GENERAL DATA

TYPE

Law

REF.NUMBER

2016/4364

TRANSPOSES

 DATES

PUBLISHED

2016-02-05

IN-FORCE

2016-02-05

SIGNATURE

2016-02-03

 SIGNERS

 MINISTRIES

 LABELS

ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Enacted Version
 Export XML
 Export PDF
 Export RDF
 Export JSON

Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ), στα άρθρα 2 και 8 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ, και των Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, όσον αφορά τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (εφεξής ΕΑΑΕΣ) και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών, καθώς και στο άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων και συναφείς διατάξεις της νομοθεσίας περί της ιδιωτικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις.

loading...

Loading content ...


Expand whole document 

PART
ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΠΡΩΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

CHAPTER
ΣΚΟΠΟΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ, ΚΛΑΔΟΙ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Article 1
1.  
    Σκοπός - πεδίο εφαρμογής (άρθρο 1 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Με τον παρόντα νόμο σκοπείται η θέσπιση κανόνων και η ρύθμιση: α) της ανάληψης και της άσκησης δραστηριοτήτων πρωτασφάλισης και αντασφάλισης από ιδιωτικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, β) της εποπτείας ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών ομίλων και γ) της εξυγίανσης και εκκαθάρισης των επιχειρήσεων πρωτασφάλισης. Προς το σκοπό αυτόν ενσωματώνονται διά του παρόντος στην ελληνική νομοθεσία: α) οι διατάξεις της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ), β) οι διατάξεις των άρθρων 2 και 8 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ, και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, όσον αφορά τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (εφεξής ΕΑΑΕΣ) και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών και γ) οι διατάξεις του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων.
Article 2 "Πεδίο εφαρμογής - χρήση του όρου ασφαλιστής (άρθρο 2 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται:
  1. στις πρωτασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, ή που επιθυμούν να αποκτήσουν έδρα στην Ελλάδα, για το σύνολο των ασφαλίσεων ζημιών και ζωής, που αυτές ασκούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε ελεύθερης παροχής υπηρεσιών,
  2. στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι οποίες ασκούν μόνον αντασφαλιστικές δραστηριότητες, με έδρα στην Ελλάδα, ή που επιθυμούν να αποκτήσουν έδρα στην Ελλάδα, για το σύνολο των αντασφαλίσεων, που αυτές ασκούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, με εξαίρεση τις διατάξεις του Τετάρτου Μέρους του παρόντος,
  3. στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε τρίτη χώρα που λειτουργούν στην Ελλάδα, κατά τις διατάξεις του Κεφαλαίου Θ΄ του παρόντος Μέρους,
  4. στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε οποιοδήποτε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που λειτουργούν στην Ελλάδα είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, κατά τις διατάξεις του Κεφαλαίου Η’ του παρόντος Μέρους
2.  
    Η χρήση των όρων «ασφαλιστική εταιρεία» ή «ασφαλιστική επιχείρηση» ή «ασφαλιστής», ή οποιασδήποτε ξενόγλωσσης απόδοσής του στην επωνυμία ή το διακριτικό τίτλο επιχείρησης επιτρέπεται μόνο σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις
3.  
    Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος δύνανται να χρησιμοποιούν, για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους στην Ελλάδα, την ίδια επωνυμία και τον ίδιο διακριτικό τίτλο, που χρησιμοποιούν στο κράτος καταγωγής τους. Η Εποπτική Αρχή δύναται να απαιτεί την προσθήκη στην επωνυμία ή στο διακριτικό τίτλο μιας επεξηγήσεως σε περίπτωση ύπαρξης κινδύνου σύγχυσης.
Article 3 "Ορισμοί (άρθρο 13 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ) Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί:"
1.  
    «Ασφαλιστική Επιχείρηση»: η επιχείρηση πρωτασφάλισης ζωής ή κατά ζημιών η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τα άρθρα 7 ή 10 και 11 του παρόντος ή, εφόσον πρόκειται για ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ
2.  
    «Εξαρτημένη Ασφαλιστική Επιχείρηση»: η ασφαλιστική επιχείρηση, ανήκουσα είτε σε χρηματοπιστωτική επιχείρηση εκτός από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή όμιλο ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων υπό την έννοια της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 170 του παρόντος, είτε σε μη χρηματοπιστωτική επιχείρηση, σκοπός της οποίας είναι η παροχή ασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκει, ή για τους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων του ομίλου του οποίου είναι μέλος η εξαρτημένη ασφαλιστική επιχείρηση
3.  
    «Ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας»: η ασφαλιστική επιχείρηση η οποία, αν είχε την καταστατική έδρα της εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα χρειαζόταν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ
4.  
    «Αντασφαλιστική Επιχείρηση»: η επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας για την άσκηση αντασφαλιστικών εργασιών σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11 του παρόντος ή, εφόσον πρόκειται για αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ
5.  
    «Εξαρτημένη Αντασφαλιστική Επιχείρηση»: η αντασφαλιστική επιχείρηση, ανήκουσα είτε σε χρηματοπιστωτική επιχείρηση εκτός από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ομίλου ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων υπό την έννοια της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 170 του παρόντος, είτε σε μη χρηματοπιστωτική επιχείρηση, σκοπός της οποίας είναι η παροχή αντασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκει, ή για τους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων του ομίλου του οποίου είναι μέλος η εξαρτημένη αντασφαλιστική επιχείρηση
6.  
    «Αντασφαλιστική Επιχείρηση Τρίτης Χώρας»: η αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία, εάν είχε την καταστατική έδρα της εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα χρειαζόταν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ
7.  
    «Αντασφάλιση»: η δραστηριότητα που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνων που εκχωρούνται από ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή από μια άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή, στην περίπτωση της ένωσης ασφαλιστών, που είναι γνωστή ως Llοyd’s, η δραστηριότητα που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνων που εκχωρούνται από οποιοδήποτε μέλος των Llοyd’s και αναλαμβάνονται από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση άλλη από την ένωση ασφαλιστών Llοyd’s
8.  
    «κράτος - μέλος Καταγωγής»: α) όσον αφορά στην ασφάλιση κατά ζημιών, το κράτος - μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει τον κίνδυνο, β) όσον αφορά στην ασφάλιση ζωής, το κράτος - μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησης που αναλαμβάνει την ασφαλιστική υποχρέωση, γ) όσον αφορά στην αντασφάλιση, το κράτος - μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική έδρα της αντασφαλιστικής επιχείρησης ή της ασφαλιστικής επιχείρησης που ασκεί αντασφαλιστικές δραστηριότητες
9.  
    «κράτος - μέλος Υποδοχής»: α) όσον αφορά στα υποκαταστήματα, το κράτος - μέλος, εκτός από το κράτος - μέλος καταγωγής, στο οποίο μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποκατάστημα, β) όσον αφορά στην παροχή υπηρεσιών, το κράτος - μέλος, εκτός από το κράτος - μέλος καταγωγής, στο οποίο μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση παρέχει υπηρεσίες. Για τις ασφαλίσεις ζωής και κατά ζημιών, κράτος - μέλος παροχής υπηρεσιών θεωρείται αντίστοιχα το κράτος - μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης ή το κράτος - μέλος στο οποίο βρίσκεται ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος, τόσο όταν η ασφάλιση ασκείται από την έδρα της επιχείρησης, όσο και όταν ασκείται από άλλου κράτους - μέλους υποκατάστημα αυτής.
10.  
    «Εποπτικές Αρχές»: οι εθνικές αρχές οι οποίες, δυνάμει νομοθετικής ή κανονιστικής ρύθμισης, είναι αρμόδιες να εποπτεύουν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Αρμόδια Ελληνική Εποπτική Αρχή είναι η Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία ανατίθεται το έργο της εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και της άσκησης των λοιπών αρμοδιοτήτων της βάσει των διατάξεων του παρόντος νόμου και του Καταστατικού της. Οι αρμοδιότητες εποπτείας της ιδιωτικής ασφάλισης ασκούνται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με το Καταστατικό της. Οι αρμοδιότητες αυτές μπορεί να εξειδικεύονται, ως προς τις λεπτομέρειες εφαρμογής τους, με περαιτέρω αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων ποινικών διατάξεων του παρόντος νόμου και του άρθρου 55Α του Καταστατικού της η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει τις διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 256 του παρόντος. Η παράγραφος 9 του άρθρου 256 του παρόντος ισχύει και για τα ανωτέρω σχετικά εξουσιοδοτημένα όργανα της Τράπεζας Της Ελλάδος, όπως και για τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης αυτής.
11.  
    «Υποκατάστημα»: το πρακτορείο ή υποκατάστημα ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο βρίσκεται σε άλλο κράτος - μέλος από το κράτος - μέλος καταγωγής της. Με υποκατάστημα εξομοιώνεται κάθε μόνιμη παρουσία ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στην Ελλάδα, που ασκείται μέσω απλού γραφείου το οποίο διευθύνεται από το προσωπικό της ίδιας της επιχείρησης, ή από ανεξάρτητο πρόσωπο, εντεταλμένο να ενεργεί μονίμως για την επιχείρηση όπως θα ενεργούσε ένα πρακτορείο.
12.  
    «Εγκατάσταση»: η καταστατική έδρα ή υποκατάστημα της επιχείρησης
13.  
    «κράτος - μέλος στο οποίο βρίσκεται ο κίνδυνος» (για ασφαλίσεις κατά ζημιών):
  1. το κράτος - μέλος στο οποίο βρίσκονται τα ασφαλιζόμενα περιουσιακά στοιχεία, όταν η ασφάλιση αφορά ακίνητα ή ακίνητα και το περιεχόμενό τους, στο μέτρο που το περιεχόμενο αυτών καλύπτεται από το ίδιο ασφαλιστήριο,
  2. το κράτος - μέλος καταχώρισης των ασφαλιζομένων μεταφορικών μέσων, όταν η ασφάλιση αφορά κάθε είδους μεταφορικά μέσα,
  3. το κράτος - μέλος στο οποίο ο αντισυμβαλλόμενος συνήψε τη σύμβαση, προκειμένου περί συμβάσεων διάρκειας μικρότερης ή ίσης των τεσσάρων μηνών οι οποίες αφορούν σε κινδύνους, οι οποίοι ανακύπτουν κατά τη διάρκεια ταξιδίου ή διακοπών, ανεξαρτήτως κλάδου ασφάλισης,
  4. σε όλες τις περιπτώσεις που δεν αναφέρονται στις ως άνω υπό α΄, β΄, και γ΄ περιπτώσεις το κράτος - μέλος όπου βρίσκεται η συνήθης διαμονή του αντισυμβαλλομένου ή, εάν ο αντισυμβαλλόμενος είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος - μέλος όπου βρίσκεται η αναφερόμενη στη σύμβαση εγκατάσταση του νομικού αυτού προσώπου
14.  
    «κράτος - μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης» (για ασφαλίσεις ζωής): το κράτος - μέλος, στο οποίο βρίσκεται η συνήθης διαμονή του αντισυμβαλλομένου, ή εάν ο αντισυμβαλλόμενος είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος - μέλος στο οποίο βρίσκεται η αναφερόμενη στη σύμβαση εγκατάσταση του εν λόγω αντισυμβαλλομένου
15.  
    «Μητρική Επιχείρηση»: η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251), ή, εφόσον πρόκειται για μητρική επιχείρηση με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ (L 193/18.7.1983).
16.  
    «Θυγατρική Επιχείρηση»: η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251), ή, εφόσον πρόκειται για θυγατρική επιχείρηση με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ (L 193/18.7.1983). Η θυγατρική της θυγατρικής θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών.
17.  
    «Στενοί Δεσμοί»: η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται με δεσμό ελέγχου, όπως ορίζεται στην περίπτωση (18) κατωτέρω ή μέσω συμμετοχής, όπως ορίζεται στην περίπτωση (20) κατωτέρω. Στενός δεσμός μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων δημιουργείται επίσης από μία κατάσταση όπου τα πρόσωπα αυτά συνδέονται μόνιμα με το ίδιο πρόσωπο με δεσμό ελέγχου.
18.  
    «Έλεγχος»: η σχέση που υφίσταται μεταξύ μητρικής επιχείρησης προς θυγατρική κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251), ή του άρθρου 1 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ (L 193/18.7.1983), ή οποιαδήποτε παρόμοια σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και επιχείρησης.
19.  
    «Συναλλαγή στο πλαίσιο Ομίλου (Ενδοομιλική)»: οποιαδήποτε συναλλαγή, συμβατική ή χωρίς σύμβαση, με τίμημα ή χωρίς, δυνάμει της οποίας μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αναμένει, άμεσα ή έμμεσα, την εκπλήρωση οποιασδήποτε παροχής ή υποχρέωσης από επιχείρηση του ιδίου ομίλου ή από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συνδέεται με επιχείρηση του εν λόγω ομίλου με στενούς δεσμούς
20.  
    «Συμμετοχή»: η άμεση ή έμμεση μέσω δεσμού ελέγχου κατοχή τουλάχιστον του 20% του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης
21.  
    «Ειδική Συμμετοχή»: η άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 10% του μετοχικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης, ή κάθε άλλη δυνατότητα άσκησης ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης αυτής. Για τον υπολογισμό της ειδικής συμμετοχής λαμβάνονται υπόψη τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 43 του παρόντος.
22.  
    «Οργανωμένη Αγορά»: α) στην Ελλάδα, η οριζόμενη στην παράγραφο 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/07 (Α΄ 195), β) σε άλλο κράτος - μέλος, η οριζόμενη στο σημείο 14 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, και γ) σε τρίτη χώρα, η αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων η οποία πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις: γα) είναι αναγνωρισμένη από το κράτος - μέλος καταγωγής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και πληροί προϋποθέσεις ανάλογες με εκείνες της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, και γβ) τα διαπραγματεύσιμα χρηματοπιστωτικά μέσα είναι ανάλογης ποιότητας προς εκείνα που διαπραγματεύονται στις οργανωμένες αγορές του κράτους - μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, και γγ) έχει οριστεί κατ’ εφαρμογή της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 59 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250).
23.  
    «Εθνικό Γραφείο Ασφαλίσεως»: το εθνικό γραφείο ασφαλίσεως της παραγράφου 3 του άρθρου 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ (L 103/24.4.1972) και για την Ελλάδα το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης του άρθρου 26 του κ.ν. 489/1976 (Α΄ 331).
24.  
    «Εθνικό Ταμείο Εγγυήσεως»: ο φορέας της παραγράφου 4 του άρθρου 1 της Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ και για την Ελλάδα το Επικουρικό Κεφάλαιο του άρθρου 16 του κ.ν. 489/1976 (Α΄ 331).
25.  
    «Χρηματοπιστωτική Επιχείρηση»: μία εκ των κάτωθι αναφερόμενων επιχείρηση ή οντότητα:
  1. πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών, όπως ορίζονται στα σημεία 1, 26 και 18 αντιστοίχως της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή των σημείων 1, 22 και 17 αντιστοίχως της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107),.
  2. ασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών, κατά την έννοια της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 212 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ή κατά την έννοια της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 170 του παρόντος,
  3. επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του σημείου 1 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ ή της ανώνυμης εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007 (Α΄ 195),.
  4. μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών (ΜΧΕΣ), κατά την έννοια της παραγράφου 15 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ ή της παραγράφου 15 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (Α΄ 84).
26.  
    «Φορέας Ειδικού Σκοπού»: οποιαδήποτε επιχείρηση, με εταιρική μορφή ή χωρίς, η οποία, χωρίς να έχει λάβει άδεια λειτουργίας ως ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αναλαμβάνει κινδύνους από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και χρηματοδοτεί πλήρως την έκθεσή της σε αυτούς με έσοδα από ομολογιακές εκδόσεις ή άλλους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς, όπου η επιστροφή κεφαλαίου, ήτοι η αποπληρωμή, των ομολογιούχων ή των εν γένει κατόχων των τίτλων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο των χρηματοδοτικών αυτών μηχανισμών, έπεται της ικανοποίησης των υποχρεώσεων αντασφάλισης που φέρει ο φορέας ειδικού σκοπού
27.  
    «Μεγάλοι κίνδυνοι» θεωρούνται:
  1. οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους κλάδους ασφαλίσεων κατά ζημιών 4 «Σιδηροδρομικά οχήματα», 5 «Αεροσκάφη», 6 «Πλοία» (θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη)», 7 «Μεταφερόμενα εμπορεύματα», 11 «Αστική ευθύνη από αεροσκάφη» και 12 «Αστική ευθύνη από θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη» της ταξινόμησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος,
  2. οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους κλάδους ασφαλίσεων κατά ζημιών 14 «Πιστώσεις» και 15 «Εγγυήσεις» της ταξινόμησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, όταν ο αντισυμβαλλόμενος ασκεί κατ’ επάγγελμα βιομηχανική ή εμπορική δραστηριότητα ή ελεύθερο επάγγελμα και ο κίνδυνος σχετίζεται με τη δραστηριότητα αυτή,
  3. οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους κλάδους ασφαλίσεων κατά ζημιών 3 «Χερσαία οχήματα (εκτός σιδηροδρομικών)», 8 «Πυρκαϊά και στοιχεία της φύσεως», 9 «Λοιπές ζημίες αγαθών», 10 «Αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα», 13 «Γενική αστική ευθύνη», 16 «Διάφορες χρηματικές απώλειες» της ταξινόμησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος πληροί δύο τουλάχιστον από τα ακόλουθα τρία αριθμητικά κριτήρια:
