ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Προεδρικό Διάταγμα

ΚΩΔΙΚΟΣ

1996/282

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

1996-08-27

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1996-08-27

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

1996-08-27

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
Άρθρο 1 Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ. Κ.) αποτελεί ανώτατη, ενιαία και ανεξάρτητη Αρχή του Κράτους, υπαγόμενο απευθείας στην αρμοδιότητα του Υπουργού Οικονομικών. Άρθρο 2 Αρμοδιότητες Στην αρμοδιότητα του Ν.Σ.Κ. υπάγονται: α) Η δικαστική υπεράσπιση ενώπιον κάθε ημεδαπού δικαστηρίου των συμφερόντων του Κράτους και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που η νομική τους υπηρεσία διεξάγεται απαυτό ή από μέλη του, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις. β) Η υπεράσπιση, σύμφωνα με τις διέπουσες αυτό διατάξεις, των υποθέσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας και η εκπροσώπηση αυτής ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και κάθε δικαστηρίου και δικαστικής αρχής Κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλων Κρατών, καθώς και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 6 του Ν. 2197/1994 (ΦΕΚ. Α42) και του άρθρου 23 του Ν. 2019/1992 (ΦΕΚ. Α34). γ) Η νομική υποστήριξη των υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας ενώπιον των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14παραγρ. 10 του Ν. 2227/1994 (ΦΕΚ. Α 129). δ) Η διενέργεια όλων των δικαστικών πράξεων, που αναφέρονται στο άρθρο 6της κυρωθείσας με το ν.δ. 4421/1964 Πολυμερούς Σύμβασης «Περί διεκδικήσεως διατροφής εις την αλλοδαπήν» και ανάγονται στα καθήκοντα του Υπουργείου Δικαιοσύνης. ε) Η διεξαγωγή όλων των δικαστικών πράξεων, που προβλέπονται στις διεθνείς συμβάσεις δικαστικής αρωγής σε ποινικές, αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στις οποίες η Ελλάδα είναι συμβαλλόμενο μέρος και συνιστούν καθήκοντα του Υπουργείου Δικαιοσύνης ως κεντρικής αρχής. ζ) Η καθοδήγηση των ενεργειών της Διοίκησης με νομικές γνωμοδοτήσεις. η) Η αναγνώριση απαιτήσεων κατά του Δημοσίου και ο συμβιβασμός σε διαφορές με αυτό. θ) Η γνωμοδότηση για την υπαγωγή διαφορών του Δημοσίου σε διαιτησία και ο ορισμός διαιτητών του. ι) Η γνωστοποίηση στη Διοίκηση των αιτίων ακύρωσης πράξεών της από τα Δικαστήρια και η υπόδειξη προς αυτή μέτρων για την περιστολή έκδοσης ακυρωτικών αποφάσεων. ια) Η επεξεργασία των σχεδίων νόμων και διαταγμάτων, που παραπέμπονται αρμοδίως σαυτό. Άρθρο Αρθρο 3 Βασική διάρθρωση 1.Οι εργασίες του Ν.Σ.Κ. διεξάγονται από: 1)Την Κεντρική Υπηρεσία, β) Τα Γραφεία Νομικών Συμβούλων, γ) Τα Δικαστικά Γραφεία, δ) Τους Δικηγόρους του Δημοσίου, όπου δεν λειτουργούν Γραφεία Νομικών Συμβούλων ή Δικαστικά Γραφεία και ε) Τους δικηγόρους αλλοδαπής. Άρθρο 4 1.Το Ν.Σ.Κ., ως συλλογικό όργανο λειτουργεί σε Ολομέλεια, Τμήματα και Τριμελείς Γνωμοδοτικές Επιτροπές (Επιτροπές). 2.Η Ολομέλεια συγκροτείται από τον Πρόεδρο, τους Αντιπροέδρους και τους Νομικούς Συμβούλους ως μέλη με ψήφο. Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται να παρίστανται οι μισοί από τον συνολικό αριθμό των πιο πάνω μελών, που υπηρετούν κάθε φορά. 3.Τα Τμήματα του Ν.Σ.Κ. συγκροτούνται όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παραγρ. 3 του Β.