ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Προεδρικό Διάταγμα

ΚΩΔΙΚΟΣ

1994/159

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

1994-07-06

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1994-07-06

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

1994-07-06

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Ίδρυση Ανδρώου Ιερού Ησυχαστηρίου με την επωνυμία «Ιερόν Ησυχαστήριον Αναστάντος Χριστού» στο Δήμο Πειραιά της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
Άρθρο 2 Η Έδρα του Ιδρύματος είναι ο Δήμος Πειραιώς και ειδικώτερα το κτίριο του ιδρύματος στον Πειραιά και επί της οδού Κωπαΐδος αριθμός 87. Άρθρο 3 Σκοπός του Ιδρύματος είναι η άσκηση, ο αγιασμός και η εν Χριστώ τελείωση των εγκαταβιούντων εις το ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ διά της μελέτης και τηρήσεως της σωτηριώδους διδασκαλίας και των σεπτών εντολών του Κυρίου και θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού ως και των περί μοναχικού βίου αρχών και παραδόσεων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως αυτές διατυπώθηκαν εις την διδασκαλία και οσία βιωτή των Αγίων και θεοφόρων Πατέρων Αυτής. Άρθρο 4 Περιουσία και εν γένει πόροι του Ιδρύματος είναι τα ακόλουθα ακίνητα και κινητά, που διαθέτει ο ιδρυτής, τρεχούσης αγοραίας αξίας άνω των δραχμών δεκαπέντε εκατομμυρίων διακοσίων δέκα τριών χιλιάδων (15.213.000), ήτοι: α) ένα οικόπεδο μετά των υπαρχόντων σ αυτό παλαιών κτισμάτων, που βρίσκεται στον Πειραιά, μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλεως Πειραιά, της περιφέρειας του ίδιου Δήμου, στη θέση Κοκκινιά στην οδό Κωπαΐδος, στην οποία φέρει τον αριθμό 67, συνολικής εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών εξήντα έξι (66), το οποίο εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α Β Γ Δ Α στο από Οκτωβρίου 1985 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Αντωνίου Ζαχαροπούλου, το οποίο έχει προσαρτηθεί στο με αριθμό 11.480/18.10.1985 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Καλλή Μπενάρδου και που ειδικώτερα εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικό γράμματα Α Β Γ Δ Α στο από Οκτώβριο 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Αντωνίου Ζαχαροπούλου, το οποίο έχει προσαρτηθεί στο με αριθμό 62.303/12.10.1992 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά Κωνσταντίνου Γεωργίου Αφάρα στο οποίο σχεδιάγραμμα υπάρχει η υπό του Ν. 651/1977 προβλεπομένη δήλωση ότι το άνω οικόπεδο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως και είναι μη άρτιο, είναι δε οικοδομήσιμο βάσει του Ν. 1337/1983 (άρθρο 25 (Ν. 651/77) και συνορεύει Βόρεια σε πρόσωπο πλευρά Α Δ μέτρων δώδεκα (12) με την οδό Κωπαΐδος πρώην οδό ανώνυμη με αριθμό 15, Νότια σε πλευρά Β Γ μέτρων δώδεκα (12) κατά τον τίτλον κτήσεώς του με ιδιοκτησία αγνώστου γείτονος πριν με οικία Βασιλικής Παπαθεοδώρου και τώρα Φιλανθρωπικού Σωματείου Ορθοδόξων Χριστιανών «Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων», Ανατολικά σε πλευρά Α Β μέτρων πέντε και 05/00 (5,05) με ιδιοκτησία αγνώστου κατά τον τίτλον κτήσεώς του οικίαν Χαραλάμπους Μπατιστάτου και Δυτικά σε πλευρά Α Δ μέτρων πέντε και 0,5 (5,05) με ιδιοκτησία αγνώστου κατά τον τίτλον κτήσεώς του οικόπεδο Όλγας Βολονάση. Το παραπάνω ακίνητο περιήλθε στο Φιλανθρωπικό Σωματείο Ορθοδόξων Χριστιανών «Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων» δυνάμει του με αριθμό 62.30/12.10.1992 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Κωνσταντίνου Γεωργίου Αφάρα, που νόμιμα έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς στον τόμο 968 και με αριθμό 65, εξ αγοράς από τον Ιερό Ναό Αγίων Αναργύρων Καραβά Πειραιώς, στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθμό 11.480/18.10.1985 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Καλλή Μπενάρδου, που νόμιμα έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο 849 και με αριθμό 17 από την Σοφία χήρα Αράμ Νατζαριάν ή Πατακιάν (Σόφκα ΠΑΤΑΚΙΑΝ) το γένος Χαραλάμπους και Βασιλικής Μπατιστάτου, στην οποία είχε περιέλθει λόγω προικός αδιατιμήτου που συστήθηκε σ αυτήν διά τον μετά του συζύγου της Αράμ Νατζαριάν τελεσθέντα γάμον από τον πατέρα της Χαράλαμπο Ανδρέα Μπατιστάτο με το με αριθμό 29/17.2.1925 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά Ευσταθίου Γρίσπου, που νόμιμα έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά, στον οποίο προκοδότη Χαράλαμπο Μπατιστάτο είχε περιέλθει τούτο σε μεγαλύτερη έκταση οικοπέδου από πήχεις τεκτονικούς τετρακόσιους σαράντα ένα (441) με το με αριθμό 28.299/15.12.1915 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά Ιωάννου Αθανασιάδου, που νόμιμα έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο 273 και με αριθμό 180. Η αξία του παραπάνω ακινήτου ανέρχεται σύμφωνα με τον αντικειμενικό προσδιορισμό στο ποσό των δραχμών τριών εκατομμυρίων εκατό χιλιάδων (3.100.000). β) Οικόπεδο