ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Νόμος

ΚΩΔΙΚΟΣ

2017/4478

ΕΦΑΡΜΟΖΕΙ

ΦΕΚ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

2017-06-23

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2017-06-23

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

2017-06-23

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Ι) Κύρωση και προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στη Σύμβαση της Βαρσοβίας της 16ης Μαΐου 2005 του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη νομιμοποίηση, ανίχνευση, κατάσχεση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, ενσωμάτωση της Α-Π 2003/577/ΔΕΥ, της Α-Π 2005/212/ΔΕΥ, της Α-Π 2006/783/ΔΕΥ, όπως τροποποιήθηκε με την Α-Π 2009/299/ΔΕΥ, και της Οδηγίας 2014/42/ΕΕ, ΙΙ) Προϋποθέσεις τοποθέτησης ανηλίκων σε ίδρυμα ή ανάδοχη οικογένεια από και προς κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει του άρθρου 56 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 2201/ 2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος καταργεί τον Κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000, ΙΙΙ) Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια στέρησης της ελευθερίας, ΙV) Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας και για την αντικατάσταση της Απόφασης - Πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου και λοιπές διατάξεις.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΤΜΗΜΑ
ΚΥΡΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΒΑΡΣΟΒΙΑΣ ΤΗΣ 16ης ΜΑΪΟΥ 2005 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ, ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ, ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΕΥΣΗ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Άρθρο 1 "Κύρωση της Σύμβασης"
1.  
    Κυρώνεται και έχει την ισχύ της παρ. 1 του άρθρου 28 του Συντάγματος η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη νομιμοποίηση, ανίχνευση, κατάσχεση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας που υπογράφηκε στη Βαρσοβία στις 16 Μαΐου 2005, το κείμενο της οποίας σε πρωτότυπο στην αγγλική και στη γαλλική γλώσσα, και σε μετάφραση στην ελληνική, έχει ως εξής:.
Άρθρο 2
1.  
    Αιτήματα δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων Όταν υποβάλλεται από τις αρμόδιες αρχές κράτους - μέρους της Σύμβασης αίτημα δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, που αποτελούν ή θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο αιτήματος δήμευσης, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 48 του ν. 3691/2008 (Α΄ 166) και οι σχετικές με την παροχή δικαστικής συνδρομής διατάξεις.
Άρθρο 3
1.  
    Αιτήματα δήμευσης περιουσιακών στοιχείων Όταν υποβάλλεται από τις αρμόδιες αρχές κράτους - μέρους της Σύμβασης αίτημα δήμευσης περιουσιακών στοιχείων, που αποτελούν αμέσως ή εμμέσως προϊόν ποινικών αδικημάτων ή αποκτήθηκαν με το προϊόν αυτό ή χρησιμοποιήθηκαν ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν για τη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων, το αίτημα υποβάλλεται στο κατά τόπο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, το οποίο αποφασίζει με βούλευμά του, εφαρμόζοντας αναλόγως την παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 3691/2008. Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών επιτρέπεται μόνο έφεση κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 492 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Άρθρο 4 "Κεντρική Αρχή"
1.  
    Ως Κεντρική Αρχή για την παραλαβή και αποστολή αιτημάτων που υποβάλλονται στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας για την εφαρμογή της Σύμβασης, καθώς και για τη διαβίβασή τους στις αρμόδιες προς εκτέλεση αρχές, ορίζεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
Άρθρο 5
1.  
    Διαχείριση δεσμευμένων και δημευμένων περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 10 της Οδηγίας 2014/42/ΕΕ) Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των συναρμόδιων Υπουργών συνιστάται κεντρική υπηρεσία ή καθορίζεται υφιστάμενος φορέας με αρμοδιότητα τη διαχείριση των δημευμένων περιουσιακών στοιχείων, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει τη χρήση αυτών για το δημόσιο συμφέρον, για κοινωνικούς σκοπούς ή για την ικανοποίηση του θύματος, καθώς και την αποτελεσματική διαχείριση περιουσιακών στοιχείων που δεσμεύονται ενόψει πιθανής δήμευσης. Η αποτελεσματική διαχείριση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων περιλαμβάνει τη δυνατότητα πώλησης ή μεταβίβασης αυτών, όταν κρίνεται απαραίτητο για τη διασφάλιση της οικονομικής τους αξίας.
Άρθρο 6 "Τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα (άρθρα 4 και 6 της Οδηγίας 2014/42/ΕΕ)"
1.  
    Το άρθρο 76 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: 1 Αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους, και όσα αποκτήθηκαν με αυτά αμέσως ή εμμέσως, επίσης και αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης μπορούν να δημευθούν αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμετόχους Για άλλες αξιόποινες πράξεις δήμευση μπορεί να επιβληθεί μόνο στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος Αν τα παραπάνω αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία έχουν αναμειχθεί με περιουσία που αποκτήθηκε από νόμιμες πηγές, η σχετική περιουσία υπόκειται σε δήμευση μέχρι την καθορισμένη αξία των αναμειχθέντων αντικειμένων. 2 Δήμευση δεν επιβάλλεται, όταν το δικαστήριο, αυτεπάγγελτα ή μετά από αίτημα διαδίκου ή τρίτου, κρίνει ότι αυτή είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη, όπως όταν υπάρχει κίνδυνος να αποστερήσει τον καταδικασθέντα ή τρίτο, ιδίως την οικογένειά τους, από πράγμα που εξυπηρετεί τον αναγκαίο βιοπορισμό τους ή να προκαλέσει σε αυτούς υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ανάλογα περιορισμένη δήμευση ή να επιβάλει χρηματική ποινή, σύμφωνα με την παράγραφο 4. 3 Αν τα αντικείμενα ή τα περιουσιακά στοιχεία της παραγράφου 1 δεν υπάρχουν πλέον ή δεν έχουν βρεθεί, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει δήμευση (αναπληρωματική δήμευση) σε ίσης, κατά το χρόνο έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης, αξίας περιουσιακά στοιχεία του δράστη. 4 Αν το δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει δήμευση στα αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία των προηγούμενων παραγράφων, επειδή αυτά δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν ή ανήκουν εν όλω ή εν μέρει σε τρίτο, στον οποίο δεν μπορεί να επιβληθεί δήμευση, μπορεί να επιβάλει στον δράστη χρηματική ποινή μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί στην αξία των αντικειμένων αυτών. 5 Η δήμευση επιβάλλεται σε τρίτο αν τα αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάσθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, από τον δράστη σε αυτόν ή αν αποκτήθηκαν από αυτόν ή περιήλθαν με άλλο τρόπο σε αυτόν, εφόσον κατά το χρόνο κτήσης των περιουσιακών στοιχείων γνώριζε ότι ενδέχεται να προέρχονται από αξιόποινη πράξη και ότι σκοπός της μεταβίβασής τους ήταν να αποφευχθεί η δήμευση Η γνώση, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, πρέπει να προκύπτει από το συνδυασμό περισσότερων ειδικά αναφερόμενων στην απόφαση του δικαστηρίου περιστατικών, όπως ιδίως ότι η μεταβίβαση ή η απόκτηση του περιουσιακού στοιχείου πραγματοποιήθηκε χωρίς αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα σημαντικά κατώτερο από την αγοραία αξία ή από εκείνο που θα προέκυπτε, με βάση τη συνήθη πρακτική στις οικείες βιοτικές σχέσεις Η δήμευση επιβάλλεται στον τρίτο μόνο εφόσον δεν μπορεί να επιβληθεί σε βάρος του δράστη δήμευση του ανταλλάγματος που έλαβε για τη μεταβίβαση ή αναπληρωματική δήμευση Όταν ο τρίτος είναι νομικό πρόσωπο, εξετάζεται αν υπήρχε η προβλεπόμενη γνώση σχετικά με την προέλευση των περιουσιακών στοιχείων, σε όποιον έχει εξουσία εκπροσώπησής του ή είναι εξουσιοδοτημένος για τη λήψη αποφάσεων ή για την άσκηση ελέγχου, στο πλαίσιο του νομικού προσώπου ή της επιχείρησης ή σε όποιον ασκεί εν τοις πράγμασι τα καθήκοντα αυτά. 6 Η δήμευση των αντικειμένων της παραγράφου 1 επιβάλλεται υποχρεωτικά σε βάρος του κατόχου τους, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την τελεσθείσα πράξη, αν από τη φύση τους προκύπτει κίνδυνος της δημόσιας τάξης Η δήμευση εκτελείται και κατά των κληρονόμων, αν η απόφαση έγινε αμετάκλητη ενόσω ζούσε εκείνος κατά του οποίου απαγγέλθηκε η δήμευση Αν δεν προηγήθηκε καταδίκη ορισμένου προσώπου ή δεν μπορούσε να γίνει δίωξη, τη δήμευση διατάσσει είτε το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση είτε το δικαστήριο των πλημμελειοδικών με πρόταση του εισαγγελέα. 7 Σε κάθε περίπτωση δήμευσης, το δικαστήριο αποφασίζει αν αυτά που δημεύθηκαν, επιβάλλεται να καταστραφούν ή αν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το δημόσιο συμφέρον ή για κοινωνικούς σκοπούς ή για την ικανοποίηση του θύματος.
2.  
    Στο άρθρο 187Α παρ. 6 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται εδάφιο τελευταίο ως εξής: Στο έγκλημα του α΄ εδαφίου, για την εφαρμογή των άρθρων 88 έως 93 του Ποινικού Κώδικα, λαμβάνονται υπόψη και οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις, που εκδίδουν δικαστήρια άλλων κρατών - μερών της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης του έτους 2005 για τη νομιμοποίηση, ανίχνευση, κατάσχεση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
Άρθρο 7 "Τροποποιήσεις του ν. 3691/2008 (άρθρα 5, 6, 7 παρ. 2, 8 παράγραφοι 4 και 9 της Οδηγίας 2014/42/ΕΕ)"
1.  
    Στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3691/2008 προστίθεται περίπτωση ι΄ ως εξής:
  1. Στα εγκλήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, για την εφαρμογή των άρθρων 88 έως 93 του Ποινικού Κώδικα, λαμβάνονται υπόψη και οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις που εκδίδουν δικαστήρια άλλων κρατών - μερών της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης του έτους 2005 για τη νομιμοποίηση, ανίχνευση, κατάσχεση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
2.  
    Στην παρ. 1 του άρθρου 46 του ν. 3691/2008 προστίθεται μετά το εδάφιο α΄ εδάφιο ως εξής: Σε περίπτωση ανάμειξης του προϊόντος του αδικήματος με περιουσία που προέρχεται από νόμιμες πηγές, η κατάσχεση και η δήμευση επιβάλλονται μέχρι του ποσού της αξίας του προϊόντος αυτού.
3.  
    Το άρθρο 47 του ν. 3691/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
    Άρθρο 47
    1.  
      Το Δημόσιο μπορεί, ύστερα από γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, να αξιώσει ενώπιον των αρμόδιων πολιτικών δικαστηρίων από τον αμετακλήτως καταδικασμένο σε στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών ετών για ποινικό αδίκημα της παραγράφου 2, κάθε άλλη περιουσία που αυτός έχει αποκτήσει από άλλο αδίκημα της παραγράφου 2 έστω και αν δεν ασκήθηκε για το αδίκημα αυτό δίωξη λόγω θανάτου του υπαιτίου ή η δίωξη που ασκήθηκε έπαυσε οριστικά ή κηρύχθηκε απαράδεκτη.
    2.  
      Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται στα παρακάτω ποινικά αδικήματα, εφόσον αυτά αμέσως ή εμμέσως μπορούν να οδηγήσουν σε οικονομικό όφελος
    1. σε εκείνα των στοιχείων α΄ έως και θ΄ του άρθρου 3,
    2. σε εκείνα των άρθρων 207 έως 208Α του Ποινικού Κώδικα,
    3. σε εκείνα των άρθρων 216, 372, 374 έως 375 και 394 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αφορούν σε μέσα πληρωμής πλην των μετρητών,
    4. σε εκείνα των άρθρων 348Α έως 348Γ, 349 παράγραφοι 1-2 του Ποινικού Κώδικα και
    5. σε εκείνα των άρθρων 292Β παράγραφοι 2-3 και 381Α παρ. 2-3 του Ποινικού Κώδικα.
    3.  
      Αν η περιουσία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μεταβιβάσθηκε σε τρίτο, ο καταδικασμένος υποχρεούται σε αποζημίωση ίση με την αξία της κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής. Η παραπάνω αξίωση μπορεί να ασκηθεί και κατά τρίτου που απέκτησε από χαριστική αιτία, εφόσον κατά το χρόνο της κτήσης ήταν σύζυγος ή συγγενής εξ αίματος κατ` ευθεία γραμμή με τον καταδικασμένο ή αδελφός του ή θετό τέκνο του, καθώς και εναντίον κάθε τρίτου που απέκτησε την περιουσία μετά την άσκηση κατά του καταδικασμένου ποινικής δίωξης για το πιο πάνω έγκλημα, αν κατά το χρόνο που απέκτησε, γνώριζε την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του καταδικασμένου. Ο τρίτος και ο καταδικασμένος ευθύνονται εις ολόκληρον.
4.  
    Στην παρ. 2 του άρθρου 48 του ν. 3691/2008 προστίθενται στο τέλος εδάφια ως εξής: Η απαγόρευση δεν θίγει προγενέστερα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει καλόπιστοι τρίτοι επί του λογαριασμού των τίτλων ή των χρηματοπιστωτικών προϊόντων Τα δικαιώματα αυτά μπορούν να ασκηθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
5.  
    Στο άρθρο 48 του ν. 3691/2008 η παράγραφος 6 αναριθμείται σε 7 και προστίθεται νέα παράγραφος 6 ως εξής:
    Τα ενδιαφερόμενα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με αίτησή τους που απευθύνεται στην αρχή που αποφάσισε τη δέσμευση ή με την προβλεπόμενη στις παραγράφους 4 και 5 προσφυγή, μπορούν να ζητούν την αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών, αναγκαίων για την κάλυψη των γενικότερων δαπανών διαβίωσης, συντήρησης ή λειτουργίας τους, των εξόδων για τη νομική τους υποστήριξη και των βασικών εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων ως άνω στοιχείων.
Άρθρο 8 "Τροποποιήσεις του ν. 2655/1998 (Α΄ 264)"
1.  
    Στο άρθρο τρίτο του ν. 2655/1998 το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής: Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εισάγει την αίτηση δήμευσης στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, το οποίο αποφασίζει με βούλευμά του, εφαρμόζοντας αναλόγως το άρθρο 46 παρ. 2 του ν. 3691/2008 (Α΄ 166) Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών επιτρέπεται έφεση και κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών αναίρεση, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 492 και 504 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
2.  
    Στο άρθρο τέταρτο του ν. 2655/1998 προστίθενται στοιχεία α΄ και β΄ ως εξής: 1 Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, ότι η παράγραφος 1 του άρθρου 2 της Σύμβασης εφαρμόζεται μόνο στα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και στα βασικά αδικήματα των άρθρων 2 και 3 του ν. 3691/2008. 2 Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, ότι η παράγραφος 1 του άρθρου 6 της Σύμβασης εφαρμόζεται μόνον όταν το βασικό αδίκημα συγκαταλέγεται σε εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 3 του ν. 3691/2008.
Άρθρο 9
1.  
    Επιφυλάξεις και Δηλώσεις σχετικά με τη Σύμβαση α) Η Ελληνική Πολιτεία επιφυλάσσεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 53 της Σύμβασης, του δικαιώματός της να μην εφαρμόσει το εδάφιο γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 7 και την παρ. 6 του άρθρου 9. β) Η Ελληνική Πολιτεία επιφυλάσσεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 53 της Σύμβασης, να εφαρμόζει την παρ. 5 του άρθρου 46 μόνον υπό τον όρο της τήρησης του κανόνα της αμοιβαιότητας. γ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 3 της Σύμβασης, ότι η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου εφαρμόζεται μόνο στα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και στα βασικά αδικήματα των άρθρων 2 και 3 του ν. 3691/2008. δ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 53 της Σύμβασης, ότι δεν θα εφαρμόσει την παράγραφο 4 του άρθρου 3. ε) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 9 της Σύμβασης, ότι η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου εφαρμόζεται μόνον όταν το βασικό αδίκημα συγκαταλέγεται σε εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 3 του ν. 3691/2008. στ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 17 της Σύμβασης, ότι το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται μόνο στα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και στα βασικά αδικήματα των άρθρων 2 και 3 του ν. 3691/2008. ζ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 53 της Σύμβασης, ότι θα εφαρμόσει το άρθρο 19 μόνον εφόσον άρει την ανωτέρω υπό α΄ επιφύλαξή της σε σχέση με το εδάφιο γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 7. η) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 24 της Σύμβασης, ότι θα εφαρμόζει την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου μόνο σύμφωνα με το Σύνταγμα και τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού της συστήματος. θ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 31 της Σύμβασης, ότι δεν αποδέχεται τη δυνατότητα που προβλέπεται στην περίπτωση α΄ της εν λόγω παραγράφου. ι) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 33 της Σύμβασης, ότι ορίζει ως Κεντρική Αρχή για την παραλαβή και αποστολή αιτημάτων που υποβάλλονται στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας για την εφαρμογή της Σύμβασης, καθώς και για τη διαβίβασή τους στις αρμόδιες προς εκτέλεση αρχές, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. ια) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 35 της Σύμβασης, ότι είναι έτοιμη να αποδεχθεί και να εκτελέσει αιτήματα που διαβιβάζονται ηλεκτρονικά ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, υπό την προϋπόθεση ότι το τελευταίο επιτρέπει την εξακρίβωση της γνησιότητας της διαβίβασης. ιβ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 35 της Σύμβασης, ότι απαιτεί τα αιτήματα που υποβάλλονται στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας και τα έγγραφα που υποστηρίζουν τα αιτήματα αυτά, να συνοδεύονται από μετάφραση στην ελληνική ή την αγγλική γλώσσα. ιγ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 42 της Σύμβασης, ότι οι πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία που παρέχονται από αυτήν, στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας δεν μπορούν χωρίς προηγούμενη συναίνεσή της να χρησιμοποιηθούν ή να διαβιβασθούν από τις αρχές του αιτούντος μέρους, για έρευνες ή διαδικασίες διαφορετικές από εκείνες που προσδιορίζονται στην αίτηση. ιδ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ. 13 του άρθρου 46 της Σύμβασης, ότι ορίζει ως Μονάδα Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών την Α΄ Μονάδα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης.

ΤΜΗΜΑ
ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ Ε.Ε. ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΕΥΣΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ Ή ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ - ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΠΛΑΙΣΙΟ 2003/577/ΔΕΥ, ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΠΛΑΙΣΙΟ 2005/212/ΔΕΥ, ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΠΛΑΙΣΙΟ 2006/783/ΔΕΥ, ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΛΑΙΣΙΟ 2009/299/ΔΕΥ, ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/42/ΕΕ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 10 "Αντικείμενο – Ορισμοί (άρθρο 2 της Οδηγίας 2014/42/ΕΕ)"
1.  
    Αναγνωρίζονται και εκτελούνται στην Ελλάδα από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές αποφάσεις των αρμοδίων δικαστικών αρχών άλλων κρατών - μελών της Ε.Ε. που εκδίδονται στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, με αντικείμενο: α) τη δέσμευση περιουσιακών και αποδεικτικών στοιχείων, με σκοπό την εν συνεχεία δήμευση των πρώτων ή την εξασφάλιση των δεύτερων και β) τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων. Με τις κατωτέρω διατάξεις ρυθμίζεται, επίσης, η διαδικασία διαβίβασης αιτήσεων αναγνώρισης και εκτέλεσης αντίστοιχων αποφάσεων των αρμόδιων ελληνικών δικαστικών αρχών προς άλλα κράτη - μέλη.
