ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Προεδρικό Διάταγμα

ΚΩΔΙΚΟΣ

1993/269

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

1993-07-09

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1993-07-09

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

1993-07-09

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Ανακριτικά Συμβούλια Στρατιωτικού Προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Άρθρο 1 "Συγκρότηση Ανακριτικών Συμβουλίων."
1.  
    Με απόφαση του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη συγκροτούνται κατά μήνα Μάιο εκάστου έτους πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια ανακριτικά συμβούλια με θητεία ενός έτους, αποτελούμενα από πέντε εν ενεργεία αξιωματικούς. Ο καθ ύλη και κατά τόπο αριθμός των Συμβουλίων κατά Γενικό Επιτελείο των Ενόπλων Δυνάμεων καθορίζεται με τον ίδιο τρόπο ανάλογα με τις ανάγκες και την οργάνωση του.
2.  
    Σε κάθε περίπτωση ένα από τα μέλη των Συμβουλίων μπορεί να είναι Δικαστικός Σύμβουλος Α, Β, Γ Τάξεως ή Βοηθός Δικαστικός Σύμβουλος Α ή Β Τάξεως
3.  
    Εισηγητής του Συμβουλίου είναι ο κατά βαθμό κατώτερος ή ο νεώτερος Αξιωματικός από τα μέλη του
4.  
    Για την αναπλήρωση των τακτικών μελών σε περίπτωση απουσίας ή νόμιμου κωλύματος, ορίζονται με την απόφαση της παραγράφου 1 ισάριθμα ή περισσότερα αναπληρωματικά μέλη, τα οποία, εάν δεν επαρκούν οι Αξιωματικοί του οικείου Κλάδου, μπορούν να ληφθούν από άλλο Κλάδο των Ενόπλων Δυνάμεων ή και από αποστράτους του οικείου Κλάδου που ανακαλούνται στην ενέργεια για την εκδίκαση της υποθέσεως
5.  
    Εάν με την ίδια διαταγή παραπέμπονται στρατιωτικοί διαφορετικού βαθμού και υπάγονται σε διαφορετικής αρμοδιότητος Συμβούλια, εφόσον αυτά έχουν συγκροτηθεί, τότε αρμόδιο είναι το συμβούλιο στο οποίο υπάγεται ο ανώτερος των παραπεμπομένων
6.  
    Όταν ο εγκαλούμενος είναι ανώτατος Αξιωματικός η υπόθεση παραπέμπεται στο Ανώτατο Συμβούλιο βασικής συνθέσεως του Κλάδου, το οποίο συμπληρούμενο και με τον αρχαιότερο Αναθεωρητή Β Τάξεως, ενεργεί ως Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο. Η παραπομπή διενεργείται από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη. Το Ανώτατο Συμβούλιο τηρεί την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου διαδικασία, χωρίς να δεσμεύεται από τις προβλεπόμενες στη διαδικασία αυτή προθεσμίες.
Άρθρο 2
1.  
    Τα μέλη των ανακριτικών Συμβουλίων πρέπει: α) Να είναι κατά βαθμό ανώτερα ή αρχαιότερα κατά τάξη αποφοιτήσεώς τους από παραγωγική Σχολή του εγκαλουμένου
  1. Να είναι απόφοιτοι παραγωγικών Σχολών των Ενόπλων Δυνάμεων και τα δύο εξ αυτών να είναι απόφοιτοι Σχολής Πολέμου Κλάδου των Ενόπλων Δυνάμεων ή του εξωτερικού, μόνον εφόσον πρόκειται για Συμβούλια στα οποία παραπέμπονται Αξιωματικοί
  2. Να μην έχουν τιμωρηθεί με καταστατική ποινή
  3. Να μην έχουν καταδικαστεί από Ποινικό Δικαστήριο για έγκλημα εκ δόλου με ποινή φυλακίσεως άνω των δύο (2) ετών και να μην έχουν κριθεί δυσμενώς κατά την τελευταία τους κρίση
2.  
    Οι περιορισμοί των παραγράφων 1α και 1β δεν εφαρμόζονται επί των Αξιωματικών του Δικαστικού Σώματος, που ορίζοται ως μέλη στα παραπάνω Συμβούλια
3.  
    Δεν μπορεί να μετέχει σε Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Αξιωματικός που είχε λάβει μέρος στην εκδίκαση ορισμένης υποθέσεως, ως Πρόεδρος ή μέλος Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου
4.  
