ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ


ΚΩΔΙΚΟΣ: Υπουργική Απόφαση (ΥΑ)/2015/4344_2436_9111999
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2015-11-30
ΦΕΚ: Α/2015/159 PDF
ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ:

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Ελλάδα
Αρxική Έκδοση
Εξαγωγή XML
Εξαγωγή PDF
Εξαγωγή RDF
Εξαγωγή JSON

Εσωτερικός Κανονισμός της Κοινοβιακής Ιεράς Μονής Όσιου Θεοδοσίου του Νέου του Ιαματικού, τής Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.*

Άρθρο 1


  1. Η Ιερά Μονή ιδρύθη και λειτουργεί ως νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου (Κανον. Διάταγμα, ΦΕΚ 246 Α´/29.9.1942 «Περί αναγνωρίσεως της Ιεράς Μονής του Αγίου Θεοδοσίου της αυτοτελούς και ανεξαρτήτου Γυναικείας Μονής») υπό την επωνυμίαν Ιερά Μονή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου και Ιαματικού Αργολίδος».


Άρθρο 2


  1. Σκοπός της Ιεράς Μονής είναι η, δια συνεπούς εκπληρώσεως του θείου θελήματος και συνεχούς αθλήσεως, επιμέλεια της ψυχής των μοναχών, η πνευματική τελείωσις και ο αγιασμός αυτών, μέχρις ότου εκάστη και άπασαι ομού, ζώσαι κατενώπιον Θεού εν Χριστώ και δρώσαι προς δόξαν Αυτού και σωτηρίαν των ανθρώπων, ενωθούν μετά του Κυρίου και δι’ Αυτού μετά της Αγίας Τριάδος προς απόλαυσιν της απολυτρώσεως και επίτευξιν της εν Χριστώ θεώσεως αυτών. ΜΕΡΟΣ Α´ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ


Άρθρο 3


  1. Ορθοδόξου Εκκλησίας, από τον καταστατικόν Χάρτηντης Εκκλησίας της Ελλάδος και από τον παρόντα Εσωτερικόν Κανονισμόν. Εποπτεύεται δε πατρικως και προστατευτικώς υπό του Σεβασμιωτάτου ΜητροπολίτουΑργολίδος.Κανονικαί δικαιοδοσίαι του οικείου Μητροπολίτου:Η Ιερά Μονή, ως ευρισκομένη εις την επισκοπικήνεπαρχίαν του Μητροπολίτου Αργολίδος, διατελεί υπότην Κανονικήν εποπτείαν και δικαιοδοσίαν αυτού. Διατούτο ο Μητροπολίτης Αργολίδος:
    1. Μνημονεύεται εις τας Ιεράς Ακολουθίας κατά τηντάξιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
    2. Επικυροί την υπό της Αδελφότητος γενομένη εκλογήν της Ηγουμένης και ενθρονίζει την Ηγουμένην.
    3. Κυροί την εκλογήν του υπό της Αδελφότητος εκάστοτε εκλεγομένου Ηγουμενοσυμβουλίου.
    4. Εγκρίνει και επιτελεί τας κουράς των υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου προτεινομένων αδελφών.
    5. Χορηγεί άδειαν πέραν των πέντε (5) ημερών ειςτην Ηγουμένην δι’ απουσίαν αυτής εκ της Ιεράς Μονής.
    6. Παρέχει έγγραφον άδειαν εις τας αδελφάς προκειμένου να εξέλθουν των ορίων του Ελληνικού Κράτους δια χρονικόν διάστημα μεγαλύτερον των είκοσι(20) ημερών.
    7. Διορίζει τον Πνευματικόν της Αδελφότητος τη εκλογή και προτάσει αυτής. Αυτός, ευχής έργον θα ήτο,να δύναται να καλύπτη και τας λατρευτικάς ανάγκαςτης Μονής. Εις την περίπτωσιν κατά την οποίαν αυτόςαδυνατεί, ο Μητροπολίτης φροντίζει δια την επίλυσιντου προβλήματος.
    8. Ελέγχει την νομιμότητα της οικονομικής διαχειρήσεως της Μονής, ήτοι: εγκρίνει τον ετήσιον Προϋπολογισμόν και επικυρώνει τον Απολογισμον εσόδων καιεξόδων της Μονής.
    9. Παρακολουθεί την ομαλήν κατά τους ιερούς κανόνας λειτουργίαν της Μονής, την οποίαν εποπτεύειπατρικώς και προστατευτικώς.
    10. Ανακρίνει τα Κανονικά παραπτώματα των παρεκτρεπομένων μοναχών, συμφώνως προς τους ιερούς κανόνας και τας μοναστικάς κανονικάς διατάξεις και τουςισχύοντας νόμους περί Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης.


Άρθρο 4


  1. Τα όργανα διοικήσεως της Ιεράς Μονής είναι τα εξής: α) η Ηγουμένη, β) το Ηγουμενοσυμβούλιον και γ) η Γενική Σύναξις της Αδελφότητος.


Άρθρο 5


  1. Η Ηγουμένη, η οποία είναι ουδέν άλλο ή «υπηρέτης Χριστού και οικονόμος μυστηρίων Θεού» (Μ. Βασίλειος), δέον να διακρίνεται δια την συνέπειαν πίστεως και ζωής, δόγματος και ήθους, να διαθέτη τας βασικάς αρετάς της αγάπης προς τον Θεόν και τον πλησίον, της μακροθυμίας, της αμεροληψίας, της πραότητος, της ανεξικακίας, της ευθύτητος, της διακρίσεως, της ταπεινοφροσύνης, να κατέχη την επιστήμην της Μοναχικής Πολιτείας, και ακόμη να διακρίνεται δια διοικητικήν ικανότητα, εκκλησιαστικήν μόρφωσιν και εγκύκλειον παιδείαν.


