής και συγκεκριμένα των.1Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Θετικών Επιστημών Τμήμα Γεωλογίας, 2Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Σχολή Θετικών Επιστημών, Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος, 3Πανεπιστήμιο Πατρών, Σχολή Θετικών Επιστημών, Τμήμα Γεωλογίας και .
    2. σε όσους έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος του γεωτεχνικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 38/2010 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, και άλλες διατάξεις» (Α΄ 78), όπως ισχύει, καθώς και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με αυτό.
    5.  
      Η άσκηση του επαγγέλματος του ιχθυολόγου επιτρέπεται μόνον
    1. στους πτυχιούχους ιχθυολόγους των ιδρυμάτων του πανεπιστημιακού τομέα της ημεδαπής ή ισότιμων σχολών της αλλοδαπής και συγκεκριμένα των.1Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Σχολή Γεωπονικών Επιστημών, Τμήμα Γεωπονίας, Ιχθυολογίας και Υδάτινου Περιβάλλοντος, 2Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Σχολή Περιβάλλοντος, Τμήμα Επιστημών της Θάλασσας, 3Ιδρυμάτων πανεπιστημιακού τομέα της ημεδαπής ή ισότιμων σχολών της αλλοδαπής με ειδίκευση ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας σε θέματα υδροβιολογίας, ιχθυολογίας, ιχθυοπαθολογίας ή αλιείας σε πανεπιστήμια ή ισότιμες με αυτά σχολές ή επιστημονικά εργαστήρια εφαρμοσμένης υδροβιολογίας της ημεδαπής ή αλλοδαπής, 4Ιδρυμάτων πανεπιστημιακού τομέα της ημεδαπής ή ισότιμων σχολών της αλλοδαπής, που υπηρετούν ή έχουν υπηρετήσει με την ειδικότητα του ιχθυολόγου στο Δημόσιο ή τα Ν.Π.Δ.Δ. και .
    2. σε όσους έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος του γεωτεχνικού σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 38/2010 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 78), όπως ισχύει, καθώς και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με αυτό.
5.  
  1. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2963/2001 (Α΄ 268), όπως προστέθηκε με την περίπτωση 5 της υποπαραγράφου Β2 του άρθρου τρίτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
  2. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και για τις εκκρεμείς υπό έλεγχο υποθέσεις έως και το οικονομικό έτος 2014.
  3. Η παράγραφος 2 του άρθρου 10 του ν.4224/2013 (Α΄ 288), όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 184 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107) τίθεται σε ισχύ από την έναρξη ισχύος του νόμου 4224/2013 (Α΄ 288).
  4. Η υποπερίπτωση β΄ της περίπτωσης 7 της παρ.
  5. Γ΄ του άρθρου τρίτου, του ν. 4254/2014 (Α΄ 85), με την οποία τροποποιείται το άρθρο 15 του ν. 3091/2002 (Α΄ 330), αντικαθίσταται ως εξής:
  6. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν από 1.1.2010.
6.  
  1. Η περίπτωση στ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 6 της Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών αριθ.
  2. Δ.Π.Ε. 1016047 ΕΞ 2012/26.1.2012 (Β΄ 6597), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
  3. 2 εφόσον συμπληρώνει τις προϋποθέσεις υποχρεωτικής συνταξιοδότησης, μέσα στην επόμενη διετία από την ημερομηνία μετάθεσής του στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων.
  4. Στην περίπτωση γ΄ της υποπαραγράφου 6 της παρ.
  5. Ε΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85), οι λέξεις «εκατό (100) οργανικές θέσεις» αντικαθίστανται με ης λέξεις «ενενήντα (90) οργανικές θέσεις.».
Άρθρο 42 "Ρυθμίσεις για την ειδική διαχείριση της περιουσίας της καταργηθείσας ΕΡΤ Α.Ε. και τη λειτουργία της ΝΕΡΙΤ Α.Ε."
1.  
  1. Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 72 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) μετά τη λέξη «εφαρμόζονται» προστίθενται οι λέξεις «από 11.5.2013».
