(1 ) Στοιχειώδη μέτρα καταπολέμησης ορισμένων νόσων των ψαριών, σε συμμόρφωση προς την οδηγία 93/53/ΕΟΚ του Συμβουλίου.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ
. ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1 "(άρθρο 1 οδηγίας 93/53/ΕΟΚ)"
1.  
    Με το παρόν διάταγμα καθορίζονται τα στοιχειώδη μέτρα καταπολέμησης των νόσων των ψαριών που αναφέρονται στο Παράρτημα Α κατάλογοι Ι και ΙΙ της οδηγίας 91/67/ΕΟΚ, (ΕΕL αρ. 46 της 19.2.1991, σελ. 1 ), σε συμμόρφωση προς την οδηγία 93/53/ΕΟΚ της 24ης Ιουνίου 1993 «σχετικά με τη θέσπιση στοιχειωδών κοινοτικών μέτρων για την καταπολέμηση ορισμένων νόσων των ψαριών» (ΕΕ αρ. L 175 της 19.7.1993, σελ. 23).
Άρθρο 2 "Για τους σκοπούς του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται, εφόσον χρειάζεται, οι ορισμοί του άρθρου 2 του Π. Δ/τος 223/1995 (ΦΕΚ 128/Α). Επιπλέον ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:"
1.  
    «Νόσος καταλόγου Ι»: νόσος ψαριών αναφερόμενη στο Παράρτημα Α κατάλογος Ι του Π. Δ/τος 223/1995 (ΦΕΚ 128/Α).
2.  
    «Νόσος καταλόγου ΙΙ»: νόσος ψαριών αναφερόμενη στο Παράρτημα Α κατάλογος ΙΙ του Π. Δ/τος 223/1995.
3.  
    «Ψάρια για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν προσβληθεί»: Τα ψάρια που εμφανίζουν κλινικά συμπτώματα ή μετά θάνατον αλλοιώσεις ή ύποπτες αντιδράσεις στις εργαστηριακές εξετάσεις, από τις οποίες γεννώνται εύλογα υπόνοιες για παρουσία νόσου του καταλόγου Ι ή του καταλόγου ΙΙ
4.  
    «Προσβεβλημένα ψάρια»: Τα ψάρια στα οποία οι νόσοι του καταλόγου Ι ή του καταλόγου ΙΙ έχουν επισήμως βεβαιωθεί κατόπιν εργαστηριακής εξέτασης ή στην περίπτωση της λοιμώδους αναιμίας του σολωμού, κατόπιν κλινικής εξέτασης και μετά θάνατον εξέτασης»
5.  
    «Εκμετάλλευση για την οποία υπάρχουν υπόνοιες μόλυνσης»: Εκμετάλλευση που περιέχει ψάρια για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν προσβληθεί από νόσο
6.  
    «Προσβεβλημένη εκμετάλλευση»: Εκμετάλλευση που περιέχει προσβεβλημένα ψάρια, καθώς και οι εκμεταλλεύσεις που έχουν εκκενωθεί αλλά δεν έχουν ακόμα απολυμανθεί
Άρθρο 3 "Κάθε εκμετάλλευση στην οποία εκτρέφονται ή διατηρούνται ψάρια ευαίσθητα στις νόσους του καταλόγου Ι ή του καταλόγου ΙΙ υποχρεούται:"
1.  
    Να καταγράφεται σε ένα διαρκώς ενημερωμένο μητρώο που τηρείται για το σκοπό αυτό από τη νομαρχιακού επιπέδου κτηνιατρική αρχή του Υπουργείου Γεωργίας στην περιοχή δικαιοδοσίας της οποίας ανήκει
2.  
    Να τηρεί βιβλίο ή μηχανογραφημένο σύστημα καταγραφής:
  1. Των ζωντανών ψαριών, αυγών και γαμετών που εισέρχονται στην εκμετάλλευση με όλα τα στοιχεία τα σχετικά με την παράδοση τους, τον αριθμό ή το βάρος τους, το μέγεθος, την προέλευση και τον προμηθευτή τους
  2. Των ζωντανών ψαριών, αυγών και γαμετών που εξέρχονται από την εκμετάλλευση με όλα τα στοιχεία τα σχετικά με την αποστολή, τον αριθμό ή το βάρος τους, το μέγεθος και τον προορισμό τους,
  3. Της διαπιστωμένης θνησιμότητας.
  4. Το παρόν βιβλίο ή μηχανογραφημένο σύστημα καταγραφής τίθεται στη διάθεση της αρμόδιας κτηνιατρικής αρχής του Υπουργείου Γεωργίας ανά πάσα στιγμή εφόσον ζητηθεί, ενημερώνεται τακτικά και διατηρείται επί τέσσερα έτη.
Άρθρο 4 "(άρθρο 4 οδηγίας 93/53/ΕΟΚ)"
1.  
    Αν σε οποιοδήποτε πρόσωπο γεννηθούν υπόνοιες περί εμφάνισης νόσου του καταλόγου Ι ή του καταλόγου ΙΙ, υποχρεούται να το δηλώσει το συντομότερο δυνατό στην τοπική κτηνιατρική αρχή του Υπουργείου Γεωργίας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ι. ΜΕΤΡΑ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΩΝ ΝΟΣΩΝ ΤΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ Ι
Άρθρο 5
1.  
    Όταν σε εκμετάλλευση υπάρχουν ψάρια για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν προσβληθεί από νόσο του καταλόγου Ι, η αρμόδια τοπική κτηνιατρική αρχή χρησιμοποιεί αμέσως προς επιβεβαίωση ή διάψευση της παρουσίας της νόσου τα υπάρχοντα μέσα επίσημης έρευνας και δη την κλινική εξέταση. Ειδικότερα λαμβάνει ή διατάσσει να ληφθούν δείγματα για εργαστηριακούς ελέγχους.