2.  
    Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Τμήματος:
  1. Ως «απόφαση δέσμευσης» νοείται κάθε μέτρο που λαμβάνει αρμόδια δικαστική αρχή κράτους - μέλους της Ε.Ε., προκειμένου να εμποδίσει προσωρινά οποιαδήποτε πράξη καταστροφής, μετατροπής, μετατόπισης, μεταφοράς ή διάθεσης:
  2. αα) περιουσιακών στοιχείων για τα οποία θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση δήμευσης ή ββ) περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν το αντικείμενο εγκλήματος αναφερόμενου στο άρθρο 10 ή.
    • αποδεικτικών στοιχείων
  3. Ως «απόφαση δήμευσης» νοείται κάθε ποινή ή μέτρο που επιβλήθηκε αμετακλήτως από δικαστήριο κράτους - μέλους της Ε.Ε. μετά από δίκη για ποινικό αδίκημα, με περιεχόμενο την οριστική αποστέρηση περιουσιακών στοιχείων, για τα οποία το δικαστήριο έκρινε ότι:
  4. αα) αποτελούν προϊόν εγκλήματος αναφερόμενου στο άρθρο 10 ή ισοδυναμούν εν όλω ή εν μέρει με την αξία του προϊόντος αυτού ή ββ) αποτελούν το όργανο τέτοιου εγκλήματος ή γγ) υπόκεινται σε δήμευση λόγω εφαρμογής στο κράτος έκδοσης οποιασδήποτε από τις εκτεταμένες εξουσίες που προσδιορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 του παρόντος ή δδ) υπόκεινται σε δήμευση λόγω εφαρμογής οποιασδήποτε άλλης εκτεταμένης εξουσίας, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης.
  5. Στα «περιουσιακά στοιχεία» περιλαμβάνεται κάθε είδους περιουσιακό στοιχείο, ενσώματο ή ασώματο, κινητό ή ακίνητο, υλικό ή άυλο, καθώς και νόμιμοι τίτλοι ή έγγραφα οποιασδήποτε μορφής, έντυπης, ηλεκτρονικής ή ψηφιακής, που αποδεικνύουν τίτλο ή δικαίωμα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων
  6. Ως «αποδεικτικά στοιχεία» νοούνται αντικείμενα, έγγραφα ή δεδομένα, τα οποία θα μπορούσαν να προσκομισθούν ως αποδεικτικά στοιχεία σε ποινική διαδικασία σχετική με τα αναφερόμενα στο άρθρο 10 αδικήματα
  7. «Προϊόν εγκλήματος» σημαίνει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, που προέρχεται ή αποκτάται άμεσα ή έμμεσα, μέσω της τέλεσης εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν μετατραπεί ή επανεπενδυθεί πλήρως ή εν μέρει σε άλλο περιουσιακό στοιχείο
  8. «Όργανο εγκλήματος» σημαίνει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο ή αντικείμενο, που χρησιμοποιήθηκε ή προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο, εν όλω ή εν μέρει, για τη διάπραξη μίας ή περισσοτέρων αξιόποινων πράξεων
  9. Ως «κράτος έκδοσης» νοείται το κράτος - μέλος του οποίου αρμόδια δικαστική αρχή έχει εκδώσει ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο επικυρώσει απόφαση δέσμευσης ή δήμευσης στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας
  10. Ως «κράτος εκτέλεσης» νοείται το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου βρίσκεται το περιουσιακό ή αποδεικτικό στοιχείο και στο οποίο διαβιβάζεται η απόφαση προκειμένου να εκτελεστεί
Άρθρο 11 "Πεδίο εφαρμογής"
1.  
    Η αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης ή δήμευσης άλλου κράτους - μέλους της Ε.Ε. προϋποθέτει η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί η απόφαση να συνιστά έγκλημα, για το οποίο χωρεί αντίστοιχα δέσμευση ή δήμευση, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της από το κράτος έκδοσης.
2.  
    Η αναγνώριση και η εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης ή δήμευσης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας είναι τουλάχιστον τρία (3) έτη:
  1. συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση,
  2. τρομοκρατικές πράξεις,
  3. εμπορία ανθρώπων και σωματεμπορία,
  4. εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής ανηλίκων και πορνογραφία ανηλίκων,
  5. παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών,
  6. παράνομη εμπορία και διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών,
  7. εγκλήματα δωροδοκίας,
  8. εγκλήματα σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε.,.
  9. νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες,
  10. εγκλήματα σχετικά με το νόμισμα, περιλαμβανομένου του ευρώ,
  11. εγκλήματα σχετικά με ηλεκτρονικούς υπολογιστές,
  12. εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένου του παράνομου εμπορίου απειλούμενων ζωικών ειδών και του παράνομου εμπορίου απειλούμενων φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών,
  13. παροχή βοήθειας για την παράνομη είσοδο και διαμονή στη χώρα,
  14. ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και βαριά σωματική βλάβη,
  15. παράνομο εμπόριο ανθρώπινων οργάνων και ιστών,
  16. απαγωγή, παράνομη κατακράτηση, αρπαγή και ομηρία,
  17. εγκλήματα ρατσισμού και ξενοφοβίας,
  18. οργανωμένες ή ένοπλες ληστείες,
  19. παράνομη εμπορία και διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης,
  20. υπεξαίρεση και απάτη,
  21. αθέμιτη προστασία έναντι παράνομου περιουσιακού οφέλους και εκβίαση,
  22. παράνομη απομίμηση και πειρατεία προϊόντων,
  23. πλαστογραφία δημοσίων εγγράφων και παράνομη διακίνηση αυτών,
  24. πλαστογραφία μέσων πληρωμής,
  25. παράνομη διακίνηση ορμονικών ουσιών και άλλων αυξητικών παραγόντων,
  26. παράνομη διακίνηση πυρηνικών και ραδιενεργών ουσιών,
  27. εμπορία κλεμμένων οχημάτων,
  28. βιασμός,
  29. εμπρησμός εκ προθέσεως,
  30. εγκλήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου,
  31. αεροπειρατεία και πειρατεία,
  32. δολιοφθορά
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ, ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΔΕΣΜΕΥΣΗΣ
Άρθρο 12 "Αρμοδιότητα"
1.  
    Αρμόδια αρχή για τη διαβίβαση μιας απόφασης δέσμευσης στην αρμόδια αρχή εκτέλεσης άλλου κράτους - μέλους της Ε.Ε. ορίζεται ο ανακριτής, ο εισαγγελέας ή η αρμόδια δικαστική αρχή που εξέδωσε την απόφαση δέσμευσης.
2.  
    Αρμόδια δικαστική αρχή για την αναγνώριση και εκτέλεση στην Ελλάδα μιας απόφασης δέσμευσης άλλου κράτους - μέλους της Ε.Ε. ορίζεται ο ανακριτής στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκεται το περιουσιακό ή αποδεικτικό στοιχείο στο οποίο αφορά η απόφαση. Αν στην τελευταία δεν προσδιορίζεται η περιφέρεια όπου ευρίσκεται το αντικείμενο της δέσμευσης, αρμόδιος είναι ο ανακριτής Αθηνών. Ο τελευταίος είναι αρμόδιος και αν η απόφαση αφορά περιουσιακά ή αποδεικτικά στοιχεία που ευρίσκονται στην περιφέρεια περισσότερων πρωτοδικείων.
3.  
    Αν η ελληνική δικαστική αρχή, στην οποία διαβιβάσθηκε απόφαση δέσμευσης, δεν έχει αρμοδιότητα να την αναγνωρίσει και να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή της, τη διαβιβάζει αυτεπαγγέλτως στον αρμόδιο ανακριτή και ενημερώνει σχετικά τη δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης
Άρθρο 13 "Διαδικασία διαβίβασης"
1.  
    Η απόφαση δέσμευσης διαβιβάζεται απευθείας στην αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, με οποιοδήποτε μέσο, υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη για τη διαβίβαση και επιτρέπουν τη διαπίστωση της γνησιότητάς της
2.  
    Η απόφαση δέσμευσης συνοδεύεται από πιστοποιητικό, υπόδειγμα του οποίου παρατίθεται στο Παράρτημα Α΄ του παρόντος νόμου, υπογεγραμμένο και επικυρωμένο από την ως άνω αρμόδια αρχή έκδοσης και μεταφρασμένο στην επίσημη ή σε μια από τις επίσημες ή σε άλλη δηλωθείσα γλώσσα του κράτους εκτέλεσης. Επιπλέον, η απόφαση δέσμευσης συνοδεύεται από αίτηση μεταφοράς του αποδεικτικού στοιχείου στην περιφέρεια του δικαστηρίου του ανακριτή ή περιέχει στο πιστοποιητικό εντολή να παραμείνει το περιουσιακό στοιχείο στο κράτος εκτέλεσης, ενόψει της υποβολής αίτησης για τη δήμευσή του.
3.  
    Αν η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης δεν είναι γνωστή, η ως άνω αρμόδια αρχή έκδοσης προβαίνει σε κάθε αναγκαία έρευνα, μεταξύ άλλων και μέσω των σημείων επαφής του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου ή του εθνικού μέλους της Εurοjust, προκειμένου να λάβει πληροφορίες από το κράτος εκτέλεσης, άλλως απευθύνεται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
Άρθρο 14 "Διατυπώσεις αναγνώρισης και εκτέλεσης"
1.  
    Ο αρμόδιος ανακριτής αναγνωρίζει αμέσως, χωρίς άλλη διατύπωση κάθε απόφαση δέσμευσης άλλου κράτους - μέλους που του διαβιβάζεται υπό προϋποθέσεις αντίστοιχες προς εκείνες του προηγούμενου άρθρου και λαμβάνει αμέσως τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή της, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης ή αναβολής των επόμενων άρθρων. Όταν είναι ανάγκη να εξασφαλισθεί η εγκυρότητα των συλλεγόμενων αποδεικτικών στοιχείων, ο ανακριτής τηρεί, κατά την εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης, τις διατυπώσεις και διαδικασίες που έχουν υποδειχθεί ρητώς από την αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης, εφόσον οι διατυπώσεις και οι διαδικασίες αυτές δεν αντιβαίνουν στις θεμελιώδεις αρχές του ελληνικού δικαίου. Η αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης γνωστοποιούνται αμελλητί στην αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης, με κάθε μέσο υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη.
2.  
    Κάθε επιπρόσθετο κατασταλτικό μέτρο, το οποίο καθίσταται αναγκαίο από την απόφαση δέσμευσης, λαμβάνεται σύμφωνα με τους ελληνικούς δικονομικούς κανόνες
Άρθρο 15 "Λόγοι μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης"
1.  
    Ο αρμόδιος ανακριτής αρνείται την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης μόνο αν:
  1. το προβλεπόμενο στην παράγραφο 2 του άρθρου 13 πιστοποιητικό δεν προσκομισθεί, είναι ελλιπές ή προδήλως δεν αντιστοιχεί στην απόφαση δέσμευσης,
  2. βάσει του ελληνικού δικαίου υφίσταται ασυλία ή επαγγελματικό απόρρητο, που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης,
  3. από τις πληροφορίες που παρέχονται με το πιστοποιητικό καθίσταται αμέσως σαφές, ότι η δήμευση κατά το άρθρο 21 του Κεφαλαίου Γ΄, για το αδίκημα σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε η απόφαση δέσμευσης και η παροχή δικαστικής συνδρομής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 16, θα παραβίαζαν την αρχή ne bis in idem, ή.
  4. σε μία από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 περιπτώσεις, η πράξη επί της οποίας βασίζεται η απόφαση δέσμευσης, δεν συνιστά αδίκημα κατά το ελληνικό δίκαιο.
  5. Εντούτοις, ειδικώς σε ό,τι αφορά τα φορολογικά και τελωνειακά αδικήματα και τα αδικήματα περί τους δασμούς και περί το συνάλλαγμα, η εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης δεν μπορεί να απορρίπτεται με την επίκληση του λόγου ότι το ελληνικό δίκαιο δεν επιβάλλει τον ίδιο τύπο φόρων ή δασμών ή δεν περιέχει τον ίδιο τύπο ρυθμίσεων περί φόρων, δασμών, τελωνείων και συναλλάγματος με αυτόν που προβλέπεται στο δίκαιο του κράτους έκδοσης.
2.  
    Στην περίπτωση του στοιχείου α΄ της παραγράφου 1 ο αρμόδιος ανακριτής μπορεί:
  1. να τάσσει προθεσμία για την προσκόμιση, συμπλήρωση ή διόρθωση του πιστοποιητικού,
  2. να δέχεται ισοδύναμο έγγραφο ή
  3. αν κρίνει ότι τα προσκομισθέντα στοιχεία είναι επαρκή, να απαλλάσσει τη δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης από τη σχετική υποχρέωση
3.  
    Κάθε απόφαση άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης πρέπει να λαμβάνεται και να κοινοποιείται αμελλητί στην αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης με κάθε μέσο, υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη
4.  
    Αν η απόφαση δέσμευσης είναι πρακτικά αδύνατον να εκτελεσθεί, επειδή τα περιουσιακά ή τα αποδεικτικά στοιχεία έχουν εξαφανισθεί ή καταστραφεί ή δεν ανευρίσκονται στον τόπο που αναφέρεται στο πιστοποιητικό ή ο τόπος των περιουσιακών ή των αποδεικτικών στοιχείων δεν προσδιορίζεται επακριβώς, ακόμη και μετά από διαβούλευση με το κράτος έκδοσης, ο αρμόδιος ανακριτής ενημερώνει αμελλητί για τούτο την αρμόδια δικαστική αρχή του τελευταίου
Άρθρο 16 "Λόγοι αναβολής της εκτέλεσης"
1.  
    Ο ανακριτής αναβάλλει την εκτέλεση μιας απόφασης δέσμευσης που διαβιβάσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 13:
  1. όταν η εκτέλεσή της μπορεί να βλάψει μια εγχώρια ποινική έρευνα ή διαδικασία και για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται εύλογο,
  2. όταν τα περιουσιακά ή αποδεικτικά στοιχεία έχουν ήδη δεσμευθεί στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και μέχρις ότου αρθεί η απόφαση αυτή,
  3. όταν, στην περίπτωση απόφασης για δέσμευση περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας ενόψει μεταγενέστερης δήμευσης αυτών, τα περιουσιακά αυτά στοιχεία αποτελούν ήδη αντικείμενο απόφασης που έχει ληφθεί στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών στην Ελλάδα και έως ότου αρθεί η απόφαση αυτή.
  4. Η υποχρέωση αυτή ισχύει μόνον όταν η υφιστάμενη απόφαση δέσμευσης έχει προτεραιότητα έναντι τυχόν μεταγενέστερων αποφάσεων δέσμευσης, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά το ελληνικό δίκαιο.
2.  
    Σε περίπτωση αναβολής εκτέλεσης της απόφασης δέσμευσης, κοινοποιείται αμελλητί στην αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με κάθε μέσο, υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη, σχετική έκθεση, η οποία αναφέρει τους λόγους της αναβολής και, αν είναι δυνατόν, την προβλεπόμενη διάρκειά της
3.  
    Όταν εκλείψει ο λόγος αναβολής, ο ανακριτής λαμβάνει αμελλητί τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης και ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης, με κάθε μέσο, υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη
4.  
    Ο ανακριτής ενημερώνει, επίσης, την αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης σχετικά με τυχόν άλλα περιοριστικά μέτρα που μπορούν να επιβληθούν επί των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων
Άρθρο 17 "Διάρκεια της δέσμευσης και μεταγενέστερη μεταχείριση των δεσμευμένων στοιχείων"
1.  
    Το περιουσιακό στοιχείο παραμένει υπό δέσμευση στην Ελλάδα, έως ότου δοθεί οριστική απάντηση στην αίτηση που υποβάλλεται βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 13
2.  
    Μετά από διαβούλευση με το κράτος έκδοσης, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μπορεί, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική, να θέτει τους προσήκοντες όρους ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, προκειμένου να περιορίζει τη διάρκεια δέσμευσης του περιουσιακού στοιχείου. Αν, σύμφωνα με τους όρους αυτούς, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να προβεί στην άρση του μέτρου, ενημερώνει το κράτος έκδοσης και του δίνει τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
3.  
    Μετά την κοινοποίηση από τις αρχές του κράτους έκδοσης στις ελληνικές δικαστικές αρχές της άρσης της απόφασης δέσμευσης, αίρεται με επιμέλεια του αρμόδιου ανακριτή, το ταχύτερο δυνατόν, το ληφθέν σε εκτέλεση της απόφασης μέτρο. Όταν κράτος έκδοσης είναι το ελληνικό, αντίστοιχη υποχρέωση για κοινοποίηση της άρσης της απόφασης δέσμευσης έχουν και οι ελληνικές δικαστικές αρχές.
4.  
    Οι αιτήσεις μεταφοράς αποδεικτικών στοιχείων της παραγράφου 2 του άρθρου 13 υποβάλλονται στον αρμόδιο ανακριτή με τη διαδικασία που προβλέπεται για την υποβολή αίτησης δικαστικής συνδρομής. Οι αιτήσεις αυτές δεν μπορούν ποτέ να απορριφθούν λόγω μη συνδρομής του διττού αξιοποίνου, εφόσον αφορούν αδικήματα που αναφέρονται στην παραγράφο 2 του άρθρου 11 και τα αδικήματα αυτά τιμωρούνται στο κράτος έκδοσης με ποινή φυλάκισης, το ανώτατο όριο της οποίας είναι τουλάχιστον τρία (3) έτη.
Άρθρο 18 "Ένδικα μέσα"
1.  
    Η διάταξη δέσμευσης επιδίδεται το συντομότερο δυνατόν σε εκείνον σε βάρος του οποίου γίνεται η εκτέλεση. Σε περίπτωση κοινών περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων, η απόφαση επιδίδεται και στους τρίτους, οι οποίοι, όπως και ο καθ’ ου η εκτέλεση, έχουν δικαίωμα να λάβουν αντίγραφα της δικογραφίας από τον ανακριτή.
2.  
    Ο καθ’ ου η εκτέλεση και κάθε τρίτος που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, δικαιούνται να ασκήσουν αντιρρήσεις κατά της διάταξης για λόγους νομικούς, που αφορούν σε αυτήν και την εκτελεστότητά της, όπως και στο ληφθέν σε εκτέλεσή της μέτρο. Αντιρρήσεις που αφορούν στους ουσιαστικούς λόγους για την έκδοση της απόφασης δέσμευσης, μπορούν να προβάλλονται μόνο ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους έκδοσης, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει το οικείο εθνικό δίκαιο.
3.  
    Αν οι αντιρρήσεις ασκούνται στην Ελλάδα ως κράτος εκτέλεσης, η προθεσμία άσκησής τους είναι είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση της διάταξης. Η εν λόγω προθεσμία, όπως και η άσκηση των αντιρρήσεων, δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης. Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου της εκτέλεσης.
4.  
    Το Συμβούλιο συνεδριάζει χωρίς την παρουσία του εισαγγελέα και του ασκήσαντος τις αντιρρήσεις. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον το Συμβούλιο κρίνει ότι αυτό είναι αναγκαίο, μπορεί να διατάξει την εμφάνιση ενώπιον του του ασκήσαντος τις αντιρρήσεις, οπότε καλείται και ο εισαγγελέας.