  2. Στο τέλος του άρθρου 72 του ν. 4174/2013 προστίθεται έκτο εδάφιο ως εξής:
  3. Με εξαίρεση τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο οι διατάξεις του ν. 4024/2011 (Α΄ 226) δεν εφαρμόζονται από τότε που ίσχυσαν για το σύνολο του προσωπικού και των εν γένει απασχολούμενων της καταργηθείσας ΕΡΤ Α.Ε.
2.  
    Στο άρθρο 2 της υπ’ αριθμ. ΟΙΚ 02/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β΄ 1414), όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής: 3 Οποιαδήποτε δήλωση, κατάσταση ή άλλο έγγραφο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄ 170), όπως ισχύει, ή άλλης συναφούς νομοθεσίας, για την υποβολή των οποίων υπόχρεα πρόσωπα είναι οι αναφερόμενες στη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της παρούσας εταιρείας, υποβάλλονται νομίμως και χωρίς τις συνέπειες της εκπροθέσμου υποβολής προς την αρμόδια φορολογική αρχή εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου Εντός της ίδιας προθεσμίας καταβάλλονται και οποιαδήποτε ποσά οφείλονται από φόρο, τέλη ή άλλη δαπάνη, συμπεριλαμβανομένων των εισφορών προς τους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς, μη επιβαρυνόμενων με οποιοδήποτε πρόστιμο, προσαύξηση ή άλλη επιβάρυνση κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη.
3.  
    Στο άρθρο 4Β της υπ’ αριθμ. ΟΙΚ 02/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής: 6 Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία λειτουργίας του ειδικού λογαριασμού του παρόντος άρθρου, ο τρόπος σύνταξης των αναγκαίων οικονομικών στοιχείων που τον αφορούν και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την οργάνωση και λειτουργία του.
4.  
    Στις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 4Β της υπ’ αριθμ. ΟΙΚ 02/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, όπως ισχύει, οι λέξεις «μέχρι τη σύσταση και πλήρη λειτουργία του νέου φορέα» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μέχρι την ολοκλήρωση του έργου της ειδικής διαχείρισης».
5.  
    Η εκτέλεση και υλοποίηση έργων, δράσεων και προγραμμάτων, συγχρηματοδοτούμενων ή χρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή άλλους διεθνείς οργανισμούς, των οποίων φορέας ή τελικός δικαιούχος ήταν η καταργηθείσα ΕΡΤ Α.Ε. ή θυγατρική της εταιρεία, κατά τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης και μέχρι την ολοκλήρωση του έργου της τελευταίας, δύναται να ανατεθεί στον ειδικό διαχειριστή, σύμφωνα με την πιστοποίηση Διαδικασιών Διαχειριστικής Επάρκειας των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών. Ο ειδικός διαχειριστής υπεισέρχεται στα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τα εν λόγω έργα, δράσεις και προγράμματα. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
6.  
    Το προσωπικό που ορίζεται στην παράγραφο 7 της υπ’ αριθμ. ΟΙΚ 02/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 24 του ν. 4203/2013 (Α΄ 235), το οποίο απασχολήθηκε ή απασχολείται υπερωριακά από την έναρξη της ειδικής διαχείρισης, καθώς και κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες ή νυκτερινές ώρες μέχρι την πλήρη λειτουργία του νέου φορέα, λαμβάνει τις σχετικές αμοιβές σύμφωνα με τα ανώτατα όρια που προβλέπονται στο πέμπτο και έβδομο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226), όπως ισχύει. Στα μέλη της Επιτροπής που συστάθηκε με την υπ’ αριθμ. Δ5Β1118512/26.7.2013 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καταβάλλεται υπερωριακή αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 4024/2011 από την ημερομηνία σύστασής της, η οποία βαρύνει τον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 4Β της ΟΙΚ 02/11.6.2013 (Β΄ 1414) κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό.
7.  