    Επίσης δεν μπορεί να μετέχει στην εκδίκαση ορισμένης υποθέσεως ως μέλος Ακριτικού Συμβουλίου Αξιωματικός που:
  1. Είναι συγγενής του εγκαλουμένου σε ανιόντα ή κατιόντα βαθμό ή μέχρι τον τέταρτο βαθμό εκ πλαγίου ή μέχρι το δεύτερο βαθμό εξ αγχιστείας
  2. Έχει ιδιαίτερη φιλία και οικειότητα ή έχθρα με τον εγκαλούμενο
  3. Επελήφθη με οποιονδήποτε τρόπο της υπό κρίση πράξεως σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, είτε ως δικαστής είτε ως επίτροπος
  4. Κατήγγειλε την κρινόμενη πράξη ή υπέβαλε την αρχική αναφορά για την παραπομπή του Αξιωματικού στο Συμβούλιο
  5. Ενήργησε ανάκριση ή διοικητική εξέταση της υποθέσεως
  6. Εξετάστηκε ως μάρτυρας ή παρουσιάζεται ως μάρτυρας στην κρινόμενη υπόθεση
Άρθρο 3 "Διαδικασία παραπομπής σε Ανακριτικό Συμβούλιο."
1.  
    Κάθε Διοικητής Σχηματισμού, Συγκροτήματος ή Μονάδος που εκτιμά ότι κάποιος Στρατιωτικός που τελεί υπό τας διαταγάς του, υπέπεσε σε παράπτωμα για το οποίο απαιτείται η παραπομπή του σε Ανακριτικό Συμβούλιο, διατάσσει Ένορκη Διοικητική Εξέταση, η οποία ενεργείται από Αξιωματικό ανώτερο του εγκαλουμένου. Η δικογραφία που θα σχηματισθεί με πόρισμα πλήρως αιτιολογημένο και με κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο υποβάλλεται ιεραρχικώς στον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη.
2.  
    Επί της ανωτέρω αναφοράς γνωματεύουν υποχρεωτικά όλοι οι ιεραρχικώς προϊστάμενοι του υποβάλλοντος την αναφορά. Οιοσδήποτε εξ αυτών μπορεί να διατάξει πρώτος Ένορκη Διοικητική Εξέταση, εφόσον τούτο εκτιμηθεί είτε εξ ιδίας αντιλήψεως, είτε με βάση τυχόν υποβληθείσα αναφορά ή αίτηση του αδικηθέντος.
3.  
    Τα κατά τα ανωτέρω υποβαλλόμενα έγγραφα δεν κοινοποιούνται σε κανένα
4.  
    Η Ένορκη Διοικητική Εξέταση είναι μυστική και δεν λαμβάνει κανείς γνώση των στοιχείων αυτής πλην του εγκαλουμένου και των αναφερομένων υπό του παρόντος. Για τον όρκο των μαρτύρων και τον τύπο των εκθέσεων εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα. Αντίγραφα της δικογραφίας χορηγούνται μόνο στις Δικαστικές Αρχές και στους έχοντες έννομο συμφέρον.
5.  
    Σε περίπτωση αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου δεν απαιτείται η διαδικασία που προβλέπεται στις ανωτέρω παραγράφους
6.  
    Ο ασκών την πειθαρχική δίωξη όταν λάβει τα παραπάνω έγγραφα μαζί με τον ατομικό φάκελλο και αντίγραφο φύλλου μητρώου του εγκαλουμένου, εκτιμά τα περιστατικά και εντός δύο μηνών το αργότερο:
  1. Αν κρίνει, ότι δεν υπάρχει παράπτωμα, θέτει την υπόθεση στο αρχείο
  2. Αν κρίνει ότι για το παράπτωμα αρκεί συνήθης πειθαρχική ποινή ή ποινή αργίας δια πρόσκαιρου παύσεως επιβάλλει την αντίστοιχη ποινή
  3. Αν κρίνει ότι το παράπτωμα είναι βαρύτερο, παραπέμπει τον στρατιωτικό ενώπιον του Ανακριτικού Συμβουλίου με ερώτημα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις
7.  
    Οι Μόνιμοι εξ εφεδρείας, οι έφεδροι εξ εφεδρείας ή εξ απονομής και οι έφεδροι εν ενεργεία στρατιωτικοί και οι εν εφεδρεία διατελούντες παραπέμπονται σε Ανακριτικό Συμβούλιο μόνο με το ερώτημα της αποβολής. Η ποινή αυτή μπορεί να επιβληθεί σε Αξιωματικούς και σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 2α του Ν.Δ. 1400/73.
Άρθρο 4 "Πράξη Παραπομπής στο Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο."
1.  
    Ο ασκών την πειθαρχική δίωξη παραπέμπει τον εγκαλούμενο στο Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο που έχει αρμοδιότητα να τον κρίνει και:
  1. Ορίζει τον τόπο και την προθεσμία μέσα στην οποία θα πρέπει να συνεδριάσει το Συμβούλιο για να κρίνει την υπόθεση.
  2. Η προθεσμία αυτή ορίζεται κατ αρχήν σε τριάντα ημέρες, μπορεί όμως να ορισθεί μεγαλύτερη ή να παραταθεί με διαταγή του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη, εάν το επιβάλλουν αποχρώντες λόγοι.