Δ. 6/1961. Για την ύπαρξη απαρτίας κάθε Τμήματος, απαιτείται να παρίστανται τα μισά τουλάχιστον από τον συνολικό αριθμό των ορισθέντων μελών του, που υπηρετούν κάθε φορά. Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ. μπορεί να προεδρεύει οποιουδήποτε Τμήματος. 4.Οι Πάρεδροι του Ν.Σ.Κ. μετέχουν στις εργασίες της Ολομέλειας και των Τμημάτων ως εισηγητές σε υποθέσεις, που τους έχουν ανατεθεί, με γνώμη χωρίς ψήφο. Στις συνεδριάσεις των παραπάνω οργάνων μπορεί να παρίστανται και Δικαστικοί Αντιπρόσωποι κατά την συζήτηση υποθέσεων, τις οποίες έχουν χειρισθεί, για παροχή εξηγήσεων ή διευκρινίσεων. 5.Στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ. και στα Γραφεία Νομικών Συμβούλων λειτουργεί Επιτροπή, η οποία μπορεί κατά περίπτωση, να συγκροτείται από ένα Νομικό Σύμβουλο, ένα Πάρεδρο και ένα Δικαστικό Αντιπρόσωπο, ή από τρείς Νομικούς Συμβούλους, ή από δύο Νομικούς Συμβούλους και ένα Πάρεδρο ή Δικαστικό Αντιπρόσωπο, ή από ένα Νομικό Σύμβουλο και δύο Παρέδρους ή δύο Δικαστικούς Αντιπροσώπους. Στα Δικαστικά Γραφεία, αν υπηρετούν Πάρεδρος και δύο Δικαστικοί Αντιπρόσωποι, η Επιτροπή συγκροτείται απαυτούς. Άρθρο 5 1 Οι Επιτροπές γνωμοδοτούν: α) Σε εξώδικες διαφορές μέχρι του ποσού της καθύλην αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου και σε δικαστικές διαφορές για τηρητέα πορεία, συμβιβαστική επίλυση διαφορών ή αναγνώριση απαιτήσεων, για παραίτηση ή αποδοχή αγωγών ή δικαστικών αποφάσεων και για άσκηση ή παραίτηση από ένδικα μέσα και βοηθήματα, και β) Σε ερωτήματα της Διοίκησης. Στις περιπτώσεις αυτές είναι δυνατή η απευθείας εισαγωγή ή παραπομπή της υπόθεσης λόγω σπουδαιότητας σε Τμήμα ή στην Ολομέλεια. Με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. καθορίζεται ο τρόπος, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία άσκησης των παραπάνω αρμοδιοτήτων. Η Επιτροπή της Κεντρικής Υπηρεσίας αποφαίνεται σε θέματα αρμοδιότητάς της για υποθέσεις επαρχιών, στις οποίες δεν λειτουργούν Δικαστικά Γραφεία ή στα λειτουργούντα δεν είναι δυνατή η συγκρότηση της Επιτροπής. 2.Τα Τμήματα γνωμοδοτούν: 1)Σε δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις, που δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα των Έπιτροπών ή παραπέμπονται από Επιτροπή σε Τμήμα για τηρητέα πορεία, παραίτηση ή αποδοχή αγωγών, ή δικαστικών αποφάσεων, για παραίτηση από ασκηθέντα ένδικα μέσα και βοηθήματα, και για συμβιβαστική επίλυση διαφορών, ή αναγνώριση απαιτήσεων. 2)Σε ερωτήματα της Διοίκησης, που υπογράφονται από τον Υπουργό, ή άλλο όργανο στα πλαίσια αρμοδιότητας, που έχει νόμιμα εκχωρηθεί σαυτό ή από τον Πρόεδρο Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλο ειδικώς εξουσιοδοτημένο όργανο διοίκησης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ. ή από ορισμένο Γραφείο αυτού, ή μέλος του, με βάση ειδική-διάταξη· 3)Για κάθε σχέδιο νόμου ή διατάγματος, που παραπέμπεται στο Ν.Σ.Κ. για επεξεργασία. 3.Η Ολομέλεια γνωμοδοτεί: 1)Για την υποβολή διαφορών του Δημοσίου σε διαιτησία και τον διορισμό των διαιτητών αυτού. 2)Για υποθέσεις, οι οποίες, παραπέμπονται σαυτήν από τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. ή κάποιο Τμήμα. 3)Σε ερωτήματα για τα οποία ζητείται από Υπουργό απευθείας η γνώμη της, ή για τα οποία προηγήθηκε γνωμοδότηση Τμήματος, η οποία δεν έγινε αποδεκτή και 4)Για κάθε νομικό ζήτημα μείζονος σημασίας, που εισάγεται απευθείας σαυτήν με πράξη του Προέδρου. 4.