μετά των σ αυτό παλαιών κτισμάτων, που βρίσκεται στον Πειραιά, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Πειραιά, της περιφέρειας του ίδιου Δήμου στη θέση Κοκκινάδα, στην οδό Κωπάϊδος στην οποία φέρει τον αριθμό 67, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως μέτρων τετραγωνικών εξήντα δύο (62) ή όσης εκτάσεως και εάν είναι επί τόπου, συνορευόμενο κατά τον τίτλο κτήσεως Ανατολικά με Αγγελική Κουτσούκου, Δυτικά με Κωνσταντίνο Καντά, Βόρεια με Αράμ Ναζαριάν, με το κτήμα του οποίου έχει κοινή είσοδο εκ της άνω οδού Κωπαΐδος αριθμός 67 και Νότια με κτήμα αγνώστου. Ότι το παραπάνω οικόπεδο σύμφωνα με νεώτερη καταμέτρηση είναι εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών εξήντα έξι (66) και εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Β Ε Ζ Γ Β στο από Ιουνίου 1993 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Αντωνίου Ζαχαροπούλου, το οποίο προσαρτάται στο με αριθμό 62.875/9.12.1993 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά Κωνσταντίνου Γεωργίου Αφάρα και στο οποίο σχεδιάγραμμα υπάρχει η υπό του Ν. 651/1977 προβλεπόμενη δήλωση ότι το άνω οικόπεδο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως και είναι μη άρτιο και δεν οικοδομείται βάσει των ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων και συνορεύει σύμφωνα με το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα Βόρεια σε πλευρά Β Γ μέτρων ένδεκα (11) με ιδιοκτησία Φιλανθρωπικού Σωματείου ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΛΕΗΜΩΝ, Νότια σε πλευρά Ε Ζ μέτρων ένδεκα (11) με ιδιοκτησία αγνώστου γείτονος, Ανατολικά σε πλευρά Β Ε μέτρων έξι (6) με ιδιοκτησία αγνώστου και Δυτικά σε πλευρά Γ Ζ μέτρων έξι (6) με ιδιοκτησία αγνώστου. Το παραπάνω ακίνητο περιήλθε στο Φιλανθρωπικό Σωματείο Ορθοδόξων Χριστιανών με την επωνυμία «Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων» δυνάμει του με αριθμό 62.875/9.12.1993 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά Κωνσταντίνου Γεωργίου Αφάρα, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο 985 και με αριθμό 139 εξ αγοράς από τον Ιερό Ναό Αγίων Αναργύρων Καραβά Πειραιώς, στον οποίον περιήλθε με δωρεά «εν ζωή» ισχυρή και αμετάκλητη με το με αριθμό 57.877/13.6.1985 δωρητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά Κωνσταντίνου Γεωργίου Αφάρα, που νόμιμα έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά, από την Ελπινίκη θυγατέρα Σταύρου και Ευμορφίας Ναριτζόγλου, στην οποία είχε περιέλθει με την με αριθμό 2636/30.12.1935 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως του Συμβολαιογράφου Πειραιά Στυλιανού Μιχαήλ Φατσή, που νόμιμα έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά, σε συνδυασμό με τον θάνατο της δωρήτριας επικαρπωτρίας, η οποία πέθανε στον Πειραιά στις 24.12.1992, όπως αυτό προκύπτει από την προσαρτώμενη στο με αριθμό 62.875/9.12.1993 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά Κωνσταντίνου Γεωργίου Αφάρα σε επίσημο απόσπασμα ληξιαρχική πράξη θανάτου του γραφείου Ληξιαρχείου Δήμου Νικαίας. Η αξία του παραπάνω ακινήτου ανέρχεται σύμφωνα με τον αντικειμενικό προσδιορισμό στο ποσό των δραχμών δύο εκατομμυρίων εκατόν δεκατριών χιλιάδων (2.113.000). Τα ανωτέρω ακίνητα υπόσχεται και υποχρεούται ο ιδρυτής να μεταβιβάσει στο διά του παρόντος συνιστάμενο Ίδρυμα αμέσως μετά την νομότυπο σύστασή του, ήτοι αμέσως μετά τη δημοσίευση στο σχετικό Φ.Ε.Κ. του Προεδρικού Διατάγματος που εγκρίνει τη σύσταση του Ιδρύματος και τον Οργανισμό του διά σχετικών συμβολαιογραφικών συμβάσεων σύμφωνα με το άρθρο 113 του Αστικού Κώδικα. 2.Επίσης ο Ιδρυτής διαθέτει στο Ίδρυμα ποσό δραχμών δύο εκατομμυρίων (2.000.000) κατ έτος και επί πέντε έτη. 3.Πόροι του Ιδρύματος είναι τα έσοδα από την ακίνητη και κινητή περιουσία του, καθώς επίσης και τα έσοδα και αποκτήματα που αναφέρονται ειδικώτερα στον Οργανισμό του Ιδρύματος. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ Του στον Πειραιά εδρεύοντος «Ιερού Ησυχαστηρίου Αναστάντος Χριστού». Άρθρο 1ο Ίδρυση και υπόσταση του Ησυχαστηρίου α) Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου Τριάδος συνιστάται ανδρικό μοναστικό κοινοβιακό Ίδρυμα με την επωνυμία «Ιερόν Ησυχαστήριον Αναστάντος Χριστού», το οποίο εδρεύει στην πόλη του Πειραιά και ειδικώτερα στο επί της οδού Κωπαΐδος 67 ακίνητο. β) Σκοπός του Ιδρύματος είναι η άσκηση, ο αγιασμός και η εν Χριστώ τελείωσις των εγκαταβιούντων σ αυτό, με την μελέτη και τήρηση της σωτηριώδους διδασκαλίας και των σεπτών εντολών του Κυρίου και θεού και Σωτήρος Ιησού Χριστού, ως και των αρχών περί μοναχικού βίου και παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας, καθώς αυτές διατυπώθηκαν στη διδασκαλία και οσία βιωτή των Αγίων και θεοφόρων Πατέρων Αυτής. γ) Το Ησυχαστήριο αποτελεί οπωσδήποτε μη κερδοσκοπικό Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, αυτοτελές, αυτοδιοίκητο και ανεξάρτητο. Άρθρο 2 α) Το Ησυχαστήριο υπάγεται εκκλησιαστικά στη δικαιοδοσία της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς και Φαλήρου και τελεί υπό την πνευματική προστασία του αρμοδίου Επισκόπου, με αυτόν δε είναι ενωμένο με την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική του Χριστού Εκκλησία. β) Τα πνευματικά δικαιώματα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς, είναι όλα τα υπό των Ιερών κανόνων καθοριζόμενα: 1.