Άρθρο 6


  1. Η διαδικασία δια την πλήρωσιν της καθ’ οιονδήποτε τρόπον κενωθείσης θέσεως της Ηγουμένης κινείται υπό της εκτελούσης χρέη τοποτηρητρίας αδελφής εντός επτά (7) ημερών από της χηρείας της θέσεως, δια της συγκλήσεως του Ηγουμενοσυμβουλίου, το οποίον ορίζει την ημερομηνίαν της διεξαγωγής των εκλογών. Εκάστη αδελφή, καλουμένη κατά ιεραρχικήν τάξιν, αρχομένην εκ των νεωτέρων, προσέρχεται εις τον χώρον όπου είναι εγκατεστημένη η Εφορευτική Επιτροπή, η οποία συνίσταται εκ τριών (3) αδελφών: της τοποτηρητρίας, της αρχαιοτέρας κατά τάξιν αδελφής και της νεωτέρας τη τάξει εκ των εχουσών δικαίωμα ψήφου αδελφών. Λαμβάνει εν ψηφοδέλτιον εσφραγισμένον επί του οποίου αναγράφονται τα ονόματα των εκλογίμων και αποσυρομένη θέτει το σημείον του σταυρού προ ενός μόνον ονόματος της προτιμήσεώς της, και τέλος ρίπτει τούτο εντός ψηφοδόχου σφραγιζομένης. Μοναχή τις ούσα ασθενής -΄η καθοιονδήποτε λόγον αδυνατούσα να μετακινηθή εκ του κελλίου της δια να λάβη μέρος εις την ψηφοφορίαν, ασκεί το εκλογικόν της δικαίωμα η ιδία η δια της Προέδρου της Εφορευτικής Επιτροπής έμπροσθεν της Εφορευτικής Επιτροπής, η οποία υποχρεούται προ της καταμετρήσεως των ψηφοδελτίων να μεταβή επί τούτο εις το κελλίον της αδελφής. Μετά το πέρας της ψηφοφορίας η Εφορευτική Επιτροπή αποσφραγίζει το κυτίον και καταμετρά τας ψήφους παρουσία των ψηφισασών αδελφών, αι οποίαι υποχρεούνται να παραμείνωσι εν τω Ναώ μέχρι του πέρατος της εκλογής, της ανακοινώσεως του αποτελέσματος και της υπογραφής του σχετικού Πρακτικού. Το διακόνημα της Ηγουμένης αναλαμβάνει η λαβούσα τουλάχιστον τα δύο τρίτα (2/3) των εγκύρων ψηφοδελτίων. Εις την περίπτωσιν ισοψηφίας, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται πάραυτα και κατά τον ως άνω τρόπον, οπότε και καταρτίζεται νέον ψηφοδέλτιον με τα ονόματα των δύο πλειοψηφισασών αδελφών. Περατωθείσης της εκλογής η Εφορευτική Επιτροπή συντάσσει το πρακτικόν, εις το οποίον αναγράφεται ο αριθμός και τα ονόματα των ψηφισασών και των εψηφισμένων αδελφών, ο αριθμός των ψήφων τας οποίας εκάστη εκ των υποψηφίων έλαβε, και το όνομα της εκλεχθείσης ως Ηγουμένης. Το κείμενον τούτο υπογράφεται ευθύς υπό πασών των παρουσών αδελφών. Ακολούθως το Ηγουμενοσυμβούλιον υποβάλλει εντός τριημέρου το πρακτικόν εις τον οικείον Μητροπολίτην, ο οποίος επικυροί την εκλογήν και εν συνεχεία προβαίνει δι’ ειδικής τελετής εις την ενθρόνισιν της νέας Ηγουμένης. Η ημέρα των εκλογών δέον να μη αφίσταται πέραν των 40 ημερών από της ημέρας κατά την οποία εχήρευσεν η θέσις, και γνωστοποιείται εις τας αδελφάς της Μονής δια επικολλήσεως εις την θύραν της Τραπέζης. Αι τυχόν ενστάσεις κατά του κύρους της εκλογής της Ηγουμένης υποβάλλονται εγγράφως εντός του χρονικού διαστήματος το οποίον μεσολαβεί από του πέρατος της εκλογής έως της δύσεως του ηλίου. Αύται εκδικάζονται ανεκκλήτως υπό των μετασχουσών εις την ψηφοφορίαν αδελφών, συγκαλουμένων επί τούτο υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου, εντός της επομένης ημέρας. Εις την περίπτωσιν κατά την οποίαν η εκλογή ακυρωθεί δι½ απολύτου πλειονοψηφίας των εκδικαζουσών την ένστασιν αδελφών, διεξάγεται νέα εκλογή εντός δεκαημέρου (10) από της εκδόσεως της ακυρωτικής αποφάσεως. Η ούτως εκλεγείσα Ηγουμένη ασκεί τα καθήκοντα αυτής ισοβίως ( Ν. 590/1977, αρθ. 39 § 5). Εις αδελφάς απουσιαζούσας δια εύλογον αιτίαν εκ της Μονής κατά το διάστημα των εκλογών η γνωστοποίησις γίνεται δια συστημένης επιστολής εις την οποίαν εσωκλείεται και το ψηφοδέλτιον με τα ονόματα των εκλογίμων αδελφών, το οποίον αι αδελφαί υποχρεούνται να επιστρέψωσι εσφραγισμένον και επί συστάσει μέχρι της παραμονής της ημέρας των εκλογών. Ωσαύτως συντάσσονται και γνωστοποιούνται κατά τον αυτόν τρόπον και κατάλογοι, βάσει του Μοναχολογίου, με τα ονόματα των εχουσών δικαίωμα υποψηφιότητος και ψήφου αδελφών. Εκλέξιμοι δια το διακόνημα της Ηγουμένης είναι άπασαι αι αδελφαί της Μονής αι έχουσαι ηλικίαν όχι μικροτέραν του τριακοστού πέμπτου (35) έτους και μη υπερβαίνουσαι το εξηκοστόν πέμπτον (65), εφ’ όσον εγκαταβιώσιν εν τη Μονή τουλάχιστον επί μίαν πενταετίαν και διαθέτουν τα εν τω άρθρω 5 του παρόντος Κανονισμού προσόντα. Δικαίωμα ψήφου έχουσι άπασαι αι κεκαρμέναι αδελφαί (μικρόσχημοι η μεγαλόσχημοι) εφ½ όσον έχουν διανύσει εν τη Μονή εν συνόλω τρία (3) έτη, ανεξαρτήτως χρόνου αποκάρσεως, και αι ρασοφόροι αι εγκαταβιούσαι εν τη Μονή επί μίαν πλήρην πενταετίαν. Δραστηριότητες προεκλογικαί, κομματικών η φατριαστικών αποχρώσεων, απαγορεύονται και θεωρούνται αξιόποινοι πράξεις, αι οποίαι επισύρουσι την ποινήν της απωλείας του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι δια μίαν επταετίαν. Κατά την ορισθείσαν ημέραν της εκλογής, η Αδελφότης συνέρχεται εις το καθολικόν της Μονής, όπου τελείται θεία Λειτουργία ή ακολουθία, μετά το πέρας της οποίας παραμένουσιν εν τω ναώ αι έχουσαι δικαίωμα ψήφου αδελφαί και εφ’ όσον έχει διαπιστωθεί η ύπαρξις απαρτίας, δηλαδη είναι παρόντα τα 4/5 των μελών, και ούτως άρχεται η διαδικασία προς εκλογήν, η οποία λαμβάνει χώραν δια μυστικής ψηφοφορίας. Εις περίπτωσιν ελλείψεως απαρτίας η Αδελφότης συνέρχεται μετά τριήμερον και θεωρείται εν απαρτία εφ’ όσον ο αριθμός των παρουσών αδελφών αποτελείται εκ του ημίσεως συν μια αδελφών των εχουσών δικαίωμα ψήφου.


Άρθρο 7


  1. Η θέσις της Ηγουμένης κενούται: 1) δια του θανάτου της, 2) δια της παραιτήσεώς της, η οποια γίνεται δεκτή δια πλειονοψηφίας των δύο τρίτων (2/3) της Γενικής Συνάξεως της Αδελφότητος, και 3) δια της εκπτώσεώς της. Η Ηγουμένη εκπίπτει εκ του αξιώματός της εις τας εξής περιπτώσεις: 1) Κατά την ηθελημένην η εξ αμελείας παραβίασιν του παρόντος Εσωτερικού Κανονισμού, παρά τας επανειλημμένας προς διόρθωσιν συστάσεις των πρεσβυτέρων αδελφών προς αυτήν. 2) Κατά την ανεπαρκή εκτέλεσιν του εις αυτήν εμπεπιστευμένου λειτουργήματος δια σοβαρούς λόγους υγείας (π.χ. χρονίας νόσου), βαθέως γήρατος. 3) Μετά την καταδίκην αυτής υπό των αρμοδίων Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων ως αιρετικής η δια την διάπραξιν βαρέων ηθικών ή κανονικών παραπτωμάτων. Η έκπτωσις της Ηγουμένης εκ της θέσεως αυτής επέρχεται, εις την πρώτην περίπτωσιν, κατόπιν εγκεκριμένης υπό του κυριάρχου Μητροπολίτου αποφάσεως της Γενικής Συνάξεως της Αδελφότητος δια πλειονοψηφίας των τριών τετάρτων (3/4) του συνόλου των μελών αυτής· εις την δευτέραν περίπτωσιν, δια πλειονοψηφίας των τεσσάρων πέμπτων (4/5) του συνόλου των μελών αυτής, στηριζομένης επί ιατρικών γνωματεύσεων τριών ειδικών ιατρών· και εις την τελευταίαν περίπτωσιν μετά την εις βάρος της Ηγουμένης τελεσίδικον απόφασιν των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων.