Οι κατά τόπους Γενικοί Γραμματείς Περιφέρειας, μπορούν να απευθύνουν για θέματα της αρμοδιότητας τους ερωτήματα στα Δικαστικά Γραφεία η Γραφεία Νομικού Συμβούλου της έδρας τους. Τα Γραφεία αυτά, αν υπάρχει σχετική προηγούμενη γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., γνωστοποιούν αυτήν στους ερωτώντες. Διαφορετικά, αν μεν πρόκειται για απλά θέματα, απαντούν με ατομικές γνωμοδοτήσεις ή γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής, σε κάθε άλλη όμως περίπτωση αποστέλλουν αυτά χωρίς καθυστέρηση και με πλήρη εισήγηση στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ., για την έκδοση γνωμοδότησης Τμήματος ή της Ολομέλειας. Στην περίπτωση αυτή το ερώτημα εισάγεται προς συζήτηση με πράξη του Προέδρου, η οποία ορίζει και τον εισηγητή. 5.Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ. μπορεί να παραπέμπει σε Τμήμα οποιαδήποτε υπόθεση ή ερώτημα, έστω και αν έχει προηγηθεί επαυτού γνωμοδότηση της Επιτροπής ή ατομική. Επίσης μπορεί να εισάγει οποιαδήποτε υπόθεση ή ερώτημα απευθείας ενώπιον της Ολομέλειας, καθώς και να παραπέμψει σαυτήν οποιαδήποτε γνωμοδότηση Τμήματος, όταν κρίνει ότι η λύση που δόθηκε απαυτό χρειάζεται επανεξέταση. Στις περιπτώσεις αυτές με την πράξη της παραπομπής ορίζεται και ο εισηγητής. 6.Τα ερωτήματα της Διοίκησης διαλαμβάνουν πλήρη εξιστόρηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και προσδιορισμό των προβληματισμών της, για την έννοια και το περιεχόμενο συγκεκριμένων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, των οποίων ζητείται η ερμηνεία από το Ν.Σ.Κ., προκειμένης εφαρμογής αυτών από την ερωτώσα υπηρεσία στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της. Άρθρο Αρθρο 6 Λειτουργία 1.Στις συνεδριάσεις της Ολομέλειας, των Τμημάτων και των Επιτροπών, οι υποθέσεις και τα ερωτήματα φέρονται προς συζήτηση ύστερα από έγγραφη εισήγηση, η οποία διανέμεται τουλάχιστον δύο ημέρες πριν από την ημέρα της συνεδρίασης στα μέλη για ενημέρωση τους. Η εισήγηση περιέχει υποχρεωτικά πλήρη έκθεση του πραγματικού και νομικού μέρους της υπόθεσης, με παράθεση του κειμένου των εφαρμοστέων διατάξεων, της ερμηνείας αυτών και της προτεινόμενης λύσης. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις για θέματα ή υποθέσεις επείγουσας φύσης, μπορεί η διαδικασία αυτή να μη τηρηθεί, ύστερα από άδεια του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., ή του προέδρου του Τμήματος ή του προεδρεύοντα της Επιτροπής. Οι προς τον Πρόεδρο και τους προέδρους των Τμημάτων απευθυνόμενες εισηγήσεις, συνοδεύονται υποχρεωτικά από αντίγραφα σε πλήρη σειρά, όλων των δικογράφων της υπόθεσης καθώς και όλων των κρίσιμων για τη διάγνωση της διαφοράς λοιπών εγγράφων. Το ίδιο ισχύει τόσο για τις εισηγήσεις και τα επαυτών πρακτικά των Επιτροπών των Γραφείων, που αποστέλλονται στον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. για θεώρηση, όσο και για τις εισηγήσεις προς την Επιτροπή της Κεντρικής Υπηρεσίας από τα Γραφεία του Ν.Σ.Κ., στα οποία δεν λειτουργεί τέτοια Επιτραπή. 2.Για τις συνεδριάσεις της Ολομέλειας, των Τμημάτων και των Επιτροπών συντάσσονται πρακτικά, με εξαίρεση τα γνωμοδοτικά θέματα. Τα πρακτικά γνωμοδοτήσεων σε δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις, των μεν Επιτροπών υπογράφονται από τους μετέχοντες και θεωρούνται από τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., της δε Ολομέλειας και των Τμημάτων, από εκείνον που προεδρεύει και τον γραμματέα. Οι γνωμοδοτήσεις επί των ερωτημάτων της μεν Ολομέλειας και των Τμημάτων υπογράφονται από τον εισηγητή και τον Πρόεδρο τους, των δε Επιτροπών απόλα τα μέλη. 3.