Μνημονεύεται σ όλες τις Ιερές ακολουθίες, όπως ορίζει η τάξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας. 2.Εγκαθιδρύει με την ειδική εκκλησιαστική τελετή τον Ηγούμενο, ο οποίος εκλέγεται από την αδελφότητα. 3.Παρέχει την ευλογία του για την κουρά των δοκίμων, ως μοναχών. 4.Εγκρίνει και τελεί τις χειροτονίες των κληρικών - μελών του Ησυχαστηρίου, μετά από πρόταση του Ηγουμενοσυμβουλίου. 5.Ασκεί πειθαρχικό έλεγχο κατά παντός παρεκτρεπομένου, Κληρικού ή Μοναχού του Ησυχαστηρίου, σύμφωνα πάντοτε με τους Ιερούς Κανόνες και παραπέμπει αυτόν στον αρμόδιο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο. 1)Υπαγωγή του Ησυχαστηρίου σ άλλη εκκλησιαστική δικαιοδοσία κατά νόμιμο και κανονικό τρόπο από οποιαδήποτε αιτία και λόγο είναι δυνατή μόνο, εφόσον θα συναινέσουν τα τρία τέταρτα (3/4) του γενικού συνόλου των μελών του και εφόσον θα διατηρηθεί άθικτος ο χαρακτήρας αυτού, ως αυτοτελούς, αυτοδιοικήτου και ανεξαρτήτου, διαφορετικά αποκλείεται. Άρθρο 3ο | Περί Δοκίμων Μοναχών α) Όποιος επιθυμεί να προσέλθει ως δόκιμος στο Ησυχαστήριο με σκοπό να καταστεί αργότερα μέλος του, πρέπει να είναι ορθόδοξος χριστιανός, να έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του και να είναι άγαμος ή χήρος χωρίς τέκνα ή με τέκνα ενήλικα. Εάν είναι έγγαμος χωρίς τέκνα ή με τέκνα ενήλικα, πρέπει να έχει έγγραφη συγκατάθεση της συζύγου. β) Η πρόσληψη και αποβολή των δοκίμων ανήκουν στην αποκλειστική και ανέλεγκτη αρμοδιότητα και κρίση του Ηγουμενοσυμβουλίου. γ) Η δοκιμασία διαρκεί τουλάχιστον τρία χρόνια. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για τις οποίες προβλέπει ο Ε Κανών της Πρωτοδευτέρας Συνόδου ο χρόνος της δοκιμασίας μπορεί να συντμηθεί μέχρις έξι (6) μήνες, υπό τον όρο ότι ο δόκιμος μοναχός έχει ηλικία τουλάχιστο 23 ετών. δ) Ο Δόκιμος καθίσταται μέλος της Αδελφότητος μόνο με τη μοναχική κουρά, δηλαδή την τέλεση της ακολουθίας του Μικρού ή Μεγάλου Αγγελικού σχήματος. ε) Όταν το Ηγουμενοσυμβούλιο κρίνει ότι έφθασε ο καιρός, για να καρεί ο Δόκιμος Μοναχός, αναφέρεται έγγραφα στον αρμόδιο Επίσκοπο ο οποίος εντός μηνός παρέχει την ευλογία του προς τούτο. Χωρίς απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου αποκλείεται η κουρά σε Μοναχό οποιουδήποτε Δοκίμου. Άρθρο 4 α) Μέλη της Αδελφότητος του Ησυχαστηρίου είναι τόσο οι εγκαταβιούντες σ αυτό Μοναχοί και Κληρικοί, όσο και οι εγγεγραμμένοι μεν εις τα μητρώα του, διαμένοντες όμως προσωρινά εκτός αυτού λόγω αναλήψεως πνευματικής εργασίας στον κόσμο. Τέτοια διακονία μπορεί να αναλάβει Αδελφός μόνον κατόπιν υποδείξεως και συγκαταθέσεως του Ηγουμένου και μετά ευλογία του αρμοδίου Επισκόπου. Μπορεί και ο Ηγούμενος να έχει τέτοια διακονία, ύστερα από συγκατάθεση του Ηγουμενοσυμβουλίου και ευλογία του αρμοδίου Επισκόπου, υπό τον όρο ότι αυτό δεν θα παρακωλύσει την άσκηση των καθηκόντων του, ούτε θα βλάπτει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία του Ησυχαστηρίου. Οι Αδελφοί, που βρίσκονται μέσα στο Ησυχαστήριο ασκούν διάφορα διακονήματα, τα οποία κατανέμονται σ αυτούς από τον Ηγούμενο, ανάλογα προς την ηλικία, τις δυνατότητες και ικανότητες του καθενός. β) Η σειρά των Αδελφών καθορίζεται ιεραρχικά ως εξής: 1. Μεταξύ κληρικών προηγείται ο ανώτερος κατά βαθμό ή οφφίκιο, μεταξύ δε ίσων εκείνος, που έχει τα πρεσβεία της χειροτονίας. 2.Μεταξύ Μοναχών προηγείται εκείνος, που έχει τα πρεσβεία της κουράς 3.Μεταξύ Κληρικών και Μοναχών, προηγούνται οι Κληρικοί. 4.Ο Ηγούμενος και τα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου προηγούνται όλων, ασχέτως ιερατικού βαθμού και ανεξάρτητα με πρεσβεία, κουρά ή χειροτονία. 1)Για να αποχωρήσει οριστικά Αδελφός από το Ησυχαστήριο και να εγγραφεί σε άλλη Μοναστική Αδελφότητα, πρέπει ύστερα από συγκατάθεση και πρόταση του Ηγουμενοσυμβουλίου να λάβει κανονικό Απολυτήριο από τον αρμόδιο Επίσκοπο. (Το ανάλογο ισχύει και για αδελφό άλλου Μοναστικού καθιδρύματος, ο οποίος επιθυμεί να εισέλθει στο Ησυχαστήριο, υπό την απαραίτητη και πάλι προϋπόθεση ότι θα συγκατατεθεί για την εισδοχή του το Ηγουμενοσυμβούλιο, υπό τους όρους τους οποίους αυτό θα ορίσει). Στον απερχόμενο Αδελφό κατ αυτό τον τρόπο το Ηγουμενοσυμβούλιο οφείλει να επιτρέψει να λάβει μαζί του όλα τα είδη προσωπικής του χρήσεως (ιερές εικόνες, βιβλία, ενδύματα, σκεπάσματα, σκεύη κ.λ.π.), τα οποία εισήγαγε κατά την είσοδο του στο Ησυχαστήριο ή απέκτησε αυτά κατόπιν αδείας του Ηγουμενοσυμβουλίου (με δωρεά, κληρονομία κ.λ.