Άρθρο 8


  1. Α) Καθηκοντα: Προς τούτο καλεί τας μοναχάς να μιμηθούν τον Χριστόν και να έχουν προ οφθαλμών πάντοτε τον Χριστόν, ούτως ώστε πάσα σκέψις και πράξις αυτών να είναι χριστοκεντρική. Ως μήτηρ γνησία παρακολουθεί την ζωήν εκάστης μοναχής, και μετά γλυκύτητος και πραότητος καθοδηγεί, διδάσκει, επιβλέπει, ελέγχει, επιτιμά, στηρίζει, παρακαλεί. Ενισχύει δια της καθόλου αυτής πολιτείας και της συνεχούς διδασκαλίας την πίστιν των αδελφών προς τον Θεόν, και εμπνέει εις αυτάς τας αρετάς της ταπεινώσεως, της υπομονής, της εγκρατείας και της αγάπης προς τους κόπου και τους αγώνας της μοναχικής ασκήσεως. Παρακολουθεί αγρύπνως την πνευματικήν πορείαν των δοκίμων αδελφών και νουθετεί αυτάς έως ότου αντιληφθούν και ενστερνισθούν την έννοιαν και τον σκοπόν του μοναχικού ιδεώδους. Ωσαύτως, η Ηγουμένη, κατά τας Κυριακάς, εορτάς η άλλας ημέρας, καθ½ ας σχολάζουν αι μοναχαί, καλεί τας αδελφάς εις σύναξιν και ποιείται θρησκευτικήν διδασκαλίαν, ή διδάσκει εκ των βίων των Αγίων, της Βιβλικής Ιστορίας, της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, της Ιστορίας των Μονών ή ερμηνεύει την θείαν Λειτουργίαν και τας λοιπάς ιεράς Ακολουθίας ή παραδίδει ο,τιδήποτε άλλο μάθημα πρόσφορον εις την μόρφωσιν και πνευματικήν καλλιέργειαν των αδελφών. Β) Αρμοδιότητες: Ορίζει μίαν εκ των αδελφών της Μονής να αναπληροί αυτήν κατά την απουσίαν της. Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν η Ηγουμένη δεν ορίσει τοιαύτην αδελφήν, αναπληρούται αυτοδικαίως υπό της ηγουμενοσουμβούλου της εχούσης την πρώτην μετά την Ηγουμένην ιεραρχικήν θέσιν. Εις την αδελφήν αυτήν ανατίθενται και χρέη τοποτηρητρίας κατά το διάστημα της μεσοηγουμενίας. Η Ηγουμένη οργανώνει και κατανέμει άνευ διακρίσεως τα διακονήματα εις τας αδελφάς. Καταρτίζει την ημερήσιαν διάταξιν των συνάξεων του Ηγουμενοσυμβουλίου και της Αδελφότητος και καλεί αυτάς εις συνεδρίασιν. Η Ηγουμένη, ως πνευματική μήτηρ των Μοναχών,«υπεύθυνός εστι τη αδελφότητι αγρυπνείν υπέρ των ψυχών αυτών και μεριμνάν δε επί τοσούτον ως και μέχρι θανάτου την υπέρ αυτών σπουδήν επιδείκνυσθαι» (Μ. Βασίλειος). Προεδρεύει των συνεδριάσεων των ανωτέρω Οργάνων και εισηγείται τα θεματα τα μέλλοντα να συζητηθούν εις τας συνάξεις αυτάς. Τέλος, φροντίζει μετά των Συμβούλων δια την υλοποίησιν των λαμβανομένων αποφάσεων. Υπογράφει το πρακτικόν και παν έγγραφον εξερχόμενον εκ της Μονής θέτουσα κάτωθεν της υπογραφής αυτής και την φράσιν: «και αι συν εμοί εν Χριστώ αδελφαί». Υπογράφει τα διπλότυπα εισπράξεως και πληρωμών. Χορηγεί έγγραφον άδειαν εις τας αδελφάς όταν πρόκειται να απουσιάσουσιν εκ της Μονής έως δέκα ημέρας. Εκπροσωπεί την Μονήν ενώπιον πάσης δημοσίας αρχής και παντός φυσικού και νομικού προσώπου. Εις την περίπτωσιν κωλύματος της Ηγουμένης η εκπροσώπησις της Μονής γίνεται υπό μέλους του Ηγουμενοσυμβουλίου, οριζομένου υπό της Ηγουμένης. Δια ειδικήν υπόθεσιν η εκπροσώπησις της Αδελφότητος δύναται να ανατεθή εις ειδικόν νομικόν σύμβουλον. Δια τούτο, αναμιμνησκομένη συνεχώς το βάρος της αποστολής της, μεριμνά «μετά φόβου και τρόμου» δια την απαρασάλευτον τήρησιν των μοναχικών θεσμών και την πορείαν και πρόοδον των ασκουμένων εν τη Μονή αδελφών. Εργάζεται αδιαλείπτως δια τον εαυτής αγιασμόν, και εφαρμόζουσα δια της μιμήσεως του Χριστού τας ευαγγελικάς αρετάς παρέχει «πάσης εντολής του Κυρίου εναργές υπόδειγμα τον εαυτής βίον». Τηρεί και σέβεται τας μοναστικάς κανονικάς διατάξεις και τον Κανονισμόν της Μονής. Παραμένει συνεχώς εν τη Μονή, εξερχομένη μόνον όταν λόγοι υγείας ή το συμφέρον της Αδελφότητος επιβάλλουν την έξοδόν αυτής. Συμμετέχει εις τας ακολουθίας, αγρυπνίας, θείας Λειτουργίας, την Τράπεζαν, ως και εις τας διαφόρους μοναστηριακάς δραστηριότητας ή ομαδικάς εργασίας εντός της Μονής, επιβλέπουσα δια την κανονικήν επιτέλεσιν και λειτουργίαν αυτών. Επαγρυπνεί δια την πιστήν εκ μέρους των μοναχών εφαρμογήν του Εσωτερικού Κανονισμού, μη επιτρέπουσα εις αυτάς παρέκκλισίν τινα εκ τούτου. Έχουσα βαθυτάτην συναίσθησιν ότι «ου ως ιδίαν τινα επιστήμην εξ αυθεντίας οικονομή», αλλ’ ότι ευρίσκεται εν υπηρεσία και «εν επιμελεία ψυχών αίματι Χριστού εξηγορασμένων», εργάζεται αόκνως για την μορφωσιν» του Χριστού εις τας ψυχάς των μελών όλης της Αδελφότητος.


Άρθρο 9


  1. Το Ηγουμενοσυμβούλιον συνέρχεται εις τακτικήν σύναξιν ανά δίμηνον, εκτάκτως δε οσάκις την σύγκλησίν του ζητήσουν δύο εκ των τριών μελών του ή τρία εκ των πέντε. Αι αποφάσεις εις αυτό λαμβάνονται κατά πλειονοψηφίαν, εις περίπτωσιν δε ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος της Ηγουμένης. Η Ηγουμένη δεν δύναται να δικαιοπρακτή άνευ γνώσεως των Συμβούλων και αι Σύμβουλοι άνευ της Ηγουμένης.

  2. Οι δικαιοδοσίες του Ηγουμενοσυμβουλίου είναι αιεξής:
    1. Ασκεί γενικώς καθήκοντα διοικήσεως και διαχειρίσεως της μοναστηριακής περιουσίας. Ειδικώτερα:Αποδέχεται ή αποποιείται δωρεάς ή κληρονομίας,αναλαμβάνει χρήματα εκ των Τραπεζών, εκμισθώνει ακίνητα ή ανταλλάσσει ταύτα, συνάπτει δάνεια, προβαίνειεις αγοραπωλησίας, αποφασίζει δια την ανέγερσιν νέωνκτισμάτων ή δια επισκευάς κτιρίων και γενικώς αποφασίζει περί πάσης υποθέσεως αφορώσης την Μονήν.
    2. Εκλέγει μίαν εκ των μελών του ως Οικονόμον καιετέραν ως Γραμματέα.Η Οικονόμος καθήκον έχει να παρακολουθή και ναφροντίζη δια τας υλικάς ανάγκας της Μονής και τωνμελών της Αδελφότητος. Προς τούτο βοηθείται υπό τηςΤαμίου και υπό άλλων διακονητριών, αι οποίαι έχουν διακονήματα συναφή προς την οικονομίαν. Ακόμη η Οικονόμος τηρεί με ακρίβειαν και συνέπειαν τα εξής βιβλία:1) Βιβλίον Ταμείου, 2) Καθολικον, 3) Βιβλίον απογραφήςκινητής περιουσίας της Μονής, και 4) Κτηματολόγιον,βιβλίον απογραφής της ακινήτου περιουσίας της Μονής.Η Γραμματεύς διεξάγει την αλληλογραφίαν της Μονής,ενημερώνει την Ηγουμένην δια παν εισερχόμενον καιεξερχόμενον έγγραφον, συντάσσει τα Πρακτικά τωνσυνάξεων του Ηγουμενοσυμβουλίου και της Αδελφότητος, είναι υπεύθυνος δια την τήρησιν και διαφύλαξιν τουΑρχείου της Μονής. Ωσαύτως η Γραμματεύς τηρεί ταεξής βιβλία: 1) Βιβλίον Πρακτικών Ηγουμενοσυμβουλίου,2) Βιβλίον Πρακτικών Συνάξεως Αδελφότητος, 3) Πρωτόκολλον εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων,4) Μοναχολόγιον και 5) Δοκιμολόγιον.
    3. Συγκαλεί τας Γενικάς Συνάξεις της Αδελφότητος.
    4. Αποφασίζει, προτάσει της Ηγουμένης, δια την πρόσληψιν των δοκίμων και δια την ρασοφορίαν ή μικροσχημίαν ή μεγαλοσχημίαν αυτών.
    5. Συντάσσει τον Προϋπολογισμόν νέας χρήσεωςκαι τον Απολογισμόν παρελθούσης χρήσεως και τουςυποβάλλει ακολούθως προς έγκρισιν εις τον οικείονΜητροπολίτην.
    6. Αποφασίζει δια την παραμονήν οιουδήποτε ξένουπροσώπου εν τη Μονή πέραν των τριών (3) ημερών.
    7. Παρέχει άδειαν απουσίας εις τας αδελφάς, αι οποίαιπρόκειται να απουσιάσουν πέραν του δεκαημέρου εκτης Μονής.