5.  
    Σε περίπτωση άσκησης αντιρρήσεων, ενημερώνεται η δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης, τόσο για την άσκηση των αντιρρήσεων, όσο και για τους λόγους αυτών, προκειμένου να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Ενημερώνεται, επίσης, και για την έκβαση της σχετικής δίκης.
Άρθρο 19 "Επιστροφή καταβληθέντων ποσών"
1.  
    Αν το κράτος εκτέλεσης ευθύνεται σύμφωνα με το δίκαιό του για ζημία που προκλήθηκε σε ένα από τα μέρη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 18 από την εκτέλεση μιας απόφασης δέσμευσης, το ελληνικό κράτος, ως κράτος έκδοσης, αποδίδει στο κράτος εκτέλεσης ποσά που καταβλήθηκαν στο εν λόγω μέρος, ως αποζημίωση λόγω της ευθύνης αυτής, εκτός αν η ζημία οφείλεται αποκλειστικά σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του κράτους εκτέλεσης. Αν μέρος της ζημίας οφείλεται αποκλειστικά σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του κράτους εκτέλεσης, μειώνεται αναλόγως το ποσό που αποδίδεται.
2.  
    Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση που το ελληνικό κράτος καταβάλλει αποζημίωση ως κράτος εκτέλεσης. Η αίτηση απόδοσης των καταβληθέντων ποσών υποβάλλεται στο κράτος έκδοσης από τον Υπουργό Οικονομικών.
3.  
    Με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου δεν θίγονται οι διατάξεις του ελληνικού δικαίου για αξιώσεις αποζημίωσης φυσικών ή νομικών προσώπων
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ, ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΔΗΜΕΥΣΗΣ
Άρθρο 20 "Αρμοδιότητα"
1.  
    Αρμόδια αρχή για τη διαβίβαση στις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους - μέλους της Ε.Ε. της απόφασης δήμευσης ελληνικού δικαστηρίου ορίζεται ο Εισαγγελέας Εφετών της περιφέρειας του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναγνώριση και εκτέλεση.
2.  
    Αρμόδια αρχή για την αναγνώριση και εκτέλεση στην Ελλάδα της απόφασης δήμευσης άλλου κράτους - μέλους της Ε.Ε. ορίζεται ο Εισαγγελέας Εφετών της περιφέρειας, στην οποία η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι ευρίσκεται το αντικείμενο της δήμευσης, ή άλλως του τόπου, όπου το φυσικό πρόσωπο σε βάρος του οποίου απαγγέλθηκε η καταδικαστική απόφαση, έχει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του ή, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, την έδρα του. Αν δεν προσδιορίζεται η περιφέρεια όπου ευρίσκεται το αντικείμενο δήμευσης και το φυσικό πρόσωπο είναι αγνώστου διαμονής, καθώς και αν η απόφαση αφορά σε περιουσιακά στοιχεία που ευρίσκονται στην περιφέρεια περισσότερων Εφετείων, αρμόδιος είναι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών.
3.  
    Αν η αρχή που παραλαμβάνει την απόφαση δεν είναι αρμόδια για την αναγνώριση και τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την εκτέλεσή της, διαβιβάζει την απόφαση αυτή στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών και ενημερώνει τη δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης
4.  
    Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται ως Κεντρική Αρχή για να επικουρεί τις αρμόδιες δικαστικές αρχές για τη διοικητική διαβίβαση και παραλαβή των αποφάσεων δήμευσης. Το ανωτέρω Υπουργείο ενημερώνει τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ε.Ε. για τις δικαστικές αρχές που είναι αρμόδιες.
Άρθρο 21 "Διαδικασία διαβίβασης απόφασης δήμευσης"
1.  
    Η απόφαση δήμευσης ή επικυρωμένο αντίγραφό της, μαζί με το πιστοποιητικό του Παραρτήματος Β΄, αφού μεταφραστούν στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες ή σε άλλη δηλωθείσα γλώσσα του κράτους εκτέλεσης, διαβιβάζονται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών στην αρμόδια αρχή του τελευταίου. Η διαβίβαση γίνεται απευθείας, με κάθε μέσο, υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη και επιτρέπουν τη διαπίστωση της γνησιότητάς τους.
2.  
    Αν η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης δεν είναι γνωστή, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών προβαίνει σε κάθε αναγκαία έρευνα, όπως μέσω των σημείων επαφής του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου ή της Εurοjust, προκειμένου να λάβει πληροφορίες εκ μέρους του κράτους εκτέλεσης, άλλως απευθύνεται στην Κεντρική Αρχή
3.  
    Η απόφαση δήμευσης διαβιβάζεται σε ένα (1) μόνο κράτος εκτέλεσης κάθε φορά
4.  
    Απόφαση δήμευσης που αφορά συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να διαβιβάζεται συγχρόνως σε περισσότερα του ενός κράτη εκτέλεσης, όταν:
  1. υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες, ότι τα περιουσιακά στοιχεία ευρίσκονται σε διαφορετικά κράτη εκτέλεσης,
  2. η δήμευση κάποιου περιουσιακού στοιχείου προϋποθέτει ενέργειες σε περισσότερα του ενός κράτη εκτέλεσης ή
  3. υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες, ότι κάποιο συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο ευρίσκεται σε ένα από τα περισσότερα προσδιοριζόμενα κράτη εκτέλεσης
5.  
    Απόφαση δήμευσης που αφορά χρηματικό ποσό, μπορεί να διαβιβάζεται συγχρόνως σε περισσότερα του ενός κράτη εκτέλεσης, όταν ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών κρίνει ότι συντρέχει ειδικός λόγος προς τούτο, ιδίως όταν:
  1. Δεν έχουν δεσμευθεί σε ένα κράτος - μέλος περιουσιακά στοιχεία αντίστοιχης αξίας, για τους σκοπούς της ποινικής διαδικασίας για την οποία εκδόθηκε η απόφαση δήμευσης
  2. Η αξία των περιουσιακών στοιχείων που μπορούν να δημευθούν στην ημεδαπή και σε ένα μόνο κράτος εκτέλεσης, ενδέχεται να μην επαρκεί για την κάλυψη του συνολικού ποσού που προβλέπει η απόφαση δήμευσης
6.  
    Όταν η απόφαση δήμευσης που αφορά χρηματικό ποσό διαβιβάζεται σε ένα ή περισσότερα κράτη εκτέλεσης, η συνολική αξία που προκύπτει από την εκτέλεσή της, δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέγιστο ποσό που προσδιορίζεται στην απόφαση δήμευσης
7.  
    Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών ενημερώνει αμέσως τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών εκτέλεσης, με οποιοδήποτε μέσο υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη:
  1. αν θεωρεί ότι υπάρχει κίνδυνος να λάβει χώρα εκτέλεση πέρα από το μέγιστο ποσό,
  2. αν, μετά από αναβολή εκτέλεσης της απόφασης στο κράτος εκτέλεσης, έπαυσε να υφίσταται ο προαναφερόμενος κίνδυνος,
  3. αν η απόφαση δήμευσης έχει εκτελεστεί εν όλω ή εν μέρει στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος εκτέλεσης.
  4. Στην περίπτωση αυτή γίνεται μνεία του ακριβούς ποσού που απομένει για την πλήρη εκτέλεση της απόφασης.
8.  
    Η διαβίβαση της απόφασης δήμευσης σε ένα ή περισσότερα κράτη δεν εμποδίζει την Ελλάδα να την εκτελέσει ή να λάβει σε εκτέλεση αυτής χρηματικά ποσά που καταβάλλονται αυτοβούλως από τον καθ’ ου. Στις περιπτώσεις αυτές ενημερώνει το κράτος ή τα κράτη στα οποία έχει διαβιβάσει την απόφαση για το εναπομείναν χρηματικό ποσό, ως προς το οποίο μπορεί να εκτελεστεί η απόφαση.
9.  
    Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, με κάθε μέσο υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη, για οποιαδήποτε απόφαση ή μέτρο συνεπεία του οποίου, η απόφαση δήμευσης παύει να είναι εκτελεστή
Άρθρο 22 "Διατυπώσεις της αναγνώρισης και εκτέλεσης απόφασης δήμευσης"
1.  
    Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών αναγνωρίζει χωρίς άλλη διατύπωση, κάθε απόφαση δήμευσης που του διαβιβάζεται και λαμβάνει αμέσως τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή της, εκδίδοντας διάταξη περί κατάσχεσης του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου ή του χρηματικού ποσού που αφορά η απόφαση, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους μη αναγνώρισης, μη εκτέλεσης ή αναβολής των επόμενων άρθρων. Η διάταξη επιδίδεται στον καθ’ ου η εκτέλεση, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ο Εισαγγελέας ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης για την ολική ή μερική εκτέλεση της απόφασης.
2.  
    Αν μία απόφαση δήμευσης αφορά συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο και αυτό δεν υπάρχει πλέον, δεν έχει βρεθεί ή δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχεται και δημεύεται χρηματικό ποσό ίσης αξίας προς εκείνη του περιουσιακού στοιχείου, εφόσον το ποσό αυτό έχει προσδιορισθεί από το δικαστήριο του κράτους έκδοσης
3.  
    Αν μία απόφαση δήμευσης αφορά χρηματικό ποσό και δεν επιτευχθεί η καταβολή αυτού, η απόφαση εκτελείται επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου διαθέσιμου προς το σκοπό αυτόν
4.  
    Στην περίπτωση δήμευσης προϊόντων εγκλήματος, αν η απόφαση έχει εκτελεσθεί εν μέρει σε άλλη χώρα, εκτελείται στην Ελλάδα μόνο κατά το υπόλοιπο μέρος
5.  
    Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών μετατρέπει, εφόσον απαιτείται, το προς δήμευση ποσό σε ευρώ, με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης δήμευσης
6.  
    Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών διακόπτει την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης:
  1. αν ενημερωθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης για οποιαδήποτε απόφαση ή μέτρο, συνεπεία του οποίου η απόφαση δήμευσης παύει να είναι εκτελεστή,
  2. αν το έγκλημα αμνηστεύθηκε σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους
Άρθρο 23 "Λόγοι μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης"
1.  
    Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών αρνείται την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης δήμευσης αν:
  1. το προβλεπόμενο πιστοποιητικό του Παραρτήματος Β΄ δεν προσκομισθεί, είναι ελλιπές ή προδήλως δεν αντιστοιχεί στην απόφαση δήμευσης,
  2. η εκτέλεση της απόφασης θα παραβίαζε την αρχή ne bis in idem,
  3. η απόφαση δεν συνδέεται με συμπεριφορά η οποία συνιστά αδίκημα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού της χαρακτηρισμού, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 11.
  4. Ωστόσο, όσον αφορά φορολογικά και τελωνειακά αδικήματα και αδικήματα περί το συνάλλαγμα, η εκτέλεση της απόφασης δήμευσης δεν επιτρέπεται να απορριφθεί λόγω του γεγονότος ότι το ελληνικό δίκαιο δεν επιβάλλει τον ίδιο τύπο δασμών ή φόρων ή δεν περιέχει τον ίδιο τύπο ρυθμίσεων περί δασμών ή φόρων, τελωνείων και συναλλάγματος με τον προβλεπόμενο από το δίκαιο του κράτους έκδοσης,.
  5. σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους η δήμευση έχει παραγραφεί και η απόφαση δήμευσης συνδέεται με αξιόποινες πράξεις που υπάγονται στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων,
  6. η απόφαση δήμευσης συνδέεται με πράξεις οι οποίες τελέσθηκαν εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους απαγορεύεται η δίωξη για τέτοια αδικήματα, αν έχουν διαπραχθεί εκτός του ελληνικού εδάφους,
  7. σύμφωνα με το πιστοποιητικό του Παραρτήματος Β΄ το συγκεκριμένο πρόσωπο, κατά του οποίου εκδόθηκε η απόφαση δήμευσης, δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός αν στο πιστοποιητικό αναφέρεται ότι το εν λόγω πρόσωπο, βάσει του δικαίου του κράτους έκδοσης:
    • είχε κλητευθεί σε εύλογο χρόνο αυτοπροσώπως ή είχε ενημερωθεί, πραγματικά και επίσημα, με άλλα μέσα, σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης, κατά τρόπο ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει αυτών, και είχε επίσης ενημερωθεί σε εύλογο χρόνο, ότι μπορούσε να εκδοθεί σε βάρος του απόφαση δήμευσης ακόμη και αν το ίδιο δεν εμφανιζόταν στη δίκη ή
    • τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δε δώσει εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε το ίδιο είτε το κράτος να το εκπροσωπήσει στη δίκη και εκπροσωπήθηκε όντως απ’ αυτόν ή
    • αφού του επιδόθηκε η απόφαση δήμευσης και ενημερώθηκε ρητά ότι είχε το δικαίωμα να δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, ότι θα μπορούσε να παρασταθεί στη νέα δίκη, ότι η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, θα επανεξεταζόταν και ότι η δίκη μπορούσε να οδηγήσει στην ανατροπή της αρχικής απόφασης, αυτό είτε δήλωσε ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση δήμευσης είτε δεν ζήτησε να δικασθεί εκ νέου ή δεν άσκησε ένδικο μέσο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας,
  8. προσβάλλονται δικαιώματα του καθ’ ου ή καλόπιστων τρίτων τα οποία καθιστούν αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αναγνωρίζονται μετά από άσκηση προσφυγής κατ’ άρθρο 25 ή
  9. σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους υφίσταται ασυλία ή η πράξη έχει αμνηστευθεί
2.  
    Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών μπορεί να αρνηθεί την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης δήμευσης αν η τελευταία συνδέεται με πράξεις οι οποίες τελέσθηκαν εν όλω ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό έδαφος
3.  
    Αν η απόφαση δήμευσης εμπίπτει στις περιπτώσεις γγ΄ ή δδ΄ του στοιχείου β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 10, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών την εκτελεί κατά το βαθμό που προβλέπεται σε παρόμοιες εσωτερικές υποθέσεις, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία
4.  
    Στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών, προτού αποφανθεί για τη μη αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης, προχωρά σε διαβούλευση με κάθε κατάλληλο και πρόσφορο μέσο με την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης, εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο για να διακριβωθεί η συνδρομή των ουσιαστικών τους προϋποθέσεων
5.  
    Εφόσον η απόφαση δήμευσης είναι αδύνατον να εκτελεσθεί, διότι το υπό δήμευση περιουσιακό στοιχείο έχει ήδη εν όλω ή εν μέρει δημευθεί, έχει εξαφανισθεί, έχει καταστραφεί, δεν ανευρίσκεται στον τόπο που μνημονεύεται στο πιστοποιητικό ή διότι ο τόπος του περιουσιακού στοιχείου δεν προσδιορίζεται επακριβώς, ακόμη και έπειτα από διαβούλευση με το κράτος έκδοσης, ενημερώνεται αμελλητί η αρμόδια αρχή του τελευταίου. Το ίδιο συμβαίνει σε κάθε άρνηση αναγνώρισης και εκτέλεσης μιας απόφασης για οποιονδήποτε λόγο.
Άρθρο 24 "Λόγοι αναβολής της εκτέλεσης"
1.  
    Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών αναβάλλει την εκτέλεση μίας απόφασης δήμευσης που διαβιβάστηκε σύμφωνα με το άρθρο 20:
  1. όταν υπάρχει κίνδυνος η συνολική αξία που θα προέλθει από την εκτέλεση να υπερβεί το ποσό που αναφέρεται σε αυτή λόγω ταυτόχρονης εκτέλεσής της σε περισσότερα από ένα κράτη - μέλη,
  2. όταν η εκτέλεση μπορεί να παραβλάψει διεξαγόμενη ποινική έρευνα ή διαδικασία και για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται εύλογο,
  3. στις περιπτώσεις όπου κρίνεται αναγκαίο, η απόφαση ή μέρος αυτής να μεταφρασθεί στην ελληνική γλώσσα με έξοδα του ελληνικού κράτους, για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη μετάφραση της απόφασης,
  4. στις περιπτώσεις όπου έχει ήδη κινηθεί στην Ελλάδα διαδικασία, που μπορεί να οδηγήσει στη δήμευση των ίδιων περιουσιακών στοιχείων
2.  
    Στις ανωτέρω περιπτώσεις, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία παραμένουν διαθέσιμα για την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών εφαρμόζει τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του άρθρου 48 του ν. 3691/2008.
3.  
    Σε περίπτωση αναβολής εκτέλεσης της απόφασης δήμευσης, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με κάθε μέσο υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη. Στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1, κοινοποιείται αμελλητί, με τον ίδιο τρόπο, έκθεση προς την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης σχετικά με την αναβολή εκτέλεσης της απόφασης δήμευσης, η οποία αναφέρει τους λόγους της αναβολής αυτής, και αν είναι δυνατόν την προβλεπόμενη διάρκειά της.
4.  
    Όταν εκλείψει ο λόγος αναβολής, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών λαμβάνει αμελλητί τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης και ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με κάθε μέσο υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη
Άρθρο 25 "Ένδικα μέσα - εγγυήσεις"
1.  
    Ο καθ’ ου η εκτέλεση και κάθε τρίτος που δικαιολογεί έννομο συμφέρον δικαιούνται να προσφύγουν εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της διάταξης που αναφέρεται στο άρθρο 22, ενώπιον του αρμόδιου κατά τόπο Συμβουλίου Εφετών, το οποίο αποφαίνεται το ταχύτερο δυνατόν. Η προσφυγή ασκείται κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 322 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Κατά του βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και τον προσφεύγοντα μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την επίδοση του βουλεύματος.
2.  
    Με την προσφυγή δεν μπορούν να αμφισβητηθούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης της απόφασης δήμευσης
3.  
    Η υποβολή της προσφυγής και η προθεσμία της αναστέλλουν τη διάθεση των δημευμένων περιουσιακών στοιχείων κατ’ άρθρο 27
4.  
    Σε περίπτωση προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, ενημερώνεται σχετικά η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης
Άρθρο 26 "Πολλαπλές αποφάσεις δήμευσης"
1.  
    Αν στον αρμόδιο για την εκτέλεση Εισαγγελέα Εφετών έχουν διαβιβασθεί: α) δύο ή περισσότερες αποφάσεις δήμευσης, οι οποίες αφορούν χρηματικό ποσό και έχουν εκδοθεί σε βάρος του ίδιου φυσικού ή νομικού προσώπου, ενώ δεν υπάρχουν επαρκή περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα για την εκτέλεση όλων των αποφάσεων, ή β) δύο ή περισσότερες αποφάσεις δήμευσης, οι οποίες αφορούν το ίδιο περιουσιακό στοιχείο, ο Εισαγγελέας αποφασίζει ποια απόφαση θα εκτελεσθεί, με βάση καταρχήν την ημερομηνία διαβίβασης των αποφάσεων αυτών, μετά από συνεκτίμηση όλων των περιστάσεων, ιδίως της ημερομηνίας έκδοσης των αποφάσεων, της ύπαρξης δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, της βαρύτητας των αντίστοιχων αδικημάτων και του τόπου τέλεσής τους
Άρθρο 27 "Διάθεση δημευμένων περιουσιακών στοιχείων"
1.  
    Αν δεν συμφωνηθεί άλλως μεταξύ του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών και της αρμόδιας αρχής του κράτους έκδοσης,
  1. χρηματικά ποσά αξίας μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 552Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ενώ.