Οι γνωμοδοτήσεις σε ερωτήματα και τα πρακτικά γνωμοδοτήσεων σε δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις των Επιτροπών, των Τμημάτων και της Ολομέλειας, εκδίδονται με πλειοψηφία των παρόντων μελών, που έχουν ψήφο, εκφερομένης της γνώμης τους κατά σειρά από τον νεώτερο. Στα Τμήματα και στην Ολομέλεια σε περίπτωση, που διατυπωθούν περισσότερες από δύο γνώμες, οι εκφέροντες την ασθενέστερη οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις επικρατέστερες. Εάν οι εκφραζόμενες γνώμες συγκεντρώνουν ίσο αριθμό ψήφων, γίνεται ψηφοφορία, για να αποκλεισθεί μιά απαυτές. Οι εκφράσαντες την αποκλεισθείσα γνώμη, οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις άλλες, μέχρι να σχηματισθεί πλειοψηφία. Σε περίπτωση, που επιτευχθεί ισοψηφία, στις μεν συνεδριάσεις της Ολομέλειας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου, στις δε συνεδριάσεις των Τμημάτων η υπόθεση παραπέμπεται στην Ολομέλεια. Στις συνεδριάσεις των Επιτροπών, αν δεν σχηματισθεί πλειοψηφία, η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο Τμήμα. Οι γνωμοδοτήσεις και τα πρακτικά περιέχουν τις επικρατήσασες δύο γνώμες με πλήρη αιτιολογία. Επίσημο αντίγραφο κάθε γνωμοδότησης αποστέλλεται στην αντίστοιχη υπηρεσία, που επιμελήθηκε για την υποβολή του ερωτήματος, η οποία υποχρεούται να ενεργήσει για την αποδοχή ή μη αυτής. 4.Οι γνωμοδοτήσεις δεν δημιουργούν δικαίωμα υπέρ οιουδήποτε τρίτου, ούτε χορηγείται αντίγραφο αυτών, πριν από την αποδοχή, με επισημειωματική πράξη, γνώμης, που διατυπώνεται σ αυτές, από τα αναφερόμενα στο άρθρο 5 παραγρ. 2 περ. β και 4 κατά περίπτωση όργανα, τα οποία υπέβαλαν το ερώτημα. Μετά από την αποδοχή τους οι γνωμοδοτήσεις αποτελούν πράξεις, που είναι υποχρεωτικές για την Διοίκηση και μπορεί να χορηγηθεί αντίγραφο αυτών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 5.Τα πρακτικά γνωμοδοτήσεων σε δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις δεν έχουν ισχύ, ούτε εκτελούνται χωρίς την έγκριση του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος μπορεί να τροποποιεί τους όρους αυτών μόνο επωφελέστερα για το Δημόσιο. Τα πρακτικά σε υποθέσεις ακυρωτικής διαδικασίας του Διοικητικού Εφετείου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, εγκρίνονται από τον αρμόδιο κατά περίπτωση Υπουργό. Τα πρακτικά πριν από την έγκριση τους δεν δημιουργούν δικαίωμα υπέρ οιουδήποτε τρίτου, ούτε χορηγείται αντίγραφο αυτών. Μετά από την έγκριση τους, εκτελούνται υποχρεωτικά από τη Διοίκηση, μη υποκείμενα σε περαιτέρω έλεγχο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β ΠΡΟΕΔΡΟΣ-ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ-ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ Άρθρο 7 1.Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ. είναι αντιπρόσωπος (ΑGΕΝΤ) της Ελληνικής Κυβέρνησης στην Επιτροπή και το Δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δυνάμενος να ορίσει ως αναπληρωτή του άλλο μέλος του Ν.Σ.Κ. 2.Ο Πρόεδρος: α) προΐσταται του Νομικού Συμβουλίου, είναι υπηρεσιακός και πειθαρχικός προϊστάμενος του Κύριου και του Διοικητικού προσωπικού του Ν.Σ.