    • διαθέτει σύνολο ισολογισμού άνω των έξι εκατομμυρίων διακοσίων χιλιάδων (6.200.000) ευρώ,.
    • διαθέτει καθαρό ποσό κύκλου εργασιών, κατά την έννοια της Οδηγίας78/660/ΕΟΚ ή του Παραρτήματος Α΄ του ν. 4308/2014 (Α΄ 251) άνω των δώδεκα εκατομμυρίων οχτακοσίων χιλιάδων (12.800.000) ευρώ,.
    • απασχολεί, κατά μέσο όρο, πάνω από 250 άτομα κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους.
    • Εάν ο αντισυμβαλλόμενος μετέχει σε σύνολο επιχειρήσεων που καταρτίζουν ενοποιημένους λογαριασμούς σύμφωνα με την Οδηγία 83/349/ΕΟΚ ή του παραρτήματος Α΄ του ν. 4308/2014 (Α΄ 251), η συνδρομή των κριτηρίων που παρατίθενται στην ανωτέρω περίπτωση γ΄ ελέγχεται βάσει των ενοποιημένων αυτών λογαριασμών.
28.  
    «Εξωτερική Ανάθεση (Εξωπορισμός)»: συμφωνία, οποιασδήποτε μορφής, μεταξύ μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και ενός παρόχου υπηρεσιών, υποκείμενου ή όχι σε εποπτεία, με την οποία ο εν λόγω πάροχος αναλαμβάνει, άμεσα ή ως υπεργολάβος, τη διεκπεραίωση διαδικασιών, την παροχή υπηρεσιών ή την εκτέλεση δραστηριοτήτων, που διαφορετικά θα είχαν διενεργηθεί από την ίδια την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση. Η έννοια της εξωτερικής ανάθεσης περιλαμβάνει και τις συμφωνίες ή διακανονισμούς της παραγράφου 4 του άρθρου 48 του παρόντος.
29.  
    «Λειτουργία»: κάθε αρμοδιότητα διοίκησης, διαχείρισης, εκπροσώπησης ή ελέγχου συγκεκριμένων εργασιών μίας επιχείρησης εντός ενός ενιαίου συστήματος διακυβέρνησης. Το σύστημα διακυβέρνησης περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστο τις ακόλουθες βασικές λειτουργίες: α) τη λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, β) τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης, γ) τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου και δ) την αναλογιστική λειτουργία. Ως κρίσιμες ή σημαντικές λειτουργίες θεωρούνται κατ’ ελάχιστον οι ως άνω βασικές λειτουργίες.
30.  
    «Κίνδυνος Ανάληψης Ασφαλίσεων» (Ασφαλιστικός Κίνδυνος): ο κίνδυνος ζημίας ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, λόγω ακατάλληλων παραδοχών κατά την τιμολόγηση και το σχηματισμό προβλέψεων
31.  
    «Κίνδυνος Αγοράς»: ο κίνδυνος ζημίας ή δυσμενούς χρηματοοικονομικής μεταβολής, που απορρέει, άμεσα ή έμμεσα, από τις διακυμάνσεις στο επίπεδο και στη μεταβλητότητα των τιμών αγοράς των στοιχείων του ενεργητικού ή του παθητικού και των χρηματοπιστωτικών μέσων
32.  
    «Πιστωτικός Κίνδυνος»: ο κίνδυνος ζημίας ή δυσμενούς χρηματοοικονομικής μεταβολής, που απορρέει από διακυμάνσεις στην πιστοληπτική κατάσταση των εκδοτών των χρηματοπιστωτικών μέσων ως και των εν γένει αντισυμβαλλομένων και οφειλετών προς τους οποίους οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι εκτεθειμένες. Ο εν λόγω κίνδυνος εκδηλώνεται είτε ως κίνδυνος μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης από αντισυμβαλλόμενο (κίνδυνος αθέτησης) είτε ως κίνδυνος πιστωτικού περιθωρίου είτε ως κίνδυνος συγκέντρωσης κινδύνων αγοράς.
33.  
    «Επιλέξιμος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος»: ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που είτε έχει εξουσιοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201) είτε έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού.
34.  
    «Λειτουργικός κίνδυνος»: ο κίνδυνος ζημίας, είτε λόγω ανεπαρκειών και ελλείψεων στις εσωτερικές διαδικασίες, στα μηχανογραφικά και λοιπά λειτουργικά συστήματα ή στο ανθρώπινο δυναμικό είτε λόγω δυσμενών εξωτερικών παραγόντων,
35.  
    «Κίνδυνος Ρευστότητας»: ο κίνδυνος αδυναμίας της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης να εκποιήσει επενδύσεις και άλλα περιουσιακά στοιχεία προκειμένου να προβεί στο διακανονισμό των οικονομικών της υποχρεώσεων όταν αυτές καταστούν απαιτητές
36.  
    «Κίνδυνος Συγκέντρωσης»: όλες οι εκθέσεις στον κίνδυνο με ενδεχόμενη ζημία αρκετά σημαντική, σε βαθμό που να απειλείται η φερεγγυότητα ή η χρηματοοικονομική κατάσταση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης
37.  
    «Τεχνικές Μετριασμού του Κινδύνου»: όλες οι τεχνικές οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα στην ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση να μεταβιβάζει τμήμα ή όλους τους κινδύνους της σε τρίτα μέρη
38.  
    «Αποτελέσματα Διαφοροποίησης»: η μείωση της έκθεσης στον κίνδυνο ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων, που σχετίζεται με τη διαφοροποίηση των εργασιών τους και απορρέει από το γεγονός ότι το δυσμενές αποτέλεσμα από κάποιο κίνδυνο μπορεί να αντισταθμιστεί από το ευνοϊκότερο αποτέλεσμα ενός άλλου κινδύνου, όταν οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι πλήρως συσχετισμένοι μεταξύ τους
39.  
    «Προβλεπτική Πιθανοθεωρητική Κατανομή»: μαθηματική συνάρτηση η οποία αποδίδει μια πιθανότητα επέλευσης σε ένα εξαντλητικό σύνολο αμοιβαία αποκλειόμενων μελλοντικών γεγονότων
40.  
    «Μέτρο Κινδύνου»: μαθηματική συνάρτηση η οποία αποδίδει μία χρηματική τιμή σε μια δεδομένη προβλεπτική πιθανοθεωρητική κατανομή και αυξάνεται μονοτονικά με το επίπεδο έκθεσης στον κίνδυνο στον οποίο στηρίζεται η εν λόγω προβλεπτική πιθανοθεωρητική κατανομή
41.  
    «Εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικών αξιολογήσεων» ή «ΕCΑΙ»: οργανισμός αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ο οποίος είναι εγγεγραμμένος ή πιστοποιημένος σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (ΕΕ L 302), ή κεντρική τράπεζα η οποία εκδίδει πιστωτικές διαβαθμίσεις που εξαιρούνται από την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού.
42.  
    Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων ή «ΕΑΑΕΣ»: η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων που έχει συσταθεί με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
Article 4 "Κλάδοι ασφαλίσεων κατά ζημιών (άρθρα 2, 197 και Παραρτήματα Ι και V της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Οι ασφαλίσεις κατά ζημιών ταξινομούνται στους ακόλουθους κλάδους ανάλογα με τον κίνδυνο που καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση:
  1. Κλάδος 1 «Ατυχήματα» (συμπεριλαμβανομένων των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών).
  2. Περιλαμβάνει τα εξής:
  3. 1.1 κατ’ αποκοπήν παροχές 1.2 περιοδικές παροχές αποζημιώσεων 1.3 συνδυασμούς των ανωτέρω 1.4 μεταφερόμενα πρόσωπα.
  4. Κλάδος 2 «Ασθένειες»:
  5. Περιλαμβάνει τα εξής:
  6. 2.1. περιοδικές παροχές 2.2. κατ’ αποκοπήν παροχές 2.3. συνδυασμούς των ανωτέρω.
  7. Κλάδος 3 «Χερσαία οχήματα» (εκτός σιδηροδρομικών):
  8. Καλύπτει κάθε ζημία, την οποία υφίστανται αυτοκινούμενα και μη, χερσαία οχήματα εκτός των σιδηροδρομικών
  9. Κλάδος 4 «Σιδηροδρομικά οχήματα»:
  10. Καλύπτει κάθε ζημία, την οποία υφίστανται τα σιδηροδρομικά οχήματα
  11. Κλάδος 5 «Αεροσκάφη»:
  12. Καλύπτει κάθε ζημία την οποία υφίστανται αεροσκάφη
  13. Κλάδος 6 «Πλοία» (θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη):
  14. Καλύπτει κάθε ζημία, την οποία υφίστανται:
  15. 6.1. ποτάμια σκάφη 6.2. λιμναία σκάφη 6.3. θαλάσσια σκάφη/ πλοία,.
  16. Κλάδος 7 «Μεταφερόμενα εμπορεύματα» (συμπεριλαμβανομένων των εμπορευμάτων, αποσκευών και κάθε άλλου αγαθού):
  17. Καλύπτει κάθε ζημία την οποία υφίστανται τα μεταφερόμενα εμπορεύματα, περιλαμβανομένων αποσκευών και κάθε άλλου αγαθού, ανεξαρτήτως του μεταφορικού μέσου
  18. Κλάδος 8 «Πυρκαϊά και στοιχεία της φύσεως»:
  19. Καλύπτει κάθε ζημία που υφίστανται αγαθά, εξαιρουμένων των αγαθών που περιλαμβάνονται στους κλάδους 3, 4, 5, 6 και 7 ανωτέρω, εφόσον προξενείται από:
  20. 8.1. πυρκαϊά, 8.2. έκρηξη, 8.3. θύελλα, 8.4. στοιχεία της φύσεως άλλα εκτός θυέλλης, 8.5. πυρηνική ενέργεια και 8.6. καθίζηση του εδάφους.
  21. Κλάδος 9 «Λοιπές ζημίες αγαθών»:
  22. Καλύπτει κάθε ζημία που υφίστανται αγαθά, εξαιρουμένων των αγαθών που περιλαμβάνονται στους κλάδους 3, 4, 5, 6 και 7 ανωτέρω, εφόσον προξενήθηκε από χαλάζι ή παγετό, καθώς και από κάθε άλλο συμβάν, όπως επί παραδείγματι κλοπή, εκτός των συμβάντων που υπάγονται στον κλάδο 8
  23. Κλάδος 10 «Αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα»:
  24. Καλύπτει κάθε είδους αστική ευθύνη, που προκύπτει από τη χρήση χερσαίων αυτοκινήτων οχημάτων, συμπεριλαμβανομένης της ευθύνης του μεταφορέως
  25. Κλάδος 11 «Αστική ευθύνη από αεροσκάφη»:
  26. Καλύπτει κάθε είδους αστική ευθύνη, που προκύπτει από τη χρήση αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένης της ευθύνης του μεταφορέως
  27. Κλάδος 12 «Αστική ευθύνη από θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη»:
  28. Καλύπτει κάθε είδους αστική ευθύνη, που προκύπτει από τη χρήση θαλάσσιων, λιμναίων ή ποτάμιων σκαφών, συμπεριλαμβανομένης της ευθύνης του μεταφορέως
  29. Κλάδος 13 «Γενική αστική ευθύνη»:
  30. Καλύπτει κάθε είδους αστική ευθύνη που δεν εμπίπτει στους κλάδους 10 έως 12 ανωτέρω
  31. Κλάδος 14 «Πιστώσεις»:
  32. Στον ως άνω κλάδο, ο ασφαλιστής έναντι ασφαλίστρου καλύπτει τον ασφαλισμένο για ζημία την οποία αυτός πιθανόν να υποστεί ως αποτέλεσμα της αποτυχίας ενός ή περισσοτέρων οφειλετών του να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς αυτόν (ασφαλισμένο).
  33. Καλύπτει τα εξής:
  34. 14.1. γενική αφερεγγυότητα, 14.2. εξαγωγικές πιστώσεις (αφορά εξαγωγικές πιστώσεις που δεν γίνονται για λογαριασμό ή με την υποστήριξη του Κράτους), 14.3. πωλήσεις με δόσεις, 14.4. ενυπόθηκες πιστώσεις, 14.5. αγροτικές πιστώσεις.
  35. Κλάδος 15 «Εγγυήσεις»:
  36. Στον ως άνω κλάδο ο ασφαλιστής έναντι ασφαλίστρου εγγυάται για τον ασφαλισμένο την εκτέλεση από αυτόν των συμβατικών του υποχρεώσεων.
  37. Περιλαμβάνει:
  38. 15.1. άμεσες εγγυήσεις 15.2. έμμεσες εγγυήσεις.
  39. Κλάδος 16 «Διάφορες χρηματικές απώλειες»:
  40. Καλύπτει διάφορες χρηματικές απώλειες που προκαλούνται από κινδύνους, όπως:
  41. 16.1. κίνδυνος απώλειας επαγγελματικής απασχόλησης, 16.2. γενική ανεπάρκεια εισοδήματος, 16.3. κακοκαιρία, 16.4. απώλεια κερδών, 16.5. τρέχοντα γενικά έξοδα, 16.6. απρόβλεπτες εμπορικές δαπάνες, 16.7. απώλεια / μείωση αγοραίας αξίας, 16.8. απώλεια μισθωμάτων ή εισοδημάτων, 16.9. έμμεσες εμπορικές απώλειες εκτός από αυτές που ήδη αναφέρθηκαν 16.10. μη εμπορικές οικονομικές απώλειες, 16.11. λοιπές οικονομικές απώλειες.
  42. Κλάδος 17 «Νομική προστασία»:
  43. Περιλαμβάνει την ανάληψη δικαστικών εξόδων και την παροχή νομικής προστασίας
  44. Κλάδος 18 «Βοήθεια»:
  45. Περιλαμβάνει την ανάληψη της υποχρέωσης άμεσης παροχής βοήθειας, στις περιπτώσεις και με τους όρους που προβλέπει σύμβαση, σε χρήμα ή σε είδος, έναντι προηγούμενης καταβολής ασφαλίστρου, προς πρόσωπα, που περιέρχονται σε δυσχερή θέση κατά τη διάρκεια μετακινήσεων ή απουσίας από την κατοικία ή από τον τόπο συνήθους διαμονής τους είτε υπό άλλες περιστάσεις ανεξάρτητα από μετακίνηση ή απουσία.
  46. Η σε είδος παροχή βοήθειας είναι δυνατόν να συνίσταται και στην χρησιμοποίηση του προσωπικού και του εξοπλισμού που ανήκουν σε αυτόν που παρέχει την βοήθεια.
  47. Δεν συνιστούν υπηρεσίες βοήθειας οι υπηρεσίες συντήρησης ή διατήρησης, η εξυπηρέτηση μετά την πώληση, ούτε η απλή υπόδειξη ή πρόβλεψη παροχής βοήθειας ως μεσολάβηση.
2.  
    Όταν η άδεια λειτουργίας παρέχεται συγχρόνως για περισσότερους από τους ακόλουθους κλάδους, φέρει τις εξής ονομασίες:
  1. για τους Κλάδους 1 και 2:
  2. «Ατυχήματα και Ασθένειες»,
  3. για τους Κλάδους 1.4., 3, 7 και 10:
  4. «Ασφάλιση αυτοκινήτων»,.
  5. για τους Κλάδους 1.4., 4, 6, 7 και 12:
  6. «Ασφάλιση θαλάσσης και μεταφορών»,.
  7. για τους Κλάδους 1.4., 5, 7 και 11:
  8. «Ασφάλιση αεροσκαφών»,.
  9. για τους Κλάδους 8 και 9:
  10. «Πυρκαϊές και λοιπές ζημίες σε αγαθά»,
  11. για τους Κλάδους 10, 11, 12 και 13:
  12. «Αστική ευθύνη»,
  13. για τους Κλάδους 14 και 15:
  14. «Πιστώσεις και εγγυήσεις»,
  15. για όλους τους Κλάδους:
  16. «Γενικών Ασφαλίσεων Ζημιών».
  17. Η Εποπτική Αρχή ενημερώνει όλα τα κράτη μέλη, καθώς και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη χρήση της ονομασίας του σημείου η΄ της παρούσας παραγράφου.
Article 5
1.  
    Κλάδοι ασφαλίσεων ζωής (άρθρο 2 και Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Οι ασφαλίσεις ζωής ταξινομούνται στους ακόλουθους κλάδους ασφαλιστικών εργασιών των περιπτώσεων α΄ ως δ΄ του παρόντος και εργασιών διαχείρισης των περιπτώσεων ε΄ ως θ΄ του παρόντος, ανάλογα με τα προβλεπόμενα στην ασφαλιστική σύμβαση: α) Κλάδος Ι – «Ασφαλίσεις ζωής»: Περιλαμβάνει:Ι.1. ασφαλίσεις επιβίωσης ή θανάτου, μεικτές ασφαλίσεις, ασφαλίσεις ζωής με επιστροφή του ασφαλίστρου, Ι.2. ασφαλίσεις προσόδων, Ι.3. επιπλέον ασφαλίσεις, όπως ιδίως σωματικών βλαβών, περιλαμβανομένης και της ανικανότητας για επαγγελματική εργασία, θανάτου συνεπεία ατυχήματος, αναπηρίας συνεπεία ατυχήματος ή ασθένειας, εφόσον συνάπτονται συμπληρωτικά στις ασφαλίσεις ζωής των κλάδων Ι.1, Ι.2, ΙΙ και ΙΙΙ, β) Κλάδος ΙΙ – «Ασφαλίσεις γάμου και γεννήσεως». γ) Κλάδος ΙΙΙ – «Ασφαλίσεις ζωής συνδεδεμένες με επενδύσεις»: Περιλαμβάνει ασφαλίσεις των Κλάδων Ι.1., Ι.2. και ΙΙ οι οποίες συνδέονται με επενδυτικά κεφάλαια. δ) Κλάδος ΙV – «Διαρκής ασφάλιση ασθένειας»: Αφορά σε τύπους διαρκούς ασφάλισης ασθενείας, μη υποκείμενης σε ακύρωση από τον ασφαλιστή. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής καθορίζονται τα χαρακτηριστικά των ασφαλίσεων αυτών ανάλογα προς τα ισχύοντα για τις εν λόγω ασφαλίσεις στην Ιρλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. ε) Κλάδος V – «Τοντίνες»: Αφορά σε εργασίες, που συνεπάγονται τη δημιουργία ομάδων, στις οποίες συμμετέχουν τα μέλη με σκοπό την από κοινού κεφαλαιοποίηση των εισφορών τους και τη διανομή του συγκροτούμενου κεφαλαίου, είτε μεταξύ των επιζόντων, είτε των κληρονόμων των αποθανόντων. στ) Κλάδος VΙ – «Εργασίες κεφαλαιοποίησης»: Αφορά σε εργασίες με τις οποίες η επιχείρηση αναλαμβάνει, επί τη βάσει αναλογιστικών υπολογισμών, ασφαλιστικές υποχρεώσεις για ορισμένο χρονικό διάστημα και για ορισμένο ποσό έναντι προκαθορισμένων, εφάπαξ ή περιοδικών, καταβολών από τον αντισυμβαλλόμενο. ζ) Κλάδος VΙΙ – «Διαχείριση συλλογικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων ή οργανισμών»: Περιλαμβάνει:(1) εργασίες διαχειρίσεως συλλογικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων ή οργανισμών που καταβάλλουν παροχές σε περιπτώσεις θανάτου, επιβίωσης, διακοπής ή μείωσης της απασχόλησης, οι οποίες περιλαμβάνουν τη διαχείριση επενδύσεων και ειδικότερα όσων στοιχείων του ενεργητικού των κεφαλαίων ή οργανισμών αυτών αντιστοιχούν στα αποθεματικά τους, (2) οι εργασίες του σημείου (1) ανωτέρω, όταν συνοδεύονται με ασφαλιστική εγγύηση που περιλαμβάνει είτε τη διατήρηση του κεφαλαίου είτε καταβολή ελάχιστης απόδοσης. η) Κλάδος VΙΙΙ – «Ασφαλίσεις του γαλλικού ασφαλιστικού κώδικα»: Περιλαμβάνει εργασίες ασφάλισης ζωής σύμφωνα με τον τίτλο 4 του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου ΙV του γαλλικού ασφαλιστικού κώδικα. θ) Κλάδος ΙΧ – «Εργασίες κοινωνικής ασφάλισης»: Περιλαμβάνει εργασίες που εξαρτώνται από τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, ορίζονται ή προβλέπονται από την περί κοινωνικής ασφάλισης εθνική νομοθεσία ή νομοθεσία άλλου κράτους - μέλους και ασκούνται ή τις διαχειρίζονται ασφαλιστικές επιχειρήσεις ζωής, οι οποίες αναλαμβάνουν πλήρως τον κίνδυνο των εν λόγω ασφαλίσεων.
Article 6
1.  
    Εξαιρούμενες επιχειρήσεις και οργανισμοί (άρθρα 3, 10 και 12 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Στις διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εντάσσονται: α) φορείς υπαγόμενοι στο εθνικό σύστημα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, β) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες από τις 10 Δεκεμβρίου του 2007, έχουν παύσει να συνάπτουν νέες συμβάσεις αντασφάλισης και ασχολούνται αποκλειστικά με τη διαχείριση του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου, με σκοπό την παύση των δραστηριοτήτων τους. Η Εποπτική Αρχή καταρτίζει κατάλογο των επιχειρήσεων αυτών και τον γνωστοποιεί στις εποπτικές αρχές όλων των άλλων κρατών - μελών, γ) οργανισμοί που εγγυώνται αποκλειστικά την καταβολή παροχών σε περίπτωση θανάτου, εφόσον το ύψος των παροχών αυτών δεν υπερβαίνει την μέση αξία των εξόδων κηδείας για κάθε θάνατο ή εφόσον οι παροχές αυτές καταβάλλονται σε είδος.
Article 7 "Ειδικές περιπτώσεις συνεταιρισμών Ειδικές περιπτώσεις λόγω μεγέθους (άρθρα 4 και 7 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Στους αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς που ασκούν δραστηριότητες ασφάλισης κατά ζημιών και έχουν συνάψει με άλλο αλληλασφαλιστικό συνεταιρισμό σύμβαση είτε για συνολική αντασφάλιση όλων των συναπτόμενων από αυτούς ασφαλίσεων είτε για υποκατάσταση του εκδοχέα συνεταιρισμού στον εκχωρητή συνεταιρισμό για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τις εν λόγω ασφαλίσεις, υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 12 του παρόντος. Ο αντασφαλίζων ή ο εκδοχέας αλληλασφαλιστικός συνεταιρισμός του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και οι αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισμοί που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, εμπίπτουν στο σύνολο των διατάξεων του παρόντος νόμου.
2.  
    Επίσης, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12 του παρόντος σε ασφαλιστική επιχείρηση που πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις, εφεξής καλούμενη ως εξαιρουμένη λόγω μεγέθους:
  1. τα ακαθάριστα ετήσια εγγεγραμμένα ασφάλιστρά της δεν υπερβαίνουν τα πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ,.
  2. οι συνολικές τεχνικές προβλέψεις της επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 51 του παρόντος, μη λαμβανομένων υπόψη των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, δεν υπερβαίνουν τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) ευρώ,.
