Περί συστάσεως οργανώσεως και λειτουργίας του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών, καθώς και περί των όρων εγγραφής σε Ειδικό Μητρώο και ασκήσεως του επαγγέλματος του Ορκωτού Ελεγκτή.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 1
1.  
    Συνιστάται Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών (Σ.Ο.Ε.), αποτελούμενο από ανεξάρτητους επαγγελματίες Ελεγκτές που εγγράφονται σε ειδικό Μητρώο και ασκούν το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και της σχετικής προς το επιτελούμενο έργο νομοθεσίας.
2.  
    Το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ., εδρεύει στην Αθήνα διοικείται και εκπροσωπείται κατά τα κατωτέρω οριζόμενα. Το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών μπορεί, με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου αυτού, να ιδρύει γραφεία σε άλλες πόλεις της Ελλάδος.
3.  
    Το οικονομικό έτος του Σ.Ο.Ε. άρχεται την 1 Ιανουαρίου εκάστου έτους και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του επομένου έτους. Εξαιρετικώς το πρώτο οικονομικό έτος λήγει την 31η Δεκεμβρίου 1994.
Άρθρο 2
1.  
    Η σύσταση και η λειτουργία του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών αποβλέπει στην άσκηση του ελέγχου της οικονομικής διαχειρίσεως των πάσης φύσεως δημοσίων και ιδιωτικών οργανισμών και επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, ανεξαρτήτως της νομικής τους μορφής (ιδρύματος, εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου), από πρόσωπα με αυξημένα επαγγελματικά προσόντα, που ασκούν το έργο τους με διαφάνεια και υπευθυνότητα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η εγκυρότητα και αξιοπιστία των πορισμάτων των διενεργουμένων ελέγχων, σύμφωνα με τα διεθνώς ανεγνωρισμένα Ελεγκτικά πρότυπα και τους όρους που τίθενται από την εσωτερική και την κοινοτική νομοθεσία
2.  
    Για την πραγματοποίηση του παραπάνω σκοπού οι Ορκωτοί Ελεγκτές απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, υποκείμενοι πάντως στις υποχρεώσεις και τις ευθύνες που προσδιορίζονται από τις διατάξεις του παρόντος
3.  
    Στους σκοπούς του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών περιλαμβάνεται και η προαγωγή της Λογιστικής και Ελεγκτικής επιστήμης
Άρθρο 3 "Υποχρεωτική χρησιμοποίηση"
1.  
    Οι Ορκωτοί Ελεγκτές είναι αποκλειστικώς αρμόδιοι, για. την άσκηση του τακτικού ελέγχου της οικονομικής διαχειρίσεως και των οικονομικών καταστάσεων:.
  1. Των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, πλην των δήμων και κοινοτήτων
  2. Των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που εξυπηρετούν δημόσιο ή κοινωφελή σκοπό και επιχορηγούνται από το κράτος ή απολαύουν ιδιαιτέρων προνομίων, βάσει ειδικής διατάξεως νόμου ή κατ εξουσιοδότηση τούτου
  3. Των τραπεζών, των ασφαλιστικών εταιρειών, των εταιρειών επενδύσεων - χαρτοφυλακίου, των εταιρειών διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων, των εταιρειών χρηματοδοτικών μισθώσεων και των ενώσεων συνεταιριστικών οργανώσεων
  4. Των ανωνύμων εταιρειών, εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, των ετερρορύθμων κατά μετοχές εταιρειών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42α του Κ.Ν. 2190/1920, και των κοινοπραξιών αυτών.
  5. Των ενοποιημένων λογαριασμών (οικονομικών καταστάσεων) του άρθρου 100 παρ. 1 του Κ.Ν. 2190/1920 των συνδεδεμένων επιχειρήσεων.
  6. Των ανωνύμων εταιρειών, των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο καθώς και των ανωνύμων εταιρειών των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο εν όλω ή εν μέρει έχει αναληφθεί με δημόσια εγγραφή
  7. Των εταιρειών ή οργανισμών ή και δραστηριοτήτων γενικά που με βάση διατάξεις νόμου υπάγονται στον υποχρεωτικό έλεγχο ορκωτών ελεγκτών
2.  
    Οι Ορκωτοί Ελεγκτές είναι επίσης αποκλειστικώς αρμόδιοι για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, πάνω σε θέματα οικονομικής διαχειρίσεως ή καταστάσεως οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, κοινοπραξίας, ειδικού λογαριασμού ή ομάδας περιουσίας, που απαιτεί λογιστικές γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή διατάσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας περί πραγματογνωμοσύνης, είτε με δικαστική πράξη κατά τη διάρκεια δίκης, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, είτε με δικαστική απόφαση, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εκούσιας δικαιοδοσίας, μετά από αίτηση οποιασδήποτε διοικητικής αρχής ή υπηρεσίας του κράτους που έχει αρμοδιότητα προς τούτο και εφόσον επικαλείται και αποδεικνύει ότι συντρέχει προς τούτο λόγος δημοσίου συμφέροντος. Στις περιπτώσεις αυτές η αμοιβή του Ορκωτού Ελεγκτή καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και καταβάλλεται από τον αιτούντα τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
3.  
    Όπου κατά τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας τα εμπορικά βιβλία συνιστούν μέσα αποδείξεως, το Δικαστήριο, αντί της εμφανίσεως των βιβλίων, μπορεί να διατάξει, είτε κατ αίτηση τινός των διαδίκων, είτε αυτεπαγγέλτως, έλεγχο και θεώρηση των βιβλίων από Ορκωτό Ελεγκτή. Η νομοτύπως συντασσόμενη έκθεση του τελευταίου συνιστά πλήρη απόδειξη για το αντικείμενο για το οποίο διετάχθη. Η αμοιβή του Ορκωτού Ελεγκτή καθορίζεται από το Δικαστήριο και στην μεν πρώτη περίπτωση καταβάλλεται από τον αιτούντα διάδικο, ενώ στη δεύτερη περίπτωση που διατάσσεται αυτεπαγγέλτως καταβάλλεται κατ ισομοιρία από τους διαδίκους.
Άρθρο 4 "Άρνηση παροχής υπηρεσιών - Εξαίρεση"
1.  
    Ο Ορκωτός Ελεγκτής μπορεί να αρνηθεί την ανατιθέμενη σ αυτόν διενέργεια ελέγχου, ή να ζητήσει τη διακοπή του αρξαμένου από αυτόν ελέγχου εφ όσον επικαλείται συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους γνωστοποιεί στον ελεγχόμενο και αναφέρει στο Εποπτικό Συμβούλιο. Το τελευταίο εξετάζει τους προβαλλόμενους λόγους και εφόσον διαπιστώσει τη σοβαρότητα αυτών αποφαίνεται περί της απαλλαγής του ορισθέντος Ελεγκτή. Η γνωστοποίηση της διακοπής του Ελέγχου δεν απαλλάσσει τον Ορκωτό Ελεγκτή από τις υποχρεώσεις του προς τον ελεγχόμενο για αποζημίωση σε περίπτωση αδικαιολόγητης διακοπής του ελέγχου.
2.  
    Ο ελεγχόμενος δια του νομίμου εκπροσώπου του μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση ορισθέντος Ορκωτού Ελεγκτή για τους λόγους που ορίζει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας για την εξαίρεση πραγματογνώμονος. Επί της αιτήσεως εξαιρέσεως, πλην των περιπτώσεων ορισμού του Ορκωτού Ελεγκτού από Δικαστήριο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 παρ. 2 και 3 του παρόντος, αποφαίνεται το Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος.
Άρθρο 5
1.  
    Το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών αποτελείται από τους Ορκωτούς Ελεγκτές, τους Επίκουρους Ορκωτούς Ελεγκτές, τους Δόκιμους Ορκωτούς Ελεγκτές και τους Ασκούμενους Ορκωτούς Ελεγκτές
2.  
    Οι Ορκωτοί Ελεγκτές έχουν πλήρη τα δικαιώματα και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του μέλους του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών και ασκούν ελευθέρως και υπό ιδία ευθύνη τις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 του παρόντος
3.  
    Οι Επίκουροι, Δόκιμοι και Ασκούμενοι Ορκωτοί Ελεγκτές βοηθούν τους Ορκωτούς Ελεγκτές στην εκτέλεση του έργου τους, ενεργούντες πάντοτε επ ονόματι, για λογαριασμό και υπ ευθύνη του Ορκωτού Ελεγκτή
Άρθρο 6
1.  
    Τα όργανα του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών είναι: α) Το Εποτικό Συμβούλιο
  1. Η Γενική Συνέλευση γ) Η Εκτελεστική Γραμματεία δ) Το Πειθαρχικό Συμβούλιο και ε) Το Επιστημονικό Συμβούλιο
2.  
    Το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών εκπροσωπείται ενώπιον πάσης Αρχής από τον Πρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου. Η εκπροσώπηση του Σώματος στους Διεθνείς επαγγελματικούς οργανισμούς ενεργείται από τον Πρόεδρο ή άλλο μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου ή στέλεχος του Σώματος οριζόμενο με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου γενικώς ή κατά περίπτωση.
3.  
    Για τη γραμματειακή και διοικητική εξυπηρέτηση του Σώματος, συνιστάται σ αυτό Εκτελεστική Γραμματεία με τις ακόλουθες υπηρεσίες:
  1. Υπηρεσία Μητρώου
  2. Γραμματεία Εποπτικού Συμβουλίου
  3. Διοικητική Υπηρεσία
  4. Οικονομική Υπηρεσία Ο προϊστάμενος της Εκτελεστικής Γραμματείας διορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο.
  5. Για την στελέχωση των ανωτέρω υπηρεσιών συνιστώνται μέχρι 30 (τριάντα) θέσεις υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
  6. Η πλήρωση των ως άνω θέσεων γίνεται με διαγωνισμό διεξαγόμενο από το Εποπτικό Συμβούλιο.
4.  
    Το Επιστημονικό Συμβούλιο αποτελείται από τέσσερα μέλη και τον Πρόεδρο που εκλέγονται μεταξύ των εν ενεργεία ή πρώην Ορκωτών Ελεγκτών ή και καθηγητών Α.Ε.Ι. στα γνωστικά αντικείμενα της λογιστικής ή ελεγκτικής, από τη Γενική Συνέλευση του Σώματος κατά τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο. Το Επιστημονικό Συμβούλιο καταρτίζει ή επεξεργάζεται τους κανονισμούς, οδηγίες και άλλα επιστημονικά κείμενα της αρμοδιότητας του Εποπτικού Συμβουλίου και γνωμοδοτεί επί των παραπεμπομένων σ αυτό ζητημάτων. Επίσης το Επιστημονικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο για την εξέταση και αντιμετώπιση τεχνικών ή πρακτικών ζητημάτων σχετικών με την άσκηση ποιοτικού ελέγχου επί της εργασίας των Ορκωτών Ελεγκτών. Ειδικότερα το Επιστημονικό Συμβούλιο μπορεί να εξετάζει τα φύλλα εργασίας που στηρίζουν τη γνώμη του Ορκωτού Ελεγκτή και να υποβάλει σχετική έκθεση στο Εποπτικό Συμβούλιο αν και όποτε του ζητηθεί ή και σε περιπτώσεις που υπάρχουν επώνυμες καταγγελίες. Οι έλεγχοι του Επιστημονικού Συμβουλίου δεν αποτελούν παρέμβαση στο έργο των Ορκωτών Ελεγκτών. Η γραμματειακή εξυπηρέτηση του Επιστημονικού Συμβουλίου γίνεται από τη Γραμματεία του Εποπτικού Συμβουλίου.