  2. μεγαλύτερα ποσά περιέρχονται κατά 50% στο Ελληνικό Δημόσιο και κατά το υπόλοιπο μέρος μεταβιβάζονται στο κράτος έκδοσης
2.  
    Μη χρηματικά περιουσιακά στοιχεία:
  1. είτε περιέρχονται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 552Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εκποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα, όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν, και στη συνέχεια εφαρμόζεται η προηγούμενη παράγραφος,
  2. είτε μεταφέρονται στο κράτος έκδοσης, εκτός αν αυτά αποτελούν πολιτιστικά αγαθά που ανήκουν στην εθνική πολιτιστική κληρονομιά, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ. 133/1998 (Α΄ 106).
3.  
    Ο τρόπος διάθεσης των δημευμένων περιουσιακών στοιχείων κατά τις προηγούμενες παραγράφους ορίζεται με τη διάταξη που εκδίδει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 22
Άρθρο 28 "Αποζημίωση"
1.  
    Όταν το κράτος εκτέλεσης καθίσταται με αμετάκλητη απόφαση, βάσει του δικαίου του, υπεύθυνο για βλάβη που προκλήθηκε στον καθ’ ου ή στον καλόπιστο τρίτο από την εκτέλεση απόφασης που του διαβιβάστηκε από το Ελληνικό Κράτος, το τελευταίο αποζημιώνει το κράτος εκτέλεσης για το ποσό που αυτό υποχρεώθηκε να καταβάλει, στο μέτρο που η ζημιά δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κράτους εκτέλεσης. Υπό τις αυτές προϋποθέσεις, η Ελλάδα ως κράτος εκτέλεσης ζητεί από το κράτος έκδοσης αποζημίωση για κάθε ποσό που κατέβαλε σε εκτέλεση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης.
2.  
    Η παράγραφος 1 δεν επηρεάζει τις αξιώσεις φυσικών ή νομικών προσώπων προς αποκατάσταση της ζημίας
3.  
    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών μπορεί να καθορισθεί κάθε αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά τη διαδικασία αποζημίωσης της παραγράφου 1
Άρθρο 29 "Έξοδα"
1.  
    Αν από την εκτέλεση της απόφασης στην Ελλάδα προκαλούνται δαπάνες επί του Ελληνικού εδάφους, αυτές βαρύνουν το Ελληνικό Δημόσιο
2.  
    Αν από την εκτέλεση της απόφασης στην Ελλάδα προκαλούνται δαπάνες που θεωρούνται υπερβολικά υψηλές ή έκτακτες, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών προτείνει στη δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης τον επιμερισμό των δαπανών
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 30 "Σχέση με άλλες συμφωνίες"
1.  
    Διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή ρυθμίσεις μεταξύ Ελλάδας και κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θίγονται από τις ρυθμίσεις του παρόντος Μέρους στο μέτρο που συμβάλλουν στην απλούστευση ή την περαιτέρω διευκόλυνση της διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης των αποφάσεων δέσμευσης και δήμευσης
Άρθρο 31 "Τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας"
1.  
    Αν η δήμευση αφορά απαίτηση, ο εισαγγελέας του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου που εξέδωσε τη σχετική απόφαση ή βούλευμα, αντίστοιχα, επιμελείται της άμεσης λήψης των αναγκαίων αναγκαστικών μέτρων από τον διευθυντή του δημόσιου ταμείου, κατ’ εφαρμογή του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, εκτός αν ειδική διάταξη ορίζει διαφορετικά Εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής
2.  
    Αν η δήμευση αφορά ακίνητο, ο εισαγγελέας του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου που εξέδωσε τη σχετική απόφαση ή βούλευμα, αντίστοιχα, κοινοποιεί αντίγραφό τους στον αρμόδιο φύλακα μεταγραφών ή προϊστάμενο του κτηματολογικού γραφείου, ο οποίος υποχρεούται να προβεί την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα οικεία βιβλία και να αρχειοθετήσει το έγγραφο που του κοινοποιήθηκε, αν δε η απόφαση ή το βούλευμα είναι αμετάκλητα, να τα μεταγράψει.». «Άρθρο 552Α Εκτέλεση της ποινής της δήμευσης
Άρθρο 32 "Συλλογή και τήρηση στατιστικών δεδομένων (άρθρο 11 της Οδηγίας 2014/42/ΕΕ)"
1.  
    Όλες οι εμπλεκόμενες δημόσιες αρχές, περιλαμβανομένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, της Αρχής Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, των Υποθηκοφυλακείων ή Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας και των δικαστικών, εισαγγελικών και φορολογικών αρχών και υπηρεσιών, τηρούν πλήρη και ενημερωμένα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τομείς ή θέματα της αρμοδιότητάς τους
2.  
    Τα στατιστικά στοιχεία περιλαμβάνουν τουλάχιστον:
  1. τον αριθμό των αποφάσεων δέσμευσης που εκτελέστηκαν,
  2. τον αριθμό των αποφάσεων δήμευσης που εκτελέστηκαν,
  3. την εκτιμώμενη αξία των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, τουλάχιστον εκείνων που δεσμεύονται ενόψει πιθανής επακολουθούσας δήμευσης κατά τη στιγμή της δέσμευσης,
  4. την εκτιμώμενη αξία των ανακτηθέντων περιουσιακών στοιχείων κατά τη στιγμή της δήμευσης,
  5. τον αριθμό των αιτήσεων έκδοσης αποφάσεων δέσμευσης που πρόκειται να εκτελεστούν σε άλλο κράτος - μέλος,
  6. τον αριθμό των αιτήσεων έκδοσης αποφάσεων δήμευσης που πρόκειται να εκτελεστούν σε άλλο κράτος - μέλος,
  7. την αξία ή την εκτιμώμενη αξία των περιουσιακών στοιχείων που ανακτήθηκαν κατόπιν εκτέλεσης απόφασης σε άλλο κράτος - μέλος
3.  
    Οι υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μεριμνούν επίσης για τη συλλογή, καταχώρηση και επεξεργασία των ως άνω στατιστικών στοιχείων, ζητώντας πληροφορίες από τις ανωτέρω αρχές
4.  
    Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζονται η διαδικασία και οι τεχνικές λεπτομέρειες για τη συλλογή, ταξινόμηση και επεξεργασία των ανωτέρω στατιστικών στοιχείων. ΙΙ. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗΣ ΣΕ ΙΔΡΥΜΑ Ή ΑΝΑΔΟΧΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΑΠΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΚΡΑΤΗ - ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 56 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΚ) ΑΡΙΘ. 2201/2003 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΗΣ 27ης ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2003, ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΣΕ ΓΑΜΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΕΚ) 1347/2000.
Άρθρο 33 "Κεντρική Αρχή"
1.  
    Κεντρική Αρχή για τη λήψη αιτημάτων τοποθέτησης ανηλίκων σε ίδρυμα, δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια στην Ελλάδα, που υποβάλλονται από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 56 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003, ορίζεται το Τμήμα Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η ανωτέρω υπηρεσία πληροφορεί άμεσα την αιτούσα αρχή ότι απαιτείται έγκριση των ελληνικών αρχών για την τοποθέτηση του ανηλίκου και την ενημερώνει για τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί, όπως αυτή περιγράφεται στα άρθρα 34, 35, 36, και 37 του παρόντος.
2.  
    Αρμόδιοι για την έγκριση των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 αιτημάτων για την τοποθέτηση των ανηλίκων σε ίδρυμα, δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια στην Ελλάδα είναι ο Εισαγγελέας του Τμήματος Ανηλίκων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και ο αναπληρωτής του. Ο παραπάνω Εισαγγελέας, εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή σε αυτόν του αιτήματος και των συνοδευτικών εγγράφων από το Τμήμα Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εγκρίνει ή απορρίπτει το αίτημα με Πράξη του αφού λάβει τη γνώμη ενός επιμελητή της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων Αθηνών, τον οποίο ορίζει ανά υπόθεση. Ο Επιμελητής Ανηλίκων συλλέγει πληροφορίες για την υπάρχουσα διαθεσιμότητα στα ιδρύματα ή στις δομές παιδικής προστασίας, καθώς και αν αυτά πληρούν τις σύμφωνα με το άρθρο 35 προϋποθέσεις για την ασφαλή εγκατάστασή του και υποβάλλει έκθεση στον παραπάνω Εισαγγελέα προτείνοντας το καταλληλότερο για την τοποθέτηση του ανηλίκου. Έκθεση υποβάλλεται από τον Επιμελητή Ανηλίκων και όταν το αίτημα από τις αλλοδαπές αρχές αφορά στην τοποθέτηση του ανηλίκου σε ανάδοχη οικογένεια στην Ελλάδα.
Άρθρο 34 "Απαραίτητα δικαιολογητικά"
1.  
    Με το αίτημα έγκρισης της τοποθέτησης του ανηλίκου συνυποβάλλονται από την αιτούσα αρχή του κράτους - μέλους τα ακόλουθα έγγραφα και στοιχεία, επίσημα μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα:
  1. Ονοματεπώνυμα και εθνικότητα γονέων, ονοματεπώνυμο, ημερομηνία, τόπος γέννησης και τόπος κατοικίας του ανηλίκου, καθώς και αριθμός κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον υπάρχει
  2. Ονοματεπώνυμο, ημερομηνία, τόπος γέννησης και τόπος κατοικίας του προσώπου που ασκεί τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια του ανηλίκου, αριθμός τηλεφώνου και ηλεκτρονική διεύθυνση αυτού, αριθμός κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον υπάρχει, καθώς και δήλωση συναίνεσής του για την τοποθέτηση.
  3. Αν δεν επισυνάπτεται δήλωση συναίνεσης, αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο αυτή δεν απαιτείται.
  4. Πιστοποιητικό ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο της αρμόδιας αρχής από το οποίο προκύπτει η ποινική κατάσταση του ανηλίκου.
  5. Αν δεν υφίσταται τέτοιο πιστοποιητικό ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο, σχετική βεβαίωση αρμόδιας αρχής.
  6. Αναλυτική έκθεση κοινωνικού λειτουργού ή επιμελητή ανηλίκων ή άλλου υπαλλήλου αρμόδιας υπηρεσίας του τόπου της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του ανηλίκου πριν την τοποθέτηση, για την κατάσταση και την προσωπικότητα του ανηλίκου, την αναγκαιότητα και τους λόγους της τοποθέτησης, καθώς και την προτεινόμενη διάρκεια αυτής (ημερομηνία έναρξης – λήξης).
  7. Στην έκθεση αναφέρονται ιδίως το αναλυτικό οικογενειακό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό ιστορικό του ανηλίκου, οι λόγοι απομάκρυνσης από το οικογενειακό του περιβάλλον, οι λόγοι για τους οποίους το αρμόδιο όργανο εισηγείται την απομάκρυνση του ανηλίκου και την τοποθέτησή του σε άλλο κράτος - μέλος ως μέτρο προστασίας του, οι διαπροσωπικές σχέσεις του ανηλίκου με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, οι ασχολίες του και τα ενδιαφέροντά του, καθώς και συνοπτική αξιολόγηση του χαρακτήρα του και της προσωπικότητάς του.
  8. Στην ίδια έκθεση αναφέρεται και η άποψη του ανηλίκου και, αν δεν ελήφθη, οι λόγοι που δεν ελήφθη αυτή.
  9. Μπορεί, επίσης, να προτείνεται ίδρυμα ή δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια τοποθέτησης.
  10. Πιστοποιητικό υγειονομικής (ιατροφαρμακευτικής) κάλυψης του ανηλίκου από δημόσιο φορέα κοινωνικής ασφάλισης και πιστοποιητικό της κατάστασης της υγείας του, το οποίο πρέπει να έχει εκδοθεί μέσα στο τελευταίο τρίμηνο πριν την αποστολή του και να αναφέρει ιδίως την εμβολιαστική κάλυψη του ανηλίκου, αν χρήζει και ποιας φαρμακευτικής περίθαλψης, αν πάσχει και από ποιο μεταδοτικό νόσημα, καθώς και αν έχει νοσηλευθεί για οποιαδήποτε αιτία
  11. Πλήρη στοιχεία ταυτότητας και διεύθυνση των ενήλικων μελών της ανάδοχης οικογένειας, όταν αυτή προτείνεται, καθώς και αριθμό φορολογικού μητρώου ή μητρώου κοινωνικής ασφάλισης, όπου αυτοί υπάρχουν
  12. Προτάσεις για την επικοινωνία του ανηλίκου με γονείς ή άλλα οικεία πρόσωπα και τα πλήρη στοιχεία αυτών
  13. Πλήρη τεκμηρίωση από αρμόδια υπηρεσία του τόπου της τελευταίας κατοικίας του ανηλίκου για τις ειδικές εκπαιδευτικές του ανάγκες, εφόσον υπάρχουν
  14. Έγγραφη δήλωση του φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου ή άλλου αρμόδιου φορέα για την ανάληψη της υποχρέωσης περί καλύψεως όλων των εξόδων τοποθέτησης και παραμονής του ανηλίκου.
  15. Η δήλωση αυτή συνιστά ρητή αναγνώριση χρέους και πρέπει να περιέχει τα πλήρη στοιχεία του δηλούντος, τη διεύθυνση κατοικίας του, καθώς και τον αριθμό φορολογικού του μητρώου ή τον αριθμό κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον αυτά προβλέπονται στην οικεία νομοθεσία του κράτους - μέλους στο οποίο ο αιτών έχει την κατοικία του ή, αν πρόκειται περί νομικού προσώπου, την έδρα του.
  16. Αποφάσεις δικαστηρίων ή άλλων αρχών που αφορούν στον ανήλικο, αν υφίστανται
Άρθρο 35 "Δομές παιδικής προστασίας"
1.  
    Η τοποθέτηση του ανηλίκου σε ίδρυμα ή δομή παιδικής προστασίας στην Ελλάδα επιτρέπεται μόνο αν το ίδρυμα ή η δομή παιδικής προστασίας διαθέτει τις απαιτούμενες εγκρίσεις και εποπτεύεται από τις ελληνικές αρχές, όπως αυτές ορίζονται κάθε φορά από τον νόμο
2.  
    Όταν πρόκειται να γίνει τοποθέτηση του ανηλίκου σε ανάδοχη οικογένεια, αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο αν η οικογένεια είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο Αναδόχων Ανηλίκων που προβλέπεται στο άρθρο 6 του π.δ. 86/2009 ή αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 2082/1992, όπως αυτά κάθε φορά ισχύουν.
Άρθρο 36 "Διαδικασία τοποθέτησης ανηλίκων"
1.  
    Η Πράξη του Εισαγγελέα του Τμήματος Ανηλίκων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία εγκρίνεται ή απορρίπτεται το αίτημα τοποθέτησης του ανηλίκου σε ίδρυμα ή δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια διαβιβάζεται μέσω του Τμήματος Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην αιτούσα αρχή του κράτους μέλους. Η Πράξη με την οποία εγκρίνεται το παραπάνω αίτημα συνοδεύεται από κατάλογο των ιδρυμάτων ή των δομών παιδικής προστασίας ή των αναδόχων οικογενειών, στα οποία ο ανήλικος μπορεί να τοποθετηθεί.
Άρθρο 37 "Δικαστική απόφαση"
1.  
    Η αιτούσα αρχή, μετά τη λήψη της Πράξης του Εισαγγελέα του Τμήματος Ανηλίκων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία εγκρίνεται η τοποθέτηση του ανηλίκου σε ίδρυμα, δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια, αποστέλλει στον παραπάνω Εισαγγελέα δικαστική απόφαση ή απόφαση άλλης αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους, επίσημα μεταφρασμένη στα ελληνικά, με την οποία αποφασίζεται η τοποθέτηση του ανηλίκου σε συγκεκριμένο ίδρυμα, δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια στην Ελλάδα. Η απόφαση συνοδεύεται από βεβαίωση για το ότι αυτή, σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του κράτους - μέλους, έχει ισχύ δεδικασμένου και παράγει άμεσα τις έννομες συνέπειες που η ίδια καθορίζει.
2.  
    Ο Εισαγγελέας του Τμήματος Ανηλίκων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών εισάγει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση για την αναγνώριση του δεδικασμένου της απόφασης που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο. Η αίτηση εκδικάζεται κατά προτεραιότητα με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Με την αίτηση αυτή προτείνεται και το κατάλληλο για την τοποθέτηση του ανηλίκου ίδρυμα, δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια στην Ελλάδα μέτρο από όσα αντίστοιχα αναφέρονται στο αίτημα έγκρισης της τοποθέτησης που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 34. Η πρόταση δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο που αποφαίνεται πάντα με γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου. Οι διατάξεις των άρθρων 904 και 905 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται αναλόγως.
3.  
    Όταν η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο και κάνει δεκτή τη σχετική εισαγγελική αίτηση καταστεί τελεσίδικη, ο Εισαγγελέας του Τμήματος Ανηλίκων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών τη διαβιβάζει μέσω του Τμήματος Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην αιτούσα αρχή του κράτους - μέλους, οπότε ο ανήλικος μπορεί να τοποθετηθεί (εγκατασταθεί) στο ίδρυμα, στη δομή παιδικής προστασίας ή στην ανάδοχη οικογένεια στην Ελλάδα
Άρθρο 38 "Προκαταβολή εξόδων – Διαδικασία ανατροπής"
1.  
    Το ποσό που αφορά στις συνήθεις ανάγκες διαβίωσης του ανηλίκου προκαταβάλλεται από το φυσικό πρόσωπο ή το νομικό πρόσωπο ή τον φορέα που ανέλαβε την κάλυψη των εξόδων του απευθείας στο ίδρυμα, στη δομή παιδικής προστασίας ή στην ανάδοχη οικογένεια, καλύπτει τουλάχιστον διάστημα τεσσάρων (4) μηνών και δεν μπορεί να είναι μικρότερο εκείνου που προβλέπεται στην κείμενη νομοθεσία για την κάλυψη των εν γένει αναγκών διαβίωσης των ανηλίκων που τοποθετούνται σε ιδρύματα ή δομές παιδικής προστασίας ή σε ανάδοχες οικογένειες. Για την κάλυψη ιδιαίτερων αναγκών του ανηλίκου, ιδίως εκπαιδευτικών και ιατρικών, εφόσον υπάρχουν, το ίδρυμα, η δομή παιδικής προστασίας ή η ανάδοχη οικογένεια ενημερώνει το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο ή τον φορέα που ανέλαβε την κάλυψη των εξόδων του. Αν δεν προκαταβληθούν τα έξοδα αυτά, ο δικαιούχος της προκαταβολής μπορεί να ζητήσει την ανατροπή της διαδικασίας τοποθέτησης του ανηλίκου. Η αίτηση απευθύνεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και δικάζεται κατά προτεραιότητα, εντός τριάντα (30) ημερών, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Αν η αίτηση περί ανατροπής γίνει δεκτή, ο ανήλικος, εφόσον είχε ήδη έρθει στην Ελλάδα, επιστρέφει στο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, με πρωτοβουλία του οποίου είχε υποβληθεί η αίτηση του άρθρου 34 και με έξοδα του τελευταίου, με μέριμνα όμως του αιτούντος την ανατροπή. Στην τελευταία περίπτωση, η απόφαση περί ανατροπής της διαδικασίας τοποθέτησης του ανηλίκου, ορίζει σαφώς τον τρόπο επιστροφής του ανηλίκου στην αλλοδαπή, καθώς και το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία θα το συνοδεύουν μέχρι την ασφαλή παράδοσή του στο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό (ή στον πληρεξούσιο ή νόμιμο αντιπρόσωπο του τελευταίου) που είχε υποβάλει την αίτηση του άρθρου 34.