  3. θέτει το ερώτημα ή τα ερωτήματα στα οποία οφείλει να αποφανθεί το Συμβούλιο
  4. Διαβιβάζει στον Πρόεδρο του Συμβουλίου αντίγραφα της διαταγής παραπομπής του εγκαλουμένου, μαζί με τον φάκελλο της υποθέσεως, τον ατομικό φάκελλο, το φύλλο Μητρώου και γενικά κάθε διαφωτιστικό έγγραφο ή στοιχείο
  5. Κοινοποιεί αντίγραφο της διαταγής παραπομπής σε όλα τα μέλη του Συμβουλίου, τακτικά και αναπληρωματικά, στο Γενικό Επιτελείο του οικείου κλάδου των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και στην ανώτερη Στρατιωτική Αρχή του τόπου, όπου έχει συγκροτηθεί το Συμβούλιο ή στο ΓΕΕΘΑ, εφόσον παραπέμπεται Αξιωματικός των Κοινών Σωμάτων.
  6. Τα μέλη του Συμβουλίου αναφέρουν αμέσως στον Πρόεδρο τη λήψη της διαταγής.
2.  
    Η πράξη της παραπομπής σε Ανακριτικό Συμβούλιο καταχωρίζεται στα ατομικά έγγραφα του εγκαλουμένου. Επίσης σε αυτά καταχωρίζονται η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου και η τυχόν απόφαση του Δευτεροβαθμίου ή σε περίπτωση αθωώσεώς του εγκαλουμένου η τελική απόφαση του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη.
3.  
    Η διαταγή παραπομπής του ασκούντα την πειθαρχική δίωξη, δεν ανακαλείται σε καμμία περίπτωση
Άρθρο 5
1.  
    Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου αμέσως όταν λάβει την διαταγή παραπομπής προβαίνει εγγράφως στις παρακάτω ενέργειες:
  1. Παραγγέλλει την επίδοση της στον εγκαλούμενο
  2. Καλεί τον εγκαλούμενο όπως εντός πέντε ημερών από της επιδόσεως της, προτείνει, με έγγραφη αναφορά του απευθείας προς τον Πρόεδρο, εφόσον έχει, μάρτυρες υπερασπίσεως δηλώνοντας την κατοικία τους και το θέμα στο οποίο θα εξετασθεί ο καθένας
  3. Καλεί αυτεπαγγέλτως μάρτυρες που θεωρεί αναγκαίους για την διαφώτιση του Συμβουλίου.
  4. Επίσης καλεί τους προταθέντες από τον εγκαλούμενο μάρτυρες, οι οποίοι δεν μπορεί να είναι περισσότεροι των πέντε.
  5. Αφού λάβει τα αποδεικτικά επιδόσεως ή τις εκθέσεις θυροκολλήσεως και λαμβάνοντας υπόψη και την απόσταση από την έδρα του Συμβουλίου και του τόπου διαμονής του εγκαλουμένου και των μαρτύρων, συγκαλεί το Συμβούλιο για να συνεδριάσει σε ορισμένο χρόνο και χώρο και καλεί τον εγκαλούμενο προ τριών τουλάχιστον εργασίμων ημερών, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, όπως προσέλθει στη συνεδρίαση για να απολογηθεί.
  6. Σε αυτές τις ημέρες δεν υπολογίζονται η ημέρα που έλαβε γνώση της κλήσεως ο εγκαλούμενος, καθώς και η ημέρα συγκλήσεως του Συμβουλίου.
2.  
    Εάν ο εγκαλούμενος κωλύεται να παρουσιασθεί στο Συμβούλιο, εξαιτίας νόσου που βεβαιώνεται από Ιατρική γνωμάτευση ή από άλλη αιτία λόγω ανωτέρας βίας, προσκαλείται από τον Πρόεδρο να απολογηθεί εγγράφως μέσω της οικείας Στρατιωτικής ή Αστυνομικής Αρχής
3.  
    Εάν οι προταθέντες από τον εγκαλούμενο μάρτυρες διαμένουν μακριά από την έδρα του Συμβουλίου, και από την μελέτη της δικογραφίας ή από την αναφορά του εγκαλουμένου ο Πρόεδρος κρίνει ότι οι καταθέσεις τους είναι ουσιώδεις και είναι αδύνατη η μόρφωση γνώμης από άλλα στοιχεία, εφαρμόζει τα καθοριζόμενα στο άρθρο 9 παρ. 4 του παρόντος, ζητώντας την κατά παραγγελία ένορκη εξέταση τους από οικείες Στρατιωτικές, Αστυνομικές ή Πολιτικές αρχές.
4.  
    Ο εγκαλούμενος δικαιούται όπως εμφανίσει με δικά του έξοδα και άλλους μάρτυρες, πέραν των προταθέντων, κατά την διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου, οι οποίοι δεν μπορεί να υπερβαίνουν τους πέντε
5.  
    Σε περίπτωση Πολέμου ή γενικής επιστρατεύσεως για την πρόσκληση στρατιωτικών ως μαρτύρων που διαμένουν εκτός του τόπου που συνεδριάζει το Συμβούλιο, απαιτείται έγκριση του Αρχηγού του οικείου Γενικού Επιτελείου
6.  
    Ο Πρόεδρος επίσης μπορεί να ζητήσει οποιοδήποτε έγγραφο ή στοιχείο, εφόσον κρίνει ότι αυτό θα συμβάλει στην πληρέστερη μόρφωση γνώμης επί της κρινομένης υποθέσεως
7.  
    Οι κλήσεις των στρατιωτικών επιδίδονται μέσω των Μονάδων που υπηρετούν ή του οικείου Φρουραρχείου και των λοιπών μαρτύρων μέσω των οικείων Αστυνομικών Αρχών
Άρθρο 6 "Συνεδρίαση Ανακριτικών Συμβουλίων. -Διαδικασία Εξαιρέσεως."
1.  
    Τα Συμβούλια συγκροτούνται σε σώμα από τα τακτικά μέλη και συνεδριάζουν στο χρόνο που καθορίζεται από τον Πρόεδρο και στον τόπο που έχει καθορισθεί από την παραπεμπτική διαταγή, στον οποίο και συνέρχονται τα μέλη αυτών τακτικά και αναπληρωματικά
2.  
    Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος τακτικών μελών ο Πρόεδρος καλεί τα αναπληρωματικά κατά την σειρά αναγραφής τους στη διαταγή συγκροτήσεως των Συμβουλίων
3.  
    Ο εγκαλούμενος μπορεί πριν από την έναρξη της συνεδριάσεως, επί ποινή απαραδέκτου, να ζητήσει εγγράφως από τον Πρόεδρο την εξαίρεση μέχρι τριών μελών του Συμβουλίου για τα οποία συντρέχει κάποιος, από τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 2 του παρόντος, αναφέροντας συγχρόνως τους λόγους, καθώς και τα αποδεικτικά στοιχεία που τους στηρίζουν
4.  
    Ο Πρόεδρος διαβιβάζει την αίτηση εξαιρέσεως, στα μέλη τα οποία αφορά για να αναφέρουν εγγράφως σχετικά με τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή
5.  
    Τα μέλη αυτά απέχουν προσωρινά από τις συνεδριάσεις, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, προς συμπλήρωση δε των συμβουλίων και μόνο για την εκδίκαση της αιτήσεως εξαιρέσεως, λαμβάνουν μέρος τα αναπληρωματικά μέλη, κατά την σειρά αναγραφής τους στη διαταγή συγκροτήσεως αυτών
6.  
    Εάν έχει ζητηθεί η εξαίρεση του Προέδρου, την προεδρία αναλαμβάνει ο αναπληρωτής του ή ο αρχαιότερος από τα μέλη του Συμβουλίου
7.  
    Το Συμβούλιο που συγκροτείται με τη συμμετοχή των αναπληρωματικών μελών, αφού λάβει υπόψη του την αίτηση και τα τυχόν προσαχθέντα έγγραφα, αποφασίζει αμέσως με μυστική ψηφοφορία για την αίτηση εξαιρέσεως
8.  
    Κάθε μέλος του Συμβουλίου που εκτιμά ότι υπάρχει λόγος εξαιρέσεως του, οφείλει να τον αναφέρει στο Συμβούλιο και αυτό, συμπληρούμενο σύμφωνα με τα παραπάνω, αποφασίζει κατά πλειοψηφία για την εξαίρεση
9.  
    Για την διαδικασία εξαιρέσεως συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο καταχωρίζεται η απόφαση που εξέδωσε το Συμβούλιο
10.  
    Εάν η αίτηση συνεδριάσεως έγινε δεκτή, τα εξαιρεθέντα μέλη απέχουν των συνεδριάσεων και στις θέσεις τους παραμένουν οριστικά τα αναπληρωματικά μέλη για να κρίνουν τη συγκεκριμένη υπόθεση
Άρθρο 7 "Τρόπος διεξαγωγής των συνεδριάσεων."
1.  
    Οι συνεδριάσεις του Συμβουλίου διεξάγονται κεκλεισμένων των θυρών. Η παράσταση συνηγόρου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, εκτός του εγκαλουμένου και των εκάστοτε εξεταζομένων μαρτύρων, δεν επιτρέπεται.
2.  
    Η διαδικασία διεξάγεται προφορικώς και την διευθύνει ο Πρόεδρος
3.  
    Η συνεδρίαση δεν διακόπτεται παρά μόνο για τα αναγκαία διαλείμματα προς αναψυχή, για την εμφάνιση ουσιώδους μάρτυρα ή για την εξακρίβωση ουσιώδους γεγονότος. Για την διακοπή αποφασίζει το Συμβούλιο κατά πλειοψηφία.
4.  
    Εφόσον ο χρόνος δεν επαρκεί για την εκδίκαση της υποθέσεως εντός της ορισμένης ημέρας, η συνεδρίαση μπορεί να διακοπεί για την επομένη εργάσιμη ημέρα
5.  
    Κάθε διακοπή που γίνεται σύμφωνα με τα παραπάνω αναφέρεται στο Πρακτικό
Άρθρο 8 "Διαδικασία ανακρίσεως ενώπιον του Ανακριτικού Συμβουλίου."
1.  
    Με την έναρξη της συνεδριάσεως, εμφανίζεται ενώπιον του Συμβουλίου ο εγκαλούμενος, κατόπιν εντολής του Προέδρου, και παρίσταται στη συνεδρίαση μέχρι το πέρας της ανακρίσεως
2.  
    Σε περίπτωση μη εμφανίσεως του εγκαλουμένου και εφόσον η απουσία του είναι δικαιολογημένη, το Συμβούλιο αναβάλλει την κρίση της υποθέσεως, όπως καθορίζεται στο άρθρο 9 παρ. 4 του παρόντος, διαφορετικά η διαδικασία προχωρεί. Δεύτερη αναβολή, εκ του λόγου τούτου, δεν επιτρέπεται.
3.  
    Ο εισηγητής με εντολή του Προέδρου, διαβάζει την παραπεμπτική διαταγή, την απόφαση που τυχόν εκδόθηκε επί αιτήσεως εξαιρέσεως, καθώς και κάθε άλλο έγγραφο της υποθέσεως, την ανάγνωση του οποίου κρίνει αναγκαία ο Πρόεδρος. Ομοίως ο Πρόεδρος μπορεί να παραγγείλει την ανάγνωση και άλλων εγγράφων μετά από αίτηση του εγκαλουμένου ή των μελών του Συμβουλίου.
4.  
    Ο Πρόεδρος στη συνέχεια καλεί τους κλητευθέντες μάρτυρες, καθώς και αυτούς που έχει προτείνει ο εγκαλούμενος σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 4 του παρόντος.
5.  
    Αν απουσιάζουν κάποιοι μάρτυρες και το Συμβούλιο κρίνει ουσιωδώς αναγκαία την εμφάνιση τους, αναβάλλεται η ανάκριση της υποθέσεως σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στο άρθρο 9 παρ. 4 του παρόντος, διαφορετικά η διαδικασία προχωρεί.
6.  
    Το Συμβούλιο κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως μπορεί να καλέσει και να εξετάσει κάθε πρόσωπο που κρίνεται αναγκαίο να καταθέσει. Νέους μάρτυρες μπορεί να προτείνει και ο εγκαλούμενος, όχι όμως περισσότερους από δύο.
7.  
    Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας
8.  
    Τους μάρτυρες εξετάζει ο Πρόεδρος και μετά απ αυτόν τα μέλη του Συμβουλίου και τελευταίος ο εγκαλούμενος, ο οποίος τις ερωτήσεις του τις απευθύνει διά του Προέδρου
9.  
    Οι μάρτυρες μπορεί να εξετάζονται και κατ αντιπαράσταση
10.  
    Οι καταθέσεις των μαρτύρων καταχωρίζονται περιληπτικά σε ιδιαίτερο πρακτικό που υπογράφεται αμέσως, απ αυτούς, τον Πρόεδρο και τον εισηγητή
11.  
    Τελευταίος εξετάζεται και απολογείται ο εγκαλούμενος. Η απολογία του καταχωρίζεται περιληπτικά στο Πρακτικό που αναφέρεται στο άρθρο 10 του παρόντος.
12.  
    Μετά από αυτά ο Πρόεδρος ερωτά τα μέλη του Συμβουλίου εάν έχουν να ζητήσουν κάποια επεξήγηση από τους μάρτυρες ή τον εγκαλούμενο και, εφόσον αυτοί απαντήσουν αρνητικά, κηρύσσει περατωμένη την ανάκριση και αποσύρονται ο εγκαλούμενος και οι τυχόν παρευρισκόμενοι μάρτυρες
Άρθρο 9
1.  
    Το Συμβούλιο μετά το πέρας της ανακρίσεως διασκέπτεται προκειμένου να εκδόσει γνωμοδότηση
2.  
    Τα μέλη του Συμβουλίου διαρκούσης της διασκέψεως και προ της εκδόσεως της γνωμοδοτήσεως δεν επικοινωνούν με κανένα τρίτο και παραμένουν στον ίδιο χώρο όλοι μαζί
3.  
    Το Συμβούλιο αρχικά λαμβάνει γνώση του περιεχομένου του ατομικού φακέλλου του εγκαλουμένου και στην συνέχεια ο Πρόεδρος ερωτά τα μέλη εάν μόρφωσαν σαφή γνώμη από τη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου και σε καταφατική απάντηση η διάσκεψη προχωρεί σύμφωνα με τις παραγράφους 8 έως 14 του παρόντος άρθρου
4.  
    Εάν το Συμβούλιο δεν μπόρεσε να μορφώσει πεποίθηση επί ορισμένου ουσιώδους γεγονότος και δεν επαρκεί για αυτό κατά την κρίση του η κατά το άρθρο 4 του παρόντος ταχθείσα προθεσμία, μπορεί να αναβάλει την ανάκριση της υποθέσεως σε άλλη ρητώς ορισμένη ημέρα και πέρα από την ταχθείσα προθεσμία, αλλά όχι περισσότερο των δέκα ημερών από τη λήξη της αρχικής προθεσμίας
5.  
    Οι λόγοι της αναβολής της συνεδριάσεως και η ημερομηνία της νέας συνεδριάσεως καταχωρίζονται στο συντασσόμενο πρακτικό
  1. Ο εγκαλούμενος οφείλει, χωρίς νέα έγγραφη πρόσκληση, να εμφανισθεί κατά την νέα ορισθείσα ημέρα συνεδριάσεως του Συμβουλίου που του ανακοινώνεται προφορικά από τον Πρόεδρο
7.  
    Για τη διευκρίνιση γεγονότος το Συμβούλιο μπορεί να ζητήσει διά του Προέδρου απευθείας, έγγραφες πληροφορίες ή την λήψη κατά παραγγελία καταθέσεων από τις οικείες Αρχές προσώπων που διαμένουν εκτός της έδρας του Συμβουλίου
8.  
    Ο Πρόεδρος θέτει στο Συμβούλιο το ερώτημα ή τα ερωτήματα χωριστά με την σειρά που είναι διατυπωμένα στην παραπεμπτική διαταγή, ως εξής:
  1. Υπάρχει λόγος να αποταχθεί ή να αποβληθεί ή να τεθεί σε οριστική απόλυση ή να εκπέσει, ανάλογα με την προβλεπόμενη ποινή, ο Α.Β. . (παρατίθεται ο βαθμός και το ονοματεπώνυμο του εγκαλουμένου) για. . (παρατίθεται η νόμιμη αιτία για την οποία παραπέμθηκε ο εγκαλούμενος στο Συμβούλιο μαζί με σύντομη αναφορά των περιστατικών που αποτελούν τα στοιχεία του παραπτώματος).
  2. Υπάρχει λόγος να τεθεί σε αργία δια προσωρινής απολύσεως ο ΑΒ. . (παρατίθεται ο βαθμός και το ονοματεπώνυμο του εγκαλουμένου) για (παρατίθεται η νόμιμη αιτία για την οποία παραπέμθηκε μαζί με σύντομη αναφορά των περιστατικών που αποτελούν τα στοιχεία του παραπτώματος).
9.  
    Κανένα άλλο ερώτημα δεν μπορεί να τεθεί στο Συμβούλιο. Αν στην παραπεμπτική διαταγή διατυπώνονται δύο ερωτήματα και το Συμβούλιο γνωμοδοτήσει αρνητικά για το πρώτο, τότε ο Πρόεδρος θέτει αμέσως και το επόμενο ερώτημα.
10.  
    Για την κατάρτιση της γνωμοδοτήσεως για κάθε ερώτημα διεξάγεται μυστική ψυφοφορία ως ακολούθως:
  1. Ο εισηγητής, κατόπιν εντολής του Προέδρου, προετοιμάζει ενώπιον του Συμβουλίου, δέκα όμοια ψηφοδέλτια, από τα οποία στα πέντε αναγράφεται η λέξη «ΝΑΙ» και στα άλλα πέντε αναγράφεται η λέξη «ΟΧΙ» και τα διανέμει στα μέλη από ένα από τα πρώτα και από ένα από τα δεύτερα
  2. Κάθε μέλος του Συμβουλίου, αρχής γενομένης από το νεώτερο, εγχειρίζει στον Πρόεδρο το ένα από τα δύο ψηφοδέλτια, σε έκφραση της γνώμης του.
  3. Τα ψηφοδέλτια στα οποία αναγράφεται η λέξη «ΝΑΙ» εκφράζουν την γνώμη κατά του εγκαλουμένου και αυτά που έχουν την λέξη «ΟΧΙ» εκφράζουν την γνώμη υπέρ αυτού.
  4. Ο Πρόεδρος αναμιγνύει τα ψηφοδέλτια που του εγχειρίσθηκαν μαζί με το δικό του και στην συνέχεια, αφού τα αποκαλύψει, ενεργεί, παρουσία όλων, την διαλογή των ψήφων
11.  
    Η γνώμη της πλειοψηφίας αποτελεί την απόφαση του Συμβουλίου και το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας αναγράφεται, επί ποινή ακυρότητας, στο πρακτικό της Συνεδριάσεως
12.  
    Η κατά τα ανωτέρω γνωμοδότηση του Συμβουλίου πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς στο Πρακτικό
13.  
    Αν το Συμβούλιο αποφάσισε καταφατικά σε ερώτημα αργίας, ορίζει και την χρονική της διάρκεια. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται κατά πλειοψηφία με φανερή ψηφοφορία.
14.  
    Αν οι γνώμες που διατυπώνονται, όσον αφορά την διάρκεια της ποινής, είναι περισσότερες των δύο και δεν σχηματίζεται πλειοψηφία, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται. Εφόσον δεν επιτευχθεί και πάλι πλειοψηφία, λαμβάνεται ο μέσος όρος των Ποινών που έχουν προταθεί, χωρίς να υπολογίζεται το τυχόν εναπομείναν κλασματικό υπόλοιπο, εκτός αν αυτό είναι μεγαλύτερο των 2/5, οπότε λαμβάνεται ως μέσος όρος ο αμέσως επόμενος ακέραιος αριθμός.
Άρθρο 10 "Πρακτικό γνωμοδοτήσεως Ανακριτικού Συμβουλίου"
1.  
    Για όλη τη διαδικασία που έλαβε χώρα ενώπιον του Συμβουλίου, συντάσσεται πρακτικό, που υπογράφεται από όλα τα μέλη
2.  
    Το πρακτικό αυτό, επί ποινή ακυρότητας, πρέπει να περιλαμβάνει:
  1. Τον τόπο και τον χρόνο της συνεδριάσεως, β) Το ονοματεπώνυμο και το βαθμό των μελών του Συμβουλίου
  2. Το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του εγκαλουμένου
  3. Την απόφαση συγκροτήσεως του Συμβουλίου (στοιχεία του εγγράφου και ημερομηνία)
  4. Την πράξη παραπομπής στο Συμβούλιο (στοιχεία εγγράφου και ημερομηνίας) και το σχετικό αιτιολογικό της παραπομπής του εγκαλουμένου
  5. Το ονοματεπώνυμο των εξετασθέντων μαρτύρων
  6. Την απολογία του εγκαλουμένου, συνοπτικά, εφόσον παρέστη
  7. Τα τεθέντα ερωτήματα, την ληφθείσα απόφαση και τον αριθμό των ψήφων υπέρ και κατά
3.  
    Το πρακτικό αυτό υποβάλλεται, το ταχύτερο, σε τετραπλούν μαζί με ολόκληρο το φάκελλο της υποθέσεως από τον Πρόεδρο στον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη
4.  
    Η γνωμοδότηση του Ανακριτικού Συμβουλίου είναι υποχρεωτική για τον αποφασίζοντα επί της ποινής
Άρθρο 11
1.  
    Οι θετικές γνωμοδοτήσεις του Ανακριτικού Συμβουλίου, επιδίδονται, σε αντίγραφο της διαταγής του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη στον εγκαλούμενο και συγχρόνως του γίνεται γνωστό, επί ποινή ακυρότητας της επιδόσεως, ότι μπορεί εντός 10 ημερών από της επιδόσεως να προσφύγει στο Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο, προς επανεξέταση της υποθέσεως
2.  
    Εάν στο Συμβούλιο είχε τεθεί από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη μόνο το ερώτημα της αποτάξεως ή αντίστοιχο και το συμβούλιο γνωμοδότησε αρνητικά, ο ασκών την πειθαρχική δίωξη μπορεί να παραπέμπει εκ νέου στο ίδιο συμβούλιο τον εγκαλούμενο με το ερώτημα της αργίας δια προσωρινής απολύσεως, εφόσον αυτή προβλέπεται
3.  
    Προσφυγή κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου ανακριτικού Συμβουλίου ενώπιον δευτεροβαθμίου επιτρέπεται μόνο:
  1. Στον εγκαλούμενο, αν το Συμβούλιο γνωμοδότησε κατά του εγκαλουμένου
  2. Στον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη, εάν το Συμβούλιο γνωμοδότησε υπέρ του εγκαλουμένου
4.  
    Η ανωτέρω προσφυγή ασκείται:
  1. Εκ μέρους του εγκαλουμένου εντός 10 ημερών από της επιδόσεως, με έγγραφη αναφορά προς τον Ιεραρχικώς Προϊστάμενο ο οποίος την υποβάλλει αμέσως στον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη.
  2. Εάν ο εγκαλούμενος δεν είναι τοποθετημένος σε οργανική θέση υποβάλλει την αναφορά στην οικεία Διεύθυνση του αντίστοιχου Γ ενικού Επιτελείου, μέσω της Αρχής που του επέδωσε την γνωμοδότηση.
  3. Από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη εντός 30 ημερών, αφότου περιήλθε σε αυτόν η γνωμοδότηση του ανακριτικού Συμβουλίου
5.  
    Αν παρέλθει άπρακτη η ανωτέρω κατά περίπτωση προθεσμία η γνωμοδότηση του Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου καθίσταται ανέκκλητος ενώπιον της Διοικήσεως
6.  
    Αν ασκηθεί προσφυγή σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ασκών τη πειθαρχική δίωξη παραπέμπει την υπόθεση στο δευτεροβάθμιο ανακριτικό Συμβούλιο, προς επανεξέταση της υποθέσεως
7.  
    Η άσκηση της προσφυγής έχει ανασταλτική ισχύ επί των πράξεων της Διοικήσεως που ανάγονται στην γνωμοδότηση του Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου
Άρθρο 12 "Δευτεροβάθμια Ανακριτικά Συμβούλια"
1.  
    Το Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο επιλαμβάνεται των υποθέσεων που παραπέμπονται σε αυτό για επανεξέταση και ενεργεί περαιτέρω, όπως το Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο, σύμφωνα με τα παραπάνω άρθρα
2.  
    Όταν ο εγκαλούμενος είναι Ανώτατος Αξιωματικός, της υποθέσεως επιλαμβάνεται το ΣΑΓΕ, το οποίο, συμπληρούμενο και με τον Πρόεδρο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ή τον αναπληρωτή του, ενεργεί ως Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο
3.  
    Η παραπομπή ανωτάτου Αξιωματικού στο ΣΑΓΕ διενεργείται από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη. Το ΣΑΓΕ τηρεί την ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου διαδικασία, χωρίς να δεσμεύεται από τις προβλεπόμενες στη διαδικασία αυτή προθεσμίες.
4.  
    Σε περίπτωση προσφυγής του εγκαλουμένου, ο ασκών την πειθαρχική δίωξη θέτει το ερώτημα στο οποίο γνωμοδότησε καταφατικό το Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο
Άρθρο 13
1.  
    Ακυρότητα της γνωμοδοτήσεως Ανακριτικού Συμβουλίου υπάρχει όταν παρεβιάσθη ή παρελείφθη όρος ή τύπος επί ποινή ακυρότητας που έχουν τεθεί από το όρθρο 4 του Ν. 2109/92 (ΦΕΚ Α 205) και από το παρόν.
2.  
    Στα Διοικητικό Δικαστήρια μπορεί να προσβληθεί για ακυρότητα μόνο η γνωμοδότηση του Δευτεροβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου
3.  
    Η άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων δεν αναστέλλει την εκτέλεση της γνωμοδοτήσεως του Ανακριτικού Συμβουλίου
4.  
    Εαν ακυρωθεί από τα Διοικητικά Δικαστήρια η γνωμοδότηση του Ανακριτικού Συμβουλίου, η υπόθεση μπορεί να παραπεμθεί με τα ίδια ερωτήματα στο ίδιο Ανακριτικό Συμβούλιο, εφόσον δεν έχει λήξει η θητεία του, το οποίο συντίθεται κατά τα 3/5 από αναπληρωματικά μέλη, που δεν συμμετείχαν στην αρχική σύνθεση. Εφόσον η θητεία του έχει λήξει, τότε η υπόθεση παραπέμπεται σε ομοιόβαθμό Ανακριτικό Συμβούλιο, του οποίου τα 3/5 των μελών δεν συμμετείχαν στην έκδοση της ακυρωθείσης γνωμοδοτήσεως. Το Συμβούλιο αυτό συνέρχεται με διαταγή του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη μέσα σε δύο μήνες από τότε που έγινε η επίδοση σε αυτόν της αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου.
5.  
    Σε αυτή την περίπτωση ο εγκαλούμενος εξακολουθεί να παραμένει στην κατάσταση που τελούσε κατά το χρόνο της εκδόσεως της αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου
6.  
    Ο διαρρεύσας χρόνος από της εκδόσεως της ακυρωθείσας διοικητικής πράξεως μέχρι της θέσεως του στρατιωτικού στην νέα κατάσταση σύμφωνα με την νέα γνωμοδότηση του Ανακριτικού Συμβουλίου, λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας για την σύνταξη, για δε τις προαγωγές ισχύουν οι διατάξεις του νόμου περί Ιεραρχίας και Προαγωγών
Άρθρο 14 "Μεταβατικές Διατάξεις"
1.  
    Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος τα προβλεπόμενα Ανακριτικά Συμβούλια θα συγκροτηθούν εντός μηνός από την δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από την δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας αναθέτουμε την δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος Διατάγματος. Αθήνα, 30 Ιουνίου 1993 Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ.
  • Το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 2109/92 «ρύθμιση θεμάτων εκπαιδεύσεως, στρατολογίας, καταστάσεων του προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 205/Α).
  • Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
  • Την αριθ. 340/93 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας,
Ημερομηνία Τίτλος ΦΕΚ
1993-07-09 Ανακριτικά Συμβούλια Στρατιωτικού Προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων.
Τροποποίηση Τύπος
A/1993/115