Άρθρο 7
1.  
    Η Γενική Συνέλευση του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών αποτελείται από τους Ορκωτούς Ελεγκτές, που είναι εγγεγραμένοι στο κατά το άρθρο 13 Μητρώο και δεν τελούν σε αναστολή ασκήσεως του επαγγέλματος κατά το άρθρο 22 του παρόντος. Η Γενική Συνέλευση αποτελείτο ανώτατο όργανο του Σώματος πού εξετάζει και αποφασίζει επί παντός θέματος που αναγράφεται στην ημερήσια διάταξη και αφορά στην οργάνωση και άσκηση του επαγγέλματος των Ορκωτών Ελεγκτών. Στη Γενική Συνέλευση δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής οι ελεγκτικές εταιρείες και οι κοινοπραξίες Ελεγκτών.
2.  
    Η Γενική Συνέλευση συνέρχεται τακτικώς άπαξ του έτους και μάλιστα εντός τεσσάρων μηνών από τη λήξη του οικονομικού έτους, μετά από πρόσκληση του Εποπτικού Συμβουλίου, για την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων και του προϋπολογισμού του Σώματος, για τη διενέργεια των υπό του παρόντος προβλεπομένων αρχαιρεσιών και για οποιοδήποτε άλλο θέμα εγγραφεί στην ημερήσια διάταξη, είτε με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου είτε κατόπιν προτάσεως υπογεγραμμένης από δέκα (10) τουλάχιστον Ορκωτούς Ελεγκτές και υποβαλλομένης στο Εποπτικό Συμβούλιο προ της λήξεως εκάστου οικονομικού έτους
3.  
    Η Γενική Συνέλευση συνέρχεται εκτάκτως όταν συγκληθεί από το Εποπτικό Συμβούλιο, κατόπιν αποφάσεως του ιδίου ή προτάσεως υπογεγραμμένης από το εν τέταρτον των Ορκωτών Ελεγκτών
4.  
    Η Γενική Συνέλευση εκλέγει ανά τριετία τους Προέδρους και τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου και του Επιστημονικού Συμβουλίου καθώς και τον εκπρόσωπο της στο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Η εκλογή γίνεται χωριστά για κάθε κατηγορία βάσει ενιαίου ψηφοδελτίου.
5.  
    Η Γενική Συνέλευση ορίζει Ορκωτό Ελεγκτή που δεν υπήρξε επί έξι τουλάχιστον έτη μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου, ο οποίος ελέγχει τις οικονομικές καταστάσεις του Σώματος και υποβάλλει το πόρισμα του στη Γενική Συνέλευση. Ειδικότερα ο Ελεγκτής της πρώτης χρήσεως ορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο. Η αμοιβή του Ορκωτού Ελεγκτή καθορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο.
Άρθρο 8
1.  
    Το Εποπτικό Συμβούλιο αποτελείται από έξι μέλη και τον Πρόεδρο που εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο
2.  
    Το Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών συγκροτείται σε σώμα αμέσως μετά την εκλογή του, εκλέγοντας τον Αντιπρόεδρο αυτού, που αναπληροί τον Πρόεδρο όταν απουσιάζει ή κωλύεται
3.  
    Καθήκοντα γραμματέως του Συμβουλίου ασκεί ο Προϊστάμενος της Εκτελεστικής Γραμματείας αναπληρούμενος σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος από υπάλληλο της Εκτελεστικής Γραμματείας οριζόμενο υπό του Προέδρου
4.  
    Η θητεία του Προέδρου και των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου, που σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 4 είναι τριετής, δύναται να ανανεούται άπαξ. Τα πρόσωπα που διετέλεσαν Πρόεδρος ή μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου δεν μπορούν να επανεκλεγούν για τρίτη συνεχή τριετία. Δύναται όμως να επανεκλεγούν εάν παρέλθει εξαετία από την τελευταία εκλογή τους. Εκλιπόντος ή αποχωρήσαντος του Προέδρου ή μέλους του Εποπτικού Συμβουλίου, ο αναπληρωτής του για το υπόλοιπο της θητείας εκλέγεται με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου.
5.  
    Το Εποπτικό Συμβούλιο συνεδριάζει εγκύρως παρόντων πέντε τουλάχιστον εκ των μελών του. Οι αποφάσεις λαμβάνονται, εφόσον δεν ορίζεται ειδικώς άλλως, με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων η οποία πάντως σε κάθε περίπτωση πρέπει να συγκεντρώνει τέσσερις τουλάχιστον ψήφους.
6.  
    Στις συνεδριάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου δύναται να παρίστανται, καλούμενα υπό του Προέδρου, τα μέλη του Επιστημονικού Συμβουλίου, καθώς και ο Προϊστάμενος της Εκτελεστικής Γραμματείας χωρίς δικαίωμα ψήφου
7.  
    Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου λαμβάνουν αποζημίωση κατά συνεδρίαση το ύψος της οποίας ορίζεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Σώματος. Οι αποζημιώσεις καταβάλλονται κατά παρέκλιση των ισχυουσών διατάξεων, μη εφαρμοζομένων εν προκειμένω των διατάξεων του Ν. 1256/1982.
8.  
    Τα της συζητήσεως, συνεδριάσεων και λειτουργίας εν γένει του Εποπτικού Συμβουλίου, και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια ορίζονται με τον Κανονισμό Λειτουργίας που συντάσσεται από το Επιστημονικό Συμβούλιο και εγκρίνεται από το Εποπτικό Συμβούλιο
9.  
    Οι διατάξεις περί επαγγελματικής εχεμύθειας της παρ. 4 του άρθρ. 16 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και στα μέλη και στους υπαλλήλους των οργάνων και υπηρεσιών του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών.
Άρθρο 9 "Αρμοδιότητες Εποπτικού Συμβουλίου"
1.  
    Το Εποπτικό Συμβούλιο ασκεί τη διοίκηση του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών ως νομικού προσώπου και είναι επιφορτισμένο με την εποπτεία του έργου των Ορκωτών Ελεγκτών
2.  
    Το Εποπτικό Συμβούλιο έχει τις αρμοδιότητες που ορίζονται με τις διατάξεις του παρόντος ή ανατίθεται σ αυτό με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης. Ειδικότερα:.
  1. Έχει την ευθύνη της οικονομικής διαχείρισης του Σώματος, συντάσσει τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους και τις υποβάλλει προς έγκριση στη Γενική Συνέλευση του Σώματος
  2. Προτείνει προς τη Γενική Συνέλευση το ύψος των εισφορών των Ορκωτών Ελεγκτών, Επικούρων και Δοκίμων Ορκωτών Ελεγκτών, καθώς και κάθε άλλη οικονομική υποχρέωση των μελών προς το Σώμα
  3. Διορίζει τους έχοντες τα νόμιμα προσόντα Ορκωτούς Ελεγκτές, Επίκουρους Ορκωτούς Ελεγκτές και Δόκιμους Ορκωτούς Ελεγκτές και διατάσσει την εγγραφή τους στο Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών ή το Μητρώο Επίκουρων Ορκωτών Ελεγκτών ή το Μητρώο Δοκίμων Ορκωτών Ελεγκτών αντίστοιχα
  4. Κανονίζει τα της διεξαγωγής εξετάσεων για την εισδοχή στο Σώμα νέων Ορκωτών Ελεγκτών, Επίκουρων και Δοκίμων Ορκωτών Ελεγκτών, καθώς και για τη δοκιμασία των Ασκούμενων Ορκωτών Ελεγκτών, και ορίζει την Εξεταστική Επιτροπή
  5. Ασκεί, δια των αρμοδίων οργάνων, εποπτεία και έλεγχο επί του Σώματος και επιβλέπει το ασκούμενο από τους Ορκωτούς Ελεγκτές έργο για την τήρηση των νόμων και κανόνων της επαγγελματικής δεοντολογίας και τη διασφάλιση της ποιότητας και διαφάνειας των παρεχομένων από αυτούς υπηρεσιών και του κύρους του επαγγέλματος
  6. Εκδίδει κανονισμούς που αφορούν στη διαμόρφωση, συμπλήρωση και εφαρμογή των Ελεγκτικών προτύπων και την εναρμόνιση τους προς τα κοινοτικά ή άλλα διεθνή πρότυπα
  7. Εκδίδει γενικές οδηγίες που αφορούν στην άσκηση του υπό του παρόντος διατάγματος προβλεπομένων ελέγχων
  8. Διαμορφώνει κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας για τα μέλη του Σώματος και τους υποβάλλει προς έγκριση στη Γενική Συνέλευση του Σ.Ο.Ε.
  9. Αποφασίζει για τη διαγραφή εκ του Σώματος παντός Ορκωτού Ελεγκτή ή Επίκουρου ή Δοκίμου Ορκωτού Ελεγκτή κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 του παρόντος
  10. Ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος
3.  
    Η αρμοδιότητα του Εποπτικού Συμβουλίου στα υπό στοιχεία στ, ζ και η θέματα της προηγούμενης παραγράφου ασκείται μετά από προηγούμενη γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου
Άρθρο 10
1.  
    Ασκούμενος Ορκωτός Ελεγκτής διορίζεται ο επιθυμών να ασκήσει το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή, εφ όσον έχει τα ακόλουθα προσόνται και πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
  1. Έχει την ελληνική ιθαγένεια ή είναι έλλην ομογενής ή υπήκοος κράτους - μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και έχει μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα
  2. Είναι κάτοχος πτυχίου οικονομικών, εμπορικών ή βιομηχανικών σπουδών ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισοτίμου της αλλοδαπής
  3. Δεν συντρέχει στο πρόσωπο του κώλυμα εκ των αναφερομένων στο Παράρτημα 1 του παρόντος, επιφυλλασσομένων των διατάξεων περί διορισμού ομογενών κατά το εδάφ. α της παρούσης παραγράφου ή των αλλοδαπών που έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως στην Ελλάδα.
  4. Και,.
  5. Κέκτηται ανεπίληπτο ήθος και αναμφισβήτητη αρετή.
  6. Περί τούτου αποφαίνεται το Εποπτικό Συμβούλιο βάσει των στοιχείων του φακέλου εκάστου υποψηφίου και μετά προηγούμενη ακρόαση του επιθυμούντος να διορισθεί Ασκούμενος Ορκωτός Ελεγκτής.
  7. Η απόφαση περί αποκλεισμού πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη.
2.  