Άρθρο 10


  1. Η Γενική Σύναξις της Αδελφότητος συγκαλείται υπότου Ηγουμενοσυμβουλίου προτάσει της Ηγουμένης, ητης Τοποτηρητρίας αυτής, και συγκροτείται εξ απασώντων εν τη Μονή αδελφών, ήτοι ρασοφόρων, μικροσχήμων,μεγαλοσχήμων, ενίοτε δε και των δοκίμων άνευ ψήφου.Η Γενική Σύναξις συγκαλείται:
    1. Προς συζήτησιν θέματος προβλεπομένου υπό τουπαρόντος Κανονισμού εις την αρμοδιότητα αυτής.
    2. Προς ενημέρωσιν των μελών της Αδελφότητος δι’έκτακτα εκκλησιαστικά ή εθνικά θέματα.
    3. Οσάκις το Ηγουμενοσυμβούλιον θεωρεί σκόπιμοννα ζητήση συμβουλευτικώς την γνώμην αυτής επί τινωνθεμάτων.
    4. Επί περιστατικών απειλούντων τον κλονισμόν τωνομαλών σχέσεων προς την προϊσταμένην εκκλησιστικήνΑρχήν η το Κράτος.
    5. Προς ενημέρωσιν των αδελφών δια τα ανατιθέμεναεις εκάστην διακονήματα, και οσάκις προκύπτει ζήτημα εισαγωγής νέων διακονημάτων απαιτούντων απασχόλησιν αδελφών δια πολύν χρόνον ή ανακατάταξιντούτων εις την εσωτερικήν λειτουργίαν της Μονής ήεκτός αυτής.Αι αποφάσεις αυτής λαμβάνονται κατά πλειονοψηφίαν,εξαιρέσει των περιπτώσεων δια τας οποίας ο παρώνΚανονισμός απαιτεί ηυξημένην πλειονοψηφίαν.Δι’ εκάστην συνέλευσιν της Γενικής Συνάξεως τηςΑδελφότητος τηρούνται Πρακτικά υπό της Γραμματέωςτης Μονής και υπογράφονται υπό των αδελφών.ΜΕΡΟΣ Β´ΟΡΓΑΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ


Άρθρο 11


  1. Η Κοινοβιακή Μονή, ως ωργανωμένη έκφρασις του μοναχικού ιδεώδους αποτελεί εξόχως ιδιότυπον και τελείως διακεκριμένην των κατά κόσμον ανθρωπίνων οργανώσεων κοινωνίαν. Ως ιδιότυπος δε κοινωνία παρουσιάζει ιδιάζουσαν εν τη φύσει αυτής διοργάνωσιν, εμπνευστής και δημιουργός της οποίας θεωρείται, κατά τον Μ. Βασίλειον, ο Ιησούς Χριστος, εν τω ονόματι του Οποίου συγκροτείται αύτη, και δι½ αυτού νέα τάξις πραγμάτων και αξιών προσδιορίζεται. Ούτως, αι εν τη Μονή αδελφαί συνιστώσαι «εν σώμα και εν πνεύμα», διακρίνονται εις Δοκίμους, Ρασοφόρους και Μεγαλοσχήμους.


Άρθρο 12


  1. Ως δόκιμος προσλαμβάνεται εις την Μονήν η έχουσα ζήλον κατ’ επίγνωσιν να καταστή μοναχή, ούσα άγαμος και έχουσα συμπληρώσει το δέκατον όγδοον έτος (18) της ηλικίας της, μη υπερβαίνουσα δε κατά κανόνα το τεσσαρακοστόν πέμπτον (45) έτος αυτής. Ο χρόνος της τριετίας, εις περιπτώσεις προβλεπομένας υπό των ιερών Κανόνων, δύναται να σμικρυνθή ή να παραταθή, κατά την κρίσιν της Ηγουμένης και κατόπιν συμφώνου γνώμης των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου. Κατά τον χρόνον της δοκιμασίας η δόκιμος οφείλει απαραιτήτως να εγκαταβιοί συνεχώς εν τη Μονή. Η δόκιμος, άμα τη εισόδω αυτής εις την Μονήν, οφείλει να παραδώση άπασαν την κινητήν περιουσίαν της εις την Ηγουμένην, την δε ακίνητον, μέχρι της κουράς της, διαχειρίζεται εν συνεργασία και υποταγή μετά της Ηγουμένης. Η δόκιμος εάν, μετά την παρέλευσιν εξαμήνου, εξακολουθή επιθυμούσα την κατάταξίν της εις την Μονήν και υπισχνουμένη την τήρησιν του εν λόγω Κανονισμού, δέον να υποβάλη αίτησιν προς το Ηγουμενοσυμβούλιον δια να εγγραφή εις το Δοκιμολόγιον της Μονής, και μετά την έγκρισιν υπό του οικείου Μητροπολίτου, συγκαταριθμείται εις την δύναμιν της Αδελφότητος, οπότε και ενδύεται το ένδυμα της δοκίμου μοναχής. Κατά την περίοδον ταύτην η δόκιμος έχει την δυνατότητα να γνωρίση εις την πράξιν τα της μοναχικής πολιτείας, η δε Ηγουμένη μετά του Πνευματικού της Μονής τον χρόνον να διακριβώσουν την ύπαρξιν ή μη εν αυτή μοναχικής κλίσεως. Δια τούτο η δόκιμος αδελφή οφείλει να επιμελήται μετ½ ιδιαιτέρου ζήλου και αγρύπνου προσοχής την ψυχικήν της καλλιέργειαν, ακολουθούσα τας συμβουλάς της Ηγουμένης και του Πνευματικού. Ωσαύτως οφείλει να συμμετέχη εις την όλην ζωήν και το πρόγραμμα της Αδελφότητος, άνευ διαμαρτυρίας και γογγυσμού, ως βοηθός των διακονητριών αδελφών, μη ούσα έτι οριστικόν μέλος αυτής. Η υποψηφία δόκιμος ή η δόκιμος, εφ½ όσον αποδειχθή ανυπάκουος, σκανδαλοποιός, κατήγορος και μη δυναμένη να συμμορφωθή προς τας επιταγάς του παρόντος Κανονισμού και ούσα ανεπίδεκτος βελτιώσεως, αποβάλλεται εκ της Μονής κατόπιν αποφάσεως του Ηγουμενοσυμβουλίου και τη εγκρίσει του οικείου Μητροπολίτου. Αύτη απομακρυνομένη ή αποχωρούσα αυτοθελήτως δικαιούται να παραλάβη την περιουσίαν της, κινητήν και ακίνητον, την οποίαν έφερε κατά την είσοδόν της εις την Μονήν. Εάν δόκιμος μοναχή ασθενούσα θανασίμως ζητήση, ως τελευταίαν αυτής επιθυμίαν, να καρή μοναχή, είναι δυνατόν, αποφάσει του Ηγουμενοσυμβουλίου και εγκρίσει του οικείου Μητροπολίτου, να λάβη το Μικρον σχήμα, εάν διακρίνηται δια την πνευματικήν της πρόοδον, ει δ’ άλλως γίνεται Ρασοφόρος. Όσον αφορά εις το όριον της ηλικίας, τούτο εις μερικάς περιπτώσεις δύναται να παραταθή, κατά την κρίσιν του Ηγουμενοσυμβουλίου. Εις δε τας όλως εξαιρετικάς περιπτώσεις χηρών η εγγάμων επιθυμουσών να μονάσουν, αποφαίνεται η Γενική Σύναξις της Αδελφότητος κατόπιν εμπεριστατωμένης εισηγήσεως της Ηγουμένης, και αφού τηρηθούν τα διατασσόμενα υπό των ιερών Κανόνων της Εκκλησίας, ως και το άρθρον 9 του υπ½ αρ. 39/1972 καταστατικού Κανονισμού. Η υποψηφία δόκιμος, προσέτι, οφείλει να διαθέτη ψυχοσωματικήν υγείαν ως προϋπόθεσιν δια την διαμόρωσιν της μοναχικής προσωπικότητος. Υφισταμένης δε σωματικής αναπηρίας εις τινα, εκ του λόγου ότι η αποδοχή της καθίσταται προβληματική αλλά αναγκαία, επιβάλλεται εις την προκειμένην περίπτωσιν λήψις αποφάσεως υπό της Γενικής Συνάξεως της Αδελφότητος και κατόπιν εγκύρων ιατρικών γνωματεύσεων και γνώμης του Πνευματικού. Εάν η υποψηφία ως δόκιμος δεν είναι καθόλου γνωστή εις την Μονήν, δεν γίνεται ευκόλως και αμέσως δεκτή. Καθ’ ον χρόνον το αίτημά της μελετάται επισταμένως, αύτη δεν κατοικεί ευθύς εντός της Μονής, αλλά παραμένει εκτός αυτής δι’ έν εύλογον χρονικόν διάστημα. Κατ’ αυτό η υποψηφία υποχρεούται να επισκέπτεται συχνάκις την Μονήν, να παραμένη εις αυτήν, και ευρισκομένη εις επικοινωνίαν μετά των αδελφών, ιδία δε της Ηγουμένης, να ενημερώνη αυτήν σχετικώς περί της ζωής και της υγείας της, των διαφόρων υποχρεώσεών της, οπότε καθίσταται πλέον δυνατή η τήρησις της εντολής του Μ. Βασιλείου «τον παρελθόντα βίον των προσιόντων καταμανθάνειν». Η υποψηφία λαμβάνει γνώσιν του παρόντος Εσωτερικού Κανονισμού, και εφ’ όσον αποδέχεται τούτον και μένει σταθερά εις την απόφασίν της, εισέρχεται εις την Μονήν δια να δοκιμασθή επί τριετίαν, ως ορίζουσιν οι ιεροί Κανόνες, εις παν είδος διακονήματος, εις τας νηστείας και τας στερήσεις, εις τας ιεράς ακολουθίας.