Άρθρο 39 "Μεταβολή στοιχείων"
1.  
    Σε περίπτωση μεταβολής του προσώπου που ασκεί τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια του ανηλίκου, η αιτούσα αρχή οφείλει να γνωστοποιήσει αμέσως τη μεταβολή αυτή και τα νέα στοιχεία του προσώπου ή των προσώπων αυτών στην Κεντρική Αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 33, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο στοιχείο β΄ του άρθρου 34. Επίσης, οφείλει να διαβιβάζει στην Κεντρική Αρχή κάθε νέο στοιχείο, καθώς και κάθε δικαστική ή άλλη απόφαση που αφορά τον ανήλικο, τα οποία ανέκυψαν μετά την τοποθέτησή του. Η Κεντρική Αρχή υποβάλλει τα έγγραφα αυτά προς εκτίμηση στον Εισαγγελέα Ανηλίκων Αθηνών.
2.  
    Μετά την τοποθέτηση του ανηλίκου σε ίδρυμα ή δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια, ο Εισαγγελέας Ανηλίκων Αθηνών ενημερώνεται εγγράφως κάθε έξι (6) μήνες και πιο τακτικά, αν το ζητήσει, για την κατάσταση και εξέλιξη του ανηλίκου. Η ενημέρωση γίνεται από το ίδρυμα ή τη δομή παιδικής προστασίας ή από τον κοινωνικό λειτουργό που παρακολουθεί την ανάδοχη οικογένεια. Σε κάθε περίπτωση, αρμόδια να παρέχει σχετικές πληροφορίες είναι και η κατά τόπον αρμόδια Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων. Τα έγγραφα με τα οποία γίνεται η παραπάνω ενημέρωση κοινοποιούνται και στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία της Περιφέρειας όπου κατοικεί η ανάδοχη οικογένεια ή έχει την έδρα του το ίδρυμα ή η δομή παιδικής προστασίας, στα οποία έχει τοποθετηθεί ο ανήλικος.
3.  
    Το ίδρυμα ή η δομή παιδικής προστασίας ή η ανάδοχη οικογένεια όπου τοποθετήθηκε ο ανήλικος οφείλουν να γνωστοποιούν αμέσως στην Κεντρική Αρχή την επιστροφή του ανηλίκου στο κράτος - μέλος που υπέβαλε το αίτημα τοποθέτησης
Άρθρο 40
1.  
    Τοποθέτηση ημεδαπών ανηλίκων στην αλλοδαπή Για την τοποθέτηση ανηλίκου σε ίδρυμα που εδρεύει σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε ανάδοχη οικογένεια άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτείται τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Ο Εισαγγελέας Ανηλίκων και, όπου αυτός δεν υπάρχει, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών του τόπου κατοικίας του ανηλίκου, μετά από έγγραφο αίτημα των γονέων ή του επιτρόπου ή του προσώπου, στο οποίο έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση η άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας του ανηλίκου ή και αυτεπαγγέλτως, καταθέτει σχετική αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Άρθρο 41 "Έγκριση από δημόσια αρχή"
1.  
    Πριν την κατάθεση της αίτησης στο Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά το προηγούμενο άρθρο, ο Εισαγγελέας Ανηλίκων και, όπου αυτός δεν υπάρχει, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, απευθύνεται στο Τμήμα Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για να διερευνήσει μέσω της Κεντρικής Αρχής του άλλου κράτους - μέλους αν για την τοποθέτηση ανηλίκου σε ίδρυμα ή σε ανάδοχη οικογένεια απαιτείται έγκριση από δημόσια αρχή του συγκεκριμένου κράτους, τη διαδικασία που ακολουθείται για την έγκριση και για την ολοκλήρωση της τοποθέτησης του ανηλίκου, καθώς και αν το ίδρυμα ή η δομή παιδικής προστασίας ή η ανάδοχη οικογένεια όπου πρόκειται να τοποθετηθεί ο ανήλικος, είτε αυτό προτείνεται από τις ελληνικές αρχές είτε ορίζεται από την αρμόδια αρχή του άλλου κράτους - μέλους, εποπτεύεται και λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους του τελευταίου. Αν απαιτείται έγκριση για την τοποθέτηση του ανηλίκου, ο Εισαγγελέας Ανηλίκων υποβάλλει μέσω του Τμήματος Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην αρμόδια αρχή του άλλου κράτους - μέλους αίτηση έγκρισης.
Άρθρο 42
1.  
    Απαραίτητα δικαιολογητικά για την τοποθέτηση ημεδαπών ανηλίκων Ο Εισαγγελέας Ανηλίκων και, όπου αυτός δεν υπάρχει, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, καταθέτει στο Μονομελές Πρωτοδικείο, μαζί με την αίτηση του άρθρου 40, τα ακόλουθα έγγραφα: α) Έγγραφα από τα οποία προκύπτουν τα πλήρη στοιχεία του ανηλίκου (ονοματεπώνυμο και εθνικότητα, ονοματεπώνυμα και εθνικότητα γονέων, ημερομηνία και τόπος γέννησης, τόπος κατοικίας). β) Έκθεση Κοινωνικού Λειτουργού ή Επιμελητή Ανηλίκων για την κατάσταση και την προσωπικότητα του ανηλίκου, τους λόγους που υπαγορεύουν την απομάκρυνσή του από το περιβάλλον του και την αναγκαιότητα της τοποθέτησής του σε ίδρυμα ή ανάδοχη οικογένεια άλλου κράτους - μέλους. Στην ίδια έκθεση αναφέρεται η προτεινόμενη χρονική διάρκεια τοποθέτησης του ανηλίκου (έναρξη – λήξη αυτής), ο τρόπος επικοινωνίας του με τους οικείους του και αναφέρονται οι ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες του ανηλίκου, εφόσον υπάρχουν. γ) Έγκριση της τοποθέτησης του ανηλίκου από την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους στο οποίο ζητείται να γίνει η τοποθέτηση ή, αν τέτοια έγκριση δεν απαιτείται, το έγγραφο της Κεντρικής Αρχής του άλλου κράτους - μέλους από το οποίο να προκύπτει η μη αναγκαιότητά της. δ) Έγγραφο με τα στοιχεία του ιδρύματος ή της δομής παιδικής προστασίας ή της ανάδοχης οικογένειας που πρόκειται να τοποθετηθεί ο ανήλικος. ε) Βεβαίωση από την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση ότι το ίδρυμα ή η δομή παιδικής προστασίας λειτουργεί και εποπτεύεται ή ότι η ανάδοχη οικογένεια υπόκειται σε έλεγχο και εποπτεία με βάση τους νόμους του κράτους αυτού. στ) Δήλωση των προσώπων που ασκούν τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια του ανηλίκου ότι συναινούν στην τοποθέτηση, αν η αίτηση του Εισαγγελέα Ανηλίκων υποβάλλεται μετά από αίτημα των προσώπων αυτών. ζ) Πιστοποιητικά περί της κατάστασης της υγείας του ανηλίκου. η) Δήλωση του φυσικού ή του νομικού προσώπου που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου ή άλλου αρμόδιου φορέα για την ανάληψη της υποχρέωσης για κάλυψη των εξόδων τοποθέτησης και παραμονής του. θ) Κάθε άλλο σχετικό έγγραφο, ιδίως δικαστικές αποφάσεις ή αποφάσεις διοικητικών οργάνων, που αφορούν στον υπό τοποθέτηση ανήλικο.
Άρθρο 43 "Συζήτηση της υπόθεσης"
1.  
    Το δικαστήριο αποφασίζει για την τοποθέτηση του ανηλίκου σε ίδρυμα ή δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια άλλης χώρας, αφού συνεκτιμήσει όλα τα στοιχεία, όπως αυτά προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα στο άρθρο 42 έγγραφα. Πριν από την έκδοση της απόφασης μπορεί να καλεί σε ακρόαση τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου και κάθε άλλο πρόσωπο που συνδέεται με αυτόν. Με διαταγή του δικαστηρίου που επιδίδεται στο πρόσωπο με το οποίο διαμένει ο ανήλικος καλείται να παρουσιαστεί και ο ανήλικος, εκτός αν η ακρόασή του αντενδείκνυται λόγω της ηλικίας ή του βαθμού ωριμότητάς του. Η επικοινωνία με τον ανήλικο γίνεται ιδιαιτέρως και δεν επιτρέπεται να παρευρίσκεται άλλο πρόσωπο, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει διαφορετικά. Για το περιεχόμενο της συνομιλίας δεν συντάσσεται έκθεση. Κατά της συζήτηση της υπόθεσης παρίσταται υποχρεωτικά ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών ο οποίος κλητεύεται προς τούτο με επιμέλεια της Γραμματείας του Μονομελούς Πρωτοδικείου, τουλάχιστον τρεις (3) ημέρες πριν τη δικάσιμο.
Άρθρο 44 "Διαβίβαση απόφασης"
1.  
    Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την τοποθέτηση του ανηλίκου, εφόσον καταστεί τελεσίδικη, διαβιβάζεται από τον οικείο Εισαγγελέα Ανηλίκων και, όπου αυτός δεν υπάρχει, από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, μέσω της ελληνικής Κεντρικής Αρχής, στην Κεντρική Αρχή του άλλου κράτους - μέλους. Η τοποθέτηση (εγκατάσταση) του ανηλίκου ολοκληρώνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άλλο κράτος - μέλος.
Άρθρο 45 "Ενημέρωση για την κατάσταση του ανηλίκου"
1.  
    Μετά την τοποθέτηση του ανηλίκου σε ίδρυμα ή δομή παιδικής προστασίας ή σε ανάδοχη οικογένεια σε άλλο κράτος - μέλος, ο Εισαγγελέας Ανηλίκων ζητά εγγράφως κάθε έξι (6) μήνες και πιο τακτικά, αν το κρίνει σκόπιμο, να ενημερώνεται για την κατάσταση και εξέλιξη του ανηλίκου. Το αίτημα ενημέρωσης υποβάλλεται στην Κεντρική Αρχή του κράτους - μέλους ή απευθείας στην αρχή του κράτους - μέλους που θα υποδειχθεί από την Κεντρική Αρχή ότι εποπτεύει το ίδρυμα, τη δομή παιδικής προστασίας ή την ανάδοχη οικογένεια.
Άρθρο 46
1.  
    Για τα αιτήματα τοποθέτησης ανηλίκων σε ίδρυμα, δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια στην Ελλάδα, τα οποία έχουν υποβληθεί από κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκκρεμούν προς έγκριση, η ελληνική Κεντρική Αρχή ενημερώνει την αιτούσα αρχή του άλλου κράτους - μέλους για τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 33 έως και 39 και ζητά την εντός τριών (3) μηνών συμπλήρωση του φακέλου προκειμένου να τον υποβάλει στον Εισαγγελέα Ανηλίκων Αθηνών. Αν δεν αποσταλούν εμπρόθεσμα τα αιτούμενα στοιχεία από την αιτούσα αρχή του άλλου κράτους - μέλους, ο φάκελος υποβάλλεται στον Εισαγγελέα του Τμήματος Ανηλίκων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη. ΙΙΙ. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2013/48/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 22ας ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΕ ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΤΡΙΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΤΕΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΡΙΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΜΕ ΠΡΟΞΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΣΤΕΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ.
Άρθρο 47 "Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής (άρθρα 1 και 2 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ)"
1.  
    Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2013/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2013 σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια στέρησης της ελευθερίας
2.  
    Τα δικαιώματα της παραγράφου 1 ισχύουν για όποιους είναι ύποπτοι ή κατηγορούνται για την τέλεση αξιόποινης πράξης, από το χρόνο κατά τον οποίον ενημερώνονται σχετικά από τις αρμόδιες αρχές, με επίσημη κοινοποίηση ή με άλλον τρόπο, και καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, καθώς και για τα πρόσωπα που υπάγονται στη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (εκζητούμενοι) από το χρόνο σύλληψής τους στο κράτος - μέλος εκτέλεσης
Άρθρο 48 "Το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας (άρθρα 3 και 9 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ)"
1.  
    Μετά το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται πέμπτο εδάφιο ως εξής: Οι διατάξεις των άρθρων 96 παράγραφος 3 και 97 παράγραφος 1 εφαρμόζονται αναλόγως.
2.  
    Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής: Σε κάθε περίπτωση, η επικοινωνία του προσώπου, στο οποίο αποδίδεται η τέλεση αξιόποινης πράξης, με τον συνήγορό του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είναι απόρρητη.
Άρθρο 49 "Τροποποίηση άρθρου 100"
1.  
    Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρο 4 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ) Στην παράγραφο 4 του άρθρου 100 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: Η επικοινωνία αυτή είναι απόρρητη.
Άρθρο 50
1.  
    Προσθήκη άρθρου 99Β στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρα 5, 7, 8 και 13 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ) Στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 99Β ως εξής: 1 Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει να ενημερωθεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, για τη στέρηση της ελευθερίας του ένα πρόσωπο της επιλογής του Εφόσον ο κατηγορούμενος είναι ανήλικος, ενημερώνεται ο ασκών τη γονική μέριμνα, εκτός αν αυτό αντιβαίνει στο συμφέρον του ανηλίκου, οπότε ενημερώνεται κάποιο άλλο ενδεδειγμένο ενήλικο πρόσωπο ή η αρμόδια για την προστασία των ανηλίκων αρχή. 2 Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να μην επιτρέπουν προσωρινά την ενημέρωση τρίτου προσώπου για τη στέρηση της ελευθερίας του κατηγορουμένου όταν ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης το δικαιολογούν, για έναν από τους ακόλουθους λόγους 1 όταν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να αποτραπούν σοβαρές συνέπειες για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα προσώπου ή 2 όταν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να αποτραπεί μια κατάσταση κατά την οποία μπορεί να παρουσιαστεί σημαντικός κίνδυνος για την ποινική διαδικασία Στην περίπτωση αυτή εξετάζεται αν ένα άλλο τρίτο πρόσωπο, που έχει υποδειχθεί από τον κατηγορούμενο, μπορεί να ενημερωθεί σχετικά Αν ο κατηγορούμενος είναι ανήλικος, η αρμόδια για την προστασία των ανηλίκων αρχή ενημερώνεται στην περίπτωση αυτή. 3 Ο κατηγορούμενος που είναι αλλοδαπός και στερείται την ελευθερία του έχει δικαίωμα να ζητήσει να ενημερωθούν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, οι προξενικές αρχές του κράτους του οποίου είναι υπήκοος.
Άρθρο 51
1.  
    Προσθήκη άρθρου 99Γ στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρα 6, 7 και 8 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ) Στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 99Γ ως εξής: 1 Ο κατηγορούμενος που στερείται την ελευθερία του έχει δικαίωμα επικοινωνίας, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, με ένα τουλάχιστον τρίτο πρόσωπο που έχει υποδείξει ο ίδιος Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για να αποτραπεί άμεσος κίνδυνος, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να περιορίζουν ή να αναβάλλουν την άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος Στην περίπτωση αυτή εξετάζεται πρώτα αν ο κατηγορούμενος μπορεί να επικοινωνήσει με ένα άλλο πρόσωπο που αυτός υποδεικνύει. 2 Ο κατηγορούμενος που είναι αλλοδαπός και στερείται την ελευθερία του έχει δικαίωμα να επικοινωνεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, με τις προξενικές αρχές του κράτους του οποίου είναι υπήκοος Έχει επίσης δικαίωμα επίσκεψης από τις προξενικές του αρχές, δικαίωμα συνομιλίας και αλληλογραφίας μαζί τους και δικαίωμα να κανονίζεται η νομική του εκπροσώπηση από αυτές, εφόσον οι εν λόγω αρχές δεν έχουν αντίρρηση.
Άρθρο 52 "Τροποποίηση του άρθρου 96"
1.  
    Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρο 9 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ) Στο άρθρο 96 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής: 3 Με την επιφύλαξη των διατάξεων που απαιτούν την υποχρεωτική παράσταση συνηγόρου, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να παραιτηθεί από το διορισμό του συνηγόρου Η παραίτηση γίνεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 και πρέπει να είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του προσώπου και να μην περιέχει όρο ή αίρεση Ο κατηγορούμενος μπορεί να ανακαλέσει την παραίτηση μεταγενέστερα, σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας.
Άρθρο 53 "Δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, ενημέρωσης τρίτου προσώπου και επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα στη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (άρθρο 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ)"
1.  
    Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 3251/2004 αντικαθίσταται ως εξής: Ο εισαγγελέας εφετών, αφού βεβαιώσει την ταυτότητά του, τον ενημερώνει για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος, για το δικαίωμά του να προσφύγει στις υπηρεσίες νομικού παραστάτη και διερμηνέα στο κράτος - μέλος εκτέλεσης και στο κράτος - μέλος έκδοσης, για το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου και επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με τις προξενικές αρχές του κράτους του οποίου είναι υπήκοος, καθώς και για τη δυνατότητα που του παρέχεται να συγκατατεθεί στην προσαγωγή του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 17 του παρόντος. Για την ανωτέρω ενημέρωση και τις σχετικές δηλώσεις του εκζητουμένου συντάσσεται έκθεση σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 148 έως 153 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. .
2.  
    Η παρ. 5 του άρθρου 15 του ν. 3251/2004 αντικαθίσταται ως εξής:«
5.  
    Τα άρθρα 99Β, 99Γ, 233 παράγραφος 1 και 236Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση συλληφθέντος εκζητουμένου βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.». ΙV. ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2012/29/ΕΕ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΠΙΣΗ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ, ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΘΥΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΠΛΑΙΣΙΟ 2001/220/ΔΕΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 54 "Σκοποί (άρθρο 1 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Σκοπός του παρόντος νόμου είναι να εξασφαλίσει ότι τα θύματα αξιόποινων πράξεων τυγχάνουν της δέουσας πληροφόρησης, υποστήριξης και προστασίας προκειμένου να συμμετέχουν στην ποινική διαδικασία. Τα θύματα αναγνωρίζονται και αντιμετωπίζονται με σεβασμό, ευαισθησία, εξατομικευμένη, επαγγελματική και χωρίς διακρίσεις προσέγγιση λόγω της φυλής, του χρώματος, της εθνικότητας, της εθνότητας, της γλώσσας, της θρησκείας, της κοινωνικής προέλευσης, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, της περιουσιακής κατάστασης, της ηλικίας, του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της ταυτότητας ή των χαρακτηριστικών φύλου, της αναπηρίας ή οποιασδήποτε άλλης κατάστασης αυτού, σε κάθε επαφή με τις αρμόδιες υπηρεσίες υποστήριξης θυμάτων ή τις υπηρεσίες αποκαταστατικής δικαιοσύνης, στις περιπτώσεις που αυτό προβλέπεται από το νόμο ή κάθε άλλη αρμόδια αρχή, που ενεργούν στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας. Τα δικαιώματα που θεσπίζονται στον παρόντα νόμο ισχύουν για όλα τα θύματα χωρίς διακρίσεις, ανεξαρτήτως της εθνικότητας ή υπηκοότητάς τους και του καθεστώτος διαμονής τους.
2.  
    Αν το θύμα εγκληματικής πράξης είναι ανήλικος, πρωταρχικό κριτήριο κατά την εφαρμογή του παρόντος νόμου, είναι το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου θύματος, το οποίο αξιολογείται σε εξατομικευμένη βάση. Κάθε ανήλικο θύμα προσεγγίζεται με ευαισθησία, λαμβανομένων δεόντως υπόψη της ηλικίας, του βαθμού ωριμότητας, των απόψεων, των αναγκών και των ανησυχιών αυτού, χωρίς καμία διάκριση σε βάρος αυτού ή των γονέων του ή των νομίμων εκπροσώπων του. Ο ανήλικος και ο ασκών τη γονική του μέριμνα ή τυχόν άλλος νόμιμος εκπρόσωπός του, ενημερώνονται για τυχόν μέτρα ή δικαιώματα που τον αφορούν.