    Για τη μετακίνηση εκτός έδρας του προσωπικού της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος, το ανώτατο όριο των επιτρεπόμενων κατά έτος και κατά μήνα ημερών εκτός έδρας της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 2685/1999 (Α΄ 35) καθορίζεται σε ογδόντα (80) ημέρες και ισχύει από τη δημοσίευση της υπ’ αριθμ. ΟΙΚ 02/11.6.2013, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης κείμενης διάταξης. Οι αποφάσεις ή εντολές μετακίνησης του προσωπικού αυτού εκδίδονται από τον ειδικό διαχειριστή ή από τα εξουσιοδοτημένα από αυτόν πρόσωπα. Το σύνολο των ανωτέρω δαπανών μετακίνησης, διανυκτέρευσης και εκτός έδρας ημερήσιας αποζημίωσης διατίθενται με απόδοση λογαριασμού και υποβολή σχετικών παραστατικών, μη αποκλειόμενης και της προπληρωμής και εγκρίνονται απολογιστικά από την Επιτροπή Διαχείρισης του ειδικού λογαριασμού του άρθρου 4Β της υπ’ αριθμ. ΟΙΚ 02/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό.
8.  
    Η παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 4173/2013 (Α΄ 169) αντικαθίσταται ως εξής:
    Ως αντιστάθμισμα για την εκπλήρωση των σκοπών της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας του άρθρου 2 του παρόντος, επιβάλλεται και εισπράττεται υπέρ της ΝΕΡΙΤ Α.Ε. ανταποδοτικό τέλος ύψους τριών (3) ευρώ μηνιαίως ανά παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Το ανταποδοτικό τέλος υπολογίζεται και χρεώνεται σε κάθε λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας για τη χρονική περίοδο στην οποία αυτός αναφέρεται. Οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας παρακρατούν προμήθεια 0,5% επί των εισπράξεων για τον υπολογισμό, ενσωμάτωση σε λογαριασμό, είσπραξη, και απόδοση του αναλογούντος ποσού στη ΝΕΡΙΤ Α.Ε. Τα ποσά που εισπράττονται, μετά την αφαίρεση της προμήθειας 0,5%, αποδίδονται στη ΝΕΡΙΤ Α.Ε. εντός του δεύτερου μήνα από τη λήξη του μήνα στον οποίο ανήκει λογιστικώς η κάθε είσπραξη λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος. Υποχρέωση για την καταβολή αυτού του τέλους έχει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για κάθε παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα για την οποία υπάρχει σύμβαση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Δεν επιβάλλεται ανταποδοτικό τέλος για τις παροχές από τις οποίες ηλεκτροδοτούνται αποκλειστικά οι κοινόχρηστοι χώροι των πολυκατοικιών, ανεξάρτητα από τη χρήση τους. Από την υποχρέωση καταβολής του ανταποδοτικού τέλους απαλλάσσονται.
  1. το Ελληνικό Δημόσιο,
  2. τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,
  3. οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και οι αμιγείς επιχειρήσεις τους, τα αμιγή ιδρύματά τους και οι ενώσεις τους, .
  4. οι πάσης φύσεως Χριστιανικοί Ιεροί Ναοί ανεξαρτήτως χαρακτηρισμού (ενοριακοί, μοναστηριακοί, εξωκκλήσια κ.λπ.) και δόγματος, οι Ναοί και οι χώροι λατρείας των κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2 του Συντάγματος γνωστών θρησκειών και τα νεκροταφεία, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτροδοτούμενων τάφων, .
  5. οι προμηθευόμενοι ηλεκτρική ενέργεια για την κατανάλωση ρεύματος που χρησιμοποιείται σε αρδευτικές, κτηνοτροφικές και πτηνοτροφικές μονάδες,
  6. οι προμηθευόμενοι ηλεκτρική ενέργεια για όσο χρονικό διάστημα καταναλώνουν ανά παροχή ηλεκτρική ενέργεια αξίας έως δέκα (10) ευρώ μηνιαίως,
  7. κάθε άλλη περίπτωση που βάσει ισχύουσας κατά το χρόνο κατάργησης της ΕΡΤ Α.Ε. διάταξης απαλλασσόταν από την καταβολή του ανταποδοτικού τέλους (εισφοράς) της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 1730/1987 (Α΄ 145).
  8. Δεν εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής του ανταποδοτικού τέλους νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο Κράτος ή που έχουν τα προνόμια του Δημοσίου ή εξομοιώνονται με το Δημόσιο.
  9. Κυρώνεται από τότε που ίσχυσε η υπ’ αριθμ. 46/31.12.2013 κοινή απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β΄ 3371).
  10. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιού Υπουργού για θέματα δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΝΕΡΙΤ Α.Ε., το ποσό του ανταποδοτικού τέλους μπορεί να αναπροσαρμόζεται, λαμβάνοντας υπόψη το καθαρό κόστος της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας κατά το προηγούμενο έτος, καθώς και την προϋπολογιζόμενη ετήσια δαπάνη για την παροχή της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας κατά το τρέχον έτος, όπως τα μεγέθη αυτά αποτυπώνονται στα σχετικά επίσημα οικονομικά στοιχεία της ΝΕΡΙΤ Α.Ε. και με την επιφύλαξη της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση.
9.  
    Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 4Α της υπ’ αριθμ. ΟΙΚ 02/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 24 του ν. 4203/2013 (Α΄ 235), οι λέξεις «δέκα (10) μήνες» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δώδεκα (12) μήνες».
10.  
    Στην παράγραφο 3 του άρθρου 4Α της υπ’ αριθμ. ΟΙΚ 02/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, όπως ισχύει, προστίθεται έβδομο εδάφιο ως εξής: Με πράξη του ειδικού διαχειριστή είναι δυνατόν να προσδιορίζονται συγκεκριμένα καθήκοντα των προσώπων που προσλαμβάνονται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου και να παρέχεται σε αυτά εξουσιοδότηση για την υπογραφή των σχετικών με τα ανατιθέμενα καθήκοντα εγγράφων και πράξεων.
11.  
    Στο τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 της υπ’ αριθμ. ΟΙΚ 02/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, όπως ισχύει, μετά τις λέξεις «και των θυγατρικών της» προστίθεται η λέξη «εκπροσωπούμενο».
12.  
    Τυχόν περιλήψεις διακηρύξεων, αποφάσεις και πράξεις κατακύρωσης και ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών και μελετών καθώς και πράξεις της ανάληψης υποχρέωσης δαπάνης, της απόφασης έγκρισης δαπάνης και της οριστικοποίησης της πληρωμής που περιέχει το ακριβές καταβλητέο για κάθε επιμέρους δαπάνη ποσό, που έχουν υπογραφεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος από τον ειδικό διαχειριστή του άρθρου 4Α της υπ’ αριθμ. ΟΙΚ 02/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό δεσμεύουν και παράγουν τα αποτελέσματά τους από την ημερομηνία υπογραφής τους, υπό την προϋπόθεση της ανάρτησης στο διαδίκτυο εντός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.
Άρθρο 43 "Άρση περιορισμών στον ανταγωνισμό στον κλάδο των δομικών υλικών και οριζόντιες ρυθμίσεις"
1.  
  1. Η παρ. 4 του άρθρου 90 του ν.δ. 8/1973 (Α΄ 124) αντικαθίσταται ως εξής:
2.  
    Σε περιοχές όπου, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί χρήσεων γης, επιτρέπεται η άσκηση δραστηριοτήτων βιομηχανίας-βιοτεχνίας, τα όρια αναφορικά με τους βαθμούς όχλησης που ορίζονται στην κ.υ.α. υπ’ αριθ. 3137/191/Φ.15/21.3.2012 (Β΄ 1048), όπως ισχύει, προσαυξάνονται κατά 30% για δραστηριότητες οι οποίες υποστηρίζονται από εξοπλισμό νέας τεχνολογίας, περισσότερο φιλικής προς το περιβάλλον. Ως περισσότερο φιλική προς το περιβάλλον ορίζεται η τεχνολογία του εξοπλισμού κατασκευής του έτους 2014 και εντεύθεν. Σε περίπτωση αντικατάστασης εξοπλισμού, περισσότερο φιλική προς το περιβάλλον ορίζεται και η τεχνολογία με την οποία επιτυγχάνεται, όπως αυτό αποτυπώνεται στην υποβαλλόμενη σχετική μελέτη, το ίδιο ή μεγαλύτερο παραγόμενο αποτέλεσμα με ή από εκείνο του προς αντικατάσταση εξοπλισμού χωρίς να απαιτείται περισσότερη κατανάλωση ενέργειας ή μεγαλύτερος όγκος στεγασμένου χώρου και χωρίς να προκαλείται περισσότερη ηχητική όχληση.
3.  
  1. Τα αδρανή υλικά που εξορύσσονται ως παραπροϊόντα κατά την εκμετάλλευση των λατομείων βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων, με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, διατίθενται ελεύθερα από τον εκμεταλλευτή, ο οποίος υποχρεούται στην καταβολή του ειδικού τέλους υπέρ Ο.Τ.Α., καθώς και του αναλογικού μισθώματος στον ιδιοκτήτη της έκτασης.
  2. Το μίσθωμα αυτό καθορίζεται ως ο μέσος όρος των αντίστοιχων μισθωμάτων των λατομείων αδρανών υλικών του νομού-περιφέρειας ή, σε περίπτωση που στον οικείο νομό-περιφέρεια δεν υπάρχουν λατομεία αδρανών υλικών του νομού-περιφέρειας, των λατομείων αδρανών υλικών γειτονικού νομού-περιφέρειας, και επιμερίζεται ανάλογα στα ακατέργαστα και κατεργασμένα υλικά αντιστοίχως.
  3. Η ποσότητα των αδρανών υλικών της παραγράφου 1 που δύναται να διατεθεί ελεύθερα, είναι η τυχόν εναπομείνασα πέραν της απαιτούμενης για την αποκατάσταση του λατομικού χώρου και πρέπει να προσδιορίζεται στις μελέτες (τεχνική και περιβαλλοντικών επιπτώσεων), οι οποίες εγκρίνονται αρμοδίως.
  4. Σε κάθε περίπτωση, από τα στοιχεία της τεχνικής μελέτης, θα πρέπει να τεκμηριώνεται ότι η εκμετάλλευση του βιομηχανικού ορυκτού ή του μαρμάρου που εξορύσσεται αποτελεί την κύρια δραστηριότητα, δηλαδή ότι το βιομηχανικό ορυκτό ή το μάρμαρο που εξορύσσεται είναι το ορυκτό με το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής επί της αξίας των πωλουμένων προϊόντων του λατομείου.
4.  
    Τα άρθρα 85Α, 85Β και 85Γ του ν.δ. 210 της 3/5.10.1973 «Περί Μεταλλευτικού Κώδικος» (Α΄277) καταργούνται.
Άρθρο 44 "Ρυθμίσεις απλοποίησης της διαδικασίας ίδρυσης επιχείρησης και μεταβίβασης ακινήτου"
1.  
    Η περίπτωση 15 του άρθρου 14 του π.δ. 258/2005 (Α΄ 316) αντικαθίσταται ως εξής: Εφάπαξ εισφορά απογραφής των υπό ασφάλιση προσώπων, η οποία συνεισπράττεται με τις τρέχουσες εισφορές και είναι ίση με το 50% του ασφαλίστρου της 3ης ασφαλιστικής κατηγορίας.
2.  
  1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η περίπτωση δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3853/2010 (Α΄ 90) αντικαθίσταται ως εξής:
  2. 2 Μεριμνήσει για τη χορήγηση Α.Φ.Μ. στους εταίρους, όπου απαιτείται.
  3. Η περίπτωση δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 5Α του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
  4. Η περίπτωση δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
  5. Η περίπτωση δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
3.  
    Η παρ. 18 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 (Α΄ 62) καταργείται.
Άρθρο 45 "Ρυθμίσεις για το Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο"
1.  
    Το εδάφιο τρίτο της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 4224/2013 (Α΄ 244) αντικαθίσταται ως εξής: Το κάθε υποκεφάλαιο του Ταμείου μπορεί να συσταθεί ως διακριτή νομική οντότητα στο Λουξεμβούργο ή σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με πρωτοβουλία του Ελληνικού Δημοσίου ή διεθνών χρηματοδοτικών οργανισμών ή ιδιωτών επενδυτών μετά από συμφωνία με το Ελληνικό Δημόσιο Το κάθε υποκεφάλαιο διέπεται από τους ίδιους όρους διαχείρισης και λειτουργίας που προβλέπονται στον παρόντα νόμο για το Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο και σε αυτό μπορεί να συμμετέχουν, άμεσα ή έμμεσα, με κεφάλαια ή με δάνειο, το Ελληνικό Δημόσιο, διεθνείς χρηματοδοτικοί οργανισμοί και ιδιώτες επενδυτές.
2.  
    Το τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 4224/2013 αντικαθίσταται ως εξής: Στο καταστατικό και τα ιδρυτικά έγγραφα του Ταμείου είτε, στην περίπτωση των υποκεφαλαίων, στα χρηματοδοτικά έγγραφα αυτών, θα προβλέπεται ειδικό δικαίωμα αρνησικυρίας του Ελληνικού Δημοσίου κατά συγκεκριμένων αποφάσεων του Ταμείου που αφορούν αποκλειστικά και μόνο σε συγκεκριμένη επένδυση ή χρηματοδότηση, η οποία έχει αποδεδειγμένα επίπτωση σε θέματα εθνικής ασφάλειας. .
Άρθρο 46 "Ρυθμίσεις αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων"
1.  
    Η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 3894/2010 (Α΄ 204) όπως έχει αντικατασταθεί με την παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 4072/2012 (Α΄ 86) και με την παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4146/2013 (Α΄ 90), αντικαθίσταται ως ακολούθως:
  1. Μετά την απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε. για την ένταξη της επένδυσης στις Διαδικασίες Στρατηγικών Επενδύσεων, ο επενδυτής καταθέτει στη Γενική Διεύθυνση Στρατηγικών Επενδύσεων πλήρη φάκελο των δικαιολογητικών που απαιτούνται κατά το νόμο για την έγκριση και έκδοση των σχετικών αδειών μαζί με αποδεικτικό καταβολής στην «Ελληνική Εταιρεία Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου Α.Ε.» του συνόλου της Διαχειριστικής Αμοιβής.
2.  
    Η περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 3894/2010 όπως έχει αντικατασταθεί με την παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 4072/2012 και με την παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4146/2013, αντικαθίσταται ως ακολούθως:
  1. Μετά από αίτηση του ιδιώτη επενδυτή, το επενδυτικό σχέδιο μπορεί να απενταχθεί και να του επιστραφεί ατόκως ποσό που ανέρχεται σε ποσοστό έως 90% της Διαχειριστικής Αμοιβής κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης της Δ.Ε.Σ.Ε. εφόσον η επένδυση δεν μπορεί να υλοποιηθεί, λόγω της μη αιτιολογημένης καθυστέρησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της Διοίκησης.
  2. Ποσό που ανέρχεται τουλάχιστον σε ποσοστό 10% του συνόλου της διαχειριστικής αμοιβής δεν επιστρέφεται.
3.  
    Η παρ. 4 του άρθρου 16 του ν. 3894/2010 όπως έχει αντικατασταθεί με την παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 4072/2012 και με την παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 4146/2013, αντικαθίσταται ως ακολούθως:
    Το ποσό της Διαχειριστικής Αμοιβής καταβάλλεται σε δύο δόσεις. Η πρώτη δόση που ανέρχεται σε ποσοστό 10% του συνόλου της Διαχειριστικής Αμοιβής καταβάλλεται κατά την κατάθεση του φακέλου στην «Ελληνική Εταιρεία Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου Α.Ε.» και η δεύτερη δόση για το υπολειπόμενο ποσοστό 90% αυτής, πριν από τη συνεδρίαση της Δ.Ε.Σ.Ε. κατά την οποία θα κριθεί η ένταξη της επένδυσης. Σε περίπτωση μη εντάξεως, το 90% του συνόλου της Διαχειριστικής Αμοιβής επιστρέφεται ατόκως εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία της σχετικής συνεδρίασης της Δ.Ε.Σ.Ε. στον αιτούντα επενδυτή.
4.  
    Οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης καταλαμβάνουν και όσες αιτήσεις εκκρεμούν προς αξιολόγηση από την «Ελληνική Εταιρεία Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου Α.Ε.» και τη Δ.Ε.Σ.Ε. Τυχόν ή