    Στη βαθμίδα του Δόκιμου Ορκωτού Ελεγκτή διορίζεται ο Ασκούμενος Ορκωτός Ελεγκτής, εφόσον έχει ασκήσει αποδεδειγμένα ελεγκτικό έργο επί διετία και επιτύχει στις εξετάσεις επί όλων των θεμάτων της ενότητας Α, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του παρόντος. Οι Ασκούμενοι Ορκωτοί Ελεγκτές απαλλάσσονται της εξετάσεως στην ξένη γλώσσα αν έχουν πτυχίο που εκδόθηκε από ΑΕΙ εξωτερικού στο οποίο η διδασκαλία διενεργείται σε μία από τις επίπσημες γλώσσες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
3.  
    Στη βαθμίδα του Επίκουρου Ορκωτού Ελεγκτή διορίζεται ο Δόκιμος Ορκωτός Ελεγκτής, εφόσον ασκήσει αποδεδειγμένα ελεγκτικό έργο επί τριετία στην βαθμίδα του Δόκιμου Ορκωτού Ελεγκτή και εφόσον έχει επιτύχει στις εξετάσεις επί όλων των θεμάτων των ενοτήτων Β και Γ, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του παρόντος
4.  
    Στη βαθμίδα του Ορκωτού Ελεγκτή διορίζεται ο Επίκουρος Ορκωτός Ελεγκτής εφόσον ασκήσει αποδεδειγμένα ελεγκτικό έργο επί τριετία στην βαθμίδα του Επίκουρου Ορκωτού Ελεγκτή και επιτύχει στις εξετάσεις της Ενότητας Δ, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του παρόντος. ^.
5.  
    Έλληνας ή υπήκοος κράτους - μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή ομογενής που επιθυμεί να εγκατασταθεί στην Ελλάδα προς άσκηση του επαγγέλματος του Ορκωτού Ελεγκτή, διορίζεται μετά από αίτηση του Ορκωτός Ελεγκτής, εφ όσον είναι κάτοχος άδειας ασκήσεως επαγγέλματος Ορκωτού Λογιστή ή Ελεγκτή σε άλλο κράτος μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχει αποδεδειγμένα 15ετή ελεγκτική πείρα στον οικονομικό, λογιστικό και νομικό τομέα, έχει αποδεδειγμένα οκταετή ελεγκτική πείρα, πληροί τις προϋποθέσεις των εδαφίων γ και δ της παραγράφου 1 αι επιτύχει στις εξατέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 11 του παρόντος. Εάν ο χρόνος εμπειρίας είναι μικρότερος της 15ετίας μπορεί να συμπληρωθεί στην Ελλάδα, στην βαθμίδα του Επίκουρου Ορκωτού Ελεγκτή.
6.  
    Στην περίπτωση που οποιοσδήποτε από τους προαναφερόμενους, ανξάρτητα από την βαθμίδα στην οποία είναι διορισμένος, απωλέσει κατά την διάρκεια ασκήσεως του ελεγκτικού επαγγέλματος οποιοδήποτε από τα προσόνται και τις προϋποθέσεις των εδαφίων α, β και δ, ή συντρέξουν στο πρόσωπο του τα υπό στοιχεία γ κωλύμματα, διαγράφεται από το Μητρώο που προβλέπεται σοτ άρθρο 13 του παρόντος με δεόντως αιτιολογημένη απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου
7.  
    Οι Ασκούμενοι, Δόκιμοι και Επίκουροι Ορκωτοί Ελεγκτές ασκούν ελεγκτικό έργο απασχολούμενοι με σχέση ιδιωτικού δικαίου αποκλειστικά από Ορκωτούς Ελεγκτές ή από ελεγκτικές εταιρείες ή κοινοπραξίες Ορκωτών Ελεγκτών
Άρθρο 11
1.  
    Οι επαγγελματικές εξετάσεις διενεργούνται γραπτώς μία φορά κάθε χρόνο υπό την ευθύνη ειδικής Εξεταστικής Επιτροπής και υπό την επίβλεψη του Εποπτικού Συμβουλίου σε ένα ή περισσότερα εξεταστικά κέντρα. Η διεξαγωγή τους αποσκοπεί στην διακρίβωση εφ ενός μεν των αναγκαίων θεωρητικών και πρακτικών γνώσεων στους οικείους τομείς, αφ ετέρου δε της ευχέρειας εφαρμογής των γνώσεων αυτών κατά την διενέργεια του Ελεγκτικού έργου. Η σύνθεση της Εξεταστικής Επιτροπής ορίζεται με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου. 2. Δια κοινής αποφάσεως των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου ορίζεται εκάστοτε ο αριθμός των εισακτέων στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών, μετά από εκτίμηση των υφισταμένων ελεγκτικών αναγκών.
3.  
    Η αναλυτική ύλη των παραπάνω ενοτήτων και τα της διενεργείας των επαγγελματικών εξατάσεων καθορίζονται με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου μετά από σχετική ειγήση του Επιστημονικού Συμβουλίου Ενότητα Α
  1. Λογιστική 1 (Γενική λογιστική και λογιστική εταιρειών), (β) Ελεγκτική 1 (Αρχές και μέθοδοι της Ελεγκτικής), (γ) Φορολογία 1 (Κώδικας Φορολογικών Στοιχείων), (δ) Στοιχεία Αστικού και Εμπορικού Δικαίου, (ε) Μαθηματικά και Στατιστικές Μέθοδοι
  2. Μία από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, πλήν της Ελληνικής, της οποίας πρέπει να αποδεικνύεται η επαρκής γνώση και ικανότητα χρησιμοποιήσεως της.
  3. Ενότητα Β.
  4. Λογιστική 2 (Βιομηχανική και διοικητική λογιστική)
  5. Λογιστικά Πρότυπα και Σχέδια (Ελληνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο, Κλαδικά Εθνικά Λογιστικά Σχέδια, Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα)
  6. Δίκαιο Εταιρειών και Πτωχευτικό Δίκαιο, (ι) Λογιστικές Εφαρμογές της Πληροφορικής.
  7. Ενότητα Γ.
  8. Ελεγκτική 2 (Διαμόρφωση και διατύπωση πορισμάτων ελέγχου, ειδικοί έλεγχος Ελεγκτική δεοντολογία)
  9. Λογιστική 3 (Ανάλυση Οικονομικών Καταστάσεων)
  10. Φορολογία 2 (Εξειδικευμένα θέματα φορολογίας εισοδήματος και λοιποί φόροι)
  11. Εργατικό Δίκαιο (συμπεριλαμβανομένου του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως).
  12. Ενότητα Δ Διατριβή επί ενός επίκαιρου θέματος της Ελεγκτικής ή λογιστικής, το περιεχόμενο της οποίας θα πρέπει να αναπτύσσεται και σέ προφορική εξέταση του υποψηφίου από πενταμελή ειδική εξεταστική επιτροπή οριζόμεη από το Εποτπικό Συμβούλιο μετά από σχετική εισήγηση του Επιστημονικού Συμβουλίου.
4.  
    Τα υπό στοιεία (γ), (δ), (θ), (ιγ) και (ιδ) γνωστικά αντικείμενα περιλαμβάνονται στην ειδική γραπτή δοκιμασία στην οποία υποβάλλονται οι Ορκωτοί Ελεγκτές άλλων χωρών που επιθυμούν την εγγραφή τους στο Ελληνικό Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών για την άσκηση του επαγγέλματος τους στην Ελλάδα
5.  
    Οι εξατάσεις για τον διορισμό στην βαθμίδα του Δόκιμου Ορκωτού Ελεγκτή περιλαμβάνουν όλα τα θέματα της ενότητας Α, οι δε εξετάσεις για τον διορισμό στην βαθμίδα του Επίκουρου Ορκωτού Ελεγκτή περιλαμβάνουν όλα τα θέματα των ενοτήτων Β και Γ. Κάθε έτος οι ενδιαφερόμενοι που διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα, προϋποθέσεις και προϋπηρεσία μπορούν να εξετάζονται στις αντίστοιχες ενότητες γνωστικών αντικειμένων κατά την παραπάνω σειρά, οι αποτυχόντες τρεις φορές σε ένα γνωστικό αντικείμενο αποκλείονται των περαιτέρω εξετάσεων. Η εξέταση της ενότητας Δ γίνεται κατά την διάρκεια της ασκήσεως του επαγγέλματος στην βαθμίδα του Επίκουρου Ελεγκτή.
Άρθρο 12 "Ορκωμοσία"
1.  
    Πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους και την εγγραφή τους στα κατά το άρθρο 13 Μητρώα, τα μέλη του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών δίνουν τον ακόλουθο όρκο: «Ορκίζομαι να τηρώ κατά την άσκηση του επαγγέλματος μου, επακριβώς το Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους, καθώς και τους δεοντολογικούς κανόνες που διέπουν το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή και να εκτελώ τίμια και ευσυνείδητα τα καθήκοντα μου»
Άρθρο 13
1.  
    Το μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών είναι δημόσιο βιβλίο στο οποίο εγγράφονται τα διοριζόμενα μέλη του Σώματος και σημειώνονται όλα τα στοιχεία της επεγγελματικής τους καταστάσεως μέχρι την αποχώρηση ή την έξοδο τους από το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή. Η εγγραφή στο Μητρώο παρέχει το δικαίωμα στον εγγραφόμενο προς άσκηση του επαγγέλματος και συνεπάγεται τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις που καθορίζονται γι αυτό με τις διατάξεις του παρόντος.
2.  
    Το Μητρώο είναι ενιαίο για του Ορκωτούς Ελεγκτές όλης της Χώρας και τηρείται από το Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος
3.  
    Στο Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών εγγράφονται μετά από απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου υπήκοοι κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή ομογενείς που έχουν άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του Ορκωτού Λογιστή σε μία από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, έχουν υποστεί επιτυχώς την ειδική δοκιμασία που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 11 του παρόντος και έχουν τα απαιτούμενα από την παρ. 5 του άρθρου 10 του παρόντος ελεγκτική πείρα.
4.  
    Πίνακας με τα ονόματα και τις διευθύνσεις των Ορκωτών Ελεγκτών βρίσκεται στην διάθεση του κοινού, στην έδρα και στα τυχόν άλλα γραφεία του Σώματος
5.  
    Οι κατά το άρθρο 17 συνιστώμενες εταιρείες ή κονοπραξίες Ελεγκτών εγγράφονται παράλληλα προς την εγγραφή των επί μέρους μετόχων ή εταίρων σε ιδιαίτερη μερίδα του Μητρώου. Η εγγραφή περιλαμβάνει τα ονόματα και τις διευθύνσεις των μελών της διοικήσεως της εταιρείας ή κοινοπραξίας Ελεγκτών.
6.  
    Σε ειδικό μητρώο, ξεχωριστά για κάθε βαθμίδα, εγγράφονται και οι Επίκουροι, Δόκιμοι και Ασκούμενοι Ορκωτοί Ελεγκτές. Τα ανωτέρω οριζόμενα τηρούνται αναλόγως και για τα ειδικά αυτά μητρώα.
Άρθρο 14 "Πλεονεκτήματα απορρέοντα από την χρησιμοποίηση Ορκωτών Ελεγκτών"
1.  
    Ανώνυμες εταιρείες που προσλαμβάνουν τους Ελεγκτές τους από το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών, απολαύουν των κατά το άρθρο 37α του Κ.Ν. 2190/1920, «περί Ανωνύμων Εταιρειών», πλεονεκτημάτων.
