ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Προεδρικό Διάταγμα

ΚΩΔΙΚΟΣ

1996/252

ΕΦΑΡΜΟΖΕΙ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

1996-08-19

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1996-08-19

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

1996-08-19

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Συμμόρφωση προς τις διατάξεις, α) των Κοινοτικών Ασφαλιστικών οδηγιών 88/357/ΕΟΚ, 90/618/ΕΟΚ, 90/619/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 91/674/ΕΟΚ, β) της οδηγίας 91/371/ΕΟΚ, συμφωνία ΕΟΚ - Ελβετικής Συνομοσπονδίας, γ) της απόφασης 94/1,2/ΕΚΑΧ, ΕΚ, συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και δ) της συνθήκης για την προσχώρηση της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
Άρθρο 1 Σκοπός του παρόντος Π. Δ/τος είναι η συμμόρφωση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις: α) Της δεύτερης οδηγίας του Συμβουλίου 88/357/ΕΟΚ της 22ας Ιουνίου 1988 (L172/4.7.88) για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για τη θέσπιση των διατάξεων που σκοπό έχουν να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ (L 228/16.8.73). β) Της οδηγίας του Συμβουλίου 90/618/ΕΟΚ της 8ης Νοεμβρίου 1990 (L 330/29.11.90) για την τροποποίηση, ιδιαίτερα όσον αφορά την ασφάλιση της ευθύνης από αυτοκίνητα, των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ, που αφορούν τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής. γ) Της δεύτερης οδηγίας του Συμβουλίου 90/619/ΕΟΚ της 8ης Νοεμβρίου 1990 (L 330/29.11.90) για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση ζωής και για τη θέσπιση των διατάξεων που σκοπό έχουν να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 79/267/ΕΟΚ (L 63/13.3.79). δ) Της τρίτης οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992 (L 228/11.8.92) για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ. ε) Της τρίτης οδηγίας 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Νοεμβρίου 1992 (L 360/9.12.92) για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών που αφορούν την πρωτασφάλιση ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ. στ) Της οδηγίας 91/371/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 20ης Ιουνίου 1991 (L 205/27.7.91) για την εφαρμογή της Συμφωνίας μεταξύ της ΕΟΚ και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την πρωτασφάλιση εκτός από την ασφάλιση ζωής. ζ) Της οδηγίας 91/674/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1991 (L 374/31.12.91) για τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. η) Της απόφασης 94/1,2/ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου και της Επιτροπής της 13ης Δεκεμβρίου 1993 ([L 1/3.1.94) για την σύναψη συμφωνίας σχετικά με τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. θ) Της συνθήκης για την προσχώρηση του Βασιλείου της Νορβηγίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φιλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία υπογράφτηκε στην Κέρκυρα στις 24 Ιουνίου 1994 μεταξύ των κρατών αυτών και των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Για το σκοπό αυτό: Αντικαθίστανται, τροποποιούνται και συμπληρώνονται α) οι διατάξεις του Ν.Δ.400/1970 (Α 10) Περί ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως, όπως ισχύει τροποποιημένο με τον Ν.761/1978 (Α 42), το Π.Δ.198/1980 (Α 54), το Ν.1256/1982 (Α 65), το Ν.1380/1983 (Α 101), το Ν.1416/1984 (Α 18), το Π.Δ. 118/1985 (Α 35), το Ν.1569/1985 (Α 183), το Π.Δ.246/1989 (Α 115), το Ν.1875/1990 (Α 21),το Π.Δ.103/1990 (Α 47) το Π.Δ.459/1990 (Α 175), το Π.Δ.325/1991 (Α 117), το Π.Δ.239/1993 (Α 106), το Ν.2170/1993 (Α 150) και το Ν.2322/1995 (Α 143), β) οι διατάξεις του Π.Δ.237/1986 (Α 110) Κωδικοποίηση των διατάξεων του Ν.489/1976 (Α 331) όπως συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν από τον Ν.1569/1985 (Α 183) και τα Π.Δ.1019/1981 (Α 253) και 118/1985 (Α 35) όπως ισχύει τροποποιημένο με τον Ν.1867/1989 (Α 227), τα Π.Δ.264/1991 (Α 98) και 314/1993 (Α 134), τον Ν.2170/1993 (ΑΊ50) και το άρθρο 16 του Ν.2367/1995 (Α 261) και γ) οι διατάξεις του Ν.Δ. 551/1970 (Α 114) Περί ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως Πλοίων και Αεροσκαφών όπως ισχύει τροποποιημένο με το Π.Δ. 118/1985 (Α 35) και τον Ν.2170/1993 (Α 150). ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Τροποποιήσεις επί του Ν.Δ. 400/1970 Περί Ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως Άρθρο Άρθρο 2 1.Η παράγρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.Δ.400/70, τροποποιείται ως εξής: «1Ολες οι ημεδαπές και αλλοδαπές ιδιωτικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα και έχουν ως αντικείμενο την άσκηση ασφαλίσεως, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος » 2.Μετά την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του Ν.Δ.400,70, όπως ισχύει, προστίθεται νέα παράγραφος 5, ως εξής: .« 5.Οι διατάξεις του 11ου Κεφαλαίου ετήσιοι και ενοποιημένοι λογαριασμοί (οικονομικές καταστάσεις) των ασφαλιστικών επιχειρήσεων του παρόντος εφαρμόζονται και στις αντασφαλιστικές αναλήψεις». Άρθρο Άρθρο 3 (άρθρατης οδηγίας 88/357/ΕΟΚ και οδηγίας 90/619/ΕΟΚ, άρθρο 6 οδηγίας 92/49/ΕΟΚ, άρθρο 5 της οδηγ. 92/96/ΕΟΚ) 1.Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ.1 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 400/70 όπως ισχύει, προστίθεται η ακόλουθη φράση: «Ασφάλιση θα μπορεί να ασκηθεί επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και με την μορφή της ευρωπαϊκής εταιρίας, όταν θα δημιουργηθεί». Το δεύτερο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 2 του ΝΙΔ.400/70, όπως ισχύει, καταργείται. 2.Η παρ.2 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 400/70, όπως ισχύει, τροποποιείται ως εξής: «2Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν έδρα σε οποιοδήποτε κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., μπορούν να ασκούν ασφάλιση στην Ελλάδα, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τις διατάξεις του 7ου Κεφαλαίου του παρόντος «Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών» με την επιφύλαξη του άρθρου 2α παραγρ. α εδάφ. δεύτερο του παρόντος, εφόσον η νομική μορφή της προβλέπεται από το άρθρο 8 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 6 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ (L 228/11.8.92) και συμπληρώθηκε από το Παράρτημα ΙΧ «Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες» της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία κυρώθηκε με τον Ν.2155/1993 (Α 104) και από το Παράρτημα Ι (ΧΙ) Εσωτερική Αγορά και Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες» της Πράξης περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Νορβηγίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φιλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας, η οποία κυρώθηκε με τον Ν.2272/1994 (Α230), όταν πρόκειται για ασφαλίσεις κατά ζημιών σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγ. 1 και 3 του παρόντος και από το άρθρο 8 της οδηγίας 79/267/ΕΟΚ όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 5 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ (L 360/9.12.92) και συμπληρώθηκε από το Παράρτημα ΙΧ «Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες» της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και από το Παράρτημα Ι (ΧΙ) «Εσωτερική Αγορά και Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες» της Πράξης περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Νορβηγίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φιλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας όταν πρόκειται για ασφαλίσεις ζωής σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ.2 του παρόντος.. Η Ενωση Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου εξομοιώνεται με ασφαλιστική επιχείρηση. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν έδρα σε τρίτη χώρα (εκτός της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ.) μπορούν να ασκούν ασφάλιση στην Ελλάδα υπό καθεστώς εγκατάστασης σύμφωνα με τα άρθρα 3α και 20 του παρόντος. 3. Η παρ.3 του άρθρου 2 του Ν.Δ.400/70 όπως ισχύει, τροποποιείται ως εξής:« 3Οι ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, καθώς και οι νόμιμοι αντιπρόσωποι των αλλοδαπών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, μπορούν να εδρεύουν μόνο στην περιφέρεια της πρώην Διοίκησης της Πρωτεύουσας, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στη Λάρισα, στην Καβάλα και στο Ηράκλειο. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εμπορίου, μπορούν να ορισθούν και άλλες πόλεις ως έδρα ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ειδικότερα για την έδρα αλληλασφαλιστικών συνεταιρισμών που πληρούν τους όρους του άρθρου 35 παρ.3 ισχύουν οι διατάξεις της περί αστικών συνεταιρισμών νομοθεσίας. » Άρθρο 4 (άρθρα 2,3 οδηγ.88/357/ΕΟΚ, άρθροοδηγ. 90/618/ΕΟΚ, άρθρα 2, 3 οδηγ.90/619/ΕΟΚ, άρθρο 1 οδηγ.92/49/ΕΟΚ και άρθρο 1 οδηγ. 92/96/ΕΟΚ) Μετά το άρθρο 2 του ν.δ.400/70, όπως ισχύει, προστίθεται νέο άρθρο 2α ως εξής: Άρθρο 2α Για τους σκοπούς του παρόντος ν.δ. δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: α) «Ασφαλιστική Επιχείρηση» θεωρείται, -για την εφαρμογή του 1ου έως και του 6ου Κεφαλαίου καθώς και του 8ου μέχρι και του 10ου Κεφαλαίου κάθε επιχείρηση που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τα άρθρα 3,14,15,20, και 35 παρ.4 του παρόντος. -για την εφαρμογή του 7ου Κεφαλαίου Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και για την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που έχει έδρα σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ καθώς επίσης και κάθε πρακτορείο ή υποκατάστημα της επιχείρησης αυτής σε άλλο κράτος - μέλος. β) «Υποκατάστημα» θεωρείται κάθε πρακτορείο ή υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλο κράτος - μέλος. Εξομοιώνεται με πρακτορείο ή υποκατάστημα κάθε μόνιμη παρουσία μιας επιχείρησης στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. και του ΕΟΧ έστω κι αν αυτή η παρουσία δεν έχει λάβει τη μορφή υποκαταστήματος ή πρακτορείου, αλλά ασκείται μέσω απλού γραφείου το οποίο διευθύνεται από προσωπικό της ίδιας επιχείρησης ή από ανεξάρτητο πρόσωπο εντεταλμένο να ενεργεί μονίμως για την επιχείρηση, όπως θα ενεργούσε ένα πρακτορείο. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται η έννοια της μόνιμης παρουσίας. γ) «Εγκατάσταση» θεωρείται η έδρα καθώς και κάθε πρακτορείο ή υποκατάστημα μιας επιχείρησης κατά την έννοια του παραπάνω στοιχείου β του παρόντος άρθρου. δ) «Κράτος - μέλος καταγωγής» θεωρείται το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει τον κίνδυνο ή αναλαμβάνει την ασφαλιστική υποχρέωση. ε) «Κράτος - μέλος υποκαταστήματος» θεωρείται το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται το υποκατάστημα που καλύπτει τον κίνδυνο ή αναλαμβάνει την ασφαλιστική υποχρέωση. στ) «Κράτος - μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος» (για τις ασφαλίσεις κατά ζημιών), θεωρείται: - το κράτος - μέλος όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία όταν η ασφάλιση αφορά κινητά ή ακίνητα και το περιεχόμενο τους, στο μέτρο που αυτό καλύπτεται από το ίδιο ασφαλιστήριο, το κράτος - μέλος καταχώρησης όταν η ασφάλιση αφορά κάθε είδους μεταφορικά μέσα, το κράτος - μέλος όπου ο ασφαλισμένος συνήψε τη σύμβαση, προκειμένου περί συμβάσεων διάρκειας κατώτερης από ή ίσης με τέσσερις μήνες, οι οποίες αφορούν κινδύνους που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια ταξειδιού ή διακοπών ανεξαρτήτως κλάδου, - το κράτος - μέλος όπου ο ασφαλισμένος έχει την συνήθη διαμονή του ή, εάν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, το κράτος - μέλος όπου βρίσκεται η εγκατάσταση αυτού του νομικού προσώπου στο οποίο αναφέρεται το ασφαλιστήριο, σε όλες τις περιπτώσεις που δεν αναφέρονται ρητά στις προηγούμενες περιπτώσεις. ζ) «Κράτος - μέλος παροχής υπηρεσιών», θεωρείται για τις ασφαλίσεις κατά ζημιών, το κράτος - μέλος στο οποίο βρίσκεται ο κίνδυνος, εφόσον καλύπτεται από εγκατάσταση ασφαλιστικής επιχείρησης ευρισκόμενη σε άλλο κράτος - μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης και για τις ασφαλίσεις ζωής το κράτος - μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης εφόσον αυτή αναλαμβάνεται από εγκατάσταση ευρισκόμενη σε άλλο κράτος - μέλος. η) «Ασφαλιστική υποχρέωση» (για τις ασφαλίσεις ζωής) θεωρείται η υποχρέωση η οποία συγκεκριμενοποιείται σε μια από τις μορφές ασφαλίσεων ή ένα από τα είδη εργασιών που αναφέρονται στο άρθρο 13 παρ.2 του παρόντος. θ) «Κράτος - μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης» για τις ασφαλίσεις ζωής, θεωρείται το κράτος - μέλος στο οποίο ο αντισυμβαλόμενος έχει την συνήθη διαμονή του ή εάν πρόκειται για νομικό πρόσωπο το κράτος - μέλος στο οποίο βρίσκεται η εγκατάσταση του νομικού προσώπου στο οποίο αναφέρεται η σύμβαση. ι) «Έλεγχος» θεωρείται η σχέση που υφίσταται μεταξύ μητρικής και θυγατρικής, όπως ορίζεται στο άρθρο 42ε του κ.ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιριών, το οποίο προσετέθη με το άρθρο 33 του Π.Δ. 409/1986 (ΑΊ91) και ετροποποιήθη με το άρθρο 3 του Π.Δ. 498/1987 (Α236), ή παρεμφερής σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και επιχείρησης. ια) «Ειδική συμμετοχή» θεωρείται η κατοχή, άμεσα ή έμμεσα, τουλάχιστον 10% του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης, ή κάθε άλλη δυνατότητα άσκησης ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης στην οποία υπάρχει συμμετοχή. Για το σκοπό της εφαρμογής του ορισμού ειδική συμμετοχή λαμβάνεται υπόψη και το άρθρο 7 του Π.Δ. 51/92 (Α22). ιβ) «Μητρική επιχείρηση» θεωρείται η μητρική όπως ορίζεται στο άρθρο 42ε του κ.ν.2190/1920 «περί ανωνύμων εταιριών». ιγ) «Θυγατρική επιχείρηση» θεωρείται η θυγατρική όπως ορίζεται στο άρθρο 42ε του κ.ν.2190/1920 «περί ανωνύμων εταιριών». Οποιαδήποτε θυγατρική επιχείρησης μιας άλλης θυγατρικής θεωρείται επίσης ως θυγατρική της μητρικής επιχείρησης, η οποία είναι επικεφαλής των εν λόγω επιχειρήσεων. ιδ) «Ρυθμιζόμενη αγορά» θεωρείται η αγορά όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παρ.13 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (L 141/93) σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών. ιε) «Αρμόδια αρχή» θεωρείται το Υπουργείο Εμπορίου ιστ) Όπου στο παρόν ν.δ. αναφέρεται η Ευρωπαϊκή Λογιστική Μονάδα θεωρείται η ΕCU και για την ισοτιμία της σε δραχμές ισχύει η διάταξη της παραγ.4 του άρθρου 17β του παρόντος. (Άρθρα 34 και 35 Οδηγ.91/674) ιζ) Ακαθάριστα καταχωρημένα (εγγεγραμμένα) ασφάλιστρα: Περιλαμβάνουν όλα τα ποσά που κατέστησαν απαιτητά κατά την εταιρική χρήση και τα οποία προκύπτουν από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, ανεξάρτητα από το αν αυτά τα ποσά μεταφέρονται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε μεταγενέστερη χρήση, συμπεριλαμβανομένων ιδίως: i) των ασφαλίστρων που δεν έχουν ακόμη εγγραφεί, εφόσον ο υπολογισμός του ασφαλίστρου μπορεί να γίνει στο τέλος του οικονομικού έτους. ii) - των εφάπαξ ασφαλίστρων και των καταβληθέντων ποσών για την απόκτηση ετήσιας προόδου - των εφάπαξ ασφαλίστρων, στις ασφαλίσεις ζωής, που προέρχονται από την πρόβλεψη για συμμετοχές στα τεχνικά κέρδη (στις αποδόσεις) και για επιστροφές, στο βαθμό που οι συμμετοχές αυτές μπορούν να θεωρούνται ως ασφάλιστρα για αύξηση του ασφαλισμένου κεφαλαίου. iii) των επιβαρύνσεων των ασφαλίστρων στην περίπτωση καταβολής ανά 6μηνο, τρίμηνο ή σε μηνιαία βάση και των επιπλέον καταβολών των αντισυμβαλλομένων για έξοδα της επιχείρησης. iν) στην περίπτωση συνασφάλισης, του μεριδίου της ασφαλιστικής επιχείρησης επί των συνολικών ασφαλίστρων ν) των ασφαλίστρων αντασφάλισης από εκχωρούσες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των εισφορών στο χαρτοφυλάκιο μετά από αφαίρεση: -των αποσύρσεων από το χαρτοφυλάκιο υπέρ εκχωρουσών και επανεκχωρουσών ασφαλιστικών επιχειρήσεων και -των ακυρώσεων Τα προαναφερόμενα ποσά δεν περιλαμβάνουν τα ποσά των φόρων ή των τελών που έχουν εισπραχθεί μαζί με τα ασφάλιστρα. ιη) Καθαρά καταχωρημένα ασφάλιστρα : Είναι τα ασφάλιστρα του στοιχείου ιζ ανωτέρω μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων. ιθ) Ακαθάριστα δεδουλευμένα ασφάλιστρα : Είναι τα ασφάλιστρα του στοιχείου ιζ ανωτέρω λαμβάνοντας υπόψη και τη μεταβολή του συνολικού (ακαθάριστου χωρίς αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων) αποθέματος μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων. κ) Καθαρά δεδουλευμένα ασφάλιστρα : Είναι τα ασφάλιστρα του στοιχ. ιθ ανωτέρω λαμβάνοντας υπόψη και τη μεταβολή του αποθέματος μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων που έχει εκχωρηθεί. κα) Ασφάλιστρα κινδύνου : Είναι τα ασφάλιστρα χωρίς τις επιβαρύνσεις για έξοδα προσκτήσεως και διαχειρίσεως (διοικήσεως), τα οποία μπορεί να είναι ακαθάριστα ή καθαρά ή δεδουλευμένα ανάλογα εάν εμπίπτουν στα στοιχεία ιζ ή ιη ή ιθ ή κ ανωτέρω. κβ) Για την εφαρμογή των στοιχ. ιζ έως και κα του παρόντος άρθρου, προκειμένου περί αλληλασφαλιστικών συνεταιρισμών της παρ. 4 του άρθρου 35 του παρόντος, όπου αναφέρονται ασφάλιστρα νοούνται οι καταβαλλόμενες εισφορές. κγ) Ο «Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος» (ΕΟΧ) περιλαμβάνει τα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Βασίλειο της Νορβηγίας, την Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν, σύμφωνα με τον Νόμο 2155/1993 (Α 104) Κύρωση Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) Άρθρο Άρθρο 5 (άρθρα 4,5, 8 και 14 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ και άρθρα 3, 4, 7 και 13 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ) Το άρθροτου Ν.Δ. 400/70 όπως ισχύει, συμπληρώνεται και αντικαθίσταται ως εξής: ΆρθροΜε την επιφύλαξη των διατάξεων του 7ου Κεφαλαίου του παρόντος Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών ισχύουν τα ακόλουθα: 1.Η λειτουργία ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα, προϋποθέτει άδεια που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και που ισχύει για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ενιαία άδεια) σε περίπτωση που πρόκειται να ασκήσει τις δραστηριότητες της η ενδιαφερόμενη επιχείρηση σε άλλο κράτος - μέλος, είτε με καθεστώς εγκατάστασης, είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η άδεια χορηγείται κατά κλάδο ασφάλισης, για όλους ή μερικούς από τους κινδύνους που υπάγονται σ αυτόν τον κλάδο καθώς και κατά ομάδα κλάδων ασφαλίσεων σύμφωνα με την κατάταξη που προβλέπεται στο άρθρο 13 του παρόντος. Ασφαλιστική επιχείρηση που έλαβε άδεια για ένα κλάδο ή ομάδα κλάδων ασφαλίσεων κατά ζημιών, μπορεί να καλύπτει κινδύνους που περιλαμβάνονται σε άλλο κλάδο ασφάλισης κατά ζημιών (παρεπόμενους κινδύνους) χωρίς να απαιτείται άδεια και για τον κλάδο στον οποίο υπάγονται οι κίνδυνοι αυτοί, εφόσον (οι κίνδυνοι αυτοί): α) συνδέονται με τον κυρίως κίνδυνο, β) αφορούν το αντικείμενο που είναι ασφαλισμένο κατά του κυρίως κινδύνου, γ) ασφαλίζονται με το ασφαλιστήριο του κυρίως κινδύνου. Ειδικά για την άσκηση των κλάδων πιστώσεων, εγγυήσεων και νομικής προστασίας απαιτείται πάντοτε ιδιαίτερη άδεια, εκτός από τις περιπτώσεις ασφάλισης νομικής προστασίας για διαφορές που προκύπτουν από τη χρήση θαλασσίων πλοίων ή σχετίζονται με τη χρήση αυτή και η ασφάλιση αυτή μπορεί να θεωρηθεί παρεπόμενος κίνδυνος κατεφαρμογή των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο. Οταν πρόκειται για δραστηριότητες της παραγρ. 2 του άρθρου 13 του παρόντος, ο Υπουργός Εμπορίου, μπορεί να περιορίζει την άδεια που έχει ζητηθεί για ένα κλάδο, στις δραστηριότητες που αναφέρονται στο πρόγραμμα δραστηριότητας που υποβάλλει η αιτούσα επιχείρηση σύμφωνα με τα άρθρα 15 παρ.2 περιπτ. Β και 20 παρ. 2 περιπτ. Β εδάφιο στ. 2.Η άδεια δεν χορηγείται εφόσον η λειτουργία της επιχείρησης προσκρούει στις διατάξεις του παρόντος ή τα συμφέροντα των ασφαλισμένων ή προς τα χρηστά ήθη ή την δημόσια τάξη. Επίσης δεν χορηγείται εάν δεν έχει προηγουμένως ανακοινωθεί η ταυτότητα των μετόχων ή εταίρων, αμέσων ή εμμέσων, φυσικών ή νομικών προσώπων, που κατέχουν ειδική συμμετοχή, καθώς και το ποσό της συμμετοχής αυτής. Η άδεια δεν χορηγείται εάν το Υπουργείο Εμπορίου, λαμβανομένης υπ όψιν της ανάγκης εξασφάλισης υγιούς και συνετής διαχείρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης, δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των εν λόγω μετόχων ή εταίρων. Προκειμένου περί νομικών προσώπων με ειδική συμμετοχή, το Υπουργείο Εμπορίου δικαιούται να ζητά τη γνωστοποίηση της ταυτότητας των φυσικών προσώπων, που άμεσα ή έμμεσα ελέγχουν τα νομικά αυτά πρόσωπα. Επίσης όταν τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα κατέχουν συμμετοχή στην ασφαλιστική επιχείρηση η οποία με τον τρόπο αυτό καθίσταται θυγατρική τους, το Υπουργείο Εμπορίου δύναται να ζητά την γνωστοποίηση των οικονομικών τους στοιχείων (οικονομικές καταστάσεις) για τον έλεγχο της χρηματοοικονομικής τους κατάστασης. Για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα και τα οποία κατέχουν ειδική συμμετοχή σε μια ασφαλιστική επιχείρηση, το Υπουργείο Εμπορίου δύναται: i) να επιβάλει την υποχρέωση στα νομικά αυτά πρόσωπα να έχουν ονομαστικές τις μετοχές με δικαίωμα ψήφου, Η) να απαιτεί, όπως συγκεκριμένα ποσοστά του συνόλου των πιο πάνω ονομαστικών μετοχών με δικαίωμα ψήφου ανήκουν σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα, που τυγχάνουν της προηγούμενης έγκρισης του Υπουργείου Εμπορίου. Το Υπουργείο Εμπορίου, κατά τον έλεγχο της καταλληλότητας των ανωτέρω προσώπων, συνεργάζεται με τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ ή άλλες αρχές. Κάθε αρνητική απόφαση, πρέπει να είναι πλήρως δικαιολογημένη και κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση το αργότερο μέσα σε τρείς μήνες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. 3.Η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, ανακαλείται στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το νομοθετικό αυτό διάταγμα, σε περίπτωση καταδίκης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 43 μέχρι 49, καθώς και αν έπαψαν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αυτή δόθηκε ή παραβιάζονται σοβαρά οι κάθε είδους υποχρεώσεις που επιβάλλονται από το παρόν. Ειδικά για τις παραβάσεις που προβλέπονται από το άρθρο 44, είναι δυνατό να ανακαλείται η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης και χωρίς να ασκηθεί ποινική δίωξη, αν απειλούνται τα συμφέροντα των ασφαλισμένων ή η δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. 4.Άδεια, που έχει χορηγηθεί για λειτουργία ασφαλιστικής επιχείρησης ή για άσκηση κάποιου κλάδου ασφάλισης, ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο αν, σε 12 μήνες από τη χορήγηση της, δεν έγινε έναρξη εργασιών ή αν η ασφαλιστική επιχείρηση παραιτείται ρητά απ αυτήν. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση που ανασταλούν οι εργασίες στο σύνολο ή κατά ένα μέρος, πέραν των έξι μηνών. 5.Μερική ή ολική, οριστική ή προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, γίνεται μετά από αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση. Αυτό ισχύει και στις περιπτώσεις που η ανάκληση γίνεται για λόγους που στηρίζονται αποκλειστικά στη νομοθεσία σχετικά με ανώνυμες εταιρίες και συνεταιρισμούς. 6.Τριάντα ημέρες μετά την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται αυτοδίκαια λυμένες όλες οι ασφαλιστικές συμβάσεις της, εκτός από αυτές των ασφαλίσεων ζωής, εφόσον μέσα στην πιο πάνω προθεσμία δεν έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Εμπορίου τυχόν αίτηση άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης περί αναδοχής του ασφαλιστικού της χαρτοφυλακίου. Τα καταβληθέντα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα επιστρέφονται. Τυχόν καταβληθείσες νόμιμες προμήθειες επιστρέφονται ή αναζητούνται από τον εκκαθαριστή. 7.Με την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ανακαλείται αυτοδίκαια η άδεια σύστασης και επέρχεται η λύση της. 8.Ασφαλιστική ανώνυμη εταιρία μπορεί να μετατραπεί σε άλλου είδους εμπορική ανώνυμη εταιρία μετά από απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αν έχουν λήξει όλα τα ασφαλιστήριά της και δεν υπάρχουν εκκρεμείς δίκες και απαιτήσεις κατ αυτής με αντικείμενο ασφαλιστικές παροχές (ασφάλισμα) ή έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 59 του παρόντος η μεταφορά όλων των ασφαλιστηρίων της μετά των συναφών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε άλλη ασφαλιστική επιχείρηση ή άλλη ασφαλιστική επιχείρηση που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα αναλάβει τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις της. Στην περίπτωση αυτήν δεν εφαρμόζεται η παρ. 7 του παρόντος άρθρου. Άρθρο Άρθρο 6 (άρθρα 16 και 17 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ) Το άρθρο 3α του Ν.Δ. 400/70 όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 3α 1.Για ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν έδρα στην Ελλάδα και συνιστώνται μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 118/85 (Α35), η άδεια λειτουργίας χορηγείται αποκλειστικά για την άσκηση είτε ασφαλίσεων κατά ζημιών είτε ασφαλίσεων ζωής. 2.Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν έδρα στην Ελλάδα και οι οποίες κατά τη δημοσίευση του π.δ. 118/85 ασκούσαν ασφαλίσεις κατά ζημιών μαζί με ασφαλίσεις ζωής μπορούν να εξακολουθήσουν την ταυτόχρονη άσκηση των δύο δραστηριοτήτων, υπό τον όρο ότι κάθε δραστηριότητα θα τελεί υπό ξεχωριστή διαχείριση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52β του παρόντος. 3.Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα που έχουν άδεια λειτουργίας για ασφαλίσεις ζωής μπορούν να λάβουν και άδεια λειτουργίας για τον κλάδο ΙV 2 του άρθρου 13 παρ.2 του παρόντος, υπό τον όρο ότι θα κατέχουν τα αντίστοιχα ελάχιστα εγγυητικά κεφάλαια και θα υπολογίζουν δύο περιθώρια φερεγγυότητας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17α και 17β του παρόντος. Επίσης, ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά ζημιών με έδρα στην Ελλάδα που έχουν άδεια λειτουργίας μόνον για τους κλάδους 1 και 2 των ασφαλίσεων κατά ζημιών μπορούν να λάβουν και άδεια λειτουργίας ασφαλίσεων ζωής υπό τον όρο του προηγούμενου εδαφίου. 4.Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν έδρα σε τρίτη χώρα (εκτός Ε.Ε. και Ε.Ο.Χ) μπορούν να δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ως εξής: 1)Εάν οι ανωτέρω ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασκούν στον τόπο της έδρας τους ασφαλίσεις κατά ζημιών μαζί με ασφαλίσεις ζωής (μικτές ασφαλιστικές επιχειρήσεις), εγκαθίστανται στην Ελλάδα -για την άσκηση μόνο ασφαλίσεων κατά ζημιών ή μόνον ασφαλίσεων ζωής, μέσω πρακτορείου ή υποκαταστήματος σύμφωνα με το άρθρο 20 του παρόντος. -για την άσκηση ασφαλίσεων ζωής (όταν ασκούν και ασφαλίσεις κατά ζημιών στην Ελλάδα) μέσω θυγατρικής ελληνικής ασφαλιστικής επιχείρησης. Η παράγραφος 3 του παρόντος εφαρμόζεται αναλόγως. 2)Εάν οι ανωτέρω ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασκούν στον τόπο της έδρας τους μόνον ασφαλίσεις κατά ζημιών ή μόνον ασφαλίσεις ζωής, εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος ή πρακτορείου. 5.Υποκαταστήματα ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στην Ε.Ε και στον Ε.Ο.Χ. και ασκούν στην Ελλάδα ασφαλίσεις κατά ζημιών μαζί με ασφαλίσεις ζωής, υπόκεινται μέχρι και την 31.12.98, και όσον αφορά την διαχείριση των δύο δραστηριοτήτων τους, στις διατάξεις του 11ου Κεφαλαίου ετήσιοι και ενοποιημένοι λογαριασμοί (οικονομικές καταστάσεις) των ασφαλιστικών επιχειρήσεων του παρόντος, λαμβανομένης υπόψη και της παρ.3 του παρόντος άρθρου. 6.Εάν ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία ασκεί ασφαλίσεις κατά ζημιών, έχει οικονομικούς, εμπορικούς ή διοικητικούς δεσμούς με ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί ασφαλίσεις ζωής, το Υπουργείο Εμπορίου, συνεργαζόμενο και με τις άλλες εποπτικές αρχές των κρατών - μελών, εάν είναι αναγκαίο, μεριμνά ώστε τα αποτελέσματα των επιχειρήσεων αυτών να μη νοθεύονται με συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται μεταξύ τους ή με ρυθμίσεις οποιασδήποτε μορφής που μπορούν να επηρεάζουν την κατανομή εξόδων και εσόδων. Άρθρο Άρθρο 7 (άρθρα 4,7,8 οδηγ.88/357/ΕΟΚ, άρθρα 4,15 οδηγ.91/619/ΕΟΚ, άρθρα 27,30,31,43 οδηγ.92/49/ΕΟΚ και άρθρα 30,31 και Παράρτημα ΙΙ της οδηγ.92/96/ΕΟΚ). Το άρθρο 4 του Ν.Δ. 400/70, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο Άρθρο 4 1.Υπό του παρόντος ν.δ/τος διέπεται κάθε ασφάλιση της οποίας το ασφαλιστήριο εκδίδεται στην Ελλάδα ή εκδιδόμενο στην αλλοδαπή είτε προσυπογράφεται από τον αντιπρόσωπο στην Ελλάδα της εκδότριας ασφαλιστικής επιχείρησης, είτε συνάπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις του 7ου Κεφαλαίου του παρόντος Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και για την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών. 2.Για τις ασφαλίσεις κατά ζημιών του άρθρου 13 παρ. 1 και 3 του παρόντος ν. δ/τος, ισχύουν τα ακόλουθα: Α. Οταν ο ασφαλισμένος κίνδυνος βρίσκεται στην Ελλάδα και ο ασφαλισμένος έχει την συνήθη διαμονή του ή το κέντρο της δραστηριότητας του στην Ελλάδα ή προκειμένου για νομικό πρόσωπο την έδρα του στην Ελλάδα, η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, επιφυλασσομένων των επομένων υπό στοιχεία Β έως και Η περιπτώσεων. Β. α) Εφόσον ο κίνδυνος βρίσκεται στην Ελλάδα και ο ασφαλισμένος δεν έχει την συνήθη διαμονή του ή το κέντρο της δραστηριότητας του ή προκειμένου για νομικό πρόσωπο την έδρα του στην Ελλάδα, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να υπαγάγουν την ασφαλιστική σύμβαση είτε στο ελληνικό δίκαιο, είτε στο δίκαιο του κράτους - μέλους στο οποίο ο ασφαλιζόμενος έχει την συνήθη διαμονή του ή το κέντρο της δραστηριότητας του ή την έδρα του. 1)Το αυτό εφαρμόζεται και όταν ο ασφαλιζόμενος έχει την συνήθη διαμονή του ή το κέντρο δραστηριότητας του ή προκειμένου για νομικό πρόσωπο την έδρα του στην Ελλάδα, ο δε κίνδυνος βρίσκεται σε άλλο κράτος -μέλος. Γ. Οταν ο ασφαλιζόμενος ασκεί εμπορική ή βιομηχανική δραστηριότητα ή ελεύθερο επάγγελμα και η ασφαλιστική σύμβαση καλύπτει κινδύνους που σχετίζονται με τις δραστηριότητές του και οι οποίοι βρίσκονται στην Ελλάδα και σε ένα ή περισσότερα κράτη - μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν ότι εφαρμόζεται είτε το δίκαιο ενός από τα κράτη - μέλη στα οποία βρίσκεται ένας από τους ασφαλιζόμενους κινδύνους είτε το δίκαιο του κράτους - μέλους όπου ο ασφαλισμένος έχει την συνήθη διαμονή του ή το κέντρο της δραστηριότητάς του. Δ. Σε περίπτωση που ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος βρίσκεται στην Ελλάδα και οι καλύψεις των προαναφερομένων παραγράφων περιορίζονται σε κάλυψη ζημιογόνων περιστατικών τα οποία μπορούν να επέλθουν σε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. τότε οι συμβαλλόμενοι μπορούν να επιλέξουν ως εφαρμοστέο το δίκαιο αυτού του κράτους - μέλους στο οποίο θα επέλθει η ζημία. Ε. Κατεξαίρεση των ανωτέρω για τις ασφαλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 13 παρ. 3 του παρόντος, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα το εφαρμοστέο δίκαιο στην ασφαλιστήρια σύμβαση. ΣΤ. Σε περίπτωση που έχει επιλεγεί δίκαιο διαφορετικό από το ελληνικό και όλα τα στοιχεία της ασφαλιστήριας σύμβασης έχουν κατά τη στιγμή της επιλογής εντοπισθεί στην Ελλάδα, δεν θίγονται οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής νομοθεσίας. Ζ. Η σύμφωνα με τα ανωτέρω επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου πρέπει να είναι ρητή και να προκύπτει σαφώς από τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης ή τις περιστάσεις. Σε αντίθετη περίπτωση ή αν δεν γίνει καμία επιλογή, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας με την οποία παρουσιάζει στενότερη συνάφεια μεταξύ των χωρών που λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις. Εάν ένα τμήμα της ασφαλιστικής σύμβασης διαχωρίζεται της υπολοίπου και παρουσιάζει στενότερη συνάφεια με άλλη χώρα, τότε,. σε αυτό το τμήμα της συμβάσεως μπορεί να εφαρμοστεί το δίκαιο αυτής της χώρας. Τεκμαίρεται ότι, η σύμβαση παρουσιάζει στενότερη συνάφεια με το κράτος - μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος. Η. Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση, όταν ο κίνδυνος βρίσκεται στην Ελλάδα, υποχρεούται για τα ακόλουθα: i) Να γνωστοποιεί στον ασφαλισμένο, πριν την σύναψη της σύμβασης, το εφαρμοστέο στην ασφαλιστική βάση δίκαιο, εάν δεν υπάρχει δικαίωμα επιλογής, ή το δίκαιο που προτείνει η ασφαλιστική επιχείρηση σε περίπτωση δυνατότητας επιλογής, ως και τον τρόπο και χρόνο διευθέτησης των εγγράφων αιτημάτων και παραπόνων των ασφαλισμένων, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας άσκησης ενδίκου μέσου. ii) Να γνωστοποιεί στον ασφαλισμένο, εφόσον πρόκειται για κινδύνους άλλους από αυτούς του άρθρου 13 παρ. 3 του παρόντος, πριν την σύναψη της σύμβασης, το κράτος - μέλος στο οποίο βρίσκεται η έδρα ή, εάν είναι αναγκαίο, το υποκατάστημα ή πρακτορείο, η οποία ή το οποίο θα εκδόσει την ασφαλιστική σύμβαση. iii) Η ασφαλιστική σύμβαση μαζί με την πρόταση ασφάλισης, πρέπει να αναφέρει την διεύθυνση της έδρας ή, εάν είναι αναγκαίο, του υποκαταστήματος ή πρακτορείου, η οποία ή το οποίο εκδίδει την ασφαλιστική σύμβαση, ως και το όνομα και την διεύθυνση του ειδικού αντιπροσώπου της ασφαλιστικής επιχείρησης που ασκεί ελεύθερη παροχή στον κλάδο 10 Αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα εκτός της αστικής ευθύνης του μεταφορέα. iν) Ολες οι αναγκαίες πληροφορίες που γνωστοποιούνται στον ασφαλισμένο πριν την σύναψη της σύμβασης ως και οι ασφαλιστικές συμβάσεις, συντάσσονται στην ελληνική γλώσσα όταν η ασφάλιση είναι υποχρεωτική ή συντρέχουν οι κάτωθι προϋποθέσεις: -Το εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση είναι το ελληνικό -Οι κίνδυνοι που καλύπτονται δεν υπάγονται στους κινδύνους του άρθρου 13 παρ. 3 του παρόντος. 3.Για τις ασφαλίσεις ζωής του άρθρου 13 παραγ.2 του παρόντος ν.δ. ισχύουν τα ακόλουθα: Α. Εάν ο αντισυμβαλλόμενος έχει τον τόπο της συνήθους διαμονής του, ή, προκειμένου για νομικό πρόσωπο, την εγκατάστασή του στην Ελλάδα, η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από το Ελληνικό δίκαιο. Β. Εάν ο αντισυμβαλλόμενος είναι Ελληνας υπήκοος και έχει τον τόπο της συνήθους διαμονής του σε άλλο κράτος - μέλος, μπορεί να υπαγάγει την ασφαλιστική του σύμβαση είτε στο ελληνικό δίκαιο είτε στο δίκαιο του κράτους - μέλους όπου έχει την συνήθη διαμονή του. Δικαίωμα επιλογής μεταξύ του δικαίου του κράτους - μέλους του οποίου είναι υπήκοος και του Ελληνικού δικαίου, έχει και ο αντισυμβαλλόμενος ο οποίος είναι υπήκοος άλλου κράτους - μέλους και έχει τον τόπο συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα. Γ. Σε περίπτωση σύναψης ατομικών ασφαλίσεων ζωής, διάρκειας μεγαλύτερης των 6 μηνών, όταν στην ασφαλιστική σύμβαση εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο, ο αντισυμβαλλόμενος της ασφαλιστικής επιχείρησης έχει το δικαίωμα υπαναχώρησης εντός 30 ημερών από την ημέρα που πληροφορήθηκε την σύναψη της σύμβασης. Η υπαναχώρηση επιφέρει την απόσβεση των υποχρεώσεων του αντισυμβαλλόμενου που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση. Η ασφαλιστική επιχείρηση δικαιούται να παρακράτηση για την κύρια ασφάλιση ένα μηνιαίο ασφάλιστρο και το 1/2 του ετήσιου ασφαλίστρου για τις συμπληρωματικές καλύψεις που υπάγονται στον κλάδο. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις με διάρκεια ίση ή μικρότερη των 6 μηνών. Ειδικά στις συμβάσεις ασφαλίσεων ζωής που συνδέονται με επενδύσεις, ισχύει η διάταξη του άρθρου 13γ περιπτ. Α στοιχ. ιθ του παρόντος. Δ. Εάν κράτος - μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης είναι η Ελλάδα, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται πριν από την σύναψη ασφαλίσεων ζωής να κοινοποιήσει στον αντισυμβαλλόμενο έγγραφο με τις ακόλουθες πληροφορίες, οι οποίες όπως και οι αντίστοιχες συμβάσεις, συντάσσονται στα ελληνικά, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος είναι Έλληνας υπήκοος ή έχει την εγκατάσταση του στην Ελλάδα και το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό: i) την επωνυμία, τον σκοπό και την νομική μορφή της ασφαλιστικής επιχείρησης. ii) το κράτος - μέλος καταγωγής της επιχείρησης ή το κράτος - μέλος στο οποίο βρίσκεται το υποκατάστημα ή το πρακτορείο που συνάπτει την σύμβαση. iii) την διεύθυνση της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης ή του υποκαταστήματος ή του πρακτορείου που συνάπτει την σύμβαση. iν) την περιγραφή των παρεχομένων καλύψεων κύριας και συμπληρωματικής ασφάλισης και των διαφόρων επιλογών του αντισυμβαλλόμενου. ν) την διάρκεια της σύμβασης τόσο για την κύρια ασφάλιση όσο και τη συμπληρωματική. νi) τον τρόπο καταγγελίας της σύμβασης. νii) τις λεπτομέρειες και τον χρόνο καταβολής των ασφαλίστρων τόσο για την κύρια ασφάλιση όσο και για τις συμπληρωματικές καλύψεις. νiii) τον τρόπο υπολογισμού και διανομής της συμμετοχής στα κέρδη της ασφαλιστικής επιχείρησης ή στην υπεραπόδοση των μαθηματικών αποθεμάτων. ix) τον προσδιορισμό των αξιών εξαγοράς με σχετικό πίνακα εξαγορών στο βαθμό που οι αξίες είναι εγγυημένες. χ) τις πληροφορίες για τα ασφάλιστρα που αφορούν τόσο την κύρια ασφάλιση όσο και τις συμπληρωματικές καλύψεις όποτε είναι απαραίτητες παρόμοιες πληροφορίες. xi) εάν οι παροχές ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου συνδέονται με μονάδες επένδυσης, δίδονται επιπλέον πληροφορίες για το είδος των μονάδων με τις οποίες συνδέονται οι παροχές. xii) εάν οι μονάδες αυτές προκύπτουν από τη συγκρότηση εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου δίδονται πληροφορίες για τη φύση των στοιχείων του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης που συγκροτούν το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο. Στην περίπτωση που οι μονάδες αυτές συνδέονται με μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων για τα οποία δεν υπάρχει άδεια διάθεσης στην Ελλάδα, δίδονται πληροφορίες για τα μερίδια αυτά καθώς και η καθαρή τους τιμή, τιμή διάθεσης και τιμή εξαγοράς. xiii) τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης. xiν) τις γενικές ενδείξεις για το φορολογικό καθεστώς που ισχύει για τον συγκεκριμένο τύπο ασφαλιστηρίου και xν) το εφαρμοστέο δίκαιο της σύμβασης, εάν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν δικαίωμα επιλογής ή, αν έχουν δικαίωμα να επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο που προτείνει ο ασφαλιστής. xνi) τον τρόπο και τον χρόνο διευθέτησης των εγγράφων παραπόνων των αντισυμβαλλομένων ή δικαιούχων αποζημίωσης υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας άσκησης ενδίκου μέσου. xνii) τις πληροφορίες για την έναρξη ισχύος όλων των καλύψεων βασικών και συμπληρωματικών. Ε. Κατά την διάρκεια της σύμβασης η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιήσει στον αντισυμβαλλόμενο κάθε μεταβολή στην επωνυμία, στη νομική της μορφή, στη διεύθυνση της έδρας, του υποκαταστήματος ή του πρακτορείου με το οποίο συνάπτεται η σύμβαση. Ειδικά για την ασφαλιστική υποχρέωση, η ασφαλιστική επιχείρηση γνωστοποιεί στον αντισυμβαλλόμενο κάθε μεταβολή των στοιχείων iν έως xii που αναφέρονται στην περίπτωση Δ της παρούσης παραγράφου καθώς και πληροφορίες ετησίως για την συμμετοχή στα κέρδη της ασφαλιστικής επιχείρησης ή στην υπεραπόδοση του μαθηματικού αποθέματος.. 4.Η εφαρμογή των προηγουμένων παραγράφων, δεν θίγει σε καμία περίπτωση την εφαρμογή από τα δικαστήρια των διατάξεων αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής νομοθεσίας, ασχέτως του εφαρμοστέου στην ασφαλιστική σύμβαση δικαίου. 5.Κατά την έννοια του παρόντος ν.δ/τος, οι γενικοί και ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων ασφαλίσεων κατά ζημιών του άρθρου 13 παρ.1 και 3 του παρόντος, δεν περιλαμβάνουν τους ιδιαίτερους όρους που προβλέπονται σε μία συγκεκριμένη περίπτωση για την κάλυψη των ιδιαιτεροτήτων του ασφαλιστέου κινδύνου. 6. 1)Σε περίπτωση σύναψης ασφαλιστικής σύμβασης για υποχρεωτική, ασφάλιση βάσει του ελληνικού νόμου, την σύμβαση αυτή διέπει το ελληνικό δίκαιο. 2)Σε περίπτωση υποχρεωτικής ασφάλισης βάσει του ελληνικού δικαίου εάν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ του δικαίου του κράτους - μέλους όπου βρίσκεται ο κίνδυνος και του ελληνικού δικαίου, υπερισχύει το ελληνικό δίκαιο. 3)Εάν η σύμβαση υποχρεωτικής ασφάλισης βάσει του ελληνικού δικαίου καλύπτει κινδύνους σε περισσότερα κράτη - μέλη, οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής νομοθεσίας εφαρμόζονται οπωσδήποτε, επιφυλασσομένων των διατάξεων του επομένου στοιχείου δ. 4)Ασφαλιστικές επιχειρήσεις μη εγκατεστημένες στην Ελλάδα που καλύπτουν υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κινδύνους στην Ελλάδα που υπόκεινται σε υποχρεωτική ασφάλιση βάσει του ελληνικού δικαίου, υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις, που ισχύουν επίσης και για τις εγκατεστημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ιδίως όσο αφορά την κοινοποίηση πριν την χρησιμοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που εκδίδουν, την απόδειξη της ασφαλιστικής κάλυψης του κινδύνου, την γνωστοποίηση της ακύρωσης, λήξης ή αναστολής της κάλυψης αυτής καθώς επίσης και την εφαρμογή της εκάστοτε ισχύουσας ειδικής νομοθεσίας περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως. 5)Το Υπουργείο Εμπορίου ενημερώνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους κινδύνους για τους οποίους η ελληνική νομοθεσία προβλέπει υποχρεωτική ασφάλιση, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 της οδηγίας 88/357/ΕΟΚ (L 172/1.7.88). 7.Για την επίλυση των διαφορών που πηγάζουν από τις ασφαλιστικές συμβάσεις, αρμόδια είναι τα ελληνικά δικαστήρια στις κάτωθι περιπτώσεις: 1)Στις ασφαλίσεις ζωής του άρθρου 13 παρ.2 του παρόντος όταν συντρέχουν οι κάτωθι προϋποθέσεις: η Ελλάδα είναι το κράτος - μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης ο αντισυμβαλλόμενος είναι Ελληνας υπήκοος ή έχει την εγκατάσταση του στην Ελλάδα το εφαρμοστέο δίκαιο στην σύμβαση είναι το ελληνικό 2)Στις ασφαλίσεις κατά ζημιών του άρθρου 13 παρ.1 και 3 του παρόντος, όταν η ασφάλιση είναι υποχρεωτική ή συντρέχουν οι κάτωθι προϋποθέσεις: ο ασφαλισμένος κίνδυνος βρίσκεται στην Ελλάδα το εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση είναι το ελληνικό ο ασφαλισμένος κίνδυνος δεν συμπεριλαμβάνεται στους κινδύνους του άρθρου 13 παρ.3 του παρόντος. 8.Τα ασφαλίσματα και οι παροχές που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί υπό καθεστώς εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής στην Ελλάδα, καταβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 51 του παρόντος. Άρθρο Άρθρο 8 Το άρθρο 5 του Ν.Δ.400/70, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο1. Σε ειδικό τεύχος που φέρει τον τίτλο Δελτίο Ιδιωτικής Ασφάλισης, εκδιδόμενο μέχρι το τέλος Οκτωβρίου εκάστου έτους από το Υπουργείο Εμπορίου σε συνεργασία με την Ενωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος, δημοσιεύονται συνοπτικά στοιχεία για την δραστηριότητα της ιδιωτικής ασφάλισης (συμπεριλαμβανομένης και της αντασφάλισης) στην Ελλάδα, που προκύπτουν από τις οικονομικές καταστάσεις, τα στατιστικά στοιχεία, τα στοιχεία τεχνικών αποθεμάτων και περιθωρίου φερεγγυότητας που υποβάλλουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις στο Υπουργείο Εμπορίου ή και δημοσιεύουν σύμφωνα με το παρόν ν.δ. και τον κ.ν.2190/20 περί ανωνύμων εταιριών ως και από τα στατιστικά στοιχεία και τις μη απόρρητες πληροφορίες που προκύπτουν από την συνεργασία του Υπουργείου Εμπορίου με τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών. 2.Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου καθορίζεται το περιεχόμενο του ως άνω Δελτίου Ιδιωτικής Ασφάλισης. Άρθρο Άρθρο 9 (άρθρα 9, 10, 11 καιοδηγ.92/49/ΕΟΚ και άρθρα 8, 9, 10 καιοδηγ. 92/96/ΕΟΚ) Το άρθρο 6 του Ν.Δ.400/70, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο1. Στην εποπτεία του Υπουργείου Εμπορίου ανήκει η χρηματοοικονομική εποπτεία του συνόλου των δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα περιλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που αυτές ασκούν μέσω υποκαταστημάτων και υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η εν λόγω χρηματοοικονομική εποπτεία περιλαμβάνει ιδίως την εξακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής επιχείρησης, της κατάστασης της φερεγγυότητας της και του σχηματισμού τεχνικών αποθεμάτων, συμπεριλαμβανομένων των μαθηματικών αποθεμάτων, καθώς και της κάλυψης τους με αντίστοιχα στοιχεία του ενεργητικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος. Οι ως άνω ασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν το Υπουργείο Εμπορίου για κάθε πρόθεσή τους να ιδρύσουν υποκαταστήματα ή να ασκήσουν δραστηριότητες υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε τρίτες χώρες (εκτός Ε.Ε. και Ε.Ο.Χ.), δηλώνοντας εάν θα σχηματίζουν εκεί τεχνικά αποθέματα ή περιθώριο φερεγγυότητας ή θα καταθέτουν εγγύηση. Επίσης δηλώνουν και το ποσό που θα χρησιμοποιήσουν για σύσταση περιθωρίου φερεγγυότητας ή εγγύησης. Το Υπουργείο Εμπορίου παρέχει την συγκατάθεσή του μέσα σε 15 ημέρες αφού εξετάσει την συνολική χρηματοοικονομική κατάσταση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων. Οι ήδη λειτουργούσες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ενημερώνουν το Υπουργείο Εμπορίου για τις δραστηριότητες που ασκούν μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής σε τρίτες χώρες. Στην περίπτωση που οι παραπάνω ασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν λάβει την άδεια για την άσκηση του κλάδου 18 Βοήθεια, η εποπτεία επεκτείνεται επίσης στον έλεγχο των τεχνικών μέσων που διαθέτουν οι επιχειρήσεις αυτές για την καλή εκτέλεση των εργασιών βοήθειας που έχουν αναλάβει. 2.Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 7,8,9,17α,17β και 17γ του παρόντος, η εποπτεία διενεργείται και με επιτόπου ελέγχους στα γραφεία της ασφαλιστικής επιχείρησης. Το Υπουργείο Εμπορίου δύναται: , 1)να συλλέγει πληροφορίες και να ενημερώνεται για την κατάσταση της επιχείρησης και το σύνολο των δραστηριοτήτων της εντός και εκτός της Ελλάδας απαιτώντας την υποβολή εγγράφων σχετικών με αυτή τη δραστηριότητα. Προς τούτο συνεργάζεται και με τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. 2)να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα και αναγκαία μέτρα ώστε αφενός οι δραστηριότητες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούν στην Ελλάδα να είναι σύμφωνες με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στην Ελλάδα και στα άλλα κράτη - μέλη, κατά περίπτωση, και κυρίως με το πρόγραμμα δραστηριοτήτων και αφετέρου να αποφευχθεί ή εξαλειφθεί κάθε ανωμαλία που θα έθιγε τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και 3)να απαιτεί την παροχή κάθε πληροφορίας σχετικής με τις ασφαλιστικές συμβάσεις που κατέχουν τα διαμεσολαβούντα πρόσωπα. 3.Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται να διαθέτουν καλή διοικητική και λογιστική οργάνωση και κατάλληλες διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου. 4.Με την επιφύλαξη των άρθρων 52α παραγ.7 και 42δ παρ.10 του παρόντος, στην περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος - μέλος και ασκεί δραστηριότητα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, η εποπτική αρχή του κράτους καταγωγής της μπορεί, αφού ενημερώσει προηγουμένως το Υπουργείο Εμπορίου, να προβαίνει η ίδια ή μέσω εντεταλμένων γι αυτό το σκοπό προσώπων, στην επιτόπια εξακρίβωση των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για να διασφαλίζεται η χρηματοοικονομική εποπτεία της επιχείρησης. Το Υπουργείο Εμπορίου μπορεί να συμμετέχει στην εξακρίβωση αυτή. 5.Οταν η Ελλάδα είναι το κράτος - μέλος υποκαταστήματος ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ασφαλιστικής επιχείρησης που έχει την έδρα της σε άλλο κράτος - μέλος, το Υπουργείο Εμπορίου, εάν κρίνει ότι η δραστηριότητα της στην Ελλάδα βλάπτει την χρηματοοικονομική της κατάσταση, ειδοποιεί την αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους καταγωγής. 6.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, μπορεί να καθορίζεται ο τρόπος επένδυσης του κεφαλαίου, των αποθεματικών και της ελεύθερης περιουσίας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων του Δημοσίου Τομέα. Τα τεχνικά αποθέματα των επιχειρήσεων αυτών σχηματίζονται και επενδύονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του παρόντος. Άρθρο Άρθρο 10 (άρθρο 6 και Παράρτημα Ι, οδηγ.88/357/ΕΟΚ, άρθρα 17,18,23 οδηγ. 92/49/ΕΟΚ, άρθρα 18,24 και Παράρτημα Ι οδηγ. 92/96/ΕΟΚ και άρθρα 6 (Παθητικό),23, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 34, 38, 39, 56, 57, 58, 59, 60 της οδηγίας 91/674/ΕΟΚ). Το άρθρο 7 του Ν.Δ.400/70,όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο1. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται να σχηματίζουν επαρκή τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλίσεων που συνάπτουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στα άλλα κράτη μέλη μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Για τις ασφαλίσεις που συνάπτουν σε τρίτες χώρες οι ανωτέρω ασφαλιστικές επιχειρήσεις σχηματίζουν τεχνικά αποθέματα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, εφόσον δεν υπόκεινται σε αντίστοιχη υποχρέωση σχηματισμού στη τρίτη χώρα. 2.Τα τεχνικά αποθέματα είναι τα εξής: Α. Τεχνικά αποθέματα ασφαλίσεων κατά ζημιών: 1)Απόθεμα μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων: Περιλαμβάνει το ποσό των καταχωρηθέντων (εγγεγραμμένων) ακαθαρίστων ασφαλίστρων του στοιχ. ιζ του άρθρου 2α του παρόντος, που πρέπει να καταλογισθούν στο επόμενο ή στα επόμενα οικονομικά έτη για να καλύψουν τις προβλεπόμενες ζημίες και έξοδα για την περίοδο από το κλείσιμο του ισολογισμού μέχρι τη λήξη της περιόδου για την οποία έχουν καταχωρηθεί τα ασφάλιστρα. 2)Απόθεμα κινδύνων σε ισχύ: Πρόβλεψη επί πλέον του αποθέματος μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, η οποία σχηματίζεται στο κλείσιμο του ισολογισμού, όταν το απόθεμα μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, συμπεριλαμβανομένων και των απαιτητών (εισπρακτέων) ασφαλίστρων, δεν επαρκεί για την κάλυψη των προβλεπομένων ζημιών και εξόδων των ασφαλιστηρίων που είναι σε ισχύ κατά το κλείσιμο του ισολογισμού. 3)Απόθεμα εκκρεμών ζημιών: Πρόβλεψη για τις υποχρεώσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης για ζημιές που δεν εξοφλήθηκαν είτε έχουν αναγγελθεί είτε όχι κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού, περιλαμβανομένων και των εξόδων διακανονισμού αυτών των ζημιών. Οταν η διαφορά μεταξύ: του ύψους του αποθέματος εκκρεμών ζημιών στην αρχή της οικονομικής χρήσης για ζημιές που καταλογίσθηκαν στις προηγούμενες χρήσεις και των πληρωθεισών ζημιών κατά την διάρκεια της χρήσης για ζημίες που καταλογίσθησαν στις προηγούμενες χρήσεις καθώς και του ύψους του αποθέματος εκκρεμών ζημιών για τις ανωτέρω καταλογισθείσες ζημίες στο τέλος της χρήσης είναι σημαντική, θα εμφανίζεται στο προσάρτημα των οικονομικών καταστάσεων και θα αναλύεται ανά χρήση, κατά κατηγορία και ποσό. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι προϋποθέσεις, ο χρόνος εφαρμογής και ο τρόπος κάλυψης της ως άνω προκύπτουσας διαφοράς. 4)Απόθεμα εξισορρόπησης: Σχηματίζεται επί πλέον των τεχνικών αποθεμάτων υπό στοιχεία α, β, γ, ανωτέρω κατά το κλείσιμο των οικονομικών καταστάσεων στο κλάδο 14 Πιστώσεις με σκοπό να αντισταθμίσει οποιαδήποτε τεχνική ζημιά ή το ανώτερο από το μέσο ποσοστό ασφαλιστικών αποζημιώσεων που θα προκύψει σ αυτό το κλάδο σε οποιαδήποτε μελλοντική εταιρική χρήση. 5)Μαθηματικό απόθεμα γήρατος: Υπολογίζεται σύμφωνα με την παραγ. 2 περιπτ. Βδi) πρώτη πρόταση του παρόντος άρθρου και σχηματίζεται όταν οι κλάδοι 1 Ατυχήματα ή και 2 Ασθένειες του άρθρου 13 παραγ. 1 του παρόντος υπόκεινται σε διαχείριση παρόμοια με τον κλάδο ζωής σύμφωνα με το άρθρο 17α παραγ. 7 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή δεν σχηματίζεται το απόθεμα του στοιχ. β ανωτέρω. 6)Για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεμάτων των στοιχ. β,γ και δ ανωτέρω, όταν απαιτούνται στατιστικές μέθοδοι, χρησιμοποιούνται τα ακαθάριστα δεδουλευμένα ασφάλιστρα του στοιχ. ιθ του άρθρου 2α του παρόντος. Β. Τεχνικά αποθέματα ασφαλίσεων ζωής: 1)Απόθεμα μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων: Όπως περιγράφεται στην παραγ. 2 περιπτ. Α στοιχ. α ανωτέρω. Απαιτείται για τους κλάδους Ι, ΙΙ, ΙV, VΙ, ΙΧ της παραγράφου 2 ασφαλίσεις ζωής του άρθρου 13 του παρόντος. Στο ανωτέρω απόθεμα περιλαμβάνεται και η αναλογιστική παρούσα αξία των εξόδων, που περιλαμβάνονται στα ενιαία ασφάλιστρα, κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού για τα συμβόλαια που έχουν εκδοθεί με ενιαίο ασφάλιστρο και είναι σε ισχύ κατά την ανωτέρω ημερομηνία. 2)Απόθεμα κινδύνων σε ισχύ: Οπως περιγράφεται στην παραγ.2 περίπτ. Α στοιχ. β ανωτέρω. Απαιτείται για τις ασφαλίσεις του κλάδου 1.3 (συμπληρωματικές ασφαλίσεις) καθώς και για τις ασφαλίσεις του κλάδου ΙV2 της παραγ.2 ασφαλίσεις ζωής όταν για τους κλάδους αυτούς δεν σχηματίζονται μαθηματικά αποθέματα του στοιχ. δι κατωτέρω. 3)Απόθεμα εκκρεμών ζημιών: Πρόβλεψη για τις υποχρεώσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης για ζημιές που δεν εξοφλήθηκαν είτε έχουν αναγγελθεί είτε όχι κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού, στην οποία περιλαμβάνονται και τα έξοδα διακανονισμού αυτών των ζημιών. Απαιτείται για τις ασφαλίσεις κλάδων Ι, ΙΙ, ΙV, VΙ, και ΙΧ της παραγράφου 2 ασφαλίσεις ζωής του άρθρου 13 του παρόντος. Το δεύτερο εδάφιο της παραγ. 2Αγ του παρόντος άρθρου ισχύει για τους κλάδους Ι3 και ΙV2 της παρ. 2 ασφαλίσεις ζωής του άρθρου 13 του παρόντος, όταν για τους κλάδους αυτούς δεν σχηματίζονται μαθηματικά αποθέματα. 4)i) Μαθηματικό απόθεμα: Η διαφορά μεταξύ της εκτιμούμενης αναλογιστικώς παρούσας αξίας των μελλοντικών υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης και της εκτιμούμενης αναλογιστικώς παρούσας αξίας των μελλοντικών οφειλομένων ασφαλίστρων κινδύνων. Απαιτείται για τις ασφαλίσεις κλάδων Ι, ΙΙ, ΙV, VΙ, και ΙΧ της παραγράφου 2 ασφαλίσεις ζωής του άρθρουτου παρόντος. ii) Μαθηματικό απόθεμα για τις ασφαλίσεις κλάδων VΙΙ2 και VΙΙΙ της παραγράφου 2ασφαλίσεις ζωής του άρθρου 13 του παρόντος: Περιλαμβάνει το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού διαχειρίσεως των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και των ομαδικών προγραμμάτων πρόνοιας. iii) Μαθηματικό απόθεμα για τις ασφαλίσεις κλάδου ΙΙΙ της παραγράφου 2ασφαλίσεις ζωής του άρθρου 13 του παρόντος: Πρόβλεψη που σχηματίζεται για να καλύψει υποχρεώσεις που συνδέονται με επενδύσεις (unit-linked cοntracts). Η αξία των υποχρεώσεων ή η απόδοση αυτών προσδιορίζεται μέσω αναφοράς στις επενδύσεις των οποίων τον κίνδυνο φέρει ο αντισυμβαλλόμενος ή μέσω αναφοράς σε δείκτες χρεωγράφου ή σε άλλη αξία. Στο ανωτέρω μαθηματικό απόθεμα περιλαμβάνεται και το απόθεμα του κλάδου V της παρ.ασφαλίσεις ζωής του άρθρουτου παρόντος. Οταν οι ασφαλίσεις αυτές περιλαμβάνουν εγγυημένο επιτόκιο ή άλλες εγγυημένες παροχές τότε σχηματίζεται επιπλέον το απόθεμα των ως άνω στοιχείων α και δί της παρούσας περίπτωσης Β. 5)Απόθεμα για συμμετοχή στα τεχνικά κέρδη ή στις αποδόσεις και για επιστροφές: Απαιτείται για τις ασφαλίσεις κλάδων Ι, ΙΙ, ΙV, VΙ, και ΙΧ της παραγράφου 2 ασφαλίσεις ζωής του άρθρου 13 του παρόντος. Η πρόβλεψη αυτή περιλαμβάνει ποσά τα οποία προορίζονται για τους ασφαλισμένους ή τους αντισυμβαλλόμενους ή τους δικαιούχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων υπό την μορφή συμμετοχής στα τεχνικά κέρδη, στις αποδόσεις καθώς και στις επιστροφές με βάση τους όρους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Οταν τα καταλογιστέα ποσά τόσο για συμμετοχές όσο και για επιστροφές είναι σημαντικά θα εμφανίζονται ξεχωριστά στο προσάρτημα. 6)Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφαλίσεις ζωής δύνανται να σχηματίζουν επί πλέον τεχνικό απόθεμα για τα ασφαλιστικά εκείνα προγράμματα, που λόγω χρήσης του Γαλλικού Πίνακα θνησιμότητας ΡΜ 60/64 ΜΚΗ σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση Κ4-4381 / 79 ( ΦΕΚ / Τ.Α.Ε - ΕΠΕ 3434/8-11-1979) απαιτείται η δημιουργία προσθέτου τεχνικού αποθέματος. Η δικαιολόγηση καθώς και ο τρόπος σχηματισμού και καταχώρησης του επιπλέον τεχνικού αποθέματος πρέπει να αναφέρεται στο βιβλίο τεχνικών σημειωμάτων και γενικών και ειδικών όρων. Το ύψος του προσθέτου τέχνικού αποθέματος πρέπει να αναφέρεται χωριστά στη χορηγούμενη βεβαίωση των μαθηματικών αποθεμάτων από τον αναλογιστή. 13)Για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεμάτων των στοιχ. β και γ ανωτέρω, όταν απαιτούνται στατιστικές μέθοδοι, χρησιμοποιούνται τα ακαθάριστα δεδουλευμένα ασφάλιστρα του στοιχ. ιθ του άρθρου 2α του παρόντος. 3.Τα τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλιστικών κινδύνων σχηματίζονται από τους ·πρωτασφαλιστές. 4.Τα τεχνικά αποθέματα αντικρύζονται από ισοδύναμα η εκφρασμένα στο ίδιο νόμισμα περιουσιακά στοιχεία. Α. Για την εφαρμογή της αρχής της νομισματικής αντιστοιχίας σε περίπτωση ασφαλίσεων κατά ζημιών ισχύουν τα ακόλουθα: 1)Οι υποχρεώσεις ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται απαιτητές στο νόμισμα του ασφαλίσματος. Εάν τούτο δεν ορίζεται, οι υποχρεώσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται απαιτητές στο νόμισμα της χώρας όπου βρίσκεται ο κίνδυνος ή κατ επιλογήν της ασφαλιστικής επιχείρησης στο νόμισμα των ασφαλίστρων, εφόσον συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν την επιλογή αυτή. Αυτό μπορεί να συμβεί αν, ήδη από την σύναψη της σύμβασης φαίνεται πιθανό ότι μια ασφαλιστική ζημιά θα πληρωθεί όχι στο νόμισμα της χώρας όπου βρίσκεται ο κίνδυνος αλλά στο νόμισμα των ασφαλίστρων. 2)Κατά παρέκκλιση του προηγουμένου εδαφίου, ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να καταβάλει το ασφάλισμα στο νόμισμα που της υπαγορεύει η πείρα της ή στο νόμισμα της χώρας εγκατάστασης της στην περίπτωση: - ασφαλιστικών συμβάσεων που καλύπτουν κινδύνους των κλάδων 4,5,6,7,11,12 και 13 (μόνο αστική ευθύνη παραγωγών), της παραγράφου 1 ασφαλίσεις ζημιών του άρθρου 13 του παρόντος και ασφαλιστικών συμβάσεων που καλύπτουν κινδύνους των λοιπών κλάδων της παραγράφου 1 ασφαλίσεις ζημιών του άρθρου 13 του παρόντος, εφόσον το επιβάλλει η φύση των κινδύνων. 3)Παρά τις προβλέψεις των προηγούμενων εδαφίων α και β, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, το ασφάλισμα θεωρείται απαιτητό στο νόμισμα που καθορίστηκε με δικαστική απόφαση ή στο νόμισμα που συμφωνούν ασφαλιζόμενος και ασφαλιστική επιχείρηση. Επίσης, όταν η ασφαλιστική ζημία αποτιμάται σε νόμισμα που εκ των προτέρων γνωρίζει η ασφαλιστική επιχείρηση, αλλά που είναι διαφορετικό από το νόμισμα που προκύπτει από την εφαρμογή των προηγούμενων μεθόδων, η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να θεωρεί τις υποχρεώσεις της απαιτητές στο νόμισμα αυτό. 4)Ασφαλιστική επιχείρηση δεν υποχρεούται να καλύπτει με νομισματικώς αντίστοιχα περιουσιακά στοιχεία ποσοστό μέχρι και 20% των υποχρεώσεων της σε συγκεκριμένο νόμισμα.. 5)Ασφαλιστική επιχείρηση απαλλάσσεται από την υποχρέωση νομισματικής αντιστοιχίας για τις υποχρεώσεις της σε ένα νόμισμα, εφόσον αυτές δεν υπερβαίνουν το 7% των υποχρεώσεών της σε όλα τα άλλα νομίσματα κρατών - μελών. Εάν απαιτείται νομισματική αντιστοιχία σε δραχμές, σε ιρλανδικές λίρες ή σε Πορτογαλικά εσκούδος, το ποσό που απαλλάσσεται από την υποχρέωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 2 εκατομμύρια ΕCU κατά τη διάρκεια περιόδου που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 1998. Εάν απαιτείται νομισματική αντιστοιχία σε Βελγικά φράγκα, σε φράγκα Λουξεμβούργου και σε πεσέτες Ισπανίας, το ποσό που απαλλάσσεται δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 2 εκατομμύρια ΕCU κατά τη διάρκεια περιόδου που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 1996. Μετά τη λήξη των μεταβατικών περιόδων, ισχύει το γενικό καθεστώς. 6)Η υποχρέωση για νομισματική αντιστοιχία, όταν οι υποχρεώσεις είναι εκφρασμένες σε νομίσματα χωρών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. θεωρείται ότι έχει τηρηθεί όταν τα στοιχεία του ενεργητικού εκφράζονται σε ΕCU. 7)Οταν οι υποχρεώσεις είναι απαιτητές σε νόμισμα τρίτης χώρας τότε το Υπουργείο Εμπορίου μπορεί να μην απαιτεί την εφαρμογή της νομισματικής αντιστοιχίας από την ασφαλιστική επιχείρηση εάν υπάρχουν ρυθμίσεις που διέπουν τις επενδύσεις στο νόμισμα αυτό, εάν το νόμισμα αυτό υπόκειται σε περιορισμούς μεταφοράς, ή εάν, για ανάλογες αιτίες, το εν λόγω νόμισμα δεν είναι κατάλληλο για την επένδυση των τεχνικών αποθεμάτων. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου μετά από πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζεται η εφαρμογή της ανωτέρω περιπτώσεως. Β. Για την εφαρμογή της αρχής της νομισματικής αντιστοιχίας σε περίπτωση ασφαλίσεων ζωής ισχύουν τα ακόλουθα: α) Οι υποχρεώσεις ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται απαιτητές στο νόμισμα που καθορίζεται στην ασφαλιστική σύμβαση. 2)Ασφαλιστική επιχείρηση δεν υποχρεούνται να καλύπτει με νομισματικώς αντίστοιχα περιουσιακά στοιχεία ποσοστό μέχρι και 20% των υποχρεώσεών της σε συγκεκριμένο νόμισμα. 3)Ασφαλιστική επιχείρηση απαλλάσσεται από την υποχρέωση νομισματικής αντιστοιχίας για τις υποχρεώσεις της σε ένα νόμισμα εφόσον αυτές δεν υπερβαίνουν το 7% των υποχρεώσεών της σε όλα τα άλλα νομίσματα κρατών - μελών. 4)Τα εδάφια στ και ζ της περίπτωσης ~ Α της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και στις ασφαλίσεις ζωής. 5)Οι κανόνες νομισματικής αντιστοιχίας, δεν ισχύουν στην περίπτωση ασφαλίσεων του άρθρου 13γ περ. Α και Β του παρόντος. Γ. Εντούτοις, το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού ανεξαρτήτως νομίσματος τόσο στις ασφαλίσεις κατά ζημιών, όσο και στις ασφαλίσεις ζωής πρέπει να ισούται τουλάχιστον με το σύνολο των υποχρώσεων ανεξαρτήτως νομίσματος. 5.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορίου που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να εισάγεται υποχρέωση σχηματισμού επιπλέον τεχνικών αποθεμάτων ιδίως καταστροφικών κινδύνων και τεχνικών αποθεμάτων εξισορρόπησης του τεχνικού αποτελέσματος. 6.Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι τεχνικές βάσεις, η μέθοδος και ο τρόπος υπολογισμού των τεχνικών αποθεμάτων ασφαλίσεων κατά ζημιών και ασφαλίσεων ζωής. 7.Μετά από αίτηση ασφαλιστικής επιχείρησης και με κοινή απόφαση των Υπουργών Εμπορίου και Οικονομικών, μπορεί να επιτρέπεται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο σχηματισμός επιπλέον των προβλεπομένων στο παρόν άρθρο, τεχνικού αποθέματος. Άρθρο 11 11,17,20,21, και 22 οδηγ.92/49/ΕΟΚ, άρθρα 10, 20, 21, 22 και 23 οδηγ.92/96/ΕΟΚ και άρθρα 6 (Ενεργητικό), 12,15,18 της οδηγίας 91/674/ΕΟΚ) Το άρθρο 8 του Ν.Δ.400/70 όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 8 1. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται σε ασφαλιστική τοποθέτηση που συνίσταται στη διάθεση στην Ελλάδα, η σε οποιοδήποτε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. περουσιακών στοιχείων με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση. Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το είδος των εργασιών που ασκεί η ασφαλιστική επιχείρηση ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια, η απόδοση και η ρευστότητα των επενδύσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία μεριμνά για την διαφοροποίηση και την επαρκή διασπορά αυτών των επενδύσεων. Σε ασφαλιστική τοποθέτηση διατίθενται τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα του άρθρου 7 του παρόντος καθώς και τα περουσιακά στοιχεία που καλύπτουν το τέταρτο του ελαχίστου ορίου που αναφέρεται στην περίπτωση ε του εδαφίου Α της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του παρόντος. 2.Η ασφαλιστική τοποθέτηση διακρίνεται σε: 1)ασφαλιστική τοποθέτηση ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα, β) ασφαλιστική τοποθέτηση λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών, γ) ασφαλιστική τοποθέτηση ασφαλίσεων ζωής, δ) ασφαλιστική τοποθέτηση ασφαλίσεων ζωής πού συνδέονται με επενδύσεις ( κλάδοι ΙΙΙ και V ) και ε) ασφαλιστική τοποθέτηση διαχειρήσεως συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και προνοίας (κλάδοι VΙΙ2 και VΙΙΙ). Τα περιουσιακά στοιχεία πού απαρτίζουν την ασφαλιστική τοποθέτηση διατίθεται σύμφωνα με την ως άνω διάκριση. 3.Την ασφαλιστική τοποθέτηση αποτελούν μόνο τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: Α. Κατάθεση στο όνομα της ασφαλιστικής επιχείρησης σε τράπεζα της επιλογής της, μεταξύ αυτών πού λειτουργούν στην Ελλάδα, ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων ως εξής: 1)Μετρητά σε δραχμές ή συνάλλαγμα. 2)Τραπεζικά πιστοποιητικά καταθέσεων (προθεσμιακές καταθέσεις) οποιασδήποτε τράπεζας που λειτουργεί σε οποιοδήποτε κράτος - μέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. 3)Ομόλογα, ομολογίες και έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ή δημοσίων ή δημοτικών επιχειρήσεων ή των κεντρικών διοικήσεων των κυβερνήσεων άλλων κρατών - μελών ή διεθνών οργανισμών στους οποίους είναι μέλη ένα ή περισσότερα κράτη - μέλη. δ) ομόλογα και ομολογίες ανωνύμων εταιρειών, εφόσον έχουν εκδοθεί στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ και είναι εισηγμένα σε ελληνικό χρηματιστήριο ή σε χρηματιστήριο άλλου κράτους - μέλους ως και ομόλογα και ομολογίες μη εισηγμένα στο χρηματιστήριο. Η διάθεση των μη εισηγμένων ομολόγων και ομολογιών σε ασφαλιστική τοποθέτηση επιτρέπεται εφόσον οι εκδότες αυτών διέπονται από το ελληνικό δίκαιο ή από το δίκαιο άλλου κράτους - μέλους και δημοσιεύουν οικονομικές καταστάσεις ηλεγμένες από ορκωτούς ελεγκτές, μετά από εγκριτική απόφαση του Υπουργού Εμπορίου. Στην ως άνω απόφαση που εκδίδεται μέσα σ ένα μήνα, μετά από αίτηση της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία συνοδεύεται από μελέτη σκοπιμότητας και βιωσιμότητας της προτεινομένης επένδυσης και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θα καθορίζονται η τιμή διάθεσης καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια. 4)Μετοχές ανωνύμων εταιρειών εισηγμένες σε ελληνικό χρηματιστήριο, ή σε χρηματιστήριο άλλου κράτους - μέλους της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. 5)Μετοχές ανωνύμων εταιρειών εισηγμένες στην παράλληλη αγορά ελληνικού Χρηματιστηρίου ή σε παρόμοια αγορά Χρηματιστηρίου οποιουδήποτε άλλου κράτους - μέλους της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. 6)Μη εισηγμένες σε ελληνικό χρηματιστήριο ή σε χρηματιστήριο άλλου κράτους - μέλους της Ε.Ε. · και του Ε.Ο.Χ, μετοχές ανωνύμων εταιρειών, οι οποίες μπορούν να γίνουν δεκτές σε ασφαλιστική τοποθέτηση, υπό_ τους όρους που αναφέρονται στο στοιχ. δ της παρούσης περιπτώσεως για τα μη εισηγμένα ομόλογα και ομολογίες. .. 7)Αλλες συμμετοχές μεταβλητής απόδοσης σε πιστωτικά ιδρύματα ή και σε άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν έδρα στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος - μέλος, υπό τους όρους, που αναφέρονται στο στοιχείο δ της παρούσης περιπτώσεως όταν δεν είναι εισηγμένες σε ελληνικό χρηματιστήριο ή σε χρηματιστήριο άλλου κράτους - μέλους της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. Θ) Μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων ή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) που εμπίπτουν στην οδηγία 85/611/ΕΟΚ (ΕL 375/31.12.85) και λειτουργούν σε οποιοδήποτε κράτος - μέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. Β. Μετρητά στο ταμείο της ασφαλιστικής επιχείρησης. Γ. Ακίνητα πλήρους κυριότητας ή συγκυριότητας που χωρεί αυτούσια διανομή, εφόσον βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως με πληθυσμό άνω των 15.000 κατοίκων, είναι ελεύθερα παντός βάρους και η αξία αγοράς τους πού αναγράφεται στο σχετικό συμβόλαιο δεν υπερβαίνει την αντικειμενική αξία τους προσαυξημένη μέχρι 30%. Δ. Απαιτήσεις από δάνεια προς φυσικά πρόσωπα ή ανώνυμες εταιρείες πού λειτουργούν σε κράτος- μέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ., αποκλειομένων των δανείων προς την μητρική επιχείρηση ή την επιχείρηση πού ελέγχει την ασφαλιστική ή προς ασφαλιστική επιχείρηση πού χρησιμοποιεί το δάνειο ως στοιχείο του περιθωρίου φερεγγυότητας και. με την επιφύλαξη του άρθρου 23α παρ. 1 και 2 του κ.ν. 2190/20. Τα δάνεια αυτά χορηγούνται με πρώτη υποθήκη ή προσημείωση πρώτης υποθήκης επί ακινήτων εντός σχεδίων πόλεων ή με ασφαλιστήριο κλάδου πιστώσεων που εκδίδεται από ασφαλιστική επιχείρηση που λειτουργεί σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. και είναι άλλη από αυτή που διαθέτει σε ασφαλιστική τοποθέτηση ή με εγγύηση πιστωτικού ιδρύματος κράτους - μέλους της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. ή με συνδυασμό των ανωτέρω εξασφαλίσεων. Μη εξασφαλισμένα δάνεια προς φυσικά πρόσωπα επιτρέπονται εφόσον δικαιολογούνται από την οικονομική και κοινωνική κατάσταση του δανειολήπτη. Ε. Δάνεια (προκαταβολές) επί ασφαλιστηρίων που χορηγήθηκαν σε ασφαλισμένους με ασφαλιστήρια ζωής. ΣΤ. Απαιτήσεις κατά ασφαλισμένων και διαμεσολαβούντων από ασφάλιστρα, εφόσον κατέστησαν απαιτητές κατά το τελευταίο τρίμηνο. Ζ. Η συμμετοχή των αντασφαλιστών στα τεχνικά αποθέματα. Η. Μεταφορικά μέσα πλήρους κυριότητος στην περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση ασκεί τον κλάδο 18 Βοήθεια με δικά της μέσα. 8)Μεταφερόμενα(αναπόσβεστα) έξοδα προσκτήσεως. Ι. Δεδουλευμένοι τόκοι. ΙΑ. Παράγωγοι τίτλοι (οptiοns, futurs, swaps, και repοs). Οι όροι διαθέσεως σε ασφαλιστική τοποθέτηση των τίτλων οptiοns, futurs και swaps καθορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. 1)Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιεί στο Υπουργείο Εμπορίου τα περιουσιακά στοιχεία που διαθέτει σε ασφαλιστική τοποθέτηση έναντι των οποίων δεν ισχύει το απόρρητο των καταθέσεων. Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιεί στο Υπουργείο Ανάπτυξης κάθε μεταβολή των στοιχείων της ασφαλιστικής τοποθέτησης μέσα σε τρείς εργάσιμες ημέρες. Για τα ακίνητα και ενυπόθηκα δάνεια η γνωστοποίηση πρέπει να γίνεται τρεις μέρες πριν από τη μεταβολή. 2)Για τις μετοχές, τις άλλες συμμετοχές, τα ομόλογα και τις ομολογίες, ισχύουν τα κάτωθι: Δεν μπορούν να αποκτηθούν από την ασφαλιστική επιχείρηση κατά τον χρόνο έκδοσης ή δημόσιας εγγραφής τους εκ μέρους μητρικής επιχείρησης ή επιχείρησης που ελέγχει την ασφαλιστική επιχείρηση. 3)Το Υπουργείο Εμπορίου δικαιούται: i) Να διεξάγει επιτόπιους ελέγχους ή να απαιτεί οποιοδήποτε στοιχείο σε σχέση με την οικονομική κατάσταση: θυγατρικών επιχειρήσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης όταν τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση αποτελούν επενδύσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης στις ανωτέρω θυγατρικές επιχειρήσεις θυγατρικών επιχειρήσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης οι οποίες είναι εταιρίες που διαχειρίζονται τις επενδύσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης. ii) Να απαιτεί οποιοδήποτε στοιχείο σε σχέση με την οικονομική κατάσταση πιστωτικών ιδρυμάτων, ομόλογα ή ομολογίες τα οποία κατέχει και διαθέτει σε ασφαλιστική τοποθέτηση. iii) Να απαιτεί οποιοδήποτε στοιχείο ή να διεξάγει ελέγχους στα γραφεία της ασφαλιστικής επιχείρησης για την εφαρμογή των άρθρωνκαιτου παρόντος. Για την εφαρμογή των ανωτέρω, το Υπουργείο Εμπορίου συνεργάζεται και με τις άλλες εποπτικές αρχές των κρατών - μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. 4)Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου δεόντως αιτιολογημένη επιτρέπεται με την επιφύλαξη της παρ. 1 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μετά από αίτηση της ασφαλιστικής επιχείρησης, η χρησιμοποίηση για ορισμένο χρονικό διάστημα, στοιχείων ενεργητικού για την κάλυψη τεχνικών αποθεμάτων άλλων απ αυτά που ορίζονται στην παράγρ.3 του παρόντος άρθρου. Η ευχέρεια παρεκκλίσεων με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου ισχύει μέχρι τις 31.12.1998. 5.Για τον υπολογισμό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση, ισχύουν τα ακόλουθα: 1)Τα ακίνητα γίνονται δεκτά στο 75% της αξίας τους που προκύπτει από εκτίμηση με βάση το άρθρο 9 του κ.ν.2190/20. Η εκτίμηση αυτή δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από την αντικειμενική τους αξία προσαυξημένη μέχρι 30%. . 2)Απαιτήσεις από ενυπόθηκα δάνεια γίνονται δεκτά στο σύνολο τους, εφόσον η αξία των ακινήτων προς διασφάλιση τους είναι τουλάχιστον διπλάσια του δανείου. Η αξία τους προσδιορίζεται όπως στην περίπτωση α)ανωτέρω. 3)Οταν τα ακίνητα των ανωτέρω περιπτώσεων βρίσκονται εκτός Ελλάδος, οι αξίες προσδιορίζονται είτε με- βάση τις αξίες κτήσεως, είτε με βάση αξίες που καθορίζονται από επίσημες αρχές των χωρών που βρίσκονται και σε ποσοστό 75% επ αυτών. 4)Τα ακίνητα (κτίρια) των ανωτέρω περιπτώσεων ασφαλίζονται κατά του κινδύνου πυρκαϊάς από ασφαλιστική επιχείρηση άλλη απ αυτήν που τα διαθέτει σε ασφαλιστική τοποθέτηση. 5)Η αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων γ, δ, ε, στ και η της περίπτωσης Α της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση, γίνεται με βάση τον μέσο όρο της τιμής τους κατά τις τελευταίες 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των οικονομικών καταστάσεων. Σε περίπτωση χρεογράφων εισηγμένων σε χρηματιστήριο ως νόμισμα στο οποίο είναι εκφρασμένα θεωρείται το νόμισμα ή τα νομίσματα του κράτους - μέλους ή των κρατών - μελών στο χρηματιστήριο ή στα χρηματιστήρια του οποίου ή των οποίων είναι εισηγμένα. 6)Η αποτίμηση των μη εισηγμένων χρεογράφων των στοιχείων γ, δ, ζ και η της περίπτωσης Α και των repοs της περιπτ. ΙΑ του παρόντος άρθρου, γίνεται ως ακολούθως: Οι μετοχές και άλλες συμμετοχές αποτιμώνται με βάση την εσωτερική λογιστική αξία των όπως αυτή προκύπτει, κατά την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, από τις οικονομικές καταστάσεις της επιχείρησης της οποίας μετοχές ή συμμετοχές κατέχει η ασφαλιστική επιχείρηση. Οταν η ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων δεν συμπίπτει τότε, για την εφαρμογή των ανωτέρω, θα ληφθούν υπόψη οι τελευταίες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις της επιχείρησης, της οποίας η ασφαλιστική επιχείρηση κατέχει μετοχές ή συμμετοχές. - Τα μη εισηγμένα ομόλογα, ομολογίες, έντοκα γραμμάτια και repοs αποτιμώνται με βάση την τρέχουσα αξία τους (αξία κτήσεως + δεδουλευμένοι τόκοι) ή την αξία κτήσεως την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων, λαμβανομένου υπόψη και της περίπτωσης Ι της παραγράφουτου παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση χρεογράφων μη εισηγμένων ως νόμισμα στο οποίο είναι εκφρασμένα θεωρείται το νόμισμα του κράτους - μέλους του εκδότη. 7)Κατά τον υπολογισμό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων γ, δ, ε, στ, ζ, και η της περίπτωσης Α και των repοs της περιπτ. ΙΑ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, λαμβάνονται υπόψη και οι τυχόν υφιστάμενες υποχρεώσεις που απορρέουν από την κατοχή τους. Προσωρινοί τίτλοι γίνονται δεκτοί σε ασφαλιστική τοποθέτηση μόνον όταν προέρχονται από δημόσια εγγραφή. 8)Τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων του στοιχείου θ της περίπτωσης Α της παραγράφουτου παρόντος άρθρου αποτιμώνται με βάση τον μέσο όρο της τιμής εξαγοράς τους κατά τις τελευταίες 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των οικονομικών καταστάσεων. Από την ανωτέρω αξία αφαιρείται κάθε υποχρέωση που απορρέει από την κατοχή τους. 9)Οι προθεσμιακές καταθέσεις του στοιχείου β της περίπτωσης Α της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου αποτιμώνται με βάση την τρέχουσα αξία(αξία κατάθεσης + δεδουλευμένοι τόκοι) ή την αξία κατάθεσης κατά την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων λαμβανομένου υπόψη και της περίπτωσης Ι της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Από την ανωτέρω αξία αφαιρείται κάθε υποχρέωση που απορρέει από την κατοχή τους. 10)Τα οφειλόμενα ασφάλιστρα της περιπτ. ΣΤ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου αποτιμώνται με βάση το χρεωστικό υπόλοιπο κατά την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων, αφού αφαιρεθούν οι υποχρεώσεις προς τους ασφαλισμένους ή τα διαμεσολαβούντα πρόσωπα. 11)Η συμμετοχή των αντασφαλιστών της περιπτ. Ζ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, αποτιμάται με βάση τα χρεωστικά υπόλοιπα κατά την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων υπό τον όρο ύπαρξης πιστοποιητικού επιβεβαίωσης του υπολοίπου από τους αντασφαλιστές υπογεγραμμένο και από ορκωτό ελεγκτή. 12)Τα μεταφορικά μέσα της περιπτ. Η της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου αποτιμώνται με βάση την αξία αγοράς αυξημένη κατ έτος με ποσοστό ίσο με τον ετήσιο πληθωρισμό μείον παλαιότητα δέκα τοις εκατό (10%) κατ έτος με ανώτατο όριο τα 10 χρόνια. Από την αξία αυτή αφαιρείται κάθε υφιστάμενη υποχρέωση που απορρέει από την κατοχή τους. Η αξία που διατίθεται σε ασφαλιστική τοποθέτηση ανέρχεται στο ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) της αξίας αποτίμησής τους. Τα μεταφορικά μέσα ασφαλίζονται κατά των κινδύνων ιδίων ζημιών, πυρός, κλοπής και αστικής ευθύνης από ασφαλιστική επιχείρηση άλλη απ αυτήν που τα διαθέτει σε ασφαλιστική τοποθέτηση. 13)Για την αποτίμηση των μεταφερομένων (αναπόσβεστων) εξόδων προσκτήσεως της περιπτ. Θ της παραγράφουτου παρόντος άρθρου ισχύουν τα κάτωθι: - Στις ασφαλίσεις κατά ζημιών τα έξοδα αυτά περιλαμβάνουν τα ποσά των καταβληθεισών ή πιστωθεισών προμηθειών που αντιστοιχούν στο απόθεμα μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων καθώς και τα ποσά που έχουν υπολογιστεί με αναλογιστική μέθοδο όταν σχηματίζονται μαθηματικά αποθέματα γήρατος στους κλάδους 1 ή και 2 της παραγράφου 1 ασφαλίσεις κατά ζημιών του άρθρου 13. - Στις ασφαλίσεις ζωής τα έξοδα αυτά περιλαμβάνουν τα ποσά των καταβληθεισών ή πιστωθεισών προμηθειών στις περιπτώσεις που σχηματίζεται απόθεμα μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων καθώς και τα ποσά που έχουν υπολογιστεί με αναλογιστική μέθοδο. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θα καθορισθούν οι κανόνες των μεταφερομένων εξόδων πρόσκτησης όταν σχηματίζεται μαθηματικό απόθεμα. 14)Τα περιουσιακά στοιχεία της περιπτ. Α στοιχ. α και των περιπτώσεων Β, Ε και Ι της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου αποτιμώνται με βάση τα χρεωστικά υπόλοιπα κατά την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων. 15)Σε περίπτωση που απαιτείται μετατροπή ξένων νομισμάτων σε δραχμές κατά την διαδικασία αποτίμησης των στοιχείων α έως ιδ της παρούσης παραγράφου ως τιμή ισοτιμίας θα λαμβάνεται η τιμή ισοτιμίας της δραχμής την ημερομηνία κλεισίματος των οικονομικών καταστάσεων. 6.Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση γίνονται δεκτά με τους ακόλουθους περιορισμούς για κάθε κατηγορία της παραγράφου 3: Α Για τις ασφαλίσεις ζωής, εκτός από τους κλάδους ΙΙΙ (ασφαλίσεις ζωής, προσόδων, γάμου και γέννησης που συνδέονται με επενδύσεις),ν (τοντίνες), VΙΙκαι VΙΙΙ (διαχείριση ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και προνοίας): α) Μετρητά των περιπτ. Α στοιχ. α και Β της παρ.του παρόντος άρθρου συνολικά μέχρι τρία τοις εκατό (3%) των αντιστοίχων αποθεμάτων. 1)Τραπεζικά πιστοποιητικά καταθέσεων (προθεσμιακές καταθέσεις), συμπεριλαμβανομένων και των τίτλων repοs της περιπτ. ΙΑ της παρ.του παρόντος άρθρου μέχρι τριάντα τοις εκατό (30%) των αντιστοίχων αποθεμάτων. 2)Ακίνητα μέχρι πενήντα τοις εκατό (50%) συνολικά των αντιστοίχων αποθεμάτων. Επένδυση σε ένα γήπεδο ή σε ένα κτίριο ή σε σειρά γηπέδων ή σειρά κτιρίων που βρίσκονται στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο και τα οποία θεωρούνται ως ενιαία επένδυση, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει σε ποσοστό το δέκα τοις εκατό (10%) των αντιστοίχων αποθεμάτων με την επιφύλαξη της παραγράφου 9 του άρθρου 52α του παρόντος ν.δ/τος. 3)Εξασφαλισμένα δάνεια της περιπτ. Δ της παρ. 3 του παρόντος άρθρου μέχρι δέκα τοις εκατό (10%) των αντιστοίχων αποθεμάτων, υπό την επιφύλαξη του παρακάτω υπό στοιχείο θ περιορισμού. Δάνεια προς το ίδιο φυσικό πρόσωπο μέχρι δύο τοις εκατό (2%), συνυπολογιζόμενο στο ποσοστό του δέκα τοις εκατό. 4)Μη εξασφαλισμένα δάνεια προς φυσικά πρόσωπα μέχρι πέντε τοις εκατό (5%) των αντιστοίχων αποθεμάτων, με πρόσθετο περιορισμό να μην υπερβαίνει το κάθε δάνειο το ένα τοις εκατό (1%) των αντιστοίχων αποθεμάτων συνυπολογιζόμενο στο ποσοστό του δύο τοις εκατό (2%) του παραπάνω στοιχείου δ. 5)Μετοχές ανωνύμων εταιρειών και άλλες συμμετοχές συνολικά μέχρι τριάντα τοις εκατό (30%) των αντιστοίχων αποθεμάτων υπό την επιφύλαξη των παρακάτω στοιχείων η και 6)ζ) Μερίδια αναπτυξιακών αμοιβαίων κεφαλαίων μέχρι τριάντα τοις εκατό (30%) των αντιστοίχων αποθεμάτων. 7)Μετοχές, συμμετοχές μεταβλητής απόδοσης, ομόλογα και ομολογίες μη εισηγμένες σε χρηματιστήριο υπολογιζόμενες συνολικά μέχρι δέκα τοις εκατό (10%) των αντιστοίχων αποθεμάτων υπό την επιφύλαξη του παρακάτω υπό στοιχείο θ περιορισμού. 6)Μετοχές, συμμετοχές μεταβλητής απόδοσης, δάνεια, ομόλογα και ομολογίες της ίδιας επιχείρησης υπολογιζόμενες συνολικά μέχρι πέντε τοις εκατό (5%) των αντιστοίχων αποθεμάτων. 9)Ομόλογα ή ομολογίες του ιδίου πιστωτικού ιδρύματος μέχρι σαράντα τοις εκατό (40%) των αντιστοίχων αποθεμάτων, εφόσον ο κομιστής των ομολόγων ή ομολογιών προστατεύεται από ειδική νομοθεσία που τον εξασφαλίζει κατά προτεραιότητα ως προς την καταβολή του κεφαλαίου και των δεδουλευμένων τόκων. Για τον υπολογισμό αυτού του ποσοστού δεν λαμβάνονται υπόψη οι υπό στοιχεία η και θ περιορισμοί. 10)Απαιτήσεις από ασφάλιστρα μέχρι δέκα τοις εκατό (10%) των αντιστοίχων αποθεμάτων και όχι περισσότερο από δέκα πέντε τοις εκατό (15%) των ακαθαρίστων καταχωρημένων (εγγεγραμμένων) ασφαλίστρων. 11)Οι ανωτέρω υπό στοιχ. η και θ περιορισμοί δεν ισχύουν για τα υπό στοιχ. γ της περιπτ. Α παραγ. 3 του παρόντος άρθρου χρεώγραφα. Β. Για τις ασφαλίσεις κατά ζημιών: α) Μετρητά των περιπτώσεων Α στοιχ. α και Β της παρ.του παρόντος άρθρου, τραπεζικά πιστοποιητικά καταθέσεων, δάνεια, μη εξασφαλισμένα δάνεια μετοχές ανωνύμων εταιριών, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, συμμετοχές μεταβλητής απόδοσης, ομόλογα, ομολογίες και repοs, γίνονται δεκτά σε ασφαλιστική τοποθέτηση στα ποσοστά που προβλέπονται στα στοιχεία α, β, δ έως και ι και ιβ της περίπτωσης Α της παρούσης παραγράφου. 1)Ακίνητα γίνονται δεκτά μέχρι σαράντα τοις εκατό (40%) συνολικά των αντιστοίχων αποθεμάτων. Επένδυση σε ένα γήπεδο ή σε ένα κτίριο ή σε σειρά γηπέδων ή σειρά κτιρίων που βρίσκονται στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο και τα οποία θεωρούνται ως ενιαία επένδυση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει σε ποσοστό το δέκα τοις εκατό (10%) των αποθεμάτων, με την επιφύλαξη της παραγράφου 9 του άρθρου 52α του παρόντος ν.δ/τος. 2)Μεταφορικά μέσα πλήρους κυριότητας στη περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση ασκεί τον κλάδο 18 Βοήθεια με δικά της μέσα μέχρι πενήντα τοις εκατό (50%) των αντιστοίχων αποθεμάτων. 3)Απαιτήσεις από ασφάλιστρα μέχρι δεκαπέντε τοις εκατό (15%) των αντιστοίχων αποθεμάτων και όχι περισσότερο από δεκαπέντε τοις εκατό (15%) των ακαθαρίστων καταχωρημένων (εγγεγραμμένων) ασφαλίστρων. 4)Η συμμετοχή των αντασφαλιστών γίνεται δεκτή μέχρι ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) των αντιστοίχων αποθεμάτων πλην των κλάδων 5, 6, 11, και 12 της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του παρόντος ν.δ/τος όπου γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Ειδικά στις περιπτώσεις των κλάδων: i) 17 Νομική προστασία, η οποία ασκείται σύμφωνα με την περίπτωση β της παραγράφου 5 του άρθρου 13β του παρόντος, η συμμετοχή του αντασφαλιστή γίνεται δεκτή στο σύνολό της. ii) 18 Βοήθεια η οποία ασκείται από την ασφαλιστική επιχείρηση με μέσα που δεν είναι δικά της, η συμμετοχή των αντασφαλιστών γίνεται δεκτή στο σύνολό της εφόσον οι αντασφαλιστές είναι επιχειρήσεις με την μορφή της ανώνυμης εταιρίας. iii) Για τις δύο παραπάνω περιπτώσεις i και ii απαιτούνται οι αντασφαλιστικές συμβάσεις και οι οικονομικές καταστάσεις των αντασφαλιστών με την επιφύλαξη του στοιχ. ια της παραγρ. 5 του παρόντος άρθρου. Γ. Για τον υπολογισμό των παραπάνω ποσοτικών περιορισμών λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της υπό στοιχεία α και β της παρ. 2 του παρόντος άρθρου ασφαλιστικής τοποθέτησης ασφαλίσεων κατά ζημιών (αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα και λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών). 7.Ως προς τον εντοπισμό των περιουσιακών στοιχείων που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση ισχύουν τα ακόλουθα: 1)Τα ακίνητα πρέπει να βρίσκονται εντός Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. Η αξία τους η οποία έχει διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση ως και το είδος ασφαλιστικής τοποθέτησης σημειώνεται στα μητρώα ακινήτων ή στους αναλυτικούς λογαριασμούς της ασφαλιστικής επιχείρησης. Οταν πρόκειται να διατεθούν σε ασφαλιστική τοποθέτηση υποβάλλονται στο Υπουργείο Εμπορίου επικυρωμένα αντίγραφα των συμβολαίων ιδιοκτησίας και πιστοποιητικά μεταγραφής και βαρών τα οποία πρέπει να έχουν εκδοθεί το αργότερο 1 μήνα πριν την υποβολή τους. Οταν τα ακίνητα βρίσκονται σε χώρα της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. τα ανωτέρω υποβάλλονται μαζί με επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, τα δε πιστοποιητικά μεταγραφής και βαρών πρέπει να φέρουν επίσημη επικύρωση ως προς την γνησιότητά τους. Επίσης υποβάλλεται και ανάλυση του τρόπου υπολογισμού της αξίας διάθεσης. 2)Σε περίπτωση δανείων προς φυσικά πρόσωπα ή ανώνυμες εταιρίες, τα οποία διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση, υποβάλλεται στο Υπουργείο Εμπορίου αναλυτική κατάσταση των δανειζομένων προσώπων (όνομα, επώνυμο, διεύθυνση, επάγγελμα ή είδος επιχείρησης, ποσό δανείου) συνοδευόμενα από επικυρωμένα αντίγραφα των δανειστικών συμβολαίων και των δικαιολογητικών εξασφάλισης. Οταν τα ανωτέρω υποβαλλόμενα στοιχεία είναι διατυπωμένα σε ξένη γλώσσα υποβάλλονται μαζί με επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα τα δε δικαιολογητικά εξασφάλισης φέρουν επίσημη επικύρωση ως προς την γνησιότητά τους. Τα ποσά που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση και. το είδος της ασφαλιστικής τοποθέτησης σημειώνονται στους οικείους αναλυτικούς λογαριασμούς της ασφαλιστικής επιχείρησης. 3)Σε περίπτωση μεταφορικών μέσων ασφαλιστικής επιχείρησης που ασκεί τον κλάδο 18 Βοήθεια και τα οποία διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση, υποβάλλονται στο Υπουργείο Εμπορίου επικυρωμένα αντίγραφα πιστοποιητικών ιδιοκτησίας και ανάλυση του τρόπου υπολογισμού της αξίας διάθεσης. Οταν το πιστοποιητικό ιδιοκτησίας είναι σε ξένη γλώσσα υποβάλλεται και επίσημη μετάφρασή του στην ελληνική γλώσσα ως και επίσημη επικύρωση γνησιότητάς του. Επίσης υποβάλλεται υπεύθυνος δήλωση ότι δεν υφίστανται αναγκαστικές κατασχέσεις, στην οποία αναφέρονται και τα τυχόν βάρη. Η αξία διάθεσής τους και το είδος της ασφαλιστικής τοποθέτησης σημειώνονται στα μητρώα μεταφορικών μέσων ή τους αναλυτικούς λογαριασμούς της ασφαλιστικής επιχείρησης. 4)Για τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία, τα ποσά που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση καθώς και το είδος της ασφαλιστικής τοποθέτησης σημειώνονται στους οικείους αναλυτικούς λογαριασμούς της ασφαλιστικής επιχείρησης. 8.Στο προσάρτημα των οικονομικών καταστάσεων καταχωρούνται τα ποσά που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση κατά είδος περιουσιακού στοιχείου και κατά είδος ασφαλιστικής τοποθέτησης, σύμφωνα με την παραγ.2 του παρόντος άρθρου εξαιρουμένης της ασφαλιστικής τοποθέτησης της περιπτ. δ, ως ακολούθως: -Ακίνητα (παραγρ. 3Γ) -Μετοχές, άλλες συμμετοχές και μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων [παραγρ.3Α (ε, στ, ζ, η και θ)] -Ομόλογα, ομολογίες και έντοκα γραμμάτια [παραγρ. 3Α (γ,δ)] -Δάνεια (παραγρ. 3Δ) -Πιστοποιητικά καταθέσεων (Προθεσμιακές καταθέσεις)(παραγρ.3Α β). -Μετρητά (παραγρ. 3Αα και Β) -Οφειλόμενα ασφάλιστρα (παραγρ. 3, ΣΤ) -Συμμετοχή αντασφαλιστών(παραγρ.3,Ζ) -Δάνεια έναντι ασφαλιστηρίων ζωής (παραγ 3Ε) -Μεταφορικά μέσα( παραγρ. 3Η) -Παράγωγοι τίτλοι (παραγρ. 3 ΙΑ) -Μεταφερόμενα (αναπόσβεστα) έξοδα προσκτήσεως (παραγρ. 3Θ) -Δεδουλευμένοι τόκοι (παραγρ. 3Ι) 9.Ειδικότερα για τα χρεώγραφα, τις προθεσμιακές καταθέσεις και τα μετρητά που φυλάσσονται ή είναι κατατεθειμένα σε τράπεζες ισχύουν τα κάτωθι: 1)Η ασφαλιστική επιχείρηση δηλώνει στο Υπουργείο Εμπορίου όλα τα στοιχεία των τραπεζών (χώρα εγκατάστασης, πλήρη νόμιμη ονομασία, διεύθυνση) οι οποίες θα αναλάβουν την διαχείριση των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεών της. Το Υπουργείο Εμπορίου δικαιούται να απαιτήσει και οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο της νόμιμης λειτουργίας των ή να διεξάγει έρευνες για την νόμιμη λειτουργία τους. 2)Οι ανωτέρω τράπεζες , υποχρεούνται να ενημερώνουν το Υπουργείο Εμπορίου για κάθε διάθεση (κατάθεση) και για κάθε μεταβολή η τροποποίηση των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεων και να συνεργάζονται για την εφαρμογή των διατάξεων περί εντοπισμού, δέσμευσης, κατάσχεσης και άρσης του απορρήτου των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεων. 10.Η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση προς το ύψος των τεχνικών αποθεμάτων που υποχρεούται να σχηματίσει η ασφαλιστική επιχείρηση. Η ασφαλιστική επιχείρηση συμπληρώνει μέσα σε 45 ημέρες την ασφαλιστική τοποθέτηση κατά το ποσό που μειώνεται είτε εξ αιτίας αναγκαστικής εκτέλεσης είτε εξαιτίας υποτίμησης περισσότερο από 25% της τρέχουσας τιμής των περιουσιακών στοιχείων των περιπτώσεων Α στοιχεία γ, δ, ε, στ, ζ, η, και θ και Γ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου σε σύγκριση με τη τιμή διάθεσής τους σε ασφαλιστική τοποθέτηση ή εφόσον η ως άνω μείωση υπερβαίνει το 15% του συνόλου της ασφαλιστικής τοποθέτησης. Ως τιμή διάθεσης των ως άνω περιουσιακών στοιχείων θεωρείται για όσα αποκτήθησαν μέσα στη χρήση η αξία κτήσης τους και για όσα αποκτήθηκαν σε προγενέστερες χρήσεις ο μέσος όρος της τιμής τους κατά τις τελευταίες 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των οικονομικών καταστάσεων ή της τιμής πού προκύπτει από την εφαρμογή της περιπτ. στ της παραγ.5 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης η σύστασης εμπραγμάτου βάρους σε ένα από τα περιουσιακά στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να τα συμπληρώσει εντός επτά ημερών. 11.Κατ εξαίρεση των ρυθμίσεων των προηγουμένων παραγράφων στη περίπτωση άσκησης των κλάδων ασφάλισης ΙΙΙ (ασφαλίσεις ζωής, προσόδων, γάμου και γεννήσεως πού συνδέονται με επενδύσεις), V (τοντίνες), VΙΙ2 (διαχείριση ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων) και VΙΙΙ (κλάδος προνοίας του Γαλλικού Κώδικα . Ασφαλειών), ισχύουν ειδικές ρυθμίσεις ως προς τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση. 1)Ασφαλίσεις ζωής, προσόδων, γάμου και γεννήσεως πού συνδέονται με επενδύσεις (κλάδος ΙΙΙ) και τοντίνες (κλάδος V): Με την επιφύλαξη του άρθρου 13γ καιπαρ.3 του παρόντος ν.δ/τος, οι διατάξεις των παραγρ. 1,2,3, (περιπτ. Α, στοιχ. β, γ, δ, ε, στ, ζ, η, θ,) 4 (β,γ), 9, 12, 13 και 14 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλογικά και στη περίπτωση αυτή. Σε περίπτωση μείωσης της ασφαλιστικής τοποθέτησης εξαιτίας αναγκαστικής εκτέλεσης, απαλλοτρίωσης η σύστασης εμπραγμάτου βάρους σε ένα από τα περιουσιακά στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να τα συμπληρώσει με ομοειδή εντός δέκα ημερών. 2)Στον ισολογισμό της ασφαλιστικής επιχείρησης τα περιουσιακά στοιχεία της ως άνω περιπτ. α πού διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση αναλύονται κατά κατηγορία σύμφωνα με το άρθρο 67 παραγ. 1 του παρόντος, ως εξής: -Μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων -Μετοχές, άλλες συμμετοχές -Ομόλογα, ομολογίες και έντοκα γραμμάτια -Προθεσμιακές καταθέσεις 3)Διαχείρηση ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και προνοίας (κλάδοι VΙΙ2 και VΙΙΙ): Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση με την επιφύλαξη των παραγ. 1 έως και 5,7 έως καικαιέως καιτου παρόντος άρθρου, είναι τα εξής: i) Τα ακίνητα της παρ. 3 περιπτ. Γ του παρόντος και μέχρι ποσοστού είκοσι τοις εκατό (20%) του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού κεφαλαίων. Η) Τα χρεώγραφα της παρ. 3 περιπτ. Α (γ, δ, ε, στ. ζ, η, και θ). Για τα ομόλογα ή ομολογίες του ιδίου πιστωτικού ιδρύματος ισχύει η διάταξη της παρ. 6 περπτ. Αi του παρόντος άρθρου. iii) Τα στοιχεία της παραγρ. 3 περιπτ. Α (α,β.) Β και Γ iν) δάνεια της παρ.3 περιπτ. Δ προς τον αντισυμβαλλόμενο μέχρι ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) του πιστωτικού υπολοίπου του του λογαριασμού κεφαλαίων, μετά από σύμφωνη γνώμη των συμβουλίων των εργαζομένων. 12. 1)Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, καθορίζεται ο ενιαίος τρόπος υποβολής των καταστάσεων ασφαλιστικής τοποθέτησης ως και τα απαραίτητα δικαιολογητικά. 2)Οι καταστάσεις σχηματισμού των τεχνικών αποθεμάτων ως και της ασφαλιστικής τοποθέτησης υποβάλλονται στο Υπουργείο Εμπορίου μέχρι την 31η Ιουλίου εκάστου έτους. 3)Ο έλεγχος των τεχνικών αποθεμάτων και της ασφαλιστικής τοποθέτησης ως και η διάθεση περιουσιακών στοιχείων σε ασφαλιστική τοποθέτηση περατούται υποχρεωτικά μέχρι την 31η Οκτωβρίου εκάστου έτους. Μετά την ημερομηνία αυτή επιβάλλονται οι προβλεπόμενες από το παρόν διοικητικές και ποινικές κυρώσεις. 13.Για την εφαρμογή του άρθρου 10 του παρόντος δεν είναι απόρρητες οι καταθέσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση. 14.Όλες οι περιπτώσεις τοποθετήσεων κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου μπορεί να πραγματοποιούνται και σε κατά περίπτωση επενδύσεις στην Κύπρο υπό την επιφύλαξη των διατάξεων περί νομισματικής αντιστοιχίας. 15.Υπό την επιφύλαξη των παραγ. 1 έως και 5, 7 έως και 10 και 12 έως καιτου παρόντος άρθρου, τα περιουσιακά στοιχεία, πού καλύπτουν το 1/2 του ελαχίστου εγγυητικού κεφαλαίου των υποκαταστημάτων ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν έδρα σε τρίτη χώρα σύμφωνα με την παραγ.εδάφιο τρίτο του παρόντος άρθρου και τα οποία δεσμεύονται στην Ελλάδα σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ.2 του άρθρου 9 του παρόντος είναι τα εξής: -Τα ακίνητα της παραγ. 3 περίπ. Γ του παρόντος άρθρου -Τα περιουσιακά στοιχεία της παράγ. 3 περίπ. Α και Ι του παρόντος άρθρου. Άρθρο 12 1.Το άρθρο 9 του ν.δ.400/70, όπως ισχύει, τροποποιείται και αντικαθίσταται ως εξής: (άρθρα 13 και 14 οδηγ.92/49/ΕΟΚ και άρθρο 12 και 13 οδηγ. 92/96/ΕΟΚ) Αρθρο 9 1.Αν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του παρόντος περί τεχνικών αποθεμάτων, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και αφού γνωστοποιήσει προηγουμένως την πρόθεσή του στις εποπτικές αρχές των κρατών - μελών όπου ενδεχόμενα λειτουργεί η επιχείρηση με υποκατάστημα ή με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών να χαρακτηρίζει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της, να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή και του συνόλου της περιουσίας της, να ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων ως και κάθε άλλου δικαιούχου ασφαλίσματος. 2.Η απαγόρευση της ελεύθερης διάθεσης του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων ασφαλιστικής επιχείρησης, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, σημειώνεται κατά περίπτωση στα οικεία βιβλία μεταγραφών ή υποθηκών ή στα βιβλία της τράπεζας, όπου υπάρχει η σχετική κατάθεση, ύστερα από αίτηση του Υπουργείου Εμπορίου. Η ως άνω απαγόρευση αίρεται μερικά ή ολικά με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται και οι όροι της άρσης. Τόσο η απαγόρευση όσο και η άρση αυτής κοινοποιούνται στις εποπτικές αρχές των ενδιαφερομένων κρατών - μελών. 3.Εάν είναι αναγκαίο, η απόφαση του Υπουργού Εμπορίου της παραπάνω παραγράφου μαζί με πληροφορίες για τα περιουσιακά στοιχεία που δεσμεύονται ή απαγορεύεται η ελεύθερη διάθεσή τους και μαζί με άλλες οδηγίες κοινοποιούνται στις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. για να συνεισφέρουν στην εφαρμογή των ανωτέρω μέτρων. 2.Στις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 10 του Ν.Δ. 400/70 όπως ισχύει, όπου αναφέρεται το άρθρο 12β γίνεται 12α και το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου τροποποιείται ως εξής: Με αίτηση του εκκαθαριστή ή του συνδίκου ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί να επιτρέψει την αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση, πλην της ασφαλιστικής τοποθέτησης ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από τα χερσαία αυτοκίνητα οχήματα, σύμφωνα με τη διάκριση της παραγρ. 2 του άρθρου 8. (άρθρα 6 και 29 Οδηγ. 92/49 και 5 και 29 Οδηγ. 92/96) 3.Το άρθρο 11 του ν.δ.400/70 όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 11 1.Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφαλίσεις ζωής είναι υποχρεωμένες να τηρούν βιβλίο τεχνικών σημειωμάτων και γενικών και ειδικών όρων, θεωρημένο από τη Διεύθυνση Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων και Αναλογιστικής του Υπουργείου Εμπορίου, στο οποίο καταχωρούνται όλα τα τεχνοοικονομικά στοιχεία και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των ασφαλίστρων, των μαθηματικών αποθεμάτων και των μεταφερομένων εξόδων πρόσκτησης καθώς και οι γενικοί και ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Το αυτό ισχύει και για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφαλίσεις κατά ζημιών όταν αυτές ασκούν τους κλάδους 1 Ατυχήματα και 2 Ασθένειες και αυτός υπόκειται σε διαχείριση παρόμοια με τον κλάδο ζωής, σύμφωνα με το άρθρο 17α παράγρ. 7 του παρόντος. Ο τρόπος τήρησης του βιβλίου καθώς και τα στοιχεία που θα περιέχει καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφαλίσεις κατά ζημιών, υποχρεούνται να τηρούν βιβλίο τιμολογίων και όρων, ο τρόπος τήρησης του οποίου ρυθμίζεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου. Άρθρο 13 Το άρθρο 12 του ν.δ.400/70, όπως ισχύει, καταργείται και τα άρθρα 12α και 12β αριθμούνται ως 12 και 12α. Άρθρο 14 Το άρθρο 12 του ν.δ. 400/70, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 12 1.Οι επιχειρήσεις που ασκούν ασφαλίσεις ζωής μπορούν να διανέμουν στους ασφαλισμένους τους μέρος από τα κέρδη που πραγματοποιούν κάθε χρόνο. Το συνολικό ποσοστό κέρδους προς διανομή καθορίζεται κάθε φορά από τη γενική συνέλευση των μετόχων της επιχείρησης και αποδίδεται στους δικαιούχους κατ αναλογία του μαθηματικού αποθέματος κάθε συμβολαίου. Η διανομή πραγματοποιείται με έναν από τους εξής τρόπους: α) σε μετρητά, 1)με ελάττωση των επομένων δόσεων των ασφαλίστρων, γ) με αύξηση του ασφαλισμένου κεφαλαίου (ασφαλιστικού ποσού) και δ) με πίστωση σχετικού λογαριασμού του ασφαλισμένου εντόκως. 2.Επίσης μπορούν να συνάπτουν ασφαλιστήρια ζωής, τα οποία προβλέπουν την ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση ετησίων κερδών, υποχρεωτική επιστροφή στους δικαιούχους, ανάλογα με το μαθηματικό απόθεμα κάθε ασφαλιστηρίου, ποσοστού από την προς διάθεση απόδοση των επενδύσεων των μαθηματικών αποθεμάτων, η οποία (απόδοση) πραγματοποιείται πέραν από το εγγυημένο τεχνικό επιτόκιο. Η ως άνω απόδοση, το ποσοστό και το μαθηματικό απόθεμα, κοινοποιούνται υποχρεωτικά στους ασφαλισμένους. Η επιστροφή πραγματοποιείται, με τους ίδιους τρόπους που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος. 3.Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα σύναψης ασφαλίσεων ζωής σε δραχμές με ρήτρα συναλλάγματος υπό την επιφύλαξη των διατάξεων περί νομισματικής αντιστοιχίας. Άρθρο 15 (Αρθρα 5 και 27 οδηγ.88/357/ΕΟΚ, άρθρα 2 και 10 οδηγ.90/618/ΕΟΚ. άρθρο 1 και Παράρτημα οδηγ.79/267 και άρθρο 23 οδηγ.92/96/ΕΟΚ) 1.Το προοίμιο του άρθρου 13 του Ν.Δ.400/70, όπως ισχύει, τροποποιείται ως εξής: Άρθρο 13 Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να ασκούν τις πιο κάτω εργασίες, οι οποίες κατατάσσονται και ταξινομούνται σε κλάδους ως κατωτέρω: 2.Στην παράγραφο 1Α του άρθρου 13 του Ν.Δ.400/70, όπως ισχύει, καταργούνται οι κωδικοί αριθμοί των κλάδων σε παρένθεση και τροποποιούνται οι κλάδοι 14 Πιστώσεις και 15 Εγγυήσεις, ως εξής: -14.Πιστώσεις : Στον κλάδο αυτό, ο ασφαλιστής, έναντι ασφαλίστρου, καλύπτει τον ασφαλισμένο για ζημία την οποία αυτός πιθανόν να υποστεί ως αποτέλεσμα της αποτυχίας ενός ή περισσοτέρων χρεωστών του να αντιμετωπίσουν τις υποχρεώσεις προς αυτόν (ασφαλισμένο), περιλαμβάνει δε τα εξής: 14.1 Γενική αφερεγγυότητα 14.2 Εξαγωγικές πιστώσεις (αφορά στις ασφαλίσεις εξαγωγικών πιστώσεων οι οποίες δεν γίνονται για λογαριασμό ή με την υποστήριξη του Κράτους) 14.3 Πωλήσεις με δόσεις 14.4 Ενυπόθηκες πιστώσεις 14.5 Αγροτικές πιστώσεις -15. Εγγυήσεις: Στον κλάδο αυτό, ο ασφαλιστής, έναντι ασφαλίστρου, εγγυάται για τον ασφαλισμένο την εκτέλεση απαυτόν των συμβατικών υποχρεώσεων του, περιλαμβάνει δε τα εξής: 15.1 Αμεσες εγγυήσεις 15.2 Εμμεσες εγγυήσεις 3.Η παράγραφος 2 του αρ.13(ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΖΩΗΣ) του Ν.Δ.400/1970, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: 2. ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΖΩΗΣ Ταξινόμηση κατά κλάδους Ι. Κλάδος Ζωής Περιλαμβάνει: 1.Κυρίως τις ασφαλίσεις επιβίωσης. θανάτου, τις μικτές (θανάτου και επιβίωσης) και την ασφάλιση ζωής με επιστροφή του ασφαλίστρου. 2.Τις ασφαλίσεις προσόδων. 3.Τις ασφαλίσεις σωματικών βλαβών (στις οποίες περιλαμβάνεται και η ανικανότητα για επαγγελματική εργασία), θανάτου ένεκα ατυχήματος, αναπηρίας ένεκα ατυχήματος και ασθενείας, εφόσον οι πιο πάνω ασφαλίσεις συνάπτονται συμπληρωματικά στις ασφαλίσεις ζωής των κλάδων 11 και 12. ΙΙ. Κλάδος γάμου και γεννήσεως ΙΙΙ. Κλάδος ασφάλισης ζωής(Ι1), προσόδων(Ι2), γάμου και γεννήσεως (ΙΙ) οι οποίες συνδέονται με επενδύσεις, σύμφωνα με το άρθρο 13γ περιπτ. Α του παρόντος. Αφορά σε εργασίες όπου: 1)οι παροχές που περιλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι απευθείας συνδεδεμένες με την αξία των μεριδίων (μονάδων) ενός αμοιβαίου κεφαλαίου, ελληνικού ή άλλου κράτους - μέλους της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. ή με την αξία περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σ ένα εσωτερικό κεφάλαιο της ασφαλιστικής επιχείρησης, συνήθως διηρημένο σε μονάδες (μερίδια), ή 2)οι παροχές που περιλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι απευθείας συνδεδεμένες με ένα δείκτη χρεωγράφου ή κάποια αξία αναφοράς άλλη από αυτές που αναφέρονται στο (α). ΙV. Κλάδος ασφάλισης υγείας (ατύχημα, ασθένεια) 1.Εργασίες διαρκούς ασφάλισης υγείας, οι οποίες είναι διαχειριζόμενες όπως οι ασφαλίσεις ζωής (τεχνικό επιτόκιο, πίνακες νοσηρότητας (ανικανότητας), μαθηματικά αποθέματα) και δεν υπόκεινται σε ακύρωση από τον ασφαλιστή. 2.Εργασίες των κλάδων 1 Ατυχήματα και 2 Ασθένειες των ασφαλίσεων κατά ζημιών, της παράγ. 1 του παρόντος άρθρου. V. Κλάδος τοντίνας Τοντίνα είναι ένα σχέδιο (ασφαλιστήριο συμβόλαιο) με βάση το οποίο ένας αριθμός ατόμων συνεισφέρει σένα λογαριασμό κεφαλαίου, το πιστωτικό υπόλοιπο του οποίου στο τέλος μιας προκαθορισμένης από το σχέδιο περιόδου, κατανέμεται μεταξύ των επιζώντων υπό μορφή κεφαλαίου ή μιας προσόδου, όπως ειδικότερα στο άρθρο 13γ περιπ. Β του παρόντος ορίζεται. VΙ. Κλάδος κεφαλαιοποίησης Αφορά σε εργασίες κεφαλαιοποίησης οι οποίες βασίζονται σε αναλογιστικούς υπολογισμούς και με τους οποίους αναλαμβάνονται υποχρεώσεις για ορισμένο χρονικό διάστημα και για ορισμένο ποσό έναντι εφάπαξ ή περιοδικών από πριν καθορισμένων καταβολών, όπως ειδικώτερα στα άρθρα 39 μέχρι 42 του παρόντος ορίζεται. VΙΙ. Κλάδος διαχειρίσεως ομαδικών συνταξιοδοτικών ταμείων (κεφαλαίων) 1.Διαχείριση των επενδύσεων ή και των αποθεματικών ασφαλιστικών Ταμείων, έργο των οποίων είναι η καταβολή παροχών υγείας ή παροχών σε περίπτωση θανάτου, ανικανότητας, επιβίωσης, διακοπής ή μείωσης της εργασίας σε εκείνους που έχουν συμβληθεί με αυτά. Η διαχείριση των ανωτέρω κεφαλαίων από την ασφαλιστική επιχείρηση εμφανίζεται στις οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγ.2 του παρόντος. Στην περίπτωση του άρθρου 62 παραγ.2 πρώτο εδάφιο του παρόντος, τα τυχόν ελλείμματα ή πλεονάσματα στη διαχείρηση χρεώνονται ή πιστώνονται αντίστοιχα στο ασφαλιστικό Ταμείο. 2. 1)Η περίπτωση VΙΙ 1 όταν η ασφαλιστική επιχείρηση έχει συμβληθεί με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για την διαχείρηση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της. β) Η περίπτωση VΙΙ 2α όταν η ασφαλιστική επιχείρηση εγγυάται επιτόκιο και άλλες παροχές (Ασφαλισμένα ομαδικά συνταξιοδοτικά προγράμματα). VΙΙΙ. Κλάδος ομαδικών προγραμμάτων πρόνοιας σύμφωνα με το κεφάλαιο Ι, τίτλος ΙV του βιβλίου ΙV του Γαλλικού κώδικα ασφαλίσεων. 1.Χωρίς επενδυτικό κίνδυνο (εγγυημένο επιτόκιο) και άλλες εγγυημένες παροχές. 2.Με επενδυτικό κίνδυνο και άλλες εγγυημένες παροχές. ΙΧ. Κλάδος παρομοίων εργασιών με την κοινωνική ασφάλιση Περιλαμβάνει εργασίες, οι οποίες συνίστανται σε παροχές που εξαρτώνται από τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής και ορίζονται ή προβλέπονται από τη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον οι εργασίες αυτές βασίζονται σε ιδιωτική σύμβαση, γίνονται με ευθύνη της ασφαλιστικής επιχείρησης και δεν είναι αντίθετες με άλλες διατάξεις νόμων. 4.Προστίθεται νέα παράγραφος 3 στο άρθρο 13 του Ν.Δ. 400/70, όπως ισχύει με το εξής περιεχόμενο: 3.Κατά την έννοια του παρόντος νομοθετικού διατάγματος ως μεγάλοι κίνδυνοι νοούνται: 1)Οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους κλάδους 4 Σιδηροδρομικά οχήματα, 5 Αεροσκάφη, 6 Πλοία (θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη) 7 Μεταφερόμενα εμπορεύματα, 11 Αστική ευθύνη από αεροσκάφη και 12 Αστική ευθύνη από θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη της ταξινόμησης του σημείου Α της παραγρ. 1 του άρθρου 13 του παρόντος. 2)Οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους κλάδους 14 Πιστώσεις και 15 Εγγυήσεις της ταξινόμησης του σημείου Α της παράγ.1 του άρθρου 13 του παρόντος όταν ο ασφαλισμένος ασκεί κατ επάγγελμα βιομηχανική ή εμπορική δραστηριότητα ή ελευθέριο επάγγελμα και ο κίνδυνος σχετίζεται με τη δραστηριότητα αυτή. 3)Οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους 3 Χερσαία οχήματα(εκτός σιδηροδρομικών), 8 Πυρκαϊά και στοιχεία της φύσεως, 9 Λοιπές ζημιές αγαθών, 10 αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα, 13 Γενική αστική ευθύνη, 16 Διάφορες χρηματικές απώλειες της ταξινόμησης του σημείου Α της παραγρ.1 του άρθρου 13 του παρόντος, εφόσον ο ασφαλισμένος υπερβαίνει αριθμητικά τα όρια δύο τουλάχιστον από τα παρακάτω τρία κριτήρια: Πρώτο στάδιο από 1.1.1995 - 31.12.1998 -σύνολο ισολογισμού: 12,4 εκατομ. ΕCU -καθαρό ποσό κύκλου εργασιών: 24 εκατομ ΕCU -μέσος αριθμός απασχολουμένων προσώπων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους: 500 Δεύτερο στάδιο από 1.1.1999 -σύνολο ισολογισμού: 6,2 εκατομ. ΕCU) -καθαρό ποσό του κύκλου εργασιών: 12,8 εκατομ. ΕCU -μέσος αριθμός των απασχολουμένων προσώπων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους: 250. Εάν ο ασφαλισμένος μετέχει σε σύνολο επιχειρήσεων που καταρτίζουν ενοποιημένους λογαριασμούς σύμφωνα με τα άρθρα 90 επ. του κ.ν. 2190/20, όπως ισχύει, η συνδρομή των παραπάνω κριτηρίων, ελέγχεται βάσει των ενοποιημένων λογαριασμών. Άρθρο 16 (άρθρακαιΟδηγ. 92/96/ΕΟΚ και άρθρα 6,15,31,34,44,46, Οδηγ. 91/674/ΕΟΚ). Μετά το άρθρο 13β του ν.δ.400/70, όπως ισχύει, προστίθεται νέο άρθρο 13γ ως εξής: Άρθρο 13γ Α. Ασφαλίσεις ζωής που συνδέονται με επενδύσεις (Κλάδος ΙΙΙ της παρ.2 του άρθρου 13 του παρόντος). Οταν οι προβλεπόμενες στη σύμβαση παροχές καθορίζονται από την αξία μονάδων, οι οποίες συνδέονται με μια συγκεκριμένη αξία, όπως αυτή των εγκεκριμένων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ή από μονάδες περισσοτέρων διακεκριμένων κεφαλαίων τα οποία οργανώνονται και διοικούνται από την ίδια την ασφαλιστική επιχείρηση (εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο) εφαρμόζονται οι ακόλουθες ρυθμίσεις: α) Στην περίπτωση που η πληρωμή του ασφαλίστρου γίνεται με ενιαίο ασφάλιστρο, τότε ο αριθμός των μονάδων πρέπει να αναγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Αύξηση των μονάδων αυτών έναντι ασφαλίστρου γίνεται με πρόσθετη πράξη ασφάλισης. Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δύναται να προβλέπει αύξηση των μονάδων παροχής ως αποτέλεσμα της επαναεπένδυσης των μονάδων του επενδεδυμένου ποσού από εγκεκριμένο από τις αρμόδιες αρχές αμοιβαίο κεφάλαιο ή να προβλέπει την πληρωμή των μονάδων τοις μετρητοίς. Στην περίπτωση αύξησης των μονάδων πρέπει να χορηγείται βεβαίωση με τον αριθμό των επιπλέον μονάδων. Αν η πληρωμή του ασφαλιστηρίου γίνεται με περιοδικές καταβολές, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο θα πρέπει να αναφέρει το μέρος του ασφαλίστρου το οποίο διατίθεται για να πιστωθούν μονάδες στο λογαριασμό του αντισυμβαλλομένου. β) Στην περίπτωση σύνδεσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο* η ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται στην έκδοση ειδικού κανονισμού στον οποίο περιλαμβάνονται οι κανόνες λειτουργίας του κεφαλαίου αυτού καθώς και ο τρόπος τιμολόγησης των μονάδων αυτού. Στην περίπτωση σύνδεσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με εγκεκριμένο από τις αρμόδιες αρχές αμοιβαίο κεφάλαιο, ως καθαρή αξία μονάδων θεωρείται είτε η καθαρή τιμή του μεριδίου είτε η τιμή διάθεσης των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου για την περίπτωση που χρησιμοποιείται το αμοιβαίο κεφάλαιο ως αξία επένδυσης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Η επιλογή για την καθαρή τιμή των μονάδων πρέπει να αναφέρεται στους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. γ) Η ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να αναφέρει όλες τις επιβαρύνσεις που θα γίνονται στην καθαρή αξία της μονάδας κατά τη διάρκεια ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου καθώς και το πρόστιμο σε περίπτωση εξαγοράς. δ) Αν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο έχει δύο σκέλη, επενδυτικό και κάλυψη θανάτου σε δραχμές σε ετήσια βάση, τότε για το επενδυτικό σκέλος που θα συνδέεται με κάποια μονάδα επένδυσης ισχύουν τα αναφερόμενα στις προηγούμενες παραγράφους. Στην περίπτωση που το ασφαλιστήριο συμβόλαιο προβλέπει ότι αν δεν καταβληθεί το ασφάλιστρο κάποιας περιόδου, τότε για την κάλυψη θανάτου θα λαμβάνονται τα ασφάλιστρα της κάλυψης αυτής από το επενδυτικό σκέλος, θα ισχύουν τα εξής : την ημέρα απόσυρσης από το λογαριασμό του αντισυμβαλλομένου μονάδων ή κλασμάτων μονάδων των οποίων η αξία αντιστοιχεί στο ασφάλιστρο για την κάλυψη θανάτου θα διαιρείται το ασφάλιστρο κάλυψης θανάτου με την αξία της μονάδας την ημέρα αυτή και με το πηλίκο θα χρεώνεται ο λογαριασμός μονάδων του αντισυμβαλλόμενου. Η ασφαλιστική επιχείρηση είναι υποχρεωμένη να ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο για το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού, την ημερομηνία που έγινε η προαναφερόμενη χρέωση καθώς και για την απόσυρση των μονάδων από το επενδυτικό σκέλος για κάλυψη του θανάτου και τα έξοδα αυτού. ε) Απαγορεύεται η χρησιμοποίηση της μεθόδου ΖΙLLΜΕR για τον υπολογισμό του αποθέματος ασφαλίσεων ζωής που συνδέονται με επενδύσεις. στ) Ως αξία εξαγοράς εννοείται η αξία του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού μονάδων του αντισυμβαλλομένου μειωμένη με το ποσό του προστίμου εξαγοράς. ζ) Η ασφαλιστική επιχείρηση είναι υποχρεωμένη να τηρεί ειδικό αρχείο στο οποίο καταχωρεί τα περιουσιακά της στοιχεία που διαθέτει για την κάλυψη των υποχρεώσεών της που συνδέονται με επενδύσεις. Ο τρόπος τήρησης του ειδικού αυτού αρχείου θα καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου. Η ασφαλιστική επιχείρηση είναι υποχρεωμένη να έχει καλυμμένες τις υποχρεώσεις της που πηγάζουν από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής που συνδέονται με επενδύσεις με τα περιουσιακά στοιχεία που αφορούν την σύνδεση αυτή από την ημερομηνία πίστωσης των μονάδων στο λογαριασμό του ασφαλισμένου. Στη περίπτωση πάντως που ασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει περισσότερα του ενός μεταβλητά κεφάλαια, τότε τηρεί χωριστά ειδικά αρχεία. Η ασφαλιστική επιχείρηση κατά την διάθεση κάθε μεταβλητού κεφαλαίου ενημερώνει το Υπουργείο Εμπορίου. Για την τήρηση του παραπάνω αρχείου θα πρέπει να υπάρχουν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για τη διαμόρφωση της καθαρής αξίας των μονάδων. η) Στον ισολογισμό τα περιουσιακά στοιχεία κάθε μεταβλητού κεφαλαίου τηρούνται, σε χωριστούς λογαριασμούς και σε τρέχουσες τιμές. θ) Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται για την κάλυψη των υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης που συνδέονται με επενδύσεις κατατίθενται προς φύλαξη σε μια μόνο Τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα. Η φύλαξη αλλοδαπών κινητών αξιών που είναι εισηγμένες σε αλλοδαπό χρηματιστήριο επιτρέπεται να ανατίθεται σε Τράπεζα του εξωτερικού με την οποία η λειτουργούσα στην Ελλάδα Τράπεζα έχει άμεση επαφή. Η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να ενημερώνει τουλάχιστον μια φορά το μήνα την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εμπορίου με τα περιουσιακά στοιχεία που διαθέτει η ασφαλιστική επιχείρηση για το μεταβλητό κεφάλαιο. Στην περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει περισσότερα του ενός μεταβλητά κεφάλαια, η τράπεζα, μετά από έγγραφη ενημέρωσή της από την ασφαλιστική επιχείρηση, υποχρεούται να ενημερώνει το Υπουργείο Εμπορίου με τα περιουσιακά στοιχεία ανά μεταβλητό κεφάλαιο, σύμφωνα με τις υποδείξεις της ασφαλιστικής επιχείρησης που κοινοποιούνται στο Υπουργείο Εμπορίου. ι) Η ασφαλιστική επιχείρηση ορίζει ως υπεύθυνο για τα στοιχεία του μεταβλητού κεφαλαίου, κατάλληλο πρόσωπο τα στοιχεία του οποίου (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, αρ. ταυτότητας), καθώς και κάθε μεταβολή στο πρόσωπο ή στα στοιχεία αυτού, τα δηλώνει στο Υπουργείο Εμπορίου και καταχωρούνται στο μητρώο Α.Α.Ε. ια) Στην περίπτωση συγκρότησης εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου τα περιουσιακά στοιχεία με τα οποία η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να συγκροτεί το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο είναι: i. κινητές αξίες εισηγμένες σε χρηματιστήριο αξιών των κρατών - μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. ii. ομόλογα και ομολογίες του δημοσίου ή δημοτικών αρχών των κρατών - μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. καθώς και ομόλογα και ομολογίες πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την εγγύηση του κράτους-μέλους. iii. Μερίδια Αμοιβαίων Κεφαλαίων ή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) που πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ (ΕL 375/31.12.85). iν. Προθεσμιακές καταθέσεις σε Τράπεζες. ν. Κινητές αξίες εισηγμένες σε χρηματιστήριο κρατών εκτός Ε.Ε. και Ε.Ο.Χ. σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1γ του άρθρου 32 του ν. 1969/91 (Α 167), όπως ισχύει. νi. Νεοεκδιδόμενες κινητές αξίες, των οποίων η έκδοση περιλαμβάνει την υποχρέωση της εντός του έτους εισαγωγής σε χρηματιστήριο της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. νii. Νεοεκδιδόμενες κινητές αξίες, οι οποίες αφορούν κάλυψη μετοχικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρίας με δημόσια εγγραφή σύμφωνα με το άρθρο 8α κ.ν.2190/20. Η αποτίμηση της αξίας των ως άνω κινητών αξιών γίνεται, ως εξής: Των υπό στοιχεία i, ii, iii, iν και ν περιουσιακών στοιχείων σε τρέχουσες τιμές. Των υπό στοιχεία νi και νii περιουσιακών στοιχείων, σε τιμές κτήσεως. ιβ) i) Οι κινητές αξίες οι εισηγημένες σε χρηματιστήρια αποτιμώνται με βάση τη τιμή κλεισίματος των χρηματιστηριακών συναλλαγών τοις μετρητοίς της ίδιας μέρας. Σε μη κοινοτικά χρηματιστήρια, όταν αυτό δεν είναι εφικτό για λόγους διαφοράς της ώρας, η αξία αποτιμάται με βάση τη τιμή κλεισίματος της προηγούμενης ημέρας : των ως άνω χρηματιστηρίων. Αν δεν καταρτιστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή την ημέρα της προηγούμενης ημέρας και αν δεν έχει γίνει ούτε και εκείνη την ημέρα συναλλαγή, η τιμή της αμέσως ... προηγούμενης ημέρας και αν δεν έχει γίνει ούτε και εκείνη την ημέρα συναλλαγή η τιμή της αμέσως προηγούμενης ημέρας. Εάν ούτε και εκείνη την ημέρα δεν έχει γίνει χρηματιστηριακή συναλλαγή λαμβάνεται υπόψη η τελευταία τιμή προσφοράς ή ζήτησης. ii) Για τα μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου λαμβάνεται υπόψη η τιμή διάθεσης των μεριδίων όπως αυτή διαμορφώθηκε την προηγούμενη μέρα ή όπως αυτή διαμορφώθηκε σύμφωνα με την τελευταία δημοσίευση. ιγ) Το Υπουργείο Εμπορίου τουλάχιστον μια φορά το δίμηνο ελέγχει το ειδικό αρχείο καθώς και την κάλυψη των αποθεμάτων που αντιστοιχούν στα ασφαλιστήρια συμβόλαια που συνδέονται με επενδύσεις και συντάσσει έκθεση ελέγχου. Στις τυχόν παρατηρήσεις του Υπουργείου Εμπορίου είτε το υπό στοιχεία ι πρόσωπο είτε ο αναλογιστής, ανάλογα με τις παρατηρήσεις, είτε και οι δυό μαζί υποχρεούνται να απαντήσουν εντός πέντε εργασίμων ημερών από τη λήψη του εγγράφου της εποπτικής αρχής. Σε περίπτωση, που δεν ληφθεί απάντηση από τα παραπάνω πρόσωπα, τότε το Υπουργείο Εμπορίου επιβάλλει πρόστιμο ύψους μέχρι 10.000 ΕCU σε καθένα από αυτά και ζητείται από το Διοικητικό Συμβούλιο ή τον νόμιμο αντιπρόσωπο να απαντήσουν στο έγγραφο του Υπουργείου Εμπορίου. Στην περίπτωση που επαναληφθεί το αυτό γεγονός : i) στην αυτή επιχείρηση, το υπό στοιχ. ι πρόσωπο εκπίπτει της θέσης του και του επιβάλλεται πρόστιμο ύψους μέχρι 20.000 ΕCU. Το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να αναλάβει οποιαδήποτε υπεύθυνη θέση στην αυτή ή άλλη ασφαλιστική επιχείρηση για 2 έτη. Στον αναλογιστή επιβάλλεται πρόστιμο ύψους μέχρι 20.000 ΕCU. Ο Υπουργός Εμπορίου δύναται να αφαιρέσει την άδεια αναλογιστή μέχρι δύο έτη αφού λάβει υπόψη την γνώμη της Ενωσης Ελλήνων Αναλογιστών και ο αναλογιστής δεν μπορεί να αναλάβει οποιαδήποτε άλλη υπεύθυνη θέση στην αυτή ή άλλη ασφαλιστική επιχείρηση. ii) αν τα αυτά πρόσωπα επαναλάβουν το αυτό παράπτωμα σε άλλη ασφαλιστική επιχείρηση, τότε ισχύουν οι διοικητικές κυρώσεις της ως άνω περίπτωσης (i). Στην περίπτωση μη κάλυψης του αποθέματος των συμβολαίων αυτών με τα αντίστοιχα περιουσιακά στοιχεία ο Υπουργός Εμπορίου με απόφαση του αναστέλλει την έκδοση νέων ασφαλιστηρίων για διάστημα μέχρι 2 έτη. Για την παράβαση αυτή εφαρμόζονται οι ποινές του άρθρου 45 του παρόντος και για το υπό στοιχ. ι πρόσωπο. ιδ) Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής που συνδέονται με επενδύσεις θα πρέπει ρητά να αναφέρουν τη μονάδα επένδυσης με την οποία συνδέονται οι παροχές. Στις περιπτώσεις που οι μονάδες επένδυσης είναι: i) Μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου ή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), υπαγόμενα στις διατάξεις της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ (L375/31/12/85) καθώς και την ελληνική νομοθεσία, τότε ο κανονισμός του αμοιβαίου αυτού κεφαλαίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των γενικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που συνδέονται με αυτή τη μονάδα επένδυσης. ii) Μερίδια εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου το οποίο συγκροτείται από στοιχεία του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης, τότε συντάσσεται ειδικός κανονισμός λειτουργίας του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, ο οποίος θα πρέπει να περιέχει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία: -τα στοιχεία του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης που συγκροτούν το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο -τον τρόπο αποτίμησης των στοιχείων του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης που συγκροτούν το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο -τα έξοδα που βαρύνουν το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο -την ημερομηνία συγκρότησης του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου και την αξία του μεριδίου κατά την έκδοση -τον υπολογισμό της αξίας των μεριδίων -τον τρόπο διαμονής των κερδών. Στην περίπτωση που ασφαλίσεις ζωής συνδέονται με μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων που δεν έχουν άδεια διάθεσης στην Ελλάδα και στην περίπτωση που η τιμή της μονάδας προσδιορίζεται από περισσότερα του ενός μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου της περίπτωσης (i), τότε εφαρμόζονται οι διατάξεις της ως άνω περιπτ.(ii). Ο ειδικός κανονισμός του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των γενικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. ιε) Οι γενικοί όροι των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής που συνδέονται με επενδύσεις πρέπει σε ειδικό όρο να αναφέρουν: i) Το χρονικό σημείο της πίστωσης των μονάδων στο λογαριασμό των ασφαλισμένων. Το χρονικό διάστημα μεταξύ καταβολής των ασφαλίστρων και πίστωσης των μονάδων, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 7 εργάσιμες ημέρες ii) Το χρονικό σημείο καθορισμού της τιμής της μονάδας επένδυσης σε περίπτωση αποζημίωσης ή εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ελλείψει καθορισμού ισχύει η τιμή της ημέρας πληρωμής. ιστ) Στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου θα πρέπει να αναφέρεται εντός πλαισίου η κατανομή του καταβεβλημένου ποσού από τον αντισυμβαλλόμενο ως εξής: i) Συνολικό καταβεβλημένο ποσό, το οποίο περιλαμβάνει όλους τους φόρους και τα τέλη ii) Το επενδυόμενο ποσό iii) Την τιμή της μονάδας iν) Τον αριθμό των μονάδων ιζ) Η ασφαλιστική επιχείρηση αποστέλλει στον αντισυμβαλλόμενο στο τέλος της διαχειριστικής χρήσης, κατάσταση η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής: i) Τα συνολικά καταβεβλημένα ποσά από τον αντισυμβαλλόμενο, συμπεριλαμβανομένων φόρων και τελών. ii) Τα συνολικά επενδυόμενα ποσά. iii)Συνολικό αριθμό μονάδων. iν) Τιμή μονάδας. ν) Τα στοιχεία στα οποία επενδύονται οι μονάδες αναφέροντας τις τιμές τους ιδίως για αα) τις μετοχές, τιμή αγοράς και πώλησης, ββ)τα μερίδια Α/Κ, καθαρή τιμή, τιμή διάθεσης και εξαγοράς γγ) τις ομολογίες, τιμή αγοράς και πώλησης. ιη) Η καθαρή αξία της μονάδας επένδυσης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής που συνδέονται με επενδύσεις, η τιμή προσφοράς της μονάδας καθώς και η τιμή εξαργύρωσης της μονάδας υπολογίζονται κάθε εργάσιμη ημέρα και δημοσιεύονται στον ημερήσιο τύπο της επόμενης ημέρας με μέριμνα της ασφαλιστικής επιχείρησης. Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται εφόσον της ζητηθεί από το Υπουργείο Εμπορίου, να προβαίνει με δικά της έξοδα σε διευκρινιστικές ή διορθωτικές δημοσιεύσεις, εάν από προηγούμενες δημοσιεύσεις ή ανακοινώσεις της, υπάρχει κίνδυνος παραπλάνησης ή εσφαλμένης πληροφόρησης του κοινού. ιθ) Σε περίπτωση υπαναχώρησης, εάν η σύμβαση έχει μόνο επενδυτικό σκέλος, θεωρείται ότι ολόκληρο το ασφάλιστρο έχει συνδεθεί με μονάδες επένδυσης. Η ασφαλιστική επιχείρηση επιστρέφει το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία εξαργύρωσης των μονάδων αυτών. Ως αξία εξαργύρωσης λαμβάνεται εκείνη που δημοσιεύεται μια μέρα μετά την ανακοίνωση της υπαναχώρησης στην ασφαλιστική επιχείρηση. Εάν η σύμβαση έχει επιπλέον του επενδυτικού και σκέλος εγγυημένης κάλυψης, τότε από το συνολικό ασφάλιστρο αφαιρείται το ασφάλιστρο που αντιστοιχεί στην εγγυημένη κάλυψη από το οποίο δύναται να παρακρατηθεί ένα μηνιαίο εμπορικό ασφάλιστρο. Το υπόλοιπο του συνολικού ασφαλίστρου θεωρείται ότι έχει συνδεθεί με μονάδες επένδυσης. Η ασφαλιστική επιχείρηση επιστρέφει το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία εξαργύρωσης των μονάδων αυτών. Ως αξία εξαργύρωσης λαμβάνεται εκείνη που δημοσιεύεται μια μέρα μετά την ανακοίνωση της υπαναχώρησης στην ασφαλιστική επιχείρηση. κ) Σε περίπτωση που δεν τηρηθούν οι ως άνω κανόνες διαφάνειας του προϊόντος ο Υπουργός Εμπορίου, με απόφασή του, δύναται να αναστείλει την έκδοση νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων και μέχρι ένα εξάμηνο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 42δ του παρόντος. κα) Για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν στην Ελλάδα ασφαλίσεις ζωής που συνδέονται με επενδύσεις μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ισχύουν οι διατάξεις των παραπάνω στοιχείων ιδ έως κ. Β. Τοντίνες (Κλάδος V της παρ.2 του άρθρου 13 του παρόντος) Οταν πρόκειται για την άσκηση του ως άνω κλάδου, εφαρμόζονται οι παρακάτω ρυθμίσεις : α) Το ποσόν που αναλογεί στον καθένα εκ των επιζώντων στο τέλος της προκαθορισμένης περιόδου αυξάνεται: αα) με την προοδευτική αύξηση του αριθμού των θνησκόντων και ββ) με την κατανομή των κερδών, από την επένδυση του κεφαλαίου, στο τέλος της προκαθορισμένης περιόδου μεταξύ των επιζώντων. Η εφαρμογή του συστήματος των τοντινών οδηγεί στη συγκρότηση ομάδων με βάση την ηλικία, με σκοπό όχι την κάλυψη κινδύνων αλλά τη συμμετοχή των επιζώντων της ομάδας εις τη κατανομή του κεφαλαίου. β) Δεν επιτρέπεται αα) κανενός είδους δανεισμός και από κανένα από το συγκροτούμενο κεφάλαιο ββ) επιστροφή καταβολών ή μέρους αυτών σε περίπτωση αποχώρησης μέλους από την ομάδα μέσα στην προκαθορισμένη περίοδο. γ) Η ασφαλιστική επιχείρηση είναι υποχρεωμένη να ενημερώνει εγγράφως τους συμμετέχοντες στην ομάδα κατ έτος για το ύψος του κεφαλαίου και το ύψος των επιτυγχανομένων επενδύσεων. δ) Τα περιουσιακά στοιχεία με τα οποία δύναται να συγκροτηθεί το κεφάλαιο αυτό είναι: i) Κινητές αξίες εισηγμένες σε χρηματιστήριο αξιών των κρατών μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. ii) Ομόλογα και ομολογίες του δημοσίου ή των δημοτικών αρχών των κρατών μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. καθώς και ομόλογα και ομολογίες πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την εγγύηση του κράτους - μέλους. iii) Μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες(ΟΣΕΚΑ) που πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ (L 375/31.12.85). ιν) Προθεσμιακές καταθέσεις. ν) Κινητές αξίες εισηγμένες σε χρηματιστήρια κρατών εκτός Ε.Ε. και Ε.Ο.Χ. σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγρ. 1γ του άρθρου 32 του ν. 1969/91(Α 167) όπως ισχύει. νi) Νεοεκδιδόμενες κινητές αξίες των οποίων η έκδοση περιλαμβάνει την υποχρέωση της εντός του έτους εισαγωγής σε χρηματιστήριο της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. νii) Νεοεκδιδόμενες κινητές αξίες οι οποίες αφορούν κάλυψη μετοχικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρίας με δημόσια εγγραφή σύμφωνα με το άρθρο 8α του Κ.Ν.2190/20. Η αποτίμηση της αξίας των ως άνω κινητών αξιών γίνεται σύμφωνα με το στοιχ. ια της περιπτ. Α του παρόντος άρθρου. ε) Απόθεμα είναι το ύψος του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού κάθε συγκροτούμενης ομάδας. στ) Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο πρέπει να αναφέρει τα στοιχεία όλων των προσώπων που συγκροτούν την ομάδα.. Αν κάποιο πρόσωπο που συμμετέχει στην ομάδα αυτή δηλώσει λανθασμένα στοιχεία που είναι βασικά για το σχεδιασμό της τοντίνας αποβάλλεται από την ομάδα και δεν λαμβάνει κανένα μέρος από τις εισφερόμενες καταβολές του. ζ) Στην περίπτωση πού η καταβολή του κεφαλαίου στους επιζώντες γίνει υπό μορφή προσόδου, τότε κατά τον υπολογισμό της προσόδου αυτής δεν λαμβάνονται υπόψη επιβαρύνσεις για έξοδα πρόσκτησης. Το αυτό ισχύει και όταν ένα πρόσωπο θελήσει, το μέρος του κεφαλαίου που του αντιστοιχεί μετά το πέρας της περιόδου, να το λάβει υπό μορφή προσόδου. η) Στην περίπτωση που η ασφαλιστική εταιρεία οργανώσει περισσότερες της μιας τοντίνες είναι υποχρεωμένη να τηρεί χωριστά τα περιουσιακά στοιχεία πού αντιστοιχούν σε κάθε τοντίνα. Τα στοιχεία αυτά τηρούνται σε ειδικό αρχείο. Άρθρο 17 (άρθρα 6,7 καιοδηγ. 92/49/ΕΟΚ και άρθρα 5, 6, 18, 19 και 29 οδηγ. 92/96/ΕΟΚ) Το άρθρο 15 του Ν.Δ. 400/70, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 15 1.Κάθε Ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει στο Υπουργείο Εμπορίου μαζί με την αίτηση για άδεια λειτουργίας της: 1)το καταστατικό της. 2)τα αποδεικτικά στοιχεία καταβολής ολοκλήρου του μετοχικού * κεφαλαίου ή των εισφορών σε περίπτωση αλληλασφαλιστικών συνεταιρισμών. 3)πρόγραμμα δραστηριότητας, όπως ορίζεται στη παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου 4)Πληροφορίες για τους διοικούντες την ασφαλιστική επιχείρηση προκειμένου να ελεγχθεί η εντιμότης και τα επαγγελματικά προσόντα η η πείρα αυτών των προσώπων. Τα κριτήρια καταλληλότητας των διοικούντων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και 5)δήλωση για τα πρόσωπα του άρθρου 55 και του στοιχ. ι της περιπτ. Α του αρ. 13 γ του παρόντος. 2.Το πρόγραμμα δραστηριότητας πού είναι υποχρεωμένη να υποβάλει η ασφαλιστική επιχείρηση προκειμένου να πάρει άδεια λειτουργίας ή άδεια επέκτασης των εργασιών της και σε άλλους κλάδους ασφάλισης περιλαμβάνει: Α. Για την άσκηση εργασιών ασφαλίσεων κατά ζημιών, τα ακόλουθα: 1)Τους κινδύνους που έχει σκοπό να καλύπτει 2)Τις κατευθυντήριες αρχές όσον αφορά την αντασφάλιση 3)Τα περιουσιακά στοιχεία που απαρτίζουν το ελάχιστο όριο εγγυητικού κεφαλαίου σύμφωνα με το άρθρο 17β του παρόντος 4)Τις προβλέψεις για έξοδα εγκατάστασης των διοικητικών υπηρεσιών της και του δικτύου παραγωγής της, καθώς και τα οικονομικά μέσα πού προορίζονται για αντιμετώπιση των εξόδων αυτών, προκειμένου δε για τον κλάδο 18 και τα μέσα πού διαθέτει η επιχείρηση για την παροχή βοηθείας. Επί πλέον, προκειμένου για τις τρείς πρώτες εταιρικές χρήσεις: 5)Τις προβλέψεις για τα έξοδα διαχείρισης εκτός από τα έξοδα εγκατάστασης και ιδίως για τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες. 6)Τις προβλέψεις για τα ασφάλιστρα η τις εισφορές που θα πραγματοποιηθούν καθώς και τις προβλέψεις για τις ζημιές που θα πραγματοποιηθούν. 7)Προβλεπόμενο Ισολογισμό 8)Τις προβλέψεις σχετικά με τα οικονομικά μέσα που προορίζονται να καλύψουν τις υποχρεώσεις και το περιθώριο φερεγγυότητας Β. Για την άσκηση1 ασφαλίσεων ζωής, τα ακόλουθα: 1)Στοιχεία για το είδος των υποχρεώσεων τις οποίες έχει σκοπό να αναλαμβάνει. 2)Τα στοιχεία που προβλέπονται στα εδάφια β, γ, και δ, της παραπάνω περίπτωσης Α της παρούσας παραγράφου. Επιπλέον, προκειμένου για τις τρεις πρώτες εταιρικές χρήσεις: 3)Λεπτομερές σχέδιο για τις προβλεπόμενες εισπράξεις και δαπάνες τόσο για τις πρωτασφαλίσεις και τις αποδοχές αντασφαλίσεων όσο και για τις αντασφαλιστικές εκχωρήσεις. 4)Τα στοιχεία που προβλέπονται στα εδάφια ζ και η της παραπάνω περίπτωσης Α της παρούσης παραγράφου. 3.Εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως της Υπουργικής Αποφάσεως περί παροχής αδείας συστάσεως και λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, υποχρεούται αυτή να υποβάλει στο Υπουργείο Εμπορίου αντίγραφα των αντασφαλιστικών συμβάσεών της. 4.Προκειμένου να ελέγχεται η τήρηση των αναλογιστικών αρχών, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφαλίσεων ζωής και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφαλίσεων κατά ζημιών που ασκούν τους κλάδους 1 Ατυχήματα και 2 Ασθένειες με βάση την παραγ. 7 του άρθρου 17α του παρόντος, υποχρεούνται να κοινοποιούν ετησίως στο Υπουργείο Εμπορίου τα τεχνικά επιτόκια και τους πίνακες θνησιμότητας και νοσηρότητας πού χρησιμοποιούνται ως βάση για τον υπολογισμό των τιμολογίων και των μαθηματικών αποθεμάτων τους. Επίσης υποχρεούνται να εμφανίζουν χωριστά στον ισολογισμό τους τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία έχει επενδυθεί το μαθηματικό απόθεμα. 5.Προκειμένου να ελέγχεται η τήρηση των διατάξεων περί ασφαλιστικής συμβάσεως, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται να κοινοποιούν μη συστηματικά στο Υπουργείο Εμπορίου, τους γενικούς και ειδικούς όρους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και γενικώς τα έντυπα που χρησιμοποιούν στις σχέσεις τους με τους ασφαλισμένους, με την επιφύλαξη της παραγ. 6 του άρθρου 52α του παρόντος. Ειδικά όμως, εφόσον πρόκειται για κινδύνους που υπόκεινται σε υποχρεωτική ασφάλιση, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται να κοινοποιούν στο Υπουργείο Εμπορίου τους γενικούς και ειδικούς όρους των υποχρεωτικών ασφαλίσεων πριν από την χρησιμοποίησή τους. Το Υπουργείο Εμπορίου μπορεί να απαιτεί την προηγούμενη κοινοποίηση ή έγκριση των τιμολογίων στις ασφαλίσεις κατά ζημιών, μόνο στο πλαίσιο ενός γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών. 6.Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις της ως άνω παραγράφου 4: 1)Οι πίνακες θνησιμότητος, νοσηρότητος κ.λ.π, υπολογισμού των μαθηματικών αποθεμάτων που μπορούν να χρησιμοποιούν κατ επιλογή τους. 2)Τα ανώτατα όρια των προς υπολογισμό των μαθηματικών αποθεμάτων χρησιμοποιουμένων τεχνικών επιτοκίων. Το Υπουργείο Εμπορίου για την εφαρμογή του στοιχείου β ανωτέρω, συνεργάζεται με τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών και ενημερώνει την Επιτροπή της Ε.Ε: Άρθρο Άρθρο 18 (Αρθροοδηγ. 92/49/ΕΟΚ και άρθροοδηγ. 92/96/ΕΟΚ, άρθρα 3,4οδηγ.90/618 και άρθρα 8 και 9 οδηγ. 90/619/ΕΟΚ). Μετά το άρθρο 15 του Ν.Δ.400/70 όπως ισχύει, προστίθεται νέο άρθρο 15α ως εξής: Άρθρο 15α 1. 1)Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο σκοπεύει να αποκτήσει ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική επιχείρηση που ιδρύθηκε και λειτουργεί στην Ελλάδα, ενημερώνει προηγουμένως το Υπουργείο Εμπορίου και του γνωστοποιεί το ποσό της συμμετοχής αυτής. Η ίδια υποχρέωση ισχύει και όταν αυξάνεται ήδη υφισταμένη ειδική συμμετοχή, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου η του κεφαλαίου πού κατέχει ένα πρόσωπο, περιλαμβανομένων και των περιπτώσεων πού σύμφωνα με το Π.Δ.51/1992(Α 22) εξομοιώνονται με κατοχή δικαιωμάτων ψήφου από το αυτό πρόσωπο, να φτάνει η να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του 20% του 33% η του 50% του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου ή η ασφαλιστική επιχείρηση να καθίσταται θυγατρική του συμμετέχοντος προσώπου. Προκειμένου περί συμμετοχών πού πραγματοποιούνται από νομικά πρόσωπα, το Υπουργείο Εμπορίου δικαιούται ι) να ζητά πληροφορίες για την ταυτότητα των φυσικών προσώπων που άμεσα η έμμεσα ελέγχουν τα νομικά αυτά πρόσωπα, ii) να επιβάλλει την υποχρέωση να της γνωστοποιείται οποιαδήποτε μεταγενέστερη μεταβολή στην ταυτότητα των φυσικών αυτών προσώπων και iii) να ζητά την γνωστοποίηση των οικονομικών στοιχείων (οικονομικές καταστάσεις τους), όταν καθιστούν την ασφαλιστική επιχείρηση Θυγατρική τους για τον έλεγχο της χρηματοοικονομικής τους κατάστασης, τα οποία μπορεί να ζητηθούν και μετεγενέστερα. Για την έννοια του ελέγχου έχει εφαρμογή το στοιχείο ι του άρθρου 2α του παρόντος. Για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα τα οποία κατέχουν ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις το Υπουργείο Εμπορίου δύναται: i) να επιβάλλει την υποχρέωση στα νομικά αυτά πρόσωπα να έχουν ονομαστικές τις μετοχές με δικαίωμα ψήφου ii) να απαιτεί όπως συγκεκριμένα ποσοστά του συνόλου των πιο πάνω ονομαστικών μετοχών με δικαίωμα ψήφου ανήκουν σε ένα η περισσότερα φυσικά πρόσωπα που τυγχάνουν της προηγούμενης έγκρισης του Υπουργείου Εμπορίου. Εντός τριών μηνών από την πιο πάνω γνωστοποίηση, το Υπουργείο Εμπορίου υποχρεούται είτε να εγκρίνει τη συμμετοχή είτε να αντιταχθεί σ αυτή με αιτιολογημένη απόφασή του, εφόσον κρίνει ότι τα πρόσωπα πού πραγματοποιούν τη συμμετοχή, περιλαμβανομένων και των φυσικών προσώπων πού ελέγχουν τα συμμετέχοντα φυσικά πρόσωπα, δεν είναι κατάλληλα για να εξασφαλίζουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση της ασφαλιστικής επιχείρισης. Η έγκριση του Υπουργείου Εμπορίου μπορεί να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την υλοποίηση της συμμετοχής. Μέσα στην ανωτέρω προθεσμία το υπουργείο Εμπορίου δικαιούται να διεξάγει έρευνες για την καταλληλότητα η την επαλήθευση καταλληλότητας των ανωτέρω προσώπων. Για τον σκοπό αυτό το Υπουργείο Εμπορίου συνεργάζεται με τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. ή άλλες αρμόδιες αρχές. Σε περίπτωση θανάτου κατόχου ειδικής συμμετοχής η ως άνω υποχρέωση ενημέρωσης από τους κληρονόμους του επιτρέπεται να πραγματοποιηθεί εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία θανάτου του κατόχου της ειδικής συμμετοχής. Μέσα σε τρείς μήνες από την γνωστοποίηση, το Υπουργείο Εμπορίου μπορεί, εφόσον κρίνει ότι οι κληρονόμοι δεν είναι κατάλληλοι για να εξασφαλίσουν τη συνετή και χρηστή διαχείρηση της ασφαλιστικής επιχείρησης, να επιβάλλει τις κυρώσεις της παρ. 5β του παρόντος άρθρου. 2)Πέραν των υποχρεώσεων, που αναφέρονται στο στοιχείο α της παρούσας παραγράφου, οι κάτοχοι ειδικής συμμετοχής ασφαλιστικής επιχείρησης γνωστοποιούν εκ των προτέρων στο Υπουργείο Εμπορίου κάθε αύξηση της συμμετοχής τους πού υπερβαίνει κατά ποσό πού αντιστοιχεί σε δύο (2) ποσοστιαίες μονάδες του μετοχικού κεφαλαίου της ασφαλιστικής επιχείρησης τη συμμετοχή πού έχει γνωστοποιηθεί προηγουμένως. Η υποχρέωση αυτή ισχύει μέχρι η συνολική συμμετοχή να φτάσει το όριο του 33%. 2. 1)Το Υπουργείο Εμπορίου ενημερώνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ενωσης: 2)για κάθε άδεια λειτουργίας πού χορηγείται σε ασφαλιστική επιχείρηση η οποία, είναι άμεσα η έμμεσα θυγατρική μιας η περισσοτέρων μητρικών επιχειρήσεων διεπομένων από τη νομοθεσία τρίτης χώρας Η) για τη συμμετοχή μητρικής επιχειρήσεις αυτού του είδους σε ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει και λειτουργεί στην Ελλάδα, η οποία με τον τρόπο αυτοκαθίσταται θυγατρική της iii) για την δομή της ομάδας επιχειρήσεων, όταν χορηγείται άδεια λειτουργίας σε μια ασφαλιστική επιχείρηση άμεσα ή έμμεσα θυγατρική μιας η περισσοτέρων μητρικών επιχειρήσεων διεπομένων από το δίκαιο τρίτης χώρας. iν) για τις γενικής φύσεως δυσκολίες που συναντούν οι ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την εγκατάστασή τους ή την άσκηση των δραστηριοτήτων τους σε τρίτη χώρα. 3)Οταν τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν αποφασίσει περιορισμό ή προσωρινή αναστολή εξέτασης αιτήσεων σχετικών με τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου α, το Υπουργείο Εμπορίου αναστέλει τη λήψη απόφασης για όσο χρονικό διάστημα τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν αποφασίσει αντίστοιχη αναστολή ή περιορισμό γενικής ισχύος σε όλα τα κράτη - μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. Ο εν λόγω περιορισμός ή αναστολή δεν εφαρμόζονται όσον αφορά τη δημιουργία θυγατρικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα από ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τις θυγατρικές τους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ε.Ε. και στον Ε.Ο.Χ. ούτε όσον αφορά την απόκτηση συμμετοχής από τέτοια επιχείρηση ή θυγατρική της σε ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει και λειτουργεί στην Ελλάδα. Επίσης το Υπουργείο Εμπορίου ενημερώνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατόπιν αιτήσεώς της, για τις ανωτέρω αιτήσεις. , 4)Με την επιφύλαξη υποχρεώσεων που προκύπτουν από διεθνείς συμφωνίες της Ε.Ε. με τρίτες χώρες οι οποίες διέπουν την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας ασφαλιστικής επιχείρησης, το Υπουργείο Εμπορίου διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να αντιτάσσεται στην πραγματοποίηση συμμετοχών σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις που εδρεύουν και λειτουργούν στην Ελλάδα, από φυσικά πρόσωπα που κατοικούν εκτός Ε.Ε. και Ε.Ο.Χ. ή από νομικά πρόσωπα που διέπονται από την νομοθεσία τρίτης χώρας. 3.Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο σκοπεύει να παύσει να κατέχει άμεσα ή έμμεσα ειδική συμμετοχή σε μια ασφαλιστική επιχείρηση πρέπει να ενημερώνει προηγουμένως το Υπουργείο Εμπορίου και να του κοινοποιεί το ύψος της συμμετοχής του που προτίθεται να διατηρήσει. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει, ομοίως να ενημερώνει το Υπουργείο Εμπορίου, εφόσον σκοπεύει να μειώσει την ειδική του συμμετοχή, έτσι ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων του κεφαλαίου που κατέχει να κατέλθει κάτω από τα κατώτατα όρια του 20%, 33% ή του 50% ή η ασφαλιστική επιχείρηση να παύσει να είναι θυγατρική του. Η υποχρέωση γνωστοποίησης επεκτείνεται και στα φυσικά πρόσωπα που παύουν να ελέγχουν νομικά πρόσωπα που κατέχουν ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική επιχείρηση. 4.Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ανακοινώνουν στο Υπουργείο Εμπορίου, μόλις λάβουν σχετική γνώση, τις κτήσεις ή εκχωρήσεις συμμετοχών στο κεφάλαιό τους, οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα ποσοστά συμμετοχής πάνω ή κάτω από ένα από τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3. Ομοίως ανακοινώνουν μέχρι την 15η Ιουλίου κάθε έτους τα ονόματα των μετόχων που έχουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και τα ποσά και ποσοστά των συμμετοχών αυτών, όπως προκύπτουν, ιδίως από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή από τις πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση τους, δυνάμει των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στις εταιρείες, οι μετοχές των οποίων είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο. 5.Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί ειδική συμμετοχή ή αυξηθεί υφισταμένη ειδική συμμετοχή πάνω από τα όρια που προβλέπονται στην παρ. 1α είτε χωρίς να ανακοινωθεί εκ των προτέρων στο Υπουργείο Εμπορίου είτε χωρίς να εγκριθεί η πραγματοποίησή της, αυτοδικαίως παύει να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή αυτή. Επιπρόσθετα το Υπουργείο Εμπορίου με απόφασή του μπορεί να επιβάλλει στους κατόχους των ειδικών συμμετοχών τις παρακάτω κυρώσεις μεμονωμένα ή σωρευτικά. 1)Πρόστιμο υπέρ του ελληνικού δημοσίου μέχρι ποσοστού 10% της αξίας των μετοχών, που μεταβιβάστηκαν χωρίς να τηρηθούν οι διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου. 2)Αποκλεισμό των προσώπων αυτών από το Διοικητικό Συμβούλιο της ασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και από οποιαδήποτε διευθυντική θέση στην ασφαλιστική επιχείρηση για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, προκειμένου περί φυσικών προσώπων. Σε περίπτωση μη γνωστοποίησης στο Υπουργείο Εμπορίου της αλλαγής της ταυτότητας φυσικού προσώπου, που ελέγχει νομικό πρόσωπο με ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική επιχείρηση, αυτοδικαίως παύει να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή του νομικού προσώπου, στο δε φυσικό πρόσωπο το Υπουργείο Εμπορίου μπορεί να επιβάλλει την κύρωση του ως άνω εδαφίου β. Οι αυτές κυρώσεις μπορεί να επιβληθούν στα πρόσωπα που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις, που προβλέπονται στην παραγρ.1α έκτο εδάφιο του παρόντος άρθρου. 6.Στα πρόσωπα που δεν τηρούν την υποχρέωση ενημέρωσης βάσει της παραγρ. 3 του παρόντος άρθρου το Υπουργείο Εμπορίου μπορεί να επιβάλλει πρόστιμο υπέρ του ελληνικού δημοσίου ύψους μέχρι ποσοστού 5% της αξίας των μετοχών που μεταβιβάστηκαν χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή του. 7.Το Υπουργείο Εμπορίου λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να αποτρέπει την άσκηση, από φυσικό πρόσωπο που κατέχει ειδική συμμετοχή ή που ελέγχει άμεσα ή έμμεσα νομικό πρόσωπο που κατέχει ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει και λειτουργεί στην Ελλάδα, επιρροής η οποία είναι δυνατό να αποβεί σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης. Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, το Υπουργείο Εμπορίου γνωστοποιεί στα οικεία πρόσωπα τις ειδικότερες ενέργειες ή παραλείψεις τους ή τις παράλληλες δραστηριότητες τους σε άλλους τομείς που κατά την κρίση του είναι δυνατό να αποβούν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρησης της ασφαλιστικής επιχείρησης και αφού ακούσει τις απόψεις τους, τους υποδεικνύει τη λήψη των κατάλληλων διορθωτικών μέτρων εντός ορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης το Υπουργείο Εμπορίου δικαιούται να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για τον τερματισμό της δυσμενούς επιρροής που ασκούν τα φυσικά πρόσωπα στη διαχείριση της ασφαλιστικής επιχείρησης και ειδικότερα: 1)να διατάσσει την απομάκρυνσή τους από το διοικητικό συμβούλιο της ασφαλιστικής επιχείρησης και από οποιαδήποτε διευθυντική θέση στην ασφαλιστική επιχείρηση. 2)να αναστέλλει μέχρι να αρθούν οι συνθήκες που επέβαλαν τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων την άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου, που απορρέουν από τις μετοχές που κατέχουν τα πρόσωπα αυτά ή τα νομικά πρόσωπα που αυτά ελέγχουν. _ 3)να απαγορεύει οποιαδήποτε νέα συναλλαγή της ασφαλιστικής επιχείρησης με τα πρόσωπα αυτά, ή με οποιαδήποτε νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από αυτά, καθώς και να κηρύσσει ληξιπρόθεσμα και αμέσως απαιτητά τα δάνεια που έχουν λάβει όλα τα πιο πάνω πρόσωπα από την ασφαλιστική επιχείρηση. 8.Οι αποφάσεις του Υπουργείου Εμπορίου που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, καταχωρούνται στο μητρώο Α.Α.Ε. Οι αρνητικές αποφάσεις ως Και οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Άρθρο 19 1.Το άρθροτου Ν.Δ.400/70, όπως ισχύει, τροποποιείται και αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 16 1.Το διοικητικό συμβούλιο κάθε ελληνικής ασφαλιστικής επιχείρησης, αποτελείται κατά πλειοψηφία από Ελληνες πολίτες ή πολίτες άλλων κρατών - μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. 2.Δεν μπορούν να εκλεγούν ή να διορισθούν γενικοί διευθυντές, διευθύνοντες ή εντεταλμένοι σύμβουλοι, αναπληρωτές γενικοί διευθυντές, διευθυντές και μέλη διοικητικού συμβουλίου ελληνικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, επίσης νόμιμοι αντιπρόσωποι ή ειδικοί αντιπρόσωποι ελληνικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων σε κράτη της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ., νόμιμοι αντιπρόσωποι στην Ελλάδα ασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων χωρών καθώς και αντιπρόσωποι στην Ελλάδα μεσιτών Λλόυδς Λονδίνου, πρόσωπα που έχουν καταδικασθεί για κλοπή, υπεξαίρεση, τοκογλυφία, αισχροκέρδια, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, δωροδοκία, χρεοκοπία, λαθρεμπορία καθώς επίσης και πρόσωπα που έχουν κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης ή έχουν διατελέσει μέλη διοικητικού συμβουλίου ανωνύμων ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις ισχύουν και για τα πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 3 και του άρθρου 15α του παρόντος που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα ειδική συμμετοχή καθώς και για τους εκκαθαριστές και επόπτες εκκαθάρισης και πτώχευσης του άρθρου 12β του παρόντος. Η κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου μη πτώχευση και η μη ύπαρξη ποινικής καταδίκης υπηκόου κράτους μέλους της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., αποδεικνύεται από απόσπασμα ποινικού μητρώου ή αν λείπει αυτό από ισοδύναμο έγγραφο της αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής του κράτους της καταγωγής ή προέλευσης των ανωτέρω προσώπων. Αν στο κράτος της καταγωγής ή της προέλευσης δεν εκδίδεται παρόμοιο έγγραφο, τότε αρκεί η ένορκη βεβαίωση ή υπεύθυνη δήλωση, ενώπιον της αρμόδιας διοικητικής ή δικαστικής αρχής ή εν πάση περιπτώσει ενώπιον συμβολαιογράφου του κράτους αυτού. Τα παραπάνω έγγραφα δεν πρέπει να φέρουν ημερομηνία έκδοσης προγενέστερη του τριμήνου από την υποβολή τους. (άρθρο 6 οδηγίας 92/49/ΕΟΚ, άρθρο 5 οδηγίας 92796/ΕΟΚ) 2.Το άρθροτου Ν.Δ.400/70, όπως ισχύει, τροποποιείται και αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 17 1.Το μετοχικό κεφάλαιο κάθε ελληνικής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, ολόκληρο καταβεβλημένο κατά τη σύσταση ή οι αρχικές ολοσχερώς καταβεβλημένες εισφορές των μελών, όταν πρόκειται για ελληνικό αλληλασφαλιστικό συνεταιρισμό, δεν μπορούν να είναι κατώτερα, κατά κλάδο ασφάλισης, από τα ελάχιστα εγγυητικά κεφάλαια όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 17β παραγ.2 και 3 του παρόντος. 2.Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, το μετοχικό ή αλληλασφαλιστικό κεφάλαιο ασφαλιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούν, δεν αναπροσαρμόζεται και λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των άρθρων 17α και 17β του παρόντος. 3.Η παραγ.2 ανωτέρω ισχύει κατ αναλογία και στην περίπτωση επέκτασης σε άλλο ή άλλους κλάδους ασφάλισης. (άρθρα 6,18,24 καιτης οδηγ.92/49/ΕΟΚ, άρθρα 5,25 καιτης οδηγ.92/96/ΕΟΚ και άρθρα 6(ενεργητικό),18,34 και 35 της οδηγ.91/674/ΕΟΚ) 3.Το άρθρο 17α του ν.δ.400/70, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 17α 1.Κάθε ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να συγκροτεί επαρκές περιθώριο φερεγγυότητας ανάλογο προς το σύνολο των δραστηριοτήτων της, το οποίο αντιστοιχεί στην περιουσία της την ελεύθερη από κάθε προβλεπόμενη υποχρέωση, χωρίς να συνυπολογίζονται σ αυτή τα άυλα περιουσιακά στοιχεία της. 2.Οπου για τους υπολογισμούς του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας λαμβάνονται υπόψη τα ασφάλιστρα εννοούνται τα ακαθάριστα δεδουλευμένα ασφάλιστρα του στοιχ. ιθ του άρθρου 2α του παρόντος. 3.Προκειμένου για δραστηριότητες ασφαλίσεων κατά ζημιών, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας υπολογίζεται σε συνάρτηση είτε προς το ετήσιο ποσό ασφαλίστρων ή αλληλασφαλιστικών εισφορών είτε προς τη μέση επιβάρυνση των ασφαλιστικών αποζημιώσεων των τριών τελευταίων χρήσεων ή, προκειμένου περί επιχειρήσεων οι οποίες καλύπτουν βασικά μόνο ένα ή περισσότερους από τους κινδύνους θύελλας, χαλαζιού ή παγετού, των επτά τελευταίων χρήσεων και λαμβάνεται σαν αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας το μεγαλύτερο από τα πιο πάνω δυο αποτελέσματα. Τα στοιχεία, τα οποία απαρτίζουν το περιθώριο φερεγγυότητας είναι κυρίως: 1)Το μετοχικό κεφάλαιο που έχει καταβληθεί ή προκειμένου για τους αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς το αλληλασφαλιστικό ποσό που αρχικά έχει καταβληθεί. 2)Το μισό του μη καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου ή αλληλασφαλιστικού ποσού, εφόσον το 25% κάθε αύξησης αυτών έχει υποχρεωτικά καταβληθεί. 3)Τα αποθεματικά (νόμιμα και ελεύθερα) που δεν αντιστοιχούν σε ασφαλιστικές υποχρεώσεις. 4)Τα κέρδη που μεταφέρονται στη νέα εταιρική χρήση. 5)Οι συμπληρωματικές εισφορές που είναι δυνατό να απαιτηθούν από τους αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς που έχουν μεταβλητές εισφορές για τη συγκεκριμένη χρήση μέχρι το μισό της διαφοράς μεταξύ των μεγίστων εισφορών που δύνανται να απαιτηθούν και αυτών που πράγματι απαιτούνται. Αυτές οι απαιτήσεις δεν μπορούν να αντιπροσωπεύουν ποσό μεγαλύτερο του 50% του περιθωρίου φερεγγυότητας. 6)Οι υπεραξίες που προκύπτουν λόγω υποεκτίμησης στοιχείων του ενεργητικού εφόσον δεν οφείλονται σε εξαιρετικές περιστάσεις και μόνο αφού χορηγηθεί σχετική έγκριση από το Υπουργείο Εμπορίου, κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης της ασφαλιστικής επιχείρησης. 7)Το σωρευτικό προνομιούχο μετοχικό κεφάλαιο και τα δάνεια μειωμένης διασφάλισης, τα οποία μπορούν να περιληφθούν μόνον μέχρι ποσοστού 50% του περιθωρίου φερεγγυότητας, 25% κατ ανώτατο όριο του οποίου περιλαμβάνει δάνεια μειωμένης διασφάλισης με καθορισμένη διάρκεια ή προνομιούχο σωρευτικό μετοχικό κεφάλαιο με καθορισμένη διάρκεια, εφόσον πληρούνται τουλάχιστον τα ακόλουθα κριτήρια: σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης, να υπάρχουν δεσμευτικές συμφωνίες βάσει των οποίων τα δάνεια μειωμένης διασφάλισης ή το προνομιούχο μετοχικό κεφάλαιο κατατάσσεται μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών και δεν εξοφλούνται παρά μόνο μετά την εξόφληση όλων των άλλων εκκρεμούντων τη στιγμή εκείνη χρεών. Τα δάνεια μειωμένης διασφάλισης πρέπει να πληρούν επίσης τις ακόλουθες προϋποθέσεις: να έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο Εμπορίου να μην προέρχονται από θυγατρικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις που ελέγχονται από την ασφαλιστική επιχείρηση και να μην αποτελούν επένδυση τεχνικών αποθεμάτων ή στοιχείο περιθωρίου φερεγγυότητας στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που τα παρέχουν. Τα ως άνω δάνεια αναλύονται στο προσάρτημα των οικονομικών καταστάσεων κατά δανειστή. να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα ποσά που έχουν πράγματι καταβληθεί - η αρχική διάρκεια των δανείων, με καθορισμένη λήξη, πρέπει να είναι τουλάχιστον πενταετής. Ενα έτος το αργότερο πριν από τη λήξη, η ασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει στο Υπουργείο Εμπορίου για έγκριση, σχέδιο που ορίζει πως το περιθώριο φερεγγυότητας θα διατηρηθεί ή θα αυξηθεί στο επιθυμητό επίπεδο κατά τη λήξη, εκτός εάν το ποσό μέχρι το οποίο το δάνειο μπορεί να συμπεριληφθεί στα συστατικά μέρη του περιθωρίου φερεγγυότητας μειώνεται σταδιακά κατά τα τελευταία πέντε τουλάχιστον έτη προ της λήξεως. Το Υπουργείο Εμπορίου μπορεί να επιτρέπει την προ της λήξης εξόφληση αυτών των ποσών εφόσον η σχετική αίτηση υποβάλλεται από την εκδότρια ασφαλιστική επιχείρηση και το περιθώριο φερεγγυότητας της δεν είναι κατώτερο του απαιτούμενου επιπέδου. τα δάνεια μη καθορισμένης λήξεως εξοφλούνται μόνο με πενταετή προειδοποίηση, εκτός εάν δεν θεωρούνται πλέον ως συστατικό μέρος του περιθωρίου φερεγγυότητας ή εάν για την πρόωρη εξόφλησή τους απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Εμπορίου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει το Υπουργείο Εμπορίου τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία εξόφλησης, υποδεικνύοντας το πραγματικό και αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας της ασφαλιστικής επιχείρησης πριν και μετά την εξόφληση αυτή. Το Υπουργείο Εμπορίου επιτρέπει την εξόφληση μόνον εάν το περιθώριο φερεγγυότητας της ασφαλιστικής επιχείρησης δεν κινδυνεύει να κατέβει κάτω από το απαιτούμενο επίπεδο η σύμβαση δανείου δεν πρέπει να περιλαμβάνει ρήτρες που προβλέπουν ότι σε συγκεκριμένες περιστάσεις, εκτός από την εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οφειλή καθίσταται απαιτητή πριν από τη συμφωνημένη ημερομηνία εξόφλησης η σύμβαση δανείου μπορεί να τροποποιηθεί μόνον αφού το Υπουργείο Εμπορίου δηλώσει ότι δεν αντιτίθεται στην τροποποίηση. 8)Τα ομολογιακά δάνεια, όταν εκδίδονται δια δημόσιας εγγραφής σύμφωνα με το άρθρο 8α του ν.2190/20 μέχρι 50% του περιθωρίου φερεγγυότητας για τα δάνεια αυτά, τα δάνεια μειωμένης διασφάλισης και το σωρευτικό προνομιούχο μετοχικό κεφάλαιο της προηγουμένης περίπτωσης. Δεν μπορούν να αποκτήσουν ομολογίες κατά την έκδοση τους (δημόσια εγγραφή) θυγατρικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις που ελέγχονται από την ασφαλιστική επιχείρηση. Στο προσάρτημα των οικονομικών καταστάσεων αναφέρεται το ποσό των ομολογιακών δανείων που αποτελεί συστατικό του περιθωρίου φερεγγυότητας. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται με το Υπουργείο Εμπορίου σε περίπτωση εκδόσεως ομολογιακών δανείων τα οποία πρόκειται να αποτελέσουν στοιχείο περιθωρίου φερεγγυότητας. Τα ομολογιακά δάνεια πρέπει επίσης να πληρούν και τις κάτωθι προϋποθέσεις: - δεν μπορούν να ρευστοποιηθούν με πρωτοβουλία του κομιστή χωρίς προηγούμενη συμφωνία του Υπουργείου Εμπορίου η σύμβαση έκδοσης των τίτλων πρέπει να παρέχει στην ασφαλιστική επιχείρηση τη δυνατότητα να αναβάλει την καταβολή των τόκων του δανείου Οι απαιτήσεις του δανειστή έναντι της ασφαλιστικής επιχειρήσεως πρέπει να κατατάσσονται μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών που δεν έχουν μειωμένη διασφάλιση - τα έγγραφα τα σχετικά με την έκδοση των τίτλων πρέπει να προβλέπουν τη δυνατότητα απορρόφησης των ζημιών από το χρέος και την μη πληρωμή των τόκων επιτρέποντας συγχρόνως τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής επιχείρησης. λαμβάνονται υπόψη μόνο τα ποσά που έχουν πράγματι καταβληθεί. 9)Το αποθεματικό εξισορρόπησης του άρθρου 7 παραγρ. 2Αδ του παρόντος, μέχρι το ποσό που έχει υπολογισθεί δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας. 4.Προκειμένου για δραστηριότητες ασφαλίσεων ζωής το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας καθορίζεται ανάλογα με τους ασκούμενους κλάδους σύμφωνα με τα πιο κάτω στην παράγραφο 6 οριζόμενα. Στους υπολογισμούς του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας, για δραστηριότητες ασφαλίσεων ζωής, ο όρος κεφάλαιο κινδύνου θα σημαίνει το ποσό που είναι πληρωτέο σε περίπτωση θανάτου μείον το μαθηματικό απόθεμα του συνολικού κινδύνου που έχει ασφαλισθεί. Επίσης όταν για τους υπολογισμούς του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας χρησιμοποιούνται μαθηματικά αποθέματα λαμβάνονται υπόψη και τα μεταφερόμενα (αναπόσβεστα) έξοδα προσκτήσεως που έχουν υπολογισθεί αναλογιστικώς σύμφωνα με τις διατάξεις του στοιχ. ιγ της παραγράφου 5 του άρθρου 8 του παρόντος ν.δ/τος. Τα στοιχεία που απαρτίζουν το περιθώριο φερεγγυότητας είναι: 1)Η ελεύθερη περιουσία της επιχείρησης από κάθε υποχρέωση που δύναται να προβλεφθεί, χωρίς να συνυπολογίζονται τα άϋλα περιουσιακά στοιχεία αυτής, που περιλαμβάνει κυρίως τα στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 2 εδ. α, β, γ και δ του παρόντος άρθρου. β) Ποσοστό μέχρι 25% των αποθεματικών κερδών τα οποία εμφανίζονται στον ισολογισμό και εφόσον δύνανται να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη ενδεχομένων ζημιών και δεν έχει αποφασισθεί να διατεθούν για διανομή στους ασφαλισμένους. 2)Τα στοιχεία που προβλέπονται στην παραγ.2 εδαφ. η και θ του παρόντος άρθρου. 3)Επειτα από αιτιολογημένη αίτηση της ενδιαφερομένης επιχείρησης και εφόσον συναινεί η αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου: i) Το ένα δεύτερο από τα μελλοντικά κέρδη της επιχείρησης τα οποία υπολογίζονται δια πολλαπλασιασμού του κατεκτίμηση ετήσιου κέρδους επί ένα συντελεστή που αντιπροσωπεύει τη μέση υπολειπόμενη διάρκεια των συμβάσεων. Ο συντελεστής αυτός δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος του 10. Το κατ εκτίμηση ετήσιο κέρδος είναι ο αριθμητικός μέσος όρος των κερδών που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση κατά τα τελευταία πέντε χρόνια από τις δραστηριότητες ασφάλισης ζωής. Οι βάσεις εξεύρεσης του συντελεστή και τα στοιχεία που περιέχουν τα κέρδη που έχουν πραγματοποιηθεί θα καθορισθούν με απόφαση του Υπουργείου Εμπορίου. ii) Οι υπεραξίες που προκύπτουν λόγω υποεκτίμησης στοιχείων ενεργητικού εφόσον δεν οφείλονται σε εξαιρετικές περιστάσεις και μόνο αφού χορηγηθεί σχετική έγκριση από το Υπουργείο Εμπορίου. 5.Για τον υπολογισμό της υπεραξίας των ακινήτων και χρεογράφων, η οποία μπορεί να αποτελέσει στοιχείο περιθωρίου φερεγγυότητας, ως τρέχουσα αξία λαμβάνεται υπόψη το 85% της αξίας που προκύπτει για μεν τα ακίνητα, σύμφωνα με το άρθρο 8 παραγ.5 στοιχεία α και γ του παρόντος, για δε τα χρεώγραφα, σύμφωνα με τις αξίες που αναφέρονται στο προσάρτημα των οικονομικών καταστάσεων. 6.Υπό την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 17β, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας για τις εργασίες ασφαλίσεων κατά ζημιών, καθορίζεται ίσο με το μεγαλύτερο από τα πιο κάτω αποτελέσματα: Πρώτο αποτέλεσμα (σε σχέση με τα ασφάλιστρα): Λαμβάνεται το άθροισμα: (α) των ασφαλίστρων ή των αλληλασφαλιστικών εισφορών, όπου συμπεριλαμβάνονται και τα παρεπόμενα δικαιώματα, που πραγματοποιήθηκαν κατά την τελευταία κλεισθείσα εταιρική χρήση από δραστηριότητες πρωτασφάλισης και (β) το ποσό των αντασφαλίστρων που έγιναν αποδεκτά κατά την τελευταία χρήση. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται το ποσό των ασφαλίστρων ή αλληλασφαλιστικών εισφορών που ακυρώθηκε κατά την τελευταία χρήση και το ποσό φόρων, τελών και εισφορών που αντιστοιχούν στα πιο πάνω ασφάλιστρα, αντασφάλιστρα ή εισφορές. Το ποσό που εξευρίσκεται με αυτό τον τρόπο, μοιράζεται σε δύο τμήματα εκ των οποίων το πρώτο αντιστοιχεί σε ποσό που δεν υπερβαίνει τα 10 εκατομμύρια ΕCU και το άλλο στο υπερβαίνον το ποσό αυτό. Με την πιο πάνω κατανομή λαμβάνεται ποσοστό 18% από το πρώτο τμήμα και 16% από το δεύτερο, τα οποία προσθέτονται. Το πρώτο αποτέλεσμα εξευρίσκεται με πολλαπλασιασμό του πιο πάνω αθροίσματος επί τον κατά την τελευταία χρήση λόγο μεταξύ του ποσού των ζημιών (αποζημιώσεων) που παραμένουν σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης, μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων, και του ποσού των ακαθάριστων ζημιών (αποζημιώσεων). Ο λόγος αυτός, σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 50%. Δεύτερο αποτέλεσμα (σε σχέση με τις αποζημιώσεις): Λαμβάνεται το άθροισμα 1)των ποσών των ασφαλιστικών αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν για τις πρωτασφαλίσεις κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων χρήσεων ή επτά τελευταίων χρήσεων προκειμένου περί επιχειρήσεων που ασκούν βασικά μόνο ένα ή περισσότερους από τους κλάδους θύελλας, χαλαζιού ή παγετού (χωρίς αφαίρεση των ζημιών σε βάρος των εκδοχέων ή αντεκδοχέων), (β) του ποσού των αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια των αυτών περιόδων λόγω αποδοχής αντασφαλίσεων ή αντεκχωρήσεων, και 2)του ποσού των προβλέψεων που έγιναν στο τέλος της τελευταίας χρήσης για τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις που πρέπει να πληρωθούν, τόσο για τις πρωτασφαλίσεις όσο και για τις αποδοχές αντασφαλίσεων. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται: α) το ποσό των απαιτήσεων κατά τρίτων που εισπράχθηκαν καθ υποκατάσταση της επιχείρησης στα δικαιώματα των ασφαλισμένων, κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων εταιρικών χρήσεων, προκειμένου δε περί επιχειρήσεων που ασκούν βασικά μόνο ένα ή περισσότερους από τους κλάδους χαλαζιού, θύελλας ή παγετού, των τελευταίων επτά εταιρικών χρήσεων, και β) το ποσό των προβλέψεων ή αποθεμάτων, που έγιναν κατά την έναρξη της δεύτερης χρήσης της προηγούμενης της τελευταίας χρήσης που απογράφτηκε, για πληρωτέες ασφαλιστικές αποζημιώσεις τόσο για τις _ πρωτασφαλίσεις όσο και για τις αποδοχές αντασφαλίσεων. Για τον κλάδο Βοήθειας ασφαλιστική αποζημίωση, είναι η δαπάνη της επιχείρησης για την συγκεκριμένη βοήθεια που παρέσχε. Μετά από αυτά, εξευρίσκεται η ετήσια μέση επιβάρυνση αποζημιώσεων των τριών τελευταίων εταιρικών χρήσεων ή των επτά τελευταίων εταιρικών χρήσεων, προκειμένου για επιχειρήσεις που ασκούν βασικά μόνο ένα ή περισσότερους από τους κλάδους θύελλας, χαλαζιού ή παγετού. Το ποσό που προκύπτει κατανέμεται σε δύο μέρη: Το πρώτο μέρος φτάνει μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί σε 7 εκατομμύρια ΕCU και το δεύτερο περιλαμβάνει το υπερβάλλον και λαμβάνονται από μεν το πρώτο μέρος ποσοστό 26%, από δε το δεύτερο ποσοστό 23%,τα οποία αθροίζονται. Το δεύτερο αποτέλεσμα προκύπτει δια πολλαπλασιασμού του πιο πάνω αθροίσματος επί τον κατά την τελευταία εταιρική χρήση λόγο μεταξύ του ποσού των ασφαλιστικών αποζημιώσεων που παραμένουν σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης, μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων, και του ποσού των ακαθάριστων ζημιών (αποζημιώσεων). Ο λόγος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 50%. Οπου αναφέρεται στο παρόν άρθρο ότι λαμβάνονται υπόψη οι επτά τελευταίες εταιρικές χρήσεις ως περίοδος αναφοράς της μέσης επιβάρυνσης για ασφαλιστικές αποζημιώσεις ισχύει και για τον κλάδο πιστώσεων. 7.Τα λαμβανόμενα ποσοστά από τα τμήματα της πιο πάνω παράγ. 6 μειώνονται στο 1/3 για την ασφάλιση υγείας (κλάδοι 1 και 2 της παραγ. 1 του άρθρου 13 του παρόντος) που υπόκεινται σε διαχείρηση παρόμοια με τις ασφαλίσεις ζωής, αν: 1)Τα ασφάλιστρα που εισπράχθηκαν υπολογίζονται με βάση πίνακες νοσηρότητας σύμφωνα με τις μαθηματικές μεθόδους που εφαρμόζονται στην ασφάλιση. 2)Συγκροτείται μαθηματικό απόθεμα γήρατος (προόδου ηλικίας). 3)Εισπράττεται το απαιτούμενο ποσό συμπληρωματικού ασφαλίστρου για την συγκρότηση ποσού (περιθωρίου)ασφαλείας. 4)Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση, παρά μόνο μέχρι την ημερομηνία λήξης του τρίτου χρόνου της ασφάλισης το αργότερο. 5)Η σύμβαση ασφάλισης προβλέπει την δυνατότητα αύξησης των ασφαλίστρων ή μείωσης των παροχών, ακόμη και για τα ισχύοντα συμβόλαια. 8.Υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 17β, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας για τις εργασίες ασφαλίσεων ζωής, καθορίζεται ως εξής: 1)Για τους κλάδους και κινδύνους 1.1, Ι.2, ΙΙ και ΙΧ το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας πρέπει να είναι ίσο προς το άθροισμα των ακόλουθων δύο αποτελεσμάτων: Πρώτο αποτέλεσμα. Αυτό υπολογίζεται ως εξής: Ποσοστό 4% των μαθηματικών αποθεμάτων που αφορούν πρωτασφαλιστικές εργασίες (χωρίς να αφαιρεθούν οι αντασφαλιστικές εκχωρήσεις) και αντασφαλιστικές αποδοχές πολλαπλασιάζεται με τον κατά την τελευταία χρήση λόγο του συνόλου των μαθηματικών αποθεμάτων (μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων) προς τα ακαθάριστα συνολικά μαθηματικά αποθέματα πριν αφαιρεθούν οι αντασφαλιστικές εκχωρήσεις. Ο λόγος αυτός, δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να είναι μικρότερος του 85%. Δεύτερο αποτέλεσμα. Αυτό υπολογίζεται ως εξής: Για τα ασφαλιστήρια των οποίων το κεφάλαιο κινδύνου δεν είναι αρνητικό, ποσοστό 0,3% απ αυτό το κεφάλαιο, το οποίο έχει ασφαλισθεί από την επιχείρηση, πολλαπλασιάζεται με τον κατά την τελευταία χρήση λόγο του συνολικού κεφαλαίου κινδύνου με ίδια κράτηση της επιχείρησης μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων και αντεκχωρήσεων, προς το συνολικό κεφάλαιο κινδύνου στο οποίο περιλαμβάνονται και οι αντασφαλίσεις. Ο λόγος αυτός, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 50%. Για τις ασφαλίσεις θανάτου μικρής διάρκειας και μέχρι τρία το πολύ χρόνια, το επί του κεφαλαίου κινδύνου ποσοστό σύμφωνα με τα ανωτέρω ορίζεται σε 0,1%. Στην περίπτωση που η διάρκεια των ασφαλίσεων αυτών είναι μεταξύ τριών και το πολύ πέντε χρόνων το ποσοστό ορίζεται σε 0,15%. 2)Για τις συμπληρωματικές ασφαλίσεις (1.3), το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το αποτέλεσμα των κατωτέρω υπολογισμών: Λαμβάνεται το άθροισμα : i) των ασφαλίστρων όπου περιλαμβάνονται και τα παρεπόμενα δικαιώματα, που πραγματοποιήθηκαν κατά την τελευταία κλεισθείσα εταιρική χρήση από δραστηριότητες πρωτασφάλισης, όποιες χρήσεις και αν αφορούν, και ii) του ποσού των ασφαλίστρων τα οποία έγιναν αποδεκτά κατά την τελευταία χρήση. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται το ποσό των ασφαλίστρων, τα οποία ακυρώθηκαν κατά την τελευταία χρήση και το ποσό των φόρων, των τελών και εισφορών που αντιστοιχούν στα ανωτέρω ασφάλιστρα. Το ποσό το οποίο εξευρίσκεται με αυτό τον τρόπο κατανέμεται σε δύο τμήματα εκ των οποίων το πρώτο αντιστοιχεί σε ποσό που δεν υπερβαίνει τα 10 εκατομμύρια ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες και το άλλο στο υπερβαίνον το ποσό αυτό. Μετά την ανωτέρω κατανομή, λαμβάνεται ποσοστό 18% από το πρώτο τμήμα και 16% από το δεύτερο, τα οποία αθροίζονται. Το περιθώριο φερεγγυότητας βρίσκεται με πολλαπλασιασμό του ανωτέρω αθροίσματος επί τον κατά την τελευταία χρήση λόγο μεταξύ του ποσού των ζημιών (αποζημιώσεων) που παραμένουν σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων και του ποσού των ακαθάριστων ζημιών (αποζημιώσεων). Ο λόγος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 50%. 3)Για τους κλάδους ΙΙΙ, VΙΙ και VΙΙΙ, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το άθροισμα: i) Του 4% των μαθηματικών αποθεμάτων, τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με τους όρους του εδαφίου α της παρούσης παραγράφου πρώτο αποτέλεσμα, εφόσον η επιχείρηση φέρει κινδύνους επενδύσεων και του 1% των αποθεμάτων, τα οποία υπολογίζονται με τον ίδιο τρόπο, εφόσον η επιχείρηση δεν φέρει κινδύνους επενδύσεων και υπό την προϋπόθεση ότι η διάρκεια της συμβάσεως υπερβαίνει τα 5 χρόνια και η κατανομή για την κάλυψη των γενικών εξόδων τα οποία αναγράφονται στην σύμβαση έχει καθορισθεί για περίοδο μεγαλύτερη των 5 χρόνων, και ii) Του 0,3% του κεφαλαίου κινδύνου το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με τους όρους του εδαφίου α της παρούσης παραγράφου, δεύτερο αποτέλεσμα, εφόσον η επιχείρηση καλύπτει κινδύνους θανάτου. 4)Για τους κλάδους VΙ (Κεφαλαιοποίηση) και ΙV1 (Διαρκής ασφάλισης υγείας), το περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το 4% των μαθηματικών αποθεμάτων τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με τους όρους που διαλαμβάνονται στο εδάφιο α, πρώτο αποτέλεσμα της παρούσας παραγράφου. 5)Για τον κλάδο V (Τοντίνες), το περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το 1% του ενεργητικού τους. 6)Για τον κλάδο ΙV2 το περιθώριο φερεγγυότητας υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγ. 6 και 7 του παρόντος άρθρου. 9.Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου καθορίζεται το περιεχόμενο της ετήσιας έκθεσης περιθωρίου φερεγγυότητας που θα υποβάλλουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Άρθρο 20 Η τελευταία πρόταση της παραγρ. 3 του άρθρου 17β του ν.δ.400/70, όπως ισχύει αντικαθίσταται ως εξής: Το μισό τουλάχιστον του εγγυητικού κεφαλαίου καθώς και ολόκληρο το ως άνω ελάχιστο όριο εγγυητικού κεφαλαίου που καθορίζεται σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να απαρτίζεται από τα στοιχεία του άρθρου 17α παρ. 4 περ. α και β. Άρθρο 21 1.Το τελευταίο εδάφιο της παραγρ. 1 του άρθρου 17γ του ν.δ.400/70, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Προς το σκοπό αυτό το Υπουργείο Εμπορίου δύναται να απαιτεί οποιοδήποτε στοιχείο ή να διεξάγει ελέγχους στα γραφεία της ασφαλιστικής επιχείρησης. Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση κατά τη διάρκεια των 3 (τριών) πρώτων εταιρικών χρήσεων αυτής, έχει υποχρέωση να υποβάλει στο Υπουργείο Εμπορίου ανά εξάμηνο, συνοπτικές οικονομικές καταστάσεις προς έλεγχο της οικονομικής της κατάστασης σε συνδυασμό με το υποβληθέν πρόγραμμα δραστηριότητάς της. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου καθορίζεται το περιεχόμενο των συνοπτικών οικονομικών καταστάσεων. Με την συμπλήρωση 12μηνου από την χορήγηση της άδειας λειτουργίας, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία σε ασφαλιστική τοποθέτηση σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος. 2.Η παρ.2 του άρθρου 17γ του ν.δ.400/70, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: 2. Για τις ήδη λειτουργούσες ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία διατίθενται ή έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση, αίρεται και μετατρέπεται, σε διάθεση των στοιχείων αυτών σε ασφαλιστική τοποθέτηση με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, η οποία εκδίδεται μετά από αίτηση της ασφαλιστικής επιχείρησης συνοδευόμενη από δικαιολογητικά από τα οποία προκύπτει ότι η επιχείρηση έχει συμμορφωθεί με τις διατάξεις των άρθρων 7, 8, 17α και 17β του παρόντος. 3.Στο τέλος της παραγρ. 3 του άρθρου 17γ του ν.δ.400/70, προστίθεται το εξής εδάφιο: Σε έκτακτες περιπτώσεις, εάν το Υπουργείο Εμπορίου είναι της γνώμης ότι θα επιδεινωθεί περισσότερο η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης μπορεί να περιορίσει ή απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 και 3 του παρόντος και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων. 4.Το δεύτερο εδάφιο της παραγ.του άρθρου 17γ του ν.δ.400/70, τροποποιείται ως εξής: Μέχρι αυτή την συμπλήρωση, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 9 παραγ.2 και 3 του παρόντος και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο για την διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων. 5.Μετά την παράγρ. 5 του άρθρου 17γ του ν.δ.400/70 προστίθεται νέα παράγραφος 6 ως εξής: 6. Η ετήσια έκθεση περιθωρίου φερεγγυότητος υποβάλλεται στο Υπουργείο Εμπορίου μέχρι την 31η Ιουλίου εκάστου έτους. Ο έλεγχος υπολογισμού και σύστασης του περιθωρίου φερεγγυότητος, η υποβολή και η έγκριση προγραμμάτων ανασυγκρότησης ή βραχυχρονίου χρηματοδότησης και η λήψη άλλων μέτρων πρέπει να έχουν περατωθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου εκάστου έτους. Μετά την ημερομηνία αυτή επιβάλλονται οι προβλεπόμενες υπό του παρόντος διοικητικές και ποινικές κυρώσεις. Στα προγράμματα ανασυγκρότησης και βραχυχρονίου χρηματοδότησης τίθενται υποχρεωτικά προθεσμίες πραγματοποίησής τους που δεν μπορούν να ξεπερνούν τους 2 μήνες. (άρθρα 11 και 44 οδηγ.92/49/ΕΟΚ και άρθρα 10 και 43 οδηγ. 92/96/ΕΟΚ) 6.Το άρθρο 19 του ν.δ.400/70 τροποποιείται και αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 19 1.Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου καθορίζονται: 1)Τα στατιστικά στοιχεία και άλλες πληροφορίες σε συνδυασμό με το άρθρο 34 του παρόντος που πρέπει να υποβάλλουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα στο Υπουργείο Εμπορίου μέχρι την 31η Ιουλίου εκάστου έτους. 2)Ο συνοπτικός τεχνικός λογαριασμός (αποτέλεσμα εκμεταλλεύσεως) που πρέπει να υποβάλλουν οι ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις στο Υπουργείο Εμπορίου μαζί με τις οικονομικές τους καταστάσεις, για τις εργασίες τους σε κάθε κράτος - μέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. υπό καθεστώς εγκατάστασης (υποκατάστημα) ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. 2.Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου μαζί με τις οικονομικές καταστάσεις και τους λογαριασμούς εκμεταλλεύσεων των κλάδων ασφάλισης σύμφωνα με το άρθρο 72 παραγ. 1Α του παρόντος. 3.Το Υπουργείο Εμπορίου ανταλλάσσει στοιχεία της παραγ.1 ανωτέρω με τις άλλες εποπτικές αρχές των κρατών - μελών της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ σε εφαρμογή του 7ου Κεφαλαίου Ιδιαίτερες Διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών. Άρθρο 22 Ο τίτλος Α) ΑΛΛΟΔΑΠΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ του Τρίτου Κεφαλαίου του Ν.Δ.400/70, όπως ισχύει, αντικαθίσταται από τον τίτλο: Α) ΑΛΛΟΔΑΠΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ. 1.Το άρθρο 20 του ν.δ.400/70, όπως ισχύει, τροποποιείται και αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 20 1.Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγρ. 4 του άρθρου 3α του παρόντος, αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση που δεν έχει την έδρα της σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. μπορεί να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στην Ελλάδα με μορφή υποκαταστήματος ή πρακτορείου, μετά από σχετική άδεια του Υπουργού Εμπορίου για την εγκατάσταση και λειτουργία της. Η άδεια χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΤΑΕ και ΕΠΕ). 2.Α. Για τη χορήγηση άδειας απαιτείται, η ασφαλιστική επιχείρηση να: 1)Εχει στην έδρα της τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και να λειτουργεί νόμιμα και για τους κλάδους που ζητά την άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών στην Ελλάδα. 2)Διορίσει νόμιμο αντιπρόσωπό της στην Ελλάδα. Εάν ο νόμιμος αντιπρόσωπος είναι νομικό πρόσωπο, οφείλει να έχει την έδρα του στην Ελλάδα και πρέπει να ορίσει για την εκπροσώπησή του φυσικό πρόσωπο που κατοικεί στην Ελλάδα και είναι κατάλληλο σύμφωνα με τα άρθρα 15 παράγ. 1δ και 16 παραγ.2 του παρόντος. 3)Επιτρέπεται σε Ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις η εγκατάσταση στη χώρα που η αιτούσα έχει την έδρα της. 4)Εχει κεφάλαιο όχι κατώτερο των οριζομένων στο άρθρο 17 ελαχίστων ορίων κεφαλαίου. 4 5)Διαθέτει στην Ελλάδα ή άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. στοιχεία του ενεργητικού της για ποσό τουλάχιστον ίσο προς το ένα δεύτερο (1/2) του σύμφωνα με το άρθρο 17β ελαχίστου ορίου εγγυητικού κεφαλαίου και έχει δεσμεύσει στην Ελλάδα το τέταρτο του ελαχίστου αυτού ορίου σαν εγγύηση, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγ. 1 και 15 του παρόντος. 6)Αναλάβει την υποχρέωση με υπεύθυνη δήλωση των εκπροσώπων της: i) Ότι θα διαθέτει περιθώριο φερεγγυότητας για το υποκατάστημα ή πρακτορείο σύμφωνα με τα πιο κάτω οριζόμενα στην περίπτωση Γ. ii) Ότι μέσα σε ένα δίμηνο από την χορήγηση της άδειας λειτουργίας θα έχει στον τόπο του υποκαταστήματος ή του πρακτορείου διοικητική και λογιστική υπηρεσία κατάλληλη για τις εργασίες της στην Ελλάδα. iii) Ότι θα σχηματίζει και επενδύει τα τεχνικά αποθέματα από τις εργασίες της στην Ελλάδα σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8 και 13γ του παρόντος. iν) Να ορίσει τα πρόσωπα που προβλέπονται στην περ. Α στοιχ. ι του Αρθρου 13γ και στο άρθρο 55 του παρόντος. Β. Στην αίτηση για τη χορήγηση της άδειας πρέπει να επισυνάπτονται: 1)Επικυρωμένο αντίγραφο του Καταστατικού όπως ισχύει κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης. 2)Αντίγραφο του εγγράφου πληρεξουσιότητας για διορισμό νομίμου αντιπροσώπου στην Ελλάδα, επικυρωμένο από την αρμόδια Ελληνική Προξενική Αρχή. που να περιέχει και δήλωση σύμφωνα με την οποία η ανάκληση του διορισμού γίνεται μόνο μετά από επίδοση σχετικής πράξης επικυρωμένης όπως ανωτέρω, προς το Υπουργείο Εμπορίου και ισχύει από τη δημοσίευση της ανακλητικής απόφασης του Υπουργού Εμπορίου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΤΑΕ και ΕΠΕ). 3)Πιστοποιητικό της εποπτικής αρχής της έδρας της επιχείρησης με ημερομηνία όχι προγενέστερη των τριών μηνών, σχετικά με το ότι η ασφαλιστική επιχείρηση λειτουργεί στην έδρα της και ασκεί πράγματι τους κλάδους ασφάλισης που ζητά να ασκήσει στην Ελλάδα. 4)Απόδειξη κατάθεσης της εγγύησης που προβλέπεται από το στοιχείο ε της προηγούμενης περίπτωσης Α. 5)Πίνακα ονομάτων και διευθύνσεων των διευθυνόντων της. 6)Πρόγραμμα δραστηριότητας του υποκαταστήματος ή πρακτορείου που περιλαμβάνει τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 15 παραγ.2 του παρόντος με επιφύλαξη του στοιχείου ε της ως άνω περίπτωσης Α. 13)Ισολογισμό και πίνακα κερδών - ζημιών των τελευταίων τριών εταιρικών χρήσεων ή όσων εταιρικών χρήσεων έχει διανύσει εφόσον η αιτούσα λειτουργεί για χρόνο μικρότερο των τριών ετών. Για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας νέου κλάδου ή κλάδων απαιτείται η υποβολή των ανωτέρω στοιχείων με εξαίρεση αυτών που έχουν ήδη υποβληθεί εφόσον καλύπτουν και το νέο κλάδο. Γ. Το περιθώριο φερεγγυότητας που πρέπει να διαθέτουν οι ασφαλιστικές αυτές επιχειρήσεις συγκροτείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 17α και υπολογίζεται μόνο με βάση τα ασφάλιστρα ή τα μαθηματικά αποθέματα και τις αποζημιώσεις από τις εργασίες του υποκαταστήματος ή πρακτορείου. Το τρίτο του περιθωρίου φερεγγυότητας αποτελεί το εγγυητικό κεφάλαιο, το οποίο δεν θα μπορεί να είναι μικρότερο από το μισό του ελαχίστου ορίου εγγυητικού κεφαλαίου που προβλέπεται στο άρθρο 17β. Τα αντικρύζοντα το περιθώριο φερεγγυότητας περιουσιακά στοιχεία, πέραν της κατατεθημένης και δεσμευμένης εγγύησης της παραγ.2 περιπτ. Αε του παρόντος άρθρου, μπορούν να είναι επενδεδυμένα και σε άλλα κράτη - μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. Δ. Σε ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία που εδρεύει εκτός κράτους - μέλους της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. και έχει ζητήσει ή λάβει άδεια εγκατάστασης πρακτορείου ή υποκαταστήματος σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. αναφορικά με τις δραστηριότητές της στην Ελλάδα (είτε ασφαλίσεων ζημιών είτε ασφαλίσεων ζωής) είναι δυνατόν, μετά από αίτησή της, να της παραχωρηθούν με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, τα παρακάτω πλεονεκτήματα που παραχωρούνται σωρευτικά, μετά από συμφωνία των εποπτικών αρχών όλων των κρατών - μελών από τα οποία η εταιρεία έχει ζητήσει ή λάβει άδεια εγκατάστασης και στα οποία υποχρεούται επίσης να υποβάλλει αίτηση για την παραχώρηση των πλεονεκτημάτων αυτών: 1)Το περιθώριο φερεγγυότητάς της να υπολογίζεται με βάση το σύνολο της δραστηριότητάς της στα κράτη - μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., λαμβανομένων υπόψη των εργασιών που πραγματοποιεί το σύνολο των υποκαταστημάτων ή πρακτορείων της που είναι εγκατεστημένα στην Ε.Ε. και στον Ε.Ο.Χ. 2)Να απαλλαγεί από την υποχρέωση να καταθέσει και στην Ελλάδα την σύμφωνα με την πιο πάνω περίπτωση Α εδάφιο ε, εγγύηση. 3)τα περιουσιακά της στοιχεία, που απαρτίζουν το εγγυητικό κεφάλαιο να διατίθενται σε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., όπου είναι εγκατεστημένη η αιτούσα, υπό την επιφύλαξη της ως άνω περιπτ. Γ. Ε. α) Τα πιο πάνω παραχωρηθέντα πλεονεκτήματα καταργούνται ταυτόχρονα από όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη - μέλη μετά από πρωτοβουλία ενός ή περισσοτέρων απ αυτά. 2)Στην αίτηση παραχώρησης των πιο πάνω πλεονεκτημάτων η οποία υποβάλλεται προς όλες τις εποπτικές αρχές των κρατών - μελών από τις οποίες έχει ζητήσει ή λάβει άδεια εγκατάστασης πρακτορείου ή υποκαταστήματος η αιτούσα, πρέπει να προσδιορίζεται η εποπτική αρχή που θα είναι αρμόδια για την εξακρίβωση της κατάστασης φερεγγυότητας της αιτούσας για το σύνολο αυτών των δραστηριοτήτων της στα κράτη - μέλη που μετέχουν στην συμφωνία. Η επιλογής της αρχής αυτής, ανήκει στην αιτούσα εταιρεία και πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Η εγγύηση της πιο πάνω περίπτωσης 2Α εδάφ. ε, κατατίθεται στο κράτος - μέλος της εποπτικής αρχής που έχει επιλεγεί. 3)Τα πιο πάνω πλεονεκτήματα ισχύουν αφότου η εποπτική αρχή που έχει επιλεγεί, αναγγείλει στις λοιπές εποπτικές αρχές ότι θα παρακολουθεί την κατάσταση φερεγγυότητας για το σύνολο των εργασιών των πρακτορείων ή υποκαταστημάτων της αιτούσας στα κράτη - μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. ΣΤ. Οι αλλοδαπές ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα και δεν εδρεύουν σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος ν.δ/τος εξαιρουμένων των διατάξεων των άρθρων 14, 15 παρ. 1, 15α, 35 έως και 38 και του 7ου κεφαλαίου Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών του παρόντος. Ζ. Για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9, 17γ (παράγ. 3, 4 και 5) και 24α παράγρ. 1 η κατά τη παραπάνω περίπτωση Ε αρμόδια αρχή για την εξακρίβωση της κατάστασης φερεγγυότητας εξομοιώνεται προς την εποπτική αρχή του κράτους στο έδαφος του οποίου η ασφαλιστική επιχείρηση έχει την έδρα της. Η. Αν η παραπάνω εποπτική αρχή ανακαλέσει την άδεια, το Υπουργείο Εμπορίου παίρνει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των ασφαλισμένων της από το πρακτορείο ή υποκατάστημα που βρίσκεται στην Ελλάδα. Αν η ανάκληση στηρίζεται στην ανεπάρκεια της συνολικής φερεγγυότητας όπως αυτή καθορίζεται στη συμφωνία όπου αναφέρεται η παραπάνω περίπτωση Δ, ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της στην Ελλάδα. (οδηγία 91/371/ΕΟΚ) 3. 1)Για την εγκατάσταση και λειτουργία στην Ελλάδα υποκαταστημάτων ή πρακτορείων ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν έδρα την Ελβετική Συνομοσπονδία, για την άσκηση ασφαλίσεων κατά ζημιών του άρθρου 13 παράγρ. 1 και 3 του παρόντος, ισχύει η Συμφωνία (με τα συνημμένα προσαρτήματα και πρωτόκολλα και τις συνημμένες ανταλλαγείσες επιστολές) μεταξύ Ευρωπαϊκής Ενωσης και Ελβετικής Συνομοσπονδίας, δυνάμει της Απόφασης του Συμβουλίου 91/370/ΕΟΚ (L 205/27.7.91), σχετικά με την πρωτασφάλιση εκτός από την ασφάλιση ζωής, εφαρμοζομένων αναλόγως των παραγ. 1 και 2 (περίπτ. Α στοιχ. β και στ (εκτός περίπτωσης j) και περ. Β στοιχ. α, β, γ, ε, στ, ζ} του παρόντος άρθρου και των άρθρων 1 έως και 13β, 15 (παρ. 2, 3 και 5), 16, 19, 22, 23, 29, 30, 33, 34, 43 έως και 50, 51, 52α, 53 53α, 54, 55, 57, 58 και 59 του παρόντος ν.δ. 2)Τα υποκαταστήματα της περιπτ. α ανωτέρω, που ήδη λειτουργούν στην Ελλάδα, μπορούν να ζητήσουν να τους αποδοθεί η δεσμευμένη εγγύηση και να απαλλαγούν της υποχρέωσης συγκρότησης περιθωρίου φερεγγυότητας εφ όσον: - Υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου πιστοποιητικό φερεγγυότητας από την εποπτική αρχή της έδρας το οποίο να βεβαιώνει ότι η έδρα του υποκαταστήματος κατέχει το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας, λαμβάνοντας υπόψη και τις εργασίες του υποκαταστήματος. Εχουν σχηματίσει και επενδύσει στα τεχνικά τους αποθέματα σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8 του παρόντος. 3)Στα υποκαταστήματα της περιπ. β ανωτέρω, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 17γ παρ. 2 του παρόντος. 2.Το άρθροτου ν.δ. 400/70, όπως ισχύει, τροποποιείται και αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 21 1.Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 20 παραγ. 2 περιπτ. Δ και Ε του παρόντος οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις της παραγ. 1 και 2 του άρθρου 20 του παρόντος που ασκούν ασφαλίσεις ζωής, συγκροτούν το μισό του εγγυητικού κεφαλαίου τους και ολόκληρο το ελάχιστο εγγυητικό τους κεφάλαιο, σύμφωνα με το άρθρο 17α παραγ. 4 περιπ. α. και β. 2.Η δεσμευμένη εγγύηση των ανωτέρω ασφαλιστικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 20 παραγ. 2Αε αποδίδεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3.Το άρθρο 23 του ν.δ. 400/70, όπως ισχύει, τροποποιείται και αντικαθίσταται ως εξής: Αρθρο 23 1.Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις του άρθρου 20 του παρόντος, που λειτουργούν στην Ελλάδα, υποχρεούνται: 1)Να τηρούν στην Ελλάδα εμπορικά βιβλία στην ελληνική γλώσσα για τις εργασίες τους στην Ελλάδα. 2)Να καταρτίζουν, δημοσιεύουν και υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου, οικονομικές καταστάσεις στην ελληνική γλώσσα, σύμφωνα με το Κεφάλαιο 11 ετήσιοι και ενοποιημένοι λογαριασμοί (οικονομικές καταστάσεις) των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, το Π.Δ. 148/84 (Α47) όπως ισχύει και με το άρθρο 19 παραγ. 2 του παρόντος. 2.Οι ως άνω ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπόκεινται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστηρίων και σε λογιστικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 36 του κ.ν. 2190/20 περί ανωνύμων εταιρειών και το άρθρο 3 ταμ Π.Δ. 226/92 (Α 120), όπως ισχύει. 3.Σε κάθε έγγραφο, έντυπο ή δακτυλογραφημένο, οι ανωτέρω ασφαλιστικές επιχειρήσεις πρέπει να αναφέρουν την φράση Αλλοδαπή Ασφαλιστική Επιχείρηση συνοδευομένη από την εταιρική επωνυμία της, την έδρα και την εθνικότητά της και το καταβεβλημένο εταιρικό της κεφάλαιο. Άρθρο 23 Ι. Ο τίτλος Β) ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΜΕΣΙΤΕΣ ΤΟΥ ΛΛΟΥΔΣ ΛΟΝΔΙΝΟΥ του Κεφαλαίου Γ και το άρθρο 24 του ν.δ. 400/70, όπως ισχύει τροποποιούνται και αντικαθίστανται ως εξής: Β) ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Άρθρο 24 . Μεσίτης Λλόυδς Λονδίνου μπορεί να λειτουργεί στην Ελλάδα μέσω αντιπροσώπου, φυσικού ή νομικού προσώπου εφόσον υποβάλλει στο Υπουργείο Εμπορίου τα ακόλουθα έγγραφα: α) Αντίγραφο του εγγράφου πληρεξουσιότητας για διορισμό αντιπροσώπου στην Ελλάδα, επικυρωμένο από την αρμόδια Ελληνική Προξενική Αρχή. β) Βεβαίωση της Επιτροπής του Λλόυδς επικυρωμένη από τον Ελληνα Πρόξενο στο Λονδίνο, ότι ο αιτών είναι αναγνωρισμένος μεσίτης ασφαλίσεων του Λλόυδς και ότι με την ιδιότητα αυτή έχει το δικαίωμα εισόδου στην αίθουσα ασφαλίσεων του Λλόυδς με ημερομηνία όχι προγενέστερη των τριών μηνών σχετικά με το ότι ο μεσίτης λειτουργεί νόμιμα στην έδρα του. γ) Την διεύθυνση στην Ελλάδα του αντιπροσώπου. Εντός μηνός από την υποβολή των ανωτέρω εγγράφων ο αντιπρόσωπος του μεσίτου δικαιούται να ασκήσει τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα. 2.Οι αντιπρόσωποι των Μεσιτών Λλόυδς Λονδίνου, μπορούν να τοποθετούν απευθείας ασφαλιστικές εργασίες σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα εφόσον εγγραφούν στο οικείο Επιμελητήριο του άρθρου 15α του ν. 1569/85, όπως ισχύει. 3.Προκειμένου περί αντιπροσώπων των Μεσιτών Λλόυδς Λονδίνου που ήδη λειτουργούν στην Ελλάδα για την εγγραφή τους στο Επιμελητήριο, απαιτούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 3 στοιχεία β, γ, δ και της παρ. 9 του άρθρου 15α του ν. 1569/85 όπως ισχύει. Προκειμένου περί νομικών προσώπων οι ως άνω προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο των ομορρύθμων εταίρων στις προσωπικές εταιρείες, ενός διαχειριστού στις ΕΠΕ ή του διευθύνοντα συμβούλου στις Α.Ε. 4.Μεσίτες με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. μπορούν να τοποθετούν ασφαλιστικές εργασίες σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα είτε με καθεστώς εγκατάστασης είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. (Αρθρα 6, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 32-36, 40, 44, 47 και 54 οδηγ. 92/49/ΕΟΚ και άρθρα 5, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 16, 18, 32-36, 40 και 43 οδηγ. 92/96/ΕΟΚ). 2.Ο τίτλος Γ του Κεφαλαίου Γ και το άρθρο 24α του ν.δ. 400/70, όπως ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής: -Γ) ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΜΕ ΤΙΣ ΕΠΟΠΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΚΡΑΤΩΝ - ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ Ε.Ε. ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΟΧ Άρθρο 24α 1.Το Υπουργείο Εμπορίου, ανταλλάσει με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. κάθε έγγραφο και κάθε πληροφορία χρήσιμη για την άσκηση της εποπτείας επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούν τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλο ή άλλα κράτη - μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., ιδιαίτερα δε συνεργάζεται στενά με αυτές για την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 3 (παρ.2), 3α (παρ.6), 5, 6, 7, 8, 9, 15 (παρ. 1δ και 6), 15α, 16, 17γ (παρ.3, 4, 5), 19, 20 (παρ.2 περιπτ. Δ, Ε, Ζ, Η), 53α και 59 του παρόντος. 2.Το Υπουργείο Εμπορίου μπορεί να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση στοιχείων ενεργητικού που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν σε ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, κατόπιν αιτήσεως της εποπτικής αρχής του κράτους αυτού, για παράβαση των διατάξεων περί σχηματισμού και επένδυσης τεχνικών αποθεμάτων και συγκρότησης περιθωρίου φερεγγυότητας. Στην αίτηση πρέπει να ορίζονται τα στοιχεία για τα οποία θα ληφθούν τα μέτρα της απαγόρευσης. 3.Το Υπουργείο Εμπορίου σε περιπτώσεις ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ελληνικής ασφαλιστικής επιχείρησης, ενημερώνει σχετικά τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών όπου λειτουργεί η επιχείρηση, οι οποίες οφείλουν να την εμποδίσουν να αναλάβει, είτε με καθεστώς εγκατάστασης είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, νέες εργασίες στο έδαφός τους. Το Υπουργείο Εμπορίου με τη συνδρομή των αρχών αυτών λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων, ιδίως περιορίζει τηνελεύθερη διάθεση των στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης κατ εφαρμογή των άρθρων 17 (παρ. 3, 4) και 9 του παρόντος. Επίσης το Υπουργείο Εμπορίου ενημερώνει τις εποπτικές αρχές των κρατών -μελών στο έδαφος των οποίων η επιχείρηση ασκεί τη δραστηριότητά της για κάθε ληφθέν μέτρο και τα κράτη αυτά, λαμβάνουν μετά από σχετικό αίτημά του, ανάλογα μέτρα. 4.Εάν το Υπουργείο Εμπορίου, με την ιδιότητα της εποπτικής αρχής σύμφωνα με την παρ. 2 περιπτ. Δ, Ε, του άρθρου 20 του παρόντος ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα ασφαλιστικής επιχείρησης που δεν εδρεύει σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., ειδοποιεί τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών στο έδαφος των οποίων η ασφαλιστική επιχείρηση έχει πάρει άδεια λειτουργίας για να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα. 5.Το Υπουργείο Εμπορίου συνεργάζεται με τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών για την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στο 7ο Κεφάλαιο του παρόντος Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών. 6.Με αποφάσεις του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΤΑΕ και ΕΠΕ) καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, με βάση το πρωτόκολλο συνεργασίας των εποπτικών αρχών των κρατών - μελών. Άρθρο 24 1.Το άρθρο 28α του ν.δ. 400/70, όπως ισχύει, καταργείται. (Αρθρα 6, 29 και 39 Οδηγ. 92/49/ΕΟΚ και άρθρα 5, 19, 29 και 39 Οδηγ. 92/96/ΕΟΚ). 2.Το άρθρο 30 του ν.δ. 400/70, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 30 1.Η κατάρτιση των τιμολογίων που χρησιμοποιούν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα, είτε με καθεστώς εγκατάστασης είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, είναι ελεύθερη και γίνεται σύμφωνα με τις τεχνοοικονομικές ανάγκες της κάθε επιχείρησης. 2.Το Υπουργείο Εμπορίου δύναται να επιβάλει ελέγχους στις αυξήσεις των τιμολογίων ασφαλίσεων κατά ζημιών μόνο στην περίπτωση επιβολής γενικού ελέγχου των τιμών των προϊόντων και υπηρεσιών όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων. 3.Ειδικά εφόσον πρόκειται για ασφαλίσεις ζωής, τα ασφάλιστρα για τις νέες ασφαλιστικές δραστηριότητες πρέπει να είναι επαρκή, βάσει λογικών αναλογιστικών υποθέσεων, ώστε η ασφαλιστική επιχείρηση να είναι σε θέση να εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις της και ιδίως την υποχρέωση σύστασης επαρκών τεχνικών αποθεματικών. Προς τούτο, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη όλες οι πτυχές της χρηματοοικονομικής κατάστασης της ασφαλιστικής επιχείρησης χωρίς όμως να γίνεται συστηματικά και μόνιμα η προσθήκη πόρων ξένων προς τα εν λόγω ασφάλιστρα και στο αποκτούμενο εισόδημα, πράγμα που θα μπορούσε να κλονίσει τελικά τη φερεγγυότητα της επιχείρησης. (άρθρα 6, 29 και 39 οδηγ. 92/49/ΕΟΚ και άρθρα 5, 19. 29, και 39 οδηγ. 92/96/ΕΟΚ). 3.Τα άρθρα 31 και 32 του ν.δ. 400/70, όπως ισχύει, καταργούνται. 4.Το εδαφ. γ της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν.δ. 400/70 τροποποιείται ως εξής: γ) Απόδειξη καταθέσεως εγγυήσεως σε αναγνωρισμένη τράπεζα στην Ελλάδα, από τον αλληλοασφαλιστικό συνεταιρισμό δραχμών 3.000.000, η οποία τοποθετείται ασφαλιστικώς σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 15 δεύτερη περίπτωση του παρόντος. 5.Η παράγραφος 2 του άρθρου 37 του ν.δ. 400/70 τροποποιείται ως εξής: 2. Με την επιφύλαξη των άρθρων 19 και 62 έως και 78 του παρόντος, που αφορούν τους αλληλοασφαλιστικούς συνεταιρισμούς του άρθρου 35 παρ. 4, εντός δύο μηνών από της λήξεως εκάστης διαχειριστικής περιόδου, α) υποβάλλουν εις το Υπουργείον Εμπορίου αντίγραφον του ισολογισμού αυτών, μετά καταστάσεως των εν ενεργεία μελών και πίνακος των εισπραχθεισών εισφορών και των πληρωθεισών και εκκρεμών αποζημιώσεων δια το παρελθόν έτος και β) δημοσιεύουν στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Ε.Π.Ε, της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως τον ως άνω ισολογισμό και υποβάλλουν ένα αντίγραφο στο Υπουργείο Εμπορίου. 6.Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 39 του ν.δ. 400/70 καταργούνται και οι παράγραφοι 4 και 5 αριθμούνται ως 2 και 3 αντίστοιχα. 7.Το άρθρο 40 του ν.δ. 400/70 καταργείται και τα άρθρα 41 και 42 αριθμούνται ως 40 και 41. 8.Η παράγραφος 4 του άρθρου 40 όπως αριθμείται με το παρόν προεδρικό διάταγμα, αντικαθίσταται ως εξής: 4. Το τεχνικό επιτόκιο ανατοκισμού, προς υπολογισμό των μαθηματικών αποθεμάτων, δεν δύναται να είναι ανώτερο από το οριζόμενο στην παρ. 6 του άρθρου 15 του παρόντος, το δε ποσοστό των κληρουμένων ετησίως συμβολαίων να μην υπερβαίνει το δώδεκα επί τοις χιλίοις (12%ο) 9.Μετά το άρθρο 41 του ν.δ. 400/70, όπως ισχύει προστίθεται νέο άρθρο 42 ως εξής: Άρθρο 42 Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν έδρα σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., και ασκούν στην Ελλάδα τον κλάδο κεφαλαιοποιήσεως υπό καθεστώς εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, υποχρεούνται να συμμορφωθούν με τα άρθρα 39 και 41 του παρόντος. Τα συμβόλαια κεφαλαιοποιήσεως είναι ονομαστικά και επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών με γνωστοποίηση στην επιχείρηση και έγκριση με πρόσθετη πράξη. Άρθρο 25 1.Το ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ του ν.δ. 400/70, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών Κατά την έννοια του παρόντος κεφαλαίου η λέξη κράτος και οι λέξεις κράτος - μέλος σημαίνουν κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.). 2.Μετά το άρθρο 42 του ν.δ. 400/70 όπως ισχύει, προστίθενται νέα άρθρα 42α έως 42ζ, ως εξής: (Αρθρα 32,καιοδηγίας 92/49/ΕΟΚ και άρθροοδηγίας 92/96/ΕΟΚ) Άρθρο 42α Α 1) Ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει σε κράτος - μέλος μπορεί να ιδρύσει υποκατάστημα στην Ελλάδα εφόσον η εποπτική αρχή καταγωγής της κοινοποιήσει στο Υπουργείο Εμπορίου τα εξής δικαιολογητικά στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα εκτός του πιστοποιητικού φερεγγυότητας που υποβάλλεται στην γλώσσα της χώρας καταγωγής. 1)Πρόγραμμα δραστηριότητας στο οποίο πρέπει να αναφέρονται το είδος των προτεινομένων εργασιών και η διοικητική οργάνωση του υποκαταστήματος ως και τα στοιχεία που προβλέπονται στο πρωτόκολλο συνεργασίας των εποπτικών αρχών των κρατών -μελών επιφυλασσομένης της παρ. 6 του άρθρου 52α του παρόντος. 2)Την διεύθυνση στην οποία ζητούνται και παραδίνονται έγγραφα, στο κράτος - μέλος του υποκαταστήματος, και η διεύθυνση αυτή είναι η ίδια με τη διεύθυνση στην οποία απευθύνονται οι ανακοινώσεις που προορίζονται για τον νόμιμο αντιπρόσωπο. 3)Πληρεξούσιο διορισμού του νομίμου αντιπροσώπου, ο οποίος πρέπει να έχει επαρκή εξουσία για να δεσμεύει την επιχείρηση έναντι τρίτων και να την αντιπροσωπεύει έναντι των αρχών και των δικαστηρίων του κράτους μέλους του υποκαταστήματος. Εάν ο νόμιμος αντιπρόσωπος είναι νομικό πρόσωπο πρέπει να ορίσει φυσικό πρόσωπο για την εκπροσώπησή του. Οσον αφορά την ένωση ασφαλιστών Λλόυδς, σε περίπτωση ενδεχόμενων διαφορών στο κράτος μέλος του υποκαταστήματος, οι οποίες σχετίζονται με αναληφθείσες υποχρεώσεις, δεν πρέπει να προκύπτουν για τους ασφαλισμένους δυσχέρειες μεγαλύτερες από εκείνες που ήταν ενδεχόμενο να προκύψουν εάν οι διαφορές αυτές αφορούσαν συνήθεις ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Για το σκοπό αυτό οι αρμοδιότητες του νομίμου αντιπροσώπου πρέπει, ιδίως, να περιλαμβάνουν την ικανότητα να ενάγεται ενώπιον των δικαστηρίων υπό την ιδιότητά του αυτή, καθώς και την εξουσία να δεσμεύει τους ενδιαφερομένους ασφαλιστές του Λλόυδς. Οι διατάξεις των παρ. 1 έως και 4 του άρθρου 22 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως. 4)Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται επίσης να προσκομίσει δήλωση εγγραφής της στο Επικουρικό Κεφάλαιο και το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης, όταν πρόκειται να ασκήσει τον Κλάδο 10 Ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα, εξαιρουμένης της ευθύνης του μεταφορέα. 5)Δήλωση επιλογής του τρόπου ασκήσεως του κλάδου 17 Νομική Προστασία σύμφωνα με το άρθρο 13β παρ. 5 του παρόντος ν. δ/τος εφόσον προτίθεται να ασκήσει τον κλάδο 17. 6)Πιστοποιητικό φερεγγυότητας της εποπτικής αρχής της έδρας σύμφωνα με το υπόδειγμα Ι που προβλέπεται στο πρωτόκολλο συνεργασίας των εποπτικών αρχών των κρατών - μελών. 2) Ο Υπουργός Εμπορίου διαθέτει προθεσμία δύο μηνών από την βεβαιωμένη παραλαβή των δικαιολογητικών της προηγούμενης παραγρ. προκειμένου να αναφέρει στην εποπτική αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής και εφόσον είναι αναγκαίο, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες για λόγους δημοσίου συμφέροντος, πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές του το υποκατάστημα στην Ελλάδα. Το υποκατάστημα αρχίζει τις εργασίες μετά την προς αυτό σχετική ανακοίνωση του Υπουργείου Εμπορίου και σε κάθε περίπτωση μετά την πάροδο της δίμηνης προθεσμίας. 3) Κάθε τροποποίηση των υποβληθέντων δικαιολογητικών, υπό στοιχεία α, β, γ της ως άνω περίπτωσ. Α1 γνωστοποιείται γραπτώς στο Υπουργείο Εμπορίου ένα μήνα πριν από την ισχύ τους εντός του οποίου το Υπουργείο Εμπορίου ενεργεί ανάλογα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο. Β. 1) Ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να ιδρύσει υποκαταστήματα σε κράτος - μέλος, εφόσον υποβάλλει αίτηση στο Υπουργείο Εμπορίου με την οποία δηλώνει το κράτος μέλος που προτίθεται να ιδρύσει το υποκατάστημα, με τα ακόλουθα δικαιολογητικά: 1)Πρόγραμμα δραστηριότητας στο οποίο πρέπει να αναφέρονται, ιδίως, το είδος των προτεινομένων εργασιών και η διοικητική οργάνωση του υποκαταστήματος. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου καθορίζονται τα επιπλέον στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει το πρόγραμμα δραστηριότητας. 2)Την διεύθυνση στην οποία ζητούνται και παραδίνονται έγγραφα, στο κράτος μέλος του υποκαταστήματος, και η διεύθυνση αυτή είναι η ίδια με τη διεύθυνση στην οποία απευθύνονται οι ανακοινώσεις που προορίζονται για τον νόμιμο αντιπρόσωπο. 3)Πληρεξούσιο διορισμού του νομίμου αντιπροσώπου, ο οποίος πρέπει να έχει επαρκή εξουσία για να δεσμεύει την επιχείρηση έναντι τρίτων και να την αντιπροσωπεύει έναντι των αρχών και των δικαστηρίων του κράτους μέλους του υποκαταστήματος. Εάν ο νόμιμος αντιπρόσωπος είναι νομικό πρόσωπο πρέπει να ορίσει φυσικό πρόσωπο για την εκπροσώπησή του. 4)Επίσης πρέπει να υποβληθεί δήλωση εγγραφής της ασφαλιστικής επιχείρησης στο Επικουρικό Κεφάλαιο και το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης της χώρας του υποκαταστήματος, όταν πρόκειται να ασκήσει εκεί τον κλάδο 10 Ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα εξαιρουμένης της ευθύνης του μεταφορέα. 5)Δήλωση του τρόπου άσκησης του κλάδου 17 Νομική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 13β παρ. 5 του παρόντος ν.δ./τος εφόσον προτίθεται να ασκήσει τον κλάδο 17. 2) Το Υπουργείο Εμπορίου, μετά από έλεγχο του προγράμματος δραστηριότητας και εφόσον είναι επαρκής η διοικητική οργάνωση και η χρηματοοικονομική κατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης καθώς και η εντιμότητα, τα επαγγελματικά προσόντα ή η επαγγελματική πείρα των διευθυντών και του νομίμου αντιπροσώπου, διαβιβάζει, εντός τριμήνου από την υποβολή τους, τα δικαιολογητικά του προηγουμένου εδαφίου μαζί με το πιστοποιητικό φερεγγυότητας συντεταγμένο σύμφωνα με την παρ. 1 στ της ως άνω περίπτωσης Α και στην ελληνική γλώσσα, στην εποπτική αρχή της χώρας του υποκαταστήματος και ενημερώνει σχετικά την αιτούσα ασφαλιστική επιχείρηση. 3) Κάθε τροποποίηση των υποβληθέντων δικαιολογητικών υπό στοιχεία α, 2)Υ της παραγρ. 2 της ως άνω περίπτ. Β γνωστοποιείται γραπτώς στο Υπουργείο Εμπορίου ένα μήνα πριν από την ισχύ τους, προκειμένου να εφαρμοστεί ανάλογα η διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου. 4) Οταν ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση ασφαλίσεων κατά ζημιών επιθυμεί να ασκήσει σε άλλο κράτος - μέλος τον κλάδο 2 Ασθένειες ο οποίος υποκαθιστά μερικώς ή ολικώς το σύστημα νομοθετημένης υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλειας στο κράτος - μέλος, υποβάλλει στο Υπουργείο Εμπορίου τις τεχνικές βάσεις των τιμολογίων και τους γενικούς και τους ειδικούς όρους της ασφάλισης πριν την χρησιμοποίησή τους εφαρμοζομένων των διατάξεων της ως άνω περίπτ. Β του παρόντος άρθρου καθώς και των διατάξεων των άρθρων 47 και 54 της Οδηγίας 92/49/ΕΟΚ (L 228/11.8.92). (Αρθρα 34, 35, 36 και 37 των οδηγιών 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ και άρθρα 6 της οδηγ. 90/618/ΕΟΚ) Άρθρο 42β Ως Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών νοείται η κάλυψη που παρέχει ασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2α στοιχ. α δεύτερη περίπτωση του παρόντος, για κίνδυνο ή ασφαλιστική υποχρέωση που βρίσκεται σε άλλο κράτος - μέλος. Το τελευταίο αποτελεί το κράτος - μέλος της παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος κεφαλαίου. Α.1) Η άσκηση στην Ελλάδα ασφαλίσεων με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών από ασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2α στοιχ. α δεύτερη περίπτωση του. παρόντος προϋποθέτει την υποβολή στο Υπουργείο Εμπορίου εκ μέρους της εποπτικής αρχής της καταγωγής της ενδιαφερομένης ασφαλιστικής επιχείρησης των εξής δικαιολογητικών στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα, εκτός του πιστοποιητικού φερεγγυότητας που υποβάλλεται στη γλώσσα της χώρας καταγωγής, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 52α παρ. 6 του παρόντος: 1)Γνωστοποίηση της επωνυμίας και της διεύθυνσης της έδρας της ενδιαφερόμενης ασφαλιστικής επιχείρησης. 2)Πιστοποιητικό φερεγγυότητας συντεταγμένο σύμφωνα με το υπόδειγμα Ι του πρωτοκόλλου συνεργασίας των εποπτικών αρχών των κρατών - μελών. 3)Γνωστοποίηση της φύσεως των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να ασκήσει στην Ελλάδα. 4)Σε περίπτωση άσκησης του κλάδου 10 Ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα εκτός της ευθύνης του μεταφορέα, πληρεξούσιο διορισμού του ειδικού αντιπροσώπου φυσικού ή νομικού προσώπου με κατοικία ή έδρα την Ελλάδα, ο οποίος θα συλλέγει τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις απαιτήσεις από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που καλύπτουν τον κίνδυνο της αστικής ευθύνης θα διαθέτει επαρκείς εξουσίες για να αντιπροσωπεύει την επιχείρηση έναντι των προσώπων που υπέστησαν ζημίες και θα μπορούσαν να προβάλουν αξίωση αποζημίωσης συμπεριλαμβανομένης και της ικανοποίησης αυτών των αξιώσεων και για να την αντιπροσωπεύει ή, εφόσον απαιτείται, να φροντίζει για την αντιπροσώπευσή της ενώπιον των δικαστηρίων και των αρχών σχετικά με τις αξιώσεις αυτές. Ο ειδικός αντιπρόσωπος εκπροσωπεί την επιχείρηση στις σχέσεις της με το ελληνικό κράτος για οτιδήποτε αφορά την ύπαρξη και την ισχύ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που καλύπτει την αστική ευθύνη του αυτοκινήτου και έχει εκδοθεί με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Ο ειδικός αντιπρόσωπος δεν δικαιούται να αναλαμβάνει για λογαριασμό της επιχείρησης η οποία τον εξουσιοδότησε, δραστηριότητες άλλες εκτός από εκείνες που αναφέρονται στα δύο προηγούμενα εδάφια, ιδίως απαγορεύεται να αναλαμβάνει δραστηριότητες πρωτασφάλισης. Ο ορισμός του ειδικού αντιπροσώπου δεν αποτελεί διορισμό νομίμου αντιπροσώπου κατά την έννοια του άρθρου 22 του παρόντος, ούτε αποτελεί ίδρυση υποκαταστήματος ή πρακτορείου κατά την έννοια του άρθρου 42α περιπτ. Α. 1 ή εγκατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης κατά την έννοια του άρθρου 2α στοιχ. γ του παρόντος. Πρέπει επίσης να υποβληθεί δήλωση εγγραφής της ασφαλιστικής επιχείρησης στο Επικουρικό Κεφάλαιο και το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης στην Ελλάδα. 5)Δήλωση της επιλογής τρόπου ασκήσεως του κλάδου 17 Νομική Προστασία σύμφωνα με το άρθρο 13β παρ. 5 του παρόντος ν.δ/τος εφόσον προτίθεται να ασκήσει τον κλάδο 17. 2) Το Υπουργείο Εμπορίου, γνωστοποιεί στην εποπτική αρχή της καταγωγής της ενδιαφερομένης ασφαλιστικής επιχείρησης την καταχώρηση της εν λόγω ασφαλιστικής επιχείρησης στο ειδικό μητρώο ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που τηρείται στο Υπουργείο Εμπορίου. .Επιπλέον, και εφόσον είναι αναγκαίο το Υπουργείο Εμπορίου, μπορεί αμέσως να γνωστοποιεί εγγράφως στην εποπτική αρχή του κράτους καταγωγής τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες για λόγους δημοσίου συμφέροντος πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές της η ασφαλιστική επιχείρηση στην Ελλάδα και να ζητά τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τα ειδικά συστήματα πωλήσεων τα οποία η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στην Ελλάδα. 3) Η ασφαλιστική επιχείρηση έχει δικαίωμα ασκήσεως των δραστηριοτήτων της στην Ελλάδα με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών μόλις της κοινοποιηθεί σχετική γνωστοποίηση εκ μέρους της εποπτικής αρχής της καταγωγής της για την υποβολή στο Υπουργείο Εμπορίου των κατά την παράγραφο 1 της περ. Α του παρόντος άρθρου απαραίτητων δικαιολογητικών και με την επιφύλαξη του άρθρου 42ζ του παρόντος. 4) Κάθε τροποποίηση των υποβληθέντων δικαιολογητικών της ως άνω παραγράφου 1, γνωστοποιείται εγγράφως στο Υπουργείο Εμπορίου τηρουμένης αναλόγως της διαδικασίας των ανωτέρω παραγράφων 1, 2 και 3. Β. 1) Ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2α στοιχ. α του παρόντος, μπορεί να προβεί σε ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος - μέλος εφόσον υποβάλλει στο Υπουργείο Εμπορίου αίτηση με την οποία δηλώνει το κράτος - μέλος ή τα κράτη - μέλη που προτίθεται να ασκήσει δραστηριότητες ελεύθερης παροχής υπηρεσιών μαζί με τα εξής δικαιολογητικά: 1)Γνωστοποίηση της φύσης των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να καλύπτει στο κράτος - μέλος παροχής. 2)Σε περίπτωση άσκησης του κλάδου 10 Ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα, εκτός της ευθύνης του μεταφορέα, πληρεξούσιο διορισμού του ειδικού αντιπροσώπου φυσικού ή νομικού προσώπου με κατοικία ή έδρα το κράτος - μέλος όπου προτίθεται η επιχείρηση να ασκήσει τις δραστηριότητές της, ο οποίος θα συλλέγει τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις απαιτήσεις από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που καλύπτουν τον κίνδυνο της αστικής ευθύνης, θα διαθέτει επαρκείς εξουσίες για να αντιπροσωπεύει την επιχείρηση έναντι των προσώπων που υπέστησαν ζημίες και θα μπορούσαν να προβάλουν αξίωση αποζημίωσης συμπεριλαμβανομένης και της ικανοποίησης αυτών των αξιώσεων και για να την αντιπροσωπεύει ή, εφόσον απαιτείται, να φροντίζει για την αντιπροσώπευσή της ενώπιον των δικαστηρίων και των αρχών σχετικά με τις αξιώσεις αυτές. Ο ειδικός αντιπροσώπος εκπροσωπεί την επιχείρηση στις σχέσεις της με το ανωτέρω κράτος για οτιδήποτε αφορά στην ύπαρξη και την ισχύ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που καλύπτει την αστική ευθύνη του αυτοκινήτου και έχει εκδοθεί με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Ο ειδικός αντιπρόσωπος δεν δικαιούται να αναλαμβάνει για λογαριασμό της επιχείρησης η οποία τον εξουσιοδότησε, δραστηριότητες άλλες εκτός από εκείνες που αναφέρονται στα δύο προηγούμενα εδάφια. Ιδίως απαγορεύεται να αναλαμβάνει δραστηριότητες πρωτασφάλισης. Ως προς τον ορισμό του ειδικού αντιπροσώπου ισχύει η περίπτ. Α1 στοιχ. δ τέταρτο εδάφιο του παρόντος άρθρου. Πρέπει επίσης να υποβληθεί δήλωση εγγραφής της ασφαλιστικής επιχείρησης στο Επικουρικό Κεφάλαιο και το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης του κράτους - μέλους της παροχής. 3)Σε περίπτωση άσκησης του κλάδου 17 Νομική προστασία δήλωση περί του τρόπου επιλογής της άσκησης του κλάδου σύμφωνα με το άρθρο 13β παρ. 5 του παρόντος ν.δ./τος. 2.Το Υπουργείο Εμπορίου, μετά από έλεγχο και εφόσον είναι επαρκής η χρηματοοικονομική κατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης για το σύνολο των δραστηριοτήτων της και εξασφαλίζονται συνθήκες υγιούς διαχείρησης, ανακοινώνει και αποστέλλει εντός μηνός από την υποβολή τους τα δικαιολογητικά της προηγούμενης παραγράφου μαζί με το πιστοποιητικό φερεγγυότητας συντεταγμένο σύμφωνα με την παρ. 1 στοιχ. β της ως άνω περίπτ. Α στην ελληνική γλώσσα, προς τις εποπτικές αρχές της χώρας ή των χωρών παροχής. Το Υπουργείο Εμπορίου ενημερώνει και την αιτούσα ασφαλιστική επιχείρηση σχετικά με τη διαδικασία συνεργασίας με την εποπτική αρχή της χώρας παροχής. Σε περίπτωση μη κοινοποίησης των δικαιολογητικών προς την εποπτική αρχή της χώρας παροχής, το Υπουργείο Εμπορίου γνωστοποιεί εντός μηνός εγγράφως στην αιτούσα ασφαλιστική επιχείρηση τους λόγους της αρνήσεως. 3.Η διαδικασία των ως άνω παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζεται και σε κάθε τροποποίηση των δικαιολογητικών της παραγράφου 1. 4.Οταν ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση ασφαλίσεων κατά ζημιών επιθυμεί να ασκήσει σε άλλο κράτος - μέλος τον κλάδο 2 Ασθένειες ο οποίος υποκαθιστά μερικώς ή ολικώς το σύστημα νομοθετημένης υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλειας στο κράτος - μέλος, υποβάλλει στο Υπουργείο Εμπορίου τις τεχνικές βάσεις των τιμολογίων και τους γενικούς και ειδικούς όρους της ασφάλισης πριν την χρησιμοποίηση των εφαρμοζομένων διατάξεων της ως άνω περίπτ. Β και των διατάξεων των άρθρων 47 και 54 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ (L 228/11.8.1992). (Αρθρο 38 και 39 οδηγιών 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ) Άρθρο 42γ 1.Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου 52α του παρόντος, το Υπουργείο Εμπορίου για τον έλεγχο της τήρησης των εθνικών διατάξεων περί των ασφαλιστικών συμβάσεων και του δημοσίου συμφέροντος, μπορεί να ζητά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που εδρεύουν σε κράτος - μέλος και ασκούν στην Ελλάδα ασφαλίσεις με υποκαταστήματα ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών τη μη συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων και των εντύπων που προτίθενται να χρησιμοποιήσουν με τους ασφαλισμένους, με την επιφύλαξη της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του παρόντος. 2.Το Υπουργείο Εμπορίου ζητά στην ελληνική γλώσσα από τις ανωτέρω ασφαλιστικές επιχειρήσεις οποιοδήποτε στοιχείο που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή το παρόντος ν.δ. (άρθρα 40 των οδηγ. 92/49/ΕΟΚ και οδηγ. 92/96/ΕΟΚ) Άρθρο 42δ 1.Ασφαλιστική Επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος που λειτουργεί στην Ελλάδα με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή υποκαταστήματος, υποχρεούται να υποβάλει στο Υπουργείο Εμπορίου σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 42 γ του παρόντος, οποιοδήποτε έγγραφο της ζητηθεί για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου εφόσον και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων η έδρα είναι στην Ελλάδα, έχουν την ίδια υποχρέωση. Εάν αρνηθεί την υποβολή των ζητηθέντων δικαιολογητικών, το Υπουργείο Εμπορίου εφαρμόζει τις διατάξεις των επομένων παραγράφων 2-9. 2.Εάν η ως άνω ασφαλιστική επιχείρηση δεν τηρεί τους κανόνες δικαίου που ισχύουν, το Υπουργείο Εμπορίου την καλεί να αποκαταστήσει την κατά την ισχύουσα νομοθεσία και τις ασφαλιστικές αρχές τάξη και ενημερώνει εγγράφως την έδρα της και την εποπτική αρχή της χώρας καταγωγής της. 3.Αν η επιχείρηση δεν ανταποκριθεί στην πρόσκληση αυτή, το Υπουργείο Εμπορίου ενημερώνει την εποπτική αρχή του κράτους καταγωγής της και της ζητά με συστημένη επιστολή να πάρει όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε η επιχείρηση να συμμορφωθεί προς τα ανωτέρω. Το Υπουργείο Εμπορίου ζητά, επίσης, να του ανακοινωθούν τα μέτρα αυτά. 4.Αν παρά τα ληφθέντα μέτρα από τις εποπτικές αρχές του κράτους καταγωγής της επιχείρησης ή σε περίπτωση έλλειψης ή ανεπάρκειας των μέτρων αυτών, η επιχείρηση εξακολουθεί να παραβιάζει τους κανόνες δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα, το Υπουργείο Εμπορίου, μετά από ενημέρωση των προηγουμένων εποπτικών αρχών, μπορεί να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη νέων παραβάσεων και την προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων και να απαγορεύσει, εφόσον είναι αναγκαίο, στην επιχείρηση να εξακολουθήσει να συνάπτει νέες ασφαλίσεις με υποκατάστημα ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. 5.Το Υπουργείο Εμπορίου διατηρεί το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο που διαθέτει και ιδίως να προσφύγει στις εποπτικές αρχές ή και στις διπλωματικές αρχές, του κράτους ή των κρατών στα οποία είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση. 6.Εάν η επιχείρηση που έχει διαπράξει την παράβαση διαθέτει εγκατάσταση ή περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα, το Υπουργείο Εμπορίου μπορεί να επιβάλει τις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος ν.δ./τος διοικητικές κυρώσεις επί της εγκατάστασης περιλαμβανομένου και του περιορισμού της ελεύθερης διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης που βρίσκονται στης Ελλάδα. 7.Κάθε μέτρο που λαμβάνεται βάσει των προηγουμένων παραγράφων και συνεπάγεται κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση παροχής υπηρεσιών, αιτιολογείται δεόντως και κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση και στην εποπτική αρχή της χώρας καταγωγής της. 8.Κατόπιν αιτήσεως της εποπτικής αρχής της χώρας καταγωγής, το Υπουργείο Εμπορίου διευκολύνει, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος ν.δ./τος, τον περιορισμό της ελεύθερης διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης που βρίσκονται στην Ελλάδα. 9.Οι προηγούμενες διατάξεις δεν θίγουν την κατά περίπτωση εφαρμογή των κανόνων ποινικού δικαίου περιλαμβανομένων των ποινικών κυρώσεων που προβλέπει η ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία στην Ελλάδα. 10.Εάν για τον έλεγχο τηρήσεως των κανόνων δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα επιβάλλεται έλεγχος στα γραφεία της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης ή στα γραφεία του υποκαταστήματός της στην Ελλάδα το Υπουργείο Εμπορίου συνεργάζεται με την εποπτική αρχή της χώρας καταγωγής για την κατά περίπτωση πραγματοποίηση του ελέγχου. Αν το Υπουργείο Εμπορίου κρίνει ότι είναι αναγκαίο μπορεί να διεξάγει μόνο του ελέγχους στα γραφεία του υποκαταστήματος αφού ειδοποιήσει προηγουμένως την εποπτική αρχή της έδρας. 40 (άρθρα 41 οδηγ. 92/49/ΕΟΚ και οδηγ. 92/96/ΕΟΚ) Άρθρο 42 ε Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. μπορούν να διαφημίζουν στην Ελλάδα τις υπηρεσίες που παρέχουν με καθεστώς εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών υποκείμενες στις σχετικές με τη διαφήμιση ισχύουσες διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας οι οποίες έχουν θεσπισθεί για λόγους γενικού συμφέροντος και αφορούν ιδίως τον τύπο και το περιεχόμενο αυτής της διαφήμισης. (άρθρα 42 των οδηγ. 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ) Άρθρο 42 στ Σε περίπτωση εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από σύμβαση που έχει υπογραφεί από υποκατάστημα ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εκτελούνται κατά τον ίδιο τρόπο όπως και οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις άλλες ασφαλιστικές συμβάσεις της επιχείρησης αυτής, αδιακρίτως υπηκοότητας ασφαλισμένων και δικαιούχων. Το άρθρο 10 του παρόντος εφαρμόζεται αναλόγως. (άρθρα 46 οδηγ. 92/49/ΕΟΚ και 44 οδηγ. 92/96/ΕΟΚ) Άρθρο 42ζ 1.Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που αφορούν κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις, οι οποίοι, κατά την έννοια του άρθρου 2α στοιχ. ζ και η του παρόντος βρίσκονται στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως του εφαρμοστέου δικαίου στην ασφαλιστική σύμβαση, υπόκεινται αποκλειστικά στους έμμεσους φόρους, τέλη χαρτοσήμου, τέλη ή δικαιώματα υπέρ του ελληνικού δημοσίου ή τρίτων και εισφορές υπέρ οιουδήποτε οργανισμού ή ταμείου ή οργανώσεως που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας. Επίσης, στους ίδιους έμμεσους φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις υπόκεινται και τα ασφαλιστήρια που αφορούν κινητά που περιλαμβάνονται σε ακίνητο το οποίο βρίσκεται στην Ελλάδα, εκτός από κινητά υπό εμπορική διαμετακόμιση, όταν το ακίνητο και το περιεχόμενό του δεν καλύπτονται με το ίδιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. 2.Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος - μέλος του Ε.Ο.Χ., εφόσον συνάπτει ασφαλιστήρια συμβόλαια που αφορούν κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις που βρίσκονται στην Ελλάδα για τα ασφάλιστρα των οποίων εφαρμόζεται η ελληνική νομοθεσία κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου υποχρεούται να διορίσει φορολογικό αντιπρόσωπο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτ. δ της παραγρ. 4 του αρθρ. 29 του ν. 1642/1986, όπως ισχύει, ο οποίος έχει όλες τις φορολογικές υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που έχουν οι εγκατεστημένες στην Ελλάδα ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Η ύπαρξη του αντιπροσώπου αυτού δεν αποτελεί εγκατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης με την επιφύλαξη των διατάξεων των στοιχ. • β και γ του άρθρου 2α και του άρθρου 42α του παρόντος ν.δ./τος. 3.Οι υποχρεώσεις καταβολής των εμμέσων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων επί των ασφαλίστρων, σύμφωνα με την παράγρ. 1 θεωρούνται απαιτητές στο νόμισμα των ασφαλίστρων και καταβάλλονται με βάσει την ισοτιμία δραχμής - ξένου νομίσματος της ημέρας της είσπραξης. 4.Ο φορολογικός αντιπρόσωπος, μαζί με τη δήλωση καταβολής του φόρου κύκλου εργασιών και των τελών χαρτοσήμου του τελευταίου τριμήνου του προηγούμενου έτους, υποχρεούται να υποβάλλει στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία πλήρη κατάλογο των ασφαλιστηρίων συμβολαίων της επιχείρησης που αντιπροσωπεύει τα ασφάλιστρα των οποίων υπόκεινται στους έμμεσους φόρους και επιβαρύνσεις της παραγρ. 1. Άρθρο 26 1.Το ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ του ν.δ. 400/70, όπως ισχύει, αριθμείται ως ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΓΔΟΟ. 2.Η παραπομπή στο άρθρο 11 του ν.δ. 400/70 που γίνεται στο άρθρο 43 παρ. 2 στοιχ. α του ν.δ. 400/70, όπως ισχύει, διαγράφεται. 3.Το στοιχείο δ του άρθρουτου ν.δ. 400/70 όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: δ. Παραβίασε τις διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού σχετικά με τη διάθεση της εγγύησης ή την κατανομή των κατά τα άρθρα 7, 8, 13γ, 15, 17, 17α, 17β, 17γ, 18, 20, 24 και 36 διατιθέμενων χρηματικών ποσών. 4.Τα στοιχεία α και β του άρθρου 47 του Ν.Δ. 400/70 όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του 7ου Κεφαλαίου του παρόντος Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών όποιος χωρίς άδεια ασκεί στην ημεδαπή ιδιωτική ασφαλιστική επιχείρηση. 1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του 7ου Κεφαλαίου του παρόντος Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών όποιος ως αντιπρόσωπος ή πληρεξούσιος, συνάπτει ή μεσολαβεί στην σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης στην ημεδαπή από ασφαλιστή ο οποίος δεν έχει άδεια λειτουργίας ιδιωτικής ασφαλιστικής επιχείρησης. Ο ασφαλιζόμενος δεν τιμωρείται. 5.Η παραπομπή στο άρθρο 24 παρ. 3 και 5 στοιχ. Δ του ν.δ. 400/70 που γίνεται στο άρθρο 49 του ν.δ. 400/70 όπως ισχύει, διαγράφεται. 4 Άρθρο 27 Άρθρο 50 1.Ολα τα πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει οποιαδήποτε δραστηριότητα για λογαριασμό της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Εμπορίου καθώς και οι επιθεωρητές ή εμπειρογνώμονες που έχουν εξουσιοδοτηθεί από αυτό, δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Το απόρρητο αυτό συνεπάγεται ότι οι εμπιστευτικές πληροφορίες που λαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δεν επιτρέπεται να γνωστοποιούνται σε κανένα άλλο πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνο σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ώστε να μην προκύπτει η ταυτότητα της συγκεκριμένης ασφαλιστικής επιχείρησης, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο. Ωστόσο, όταν μια ασφαλιστική επιχείρηση έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή έχει εισέλθει σε διαδικασία αναγκαστικής εκκαθάρισης κατά το άρθρο 12α του παρόντος, οι εμπιστευτικές πληροφορίες που δεν αφορούν τρίτους αναμεμειγμένους στις προσπάθειες διάσωσης της εταιρίας, μπορούν να μεταδοθούν στα πλαίσια αστικών ή εμπορικών διαδικασιών. Ως εμπιστευτικές πληροφορίες χαρακτηρίζονται όλες εκείνες οι πληροφορίες που περιέχονται σε γνώση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Εμπορίου και δεν καταχωρούνται στο μητρώο ανωνύμων ασφαλιστικών εταιριών. Με απόφαση του Υπουργείου Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ορίζεται ποια στοιχεία ή πράξεις καταχωρούνται στο ανωτέρω μητρώο. 2.Η παράγραφος 1 δεν κωλύει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών των διαφόρων κρατών - μελών που προβλέπονται από τις οδηγίες που εφαρμόζονται για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Οι πληροφορίες αυτές υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο που προβλέπεται στην παράγραφο 1. 3.Συμφωνίες συνεργασίας με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, προς το σκοπό της ανταλλαγής πληροφοριών, συνάπτονται μόνον εφόσον οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες καλύπτονται όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. 4.Η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου που, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, λαμβάνει εμπιστευτικές πληροφορίες, μπορεί να τις χρησιμοποιήσει μόνον κατά την άσκηση των καθηκόντων της: για την εξέταση των όρων πρόσβασης στην ασφαλιστική δραστηριότητα και για τη διευκόλυνση του ελέγχου των όρων άσκησης της δραστηριότητας αυτής ιδίως όσον αφορά την εποπτεία των τεχνικών αποθεματικών, του περιθωρίου φερεγγυότητας, της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και του εσωτερικού ελέγχου, ή για την επιβολή κυρώσεων, ή στα πλαίσια διοικητικών προσφυγών κατά κανονιστικών ή διοικητικών πράξεων του Υπουργείου Εμπορίου, ή στα πλαίσια γενικά δικαστικών διαδικασιών. 5.Από το επαγγελματικό απόρρητο δεσμεύονται και τα μέλη της Επιτροπής Ιδιωτικής Ασφάλισης του άρθρου 4α του παρόντος όταν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους περιέχονται σε γνώση τους εμπιστευτικές πληροφορίες. 6.Οι παράγραφοι 1 και 4 δεν κωλύουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Υπουργείου Εμπορίου ή μεταξύ των αρμοδίων αρχών διαφόρων κρατών - μελών, και: των αρχών οι οποίες έχουν δημόσια εξουσία για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των άλλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καθώς και των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών, των οργάνων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση και την πτώχευση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες, και των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί ο τακτικός έλεγχος των λογαριασμών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, κατά την εκπλήρωση των εποπτικών καθηκόντων τους καθώς και κατά την κοινοποίηση, προς τα όργανα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση αναγκαστικής εκκαθάρισης ή εγγυητικών κεφαλαίων, των απαραιτήτων πληροφοριών για την εκπλήρωση του έργου τους. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τις εν λόγω αρχές, όργανα και πρόσωπα, υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. 7.Επιπλέον, παρά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4, επιτρέπεται η κοινοποίηση ορισμένων πληροφοριών στην Τράπεζα της Ελλάδος, τα Υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στους επιθεωρητές τους οποίους έχουν εξουσιοδοτήσει οι υπηρεσίες αυτές. Ωστόσο, οι προαναφερόμενες κοινοποιήσεις είναι δυνατές μόνον εφόσον αυτό απαιτείται για λόγους προληπτικού ελέγχου. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει των παραγράφων 2 και 6, καθώς και εκείνες που αποκτώνται με τις επιτόπιες εξακριβώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 του παρόντος ν.δ./τος, δεν επιτρέπεται να κοινοποιούνται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο αν δεν υπάρχει ρητή συμφωνία της αρμόδιας αρχής που κοινοποίησε τις πληροφορίες ή της αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους όπου πραγματοποιήθηκε η επιτόπια εξακρίβωση. 8.Σε περίπτωση παράβασης των ανωτέρω διατάξεων περί επαγγελματικού απορρήτου, εφαρμόζονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα. Άρθρο 28 1.Το ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ του Ν.Δ. 400/70, όπως ισχύει, αριθμείται ως ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ. 2.Το άρθρο 51 του Ν.Δ.400/70, όπως ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής: Άρθρο 51 Οι μεταφορές κεφαλαίων που απαιτούνται για την σύναψη και εκτέλεση των ασφαλιστικών συμβάσεων, πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις περί κινήσεως κεφαλαίων. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και μετά από πρόταση της Τράπεζας Ελλάδος μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος . Άρθρο 29 1.Το ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ του Ν.Δ. 400/70, όπως ισχύει, αριθμείται ως ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ. (άρθρα 48,50,51 και 52 οδηγ. 92/49/ΕΟΚ και άρθρα 45.46,47 και 48 οδηγ. 92/96/ΕΟΚ) 2. 1)Οι παράγραφοι 1,2,4,5 καιτου άρθρου 52α καταργούνται, η παράγραφος 3 αριθμείται ως παράγραφος 1 και αντικαθίσταται ως εξής 1. Με την επιφύλαξη του 7ου Κεφαλαίου Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών του παρόντος, κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που λειτουργεί στην Ελλάδα, δεν μπορεί να επεκτείνει τις εργασίες της σε άλλους κλάδους ασφάλισης παρά μόνο ύστερα από πλήρη συμμόρφωση προς τις διατάξεις περί περιθωρίου φερεγγυότητας, εγγυητικού κεφαλαίου και τεχνικών αποθεμάτων του παρόντος. β) Οι παράγραφοι 7,8,9,10 αριθμούνται ως παράγραφοι 2,3,4,5 και προστίθενται νέοι παράγραφοι 6,7,8,9,10,11,12,13,14 και 15 ως εξής: 6. Με την επιφύλαξη των παραγ. 5 και 6 του άρθρου 4 του παρόντος, το Υπουργείο Εμπορίου, μέχρι την 31.12.98, μπορεί να απαιτεί, από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εφόσον πρόκειται για κινδύνους άλλους από αυτούς της παρ. 3 του άρθρου 13 του παρόντος να του κοινοποιούνται και οι γενικοί και ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων συμβολαίων τους, πριν τη χρησιμοποίησή τους. 7.Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του παρόντος ν.δ/τος, στα υποκαταστήματα ή πρακτορεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν έδρα στην Ε.Ε και στον Ε.Ο.Χ. και λειτουργούν στην Ελλάδα, μέχρι την 31.12.1998 και με την επιφύλαξη, ιδίως των διατάξεων των άρθρων 1 έως 5, 6, 13, 13α, 13β, 13γ (περ. Α στοιχ. κα), 24α, 30, 33, 42. 42α, 42γ έως και 42ζ, 50, 51, 52, 52α (παραγ. 6, 12, 13 και 14), 53,53α και 54 του παρόντος, εφαρμόζονται επιπροσθέτως οι διατάξεις των άρθρων 7,8,10 (παρ. 1 και 2), 11, 12, 13γ, 15 (παρ.4 και 6), 19, 23, 39 έως και 41, 52α παρ. 9 και 55. Οι διατάξεις των άρθρων 3 παρ. (4 έως και 7), 9, 10 (παρ.3,4 και 5), 12α, 43 έως και 49, 52α (παρ.1, 10 και 11) και 58 εφαρμόζονται ανάλογα και σε συνεργασία με τις εποπτικές αρχές των ενδιαφερομένων κρατών - μελών. Επίσης εφαρμόζεται ανάλογα το άρθρο 59 και αφού ληφθεί υπόψη και η γνώμη της εποπτικής αρχής του ενδιαφερόμενου κράτους - μέλους. 8.Ασφαλιστική επιχείρηση που καλύπτει στην Ελλάδα, με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κινδύνους άλλους από αυτούς της παρ. 3 του άρθρου 13 του παρόντος, υποχρεούται, μέχρι την 31.12.1998 να σχηματίζει και να επενδύει τα τεχνικά αποθέματα που συνδέονται με τους κινδύνους αυτούς, σύμφωνα με τα άρθρα 7,8,9,10 (παρ. 1 και 2) και 13γ του παρόντος ν.δ/τος και με τη συνεργασία των εποπτικών αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών. 9. Για το ποσοστό επί των τεχνικών αποθεμάτων των ακινήτων του άρθρου 8 παρ. 6 περιπ. Α στοιχείο γ δεύτερο εδάφιο και περιπτ. Β στοιχείο β δεύτερο εδάφιο του παρόντος, ισχύει το εξής μεταβατικό στάδιο: Μέχρι τις 31.12.96: 40% Μέχρι τις 31.12.97: 25% Μέχρι τις 31.12.98: 10% 10.Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια λειτουργίας πριν τη δημοσίευση του π.δ. 118/85 (Α 35 ) θεωρείται αυτοδικαίως ότι κατέχει άδεια λειτουργίας για τους κλάδους τους οποίους ενεφάνισε ότι ασκούσε στις οικονομικές καταστάσεις της χρήσεως 1995. Οι κλάδοι αυτοί καταχωρούνται στο μητρώο Α.Α.Ε. 11.Ειδικά οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν άδεια λειτουργίας στις ασφαλίσεις ζωής πριν τη δημοσίευση του π.δ. 118/85, θεωρείται αυτοδικαίως ότι κατέχουν άδεια λειτουργίας για τους κλάδους Ι,ΙV2 και VΙΙ και για τον κλάδο VΙ εφόσον κατείχαν ειδική άδεια λειτουργίας για τον κλάδο αυτό. 12.Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και με την επιφύλαξη της ανωτέρω παραγράφου 7, αποδίδονται τυχόν υφιστάμενες εγγυήσεις και μετατρέπεται η δέσμευση ασφαλιστικής τοποθέτησης σε διάθεση ασφαλιστικής τοποθέτησης υποκαταστημάτων ή πρακτορείων ασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα στην Ε.Ε. και στο Ε.Ο.Χ. που λειτουργούν στην Ελλάδα, εφόσον έχουν τηρηθεί οι διατάξεις περί τεχνικών αποθεμάτων του παρόντος. 13.Για την ορθή εφαρμογή του κεφαλαίου 11 ετήσιοι και ενοποιημένοι λογαριασμοί (οικονομικές καταστάσεις) των ασφαλιστικών επιχειρήσεων του παρόντος, ο Υπουργός Εμπορίου με απόφαση του που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να επιβάλει την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του παρόντος που αφορούν τεχνικά αποθέματα και περιθώριο φερεγγυότητας, από τις χρήσεις που ξεκινούν μετά την 31.12.1996. 14. 1)Κατά την καταχώρηση των ελληνικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο μητρώο Α.Α.Ε. σημειώνεται ειδικά η ίδρυση υποκαταστήματος ή πρακτορείου εκτός Ελλάδος καθώς και η δραστηριοποίησή τους με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. 2)Για την εφαρμογή της παρ.2 περ. Α του άρθρου 42β του παρόντος, τηρείται στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εμπορίου, ειδικό μητρώο ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, το οποίο πρέπει να περιλαμβάνει ανά επιχείρηση τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία: επωνυμία επιχείρησης κράτος μέλος της έδρας επιχείρησης και του υποκαταστήματος ή του πρακτορείου που ενδεχόμενα ασκεί την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών φύση των κινδύνων που καλύπτει η επιχείρηση με ελεύθερη παροχή όνομα και διεύθυνση φορολογικού αντιπροσώπου όνομα και διεύθυνση ειδικού αντιπροσώπου της επιχείρησης σε περίπτωση άσκησης του κλάδου 10 Ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα εκτός της ευθύνης του μεταφορέα. 3. α) Το άρθρο 52α παραγ.4,στο οποίο παραπέμπει η παραγ. 1 εδαφ. πρώτο του άρθρου 52β του ΝΔ.400/70, όπως ισχύει αντικαθίσταται με το άρθρο 3α παραγ. 2. 2)Το άρθρο 17α παραγ.2 έως 6, στο οποίο παραπέμπει η παραγ. 2β του άρθρου 52β του Ν.Δ400/70,όπως ισχύει αντικαθίσταται με το άρθρο 17α παραγ.1 και 3 έως 5. 4)Το άρθρο 20 παραγ. 3 περιπ. Ζ, στο, οποίο παραπέμπει η παραγ. 3 του άρθρου 52β του Ν.Δ.100/70, όπως ισχύει, αντικαθίσταται με το άρθρο 20 παραγ. 2 περιπ. ΣΤ ,Ζ. (άρθρο 28 της 92/49/ΕΟΚ και άρθρο 28 της 92/96/ΕΟΚ) 4.Το άρθρο 53 του ν.δ 400/70 όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 53 1.Απαγορεύεται στις ημεδαπές, αλλοδαπές, εμπορικές, τραπεζικές, βιομηχανικές και πάσης φύσεως επιχειρήσεις να ενεργούν στην Ελλάδα με οποιοδήποτε τρόπο ασφαλίσεις. 2.Απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρος η κάλυψη κινδύνων ή η ανάληψη ασφαλιστικών υποχρεώσεων στην Ελλάδα, εάν αντιβαίνουν σε κανόνα περί προστασίας δημοσίου συμφέροντος. 3.Με την επιφύλαξη των διατάξεων του 7ου Κεφαλαίου του παρόντος ν.δ/τος Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η κάλυψη κινδύνων ή ανάληψη ασφαλιστικών υποχρεώσεων στην Ελλάδα από ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν έχουν άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα. Άρθρο 30 (Αρθρο 26,Οδηγ. 88/357/ΕΟΚ) Το άρθρο 53α του Ν.Δ.400/70 όπως ισχύει, τροποποιείται ως εξής: Άρθρο 53α 1.Κοινοτική συνασφάλιση υπάρχει στην περίπτωση που καλύπτεται κίνδυνος που βρίσκεται σένα κράτος - μέλος με την συμμετοχή περισσοτέρων ασφαλιστών (συνασφαλιστών) εγκατεστημένων σε διάφορα κράτη - μέλη. Για την κάλυψη κινδύνου που βρίσκεται στην Ελλάδα με κοινοτική συνασφάλιση πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: 1)Ο καλυπτόμενος κίνδυνος να υπάγεται στην έννοια του μεγάλου κινδύνου της παραγρ. 3 του άρθρου 13. 2)Ο κίνδυνος να καλύπτεται με ενιαία ασφαλιστική σύμβαση από περισσότερες από μία ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν ενέχονται σε ολόκληρο, αντί ενιαίου ασφαλίστρου και για την ίδια χρονική περίοδο. 3)Ενας τουλάχιστον από τους συνασφαλιστές, να συμμετέχει στην ασφαλιστική σύμβαση από την έδρα της επιχείρησής του ή από πρακτορείο ή υποκατάστημά του εγκατεστημένα σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. άλλο από το κράτος του ηγέτη ασφαλιστή. 2.Αν ο ηγέτης ασφαλιστής είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα, αναλαμβάνει όλες τις κατά τη συνασφαλιστική πρακτική εργασίες και ειδικότερα καθορίζει τους όρους ασφάλισης και τιμολόγησης σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία. Εάν ο ηγέτης ασφαλιστής (δεν είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα, εφαρμόζονται οι διατάξεις του 7ου Κεφαλαίου του παρόντος περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. 3. 1)Το ύψος των τεχνικών αποθεμάτων καθενός συνασφαλιστή,καθορίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία ή την πρακτική του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένος. Ειδικά, στην περίπτωση που ο ηγέτης ασφαλιστής είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα, το απόθεμα εκκρεμών ζημιών δεν μπορεί να υπολείπεται του αποθέματος που έχει καθορίσει αυτός, σύμφωνα με την ισχύουσα ελληνική νομοθεσία. 2)Τα τεχνικά αποθέματα που σχηματίζονται από τους εγκατεστημένους στην Ελλάδα συνασφαλιστές, απαρτίζονται από στοιχεία του ενεργητικού νομισματικά αντιλογισμένα, σύμφωνα με τις διατάξεις* των άρθρων 7 και 8 του παρόντος. 3)Κατ εξαίρεση της διάταξης του άρθρου 7 του παρόντος, τα τεχνικά αποθέματα των συνασφαλιστών τηρούνται με επιλογή του ασφαλιστή, είτε στα κράτη - μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. στα οποία οι συνασφαλιστές είναι εγκατεστημένοι, είτε στο κράτος - μέλος όπου είναι εγκατεστημένος ο ηγέτης ασφαλιστής. 4.Οι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα συνασφαλιστές, οφείλουν να τηρούν στατιστικά στοιχεία από τα οποία να φαίνεται η σπουδαιότητα των εργασιών τους σε κοινοτική συνασφάλιση καθώς και τα κράτη που αφορούν οι εργασίες αυτές. 5.Κατά την εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης, οι υποχρεώσεις της από τη συμμετοχή της σε κοινοτικές συνασφαλιστικές συμβάσεις, εκπληρώνονται όπως και οι υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις άλλες ασφαλιστικές της συμβάσεις, χωρίς καμία διάκριση των ασφαλισμένων της και των δικαιούχων εξαιτίας της εθνικότητάς τους. Άρθρο 31 Άρθρο 55 Α 1) Το διοικητικό συμβούλιο κάθε ασφαλιστικής επιχείρησης που ασκεί ασφαλίσεις ζωής είναι υποχρεωμένο να δηλώνει στη Δ/νση ασφαλιστικών επιχειρήσεων και αναλογιστικής, τα στοιχεία του υπεύθυνου αναλογιστή της (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό αδείας, αριθμό αστυνομικής ταυτότητας), τα οποία καταχωρούνται σε ειδικό μητρώο τηρούμενο από την αρμόδια διεύθυνση του Υπουργείου Εμπορίου. Για την αλλαγή του υπεύθυνου αναλογιστή ασφαλιστικής επιχείρησης καθώς και για κάθε αλλαγή στα στοιχεία αυτού, πρέπει να ενημερώνεται η αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Εμπορίου, εντός 10 ημερών από την ημερομηνία της αλλαγής. 2) Ο υπεύθυνος αναλογιστής της ασφαλιστικής επιχείρησης ζωής, υπογράφει τον ισολογισμό αυτής και έχει ευθύνη έναντι οποιασδήποτε ελεγκτικής αρχής για πράξεις αναλογιστικής φύσεως της ασφαλιστικής επιχείρησης και συγκεκριμένα για τον υπολογισμό των μεταφερομένων(αναποσβέστων) εξόδων πρόσκτησης και των τεχνικών αποθεμάτων ασφαλίσεως ζωής πλην των εκκρεμών ζημιών, όταν αυτές δεν υπολογίζονται με αναλογιστική μέθοδο. Για το ύψος των τεχνικών αποθεμάτων και των μεταφερομένων εξόδων πρόσκτησης, ο υπεύθυνος αναλογιστής χορηγεί βεβαίωση, ο τύπος της οποίας καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου. 3) Ο υπεύθυνος αναλογιστής υπολογίζει το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας, υπογράφει τα τεχνικά σημειώματα ασφαλίσεων ζωής και γήρατος, τηρεί το βιβλίο των τεχνικών σημειωμάτων και γενικών και ειδικών όρων και υποβάλλει στην αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Εμπορίου τα τεχνικά στοιχεία των ετησίων εργασιών της ασφαλιστικής επιχείρησης. 4) Ο αναλογιστής είναι επίσης συνυπεύθυνος για α) όλο το πρόγραμμα δραστηριότητας ασφαλιστικής επιχείρησης ασφαλίσεων ζωής και κατά την ίδρυσή της αλλά και κατά την επέκταση της αδείας λειτουργίας της β)για το ύψος των χορηγουμένων προμηθειών των ασφαλίσεων ζωής στους διαμεσολαβούντες γ) το πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης και οικονομικής ανασυγκρότησης ασφαλιστικών επιχειρήσεων ασφαλίσεων ζωής δ) για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις και μεταφορές χαρτοφυλακίου των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ζωής. 5) Στην περίπτωση που ασφαλιστική επιχείρηση ασφαλίσεων κατά ζημιών εκδίδει ασφαλιστήρια συμβόλαια, που καλύπτουν κινδύνους των κλάδων ατυχημάτων και ασθενειών, με διάρκεια μεγαλύτερη του έτους τότε α) ενημερώνει την αρμόδια διεύθυνση ότι παρέχει τις καλύψεις αυτές, β) είναι υποχρεωμένη να τηρεί το βιβλίο των τεχνικών σημειωμάτων και γενικών και ειδικών όρων γ) το μαθηματικό απόθεμα γήρατος υπολογίζεται από αναλογιστή το οποίο και πιστοποιεί με έγγραφη δήλωσή του. Στην περίπτωση που ασφαλιστική επιχείρηση ασφαλίσεων κατά ζημιών πρέπει να καταβάλει αποζημίωση με τη μορφή προσόδου, την υποχρέωση της επιχείρησης αυτής την υπολογίζει αναλογιστής και την πιστοποιεί με δήλωσή του στην οποία φαίνεται και ο τρόπος υπολογισμού, καθώς και οι τεχνικές παράμετροι που χρησιμοποιεί. 6) Ο νόμιμος αντιπρόσωπος υποκαταστήματος ή πρακτορείου αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα εκτός της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. που ασκεί ασφαλίσεις ζωής στην Ελλάδα, δηλώνει στη διεύθυνση ασφαλιστικών επιχειρήσεων και αναλογιστικής τα στοιχεία του υπευθύνου αναλογιστή. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1,2,3,4,7 και 9 περ. Α του παρόντος άρθρου. Την ίδια υποχρέωση και μέχρι τις 31.12.1998, έχει και ο νόμιμος αντιπρόσωπος υποκαταστήματος ή πρακτορείου στην Ελλάδα ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. 7) Ολα τα έγγραφα που υπογράφει αναλογιστής, φέρουν την σφραγίδα αυτού η οποία αναφέρει και τον αριθμό αδείας του. 8) Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εμπορίου, καθορίζονται τα απαιτούμενα προσόντα για τη χορήγηση της άδειας επαγγέλματος αναλογιστή. 9) Σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων του υπεύθυνου αναλογιστή όπως προκύπτουν από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι ποινές του άρθρου 45 του παρόντος ν.δ/τος και ο αναλογιστής αποκλείεται από κάθε υπεύθυνη θέση της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ο Υπουργός Εμπορίου δύναται να επιβάλλει πρόστιμο μέχρι 7.000 ΕCU και να ανακαλέσει την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος μέχρι δύο έτη, αφού λάβει υπόψη τη γνώμη της Ενωσης Ελλήνων Αναλογιστών. Β 1) Το διοικητικό συμβούλιο κάθε ασφαλιστικής επιχείρησης καθώς και ο νόμιμος αντιπρόσωπος αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης με την επιφύλαξη της μεταβατικής περιόδου για τα υποκαταστήματα ή πρακτορεία επιχειρήσεων με έδρα σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., είναι υποχρεωμένοι να δηλώνουν στη Δ/νση ασφαλιστικών επιχειρήσεων και αναλογιστικής το πρόσωπο που ασκεί διοίκηση και διαχείριση στην ασφαλιστική επιχείρηση και είναι αποκλειστικά υπεύθυνο για όλα τα θέματα που πηγάζουν από το παρόν νομοθετικό διάταγμα, πλην εκείνων που αναφέρονται στην περίπτωση Α του παρόντος άρθρου και αφορούν τον υπεύθυνο αναλογιστή και το στοιχείο ιγ της περίπτ. Α του άρθρου 13γ του παρόντος ν.δ/τος. 2) Σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων του προσώπου της παραπάνω παραγράφου, όπως προκύπτουν από την παράγραφο 1 της περ. β του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται οι ποινές του άρθρου 44 του παρόντος ν.δ/τος και αποκλείεται από κάθε υπεύθυνη θέση της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ο Υπουργός Εμπορίου δύναται να επιβάλει πρόστιμο μέχρι 20.000 ΕCU. (άρθρα 6, 29 καιοδηγ. 92/49/ΕΟΚ και άρθρα 5,29 και 39 Οδηγ.92/96/ΕΟΚ). 2.Το άρθρο 56 του ν.δ.400/70 όπως ισχύει, καταργείται. 3.Το άρθρο 57 του ν.δ.400/70 όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 57 Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να ενημερώνουν το Υπουργείο Εμπορίου για τις αλλαγές των αντασφαλιστών τους, την συμμετοχή τους σε οποιαδήποτε μορφή κοινοπραξίας, καθώς επίσης και να υποβάλουν κατ έτος τους ετήσιους ισολογισμούς των αντασφαλιστών τους. 4.Το άρθρο 58 του ν.δ.400/70 όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: Άρθρο 58 Με την επιφύλαξη των διατάξεων του 7ου Κεφαλαίου του παρόντος, ο Υπουργός Εμπορίου δύναται, με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να ανακαλέσει προσωρινώς ή και οριστικώς την άδεια λειτουργίας ή και εγκαταστάσεως ασφαλιστικής επιχειρήσεως ή αλληλασφαλιστικού συνεταιρισμού, εφόσον αρνούνται η αδικαιολογήτως καθυστερούν την καταβολή του επιδικασθέντος ασφαλίσματος βάσει τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως. Άρθρο 32 Άρθρο 59 1.Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα, μπορούν, με απόφαση του Δ.Σ. ή της Γ.Σ., ύστερα από απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να μεταβιβάζουν το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων συμβολαίων τους είτε αυτά έχουν συναφθεί με καθεστώς εγκατάστασης είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλη ή άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στον Ε.Ο.Χ. 2.Η μεταβίβαση εγκρίνεται κατά την προηγούμενη παράγραφο εφ όσον δεν θίγει τα συμφέροντα των ασφαλισμένων ή άλλων προσώπων που έχουν δικαιώματα και υπέχουν υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εκχωρούμενες συμβάσεις και η επιχείρηση προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση έχει άδεια λειτουργίας των κλάδων στους οποίους κατατάσσονται οι κίνδυνοι του μεταβιβαζόμενου χαρτοφυλακίου, κατέχει το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας, αφού ληφθεί υπόψη η μεταβίβαση και έχει τη συγκατάθεση των αρμοδίων αρχών των κρατών - μελών που βρίσκονται οι κίνδυνοι (ασφαλιστικές υποχρεώσεις), που έχουν αναληφθεί. 3.Με την επιφύλαξη της παραγρ. 2 του παρόντος, η μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων που καλύπτουν κινδύνους στην Ελλάδα και έχουν εκδοθεί με καθεστώς εγκατάστασης εγκρίνεται, εφόσον η επιχείρηση προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση διαθέτει εγκατάσταση στην Ελλάδα υπό την έννοια του άρθρου 2α στοιχ. γ του παρόντος. 4.Υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης κράτους - μέλους εγκαταστημένο στην Ελλάδα που προτίθεται να μεταβιβάσει σε ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα, το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου των συμβάσεών του, είτε αυτές έχουν συναφθεί με καθεστώς εγκατάστασης είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, υποχρεούται να ζητήσει προηγουμένως τη γνώμη του Υπουργείου Εμπορίου. 5.Σε περίπτωση μεταβίβασης χαρτοφυλακίου που έχει συναφθεί με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για την κάλυψη κινδύνων στην Ελλάδα η εποπτική αρχή του κράτους καταγωγής της εκχωρούσας ασφαλιστικής επιχείρησης, επιτρέπει τη μεταβίβαση μόνον αφού λάβει την συγκατάθεση του Υπουργείου Εμπορίου. Στην περίπτωση που ο εκδοχέας είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα, τα συμβόλαια αυτά θεωρούνται ότι έχουν συνομολογηθεί υπό καθεστώς εγκατάστασης. Για τα συμβόλαια αυτά ισχύει ότι είχε συμφωνηθεί εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος θελήσει να ακολουθήσει το ελληνικό δίκαιο και γλώσσα. Στην περίπτωση που ο εκδοχέας δεν είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα, απαιτείται να ασκεί δραστηριότητα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα. 6.Οι εποπτικές αρχές όλων των κρατών - μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. των οποίων ζητείται η γνώμη για τη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ανακοινώνουν τη γνώμη ή τη συγκατάθεση τους στις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής της εκχωρούσας επιχείρησης, εντός τριών μηνών από την παραλαβή της σχετικής αίτησης. Σε περίπτωση που δεν έχει δοθεί απάντηση μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, θεωρείται ότι υπάρχει ευνοϊκή γνώμη ή σιωπηρή συγκατάθεση. 7.Με ανακοίνωση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τ.Α.Ε. και Ε.Π.Ε.)καθώς και σε μια ημερήσια εφημερίδα και μια ημερήσια ή εβδομαδιαία οικονομολογική εφημερίδα της έδρας της επιχείρησης, τάσσεται προθεσμία 3 μηνών προς υποβολή ενστάσεων υπό των ενδιαφερομένων. Η Υπουργική Απόφαση που εγκρίνει την μεταβίβαση δημοσιεύεται και στα άλλα κράτη - μέλη όπου βρίσκονται κίνδυνοι που ενδεχόμενα κάλυπτε η εκχωρούσα ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση σύμφωνα με τους όρκους του εθνικού δικαίου των κρατών αυτών. Οι ανακοινώσεις αδειών μεταβίβασης σε εκχωρούσες εταιρίες με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος που καλύπτουν κινδύνους που βρίσκονται στην Ελλάδα, δημοσιεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσης παραγράφου. 8.Μετά τη δημοσίευση της Υπουργικής απόφασης, που εγκρίνει τη μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου, δεν δύναται να αντιταχθούν κατά της μεταβίβασης αυτής οι ασφαλισμένοι, οι συμβαλλόμενοι στην ασφαλιστική σύμβαση, οι δικαιούχοι του ασφαλίσματος και οι πιστωτές της ασφαλιστικής επιχείρησης. 9.Σε κάθε ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης αναφέρεται ρητά ποιος φέρει το βάρος της κάλυψης της υποχρέωσης των τεχνικών αποθεμάτων. Η μεταβίβαση ολοκληρώνεται με τη σύνταξη πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής του μεταβιβαζομένου χαρτοφυλακίου στο οποίο αναφέρεται το ύψος των τεχνικών αποθεμάτων κατά την ημερομηνία συντάξεως του πρωτοκόλλου. Το πρωτόκολλο αυτό υπογράφεται και από τον υπεύθυνο αναλογιστή σε περίπτωση μεταβίβασης ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και καταχωρείται στο μητρώο Α.Α.Ε. 10.Ο υπεύθυνος αναλογιστής του εκδοχέα είναι υποχρεωμένος να καταχωρεί στο βιβλίο τεχνικών σημειωμάτων και γενικών όρων τα τεχνικά σημειώματα και τους γενικούς όρους των συμβολαίων που μεταβιβάζονται με την ένδειξη ότι προέρχονται από μεταβίβαση. 11.Πρακτορεία και υποκαταστήματα που είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα και ανήκουν σε αλλοδαπές ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν έχουν την έδρα τους σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. μπορούν να μεταβιβάζουν ολόκληρο ή μέρος του χαρτοφυλακίου των συμβάσεών τους σε εκδοχέα με έδρα την Ελλάδα ή σε υποκατάστημα που είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα και ανήκει σε ασφαλιστική επιχείρηση που έχει έδρα εκτός Ε.Ε. και Ε.Ο.Χ., εάν το Υπουργείο εμπορίου ή, ενδεχομένως, η εποπτική αρχή του κράτους που αναφέρεται στις περιπτώσεις Δ και Ε του άρθρου 20 παραγ. 2 του παρόντος ν.δ/τος, πιστοποιούν ότι ο εκδοχέας διαθέτει, λαμβανομένης υπόψη της μεταβίβασης, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας. Τα πρακτορεία και υποκαταστήματα του προηγουμένου εδαφίου, δύνανται να μεταβιβάζουν ολόκληρο ή μέρος του χαρτοφυλακίου των συμβάσεών τους στο υποκατάστημα ή πρακτορείο στην Ελλάδα ασφαλιστικής επιχείρησης που έχει την εταιρική έδρα της σε άλλο κράτος - μέλος, εάν η εποπτική αρχή αυτού του κράτους - μέλους πιστοποιεί ότι ο εκδοχέας διαθέτει, λαμβανομένης υπόψη της μεταβίβασης, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας. Στις περιπτώσεις των παραπάνω εδαφίων, ο εκδοχέας πρέπει να έχει άδεια λειτουργίας των κλάδων, των οποίων το χαρτοφυλάκιο αναλαμβάνει. Οι παράγραφοι 6,7,8,9 και 10 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται και στα πρακτορεία ή υποκαταστήματα που έχουν την έδρα τους εκτός Ε.Ε. και Ε.Ο.Χ. 12.Διασπάσεις ή συγχωνεύσεις ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν έδρα στην Ελλάδα, κατά τις διατάξεις των νόμων 2190/20 και 2166/93, επιτρέπεται μόνο μετά από εγκριτική απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και εφόσον η αίτηση της ενδιαφερομένης ασφαλιστικής επιχείρησης συνοδεύεται και από ολοκληρωμένη μελέτη σκοπιμότητας και βιωσιμότητας (πρόγραμμα δραστηριότητας) της νέας επιχείρησης. Άρθρο 33 1.Για τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής (βασική ασφάλεια) που έχουν εκδοθεί πριν τη δημοσίευση του παρόντος προεδρικού διατάγματος ισχύουν τα κάτωθι ως προς την διαχείρησή τους: 1)θα συνεχίσουν να είναι διαχειριζόμενα μέχρι τη λήξη τους, σύμφωνα με την ασφαλιστική νομοθεσία και τις υπουργικές αποφάσεις που ίσχυαν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος π.δ. και σύμφωνα με τα εγκεκριμένα τιμολόγια και τους γενικούς όρους τους. 2)Τα ανωτέρω τιμολόγια και οι γενικοί όροι καταχωρούνται στο μητρώο του άρθρου 11 του ν.δ/τος 400/70, όπως ισχύει. 3)Η εμφάνιση και η καταχώρηση των τεχνικών αποθεμάτων (υποχρεώσεις - επενδύσεις) των ανωτέρω συμβολαίων στις οικονομικές καταστάσεις, γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8 και τις διατάξεις των άρθρων του 11ου Κεφαλαίου του ν.δ.400/70 όπως ισχύει και με την επιφύλαξη του άρθρου 52α παραγ. 14 του ίδιου ν.δ. 2.Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, που ασκούν ασφαλίσεις ζωής και έχουν άδεια λειτουργίας του κλάδου 1.3 του άρθρου 13 παραγ. 2 του ν.δ.400/70 όπως ισχύει κατά τη δημοσίευση του παρόντος, θεωρείται ότι κατέχουν και άδεια λειτουργίας για τον κλάδο Ι/2 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 παραγ. 2 του ανωτέρω ν.δ. 3.Προκειμένου για ασφαλιστικές επιχειρήσεις της παρ. 2 του αρθρ. 3α του ν.δ. 400/70, όπως ισχύει, οι οποίες δεν θα εμφανίσουν παραγωγή εντός 6μήνου από τη δημοσίευση του παρόντος π.δ/τος και κατά παρέκκλιση των διατάξεων της ως άνω παραγράφου και του άρθρου 52α παρ. 10 του ανωτέρω ν.δ. ανακαλείται η άδεια λειτουργίας του κατά περίπτωση συγκεκριμένου κλάδου. 4.Ασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται, και μετά τη δημοσίευση του παρόντος π.δ., κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 5 περιπτώσεις α και β του ν.δ./τος 400/70, να χρησιμοποιήσουν εκτιμήσεις του άρθρου 9 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/20 που έγιναν μέχρι και την 31.10.1995, προκειμένου να διαθέτουν ή να αυξάνουν την ήδη υπάρχουσα διάθεση σε ασφαλιστική τοποθέτηση ακινήτων της περιπτώσεως Γ της παραγράφου 3 του άρθρου 8 του ν.δ/τος 400/70. 5.Οι διατάξεις της ως άνω παραγρ. 4 εφαρμόζονται και για τον υπολογισμό της υπεραξίας των ακινήτων που αποτελεί στοιχείο του περιθωρίου φερεγγυότητας, κατά ποσοστό όμως 85% της εκτιμηθείσης αξίας, σύμφωνα με την παρ. 5 του αρ. 17α του ν.δ. 400/70. 6.Για τα ακίνητα, τα οποία διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση μετά τη δημοσίευση του παρόντος π.δ/της και τα οποία έχουν αποκτηθεί μέχρι και την 31.10.1995, δεν ισχύει ο περιορισμός του άρθρου 8 παρ. 3 περίπτωση Γ του ν.δ/τος 400/70 αναφορικά με την τιμή κτήσεως του συμβολαίου αγοράς του ακινήτου. 7.Η αξία των ακινήτων εκτός σχεδίων πόλεων, που έχει διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος π.δ., λαμβάνεται υπόψη στην κάλυψη των τεχνικών αποθεμάτων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Τροποποιήσεις επί του Π.Δ. 237/1986 (Α 110) Κωδικοποίηση των διατάξεων του Ν, 489/1976 (Α 331) περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε από το Ν. 1569/1985 (Α 183) και τα Προεδρικά Διατάγματα 1019/1981 (Α 253) και 118/1985 (Α 35) όπως ισχύει τροποποιημένο με τον Ν. 1867/1989 (Α 227) τα Π.Δ. 264/1991 (Α 98) και 314/1993 (Α 134), τον Ν. 2170/1993 (Α 150) και το άρθρο 16 του Ν. 2367/1995 (Α 261). Άρθρο 34 (Αρθρο 6 οδηγ. 90/618/ΕΟΚ) 1.Στο άρθρο 1 του Π.Δ. 237/86 προστίθεται νέο στοιχείο στ, ως εξής: στ. Ασφάλιση με καθεστώς Ελεύθερης Παροχής Υπηρεσιών στην Ελλάδα, σημαίνει κάλυψη του κινδύνου της αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα εξαιρουμένης της ευθύνης του μεταφορέα από ασφαλιστική επιχείρηση που έχει έδρα σε άλλο κράτος - μέλος ή υποκατάστημα ή πρακτορείο της επιχείρησης αυτής σε άλλο κράτος - μέλος. 2.Η παρ. 1 του άρθρου 18 του Π.Δ. 237/86 τροποποιείται ως εξής: 1. Μέλη του Επικουρικού Κεφαλαίου καθίστανται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν την ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν στην Ελλάδα την ασφάλιση με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχ. στ) του παρόντος, οι αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισμοί που καλύπτουν τον αυτό κίνδυνο, καθώς και τα Ν.Π.Δ.Δ. ή οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας εφόσον τα αυτοκίνητά τους εξαιρεθούν της υποχρεωτικής ασφάλισης σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 3 του νόμου αυτού. 3.Προστίθεται νέα φράση μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης στην παράγραφο 1 περιπτ. α του άρθρου 20 του Π.Δ. 237/86, ως εξής: Στην περίπτωση άσκησης του κλάδου με καθεστώς Ελεύθερης Παροχής Υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχ. στ του παρόντος, η εισφορά υπολογίζεται επί των καθαρών ασφαλίστρων από ασφαλίσεις που συνήφθησαν με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα. 4.Τροποποιείται η παράγραφος 1 του άρθρου 28 Π.Δ. 237/86, ως εξής: 1. Μέλη του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης, καθίστανται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό και ασκούν τον κλάδο ασφάλισης αστικής ευθύνης για ατυχήματα από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα, είτε μέσω της εγκατάστασής τους στην Ελλάδα, είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχ. στ του παρόντος. Το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης έχει δικαίωμα αναγωγής και κατά της εγκατάστασης στην Ελλάδα ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος σε περίπτωση άσκησης από την Ελλάδα στο εξωτερικό του κλάδου αστικής ευθύνης για ατυχήματα από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για ό,τι ποσά υποχρεωθεί να καταβάλει για λογαριασμό της με βάση τις διεθνείς συμβάσεις μεταξύ Γραφείων. 5.Μετά την παράγραφο 4 του άρθρου 29 του Π.Δ. 237/86, προστίθεται νέα παράγραφος 5 ως εξής: 5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 μέχρι και 3 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις - μέλη του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης που ασκούν τον κλάδο ασφάλισης αστικής ευθύνης για ατυχήματα από αυτοκίνητα με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχ. στ του παρόντος. Οι υποχρεώσεις των παραπάνω μελών από την έκδοση πιστοποιητικών διεθνούς ασφάλισης του Ελληνικού Γραφείου, ρυθμίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 27 του παρόντος και τη Σύμβαση Ενιαίου Τύπου μεταξύ των Γραφείων. 6.Μετά την παράγραφο 3 του άρθρου 33 του Π.Δ. 237/86, προστίθεται νέα παράγραφος 4, ως εξής: 4. Ειδικά στην περίπτωση άσκησης του κλάδου με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχ. στ του παρόντος, οι εισφορές προς το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν και για τις εγκατεστημένες στην Ελλάδα ασφαλιστικές επιχειρήσεις: Οι παράγραφοι 4,5 και 6 του άρθρου 33, αριθμούνται ως παράγραφοι 5,6, και 7 αντίστοιχα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Τροποποιήσεις επί του Ν.Δ. 551/1970 (Α 114) «Περί ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως Πλοίων και Αεροσκαφών», όπως ισχύει τροποποιημένο με το Π.Δ. 118/1985 (Α 35) και το Ν. 2170/1993 (Α 150). Άρθρο 35 1.Το άρθρο 6 του Ν.Δ. 551 /70, όπως ισχύει, καταργείται. 2.Τα άρθρα 7 και 8 του Ν.Δ. 551/70, όπως ισχύει, αριθμούνται 6 και 7 αντίστοιχα. 3.Η παραγ. 2 του νέου άρθρου 6 του Ν.Δ. 551/70 όπως αριθμείται με το παρόν, τροποποιείται ως εξής: «2Ειδικότερα, πλην των αναφερομένων στο άρθρο 2 του παρόντος εξαιρέσεων, δεν έχουν εφαρμογή επί των ασφαλίσεων πλοίων και αεροσκαφών και οι διατάξεις των άρθρων 29, 33 και 51 του Ν.Δ. 400/70, όπως ισχύει » Άρθρο 36 Η ισχύς του διατάγματος αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υπουργό Ανάπτυξης αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.
  • Τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 1338/1983 (Α 34) όπως αντικαταστάθηκε με την παράγρ. 4 του άρθρου 6 του Ν. 1440/1984 (Α 70) και τροποποιήθηκε από τα άρθρα 7 του Ν. 1775/88 (Α101), 31 του Ν. 2076/1992 (Α 130) και 19 του Ν. 2367/1995 (Α 261), ως και τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 1338/1983 (Α 34) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του Ν. 1892/1990 (Α 101).
  • Τις διατάξεις του Ν. 1558/1985 (Α 137) «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα», όπως ισχύει.
  • Τις διατάξεις των οδηγιών 88/357/ΕΟΚ (L 172/4.7.88), 90/618/ΕΟΚ (L 330/29.11.90), 90/619/ΕΟΚ (L330/29.11.90), 92/49/ΕΟΚ (L 228/11.8.92), 92/96/ΕΟΚ (L 360/9.12.92), 91/371/ΕΟΚ (L 205/27.1.91) και 91/674/ΕΟΚ (L 374/31.12.90) καθώς και της απόφασης 94/1,2/ΕΚΑΧ, ΕΚ(L 1/3.1.94).
  • Το άρθρο 27 του Ν. 2081 /1992 (Α 154) με το οποίο προστίθεται νέο άρθρο 29Α στο νόμο 1558/85 (Α137).
  • Τις διατάξεις του Ν. 2272/1994 (Α 230) «Κύρωση της συνθήκης για την προσχώρηση του Βασιλείου της Νορβηγίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φιλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
  • Το γεγονός ότι δεν προκαλείται δαπάνη εις βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.
  • Την υπ αριθ. 244/96 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας μετά από πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εμπορικής Ναυτιλίας,
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΝΟΜΟΣ 1983/1338 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1983/1338 1983
ΝΟΜΟΣ 1984/1440 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1984/1440 1984
ΝΟΜΟΣ 1985/1558 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1985/1558 1985
ΝΟΜΟΣ 1988/1775 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1988/1775 1988
ΝΟΜΟΣ 1990/1892 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1990/1892 1990
Ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις. 1992/2076 1992
Ρύθμιση του θεσμού των Επιμελητηρίων, τροποποίηση των διατάξεων του V.-1712/1987 για τον εκσυγχρονισμό των επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών και άλλες διατάξεις. 1992/2081 1992
Κύρωση Συνθήκης μεταξύ: του Βασιλείου του Βελγίου, του Βασιλείου της Δανίας, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Μεγ[...]" 1994/2272 1994
Νέοι χρηματοπιστωτικοί θεσμοί και άλλες διατάξεις. 1995/2367 1995
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων, άλλες ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Ανάπτυξης και λοιπές διατάξεις. 1999/2741 1999
Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ), στα άρθρα 2 και 8 [...]" 2016/4364 2016
Προσαρμογή του Ν.Δ. 400/1970 (Α΄10) «περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως» όπως ισχύει, και του Ν. 489/76 (Α΄ 331) «Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», όπως ισχύει, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/26/ΕΚ [...]" 2003/10 2003
Τροποποίηση και συμπλήρωση Π.Δ. 56/1985 (ΦΕΚ 21/Α) απαιτούμενα προσόντα για την χορήγηση άδειας άσκησης επαγγέλματος αναλογιστή ασφαλιστικών επιχειρήσεων. 2003/126 2003