Κ. και κατευθύνει, παρακολουθεί και ελέγχει τις εργασίες του, και μπορεί να ασκήσει όλα τα καθήκοντα νομικού συμβούλου, β) προεδρεύει της Ολομέλειας και των Τμημάτων, γ) υπογράφει τα αποδεικτικά των επιδιδομένων στο Δημόσιο κάθε είδους δικογράφων και δικαστικών αποφάσεων, καθώς και κάθε εγγράφου που αφορά σε υποθέσεις της αρμοδιότητάς του, δ) με πράξεις του κατανέμει τις θέσεις του κύριου και διοικητικού προσωπικού στις υπηρεσιακές μονάδες του Ν.Σ.Κ, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες, τοποθετεί τα μέλη του προσωπικού σαυτές, ρυθμίζει θέματα οργάνωσης και λειτουργίας των Γραφείων Νομικών Συμβούλων, Δικαστικών Γραφείων και της Κεντρικής Υπηρεσίας, ορίζει τα καθήκοντα του προσωπικού, τα τηρούμενα από τα γραφεία βιβλία και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια., ε) κατανέμει τις υποθέσεις στα Γραφεία των Νομικών Συμβούλων και τα Δικαστικά Γραφεία, χωρίς δέσμευση από την καθύλη ή την κατά τόπο αρμοδιότητά τους, δυνάμενος να χρεώνει ατομικά οποιαδήποτε υπόθεση σε συγκεκριμένο μέλος του κύριου προσωπικού, στ) παρέχει τις εντολές για την άσκηση αγωγής, εγκλήσεως και κάθε άλλης επιθετικής δικαστικής πράξης ή ενέργειας καθώς και τις σχετικές με αυτές πληρεξουσιότητες, ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή αρχής της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, ζ) εγκρίνει την αντί άλλης απόδειξης επαγωγή όρκου ή αντεπαγωγή στις δικαστικές διαφορές του Δημοσίου. Η επιβοηθητική επαγωγή όρκου γίνεται εγκύρως χωρίς την διατύπωση αυτή, η) δίνει στο γραφείο του τους όρκους, που επιβάλλονται στο Δημόσιο στις δίκες αυτού, εφόσον του δοθεί γενική ή ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα με πράξη του Υπουργού των Οικονομικών, θ) υπογράφει τα έγγραφα με τα οποία αποστέλλονται για εκτέλεση αποφάσεις σε βάρος του Δημοσίου μαζί με εκκαθάριση του πληρωτέου ποσού και παρέχει τις απαιτούμενες προς υπογραφή συμβολαίων και πράξεων πληρεξουσιότητες, ι) εγκρίνει την χορήγηση αντιγράφων από τα έγγραφα, που φυλάσσονται στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου ή προέρχονται από αυτό, ια) παραγγέλλει την επιθεώρηση των γραφείων και των μελών του Ν.Σ.Κ. καθώς και των δικηγόρων του Δημοσίου, ιβ) έχει κάθε άλλη αρμοδιότητα, που προβλέπεται στο παρόν διάταγμα, ή σε κάθε άλλη διάταξη και γενικά ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Κεντρικής Υπηρεσίας, υπογράφοντας κάθε σχετικό έγγραφο. 3.Ο Πρόεδρος με πράξη του μπορεί να εξουσιοδοτήσει Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο από αυτούς, που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία για να υπογράφουν «με εντολή του»: α) τις εκθέσεις επίδοσης εγγράφων και δικογράφων προς το Δημόσιο, β) τις καταστάσεις εκκαθάρισης των αποδοχών, των οδοιπορικών εξόδων και αποζημιώσεων για εκτός έδρας κίνηση ή κίνηση στην αλλοδαπή του κύριου και διοικητικού προσωπικού και γ) κάθε άλλο κατά την κρίση του έγγραφο. Άρθρο 8 Κεντρική Υπηρεσία Ν.Σ.Κ. Η Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ. συγκροτείται από τις ακόλουθες υπηρεσιακές μονάδες: α. Γραφείο Προέδρου. β. Γραμματεία. γ. Σχηματισμούς Δικαστικών και Εξωδίκων Υποθέσεων. δ. Κέντρο Νομικής Πληροφορικής, Μελετών και νομικών εκδόσεων. ε. Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης. Άρθρο Άρθρο 9 Γραφείο Προέδρου Το Γραφείο Προέδρου διεκπεραιώνει την προς τον Πρόεδρο απευθυνόμενη αλληλογραφία, ρυθμίζει τις συνεργασίες και τις παραστάσεις του Προέδρου, παρακολουθεί και ενημερώνει αυτόν για κάθε δημοσίευμα του τύπου, που αφορά το Ν .