2.  
    Αμέσως μετά την κοινοποίηση των υπονοιών περί εμφάνισης της νόσου, η νομαρχιακού επιπέδου κτηνιατρική αρχή με απόφασή της, θέτει την εκμετάλλευση υπό επίσημη επιτήρηση και συγκεκριμένα διατάσσει τα ακόλουθα μέτρα:
  1. Την επίσημη καταγραφή όλων των ειδών και κατηγοριών ψαριών.
  2. Για κάθε είδος ή κατηγορία πρέπει να καταγράφεται ο αριθμός των ψαριών που πέθαναν, προσβλήθηκαν ή γεννούν υπόνοιες ότι έχουν προσβληθεί από τη νόσο.
  3. Η κατάσταση πρέπει να τηρείται ενήμερη από τον ιδιοκτήτη ή τον κάτοχο, ώστε να εμφανίζει ακριβώς την αύξηση του ιχθυοπληθυσμού ή τα νέα θανατηφόρα κρούσματα κατά την ύποπτη περίοδο.
  4. Η κατάσταση επιδεικνύεται οσάκις ζητηθεί τα δε στοιχεία που αναγράφονται σ αυτήν πρέπει να ελέγχονται κατά τις πραγματοποιούμενες επιθεωρήσεις.
  5. Την απαγόρευση της εισόδου ή εξόδου από τις εκμεταλλεύσεις οιουδήποτε ψαριού, ζωντανού ή νεκρού, ή αυγού ή γαμέτου χωρίς σχετική έγγραφη άδειά της
  6. Την καταστροφή των νεκρών ψαριών ή των παραπροϊόντων τους υπό την επίβλεψή της
  7. Την απαγόρευση εισόδου ή εξόδου ζωοτροφών, σκευών, αντικειμένων και λοιπών ουσιών όπως απορριμμάτων, μέσω των οποίων μπορεί να μεταδοθεί η νόσος.
  8. Η είσοδος ή έξοδος επιτρέπεται μόνο με έγγραφη άδεια της αρμόδιας Κτηνιατρικής αρχής, εφόσον παραστεί ανάγκη και επιβληθούν όροι για την πρόληψη της μετάδοσης του παθογόνου παράγοντα.
  9. Την απαγόρευση μετακίνησης προσώπων από ή προς την εκμετάλλευση.
  10. Επιτρέπεται μόνο κατόπιν έγγραφης άδειας της.
  11. Την απαγόρευση της εισόδου και εξόδου οχημάτων στην ή από την εκμετάλλευση.
  12. Επιτρέπεται μόνο κατόπιν έγγραφης αδείας της με την οποία επιβάλλονται όροι για την πρόληψη της μετάδοσης του παθογόνου παράγοντα.
  13. Τη χρήση κατάλληλων μέσων απολύμανσης στην είσοδο και έξοδο από την εκμετάλλευση
  14. Την πραγματοποίηση επιζωοτιολογικής έρευνας, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του παρόντος Δ/τος
  15. Τη θέση υπό την επιτήρηση της όλων των εκμεταλλεύσεων που βρίσκονται στην ίδια λεκάνη απορροής ή στην ίδια παράκτια ζώνη και την απαγόρευση της εξόδου από αυτές ψαριών, αυγών ή γαμετών χωρίς της άδεια της.
  16. Όταν η λεκάνη απορροής ή η παράκτια ζώνη έχει μεγάλη έκταση, η νομαρχιακού επιπέδου κτηνιατρική αρχή μπορεί να αποφασίζει την εφαρμογή του μέτρου αυτού σε μικρότερη έκταση, γειτονική της ύποπτης εκμετάλλευσης, εφόσον κρίνει ότι η εν λόγω έκταση παρουσιάζει τις καλύτερες δυνατές εγγυήσεις ότι θα αποφευχθεί η εξάπλωση της νόσου.
  17. Αν παραστεί ανάγκη, η αρμόδια κεντρική Δ/νση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Γεωργίας σε συνεργασία με την τοπική κτηνιατρική αρχή, ενημερώνει τις επίσημες αρχές των γειτονικών κρατών-μελών ή τρίτων χωρών για το ύποπτο περιστατικό.
  18. Στην περίπτωση αυτή η αρμόδια κεντρική Δ/νση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Γεωργίας σε συνεργασία με τις επίσημες αρχές των γειτονικών κρατών λαμβάνουν κοινά μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
3.  
    Μέχρις ότου τεθούν σε ισχύ τα παρόντα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος ψαριών για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν προβληθεί από την νόσο, λαμβάνει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα εφαρμογής της παραγράφου 2, πλην των σημείων (η) και (θ)
4.  
    Τα μέτρα της παραγράφου 2 αίρονται μόνον όταν οι υπόνοιες για τη νόσο αποδειχθούν επισήμως αβάσιμες. Οι αποφάσεις επιβολής ή άρσης των μέτρων που επιβάλλει η νομαρχιακού επιπέδου κτηνιατρική αρχή κοινοποιούνται στην αρμόδια κεντρική Δ/νση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Γεωργίας, το ταχύτερο δυνατόν.
Άρθρο 6 "(άρθρο 6 οδηγίας 93/53/ΕΟΚ)"
1.  