π.). Η εν λόγω ή εν μέρει επιστροφή περιουσιακών στοιχείων, τα οποία μεταβιβάσθηκαν παλαιότερα υπ αυτού στο Ησυχαστήριο, ή η καταβολή αποζημιώσεως γι αυτά εναπόκειται στην ελεύθερη και ανεξέλεγκτη κρίση της Αδελφότητος, ο απερχόμενος δε, κανένα δικαίωμα δεν έχει σ αυτά, διότι αποτελεί ήδη περιουσία του Ησυχαστηρίου. 2)Η Αδελφότητα ασκεί τα δικαιώματα, τα οποία ρητώς απονέμονται σ αυτή υπό του παρόντος Οργανισμού. Επίσης αυτή αποφασίζει για κάθε ειδική περίπτωση, που δεν προβλέπεται από τον Οργανισμό, καθώς και για την ερμηνεία ασαφών ενδεχόμενα διατάξεων του. Οι αποφάσεις επί των δύο αυτών θεμάτων λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία του γενικού συνόλου των μελών. 3)Η Αδελφότηταφ συγκαλείται για τους λόγους και κατά τον τρόπο, ο οποίος ορίζεται με τον παρόντα Οργανισμό. 4)Κατά τις συνόδους της Αδελφότητας, απαρτία υπάρχει, εφόσον οι παρόντες στη συνεδρία είναι περισσότεροι των απόντων, εκτός των περιπτώσεων εκείνων για τις οποίες προβλέπεται αυξημένος αριθμός παρόντων. Αν μερικοί από τους απόντες έχουν εξουσιοδοτήσει έγγραφα άλλα μέλη της Αδελφότητος για να ψηφίσουν εξ ονόματός τους, οι εξουσιοδοτήσαντες θεωρούνται ως παρόντες. Κανείς δεν μπορεί να εξουσιοδοτηθεί από περισσότερα των δύο μελών για να εκπροσωπήσει αυτά κατά την ψηφοφορία. 5)Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων και ψηφιζόντων μελών στη συνεδρία, εκτός των περιπτώσεων εκείνων για τις οποίες προβλέπεται υπό του παρόντος Οργανισμού ηυξημένη πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία. Εάν και πάλι προκύψει ισοψηφία, τότε επί φανεράς μεν ψηφοφορίας υπερισχύει η ψήφος του προεδρεύοντος, επί μυστικής δε ψηφοφορίας τίθεται κλήρος. Άρθρο 5ο Περί Διοικήσεως του Ησυχαστηρίου και των Οργάνων αυτού Η Διοίκηση του Ησυχαστηρίου ανήκει κατά μεν τον πνευματικό τομέα στον Ηγούμενο, κατά δε τους λοιπούς τομείς στο Ηγουμενοσυμβούλιο, εκτός των ειδικών εκείνων περιπτώσεων για τις οποίες προβλέπεται υπό του παρόντος αρμοδιότητα της Αδελφότητος. Άρθρο 6 Περί Καθηκόντων του Ηγούμενου α) Ο Ηγούμενος είναι ο Πνευματικός Πατέρας της Αδελφότητος και ασκεί κάθε πνευματική εξουσία σ όλους τους αδελφούς, μέλη του Ησυχαστηρίου και τους δοκίμους κατά τα μοναχικά θέσμια. Παρακολουθεί συνεχώς την πολιτεία κάθε Αδελφού, συμπαραστέκεται, καθοδηγεί, συμβουλεύει, ελέγχει κάθε παράβαση, συμπάσχει με αγάπη με τους τυχόν παρεκτρεπομένους αδελφούς και γενικά μετέρχεται κάθε μέσο, το οποίο τείνει στην κατά Χριστό μόρφωση των Αδελφών. β) Ο Ηγούμενος προΐσταται των συνόδων του Ηγουμενοσυμβουλίου και της Αδελφότητος, εκτός εάν είναι υπό κατηγορία, οπότε προεδρεύει ο εκ των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου που έχει τα πρεσβεία, εφόσον δεν αυτός κωλύεται ο επόμενος και ούτω καθεξής. Εάν κωλύονται όλα τα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου, προεδρεύει της Αδελφότητας ο πρώτος στην τάξη των Αδελφών, εάν δε κωλύεται και αυτός, ο επόμενος και ούτω καθεξής. γ) Ο Ηγούμενος εκπροσωπεί το Ησυχαστήριο ενώπιον παντός Δικαστηρίου και γενικώς ενώπιον πάσης Αρχής και παντός νομικού ή φυσικού προσώπου. δ) Για ειδική υπόθεση ή και κατηγορία υποθέσεων μπορεί με απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου να εκπροσωπήσει το Ησυχαστήριο και οποιοδήποτε μέλος αυτού. Ακόμη και σε δόκιμο μοναχό μπορεί να ανατεθεί η εκπροσώπηση, καθώς και σε Νομικό Σύμβουλο (Δικηγόρο). ε) Ο Ηγούμενος, ως εκπρόσωπος του αρμοδίου Επισκόπου εντός του Ησυχαστηρίου 1 ) Παρέχει στους αδελφούς γραπτή άδεια απουσίας εκτός της περιφερείας στην οποία ανήκει Εκκλησιαστικώς το Ησυχαστήριο (για την εντός της περιφερείας κίνηση αρκεί προφορική άδεια, η οποία είναι απαραίτητη) και 2) Επιτρέπει σε ευλαβείς κληρικούς άλλων εκκλησιαστικών περιφερειών, οι οποίοι έχουν κανονική ιερωσύνη και επισκέπτονται τυχόν το Ησυχαστήριο να ιερουργούν σ αυτό. (Συμπληρωματικώς εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 56 του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος Ν. 590/1977). στ) Σε περίπτωση απουσίας ή ασθενείας αυτού, τον Ηγούμενο, αν δεν έχει ορίσει ο ίδιος αντικαταστάτη οποιονδήποτε από τους Αδελφούς, αναπληρώνει αυτοδίκαια σ όλα, ως τοποτηρητής, ο εκ των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου, που έχει τα πρεσβεία. Εάν κωλύεται ο ίδιος, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου β του παρόντος άρθρου. Ο Τοποτηρητής, είτε οριζόμενος υπό του Ηγουμένου, είτε αναλαμβάνων καθήκοντα αυτοδικαίως κατά την ως άνω διαδικασία, προεδρεύει όχι μόνο της Αδελφότητας, αλλά και του Ηγουμενοσυμβουλίου έστω και αν δεν είναι μέλος του. Άρθρο 7 Περί προσόντων του Ηγουμένου α) Ο Ηγούμενος πρέπει να είναι κληρικός, έχων βαθμόν Πρεσβυτέρου, να διακρίνεται για την ευσέβειά του, την προσήλωση στην Ορθόδοξη Μοναστική παράδοση, το Ορθόδοξο φρόνημα, την αγάπη και φιλαδελφία, την αυταπάρνηση και την εργατικότητα, τις διοικητικές και ποιμαντικές του ικανότητες. Σε περίπτωση απολύτου ανάγκης, ως