Άρθρο 13


  1. Οριστικά μέλη της Αδελφότητος καθίστανται αι δόκιμοι μοναχαί δια της κουράς αυτών. Πρώτον μεν, ει έστιν ο ηγούμενος αιρετικός· δεύτερον, ει έστιν είσοδος γυναικών εν τη Μονή [είσοδος ανδρών, κατ’ αναλογίαν δια τας γυναικείας μονάς]· το τρίτον, εάν παιδία μανθάνωσι κοσμικά εν τω κοινωβίω· άτοπον γαρ τούτο, το δημοσιεύεσθαι τα εν τη Μονή καλώς πραττόμενα, ως φησι το Ευαγγέλιον: «Μη σαλπίσητε έμπροσθεν υμών, όταν ευποιήτε». Εάν παρά ταύτα η αδελφή θελήση να αποχωρήση εκ της Αδελφότητος, δύναται να αιτήσηται Κανονικόν Απολυτήριον εκ της Μονής, το οποίον χορηγείται αυτή υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου, εάν υφίστανται αποχρώντες λόγοι και αφού εξασφαλισθή η συγκατάθεσις του Μητροπολίτου, εις την επαρχίαν του οποίου υπάγεται η νέα Μονή όπου η αδελφή επιθυμεί εφ’ εξής να μονάση. Αύτη κατά την οριστικήν αποχώρησιν εκ της Μονής δύναται να λάβη τα αυστηρώς προσωπικής αυτής χρήσεως είδη και μόνον τη ευλογία της Ηγουμένης. Μόλις εκπνεύσει ο χρόνος της κανονικής δοκιμασίας και προετοιμασίας της η δόκιμος, προτάσει της Ηγουμένης και συγκαταθέσει του Πνευματικού, αποφάσει του Ηγουμενοσυμβουλίου, εγκρίσει δε και ευλογία του οικείου Μητροπολίτου, ρασοφορείται η κείρεται εις Μεγαλόσχημον (ή Μικρόσχημον εις την περίπτωσιν του άρθρου 10ου, τελευταία παράγραφος, του παρόντος Κανονισμού). Ρασοφόροι, Μικρόσχημοι και Μεγαλόσχημοι μοναχαί εξ άλλης Μονής δεν γίνονται δεκταί εις την Αδελφότητα, παρεκτός της υπάρξεως αποχρώντος λόγου και κατόπιν αποφάσεως της Γενικής Συνάξεως της Αδελφότητος. Αύται αι μοναχαί οφείλουν να είναι κάτοχοι Κανονικού Απολυτηρίου εκ της Μονής της μετανοίας των, εγκεκριμένου υπό του εκείσε κυριάρχου Μητροπολίτου, έτι δε και της εγγράφου συγκαταθέσεως του οικείου Μητροπολίτου της ημετέρας Μητροπόλεως. Τα στοιχεία των ρασοφόρων, μικροσχήμων και μεγαλοσχήμων, καταγράφονται εις το Μοναχολόγιον της Ιεράς Μονής. Δεδομένου ότι η περιουσία των κεκαρμένων μοναχών (μικροσχήμων η μεγαλοσχήμων) περιέρχεται αυτοδικαίως εις την Μονήν, το Ηγουμενοσυμβούλιον οφείλει όπως, τουλάχιστον τρεις μήνας προ της κουράς αδελφής τινος εις Μεγαλόσχημον ή Μικρόσχημον, γνωστοποιήση αυτή δι’ εγγράφου, καταχωριζομένου εν τω Πρωτοκόλλω, ότι μετά την κουράν της πάσα η τυχόν περιουσία αυτής θα ανήκη εις την Μονήν, και ότι μόνον μέχρι της κουράς της δύναται να διαθέση ταύτην ελευθέρως. Ωσαύτως και παν κτηθησόμενον, μετά την κουράν της αδελφής, περιουσιακόν στοιχείον εκ δωρεάς ή κληρονομίας περιέρχεται εις την Μονήν, ως ο νόμος ορίζει. Η κεκαρμένη (μικρόσχημος ή μεγαλόσχημος) αδελφή, συμφώνως προς τον 21ον κανόνα της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου, και τον 4ον κανόνα της Δ´, οφείλει να παραμείνη εις την Μονήν έως το τέλος του βίου αυτής, διότι δια της κουράς δημιουργείται δεσμός αιώνιος και ακατάλυτος. Κατ½ εξαίρεσιν δύναται να αποχωρήση εκ της Μονής, μόνον, εάν υφίστανται αι υπό του ΙΘ´ Κανόνος του Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως αναφερόμεναι περιπτώσεις:


Άρθρο 14


  1. Η Αδελφότης, έχουσα νομοθέτην, κυβερνήτην και τέλειον πρότυπον προς μίμησιν τον Χριστόν, αποσκοπεί εις την απολύτρωσιν και την εν Χριστώ τελείωσιν των μελών αυτής· δια τούτο, εφαρμόζουσα με ακρίβειαν την κοινοβιακήν πολιτείαν ως εθέσπισαν ταύτην οι άγιοι ημών Πατέρες, επιδιώκει να καταστήση, και επί της γης, εαυτήν ως το πρότυπον της τελείας εν Χριστώ κοινωνίας, ήτοι της Χριστοκοινωνίας, ης θαυμασίαν περιγραφήν δίδει ο Μ. Βασίλειος:
    ει δε τι παρ’ εντολήν εστιν, ή την εντολήν παραβλάπτει, καν άγγελος εξ ουρανού ή τις των αποστόλων επιτάσση, καν ζωής επαγγελίαν έχη, καν θανάτου απειλήν, ουδαμώς ανέχεσθαι χρη
    Η υπακοή των αδελφών, ως αποτελούσα την θεμελιώδη αρχήν του μοναχικού βίου και την πρώτην αρετήν του μοναχικού ιδεώδους, δέον να εξικνήται έως θανάτου, εκτός μιας περιπτώσεως, ην αναφέρει ο Μ. Βασίλειος: . Τοιουτοτρόπως αι αδελφαί δεν ενεργούν απολύτως τίποτε άνευ ευλογίας ή δεν πράττουν τι αντίθετον προς την γνώμην της Ηγουμένης. Πάσα ανυπακοή προς αυτήν θεωρείται, από τον Μ. Βασίλειον, ως γενομένη προς τον Κύριον, διότι ούτος είναι η πραγματική κεφαλή του κοινοβίου. Συμφώνως προς την εντολήν του Κυρίου «Αγαπάτε αλλήλους, καθώς εγώ ηγάπησα υμάς» (Ιω. 15,12), αι αδελφαί οφείλουν να διατηρούν μεταξυ αυτών τον σύνδεσμον της αγάπης. Η αγάπη δέον να εκφράζεται ομοιοτρόπως προς πάσας ανεξαιρέτως τας αδελφάς και άνευ προσωποληψίας. Επ’ ουδενί λόγω επιτρέπεται η «μερική φιλία», ήτις κατά τον Μ. Βασίλειον «ου γαρ αγάπη τούτο, αλλά στάσις εστί και διαίρεσις και κακίας των συνιόντων κατηγορία», ήγουν αιτία φατρίας και συσκηνίας εντός της Μονής. Αι αδελφαί είναι «αλλήλων ισόδουλοι, αλλήλων κυρίαι», μηδέ της Ηγουμένης εξαιρουμένης, ήτις κατά τον Μέγα Βασίλειον είναι απλώς «πρώτη μεταξύ ίσων». Κέντρον της ζωής των μοναχών είναι ο ιερός ναός, το Καθολικόν, της Μονής και αι μοναχαί δι’ ουδέν άλλο συνήχθησαν επί τω αυτώ η δια να λατρεύουν δια παντός τον Κύριον. Δια τούτο άπασαι αι αδελφαί οφείλουν να συμμετέχουν εις τας Ιεράς Ακολουθίας, τας καθοριζομένας υπό του τυπικού της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, προσερχόμεναι –μεγαλόσχημοι και ρασοφόροι αδελφαίεις τον ναόν εν ευσχήμω περιβολή (ράσον και κάλυμμα), ενώ εις τας λατρευτικάς εκδηλώσεις, τας καθιερωμένας υπό της μοναχικής παραδόσεως, αι μεγαλόσχημοι αδελφαί φέρουσι το Κουκούλιον και το Μέγα Σχήμα. Αι αδελφαί, εκτός της περιπτώσεως ασθενείας των, εσθίουν εις κοινήν Τράπεζαν, ακροώμεναι την λαμβάνουσαν χώραν ανάγνωσιν κειμένων εκ του Συναξαρίου η εκ Πατερικών συγγραμμάτων. «Άνθρωποι εκ διαφόρων γενών και χωρών κινηθέντες εις τοσαύτην ακρίβειαν ταυτότητος συνηρμόσθησαν, ώστε μίαν ψυχήν εν πολλοίς σώμασι θεωρείσθαι, και τα πολλά σωματα μιας γνώμης όργανα δείκνυσθαι. Η ανάγνωσις γίνεται εκ περιτροπής υπό των αδελφών· η δε αναγνώστρια μοναχή λαμβάνει την τροφήν αυτής μετά το πέρας της τραπέζης. Αι αδελφαί ενδύονται κοινού σχήματος και κοινής ποιότητος ενδύματα, εσωτερικά και εξωτερικά, τα οποία δίδονται εις αυτάς εκ της κοινής ιματιοθήκης της Μονής. Αύται ουδέν ίδιον κέκτηνται ή ονομάζουν ή λογίζονται. Και τούτο επειδή «μοναχός φιλόυλος έοικεν ιέρακι εκπετασθέντι, έχοντι λώρους εις τους πόδας και όπου δ’ αν καθίση εμπλακήσεται· ο δε άυλος, ώσπερ εύστολος οδοιπόρος» (Εφραίμ Σύρου). Ούτως, άπαντα είναι κοινά και εις εκάστην δίδεται κατά την ανάγκην αυτής. Αι αδελφαί οφείλουν να διατηρούν μεταξύ των την«ενότητα του πνεύματος». Παραπτώματα ως η κατάκρισις, η καταλαλιά, ο σχολιασμός, η παρεξήγησις, η ψυχρότης δέον να απουσιάζουν εκ της Αδελφότητος. Αι ανωφελείς και απρεπείς συζητήσεις, οι αστεϊσμοί και οι έντονοι γέλωτες, οι ψιθυρισμοί και τα νεύματα, αι φωνασκίαι και η ευτραπελία είναι ξέναι δια την μοναχήν, ήτις επιποθεί να μορφωθή εν αυτή Χριστός. Δια την εύρρυθμον λειτουργίαν της Μονής αι αδελφαί ακολουθούν, κατά τας ακολουθίας και άλλας εκδηλώσεις, την σειράν ιεραρχίας. Η σειρά αρχαιότητος των αδελφών καθορίζεται από την προτεραιότητα εγγραφής αυτών εις το Μοναχολόγιον της Μονής και όχι το Δοκιμολόγιον. Ο ασθενών το σώμα πολλούς έχει τη διαθέσει συγκάμνοντας· ο νοσών και καταπίπτων τη ψυχή πολλούς έχει τους ιωμένους και συνδιανιστώντας αυτόν. Αι αδελφαί, και εις τας μεταξύ των σχέσεις, δέον να τηρούν την ιεραρχικήν τάξιν μετά σχολαστικότητος. Αι νεώτεραι οφείλουν να υπακούουν και σέβονται τας αρχαιοτέρας αδελφάς, αι δε αρχαιότεραι να αγαπούν και να συμπαρίστανται εις τας νεωτέρας. Αι αδελφαί δεν εξέρχονται της Μονής άνευ αποχρώντος λόγου. Η έξοδος αυτών είναι επιτριπτή δια λόγους ασθενείας ή εξ άλλης ανάγκης επιβαλλούσης τούτο, και μόνον κατόπιν αδείας και ευλογίας της Ηγουμένης. Αι αδελφαί οφείλουν να εκτελούν τας υπό της Ηγουμένης εις αυτάς ανατεθειμένας διακονίας άνευ διαμαρτυρίας και γογγυσμού, υπηρετώσαι «ως εκ Θεού κατενώπιον Θεού εν Χριστώ», ήτοι εν πλήρει συναισθήσει της παρουσίας «του Δεσπότου Θεού του τα πάντα εφορώντος» (Μ. Βασίλειος). Άρνησις αδελφής εις εκτέλεσιν διακονήματος σημαίνει ανυπακοήν, η δε επιμονή εις την άρνησιν συνεπάγεται επιτίμιον. Αι αδελφαί οφείλουν να εξαγορεύωσι τους λογισμούς αυτών εις την Ηγουμένην, ως και ο Μ. Βασίλειος ορίζει: «Μηδέν κίνημα ψυχής απόκρυφον φυλάσσειν παρ½ εαυτώ». Όλαι αι αδελφαί υποχρεωτικώς έχουν κοινόν πνευματικόν, τον πνευματικόν της Μονής. Αλλήλων ισόδουλοι, αλλήλων κύριοι, και εν τη αμάχω ελευθερία την ακριβεστέραν δουλείαν αλλήλοις αντεπιδείκνυνται, ην ουκ ανάγκη περιστάσεως προς βίαν επήγαγε, αλλά γνώμης το αυθαίρετον μετ’ ευφροσύνης εδημιούργησεν· αγάπης τους ελευθέρους υποτασσούσης αλλήλοις, και τω αυθαιρέτω το ελεύθερον φυλαττούσης. Τοιούτους ημάς εξ αρχής ο Θεός είναι βεβούληται, και επί τούτοις εδημιούργησεν. Ούτοι το αρχαίον ανακαλούνται καλόν του αρχιπάτορος Αδάμ αμαρτίαν επικαλύπτοντες. Διαίρεσις γαρ, και διάστασις, και πόλεμος ουκ αν εν ανθρώποις, μη της αμαρτίας διατεμούσης την φύσιν. Ούτοι ακριβείς μιμηταί του Σωτήρος και της κατ½ αυτόν εν σαρκί πολιτείας υπάρχουσιν». Προς επίτευξιν των ως άνω όλως απαραίτητον τυγχάνει όπως αι αδελφαί, αι οποίαι εκουσίως υπετάγησαν εις τον του Κυρίου ζυγόν, να προσφέρουν ολοκληρωτικήν πειθαρχίαν και απόλυτον υπακοήν εις την Ηγουμένην.


Άρθρο 15


  1. Εφημέριος και Πνευματικός της Μονήςα) Δια την κάλυψιν των λατρευτικών αναγκών τηςΜονής δύναται να εκτελή καθήκοντα εφημερίου ιερεύςδιοριζόμενος υπό του οικείου Μητροπολίτου μετά πρότασιν του Ηγουμενοσυμβουλίου.Ούτος δέον να ειναι πρόσωπον σοβαρόν, προκεχωρημένης ηλικίας, διακρινόμενον δια το χριστιανικόν ήθοςκαι την κατά Χριστόν μόρφωσίν του. Εις τον εν λόγωεφημέριον δύναται να ανατεθούν υπό του Μητροπολίτου καθήκοντα Πνευματικού πατρός εις ην περίπτωσινη Αδελφότης θεωρήσει τούτον κατάλληλον δια το μυστήριον της Μετανοίας και Εξομολογήσεως.
    1. Δια την κάλυψιν των πνευματικών αναγκών τηςΜονής διορίζεται υπό του οικείου Μητροπολίτου ιερομόναχος η έγγαμος ιερεύς ως Πνευματικός αυτής, τηαιτήσει της Ηγουμένης και μετά την σύμφωνον γνώμηνσυμπάσης της Αδελφότητος, ο υπ’ αυτής θεωρούμενοςως κατάλληλος δια το έργον του Πνευματικού-Εξομολόγου της Μονής. Οεν λόγω κληρικός δέον να διάγηηλικίαν μεγαλυτέραν των 45 ετών, να έχη ορθώς περίτα δόγματα της Εκκλησίας, να διακρίνεται επί συνέσεικαι δικαιοσύνη, να διάγη βίον ανεπίληπτον, και κυρίωςνα έχη εμπειρίαν περί την θεωρίαν και πράξιν της κοινοβιακής ζωής.Ο Πνευματικός, λαμβάνων γνώσιν του παρόντος Κανονισμού, εργάζεται αποκλειστικώς δια τον πνευματικόνκαταρτισμόν των μελών της Αδελφότητος, μη δικαιούμενος να διδάσκη τας αδελφάς εις οιανδήποτε απ’ αυτού παρέκκλισιν. Ούτε να παρεμβαίνη εις την διοίκησιν ηδιαχείρησιν της Μονής, αλλά δίδει γνώμην η συμβουλάςμόνον και οσάκις τούτο ζητηθή υπό της Ηγουμένης.Επί πνευματικού θέματος αδελφής τινος συνεργάζεταιμετά της Ηγουμένης μόνον τη συγκαταθέσει αυτής καιει δυνατόν τη παρουσία της ενδιαφερομένης. Εις περίπτωσιν επιβολής επιτιμίου, όταν τούτο υπεισερχόμενονεις την ζωήν της Αδελφότητος θίγη την λειτουργίαν τηςΜονής, ζητεί την γνώμην της Ηγουμένης.