    Μόλις επιβεβαιωθεί επίσημα η εμφάνιση νόσου του καταλόγου Ι, η νομαρχιακού επιπέδου κτηνιατρική αρχή επιπλέον των μέτρων που απαριθμούνται στο άρθρο 5 παράγραφος 2, με συμπληρωματική απόφασή της, διατάσσει τα ακόλουθα μέτρα: α) Στην προσβεβλημένη εκμετάλλευση: -αποσύρονται αμέσως όλα τα ζώα, -σε περίπτωση χερσαίων ιχθυοτροφικών εκμεταλλεύσεων αποστραγγίζονται όλα τα υδροστάσια προκειμένου να καθαρισθούν και απολυμανθούν. -όλα τα αυγά και γαμέτες, τα νεκρά ψάρια και τα ζωντανά ψάρια που εμφανίζουν κλινικά συμπτώματα της νόσου θεωρούνται ως υλικό υψηλού κινδύνου και καταστρέφονται υπό τον έλεγχο της αρμόδιας τοπικής κτηνιατρικής αρχής, σύμφωνα με το Π. Δ/γμα 243/1993 (ΦΕΚ 107/Α). -Όλα τα ζωντανά ψάρια, είτε θανατώνονται και καταστρέφονται υπό τον έλεγχο της αρμόδιας τοπικής κτηνιατρικής αρχής, σύμφωνα με το Π. Δ/γμα 243/1993, είτε αν πρόκειται για ψάρια με εμπορεύσιμο μέγεθος και χωρίς κανένα κλινικό σύμπτωμα νόσου, θανατώνονται υπό τον έλεγχο της προκειμένου να διατεθούν στο εμπόριο ή να μεταποιηθούν για την ανθρώπινη διατροφή. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, η αρμόδια τοπική κτηνιατρική αρχή μεριμνά ώστε τα ψάρια να θανατώνονται και να εκσπλαχνίζονται αμέσως υπό συνθήκες που εμποδίζουν την μετάδοση παθογόνων παραγόντων, τα απορρίμματα και τα παραπροϊόντα θεωρούμενα ως υλικά υψηλού κινδύνου, να υποβάλλονται σε επεξεργασία για την καταστροφή των παθογόνων παραγόντων, σύμφωνα με το Π. Δ/γμα 243/1993 και τα λύματα να υποβάλλονται σε επεξεργασία που αδρανοποιεί τους τυχόν εμπεριεχόμενους παθογόνους παράγοντες. -μετά την απομάκρυνση των ψαριών, αυγών και γαμετών, τα υδροστάσια, ο εξοπλισμός και κάθε ουσία που έχει ενδεχομένως μολυνθεί, καθαρίζονται και απολυμαίνονται το ταχύτερο σύμφωνα με τις οδηγίες της τοπικής κτηνιατρικής αρχής, ώστε να εξουδετερωθεί κάθε κίνδυνος μετάδοσης ή επιβίωσης του νοσογόνου παράγοντα. -όλες οι δυνάμενες να μεταδώσουν τη νόσο ουσίες, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 παρ. 2 σημείο (δ), καταστρέφονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία η οποία καταστρέφει οιονδήποτε ενυπάρχοντα παθογόνο παράγοντα. -πραγματοποιείται επιζωοτιολογική έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1, τηρουμένου του άρθρου 8 παρ. 4 του παρόντος Δ/τος. Η έρευνα περιλαμβάνει δειγματοληψία για εργαστηριακή εξέταση. β) όλες οι εκμεταλλεύσεις που βρίσκονται στην ίδια λεκάνη απορροής ή παράκτια ζώνη με την προσβεβλημένη εκμετάλλευση υποβάλλονται σε υγειονομικές επιθεωρήσεις. Αν το αποτέλεσμα των επιθεωρήσεων αυτών είναι θετικό, εφαρμόζονται τα μέτρα που προβλέπονται στο σημείο (α) του παρόντος άρθρου. γ) επιτρέπει την επανασύσταση του ιχθυοπληθυσμού της εκμετάλλευσης, εφόσον το αποτέλεσμα της επιθεώρησης των εργασιών καθαρισμού και απολύμανσης αποβεί ικανοποιητικό και αφού παρέλθει επαρκές, κατά την κρίση της, χρονικό διάστημα για την πλήρη εξάλειψη του παθογόνου παράγοντα και οποιασδήποτε άλλης πιθανής εστίας μόλυνσης στην προσβεβλημένη λεκάνη απορροής. δ) εάν για την εφαρμογή των μέτρων που περιγράφονται στο άρθρο 5 παρ. 2 σημεία (α), (β), (γ) και (δ) απαιτείται συνεργασία των επίσημων αρχών και άλλων γειτονικών κρατών, η αρμόδια κεντρική Δ/νση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Γεωργίας μετά από συνεργασία με την τοπική κτηνιατρική αρχή μεριμνούν για την εφαρμογή των μέτρων του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 7 "(άρθρο 7 οδηγίας 93/53/ΕΟΚ)"
1.  
    Εάν για μη εκτρεφόμενα ψάρια που δεν ανήκουν σε εκμετάλλευση καθώς και για τα ψάρια των πάσης φύσεως λιμνών ή άλλων εγκαταστάσεων ερασιτεχνικής αλιείας ή εγκαταστάσεων, όπου διατηρούνται διακοσμητικά ψάρια, γεννηθούν υπόνοιες ότι έχουν προσβληθεί από νόσο, ή εάν τα ψάρια αυτά έχουν όντως προσβληθεί, η νομαρχιακού επιπέδου κτηνιατρική αρχή λαμβάνει με απόφαση της Τα προβλεπόμενα από το παρόν Δ/γμα μέτρα και ενημερώνει την αρμόδια κεντρική Δ/νση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Γεωργίας, η οποία με τη σειρά της ενημερώνει την Επιτροπή των Ε. Κ.
Άρθρο 8
1.  