Ηγούμενος μπορεί να εκλεγεί και Διάκονος ή και απλός Μοναχός, αλλά μόνο για τετραετή θητεία. Η επανεκλογή αυτού επιτρέπεται απεριόριστα. Μετά τη λήξη της τετραετίας διενεργείται νέα εκλογή Ηγουμένου, έστω και αν αυτός χειροτονήθηκε εν τω μεταξύ σε Πρεσβύτερο, εκτός εάν με πρακτικό, το οποίο υπογράφουν τα δύο τρίτα του γενικού συνόλου των μελών της Αδελφότητας υποδειχθεί αυτός ως οριστικός Ηγούμενος. β) Ηγούμενος, που έχει παραιτηθεί ή έχει παυθεί, μπορεί να επανεκλεγεί, εφόσον έχουν εκλείψει οι λόγοι παραιτήσεως ή παύσεως του και εφόσον έχει χηρεύσει η θέση του Ηγουμένου. γ) Κανείς Αδελφός δεν επιτρέπεται να θέτει υποψηφιότητα Ηγουμένου. Δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι έχουν όλα τα τακτικό μέλη του Ησυχαστηρίου. Άρθρο 8 Περί εκλογής Ηγουμένου Ο Ηγούμενος εκλέγεται από την Αδελφότητα του Ησυχαστηρίου σε ειδική σύναξη, η οποία βρίσκεται σε απαρτία, εφόσον παρίστανται τα τρία τέταρτα (3/4) του συνόλου των μελών της, κατά την ακόλουθη διαδικασία: α) Εντός εβδομάδος από του θανάτου ή της παραιτήσεως ή της παύσεως του Ηγουμένου ο Τοποτηρητής, ο οποίος και επέχει θέση Ηγουμένου κατά το διάστημα που μεσολαβεί, συγκαλεί το Ηγουμενοσυμβούλιο, το οποίο μετά τη θεία Λειτουργία συσκέπτεται και ορίζει ημέρα συνόδου των μελών της Αδελφότητος προς εκλογή Ηγουμένου. Η ημέρα της εκλογής δεν πρέπει να απέχει πλέον των είκοσι ημερών από τη σύγκληση του Ηγουμενοσυμβουλίου. β) Η εκλογή γίνεται, μετά τη θεία Λειτουργία, εντός του Ναού, με κλειστές τις θύρες του, ενώπιον της Εφορευτικής Επιτροπής, αποτελουμένης από τον Τοποτηρητή και δύο αδελφούς, του αρχαιοτέρου και νεωτέρου ως προς την τάξη. Χρέη γραμματέως Εφορευτικής επιτροπής εκτελεί ο νεώτερος αδελφός εκ των μελών της. γ) Καθένας ψηφοφόρος καλείται από τον Τοποτηρητή κατά ιεραρχική σειρά, η οποία αρχίζει από τους νεωτέρους και ρίπτει σε σφραγισμένο μικρό κιβώτιο ψηφοδέλτιο, στο οποίο αναγράφεται το όνομα εκείνου, τον οποίον κρίνει κατάλληλο για το αξίωμα του Ηγουμένου και υπογράφει στον καταρτισθέντα από την Εφορευτική Επιτροπή κατάλογο των εκλογέων. Εάν στο ψηφοδέλτιο αναγράφονται περισσότερα από ένα όνομα, τούτο ισχύει για το πρώτο όνομα. δ) Ηγούμενος εκλέγεται ο λαβών την απόλυτη πλειοψηφία των ψηφισάντων. ε) Αν κανένας δεν λάβει την απόλυτη πλειοψηφία επαναλαμβάνεται αμέσως η ψηφοφορία κατά τον ίδιο τρόπο. Αν και πάλι κανένας δεν λάβει αυτήν, διενεργείται και τρίτη ψηφοφορία, οπότε εκλέγεται αυτός που σχετικά πλειοψήφισε. Επί ισοψηφίας θα γίνει κλήρος, αφού αναπεμφθεί ειδική προς τούτο προσευχή. στ) Μετά την εκλογή υπογράφεται πρακτικό από όλα τα παριστάμενα μέλη της Αδελφότητος, ολοκληρουμένης και τελειουμένης έτσι, τυπικά και ουσιαστικά, της διαδικασίας αναδείξεως του Ηγουμένου. Μετά την υπογραφή του πρακτικού και την σχετική ευχαριστήριο προσευχή ο Ηγούμενος αναλαμβάνει έγκυρα την άσκηση των καθηκόντων του. ζ) Μέσα σε πέντε μέρες από της εκλογής το Ηγουμενοσυμβούλιο υποβάλλει έγγραφο στον αρμόδιο Επίσκοπο, με το οποίο αναγγέλεται η εκλογή νέου Ηγουμένου και ζητούνται οι ευλογίες του. Ο Επίσκοπος, εάν θέλει, προβαίνει στη συνέχεια με ειδική τελετή, στην εγκαθίδρυση του νέου Ηγουμένου, σε ημέρα που ορίζεται από τον ίδιο. Η παράλειψη, ή καθυστέρηση αυτής της εγκαθιδρύσεως δεν κλονίζει το κύρος της εκλογής. η) Σε περίπτωση υποβολής ενστάσεων κατά του κύρους της εκλογής, τις εκδικάζει ανέκκλητα, μέσα σε πέντε μέρες από την υποβολή, η Αδελφότητα, η οποία συγκαλείται από το Ηγουμενοσυμβούλιο. Άρθρο 9 α) Ο Ηγούμενος, πλην της ειδικής παραπάνω αναφερομένης περιπτώσεως, της παραγράφου α του άρθρου 7, είναι ισόβιος. Μπορεί να υποβάλει αιτιολογημένη παραίτηση από το αξίωμά του, η οποία όμως πρέπει να γίνει δεκτή με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) της Αδελφότητος. Παύση αυτού χωρεί μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1.Εάν περιπέσει σε αίρεση ή διαπράξει βαριά ηθικά ή κανονικά παραπτώματα. 2.Εάν αποδειχθεί ανεπαρκής ή αδιάφορος για την καλή λειτουργία του Ησυχαστηρίου η παραβιάζει συστηματικά και σκόπιμα τον Οργανισμό και δεν διορθωθεί με δύο γραπτές συστάσεις του Ηγουμενοσυμβουλίου, οι οποίες απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον τρεις μήνες ή εάν αποδεικνύεται η καταδολίευση της περιουσίας του Ησυχαστηρίου. 3.Εάν περιπέσει σε βαρειά και ανίατη ασθένεια, η οποία καθιστά αδύνατη την εκτέλεση των καθηκόντων του. 1)Στην πρώτη περίπτωση εκπίπτει αυτομάτως από το αξίωμα του, αμέσως μόλις καταδικασθεί σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες τελεσίδικα από τα Εκκλησιαστικά δικαστήρια σε ποινή μεγαλύτερη από τρία χρόνια αργία, ή, προκειμένου περί απλού Μοναχού, σε ανάλογο βάρους ποινή. 