Άρθρο 16


  1. Νουθεσία και κατ½ ιδίαν παρατήρησις.

  2. Επίπληξις ενώπιον του Ηγουμενοσυμβουλίου.

  3. Επίπληξις ενώπιον της Αδελφότητος.

  4. Κανών δια κομβοσχοινίου.

  5. Αποχή εκ της Τραπέζης δι’ ωρισμένας ημέρας. Τα ως άνω επιτίμια επιβάλλονται υπό της Ηγουμένης.

  6. Παύσις εκ του διακονήματος και ανάθεσις άλλου επαχθεστέρου.

  7. Υποβιβασμός εις την ιεραρχικήν σειράν, προσωρινός ή μόνιμος. Αι ως άνω ποιναί επιβάλλονται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου.

  8. Προσωρινή απομάκρυνσις εκ της Αδελφότητος και αποστολή εις ετέραν Μονήν, δια χρονικόν διάστημα ουχί μεγαλύτερον του ενός έτους κατόπιν συνεννοήσεως μετά του οικείου Μητροπολίτου.

  9. Οριστική αποβολή εκ της Μονής. Αι δύο τελευταίαι ποιναί επιβάλλονται υπό της Γενικής Συνάξεως της Αδελφότητος και κατόπιν εγκρίσεως του οικείου Μητροπολίτου συμφώνως προς τους Ιερούς Κανόνας και τους κρατούντας εκκλησιαστικούς νόμους. Προ της επιβολής οιουδήποτε εκ των ως άνω επιτιμίων και ποινών δέον να ακουσθή η επιτιμωμένη αδελφή, ήτις, εις τας περιπτώσεις 6-9, δύναται να υποβάλη γραπτήν απολογίαν, εφ’ όσον έχει εγγράφως εγκληθη παρά του Ηγουμενοσυμβουλίου. Τα αρμόδια δια την άσκησιν του πειθαρχικού ελέγχου όργανα της Μονής δέον απαραιτήτως να συμβουλεύωνται προηγουμένως τον Πνευματικόν αυτής, μη λησμονούντα ότι επιτελούν λειτούργημα, το οποίον αποσκοπεί εις την διατήρησιν της απροσκόπτου λειτουργίας της Μονής, κυρίως όμως εις την θεραπείαν της νοσούσης αδελφής. Δια τούτο εκ μέρους των, κατά τας συμβουλάς του Μ. Βασιλείου, δέον να επιδεικνύεται σύνεσις, αγάπη, πραότης, δικαιοσύνη και αντικειμενική κρίσις. Ωσαύτως, τα όργανα αυτά δέον να λαμβάνουν υπ’ όψιν των, δια τον προσδιορισμόν του τρόπου της επιτιμήσεως, τον ιδιάζοντα χαρακτήρα, την σωματικήν αντοχήν και το μέγεθος του παραπτώματος της νοσούσης αδελφής.


Άρθρο 17


    1. 1. Η εργασία εν τη Μονή έχει αποκλειστικόν και μόνον σκοπόν την μοναχικήν τελείωσιν των αδελφών, τηναντιμετώπισιν των υλικών αναγκών και την φιλανθρωπίαν, και δεν επιτρέπεται να γίνεται αιτία πλουτισμού. Διατούτο η Αδελφότης προσπαθεί να καλλιεργή και προωθή, παραλλήλως των διακονημάτων των απαραιτήτωνδια την λειτουργίαν της Μονής, και διακονήματα συναφήκαι αρμόζοντα προς την μοναχικήν ιδιότητα, κατά τηνπροτροπήν του Μεγάλου Βασιλείου: «προτιμώντες ταςτέχνας τας διατηρούσας υμίν την απερίσπαστον ζωήνκαι το ευπάρεδρον τω Κυρίω». Ως τοιαύτα δε θεωρεί:
    2. Την έκδοσιν βιβλίων θρησκευτικού περιεχομένου.
    3. Την άσκησιν βυζαντινής εικονογραφίας.
    4. Την εκπαίδευσιν.
    5. Την υφαντικήν.
    6. Την μελισσοκομικήν.ς) Την γεωπονικήν.ζ) Την κηροπλαστικήν.2. Το θέλημα του Θεού, όστις θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν», καιη εντολή του Αναστάντος Κυρίου «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη», επιβάλλουν εις την ημετέραΑδελφότητα την υποχρέωσιν να διακονή την Εκκλησίανεις τον τομέα της Εξωτερικής Ιεραποστολής.Η διακονία αυτή, υπαρχουσών βεβαίως των δυνατοτήτων και προϋποθέσεων εν τη Μονή, συνίσταται εις: τηναποστολήν αδελφών εκ των ιεραποστολικών κλιμακίων·την φιλοξενίαν αδελφών εκ των ιεραποστολικών χωρώνδια την περαίωσιν σπουδών εν Ελλάδι· την οργάνωσινδιαφόρων ευκαιριών δια τους συνεργάτας της Ιεραποστολής· την διοργάνωσιν ευκαιριών προς διαφώτισιντων εντός της Ελλάδος ορθοδόξων σχετικώς προς τοέργον της ιεραποστολής.Τα ανωτέρω περιγραφέντα διακονήματα αποφασίζονται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου τη εισηγητικήπροτάσει της Ηγουμένης και μετά την έγκρισιν τηςαποφάσεως υπό του οικείου Μητροπολίτου.Β) Ηφιλοξενία αποτελεί έμπρακτη έκφρασιν του όλουευαγγελικού πνεύματος της φιλαδελφίας, της εκκλησιαστικής κοινωνίας και της προσπαθείας διακονίας τηςσωτηρίας των εξ απανταχού της γης προερχομένωνκαι δεομένων της συμπαραστάσεως ημών ανθρώπων.Δια τούτο η ημετέρα Αδελφότης υποδέχεται οιονδήποτε άνθρωπον κρούει την θύραν αυτής, πιστεύουσα ότιδι’ αυτού δέχεται τον ίδιον τον Ιησούν Χριστόν, όστιςεταύτισε τον εαυτόν του με καθ’ ένα έκαστον των ελαχίστων αδελφών μας («ξένος ήμην και συνηγάγετέ με...εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου τωνελαχίστων...» Ματθ. 25, 26-40).Η φιλοξενία αγνώστων προσώπων επιτρέπεται μόνον δι’εν εικοσιτετράωρον και εφ’ όσον διακριβωθεί η άμεσοςανάγκη παροχής φιλοξενίας εις την Μονήν και τα στοιχείατης ταυτότητός του. Δια πρόσωπα γνωστά εις την Αδελφότητα και επιθυμούντα τον πνευματικόν των ανεφοδιασμόν η φιλοξενία δύναται να διαρκέση επί τριήμερον τηαδεία και ευλογία της Ηγουμένης ή δια περισσοτέραςημέρας κατόπιν αποφάσεως του Ηγουμενοσυμβουλίου.Η διανυκτέρευσις αρρένων πάσης ηλικίας, θηλέωνκάτω των δέκα (10) ετών και ατόμων πασχόντων βαρέως εκ ψυχοδιανοητικών νοσημάτων δεν επιτρέπεταιεις την Μονήν.


Άρθρο 18


    1. Πόροι της Ιεράς Μονής είναι:
    2. Αι εκ του ιερού Ναού προερχόμεναι πρόσοδοι.
    3. Αι πρόσοδοι εκ της πωλήσεως των εργοχείρων τωναδελφών και των δοκίμων.
    4. Αι πρόσοδοι εξ εκμεταλλεύσεως της τυχόν κινητήςή ακινήτου περιουσίας της Μονής.
    5. Τα εκ κληρονομίας, κληροδοσίας, επικαρπίας κινητών ή ακινήτων περιουσιακών στοιχείων προερχόμεναχρηματικά ποσά.
    6. Αι τυχόν κρατικαί επιχορηγήσεις.ς) Πάσα τυχόν πρόσοδος εκ χρηστής και νομίμου πηγής.Β) Οι ως άνω πόροι της Μονής δαπανώνται ως εξής:α) Δια την συντήρησιν των αδελφών της Μονής.β) Δια τας ανάγκας της λειτουργίας της Μονής.γ) Δια την προμήθειαν υλικών και συσκευών προςκατασκευήν των προς διάθεσιν εργοχείρων.δ) Δια την συντήρησιν των υφισταμένων κτισμάτων.ε) Δια την ανοικοδόμησιν νέων κτισμάτων.ς) Δια τας τυχόν εκδόσεις της Μονής.ζ) Δια φιλανθρωπικούς σκοπούς.η) Δια την φιλοξενίαν.θ) Δια την ενίσχυσιν του έργου της Ιεράς Μητροπόλεως.ι) Δια την ενίσχυσιν του έργου της Εξωτερικής Ιεραποστολής της Εκλησίας.


Άρθρο 19


  1. Περί Μετοχίων α) Η Ιερά Μονή δύναται να ιδρύση Μετόχιον και εν ετέρα εκκλησιαστική περιφερεία, προτάσει του Ηγουμενοσυμβουλίου και αποφάσει της Γενικής Συνάξεως της Αδελφότητος, πάντοτε όμως τη εγκρίσει και ευλογία τόσον του οικείου Μητροπολίτου της Μονής, όσον και του κυριάρχου Μητροπολίτου της περιοχής εις ην ιδρυθήσεται το Μετόχιον. 2. Ναοί ή οικήματα, οπουδήποτε κείμενα, περιερχόμενα εις την Ιεράν Μονήν δια διαθήκης ή δωρεάς ή κατ’ άλλον τρόπον καθίστανται αυτοδικαίως Μετόχια αυτής. Τα Μετόχια της Μονής, ως μη συνιστώντα ίδιον Νομικόν Πρόσωπον, λειτουργούν ως ορίζει το άρθρον 4, § α, του υπ½ αρ. 39/1972 καταστατικού Κανονισμού«Περί των εν Ελλάδι Ορθοδόξων ιερών Μονών και Ησυχαστηρίων». Ως εκ τούτου, παν ο,τι ισχύει δια την κυρίαρχον Μονήν, συμφώνως προς τον παρόντα Εσωτερικόν Κανονισμόν, ισχύει απαραλλάκτως και δια τα Μετόχια αυτής.


Άρθρο 20


  1. Η ιερά Μονή έχει ιδίαν σφραγίδα κυκλικήν, φέρουσα εν μέσω αυτής την εικόνα του Αγίου Θεοδοσίου του Νέου και γύρωθεν της εικόνος την επωνυμίαν της Μονής: «Ιερά Μονή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου Αργολίδος».


Άρθρο 21


  1. Ο Εσωτερικός ούτος Κανονισμός, ρυθμίζων την οργάνωσιν, τον τρόπον λειτουργίας και διοικήσεως της Μονής, δεν δύναται να τροποποιηθή ή συμπληρωθή παρ’ ουδενός προσώπου ή Αρχής ή μη μόνον υπό της Αδελφότητος, αποφασιζούσης εν προκειμένω δια πλειονοψηφίας των τεσσάρων πέμπτων (4/5) αυτής.


Άρθρο 22


  1. Κανονισμού, υπεύθυνον είναι το Ηγουμενοσυμβούλιον, το οποίον οφείλει να μεριμνήση και εισηγηθή την ενδεδειγμένην λύσιν εις τα κατά περίπτωσιν αρμόδια όργανα, τα προβλεπόμενα δια των διατάξεών του. Η Ηγουμένη Φοίβη μοναχή (Κωνσταντινίδου) Τα Μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου Μοναχή Χριστοφόρα (Ματσούκα) Μοναχή Μαριάμ (Γκαμάλια) Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.250 € Δ.Δ.Σ. 225 € Α.Σ.Ε.Π. 70 € Ο.Π.Κ. • Το τεύχος Α.Σ.Ε.Π. (έντυπη μορφή) θα αποστέλλεται σε συνδρομητές ταχυδρομικά, με την επιβάρυνση των 70 €, ποσό το οποίο αφορά τα ταχυδρομικά έξοδα. • ΗκαταβολήγίνεταισεόλεςτιςΔημόσιεςΟικονομικέςΥπηρεσίες(Δ.Ο.Υ.).Τοπρωτότυποδιπλότυπο(έγγραφοαριθμ.πρωτ.9067/28.2.2005 2η Υπηρεσία Επιτρόπου Ελεγκτικού Συνεδρίου) με φροντίδα των ενδιαφερομένων, πρέπει να αποστέλλεται ή να κατατίθεται στο Εθνικό Τυπογραφείο (Καποδιστρίου 34, Τ.Κ. 104 32 Αθήνα). • Σημειώνεται ότι φωτοαντίγραφα διπλοτύπων, ταχυδρομικές Επιταγές για την εξόφληση της συνδρομής, δεν γίνονται δεκτά και θα επιστρέφονται. • Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα μέλη της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίου Τύπου Αθηνών και Επαρχίας, οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, η Ε.Σ.Η.Ε.Α, τα τριτοβάθμια συνδικαλιστικά όργανα και οι τριτοβάθμιες επαγγελματικές ενώσεις δικαιούνται έκπτωσης πενήντα τοις εκατό (50%) επί της ετήσιας συνδρομής. • Το ποσό υπέρ ΤΑ.Π.Ε.Τ. (5% επί του ποσού συνδρομής), καταβάλλεται ολόκληρο (Κ.Α.Ε. 3512) και υπολογίζεται πριν την έκπτωση. • Στην Ταχυδρομική συνδρομή του τεύχους Α.Σ.Ε.Π. δεν γίνεται έκπτωση. Πληροφορίες για δημοσιεύματα που καταχωρίζονται στα Φ.Ε.Κ. στο τηλ.: 210 5279000. Φωτοαντίγραφα παλαιών Φ.Ε.Κ.: τηλ.: Αθήναι, 4 Νοεμβρίου 1999 Ο Πρόεδρος † Ο Αθηνών ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Ακριβές Αντίγραφον 18.11.2015 Ο Αρχιγραμματεύς † Ο Μεθώνης ΚΛΗΜΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ 34 * ΑΘΗΝΑ 104 32 * ΤΗΛ. 210 52 79 000 * FAX 210 52 21 004 *01001593011150016* ΕΘΝΙΚΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ øîñì õ ðì÷ì÷ úùðð ò øì÷ êúìñêöî ç÷ øì÷ ïùèêöòì÷ê ÷ Σε έντυπη μορφή: 210 8220885. Τα φύλλα όλων των τευχών της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως διατίθενται δωρεάν σε ηλεκτρονική μορφή από την ιστοσελίδα του Εθνικού Τυπογραφείου (www.et.gr) ΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΑΠΟ 08: 0 ΜΕΧΡΙ 13: 0 Hλεκτρονική Διεύθυνση: http: /www.et.gr - e-mail: webmaster.et@et.gr • Για τα Φ.Ε.Κ. από 1 έως 16 σελίδες σε 1 € προσαυξανόμενη κατά 0,20 € για κάθε επιπλέον οκτασέλιδο ή μέρος αυτού. • Για τα φωτοαντίγραφα Φ.Ε.Κ. σε 0,15 € ανά σελίδα. Σε μορφή DVD/CD: Τεύχος Ετήσια έκδοση Τριμηνιαία έκδοση Μηνιαία έκδοση Τεύχος Ετήσια έκδοση Τριμηνιαία έκδοση Μηνιαία έκδοση Α΄ 150 € 40 € 15 € Α.Α.Π. 110 € 30 € - Β΄ 300 € 80 € 30 € Ε.Β.Ι. 100 € - - Γ΄ 50 € - - Α.Ε.Δ. 5 € - - Υ.Ο.Δ.Δ. 50 € - - Δ.Δ.Σ. 200 € - 20 € Δ΄ 110 € 30 € - Α.Ε.-Ε.Π.Ε. - - 100 € • Η τιμή πώλησης μεμονωμένων Φ.Ε.Κ. σε μορφή cd-rom από εκείνα που διατίθενται σε ψηφιακή μορφή και μέχρι 100 σελίδες, σε 5 € προσαυξανόμενη κατά 1 € ανά 50 σελίδες. êøì÷îê÷ ÷ùò öôñê÷ ú.ê.ï. Τεύχος Έντυπη μορφή Α΄ 225 € Β΄ 320 € Γ΄ 65 € Υ.Ο.Δ.Δ. 65 € Τεύχος Έντυπη μορφή Δ΄ 160 € Α.Α.Π. 160 € Ε.Β.Ι. 65 € Α.Ε.Δ. 10 € Τεύχος Έντυπη μορφή Α.Ε.-Ε.Π.Ε.


Έχοντας υπόψη:
Τας διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 4 του Ν. 590/1977 «Περί καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», όπως έχει συμπληρωθεί διά του άρθρου 51 παρ. 3 του Ν. 4301/2014,
τάς διατάξεις του Κανονισμού 39/1972 «Περί των εν Ελλάδι Ιερών Μονών και Ησυχαστηρίων» (ΦΕΚ 103/ τ.Α΄/30.6.1972),
την υπ’ αριθμ. 1036/24.8.1999 πρότασιν του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος Ιακώβου, και
την από 4.11.1999 Απόφασιν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου,
Ημερομηνία Τίτλος ΦΕΚ
2015-11-30 Εσωτερικός Κανονισμός της Κοινοβιακής Ιεράς Μονής Όσιου Θεοδοσίου του Νέου του Ιαματικού, τής Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.* "Α/2015/159"