Άρθρο 55 "Ορισμοί (άρθρο 2 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Στον παρόντα νόμο οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται με την εξής σημασία:
  1. Ως «θύμα» νοείται:
    • το φυσικό πρόσωπο, το οποίο υπέστη ζημία, συμπεριλαμβανομένης της βλάβης του σώματος ή της υγείας ή της τιμής ή της ηθικής βλάβης ή της οικονομικής ζημίας, ή της στέρησης της ελευθερίας του, η οποία προκλήθηκε αμέσως από αξιόποινη πράξη,
    • οι οικείοι, προσώπου, ο θάνατος του οποίου προκλήθηκε αμέσως από αξιόποινη πράξη και οι οποίοι έχουν αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα ή τελούσαν σε άμεση υλική αλληλεξάρτηση με αυτό
  2. Ως «οικείοι» νοούνται οι σύζυγοι, το πρόσωπο που συνοικεί με το θύμα σε στενή σταθερή και συνεχή σχέση ετερόφυλης ή ομόφυλης δέσμευσης, οι μνηστευμένοι, οι συγγενείς εξ αίματος και εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή, οι θετοί γονείς και τα θετά τέκνα, οι αδελφοί και οι σύζυγοι και οι μνηστήρες των αδελφών και τα εξαρτώμενα από το θύμα πρόσωπα, πέραν των συντηρούμενων τέκνων του
  3. «Ανήλικος» είναι κάθε φυσικό πρόσωπο ηλικίας κάτω των 18 ετών
  4. Ως «υπηρεσίες υποστήριξης και φροντίδας θυμάτων» νοούνται οι δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που παρέχουν υπηρεσίες γενικής ή ειδικής υποστήριξης και φροντίδας
  5. Ως «αποκαταστατική δικαιοσύνη» νοούνται οι διαδικασίες που προβλέπονται ρητά σε διάταξη νόμου, μέσω των οποίων το θύμα και ο δράστης αξιόποινης πράξης μπορούν, εφόσον δώσουν την ελεύθερη συναίνεσή τους, ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής ή εισαγγελικής αρχής, να συμμετάσχουν ενεργά στην επίλυση των μεταξύ τους διαφορών ή απαιτήσεων που απορρέουν από την αξιόποινη πράξη
2.  
    Οι ανωτέρω ορισμοί δεν επιδρούν ούτε τροποποιούν με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα και τις προϋποθέσεις νόμιμης παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος ενώπιον των Ποινικών Δικαστηρίων κατά τα οριζόμενα στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΠΑΡΟΧΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ
Άρθρο 56 "Δικαίωμα των θυμάτων να κατανοούν και να γίνονται κατανοητά (άρθρο 3 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή, κατά την πρώτη της επαφή με το θύμα, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να βοηθά το θύμα να κατανοεί και να γίνεται κατανοητό, από την πρώτη επαφή και σε κάθε περαιτέρω αναγκαία επικοινωνία του στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, καθώς και να κατανοεί τις πληροφορίες που παρέχονται από αυτήν
2.  
    Κατά την πρώτη της επαφή με το θύμα, η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή χρησιμοποιεί γλώσσα απλή και κατανοητή στην επικοινωνία με το θύμα, προφορικά ή γραπτά. Για αυτό το σκοπό λαμβάνονται υπόψη τα προσωπικά χαρακτηριστικά του θύματος, ιδίως, η ηλικία, η ωριμότητα, οι πνευματικές και διανοητικές ικανότητες, το μορφωτικό επίπεδο, η γλωσσική επάρκεια, τυχόν προβλήματα ακοής ή όρασης, καθώς και η έντονη συναισθηματική φόρτιση αυτού, τα οποία ενδεχομένως επηρεάζουν την ικανότητά του να κατανοεί ή να γίνεται κατανοητό. Για αυτό το σκοπό διατίθεται οδηγός δικαιωμάτων διατυπωμένος στις πιο συχνά καθομιλούμενες γλώσσες, καθώς και στη γραφή Μπράιγ (Βraille).
3.  
    Κατά την πρώτη επαφή με την Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή, το θύμα μπορεί να συνοδεύεται από πρόσωπο της επιλογής του, όταν, λόγω των επιπτώσεων του εγκλήματος, το θύμα χρειάζεται βοήθεια για να κατανοήσει ή για να γίνει κατανοητό, εκτός αν αυτό αντιβαίνει στα συμφέροντα του θύματος ή βλάπτει την πορεία της διαδικασίας ή το πρόσωπο αυτό εμπλέκεται στην υπό διερεύνηση αξιόποινη πράξη
Άρθρο 57 "Δικαίωμα λήψης πληροφοριών από την πρώτη επαφή με την αρμόδια αρχή (άρθρο 4 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Στα θύματα, από την πρώτη τους επαφή με την Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή, παρέχονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, με κάθε δυνατό κάθε φορά μέσο οι ακόλουθες πληροφορίες:
  1. για το είδος της υποστήριξης που μπορούν να λάβουν, καθώς και τον αρμόδιο φορέα παροχής αυτής, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, βασικών πληροφοριών σχετικά με την πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη, οποιαδήποτε ειδική υποστήριξη, συμπεριλαμβανομένης της ψυχολογικής βοήθειας και της στέγασης σε ξενώνες,
  2. για τους όρους και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της υποβολής έγκλησης και του δικαιώματος δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας,
  3. για τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις παροχής μέτρων προστασίας,
  4. για τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις παροχής νομικής βοήθειας,
  5. για τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις διεκδίκησης αποζημίωσης,
  6. για τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις παροχής του δικαιώματος διερμηνείας και μετάφρασης,
  7. για τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις σύμφωνα με την οποία ασκούνται τα δικαιώματά τους σε αν διαμένουν σε έτερο κράτος - μέλος,
  8. για τις υφιστάμενες διαδικασίες υποβολής καταγγελιών αν τα δικαιώματά τους δεν γίνονται σεβαστά από την αρμόδια αρχή,
  9. για τα στοιχεία επαφής, για λόγους επικοινωνίας και πληροφόρησης, σχετικά με την υπόθεσή τους,
  10. για τις υφιστάμενες διαδικασίες αποκαταστατικής δικαιοσύνης και τις αρμόδιες προς τούτο αρχές,
  11. για τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις επιστροφής τυχόν εξόδων της συμμετοχής τους στην ποινική διαδικασία
2.  
    Η έκταση και η εξειδίκευση των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διαφοροποιείται ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες και την προσωπική κατάσταση του θύματος, καθώς και με το είδος ή τη φύση της αξιόποινης πράξης. Κάθε αρμόδια αρχή, μπορεί περαιτέρω να παρέχει πρόσθετες λεπτομέρειες σε μεταγενέστερα στάδια ανάλογα με τις ανάγκες του θύματος και τη χρησιμότητα, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, αυτών των λεπτομερειών.
Άρθρο 58 "Δικαίωμα των θυμάτων κατά την υποβολή καταγγελίας (άρθρο 5 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Τα θύματα λαμβάνουν, εφόσον το ζητήσουν, αντίγραφο της έγκλησης που υπέβαλαν. Για το σκοπό αυτό, ο αρμόδιος υπάλληλος που παραλαμβάνει την έγκληση υποχρεούται να πληροφορεί τα θύματα για το παραπάνω δικαίωμά τους.
2.  
    Τα θύματα που δεν κατανοούν ή δεν ομιλούν την ελληνική γλώσσα μπορούν να υποβάλλουν την έγκλησή τους σε γλώσσα την οποία κατανοούν ή να λαμβάνουν την αναγκαία γλωσσική βοήθεια, πάντοτε όμως με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή σε άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους
3.  
    Τα θύματα τα οποία δεν κατανοούν ή δεν ομιλούν την ελληνική γλώσσα, λαμβάνουν, εφόσον το ζητήσουν, δωρεάν μετάφραση του εγγράφου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, σε γλώσσα την οποία κατανοούν
Άρθρο 59 "Δικαίωμα των θυμάτων να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με την υπόθεσή τους (άρθρο 6 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Το θύμα ενημερώνεται χωρίς περιττή καθυστέρηση σχετικά με το δικαίωμά του να λαμβάνει πληροφορίες, εφόσον το ζητήσει, αναφορικά με την ποινική διαδικασία που κινήθηκε, κατόπιν της εκ μέρους του καταγγελίας της αξιόποινης πράξης, όσον αφορά ειδικότερα:
  1. Οποιαδήποτε διάταξη ή βούλευμα τα οποία αποφαίνονται να μη γίνει η κατηγορία ή να παύσει η ποινική δίωξη ή να μην ασκηθεί δίωξη κατά του δράστη, συμπεριλαμβανομένων και των λόγων ή σύντομης περίληψης των λόγων της εν λόγω διάταξης ή βουλεύματος
  2. Το χρόνο και τόπο διεξαγωγής της δίκης και τη φύση των κατηγοριών κατά του δράστη
  3. Πληροφορίες σχετικά με την πορεία της ποινικής διαδικασίας και την οριστική απόφαση που εκδόθηκε, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εφόσον καταστεί νόμιμα διάδικος στην ποινική δίκη
  4. Πληροφορίες σχετικά με την άρση ή αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης από το εκάστοτε αρμόδιο δικαστικό όργανο.
  5. Πληροφορίες σχετικά με την αποφυλάκιση ή την απόδραση ή τη χορήγηση άδειας του καταδικασθέντος από τα αρμόδια όργανα του Καταστήματος Κράτησης, καθώς και τυχόν μέτρα για την προστασία του σε περίπτωση αποφυλάκισης ή απόδρασης του δράστη.
  6. Οι ανωτέρω πληροφορίες παρέχονται, κατόπιν έγκρισης της εισαγγελικής αρχής, εφόσον υπάρχει ενδεχόμενος ή διαπιστωμένος κίνδυνος βλάβης του θύματος, εκτός αν υπάρχει διαπιστωμένος κίνδυνος βλάβης του δράστη λόγω της κοινοποίησης αυτών των πληροφοριών.
2.  
    Όσα αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να αποστέλλονται σε προσωπική ηλεκτρονική ταχυδρομική διεύθυνση, την οποία έχει υποδείξει το θύμα ή να παραδίδονται στο θύμα αυτοπροσώπως ή στον διορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο του, αν έχει δηλωθεί παράσταση πολιτικής αγωγής
3.  
    Το θύμα δύναται οποτεδήποτε να ανακαλεί την αίτησή του αναφορικά με την άσκηση του συνόλου ή μέρους των προβλεπόμενων στο παρόν άρθρο δικαιωμάτων του, εξαιρουμένων των δικαιωμάτων πληροφόρησης που απορρέουν από την ιδιότητά του ως πολιτικώς ενάγων
Άρθρο 60 "Δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης (άρθρο 7 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, όταν πρόκειται να εξετασθεί θύμα, το οποίο δεν ομιλεί ή δεν κατανοεί επαρκώς την ελληνική γλώσσα, του παρέχεται χωρίς καθυστέρηση δωρεάν διερμηνεία. Εφόσον τούτο είναι αναγκαίο, διατίθεται διερμηνεία για την επικοινωνία μεταξύ του θύματος που έχει δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής και του πληρεξούσιου δικηγόρου του σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας. Το, κατά τα ανωτέρω εδάφια, δικαίωμα σε διερμηνεία περιλαμβάνει την προσήκουσα συνδρομή σε άτομα με πρόβλημα ακοής ή ομιλίας. Αν η διερμηνεία είναι με άλλον τρόπο αδύνατη, μπορεί να λαμβάνει χώρα διερμηνεία της διερμηνείας μέσω τρίτης γλώσσας.
2.  
    Εφόσον απαιτείται, μπορεί να γίνεται χρήση τεχνολογίας επικοινωνιών, όπως η τηλεδιάσκεψη, το τηλέφωνο ή το διαδίκτυο, εκτός αν η προσωπική παρουσία του διερμηνέα κριθεί από τον εξετάζοντα απαραίτητη
3.  
    Στο θύμα που δεν κατανοεί ή δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα, παρέχεται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και εφόσον το έχει ζητήσει εγγράφως:
  1. γραπτή μετάφραση των πληροφοριών που είναι ουσιώδεις για την άσκηση των δικαιωμάτων του κατά την ποινική διαδικασία, σε γλώσσα που κατανοεί, δωρεάν και στο βαθμό που οι πληροφορίες αυτές τίθενται στη διάθεση των θυμάτων στην ελληνική γλώσσα,
  2. γραπτή μετάφραση σε γλώσσα που κατανοεί, των πληροφοριών και των εγγράφων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 59 του παρόντος νόμου
4.  
    Στο θύμα που έχει δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής και δεν κατανοεί τη γλώσσα της ποινικής διαδικασίας, παρέχεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος γραπτή μετάφραση όλων των ουσιωδών εγγράφων ή χωρίων εγγράφων της διαδικασίας, τα οποία είναι ουσιώδη για την άσκηση των δικαιωμάτων του κατά την ποινική διαδικασία. Το θύμα που έχει δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής ή ο διορισθείς πληρεξούσιος δικηγόρος του μπορούν να υποβάλλουν αιτιολογημένο αίτημα για το χαρακτηρισμό εγγράφων ή χωρίων εγγράφων ως ουσιωδών. Δεν υφίσταται απαίτηση μετάφρασης χωρίων ουσιωδών εγγράφων, τα οποία δεν συμβάλλουν στην ενεργή συμμετοχή των θυμάτων στην ποινική διαδικασία.
5.  
    Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, η έγγραφη μετάφραση μπορεί να αντικατασταθεί από προφορική μετάφραση ή προφορική σύνοψη του περιεχομένου των ουσιωδών εγγράφων υπό τον όρο ότι αυτή η προφορική μετάφραση ή προφορική σύνοψη δεν επηρεάζει τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης
6.  
    Το θύμα που έχει δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής ή ο διορισθείς πληρεξούσιος δικηγόρος του μπορούν να υποβάλλουν αντιρρήσεις κατά της απόφασης με την οποία κρίνεται ότι δεν απαιτείται μετάφραση εγγράφων ή χωρίων εγγράφων ή όταν η ποιότητά της δεν είναι επαρκής. Επί των αντιρρήσεων αποφασίζει κατά την προδικασία ο Εισαγγελέας, κατά την κύρια ανάκριση το Δικαστικό Συμβούλιο και κατά την κύρια διαδικασία το Δικαστήριο.
7.  
    Το θύμα έχει δικαίωμα να παραιτηθεί από το δικαίωμα μετάφρασης εγγράφων υπό την προϋπόθεση ότι έχει προηγουμένως συμβουλευθεί συνήγορο ή ότι έχει με άλλον τρόπο λάβει πλήρη γνώση των συνεπειών της παραίτησης. Η παραίτηση πρέπει να είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του προσώπου και να μην περιέχει όρο ή αίρεση.
8.  
    Σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, η αρμόδια διωκτική, εισαγγελική ή δικαστική αρχή εξακριβώνει με κάθε πρόσφορο μέσο, κατά πόσον το θύμα ομιλεί και κατανοεί επαρκώς την ελληνική γλώσσα και αν χρειάζεται τη συνδρομή διερμηνέα. Το θύμα έχει δικαίωμα να ασκήσει αντιρρήσεις κατά της απόφασης με την οποία κρίθηκε ότι δεν είναι αναγκαία η παροχή διερμηνείας ή όταν η ποιότητα της διερμηνείας δεν είναι επαρκής. Επί των αντιρρήσεων αποφασίζει κατά την προδικασία ο Εισαγγελέας, κατά την κύρια ανάκριση το Δικαστικό Συμβούλιο και κατά την κύρια διαδικασία το Δικαστήριο.
9.  
    Η διερμηνεία και η μετάφραση, καθώς και η τυχόν εξέταση προσβολής απόφασης για τη μη παροχή διερμηνείας ή μετάφρασης, δυνάμει του παρόντος άρθρου, δεν καθυστερεί αδικαιολόγητα την ποινική διαδικασία
10.  
    Ως προς τη διαδικασία διορισμού του διερμηνέα, τα προσόντα του, τα κωλύματά του, την υποχρέωσή του αποδοχής των καθηκόντων του και τον όρκο του εφαρμόζονται τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 233, του άρθρου 234, 235 και 236 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας
11.  
    Όταν πρόκειται να γίνει μετάφραση εγγράφων που απαιτεί οπωσδήποτε μακρόχρονη απασχόληση, ορίζεται προθεσμία στην οποία ο διερμηνέας θα πρέπει να παραδώσει τη μετάφραση. Η προθεσμία μπορεί να παραταθεί και αν περάσει άπρακτη, παύεται ο διερμηνέας που είχε διοριστεί και διορίζεται άλλος. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που διορίστηκε ασκεί τα έργα του κατά τρόπο ανεπαρκή ή αμελή. Κατ’ εξαίρεση, όταν το θύμα αγνοεί την ελληνική γλώσσα και αποδεικνύεται δυσχερής ο διορισμός κατάλληλου διερμηνέα, μπορεί, κατά την ανάκριση, να καταθέσει γραπτώς σε ξένη γλώσσα. Η κατάθεση εντάσσεται στη δικογραφία μαζί με τη μετάφραση, που γίνεται αργότερα σύμφωνα με τα ανωτέρω οριζόμενα.
12.  
    Όταν η γλώσσα είναι ελάχιστα γνωστή, μπορεί κατ’ εξαίρεση να διοριστεί διερμηνέας του διερμηνέα
13.  
    Για την εξέταση του θύματος σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, όταν αυτή γίνεται με τη συνδρομή διερμηνέα ή όταν γίνεται προφορική μετάφραση ή σύνοψη βασικών εγγράφων ή για την παραίτηση του ανωτέρω από το δικαίωμα της μετάφρασης, συντάσσεται έκθεση ή γίνεται ειδική μνεία στην έκθεση που συντάσσεται από το αρμόδιο κάθε φορά όργανο
Άρθρο 61 "Δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες υποστήριξης και φροντίδας θυμάτων (άρθρο 8 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Το θύμα, ανάλογα με τις ανάγκες του, δικαιούται να έχει πρόσβαση σε δωρεάν και εμπιστευτικές υπηρεσίες γενικής ή ειδικής υποστήριξης και φροντίδας, πριν, κατά και, για εύλογο χρονικό διάστημα, μετά το πέρας της ποινικής διαδικασίας. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να επεκταθεί και στους οικείους του θύματος, ανάλογα με τις ανάγκες τους και με τη βαρύτητα της βλάβης που υπέστησαν λόγω της αξιόποινης πράξης που τελέστηκε εις βάρος του θύματος.
2.  
    Η Αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή, στην οποία κατατέθηκε η καταγγελία του θύματος, ενημερώνει και παραπέμπει το θύμα, κατόπιν αίτησής του, σε υπηρεσίες υποστήριξης και φροντίδας, ανάλογα με τις ανάγκες του και τη βαρύτητα της βλάβης που υπέστη από την αξιόποινη πράξη
3.  
    Η πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης και φροντίδας θυμάτων του παρόντος δεν εξαρτάται από τη νομότυπη ή μη υποβολή της καταγγελίας της αξιόποινης πράξης
4.  