2)Στη δεύτερη και τρίτη περίπτωση παύεται από την Αδελφότητα με πλειοψηφία τα τρία τέταρτα του γενικού συνόλου των μελών της. Άρθρο 10 Περί εκλογής του Ηγουμενοσυμβουλίου α) Το Ηγουμενοσυμβούλιο αποτελείται από τον Ηγούμενο και δύο μέλη, εφόσον ο αριθμός των μελών της Αδελφότητος δεν είναι ανώτερος του δεκαπέντε, από τον Ηγούμενο δε και τέσσερα μέλη όταν ο αριθμός είναι μεγαλύτερος. β) Η θητεία των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου είναι πενταετής και αρχίζει την 1ην Ιανουαρίου του πρώτου έτους της πενταετίας και λήγει την 31 ην Δεκεμβρίου του πέμπτου έτους της πενταετίας. γ) Η εκλογή προς ανάδειξη μελών του νέου Ηγουμενοσυμβουλίου διεξάγεται κατά μήνα Οκτώβριο ή Νοέμβριο του έτους, κατά το οποίο λήγει η θητεία των μελών του προηγουμένου Ηγουμενοσυμβουλίου. Την ημέρα της εκλογής ορίζει το εν ενεργεία Ηγουμενοσυμβούλιο. δ) Η εκλογή διεξάγεται καθώς και η του Ηγουμένου. Καθένας ψηφοφόρος αναγράφει ονόματα Αδελφών ίσα προς τον προβλεπόμενο αριθμό μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου ή και ολιγώτερα. Εάν ο ψηφοφόρος αναγράφει περισσότερα ονόματα το ψηφοδέλτιο του θεωρείται άκυρο. Όσα διαλαμβάνονται στην παράγραφο γ του άρθρου 7 ισχύουν απολύτως και για τα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου. ε) Την Εφορευτική Επιτροπή αποτελεί ο Ηγούμενος ως πρόεδρος και δύο αδελφοί, ο αρχαιότερος και ο νεώτερος στην τάξη. Χρέη γραμματέως εκτελεί ο νεώτερος αδελφός. στ) Η εκλογή των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου μπορεί να γίνει και με βοή. Με την υπογραφή του Πρακτικού τελειώνεται μεν και ολοκληρώνεται η διαδικασία εκλογής Ηγουμενοσυμβουλίου, τα μέλη όμως αυτής αναλαμβάνουν καθήκοντα μετά την λήξη της θητείας του προηγουμένου Ηγουμενοσυμβουλίου, δηλαδή την πρώτην του προσεχούς Ιανουαρίου. ζ) Εντός πενθημέρου από της εκλογής ο Ηγούμενος υποβάλλει έγγραφο στον αρμόδιο Επίσκοπο, με το οποίο γνωστοποιούνται τα μέλη του αναδειχθέντος νέου Ηγουμενοσυμβουλίου και εκζητούνται οι ευλογίες του. η) Όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 9 περί παύσεως του Ηγουμένου εφαρμόζονται ανάλογα και για τα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου, επίσης και για τις ενστάσεις. Άρθρο 11 α) Το Ηγουμενοσυμβούλιο, προεδρευόμενο από τον Ηγούμενο, ασκεί την διοίκηση του Ησυχαστηρίου σ όλους τους λοιπούς τομείς, εκτός του πνευματικού. Διαχειρίζεται την περιουσία, αποδέχεται ή αποποιείται δωρεές ή κληρονομίες επ ωφελεία απογραφής ή υπό τρόπο, συνάπτει δάνεια, προβαίνει σε αγορές και πωλήσεις οποιασδήποτε αξίας και γενικώς αποφασίζει κυριαρχικά για κάθε υπόθεση και περί πράγματος του Ησυχαστηρίου, εκτός μόνον των ζητημάτων, που υπάγονται στην αρμοδιότητα της Αδελφότητος. Τις συμβάσεις υπογράφει ο Ηγούμενος, κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του Ηγουμενοσυμβουλίου. Έλλειψη εξουσιοδοτήσεως συνεπάγεται ακυρότητα της υπογραφείσης συμβάσεως. β) Το Ηγουμενοσυμβούλιο, μπορεί, εφόσον το κρίνει σκόπιμο να συγκαλεί οποτεδήποτε την Αδελφότητα του Ησυχαστηρίου και να ζητεί συμβουλευτικώς τη γνώμη της σε κάθε θέμα. Η σύγκληση της Αδελφότητας είναι υποχρεωτική για το Ηγουμενοσυμβούλιο, εφόσον ζητηθεί τούτο από το ήμισυ, πλέον ενός των μελών, με έγγραφο, στο οποίο αναφέρονται και οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η σύγκληση. Αν το Ηγουμενοσυμβούλιο δεν συγκαλέσει εντός μηνός από της υποβολής του εγγράφου την Αδελφότητα, αυτή συνέρχεται αυτοδικαίως με φροντίδα των αιτουμένων την σύγκλησή της και μάλιστα του πρώτου στην τάξη εξ αυτών. γ) Το Ηγουμενοσυμβούλιο συντάσσει τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του Ησυχαστηρίου, συνεργαζόμενο μετά των ιδρυτών του και μεριμνά για την πιστή εφαρμογή του. δ) Το Ηγουμενοσυμβούλιο αποφαίνεται, ύστερα από πρόταση του Ηγουμένου περί της χειροτονίας κάποιου μέλους του Ησυχαστηρίου σε Διάκονο ή Πρεσβύτερο. Χωρίς απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου δεν μπορεί να χειροτονηθεί. ε) Το Ηγουμενοσυμβούλιο πρέπει να κινείται μέσα στα πλαίσια του οικονομικού προϋπολογισμού κάθε έτους, τον οποίον έχει εγκρίνει η Αδελφότητα. Επιτρέπονται υπερβάσεις δαπανών μέχρι του είκοσι τοις εκατό (20%) για τα αναγραφόμενα κονδύλια στον προϋπολογισμό, αλλά για μεγαλύτερες υπερβάσεις απαιτείται απόφαση της Αδελφότητας. στ) Το Ηγουμενοσυμβούλιο συνεδριάζει, όποτε κληθεί από τον Ηγούμενο, ή αξιώσουν την σύγκληση αυτού δύο μέλη. Απαρτία υπάρχει εφόσον παρίστανται τρία μέλη. Αν το Ηγουμενοσυμβούλιο είναι τριμελές (Ηγούμενος και δύο μέλη) και απουσιάζει ένα μέλος ή και δύο, λόγω αδείας ή ασθενείας ή υποδικίας ή τιμωρίας ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, καλούνται ως αναπληρωτές από τους αδελφούς κατά την τάξη των πρεσβείων. Σε περίπτωση κατά την οποία το Ηγουμενοσυμβούλιο πρόκειται να αποφασίσει για προσωπική υπόθεση μέλους αυτού ή και αυτού του προέδρου του Ηγουμένου (π.χ. για την χειροτονία του ή για την κάλυψη πνευματικής διακονίας κατά κόσμο ή για την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας κατ αυτού κ.τ.