  3. αν η επιχείρηση ανήκει σε όμιλο, οι συνολικές τεχνικές προβλέψεις του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 51 του παρόντος, μη λαμβανομένων υπόψη των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, δεν υπερβαίνουν τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) ευρώ,.
  4. οι δραστηριότητες της επιχείρησης δεν περιλαμβάνουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες που να καλύπτουν κινδύνους ασφάλισης αστικής ευθύνης ή πιστώσεων και εγγυήσεων, εκτός εάν συνιστούν παρεπόμενους κινδύνους κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του παρόντος,
  5. οι τυχόν αντασφαλιστικές εργασίες της επιχείρησης αντιστοιχούν σε ετήσιο έσοδο μικρότερο από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ σε όρους ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων και σε συνολική τεχνική πρόβλεψη μικρότερη των δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων (2.500.000) ευρώ και σε ποσοστό μικρότερο του 10% των συνολικών ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων και σε ποσοστό μικρότερο του 10% του συνόλου των τεχνικών της προβλέψεων.
  6. Για τους υπολογισμούς της παρούσας περίπτωσης δεν λαμβάνονται υπόψη τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού,.
  7. η ασφαλιστική επιχείρηση δεν παρέχει υπηρεσίες σε άλλα κράτη μέλη, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Η΄ του Πρώτου Μέρους του παρόντος
3.  
    Εάν οποιοδήποτε από τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος υπερκαλυφθεί επί τρία συνεχή έτη, τότε η επιχείρηση υπάγεται στο σύνολο των διατάξεων του παρόντος νόμου από το τέταρτο έτος (άρση εξαίρεσης λόγω μεγέθους)
4.  
    Κατά παρέκκλιση των οριζομένων στην παράγραφο 2 του παρόντος, εφαρμόζεται το σύνολο των διατάξεων του παρόντος νόμου σε επιχειρήσεις (χαρακτηριζόμενες ως μη εξαιρούμενες λόγω μεγέθους) που ζητούν άδεια λειτουργίας για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εργασίες, εφόσον τα ετήσια ακαθάριστα εγγεγραμμένα ασφάλιστρα ή οι ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις, μη λαμβανομένων υπόψη των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, αναμένεται να υπερβούν εντός των επόμενων πέντε ετών τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος
5.  
    Μη εξαιρουμένη λόγω μεγέθους ασφαλιστική επιχείρηση που δεν παρέχει υπηρεσίες σε άλλα κράτη - μέλη, είτε με εγκατάσταση είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παύει να υπάγεται στο σύνολο των διατάξεων του παρόντος νόμου, υπαγόμενη πλέον στις διατάξεις του άρθρου 12 του παρόντος (εξαιρείται λόγω μεγέθους), εφόσον η Εποπτική Αρχή, με απόφασή της επαληθεύσει, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της επιχείρησης, ότι πληρούνται και οι δύο κατωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις:
  1. οποιοδήποτε από τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 2 δεν υπερκαλύπτεται κατά τα τρία τουλάχιστον τελευταία συνεχή έτη, και
  2. οποιοδήποτε από τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 2 δεν αναμένεται να υπερκαλυφθεί εντός των επόμενων πέντε ετών
6.  
    Εξαιρουμένη λόγω μεγέθους ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να υποβάλλει στην Εποπτική Αρχή αίτηση για εκούσια υπαγωγή της στο σύνολο των διατάξεων του νόμου αυτού (εκούσια άρση εξαίρεσης λόγω μεγέθους)
7.  
    Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος και επιθυμούν να χαρακτηριστούν ως αρχικά εξαιρούμενες λόγω μεγέθους ασφαλιστικές επιχειρήσεις μέχρι την 31.12.2015, υποβάλλουν υποχρεωτικά σχετική αίτηση προς την Εποπτική Αρχή το αργότερο μέχρι την 31.3.2016. Η Εποπτική Αρχή αποφασίζει για την ανωτέρω αίτηση επί τη βάσει των κριτηρίων της παραγράφου 2 του παρόντος, θεωρώντας ως τεχνικές προβλέψεις του άρθρου 51 του παρόντος το σύνολο των τεχνικών αποθεμάτων που σχημάτισε η επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν.δ 400/1970 (Α΄ 10) κατά την 31.12.2014. Σε περίπτωση θετικής απόφασης ή σε περίπτωση έλλειψης απόφασης μέχρι την 31.5.2016 οι ανωτέρω επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται ως αρχικά εξαιρούμενες ασφαλιστικές επιχειρήσεις επί των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12 του παρόντος. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν υπέβαλλαν αίτηση μέχρι την 31.3.2016 ή η Εποπτική Αρχή αποφάσισε αρνητικά επί της σχετικής αίτησης μέχρι την 31.5.2016 χαρακτηρίζονται ως μη εξαιρούμενες λόγω μεγέθους και υπάγονται στο σύνολο των διατάξεων του παρόντος νόμου. Αιτήσεις εξαίρεσης που υποβάλλονται μετά την 31.3.2016 ελέγχονται από την Εποπτική Αρχή ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραγράφου 5 του παρόντος.
8.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα ετήσια προς αυτή υποβαλλόμενα οικονομικά και λοιπά στοιχεία για τον έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος και το περιεχόμενο των αιτήσεων των παραγράφων 5, 6 και 7 παρόντος άρθρου
Article 8 "Εξαιρούμενες ασφαλίσεις κατά ζημιών (άρθρα 5 και 6 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Αναφορικά με τις ασφαλίσεις κατά ζημιών, ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες εργασίες:
  1. σε ειδικές εργασίες κεφαλαιοποιήσεως, όπως ορίζονται από το δίκαιο κάθε κράτους - μέλους,
  2. στις εργασίες των ιδρυμάτων προνοίας και αλληλοβοηθείας, οι παροχές των οποίων ποικίλλουν ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους και στους οποίους η εισφορά των μελών καθορίζεται βάσει σταθερού ποσοστού, όπως ορίζονται από το δίκαιο κάθε κράτους - μέλους,
  3. στις εργασίες που πραγματοποιούνται από οργανισμό ο οποίος δεν έχει νομική προσωπικότητα και του οποίου το αντικείμενο συνίσταται στην αλληλασφάλιση των μελών του, άνευ πληρωμής ασφαλίστρων και άνευ δημιουργίας τεχνικών προβλέψεων, όπως ορίζονται από το δίκαιο κάθε κράτους - μέλους,
  4. στις εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων για λογαριασμό ή με την εγγύηση του Κράτους ή όταν το Κράτος είναι ο ασφαλιστής,
  5. στις εργασίες βοήθειας, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
    • η βοήθεια παρέχεται σε περίπτωση ατυχήματος ή βλάβης οδικού οχήματος που συμβαίνει στην Ελλάδα,
    • η παροχή περιορίζεται στις εξής εργασίες:
    • εβα) στην επιτόπου επισκευή, για την οποία ο παρέχων τη βοήθεια χρησιμοποιεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, δικό του προσωπικό και υλικό, εββ) στη μεταφορά του οχήματος μέχρι τον πλησιέστερο ή καταλληλότερο τόπο διενέργειας της επισκευής, ενδεχομένως δε και στη μεταφορά, κατά κανόνα με το ίδιο μέσο βοήθειας, του οδηγού ή και των επιβατών, μέχρι τον πλησιέστερο τόπο απ’ όπου θα μπορέσουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους με άλλα μέσα, εβγ) στη μεταφορά του οχήματος, ενδεχομένως μαζί με τον οδηγό και τους επιβάτες, μέχρι την κατοικία τους, το σημείο εκκίνησης ή τον αρχικό τους προορισμό, εντός της Ελλάδας,
    • η βοήθεια δεν παρέχεται από επιχείρηση που υπάγεται στον παρόντα νόμο
2.  
    Ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στη δραστηριότητα βοήθειας ακόμη και εάν δεν συντρέχει η υποπερίπτωση εα΄ της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του παρόντος όσον αφορά στα εδάφια εβα΄ και εββ΄ της υποπερίπτωσης εβ΄ της ιδίας περίπτωσης, εφόσον ο δικαιούχος της βοήθειας είναι μέλος οργανισμού και η επισκευή ή η μεταφορά του οχήματος πραγματοποιείται μετά από απλή επίδειξη της ταυτότητας μέλους, χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση από ανάλογο οργανισμό του κράτους - μέλους όπου συνέβη το ατύχημα ή η βλάβη, βάσει συμφωνίας αμοιβαιότητας
Article 9 "Εξαιρούμενες ασφαλίσεις ζωής και αντασφαλίσεις (άρθρα 9 και 11 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Αναφορικά με τις ασφαλίσεις ζωής, ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες εργασίες και δραστηριότητες:
  1. στις εργασίες των ιδρυμάτων προνοίας και αλληλοβοηθείας, οι παροχές των οποίων ποικίλλουν ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους, και στους οποίους η εισφορά των μελών καθορίζεται με σταθερό ποσοστό, όπως ορίζονται από το δίκαιο κάθε κράτους - μέλους,
  2. στις εργασίες που διενεργούνται από άλλους οργανισμούς, εκτός των επιχειρήσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του παρόντος, σκοπός των οποίων είναι η καταβολή παροχών σε εργαζομένους, μισθωτούς ή μη, που ανήκουν σε μια επιχείρηση ή σε έναν όμιλο επιχειρήσεων ή σε μία επαγγελματική κατηγορία ή σε ομάδα επαγγελματικών κατηγοριών, σε περίπτωση θανάτου, επιβιώσεως ή διακοπής ή μείωσης της απασχόλησης, είτε οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εργασίες αυτές καλύπτονται εξ ολοκλήρου και ανά πάσα στιγμή από τις μαθηματικές προβλέψεις είτε όχι, όπως ορίζονται από το δίκαιο κάθε κράτους - μέλους,
2.  
    Ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στις δραστηριότητες αντασφάλισης που ασκούνται ή τις οποίες εγγυάται πλήρως, η ελληνική κυβέρνηση ή κυβέρνηση άλλου κράτους - μέλους όταν αυτή ενεργεί, για λόγους ουσιώδους δημοσίου συμφέροντος, με την ιδιότητα του αντασφαλιστή τελευταίου βαθμού, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου ο ρόλος αυτός απαιτείται από τις συνθήκες της αγοράς, λόγω των οποίων καθίσταται ανέφικτη η ανάληψη του αντασφαλιστικού κινδύνου από ιδιωτικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις
CHAPTER
ΑΝΑΛΗΨΗ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Article 10 "Απαγόρευση άσκησης ασφάλισης και αντασφάλισης χωρίς προηγούμενη άδεια (άρθρα 14 και 15 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κεφαλαίου Η’ του Πρώτου Μέρους του παρόντος «Ελευθερία Εγκατάστασης και ελεύθερη παροχή υπηρεσιών», η άσκηση δραστηριότητας πρωτασφάλισης ή αντασφάλισης που εμπίπτει στον παρόντα νόμο υπόκειται σε προηγούμενη χορήγηση αδείας από την Εποπτική Αρχή η οποία ισχύει για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ενιαία άδεια) σε περίπτωση που η ενδιαφερόμενη επιχείρηση πρόκειται να ασκήσει τις δραστηριότητές της σε άλλο κράτος - μέλος, είτε με καθεστώς εγκατάστασης, είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
2.  
    Με την επιφύλαξη των οριζομένων στα άρθρα 6, 8 και 9 του παρόντος, η καθ’ οιονδήποτε τρόπο κατ’ επάγγελμα άσκηση εργασιών ασφάλισης ζωής ή κατά ζημιών ή αντασφάλισης στην Ελλάδα επιτρέπεται μόνο στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του παρόντος, κατά τις διακρίσεις που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία και την άδεια λειτουργίας τους
3.  
    Όποιος ασκεί ασφάλιση ή αντασφάλιση ή μεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης κατά παράβαση της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται, πλέον των αναφερομένων στον παρόντα νόμο διοικητικών προστίμων, και με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, οι δε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις είναι άκυρες. Σε περίπτωση που η ασφάλιση ή αντασφάλιση ασκείται από νομικό πρόσωπο, με την ποινή της παρούσας παραγράφου τιμωρείται όποιος ασκεί διοίκηση ή διαχείριση στο νομικό πρόσωπο. Η ακυρότητα δεν μπορεί να προταθεί εις βάρος των καλόπιστων συναλλασσομένων.
Article 11 "Άδεια λειτουργίας - Γενικά (άρθρα 14, 15, 25 και 73 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 3 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)"
1.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 48 του παρόντος, η ασφαλιστική επιχείρηση λαμβάνει άδεια λειτουργίας είτε για άσκηση ασφαλίσεων κατά ζημιών είτε για άσκηση ασφαλίσεων ζωής
2.  
    Για την άσκηση πρωτασφαλιστικών εργασιών, η άδεια λειτουργίας χορηγείται κατά κλάδο ασφάλισης, για όλους ή μερικούς από τους κινδύνους που υπάγονται σε αυτόν τον κλάδο, καθώς και κατά ομάδα δύο ή περισσότερων κλάδων ασφάλισης σύμφωνα με την κατάταξη που προβλέπεται στα άρθρα 4 και 5 του παρόντος. Επιχείρηση που έλαβε άδεια για έναν κλάδο ή ομάδα κλάδων ασφαλίσεων κατά ζημιών δεν μπορεί να καλύπτει κινδύνους που περιλαμβάνονται σε άλλο κλάδο ασφάλισης, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση παρεπόμενων κινδύνων σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 13 του παρόντος. Στην άδεια λειτουργίας απαριθμούνται οι κίνδυνοι και οι κλάδοι ασφάλισης τους οποίους η επιχείρηση μπορεί να ασκεί.
3.  
    Η επέκταση των εργασιών ασφαλιστικής επιχείρησης για άσκηση κλάδων ή ασφάλιση κινδύνων που δεν περιλαμβάνονται στην άδεια λειτουργίας της υπόκειται σε προηγούμενη χορήγηση αδείας από την Εποπτική Αρχή
4.  
    Για την άσκηση αντασφαλιστικών εργασιών, η άδεια χορηγείται, είτε μόνο για αντασφαλιστικές εργασίες κατά ζημιών, είτε μόνο για αντασφαλιστικές εργασίες ζωής, είτε ενιαία για όλα τα είδη αντασφαλιστικών εργασιών. Η επέκταση των εργασιών αντασφαλιστικής επιχείρησης που ασκεί αντασφαλιστικές εργασίες είτε μόνον κατά ζημιών είτε μόνον ζωής υπόκειται σε προηγούμενη χορήγηση αδείας από την Εποπτική Αρχή. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες (αναλήψεις) μόνο στους κινδύνους ή τους κλάδους για τους οποίους διαθέτουν άδεια άσκησης πρωτασφαλίσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
5.  
    Η άδεια λειτουργίας των παραγράφων 1, 2 και 4 του παρόντος και τυχόν επέκταση αυτής χορηγείται από την Εποπτική Αρχή σύμφωνα με την αίτηση και το πρόγραμμα δραστηριοτήτων, που η επιχείρηση υποβάλλει στην Εποπτική Αρχή σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 14 του παρόντος. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να περιορίζει το πεδίο ισχύος της άδειας, που έχει ζητηθεί για έναν κλάδο, στις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων της αιτούσας επιχείρησης.
6.  
    Για την παροχή υπηρεσιών βοήθειας, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υποχρεωτικά άδεια για άσκηση του Κλάδου 18 σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση ιη΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, εκτός εάν η βοήθεια παρέχεται συμπληρωματικά σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του παρόντος. Σε κάθε περίπτωση, η παροχή υπηρεσιών βοήθειας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, εφόσον διενεργείται από ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
7.  
    Η Εποπτική Αρχή τηρεί μητρώο ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα, αλλοδαπών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που παρέχουν ασφάλιση ή αντασφάλιση είτε με εγκατάσταση είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής, ως και επιχειρήσεων που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος. Το κοινό έχει πρόσβαση στο μητρώο αυτό, το οποίο περιέχει πληροφορίες σχετικά με τους ασκούμενους από κάθε επιχείρηση ασφαλιστικούς κινδύνους ή κλάδους ή τις αντασφαλιστικές δραστηριότητες. Το μητρώο ενημερώνεται εντός εύλογου χρόνου από την επέλευση οποιασδήποτε αλλαγής.
8.  
    Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα οφείλουν να συμμορφώνονται διαρκώς με τις προβλέψεις του παρόντος νόμου
9.  
    Η Εποπτική Αρχή ενημερώνει την αιτούσα επιχείρηση εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης χορήγησης ή επέκτασης άδειας λειτουργίας, για τη σχετική χορήγηση ή την αιτιολογημένη απόρριψη της άδειας. Κατά της απορριπτικής απόφασης ή της τυχόν μη απάντησης της Εποπτικής Αρχής εντός της ως άνω αποκλειστικής προθεσμίας των έξι (6) μηνών χωρεί αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
10.  
    Η Εποπτική Αρχή κοινοποιεί αμελλητί στην ΕΑΑΕΣ κάθε χορήγηση και ανάκληση άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης
Article 12 "Ρυθμίσεις για τις ειδικές περιπτώσεις του άρθρου 7"
1.  
    Στις επιχειρήσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 7 του παρόντος δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των Ενοτήτων 1, 2 και 3 του Κεφαλαίου Δ΄, καθώς και του Κεφαλαίου ΣΤ’ του παρόντος Μέρους, ενώ οι υπόλοιπες διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται αναλόγως. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του παρόντος, η χορηγούμενη άδεια στις ως άνω επιχειρήσεις από την Εποπτική Αρχή ισχύει μόνον εντός της Ελλάδας, η άσκηση δε ασφαλιστικών εργασιών σε άλλες χώρες εντός ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης διενεργείται συμφώνως προς τις εθνικές διατάξεις κάθε χώρας.
2.  
    Η Εποπτική Αρχή με απόφασή της η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζει κάθε γενικότερο ή ειδικότερο θέμα για τη λειτουργία των επιχειρήσεων της παραγράφου 1 του παρόντος, ενδεικτικά ως τις ελάχιστες προϋποθέσεις διακυβέρνησης, τον τρόπο υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων, τον τρόπο αποτίμησης των περιουσιακών τους στοιχείων, το ύψος και το είδος του κεφαλαίου φερεγγυότητας και της ελάχιστης κεφαλαιακής απαίτησης
Article 13 "Παρεπόμενοι κίνδυνοι (άρθρο 16 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια για κυρίως κίνδυνο συγκεκριμένου κλάδου ή ομάδα κλάδων κατά ζημιών του άρθρου 4 του παρόντος, μπορεί να καλύπτει συμπληρωματικά κινδύνους που περιλαμβάνονται σε άλλον κλάδο ασφάλισης ζημιών του άρθρου αυτού (παρεπόμενους κινδύνους), χωρίς να απαιτείται άδεια και για τον κλάδο στον οποίο υπάγονται οι κίνδυνοι αυτοί, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
  1. Οι εν λόγω κίνδυνοι συνδέονται με τον κυρίως κίνδυνο,
  2. αφορούν στο αντικείμενο που είναι ασφαλισμένο κατά του κυρίως κινδύνου και
  3. καλύπτονται με το ίδιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο με το οποίο καλύπτεται ο κυρίως κίνδυνος
2.  
    Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1 του παρόντος, οι κίνδυνοι που περιλαμβάνονται στους Κλάδους 14 «Πιστώσεις», 15 «Εγγυήσεις» και 17 «Νομική Προστασία» της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος δεν θεωρούνται παρεπόμενοι άλλων κλάδων και απαιτείται πάντοτε χωριστή άδεια, με εξαίρεση τον Κλάδο 17 «Νομική Προστασία», ο οποίος μπορεί να καλυφθεί συμπληρωματικά προς τον κυρίως ασκούμενο Κλάδο 18 «Βοήθεια», εφόσον πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1 του παρόντος και οποιοσδήποτε από τους ακόλουθους όρους:
  1. ο κυρίως κίνδυνος αφορά μόνον στη βοήθεια που παρέχεται στα πρόσωπα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά τη διάρκεια μετακινήσεων ή απουσιών από την κατοικία ή τον τόπο συνήθους διαμονής ή
  2. η ασφάλιση αφορά διαφορές ή κινδύνους που προκύπτουν από τη χρήση θαλασσίων πλοίων ή σχετίζονται με τη χρήση αυτή
Article 14 "Κεντρική διοίκηση, νομική μορφή, όροι χορήγησης άδειας (άρθρα 17, 18, 20, 21 και Παράρτημα ΙΙΙ της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Η Εποπτική Αρχή χορηγεί άδεια λειτουργίας σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, εφόσον:
  1. η επιχείρηση έχει την καταστατική της έδρα και την κεντρική της διοίκηση στην Ελλάδα
  2. Η επιχείρηση έχει τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας ή, εφόσον πρόκειται για επιχείρηση ασφάλισης κατά ζημιών ή αντασφαλιστική επιχείρηση, και τη μορφή του αλληλασφαλιστικού συνεταιρισμού.
  3. Η επιχείρηση μπορεί να έχει επίσης τη μορφή ευρωπαϊκής εταιρείας όπως ορίζεται στον Κανονισμό Νο 2157/2001 (L.294/10.11.2011).
  4. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επεκτείνονται οι μορφές του παρόντος, και καθορίζονται όροι και προϋποθέσεις για την άσκηση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εργασιών από επιχειρήσεις του δημοσίου, ώστε να διασφαλίζεται η ισοδυναμία των όρων και προϋποθέσεων αυτών με τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο.
  5. Η ασφαλιστική επιχείρηση έχει αποκλειστικό σκοπό δραστηριότητες ασφάλισης, καθώς και εργασίες που προκύπτουν άμεσα από αυτές, αποκλειόμενης οποιασδήποτε άλλης εμπορικής δραστηριότητας.
  6. Η αντασφαλιστική επιχείρηση έχει αποκλειστικό σκοπό δραστηριότητες αντασφάλισης και σχετιζόμενες εργασίες, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης συμμετοχών σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο χρηματοοικονομικό τομέα κατά την έννοια της παραγράφου 8 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ (L. 35/11.2.2003) ή της παραγράφου 8 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (Α΄ 84).
  7. Κατά παρέκκλιση του προηγουμένου εδαφίου, η αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να περιλαμβάνει στον σκοπό της επιπρόσθετες σχετικές της αντασφάλισης εργασίες, ενδεικτικά η παροχή στατιστικών ή αναλογιστικών συμβουλών, ανάλυση κινδύνων ή έρευνα για τους πελάτες της.
  8. Η επιχείρηση υποβάλλει στην Εποπτική Αρχή το καταστατικό της και πρόγραμμα δραστηριοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 16 του παρόντος
  9. Η επιχείρηση παρέχει αποδείξεις στην Εποπτική Αρχή ότι:
    • Διαθέτει επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτει το κατώτατο όριο της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης, όπως προβλέπεται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 102 του παρόντος
    • Είναι σε θέση να διαθέτει επιλέξιμα ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτουν πλήρως την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, όπως προβλέπεται στα άρθρα 76 ως 100 του παρόντος
    • Είναι σε θέση να διαθέτει επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτουν την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση, όπως προβλέπεται στα άρθρα 101 ως 103 του παρόντος
  10. Η επιχείρηση αποδεικνύει ότι είναι σε θέση να συμμορφώνεται προς το σύστημα διακυβέρνησης κατά τα οριζόμενα στην Ενότητα 2 του Κεφαλαίου Δ΄ του παρόντος Μέρους
  11. Στην περίπτωση που η επιχείρηση καλύπτει κινδύνους του Κλάδου 10 «Αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα» (εξαιρουμένης της ασφάλισης ευθύνης του μεταφορέα), ενημερώνει την Εποπτική Αρχή για το όνομα και τη διεύθυνση όλων των αντιπροσώπων για τον διακανονισμό των ζημιών, που χρησιμοποιεί σε κάθε ένα από τα λοιπά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι οποίοι έχουν τις προϋποθέσεις και τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 255 του παρόντος
  12. Πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας
2.  
    Για την επέκταση αδείας ασφαλιστικής επιχείρησης σε νέους κλάδους ή σε κινδύνους ενός κλάδου, ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε νέες εργασίες, η επιχείρηση υποβάλλει προς την Εποπτική Αρχή πρόγραμμα δραστηριοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 16 και αποδεικνύει ότι διαθέτει τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας και της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης, όπως προβλέπεται στα άρθρα 76 και 101 του παρόντος
3.  
    Ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες ασφάλισης ζωής δύναται να ζητήσει τη χορήγηση άδειας για την επέκταση των δραστηριοτήτων της στους κινδύνους που ταξινομούνται στους Κλάδους 1 «Ατυχήματα» ή 2 «Ασθένειες» του άρθρου 4 του παρόντος, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 48 του παρόντος, εφόσον αποδεικνύει, επιπλέον των οριζομένων στην παράγραφο 2 του παρόντος, στην Εποπτική Αρχή ότι:
  1. διαθέτει τα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτει το κατώτατο όριο της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης για επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής, καθώς και το κατώτατο όριο της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης για επιχειρήσεις ασφάλισης κατά ζημιών, όπως ορίζονται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 102 του παρόντος,
  2. αναλαμβάνει τη δέσμευση να ανταποκρίνεται στα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων, που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 49 του παρόντος και εντεύθεν
4.  
    Ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί μόνο δραστηριότητες ασφάλισης κατά ζημιών για τους κινδύνους που ταξινομούνται στους Κλάδους 1 «Ατυχήματα» ή 2 «Ασθένειες» του άρθρου 4 του παρόντος δύναται να ζητήσει τη χορήγηση άδειας για την επέκταση των δραστηριοτήτων της σε κινδύνους ασφάλισης ζωής, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 48 του παρόντος, εφόσον αποδεικνύει, επιπλέον των οριζομένων στην παράγραφο 2 του παρόντος, στην Εποπτική Αρχή ότι:
  1. Διαθέτει τα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτει το κατώτατο όριο της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης για επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής, καθώς και το κατώτατο όριο της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης για επιχειρήσεις ασφάλισης κατά ζημιών, όπως αναφέρονται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 102 του παρόντος,
  2. αναλαμβάνει τη δέσμευση να ανταποκρίνεται στα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων, που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 49 του παρόντος και εντεύθεν
5.  
    Οι ιδρυτές ή οι μέτοχοι της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης παρέχουν όλες τις πληροφορίες, οι οποίες είναι αναγκαίες για να μπορέσει η Εποπτική Αρχή να αξιολογήσει ότι η επιχείρηση κατά το χρόνο που θα λάβει την άδεια λειτουργίας θα πληροί τις προϋποθέσεις για να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του παρόντος νόμου
6.  
    Η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και κάθε επέκταση αυτής παρέχονται με αποφάσεις της Εποπτικής Αρχής που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως
7.  
    Η διαδικασία για την έγκριση της τροποποίησης του καταστατικού των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων διέπεται από τις ισχύουσες γενικές διατάξεις. Απαιτείται έγκριση της Εποπτικής Αρχής για την τροποποίηση που αφορά στο είδος των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, καθώς και σε κάθε περίπτωση μείωσης ή αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, ή των αλληλασφαλιστικών μερίδων σε περίπτωση αλληλασφαλιστικών συνεταιρισμών, η οποία δεν καλύπτεται ολοσχερώς με μετρητά είτε οι πράξεις αυτές συνοδεύονται από τροποποίηση των καταστατικών διατάξεων είτε όχι. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις γνωστοποιούν στην εποπτική αρχή τις τροποποιήσεις που δεν υπόκεινται σε έγκρισή της μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη λήψη της σχετικής απόφασης.
8.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και καθορίζονται τα έγγραφα που η επιχείρηση πρέπει να υποβάλλει στην Εποπτική Αρχή για την χορήγηση της άδειας λειτουργίας
Article 15 "Μέτοχοι και μέλη με ειδικές συμμετοχές Στενοί δεσμοί (άρθρα 19, 22 και 24 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Οι μετοχές των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εταιρειών ή οι αλληλασφαλιστικές μερίδες προκειμένου περί αλληλασφαλιστικού συνεταιρισμού είναι ονομαστικές. Η Εποπτική Αρχή χορηγεί άδεια λειτουργίας σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μόνο εφόσον γνωρίζει την ταυτότητα των άμεσων ή έμμεσων μετόχων ή μελών, φυσικών ή νομικών προσώπων, που κατέχουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και το ύψος των εν λόγω ειδικών συμμετοχών. Η Εποπτική Αρχή δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας εφόσον, εν όψει της ανάγκης να διασφαλιστεί η χρηστή και συνετή διαχείριση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των μετόχων ή μελών.
2.  
    Εάν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, η Εποπτική Αρχή χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνο εάν οι δεσμοί αυτοί δεν εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων
3.  
    Η Εποπτική Αρχή απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να της παρέχουν οποιεσδήποτε πληροφορίες ζητά επιπροσθέτως αυτών της παραγράφου 14 του άρθρου 43 του παρόντος ώστε να μπορεί να βεβαιώνεται ότι πληρούνται σε συνεχή βάση οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος
4.  
    Η Εποπτική Αρχή δεν χορηγεί άδεια εάν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας που διέπουν ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει στενούς δεσμούς, ή οι δυσχέρειες που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή τους, εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων, καθώς και εάν η λειτουργία της επιχείρησης προσκρούει στις διατάξεις του παρόντος ή τα συμφέροντα των ασφαλισμένων ή προς τα χρηστά ήθη ή την δημόσια τάξη
5.  
    Η Εποπτική Αρχή δεν χορηγεί άδεια εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 43 του παρόντος
6.  
    Για την χορήγηση της άδειας λειτουργίας, η Εποπτική Αρχή δεν εξετάζει την σχετική αίτηση υπό το πρίσμα των οικονομικών απαιτήσεων της αγοράς
7.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζεται ο χρόνος υποβολής των στοιχείων της παραγράφου 3 του παρόντος
Article 16 "Πρόγραμμα δραστηριοτήτων (άρθρο 23 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Το πρόγραμμα δραστηριοτήτων, που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 14 του παρόντος, προκειμένου η επιχείρηση να πάρει άδεια λειτουργίας ή άδεια επέκτασης των εργασιών της και σε άλλους κλάδους ασφάλισης, περιλαμβάνει λεπτομερή στοιχεία που αφορούν ενδεικτικά στα εξής:
  1. τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που προτίθεται να καλύψει η συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση,
  2. το είδος των αντασφαλιστικών συμβάσεων που η αντασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να παρέχει στις εκχωρούσες επιχειρήσεις,
  3. τις κατευθυντήριες αρχές όσον αφορά την αντασφάλιση και την αντεκχώρηση,
  4. τα περιουσιακά στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων που συγκροτούν το κατώτατο όριο της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης,
  5. τις προβλέψεις για τα έξοδα εγκατάστασης των διοικητικών υπηρεσιών και του δικτύου παραγωγής, τα οικονομικά μέσα που προορίζονται για την αντιμετώπισή τους και, εάν οι κίνδυνοι που πρέπει να καλυφθούν κατατάσσονται στον Κλάδο 18 «Βοήθεια», τα μέσα που διαθέτει η ασφαλιστική επιχείρηση για την παροχή βοηθείας
2.  
    Για τις τρεις πρώτες εταιρικές χρήσεις, το πρόγραμμα δραστηριοτήτων της επιχείρησης περιλαμβάνει πέραν των προβλεπομένων στην παράγραφο 1 του παρόντος τα εξής:
  1. προβλεπόμενο ισολογισμό,
  2. τις προβλέψεις για την μελλοντική Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, όπως προβλέπεται στο Τμήμα 1 της Ενότητας 4 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους, επί τη βάσει του προβλεπόμενου ισολογισμού της περίπτωσης α΄ ανωτέρω, καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για να παραχθούν αυτές οι προβλέψεις,
  3. τις προβλέψεις για την μελλοντική Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση, όπως προβλέπεται στα άρθρα 101 και 102 του παρόντος, επί τη βάσει του προβλεπόμενου ισολογισμού της περίπτωσης α΄ ανωτέρω, καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για να παραχθούν αυτές οι προβλέψεις,
  4. Τις προβλέψεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα που προορίζονται να καλύψουν τις τεχνικές προβλέψεις, την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση και την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας,
  5. σε περίπτωση άσκησης ασφάλισης κατά ζημιών και αντασφάλισης, επιπλέον τα εξής:
    • Τις προβλέψεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης, εκτός των εξόδων εγκατάστασης, ιδίως τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες,
    • τις προβλέψεις σχετικά με τα ασφάλιστρα ή τις εισφορές που θα πραγματοποιηθούν και τις προβλέψεις για αποζημιώσεις
  6. Σε περίπτωση άσκησης ασφάλισης ζωής, επιπλέον προϋπολογιστική κατάσταση στην οποία να εμφανίζονται λεπτομερώς οι προβλέψεις εσόδων και εξόδων, αναφορικά με τις δραστηριότητες πρωτασφάλισης, τις αποδοχές αντασφάλισης, καθώς και τις εκχωρήσεις αντασφάλισης
3.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται πρόσθετα στοιχεία που μπορούν να αποτελούν περιεχόμενο του υποβλητέου προγράμματος δραστηριότητας επιχειρήσεων προς αδειοδότηση ή επέκταση δραστηριοτήτων, όπως ενδεικτικά αποτελέσματα χρήσης, πρόβλεψη ταμειακών ροών, αποτελέσματα ανά κλάδο ασφάλισης ή κατηγορία δραστηριοτήτων και αναλυτική τεκμηρίωση παραδοχών
Article 17 "Διαδικασία διαβουλεύσεων (άρθρο 26 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Η Εποπτική Αρχή ζητά, πριν από τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση:
  1. τη γνώμη της αρμόδιας αρχής του εμπλεκόμενου κράτους - μέλους, όταν η αιτούσα:
    • είναι θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος - μέλος, ή
    • είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος - μέλος, ή
    • ελέγχεται από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια στο άλλο κράτος - μέλος
  2. τη γνώμη της αρμόδιας αρχής για την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και εταιριών επενδύσεων του άλλου εμπλεκόμενου κράτους - μέλους, όταν η αιτούσα:
    • είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος - μέλος, ή
    • είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος - μέλος, ή
    • ελέγχεται από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων που έχει λάβει άδεια στο άλλο κράτος - μέλος
  3. τη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, όταν η αιτούσα είναι θυγατρική ή ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα επιχείρησης που έχει αδειοδοτηθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς
2.  
    Η Εποπτική Αρχή ανταλλάσσει με τις αρμόδιες αρχές της προηγούμενης παραγράφου, τόσο για τη χορήγηση της άδειας όσο και σε κάθε επόμενο στάδιο διαρκούς ελέγχου της εφαρμογής των όρων λειτουργίας, κάθε πληροφορία σχετικά με την καταλληλότητα των μετόχων ή μελών, καθώς και με τις προϋποθέσεις καταλληλότητας και αξιοπιστίας όλων των μελών της διοίκησης της επιχείρησης ή ασκούν εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες και που εμπλέκονται με τη διοίκηση ή διαχείριση άλλης επιχείρησης του ιδίου ομίλου. Η διαβούλευση της παραγράφου 1 του παρόντος είναι υποχρεωτική για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μετόχων και των μελών της διοίκησης ή ασκούν σε αυτήν εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες, τόσο κατά τη διαδικασία αδειοδότησης όσο και σε κάθε μεταγενέστερη περίπτωση.
Article 18 "Όροι ασφαλιστηρίων συμβολαίων, τιμολόγια ασφαλίστρων (άρθρο 21 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Η κατάρτιση των τιμολογίων που χρησιμοποιούν οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα, είτε με καθεστώς εγκατάστασης είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, είναι ελεύθερη και γίνεται σύμφωνα με τις τεχνοοικονομικές ανάγκες της κάθε επιχείρησης
2.  
    Οι γενικοί και ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων και αντασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων, των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για τον υπολογισμό των ασφαλίστρων και των τεχνικών προβλέψεων, και τυχόν άλλων εγγράφων που η επιχείρηση χρησιμοποιεί κατά την παροχή ασφαλίσεων ή την άσκηση ή λήψη αντασφαλίσεων δεν υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση, ούτε κοινοποιούνται συστηματικά σε καμία διοικητική αρχή. Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
3.  
    Κατά παρέκκλιση των αναφερομένων στην παράγραφο 2 του παρόντος:
  1. Στοιχεία επί των τιμολογίων και των αυξήσεων επ’ αυτών μπορούν να κοινοποιούνται αποκλειστικά στην Εποπτική Αρχή, κατόπιν απόφασής της, που εκδίδεται επί τη βάσει του παρόντος άρθρου, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και καθορίζει ρητά ότι η κοινοποίηση γίνεται μόνο στο πλαίσιο γενικού ελέγχου τιμών.
  2. Στην απόφαση προσδιορίζονται οι λοιπές αρμόδιες διοικητικές αρχές, που μπορούν να λαμβάνουν την σχετική πληροφορία στο πλαίσιο τυχόν αρμοδιότητάς τους επί του γενικού ελέγχου τιμών και εξειδικεύονται η μορφή, ο χρόνος παροχής και εν γένει κάθε τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά στην παροχή της ως άνω πληροφορίας και την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
  3. Διάταξη που επιβάλλει ή κατ’ αποτέλεσμα καθιερώνει την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων από οποιαδήποτε διοικητική αρχή καταργείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου,.
  4. η Εποπτική Αρχή μπορεί να απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ζωής, μετά την σε αυτές χορήγηση άδειας λειτουργίας, με μόνο σκοπό τον έλεγχο της τήρησης διατάξεων σχετικά με τις αναλογιστικές αρχές, τη συστηματική κοινοποίηση των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των ασφαλίστρων και των σχετικών τεχνικών προβλέψεων και
  5. η Εποπτική Αρχή μπορεί να ζητά κάθε στοιχείο που κρίνει απαραίτητο για τον έλεγχο του προσωπικού και του εξοπλισμού που χρησιμοποιείται άμεσα και έμμεσα από ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την άσκηση του Κλάδου 18 «Βοήθεια».
  6. Στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται τα επαγγελματικά προσόντα των ιατρικών ομάδων και η πιστοποίηση του εξοπλισμού που διατίθεται από την επιχείρηση για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που απορρέουν από την άσκηση του εν λόγω κλάδου.
5.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι, προϋποθέσεις και τεχνικές προδιαγραφές, οι οποίοι δύναται να είναι κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ν. 3651/2008 (Α΄ 44) για την άσκηση του Κλάδου 18 «Βοήθεια» από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, καθώς και τα έγγραφα που είναι αναγκαίο να κοινοποιούνται σε αυτή για την ομαλή άσκηση του εποπτικού ελέγχου της.
CHAPTER
ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ
Article 19 "Σκοπός και γενικές αρχές της εποπτείας (άρθρα 27, 28 και 29 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Η Εποπτική Αρχή εποπτεύει την ορθή λειτουργία της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και διασφαλίζει τη διαρκή συμμόρφωση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και της κείμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας κατά τη λειτουργία τους έως και την εκκαθάρισή τους, αλλά και κατά την παροχή υπηρεσιών από αυτές και από τους συνεργαζόμενους με αυτές ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και κατά την εφαρμογή της περί υποχρεωτικής ασφάλισης και της περί ασφάλισης οχημάτων νομοθεσίας. Η εποπτεία ασκείται επί τη βάσει διερευνητικής και βασισμένης στον κίνδυνο προσέγγισης και περιλαμβάνει κατάλληλο συνδυασμό εποπτικής δράσης εντός και εκτός των χώρων της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης και είναι ανάλογη προς τη φύση, την πολυπλοκότητα και την κλίμακα των κινδύνων, που κάθε επιχείρηση αναλαμβάνει σύμφωνα με τις δραστηριότητές της.
2.  
    Σκοπός της εποπτείας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου είναι η προστασία των ληπτών της ασφάλισης, των ασφαλισμένων και των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση. Η Εποπτική Αρχή λαμβάνει επιπροσθέτως, για την άσκηση της εποπτείας, υπόψη:.
  1. την ενδεχόμενη επίπτωση κάθε εποπτικής πράξης στην σταθερότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και των αντίστοιχων ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών συστημάτων, ιδιαίτερα σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει εκείνη την χρονική στιγμή και
  2. το ενδεχόμενο της κάθε εποπτικής πράξης να εντείνει περαιτέρω τον οικονομικό κύκλο, ιδιαίτερα σε περιόδους ασυνήθιστων κινήσεων στις χρηματοοικονομικές αγορές
3.  
    Η Εποπτική Αρχή μεριμνά να διαθέτει σε συνεχή βάση επαρκές εξειδικευμένο προσωπικό για την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και την επίτευξη του σκοπού της εποπτείας σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος
4.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται η εισφορά των εποπτευομένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, για την εξασφάλιση των πόρων που απαιτούνται για την επιτέλεση του σκοπού της σύμφωνα με το παρόν άρθρο, σε ποσοστό μέχρι 1,5 τοις χιλίοις επί των ακαθάριστων ετήσιων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων
5.  
    Σε περίπτωση που η Εποπτική Αρχή εισηγείται προς τον Υπουργό Οικονομικών την υιοθέτηση νομοθετικών ρυθμίσεων του πλαισίου της ιδιωτικής ασφάλισης, συνοδεύει την εισήγηση αυτή υποχρεωτικά από σχετική γνωμοδότησή της
6.  
    Η Εποπτική Αρχή δύναται να επιβάλλει τις διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 256 του παρόντος νόμου, τόσο στην ίδια την επιχείρηση και στους νόμιμους εκπροσώπους της, όσο και στα μέλη διοίκησης και ελέγχου αυτής της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του παρόντος νόμου. Επίσης, δύναται να επιβάλλει τα προβλεπόμενα από την εν γένει κείμενη ασφαλιστική νομοθεσία πρόστιμα, πειθαρχικές ποινές και λοιπές διοικητικές κυρώσεις.
7.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα δεδομένα με τα οποία διασφαλίζεται η συνεπής εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 του παρόντος, ιδιαίτερα όσον αφορά στις μικρές ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τα κριτήρια αξιολόγησης και εποπτικής δράσης των περιπτώσεων της παραγράφου 2 του παρόντος
Article 20 "Περιεχόμενο της εποπτείας (άρθρα 30 και 33 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 6 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)"
1.  
    Η Εποπτική Αρχή ασκεί χρηματοοικονομική εποπτεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου:
  1. επί των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εδρεύουν στην Ελλάδα, περιλαμβανομένων και των δραστηριοτήτων που αυτές ασκούν μέσω υποκαταστημάτων ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην αλλοδαπή,
  2. επί των εγκατεστημένων στην Ελλάδα υποκαταστημάτων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες
2.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του παρόντος, τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος υπάγονται στη χρηματοοικονομική εποπτεία των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής
3.  
    Η χρηματοοικονομική εποπτεία της παραγράφου 1 του παρόντος περιλαμβάνει την εξακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ή των υποκαταστημάτων ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της, της σύστασης τεχνικών προβλέψεων, των στοιχείων του ενεργητικού της και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, σύμφωνα με τους κανόνες του παρόντος νόμου και του ευρωπαϊκού δικαίου. Ειδικά για επιχειρήσεις που ασκούν τον Κλάδο 18 «Βοήθεια» κατά ζημιών, η εποπτεία εκτείνεται και στον έλεγχο των τεχνικών μέσων που διαθέτουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις αυτές για την καλή εκτέλεση των εργασιών βοήθειας που έχουν αναλάβει.
4.  
    Εάν ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος ή η ασφαλιστική υποχρέωση βρίσκεται στην Ελλάδα ή η Ελλάδα είναι κράτος υποδοχής μίας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, και η Εποπτική Αρχή έχει λόγους να θεωρεί ότι οι δραστηριότητες μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης θα μπορούσαν να αποβούν επιβλαβείς για την οικονομική ευρωστία της επιχείρησης, ενημερώνει τις εποπτικές αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής της εν λόγω επιχείρησης. Σε περίπτωση υποκαταστήματος ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, εκπρόσωποι των αρμοδίων αρχών του κράτους καταγωγής της επιχείρησης ή άτομα εξουσιοδοτημένα από τις αρχές για το σκοπό αυτό, δύνανται, αφού ενημερώσουν την Εποπτική Αρχή, να προβαίνουν σε επιτόπιους ελέγχους εντός της Ελλάδος με σκοπό την επαλήθευση των αναγκαίων πληροφοριών ώστε να διασφαλίσουν τη χρηματοοικονομική εποπτεία της επιχείρησης. Η Εποπτική Αρχή και η ΕΑΑΕΣ δύναται να συμμετέχουν στους ανωτέρω επιτόπιους ελέγχους.
5.  
    Η Εποπτική Αρχή, ως εποπτική αρχή καταγωγής, εξακριβώνει, με κάθε πρόσφορο μέσο και με επιτόπιο έλεγχο, εφόσον απαιτείται, εάν η επιχείρηση τηρεί τις αρχές της συνετούς διαχείρισης, όπως ορίζονται στον παρόντα νόμο, ή εφόσον λάβει αντίστοιχα ειδοποίηση από αρμόδια εποπτική αρχή κράτους υποδοχής κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του παρόντος, αναλόγως εφαρμοζόμενης. Η Εποπτική Αρχή δύναται να απευθύνεται στην ΕΑΑΕΣ και να ζητά την βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για κάθε περίπτωση κατά την οποία, ενώ έχει ενημερώσει τις εποπτικές αρχές ενός κράτους υποδοχής ότι προτίθεται να διενεργήσει επιτόπιους ελέγχους σύμφωνα με το ανωτέρω εδάφιο, της απαγορεύεται να ασκήσει το δικαίωμά της για διενέργεια αυτών των επιτόπιων ελέγχων ή για κάθε περίπτωση κατά την οποία η εποπτική αρχή του κράτους μέλος υποδοχής αδυνατεί να ασκήσει στην πράξη το δικαίωμά της για συμμετοχή στους ανωτέρω επιτόπιους ελέγχους.
6.  
    Η ΕΑΑΕΣ μπορεί να συμμετέχει σε επιτόπιους ελέγχους στις περιπτώσεις που αυτές διενεργούνται από κοινού από δύο ή περισσότερες εποπτικές αρχές
Article 21 "Διαφάνεια και ευθύνη της εποπτικής αρχής (άρθρο 31 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)"
1.  
    Η Εποπτική Αρχή ασκεί την εποπτεία σύμφωνα με τις αρχές της εμπιστευτικότητας, της διαφάνειας και της ευθύνης, όπως αυτές προβλέπονται στις οικείες διατάξεις
2.  
    Στο διαδικτυακό τόπο της Εποπτικής Αρχής δημοσιεύονται οι ακόλουθες πληροφορίες:
  1. όλες οι διατάξεις της κείμενης περί ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων νομοθεσίας, συμπεριλαμβανόμενου του παρόντος νόμου, των οικείων αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του και των ευρωπαϊκών νομοθετημάτων, ως και κάθε εγκύκλιος, οδηγία ή γενική σύσταση στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων αυτών,
  2. τα γενικά κριτήρια και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται κατά τη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης του άρθρου 25 του παρόντος, περιλαμβανομένων των εποπτικών εργαλείων της παραγράφου 4 του άρθρου 23 του παρόντος,
  3. συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία για βασικές παραμέτρους εφαρμογής του πλαισίου της προληπτικής εποπτείας,
  4. ο τρόπος χρήσης των εθνικών διακριτικών ευχερειών της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ,
  5. οι στόχοι, οι βασικές λειτουργίες και οι δραστηριότητες εποπτείας
3.  
    Η Εποπτική Αρχή συντάσσει και υποβάλλει στη Βουλή ετήσια έκθεση σχετικά με τις εποπτικές της δραστηριότητες και υποχρεώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο
Article 22
1.  
    Συμβάσεις αντασφάλισης και αντεκχώρησης (άρθρο 32 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Η Εποπτική Αρχή δεν δύναται να απορρίπτει σύμβαση αντασφάλισης ή αντεκχώρησης, ανάμεσα σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, για λόγους που συνδέονται άμεσα με την οικονομική ευρωστία της επιχείρησης που δέχεται την αντεκχώρηση ή αναλαμβάνει την αντασφάλιση, εφόσον η επιχείρηση αυτή είναι αδειοδοτημένη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 11 του παρόντος ή του άρθρου 14 της Οδηγίας 2009/ 138/ΕΚ
Article 23 "Γενικές εποπτικές εξουσίες (άρθρα 34 και 35 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Σχετικά με τις δραστηριότητες πρωτασφάλισης και αντασφάλισης, η Εποπτική Αρχή ασκεί την εποπτεία σε προληπτική, διορθωτική και κατασταλτική βάση. Δύναται να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα και αναγκαία μέτρα, ώστε αφ’ ενός οι δραστηριότητες των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να είναι σύμφωνες με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στην Ελλάδα και στα άλλα κράτη - μέλη και αφετέρου να αποφευχθεί ή εξαλειφθεί κάθε ανωμαλία που θα έθιγε τα συμφέροντα των ασφαλισμένων. Σχετικά με τη δραστηριότητα της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, η Εποπτική Αρχή εποπτεύει την τήρηση της νομοθεσίας για την ασφαλιστική και αντασφαλιστική διαμεσολάβηση, ιδίως όσον αφορά την τήρηση και το περιεχόμενο του οικείου μητρώου κατά κατηγορία διαμεσολαβούντος. Μπορεί να καθορίζει συγκεκριμένες υποχρεώσεις εσωτερικής οργάνωσης των επιχειρήσεων ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, καθώς και την υποβολή και το περιεχόμενο οικονομικών καταστάσεων ή άλλων οικονομικών και λοιπών αναγκαίων στοιχείων για την άσκηση της εποπτείας.
2.  
    Στο πλαίσιο της εποπτείας που ασκεί, η Εποπτική Αρχή μπορεί να διενεργεί, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, γενικούς ή ειδικούς, επιτόπιους ή μη, ελέγχους στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και στα εποπτευόμενα φυσικά ή νομικά πρόσωπα
3.  
    Η Εποπτική Αρχή, κατά την άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων της, διά των εντεταλμένων οργάνων της:
  1. Έχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο, βιβλίο ή άλλο στοιχείο υπό οποιαδήποτε μορφή, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της επιχείρησης εντός και εκτός της Ελλάδας και που τηρούνται είτε στις εποπτευόμενες ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή και σε άλλες επιχειρήσεις ή οργανισμούς, ενδεικτικά που εκτελούν χρέη θεματοφύλακα της περιουσίας, και μπορεί να λαμβάνει αντίγραφό του, ακόμη και εάν αυτό περιέχει απλά ή ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα κατά την έννοια του ν. 2472/1997 (Α΄ 50).
  2. Μπορεί να ζητά πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο ή δημόσια αρχή
  3. Μπορεί να απαιτεί τη διακοπή της πώλησης συγκεκριμένου ασφαλιστικού προϊόντος ή τη διακοπή κάθε δραστηριότητας ή πρακτικής που είναι αντίθετη με το νόμο αυτόν, την αντίστοιχη Ευρωπαϊκή ασφαλιστική νομοθεσία ή τις αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του
  4. Μπορεί να απαγορεύει προσωρινά, για περίοδο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη, σε πρόσωπα την εξακολούθηση της άσκησης ή την ανάληψη καθηκόντων του άρθρου 31 του παρόντος σε μία ή περισσότερες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις
  5. Μπορεί να λαμβάνει πληροφορίες από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, ενδεικτικά αναλογιστές και ελεγκτές των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και να αναθέτει εξακριβώσεις, μελέτες ή έρευνες σε ορκωτούς λογιστές, αναλογιστές και άλλους εμπειρογνώμονες
  6. Μπορεί να λαμβάνει κάθε πληροφορία σχετικά με συμβάσεις που βρίσκονται στην κατοχή διαμεσολαβητών ή έχουν συναφθεί με τρίτους
  7. Πέραν των οριζομένων στην παράγραφο 2 του παρόντος, έλεγχοι μπορεί να διενεργούνται και:
    • Σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου αλλά, είτε του έχουν ανατεθεί εξωτερικά λειτουργίες ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 37 του παρόντος, είτε είναι τρίτος με τον οποίον η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει πραγματοποιήσει συναλλαγή, ο έλεγχος του οποίου είναι αναγκαίος για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος
    • Σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μόνο όμως στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων της κείμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας και εφόσον ο έλεγχος δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης
4.  
    Κατά τη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης του άρθρου 25 του παρόντος, η Εποπτική Αρχή μπορεί, εφόσον το θεωρεί αναγκαίο, να αναπτύσσει, επιπροσθέτως του υπολογισμού της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας, πρόσθετα ποσοτικά εποπτικά εργαλεία (ενδεικτικά διαγνωστικές ασκήσεις και ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων), με τα οποία θα εξετάζεται η δυνατότητα των επιχειρήσεων να ανταπεξέρχονται σε πιθανά γεγονότα ή μελλοντικές αλλαγές της οικονομικής συγκυρίας τα οποία θα μπορούσαν να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη συνολική χρηματοοικονομική τους θέση. Η εφαρμογή των ως άνω εποπτικών εργαλείων και ασκήσεων από τις επιχειρήσεις είναι υποχρεωτική.
5.  
    Κατά τη διενέργεια ελέγχων από την Εποπτική Αρχή ή τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών - μελών, δυνάμει του παρόντος νόμου και της εν γένει ισχύουσας νομοθεσίας περί άσκησης της εποπτείας, τα υποκείμενα στους ελέγχους αυτούς πρόσωπα δεν δικαιούνται να επικαλεσθούν το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων ή τη νομοθεσία περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων ή άλλο απόρρητο έναντι των αρμόδιων αρχών ή των εξουσιοδοτημένων από αυτές για τη διενέργεια του ελέγχου προσώπων
6.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι εν γένει ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος του ασφαλιστικού, αντασφαλιστικού και συνδεδεμένου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την εγγραφή του ασφαλιστικού, αντασφαλιστικού και συνδεδεμένου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή στο οικείο Επιμελητήριο, κατ’ άρθρο 4 π.δ. 190/2006, το ελάχιστο όριο κάλυψης και το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσό απαλλαγής των ασφαλιστηρίων συμβολαίων επαγγελματικής αστικής ευθύνης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών, και ο καθορισμός των εν γένει προθεσμιών που προβλέπονται στα άρθρα 3, 4 και 5 του π.δ. 190/06, όπως ενδεικτικά η προθεσμία για την ανανέωση εγγραφής στο οικείο Επαγγελματικό Επιμελητήριο.
7.  
    Με απόφαση της Εποπτική Αρχή, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια ως προς τη συνεργασία ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων που διαμεσολαβούν στην ιδιωτική ασφάλιση με νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου που δραστηριοποιούνται στις χρηματοπιστωτικές εργασίες κυρίως ως προς τη διάθεση ασφαλιστικών προϊόντων, χωρίς να παραβιάζονται οι κείμενες διατάξεις περί ανταγωνισμού
8.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να καθορίζονται τα ελάχιστα κριτήρια καταλληλότητας και αξιοπιστίας που εντάσσονται στις σχετικές πολιτικές των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ώστε να διασφαλίζεται ότι οι συνδεδεμένοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι προστηθέντες τους ενεργούν εντίμως, νομίμως και με την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια κατά τη διεξαγωγή των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων, διαθέτουν και χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τους πόρους και τις διαδικασίες που απαιτούνται προς το συμφέρον των ασφαλισμένων και λαμβάνουν μέτρα ώστε να εντοπίζουν και να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις συγκρούσεις συμφερόντων
Article 24 "Παρεχόμενη πληροφόρηση για εποπτικούς σκοπούς (άρθρο 35 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 7 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)"
1.  
    Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν στην Εποπτική Αρχή κάθε πληροφορία που είναι απαραίτητη για την άσκηση της εποπτείας, χωρίς οι επιχειρήσεις να δικαιούνται να αντιτάξουν οποιοδήποτε απόρρητο έναντι της Εποπτικής Αρχής. Η εν λόγω πληροφόρηση περιλαμβάνει:.
  1. ποιοτικά ή ποσοτικά στοιχεία, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους,
  2. στοιχεία που αφορούν στο ιστορικό, στην εκάστοτε τρέχουσα κατάσταση ή μελλοντική κατάσταση ή σε κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους,
  3. δεδομένα από εσωτερικές ή εξωτερικές της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης πηγές, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους
2.  
    Οι πληροφορίες της παραγράφου 1 του παρόντος πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες αρχές:
  1. να αντικατοπτρίζουν τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης επιχείρησης, και ιδίως τους κινδύνους που ενυπάρχουν σε αυτές,
  2. να είναι προσβάσιμες, πλήρεις από κάθε ουσιώδη άποψη, συγκρίσιμες και με χρονική συνέπεια, και
  3. να είναι συναφείς με το θέμα, αξιόπιστες και κατανοητές
3.  
    Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν κατάλληλα συστήματα και δομές, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος, καθώς και τεκμηριωμένη έγγραφη πολιτική, που έχει λάβει την έγκριση του Διοικητικού τους Συμβούλιου, ώστε να εξασφαλίζεται σε συνεχή βάση η καταλληλότητα των πληροφοριών που υποβάλλονται
4.  
    Η Εποπτική Αρχή, έχοντας υπόψη της τους σκοπούς της εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 19 του παρόντος, ζητά και λαμβάνει τις πληροφορίες των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος, που κατ’ ελάχιστον της επιτρέπουν να εφαρμόσει επιτυχώς τη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης του άρθρου 25 του παρόντος, και ειδικότερα:
  1. να αξιολογεί, για κάθε ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση που εποπτεύει, το σύστημα διακυβέρνησης που εφαρμόζει, τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές δραστηριότητες που ασκεί, τους κανόνες αποτίμησης που ακολουθεί για τον υπολογισμό των εποπτικών της κεφαλαίων, τους κινδύνους που αντιμετωπίζει και τα συστήματα διαχείρισης των κινδύνων αυτών, την κεφαλαιακή της δομή, τις κεφαλαιακές της ανάγκες και τον τρόπο άσκησης της διοίκησής τους,
  2. να λαμβάνει τις κατάλληλες αποφάσεις και να προβαίνει στις κατάλληλες ενέργειες για την εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων
5.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να απαιτείται ο έλεγχος του συνόλου ή μέρους των πληροφοριών του παρόντος άρθρου από εξωτερικούς ελεγκτές και να καθορίζονται η φύση, η έκταση και η μορφή των πληροφοριών, ο χρόνος υποβολής τους, είτε σε προκαθορισμένες περιόδους, είτε κατά τον χρόνο προκαθορισμένων γεγονότων, είτε κατά την διάρκεια ερευνών σχετικά με την κατάσταση μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης
6.  
    Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 102 του παρόντος, η Εποπτική Αρχή με απόφασή της, κατόπιν αιτήσεως της ενδιαφερομένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης μπορεί να περιορίζει, αναφορικά με την συγκεκριμένη επιχείρηση, τη συχνότητα υποβολής των πληροφοριών του παρόντος άρθρου. Σε κάθε περίπτωση, οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να υποβάλλονται τουλάχιστον μία φορά ετησίως. Για την λήψη της απόφασης του προηγουμένου εδαφίου, η Εποπτική Αρχή εξετάζει αν η συχνότητα υποβολής των πληροφοριών αυτών από την επιχείρηση θα ήταν υπερβολικά επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης. Σε περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ανήκει σε όμιλο υπό την έννοια της περίπτωσης (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 170 του παρόντος, η επιχείρηση αποδεικνύει στην Εποπτική Αρχή ότι η συχνότερη από μια φορά το έτος εποπτική αναφορά αντενδείκνυται δεδομένης της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας του ομίλου. Η Εποπτική Αρχή διασφαλίζει ότι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που απολαμβάνουν ετησίως τα ωφελήματα της παρούσας παραγράφου δεν υπερβαίνουν το 20% της αγοράς ασφαλίσεων ζωής και ζημιών, όπου το μερίδιο του κλάδου ζημιών προσδιορίζεται με όρους ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων και το μερίδιο του κλάδου ζωής προσδιορίζεται με όρους ακαθάριστων τεχνικών προβλέψεων. Η Εποπτική Αρχή διασφαλίζει ότι οι μικρότερες επιχειρήσεις διαθέτουν προτεραιότητα κατά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας των επιχειρήσεων για τη λήψη των ωφελημάτων αυτών.
7.  
    Η Εποπτική Αρχή με απόφασή της, κατόπιν αιτήσεως της ενδιαφερομένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης μπορεί, αναφορικά με την συγκεκριμένη επιχείρηση, να περιορίζει τη συχνότητα ή και να την εξαιρεί από την υποβολή αναλυτικών για κάθε ένα περιουσιακό στοιχείο πληροφοριών. Για την λήψη της απόφασης του προηγουμένου εδαφίου, η Εποπτική Αρχή εξετάζει αν πληρούνται σωρευτικά τουλάχιστον οι ακόλουθες προϋποθέσεις:.
  1. η υποβολή των αναλυτικών για κάθε ένα περιουσιακό στοιχείο πληροφοριών από την επιχείρηση θα ήταν υπερβολικά επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης, και
  2. η υποβολή των αναλυτικών για κάθε ένα περιουσιακό στοιχείο πληροφοριών από την επιχείρηση δεν είναι αναγκαία για την αποτελεσματική άσκηση της εποπτεία επί της επιχείρησης, και
  3. η εξαίρεση δεν υπονομεύει τη σταθερότητα των αντίστοιχων χρηματοπιστωτικών συστημάτων στην Ένωση, και
  4. η ενδιαφερόμενη επιχείρηση είναι σε θέση να παρέχει πληροφορίες άμεσα, όποτε της ζητείται από την Εποπτική Αρχή.
  5. Σε περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ανήκει σε όμιλο υπό την έννοια της περίπτωσης (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 170 του παρόντος, η επιχείρηση αποδεικνύει στην Εποπτική Αρχή ότι η εξαίρεση από την υποβολή των αναλυτικών για κάθε ένα περιουσιακό στοιχείο πληροφοριών αντενδείκνυται δεδομένης της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας του ομίλου και ότι δεν υπονομεύει τον εποπτικό στόχο του άρθρου 19 του παρόντος, περί σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών συστημάτων.
  6. Η Εποπτική Αρχή διασφαλίζει ότι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εξαιρούνται από την υποβολή των αναλυτικών για κάθε ένα περιουσιακό στοιχείο πληροφοριών δεν υπερβαίνουν το 20% της αγοράς ασφαλίσεων ζωής και ζημιών, όπου το μερίδιο του κλάδου ζημιών προσδιορίζεται με όρους ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων και το μερίδιο του κλάδου ζωής προσδιορίζεται με όρους ακαθάριστων τεχνικών προβλέψεων.
  7. Η Εποπτική Αρχή διασφαλίζει ότι οι μικρότερες επιχειρήσεις διαθέτουν προτεραιότητα κατά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας των επιχειρήσεων για τις εξαιρέσεις αυτές.
8.  
    Για τους σκοπούς των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος, όταν η Εποπτική Αρχή, στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής αξιολόγησης, εξετάζει αν η υποβολή πληροφοριών θα ήταν επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων της επιχείρησης, λαμβάνει υπόψη τουλάχιστον τα ακόλουθα:
  1. τον όγκο των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης,
  2. τη διακύμανση των απαιτήσεων αποζημιώσεων και παροχών που καλύπτει η επιχείρηση,
  3. τους κινδύνους αγοράς που συνεπάγονται οι επενδύσεις της επιχείρησης,
  4. το επίπεδο συγκεντρώσεων κινδύνου,
  5. τον συνολικό αριθμό των κλάδων ασφαλίσεων ζωής και κατά ζημιών για τις οποίες έχει δοθεί άδεια λειτουργίας,
  6. τις πιθανές επιπτώσεις από τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα,
  7. τα συστήματα και τις δομές της επιχείρησης για την παροχή πληροφοριών για σκοπούς εποπτείας, καθώς και την τεκμηριωμένη έγγραφη πολιτική της παραγράφου 3 του παρόντος,
  8. την καταλληλότητα του συστήματος διακυβέρνησης της επιχείρησης,
  9. το επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας και την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση,
  10. το γεγονός αν η επιχείρηση είναι εξαρτημένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία καλύπτει μόνο κινδύνους οι οποίοι συνδέονται με τον βιομηχανικό ή εμπορικό όμιλο στον οποίο ανήκει
Article 25 "Διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης (άρθρο 36 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Η Εποπτική Αρχή εξετάζει και αξιολογεί, σε τακτική βάση, τις στρατηγικές, τις διεργασίες και τις διαδικασίες πληροφόρησης που εφαρμόζουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για την συμμόρφωσή τους στην κείμενη νομοθεσία, καθώς και στις υποδείξεις και σχετικές συστάσεις της Εποπτικής Αρχής. Η αξιολόγηση που διενεργείται περιλαμβάνει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του συστήματος διακυβέρνησης της επιχείρησης, τη διαπίστωση των πιθανών κινδύνων στους οποίους αυτή εκτίθεται ή μπορεί να εκτεθεί και η ικανότητα της επιχείρησης να διαγνώσει την έκθεσή της ή την πιθανή έκθεσή της στους εν λόγω κινδύνους λαμβανομένου υπόψη και του περιβάλλοντος στο οποίο η επιχείρηση αυτή λειτουργεί.
2.  
    Η Εποπτική Αρχή εξετάζει, σε κάθε περίπτωση, και αξιολογεί:
  1. για το σύστημα διακυβέρνησης, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας, τη συμμόρφωση της επιχείρησης με τις διατάξεις της Ενότητας 2, του Κεφαλαίου Δ΄ του παρόντος Μέρους,
  2. για τις τεχνικές προβλέψεις, τη συμμόρφωση της επιχείρησης με τις διατάξεις της Ενότητας 2 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους,
  3. για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, τη συμμόρφωση της επιχείρησης με τις διατάξεις των Ενοτήτων 4 και 5 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους,
  4. για τους επενδυτικούς κανόνες, τη συμμόρφωση της επιχείρησης με τις διατάξεις της Ενότητας 6 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους,
  5. για την ποιότητα και την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων, τη συμμόρφωση της επιχείρησης με τις διατάξεις της Ενότητας 3 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους,
  6. για το τυχόν εφαρμοζόμενο από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση πλήρες ή μερικό εσωτερικό υπόδειγμα, τη συνεχή συμμόρφωσή της προς τις διατάξεις του Τμήματος 3 της Ενότητας 4 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους
3.  
    Η Εποπτική Αρχή, στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής αξιολόγησης του παρόντος άρθρου:
  1. αναπτύσσει και διατηρεί κατάλληλα εργαλεία, ενδεικτικά ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που επιβάλλονται σε συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, στατιστικούς δείκτες, διαγνωστικές ασκήσεις, δείκτες επιμέτρησης επικινδυνότητας, τα οποία της παρέχουν τη δυνατότητα να επισημαίνει την όποια επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και να παρακολουθεί τον τρόπο επανόρθωσης αυτής της κατάστασης,
  2. αξιολογεί την επάρκεια των μεθόδων και πρακτικών τις οποίες εφαρμόζουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, προκειμένου να επισημαίνουν τα πιθανά γεγονότα ή τις μελλοντικές μεταβολές στις οικονομικές συνθήκες που θα μπορούσαν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη συνολική χρηματοοικονομική τους κατάσταση,
  3. αξιολογεί την ικανότητα των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να ανταπεξέρχονται στην περίπτωση τέτοιων πιθανών γεγονότων ή μελλοντικών μεταβολών στις οικονομικές συνθήκες,
  4. απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αποκαθιστούν τις αδυναμίες ή τις ελλείψεις που επισημάνθηκαν κατά τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης
4.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα απαραίτητα εργαλεία της παραγράφου 3 του παρόντος, οι διοικητικές ενέργειες στις οποίες μπορεί να προβαίνει η Εποπτική Αρχή για την εφαρμογή της διαδικασίας εποπτικής αξιολόγησης, η ελάχιστη συχνότητα και το αντικείμενο των εν λόγω εξετάσεων και αξιολογήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης
Article 26 "Πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις (άρθρο 37 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 8 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)"
1.  
    Η Εποπτική Αρχή μπορεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου, μετά την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 του παρόντος διαδικασίας εποπτικής αξιολόγησης, να επιβάλλει με αιτιολογημένη απόφασή της σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση
2.  
    Η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλλει πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:
  1. όταν διαπιστώνει ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας με την τυποποιημένη μέθοδο του Τμήματος 2 της Ενότητας 4 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους «Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας – τυποποιημένη μέθοδος», και:
    • η απαίτηση για χρήση εσωτερικού υποδείγματος σύμφωνα με το άρθρο 93 του παρόντος κρίνεται ακατάλληλη ή έχει αποδειχτεί αναποτελεσματική, ή
    • η επιχείρηση βρίσκεται σε διαδικασία ανάπτυξης πλήρους ή μερικού εσωτερικού υποδείγματος σύμφωνα με το άρθρο 93 του παρόντος,
  2. όταν διαπιστώνει ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας, που διενεργείται με βάση το από την επιχείρηση χρησιμοποιούμενο εσωτερικό υπόδειγμα, πλήρες ή μερικό, διότι ορισμένοι ποσοτικοποιήσιμοι κίνδυνοι δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη από το εν λόγω υπόδειγμα ενώ η προσαρμογή του, ώστε να αντικατοπτρίζει καλύτερα το δεδομένο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης, δεν έχει πραγματοποιηθεί σε χρόνο που είχε προγενέστερα τεθεί από την Εποπτική Αρχή,
  3. όταν διαπιστώνει ότι το σύστημα διακυβέρνησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις διατάξεις της Ενότητας 2 του Κεφαλαίου Δ΄ του παρόντος Μέρους «Σύστημα Διακυβέρνησης», ότι οι εν λόγω αποκλίσεις εμποδίζουν την επιχείρηση να αναγνωρίσει, να αποτιμήσει, να παρακολουθήσει, να διαχειρισθεί ή να αναφέρει ορθά τους κινδύνους, στους οποίους εκτίθεται ή θα μπορούσε να εκτεθεί, και ότι η επιβολή στην επιχείρηση άλλων εποπτικών μέτρων δεν εκτιμάται ως πιθανό ότι θα αποκαταστήσει επαρκώς τις ελλείψεις μέσα σε κατάλληλο χρονικό διάστημα,
  4. όταν διαπιστώνει ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της προσαρμογής αντιστοίχισης του άρθρου 54 του παρόντος, της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας του άρθρου 56 του παρόντος ή τα μεταβατικά μέτρα των άρθρων 274 και 275 του παρόντος, στις περιπτώσεις που η επιχείρηση κάνει χρήση κάποιας από τις προσαρμογές και τα μεταβατικά αυτά μέτρα
3.  
    Στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του παρόντος η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση υπολογίζεται από την Εποπτική Αρχή κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση της επιχείρησης προς τις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 77 του παρόντος, στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 του παρόντος η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση είναι ανάλογη προς τους σημαντικούς κινδύνους που απορρέουν από τις ελλείψεις που οδηγούν την Εποπτική Αρχή στην επιβολή της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης, ενώ στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 2 του παρόντος, η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση είναι ανάλογη προς τους σημαντικούς κινδύνους που απορρέουν από τις αποκλίσεις που αναφέρονται στην εν λόγω περίπτωση δ΄. Στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 2 του παρόντος, η Εποπτική Αρχή μεριμνά ώστε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις που οδήγησαν στην επιβολή της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης.
4.  
    Η Εποπτική Αρχή επανεξετάζει τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο την απόφασή της για επιβολή κεφαλαιακής προσαύξησης και αίρει το σχετικό μέτρο, όταν η επιχείρηση έχει αποκαταστήσει τις ελλείψεις που οδήγησαν στην επιβολή του
5.  
    Η προσαυξημένη, λόγω πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης, Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, αντικαθιστά την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας που κρίθηκε ανεπαρκής. Κατά παρέκκλιση των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο, η Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας που χρησιμοποιείται κατά τον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου της παραγράφου 5 του άρθρου 52 του παρόντος δεν περιλαμβάνει την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση που έχει επιβληθεί σύμφωνα με την περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 του παρόντος.
Article 27 "Εποπτεία λειτουργιών και δραστηριοτήτων που έχουν ανατεθεί εξωτερικά (άρθρο 38 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 9 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)"
1.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 37 του παρόντος, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να αναθέτουν λειτουργία ή δραστηριότητα ασφάλισης ή αντασφάλισης σε τρίτο πάροχο, εφόσον διασφαλίζουν ότι:
  1. το φυσικό ή νομικό πρόσωπο (πάροχος υπηρεσιών) στο οποίον γίνεται η ανάθεση συνεργάζεται με την Εποπτική Αρχή όσον αφορά στην εκτέλεση των λειτουργιών και των δραστηριοτήτων που του έχουν ανατεθεί, λαμβάνοντας υπόψη και τις υποχρεώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 47 του παρόντος,
  2. οι ίδιες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι ελεγκτές τους και η Εποπτική Αρχή έχουν ουσιαστική και άμεση πρόσβαση στα δεδομένα που αφορούν στις λειτουργίες και στις δραστηριότητες που έχουν ανατεθεί εξωτερικά,
  3. η Εποπτική Αρχή διαθέτει ουσιαστική και άμεση πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του παρόχου των υπηρεσιών και είναι σε θέση να ασκεί αυτό το δικαίωμα πρόσβασης
2.  
    Η Εποπτική Αρχή μπορεί να απαγορεύσει σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τη διενέργεια ή τη διατήρηση της εξωτερικής ανάθεσης, εφόσον κρίνει ότι δεν πληρούνται οι όροι της προηγούμενης παραγράφου
3.  
    Αρμοδίως εξουσιοδοτημένα στελέχη ή εκπρόσωποι αρχών εποπτείας ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δύνανται, αφού ενημερώσουν την Εποπτική Αρχή, καθώς και την αρμόδια κατά περίπτωση ελληνική εποπτική αρχή, να προβαίνουν σε επιτόπιους ελέγχους εντός της Ελλάδος σε παρόχους υπηρεσιών που εμπίπτουν στην εποπτική αρμοδιότητα της αρχής αυτής. Η Εποπτική Αρχή αναλαμβάνει την ευθύνη του συντονισμού των εμπλεκόμενων αρμόδιων ελληνικών εποπτικών αρχών σε συνεργασία με τις αρχές εποπτείας των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Η Εποπτική Αρχή και η ΕΑΑΕΣ δύναται να συμμετέχει στους ανωτέρω ελέγχους. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να διενεργεί η ίδια ελέγχους σε παρόχους υπηρεσιών, που εμπίπτουν στην εποπτική της αρμοδιότητα, κατόπιν σχετικής ανάθεσης από την εποπτική αρχή της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους, κατόπιν ενημέρωσης της αρμόδιας ευρωπαϊκής εποπτικής αρχής, ή να αναθέτει στην αρμόδια ευρωπαϊκή εποπτική αρχή την διενέργεια επιτόπιων ελέγχων, σε παρόχους υπηρεσιών εκτός Ελλάδας, στους οποίους έχει γίνει εξωτερική ανάθεση από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα. Εάν ο πάροχος των υπηρεσιών είναι μη εποπτευόμενη επιχείρηση εντός της Ελλάδας, αρμόδια εποπτική αρχή για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου είναι η Εποπτική Αρχή, η οποία μπορεί να διενεργεί απευθείας προς αυτόν επιτόπιο ή άλλο έλεγχο.
4.  
    Η Εποπτική Αρχή δύναται να απευθύνεται στην ΕΑΑΕΣ και να ζητά την βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού ΕΕ 1094/2010 για κάθε περίπτωση κατά την οποία, ενώ είτε έχει ενημερώσει την αρμόδια ευρωπαϊκή εποπτική αρχή του παρόχου υπηρεσιών ότι προτίθεται να διενεργήσει είτε ήδη διενεργεί επιτόπιους ελέγχους σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος, αδυνατεί να ασκήσει στην πράξη το δικαίωμά της για την διενέργεια των ανωτέρω επιτόπιων ελέγχων
5.  
    Η ΕΑΑΕΣ μπορεί να συμμετέχει σε επιτόπιους ελέγχους στις περιπτώσεις που αυτοί διενεργούνται από κοινού από δύο ή περισσότερες εποπτικές αρχές
Article 28 "Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου (άρθρο 39 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Η μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα διενεργείται κατόπιν έγκρισης της Εποπτικής Αρχής, δύναται δε να αφορά μέρος ή το σύνολο του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων συμβολαίων της είτε αυτά έχουν συναφθεί με καθεστώς εγκατάστασης είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλη ή άλλες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος - μέλος
2.  
    Η μεταβίβαση εγκρίνεται κατά την προηγούμενη παράγραφο εφόσον η επιχείρηση προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση έχει κατάλληλη άδεια λειτουργίας των κλάδων στους οποίους κατατάσσονται οι κίνδυνοι ή οι υποχρεώσεις του μεταβιβαζόμενου χαρτοφυλακίου και κατέχει τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτει την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας της παραγράφου 1 του άρθρου 76 του παρόντος, αφού ληφθεί υπόψη η μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου. Εφόσον η μεταβίβαση διενεργείται προς ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, η απαίτηση του προηγουμένου εδαφίου πιστοποιείται αποκλειστικά από την εποπτική αρχή του κράτους καταγωγής της επιχείρησης προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση. Στην περίπτωση που ο εκδοχέας δεν είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα, απαιτείται να ασκεί δραστηριότητα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα. Η Εποπτική Αρχή εγκρίνει τη μεταβίβαση εφόσον έχει λάβει τη συγκατάθεση της εποπτικής αρχής του κράτους - μέλους στον οποίο βρίσκονται οι κίνδυνοι ή οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις, που έχουν αναληφθεί από την εκχωρούσα ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Σε περίπτωση μη απάντησης εποπτικής αρχής κράτους - μέλους εντός τριών μηνών από τη λήψη του αιτήματος διαβούλευσης από την Εποπτική Αρχή, θεωρείται ότι υπάρχει σιωπηρή συγκατάθεση της εν λόγω εποπτικής αρχής.
3.  
    Με την επιφύλαξη της εφαρμογής της παραγράφου 2 του παρόντος, σε περιπτώσεις ασφαλιστικών επιχειρήσεων η μεταβίβαση της παραγράφου 1 του παρόντος εγκρίνεται εφόσον κατά την κρίση της Εποπτικής Αρχής, και αφού ληφθούν υπόψη και αξιολογηθούν τυχόν ενστάσεις ή εναντιώσεις σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος, δεν θίγονται τα συμφέροντα των ασφαλισμένων ή άλλων προσώπων που έχουν δικαιώματα ή υπέχουν υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εκχωρούμενες συμβάσεις. Η μεταβίβαση μπορεί να εγκρίνεται με όρο που θέτει η Εποπτική Αρχή ότι οι αντισυμβαλλόμενοι στις μεταβιβαζόμενες ασφαλιστικές συμβάσεις μπορούν να καταγγείλουν τις συμβάσεις τους εντός προθεσμίας μετά τη μεταφορά οριζόμενης από την Εποπτική Αρχή.
4.  
    Υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, εγκατεστημένο στην Ελλάδα, που προτίθεται να μεταβιβάσει σε άλλη επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος - μέλος, το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου του υποχρεούται να ζητήσει προηγουμένως τη συγκατάθεση της Εποπτικής Αρχής. Στην περίπτωση που ο εκδοχέας δεν είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα, απαιτείται να ασκεί δραστηριότητα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα. Υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος που προτίθεται να μεταβιβάσει σε ελληνική επιχείρηση, το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου του υποχρεούται να ζητήσει προηγουμένως την έγκριση της Εποπτικής Αρχής. Η Εποπτική Αρχή δίδει την ανωτέρω έγκριση μόνον εφόσον πιστοποιεί την απαίτηση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος.
5.  
    Σε περίπτωση μεταβίβασης χαρτοφυλακίου που έχει συναφθεί με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για την κάλυψη κινδύνων ή υποχρεώσεων στην Ελλάδα η εποπτική αρχή του κράτους καταγωγής της εκχωρούσας ασφαλιστικής επιχείρησης, επιτρέπει τη μεταβίβαση μόνον αφού λάβει τη συγκατάθεση της Εποπτικής Αρχής. Στην περίπτωση που ο εκδοχέας είναι ευρωπαϊκή επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ελλάδα, τα συμβόλαια αυτά θεωρούνται ότι έχουν συνομολογηθεί υπό καθεστώς εγκατάστασης. Για τα συμβόλαια αυτά ισχύει ότι είχε συμφωνηθεί εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος θελήσει να ακολουθήσει το ελληνικό δίκαιο και γλώσσα. Στην περίπτωση που ο εκδοχέας δεν είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα, απαιτείται να ασκεί δραστηριότητα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα. Στην περίπτωση που ο εκδοχέας είναι ελληνική επιχείρηση υποχρεούται να ζητήσει προηγουμένως την έγκριση της Εποπτικής Αρχής. Η Εποπτική Αρχή δίδει την ανωτέρω έγκριση μόνον εφόσον πιστοποιεί την απαίτηση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος.
6.  
    Οι εποπτικές αρχές όλων των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης των οποίων ζητείται η γνώμη για τη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλίσεων, ανακοινώνουν τη γνώμη ή τη συγκατάθεσή τους στις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής της εκχωρούσας επιχείρησης, εντός τριών (3) μηνών από την παραλαβή της σχετικής αίτησης. Σε περίπτωση που δεν έχει δοθεί απάντηση μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, θεωρείται ότι υπάρχει ευνοϊκή γνώμη ή σιωπηρή συγκατάθεση.
7.  
    Η μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα πραγματοποιείται, όσον αφορά στα ασφαλιστήρια συμβόλαια εν ισχύι είτε με τη διαδικασία της περίπτωσης α΄ είτε της περίπτωσης β΄ της παρούσας παραγράφου, και αναφορικά με εκκρεμείς υποχρεώσεις και λοιπές ασφαλιστικές υποχρεώσεις με τη διαδικασία της περίπτωσης β΄ της παρούσας παραγράφου
    • Ο εκχωρητής ενημερώνει εγγράφως κάθε αντισυμβαλλόμενο ξεχωριστά για την πρόθεση μεταφοράς του συμβολαίου του, κατόπιν έγκρισης της Εποπτικής Αρχής, από τον ίδιο στον εκδοχέα, καθώς και μια σειρά στοιχείων του εκδοχέα, όπως την επωνυμία του, το σκοπό, τη νομική μορφή και τον τρόπο λειτουργίας του στην Ελλάδα (εγκατάσταση, ελεύθερη παροχή υπηρεσιών), το κράτος - μέλος καταγωγής του, στοιχεία για την οικονομική ευρωστία του εκδοχέα και την δέσμευσή του να εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση, για το δικαίωμα εναντίωσης της μεταφοράς που διαθέτει ο αντισυμβαλλόμενος, την ακολουθούμενη διαδικασία και το χρονικό διάστημα εντός του οποίου μπορεί να ασκηθεί κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου
    • Η Εποπτική Αρχή θέτει προθεσμία εναντίωσης που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρείς (3) μήνες από την ημερομηνία ανακοίνωσης που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Εποπτικής Αρχής
    • Η απόφαση της Εποπτικής Αρχής που εγκρίνει τη μεταβίβαση περιλαμβάνει τη μεταφορά ασφαλιστηρίων συμβολαίων στον εκδοχέα, οι αντισυμβαλλόμενοι των οποίων δεν εναντιώθηκαν στη μεταφορά της ασφαλιστικής τους σύμβασης εντός της ταχθείσας προθεσμίας
    • Η απόφαση της Εποπτικής Αρχής της ανωτέρω υποπερίπτωσης αγ΄ μπορεί να περιλαμβάνει τη μεταφορά ασφαλιστηρίων συμβολαίων στον εκδοχέα, οι αντισυμβαλλόμενοι των οποίων εναντιώθηκαν στη μεταφορά της ασφαλιστικής τους σύμβασης εντός της ταχθείσας προθεσμίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπερβαίνουν το 15% του συνολικού πλήθους των υπό μεταφορά ασφαλιστηρίων συμβολαίων
    • Εντός εξήντα (60) ημερών από την έγκριση της Εποπτικής Αρχής, ο εκδοχέας ενημερώνει εγγράφως τους αντισυμβαλλόμενους για τη μεταφορά της ασφαλιστικής τους σύμβασης και εκδίδει για κάθε μία ασφαλιστική σύμβαση πιστοποιητικό ανάληψης της υποχρέωσης, το οποίο περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, την επωνυμία, το σκοπό, τη νομική μορφή και τον τρόπο λειτουργίας του εκδοχέα στην Ελλάδα, το κράτος - μέλος καταγωγής του εκδοχέα, τη διεύθυνση της έδρας και αναλυτικά στοιχεία επικοινωνίας του εκδοχέα
  1. Με ανακοίνωση που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Εποπτικής Αρχής, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και σε μια ημερήσια εφημερίδα και μια ημερήσια ή εβδομαδιαία οικονομική εφημερίδα της έδρας της επιχείρησης, τάσσεται, κατόπιν εγκρίσεως της Εποπτικής Αρχής, από την επιχείρηση για τη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλίσεων προθεσμία μέχρι τριών (3) μηνών προς υποβολή ενστάσεων υπό των ενδιαφερομένων
8.  
    Η απόφαση της Εποπτικής Αρχής που εγκρίνει τη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλίσεων κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις αρμόδιες εποπτικές αρχές των λοιπών κρατών - μελών όπου βρίσκονται οι κίνδυνοι ή οι υποχρεώσεις που ενδεχόμενα κάλυπτε η εκχωρούσα ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση. Οι ενημερώσεις και ανακοινώσεις αδειών μεταβίβασης σε επιχειρήσεις με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος οι οποίες καλύπτουν κινδύνους ή υποχρεώσεις που βρίσκονται στην Ελλάδα, δημοσιεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Μετά την έγκριση της μεταβίβασης του χαρτοφυλακίου ασφαλίσεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο δεν δύναται να αντιταχθούν κατά της μεταβίβασης αυτής οι ασφαλισμένοι, οι συμβαλλόμενοι στην ασφαλιστική σύμβαση, οι δικαιούχοι του ασφαλίσματος και οι πιστωτές της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.
9.  
    Σε κάθε ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης ασφαλίσεων ή αντασφαλίσεων αναφέρεται ρητά ποιος φέρει το βάρος της κάλυψης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών υποχρεώσεων. Η μεταβίβαση ολοκληρώνεται με τη σύνταξη πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής του μεταβιβαζομένου χαρτοφυλακίου στο οποίο αναφέρεται το τίμημα της μεταβίβασης και αναλυτικά το είδος και το ύψος των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων κατά την ημερομηνία συντάξεως του πρωτοκόλλου.
10.  
    Διασπάσεις ή συγχωνεύσεις ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν έδρα στην Ελλάδα επιτρέπονται μόνο μετά από εγκριτική απόφαση της Εποπτικής Αρχής και εφόσον η αίτηση της ενδιαφερόμενης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης συνοδεύεται και από ολοκληρωμένη μελέτη σκοπιμότητας και βιωσιμότητας (πρόγραμμα δραστηριότητας) της νέας επιχείρησης
11.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθορίζονται διαφορετικές ή επιπρόσθετες απαιτήσεις ή διαδικασίες ενημέρωσης, συναίνεσης, εναντίωσης ή ένστασης, να καθορίζονται οι διαδικασίες μεταφοράς χαρτοφυλακίου αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα και να ρυθμίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο του πρωτοκόλλου παράδοσης παραλαβής
12.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζονται οι γενικότεροι και ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλίσεων προς υποκαταστήματα τρίτων χωρών που λειτουργούν στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης
CHAPTER
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑ 1 ΕΥΘΥΝΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΜΕΛΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Article 29 "Ευθύνη διοικητικού συμβουλίου – μέλη διοίκησης (άρθρο 40 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Η τήρηση των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθεισών αποφάσεων, καθώς και ευρωπαϊκών αντιστοίχων αποτελεί ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων
2.  
    Ως μέλη διοίκησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης νοούνται κατ’ ελάχιστον τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο το οποίο ασκεί εκτελεστικά καθήκοντα στην επιχείρηση και το οποίο είναι υπεύθυνο και λογοδοτεί στο διοικητικό συμβούλιο για την καθημερινή διοίκηση της επιχείρησης, περιλαμβανομένων των προσώπων που πράγματι διευθύνουν τη δρατηριότητα της επιχείρησης
3.  
    Το διοικητικό συμβούλιο κάθε ελληνικής ασφαλιστικής επιχείρησης αποτελείται κατά πλειοψηφία από Έλληνες πολίτες ή πολίτες άλλων κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ΕΝΟΤΗΤΑ 2 ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ.
Article 30 "Γενικές απαιτήσεις διακυβέρνησης (άρθρο 41 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης που διασφαλίζει τη χρηστή και συνετή διοίκησή τους. Το σύστημα διακυβέρνησης περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον επαρκή και διαφανή οργανωτική δομή (οργανόγραμμα) με σαφή κατανομή και κατάλληλο διαχωρισμό καθηκόντων, καθώς και αποτελεσματικό μηχανισμό με τον οποίο διασφαλίζεται η μετάδοση των πληροφοριών εντός της επιχείρησης. Σε κάθε περίπτωση το σύστημα διακυβέρνησης εγγυάται την τήρηση των οριζομένων στα άρθρα 31 έως 37 του παρόντος. Το σύστημα διακυβέρνησης υπόκειται σε περιοδικό εσωτερικό έλεγχο και ανασκόπηση.
2.  
    Το σύστημα διακυβέρνησης είναι ανάλογο προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα του τρόπου λειτουργίας και διοίκησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης
3.  
    Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν έγγραφες πολιτικές, που εγκρίνονται με αποφάσεις των διοικητικών τους συμβουλίων και οι οποίες κατ’ ελάχιστον αφορούν στη διαχείριση των κινδύνων, στο σύστημα εσωτερικού ελέγχου, στη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου και, όπου υπάρχει, στην εξωτερική ανάθεση. Για τις μικρές ή λιγότερο πολύπλοκες επιχειρήσεις, οι πολιτικές αυτές μπορεί να προβλέπουν τη σώρευση των εργασιών που περιλαμβάνονται σε περισσότερες από μία βασικές λειτουργίες σε ένα μόνο πρόσωπο ή μία μόνη οργανωτική μονάδα. Οι πολιτικές επανεξετάζονται και επικαιροποιούνται ή αναθεωρούνται τουλάχιστον σε ετήσια βάση, προσαρμόζονται δε σε κάθε εσωτερική ή εξωτερική επιχειρησιακή ή επιχειρηματική μεταβολή. Οι επιχειρήσεις διασφαλίζουν ότι οι πολιτικές εφαρμόζονται.
4.  
    Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν εύλογα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν τη συνέχεια και την κανονικότητα των δραστηριοτήτων τους, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης σχεδίων έκτακτης ανάγκης. Για το σκοπό αυτόν, οι επιχειρήσεις εφαρμόζουν και χρησιμοποιούν κατά τρόπο κατάλληλο και αναλογικό, συστήματα, μέσα και διαδικασίες.
5.  
    Η Εποπτική Αρχή επαληθεύει το εφαρμοζόμενο από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σύστημα διακυβέρνησης και αξιολογεί τους αναδυόμενους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί από τις ίδιες τις επιχειρήσεις και που μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τη χρηματοοικονομική τους ευρωστία. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να κατονομάζει μια λειτουργία ως σημαντική ή κρίσιμη, να απαιτεί την ανάληψη από την επιχείρηση συγκεκριμένων ενεργειών για τη βελτίωση, αναμόρφωση, τροποποίηση ή ενίσχυση του συγκεκριμένου μέρους ή του συνόλου του συστήματος διακυβέρνησης εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, να κατονομάζει ή να απαιτεί την αλλαγή ή αντικατάσταση ενός ή περισσοτέρων ατόμων εκ των μελών διοίκησης και των υπευθύνων για μία ή περισσότερες εργασίες που περιλαμβάνονται στις σημαντικές και κρίσιμες λειτουργίες ή εργασίες, να απαιτεί την άμεση απαλλαγή της επιχείρησης από έναν ή περισσότερους κινδύνους ή κατηγορίες κινδύνων, να απαγορεύει την ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου για ορισμένο χρόνο, να απαιτεί την άμεση ή σε συχνότερη βάση διεξαγωγή της αξιολόγησης του άρθρου 33 του παρόντος και να λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο, ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση της επιχείρησης προς τις υποχρεώσεις διακυβέρνησής της, όπως αυτές ορίζονται ειδικότερα στα άρθρα 31 έως 37 του παρόντος.
6.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τίθενται κριτήρια ανεξαρτησίας και αποδεκτών σωρεύσεων αρμοδιοτήτων ή εργασιών σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή οργανωτικές μονάδες και καθορίζονται οι μικρές ή λιγότερο πολύπλοκες επιχειρήσεις
Article 31 "Καταλληλότητα και αξιοπιστία των μελών της διοίκησης ή των ατόμων που ασκούν εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες της επιχείρησης (άρθρα 42 και 43 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μεριμνούν ώστε όλα τα μέλη της διοίκησης, καθώς και όλα τα πρόσωπα τα οποία ασκούν εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες, να πληρούν διαρκώς τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
  1. ότι διαθέτουν επαρκή επαγγελματικά προσόντα, γνώσεις και εμπειρία, ώστε να διασφαλίζεται η χρηστή και συνετή διαχείριση και διοίκησή τους (καταλληλότητα),
  2. ότι διαθέτουν καλή φήμη και ακεραιότητα (αξιοπιστία),
2.  
    Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κοινοποιούν στην Εποπτική Αρχή την ταυτότητα των μελών διοίκησης και των προσώπων που είναι υπεύθυνοι για εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες της επιχείρησης. Η κοινοποίηση συνοδεύεται με όλα τα απαραίτητα στοιχεία προκειμένου να εξακριβωθεί η καταλληλότητα και αξιοπιστία των εν λόγω προσώπων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κοινοποιούν αμελλητί στην Εποπτική Αρχή κάθε μεταβολή στα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου μαζί με όλα τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο στοιχεία. Περαιτέρω ενημερώνουν αμελλητί την Εποπτική Αρχή εάν κάποιο από τα εν λόγω πρόσωπα έπαψε να πληροί τις προϋποθέσεις καταλληλότητας και αξιοπιστίας της παραγράφου 1 του παρόντος.
3.  
    Οι λειτουργούσες στην Ελλάδα ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου προβαίνουν σε κοινοποίηση προς την Εποπτική Αρχή των προσώπων της παραγράφου 2 του παρόντος το αργότερο μέχρι τις 15.2.2016.
4.  
    Ως απόδειξη καλής φήμη των προσώπων της παραγράφου 1 του παρόντος, η Εποπτική Αρχή δέχεται κατ’ ελάχιστον επικυρωμένα αντίγραφα ποινικού μητρώου, του πιστοποιητικού μη πτώχευσης, καθώς και του πιστοποιητικού πτωχευτικής αποκατάστασης με τα οποία να αποδεικνύεται ότι τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν καταδικασθεί για κλοπή, υπεξαίρεση, τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, δωροδοκία, χρεωκοπία, λαθρεμπορία, καταδολίευση δανειστών, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, καθώς επίσης δεν έχουν κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης
5.  
    Σε περίπτωση πολιτών κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Εποπτική Αρχή δέχεται ως απόδειξη καλής φήμης δικαστικά πιστοποιητικά ή διοικητικά έγγραφα, που εκδίδονται από δικαστικές ή διοικητικές αρχές κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και έχουν περιεχόμενο αντίστοιχο του ποινικού μητρώου, του πιστοποιητικού μη πτώχευσης ή πτωχευτικής αποκατάστασης. Όταν στο κράτος - μέλος του οποίου το πρόσωπο είναι υπήκοος δεν εκδίδονται τα προβλεπόμενα ως άνω έγγραφα, αρκεί ένορκη βεβαίωση ή, εφόσον ούτε ένορκη βεβαίωση προβλέπεται από το εν λόγω κράτος - μέλος, υπεύθυνη δήλωση του προς αξιολόγηση προσώπου ενώπιον αρμοδίας δικαστικής ή διοικητικής αρχής ή, κατά περίπτωση, ενώπιον συμβολαιογράφου του κράτους - μέλους του οποίου το πρόσωπο αυτό είναι υπήκοος. Η εν λόγω αρχή ή ο συμβολαιογράφος εκδίδει πιστοποιητικό που βεβαιώνει τη γνησιότητα αυτής της ενόρκου βεβαιώσεως ή της υπευθύνου δηλώσεως. Ένορκη βεβαίωση ή υπεύθυνη δήλωση περί μη πτωχεύσεως ή περί πτωχευτικής αποκατάστασης μπορεί να γίνει και ενώπιον τυχόν αρμόδιου επαγγελματικού ή εμπορικού οργανισμού του κράτους - μέλους του οποίου το πρόσωπο αυτό είναι υπήκοος.
6.  
    Τα εν γένει έγγραφα και πιστοποιητικά του παρόντος άρθρου θα πρέπει να είναι πρόσφατα και να έχουν εκδοθεί το πολύ εντός του προηγουμένου της υποβολής τριμήνου
7.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται επιπρόσθετα αποδεικτικά ή κριτήρια καταλληλότητας και αξιοπιστίας που θα ζητούνται ή θα εξετάζονται στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, οι δικαστικές, διοικητικές ή λοιπές αρχές που είναι αρμόδιες για την έκδοση των εγγράφων αξιοπιστίας και ο τρόπος υποβολής τους στην Εποπτική Αρχή
8.  
    Η Εποπτική Αρχή εντός έξι (6) μηνών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, κοινοποιεί στις εποπτικές αρχές των λοιπών κρατών - μελών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την αρμοδιότητά της, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος νόμου, να λαμβάνει τα έγγραφα καταλληλότητας και αξιοπιστίας του παρόντος άρθρου, καθώς και κατάλογο των ελληνικών δικαστικών, διοικητικών ή λοιπών αρχών που είναι αρμόδιες για την έκδοση κάθε ενός από τα έγγραφα αξιοπιστίας του παρόντος άρθρου. Επίσης, κοινοποιεί κάθε μεταγενέστερη μεταβολή τους.
Article 32 "Διαχείριση κινδύνων (άρθρο 44 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 10 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)"
1.  
    Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης κινδύνων, το οποίο περιλαμβάνει στρατηγικές, διεργασίες και διαδικασίες αναφοράς που απαιτούνται για τη, σε συνεχή βάση, αναγνώριση, μέτρηση, παρακολούθηση, διαχείριση και αναφορά των κινδύνων, μεμονωμένα και συγκεντρωτικά, στους οποίους είναι ή θα μπορούσαν να είναι εκτεθειμένες, ως και τις αλληλεξαρτήσεις των εν λόγω κινδύνων. Το σύστημα διαχείρισης των κινδύνων είναι αποτελεσματικό και κατάλληλα εντεταγμένο στην οργανωτική δομή και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα μέλη της διοίκησης της επιχείρησης ή των ατόμων που ασκούν σε αυτήν εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες.
2.  
    Το σύστημα διαχείρισης κινδύνων καλύπτει τόσο τους κινδύνους της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 77 του παρόντος που λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας όσο και εκείνους που λαμβάνονται μερικώς ή δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της εν λόγω απαίτησης. Το σύστημα διαχείρισης κινδύνων καλύπτει τουλάχιστον τις ακόλουθες περιοχές:.
  1. την ανάληψη των ασφαλιστικών κινδύνων και το σχηματισμό των τεχνικών προβλέψεων,
  2. τη διαχείριση του ενεργητικού και του παθητικού,
  3. τις επενδύσεις, ιδίως σε παράγωγα και παρόμοιες συναλλαγές,
  4. τη διαχείριση των κινδύνων ρευστότητας και συγκέντρωσης,
  5. την διαχείριση του λειτουργικού κινδύνου,
  6. την αντασφάλιση και τις λοιπές τεχνικές μετριασμού του κινδύνου
3.  
    Η έγγραφη πολιτική διαχείρισης κινδύνων που θεσπίζουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 30 του παρόντος, περιλαμβάνει επιμέρους πολιτικές για όλα τα ζητήματα των περιπτώσεων α΄ έως και στ΄ της προηγουμένης παραγράφου. Ειδικά, όσον αφορά στον κίνδυνο επενδύσεων, οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι σε θέση να αποδεικνύουν ότι συμμορφώνονται συνεχώς προς τις διατάξεις της Ενότητας 6 «Επενδύσεις» του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους.
4.  
    Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο της διαχείρισης συγχρονισμού στοιχείων ενεργητικού - υποχρεώσεων, αξιολογούν, σε τακτική βάση την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους ως προς τις υποθέσεις στις οποίες βασίζεται η παρέκταση της σχετικής χρονικής διάρθρωσης επιτοκίων άνευ κινδύνου του άρθρου 53 του παρόντος
5.  
    Στην περίπτωση που μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει την προσαρμογή αντιστοίχισης του άρθρου 54 του παρόντος, καταρτίζει και διατηρεί επικαιροποιημένο σχέδιο ρευστότητας το οποίο περιέχει τις προβολές των ταμειακών εισροών και εκροών που σχετίζονται με τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που υπόκεινται στην προσαρμογή αυτή και, στο πλαίσιο της διαχείρισης συγχρονισμού στοιχείων ενεργητικού-υποχρεώσεων, αξιολογεί, σε τακτική βάση τουλάχιστον τα ακόλουθα:
  1. την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων της ως προς τις υποθέσεις στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της προσαρμογής αντιστοίχισης, συμπεριλαμβανομένου του υπολογισμού του βασικού πιστωτικού περιθωρίου της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του παρόντος, καθώς και την πιθανή επίπτωση που θα είχε στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαιά της μια αναγκαστική και ταχεία πώληση περιουσιακών στοιχείων,
  2. την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων της σε αλλαγές στη σύνθεση του υπό αντιστοίχιση χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού, και
  3. την επίπτωση μιας μείωσης της προσαρμογής αντιστοίχισης στο μηδέν
6.  
    Στην περίπτωση που μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας του άρθρου 56 του παρόντος, καταρτίζει και διατηρεί επικαιροποιημένο σχέδιο ρευστότητας το οποίο περιέχει τις προβολές των ταμειακών εισροών και εκροών που σχετίζονται με τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που υπόκεινται στην προσαρμογή αυτή και, στο πλαίσιο της διαχείρισης συγχρονισμού στοιχείων ενεργητικού-υποχρεώσεων, αξιολογεί, σε τακτική βάση, τουλάχιστον τα ακόλουθα:
  1. την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων της ως προς τις υποθέσεις στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας, και την πιθανή επίπτωση που θα είχε στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαιά της μια αναγκαστική πώληση περιουσιακών στοιχείων, και
  2. την επίπτωση μιας μείωσης της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στο μηδέν
7.  
    Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διασφαλίζουν την ορθή εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης κινδύνων μεριμνώντας για την επαρκή και κατάλληλη οργανωτική και λειτουργική διάρθρωση της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων
8.  
    Για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν μερικό ή πλήρες εσωτερικό υπόδειγμα εγκεκριμένο σύμφωνα με τα άρθρα 87 και 88 του παρόντος, η λειτουργία της διαχείρισης κινδύνων καλύπτει επιπλέον των αναφερομένων στην παράγραφο 1 του παρόντος εργασίες, όπως:
  1. να σχεδιάζει και να εφαρμόζει το εσωτερικό υπόδειγμα,
  2. να ελέγχει και να επικυρώνει το εσωτερικό υπόδειγμα,
  3. να τεκμηριώνει το εσωτερικό υπόδειγμα και τις τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις του,
  4. να αναλύει την επίδοση του εσωτερικού υποδείγματος και να συντάσσει συνοπτικές εκθέσεις επίδοσης,
  5. να ενημερώνει το διοικητικό συμβούλιο για την επίδοση του εσωτερικού υποδείγματος, με υπόδειξη των περιοχών που χρήζουν βελτιώσεως και ενημέρωσή του σχετικά με την πορεία των προσπαθειών βελτίωσης αδυναμιών, που είχαν προηγουμένως επισημανθεί
9.  
    Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν στην Εποπτική Αρχή, τουλάχιστον ετησίως, τις αξιολογήσεις των παραγράφων 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου, ως μέρος των πληροφοριών που υποβάλλουν δυνάμει του άρθρου 24 του παρόντος. Στις περιπτώσεις που σε μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η μείωση στο μηδέν της προσαρμογής αντιστοίχισης ή της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας, θα είχε ως αποτέλεσμα τη μη συμμόρφωση της με την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, η εν λόγω επιχείρηση υποβάλλει επιπλέον ανάλυση των μέτρων που θα μπορούσε να εφαρμόσει σε μια τέτοια περίπτωση ώστε να αποκαταστήσει το επίπεδο των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας ή ώστε να μειώσει το προφίλ κινδύνου της για να αποκατασταθεί η συμμόρφωση προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας.
10.  
    Στην περίπτωση που μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας του άρθρου 56 του παρόντος, εντάσσει στη έγγραφη πολιτική διαχείρισης κινδύνου της παραγράφου 3 του άρθρου 30 του παρόντος πολιτική σχετικά με τα κριτήρια εφαρμογής της εν λόγω προσαρμογής
11.  
    Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποφεύγουν την υπερβολική εξάρτηση από εξωτερικούς οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας κατά τις περιπτώσεις που χρησιμοποιούν εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων και της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας. Με σκοπό την αποφυγή οποιασδήποτε αυτόματης εξάρτησης από εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εντάσσουν και εφαρμόζουν στο πλαίσιο της διαχείρισης κινδύνου τους αξιολόγηση της καταλληλότητας των χρησιμοποιούμενων εξωτερικών αξιολογήσεων χρησιμοποιώντας πρόσθετες αξιολογήσεις, όπου αυτό είναι πρακτικά δυνατόν.
12.  
    Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο των σχεδίων ρευστότητας των παραγράφων 5 και 6 του παρόντος, καθώς και το ελάχιστο περιεχόμενο των πληροφοριών και αξιολογήσεων που υποβάλλονται στην Εποπτική Αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 9 του παρόντος
Article 33 "Ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας (άρθρο 45 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 11 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)"
1.  
    Στο πλαίσιο του συστήματος διαχείρισης του κινδύνου, κάθε ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση διεξάγει ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας. Η αξιολόγηση αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:.
  1. τις συνολικές ανάγκες φερεγγυότητας, λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερο προφίλ κινδύνου, τα εγκεκριμένα όρια ανοχής του κινδύνου και την επιχειρηματική στρατηγική της επιχείρησης,
  2. τη συμμόρφωση, σε συνεχή βάση, με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και τις διατάξεις για τις τεχνικές προβλέψεις σύμφωνα με τα οριζόμενα στις Ενότητες 4 και 5 «Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας» και «Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση» του Κεφαλαίου ΣΤ’ και της Ενότητας 2 «Κανόνες σχετικά με τις τεχνικές προβλέψεις» του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους,
  3. το εύρος της απόκλισης του προφίλ κινδύνου της επιχείρησης από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, όπως ορίζεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 77 του παρόντος, η οποία προσδιορίζεται είτε με την τυποποιημένη μέθοδο του Τμήματος 2 της Ενότητας 4 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ είτε με το μερικό ή το πλήρες εσωτερικό υπόδειγμα της εν λόγω επιχείρησης σύμφωνα με το Τμήμα 3 της Ενότητας 4 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους
2.  
    Για την ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος, η επιχείρηση διαθέτει και εφαρμόζει διαδικασίες οι οποίες είναι ανάλογες προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενυπάρχουν στην επιχειρηματική της δραστηριότητα, και οι οποίες της επιτρέπουν να εντοπίζει και να αξιολογεί καταλλήλως τους κινδύνους που αντιμετωπίζει βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και στους οποίους εκτίθεται ή θα μπορούσε να εκτεθεί. Η επιχείρηση παρουσιάζει τις μεθόδους που χρησιμοποιεί ώστε να προβαίνει στην ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας.
3.  
    Η αξιολόγηση συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που προβλέπεται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος, διεξάγεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προσαρμογή αντιστοίχισης του άρθρου 54 του παρόντος, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας του άρθρου 56 του παρόντος και τα μεταβατικά μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 274 και 275 του παρόντος. Στη περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει κάποια από τις προσαρμογές ή μεταβατικά μέτρα της παρούσας παραγράφου, η αξιολόγηση της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος διενεργείται επιπροσθέτως της απαίτησης του πρώτου εδαφίου της παρούσας, και λαμβάνοντας υπόψη την επίπτωση των εφαρμοζόμενων προσαρμογών και μεταβατικών μέτρων.
4.  
    Στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος, όταν χρησιμοποιείται εσωτερικό υπόδειγμα, η αξιολόγηση πραγματοποιείται μαζί με την αναβαθμονόμηση του εσωτερικού υποδείγματος η οποία μετατρέπει τα εσωτερικά αποτιμώμενα μεγέθη κινδύνου στο μέτρο κινδύνου και στη βαθμονόμηση της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας
5.  
    Η ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της στρατηγικής της επιχείρησης και λαμβάνεται υπόψη σε συνεχή βάση στις στρατηγικές της αποφάσεις
6.  
    Η ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας της παραγράφου 1 του παρόντος διενεργείται από τις επιχειρήσεις τακτικά, καθώς και αμελλητί, μετά από οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στο προφίλ του κινδύνου τους
7.  
    Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν την Εποπτική Αρχή για τα αποτελέσματα της ίδιας αξιολόγησης του κινδύνου και φερεγγυότητας, στο πλαίσιο των πληροφοριών που υποβάλλονται δυνάμει του άρθρου 24 του παρόντος
8.  
    Η ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας δεν χρησιμοποιείται για να υπολογιστεί κεφαλαιακή απαίτηση. Η Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας προσαυξάνεται μόνο σύμφωνα με τα άρθρα 26, 189 ως 191 και 195 του παρόντος.
Article 34 "Σύστημα Εσωτερικού Ελέγχου (άρθρο 46 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.  
    Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν και εφαρμόζουν αποτελεσματικό σύστημα εσωτερικού ελέγχου. Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου, κατάλληλες ρυθμίσεις πληροφόρησης σε όλα τα επίπεδα της επιχείρησης και λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης.
2.  
    Η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης περιλαμβάνει την παροχή συμβουλών προς το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του και του ισχύοντος ευρωπαϊκού δικαίου. Περιλαμβάνει επίσης εκτίμηση της πιθανής επίπτωσης, που τυχόν μεταβολές του υφιστάμενου νομικού ή θεσμικού πλαισίου, θα είχαν επί των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, καθώς και την αναγνώριση και εκτίμηση του κινδύνου κανονιστικής συμμόρφωσης.
Article 35 "Εσωτερικός Έλεγχος (άρθρο 47 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)"
1.