2.  
    Ο κατά τα άρθρα 40α έως 40ε του Κ.Ν. 2190/1920 διατασσόμενος έλεγχος διαχειρίσεως των ανωνύμων εταιρειών ανατίθεται υποχρεωτικώς σε Ορκωτό ή Ορκωτούς Ελεγκτές, εφόσον η ελεγχόμενη εταιρεία έχει τακτικό ελεγκτή εκ του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών. Σε κάθε άλλη περίπτωση έχουν πλήρη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 40α έως 40ε του Κ.Ν. 2190/1920.
3.  
    Για τις επιχειρήσεις οι οποίες υποχρεωτικώς ή προαιρετικώς χρησιμοποιούν Ορκωτό Ελεγκτή, το μετά τον έλεγχο δυνάμενο να εκδοθεί ειδικό πιστοποιητικό που αναφέρεται στο ποσό των καταβληθέντων μισθών και ημερομισθίων και στις αποδοχές εν γένει του απασχοληθέντος προσωπικού απαλλάσσει τις επιχειρήσεις οιουδήποτε επανελέγχου επί του σημείου τούτου εκ μέρους ασφαλιστικού οργανισμού
4.  
    0 Προϊστάμενος της αρμόδιας Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, προκειμένου να καθορίσει την φορολογική υποχρέωση των ανωνύμων εταιρειών, μπορεί να περιορισθεί και να λάβει υπ όψη του αποκλειστικώς τα παρά του Ορκωτού Ελεγκτή εκδιδόμενο ειδικό πιστοποιητικό ελέγχου περί του φορολογητέου εισοδήματος της επιχειρήσεως, εφόσον στο εν λόγω πιστοποιητικό γίνεται ρητή μνεία ότι εκδίδεται για φορολογικούς σκοπούς και ότι κατά τον έλεγχο των οικονομικών αποτελεσμάτων ελήφθησαν υπόψη οι διατάξεις των νόμων περί φορολογίας εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς και οποιαδήποτε άλλη διάταξη σχετική νόμου. Στην περίπτωση αυτή, ο Ορκωτός Ελεγκτής οφείλει να παράσχει στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. κάθε πληροφορία ή εξήγηση την οποία ο τελευταίος ήθελε ζητήσει σε σχέση με τον τρόπο τηρήσεως των βιβλίων και στοιχείων, τις εγγραφές που έγιναν σ αυτά και γενικώς κάθε αναγκαίο στοιχείο ή διευκρίνιση, για τον προσδιορισμό της φορολογικής ύλης.
Άρθρο 15 "Ασυμβίβαστα - Απαγορεύσεις"
1.  
    Το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή είναι ασυμβίβαστο προς:
  1. Την ιδιότητα του εμπόρου, β) την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ν.π.δ.δ., δικηγόρου ή συμβολαιογράφου, γ) οποιαδήποτε έμμισθη υπηρεσία σε ιδιωτική επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ή οργανισμό ή την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου ανωνύμων εταιρειών ή διαχειριστού ΕΠΕ, πλην των συνιστώμενων κατά το άρθρο 17 του παρόντος και δ) την τήρηση λογιστικών βιβλίων, και ε) κάθε άλλη περίπτωση όπου υφίσταται ασυμβίβαστο από την κείμενη νομοθεσία.
  2. Τα ασυμβίβαστα των εδαφίων (γ), (δ) και (ε) συντρέχουν και στις εταιρείες του άρθρου 17 του παρόντος.
2.  
    Η ιδιότητα του συνδίκου πτωχεύσεως ή του εκκαθκριστού ή του προσωρινού επιτρόπου δεν είναι ασυμβίβαστη προς το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή. Επίσης δεν είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του μέλους του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών η διδασκαλία θεμάτων Λογιστικής και Ελεγκτικής εφόσον δεν ασκείται κατ επάγγελμα και εφόσον παρέχεται προς τούτο άδεια από το Εποπτικό Συμβούλιο.
3.  
    Στον Ορκωτό Ελεγκτή απογορεύεται η απόκτηση καθ οιοδήποτε τρόπο μετοχών της ελεγχομένης από αυτόν εταιρείας, ο προς αυτήν δανεισμός ή αντιστρόφως, καθώς και η παροχή εγγυήσεως προς τρίτον από αυτήν υπέρ του ελέγχοντος ή αντιστρόφως
4.  
    Απαγορεύεται η άσκηση του επαγγέλματος του Ορκωτού Ελεγκτού χωρίς την ύπαρξη μόνιμης, επαγγελματικής στέγης στην έδρα της ασκήσεως του επαγγέλματος του. Την εκάστοτε διεύθυνση της επαγγελματικής του στέγης γνωστοποιεί στη Γραμματεία του Εποπτικού Συμβουλίου. Ο Ορκωτός Ελεγκτής υποχρεούται επίσης να γνωστοποιεί και τα ονόματα και την διεύθυνση του Ελεγκτικού προσωπικού που απασχολεί.
5.  
    Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως σε όλο το ελεγκτικό προσωπικό
Άρθρο 16
1.  
    Ο τακτικός έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 του παρόντος, συνίσταται στην εξέταση από Ορκωτό Ελεγκτή των τηρουμένων βιβλίων και των αναγκαίων νομίμων δικαιολογητικών και παραστατικών στοιχείων και αποβλέπει στην διακρίβωση του κατά πόσον οι ελεγχθείσες οικονομικές καταστάσεις εμφανίζουν ακριβοδίκαια την οικονομική θέση της ελεγχόμενης μονάδας κατά την ημερομηνία συντάξεως του ισολογισμού της και τα αποτελέσματα των εργασιών της κατά την ελεγχόμενη περίοδο. Ο Ορκωτός Ελεγκτής τεκμηριώνει τις παρατηρήσεις και το πόρισμα του με τα φύλλα εργασίας τα οποία υποχρεούται να διαφυλλάσσει επί μία πενταετία από την ημερομηνία εκδόσεως του πιστοποιητικού ελέγχου. Η γνώμη του διενεργήσαντος τον έλεγχο Ορκωτού Ελεγκτή διατυπώνεται το συντασσόμενο από αυτόν «πιστοποιητικό» ή «έκθεση» ελέγχου. Το «πιστοποιητικό» ή «έκθεση» ελέγχου υποβάλλονται στον εντολέα του ελέγχου. Ειδικώτερα:.
  1. Ο Ορκωτός Ελεγκτής υποχρεώνεται να υποβάλλει στη Γενική Συνέλευση των μετόχων ή εταίρων, από την οποία ανατέθηκε σ αυτόν η διενέργεια ελέγχου, το «πιστοποιητικό ελέγχου», το οποίο πρέπει να περιλαμβάνει όσα ορίζονται από το άρθρο 37 του Κωδ.
  2. Ν. 2190/1920 και το οποίο επέχει τη θέση της εκθέσεως ελέγχου που προβλέπεται από το άρθρο αυτό.
  3. Διαπιστώσεις του Ορκωτού Ελεγκτή οι οποίες δεν επηρρεάζουν την οικονομική κατάσταση και τα αποτελέσματα χρήσεως, όπως αυτά προκύπτουν από τις δημοσιευόμενες αντίστοιχες λογιστικές καταστάσεις (Ισολογισμός, Αποτελέσματα Χρήσεως και Διάθεση Κερδών κ.λ.π.) ή παρατηρήσεις του για τη βελτίωση του συστήματος οργανώσεως ή λειτουργίας της εταιρείας, γνωστοποιούνται προς τη διοίκηση της ελεγχόμενης μονάδας με τις σχετικές υποδείξεις.
  4. Το εκδιδόμενο πιστοποιητικό ή έκθεση ελέγχου κοινοποιείται και στο διοικητικό συμβούλιο ή τον διαχειριστή της ελεγχόμενης μονάδας.
  5. Ο Ορκωτός Ελεγκτής που διενήργησε τον έλεγχο της διαχειρίσεως Οργανισμών ή Επιχειρήσεων, το Κεφάλαιο των οποίων ανήκει κατά πλειοψηφία στο Δημόσιο, υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού ή της Επιχειρήσεως και στον αρμόδιο σε κάθε περίπτωση Υπουργό έκθεση με τα πορίσματα του ελέγχου και τις αναγκαίες υποδείξεις.
  6. Αν πρόκειται περί νομικού προσώπου δημοσίου δίκαιου, η ανωτέρω έκθεση υποβάλλεται στην εποπτεύουσα αρχή.
  7. Αντίγραφο του «πιστοποιητικού» ή της «εκθέσεως» ελέγχου υποβάλλονται και στο Εποπτικό Συμβούλιο
2.  
    Ο Ορκωτός Ελεγκτής καθορίζει την έκταση του ελέγχου του σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 37 του Κ. Ν. 2190/1920, των επαγγελματικών κανόνων και Ελεγκτικών προτύπων. Ο έλεγχος πρέπει να καλύπτει επαρκώς όλες τις πτυχές της ελεγχόμενης μονάδας που σχετίζονται με τις ελεγχόμενες οικονομικές καταστάσεις. Για να διαμορφώσει το πόρισμα του επί των οικονομικών καταστάσεων, ο Ορκωτός Ελεγκτής πρέπει να διαπιστώνει την επάρκεια και αξιοπιστία των λογιστικών βιβλίων και στοιχείων καθώς και των άλλων πηγών πληροφοριών στις οποίες βασίζεται η σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων. Κατά την διαμόρφωση του πορίσματος του ο Ορκωτός Ελεγκτής πρέπει ακόμη να κρίνει αν τα δεδομένα της διαχειρίσεως απεικονίζονται ακριβοδίκαια στις οικονομικές καταστάσεις. 0 Ορκωτός Ελεγκτής αξιολογεί την αξιοπιστία και επάρκεια των πληροφοριών που περιέχονται στα λογιστικά βιβλία και στοιχεία και στις άλλες πηγές πληροφοριών με:.
  1. Την αντιπαράθεση των οικονομικών καταστάσεων προς τα λογιστικά βιβλία και στοιχεία και τις άλλες πηγές πληροφοριών
  2. Την διενέργεια ελέγχων, την εξασφάλιση επεξηγήσεων και την εφαρμογή επαληθευτικών διαδικασιών επί των λογιστικών πράξεων και των υπολοίπων των λογαριασμών, στον βαθμό που κρίνει σε κάθε περίπτωση αναγκαίο.
  3. Ο Ορκωτός Ελεγκτής αξιολογεί την επιλογή και την συνεπή ή μη εφαρμογή των λογιστικών αρχών, τον τρόπο ταξινομήσεως των πληροφοριών και πραγματικών δεδομένων και την επάρκεια και πληρότητα των παρεχομένων στοιχείων.
  4. Οι τυχόν περιορισμοί στην έκταση του ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων, που εμποδίζουν τον Ορκωτό Ελεγκτή να διατυπώσει το πόρισμα του χωρίς επιφυλάξεις, πρέπει ν αναφέρονται ρητά στο πιστοποιητικό ή την έκθεση ελέγχου.
  5. Στο τμήμα του πιστοποιητικού ή της εκθέσεως ελέγχου, όπου διατυπώνεται το πόρισμα του Ορκωτού Ελεγκτή, θα πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι ο Ορκωτός Ελεγκτής καταλήγει στο πόρισμα του με ή χωρίς επιφυλάξεις, ή ότι ούτος δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε πόρισμα επί των οικονομικών καταστάσεων.
  6. Το πιστοποιητικό ή η έκθεση ελέγχου υπογράφονται από τον Ορκωτό Ελεγκτή.
3.  
    Οι ενεργούντες έλεγχο ή πραγματογνωμοσύνη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος, Ορκωτοί Ελεγκτές έχουν το δικαίωμα, κατά την διάρκεια της εκτελέσεως του ,έργου τους και σε οποιοδήποτε χρόνο κρίνουν αναγκαίο να. συνεπικουρούνται από Επίκουρους, Δόκιμους και Ασκούμενους Ορκωτούς Ελεγκτές, να λαμβάνουν γνώση και να ελέγχουν οποιοδήποτε βιβλίο ή λογαριασμό ή τα στοιχεία που περιέχονται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και κρίνονται αναγκαία για την συναγωγή του πορίσματος τους. Επίσης μπορούν να ζητήσουν οποιαδήποτε συμπληρωματικά στοιχεία ή πληροφορίες και διευκρινήσεις από όργανα διοικήσεως ή τα στελέχη και τους υπαλλήλους της ελεγχόμενης μονάδας κλπ. που είναι αναγκαίες για την διακρίβωση των εξαγομένων αποτελεσμάτων.
4.  
    Ο Ορκωτός Ελεγκτής υποχρεούται να τηρεί απόλυτη εχεμύθεια περί των όσων λαμβάνει γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Την υποχρέωση αυτή έχουν επίσης τόσο το ελεγκτικό όσο και το λοιπό προσωπικό που απασχολεί ο Ορκωτός Ελεγκτής.
Άρθρο 17
1.  
    Επιτρέπεται η σύσταση Εταιρειών ή κοινοπραξιών Ελεγκτών με τις ακόλουθες προϋποθέσεις και περιορισμούς:
  1. Σε περίπτωση σύστασης εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης, προσωπικής εταιρείας ή κοινοπραξίας άπαντες οι εταίροι και οι διαχειριστές πρέπει να είναι Ορκωτοί Ελεγκτές εγγεγραμένοι στο Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών
  2. Σε περίπτωση σύστασης ανωνύμου εταιρείας οι μετοχές αυτής πρέπει να είναι ονομαστικές και άπαντες οι μέτοχοι και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου να είναι Ορκωτοί Ελεγκτές εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών.
  3. Εξαίρεση από τον περιορισμό αυτόν ισχύει μόνο για πρόσωπα τα οποία έχουν άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του Ορκωτού Λογιστή ή Ελεγκτή σε μία από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, με την προϋπόθεση ότι τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούν να κατέχουν συνολικά ποσοστό μεγαλύτερο του 49% του εταιρικού κεφαλαίου ή των ψήφων της κοινοπραξίας.
2.  
    Είσοδος νέων εταίρων ή μετόχων ή η μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων ή μετοχών εταιρειών ή κοινοπραξιών Ελεγκτών επιτρέπεται μόνο σε Ορκωτούς Ελεγκτές εγγεγραμμένους στο Μητρώο και μόνο κατόπιν συμφωνίας των λοιπών μετόχων ή εταίρων, εφ όσον το καταστατικό δεν προβλέπει ειδική πλειοψηφία προς λήψη αποφάσεως επί του θέματος αυτού. Η αποχώρηση εταίρου ή μετόχου επιτρέπεται πάντοτε μετά από προηγούμενη έγγραφη γνωστοποίηση στην εταιρεία και το Εποπτικό Συμβούλιο. Η αποχώρηση είναι υποχρεωτική στην περίπτωση διαγραφής του Ορκωτού Ελεγκτή από το Μητρώο για οποιονδήποτε λόγο ή αιτία.
3.  
    Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν εγκρίνεται από τους υπολοίπους εταίρους ή μετόχους η μεταβίβαση του μεριδίου ή των μετοχών του αποχωρούντος ή αποβιώσαντος εταίρου ή μετόχου σε τρίτο, ή δεν συμφωνείται η αγορά αυτών από ορισμένους ή όλους του υπολοίπους η οφειλόμενη στον αποχωρούντα ή στους κληρονόμους του αποβιώσαντος αποζημίωση καθορίζεται από Ορκωτό Ελεγκτή κοινής αποδοχής ή, σε περίπτωση μη συμφωνίας, επιλεγόμενο από το Εποπτικό Συμβούλιο μετά από αίτηση του παραπάνω εταίρου ή μετόχου ή των καθολικών διαδόχων αυτού
4.  
    Η αποβολή εταίρου ή μετόχου επιτρέπεται μόνο για σπουδαίο λόγο και γίνεται με ομόφωνη απόφαση όλων των λοιπών εταίρων ή μετόχων, εΦ όσον το καταστατικό δεν προβλέπει ειδική πλειοψηφία επί του θέματος. Σπουδαίος λόγος θεωρείται ιδίως η βαρεία παράβαση των κανόνων ασκήσεως του επαγγέλματος και η ανικανότητα στην άσκηση του, που είχε ως αποτέλεσμα την μείωση του κύρους και της φήμης της εταιρείας. Σε περίπτωση αμφισβητήσεως της συνδρομής σοβαρού λόγου, αποφαίνεται το Εποπτικό Συμβούλιο, κατόπιν προσφυγής του αποβαλλομένου εταίρου ή μετόχου.
5.  
    Οι Ορκωτοί Ελεγκτές επιτρέπεται να συμμετέχουν σε μία μόνο εταιρεία ή κοινοπραξία Ελεγκτών
Άρθρο 18 "Ανάθεση του ελέγχου - Αμοιβή"
1.  
    Η ανάθεση του ελέγχου των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δημοτικών επιχειρήσεων, και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, εξαιρουμένων των ανωνύμων εταιρειών των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, γίνεται από την Εποπτεύουσα αρχή. Η ανάθεση αυτή γίνεται ανά τριετία και δεν δύναται να υπερβεί για τον αυτό Ορκωτό Ελεγκτή τις δύο τριετίες.
Άρθρο 19 "Ευθύνη - Ασφαλιστική κάλυψη"
1.  
    Ο Ορκωτός Ελεγκτής ευθύνεται για κάθε ζημία εκ θετικής ενεργείας ή παραλείψεως του κατά τον έλεγχο και την έκδοση του πιστοποιητικού ελέγχου, εφ όσον αυτή οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια του ασκήσαντος τον έλεγχο και αποδεδειγμένα προκλήθηκε από την χρήση του πιστοποιητικού ελέγχου. Η ευθύνη προς αποζημίωση δεν μπορεί να είναι ανώτερη του πενταπλασίου του συνόλου των εκάστοτε ετησίων αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ή του συνόλου των αμοιβών του ευθυνόμενου Ορκωτού Ελεγκτή κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο, εφόσον οι τελευταίες υπερβαίνουν το προηγούμενο όριο. Σε περίπτωση των ελεγκτικών εταιρειών τα παραπάνω όρια αφορούν στον κάθε μέτοχο ή εταίρο χωριστά, η δε εταιρεία, θεωρείται αλληλεγγύως συνυπεύθυνη για την κάλυψη της προσγενομένης από τον μέτοχο ή εταίρο ζημίας.
2.  
    Οι Ορκωτοί Ελεγκτές ή ελεγκτικές εταιρείες ή κοινοπραξίες στις οποίες συμμετέχουν υποχρεούνται, επί ποινή διαγραφής από το Μητρώο, να έχουν ασφαλιστική κάλυψη από νομίμως λειτουργούσα στην Ελλάδα ή σε άλλη Χώρα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ασφαλιστική εταιρεία για ευθύνη προς αποζημίωση οιουδήποτε ζημιωθέντος φυσικού ή νομικού προσώπου κατά τα στην παράγραφο 1 αναφερόμενα. Η ασφαλιστική κάλυψη δεν μπορεί να είναι κατώτερη του 150% του συνόλου των αμοιβών τις οποίες ο Ορκωτός Ελεγκτής ή η ελεγκτική εταιρεία ή η κοινοπραξία Ορκωτών Ελεγκτών έλαβαν κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο, οπωσδήποε δε δεν μπορεί να είναι κατώτερη του δεκαπλασίου των συνολικών εκάστοτε ετησίων αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Άρθρο 20
1.  
    Για την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου επί των μελών του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών, συγκροτείται τριμελές πειθαρχικό συμβούλιο αποτελούμενο εξ ενός Συμβούλου Επικρατείας και ενός εφέτου διοικητικών δικαστηρίων, αμφοτέρων υποδεικνυομένων μετά των αναπληρωτών των από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας και εξ ενός Ορκωτού Ελεγκτή εκλεγομένου μετά του αναπληρωτού του από την Γ.Σ. του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών.
2.  
    Στο παραπάνω πειθαρχικό συμβούλιο παραπέμπεται με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου, ο Ορκωτός Ελεγκτής ή Επίκουρος ή Δόκιμος ή Ασκούμενος Ορκωτός Ελεγκτής για:
  1. Πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του
  2. Ανάρμοστη συμπεριφορά.
  3. Οιαδήποτε παράβαση του νόμου ή κανονιστικής διατάξεως ή των δεοντολογικών κανόνων που αναφέρονται στην επαγγελματική του κατάσταση και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν
3.  
    Σε περίπτωση κατά την οποία το Εποπτικό Συμβούλιο κρίνει ότι το αποδιδόμενο στο μέλος του Σώματος παράπτωμα είναι ελαφρύ και δεν οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια αυτού δύναται αντί της παραπομπής να προβεί σε αυστηρές συστάσεις. Σε περίπτωση υποτροπής η παραπομπή είναι υποχρεωτική.
4.  
    Το Πειθαρχικό Συμβούλιο λαμβάνον την πράξη της παραπομπής, ερευνά την υπόθεση κατά την διαδικασία που ορίζεται στο Παράρτημα 2 του παρόντος. Εφ όσον διαπιστώσει την ενοχή του εγκαλουμένου δύναται να επιβάλει τις ακόλουθες ποινές:.
  1. Οριστική παύση
  2. Προσωρινή παύση μέχρις έξι μηνών, γ) Πρόστιμο μέχρι 1.000.000 δραχμές, δ) Επίπληξη.
5.  
    Κατά της καταδικαστικής αποφάσεως χωρεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας
Άρθρο 21 "Διαγραφή εκ του Μητρώου"
1.  
    Παν μέλος του Σώματος διαγράφεται εκ του Μητρώου εφ όσον: α) Τιμωρηθεί πειθαρχικώς με την ποινή της οριστικής παύσεως ή δύο φορές με προσωρινή παύση
  1. Καταστεί πνευματικώς ανίκανος προς άσκηση των καθηκόντων του
  2. Καταδικαστεί τελεσιδίκως με απόφαση ποινικού δικαστηρίου σε οποιαδήποτε ποινή για ένα ή περισσότερα από τα αδικήματα που αναφέρονται στο Παράρτημα 1 του παρόντος
  3. Υποβάλλει παραίτηση
  4. Συμπληρώσει το 70ο έτος της ηλικίας του
2.  
    Η διαγραφή διατάσσεται με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου και δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες ή οικονομικά περιοδικά της Πρωτεύουσας. Αν ο διαγραφόμενος ασκούσε το επάγγελμα σε πόλη, εκτός του νομού Αττικής, η μία από τις δύο δημοσιεύσεις γίνεται σε εφημερίδα της περιφερείας ασκήσεως του επαγγέλματος.
Άρθρο 22 "1.0 Ορκωτός Ελεγκτής που επιθυμεί να διακόψει προσωρινά την άσκηση του επαγγέλματος του υποχρεούται να υποβάλει αίτηση προς το Εποπτικό Συμβούλιο το οποίο του χορηγεί την σχετική άδεια."
2.  
    Ο λαβών την παραπάνω άδεια τελεί εν αναστολή ασκήσεως του επαγγέλματος. Κατά την διάρκεια της αναστολής δεν ισχύουν ως προς τον τυχόντα αυτής τα ασυμβίβαστα του άρθρου 15 παρ. 1 του παρόντος. Η αναστολή αυτή δεν δύναται να διαρκέσει πέραν της διετίας δυναμένη να παραταθεί μέχρι δύο εισέτι έτη για εξαιρετικούς λόγους με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου. Μετά την λήξη της αναστολής χάνει την ιδιότητα του Ορκωτού Ελεγκτή, εφόσον δεν επανέλθει εντός του τριμήνου, οπότε και επαναφέρεται αυτοδικαίως στην βαθμίδα του Επίκουρου Ορκωτού Ελεγκτή.
3.  
    Ο μετά την λήξη του χρόνου της αναστολής επανερχόμενος στην ενεργό άσκηση του επαγγέλματος δεν δύναται να ορισθεί Ορκωτός Ελεγκτής σε επιχείρηση ή οργανισμό στον οποίο τυχόν προσέφερε καθ οιονδήποτε τρόπο της υπηρεσίες του κατά την διάρκεια της αναστολής και σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση του αυτού κλάδου. Στον ίδιο περιορισμό υπόκεινται για μια διετία και η εταιρεία ή κοινοπραξία στην οποία συμμετέχει ως μέτοχος, εταίρος ή μέλος.
4.  
    Οι Επίκουροι και Δόκιμοι Ορκωτοί Ελεγκτές μπορούν να διακόπτουν όποτε επιθυμούν την άσκηση του επαγγέλματος. Η διακοπή αυτή αναγγέλλεται υποχρεωτικά στο Εποπτικό Συμβούλιο και καταχωρίζεται στο Μητρώο του καθενός. Η διακοπή της ασκήσεως του επαγγέλματος από Επίκουρο και Δόκιμο Ορκωτό Ελεγκτή για συνεχές ή διακεκομμένο χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίαςσυνεπάγεται αυτοδικαίως την διαγραφή του από το Μητρώο των Επικούρων ή Δοκίμων Ορκωτών Ελεγκτών. Η προθεσμία αυτή δύναται να παραταθεί μέχρι δύο ακόμη έτη για εξαιρετικούς λόγους με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου.
Άρθρο 23 "Πόροι του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών"
1.  
    Πόροι του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών είναι:
  1. Ποσοστό 2% επί των αμοιβών που καταβάλλονται προς τους Ορκωτούς Ελεγκτές για τους υποχρεωτικούς ελέγχους
  2. Οι εισφορές των Ορκωτών, των Επικούρων και των Δοκίμων Ορκωτών Ελεγκτών που καθορίζονται εκάστοτε με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Σώματος
  3. Τα πρόστιμα τα επιδικαζόμενα σε βάρος μελών του Σώματος κατά το άρθρο 21 παρ. 4 του παρόντος.
  4. Οι προς το Σώμα δωρεές, κληροδοσίες και κρατικές ή κοινοτικές επιχορηγήσεις
  5. Τα έσοδα εκ της διαθέσεως βιβλίων, εντύπων και εν γένει εκδόσεων του Σώματος
  6. Τα εισοδήματα εκ της καθ οιονδήποτε τρόπο εκμεταλλεύσεως της κινητής ή ακινήτου περιουσίας αυτού.
  7. Τα υπό στοιχεία α και β έσοδα μπορούν να τροποποιούνται με αποφάσεις της Γενικής Συνελεύσεως και αποδίδονται ευθέως στην οικονομική υπηρεσία του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών ανά ημερολογιακό τρίμηνο και εντός του επομένου μηνός, με ευθύνη των Ορκωτών Ελεγκτών, της ευθύνης τους καλυπτούσης και τις εισφορές που οφείλονται από τους υπ αυτούς Επίκουρους και Δοκίμους Ορκωτούς Ελεγκτές.
  8. Καθυστερούμενες εισφορές εκ της αιτίας αυτής1 εισπράττονται αναγκαστικώς κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων.
  9. Ως εκτελεστός τίτλος χρησιμεύει απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου διαπιστούσα την οφειλή.
2.  
    Μετά από απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου παρέχοντος και την σχετική εξουσιοδότηση, το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών δύναται να συνάπτει δάνεια από Τράπεζα ή από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, παρέχον σαν εγγύηση ποσοστό επί των κατά την παράγραφο 1 στοιχεία α και β εσόδων
3.  
    Οι εγγραφόμενοι στα Μητρώα του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών καταβάλλουν παράβολο εγγραφής που καθορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο. Ειδικώς για την περίοδο μέχρι της πρώτης Τακτικής Γενικής Συνέλευσης το παράβολο εγγραφής ορίζεται ως εξής: Ορκωτοί Ελεγκτές 50.000 Επίκουροι Ορκωτοί Ελεγκτές 40.000 Δόκιμοι Ορκωτοί Ελεγκτές 30.000 Ασκούμενοι Ορκωτοί Ελεγκτές 20.000 Με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης μπορεί να δημιουργηθεί συνεγγυητικό κεφάλαιο για την αντιμετώπιση τυχόν επισφαλών απαιτήσεων από τους ελέγχους που είναι υποχρεωτικοί για τους Ορκωτούς Ελεγκτές.
Άρθρο 24
1.  
    Κωλύματα διορισμού από στρατιωτικές Υποχρεώσεις Δεν διορίζεται στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών: Η εγγραφή θα πραγματοποιηθεί με βάση ονομαστική κατάσταση που θα καταρτιστεί από το Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος Ορκωτών Λογιστών και θα διαβιβαστεί στο κατά το άρθρο 9 του παρόντος Εποπτικό Συμβούλιο, μέσα σε έξι μήνες από την δημοσίευση του παρόντος.
  1. Εάν το Εποπτικό Συμβούλιο κρίνει ότι Ορκωτός Ελεγκτής, ή Επίκουρος ή Δόκιμος ή Ασκούμενος Ορκωτός Ελεγκτής υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα
  2. Γενομένη παραπομπή δεν ανακαλείται
  3. Στο παραπεμπτήριο έγγραφο πρέπει να μνημονεύονται τα συνιστώντα το διωκόμενο παράπτωμα πραγματικά περιστατικά, καθώς και τα υπάρχοντα στοιχεία, τα οποία πιθανολογούν την ενοχή του παραπεμπομένου
  4. Το παραπεμπτήριο έγγραφο κοινοποιείται στον παραπεμπόμενο και αποστέλλεται, μετά του φακέλλου της υποθέσεως και ολοκλήρου του ατομικού φακέλλου του παραπεμπομένου στο πειθαρχικό συμβούλιο
2.  
    Κώλυμα εκ ποινικής καταδίκης, απαγορεύσεως και δικαστικής αντιλήψεως
  1. Δεν διορίζεται στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών ο καταδικασθείς για κακούργημα, καθώς και ο λόγω καταδίκης στερηθείς των πολιτικών δικαιωμάτων και μετά την λήξη του ορισθέντος δια την στέρηση χρόνου
  2. Δεν διορίζεται ωσαύτως ο καταδικασθείς σε οιανδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή και εν υπηρεσία), απάτη, εκβιασμό, πλαστογραφία, απιστία, δωροδοκία, καταπίεση, παράβαση καθήκοντος, έγκλημα κατά των ηθών και συκοφαντική δυσφήμιση.
  3. Επίσης δεν διορίζεται ο υπόδικος δια τελεσιδίκου βουλεύματος παρεπεμφθείς για κακούργημα ή για κάποιο από τα πλημμελήματα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο.
  4. Εάν εκ των συγκεντρωθέντων στοιχείων κρίνει ο ενεργών την προανάκριση, ότι δεν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής διώξεως, τερματίζει την προανάκριση με αιτιολογημένη έκθεση αυτού που υποβάλλει στο πειθαρχικό συμβούλιο για την λήψη σχετικής απόφασης.
  5. Εάν εκ των συγκεντρωθέντων στοιχείων κρίνει ο ενεργών την προανάκριση ότι προκύπτει πειθαρχικό αδίκημα τερματίζει την προανάκριση και υποβάλλει αιτιολογημένη έκθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο για τα περαιτέρω.
  6. Εάν τέλος κρίνει, ότι το αδίκημα χρήζει περαιτέρω ερεύνης, προβαίνει στην ενέργεια ανακρίσεως.
  7. Δεν διορίζεται ο τελών υπό απαγόρευση ή δικαστική αντίληψη
3.  
    Ανάκριση Εφόσον κριθούν ικανοί παρά της ως άνω επιτροπής εγγράφονται στο Μητρώο προς άσκηση του. επαγγέλματος του Ορκωτού Ελεγκτή από την έναρξη εφαρμογής του παρόντος. ,.
  1. Ουδείς διορίζεται στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών, αν δεν έχει το προσήκον ήθος.
  2. Στο ήθος περιλαμβάνονται και οι υγιείς κοινωνικές αντιλήψεις.
  3. Δεν διορίζεται επίσης ο απολυθείς από θέση δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με απόφαση συμβουλίου για πειθαρχικούς λόγους πριν από την πάροδο δεκαπενταετίας από της απολύσεως.
  4. Η κατά το προηγούμενο εδάφιο άρση του κωλύματος διορισμού δεν ισχύει επί απολύσεων για τους πειθαρχικούς λόγους που αναφέρονται στις περιπτώσεις των παρ. 1 και 2 του παρόντος.
  5. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ.
  6. Η ανάκριση είναι μυστική
  7. Η ανάκριση δύναται να επεκταθεί στην έρευνα και άλλων αδικημάτων του παραπεμπομένου, για τα οποία προκύπτουν στοιχεία κατά την πορεία αυτής
  8. Καθήκοντα γραμματέως της ανακρίσεως εκτελεί ο υπό του Πειθαρχικού Συμβουλίου οριζόμενος υπάλληλος της Εκτελεστικής Γραμματείας του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών
  9. Ανακριτικές πράξεις είναι:
  10. (i) Η αυτοψία δημοσίων εγγράφων ή ιδιωτικών κατατεθειμένων σε δημόσια αρχή ενεργείται στο γραφείο όπου ταύτα φυλλάσσονται.
  11. Έγγραφα κατεχόμενα από ιδιώτη παραδίδονται στον ενεργούντα την ανάκριση, αποδίδονται δε υποχρεωτικώς ευθύς μετά το πέρας της πειθαρχικής δίκης.
  12. Ο ενεργών την ανάκριση υποχρεούται, κατόπιν αιτήσεως του ιδιώτου, να χορηγεί αντίγραφα των παραληφθέντων εγγράφων ή αποσπασμάτων.
  13. Εάν πρόκειται περί εγγράφων αναγκαιούντων στον ιδιώτη προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος, ταύτα ανακοινούνται στον ενεργούντα την ανάκριση εξετάζονται στον τόπο όπου ταύτα ευρίσκονται. (ii) Οι μάρτυρες Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως σύμφωνα με τις διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας στον τόπο της κατοικίας ή διαμονής τους.
  14. Η εξέταση των παρά του παραπεμπομένου προσαγομένων μαρτύρων πέραν των πέντε, απόκειται στην κρίση του διενεργούντος την ανάκριση, (iii) Οt πραγματογνώμονες Πραγματογνώμονες ορίζονται δημόσιοι υπάλληλοι, μέλη του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών και αξιωματικοί του κατά ξηράν, θάλασσαν και αέρα στρατού, της χωροφυλακής ή της αστυνομίας, ορκίζονται δε πριν από την εκτέλεση της πραγματογνωμοσύνης σύμφωνα με τις διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας. (iν) Η εξέταση του παραπεμπομένου Κατά την ανάκριση πρέπει να καλείται οπωσδήποτε για εξέταση ο παραπεμπόμενος.
  15. Η μη προσέλευση τούτου ή η άρνηση προς εξέταση δεν κωλύει την πρόοδο της ανάκρισης.
  16. Περί των ανακριτικών πράξεων συντάσσονται εκθέσεις που υπογράφονται από όλους τους συμπράξαντες.
4.  
    Ενέργειες μετά την ανάκριση
  1. Ο ενεργήσας την ανάκριση υποβάλλει μετά το πέρας της ανάκρισης, τον φάκελλο αυτής μετά του πορίσματος του στο πειθαρχικό συμβούλιο
  2. Ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου, μετά την υποβολή του πορίσματος, δύναται να ορίσει σαν εισηγητή της υποθέσεως ένα από τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου, προκειμένου να αποφασίσει αυτό είτε την κλήση σε απολογία του παραπεμπομένου, είτε την άνευ ταύτης απαλλαγή αυτού
5.  
    Εγγράφονται στο Μητρώο των Επικούρων Ορκωτών. Ελεγκτών: α) Οι Βοηθοί Ορκωτοί Λογιστές που δεν έχουν συμπληρώσει τον κατά την παράγραφο 4 του παρόντος χρόνο υπηρεσίας, ή δεν εγγράφησαν στο Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών κατά τις διατάξεις της παρ. 4 του παρόντος άρθρου.
  1. Η εξέταση του διωκομένου κατά το στάδιο της ανακρίσεως δεν αναπληρώνει την κλήση σε απολογία
  2. Οι ανωτέρω εξελίσσονται στο βαθμό του Ορκωτού Ελεγκτή με την συμπλήρωση 10 ετών ελεγκτικής υπηρεσίας μετά από κρίση του εποπτικού συμβουλίου με βάση τα στοιχεία του ατομικού υπηρεσιακού τους φακέλλου και με την προϋπόθεση ότι έχουν ολοκληρώσει τις προβλεπόμενες εξετάσεις από το Ν.Δ. 3329/55.
  3. Η κλήση σε απολογία καθορίζει σαφώς το αποδιδόμενο πειθαρχικό αδίκημα και τάσσει εύλογο προθεσμία στον παραπεμπόμενο για απολογία, πάντως όχι βραχυτέρα των τριών ημερών.
  4. Κατόπιν αιτιολογημένης εγγράφου αιτήσεως του παραπεμπομένου δύναται να παραταθεί η προς απολογία προθεσμία εφ άπαξ μέχρι του τριπλασίου της ταχθείσης.
  5. Η κλήση σε απολογία επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή στην επαγγελματική κατοικία του παραπεμπομένου.
  6. Περί της επιδόσεως ταύτης συντάσσεται αποδεικτικό.
  7. Στην περίπτωση αρνήσεως παραλαβής ο επιδίδων συντάσσει πράξη βεβαιούσα την άρνηση.
  8. Η μη εμπρόθεσμος υποβολή της απολογίας, της οποίας η κλήσις επεδόθη αποδεδειγμένως, δεν κωλύει την έκδοσιν της αποφάσεως.
  9. Αλλά και η εκπροθέσμως υποβληθείσα προ της εκδόσεως της αποφάσεως λαμβάνεται υπόψη.
  10. Η ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου προσέλευση του παραπεμπομένου και απολογία αυτού, να καλύπτει την παράλειψη της κλήσεως σε απολογία
  11. Μετά την κλήση σε απολογία η υπόθεση πρέπει να περατωθεί με απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου
6.  
    Απολογία Η εγγραφή των ανωτέρω γίνεται με αίτηση τους και κατόπιν προφορικών εξετάσεων διεξαγόμενων σε γενικά θέματα φορολογίας, ελεγκτικής και λογιστικής από την επιτροπή της παραγράφου 3 του παρόντος, και κατά τους όρους αυτής. Οι ανωτέρω για τον διορισμό τους ως Ορκωτών Ελεγκτών υπόκεινται στις εξετάσεις της ενότητας Δ που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 11 του παρόντος.
  1. Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως.
  2. Κατ εξαίρεση, για εύλογο αιτία, δύναται να επιτραπεί από το πειθαρχικό συμβούλιο η προφορική τοιαύτη κατόπιν αιτήσεως του παραπεμπομένου.
  3. Η έγγραφος απολογία παραδίδεται επί αποδείξει στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου ή διαβιβάζεται σ αυτόν με δικαστικό επιμελητή
  4. Προ πάσης απολογίας δικαιούται ο παραπεμπόμενος να λάβει γνώση της σχηματισθείσης δικογραφίας.
  5. Περί τούτου συντάσσεται πράξη, η οποία υπογράφεται υπό του μέλους του πειθαρχικού συμβουλίου του τηρούντος τον φάκελλο και υπό του λαβόντος γνώση αυτού, ή, σε άρνηση του δευτέρου, υπό μόνον του πρώτου.
  6. Ο καλούμενος σε απολογία δικαιούται να ζητήσει δια της απολογίας του εύλογο προθεσμία για την υποβολή εγγράφων στοιχείων, η παροχή της οποία απόκεινται στην κρίση του πειθαρχικού συμβουλίου
7.  
    Εγγράφονται με αίτηση τους στο Μητρώο Δοκίμων Ορκωτών Ελεγκτών όσοι έχουν τα προσόντα της προηγουμένης παραγράφου, πλην του χρόνου προϋπηρεσίας, καθώς και οι δόκιμοι Β τάξεως υποκείμενοι περαιτέρω για την εξέλιξη τους στην βαθμίδα του Επίκουρου στις επαγγελματικές εξετάσεις του Σώματος ως ακολούθως: Έτη προϋπηρεσίας Επαγγελματικές Εξετάσεις Μέχρι 3 έτη Ενότητες Α, Β και Γ Άνω των 3 ετών και μέχρι 4 έτη Ενότητα Β και Γ Άνω των 4 ετών και μέχρι 5 έτη Ενότητα Γ Οι ολοκληρώσαντες επιτυχώς τη δοκιμασία ενός από τους τομείς των ανωτέρω ενοτήτων απαλλάσσονται από τη νέα δοκιμασία στον ίδιο τομέα, υποχρεούνται όμως να υποβληθούν στη δοκιμασία των υπολειπομένων τομέων γνώσεων κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 3329/55.
  1. Μετά την υποβολή της απολογίας ή την παρέλευση της προς τούτο προθεσμίας ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου με πράξη του προσδιορίζει την ημέρα της δίκης, ανακοινουμένη εγγράφως και εγκαίρως, πάντως όμως τουλάχιστον προ 48 ωρών, στον παραπεμπόμενο
  2. Το πειθαρχικό συμβούλιο δικαιούται να απαιτήσει την ενώπιον αυτού αυτοπρόσωπη παράσταση του παρεπεμπομένου.
  3. Το αυτό δικαίωμα έχει και ο παραπεμπόμενος.
  4. Στην περίπτωση που το πειθαρχικό συμβούλιο κρίνει αναγκαία την συμπλήρωση της ανακρίσεως ή την προφορική υποστήριξη της απολογίας, δύναται να αποφασίσει την αναβολή της δίκης. ι.
  5. Αναβληθείσης της δίκης, ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου προσδιορίζει άλλη δικάσιμο, η οποία ανακοινούται εγκαίρως στον παρεπεμπόμενο
  6. Η παράσταση ή συμπαράσταση πληρεξουσίου δικηγόρου ή άλλου απαγορεύεται
8.  
    Όλες οι υφιστάμενες θέσεις Ορκωτών Λογιστών, βοηθών Ορκωτών Λογιστών και δοκίμων Ορκωτών Λογιστών Α και Β τάξεως καταργούνται αυτοδικαίως από της αντιστοίχου ημερομηνίας του. επομένου της δημοσιεύσεως του παρόντος έτους. Επί της σχετικής αιτήσεως εξαιρέσεως, η οποία πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από την συζήτηση της υποθέσεως, να είναι αιτιολογημένη και να συνοδεύεται από τα υπάρχοντα τυχόν δικαιολογητικά, αποφαίνεται κατά πλειοψηφία, οριστικώς και τελεσιδίκως το πειθαρχικό συμβούλιο, συντιθέμενο εκ των λοιπών μελών αυτού, με αιτιολογημένη απόφαση που καταχωρείται στα πρακτικά. Το μέλος υπέρ της εξαιρέσεως του οποίου απεφάνθη το συμβούλιο αντικαθίσταται από τον αναπληρωτή του.
9.  
    Εκτίμηση αποδείξεων
  1. Το πειθαρχικό συμβούλιο εκτιμά τις προσαχθείσες αποδείξεις κατ ελευθέρα κρίση
  2. Το πειθαρχικό συμβούλιο δύναται, προς μόρωσιν της κρίσεως του, να λάβει υπ όψη και αποδεικτικά στοιχεία μη προκύπτοντα από πειθαρχική διαδικασία, αλλά από άλλη διαδικασία νομίμως συστημένη, εφόσον έλαβε γνώση αυτών ο παραπεμπόμενος
  3. Αδικήματα, για τα οποία ο παραπεμπόμενος δεν εκλήθη σε απολογία, δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο της δίκης
  4. Η απόφαση πρέπει να στηρίζεται επί αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων και όχι απλών υπονοιών και να είναι αιτιολογημένη τόσον για την διαπίστωση της ενοχής, όσο και για την επιβολή της ποινής
10.  
    Οι Λογαριασμοί Επικουρικής Συνταξιοδότησης, Προνοίας και Υγείας του Σώματος Ορκωτών Λογιστών εξακολουθούν να έχουν το δημόσιο χαρακτήρα τους και παραμένουν ως Λογαριασμοί του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών και οι εισφορές τους καθίστανται υποχρεωτικές και για τους Ορκωτούς Ελεγκτές, τους Επίκουρους Ορκωτούς Ελεγκτές, του Δοκίμους Ορκωτούς Ελεγκτές και τους Ασκούμενους Ορκωτούς Ελεγκτές, οι οποίοι εντάσσονται στους Ασφαλιστικούς αυτούς Λογαριασμούς. Τους λογαριασμούς αυτούς τους διαχειρίζεται το Εποπτικό Συμβούλιο.
  1. Πάσα πειθαρχική απόφαση εκδίδεται εγγράφως
  2. Στην απόφαση μνημονεύονται:
  3. (i) ο τόπος και ο χρόνος της εκδόσεως, (ii) το όνομα των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου, (iii) το όνομα και η βαθμίδα του κριθέντος, (iν) το αποδιδόμενο πειθαρχικό αδίκημα, ο χρόνος και ο τόπος της εκτελέσεως αυτού, (ν)) η απολογία και η τυχόν προφορική υποστήριξη αυτής ή η μη υποβολή απολογίας και η κλήση ή μη κλήση σε προφορική ανάπτυξη της απολογίας,. (νi) η αιτιολογία της απόφασης, (νii) αν ελήφθη ομοφώνως ή κατά πλειοψηφίαν, και (νiii) η αθώωση του κριθέντος ή η επιβαλλόμενη ποινή.
  4. Το υπό στοιχείον (ν) μέρος της αποφάσεως μνημονεύεται περιληπτικώς.
  5. Η πειθαρχική απόφαση υπογράφεται από τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου
  6. Αντίγραφο της πειθαρχικής απόφασης κοινοποιείται στον κριθέντα και το Εποπτικό Συμβούλιο του Σ.Ο.Ε.
  7. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο κοινοποίηση της απόφασης στον κριθέντα ενεργείται με δικαστικό επιμελητή
  8. Ανάκληση εκδοθείσας πειθαρχικής απόφασης δεν επιτρέπεται.
  9. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3 ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΣΤΙΣ ΛΟΙΠΕΣ ΧΩΡΕΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΧΩΡΑ ΤΙΤΛΟΣ ΕΛΕΓΚΤΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΟΡΓΑΝΩΣΗ ΒΕΛΓΙΟ Reνiseur dΕntreprises Ιnsitut des Reνiseurs dΕntreprisesΓΑΛΛΙΑ Cοmmissaire aux Cοmptes Cοmpagnie Νatiοnale des Cοmmissaires aux Cοmptes.
  10. ΓΕΡΜΑΝΙΑ Wirtschaftspruefer Ιnstitut derWirtschaftspruefer ΑΑΝΙΑ Statsautοriseret Reνisοr Fοreningen at Statsautοriserede Reνisοrer ΙΡΛΑΝΔΙΑ Chartered Αccοuntant Ιnstitute οf Chartered Αccοuntants in Ιreland ΙΣΠΑΝΙΑ Censοr Juradο de Cuentas Ιnstitute de Censοres Juradοs de Cuentas ΙΤΑΛΙΑ Dοttοre Cοmmercialista CοnsigliοΝaziοnale dei Dοttοri Cοmmercialisti Λ0ΤΞΕΜΒ0ΤΡΓ0Reνiseur d Εntrerprises Ιnstitut des Reνiseurs dΕntreprisesΜ. ΒΡΕΤΑΝΙΑ Chartered Αccοuntant Ιnstitute οf Chartered Αccοuntantsin Εngland & Wales Chartered Αccοuntant Ιnstitute οf Chartered Αccοuntants οf Scοtland Certified Αccοuntant Chartered Αssοciatiοn οf Certified Αccοuntants ΟΛΛΑΝΔΙΑ Registeraccοuntant Νederlandas Ιnstituut νan Registeraccοuntants ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑReνisοr Οficial de Cοntas Camara dοs Reνisοres Οficiais de Cοntas.
11.  
    Το πρώτο Εποπτικό Συμβούλιο που θα διοικήσει το Σώμα από την έναρξη ισχύος τους παρόντος και μέχρι την σύγκληση της Τρίτης Τακτικής Γενικής Συνέλευσης του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών συγκροτείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου. Το αυτό ισχύει και για το πρώτο Επιστημονικό Σμβούλιο του Σώματος.
12.  
    Προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του παρόντος τα παραρτήματα 1, 2 και 3 τα οποία έχουν ως ακολούθως: ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΟΡΚΩΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΗ
Άρθρο 25 "Έναρξη Ισχύος"
1.  
    Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από της δημοσιεύσεως του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η εφαρμογή των ρυθμίσεων του παρόντος αρχίζει μετά ένα (1) έτος από της ημερομηνίας δημοσιεύσεως του κατά τα ανωτέρω. Στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας αναθέτουμε την δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος.
  • Τις διατάξεις του άρθρου 75 του Ν. 1969/1991 «Εταιρείες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου, Αμοιβαία Κεφάλαια, κ.λπ.» (Α 167).
  • Τη γνώμη του Ο.Ε.Ε. (έγγραφο ΟΕΕ Φ 32/2892/30.4.92 και πρακτικά σχετικών συζητήσεων).
  • Την αριθ. 330/1992 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Μετά από πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου,
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΝΟΜΟΣ 1920/2190 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1920/2190 1920
ΝΟΜΟΣ 1982/1256 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1982/1256 1982
Εταιρείες επενδύσεών χαρτοφυλακίου, αµοιβαία κεφάλαια, διατά. ξεις εκοαυγχρονισµού και εξυγιάνσεως της κεφαλαιαγορας παι άλλες διατάξέις. 1991/1969 1991
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 1955/3329 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1955/3329 1955
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις. 1992/2076 1992
Διαρρυθμίσεις στην έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις., 1992/2093 1992
Για την οργάνωση και λειτουργία του Ο.Τ.Ε.. 1994/2257 1994
Υπηρεσιακή κατάσταση και αναμόρφωση μισθολογίου του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού και του εκπαιδευτικού προσωπικού των Ιδρυμάτων της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (Α.Ε.Ι. - Τ.Ε.Ι.) - Μισθολογικές ρυθμίσεις ερευνητών των ερευνητικών ιδρυμάτων και ά[...]" 1997/2530 1997
Μέτρα κατά της εισφοροδιαφυγής, διασφάλιση εσόδων Ι.Κ.Α. και άλλα θέματα. 1997/2556 1997
Σύσταση Οργανισμού Πιστοποίησης Λογαριασμών, Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, Οργανισμού Πιστοποίησης και Επίβλεψης Γεωργικών Προϊόντων, Γενικών Διευθύνσεων και θέσεων προσωπικού στο Υπουργείο Γεωργ[...]" 1998/2637 1998
Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, αντικατάσταση και συμπλήρωση των διατάξεων για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και άλλες διατάξεις 2003/3148 2003
Ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις. 2005/3316 2005
Εθνικό Συμβούλιο Εξαγωγών, φορολογικές ρυθμίσεις και άλλες διατάξεις 2006/3470 2006
Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσωνκαι άλλες διατάξεις. 2007/3606 2007
Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2006/43/ΕΚ περί υποχρεωτικών ελέγχων των ετή­σιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροπο­ποίηση των Οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της Οδηγίας 84/253/Ε[...]" 2008/3693 2008
Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ), ενσωμάτωση των Οδηγιών 2005/14/ΕΚ για την υποχρεωτική ασφάλιση οχημάτων και 2005/68/ΕΚ σχετικά με τις αντασφαλίσεις και λοιπές διατάξεις. 2009/3746 2009
Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας, κατάργηση αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων. 2011/3919 2011
Υποχρεωτικός έλεγχος των ετήσιων και των ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, δημόσια εποπτεία επί του ελεγκτικού έργου και λοιπές διατάξεις. 2017/4449 2017
Ρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου οργάνωσης και λειτουργίας των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) - Ρυθμίσεις σχετικές με την οργάνωση, τη λειτουργία, τα οικονομικά και το προσωπικό των Ο.Τ.Α. - Ευρωπαϊκοί Όμι[...]" 2017/4483 2017
Προσαρμογή του κ.ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, όπως ισχύει, προς τις διατάξεις της οδηγίας 89/ 117/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Φεβρουαρίου 1989, «όσον αφορά τις υποχρεώσεις δημοσίευσης των λογιστικών εγγράφων των εγκατεστημένων σε ένα κράτος [...]" 1994/382 1994
(1) Ρύθμιση αλιείας οστράκων στους Κόλπους Καλλονής και Γέρας του Νομού Λέσβου. 1995/17 1995
Ίδρυση Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Στατιστικής Τεκμηρίωσης, Ανάλυσης και Έρευνας. 1995/432 1995
Ίδρυση Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Αστικού Περιβάλλοντος και Ανθρώπινου Δυναμικού. 1995/452 1995
Προσαρμογή του Ακαδημαϊκού Ερευνητικού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγιεινής, στις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 2083/92. 1996/217 1996
Ίδρυση Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Εφαρμοσμένων Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών. 1996/52 1996
Τροποποίηση και συμπλήρωση των Ν. 2076/92 (ΦΕΚ 130Α), Ν. 1969/91 (ΦΕΚ 167Α) όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Π.Δ. 433/93 (ΦΕΚ 183Α) και του Ν. 2396/96 (ΦΕΚ 73Α), σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις της Οδηγίας 95/26/ΕΚ για την ενίσχυση της προλ[...]" 1997/258 1997
Προσαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας περί του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών (Σ.Ο.Ε.), στις διατάξεις του άρθρου 18του Ν.2231/1994. 1997/341 1997
Προσαρμογή του Προεδρικού Διατάγματος υπ’ αριθ. 271/1989 «Ίδρυση Ακαδημαϊκού Ερευνητικού Ινστιτούτου Συστημάτων Επικοινωνιών και Υπολογιστών» στις διατάξεις του Νόμου 2083/92 και τροποποίηση διατάξεών του. 1998/13 1998
Τροποποίηση και συμπλήρωση του Ν.Δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10Α) όπως ισχύει τροποποιημένο, σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις της οδηγίας 95/26/ΕΚ και προς ορισμένες διατάξεις των οδηγιών 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ ΕΟΚ. 1998/159 1998
Σύσταση Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΕΡΕΥΝΑΣ , ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε.. 1998/29 1998
Προσαρμογή του Π.Δ. 272/1989 «Ίδρυση Ακαδημαϊκού Ερευνητικού Ινστιτούτου Ελληνικής Συνταγματικής Ιστορίας και Συνταγματικής Επιστήμης» στις διατάξεις του Νόμου 2083/1992 και τροποποίηση ορισμένων διατάξεών του. 1998/322 1998
Οργάνωση και λειτουργία της Διεθνούς Ακαδημίας Ελευθερίας. 2006/108 2006
Οργάνωση και λειτουργία του Ινστιτούτου Νεολαίας. 2006/129 2006
Σύσταση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «Ελληνική Διαχειριστική Εταιρία Υδρογονανθράκων Α.Ε (ΕΔΕΥ Α.Ε) στην αγγλική Ηellenic Ηydrοcarbοn Resοurces Μanagement SΑ (Η.Η.R.Μ S.Α) – Κατάρτιση καταστατικού αυτής». 2012/14 2012