λ.) τότε εκείνος, για τον οποίο θα ληφθεί η απόφαση δεν μετέχει της συνεδριάσεως, τουλάχιστο κατά το αναφερόμενο μέρος στην υπόθεση του, αλλά αντικαθίσταται από τον αναπληρωτή, ως εάν ήταν απών. Οι αποφάσεις του Ηγουμενοσυμβουλίου λαμβάνονται κατά πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Ηγουμένου, ή εφόσον απουσιάζει ο ίδιος, η ψήφος του προεδρεύοντος. Το Ηγουμενοσυμβούλιο τηρεί τα εξής βιβλία: 1·. Μητρώον Μελών (Μοναχολόγιο) και Μητρώο Δοκίμων 2.Βιβλίο Πρακτικών Αδελφότητος 3.Βιβλίο Πρακτικών Ηγουμενοσυμβουλίου 4.Πρωτόκολλο εισαγομένων και εξαγομένων εγγράφων 5.Βιβλίο Ταμείου 6.Βιβλίο κινητής περιουσίας Ησυχαστηρίου 7.Κτηματολόγιο, δηλαδή βιβλίο ακινήτου περιουσίας του Ησυχαστηρίου. Τα τέσσερα πρώτα βιβλία τηρεί ο γραμματέας του Ησυχαστηρίου, ο οποίος παρίσταται στις συνεδρίες του Ηγουμενοσυμβουλίου και αν ακόμη δεν είναι μέλος αυτού, αλλά τότε άνευ ψήφου, τα δε υπόλοιπα τρία ο Οικονόμος (Ταμίας), ο οποίος εκλέγεται απαραιτήτως εκ των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου. Τον Γραμματέα και τον Οικονόμο εκλέγει το Ηγουμενοσυμβούλιο. Ο Ηγούμενος δεν μπορεί να εκλεγεί στα διακονήματα αυτού. Ο Ηγούμενος και ο Οικονόμος κρατούν τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου; ένα διαφορετικό ο καθένας, οι δε εισπράξεις διενεργούνται με διπλότυπες αποδείξεις, οι οποίες φέρουν την υπογραφή του Ηγουμένου και του Οικονόμου. Οι αποδείξεις των κάθε είδους εισπράξεων και δαπανών δεν επιτρέπεται να καταστραφούν πριν παρέλθει πενταετία. Το Ηγουμενοσυμβούλιο μπορεί να προσλάβει και με αμοιβή ως βοηθόν Οικονόμου (λογιστή), πρόσωπο ευσεβές εκτός του Ησυχαστηρίου. Άρθρο 12 α) Πόροι του Ησυχαστηρίου είναι: 1.Η τυχόν περιουσία των μελών του, η οποία από της κουράς τους περιέρχεται στο Ησυχαστήριο. Τούτο γίνεται με προηγούμενη μεταβίβαση υπό την αίρεση της κουράς. Αν κάποιος επιθυμεί προ της κουράς να αποξενωθεί και κατ άλλο τρόπο της περιουσίας του, αυτό είναι απόλυτο δικαίωμά του. Αν μετά την κουρά αποκτήσει κάποιος περιουσία με δωρεά ή κληρονομία οφείλει να την μεταβιβάσει στο Ησυχαστήριο. Κανένα απολύτως μέλος της Αδελφότητος μπορεί να έχει προσωπική περιουσία. 2.Τα έσοδα από εργόχειρα των αδελφών και Δοκίμων. Η εργασία για δικό τους λογαριασμό απαγορεύεται. 3.Οι αποδοχές Αδελφών εργαζομένων τυχόν εκτός αυτού, (σε θέσεις Ιεροκηρύκων, Καθηγητών κ.λπ), αλλά κατοικούντων εις αυτό. 4.Δωρεές, εισφορές, κληρονομίες, κληροδοσίες κ.λ.π. 5.Τα προσφερόμενα στο Ναό του Ησυχαστηρίου. 6.κάθε άλλη πρόσοδος εκ χρηστής και νομίμου πηγής β) Από τους πόρους αυτού του Ησυχαστηρίου μπορεί να δαπανά, κατόπιν αποφάσεως του Ηγουμενοσυμβουλίου για έργα ευποιΐας (βοήθεια πτωχών κ.λ.π.), για την πνευματική τροφοδοσία του λαού καθώς και για έκτακτη πνευματική διακονία του Ησυχαστηρίου, η οποία τυχόν θα εμφανισθεί. 1)Το Ίδρυμα ως προς το διαχειριστικό αυτού μέρος είναι ανεξάρτητο, αδέσμευτο και αυτοτελές. Πλην των Οργάνων του Ησυχαστηρίου τα οποία προβλέπονται από τον Οργανισμό αυτού, δηλαδή το Ηγουμενοσυμβούλιο και την Αδελφότητα, κανείς δεν μπορεί να αναμειγνύεται ή να παρεμβαίνει εις τα οικονομικά του Ησυχαστηρίου και την εν γένει διαχείριση αυτού. Άρθρο 13 Περί μετοχιών α) Το Ησυχαστήριο μπορεί, με πρόταση του Ηγουμενοσυμβουλίου και απόφαση της Αδελφότητας, να ιδρύσει Μετόχια στην ίδια μεν Εκκλησιαστική περιφέρεια μετά από συγκατάθεση του αρμοδίου Επισκόπου, σε άλλη δε περιφέρεια μετά από συγκατάθεση του κατά τόπου Επισκόπου. β) Ναοί ή οικήματα, οπουδήποτε ευρισκόμενα, τα οποία δεν έχουν ιδρυθεί από το Ησυχαστήριο, σύμφωνα με την παραπάνω διαδικασία, αλλά περιήλθαν σ αυτό με δωρεά ή διαθήκη ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, καθίστανται αυτοδίκαια και αυτά Μετόχια του Ησυχαστηρίου. Το Ηγουμενοσυμβούλιο οφείλει να γνωρίσει στον επιχώριο Επίσκοπο την υπαγωγή στο Ησυχαστήριο, οποιουδήποτε Ναού, που βρίσκεται εντός των ορίων της Επισκοπής του, κατά τον παραπάνω τρόπο. γ) Ο,τιδήποτε ισχύει για το κυρίως Ησυχαστήριο, ισχύει απαραλλάκτως και για τα μετόχιά του. Ησυχαστήριο και Μετόχιο απαρτίζουν ένα αδιαίρετο σύνολο και έχουν απόλυτα ενιαία νομική υπόσταση. Τόσο από νομικής, όσο και από εκκλησιαστικής (ιεροκανονικής) πλευράς, τα Μετόχια θεωρούνται ως έδαφος του κυρίως Ησυχαστηρίου. Άρθρο 14 Πειθαρχικός Έλεγχος α) Ο πειθαρχικός έλεγχος ασκείται κατά πρώτο λόγο από τον Ηγούμενο, ο οποίος και επιβάλλει τα επιτίμια μετά διακρίσεως και αγάπης, τα προβλεπόμενα από τους Ιερούς Κανόνες και την Μοναστική Παράδοση, αποβλέποντας πάντοτε στη διόρθωση του σφάλλοντος αδελφού. β) Σε περίπτωση υποτροπής ή βαρυτέρου τυχόν παραπτώματος, τον πειθαρχικό έλεγχο, ασκεί το ηγουμενοσυμβούλιο. γ) Εάν, ό μη γένοιτο, συμβεί παράπτωμα, το οποίο επισύρει και κανονικές κυρώσεις ή απειλεί την εύρυθμη λειτουργία του Ησυχαστηρίου, τότε επιλαμβάνεται του θέματος η Σύναξη της Αδελφότητας. δ) Για τα βαρύτατα κανονικά παραπτώματα επιλαμβάνεται το Εκκλησιαστικό Ποινικό δικαστήριο, όπως προβλέπει ο Νόμος. Άρθρο 15 Φιλοξενία Οι επισκέπτες τυγχάνουν της κατά το δυνατόν καλύτερης