    Η επιζωοτιολογική έρευνα αφορά: -το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η νόσος πιθανόν να ενδημούσε στην εκμετάλλευση μέχρις ότου κοινοποιηθεί η παρουσία της ή γεννηθούν υπόνοιες για την παρουσία της. -την πιθανή προέλευση της νόσου εντός της εκμετάλλευσης και τον εντοπισμό και άλλων εκμεταλλεύσεων στις οποίες υπάρχουν αυγά, γαμέτες και ψάρια ευαίσθητων ειδών που ενδέχεται να έχουν μολυνθεί. -τις μετακινήσεις των ψαριών, αυγών ή γαμετών, των προσώπων, των οχημάτων και των ουσιών που ενδέχεται να μεταδώσουν το νοσογόνο παράγοντα από ή προς την εν λόγω εκμετάλλευση. -ενδεχομένως, την παρουσία και τη γεωγραφική κατανομή των φορέων της νόσου.
2.  
    Αν η επιζωοτιολογική έρευνα αποκαλύψει ότι η νόσος μπορεί να έχει εισαχθεί από άλλη λεκάνη απορροής ή από άλλη παράκτια ζώνη ή να έχει μεταδοθεί σε άλλη λεκάνη απορροής ή σε άλλη παράκτια ζώνη κατόπιν επαφής λόγω μετακίνησης προσώπων ή ψαριών ή αυγών ή γαμετών ή ζώων ή οχημάτων ή με άλλο τρόπο, οι εκμεταλλεύσεις που βρίσκονται σ αυτές τις λεκάνες απορροής και παράκτιες ζώνες θεωρούνται ύποπτες ζώνες και εφαρμόζονται τα μέτρα που καθορίζονται στο άρθρο 5 του παρόντος. Σε περίπτωση επιβεβαίωσης της νόσου εφαρμόζονται τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 6 του παρόντος Δ/τος.
3.  
    Αν από την επιζωοτιολογική έρευνα προκύψει ότι είναι απαραίτητη η συνεργασία με τις επίσημες αρχές άλλων κρατών μελών, η αρμόδια κεντρική Δ/νση Κτηνιατρικής του Υπ. Γεωργίας με την τοπική κτηνιατρική αρχή και την αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την τήρηση των διατάξεων του παρόντος Δ/τος.
4.  
    Για τον πλήρη συντονισμό όλων των μέτρων που απαιτούνται προκειμένου να εξαλειφθεί η νόσος τελείως και το ταχύτερο δυνατόν και για τη διεξαγωγή της επιζωοτιολογικής έρευνας συνιστάται ειδική ομάδα έκτακτης ανάγκης. Τα μέλη που απαρτίζουν την ομάδα καθώς και οι κανόνες λειτουργίας της, οι οποίοι πρέπει να είναι σύμφωνοι με τους γενικούς κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με την κοινοτική διαδικασία, καθορίζονται με απόφαση της αρμόδιας κεντρικής Δ/νσης Κτηνιατρικής του Υπουργείου Γεωργίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
V. ΜΕΤΡΑ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΩΝ ΝΟΣΩΝ ΤΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ ΙΙ
Άρθρο 9
1.  
    Σε περίπτωση υποψίας ή και επιβεβαίωσης παρουσίας μιας νόσου του καταλόγου ΙΙ σε εγκεκριμένη ζώνη ή σε εγκεκριμένη εκμετάλλευση που βρίσκεται σε μη εγκεκριμένη ζώνη διενεργείται επιζωοτιολογική έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος Δ/τος. Η αποκατάσταση του χαρακτηρισμού τους γίνεται· σύμφωνα με τις διατάξεις του Π. Δ/τος 223/1995 (ΦΕΚ 128/Α) και εφόσον πληρούνται οι διατάξεις των παραρτημάτων Β και Γ του εν λόγω διατάγματος.
2.  
    Εάν η επιζωοτιολογική έρευνα αποκαλύψει ότι η ασθένεια μπορεί να έχει εισαχθεί από εγκεκριμένη ζώνη ή άλλη εγκεκριμένη εκμετάλλευση ή ότι μπορεί να έχει μεταδοθεί σε άλλη εγκεκριμένη εκμετάλλευση λόγω μετακίνησης ψαριών, αυγών, ή γαμετών, οχημάτων, προσώπων ή με άλλο τρόπο, οι εν λόγω ζώνες ή εκμεταλλεύσεις θεωρούνται ύποπτες και εφαρμόζονται σ αυτές τα μέτρα του άρθρου 5 του παρόντος Δ/τος. Η αρμόδια τοπική κτηνιατρική αρχή ενημερώνει σχετικά την αρμόδια τοπική κτηνιατρική αρχή της εκμετάλλευσης καταγωγής ή προορισμού.
3.  
    Η νομαρχιακού επιπέδου κτηνιατρική αρχή μπορεί να επιτρέψει την πάχυνση των προς θανάτωση ψαριών μέχρις ότου αποκτήσουν το κατάλληλο για εμπορία μέγεθος
Άρθρο 10
1.  
    Όταν σε μια μη εγκεκριμένη εκμετάλλευση που βρίσκεται σε μη εγκεκριμένη ζώνη υπάρχουν ψάρια για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν προσβληθεί από νόσο του καταλόγου ΙΙ, η νομαρχιακού επιπέδου κτηνιατρική αρχή υποχρεούται:
  1. Να λαμβάνει αμέσως τα επίσημα μέτρα έρευνας, στα οποία συμπεριλαμβάνεται αν απαιτείται, η λήψη δειγμάτων προς εξέταση από εγκεκριμένο εργαστήριο, προς επιβεβαίωση ή διάψευση της παρουσίας της νόσου
  2. Να διενεργεί ή να αναθέτει τη διενέργεια επίσημης απογραφής των προσβεβλημένων εκμεταλλεύσεων, η απογραφή αυτή πρέπει να ενημερώνεται τακτικά
  3. Να θέτει ή να διατάσσει να τεθούν οι προσβεβλημένες εκμεταλλεύσεις υπό επίσημη επιτήρηση, ώστε να εξασφαλίζεται ότι από αυτές, και κατά παρέκκλιση του άρθρου 3 παρ. 1 σημείο (γ) του Π. Δ/τος 223/1995, (ΦΕΚ 128/Α), επιτρέπονται μόνον οι μετακινήσεις ζώντων ψαριών, αυτών ή γαμετών που προορίζονται είτε για άλλες εκμεταλλεύσεις προσβεβλημένες από την ίδια νόσο, είτε για θανάτωση με σκοπό την ανθρώπινη κατανάλωση.
2.  
    Η νομαρχιακού επιπέδου κτηνιατρική αρχή σε συνεργασία με την αρμόδια κεντρική Δ/νση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Γεωργίας μπορεί να εφαρμόζει προαιρετικό ή υποχρεωτικό πρόγραμμα εξάλειψης των νόσων του καταλόγου ΙΙ στις μη εγκεκριμένες εκμεταλλεύσεις ή ζώνες, για συγκεκριμένη περίοδο. Κατά την περίοδο αυτή απαγορεύεται να εισάγονται σε ζώνη ή σε εκμετάλλευση, στην οποία εφαρμόζεται το πρόγραμμα αυτό ζώντα ψάρια, αυγά ή γαμέτες από προσβεβλημένες εκμεταλλεύσεις ή εκμεταλλεύσεις άγνωστου υγειονομικού χαρακτηρισμού. Τα προγράμματα που καταρτίζονται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή από τις νομαρχιακού επιπέδου κτηνιατρικές αρχές πρέπει να πληρούν τα γενικά κριτήρια που θεσπίζονται σύμφωνα με κοινοτική διαδικασία και να υποβάλλονται στην αρμόδια κεντρική Δ/νση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Γεωργίας. Η αρμόδια κεντρική Δ/νση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Γεωργίας, αφού ελέγξει την πληρότητά τους, εισηγείται στην αρμόδια Επιτροπή των Ε.Κ., την έγκριση τους. Τα προγράμματα που εγκρίνονται τίθενται σε εφαρμογή με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μετά το χρόνο λήξης εφαρμογής του προγράμματος, η νομαρχιακού επιπέδου κτηνιατρική αρχή κοινοποιεί τα σχετικά αποτελέσματα στην αρμόδια κεντρική Δ/νση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Γεωργίας, η οποία με τη σειρά της ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη στο πλαίσιο της μόνιμης κτηνιατρικής Επιτροπής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ι. ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 11
1.  
    Οι δειγματοληψίες και οι εργαστηριακές εξετάσεις για την ανίχνευση των νόσων των καταλόγων Ι και ΙΙ πραγματοποιούνται με μεθόδους καθοριζόμενες με την διαδικασία του άρθρου 15 του Π. Δ/τος 223/1995 (ΦΕΚ 128/Α).
2.  
    Οι εξετάσεις για την ανίχνευση της νόσου ή των παθογόνων παραγόντων διεξάγονται σε εργαστήριο εγκεκριμένο από την αρμόδια κεντρική Δ/νση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Γεωργίας. Αν παραστεί ανάγκη, ιδιαίτερα δε κατά την πρώτη εμφάνιση μιας νόσου, οι εργαστηριακές αυτές εξετάσεις πρέπει να προσδιορίζουν τον τύπο, την υποδιαίρεση τύπου ή την παραλλαγή του παθογόνου παράγοντα. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να επιβεβαιώνονται από το εθνικό εργαστήριο αναφοράς και, αν χρειάζεται, μπορεί να επιβεβαιώνονται από το κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς που αναφέρεται στο παράρτημα Β του παρόντος.
Άρθρο 12
1.  
    Το εθνικό εργαστήριο αναφοράς που ορίζεται στο παράρτημα Α του παρόντος, πρέπει να διαθέτει εγκαταστάσεις και ειδικευμένο προσωπικό
2.  
    Το εθνικό εργαστήριο είναι υπεύθυνο για το συντονισμό των κανόνων και μεθόδων διάγνωσης καθώς και τη χρήση των αντιδραστηρίων
3.  
    Το εθνικό εργαστήριο είναι επίσης υπεύθυνο για το συντονισμό των κανόνων και των διαγνωστικών μεθόδων που καθορίζονται από κάθε διαγνωστικό εργαστήριο για τη συγκεκριμένη νόσο στη χώρα. Για το λόγο αυτό: -μπορεί να προμηθεύει διαγνωστικά αντιδραστήρια στα εγκεκριμένα εργαστήρια, -ελέγχει την ποιότητα όλων των διαγνωστικών αντιδραστηρίων που χρησιμοποιούνται στη χώρα, -διενεργεί περιοδικούς συγκριτικούς ελέγχους, -διατηρεί απομονώματα του παθογόνου παράγοντα της νόσου που προέρχεται από επαληθευμένα κρούσματα στη χώρα, -εξασφαλίζει την επαλήθευση των θετικών αποτελεσμάτων που λαμβάνονται στα εγκεκριμένα διαγνωστικά εργαστήρια.
4.  
    Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1 και εφόσον το εθνικό εργαστήριο αναφοράς δεν διαθέτει μεθόδους διάγνωσης μιας συγκεκριμένης νόσου, μπορεί να προσφεύγει στις υπηρεσίες του αρμόδιου εργαστηρίου άλλου κράτους μέλους, τα οποία ορίζονται στο παράρτημα Α του παρόντος Δ/τος.
5.  
    Το εθνικό εργαστήριο αναφοράς συνεργάζεται με το κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς που αναφέρεται στο Παράρτημα Β του παρόντος
Άρθρο 13 "(άρθρο 13 οδηγίας 93/53/ΕΟΚ)"
1.  
    Το Κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς για τις νόσους των ψαριών αναφέρεται στο Παράρτημα Β και οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα αυτού αναφέρονται στο Παράρτημα Γ του παρόντος Δ/τος
Άρθρο 14 "(άρθρο 14 οδηγίας 93/53/ΕΟΚ)"
1.  
    Απαγορεύεται ο εμβολιασμός κατά των νόσων του καταλόγου ΙΙ στις εγκεκριμένες ζώνες ή στις εγκεκριμένες εκμεταλλεύσεις που βρίσκονται σε μη εγκεκριμένες ζώνες, και στις ζώνες ή εκμεταλλεύσεις που έχουν ήδη κινήσει τις διαδικασίες έγκρισης που προβλέπονται στο Π. Δ/γμα 223/1995 (ΦΕΚ 128/Α) καθώς και ο εμβολιασμός κατά των νόσων του καταλόγου Ι.
Άρθρο 15
1.  
    Η αρμόδια κεντρική Δ/νση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Γεωργίας καταρτίζει σχέδιο επέμβασης για την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στο παρόν διάταγμα σε περίπτωση εκδήλωσης μιας από τις νόσους του καταλόγου Ι. Το σχέδιο επέμβασης πρέπει να εξασφαλίζει την πρόσβαση στις εγκαταστάσεις, στους εξοπλισμούς, στο προσωπικό και σε οποιοδήποτε άλλο φορέα αναγκαίο για τη γρήγορη και αποτελεσματική εξάλειψη της επιδημίας.
2.  
    Τα γενικά κριτήρια βάσει των οποίων καταρτίζονται τα σχέδια επέμβασης, αναγράφονται στο Παράρτημα Δ του παρόντος
3.  
    Τα σχέδια που καταρτίζονται βάσει των κριτηρίων του Παραρτήματος Δ υποβάλλονται στην Επιτροπή των Ε.Κ., εγκρίνονται, τροποποιούνται ή συμπληρώνονται σύμφωνα με την κοινοτική διαδικασία και τίθενται σε εφαρμογή με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρο 16 "(άρθρο 16 οδηγίας 93/53/ΕΟΚ)"
1.  
    Εφόσον παρίσταται ανάγκη οι αρμόδιες Κτηνιατρικές αρχές του Υπουργείου Γεωργίας παρέχουν κάθε αναγκαία συνδρομή στους πραγματογνώμονες της Επιτροπής που πραγματοποιούν επιτόπιους ελέγχους στην Ελλάδα για να εξακριβώσουν την τήρηση των διατάξεων του παρόντος Δ/τος
Άρθρο 17 "(άρθρο 17 οδηγίας 93/53/ΕΟΚ)"
1.  
    Οι παραβάτες των διατάξεων του παρόντος Δ/τος τιμωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 23 του Ν. 248/1914 (ΦΕΚ 110/Α), όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο πρώτο του Νο. 4085/1960 (ΦΕΚ 110/Α).
Άρθρο 18
1.  
(Παραρτήματα Α, Β, Γ και Δ οδηγίας 93/53/ΕΟΚ)Παρατίθενται κατωτέρω τα Παραρτήματα Α, Β, Γ και Δ τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του παρόντος και έχουν ως ακολούθως: ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α ΕΘΝΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΟΣΟΥΣ ΤΩΝ ΨΑΡΙΩΝ Βέλγιο: ΙΝSΤΙΤUΤ ΝΑΤΙΟΝΑL DΕ RΕCΗΕRCΗΕS VΕΤΕRΙΝΑΙRΕS GRΟSΕLΕΝΒΕRG 99, Β-1180 ΒRUΧΕLLΕS. Δανία: SΤΑΤΕΝS VΕΤΕRΙΝΑΕRΕ SΕRUΜLΑΒΟRΑΤΟRΙUΜ LΑΝDΒRUGSΜΙΝΙSΤΕRΙΕΤ ΗΑΝGΟVΕJ 2 DΚ-8200 ΑΑRΗUS Ν. Γερμανία: ΒUΝDΕSFΟRSCΗUΝGSΑΝSΤΑLΤ FUR VΙRUSΚRΑΝΚΗΕΙΤΕΝ DΕR ΤΙΕRΕ ΑΝSΤΑLΤSΤΕΙL ΙΝSΕL RΙΕΜS D-2201 ΙΝSΕL RΙΕΜS. Ελλάδα: Εργαστήριο Ιχθυοπαθολογίας και Βιοπαθολογίας Υδρόβιων Οργανισμών, Κέντρο Κτηνιατρικών Ιδρυμάτων Αθηνών, Ινστιτούτο Λοιμωδών και Παρασιτικών Νοσημάτων, Νεαπόλεως 25, Αγία Παρασκευή Αττικής, GR -15310-Αθήνα. Ισπανία: LΑΒΟRΑΤΟRΙΟ DΕ SΑΝΙDΑD Υ ΡRΟDUCΤΙΟΝ ΑΝΙΜΑL DΕ ΑLGΕΤΕ Ε-ΜΑDRΙD. Γαλλία: CΕΝΤRΕ ΝΑΤΙΟΝΑL DΕΤUDΕS VΕΤΕRΙΝΑΙRΕS ΕΤ ΑLΙΜΕΝΤΑΙRΕS LΑΒΟRΑΤΟΙRΕ CΕΝΤRΑL DΕ RΕCΗΕRCΗΕS VΕΤΕRΙΝΑΙRΕS 22, RUΕ ΡΙΕRRΕ CURΙΕ, ΒΡ 67, F - 94703 ΜΑΙSΟΝS - ΑLFΟRΤ CΕDΕΧ. Ιρλανδία: FΙSΗΕRΙΕS RΕSΕΑRCΗ CΕΝΤRΕ, ΑΒΒΟΤSΤΟWΝ, CΑSΤLΕΚΝΟCΚ, ΙRL - DUΒLΙΝ 15. Ιταλία:ΙΝSΤΙΤUΤΟ ΖΟΟΡRΟFΙLΑΤΙCΟSΡΕRΙΜΕΝΤΑLΕ DΕLLΕ VΕΝΕΖΙΕ SΕΖΙΟΝΕ DΙΑGΝΟSΤΙCΑ Dl ΒΑSΑLDΕLLΑ Dl CΑΜΡΟFΟRΜΙDΟ LΑΒΟRΑΤΟRΙΟ DΙ ΙΤΤΙΟΡΑΤΟLΟGΙΑ, VΙΑ DΕLLΑ RΟGGΙΑ 92,1-33030 ΒΑSΑL-DΕLLΑ Dl CΑΜΡΟFΟRΜΙDΟ (UDΙΝΕ). Λουξεμβούργο: ΙΝSΤΙΤUΤ ΝΑΤΙΟΝΑL DΕ RΕCΗΕRCΗΕS VΕΤΕRΙΝΑΙRΕS, GRΟΕSΕLΕΝΒΕRG 99, Β - 1180 ΒRUΧΕLLΕS. Κάτω Χώρες: CΕΝΤRΑΑL DΙΕRGΕΝΕΕSΚUΝDΙG ΙΝSΤΙΤUΤ, ΗΟΟFDGΕΒΟUW, ΕDΕLΗΕRΤWΕG 15, 8219 ΡΗ LΕLΥSΤΑD, ΡΟSΤΒUS 65, ΝL - 8200 ΑΒ LΕLΥSΤΑD. CΕΝΤRΑΑL DΙΕRGΕΝΕΕSΚUΝDΙG ΙΝSΤΙΤUUΤ VΕSΤΙGΙΝG VΙRΟLΟGΙΕ, ΗΟUΤRΙΒWΕG 39, 8221 RΑ LΕLΥSΤΑD ΡΟSΤΒUSΖ 365, ΝL - 8200 ΑJ LΕLΥSΤΑD. Πορτογαλία: LΑΒΟRΑΤΟRΙΟ ΝΑCΙΟΝΑL DΕ ΙΝVΕSΤΙGΑCΑΟ VΕΤΕRΙΝΑRΙΑ ΕSΤRΑDΑ DΕ ΒΕΝFΙCΑ 701, Ρ -1500 LΙSΒΟΑ. Ηνωμένο Βασίλειο: FΙSΗ DΙSΕΑSΕ LΑΒΟRΑΤΟRΥ, 14 ΑLΒΑΝΥ RΟΑD, GRΑΝΒΥ ΙΝDUSΤRΙΑL SΙΤΕ, WΕΥΜΟUΤΗ, UΚ - DΟRSΕΤ DΤ4 9ΤU. ΤΗΕ ΜΑRΙΝΕ LΑΒΟRΑΤΟRΥ, ΡΟ ΒΟΧ 101, VΙCΤΟRΙΑ RΟΑD, UΚ - ΑΒΕRDΕΕΝ ΑΒ9 8DΒ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΟΣΟΥΣ ΤΩΝ ΨΑΡΙΩΝ SΤΑΤΕΝS VΕΤΕRΙΝΑΕRΕ SΕRUΜLΑΒΟΤΟRΙUΜ, LΑΝDΒRUGSΜΙΝΙSΤΕRΙΕΤ, ΗΑΝGΟVΕJ 2, DΚ - 8200 ΑΑRΗUS Ν, Δανία. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΟΣΟΥΣ ΤΩΝ ΨΑΡΙΩΝ Το κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς για τις νόσους των καταλόγων Ι και ΙΙ έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες και καθήκοντα: 1.Συντονίζει, συνεργαζόμενο με την Επιτροπή, τις μεθόδους διάγνωσης συγκεκριμένης νόσου στα κράτη μέλη, ιδίως: 1)Προσδιορίζοντας, διατηρώντας και προμηθεύοντας στελέχη του παθογόνου παράγοντα της συγκεκριμένης νόσου, για τις ορολογικές δοκιμές και την παρασκευή του αντιορρού. 2)Προμηθεύοντας στα εργαστήρια αναφοράς ορρούς και άλλα αντιδραστήρια αναφοράς, για την τυποποίηση των δοκιμασιών και των αντιδραστηρίων που χρησιμοποιούνται σε κάθε κράτος μέλος. 3)Καταρτίζοντας και διατηρώντας συλλογή στελεχών και απομονωμάτων του παθογόνου παράγοντα της συγκεκριμένης νόσου. 4)Διοργανώνοντας κατά περιόδους κοινοτικές συγκριτικές δοκιμές των διαγνωστικών μεθόδων. 5)Συλλέγοντας και αντιπαραβάλλοντας τα δεδομένα και τις πληροφορίες σχετικά με τις διαγνωστικές μεθόδους που χρησιμοποιούνται και τα αποτελέσματα των δοκιμασιών που πραγματοποιούνται στην Κοινότητα. 6)Χαρακτηρίζοντας τα απομονώματα του παθογόνου παράγοντα της συγκεκριμένης νόσου με τις πλέον προηγμένες και κατάλληλες μεθόδους, προκειμένου να κατανοηθεί καλύτερα η επιζωοτιολογία της νόσου αυτής. 7)Παρακολουθώντας την εξέλιξη της κατάστασης ανά τον κόσμο όσον αφορά την επίβλεψη, την επιζωοτιολογία και την πρόληψη της συγκεκριμένης νόσου. 8)Διατηρώντας πραγματογνωμοσύνη σχετικά με τον παθογόνο παράγοντα της συγκεκριμένης νόσου και τους άλλους παρεμφερείς παθογόνους παράγοντες, ώστε να γίνεται γρήγορα η διαφορική διάγνωση. 9)Αποκτώντας βαθειά γνώση της παρασκευής και χρησιμοποίησης των ανοσολογικών κτηνιατρικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται για την εξάλειψη και τον έλεγχο της συγκεκριμένης νόσου. 2.Βοηθά ενεργώς στον εντοπισμό των εστιών της συγκεκριμένης νόσου στα κράτη μέλη, μελετώντας τα απομονώματα παθογόνου παράγοντα που του αποστέλλονται προς επιβεβαίωση των διαγνώσεων, του χαρακτηρισμού και των επιζωοτιολογικών μελετών. 3.Διευκολύνει την κατάρτιση ή επιμόρφωση εμπειρογνωμόνων εργαστηριακής διαγνωστικής, προκειμένου να εναρμονιστούν οι διαγνωστικές τεχνικές σ όλη την Κοινότητα. 4.Συνεργάζεται, στον τομέα των διαγνωστικών μεθόδων για τις νόσους του καταλόγου Ι, με τα αρμόδια εργαστήρια τρίτων χωρών στις οποίες υπάρχουν αυτές οι νόσοι. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΔΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΟΡΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ Τα σχέδια επέμβασης προβλέπουν τουλάχιστον: 1.Δημιουργία μονάδας έκτακτης ανάγκης σε εθνικό επίπεδο, η οποία θα συντονίζει όλα τα επείγοντα μέτρα στο οικείο κράτος μέλος. 2.Κατάρτιση καταλόγου των τοπικών κέντρων έκτακτης ανάγκης τα οποία διαθέτουν τον κατάλληλο εξοπλισμό για τον συντονισμό των τοπικών μέτρων ελέγχου. 3.Λεπτομερή πληροφόρηση σχετικά με το προσωπικό που ασχολείται με την εφαρμογή μέτρων έκτακτης ανάγκης, την ειδίκευση και τα καθήκοντά του. 4.Την δυνατότητα όλων των τοπικών κέντρων έκτακτης ανάγκης να έρχονται σε επαφή με τα πρόσωπα ή τους οργανισμούς που έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με μια μόλυνση. 5.Την ύπαρξη του εξοπλισμού και των υλικών που απαιτούνται για τη σωστή εφαρμογή των μέτρων έκτακτης ανάγκης. 6.Λεπτομερείς οδηγίες σχετικά με τη δράση σε περίπτωση υπόνοιας και επιβεβαιωμένης μόλυνσης ή προσβολής. 7.Εκπαιδευτικά προγράμματα για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη των γνώσεων σχετικά με τις επιτόπου και τις διοικητικές διαδικασίες. 8.Ενδεχομένως, για τα διαγνωστικά εργαστήρια, υπηρεσία μεταθανάτιας εξέτασης, το αναγκαίο δυναμικό για τις ουρολογικές, ιστολογικές κ.λπ. εξετάσεις και εκσυγχρονισμό των τεχνικών ταχείας διάγνωσης (για το σκοπό αυτό χρειάζονται διατάξεις για την ταχεία μεταφορά δειγμάτων). 9.Κανονιστικές διατάξεις για την εφαρμογή των σχεδίων επέμβασης. Η ισχύς του παρόντος αρχίζει την 1η Ιουλίου 1994. Στον Υφυπουργό Γεωργίας αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος Διατάγματος.
  • Τις διατάξεις: α) Του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 1338/1983 «Εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου» (ΦΕΚ 34/Α), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 1440/1984 «Συμμετοχή της Ελλάδος στο κεφάλαιο, στα αποθεματικά και στις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, στο κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακος και Χάλυβος και του Οργανισμού Εφοδιασμού ΕΥΡΑΤΟΜ» (ΦΕΚ 70/Α) και το άρθρο 65 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101/Α). β) Του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 248/1914 «περί οργανώσεως της Ζωοτεχνικής και Κτηνιατρικής Υπηρεσίας» (ΦΕΚ 110/Α), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο μόνο του Α.Ν. της 23.1.1936 (ΦΕΚ 47/Α). γ) Της αριθ. 397456/95 απόφασης του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Γεωργίας «ανάθεση αρμοδιοτήτων στους Υφυπουργούς Αλέξανδρο Ακριβάκη και Αλέξανδρο Δαμιανίδη» (ΦΕΚ 833/Β). δ) Του άρθρου 29Α του Ν. 1558/1985 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα» (ΦΕΚ 137/Α), όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο·27 του Ν. 2081 /1992 (ΦΕΚ 154/Α) και το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος Δ/τος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
  • Την αριθ. 245/1995 γνωμοδότηση του Συμβουλίου Επικρατείας μετά από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και του Υφυπουργού Γεωργίας,
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΑΠΟΦΑΣΗ 1995/397456 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1995/397456 1995
ΝΟΜΟΣ 1914/248 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1914/248 1914
ΝΟΜΟΣ 1960/4085 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1960/4085 1960
ΝΟΜΟΣ 1983/1338 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1983/1338 1983
ΝΟΜΟΣ 1984/1440 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1984/1440 1984
ΝΟΜΟΣ 1985/1558 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1985/1558 1985
ΝΟΜΟΣ 1990/1892 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1990/1892 1990
Υγειονομικοί όροι που διέπουν τη διάθεση και τη μεταποίηση ζωικών απολβήτων, τη διάθεση τους στην αγορά και την προστασία από τους παθογόνους οργανισμούς των ζωοτροφών ζωικής προέλευσης ή με βάση τα ψάρια, σε συμμόρφωση προς την οδηγία 90/667/ΕΟΚ του[...]" 1993/243 1993
Όροι υγειονομικού ελέγχου που διέπουν τη διάθεση στην αγορά ζώων και προϊόντων υδατοκαλλιέργειας, σε συμμόρφωση προς τις οδηγίες 91/67/ΕΟΚ και 93/54/ΕΟΚ του Συμβουλίου και την απόφαση 93/22/ΕΟΚ της Επιτροπής». 1995/223 1995