    Οι υπηρεσίες γενικής ή ειδικής υποστήριξης και φροντίδας θυμάτων παρέχονται από την Αστυνομία και κάθε αρμόδια αρχή, καθώς και από δημόσιους φορείς όπως, ιδίως, οι κοινωνικές υπηρεσίες των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α΄και Β΄ βαθμού, οι δομές ψυχικής υγείας για ενήλικες, παιδιά και εφήβους, οι συμπαραστάτες του δημότη, τα Κέντρα Κοινότητας, τα συμβουλευτικά κέντρα της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων, υποστηρικτικές δομές του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης, εξειδικευμένες υπηρεσίες ανηλίκων θυμάτων, όπως τα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπου λειτουργούν, καθώς και από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και ενώσεις προσώπων που οργανώνονται σε επαγγελματική ή σε εθελοντική βάση, ανάλογα με τη φύση των υπηρεσιών
5.  
    Τα τέκνα γυναικών θυμάτων προσβολής προσωπικής και γενετήσιας ελευθερίας, οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, ενδοοικογενειακής βίας, εμπορίας ανθρώπων, σωματεμπορίας, καθώς και εγκλημάτων με ρατσιστικά χαρακτηριστικά έχουν δικαίωμα στα μέτρα υποστήριξης και φροντίδας του παρόντος άρθρου
Άρθρο 62 "Υποστήριξη από τις υπηρεσίες υποστήριξης θυμάτων (άρθρο 9 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Οι υπηρεσίες γενικής υποστήριξης και φροντίδας θυμάτων παρέχουν τουλάχιστον:
  1. πληροφορίες, συμβουλές και υποστήριξη σχετικά με την άσκηση των δικαιωμάτων του θύματος, μεταξύ άλλων και της δυνατότητάς του να αξιώσει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την αξιόποινη πράξη, καθώς και τον τρόπο συμμετοχής του στην ποινική διαδικασία, είτε ως πολιτικώς ενάγων, είτε ως μάρτυρας,
  2. πληροφορίες σχετικά με τις υπάρχουσες σχετικές υπηρεσίες ειδικής υποστήριξης ή άμεση παραπομπή σε αυτές,
  3. συναισθηματική και ψυχολογική υποστήριξη,
  4. συμβουλές σχετικά με οικονομικά και πρακτικά θέματα που ανακύπτουν από το έγκλημα,
  5. συμβουλές σχετικά με τον κίνδυνο και την αποτροπή δευτερογενούς και επαναλαμβανόμενης θυματοποίησης, εκφοβισμού και αντεκδίκησης, εκτός αν παρέχονται με άλλο τρόπο από άλλες δημόσιες ή ιδιωτικές υπηρεσίες
2.  
    Οι υπηρεσίες υποστήριξης και φροντίδας θυμάτων οφείλουν να εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή τις ειδικές ανάγκες του θύματος που υπέστη σημαντική βλάβη λόγω της σοβαρότητας του εγκλήματος
3.  
    Εκτός από τις περιπτώσεις που παρέχονται με άλλο τρόπο από άλλες δημόσιες ή ιδιωτικές υπηρεσίες, οι υπηρεσίες ειδικής υποστήριξης και φροντίδας θυμάτων παρέχουν τουλάχιστον τα εξής:
  1. κέντρα υποδοχής ή άλλη κατάλληλη προσωρινή στέγαση του θύματος, που χρειάζεται ασφαλή τόπο παραμονής λόγω άμεσου κινδύνου δευτερογενούς και επαναλαμβανόμενης θυματοποίησης, εκφοβισμού και αντεκδίκησης,
  2. στοχευμένη και ολοκληρωμένη υποστήριξη για το θύμα με ιδιαίτερες ανάγκες, όπως είναι το θύμα ρατσιστικής βίας, σεξουαλικής βίας, βίας λόγω ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου και βίας στο πλαίσιο στενών διαπροσωπικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης της μετατραυματικής υποστήριξης και συμβουλευτικής
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Άρθρο 63 "(άρθρο 12 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ) Δικαίωμα διασφαλίσεων στο πλαίσιο υπηρεσιών αποκαταστατικής δικαιοσύνης"
1.  
    Για την προφύλαξη του θύματος από δευτερογενή και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση και από εκφοβισμό, κατά την παροχή ενδεχόμενων υπηρεσιών αποκαταστατικής δικαιοσύνης, όπου αυτές προβλέπονται από ειδικότερες διατάξεις:
  1. Τα μέτρα αποκαταστατικής δικαιοσύνης προσφέρονται από προσωπικό εκπαιδευμένο να αναγνωρίζει τις μεταβλητές επιπτώσεις της προσφοράς στο θύμα και να αξιολογεί τις ιδιαίτερες ανάγκες του.
  2. Στο θύμα παρέχονται πληροφορίες σχετικά με το πού μπορεί να έχει πρόσβαση σε ανεξάρτητη στήριξη και συμβουλές.
  3. Το θύμα αποφασίζει για το αν δέχεται ή απορρίπτει την προσφορά μετά την παρέλευση τουλάχιστον τριών (3) εβδομάδων από την πρόταση της προσφοράς, ώστε να διασφαλίζεται η ελεύθερη και εν επιγνώσει συναίνεσή του, η οποία μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε.
  4. Με την επιφύλαξη της αρμοδιότητος και λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των αρμοδίων δικαστικών και εισαγγελικών αρχών, οι διαδικασίες αποκαταστατικής δικαιοσύνης εφαρμόζονται μόνο αν είναι προς το συμφέρον του θύματος και τα μέτρα αποσκοπούν να αποκαταστήσουν τη ζημία που υπέστη το θύμα από την τέλεση της αξιόποινης πράξης και να αποφευχθεί η πρόκληση περαιτέρω ζημίας
  5. Ο δράστης πρέπει να έχει αναγνωρίσει τα βασικά περιστατικά της υπόθεσης
  6. Το θύμα λαμβάνει πλήρεις και αντικειμενικές πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία και την πιθανή έκβαση της εν λόγω διαδικασίας, καθώς και σχετικά με τις διαδικασίες ελέγχου της εφαρμογής ενδεχόμενης συμφωνίας και τα αποτελέσματα αυτής
  7. Στο θύμα προσφέρεται υποστήριξη πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη συμμετοχή σε οποιαδήποτε διαδικασία εφαρμογής μέτρων αποκαταστατικής δικαιοσύνης
  8. Στο θύμα που προτιμά να μην συναντήσει τον δράστη, δίνεται η επιλογή της έμμεσης διαμεσολάβησης ή οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο μέτρο εκτός αν οι αρμόδιες δικαστικές ή εισαγγελικές αρχές κρίνουν άλλως.
  9. Η τυχόν διαφορετική απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη.
  10. Σε κάθε περίπτωση, ο τυχόν πληρεξούσιος δικηγόρος του δράστη δύναται να υποβάλλει ερωτήσεις προς το θύμα δια μέσου του ενεργούντος τη διαδικασία της διαμεσολάβησης.
  11. Οι συνομιλίες στις διαδικασίες αποκαταστατικής δικαιοσύνης που δεν διεξάγονται δημοσίως, είναι εμπιστευτικές και δεν δημοσιοποιούνται στη συνέχεια, εκτός αν συμφωνούν τα εμπλεκόμενα μέρη ή αν αυτό επιβάλλεται από λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος κατά την κρίση της αρμόδιας δικαστικής ή εισαγγελικής αρχής
  12. Κάθε συμφωνία που συνάπτεται εκουσίως από αμφότερα τα μέρη και επικυρώνεται από τον αρμόδιο δικαστή ή εισαγγελέα με σύμπραξη γραμματέα, έχει την αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου, μπορεί δε να λαμβάνεται υπόψη σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας μεταξύ των ίδιων διαδίκων
  13. Κατά τη διαδικασία αποκαταστατικής δικαιοσύνης, μπορούν να παρέχονται στο θύμα ή στον δράστη, περισσότερες από μία ακροάσεις, κατόπιν αίτησης των τελευταίων, έτσι ώστε να είναι πλήρως κατανοητή η διαδικασία και τα αποτελέσματα αυτής
  14. Το θύμα που έλαβε μέρος στη διαδικασία μέτρων αποκαταστατικής δικαιοσύνης ενημερώνεται για τη δυνατότητα του δράστη να εκπληρώσει τους όρους της συμφωνίας
  15. Κατά τη διαδικασία αποκαταστατικής δικαιοσύνης παρέχονται στα διάδικα μέρη πληροφορίες που είναι επωφελείς για αμφότερα τα μέρη
  16. Κατά τη διαδικασία αποκαταστατικής δικαιοσύνης αμφότερα τα διάδικα μέρη μπορούν να παρίστανται με συνήγορο ή και αυτοπροσώπως
2.  
    Οι υπηρεσίες υποστήριξης και φροντίδας θυμάτων, όταν ενδείκνυται η εφαρμογή διαδικασίας αποκαταστατικής δικαιοσύνης, ενθαρρύνουν το θύμα να επισκεφθεί τις υπηρεσίες αποκαταστατικής δικαιοσύνης
Άρθρο 64 "Δικαιώματα θυμάτων που κατοικούν σε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε. (άρθρο 17 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Όταν το θύμα κατοικεί σε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαφορετικό από εκείνο της τέλεσης της αξιόποινης πράξης: α) καλείται να καταθέτει αμέσως μετά την καταγγελία της αξιόποινης πράξης και β) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 233 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τη χρήση τεχνολογίας επικοινωνιών, όπως η τηλεδιάσκεψη, το τηλέφωνο ή το διαδίκτυο
2.  
    Όταν το θύμα κατοικεί στην ημεδαπή και η αξιόποινη σε βάρος του πράξη τελέσθηκε σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να υποβάλλει την έγκλησή του στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών του τόπου κατοικίας του, ο οποίος, εφόσον τα ελληνικά ποινικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία, τη διαβιβάζει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην αρμόδια δικαστική αρχή του αντίστοιχου κράτους - μέλους, δια του Εισαγγελέως Εφετών
3.  
    Δεν υφίσταται υποχρέωση διαβίβασης της έγκλησης στο κράτος - μέλος του τόπου τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σε περίπτωση που εφαρμόζονται οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι και έχει κινηθεί η ποινική δίωξη. Σε αυτή την περίπτωση για σκοπούς ενημέρωσης και προκειμένου να ενισχυθεί η αμοιβαία δικαστική συνδρομή, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η δικογραφία, ενημερώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και δια του Εισαγγελέως Εφετών, την αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους - μέλους στο οποίο τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Άρθρο 65 "Δικαίωμα να αποφεύγεται η επαφή μεταξύ θύματος και δράστη (άρθρο 19 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Το θύμα μπορεί να ζητήσει εγγράφως τη λήψη μέτρων για την αποφυγή της επαφής μεταξύ αυτού και, εφόσον απαιτείται, των μελών της οικογένειάς του και του δράστη στους χώρους διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας. Για την παραπάνω αίτηση αποφαίνεται αμετακλήτως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο του τόπου διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας, σε οποιοδήποτε στάδιο και αν αυτή ευρίσκεται, δικάζοντας με την αυτόφωρη διαδικασία.
2.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τους μάρτυρες, στο σχεδιασμό νέων δικαστικών κτηρίων πρέπει να προβλέπονται χωριστοί χώροι αναμονής για τα θύματα
Άρθρο 66
1.  
    Δικαίωμα προστασίας των θυμάτων κατά την ποινική έρευνα (άρθρο 20 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ) Οι διωκτικές, εισαγγελικές και δικαστικές αρχές διασφαλίζουν ότι, στον βαθμό που δεν τίθεται σε κίνδυνο η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας: α) η εξέταση των θυμάτων διενεργείται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση μετά την καταγγελία της αξιόποινης πράξης προς την αρμόδια αρχή και με όσο το δυνατόν περιορισμένο και αναγκαίο αριθμό καταθέσεων από πλευράς θύματος, β) τα θύματα, εφόσον δεν παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο της επιλογής τους ή τον τυχόν αυτεπαγγέλτως διορισθέντα, μπορούν να συνοδεύονται από τον νόμιμο εκπρόσωπό τους ή από άλλο φυσικό πρόσωπο της επιλογής τους, εκτός αν έχει ληφθεί αιτιολογημένη απόφαση για το αντίθετο σχετικά με ένα ή και τα δύο αυτά πρόσωπα, γ) οι ιατρικές εξετάσεις περιορίζονται στο ελάχιστο και διενεργούνται μόνο όταν είναι αυστηρά αναγκαίο για τους σκοπούς της ποινικής διαδικασίας και προς διερεύνηση της αλήθειας των καταγγελλομένων, δ) αν το θύμα είναι ανήλικο, εκείνος που το εξετάζει καταγράφει κατά λέξη στην έκθεση και τις ερωτήσεις που του απευθύνει
Άρθρο 67 "Δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 21 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, οι αρμόδιες διωκτικές, εισαγγελικές και δικαστικές αρχές εφαρμόζουν κατάλληλα μέτρα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά χαρακτηριστικά του θύματος, που προκύπτουν από τη διαδικασία ατομικής αξιολόγησης, κατά το άρθρο 68 του παρόντος νόμου και της εικόνας των θυμάτων και των μελών της οικογένειάς τους και ιδίως, για να αποτραπεί η διάδοση κάθε πληροφορίας που μπορεί να διευκολύνει τον εντοπισμό των ανήλικων θυμάτων ή των θυμάτων που χρήζουν ειδικής προστασίας
2.  
    Αν η δημοσιότητα της συνεδρίασης είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή συντρέχουν ειδικοί λόγοι να προστατευθεί ο ιδιωτικός ή οικογενειακός βίος των διαδίκων, ιδίως αν η δημοσιότητα σε δίκη εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής έχει ως συνέπεια την ιδιαίτερη ψυχική ταλαιπωρία ή το διασυρμό του θύματος και μάλιστα ανηλίκου, το δικαστήριο διατάσσει τη διεξαγωγή της δίκης ή ενός μέρους της χωρίς δημοσιότητα. Για τον αποκλεισμό της δημοσιότητας, το δικαστήριο, αφού ακούσει τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση και την απαγγέλει σε δημόσια συνεδρίαση.
3.  
    Η ιδιωτική ζωή και η ταυτότητα του θύματος προστατεύεται από κάθε εμπλεκόμενη υπηρεσία και η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του γίνεται πάντοτε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2472/1997, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.
4.  
    Η ολική ή μερική μετάδοση από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο, καθώς και η κινηματογράφηση και μαγνητοσκόπηση της δίκης ενώπιον ποινικού δικαστηρίου απαγορεύεται. Κατ’ εξαίρεση, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τις ενέργειες αυτές, εφόσον συναινούν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι και συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον.
5.  
    Η μετάδοση από την τηλεόραση ή η κινηματογράφηση ή μαγνητοσκόπηση ή φωτογράφηση των θυμάτων που εμφανίζονται ενώπιον των εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών απαγορεύεται
Άρθρο 68 "Ατομική αξιολόγηση των θυμάτων για τον προσδιορισμό ειδικών αναγκών προστασίας (άρθρο 22 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, οι διωκτικές, εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, ενώπιον των οποίων εκκρεμεί η υπόθεση, ενημερώνουν και παραπέμπουν το θύμα, κατόπιν αίτησής του, στις Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που διενεργούν εγκαίρως ατομική αξιολόγηση του θύματος για τον προσδιορισμό τυχόν ειδικών αναγκών προστασίας του, ώστε να εκτιμηθεί, αν, και σε ποιο βαθμό, το θύμα μπορεί να επωφεληθεί από ειδικά μέτρα προστασίας κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 69, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος να υποστεί δευτερογενή και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση, εκφοβισμό και αντεκδίκηση
2.  
    Στην ατομική αξιολόγηση λαμβάνονται κυρίως υπόψη:
  1. τα προσωπικά χαρακτηριστικά του θύματος, όπως η ηλικία, η φυλή, το χρώμα, η θρησκεία, η εθνικότητα ή εθνοτική καταγωγή, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η ταυτότητα ή τα χαρακτηριστικά φύλου ή η αναπηρία, το καθεστώς διαμονής ή κατοικίας, οι δυσκολίες επικοινωνίας, η σχέση συγγένειας ή έτερης άλλης εξάρτησης με τον δράστη, καθώς και το ιστορικό προηγούμενης θυματοποίησης,
  2. ο βαθμός της βλάβης που υπέστη το θύμα, το είδος, η σοβαρότητα και η φύση του εγκλήματος, ιδίως, τρομοκρατία, οργανωμένο έγκλημα, εμπορία ανθρώπων, βία λόγω φύλου, ρατσιστική βία, ενδοοικογενειακή βία, σεξουαλική βία ή εκμετάλλευση ή έγκλημα μίσους,
  3. οι περιστάσεις του εγκλήματος
3.  
    Το ανήλικο θύμα χρήζει ειδικής ανάγκης προστασίας λόγω ιδιαίτερου κινδύνου να υποστεί δευτερογενή και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση, εκφοβισμό και αντεκδίκηση και για το σκοπό αυτό υποβάλλεται σε ατομική αξιολόγηση κατά την παράγραφο 1 του παρόντος από τα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και όπου δεν υπάρχουν, από τα Αυτοτελή Γραφεία Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής, σε συνεργασία με ειδικό παιδοψυχολόγο ή παιδοψυχίατρο των δομών ψυχικής υγείας και σε περίπτωση έλλειψής τους, ψυχολόγο ή ψυχίατρο και αποφασίζεται αν και σε ποιο βαθμό επωφελείται από τα ειδικά μέτρα του άρθρου 69. Η ατομική αξιολόγηση των ενήλικων θυμάτων διενεργείται από τα Τμήματα Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής και τα Αυτοτελή Γραφεία Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής της ως άνω Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η ατομική αξιολόγηση από τα ως άνω Αυτοτελή Γραφεία ασκείται από τους επιμελητές κάθε κλάδου ανάλογα με την ηλικία του θύματος.
4.  
    Η λήψη των ειδικών μέτρων προστασίας που προβλέπονται στο άρθρο 69 γίνεται κατόπιν της σύμφωνης γνώμης του θύματος
5.  
    Η ατομική αξιολόγηση επικαιροποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, αν ουσιωδώς μεταβάλλονται οι περιστάσεις που αποτέλεσαν τη βάση της
Άρθρο 69 "Δικαίωμα προστασίας θυμάτων με ιδιαίτερες ανάγκες προστασίας κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας (άρθρα 23 και 24 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Τα θύματα με ιδιαίτερες ανάγκες προστασίας επωφελούνται ειδικών μέτρων, τα οποία αποφασίζονται μετά από τη διενέργεια ατομικής αξιολόγησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 68. Ειδικό μέτρο που αποφασίσθηκε μετά από ατομική αξιολόγηση δεν εφαρμόζεται, αν δυσχεραίνεται η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας ή όταν υπάρχει επείγουσα ανάγκη εξέτασης του θύματος και η παράλειψη εξέτασής του θα μπορούσε να βλάψει το θύμα ή άλλο πρόσωπο ή να θίξει την πορεία της διαδικασίας.
2.  
    Κατά τη διάρκεια της ποινικής έρευνας, τα θύματα με ιδιαίτερες ανάγκες προστασίας που αναγνωρίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 68 έχουν στη διάθεσή τους τα ακόλουθα μέτρα:
  1. το θύμα εξετάζεται σε χώρους που έχουν σχεδιασθεί ή προσαρμοσθεί για το σκοπό αυτόν,
  2. η εξέταση του θύματος διεξάγεται από ειδικά εκπαιδευμένους για το σκοπόν αυτό προανακριτικούς υπαλλήλους ή εισαγγελικούς και δικαστικούς λειτουργούς,
  3. κάθε εξέταση του θύματος διεξάγεται από τα ίδια πρόσωπα, εκτός αν αυτό δυσχεραίνει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης,
  4. κάθε εξέταση θυμάτων σεξουαλικής βίας, βίας λόγω φύλου ή ενδοοικογενειακής βίας, εφόσον δεν διεξάγεται από εισαγγελέα ή δικαστή, διεξάγεται από πρόσωπο του ίδιου με το θύμα φύλου, εφόσον το επιθυμεί το θύμα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν παρακωλύεται η πορεία της ποινικής διαδικασίας
3.  