υποδοχής και φιλοξενίας, κανείς δεν διανυκτερεύει στο Ησυχαστήριο χωρίς άδεια του Ηγουμένου. Άρθρο 16ο Περί Σφραγίδος Η Σφραγίδα του Ησυχαστηρίου είναι κυκλική και φέρει στο κέντρο την Ιερή εικόνα του Αναστάντος Κυρίου Ιησού Χριστού, γύρω δε απ αυτή, την ένδειξη: «Ιερό Ησυχαστήριο Αναστάντος Χριστού». Άρθρο 17 Περί Πανηγύρεως Το Ησυχαστήριο πανηγυρίζει κατά την Απόδοση της Αγίας και Μεγάλης εορτής του Πάσχα. Άρθρο 18 Μεταβολή Οργανισμού Ο Οργανισμός του Ησυχαστηρίου μπορεί να μεταβληθεί κατά τις μη θεμελιώδεις διατάξεις του, μόνο με συναίνεση των τεσσάρων πέμπτων (4/5) του γενικού συνόλου των μελών της Αδελφότητος. Οι θεμελιώδεις διατάξεις και ιδιαιτέρως οι διατάξεις, που καθιστούν το Ησυχαστήριο αυτοτελές, αυτοδιοίκητο και ανεξάρτητο, ουδέποτε και με κανένα λόγο μεταβάλλονται, αλλά παραμένουν σε ισχύ πάντοτε, θεμελιώδεις διατάξεις είναι εκείνες οι οποίες αναφέρονται στον σκοπό του Ησυχαστηρίου, στο σύστημα διοικήσεως, στον τρόπο οικονομικής διαχειρίσεως και στον τρόπο και τα όργανα ελέγχου των οικονομικών του. Άρθρο 19 Διάλυση Ιδρύματος Το Ησυχαστήριο θεωρείται ότι υφίσταται εν ενεργεία και λειτουργία και αν ακόμη υπολειφθεί εις αυτό και ένας μόνο Αδελφός. Στην περίπτωση αυτή ο εν λόγω Αδελφός αντικαθιστά όλα τα όργανα διοικήσεως του Ησυχαστηρίου, δηλαδή Ηγούμενο, Ηγουμενοσυμβούλιο, Αδελφότητα, χωρίς δικαίωμα εκποιήσεως ακινήτων ή μη αναλωτών κινητών. Αν κανείς Αδελφός υπολειφθεί στο Ησυχαστήριο και παρέλθει πενταετία, χωρίς να ευρεθεί ούτε ένα πρόσωπο, που να επιθυμεί να εγκαταβιώσει σ αυτό, τότε όλη η περιουσία του περιέρχεται, όπου έχει ορίσει με απόφασή της η Αδελφότητα, για να χρησιμοποιηθεί προς εκπλήρωση πνευματικού πάντοτε σκοπού. Εν πάσει δε περιπτώσει, εάν από οποιαδήποτε άλλη αιτία διαλυθεί το Ησυχαστήριο, η περιουσία του περιέρχεται όπου έχει ορισθεί από την Αδελφότητα, κατά την προηγουμένη παράγραφο, ή εν ελλείψει παρόμοιας αποφάσεως, όπου αποφασίσουν οι κατά τον χρόνο της διαλύσεως αποτελούντες την Αδελφότητα αυτού, αποκλεισμένης όμως της διανομής της περιουσίας μεταξύ των μελών της Αδελφότητος, εκκαθαριστές δε της περιουσίας είναι οι σύμφωνα προς τον παρόντα οργανισμό διοικούντες αυτή. Αν δε δεν υπάρξει καμμία απόφαση της Αδελφότητας, παλαιότερη ή πρόσφατη, περί της τύχης της περιουσίας του Ησυχαστηρίου, τότε αυτή περιέρχεται στην αρμόδια Εκκλησιαστική Αρχή, η οποία υποχρεούται στην αρμόδια Εκκλησιαστική Αρχή, η οποία υποχρεούται να χρησιμοποιήσει αυτή για παρόμοιο σκοπό, που έχει εκτεθεί στο όρθρο 1 β του παρόντος. Άρθρο 20 Ειδική Διάταξη Ως πρώτος ισόβιος Ηγούμενος του Ησυχαστηρίου ορίζεται ο Αρχιμανδρίτης Μεθόδιος Κρητικός. Μεταβατική Διάταξη α) Από της ιδρύσεως του Ησυχαστηρίου και μέχρι συγκροτήσεως τριμελούς Αδελφότητας, ο ορισθείς Ηγούμενος Αρχιμανδρίτης Μεθόδιος Κρητικός, θα ασκεί και τα καθήκοντα του Ηγουμενοσυμβουλίου, αντικαθιστών πλήρως όλα τα όργανα διοικήσεως του Ιδρύματος. Ευθύς ως αναδειχθούν τα δύο πρώτα μέλη θα συγκροτήσει με αυτό το πρώτο Ηγουμενοσυμβούλιο προσωρινού χαρακτήρος. β) Οι τρεις αυτοί, Ηγούμενος και προσωρινό μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου, οφείλουν το αργότερο εντός τριών ετών από της αναγνωρίσεως του Ησυχαστηρίου με Προεδρικό διάταγμα, να συγκαλέσουν την Αδελφότητα αυτού προς εκλογή τακτικού Ηγουμενοσυμβουλίου. Η θητεία του προσωρινού Ηγουμενοσυμβουλίου μπορεί να παραταθεί, έως ότου ο αριθμός των συναποτελούντων την Αδελφότητα μελών αυξηθεί σε πέντε τουλάχιστον. Τελική Διάταξη Ο παρών Οργανισμός εγκρίθηκε και επευλογήθηκε από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς κ.κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟ με το προσαρτώμενο στο παρόν υπ αριθμόν 777 της 28.9.93 Αρχιερατικό Γράμμα Αυτού, με το οποίο παρέχεται η κανονική άδεια και συγκατάθεση Του ως Επιχώριου Αρχιερέως, συμφώνως προς τους Ιερούς κανόνας και προς το άρθρο 30 εδ. 10 Ν. 590/77. Το παρόν Ίδρυμα υπόκειται σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 2039/30 ως κοινωφελές στην εποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων. Στον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων, αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος Διατάγματος.
  • Τις διατάξεις: α) Του άρθρου 39 παράγραφος 10 του Ν. 590/77 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α146). β) Των άρθρων 108 και επομένων του Αστικού Κώδικα.
  • Την αριθμ. 13.751/94 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Νικολέττας Δέδε Δανιήλ, με την οποία συνιστάται ανδρικό Ιερό Ησυχαστήριο με την επωνυμία «Ιερόν Ησυχαστήριον Αναστάντος Χριστού» στο Δήμο Πειραιά της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιά.
  • Τη σύμφωνη γνώμη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία ενέκρινε την ίδρυση του Ησυχαστηρίου κατά τη συνεδρία αυτής της 3.3.94, όπως τούτο αναφέρεται στο αριθμ. 498/300/94 έγγραφο της. Με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων,