ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Νόμος

ΚΩΔΙΚΟΣ

2014/4270

ΕΦΑΡΜΟΖΕΙ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

2014-06-28

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2014-06-28

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

2014-06-28

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑ ΔΑΣΟΚΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΛΙΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΜΕΡΟΣ
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Άρθρο 1 "Σκοπός"
1.  
    Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ του Συμβουλίου της 8ης Νοεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 306/41), καθώς και η συστηματική ένταξη σε ενιαίο κείμενο και, κατά περίπτωση, η επικαιροποίηση των ισχυουσών αρχών δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας και των διατάξεων του δημόσιου λογιστικού
Άρθρο 2 "Σύσταση και αρμοδιότητες του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου [άρθρα 4 (5) και (6), 5 και 6 της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Συνιστάται ανεξάρτητη διοικητική αρχή με την ονομασία «Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο» («Δημοσιονομικό Συμβούλιο»). Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο απολαύβει λειτουργικής ανεξαρτησίας και δεν υπόκειται σε έλεγχο από κρατικούς φορείς. Εκπροσωπείται δικαστικά και εξώδικα από τον Πρόεδρό του.
2.  
    Η έδρα του Δημοσιονομικού Συμβουλίου ορίζεται στην Αθήνα. Για το Δημοσιονομικό Συμβούλιο εφαρμόζεται αναλόγως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3051/2002 (Α΄220).
3.  
    Ο Πρόεδρος, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και το προσωπικό του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, δεν λαμβάνουν οδηγίες από οποιονδήποτε κυβερνητικό φορέα ή άλλον δημόσιο ή ιδιωτικό οργανισμό. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Δημοσιονομικού Συμβουλίου απολαύουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας.
4.  
    Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο έχει τις αρμοδιότητες των ανεξαρτήτων φορέων που αναφέρονται στις παραγράφους 1(α) του άρθρου 2, στην παράγραφο 4 του άρθρου 4 και στο άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 473/2013 (ΕΕ L 140/11), αξιολογεί τις μακροοικονομικές προβλέψεις με σκοπό την υιοθέτησή τους και παρακολουθεί τη συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς κανόνες, γνωμοδοτώντας επί αυτής. Ειδικότερα:.
  1. Αξιολογεί τις μακροοικονομικές προβλέψεις πάνω στις οποίες βασίζονται το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (Μ.Π.Δ.Σ.) και το προσχέδιο και το σχέδιο για τον ετήσιο Κρατικό Προϋπολογισμό, μέσω αξιολογήσεων του βασικού μακροοικονομικού σεναρίου και των άλλων σεναρίων που χρησιμοποιούνται.
  2. Παρακολουθεί τη συμμόρφωση με:
    • τους αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στο εθνικό πλαίσιο δημοσιονομικής διαχείρισης, ώστε να επιτευχθεί ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος, όπως ορίζεται στο άρθρο 2α του Κανονισμού (ΕΚ) 1466/97 (ΕΕ L 209/1), και με
    • τους αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες, όπως αναφέρονται στο άρθρο 5 της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ (ΕΕ L 306/41)
  3. Προβαίνει σε αξιολογήσεις σχετικά με την εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων, ιδιαίτερα σε σχέση με:
    • τη διαπιστούμενη σημαντική απόκλιση από το μεσοπρόθεσμο στόχο ή την πορεία προσαρμογής προς αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 6(2) του Κανονισμού (ΕΚ) 1466/97 και τους λόγους που οδήγησαν στην απόκλιση αυτή,
    • την ενεργοποίηση, στις ανωτέρω περιπτώσεις, του διορθωτικού μηχανισμού που αναφέρεται στον τίτλο ΙΙΙ του άρθρου τρίτου του ν. 4063/2012 (Α΄ 71),.
    • την εξέλιξη της δημοσιονομικής διόρθωσης με βάση το ψηφισμένο σχέδιο διορθωτικών ενεργειών σύμφωνα με το άρθρο 40, καθώς και
    • την οποιαδήποτε εμφάνιση ή εξάλειψη εξαιρετικών περιστάσεων
5.  
    Μετά το δεύτερο έτος από τη σύστασή του, επιπρόσθετα προς τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 το Δημοσιονομικό Συμβούλιο προβαίνει σε:
  1. Αξιολογήσεις των μακροοικονομικών προβλέψεων επί των οποίων βασίζονται το Μ.Π.Δ.Σ., το προσχέδιο και το σχέδιο του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού, κατόπιν σύγκρισης των προβλέψεων αυτών με τις πλέον πρόσφατες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και, αν απαιτείται, και άλλων ανεξάρτητων φορέων, καθώς και σε αξιολογήσεις των μεθοδολογιών και των υποθέσεων που χρησιμοποιήθηκαν για την εκπόνηση των προβλέψεων και σε συστάσεις για τη διόρθωση τυχόν σημαντικών μεροληψιών, κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ.
  2. Αξιολογήσεις των δημοσιονομικών προβλέψεων σε σχέση με το Μ.Π.Δ.Σ. και τον ετήσιο Κρατικό Προϋπολογισμό και ειδικότερα μέσω:.
    • της σύγκρισης των δημοσιονομικών προβλέψεων με τις πλέον επικαιροποιημένες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και, αν κρίνεται σκόπιμο, και άλλων ανεξαρτήτων φορέων,
    • των αξιολογήσεων των μεθοδολογιών και των παραδοχών που χρησιμοποιήθηκαν για τις δημοσιονομικές προβλέψεις, και
    • των συστάσεων για τη διόρθωση συστημικών μεροληψιών κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ στις δημοσιονομικές προβλέψεις
  3. Αξιολογήσεις των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προβλέψεων επί των οποίων βασίζεται ο συμπληρωματικός Κρατικός Προϋπολογισμός, ειδικότερα μέσω συγκρίσεων με εκείνες που περιλήφθηκαν στον Ετήσιο Κρατικό Προϋπολογισμό για το οικείο έτος
  4. Αξιολογήσεις των δημοσιονομικών στόχων του οικείου έτους ή των ετών που καλύπτει το Μ.Π.Δ.Σ. και ο Κρατικός Προϋπολογισμός, και της εφαρμογής της σχετικής πολιτικής, περιλαμβανομένης και της ανάλυσης της βιωσιμότητας του χρέους.
  5. Αξιολογήσεις των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων ειδικότερα μέσω της σύγκρισης με τους δημοσιονομικούς στόχους που περιλαμβάνονται στο Μ.Π.Δ.Σ. και τον ετήσιο Κρατικό Προϋπολογισμό.
  6. Αναλύσεις των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών εξελίξεων που επηρεάζουν την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση και τα αποτελέσματα του Κοινωνικού Προϋπολογισμού, σύμφωνα με την περίπτωση ιδ΄ του άρθρου 53, σε σχέση με δημογραφικούς παράγοντες, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του Υπουργικού Συμβουλίου ή της Βουλής
  7. Οποιαδήποτε άλλη ενέργεια είναι απαραίτητη για την υλοποίηση των αρμοδιοτήτων του, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5, καθώς και τους Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν τη δημοσιονομική διαχείριση
6.  
    Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο δημοσιοποιεί, τουλάχιστον δύο φορές κατ’ έτος, έκθεση που επεξηγεί τα συμπεράσματα των αξιολογήσεών του για τις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις, τους δημοσιονομικούς στόχους και τα δημοσιονομικά αποτελέσματα, όπως ορίζεται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 4 και στις περιπτώσεις α΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 5 και τη διαπίστωση της συμμόρφωσης ή μη με τους δημοσιονομικούς κανόνες, όπως ορίζεται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, σε σχέση με την έγκριση του Μ.Π.Δ.Σ. και του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού. Οι εν λόγω εκθέσεις περιλαμβάνουν επεξήγηση των μεθοδολογιών για τις εκτιμήσεις και την παρακολούθηση των στόχων. Κάθε τέσσερα (4) έτη, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο προβαίνει στην αξιολόγηση της διαδικασίας με βάση την οποία παράγονται οι μακροοικονομικές προβλέψεις και δημοσιοποιεί το αποτέλεσμα της αξιολόγησης με ανάρτηση στην ιστοσελίδα του. Σε περίπτωση κατά την οποία το Δημοσιονομικό Συμβούλιο διαπιστώσει κατά την αξιολόγηση σημαντικά μειονεκτήματα στη διαδικασία κατάρτισης των μακροοικονομικών προβλέψεων, το Υπουργείο Οικονομικών προβαίνει στη δημοσιοποίησή τους και εφαρμόζει μέτρα για την εξάλειψή τους. Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο μπορεί να δημοσιεύει και οποιαδήποτε πρόσθετη έκθεση για οποιοδήποτε θέμα που άπτεται των αρμοδιοτήτων του. Η δημοσιοποίηση των εκθέσεων του Δημοσιονομικού Συμβουλίου πραγματοποιείται με ανάρτηση στην ιστοσελίδα του.
7.  
    Για τη διευκόλυνση στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο δύναται να συνάπτει συμφωνίες με άλλους φορείς που διαχειρίζονται θέματα δημόσιων οικονομικών
Άρθρο 3 "Μνημόνιο Συνεργασίας [άρθρα 4(6) και 6(1)(β) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δημοσιονομικού Συμβουλίου (εφεξής «Δ.Σ.») συνάπτει Μνημόνιο Συνεργασίας με το Υπουργείο Οικονομικών, ώστε να προσδιορισθούν οι απαραίτητες προθεσμίες και διαδικασίες για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων του Δημοσιονομικού Συμβουλίου που αναφέρονται στο άρθρο 2. Ειδικότερα, το Μνημόνιο προσδιορίζει τις προθεσμίες: (α) για την υποβολή από το Υπουργείο Οικονομικών των μακροοικονομικών προβλέψεων στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 2 και (β) για την παροχή της γνώμης του Δημοσιονομικού Συμβουλίου περί των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προβλέψεων στο Υπουργείο Οικονομικών.
2.  
    Το Μνημόνιο Συνεργασίας της προηγούμενης παραγράφου δεν προσδιορίζει τις μεθόδους με τις οποίες το Δημοσιονομικό Συμβούλιο προβαίνει σε οποιαδήποτε εκτίμηση ή ανάλυση, ούτε επηρεάζει την αυτονομία του Δημοσιονομικού Συμβουλίου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του
Άρθρο 4 "Διοικητικό Συμβούλιο και ορισμός μελών"
1.  
    Το Δ.Σ. είναι το ανώτατο όργανο λήψης αποφάσεων του Δημοσιονομικού Συμβουλίου και είναι υπεύθυνο για την εκπλήρωση των καθηκόντων του Δημοσιονομικού Συμβουλίου που αναφέρονται στο άρθρο 2. Ειδικότερα, κάθε έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου συζητείται και εγκρίνεται από το Δ.Σ. πριν τη δημοσιοποίηση ή την υιοθέτησή της. Με απόφαση του Δ.Σ. καταρτίζονται όλοι οι εσωτερικοί κανονισμοί, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται ο κανονισμός λειτουργίας, ο κανονισμός του προσωπικού και ο κανονισμός οικονομικής διαχείρισης, καθώς επίσης και οποιοδήποτε σχέδιο δράσης του Δημοσιονομικού Συμβουλίου.
2.  
    Το Δ.Σ. αποτελείται από τον Πρόεδρο και τέσσερα τακτικά μέλη. Ο Πρόεδρος είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Για τα μέλη του Δημοσιονομικού Συμβουλίου που δεν είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης δεν συνιστά ασυμβίβαστο η άσκηση καθηκόντων μέλους Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, με καθεστώς πλήρους ή μερικής απασχόλησης. Τα μέλη του Δημοσιονομικού Συμβουλίου έχουν υποχρέωση τήρησης της εμπιστευτικότητας και της εχεμύθειας. Ο Πρόεδρος είναι ο διατάκτης των δαπανών του Δημοσιονομικού Συμβουλίου και ο εκκαθαριστής των αποδοχών των μελών του Δ.Σ. και του προσωπικού.
3.  
    Η διαδικασία επιλογής του Δ.Σ. βασίζεται σε ανοικτό διαγωνισμό. Επιτροπή που αποτελείται από τον Υπουργό Οικονομικών, το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου καταρτίζει κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων, με βάση προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια. Ο κατάλογος των επικρατέστερων πρέπει να αποτελείται από διπλάσιο αριθμό υποψηφίων από τον αριθμό των σχετικών θέσεων και υποβάλλεται στο Υπουργικό Συμβούλιο. Σε περίπτωση που οι υποψήφιοι είναι λιγότεροι από το διπλάσιο αριθμό των θέσεων, περιλαμβάνονται όλοι οι υποψήφιοι στον εν λόγω κατάλογο. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αναρτάται στο διαδίκτυο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 6 του ν. 3861/ 2010 (Α΄ 112), καθορίζεται η διαδικασία προκήρυξης του ανοικτού διαγωνισμού, η γραμματειακή υποστήριξη της Επιτροπής, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
4.  
    Το Υπουργικό Συμβούλιο επιλέγει τον Πρόεδρο και τα μέλη Δ.Σ. μεταξύ των περιλαμβανόμενων στον κατάλογο της προηγούμενης παραγράφου. Το Δ.Σ. εγκρίνεται από την ειδική μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής.
5.  
    Το Δ.Σ. που επελέγη σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η λειτουργία του Δημοσιονομικού Συμβουλίου άρχεται από τη δημοσίευση της ανωτέρω υπουργικής απόφασης.
6.  
    Το Δ.Σ. διορίζεται με πενταετή θητεία, η οποία δεν ανανεώνεται.
7.  
    Κατά παρέκκλιση της προηγούμενης παραγράφου, κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος για το διορισμό του πρώτου Δ.Σ. κατά τη σύσταση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, η θητεία του Προέδρου και ενός (1) ακόμη μέλους είναι εξαετής, για δύο (2) άλλα μέλη είναι πενταετής και για ένα μέλος είναι τετραετής, σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.
8.  
    Η διαδικασία για το διορισμό νέου Προέδρου ή μέλους ολοκληρώνεται πριν από την εκπνοή της θητείας του Προέδρου ή του μέλους, σύμφωνα με τη διαδικασία των παραγράφων 3, 4 και 5. Σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της διαδικασίας για το διορισμό νέου Προέδρου ή μέλους κατά τα ανωτέρω, η θητεία του απερχόμενου Προέδρου και μελών παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι το διορισμό νέων.
9.  
    Σε περίπτωση κένωσης της θέσης του Προέδρου ή μέλους Δ.Σ. λόγω θανάτου, παραίτησης ή παύσης, διορίζεται νέος Πρόεδρος ή μέλος, σύμφωνα με τη διαδικασία των παραγράφων 3, 4 και 5, εντός δύο μηνών από την κένωση της θέσης, για το υπόλοιπο της θητείας. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 6, ο νέος Πρόεδρος ή το νέο μέλος δύνανται να επαναδιορισθούν για μία (1) ακόμη θητεία. Μέχρι το διορισμό νέου Προέδρου ή μέλους, η λειτουργία του Δ.Σ. δεν διακόπτεται.
10.  
    Οι αποδοχές του Προέδρου είναι ίσες με τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου και των μελών του Δ.Σ. ίσες με το εβδομήντα τοις εκατό (70%) αυτών.
11.  
    Για κάθε παράβαση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τον παρόντα νόμο και τις πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτού, ο Πρόεδρος και τα μέλη του Δ.Σ. υπέχουν πειθαρχική ευθύνη. Την πειθαρχική διαδικασία ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου της επόμενης παραγράφου κινεί το Υπουργικό Συμβούλιο ύστερα από πρόταση του Υπουργού Οικονομικών. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό την επιβολή των κυρώσεων που ορίζονται κατά τη διαδικασία της παραγράφου 14. Σε εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης εκδίδεται σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
12.  
    Το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποτελείται από έναν Σύμβουλο Επικρατείας, έναν Αρεοπαγίτη και έναν Καθηγητή Πανεπιστημίου με ειδίκευση στα οικονομικά, με τριετή θητεία. Καθήκοντα Προέδρου ασκεί ο αρχαιότερος των δικαστικών λειτουργών. Χρέη γραμματέα του Συμβουλίου εκτελεί υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών. Ο Πρόεδρος, τα μέλη και ο γραμματέας του Συμβουλίου ορίζονται με ισάριθμους αναπληρωτές.
13.  
    Το Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία εκδίδεται μέσα σε εξήντα ημέρες από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η αμοιβή του Προέδρου, των μελών και του γραμματέα καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226). Ειδικά, τα μέλη του Συμβουλίου που είναι δικαστικοί λειτουργοί, υποδεικνύονται με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.
14.  
    Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθορίζονται τα πειθαρχικά παραπτώματα των μελών του Δ.Σ., η πειθαρχική διαδικασία, το είδος των επιβαλλόμενων κυρώσεων, καθώς και κάθε σχετικό θέμα.
15.  
    Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, το Δ.Σ. που επιλέγεται σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών η οποία εκδίδεται έως 31.12.2015.
Ειδικά, το πρώτο Δ.Σ. που επελέγη σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδεται έως το τέλος Ιουλίου 2014.
Άρθρο 5 "Κανόνες επιλογής μελών Δ.Σ."
1.  
    Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Δ.Σ. είναι πρόσωπα εγνωσμένου κύρους, επιστημονικής κατάρτισης και επαγγελματικής εμπειρίας σε τομείς που έχουν σχέση με τις αρμοδιότητες του Δημοσιονομικού Συμβουλίου και ιδιαίτερα στους τομείς των οικονομικών ή των δημόσιων οικονομικών. Η διεθνής εμπειρία στους τομείς αυτούς λαμβάνεται επιπλέον υπόψη. Οι υποψήφιοι πρέπει να διαθέτουν: α) πτυχίο οικονομικών επιστημών Α.Ε.Ι. ή ισότιμο τίτλο σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής αντίστοιχης ειδικότητας, β) διδακτορικό τίτλο ελληνικού Α.Ε.Ι. ή αναγνωρισμένο ισότιμο της αλλοδαπής, που αποδεικνύει την επιστημονική εξειδίκευση σε συναφή προς το σκοπό του Δημοσιονομικού Συμβουλίου γνωστικά αντικείμενα, γ) επαγγελματική εμπειρία (σε συναφή προς το σκοπό του Δημοσιονομικού Συμβουλίου γνωστικά αντικείμενα) τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και δ) άριστη γνώση τουλάχιστον μιας ξένης γλώσσας.
2.  
    Αποκλείεται από τη θέση του Προέδρου ή μέλους του Δ.Σ. πρόσωπο αν εμπίπτει σε μια από τις ακόλουθες κατηγορίες:.
  1. έχει εκδοθεί σε βάρος του αμετάκλητη δικαστική απόφαση για αδίκημα που συνεπάγεται κώλυμα διορισμού σε θέση δημοσίου υπαλλήλου ή έκπτωση δημοσίου υπαλλήλου, σύμφωνα με τα άρθρα 5, 8, 9 και 149 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α΄ 26),.
  2. δεν προβεί στις απαιτούμενες γνωστοποιήσεις περί σύγκρουσης συμφερόντων κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 9,
  3. έχει πτωχεύσει,
  4. έχει αποκλεισθεί ή παυθεί από αρμόδια αρχή από την άσκηση ενός επαγγέλματος ή του έχει απαγορευθεί η ανάληψη θέσης διευθυντού ή στελέχους οιουδήποτε δημόσιου νομικού προσώπου, λόγω σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος,
  5. είναι σύζυγος ή συγγενής εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι δευτέρου βαθμού ή κατιών σε ευθεία γραμμή του Προέδρου ή άλλου μέλους του Δ.Σ., και.
  6. είναι προϊστάμενος του προσωπικού ή μέλος του προσωπικού του Δημοσιονομικού Συμβουλίου
3.  
    Δεν μπορεί να οριστεί Πρόεδρος ή μέλος του Δ.Σ. πρόσωπο, το οποίο είναι ή έχει διατελέσει μέλος της Βουλής των Ελλήνων, του Ευρωκοινοβουλίου, της Κυβέρνησης ή των εκτελεστικών οργάνων πολιτικού κόμματος. Εξαιρετικά, έως και δύο μέλη του Δ.Σ. μπορούν να διοριστούν από πρόσωπα που είχαν μία από τις ανωτέρω ιδιότητες εφόσον κατά το χρόνο διορισμού τους έχει παρέλθει τετραετία από τότε που απώλεσαν οποιαδήποτε από τις ανωτέρω ιδιότητες. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται κατά το διορισμό του πρώτου Δ.Σ.
4.  
    Η ιδιότητα του μέλους αναστέλλεται αν εκδοθεί αμετάκλητο παραπεμπτικό βούλευμα για αδίκημα που συνεπάγεται κώλυμα διορισμού σε θέση δημοσίου υπαλλήλου ή έκπτωση δημοσίου υπαλλήλου, σύμφωνα με τα άρθρα 8, 9 και 149 του ν. 3528/2007 και μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση.
Άρθρο 6 "Παύση και παραίτηση μελών του Δ.Σ."
1.  
    Μέλος του Δ.Σ., περιλαμβανομένου του Προέδρου, παύεται από το αξίωμά του με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, αν συντρέξει στο πρόσωπό του κάποια από τις περιπτώσεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 5.
2.  
    Μέλος του Δ.Σ., περιλαμβανομένου του Προέδρου, παύεται από το αξίωμά του με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, όταν εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις κάτωθι περιπτώσεις:.
  1. δεν είναι σε θέση να εκτελέσει τα καθήκοντα ενός τέτοιου αξιώματος λόγω σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας που διαρκεί για περισσότερους από τρεις συνεχόμενους μήνες, και
  2. αν δεν έχει εκπληρώσει τα καθήκοντά του για τρεις συνεχόμενους μήνες, χωρίς την άδεια του Δ.Σ.
3.  
    Το Υπουργικό Συμβούλιο λαμβάνει απόφαση παύσης του Προέδρου ή μέλους του Δ.Σ., βάσει των παραγράφων 1 και 2, μόνο μετά από προηγούμενη ακρόαση από την Επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου 4 και ομόφωνη κρίση αυτής ότι πληρούται ο λόγος παύσης του, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2.
4.  
    Ο Πρόεδρος ή μέλος του Δ.Σ. που έχει παυθεί από το αξίωμά του σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, δύναται να προσβάλει με προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την απόφαση περί παύσεώς του.