    Κατά την εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α παράγραφος 4, 323Β εδάφιο α΄, 324, 336, 337 παράγραφοι 3 και 4, 338, 339, 342, 343, 345, 346, 348, 348Α, 348Β, 348Γ, 349, 351, 351Α του Ποινικού Κώδικα, καθώς και στα άρθρα 29 παράγραφοι 5 και 6 και 30 του ν. 4251/2014 διορίζεται και παρίσταται, ως πραγματογνώμων, ειδικά εκπαιδευμένος παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος και σε περίπτωση έλλειψής τους, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, που υπηρετεί στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων ή που περιλαμβάνεται στον πίνακα πραγματογνωμόνων, όπου αυτά δεν λειτουργούν, χωρίς να εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 204 έως 208 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος διενεργείται υποχρεωτικά στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων της Εφετειακής Περιφέρειας ή όπου αυτά δεν λειτουργούν, σε χώρους ειδικά σχεδιασμένους και προσαρμοσμένους για το σκοπό αυτόν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και με όσο το δυνατόν περιορισμένο αριθμό συνεντεύξεων. Ο παιδοψυχολόγος ή ο παιδοψυχίατρος προετοιμάζει τον ανήλικο για την εξέταση, συνεργαζόμενος προς τούτο με τους προανακριτικούς υπαλλήλους και με τους δικαστικούς λειτουργούς. Για το σκοπό αυτόν χρησιμοποιεί κατάλληλες διαγνωστικές μεθόδους, αποφαίνεται για την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση του ανηλίκου και συντάσσει γραπτή έκθεση με τις διαπιστώσεις, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας. Η εξέταση του ανηλίκου διενεργείται από τους προανακριτικούς υπαλλήλους και τους δικαστικούς λειτουργούς διά του παρισταμένου παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου. Κατά την εξέταση ο ανήλικος μπορεί να συνοδεύεται από τον νόμιμο εκπρόσωπό του, εκτός εάν ο ανακριτής απαγορεύσει την παρουσία του προσώπου αυτού με αιτιολογημένη απόφασή του για σπουδαίο λόγο, ιδίως, σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων ή ανάμειξης του προσώπου αυτού στην ερευνώμενη πράξη. Η κατάθεση του ανηλίκου συντάσσεται εγγράφως και καταχωρίζεται και σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο. Η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου αντικαθιστά τη φυσική παρουσία του στα επόμενα στάδια της διαδικασίας. Η γραπτή κατάθεση του ανηλίκου αναγιγνώσκεται πάντοτε στο ακροατήριο. Αν ο ανήλικος κατά την ακροαματική διαδικασία έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος, μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως.
4.  
    Κατά την εξέταση ως μάρτυρα του θύματος των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α και 351 του Ποινικού Κώδικα, διορίζεται και παρίσταται, ως πραγματογνώμων, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, χωρίς να εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 204 έως 208 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ο ψυχολόγος ή ο ψυχίατρος προετοιμάζει τον παθόντα για την εξέταση, συνεργαζόμενος προς τούτο με τους προανακριτικούς υπαλλήλους και με τους εισαγγελικούς και δικαστικούς λειτουργούς. Για το σκοπό αυτόν χρησιμοποιεί κατάλληλες διαγνωστικές μεθόδους, αποφαίνεται για την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση του παθόντος και συντάσσει γραπτή έκθεση με τις διαπιστώσεις του, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας. Κατά την εξέταση παρίσταται ο ψυχίατρος ή ο ψυχολόγος και ο παθών μπορεί να συνοδεύεται από τον νόμιμο εκπρόσωπό του, εκτός εάν ο ανακριτής απαγορεύσει την παρουσία του προσώπου αυτού με αιτιολογημένη απόφασή του για σπουδαίο λόγο, ιδίως σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων ή ανάμειξης του προσώπου αυτού στην ερευνώμενη πράξη. Η κατάθεση του παθόντος συντάσσεται εγγράφως και καταχωρίζεται και σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο. Η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του παθόντος αντικαθιστά τη φυσική παρουσία του στα επόμενα στάδια της διαδικασίας.
5.  
    Αν το θύμα είναι κωφός ή άλαλος, η εξέτασή του γίνεται ως εξής: όλες οι ερωτήσεις και οι τυχόν παρατηρήσεις δίνονται στον κωφό, αφού καταγραφούν από τον γραμματέα της ανάκρισης ή του δικαστηρίου, ενώ οι απαντήσεις δίνονται από αυτόν γραπτώς ή στη νοηματική γλώσσα. Στον άλαλο οι ερωτήσεις και οι παρατηρήσεις δίνονται προφορικά και αυτός απαντά γραπτώς ή στη νοηματική γλώσσα. Στο ακροατήριο οι γραπτές απαντήσεις που δόθηκαν από τον κωφό ή άλαλο, αφού μονογραφηθούν από τον πρόεδρο και τον γραμματέα, καταγράφονται στα πρακτικά και συνοδεύουν τη δικογραφία. Αν ο κωφός ή ο άλαλος δεν ξέρει να διαβάζει ή να γράφει, όποιος διεξάγει την ανάκριση ή διευθύνει τη συζήτηση διορίζει έναν ή δύο διερμηνείς, που, αν είναι δυνατό, εκλέγονται κατά προτίμηση μεταξύ των προσώπων που συνήθισαν να συνεννοούνται με τον κωφό ή άλαλο. Κατά τα άλλα τηρούνται αν είναι δυνατό οι διατάξεις που αναφέρονται στους διερμηνείς.
6.  
    Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, τα θύματα με ιδιαίτερες ανάγκες προστασίας που αναγνωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 1 του παρόντος, έχουν στη διάθεσή τους τα ακόλουθα μέτρα:
  1. Κατάθεση του θύματος που δόθηκε κατά την παράγραφο 4 του παρόντος, η οποία έχει συνταχθεί εγγράφως ή με τη χρήση ηλεκτρονικού οπτικοακουστικού μέσου, αναγιγνώσκεται πάντοτε στο ακροατήριο.
  2. Ο εισαγγελέας ή οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από τον πρόεδρο του δικαστηρίου την εξέτασή του, αν δεν έχει εξετασθεί στην προδικασία ή πρέπει να εξετασθεί συμπληρωματικά.
  3. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, η εξέταση του παθόντος γίνεται με βάση ερωτήσεις που έχουν τεθεί σαφώς, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στον τόπο όπου αυτός βρίσκεται από ανακριτικό υπάλληλο που τον διορίζει ο δικαστής που διέταξε την εξέταση ή σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο με τη χρήση ηλεκτρονικού οπτικοακουστικού μέσου, η οποία αντικαθιστά τη φυσική παρουσία του στο ακροατήριο, ώστε να αποφεύγεται κάθε οπτική επαφή μεταξύ αυτού και του δράστη.
  4. Οι υποπαράγραφοι 1 και 2 της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις αυτές.
  5. Η γραπτή κατάθεση του ανηλίκου θύματος που δόθηκε κατά την παράγραφο 3 του παρόντος, η οποία έχει συνταχθεί εγγράφως ή με τη χρήση ηλεκτρονικού οπτικοακουστικού μέσου, αναγιγνώσκεται πάντοτε στο ακροατήριο.
  6. Αν ο ανήλικος κατά την ακροαματική διαδικασία έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος, μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως, εφόσον κρίνεται απολύτως αναγκαίο.
  7. Ο εισαγγελέας ή οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από τον πρόεδρο του δικαστηρίου την εξέταση του ανηλίκου, αν δεν έχει εξετασθεί στην ανάκριση ή πρέπει να εξετασθεί συμπληρωματικά.
  8. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, η εξέταση του ανηλίκου γίνεται με βάση ερωτήσεις που έχουν τεθεί σαφώς, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στον τόπο όπου αυτό βρίσκεται, από ανακριτικό υπάλληλο που τον διορίζει ο δικαστής που διέταξε την εξέταση.
  9. Οι υποπαράγραφοι 1 και 2 της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις αυτές.
  10. Κατά την εξέταση αποφεύγονται ερωτήσεις σχετικά με την ιδιωτική ζωή του θύματος που δεν έχουν σχέση με την αξιόποινη πράξη
7.  
    Όταν το θύμα είναι ανήλικο και οι δικαιούχοι της γονικής μέριμνας αυτού αποκλείονται από την εκπροσώπησή του, λόγω σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ αυτών και του ανηλίκου ή στην περίπτωση που το ανήλικο θύμα είναι ασυνόδευτο ή ζει χωριστά από την οικογένειά του, η αρμόδια εισαγγελική ή δικαστική αρχή, ανάλογα με το στάδιο της ποινικής διαδικασίας, όπου εκκρεμεί η υπόθεση, διορίζει ως ειδικό εκπρόσωπο του ανήλικου θύματος έναν Επιμελητή Ανηλίκων. Όταν το ανήλικο θύμα δικαιούται συνήγορο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3226/2004, δικαιούται να έχει νομικές συμβουλές και νομικό εκπρόσωπο, ο οποίος ενεργεί εξ ονόματός του, σε διαδικασίες όπου υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του ανήλικου θύματος και των δικαιούχων της γονικής μέριμνας.
8.  
    Όταν είναι αβέβαιο αν η ηλικία του θύματος είναι κάτω ή άνω των δεκαοκτώ ετών, τεκμαίρεται ότι το θύμα είναι ανήλικο για τους σκοπούς του παρόντος νόμου
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 70 "Εκπαίδευση των επαγγελματιών του κλάδου (άρθρο 25 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε συνεργασία με το Υπουργείο Εσωτερικών, το Υπουργείο Υγείας και το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το Ινστιτούτο Επιμόρφωσης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, εξασφαλίζει την ειδική επιμόρφωση των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, των παιδοψυχολόγων, παιδοψυχιάτρων, ψυχολόγων, ψυχιάτρων και κοινωνικών λειτουργών που στελεχώνουν τα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων ή διορίζονται ως πραγματογνώμονες για τους σκοπούς του άρθρου 226Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, των επιμελητών ανηλίκων και των επιμελητών κοινωνικής αρωγής, των υπαλλήλων που εργάζονται σε υπηρεσίες υποστήριξης και φροντίδας θυμάτων και αποκαταστατικής δικαιοσύνης και των γενικών και ειδικών ανακριτικών και προανακριτικών υπαλλήλων, σε θέματα που αφορούν την προστασία των θυμάτων και τις αρχές που περιέχονται στον παρόντα νόμο
2.  
    Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι ενισχύουν την εκπαίδευση και την ευαισθητοποίηση των μελών τους σχετικά με τις αρχές της προστασίας των θυμάτων που περιέχονται στον παρόντα νόμο
3.  
    Στα προγράμματα εκπαίδευσης και επιμόρφωσης των προηγούμενων παραγράφων δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στα θύματα που χρήζουν ειδικής προστασίας
Άρθρο 71 "Συνεργασία και συντονισμός των υπηρεσιών (άρθρο 26 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)"
1.  
    Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να προωθούν τη συνεργασία με άλλες χώρες και ιδιαίτερα με τα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα δικαιώματα των θυμάτων της εγκληματικότητας, μεταξύ άλλων, μέσω της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών και συνδράμοντας τα ευρωπαϊκά δίκτυα που ασχολούνται με θέματα τα οποία αφορούν άμεσα στα δικαιώματα των θυμάτων
2.  
    Οι αρμόδιες αρχές διοργανώνουν, μεταξύ άλλων και μέσω του διαδικτύου, προγράμματα ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης και ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα, εφόσον ενδείκνυται σε συνεργασία με τις οικείες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος θυματοποίησης, να ελαχιστοποιηθούν ο αντίκτυπος του εγκλήματος και οι κίνδυνοι δευτερογενούς και επαναλαμβανόμενης θυματοποίησης, εκφοβισμού και αντεκδίκησης, με στόχο ιδίως ομάδες κινδύνου, όπως τα παιδιά και τα θύματα βίας λόγω φύλου και βίας στο πλαίσιο στενών διαπροσωπικών σχέσεων και να ενημερώνονται σχετικά με τα δικαιώματά τους τα θύματα που κατοικούν σε έτερο κράτος - μέλος
Άρθρο 72
1.  
    Στην παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 2928/2001 προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής: Τα ανωτέρω μέτρα μπορούν να λαμβάνονται και στις περιπτώσεις των κατά άρθρο 81Α ΠΚ εγκλημάτων με ρατσιστικά χαρακτηριστικά για την προστασία των παθόντων, των οικείων τους ή των ουσιωδών μαρτύρων.
Άρθρο 73
1.  
    Το Τμήμα Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται ως αρμόδια υπηρεσία συλλογής στοιχείων (εκθέσεων) για την παρακολούθηση της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος που αφορούν στα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία των θυμάτων της εγκληματικότητας. Ιδίως μεριμνά για την ομαλή συνεργασία των υπηρεσιών υποστήριξης και φροντίδας θυμάτων, την κατάρτιση ενημερωτικού υλικού για τα δικαιώματα των θυμάτων, την εισήγηση πρωτοβουλιών προς τις αρμόδιες υπηρεσίες για την εκπαίδευση και κατάρτιση των εμπλεκομένων επαγγελματιών του άρθρου 70 του παρόντος, καθώς και την ανάληψη δράσεων με συναρμόδιες υπηρεσίες στο πλαίσιο του άρθρου 71 του παρόντος.
Άρθρο 74
1.  
    Συνιστώνται στις Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Πατρών και Ηρακλείου Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανηλίκων Θυμάτων – «Σπίτι του Παιδιού», με τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
  1. Ατομική αξιολόγηση ανήλικων θυμάτων για τον προσδιορισμό ειδικών αναγκών προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 68 του παρόντος
  2. Παροχή γενικών υπηρεσιών υποστήριξης στα ανήλικα θύματα, σύμφωνα με το άρθρο 62 του παρόντος νόμου
  3. Συνδρομή των προανακριτικών, ανακριτικών, εισαγγελικών και δικαστικών αρχών για την προσήκουσα εξέταση ανήλικων θυμάτων κατά τις κείμενες διατάξεις
  4. Εκτίμηση αντιληπτικής ικανότητας και ψυχικής κατάστασης ανηλίκων θυμάτων κατά τις κείμενες διατάξεις από εξειδικευμένο προσωπικό
  5. Διαμόρφωση κατάλληλων συνθηκών και χώρων για την εξέταση από τις προανακριτικές, ανακριτικές, εισαγγελικές και δικαστικές αρχές ανήλικων θυμάτων και προμήθεια και εγκατάσταση υλικοτεχνικού εξοπλισμού για την καταγραφή της κατάθεσης του ανηλίκου με ηλεκτρονικά οπτικοακουστικά μέσα σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις
2.  
    Τα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων ασκούν τις αρμοδιότητές τους σε όλη την Εφετειακή Περιφέρεια στην οποία ανήκουν
3.  
    Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για τη διαδικασία εκτίμησης της αντιληπτικής ικανότητας και της ψυχικής κατάστασης των ανήλικων θυμάτων, για τη διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών και χώρων για την εξέτασή τους και για την καταγραφή της κατάθεσής τους, για τον τρόπο και τη μεθοδολογία της συνδρομής των Αυτοτελών Γραφείων Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων προς τις προανακριτικές, ανακριτικές, εισαγγελικές και δικαστικές αρχές για την εξέταση των ανήλικων θυμάτων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου
4.  
    Μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών σύστασης και λειτουργίας των Αυτοτελών Γραφείων Προστασίας Ανηλίκων Θυμάτων - «Σπίτι του Παιδιού», τα Τμήματα και τα αυτοτελή Γραφεία Επιμελητών Ανηλίκων των Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Πατρών και Ηρακλείου ασκούν μόνο τις αρμοδιότητες του άρθρου 68 παράγραφος 3 του παρόντος
Άρθρο 75
1.  
    Στις Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ανατίθεται η ατομική αξιολόγηση θυμάτων αξιόποινων πράξεων για τον προσδιορισμό ειδικών αναγκών προστασίας και η προστασία ανήλικων θυμάτων σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τις κείμενες διατάξεις
2.  
    Στην Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής Αθηνών συνιστάται Αυτοτελές Γραφείο Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων – «Σπίτι του Παιδιού» που ασκεί τις κατά το προηγούμενο άρθρο αρμοδιότητες
3.  
    Στις Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής Θεσσαλονίκης και Πειραιά συνιστώνται Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων - «Σπίτια του Παιδιού» που ασκούν τις κατά το προηγούμενο άρθρο αρμοδιότητες
4.  
    Στις Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής Πατρών και Ηρακλείου συνιστώνται Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων - «Σπίτια του Παιδιού» που ασκούν τις κατά το προηγούμενο άρθρο αρμοδιότητες
5.  
    Στα Τμήματα Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής και Αυτοτελή Γραφεία Κοινωνικής Αρωγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ανατίθεται η ατομική αξιολόγηση ενήλικων θυμάτων αξιόποινων πράξεων για τον προσδιορισμό ειδικών αναγκών προστασίας κατά τον παρόντα νόμο και τις κείμενες διατάξεις
Άρθρο 76
1.  
    Στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων – «Σπίτια του Παιδιού» κατανέμονται οι εξής θέσεις προσωπικού που προβλέπονται στον Οργανισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής Αθηνών Αυτοτελές Γραφείο Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων - «Σπίτι του Παιδιού»: 1 ΠΕ Ιατρών ειδικότητας Παιδοψυχιατρικής ή Ψυχιατρικής, 2 ΠΕ Ψυχολόγων, 3 ΤΕ Επιμελητών Ανηλίκων, 1 ΠΕ Διοικητικού. Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής Θεσσαλονίκης Αυτοτελές Γραφείο Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων - «Σπίτι του Παιδιού»: 2 ΠΕ Ψυχολόγων, 1 ΠΕ Ιατρών ειδικότητας Παιδοψυχιατρικής ή Ψυχιατρικής, 1 ΤΕ Επιμελητών Ανηλίκων. Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής Πειραιά Αυτοτελές Γραφείο Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων - «Σπίτι του Παιδιού»: 2 ΠΕ Ψυχολόγων, 1 ΠΕ Ιατρών ειδικότητας Παιδοψυχιατρικής ή Ψυχιατρικής, 1 ΤΕ Επιμελητών Ανηλίκων. Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής Πάτρας Αυτοτελές Γραφείο Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων - «Σπίτι του Παιδιού»: 1 ΠΕ Ψυχολόγων, 1 ΠΕ Ιατρών ειδικότητας Παιδοψυχιατρικής ή Ψυχιατρικής, 1 ΤΕ Επιμελητών Ανηλίκων. Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής Ηρακλείου Αυτοτελές Γραφείο Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων - «Σπίτι του Παιδιού»: 1 ΠΕ Ψυχολόγων, 1 ΠΕ Ιατρών ειδικότητας Παιδοψυχιατρικής ή Ψυχιατρικής, 1 ΤΕ Επιμελητών Ανηλίκων.
2.  
    Οι θέσεις της παραγράφου 1 καλύπτονται είτε με απόσπαση μόνιμων ή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλων του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), εφόσον συγκεντρώνουν τα προσόντα που