5.  
    Μέλος του Δ.Σ., συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου, που προτίθεται να παραιτηθεί από το αξίωμά του, ενημερώνει σχετικά το Υπουργικό Συμβούλιο και το Δ.Σ. τουλάχιστον τρεις μήνες πριν την παραίτησή του.
Άρθρο 7 "Ρυθμίσεις για τις συνεδριάσεις του Δ.Σ."
1.  
    Το Δ.Σ. συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά το μήνα στην έδρα του και οποτεδήποτε κληθεί προς τούτο από τον Πρόεδρό του ή κατόπιν αιτήματος δύο εκ των μελών του. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 9, το Δ.Σ. έχει απαρτία για να συνεδριάσει εφόσον παρίστανται ο Πρόεδρος και τρία μέλη. Κάθε μέλος, περιλαμβανόμενου του Προέδρου, διαθέτει μία ψήφο και οι αποφάσεις του Δ.Σ. λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας κατά τη συνεδρίαση, υπερισχύει η ψήφος του Πρόεδρου.
2.  
    Κατά την πρώτη συνεδρίαση, για την οποία απαιτείται πλήρης απαρτία, ορίζεται με απόφαση του Δ.Σ. το μέλος που αναπληρώνει τον Πρόεδρο κατά την απουσία του.
3.  
    Τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Δ.Σ. τηρούνται από υπάλληλο του Δημοσιονομικού Συμβουλίου και υπογράφονται από όλα τα συμμετέχοντα μέλη.
4.  
    Με εσωτερικό κανονισμό του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, που καταρτίζεται κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 4, προσδιορίζονται οι διαδικασίες συνεδριάσεων του Δ.Σ.
Άρθρο 8 "Ρυθμίσεις για το προσωπικό"
1.  
    Η υπηρεσία προσωπικού του Δημοσιονομικού Συμβουλίου λειτουργεί σε επίπεδο τμήματος. Επιτρέπεται η πλήρωση των θέσεων του προσωπικού με: α) διορισμό σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2190/1994, β) με μετάταξη ή απόσπαση μόνιμων ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. ή φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα όπως αυτός ορίζεται από το άρθρο 51 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101). Η μετάταξη και η απόσπαση διενεργούνται κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού χωρίς προηγούμενη γνώμη υπηρεσιακών συμβουλίων, οι δε μετατασσόμενοι και αποσπασμένοι οφείλουν να συγκεντρώνουν τα προσόντα αντίστοιχου διοριζόμενου. Το προσωπικό του Δημοσιονομικού Συμβουλίου υπάγεται στις διατάξεις του ν. 4024/2011. Οι μετατασσόμενοι κατατάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του ν. 4024/2011. Για τους μετατασσόμενους σε θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 4024/2011. Οι αποδοχές των μελών του προσωπικού που προέρχονται από απόσπαση δεν μπορεί να είναι χαμηλότερες από εκείνες που θα λάμβαναν στην οργανική τους θέση, τηρουμένων των σχετικών προϋποθέσεων.
2.  
    Για τη στελέχωση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου συνιστώνται κατ’ ανώτατο όριο είκοσι (20) θέσεις προσωπικού, εκ των οποίων οι εννέα (9) είναι θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού τουλάχιστον με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών σε κάποιον ή κάποιους εκ των τομέων της οικονομετρίας, των μακροοικονομικών, της δημοσιονομικής πολιτικής, των χρηματαγορών, των θεσμών ή της πολιτικής οικονομίας, οι πέντε (5) επιστημονικού προσωπικού κατηγορίας ΠΕ στους προαναφερόμενους γνωστικούς τομείς και οι έξι (6) θέσεις διοικητικού προσωπικού κατηγοριών ΠΕ ή ΤΕ
3.  
    Το ειδικό επιστημονικό προσωπικό προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2190/1994 (Α΄ 28). Η πλήρωση των θέσεων αυτών μπορεί να γίνει και με μετάταξη ή απόσπαση, κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ύστερα από γνώμη του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, καθορίζεται ο τρόπος, η διαδικασία και κάθε άλλο σχετικό με τη δημόσια ανακοίνωση και την υποβολή των υποψηφιοτήτων για όλες τις θέσεις προσωπικού του Δημοσιονομικού Συμβουλίου θέμα.
4.  
    Ο προϊστάμενος του προσωπικού προέρχεται από το ειδικό επιστημονικό προσωπικό, είναι εγνωσμένου κύρους και διαθέτει τουλάχιστον δεκαετή εμπειρία σε τομείς που έχουν σχέση με τις αρμοδιότητες του Δημοσιονομικού Συμβουλίου ή εξέχοντα ερευνητικά προσόντα στους εν λόγω τομείς. Ο προϊστάμενος του προσωπικού επικουρεί το Δ.Σ. στην εκπλήρωση των καθηκόντων του και έχει την ευθύνη της διαχείρισης των θεμάτων του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς του Δημοσιονομικού Συμβουλίου και τις λοιπές αποφάσεις του Δ.Σ.
5.  
    Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του προσωπικού του Δημοσιονομικού Συμβουλίου συγκροτείται με απόφαση του Προέδρου του από δύο (2) μέλη του Δ.Σ., τα οποία αναδεικνύονται μετά από κλήρωση, εκ των οποίων ένας ορίζεται Πρόεδρος, καθώς και από έναν (1) αιρετό εκπρόσωπο των υπαλλήλων.
6.  
    Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δημοσιονομικού Συμβουλίου συγκροτείται με απόφαση του Προέδρου του, από τον Πρόεδρο του Δ.Σ., και τα δύο (2) μέλη του Δ.Σ. τα οποία δεν μετέχουν στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο, καθώς και από δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων. Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. προεδρεύει του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλογικά οι ισχύουσες διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα για τα Υπηρεσιακά Συμβούλια και το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο.
Άρθρο 9 "Σύγκρουση συμφερόντων"
1.  
    Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Δ.Σ. πρέπει να παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Ιδιαίτερα οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια ή διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε λήψη απόφασης ή διατύπωση γνώμης ή πρότασης εφόσον: α) η ικανοποίηση προσωπικού συμφέροντός τους συνδέεται με την έκβαση της υπόθεσης ή β) είναι σύζυγοι ή συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, κατ΄ ευθεία μεν γραμμή απεριορίστως, εκ πλαγίου δε έως και τέταρτου βαθμού, με κάποιον από τους ενδιαφερομένους ή γ) έχουν ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερομένους.
2.  
    Ο Πρόεδρος και τα μέλη οφείλουν να υπογράψουν σύμφωνο εμπιστευτικότητας και δήλωση για τη μη ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων προτού αναλάβουν τα καθήκοντά τους
3.  
    Όταν οποιοδήποτε θέμα που άπτεται των ιδιωτικών ή προσωπικών συμφερόντων του Προέδρου ή άλλου μέλους του Δ.Σ. τεθεί ενώπιον του Δ.Σ., το μέλος αυτό υποχρεούται να προβεί σε δήλωση σχετικά με το λόγο που επιβάλλει την αποχή του κατά την έναρξη της συζήτησης, να μη συμμετάσχει στη συζήτηση και στη σχετική απόφαση και δεν προσμετράται για τον υπολογισμό απαρτίας. Σε περίπτωση κωλύματος συμμετοχής περισσότερων του ενός μελών λόγω σύγκρουσης συμφερόντων, το Δ.Σ. βρίσκεται σε απαρτία και αποφασίζει νόμιμα με τα λοιπά, μη κωλυόμενα, μέλη.
4.  
    Με απόφαση του Δ.Σ. καταρτίζεται Κώδικας Δεοντολογίας με τον οποίο καθορίζονται ειδικότερες λεπτομέρειες σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου για τη σύγκρουση συμφερόντων των μελών του Δ.Σ. και του προσωπικού. Η παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου και του Κώδικα Δεοντολογίας συνιστά σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα.
5.  
    Τα μέλη του Δ.Σ., συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου, δεν επιτρέπεται, για δύο (2) έτη μετά τη λήξη της θητείας τους, με οποιονδήποτε τρόπο, να παρέχουν υπηρεσία με έμμισθη εντολή ή με οποιαδήποτε έννομη σχέση, σε εταιρία ή επιχείρηση της ημεδαπής ή της αλλοδαπής ή σε υποκατάστημα ή σε θυγατρική αυτής, καθώς και σε κοινοπραξία εταιριών ή επιχειρήσεων, με αντικείμενο δραστηριότητας την καθ΄ οιοδήποτε τρόπο διενέργεια χρηματοπιστωτικών συναλλαγών σε αγορές συναλλάγματος, παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και κρατικών ομολόγων, καθώς και σε επενδυτικά ταμεία και εταιρίες διαχείρισης επενδυτικών κεφαλαίων. Τα μέλη του Δ.Σ., συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου, υποχρεούνται σε δήλωση και έλεγχο της περιουσιακής τους κατάστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3213/2003 (Α΄ 309), τόσο κατά τη διάρκεια της θητείας τους όσο και για (2) έτη μετά τη λήξη της θητείας τους, και υπάγονται σε κατά προτεραιότητα έλεγχο από τις φορολογικές αρχές. Σε μέλος του Συμβουλίου που παραβιάζει τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το τριακονταπλάσιο των συνολικών αποδοχών και αποζημιώσεων που έλαβε κατά τη διάρκεια της θητείας του, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών, μετά από εισήγηση της Επιτροπής της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου.
Άρθρο 10 "Απαγόρευση διαρροής εμπιστευτικών πληροφοριών"
1.  
    Για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου:
  1. Ως «εμπιστευτική πληροφορία» νοείται η πληροφορία που χαρακτηρίζεται ως εμπιστευτική από το Δημοσιονομικό Συμβούλιο ή, στην περίπτωση πληροφοριών που παρέχονται στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο από τρίτο πρόσωπο, ως «εμπιστευτική πληροφορία» νοείται εκείνη που χαρακτηρίζεται ως εμπιστευτική από το εν λόγω πρόσωπο
  2. Ως «σχετική έγκριση» νοείται, στην περίπτωση πληροφοριών που χαρακτηρίζονται ως εμπιστευτικές από το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, η έγκριση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, και στην περίπτωση πληροφορίας που χαρακτηρίζεται ως τέτοια από τρίτο άτομο, ως «σχετική έγκριση» νοείται η έγκριση από το εν λόγω άτομο
2.  
    Εν ενεργεία ή πρώην μέλη του Δ.Σ., περιλαμβανομένου του Προέδρου και του προσωπικού του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, δεν αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες που έλαβαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, χωρίς σχετική έγκριση ή αν δεν προβλέπεται από διάταξη νόμου.
3.  
    Η παράβαση της υποχρέωσης της προηγούμενης παραγράφου από τον Πρόεδρο ή μέλος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου που διατηρεί την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου συνιστά πειθαρχικό αδίκημα κατά τις διατάξεις της περίπτωσης η΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ
4.  
    Η παραβίαση των υποχρεώσεων της παραγράφου 2 από τον Πρόεδρο ή άλλο μέλος του Δ.Σ., από πρόσωπο στο οποίο το Δημοσιονομικό Συμβούλιο αναθέτει την εκπόνηση μελέτης για λογαριασμό του ή από τους προστηθέντες του αναδόχου, καθώς και από πρόσωπο που συμμετέχει σε ομάδα έργου την οποία έχει συστήσει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, εφόσον στη σχετική σύμβαση έχει περιληφθεί ρήτρα εμπιστευτικότητας, συνιστά το αδίκημα της παραγράφου 2 του άρθρου 252 ΠΚ. Η καταδίκη του Προέδρου ή άλλου μέλους του Δ.Σ. για το αδίκημα αυτό αποτελεί λόγο έκπτωσης του Προέδρου ή του μέλους από το Δ.Σ.
5.  
    Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η παροχή εμπιστευτικών πληροφοριών στους Υπουργούς, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, τους Γενικούς Διευθυντές Οικονομικών Υπηρεσιών, το Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τη Βουλή των Ελλήνων, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, το Ελεγκτικό Συνέδριο και την Ελληνική Στατιστική Αρχή
Άρθρο 11 "Παροχή πληροφοριών στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο"
1.  
    Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο δύναται να ζητήσει για την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε αναγκαία πληροφορία από οποιονδήποτε φορέα του δημοσίου τομέα ή άλλο πρόσωπο που τυγχάνει επιχορήγησης, δανείου ή εγγύησης από το Δημόσιο, ειδικά δε από εκείνους με τους οποίους έχει σταθερή ανταλλαγή πληροφοριών. Ο φορέας ή το άτομο οφείλουν να παράσχουν τις ανάλογες πληροφορίες στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο, όταν τους ζητηθεί. Με την επιφύλαξη ειδικών νόμων που καθιερώνουν υποχρέωση εχεμύθειας, όλες οι δημόσιες αρχές και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να παρέχουν πληροφορίες και να συνδράμουν το Δημοσιονομικό Συμβούλιο και τους εντεταλμένους υπαλλήλους του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
2.  
    Η άρνηση, δυστροπία ή καθυστέρηση παροχής των αιτούμενων κατά περίπτωση πληροφοριών ή η παροχή πληροφοριών ανακριβών ή ελλιπών συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα κατά την έννοια του άρθρου 107 του ν. 3528/2007.
3.  
    Όταν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν παρέχει τις αιτούμενες από το Δημοσιονομικό Συμβούλιο πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο δύναται να ανακοινώσει δημόσια τη μη παροχή αυτών
Άρθρο 12 "Σχέσεις με τη Βουλή και άλλες ρυθμιστικές αρχές"
1.  
    Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. ή, σε περίπτωση απουσίας του, ο αναπληρωτής του, σε εφαρμογή της παραγράφου 6 του άρθρου 2, μετά από αίτημα διαρκούς ή άλλης Επιτροπής της Βουλής ή κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, καταθέτει ενώπιον Επιτροπής της Βουλής σχετικά με θέματα που αφορούν στις αρμοδιότητες του Δημοσιονομικού Συμβουλίου.
2.  
    Η ποιότητα και η ακεραιότητα των λειτουργιών του Δημοσιονομικού Συμβουλίου υπόκεινται σε εξωτερική αξιολόγηση τουλάχιστον κάθε τέσσερα έτη από αντίστοιχο ανεξάρτητο φορέα κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από άλλο φορέα που κρίνεται κατάλληλος για τη λειτουργία αυτή. Η επιλογή του φορέα αξιολόγησης διενεργείται από την Επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου 4. Τα αποτελέσματα της εξωτερικής αξιολόγησης και οι σχετικές συστάσεις υποβάλλονται στη μόνιμη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής και αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Δημοσιονομικού Συμβουλίου και της Βουλής. Η εξωτερική αξιολόγηση δεν θίγει την αυτονομία του Δημοσιονομικού Συμβουλίου.
3.  
    Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο συνεργάζεται με τις ρυθμιστικές αρχές που ασκούν έλεγχο σε συγκεκριμένους τομείς της εθνικής οικονομίας και παρέχει τη συνδρομή του, εφόσον του ζητηθεί, στις εν λόγω αρχές, στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων του
Άρθρο 13 "Πόροι, προϋπολογισμός, έλεγχος και ετήσιες εκθέσεις"
1.  
    Ο προϋπολογισμός καταρτίζεται από το Δημοσιονομικό Συμβούλιο βάσει του εκτιμώμενου κόστους λειτουργίας του και σύμφωνα με τις αρχές των άρθρων 49 και 62 και τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και αναρτάται στην ιστοσελίδα του
2.  
    Οι πόροι του προϋπολογισμού του Δημοσιονομικού Συμβουλίου είναι:
  1. Έσοδα από επιχορηγήσεις του Κρατικού Προϋπολογισμού για κάλυψη των αποδοχών των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και του προσωπικού και των λειτουργικών του δαπανών.
  2. Το ποσό της επιχορήγησης που προβλέπεται στον Κρατικό Προϋπολογισμό και το ύψος της οποίας προσδιορίζεται βάσει της παραγράφου 1, διατίθεται σε τέσσερις ισόποσες δόσεις, στην αρχή κάθε τριμήνου.
  3. Έσοδα από κάθε άλλη νόμιμη αιτία
3.  
    Η οικονομική διαχείριση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου καθορίζεται από εσωτερικό κανονισμό που καταρτίζεται με απόφαση του Δ.Σ.
4.  
    Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο έχει υποχρέωση να τηρεί λογαριασμούς, λογιστικά βιβλία και στοιχεία σύμφωνα με το π.δ. της παραγράφου 2 του άρθρου 156 και, μέχρι την έκδοσή του, σύμφωνα με το π.δ. της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, καθώς και να εκδίδει καταστάσεις αποτελεσμάτων χρήσης και ισολογισμό. Οι λογαριασμοί και οι οικονομικές καταστάσεις του Δημοσιονομικού Συμβουλίου υπόκεινται στον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
5.  
    Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο υποβάλλει στη Βουλή, εντός έξι (6) μηνών από το τέλος κάθε οικονομικού έτους, ετήσια έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητές του κατά το οικείο έτος, μαζί με τις ελεγχθείσες οικονομικές καταστάσεις, και τα αναρτά στην ιστοσελίδα του

ΜΕΡΟΣ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ, ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ, ΚΑΝΟΝΕΣ, ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 14 "Ορισμοί [άρθρα 2 και 6(2) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, οι κάτωθι όροι έχουν την ακόλουθη έννοια:
  1. Δημόσιος τομέας:
  2. περιλαμβάνει τη Γενική Κυβέρνηση, τα εκτός αυτής νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), καθώς και τις εκτός αυτής δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς, κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2,3 και 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (Α΄314).
  3. Γενική Κυβέρνηση:
  4. περιλαμβάνει τρία υποσύνολα, εφεξής αποκαλούμενα υποτομείς:
  5. της Κεντρικής Κυβέρνησης, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), σύμφωνα με τους κανόνες και τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ).
  6. Οι φορείς εκτός Κεντρικής Διοίκησης, που περιλαμβάνονται στους υποτομείς της Γενικής Κυβέρνησης (εφεξής «λοιποί φορείς της Γενικής Κυβέρνησης»), προσδιορίζονται, ανά υποτομέα, από το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και αποτελούν ξεχωριστά νομικά πρόσωπα που εποπτεύονται από φορείς της Κεντρικής Διοίκησης ή από ΟΤΑ.
  7. Υποτομέας της Κεντρικής Κυβέρνησης:
  8. περιλαμβάνει την Κεντρική Διοίκηση και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που περιλαμβάνονται στη Γενική Κυβέρνηση και δεν ανήκουν στους υποτομείς των ΟΤΑ και των ΟΚΑ
  9. Υποτομέας ΟΤΑ:
  10. περιλαμβάνει:
  11. (αα) τους ΟΤΑ, οι οποίοι αποτελούνται από τους Δήμους (ΟΤΑ Α΄ βαθμού) και τις Περιφέρειες (ΟΤΑ Β΄ βαθμού) και (ββ) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που ανήκουν, ελέγχονται ή χρηματοδοτούνται από τους ΟΤΑ
  12. Υποτομέας ΟΚΑ:
  13. περιλαμβάνει Ασφαλιστικά Ταμεία, Οργανισμούς Απασχόλησης και Οργανισμούς Παροχής Υπηρεσιών Υγείας
  14. Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος:
  15. περιλαμβάνει την Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις Ανεξάρτητες Αρχές που δεν έχουν νομική προσωπικότητα.
  16. Για λόγους στατιστικής ταξινόμησης, η Βουλή των Ελλήνων περιλαμβάνεται και αυτή στην Κεντρική Διοίκηση, σύμφωνα με τον Κανονισμό της, ως προς τον προϋπολογισμό εξόδων και τον ισολογισμό-απολογισμό αυτής.
  17. Οι φορείς της Κεντρικής Διοίκησης και οι υποδιαιρέσεις τους σε ειδικούς φορείς είναι διοικητικές της μονάδες και μονάδες του προϋπολογισμού της, χωρίς αυτοτελή νομική προσωπικότητα.
  18. Κρατικός Προϋπολογισμός:
  19. ο προϋπολογισμός της Κεντρικής Διοίκησης που περιλαμβάνει τον Τακτικό Προϋπολογισμό και τον Προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων
  20. Ετήσιο διαρθρωτικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης:
  21. το έλλειμμα ή το πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης για το έτος, προσαρμοσμένο κυκλικά, χωρίς έκτακτα και προσωρινά μέτρα, εκφραζόμενο ως ποσοστό του ΑΕΠ σε τιμές αγοράς
  22. Ως «εξαιρετικές περιστάσεις», στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), νοούνται:
    • ένα ασυνήθιστο συμβάν, το οποίο:
    • ααα. είναι εκτός του ελέγχου της Κυβέρνησης, και βββ. έχει σημαντική επίπτωση στην οικονομική κατάσταση της Γενικής Κυβέρνησης ή.
    • μία περίοδος σοβαρής οικονομικής ύφεσης, όπως ορίζεται από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
    • Απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτραπεί, λόγω ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων, η απόκλιση από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή η απόκλιση από τον κανόνα της πορείας προσαρμογής ή η μη εφαρμογή ή η αναστολή ισχύος του σχεδίου διορθωτικών ενεργειών, όπως περιγράφονται στα επόμενα άρθρα, είναι να μην τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική βιωσιμότητα σε μεσοπρόθεσμη βάση.
  23. Ως «περίοδος εφαρμογής σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», στις οποίες συμπεριλαμβάνονται συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις, νοείται η περίοδος όπως αυτή προκύπτει από το άρθρο 5(1) του Κανονισμού (ΕΚ) 1466/1997, κατά την οποία δύνανται να επιτραπούν η απόκλιση από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή η απόκλιση από τον κανόνα της πορείας προσαρμογής ή η μη εφαρμογή ή η αναστολή ισχύος του σχεδίου διορθωτικών ενεργειών, όπως περιγράφονται στα επόμενα άρθρα, ύστερα από σχετική έγκριση του αρμόδιου οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπό τις εξής προϋποθέσεις:
  24. (αα) οι μεταρρυθμίσεις να έχουν άμεσες μακροπρόθεσμες θετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις, περιλαμβανομένης της αύξησης της δυνητικής βιώσιμης ανάπτυξης, και, κατά συνέπεια, επαληθεύσιμο αντίκτυπο στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, (ββ) ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος να επιτευχθεί εντός της χρονικής διάρκειας που καλύπτει το τρέχον πρόγραμμα σταθερότητας και (γγ) να μην υπάρξει σημαντική απόκλιση από τον Κανόνα Δημοσιονομικής Θέσης που αναφέρεται στο άρθρο 35 του παρόντος
  25. Μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος:
  26. ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της «Συνθήκης για τη σταθερότητα, το συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση», η οποία κυρώθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4063/2012 (Α΄ 71).
  27. «Πρωτόκολλο 12»:
  28. το Πρωτόκολλο αρ.12 περί υπερβολικού ελλείμματος που έχει προσαρτηθεί στις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  29. Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης:
  30. το Αναθεωρημένο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, όπως ορίζεται από το Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 1997 περί του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και τους Κανονισμούς ΕΕ και τις άλλες νομοθετικές πράξεις που προέκυψαν από το Πρωτόκολλο 12 στον τομέα των δημόσιων οικονομικών
  31. Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν:
  32. το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν όπως ορίζεται από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών (ΕΣΟΛ)
  33. Επικεφαλής φορέων της Γενικής Κυβέρνησης είναι:
  34. για μεν τους φορείς της Κεντρικής Διοίκησης που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, ο εκάστοτε ανώτατος ιεραρχικώς προϊστάμενος, για δε τους λοιπούς φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, που είναι εποπτευόμενοι σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση β΄ της παρούσας παραγράφου και έχουν νομική προσωπικότητα, το ανώτατο όργανο διοίκησης αυτών
2.  
    Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, οι όροι «χρέος της Γενικής Κυβέρνησης», «έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης» και «πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης» έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς στο άρθρο 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 479/2009 (ΕΕ L 145/1)
Άρθρο 15
1.  
    Συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις από τη διεθνή νομοθεσία Η Κυβέρνηση διασφαλίζει ότι η κατάρτιση, η εκτέλεση και η εφαρμογή της δημοσιονομικής πολιτικής και του Προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης εναρμονίζονται με τις ευρωπαϊκές και διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας
Άρθρο 16 "Οικονομικό έτος"
1.  
    Το οικονομικό έτος είναι η χρονική περίοδος που περιλαμβάνει τις διοικητικές πράξεις και τα γεγονότα, τα οποία σχετίζονται με την ταμειακή διαχείριση, τις απαιτήσεις, τις υποχρεώσεις και την κίνηση της περιουσίας όλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και αποτελεί την κύρια περίοδο που καλύπτουν οι λογιστικές καταστάσεις και λοιπές χρηματοοικονομικές αναφορές τους. Το οικονομικό έτος όλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ιδίου ημερολογιακού έτους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΟΡΓΑΝΩΝ
Άρθρο 17 "Θεσμικά Όργανα"
1.  
    Οι φορείς με αρμοδιότητες επί των δημοσίων οικονομικών είναι, ιδίως, οι ακόλουθοι: α. Η Βουλή των Ελλήνων β. Το Υπουργικό Συμβούλιο γ. Ο Υπουργός Οικονομικών δ. Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ε. Οι Υπουργοί και λοιποί επικεφαλής της Γενικής Κυβέρνησης στ. Ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας ζ. Οι προϊστάμενοι οικονομικών υπηρεσιών των Υπουργείων η. Οι προϊστάμενοι οικονομικών υπηρεσιών λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης θ. Το Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των Ο.Τ.Α. ι. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή ια. Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο ιβ. Ο Οργανισμός Διαχείρισης του Δημόσιου Χρέους ιγ. Το Ελεγκτικό Συνέδριο ιδ. Η Ελληνική Στατιστική Αρχή.
Άρθρο 18 "Βουλή των Ελλήνων"
1.  
    Στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, η Βουλή, περιλαμβανομένων των επιτροπών της, έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α. Συζητά και ψηφίζει το Μ.Π.Δ.Σ. και την επικαιροποίησή του. β. Συζητά και ψηφίζει τον ετήσιο Κρατικό Προϋπολογισμό και, εφόσον απαιτείται, το συμπληρωματικό προϋπολογισμό. γ. Συζητά και ψηφίζει τον απολογισμό του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού, τον Ισολογισμό και τις λοιπές χρηματοοικονομικές καταστάσεις της Κεντρικής Διοίκησης. δ. Παρακολουθεί τη διαχείριση των οικονομικών του Δημοσίου, ιδίως μέσω εκθέσεων που υποβάλλονται σε αυτήν. ε. Ψηφίζει το σχέδιο διορθωτικών ενεργειών του άρθρου 39, καθώς και την αναστολή ισχύος του όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις.
Άρθρο 19 "Υπουργικό Συμβούλιο"
1.  
    Στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, το Υπουργικό Συμβούλιο έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α. Εγκρίνει το Μ.Π.Δ.Σ., την επεξηγηματική του έκθεση και την επικαιροποίησή του, που υποβάλλονται στη Βουλή, ώστε να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς κανόνες για τη διαχείριση των οικονομικών του Δημοσίου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 33. β. Εγκρίνει το επικαιροποιημένο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο προβλέπεται στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. γ. Εγκρίνει τον ετήσιο και, εφόσον απαιτείται, το συμπληρωματικό Κρατικό Προϋπολογισμό που υποβάλλονται στη Βουλή, ώστε να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς κανόνες και με το εκάστοτε ισχύον Μ.Π.Δ.Σ. δ. Εγκρίνει τον απολογισμό του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού, τον ισολογισμό και τις λοιπές χρηματοοικονομικές καταστάσεις της Κεντρικής Διοίκησης που υποβάλλονται στη Βουλή. ε. Λαμβάνει γνώση του προγράμματος δανεισμού και διαχείρισης του δημοσίου χρέους, που καταρτίζεται από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (Ο.Δ.ΔΗ.Χ.), πριν εγκριθεί από τον Υπουργό Οικονομικών. στ. Εγκρίνει, το πρώτο τρίμηνο κάθε έτους, την απολογιστική έκθεση των πεπραγμένων του Ο.Δ.ΔΗ.Χ., με αναλυτικά στοιχεία του κόστους δανεισμού και της διάρθρωσης του δημοσίου χρέους, πριν από την υποβολή της στη Βουλή. ζ. Εγκρίνει το σχέδιο διορθωτικών ενεργειών του άρθρου 39, πριν από την υποβολή του στη Βουλή, και εγκρίνει την πρόταση του Υπουργού Οικονομικών περί αναστολής του ανωτέρω σχεδίου λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 40, πριν από την υποβολή της στη Βουλή.
Άρθρο 20
1.  
    Υπουργός Οικονομικών [άρθρα 4(6) και 14(3) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ] Στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, ο Υπουργός Οικονομικών είναι αρμόδιος για την άσκηση της γενικής διαχείρισης των οικονομικών της Κεντρικής Διοίκησης, για το γενικό συντονισμό και για την εποπτεία των οικονομικών των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. Ειδικότερα, ο Υπουργός Οικονομικών έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α. Παρέχει έγκαιρα στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις, επεξηγήσεις μεθοδολογίας, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που ζητείται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Μνημόνιο Συνεργασίας που συνάπτεται μεταξύ του Δημοσιονομικού Συμβουλίου και του Υπουργείου Οικονομικών, δυνάμει του άρθρου 3. β. Εκδίδει κανονιστικές αποφάσεις και οδηγίες για την εφαρμογή προτύπων και διαδικασιών που διέπουν τη δημοσιονομική διαχείριση. Μεταξύ άλλων, εκδίδει οδηγίες οι οποίες αφορούν κυρίως μεθοδολογικές και άλλες κατευθύνσεις, καθώς και το συντονισμό των ενεργειών, για την κατάρτιση του Κρατικού Προϋπολογισμού και του Μ.Π.Δ.Σ. γ. Υποβάλλει, μεταξύ άλλων, στο Υπουργικό Συμβούλιο τον ετήσιο και, εφόσον απαιτείται, το συμπληρωματικό Κρατικό Προϋπολογισμό, το Μ.Π.Δ.Σ. και την επικαιροποίησή του, τις εκθέσεις και τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους δ΄ και ε΄ του παρόντος άρθρου, καθώς και στην παράγραφο στ΄ του άρθρου 19, πριν την υποβολή τους στη Βουλή. δ. Υποβάλλει στη Βουλή, κάθε οικονομικό έτος, το Μ.Π.Δ.Σ. και την επεξηγηματική του έκθεση, καθώς και τυχόν επικαιροποιήσεις του. ε. Υποβάλλει στη Βουλή το προσχέδιο και το σχέδιο του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού, την εισηγητική του έκθεση, το σχέδιο του συμπληρωματικού Κρατικού Προϋπολογισμού, αν υπάρχει, καθώς και τον Απολογισμό του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού, τον Ισολογισμό και τις λοιπές χρηματοοικονομικές καταστάσεις της Κεντρικής Διοίκησης. στ. Εποπτεύει την εκτέλεση του προϋπολογισμού και την οικονομική διαχείριση δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών που υπάγονται στο Κεφάλαιο Α΄ του ν. 3429/2005 και δεν περιλαμβάνονται στο Μητρώο Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης της ΕΛ.ΣΤΑΤ. ζ. Εποπτεύει την εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού και μεριμνά για τη συμμόρφωση όλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης με τους δημοσιονομικούς κανόνες. η. Εντοπίζει, αναλύει και παρακολουθεί τους μακροοικονομικούς και δημοσιονομικούς κινδύνους οι οποίοι μπορεί να έχουν ουσιαστικές επιπτώσεις στη δημοσιονομική πορεία. θ. Υπογράφει με τους φορείς της Κεντρικής Διοίκησης μνημόνια συνεργασίας που περιλαμβάνουν τουλάχιστον τριμηνιαίους δημοσιονομικούς στόχους. ι. Ασκεί εποπτεία και έλεγχο στη δημοσιονομική διαχείριση, στη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, έλεγχο στη διαχείριση των εκτός Κρατικού Προϋπολογισμού φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, καθώς και στη διαχείριση των προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται ή επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από άλλους διεθνείς οργανισμούς σύμφωνα με τις διατάξεις που τα διέπουν. ια. Διαχειρίζεται τα διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου και εγκρίνει το άνοιγμα σε τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα λογαριασμών φορέων της Κεντρικής Διοίκησης, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου. ιβ. Συμπράττει υποχρεωτικά στην έκδοση κανονιστικών διοικητικών πράξεων που προκαλούν δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, του Προϋπολογισμού φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, καθώς και του προϋπολογισμού φορέων εκτός Γενικής Κυβέρνησης που επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. ιγ. Παρακολουθεί, αξιολογεί και εισηγείται αλλαγές στην είσπραξη φορολογικών και μη φορολογικών εσόδων από Υπουργεία και λοιπούς φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. ιδ. Καταρτίζει και υποβάλλει σχέδια νόμου στη Βουλή, συνάπτει και υποβάλλει προς κύρωση στη Βουλή διεθνείς συμφωνίες με άλλα κράτη σχετικά με φόρους, τελωνειακά τέλη, εισφορές, πρόστιμα και άλλες χρεώσεις που επιβάλλονται από Υπουργεία και λοιπούς φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. ιε. Υποβάλλει στο Υπουργικό Συμβούλιο και εγκρίνει το πρόγραμμα δανεισμού και διαχείρισης του Δημοσίου χρέους, το οποίο του εισηγείται ο Ο.Δ.ΔΗ.Χ., συνάπτει τις δανειακές συμβάσεις για λογαριασμό του Δημοσίου, περιλαμβανομένου του προσδιορισμού των κατάλληλων όρων και των προϋποθέσεων, εγκρίνει προτάσεις για την παροχή εγγυήσεων και την ανάληψη άλλων ενδεχόμενων υποχρεώσεων για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, καθώς και τα άρθρα 1 έως 12 του ν. 2628/1998 (Α΄151) και 5 έως 13 του ν. 3965/2011 (Α΄ 113) και μεριμνά για τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους. ιστ. Εγκρίνει το δανεισμό κάθε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, πλην των φορέων του υποτομέα των ΟΤΑ, ώστε να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς κανόνες, με το Μ.Π.Δ.Σ. και με τον προϋπολογισμό του οικείου φορέα. ιζ. Συγκεντρώνει τα στοιχεία που απαιτούνται για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του και τα οποία του παρέχονται υποχρεωτικά από οποιονδήποτε φορέα του Δημόσιου Τομέα, καθώς και από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που λαμβάνει επιχορηγήσεις, εγγυήσεις ή δάνεια από το Κράτος. ιη. Έχει την ευθύνη για την ορθότητα, την ακρίβεια και την πληρότητα των στοιχείων όλων των εγγράφων του προϋπολογισμού και των οικονομικών και απολογιστικών εκθέσεων της Γενικής Κυβέρνησης, από κοινού με τους συναρμόδιους Υπουργούς και τους επικεφαλής των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. ιθ. Αναρτά στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών μηνιαίες και τριμηνιαίες εκθέσεις σχετικά με την εκτέλεση των προϋπολογισμών του Κράτους και όλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. κ. Υποβάλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο τον απολογισμό του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού, τον ισολογισμό και τις λοιπές χρηματοοικονομικές καταστάσεις της Κεντρικής Διοίκησης. κα. Υποβάλλει για γνωμοδότηση στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου νομοσχέδια που ρυθμίζουν μείζονος σπουδαιότητας θέματα δημοσιονομικής διαχείρισης των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. κβ. Καταθέτει, το πρώτο τρίμηνο κάθε έτους, στη Βουλή, για ενημέρωση κατά το άρθρο 30 του παρόντος νόμου, την απολογιστική έκθεση που του υποβάλλει ο Ο.Δ.ΔΗ.Χ. κγ. Είναι αρμόδιος για τη διαμόρφωση και υποστήριξη των ελληνικών θέσεων κατά τη διαδικασία κατάρτισης, έγκρισης και εκτέλεσης του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και κατά την εξέταση από τα όργανα της Ένωσης θεμάτων δημοσιονομικού περιεχομένου. κδ. Υποβάλλει στη Βουλή το σχέδιο διορθωτικών ενεργειών του άρθρου 39, αφού έχει λάβει την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, και προτείνει την αναστολή του ανωτέρω σχεδίου λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 3 του άρθρου 40.
Άρθρο 21
1.  
    Γενικό Λογιστήριο του Κράτους [άρθρα 4(6), 13(1) και 14(3) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ] Στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους επικουρεί τον Υπουργό Οικονομικών στην εκτέλεση των καθηκόντων του με την άσκηση των ακόλουθων αρμοδιοτήτων: α. Καταρτίζει το Μ.Π.Δ.Σ. και την επεξηγηματική του έκθεση για κάθε οικονομικό έτος, καθώς και τις επικαιροποιήσεις του. β. Γνωστοποιεί, κάθε έτος, με εγκύκλιο, το χρονοδιάγραμμα κατάρτισης του προϋπολογισμού για το επόμενο οικονομικό έτος και παρέχει οδηγίες κατάρτισης σε όλα τα Υπουργεία και στους λοιπούς φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. γ. Καταρτίζει τον ετήσιο Κρατικό Προϋπολογισμό και την εισηγητική του έκθεση. δ. Παρέχει έγκαιρα, στον Υπουργό Οικονομικών, προκειμένου να διαβιβασθούν στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο δημοσιονομικές προβλέψεις, επεξηγήσεις μεθοδολογίας, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που ζητείται, και λαμβάνει υπόψη του γνώμες και συστάσεις που παρέχονται από αυτό. ε. Αξιολογεί τις επιπτώσεις από τις κύριες πηγές δημοσιονομικού κινδύνου στην επεξηγηματική έκθεση του Μ.Π.Δ.Σ. στ. Καταρτίζει, εφόσον απαιτείται, το συμπληρωματικό προϋπολογισμό. ζ. Καταρτίζει τον απολογισμό του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού, τον Ισολογισμό και τις λοιπές χρηματοοικονομικές καταστάσεις της Κεντρικής Διοίκησης. η. Παρακολουθεί και διαχειρίζεται, κατά το λόγο αρμοδιότητάς του, τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της Κεντρικής Διοίκησης, συντονίζει τις χρηματικές εκροές από τον κεντρικό λογαριασμό του Δημοσίου και προγραμματίζει την τήρηση των απαιτούμενων χρηματικών αποθεμάτων για την πληρωμή δαπανών του Κρατικού Προϋπολογισμού. Διοικεί και διαχειρίζεται το κεντρικό σύστημα πληρωμών, καθώς και το κεντρικό σύστημα ταμειακής διαχείρισης του Ελληνικού Δημοσίου και υποβάλλει προτάσεις στον Υπουργό Οικονομικών για την έγκριση ανοίγματος τραπεζικών λογαριασμών από φορείς της Κεντρικής Διοίκησης σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον παρόντα νόμο. θ. Παρακολουθεί την εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού και ασκεί έλεγχο στη δημοσιονομική διαχείριση. Σε περίπτωση μείωσης των δεσμευτικών ορίων ανά Υπουργείο λόγω επικαιροποίησης του Μ.Π.Δ.Σ., η οποία δεν έχει απεικονιστεί στον ετήσιο ή σε συμπληρωματικό Κρατικό Προϋπολογισμό, με ευθύνη του ΓΛΚ, αναπροσαρμόζονται αντίστοιχα τα ποσοστά διάθεσης των πιστώσεων. ι. Συντονίζει την κατάρτιση των προϋπολογισμών όλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, δίνει κατευθύνσεις, παρακολουθεί την εκτέλεσή τους και παρέχει οδηγίες σχετικά με τη μεθοδολογία για την ορθή εξαγωγή στατιστικών στοιχείων και αξιόπιστων δημοσιονομικών εκθέσεων, ενιαίων για όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. ια. Καταρτίζει έκθεση επί των εισαγομένων προς ψήφιση στη Βουλή νομοθετικών ρυθμίσεων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 75 του Συντάγματος. Παρακολουθεί την εφαρμογή των αρχών της δημοσιονομικής πρόβλεψης και αντιστάθμισης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2469/1997 (Α΄ 38). ιβ. Αναπτύσσει και διαχειρίζεται το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Δημοσιονομικής Πολιτικής για τη Γενική Κυβέρνηση. ιγ. Διαχειρίζεται το λογιστικό σύστημα της Γενικής Κυβέρνησης βάσει του προεδρικού διατάγματος που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 156 του παρόντος νόμου. ιδ. Ασκεί έλεγχο στην οικονομική διαχείριση των δημόσιων επιχειρήσεων και δημόσιων οργανισμών, των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ., που επιχορηγούνται ή χρηματοδοτούνται με οποιονδήποτε τρόπο από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή από τον προϋπολογισμό φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, την Ευρωπαϊκή Ένωση ή άλλους διεθνείς οργανισμούς ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2, 3, καθώς και δημόσιοι οργανισμοί κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, χωρίς να ισχύουν οι εξαιρέσεις του άρθρου 19 του ίδιου νόμου. Οι έλεγχοι πραγματοποιούνται στους ανωτέρω φορείς εφόσον εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 του ν. 3492/2006 (Α΄ 210) και διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. Για φορείς που δεν υπάγονται στο προηγούμενο εδάφιο, δύναται να διενεργηθεί έλεγχος βάσει των διατάξεων του ν. 3492/2006, ύστερα από εντολή του Υπουργού Οικονομικών ή του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης. ιε. Συγκεντρώνει στοιχεία και τυχόν διευκρινίσεις που απαιτούνται για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, τα οποία υποχρεωτικά παρέχονται από οποιονδήποτε φορέα του Δημόσιου Τομέα, συμπεριλαμβανομένης της ΕΛ.ΣΤΑΤ., καθώς και από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που λαμβάνει επιχορηγήσεις, εγγυήσεις ή δάνεια από το Κράτος, με την επιφύλαξη των στοιχείων που χαρακτηρίζονται ως εμπιστευτικά δυνάμει ειδικών νόμων. Αντίστοιχα, παρέχει στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. και στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο τα απαραίτητα στοιχεία για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, με την επιφύλαξη των στοιχείων που χαρακτηρίζονται ως εμπιστευτικά δυνάμει ειδικών νόμων. ιστ. Καταρτίζει μηνιαίες και τριμηνιαίες εκθέσεις σχετικά με την εκτέλεση των προϋπολογισμών της Κεντρικής Διοίκησης και των λοιπών Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. Υποβάλλει προτάσεις στον Υπουργό Οικονομικών για την επιβολή κυρώσεων, σύμφωνα με το έβδομο μέρος (άρθρα 171 έως 175), σε Υπουργεία, Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και σε άλλους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, για τη μη υποβολή στοιχείων. ιζ. Παρακολουθεί το ύψος των εκκρεμών υποχρεώσεων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και μεριμνά για την κατά το δυνατό μείωσή τους. ιη. Εξετάζει και αξιολογεί το συνολικό κόστος λειτουργίας των μονάδων και φορέων της Γενικής Κυβέρνησης σε σχέση με τη δραστηριότητά τους και το προσφερόμενο έργο. Η αρμοδιότητα αυτή ασκείται ανεξάρτητα από τυχόν συντρέχουσα σχετική αρμοδιότητα των οικείων φορέων. ιθ. Ενημερώνει το Ελεγκτικό Συνέδριο για τους φορείς εκείνους της Γενικής Κυβέρνησης που δεν συμμορφώνονται με τις δημοσιονομικές αρχές και κανόνες του παρόντος νόμου. κ. Ασκεί έλεγχο επί των δημόσιων δαπανών κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 και παρέχει οδηγίες για την ορθή εφαρμογή των δημοσιολογιστικών διατάξεων από όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.
Άρθρο 22
1.  
    Υπουργοί και Λοιποί Επικεφαλής Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης [άρθρο 13(2) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ] Στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, κάθε Υπουργός και κάθε επικεφαλής φορέα Γενικής Κυβέρνησης έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α. Διαχειρίζεται και εκτελεί τον προϋπολογισμό του Υπουργείου του ή του φορέα που προΐσταται ή διοικεί σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον πλαίσιο για τα δημόσια οικονομικά όπως αυτό καθορίζεται, ιδίως, από τον παρόντα νόμο, το Μ.Π.Δ.Σ., τον ετήσιο και τον ενδεχόμενο συμπληρωματικό Κρατικό Προϋπολογισμό, καθώς και κάθε άλλο νόμο, κανονιστική πράξη, οδηγία και απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, και, αν πρόκειται για φορέα, και του εποπτεύοντος Υπουργείου. β. Συμμετέχει στην προετοιμασία του Μ.Π.Δ.Σ. και της επεξηγηματικής του έκθεσης, με την κατάρτιση των δημοσιονομικών προβλέψεων σε σχέση με το Υπουργείο ή το φορέα που προΐσταται ή διοικεί, υποβάλλοντας τα απαιτούμενα στοιχεία στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, ύστερα από διαβούλευση με τον Υπουργό Οικονομικών. γ. Υποβάλλει προτάσεις για τους ετήσιους, συμπληρωματικούς ή αναθεωρημένους προϋπολογισμούς του Υπουργείου ή του φορέα που προΐσταται ή διοικεί και σε συμφωνία με τους δεσμευτικούς στόχους και τα όρια που ορίζονται από το Μ.Π.Δ.Σ. και τις επικαιροποιήσεις του. δ. Εκτελεί τον προϋπολογισμό του Υπουργείου ή του φορέα που προΐσταται ή διοικεί εντός των ορίων πιστώσεων που καθορίζονται στους ετήσιους, συμπληρωματικούς ή αναθεωρημένους προϋπολογισμούς, εντός των διαθεσίμων ορίων πιστώσεων που ορίζει ο Υπουργός Οικονομικών και με βάση τους συμφωνημένους μηνιαίους και τριμηνιαίους στόχους για την εκτέλεση του προϋπολογισμού. ε. Ανακατανέμει πιστώσεις του προϋπολογισμού του Υπουργείου ή του φορέα που προΐσταται ή διοικεί, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική διαχείριση του προϋπολογισμού και η συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς κανόνες και το εκάστοτε ισχύον Μ.Π.Δ.Σ. στ. Επιμελείται της είσπραξης των εσόδων του Υπουργείου ή του φορέα που προΐσταται ή διοικεί, εφόσον ο φορέας αυτός είναι εκτός της Κεντρικής Διοίκησης. ζ. Παρακολουθεί και καθοδηγεί τους εποπτευόμενους φορείς για την κατάρτιση των σχετικών προϋπολογισμών μέσα στα ανώτατα όρια του εκάστοτε ισχύοντος Μ.Π.Δ.Σ. και για την ορθή εκτέλεσή τους. η. Διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία και πόρους αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με τις δημοσιονομικές αρχές και διαδικασίες. θ. Εκπονεί και υποβάλλει εκθέσεις εκτέλεσης προϋπολογισμού του Υπουργείου του ή του φορέα που προΐσταται ή διοικεί και των εποπτευόμενων φορέων του, σύμφωνα με τις οδηγίες και εντός του χρονικού πλαισίου που θέτει το ΓΛΚ. ι. Εκπονεί και υποβάλλει χρηματοοικονομικές αναφορές του Υπουργείου του και των εποπτευόμενων φορέων του και εκθέσεις σύμφωνα με τις οδηγίες και εντός του χρονικού πλαισίου που θέτει το ΓΛΚ.
Άρθρο 23 "Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας"
1.  
    Στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας έχει την ευθύνη για τη χάραξη της πολιτικής δημοσίων επενδύσεων και συντονίζει και εποπτεύει την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Ειδικότερα, στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α. Συμμετέχει, μετά από διαβούλευση με τον Υπουργό Οικονομικών, στην κατάρτιση του Μ.Π.Δ.Σ. και της επεξηγηματικής του έκθεσης, με την κατάρτιση των δημοσιονομικών προβλέψεων σχετικά με τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων, με την υποβολή των απαιτούμενων στοιχείων στο ΓΛΚ. β. Υποβάλλει στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους σχέδιο για τον ετήσιο και, εφόσον απαιτείται, το συμπληρωματικό προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στον ετήσιο ή το συμπληρωματικό Κρατικό Προϋπολογισμό, εντός του πλαισίου των ετήσιων συνολικών ανώτατων ορίων πιστώσεων του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων σύμφωνα με το Μ.Π.Δ.Σ. γ. Παρακολουθεί την εκτέλεση του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων σε μηνιαία βάση. δ. Υποβάλλει αιτήματα για συγχρηματοδότηση έργων δημοσίων επενδύσεων από τα Ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ε. Κατανέμει τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων σε κάθε έργο του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων με την έκδοση αποφάσεων (Συλλογικών Αποφάσεων), σύμφωνα με το άρθρο 78, μετά από προτάσεις των Φορέων της Κεντρικής Διοίκησης που χρηματοδοτούν επενδυτικές δράσεις. στ. Κατανέμει τον Προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων περιφερειακού επιπέδου σε κάθε έργο του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων με την έκδοση αποφάσεων (Συλλογικών Αποφάσεων), μετά από προτάσεις των Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης (Περιφέρειες) που έχουν αρμοδιότητα να υποβάλλουν πρόταση για την υλοποίηση επενδυτικών δράσεων. ζ. Ασκεί εποπτεία και έλεγχο στη διαχείριση των προγραμμάτων για τα οποία παρέχει χρηματοδότηση ή επιχορήγηση από τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων. η. Εκδίδει κανονιστικές πράξεις και οδηγίες που απαιτούνται για την κατάρτιση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων. θ. Συμπράττει υποχρεωτικά στην έκδοση κανονιστικών πράξεων που αφορούν σε θέματα υλοποίησης του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. ι. Έχει την ευθύνη λειτουργίας του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και μεριμνά για τη διαλειτουργικότητά του με το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Δημοσιονομικής Πολιτικής και άλλα πληροφοριακά συστήματα. ια. Συγκεντρώνει τις απαραίτητες πληροφορίες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, από οποιονδήποτε φορέα, οργανισμό ή νομικό πρόσωπο, οι οποίοι υποχρεούνται στην παροχή αυτών.
Άρθρο 24 "Προϊστάμενοι οικονομικών υπηρεσιών Υπουργείων [άρθρα 13(1) και 13(2) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Σε κάθε Υπουργείο συνιστάται Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών (ΓΔΟΥ), η οποία υπάγεται στον Γενικό Γραμματέα του. Στη Γενική Διεύθυνση αυτή υπάγονται όλες οι υφιστάμενες οικονομικές οργανικές μονάδες και οι αρμοδιότητες οικονομικού ενδιαφέροντος του Υπουργείου και, εφόσον κριθεί σκόπιμο, ιδίως λόγω του περιορισμένου αντικειμένου της, και άλλες οργανικές μονάδες του Υπουργείου με υποστηρικτικό ιδίως χαρακτήρα. Σε περιπτώσεις Γενικών Διευθύνσεων οι οποίες περιλαμβάνουν και άλλες δομές, ο προϊστάμενος αυτών πρέπει να έχει τα προσόντα που απαιτούνται για τον Γενικό Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
2.  
    Οι προϊστάμενοι οικονομικών υπηρεσιών των Υπουργείων είναι οι επικεφαλής της ΓΔΟΥ των Υπουργείων και έχουν τις αρμοδιότητες που καθορίζονται από τον παρόντα νόμο και τη σχετική κείμενη νομοθεσία. Ο ορισμός και η αναπλήρωση των προϊσταμένων οικονομικών υπηρεσιών διέπονται από τις κείμενες διατάξεις, εφόσον από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν προβλέπεται διαφορετική διαδικασία. Οι προϊστάμενοι οικονομικών υπηρεσιών, με απόφασή τους, δύνανται να εξουσιοδοτούν ιεραρχικά υφιστάμενά τους όργανα, να διενεργούν με εντολή τους οποιαδήποτε πράξη για την εφαρμογή της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 4 και της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου. Για τους προϊσταμένους οικονομικών υπηρεσιών και τα από αυτούς εξουσιοδοτούμενα, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ιεραρχικά υφιστάμενά τους όργανα, ισχύουν οι απαγορεύσεις και τα ασυμβίβαστα που ισχύουν και για τους υπαλλήλους των ΥΔΕ.
3.  
    Κατ’ εξαίρεση των οριζόμενων στις παραγράφους 1 και 2, ειδικά στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και μέχρι τη συγκρότηση και έναρξη λειτουργίας της οικείας ΓΔΟΥ, τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες των παραγράφων 4 και 5 ασκεί ο Γενικός Διευθυντής Οικονομικού Σχεδιασμού και Υποστήριξης. Επίσης, κατ’ εξαίρεση των οριζόμενων στις παραγράφους 1 και 2, τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες των παραγράφων 4 και 5 ασκούν ο προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού και ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, Διοικητικής Υποστήριξης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, αντίστοιχα. Στα Υπουργεία Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και Ναυτιλίας και Αιγαίου, τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες των παραγράφων 4 και 5 δύνανται να ασκούνται και από Ανώτατους Αξιωματικούς των Σωμάτων, ενώ ειδικά στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας ασκούνται από Ανώτατους Αξιωματικούς του Οικονομικού Σώματος, οι οποίοι ορίζονται και τοποθετούνται σύμφωνα με τις κείμενες, γι’ αυτούς, διατάξεις. Οι Γενικοί Διευθυντές Εσωτερικής Λειτουργίας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων έχουν τις αρμοδιότητες, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των παραγράφων 4 και 5 και εφαρμόζονται αναλογικά για αυτούς οι παράγραφοι 6 και 7 του παρόντος άρθρου.
4.  
    Ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών είναι υπεύθυνος για τη διασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του Υπουργείου του και των εποπτευόμενων από αυτό φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και εποπτεύει τις διαδικασίες που αφορούν στον προϋπολογισμό και την ορθή λογιστική αποτύπωση των δραστηριοτήτων του Υπουργείου και των εποπτευόμενων φορέων του, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες του ΓΛΚ. Ειδικότερα μεριμνά για:.
  1. την παροχή έγκαιρων και αξιόπιστων πληροφοριών σχετικά με τον προϋπολογισμό του οικείου φορέα προς τον ιεραρχικά προϊστάμενο Γενικό Γραμματέα και τον Υπουργό, τον Υπουργό Οικονομικών και τη Βουλή,
  2. την πιστή τήρηση των ανωτάτων ορίων του προϋπολογισμού και του Μ.Π.Δ.Σ. του φορέα του, των ειδικών περί ανάληψης υποχρεώσεων διατάξεων και τη διενέργεια δαπανών μόνο εφόσον υπάρχει αντίστοιχη πίστωση στον οικείο προϋπολογισμό,.
  3. την παροχή υποστήριξης και την εισήγηση στον Υπουργό, με σκοπό τη βέλτιστη κατανομή των πόρων του Υπουργείου και των εποπτευόμενων φορέων,
  4. την τήρηση των υποχρεωτικών οδηγιών και εγκυκλίων που εκδίδει το ΓΛΚ,
  5. τη διαβίβαση στο ΓΛΚ αξιόπιστων δημοσιονομικών στοιχείων του Υπουργείου του, καθώς και των εποπτευόμενων από αυτό φορέων, σύμφωνα με τις κατ` εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου εκδιδόμενες κανονιστικές πράξεις και σχετικές εγκυκλίους,
  6. τη σύσταση και την εφαρμογή εσωτερικών δικλείδων στη δημοσιονομική διαχείριση του Υπουργείου του, αναφορικά τόσο με τις δαπάνες, όσο και με τα έσοδα
5.  
    Για την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στην παράγραφο 4, ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών του Υπουργείου έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
  1. Είναι υπεύθυνος για το συντονισμό της προετοιμασίας του Μ.Π.Δ.Σ. και του ετήσιου προϋπολογισμού του Υπουργείου του και των εποπτευόμενων από το Υπουργείο φορέων, σύμφωνα με τις οδηγίες που παρέχονται από το ΓΛΚ, και για την υποβολή των προβλέψεων στο ΓΛΚ, μετά από έγκριση από τον αρμόδιο Υπουργό.
  2. Συντάσσει τις εκθέσεις του φορέα του της παραγράφου 3 του άρθρου 45 και της παραγράφου 12 του άρθρου 54 και μεριμνά για τη σύνταξη των εκθέσεων αυτών από τους εποπτευόμενους φορείς του Υπουργείου του.
  3. Ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών, εφόσον κρίνει ότι το Μ.Π.Δ.Σ. ή ο ετήσιος προϋπολογισμός που υποβάλλει για το Υπουργείο του παραβιάζει τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης ή ότι τα προτεινόμενα ανώτατα όρια δαπανών δεν μπορούν να τηρηθούν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του προϋπολογισμού, υποβάλλει σημείωμα προς τον Υπουργό του και το ΓΛΚ, διατυπώνοντας τις απόψεις του.
  4. Σε κάθε περίπτωση, η κατάρτιση του Μ.Π.Δ.Σ. και του ετήσιου προϋπολογισμού του Υπουργείου του και των εποπτευόμενων από το Υπουργείο φορέων, γίνεται σύμφωνα με τις διαδικασίες των άρθρων 45, 54, 63 και 64.
  5. Οφείλει να διασφαλίζει ότι η ΓΔΟΥ καταρτίζει προβλέψεις για τις μηνιαίες ταμειακές ανάγκες και παρακολουθεί την εκτέλεση του προϋπολογισμού του Υπουργείου και των εποπτευόμενων φορέων σε μηνιαία βάση, σύμφωνα με τους στόχους που έχουν τεθεί από τα μνημόνια συνεργασίας με τον Υπουργό Οικονομικών
  6. Είναι υπεύθυνος να πραγματοποιεί όλες τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις και να διασφαλίζει ότι η ΓΔΟΥ τηρεί ορθά το μητρώο δεσμεύσεων που προβλέπεται στο π.δ. 113/2010 για το Υπουργείο και διαβιβάζει όλες τις σχετικές πληροφορίες για τις αναληφθείσες δεσμεύσεις στο Ελεγκτικό Συνέδριο και το ΓΛΚ.
  7. Εξασφαλίζει ότι η εκτέλεση των πολυετών δεσμεύσεων είναι σύμφωνη με την έγκριση της παραγράφου 1 του άρθρου 67.
  8. Επίσης, εξασφαλίζει ότι η ΓΔΟΥ διαθέτει τα απαραίτητα πληροφοριακά συστήματα για την επεξεργασία, την έγκριση και την παρακολούθηση όλων των δεσμεύσεων μέχρι την αποπληρωμή των σχετικών υποχρεώσεων.
  9. Ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών έχει την ευθύνη κατάρτισης μηνιαίων προγραμμάτων εκτέλεσης του προϋπολογισμού του Υπουργείου του (τακτικού και προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων), καθορισμού των τριμηνιαίων ανωτάτων ορίων δαπανών και της παρακολούθησης της μεταβολής των απλήρωτων υποχρεώσεων.
  10. Σε περίπτωση που κρίνει ότι συντρέχει κίνδυνος μη τήρησης του προϋπολογισμού και των ανώτατων ορίων δαπανών, ενημερώνει τον Υπουργό, τον Γενικό Γραμματέα και το ΓΛΚ, προτείνοντας τις απαραίτητες διορθωτικές παρεμβάσεις, περιλαμβανομένης και τυχόν ανακατανομής πιστώσεων.
  11. Παρακολουθεί τους στόχους και την εκτέλεση των προϋπολογισμών των εποπτευόμενων από το φορέα του νομικών προσώπων.
  12. Ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών διατυπώνει εισήγηση για κάθε σχέδιο νόμου, προεδρικού διατάγματος, υπουργικής απόφασης, πολιτικής ή προγράμματος που επισπεύδει ή πρότασης που διατυπώνει το Υπουργείο του, εφόσον έχει επίπτωση στο ΜΠΔΣ ή στον προϋπολογισμό του Υπουργείου ή των εποπτευόμενων φορέων.
  13. Η εν λόγω εισήγηση κοινοποιείται στον Υπουργό και τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου, καθώς και στο ΓΛΚ.
  14. Ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών οφείλει να εφαρμόζει τις κατευθυντήριες γραμμές οικονομικής διαχείρισης που καθορίζονται από το ΓΛΚ και εισηγείται υποχρεωτικές κατευθυντήριες γραμμές και οδηγίες σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση για θέματα του Υπουργείου του και των εποπτευόμενων φορέων, οι οποίες εγκρίνονται από τον Υπουργό.
  15. Σε περίπτωση επικαιροποίησης του Μ.Π.Δ.Σ., ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών οφείλει να εκδίδει προς τους εποπτευόμενους φορείς υποχρεωτικές κατευθυντήριες γραμμές και οδηγίες σχετικά με τις απαραίτητες προσαρμογές στη δημοσιονομική διαχείριση, για τις οποίες δεν απαιτείται έγκριση από τον Υπουργό, κατά τα ανωτέρω.
  16. Οι προϊστάμενοι των οικονομικών υπηρεσιών των φορέων της Κεντρικής Διοίκησης, για την εφαρμογή του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 77,αποστέλλουν στο Εθνικό Τυπογραφείο, μέχρι 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους, κατάλογο των φορέων που θα επιχορηγηθούν από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, κατά το αμέσως επόμενο οικονομικό έτος
6.  
  1. Δικαίωμα υποβολής αίτησης υποψηφιότητας για την πλήρωση θέσης προϊσταμένου ΓΔΟΥ Υπουργείου έχουν υπάλληλοι όλων των κλάδων κατηγορίας ΠΕ όλων των Υπουργείων.
  2. Ως προϊστάμενοι της ΓΔΟΥ επιλέγονται υπάλληλοι με πενταετή τουλάχιστον εμπειρία σε θέματα οικονομικής διαχείρισης ή διαχειριστικού ελέγχου.
  3. Αν δεν υπάρχουν υπάλληλοι με τις προϋποθέσεις αυτές, επιλέγονται υπάλληλοι με τετραετή τουλάχιστον εμπειρία στα ίδια θέματα.
  4. Με απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών καθορίζονται τα ειδικότερα προσόντα, καθώς και η βαρύτητα αυτών.
  5. Μέχρι την πλήρωση θέσης προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη περίπτωση, παράλληλα με τον Γενικό Γραμματέα που έχει οριστεί συνυπογράφουν οι Γενικοί ή Ειδικοί Γραμματείς που υπέγραφαν μέχρι τη δημοσίευση του ν. 3943/2011.
  6. Οι πράξεις που υπεγράφησαν μετά τη δημοσίευση του ν. 3943/2011 έως και την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης από τους Γενικούς ή Ειδικούς Γραμματείς που ήταν αρμόδιοι πριν από τη δημοσίευση της παρ. 12γ του άρθρου 49 του ν. 3943/2011, είναι νόμιμες.
7.  
    Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται κατόπιν πρότασης των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, είναι δυνατή, σε περίπτωση διάσπασης ή συγχώνευσης Υπουργείων, η σύσταση, συγχώνευση ή κατάργηση αντίστοιχου αριθμού ΓΔΟΥ και η ρύθμιση θεμάτων σχετικά με τις αρμοδιότητες, τη διάρθρωση, τη λειτουργία τους, ζητήματα μεταφοράς θέσεων και προσωπικού των μονάδων. Οι ως άνω αποφάσεις καλύπτουν περιπτώσεις όπου στις ΓΔΟΥ εντάσσονται και άλλες οργανικές μονάδες του Υπουργείου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή βάσει οποιασδήποτε άλλης εξουσιοδοτικής διάταξης.
8.  
    Όλες οι υπηρεσίες του Υπουργείου ή των εποπτευόμενων από αυτό φορέων οφείλουν να παρέχουν έγκαιρα στον προϊστάμενο οικονομικών υπηρεσιών του Υπουργείου όλες τις πληροφορίες και τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του
Άρθρο 25 "Προϊστάμενοι οικονομικών υπηρεσιών λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης [άρθρο 13(2) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Στους λοιπούς, πλην Κεντρικής Διοίκησης, φορείς της Γενικής Κυβέρνησης οι αρμοδιότητες του παρόντος άρθρου ασκούνται από τον, σύμφωνα με τον οικείο Οργανισμό, προϊστάμενο οικονομικών υπηρεσιών. Ο ορισμός και η αναπλήρωσή τους διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν για τον οικείο φορέα και, εάν υπάρχει, από το καταστατικό του φορέα, εφόσον από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν προβλέπεται διαφορετική διαδικασία. Οι προϊστάμενοι οικονομικών υπηρεσιών, με απόφασή τους δύνανται να εξουσιοδοτούν ιεραρχικά υφιστάμενά τους όργανα, να διενεργούν με εντολή τους οποιαδήποτε πράξη για την εφαρμογή της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 και της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 3. Για τους προϊσταμένους οικονομικών υπηρεσιών και τα από αυτούς εξουσιοδοτούμενα, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ιεραρχικά υφιστάμενά τους όργανα, ισχύουν οι απαγορεύσεις και τα ασυμβίβαστα που ισχύουν και για τους υπαλλήλους των ΥΔΕ.
2.  
    Ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών είναι υπεύθυνος για τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του φορέα και εποπτεύει την ομαλή λειτουργία των οικονομικών υπηρεσιών, την κατάρτιση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού και τη λογιστική αποτύπωση των δραστηριοτήτων του φορέα, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, τη σχετική κείμενη νομοθεσία και τις οδηγίες του ΓΛΚ. Ειδικότερα, μεριμνά για:.
  1. Την παροχή έγκαιρων και αξιόπιστων στοιχείων για τον προϋπολογισμό του φορέα, στο εποπτεύον Υπουργείο, στο ΓΛΚ και στον Υπουργό Οικονομικών
  2. Την πιστή τήρηση των στόχων ισοζυγίου, των ανωτάτων ορίων του προϋπολογισμού και του Μ.Π.Δ.Σ. του φορέα του, καθώς και την ανάληψη υποχρεώσεων από το φορέα αυτό, ώστε να διενεργούνται δαπάνες μόνο εφόσον υπάρχει αντίστοιχη πίστωση στον οικείο προϋπολογισμό.
  3. Την παροχή υποστήριξης και την εισήγηση στο ανώτατο όργανο διοίκησης του φορέα, με σκοπό τη βέλτιστη κατανομή των πόρων του φορέα και των τυχόν εποπτευόμενων φορέων
  4. Τη συμμόρφωση με τις υποχρεωτικές οδηγίες και εγκυκλίους που εκδίδει το Υπουργείο Οικονομικών και το ΓΛΚ
  5. Την είσπραξη των εσόδων του φορέα
  6. Τη σύσταση και την εφαρμογή εσωτερικών δικλείδων στη δημοσιονομική διαχείριση, αναφορικά τόσο με τις δαπάνες όσο και με τα έσοδα
3.  
    Για την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στην παράγραφο 2, ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
  1. Είναι υπεύθυνος για το συντονισμό της προετοιμασίας του Μ.Π.Δ.Σ. και του ετήσιου προϋπολογισμού του φορέα, ακολουθώντας τις οδηγίες που παρέχονται από το ΓΛΚ και το εποπτεύον Υπουργείο, και για τη διαβίβαση των προβλέψεων στον προϊστάμενο οικονομικών υπηρεσιών του εποπτεύοντος Υπουργείου, μετά την έγκρισή τους από το όργανο διοίκησης του φορέα.
  2. Συντάσσει τις εκθέσεις του φορέα του της παραγράφου 3 του άρθρου 45 και της παραγράφου 12 του άρθρου 54.
  3. Ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών, αν θεωρήσει κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του προϋπολογισμού ότι δεν μπορεί να τηρηθεί το εκάστοτε ισχύον Μ.Π.Δ.Σ. ή ο ετήσιος προϋπολογισμός του φορέα, ενημερώνει το όργανο διοίκησης του φορέα, τον προϊστάμενο οικονομικών υπηρεσιών και τον Γενικό Γραμματέα του εποπτεύοντος Υπουργείου και το ΓΛΚ.
  4. Στη συνέχεια, ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών του εποπτεύοντος Υπουργείου εξετάζει από κοινού με τους ανωτέρω τη δυνατότητα ανάληψης διορθωτικών δράσεων.
  5. Καταρτίζει προβλέψεις για τις μηνιαίες ταμειακές ανάγκες και παρακολουθεί την εκτέλεση του προϋπολογισμού του φορέα σε μηνιαία βάση.
  6. Αν διαπιστώσει αποκλίσεις στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, ενημερώνει το όργανο διοίκησης του φορέα, τον προϊστάμενο οικονομικών υπηρεσιών και τον Γενικό Γραμματέα του εποπτεύοντος Υπουργείου, κάνοντας προτάσεις για διορθωτικές ενέργειες, στις οποίες περιλαμβάνεται η πιθανή ανακατανομή πιστώσεων.
  7. Είναι υπεύθυνος για τη διενέργεια όλων των δημοσιονομικών δεσμεύσεων, για τη διασφάλιση της ορθής τήρησης του Μητρώου Δεσμεύσεων και για τη διαβίβαση σε μηνιαία βάση όλων των απαραίτητων στοιχείων για τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται στον προϊστάμενο οικονομικών υπηρεσιών του εποπτεύοντος φορέα.
  8. Επίσης, εξασφαλίζει ότι η εκτέλεση των πολυετών δεσμεύσεων είναι σύμφωνη με την έγκριση της παραγράφου 1 του άρθρου 67, καθώς και ότι ο φορέας του διαθέτει τα απαραίτητα πληροφοριακά συστήματα για την επεξεργασία, την έγκριση και την παρακολούθηση όλων των δεσμεύσεων μέχρι την αποπληρωμή των σχετικών υποχρεώσεων.
  9. Όλες οι υπηρεσίες του φορέα υποχρεούνται να παρέχουν έγκαιρα στον προϊστάμενο οικονομικών υπηρεσιών του φορέα όλες τις πληροφορίες και τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του
  10. Ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών υποχρεούται να εφαρμόζει τις οδηγίες οικονομικής διαχείρισης που εκδίδονται από το ΓΛΚ και το εποπτεύον Υπουργείο και μπορεί να εισηγείται την εξειδίκευσή τους
4.  
    Σε περίπτωση που ο φορέας του προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών του παρόντος άρθρου, εποπτεύει άλλους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, έχει κατ’ αναλογία, ως προς τους φορείς αυτούς, τις αρμοδιότητες, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχουν και οι Γενικοί Διευθυντές Οικονομικών Υπηρεσιών των Υπουργείων για τους εποπτευόμενους από αυτά φορείς
Άρθρο 26 "Υποχρεώσεις των προϊσταμένων οικονομικών υπηρεσιών Υπουργείων και λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης"
1.  
    Ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών οφείλει να αρνηθεί την εκτέλεση εντολής, από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή, αν έχει ως αποτέλεσμα την ανάληψη υποχρέωσης ή εκτέλεσης δαπάνης που υπερβαίνει τα όρια του προϋπολογισμού και των ποσοστών διάθεσης ή του Μ.Π.Δ.Σ., ενημερώνοντας εγγράφως την εν λόγω αρχή. Αν η αρμόδια αρχή επιμείνει στην εκτέλεση της εντολής της, οφείλει να επαναλάβει εγγράφως την αντίρρησή του, με ταυτόχρονη κοινοποίησή της στο ΓΛΚ και στο Ελεγκτικό Συνέδριο και να εκτελέσει την εντολή. Στην περίπτωση αυτή, την ευθύνη ως προς τη νομιμότητα της ενέργειας φέρει πλέον ο εντολέας και δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 6.
2.  
    Αν το όργανο διοίκησης φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, που έχει νομική προσωπικότητα, λάβει απόφαση που δεν τηρεί την ισχύουσα νομοθεσία ή είναι αντίθετη στην οικονομική πολιτική που ακολουθείται και στις οδηγίες του εποπτεύοντος Υπουργού και οδηγεί σε παραβίαση των δημοσιονομικών κανόνων ή των στόχων ισοζυγίου ή των ανώτατων ορίων δαπανών του Μ.Π.Δ.Σ. ή του προϋπολογισμού του φορέα, ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών του εποπτεύοντος Υπουργείου, καθώς και ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών του φορέα, οφείλουν, αμέσως μόλις λάβουν γνώση, να ενημερώσουν εγγράφως τον αρμόδιο Υπουργό και το ΓΛΚ.
3.  
    Ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών Υπουργείου ή άλλου φορέα Γενικής Κυβέρνησης πρέπει να παρέχει εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του
4.  
    Ιδιαίτερα οφείλει να απέχει από κάθε ενέργεια ή διαδικασία εφόσον: α) η ικανοποίηση προσωπικού συμφέροντός του συνδέεται με την έκβαση της υπόθεσης ή β) είναι σύζυγος ή συγγενής εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, κατ’ ευθεία μεν γραμμή απεριορίστως, εκ πλαγίου δε έως και τέταρτου βαθμού, με κάποιον από τους ενδιαφερομένους ή γ) έχει ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερομένους
5.  
    Όταν για οποιοδήποτε θέμα που άπτεται των ιδιωτικών ή προσωπικών συμφερόντων ενός προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών Υπουργείου ή φορέα Γενικής Κυβέρνησης απαιτείται η έγκρισή του, αυτός υποχρεούται να προβεί σε σχετική δήλωση στον Υπουργό ή στον επικεφαλής του φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, και να μην χορηγήσει την έγκριση. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση σχετικά με τη χορήγηση της έγκρισης λαμβάνεται από τον αναπληρωτή του προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών.
6.  
    Η παράβαση των οριζομένων στις παραγράφους 1, 2, 3 και 5, από τον προϊστάμενο των οικονομικών υπηρεσιών συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με το άρθρο 106 του ν. 3528/2007 και επισύρει την πειθαρχική ποινή της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 109 του ίδιου νόμου. Οι διατάξεις του άρθρου 104 του ν. 3528/2007, σχετικά με τη δυνητική θέση σε αργία, εφαρμόζονται και στην προκειμένη περίπτωση, ο δε αρμόδιος Υπουργός ή ο επικεφαλής του φορέα αναστέλλει υποχρεωτικά την άσκηση των καθηκόντων του προϊσταμένου, εφαρμοζόμενης κατά τα λοιπά της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου. Επίσης, ο προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών υπέχει αστική ευθύνη και για κάθε ζημία που προξένησε στον οικείο φορέα από δόλο ή βαριά αμέλεια.
Άρθρο 27
1.  
    Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των Ο.Τ.Α. [άρθρο 13(2) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ] Στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, το Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των ΟΤΑ είναι αρμόδιο για την αξιολόγηση και τη διατύπωση γνώμης επί των σχεδίων των προϋπολογισμών, τη συνεχή παρακολούθηση και τη διασφάλιση της ορθής εκτέλεσης σε μηνιαία βάση του προϋπολογισμού των φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και τη συμμόρφωσή τους με τους δημοσιονομικούς κανόνες, τους στόχους και τα όρια των πιστώσεων, σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον Μ.Π.Δ.Σ. και το Ολοκληρωμένο Πλαίσιο Δράσης.
Άρθρο 28 "Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή"
1.  
    Στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή έχει συμβουλευτικό ρόλο και υποστηρίζει επιστημονικά τον Πρόεδρο της Βουλής και τους Προέδρους της Ειδικής Διαρκούς Επιτροπής του Απολογισμού και του Γενικού Ισολογισμού του Κράτους και Ελέγχου της Εκτέλεσης του Προϋπολογισμού του Κράτους, καθώς και της Διαρκούς Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής. Η υποστήριξη που παρέχει αφορά την παρακολούθηση της εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού, την παρακολούθηση της εφαρμογής των δημοσιονομικών πολιτικών και μεταρρυθμίσεων που ψηφίζονται από τη Βουλή των Ελλήνων, την ανάλυση και αξιολόγηση των στοιχείων του προϋπολογισμού, των προβλέψεων για τα δημόσια έσοδα και δαπάνες και τη διατηρησιμότητα των μακροχρόνιων δημοσιονομικών μεγεθών. Το Γραφείο λειτουργεί σύμφωνα με το άρθρο 30Α του Κανονισμού της Βουλής (Α΄ 51) και τον κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενο Ειδικό Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Οργάνωσης του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.
2.  
    Το Υπουργείο Οικονομικών, τα λοιπά Υπουργεία, οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και οι λοιποί φορείς της Γενικής Κυβέρνησης υποχρεούνται να παρέχουν στο Γραφείο κάθε πληροφορία που εκείνο κρίνει αναγκαία για την επιτέλεση του έργου του
Άρθρο 29 "Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο"
1.  
    Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο είναι ανεξάρτητη διοικητική αρχή και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 2 έως 13 του παρόντος νόμου
Άρθρο 30 "Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους"
1.  
    Στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (Ο.Δ.ΔΗ.Χ.) έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:.
  1. Καταρτίζει το πρόγραμμα δανεισμού και διαχείρισης του δημοσίου χρέους, το οποίο υποβάλλεται για έγκριση στον Υπουργό Οικονομικών
  2. Αναλαμβάνει, ως εντολοδόχος και για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, την εκτέλεση του εγκεκριμένου δανειακού προγράμματος, με τη σύναψη δανείων και την έκδοση τίτλων
  3. Συμμετέχει στην κατάρτιση του Μ.Π.Δ.Σ. με την παροχή στο ΓΛΚ των στοιχείων του δημοσίου χρέους.
  4. Καταρτίζει τον ετήσιο προϋπολογισμό του δημοσίου χρέους και το σχετικό με το δημόσιο χρέος κεφάλαιο της εισηγητικής έκθεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού
  5. Εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος
  6. Σχεδιάζει, σε συνεννόηση με την αρμόδια Διεύθυνση του ΓΛΚ, με βάση τις προδιαγραφές του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Δημοσιονομικής Πολιτικής, τη διαδικασία για την ορθή ενημέρωση των κωδικών του προϋπολογισμού και των λογαριασμών λογιστικής που αφορούν το δημόσιο χρέος
  7. Υπολογίζει και διενεργεί τις απαραίτητες προσαρμογές στα στοιχεία του δημοσίου χρέους, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών
  8. Συντάσσει εκθέσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών, σε τριμηνιαία βάση ή όποτε του ζητηθεί, για την εξέλιξη του δημοσίου χρέους και υποβάλλει προτάσεις σχετικά με την πολιτική διαχείρισης του δημοσίου χρέους
  9. Συντάσσει και υποβάλλει στον Υπουργό Οικονομικών και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το πρώτο τρίμηνο κάθε έτους, απολογιστική έκθεση των πεπραγμένων, με αναλυτικά στοιχεία του κόστους δανεισμού, και της διάρθρωσης του δημοσίου χρέους, καθώς και επαρκώς αιτιολογημένη αναφορά για την περίπτωση υπέρβασης του ανώτατου ορίου του καθαρού δανεισμού
  10. Υποβάλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο, κατόπιν σχετικού αιτήματος, αναλυτικά στοιχεία, συνοδευόμενα από τα απαραίτητα δικαιολογητικά για το δημόσιο χρέος, τη διαχείριση ταμειακών διαθεσίμων του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και των διαχειριστικών πράξεων παραγώγων και λοιπών χρηματοοικονομικών προϊόντων
  11. Διαχείριση των ταμειακών διαθεσίμων του Ελληνικού Δημοσίου
2.  
    Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ανατίθενται στον Ο.Δ.ΔΗ.Χ. και οι ακόλουθες αρμοδιότητες:.
  1. Παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών για τη σύναψη δανείων των οργανισμών και φορέων του δημόσιου τομέα και για τη δανειοδότηση με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου των δημοσίων επιχειρήσεων
  2. Σύναψη και παρακολούθηση διαχειριστικών πράξεων παραγώγων και λοιπών χρηματοοικονομικών προϊόντων
  3. Παρακολούθηση και στήριξη της δευτερογενούς αγοράς ομολόγων
Άρθρο 31 "Ελεγκτικό Συνέδριο"
1.  
    Στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, το Ελεγκτικό Συνέδριο, ως Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο της χώρας: α. Ασκεί: αα. έλεγχο των δαπανών του Κράτους, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων που με ειδική διάταξη νόμου υπάγονται κάθε φορά στον έλεγχο αυτόν, ββ. έλεγχο νομιμότητας στις διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών μεγάλης οικονομικής αξίας, που συνάπτει το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο που εξομοιώνεται με αυτό, γγ. κατασταλτικό έλεγχο σε όλους τους λογαριασμούς ή απολογισμούς των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, στον εκτός Κρατικού Προϋπολογισμού «Ειδικό Λογαριασμό Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων», καθώς και κάθε φορέα που έλαβε καθ’ οιονδήποτε τρόπο χρηματοδότηση ή επιχορήγηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. β. Συντάσσει και υποβάλλει έκθεση προς τη Βουλή για τον Απολογισμό και τον Ισολογισμό του Κράτους κατά το άρθρο 79 παρ. 7 του Συντάγματος. γ. Εκδικάζει ένδικα βοηθήματα και μέσα κατά πράξεων που εκδίδονται κατά τον έλεγχο των λογαριασμών των ως άνω φορέων. Το Ελεγκτικό Συνέδριο διενεργεί και τον προβλεπόμενο από την παρ. 6 του άρθρου 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 473/2013 έλεγχο των λογαριασμών του Κράτους και όλων των υποτομέων της Γενικής Κυβέρνησης.
Άρθρο 32 "Ελληνική Στατιστική Αρχή"
1.  
    Η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) έχει τις αρμοδιότητες που ορίζονται στο άρθρο 11 του ν. 3832/2010 (Α΄ 38) με σκοπό τη συστηματική κατάρτιση επίσημων στατιστικών, περιλαμβανομένων των στατιστικών σε δημοσιονομικούς τομείς, καθώς και τη διενέργεια των σχετικών ερευνών και την εκπόνηση μελετών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ – ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ
Άρθρο 33
1.  
    Γενικές αρχές για τη διαχείριση των οικονομικών του Δημοσίου Η διαχείριση των οικονομικών της Γενικής Κυβέρνησης διέπεται από τις ακόλουθες αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης: α. Αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, η διαχείριση της περιουσίας και των υποχρεώσεων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, που περιλαμβάνει τους φυσικούς πόρους και τους δημοσιονομικούς κινδύνους της χώρας, πρέπει να διενεργείται με σύνεση και με γνώμονα την εξασφάλιση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας. Ειδικότερα, η αρχή αυτή εξειδικεύεται: αα. στην αρχή της οικονομικότητας, σύμφωνα με την οποία τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση των κυβερνητικών πολιτικών πρέπει να διατίθενται έγκαιρα, στην ενδεδειγμένη ποιότητα και ποσότητα, με την ελάχιστη δημοσιονομική επιβάρυνση και με τη χρήση των αναγκαίων μόνο διοικητικών πόρων, ββ. στην αρχή της αποδοτικότητας, σύμφωνα με την οποία πρέπει να τηρείται η βέλτιστη δυνατή σχέση μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και των επιτυγχανόμενων αποτελεσμάτων και γγ. στην αρχή της αποτελεσματικότητας, σύμφωνα με την οποία ελέγχεται η επίτευξη των συγκεκριμένων αντικειμενικών στόχων και των αποτελεσμάτων που έχουν εκ των προτέρων οριστεί. β. Αρχή της υπευθυνότητας και της λογοδοσίας. Σύμφωνα με την αρχή της υπευθυνότητας και της λογοδοσίας, η Κυβέρνηση είναι υπεύθυνη και λογοδοτεί στη Βουλή για τη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών της Γενικής Κυβέρνησης. Όλοι οι υπάλληλοι και οι λειτουργοί που συμμετέχουν στη δημόσια διαχείριση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, ασκούν τις αρμοδιότητές τους, με σκοπό τη διασφάλιση της σταθερότητας και της βιωσιμότητας των οικονομικών της Γενικής Κυβέρνησης. γ. Αρχή της διαφάνειας. Σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, όλοι οι λειτουργοί και οι φορείς που διαχειρίζονται πόρους της Γενικής Κυβέρνησης έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν την έγκαιρη πληροφόρηση, οικονομικής ή άλλης φύσης, που σχετίζεται με τη διαχείριση της δημοσιονομικής πολιτικής, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αποτελεσματικός δημόσιος έλεγχος της άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής και της οικονομικής κατάστασης του Δημοσίου, εκτός και αν η δημοσιοποίηση των πληροφοριών θα έβλαπτε ουσιωδώς την εθνική ασφάλεια, άμυνα ή τις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας. δ. Αρχή της ειλικρίνειας. Σύμφωνα με την αρχή της ειλικρίνειας, κάθε οικονομική και δημοσιονομική πρόβλεψη που παρέχεται σε οποιαδήποτε έγγραφα ή εκθέσεις που καταρτίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, πρέπει να στηρίζεται, στο βαθμό που είναι ευλόγως και πρακτικώς δυνατό, σε πραγματικά στοιχεία, σε αποφάσεις που έχει ήδη ανακοινώσει η Κυβέρνηση, σε άλλες προβλέψεις ή εκτιμήσεις που θεωρούνται εύλογες, καθώς και να έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα ενδεχόμενα και οι κίνδυνοι που δύνανται να έχουν σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις.
Άρθρο 34 "Γενικές αρχές δημοσιονομικού σχεδιασμού [άρθρα 5 και 7 Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Για τη διατήρηση και την ενίσχυση της δημοσιονομικής σταθερότητας, εισάγονται γενικές αρχές που διέπουν το δημοσιονομικό σχεδιασμό σε πολυετή ορίζοντα, σε συμμόρφωση με τους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους και άλλους δημοσιονομικούς κανόνες που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο. Οι αρχές αυτές αφορούν:.
  1. Τον έλεγχο της εξέλιξης του δημόσιου χρέους σύμφωνα με τις τιμές αναφοράς που καθορίζονται από τη Συνθήκη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ») και με τους σχετικούς δημοσιονομικούς κανόνες που ορίζονται στα άρθρα 3 και 4 του Τίτλου ΙΙΙ της Συνθήκης για τη σταθερότητα, το συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, όπως κυρώθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4063/2012 (Α΄ 71).
  2. Το κατώτατο αποδεκτό όριο πρωτογενούς ισοζυγίου σύμφωνα με τις τιμές αναφοράς που καθορίζονται από τη ΣΛΕΕ και με τους σχετικούς δημοσιονομικούς κανόνες που ορίζονται στα άρθρα 3 και 4 του Τίτλου ΙΙΙ της Συνθήκης για τη σταθερότητα, το συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, όπως κυρώθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4063/2012.
  3. Το κατ’ ελάχιστο αποδεκτό όριο εσόδων ως ποσοστό του ΑΕΠ
  4. Τον τρόπο και τη διαδικασία αναπροσαρμογής των δαπανών, ανάλογα με την πορεία των εσόδων
2.  
    Ο δημοσιονομικός σχεδιασμός:
  1. Δίνει προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, για τη διατήρηση και την ενίσχυση της δημοσιονομικής και της οικονομικής σταθερότητας
  2. Είναι ενιαίος και καλύπτει ολόκληρη τη Γενική Κυβέρνηση
  3. Είναι μεσοπρόθεσμος και βασίζεται σε μεσοπρόθεσμες μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις για το έτος προϋπολογισμού και για τα επόμενα τρία τουλάχιστον χρόνια
  4. Είναι διαφανής, υπό την έννοια ότι το δημοσιονομικό σχέδιο περιλαμβάνει συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους που αναφέρονται σε συγκεκριμένη περίοδο
  5. Υπόκειται σε ανεξάρτητη αξιολόγηση, με την αποτελεσματική και έγκαιρη παρακολούθησή του και με αξιολογήσεις, είτε συμμόρφωσης με τους δημοσιονομικούς κανόνες είτε ενεργοποίησης ρητρών διαφυγής, οι οποίες πραγματοποιούνται από το Δημοσιονομικό Συμβούλιο
Άρθρο 35 "Κανόνας δημοσιονομικής θέσης [άρθρα 5, 6 και 7 Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Η δημοσιονομική θέση της Γενικής Κυβέρνησης (κατά ΕΣΟΛ) πρέπει να είναι ισοσκελισμένη ή πλεονασματική
2.  
    Ο κανόνας της παραγράφου 1 θεωρείται ότι πληρούται αν το ετήσιο διαρθρωτικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης βρίσκεται στον καθορισμένο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο
3.  
    Το κατώτερο όριο του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου είναι ετήσιο διαρθρωτικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης της τάξεως του:
  1. μείον 0,5 τοις εκατό (-0,5%) του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε τιμές αγοράς ή
  2. μείον 1,0 τοις εκατό (-1%) του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε τιμές αγοράς, αν ο λόγος του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν σε τιμές αγοράς είναι αισθητά χαμηλότερος της τιμής αναφοράς του 60% και οι κίνδυνοι από την άποψη της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών είναι περιορισμένοι
4.  
    Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος αναφέρεται στο Μ.Π.Δ.Σ. και στην εισηγητική έκθεση του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού και ο Υπουργός Οικονομικών εξετάζει το επίπεδό του τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια σύμφωνα με τις διαδικασίες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
5.  
    Επιτρέπεται η προσωρινή απόκλιση από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η απόκλιση δεν θέτει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική βιωσιμότητα σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα ή σε περιόδους εφαρμογής σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όπως ορίζονται στο άρθρο 14
Άρθρο 36
1.  
    Κανόνας χρέους [άρθρα 5(1)(α) και 6(1)(α) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ] Όταν ο λόγος του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν σε τιμές αγοράς υπερβαίνει την τιμή αναφοράς του 60% που αναφέρεται στο άρθρο 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 12, η διαφορά σε σχέση με την τιμή αναφοράς πρέπει να μειώνεται, ως κριτήριο αξιολόγησης, κατά ένα εικοστό ετησίως κατά μέσο όρο, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού του Συμβουλίου (ΕΚ) 1467/1997.
Άρθρο 37 "Κανόνας πορείας προσαρμογής [άρθρα 5, 6 και 7 Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Το ετήσιο διαρθρωτικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης πρέπει να συγκλίνει προς το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο στο χρονικό πλαίσιο που ορίζεται από το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΚ) 1466/1997
2.  
    Κατά τον προσδιορισμό της συμμόρφωσης με τον κανόνα της πορείας προσαρμογής, η πρόοδος προς το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο αξιολογείται με βάση όσα αναφέρονται στο άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΚ) 1466/1997
3.  
    Μπορεί να επιτραπεί η προσωρινή απόκλιση από τον κανόνα της πορείας προσαρμογής μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η απόκλιση δεν θέτει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική βιωσιμότητα σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα ή σε περιόδους εφαρμογής σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όπως ορίζονται στο άρθρο 14
Άρθρο 38 "Ενεργοποίηση του διορθωτικού μηχανισμού [άρθρα 6(1)(γ) και 6(2) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Ο διορθωτικός μηχανισμός συνίσταται στην προετοιμασία και υιοθέτηση του σχεδίου διορθωτικών ενεργειών του άρθρου 39
2.  
    Ο διορθωτικός μηχανισμός ενεργοποιείται όταν παρατηρούνται σημαντικές αποκλίσεις από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή από την πορεία προσαρμογής προς αυτόν με βάση τα κριτήρια που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 6 του Κανονισμού (ΕΚ) 1466/1997. Ο διορθωτικός μηχανισμός δύναται να μην ενεργοποιηθεί: α) σε περίπτωση που επικρατούν εξαιρετικές περιστάσεις, με την προϋπόθεση ότι αυτή η απόκλιση δεν θέτει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική βιωσιμότητα σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα και β) σε περιόδους σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όπως ορίζονται στο άρθρο 14.
3.  
    Ο Υπουργός Οικονομικών δύναται να ενεργοποιεί το διορθωτικό μηχανισμό, με βάση τα κριτήρια για σημαντικές αποκλίσεις από το δημοσιονομικό στόχο ή από την πορεία προσαρμογής προς αυτόν, που ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 6 του Κανονισμού (ΕΚ) 1466/1997, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική γνώμη του Δημοσιονομικού Συμβουλίου. Ο διορθωτικός μηχανισμός δύναται να μην ενεργοποιηθεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2.
4.  
    Ο διορθωτικός μηχανισμός ενεργοποιείται αυτομάτως σε περίπτωση που υπάρχει σχετική σύσταση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 6 του Κανονισμού (ΕΚ) 1466/1997
Άρθρο 39 "Σχέδιο διορθωτικών ενεργειών [άρθρο 6(1)(γ) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Αν ενεργοποιηθεί ο διορθωτικός μηχανισμός του άρθρου 38, ο Υπουργός Οικονομικών, εντός δύο (2) μηνών από την ενεργοποίηση αυτού, καταρτίζει σχέδιο διορθωτικών ενεργειών, το οποίο υποβάλλει στη Βουλή προς ψήφιση, μετά από έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου. Το σχέδιο αυτό:.
  1. Καθορίζει τη διορθωτική περίοδο εντός της οποίας πρέπει να διορθωθούν οι αποκλίσεις
  2. Καθορίζει ετήσιους στόχους δημοσιονομικών δεικτών που πρέπει να επιτευχθούν προκειμένου να διορθωθούν οι αποκλίσεις, αφού ληφθεί υπόψη ότι μεγαλύτερες αποκλίσεις από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή από την πορεία προσαρμογής προς αυτόν, οδηγούν σε μεγαλύτερες διορθώσεις
  3. Καθορίζει την έκταση και το περιεχόμενο των παρεμβάσεων για τα έσοδα και τις δαπάνες που πρέπει να ληφθούν ώστε να διορθωθούν οι αποκλίσεις, καθώς και τους υποτομείς της Γενικής Κυβέρνησης που αυτές αφορούν
2.  
    Το σχέδιο διορθωτικών ενεργειών της παραγράφου 1 τηρεί:
  1. Τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης
  2. Οποιεσδήποτε συστάσεις γίνονται προς τη χώρα στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, σε σχέση με τη διορθωτική περίοδο και την έκταση των παρεμβάσεων που πρέπει να ληφθούν στο πλαίσιο του σχεδίου διορθωτικών ενεργειών
3.  
    Το σχέδιο διορθωτικών ενεργειών που υποβάλλεται στη Βουλή σύμφωνα με την παράγραφο 1 περιλαμβάνει και την επικαιροποίηση του Μ.Π.Δ.Σ., καθώς και συμπληρωματικό Κρατικό Προϋπολογισμό.
Άρθρο 40 "Παρακολούθηση και αναστολή του σχεδίου διορθωτικών ενεργειών [άρθρο 6(1)(γ) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Μετά την υιοθέτηση του σχεδίου διορθωτικών ενεργειών σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 39 και για όσο διαρκεί η διορθωτική περίοδος, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο καταρτίζει και δημοσιεύει δύο φορές το χρόνο έκθεση προόδου σχετικά με την εφαρμογή του σχεδίου
2.  
    Στην έκθεση προόδου της προηγούμενης παραγράφου αξιολογείται αν η εφαρμογή του σχεδίου διορθωτικών ενεργειών εξελίσσεται σύμφωνα με τους στόχους του και αν είναι εφικτή η διόρθωση των σημαντικών αποκλίσεων που εντοπίστηκαν
3.  
    Κατά τη διάρκεια της διορθωτικής περιόδου που έχει καθοριστεί με το σχέδιο διορθωτικών ενεργειών της παραγράφου 1 του άρθρου 39, μπορεί να αναστέλλεται η ισχύς του σχεδίου εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Η αναστολή αποφασίζεται κατά τη διαδικασία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 39, μετά από σχετική σύσταση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου.
4.  
    Μετά την απόφαση αναστολής του σχεδίου της προηγούμενης παραγράφου, ο Υπουργός Οικονομικών αξιολογεί, μετά από σχετική γνώμη του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, σε τακτά χρονικά διαστήματα που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερα των έξι μηνών, αν εξακολουθούν να συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις, αλλά και οι αποκλίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 38 και δημοσιοποιεί την αξιολόγησή του στη μόνιμη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής
5.  
    Αν, από την ανωτέρω αξιολόγηση, ο Υπουργός Οικονομικών κρίνει ότι οι εξαιρετικές περιστάσεις της παραγράφου 3 έπαψαν να συντρέχουν, υποβάλλει νέο σχέδιο διορθωτικών ενεργειών σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 39, εκτός αν διαπιστώσει ότι δεν υφίστανται πλέον οι αποκλίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 38
6.  
    Αν ο Υπουργός Οικονομικών δεν αποδέχεται τις συστάσεις του Δημοσιονομικού Συμβουλίου που διατυπώνονται κατά το παρόν άρθρο, ενημερώνει τη μόνιμη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής για τους λόγους της μη αποδοχής
Άρθρο 41
1.  
    Εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου σε περίοδο προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής Όταν στη χώρα εκτελείται πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 472/2013, η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζει το ως άνω άρθρο 7 και με το ρυθμιστικό πλαίσιο που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ειδικότερα: α. Οι τιμές των μεγεθών των άρθρων 35 έως και 37 που αφορούν οι δημοσιονομικοί κανόνες, καθώς και η πορεία προσαρμογής τους καθορίζονται και η εφαρμογή των οικείων δημοσιονομικών κανόνων γίνεται σύμφωνα με το μακροοικονομικό πρόγραμμα προσαρμογής. β. Το σχέδιο διορθωτικών ενεργειών του άρθρου 39 ενσωματώνεται στο μακροοικονομικό πρόγραμμα προσαρμογής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΗ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Άρθρο 42 "Μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις [άρθρα 4(1), 4(5), 4(6) και 9(3) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Το Μ.Π.Δ.Σ. και η κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 44 επεξηγηματική του έκθεση, καθώς και ο Κρατικός Προϋπολογισμός και οι ενοποιημένοι προϋπολογισμοί των υποτομέων της Γενικής Κυβέρνησης που περιλαμβάνονται στην εισηγητική του έκθεση, βασίζονται στις πλέον πιθανές και συνεπείς με την επίτευξη των στόχων ή και σε ακόμα πιο συντηρητικές, μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις.
2.  
    Στην επεξηγηματική έκθεση του Μ.Π.Δ.Σ., καθώς και στην εισηγητική έκθεση του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού, περιλαμβάνονται συγκρίσεις των μακροοικονομικών και των δημοσιονομικών προβλέψεων στις οποίες βασίζονται το Μ.Π.Δ.Σ. και ο ετήσιος Κρατικός Προϋπολογισμός, με τις πλέον επικαιροποιημένες αντίστοιχες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και, κατά περίπτωση, με αυτές άλλων ανεξάρτητων οργάνων. Οι ανωτέρω εκθέσεις περιγράφουν τυχόν σημαντικές διαφορές μεταξύ των επιλεγμένων μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προβλέψεων και των προβλέψεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τεκμηριώνοντας, ειδικότερα, αν το επίπεδο ή η εξέλιξη των εξωγενών μεταβλητών διαφέρουν σημαντικά από τις τιμές που περιέχονται στις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
3.  
    Αρμόδια υπηρεσία για την κατάρτιση των μακροοικονομικών προβλέψεων, πάνω στις οποίες βασίζονται το Μ.Π.Δ.Σ. και ο ετήσιος Κρατικός Προϋπολογισμός, είναι η Διεύθυνση Μακροοικονομικών Αναλύσεων του Υπουργείου Οικονομικών. Αντίστοιχα, το ΓΛΚ καταρτίζει τις δημοσιονομικές προβλέψεις.
4.  
    Το Μ.Π.Δ.Σ. και το σχέδιο του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού βασίζονται σε μακροοικονομικές προβλέψεις που αξιολογούνται από το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, με σκοπό την υιοθέτησή τους. Η επεξηγηματική έκθεση του Μ.Π.Δ.Σ. και η εισηγητική έκθεση του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού αναφέρουν αν οι μακροοικονομικές και οι δημοσιονομικές προβλέψεις, πάνω στις οποίες βασίζονται, έχουν υιοθετηθεί από το Δημοσιονομικό Συμβούλιο.
Άρθρο 43 "Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής [άρθρο 9(2)(α) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Το Μ.Π.Δ.Σ. περιλαμβάνει:.
  1. Το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο και την πορεία προσαρμογής προς αυτόν, όπως ορίζεται στα άρθρα 35 και 37, για τα επόμενα τέσσερα χρόνια
  2. Τους ενδεικτικούς ετήσιους στόχους του ελλείμματος ή του πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης, καθώς και του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης για τα επόμενα τέσσερα χρόνια
  3. Τις ποσοτικές επιπτώσεις των προβλεπόμενων δημοσιονομικών και άλλων μέτρων οικονομικής πολιτικής επί του ισοζυγίου της Γενικής Κυβέρνησης για τα επόμενα τέσσερα χρόνια
  4. Τα ανώτατα όρια για τις δαπάνες των Υπουργείων και των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, για κυλιόμενη περίοδο των επομένων από τη σύνταξη του Μ.Π.Δ.Σ. τεσσάρων ετών, κάθε φορά, εκ των οποίων τα δύο πρώτα χρόνια είναι δεσμευτικά.
  5. Τα ανώτατα όρια για συγκεκριμένες δαπάνες στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, στην οποία περιλαμβάνεται η φαρμακευτική δαπάνη και τα επιδόματα ασθένειας για κυλιόμενη περίοδο των επόμενων από τη σύνταξη του Μ.Π.Δ.Σ., τεσσάρων ετών κάθε φορά, εκ των οποίων τα δύο πρώτα χρόνια είναι δεσμευτικά.
  6. Τον ενδεικτικό στόχο ισοζυγίου του ενοποιημένου κοινωνικού προϋπολογισμού
  7. Τους στόχους ισοζυγίου των ενοποιημένων προϋπολογισμών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, για κυλιόμενη περίοδο των επομένων από τη σύνταξη του Μ.Π.Δ.Σ. τεσσάρων ετών, κάθε φορά, εκ των οποίων τα δύο πρώτα χρόνια είναι δεσμευτικά, οι οποίοι τίθενται στα πλαίσια της επίτευξης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου και της πορείας προσαρμογής προς αυτόν, όπως ορίζεται στα άρθρα 35 και 37 και με τους οποίους είναι συνεπείς οι επιμέρους προϋπολογισμοί των άρθρων 64 και 63 αντίστοιχα.
2.  
    Το Μ.Π.Δ.Σ. μπορεί επίσης να καθορίζει δεσμευτικούς στόχους αντί ενδεικτικών στόχων, σχετικά με τους δημοσιονομικούς δείκτες που αναφέρονται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1.
Άρθρο 44 "Επεξηγηματική έκθεση του Μ.Π.Δ.Σ. [άρθρα 4(4), 4(5), 7, 9(2)(β), 9(2)(γ), 9(2)(δ), 14(1), 14(2) και 14(3) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Το Μ.Π.Δ.Σ. συνοδεύεται από επεξηγηματική έκθεση που περιλαμβάνει τουλάχιστον:.
  1. Την περιγραφή και αξιολόγηση των μακροοικονομικών εξελίξεων και προοπτικών, περιλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των τελευταίων δύο ετών και των προβλέψεων του τρέχοντος έτους, του έτους προϋπολογισμού και των τριών επόμενων ετών για τους κύριους μακροοικονομικούς δείκτες.
  2. Αυτοί οι δείκτες περιλαμβάνουν το ΑΕΠ και τις κύριες συνιστώσες του, το δείκτη τιμών καταναλωτή, στοιχεία απασχόλησης, ανεργίας και του ισοζυγίου πληρωμών.
  3. Η αξιολόγηση των προοπτικών περιλαμβάνει σύγκριση των προβλέψεων με τις πιο πρόσφατες αντίστοιχες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή και άλλων ανεξάρτητων φορέων, καθώς και αξιολόγηση της μεθοδολογίας και των παραδοχών που χρησιμοποιήθηκαν για τις προβλέψεις.
  4. Την περιγραφή και αξιολόγηση των δημοσιονομικών εξελίξεων και προβλέψεων σχετικά με τη Γενική Κυβέρνηση και τους υποτομείς της, περιλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των τελευταίων δύο ετών και των προβλέψεων του τρέχοντος έτους, του έτους προϋπολογισμού και των τριών επόμενων ετών, που αναφέρονται σε:
    • Περιγραφή των κατανομών του προϋπολογισμού περιλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των τελευταίων δύο ετών με αναφορά στα έσοδα, τις δαπάνες, το ισοζύγιο, τη χρηματοδότηση και το χρέος σχετικά με τη Γενική Κυβέρνηση και τον κάθε υποτομέα της
    • Πρόβλεψη, ανά υποτομέα, των εσόδων, των δαπανών, του ισοζυγίου, καθώς και του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης, που βασίζεται στην υπόθεση ότι δεν θα υπάρξει μεταβολή στα κύρια μέτρα πολιτικής (βασικό σενάριο), σχετικά με τον ετήσιο προϋπολογισμό και τα τρία επόμενα έτη
    • Πίνακα με τις αναθεωρημένες αποδόσεις των ισχυόντων μέτρων και πίνακα με τα νέα μέτρα που η Κυβέρνηση σχεδιάζει να εισαγάγει στον προσεχή προϋπολογισμό και τις εκτιμήσεις της επίπτωσής τους στο ισοζύγιο και στο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης
    • Πρόβλεψη των εσόδων, των δαπανών, του ισοζυγίου και του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης, με ενσωματωμένες τις επιπτώσεις των κύριων μέτρων πολιτικής, τα οποία η Κυβέρνηση σχεδιάζει σχετικά με τον ετήσιο προϋπολογισμό και κατά τα τρία επόμενα έτη
    • Αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο τα μέτρα πολιτικής που αναφέρονται στην υποπερίπτωση δδ΄, υπό το φως της άμεσης μακροπρόθεσμης επίπτωσής τους στα οικονομικά της Γενικής Κυβέρνησης, είναι πιθανόν να επηρεάσουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών
    • Εκτιμήσεις των αναμενόμενων αποδόσεων των κύριων έργων δημοσίων επενδύσεων, τα οποία έχουν σημαντική δημοσιονομική επίπτωση, με εξαίρεση τις δαπάνες του εξοπλιστικού προγράμματος
    • Ανάλυση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους
    • Περιγραφή των εξελίξεων και των προοπτικών του τρέχοντος Προγράμματος Αποκρατικοποιήσεων
    • Παραδοχές που έγιναν, ιδίως, σχετικά με τον αριθμό των εργαζομένων στο Δημόσιο, των δικαιούχων παροχών και των συνταξιούχων, με τα επιτόκια νέων και υφιστάμενων υποχρεώσεων του Δημοσίου, με τις ελαστικότητες, τα επίπεδα εισπραξιμότητας και φορολογικής συμμόρφωσης αναφορικά με τις κύριες πηγές των εσόδων της Γενικής Κυβέρνησης, καθώς και τα μακροοικονομικά μεγέθη που χρησιμοποιήθηκαν στις προβολές των μισθών, συντάξεων, παροχών, αγορών αγαθών και υπηρεσιών και επενδυτικών δαπανών
  5. Την αναφορά των κύριων πηγών κινδύνου για τις δημοσιονομικές προβλέψεις μέσω:
    • Της ανάλυσης ευαισθησίας των δημοσιονομικών στόχων της Κυβέρνησης και άλλων μεγεθών ως προς τις μεταβολές των κύριων οικονομικών παραδοχών που χρησιμοποιούνται στις προβλέψεις, και
    • Της αξιολόγησης των δημοσιονομικών επιπτώσεων των κύριων πηγών δημοσιονομικού κινδύνου, περιλαμβανομένων των εγγυήσεων του Δημοσίου και άλλων ενδεχόμενων υποχρεώσεων
  6. Το στόχο για το χρηματικό υπόλοιπο της Γενικής Κυβέρνησης και των υποτομέων της για το έτος προϋπολογισμού και τα επόμενα τρία έτη
  7. Το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δαπανών για τον Κρατικό Προϋπολογισμό, που περιλαμβάνει:
    • Εκτιμήσεις τακτικών και επενδυτικών δαπανών για κάθε Υπουργείο για το έτος προϋπολογισμού και τα τρία επόμενα έτη σε συμφωνία με τα ανώτατα όρια δαπανών ανά Υπουργείο
    • Εκτιμήσεις του ποσού των μεταβιβάσεων από τον Κρατικό Προϋπολογισμό προς κάθε υποτομέα, για το έτος προϋπολογισμού και κατά τα τρία επόμενα έτη
    • Ένα περιθώριο προγραμματισμού για την κάλυψη του κόστους μελλοντικών πολιτικών και σφαλμάτων στις προβλέψεις δαπανών για τα τρία έτη μετά το έτος προϋπολογισμού, το οποίο δεν είναι χαμηλότερο από το 1% και υψηλότερο από το 2% των δαπανών του Κρατικού Προϋπολογισμού, με εξαίρεση τα τοκοχρεολύσια, σε ένα δεδομένο οικονομικό έτος
  8. Τις εκτιμήσεις ακαθάριστων δαπανών, εσόδων και ελλείμματος ή πλεονάσματος των φορέων του Κοινωνικού Προϋπολογισμού για το έτος προϋπολογισμού και τα τρία επόμενα έτη, οι οποίες είναι σύμφωνες με το στόχο του ισοζυγίου του υποτομέα
  9. Τις εκτιμήσεις ακαθάριστων δαπανών, εσόδων και ελλείμματος ή πλεονάσματος του ενοποιημένου προϋπολογισμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για το έτος προϋπολογισμού και κατά τα τρία επόμενα έτη, οι οποίες είναι σύμφωνες με το στόχο του ισοζυγίου του άρθρου 35
  10. Τις εκτιμήσεις της επίπτωσης των φορολογικών δαπανών στα οικονομικά της Γενικής Κυβέρνησης
  11. Δήλωση του Υπουργού Οικονομικών για τη συμμόρφωση των στόχων και των ανώτατων ορίων που προτείνονται από το Μ.Π.Δ.Σ., καθώς και των προβλέψεων και των εκτιμήσεων των δημοσιονομικών δεικτών που παρουσιάζονται στην επεξηγηματική έκθεση με τους δημοσιονομικούς κανόνες των άρθρων 35, 36 και 37 και τις γενικές αρχές για τη διαχείριση των οικονομικών του Δημοσίου του άρθρου 33.
2.  
    Η επεξηγηματική έκθεση της παραγράφου 1 είναι σύμφωνη με τους στόχους και τα ανώτατα όρια που προτείνονται από το Μ.Π.Δ.Σ.
3.  
    Αν υπάρχουν φορείς της Γενικής Κυβέρνησης που δεν αποτελούν μέρος του Κρατικού ή των ενοποιημένων Προϋπολογισμών των υποτομέων, η επεξηγηματική έκθεση της παραγράφου 1 προσδιορίζει αυτούς τους φορείς και παρέχει σχετικές πληροφορίες και αναλύσεις της συνολικής τους επίπτωσης στα οικονομικά του Δημοσίου
Άρθρο 45 "Κατάρτιση του Μ.Π.Δ.Σ. [άρθρο 13(2) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Για τους σκοπούς της κατάρτισης του Μ.Π.Δ.Σ. και της επεξηγηματικής του έκθεσης, το ΓΛΚ εκδίδει οδηγίες σχετικά με τις διαδικασίες, τις μεθοδολογίες και τους κανόνες για την κατάρτιση προβλέψεων εσόδων, δαπανών και άλλων οικονομικών δεδομένων από τα Υπουργεία και τους λοιπούς εποπτευόμενους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. Η συλλογή και αποστολή στο ΓΛΚ των προβλέψεων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης γίνεται μέσω των ΓΔΟΥ των εποπτευόντων Υπουργείων, κατά το πρότυπο της κατάρτισης των ετήσιων προϋπολογισμών και πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου κάθε έτους. Για την κατάρτιση του ενοποιημένου προϋπολογισμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης λαμβάνονται υπόψη οι προτάσεις του Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας των Ο.Τ.Α.
2.  
    Το ΓΛΚ μπορεί να ζητά κάθε απαραίτητη πληροφορία και στοιχείο για την κατάρτιση του Μ.Π.Δ.Σ. και της επεξηγηματικής του έκθεσης από οποιονδήποτε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης.
3.  
    Οι προβλέψεις όλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης για το Μ.Π.Δ.Σ. συνοδεύονται από έκθεση του οικείου προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών με αιτιολόγηση κάθε ετήσιας απόκλισης άνω του 5% από τα πραγματοποιηθέντα, κατά την τελευταία χρήση, έσοδα ή τα έξοδα του φορέα για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα ετήσια οικονομικά στοιχεία.
Άρθρο 46
1.  
    Ψήφιση του Μ.Π.Δ.Σ. Το Μ.Π.Δ.Σ. και η επεξηγηματική του έκθεση καταρτίζονται από το ΓΛΚ και υποβάλλονται στο Υπουργικό Συμβούλιο προς έγκριση το αργότερο μέχρι την 25η Απριλίου κάθε έτους. Μετά την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου και το αργότερο μέχρι τις 30 Απριλίου κάθε έτους, ο Υπουργός Οικονομικών δημοσιοποιεί, με ανάρτηση στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών, το σχέδιο του Μ.Π.Δ.Σ. και της επεξηγηματικής έκθεσης. Το Μ.Π.Δ.Σ. υποβάλλεται από τον Υπουργό Οικονομικών στη Βουλή προς ψήφιση μέχρι το τέλος Μαΐου κάθε έτους.
Άρθρο 47 "Επικαιροποίηση του Μ.Π.Δ.Σ. [άρθρο 11 Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Αν οι μακροοικονομικές ή οι δημοσιονομικές προβλέψεις στις οποίες βασίζεται το Μ.Π.Δ.Σ. και η επεξηγηματική του έκθεση χρειάζεται να αναθεωρηθούν, λόγω ιδιαίτερα σημαντικών και απρόβλεπτων μεταβολών σε ουσιώδη στοιχεία αυτού ή στο πλαίσιο προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής που καθορίζεται στον Κανονισμό (ΕΕ) 472/2013 κατά τρόπο που επηρεάζει τον προϋπολογισμό που θα υποβληθεί, ο Υπουργός Οικονομικών υποβάλλει στη Βουλή, μέχρι την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου κάθε έτους, επικαιροποιημένο Μ.Π.Δ.Σ. Η ψήφιση από τη Βουλή του επικαιροποιημένου Μ.Π.Δ.Σ. πραγματοποιείται εντός δέκα ημερών από την κατάθεσή του.
2.  
    Η έκθεση του επικαιροποιημένου Μ.Π.Δ.Σ. περιλαμβάνει τουλάχιστον, τη σύγκριση των επικαιροποιημένων στόχων, ανώτατων ορίων, εκτιμήσεων και προβλέψεων που υπόκεινται σε μεταβολές σε σχέση με αυτούς που περιλαμβάνονται στο Μ.Π.Δ.Σ. που ισχύει.
3.  
    Αν μετά την ψήφιση του Μ.Π.Δ.Σ. αλλά πριν την ψήφιση του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού επέλθει αλλαγή ως προς το πρόσωπο του Πρωθυπουργού, και εφόσον αυτός επιθυμεί να αναθεωρήσει τα δημοσιονομικά σχέδια και τις πολιτικές που καταρτίστηκαν από τον προηγούμενο Πρωθυπουργό, ο Υπουργός Οικονομικών δύναται να υποβάλει το συντομότερο δυνατό στη Βουλή προς ψήφιση επικαιροποιημένο Μ.Π.Δ.Σ. με τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 46. Η ψήφιση από τη Βουλή του επικαιροποιημένου Μ.Π.Δ.Σ. πραγματοποιείται εντός δέκα (10) ημερών από την κατάθεσή του.
4.  
    Αν ενεργοποιηθεί ο διορθωτικός μηχανισμός της παραγράφου 1 του άρθρου 38, ο Υπουργός Οικονομικών υποβάλλει το συντομότερο δυνατό στη Βουλή προς ψήφιση, με τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 46, επικαιροποιημένο Μ.Π.Δ.Σ., ως μέρος του σχεδίου διορθωτικών ενεργειών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 39. Η ψήφιση από τη Βουλή του επικαιροποιημένου Μ.Π.Δ.Σ. πραγματοποιείται εντός δέκα (10) ημερών από την κατάθεσή του.
Άρθρο 48 "Δεσμευτικές επιπτώσεις του Μ.Π.Δ.Σ. (άρθρα 10 και 11 της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ)"
1.  
    Οι δεσμευτικοί στόχοι και τα ανώτατα όρια που καθορίζονται από το εκάστοτε ισχύον Μ.Π.Δ.Σ. πρέπει να τηρούνται κατά την κατάρτιση των ετήσιων και των συμπληρωματικών Κρατικών Προϋπολογισμών, περιλαμβανομένων των ενοποιημένων ετήσιων προϋπολογισμών των υποτομέων που περιλαμβάνονται στην εισηγητική έκθεση των ετήσιων και των συμπληρωματικών Κρατικών Προϋπολογισμών, καθώς και κατά την κατάρτιση οποιωνδήποτε ετήσιων ή αναθεωρημένων προϋπολογισμών οποιουδήποτε φορέα που ανήκει στη Γενική Κυβέρνηση.
2.  
    Ο ετήσιος ή ο συμπληρωματικός Κρατικός Προϋπολογισμός, οι ενοποιημένοι ετήσιοι προϋπολογισμοί των υποτομέων, που περιλαμβάνονται στην εισηγητική έκθεση, καθώς και οι ετήσιοι ή οι αναθεωρημένοι προϋπολογισμοί οποιουδήποτε φορέα ανήκει στη Γενική Κυβέρνηση, εκτελούνται σε απόλυτη συμμόρφωση προς τα όρια, τους δημοσιονομικούς στόχους και τις προβλέψεις που αναφέρονται στο εκάστοτε ισχύον Μ.Π.Δ.Σ. και στις ενδεχόμενες επικαιροποιήσεις του.
3.  
    Αν ο ετήσιος ή ο συμπληρωματικός Κρατικός Προϋπολογισμός, καθώς και οι ενοποιημένοι ετήσιοι προϋπολογισμοί των υποτομέων, που περιλαμβάνονται στην εισηγητική έκθεση ή ο ετήσιος ή ο αναθεωρημένος προϋπολογισμός οποιουδήποτε φορέα ανήκει στη Γενική Κυβέρνηση, υπερβαίνουν τους ενδεικτικούς στόχους ή τα ανώτατα όρια που καθορίζονται στο εκάστοτε ισχύον Μ.Π.Δ.Σ. ή βασίζονται σε προβλέψεις εσόδων ή δαπανών που δεν συνάδουν με αυτές του εκάστοτε ισχύοντος Μ.Π.Δ.Σ. ή της επεξηγηματικής του έκθεσης, συνοδεύονται από έκθεση που εξηγεί την αιτία της απόκλισης από τους ενδεικτικούς στόχους, τα ανώτατα όρια ή τις προβλέψεις.
4.  
    Τα δεσμευτικά ανώτατα όρια για τις δαπάνες της Κεντρικής Διοίκησης και για τις δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης του έτους προϋπολογισμού και του επόμενου έτους, που καθορίζονται από το Μ.Π.Δ.Σ., δεν δύνανται να τροποποιηθούν από το επικαιροποιημένο ή το επόμενο Μ.Π.Δ.Σ. που υποβάλλεται στη Βουλή.
5.  
    Αν σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης, δεν τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική βιωσιμότητα σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα και δεν προκαλείται απόκλιση από τον καθορισμένο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, η απαγόρευση της παραγράφου 4 δεν εφαρμόζεται όταν συντρέχουν, διαζευκτικά, τα ακόλουθα:
  1. Οι μακροοικονομικές ή δημοσιονομικές προβλέψεις στις οποίες βασίζεται το Μ.Π.Δ.Σ. που ψηφίστηκε το προηγούμενο έτος χρειάζεται να αλλάξουν στο πλαίσιο ενός προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής που καθορίζεται στον Κανονισμό (ΕΕ) 472/2013, με τρόπο που επηρεάζει το Μ.Π.Δ.Σ. που πρόκειται να υποβληθεί στο τρέχον έτος.
  2. Η επικαιροποίηση του Μ.Π.Δ.Σ. γίνεται λόγω αλλαγής στο πρόσωπο του Πρωθυπουργού, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 47.
  3. Επικρατούν εξαιρετικές περιστάσεις ή διανύεται περίοδος εφαρμογής σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων κατά την έννοια του άρθρου 14
6.  
    Όταν η πρόταση του ετήσιου ή του συμπληρωματικού ή του αναθεωρημένου προϋπολογισμού από οποιοδήποτε Υπουργείο ή από οποιονδήποτε άλλον φορέα της Γενικής Κυβέρνησης δεν τελεί σε συμφωνία με τους δεσμευτικούς στόχους ή τα ανώτατα όρια του εκάστοτε ισχύοντος Μ.Π.Δ.Σ. ή δεν συνοδεύεται από ικανοποιητικές εξηγήσεις για την αιτία της απόκλισης τότε:.
  1. Αν υποβληθεί πρόταση από φορέα της Κεντρικής Διοίκησης, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους επιστρέφει αυτή την πρόταση προϋπολογισμού στο φορέα ή τροποποιεί την πρόταση του προϋπολογισμού για να αναπροσαρμοσθεί, σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον Μ.Π.Δ.Σ.
  2. Αν υποβληθεί πρόταση από οποιονδήποτε άλλο φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, ακολουθείται η διαδικασία των παραγράφων 6 έως 9 του άρθρου 54, για τα σχέδια συνοπτικών προϋπολογισμών, σύμφωνα με τα οποία καταρτίζονται και οι αναλυτικοί προϋπολογισμοί

ΜΕΡΟΣ
ΕΤΗΣΙΟΙ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΙ – ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΚΑΙ ΕΓΚΡΙΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
Άρθρο 49 "Γενικές αρχές κατάρτισης των Προϋπολογισμών Ο Κρατικός Προϋπολογισμός και οι προϋπολογισμοί των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης διέπονται από τις ακόλουθες αρχές:"
1.  
    Αρχή της ετήσιας διάρκειας Σύμφωνα με την αρχή της ετήσιας διάρκειας, ο Κρατικός Προϋπολογισμός και οι προϋπολογισμοί των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης αφορούν το οικονομικό έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου ημερολογιακού έτους. Η αρχή αυτή δεν αποτρέπει: (α) την προετοιμασία των εν λόγω προϋπολογισμών εντός του Μ.Π.Δ.Σ., (β) την εκτέλεση συμπληρωματικού η προσωρινού προϋπολογισμού και (γ) την ανάληψη και τον έλεγχο πολυετών δεσμεύσεων ή δεσμεύσεων που συνεχίζουν στο επόμενο έτος.
2.  
    Αρχές της ενότητας και της καθολικότητας Σύμφωνα με τις αρχές της ενότητας και της καθολικότητας, όλα τα έσοδα και οι δαπάνες εγγράφονται και εμφανίζονται σε έναν ενιαίο προϋπολογισμό. Τα έσοδα και οι δαπάνες του προϋπολογισμού δεν δύνανται να πραγματοποιηθούν παρά μόνο αν αντιστοιχούν, όσον αφορά στην Κεντρική Διοίκηση και στα Ν.Π.Δ.Δ., σε Κωδικό Αριθμό Εσόδων ή Εξόδων (ΚΑΕ) του προϋπολογισμού τους, όσον αφορά στα Ν.Π.Ι.Δ., στον προϋπολογισμό τους και υπό τους λογαριασμούς λογιστικής τους (αρχή της ενότητας). Καμία δαπάνη δεν δύναται να αναληφθεί ή και να πραγματοποιηθεί, αν υπερβαίνει, για μεν την Κεντρική Διοίκηση και τα Ν.Π.Δ.Δ. τις εγκεκριμένες πιστώσεις, για δε τα Ν.Π.Ι.Δ. τον προϋπολογισμό τους (αρχή της καθολικότητας).
Άρθρο 50
1.  
    Κατάρτιση του προϋπολογισμού βάσει στόχων και συνολικών ορίων δαπανών Μ.Π.Δ.Σ. Ο Κρατικός Προϋπολογισμός και οι προϋπολογισμοί των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης καταρτίζονται σύμφωνα με τους δεσμευτικούς και ενδεικτικούς στόχους και τα ανώτατα όρια δαπανών, όπως κατά περίπτωση τίθενται στο εκάστοτε ισχύον Μ.Π.Δ.Σ. Όπου έχουν εφαρμογή τα ανώτατα όρια δαπανών, οι δαπάνες των επιμέρους προϋπολογισμών των φορέων κατανέμονται εντός των ανωτάτων αυτών συνολικών ορίων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
Άρθρο 51 "Γενικές αρχές κατάρτισης του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού"
1.  
    Όλα τα δημόσια έσοδα και οι δαπάνες της Κεντρικής Διοίκησης εγγράφονται και εμφανίζονται στον Κρατικό Προϋπολογισμό. Ο Κρατικός Προϋπολογισμός περιλαμβάνει και το αποθεματικό του άρθρου 59, καθώς και τις εγγυήσεις και τις οιονεί χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Η συμμόρφωση με την αρχή της ενότητας και καθολικότητας κατά την κατάρτιση και την έγκριση του Προϋπολογισμού προϋποθέτει την τήρηση των δύο ακόλουθων κανόνων:.
  1. του μη ειδικού προορισμού των εσόδων, εκτός αν ο προορισμός επιτρέπεται από τον παρόντα νόμο ή από άλλη ειδική διάταξη, και
  2. του μη συμψηφισμού των δαπανών με έσοδα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο ή από απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδεται πριν από τη λήψη τέτοιων αποφάσεων, μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ο διενεργούμενος συμψηφισμός βασίζεται αυστηρά σε ανάγκες λογιστικής τακτοποίησης, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα
2.  
    Σύμφωνα με την αρχή της ειδίκευσης του προϋπολογισμού και της ειδικότητας των πιστώσεων:
  1. Τα έσοδα και οι δαπάνες του Προϋπολογισμού προσδιορίζονται με βάση την προκαθορισμένη αναλυτική κωδικοποιημένη ταξινόμηση που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και επικαιροποιείται σε τακτά διαστήματα (αρχή της ειδίκευσης του προϋπολογισμού)
  2. Οι πιστώσεις δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν για να εκπληρώσουν άλλη ανάγκη από αυτήν που προσδιορίζεται στον Προϋπολογισμό, εκτός αν η ανακατανομή πιστώσεων επιτρέπεται από τον παρόντα νόμο
Άρθρο 52 "Περιεχόμενα και δομή του νόμου για τον ετήσιο Κρατικό Προϋπολογισμό"
1.  
    Ο ετήσιος Κρατικός Προϋπολογισμός είναι ο νόμος στον οποίο προσδιορίζονται τα δημόσια έσοδα που προβλέπεται να εισπραχθούν και καθορίζονται τα όρια των εξόδων του κράτους, καθώς και οι πηγές χρηματοδότησης κάθε οικονομικού έτους. Ο νόμος περιλαμβάνει συνοπτικούς πίνακες των εξόδων του Τακτικού Προϋπολογισμού και Δημοσίων Επενδύσεων ανά Υπουργείο, ανά Αποκεντρωμένη Διοίκηση και ανά Περιφερειακή Υπηρεσία Υπουργείου συγκεντρωτικά, καθώς και συνοπτικό πίνακα με τους προϋπολογισμούς φορέων που από ειδικές διατάξεις προβλέπεται η προσάρτησή τους στον Κρατικό Προϋπολογισμό.
2.  
    Ο ετήσιος Κρατικός Προϋπολογισμός που κατατίθεται προς ψήφιση στη Βουλή διακρίνεται στον Τακτικό Προϋπολογισμό και στον Προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων και περιλαμβάνει:
  1. Τις προβλέψεις, για το επόμενο οικονομικό έτος, των εσόδων, αναλυτικά κατά ΚΑΕ, μετά την αφαίρεση των επιστροφών και των εξόδων, όπως ορίζεται στο άρθρο 74, κατά φορέα Κεντρικής Διοίκησης, καθώς και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο κρίνεται απαραίτητο από τον Υπουργό Οικονομικών
  2. Τα δεσμευτικά ανώτατα όρια των συνολικών δαπανών του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού όπως ορίζονται στο εκάστοτε ισχύον Μ.Π.Δ.Σ.
Άρθρο 53 "Εισηγητική έκθεση του ετήσιου"
1.  
    Κρατικού Προϋπολογισμού [άρθρα 4(5), 14(2) και 14(3) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ] Η εισηγητική έκθεση συνοδεύει το σχέδιο του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού και περιλαμβάνει τουλάχιστον: α. Αξιολόγηση των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών εξελίξεων για τα τελευταία δύο έτη. β. Επικαιροποιημένες μακροοικονομικές προβλέψεις για το επόμενο οικονομικό έτος και επεξήγηση των βασικών παραδοχών και των μεθοδολογιών που χρησιμοποιούνται για τις μακροοικονομικές προβλέψεις. γ. Μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους και την πορεία προσαρμογής προς αυτούς για το επόμενο οικονομικό έτος, όπως ορίζονται από το εκάστοτε ισχύον Μ.Π.Δ.Σ. δ. Σχέδιο διορθωτικών ενεργειών που εκπονείται σύμφωνα με το άρθρο 39, όταν αυτό τίθεται σε ισχύ. ε. Επικαιροποιημένες προβλέψεις για τα έσοδα και τις δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης για κάθε υποτομέα για το επόμενο οικονομικό έτος, περιλαμβάνοντας τα κύρια μέτρα πολιτικής που η Κυβέρνηση προτίθεται να λάβει σχετικά με την εκτέλεση του ετήσιου προϋπολογισμού. στ. Περιγραφή της οικονομικής και δημοσιονομικής στρατηγικής της Κυβέρνησης. ζ. Περιγραφή των βασικών δημοσιονομικών και άλλων μέτρων που πρόκειται να ληφθούν σε κάθε υποτομέα κατά το επόμενο οικονομικό έτος, σε σύγκριση με τις σχετικές κατευθύνσεις που δόθηκαν με βάση το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκτιμήσεις των μεμονωμένων και συνολικών τους επιπτώσεων στα οικονομικά της Γενικής Κυβέρνησης. η. Ανάλυση σχετικά με τα έσοδα και τις δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης για το επόμενο οικονομικό έτος, η οποία παρουσιάζεται για τους επιμέρους τομείς πολιτικής και, ειδικότερα, σε σχέση με τα ανάλογα δημοσιονομικά αποτελέσματα του παρελθόντος. θ. Κατάσταση του ύψους του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης και της Γενικής Κυβέρνησης, πίνακα εξέλιξης του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης, πίνακα δαπανών εξυπηρέτησης του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης, καθώς και πίνακες των καταπτώσεων των κρατικών εγγυήσεων και του ανεξόφλητου υπολοίπου των κρατικών εγγυήσεων. ι. Επεξήγηση των βασικών παραδοχών και μεθοδολογιών που χρησιμοποιήθηκαν για τις εκτιμήσεις των δημοσιονομικών μεταβλητών που αναφέρονται στην περίπτωση ε΄. ια. Αξιολόγηση των επιπτώσεων από τις βασικές πηγές δημοσιονομικού κινδύνου, περιλαμβανομένων των κρατικών εγγυήσεων και άλλων ενδεχόμενων υποχρεώσεων. ιβ. Το δεσμευτικό ανώτατο όριο καθαρού δανεισμού που ο Υπουργός Οικονομικών δύναται, κατ’ εξουσιοδότηση της Βουλής, να αναλάβει για το κράτος κατά τη διάρκεια του επόμενου οικονομικού έτους. ιγ. Ανώτατο όριο για τις εγγυήσεις που δύναται ο Υπουργός Οικονομικών να χορηγήσει εκ μέρους του κράτους κατά τη διάρκεια του επόμενου οικονομικού έτους. ιδ. Πίνακα του ενοποιημένου ετήσιου Κοινωνικού Προϋπολογισμού που περιέχει προβλέψεις για το επόμενο οικονομικό έτος για τα κάτωθι δημοσιονομικά μεγέθη του υποτομέα των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης ως εξής: αα. ακαθάριστα έσοδα επιμερισμένα σε ίδιους πόρους και μεταβιβάσεις από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, ββ. ακαθάριστες δαπάνες κατανεμημένες στις κύριες οικονομικές κατηγορίες, γγ. συνολικό πλεόνασμα ή έλλειμμα, δδ. πηγές χρηματοδότησης, εε. συνοπτικό ισολογισμό χρηματοοικονομικού ενεργητικού και παθητικού και στστ. σύνολο δανειακών υποχρεώσεων. ιε. Πίνακα του ενοποιημένου ετήσιου Προϋπολογισμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που περιλαμβάνει τις προβλέψεις για το επόμενο οικονομικό έτος των ακόλουθων δημοσιονομικών μεγεθών του υποτομέα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ως εξής: αα. ακαθάριστα έσοδα επιμερισμένα σε ίδιους πόρους, χρηματοδότηση και μεταβιβάσεις από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, από Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους (Κ.Α.Π.), ββ. ακαθάριστες δαπάνες κατανεμημένες στις βασικές οικονομικές κατηγορίες, γγ. συνολικό πλεόνασμα ή έλλειμμα, δδ. πηγές χρηματοδότησης, εε. συνοπτικό ισολογισμό χρηματοοικονομικού ενεργητικού και παθητικού και στστ. το σύνολο των δανειακών υποχρεώσεων. ιστ. Πίνακα του ενοποιημένου ετήσιου προϋπολογισμού των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης που περιλαμβάνει τις προβλέψεις για το επόμενο οικονομικό έτος για τα κάτωθι δημοσιονομικά μεγέθη των λοιπών φορέων που συνιστούν μέρος της Γενικής Κυβέρνησης, και δεν καλύπτονται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, τον ενοποιημένο ετήσιο Κοινωνικό Προϋπολογισμό ή τον ενοποιημένο ετήσιο Προϋπολογισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης ως εξής: αα. ακαθάριστα έσοδα επιμερισμένα σε ίδιους πόρους και μεταβιβάσεις από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, ββ. ακαθάριστες δαπάνες κατανεμημένες στις βασικές οικονομικές κατηγορίες, γγ. συνολικό πλεόνασμα ή έλλειμμα, δδ. πηγές χρηματοδότησης, εε. συνοπτικό ισολογισμό χρηματοοικονομικού ενεργητικού και παθητικού και στστ. σύνολο των δανειακών υποχρεώσεων. ιζ. Κατάσταση των μετοχικών τίτλων που διακρατούνται από την Κεντρική Διοίκηση. ιη. Οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που κρίνεται σκόπιμο, από τον Υπουργό Οικονομικών, να περιληφθεί προς ενημέρωση της Βουλής.
Άρθρο 54 "Διαδικασία κατάρτισης του Κρατικού Προϋπολογισμού και των ενοποιημένων προϋπολογισμών των υποτομέων της Γενικής Κυβέρνησης [άρθρο 13(2) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, με εξαίρεση τους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Για τους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και των νομικών τους προσώπων, δύνανται να τίθενται ειδικές προθεσμίες με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών.
2.  
    Μέχρι την 31η Μαΐου κάθε έτους, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους εκδίδει εγκυκλίους που ορίζουν τους κανόνες, τις παραδοχές, τις μεθοδολογίες και τις διαδικασίες για την κατάρτιση του Κρατικού Προϋπολογισμού και το περιεχόμενο του σχεδίου των συνοπτικών προϋπολογισμών των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. Οι προβλέψεις του προϋπολογισμού αναφορικά με τις δαπάνες κάθε Υπουργείου και των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων πρέπει να είναι συνεπείς με τα δεσμευτικά ανώτατα όρια του εκάστοτε ισχύοντος Μ.Π.Δ.Σ. Οι λοιπές δημοσιονομικές προβλέψεις του προϋπολογισμού των ανωτέρω και των λοιπών φορέων είναι συνεπείς με τους στόχους, τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα και τα ανώτατα όρια του εκάστοτε ισχύοντος Μ.Π.Δ.Σ. Σε περίπτωση διαφορετικού ύψους προβλέψεων, αιτιολογείται επαρκώς η απόκλιση.
3.  
    Όταν απαιτείται, τα εποπτεύοντα Υπουργεία εκδίδουν εντός δέκα (10) ημερών από την αποστολή των εγκυκλίων από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, εγκυκλίους που προσδιορίζουν τις λεπτομέρειες των κανόνων, παραδοχών, μεθοδολογιών και διαδικασιών σε σχέση με την κατάρτιση των ετήσιων προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, σύμφωνα με τις εγκυκλίους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους
4.  
    Οι φορείς της Κεντρικής Διοίκησης, με ευθύνη του προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών, υποβάλλουν στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους μέχρι την 31η Ιουλίου σχέδιο προϋπολογισμού. Οι Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές (Α.Δ.Α.) που ανήκουν στην Κεντρική Διοίκηση υποβάλλουν το σχέδιο στον προϊστάμενο Οικονομικών Υπηρεσιών του φορέα στον οποίο υπάγονται ως ειδικός φορέας, χωρίς αυτό να συνιστά παραβίαση της ανεξαρτησίας τους.
5.  
    Κάθε εποπτευόμενος φορέας της Γενικής Κυβέρνησης προετοιμάζει και υποβάλλει στη ΓΔΟΥ του εποπτεύοντος Υπουργείου, σχέδιο του συνοπτικού προϋπολογισμού του για το επόμενο έτος μέχρι την 31η Ιουλίου. Το περιεχόμενο του σχεδίου του συνοπτικού αλλά και του αναλυτικού προϋπολογισμού προσδιορίζεται με εγκυκλίους που εκδίδονται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους σύμφωνα με την παράγραφο 2.
6.  
    Όταν το σχέδιο του συνοπτικού προϋπολογισμού που υποβάλλεται, σύμφωνα με την παράγραφο 4, δεν είναι συμβατό με το δεσμευτικό στόχο, το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ή το ανώτατο όριο του εκάστοτε ισχύοντος Μ.Π.Δ.Σ. ή με εγκυκλίους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ή του αντίστοιχου εποπτεύοντος Υπουργείου που εκδόθηκαν, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 ή 3, η ΓΔΟΥ του εποπτεύοντος Υπουργείου παρέχει οδηγίες για τη διόρθωση του σχεδίου του συνοπτικού προϋπολογισμού και το επιστρέφει στον εποπτευόμενο φορέα Γενικής Κυβέρνησης πλην Α.Δ.Α., μαζί με τις οδηγίες.
7.  
    Ακολούθως, ο φορέας της Γενικής Κυβέρνησης διορθώνει, σύμφωνα με τις οδηγίες της προηγούμενης παραγράφου, και υποβάλλει αναθεωρημένο σχέδιο στη ΓΔΟΥ του εποπτεύοντος Υπουργείου μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται στις οδηγίες
8.  
    Όταν το σχέδιο του συνοπτικού προϋπολογισμού ή η αναθεωρημένη του έκδοση υποβάλλεται, σύμφωνα με την παράγραφο 5 ή 7, και είναι σύμφωνο με τους δεσμευτικούς στόχους, τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα και τα ανώτατα όρια του εκάστοτε ισχύοντος Μ.Π.Δ.Σ. και με τις εγκυκλίους που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3, η ΓΔΟΥ του εποπτεύοντος Υπουργείου το αποστέλλει στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου και ενημερώνει το φορέα της Γενικής Κυβέρνησης.
9.  
    Αν το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους διαπιστώσει ότι τα συνολικά μεγέθη ανά υποτομέα των εποπτευόμενων φορέων ενός Υπουργείου αποκλίνουν από τους στόχους και τα ανώτατα όρια που έχουν τεθεί, επιστρέφει τα σχέδια των συνοπτικών προϋπολογισμών των φορέων στη ΓΔΟΥ του εποπτεύοντος Υπουργείου, για την επανάληψη εντός δέκα (10) ημερών των διαδικασιών των παραγράφων 6, 7 και 8, ούτως ώστε να γίνουν οι απαραίτητες διορθώσεις. Στην περίπτωση των Α.Δ.Α. που αποτελούν ξεχωριστά νομικά πρόσωπα, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους επικοινωνεί με την Α.Δ.Α, για την πιθανή επανυποβολή του σχεδίου συνοπτικού προϋπολογισμού, σύμφωνα με την παράγραφο 5.
10.  
    Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους καταρτίζει, με βάση τους υποβληθέντες προϋπολογισμούς, τον Κρατικό Προϋπολογισμό, τον ενοποιημένο ετήσιο Κοινωνικό Προϋπολογισμό και τον ενοποιημένο ετήσιο Προϋπολογισμό των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, πλην του ενοποιημένου ετήσιου Προϋπολογισμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο οποίος υποβάλλεται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους από τον Υπουργό Εσωτερικών
11.  
    Με την επιφύλαξη των προηγούμενων παραγράφων, όταν το Μ.Π.Δ.Σ. έχει ή πρόκειται να επικαιροποιηθεί, σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 3 ή 4 του άρθρου 47 ή απαιτείται διαρθρωτική μεταρρύθμιση των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης στο πλαίσιο του προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 472/2013, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους δύναται, σε συνεννόηση με το εποπτεύον Υπουργείο, να αναπροσαρμόσει τυχόν προθεσμίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, να ζητήσει την αναθεώρηση του σχεδίου προϋπολογισμού που υποβλήθηκε.
12.  
    Όλα τα σχέδια προϋπολογισμού των φορέων της Κεντρικής Διοίκησης και τα συνοπτικά σχέδια προϋπολογισμού των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης συνοδεύονται από έκθεση του οικείου προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών με αιτιολόγηση κάθε ετήσιας απόκλισης άνω του 5% από τα πραγματοποιηθέντα, κατά την τελευταία χρήση, έσοδα ή έξοδα του φορέα για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα ετήσια οικονομικά στοιχεία
Άρθρο 55 "Κατηγορίες πιστώσεων και δημοσιονομικής ταξινόμησης"
1.  
    Πίστωση είναι το ποσό που ψηφίζεται από τη Βουλή και εγγράφεται στον ετήσιο Κρατικό Προϋπολογισμό για την αντιμετώπιση συγκεκριμένης δαπάνης κατά μείζονα κατηγορία σε επίπεδο φορέα και ειδικού φορέα, η οποία περιλαμβάνεται σε ειδικούς πίνακες που συνυποβάλλονται κατά την κατάθεση του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού και η οποία κατανέμεται στη συνέχεια από τους φορείς σε αναλυτικό επίπεδο
2.  
    Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι μείζονες κατηγορίες δαπανών του Κρατικού Προϋπολογισμού, τα αρμόδια όργανα και η διαδικασία κατανομής των αναλυτικών πιστώσεων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου
3.  
    Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται η αναλυτική ταξινόμηση των εσόδων και των δαπανών του Κρατικού Προϋπολογισμού και των προϋπολογισμών των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου
Άρθρο 56 "Κατάρτιση προϋπολογισμού προγραμμάτων"
1.  
    Με την επιφύλαξη των αρχών που διέπουν την κατάρτιση του προϋπολογισμού και του πλαισίου που ορίζεται από τον παρόντα νόμο και κατά παρέκκλιση των ρυθμίσεων του άρθρου 55 παράγραφος 1, ο Κρατικός Προϋπολογισμός δύναται να διαρθρωθεί κατά προγράμματα που περιλαμβάνουν στοιχεία δαπανών τα οποία αντιστοιχούν σε σύνολο μέτρων που συμβάλλουν, με διαρθρωμένο και συμπληρωματικό τρόπο, στην επίτευξη ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στόχων και αφορούν μία ή περισσότερες δημόσιες πολιτικές. Η κατάρτιση του Προϋπολογισμού κατά προγράμματα, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, βασίζεται κυρίως στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δράσεων του κράτους και προϋποθέτει ένα αξιόπιστο και λειτουργικό σύστημα μέτρησης της αποτελεσματικότητας.
2.  
    Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο προσδιορισμός ομάδων προγραμμάτων και οποιαδήποτε άλλα θέματα που απαιτούνται για την εκτέλεση του Προϋπολογισμού που είναι διαρθρωμένος κατά προγράμματα
Άρθρο 57 "Προϋπολογισμός Δημοσίων Επενδύσεων"
1.  
    Τα θέματα προϋπολογισμού του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) διέπονται από τον παρόντα νόμο και τις λοιπές κείμενες ειδικές διατάξεις
2.  
    Οι αναγκαίες πιστώσεις για την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων περιλαμβάνονται σε ειδικό πίνακα του Κρατικού Προϋπολογισμού και δύνανται να μεταβιβάζονται με επιτροπικά εντάλματα
3.  
    Ο ειδικός πίνακας των δαπανών για έργα δημοσίων επενδύσεων στον Κρατικό Προϋπολογισμό που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, περιλαμβάνει και τις πιστώσεις για την εκτέλεση έργων δημοσίων επενδύσεων η αξία των οποίων καταβάλλεται από τρίτους
4.  
    Οι αναγκαίες πιστώσεις για την εκτέλεση του ΠΔΕ εγγράφονται σε Συλλογικές Αποφάσεις (ΣΑ) Φορέων άσκησης πολιτικής επενδύσεων
Άρθρο 58 "Διαδικασία για την ψήφιση του Κρατικού Προϋπολογισμού [άρθρο 14(3) της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ]"
1.  
    Την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου κάθε έτους, ο Υπουργός Οικονομικών καταθέτει στη Βουλή περιληπτική εισηγητική έκθεση του προσχεδίου του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού. Η περιληπτική εισηγητική έκθεση του προσχεδίου του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών.
2.  
    Οι μακροοικονομικές προβλέψεις που περιλαμβάνονται στην περιληπτική εισηγητική έκθεση του προσχεδίου του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού, αξιολογούνται εγκαίρως από το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, σύμφωνα με τις διαδικασίες και το χρονοδιάγραμμα που ορίζονται στο μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ του Δημοσιονομικού Συμβουλίου και του Υπουργείου Οικονομικών. Η υιοθέτηση των μακροοικονομικών προβλέψεων ανακοινώνεται στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου.
3.  
    Ο Υπουργός Οικονομικών εισάγει στη Βουλή το σχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού και την εισηγητική του έκθεση τουλάχιστον σαράντα (40) ημέρες πριν την έναρξη του οικονομικού έτους το οποίο αφορά
4.  
    Με την κατάθεση του σχεδίου νόμου του Κρατικού Προϋπολογισμού, σύμφωνα με την παράγραφο 3, κατατίθενται στη Βουλή από τον Υπουργό Οικονομικών και οι παρακάτω δηλώσεις και αναφορές:
  1. Οι αναλυτικές εκθέσεις των Γενικών Διευθυντών, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 74 και την παράγραφο 4 του άρθρου 76, καθώς και έκθεση του Γενικού Διευθυντή Δημόσιας Περιουσίας στην οποία αποτυπώνονται τα αποτελέσματα της αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου
  2. Δήλωση Συμμόρφωσης του Υπουργού Οικονομικών, ότι οι ετήσιοι προϋπολογισμοί των υποτομέων της Γενικής Κυβέρνησης είναι συμβατοί με το Μ.Π.Δ.Σ. ή την τυχόν επικαιροποίησή του, για το αντίστοιχο οικονομικό έτος.
  3. Ειδικότερα, με τη δήλωση συμμόρφωσης προσδιορίζεται κατά πόσο η κατάρτιση του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού, του ενοποιημένου ετήσιου Κοινωνικού Προϋπολογισμού και των ενοποιημένων ετήσιων Προϋπολογισμών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών φορέων είναι σύμφωνη με το Μ.Π.Δ.Σ. ή με τυχόν επικαιροποίησή του, που εγκρίθηκε για το αντίστοιχο οικονομικό έτος.
  4. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει πλήρης συμφωνία με το εκάστοτε ισχύον Μ.Π.Δ.Σ., ο Υπουργός Οικονομικών δηλώνει εγγράφως τις τυχόν αποκλίσεις, αιτιολογώντας αυτές λεπτομερώς, καθώς και τις παρεμβάσεις που προβλέπονται για τη διόρθωση αυτών των αποκλίσεων.
  5. Δήλωση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία επιβεβαιώνεται ότι όλες οι προβλέψεις που έχουν περιληφθεί στο σχέδιο του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού και την εισηγητική έκθεση, ανταποκρίνονται στο βαθμό που είναι ευλόγως και πρακτικώς δυνατό, σε πραγματικά στοιχεία και κόστη όλων των δηλούμενων πολιτικών της Κυβέρνησης και όλων των άλλων περιστάσεων που ενδέχεται να επηρεάσουν τις δημοσιονομικές προοπτικές
5.  
    Με την ψήφιση του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού, οι πιστώσεις που αφορούν στις δαπάνες ανά φορέα Κεντρικής Διοίκησης και μείζονες κατηγορίες, καθίστανται δεσμευτικές. Οι ανωτέρω πιστώσεις συνιστούν τα ανώτατα όρια δαπανών για το οικονομικό έτος που αφορά ο προϋπολογισμός και δεν μεταφέρονται στο επόμενο έτος. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 59 και των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 60, καμία άλλη δαπάνη δεν μπορεί να δεσμευθεί ή να καταβληθεί πέραν των ποσών που έχουν εγγραφεί για αυτή στον ετήσιο Προϋπολογισμό ή τους σχετικούς συμπληρωματικούς προϋπολογισμούς.
Άρθρο 59 "Αποθεματικό Κρατικού Προϋπολογισμού"
1.  
    Στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Οικονομικών εγγράφεται ειδική πίστωση, ως αποθεματικό, ποσού όχι μικρότερου από 1% και όχι μεγαλύτερου από 2% των συνολικών δαπανών του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού, με εξαίρεση τα τοκοχρεολύσια
2.  
    Το αποθεματικό χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την κάλυψη σημαντικών, άμεσων, αναπόφευκτων και επειγουσών δαπανών, η πρόβλεψη των οποίων δεν ήταν εφικτή κατά το χρόνο ψήφισης του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού ή των συμπληρωματικών προϋπολογισμών
3.  
    Η χορήγηση πίστωσης από το αποθεματικό πραγματοποιείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από αιτιολογημένη πρόταση του αρμόδιου διατάκτη. Η πρόταση του διατάκτη διατυπώνεται κατόπιν σύμφωνης γνώμης του προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών του φορέα του και περιλαμβάνει:.
  1. λεπτομερή αναφορά στους λόγους που καθιστούν αναγκαία τη χρήση της πίστωσης του αποθεματικού και
  2. επιβεβαίωση της αδυναμίας αντιμετώπισης της ανάγκης της δαπάνης δια της ανακατανομής πιστώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 71
4.  
    Για την παρακολούθηση του αποθεματικού ο Υπουργός Οικονομικών παρουσιάζει κάθε τρίμηνο στη Βουλή κατάσταση με τους φορείς της Κεντρικής Διοίκησης που ενισχύθηκαν από το αποθεματικό, τους λόγους που οδήγησαν στην ενίσχυση αυτή, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3, καθώς και το υπόλοιπο του αποθεματικού που απομένει. Η κατάσταση αυτή κοινοποιείται και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
5.  
    Το χορηγούμενο από το αποθεματικό ποσό χρησιμοποιείται από τον αρμόδιο φορέα, εντός του οικονομικού έτους και αποκλειστικά για την κάλυψη της δαπάνης για την οποία χορηγήθηκε
6.  
    Από τις εγκεκριμένες πιστώσεις του προϋπολογισμού φορέα της Κεντρικής Διοίκησης, ο Υπουργός Οικονομικών δύναται να μεταφέρει σε ειδικό κωδικό του προϋπολογισμού μέρος αυτών, που δεν υπερβαίνει το 5% του συνολικού του προϋπολογισμού, με εξαίρεση τις πιστώσεις μισθοδοσίας. Οι εν λόγω πιστώσεις χρησιμοποιούνται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και μετά από πρόταση του αρμόδιου διατάκτη για την αντιμετώπιση δαπανών που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν.
Άρθρο 60 "Ψήφιση συμπληρωματικού Κρατικού Προϋπολογισμού"
1.  
    Ο Υπουργός Οικονομικών δύναται να υποβάλει στη Βουλή, οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, πρόταση τροποποίησης των πιστώσεων του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού με συμπληρωματικό προϋπολογισμό
2.  
    Ο Υπουργός Οικονομικών υποχρεούται να υποβάλει στη Βουλή συμπληρωματικό προϋπολογισμό στη διάρκεια του οικονομικού έτους, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 71, εφόσον συντρέχει μία από τις παρακάτω περιπτώσεις:
  1. Αν η τριμηνιαία έκθεση εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού που υποβάλλεται από τον Υπουργό Οικονομικών καταδεικνύει ότι η Κεντρική Διοίκηση ενδέχεται να υπερβεί το συνολικό ανώτατο όριο δαπανών που εγκρίθηκε από τη Βουλή για το εν λόγω οικονομικό έτος
  2. Αν το αποθεματικό του προϋπολογισμού έχει δεσμευθεί στο σύνολό του και αναμένεται να απαιτηθούν πρόσθετοι πόροι για την κάλυψη απρόβλεπτων δαπανών πριν το τέλος του οικονομικού έτους
  3. Αν για την κάλυψη των πρόσθετων δαπανών δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν άλλες μεταφορές ή ανακατανομές με την εφαρμογή των κανόνων μεταφοράς πιστώσεων, όπως ορίζονται στο άρθρο 71 ή με τη χρήση του αποθεματικού του Κρατικού Προϋπολογισμού
  4. Αν προκύψουν μείζονες αλλαγές στη σύνθεση του προϋπολογισμού, καθώς οικονομικές ή δημοσιονομικές εξελίξεις απαιτούν σημαντική μείωση των εγκεκριμένων πιστώσεων στον Κρατικό Προϋπολογισμό
3.  
    Το περιεχόμενο και η διάρθρωση, καθώς και οι διαδικασίες κατάρτισης του συμπληρωματικού Κρατικού Προϋπολογισμού μπορούν να διαφοροποιούνται από εκείνα του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού
4.  
    Κατά παρέκκλιση των προηγουμένων παραγράφων, όταν οι δαπάνες της Κεντρικής Διοίκησης για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους υπερβαίνουν τις σχετικές πιστώσεις στον Κρατικό Προϋπολογισμό, δύνανται να εγγραφούν και να αναληφθούν πρόσθετες πιστώσεις για την εξυπηρέτηση του χρέους στον Κρατικό Προϋπολογισμό, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, χωρίς την ψήφιση συμπληρωματικού προϋπολογισμού από τη Βουλή
5.  
    Κατά παρέκκλιση των προηγούμενων παραγράφων, ο Υπουργός Οικονομικών δύναται να εγκρίνει δαπάνες που υπερβαίνουν τα ποσά των πιστώσεων και προκύπτουν από υποχρεώσεις που απορρέουν από διεθνείς συνθήκες, καθώς και από δαπάνες που χρηματοδοτούνται από τον Προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και άλλες δαπάνες που προκύπτουν εκτάκτως και δημιουργούν υποχρεώσεις προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία της έγκρισης δαπανών του προηγούμενου εδαφίου, ο Υπουργός Οικονομικών υποβάλλει έκθεση στη Βουλή για τις εγκριθείσες δαπάνες.