Σ. Κ. ή τις διεξαγόμενες απαυτό υποθέσεις και επιμελείται της ενδεχόμενης πληροφόρησης και απάντησης σαυτά, μεριμνά για την υπογραφή απαυτόν κάθε πράξης ή εγγράφου και για την περαιτέρω διεκπεραίωσή τους και τηρεί το πρωτόκολλο διαβαθμισμένων εγγράφων. Άρθρο 10 Γραμματεία 1.Η Γραμματεία του Ν.Σ.Κ. υπάγεται ως μονάδα απευθείας στον Πρόεδρο και σύγκειται από τα Γραφεία : 1)Σύνταξης και Αρχείου Πρακτικών Τμημάτων και Ολομέλειας. β) Διοίκησης και γ) Προσωπικού. 2.Το Γραφείο Σύνταξης και Αρχείου Πρακτικών: 1)Εχει την ευθύνη σύνταξης των πρακτικών της Ολομέλειας και των Τμημάτων, της μέριμνας για την έγκριση τούτων, καθώς και εκείνων των Επιτροπών, από τον Υπουργό των Οικονομικών ή το εξουσιοδοτημένο απαυτόν όργανο και. της διαβίβασής τους για εκτέλεση στις αρμόδιες υπηρεσιακές μονάδες, 2)Τηρεί τα σχετικά βιβλία καταχώρισης των πρακτικών, με αύξοντα αριθμό και μεριμνά για την απαιτούμενη υπογραφή ή θεώρησή τους. 3)Τηρεί τα βιβλία καταχώρισης των γνωμοδοτήσεων της Ολομέλειας, των Τμημάτων και των Επιτροπών, καθώς και των ατομικών των επί μέρους μελών του Ν.Σ.Κ. και μεριμνά για την ενιαία αρίθμησή τους. 4)Έχει την ευθύνη της αρχειοθέτησης και φύλαξης των εκδιδόμενων κάθε χρόνο πρακτικών. 3.Το Γραφείο Διοίκησης μεριμνά: 1)Για την έκδοση των προβλεπομένων από το άρθρο 4 παρ. 3 πράξεων του Προέδρου, για την συγκρότηση των Τμημάτων. 2)Για την κατάρτιση της ημερήσιας διάταξης της Ολομέλειας και την διανομή των εισηγήσεων στα μέλη αυτής και των Τμημάτων. 3)Για την θεώρηση των γνωμοδοτήσεων της Ολομέλειας από τον Πρόεδρο και των γνωμοδοτήσεων των Τμημάτων από τους Προεδρεύοντες κάθε φορά. 4)Για την έκδοση πράξεων του Προέδρου για τον ορισμό μελών του Ν.Σ.Κ. σε συλλογικά όργανα και επιτροπές της Διοίκησης ή Ν.Π.Δ.Δ., όπου προβλέπεται από ειδικές διατάξεις. 5)Για τον ορισμό από τον Πρόεδρο, εισηγητών σε ερωτήματα ή υποθέσεις της Ολομέλειας ή των Τμημάτων, σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Διατάγματος. 6)Για την συγκέντρωση στοιχείων για τον ορισμό δικηγόρων του Δημοσίου σε επαρχιακά δικαστήρια, όπου δεν λειτουργούν Δικαστικά Γραφεία ή και όπου λειτουργούν, αλλο διορισμός δικηγόρων κρίνεται αναγκαίος, κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στο άρθρο 3 παρ. 1 περ. α του παρόντος Διατάγματος, καθώς και για την έκδοση των απαιτουμένων αποφάσεων για τον διορισμό, την αντικατάσταση ή την ανανέωση της θητείας τους και την τήρηση σχετικού μητρώου αυτών. 7)Για την αποδοχή αιτήσεων ασκουμένων δικηγόρων προς άσκηση στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους σύμφωνα με το άρθρο 25 του παρόντος, την τοποθέτησή τους στην Κεντρική Υπηρεσία, στα Γραφεία Νομικών Συμβούλων και τα Δικαστικά Γραφεία, την συγκέντρωση κάθε στοιχείου, που αφορά στην πραγματοποίηση της άσκησης, την δραστηριότητα των ασκουμένων και την έκδοση σχετικών πιστοποιητικών και βεβαιώσεων. 8)Για την έκδοση πράξεων του Προέδρου, που αφορούν τον αριθμό και την καθύλη αρμοδιότητα των σχηματισμών δικαστικών και εξώδίκων υποθέσεων της Κεντρικής Υπηρεσίας και των επί μέρους Γραφείων τους. 9)Για την έκδοση πράξεων του Προέδρου για την επιθεώρηση των γραφείων και του προσωπικού του Ν.Σ.Κ., σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, καθώς και κάθε άλλης πράξης ή απόφασης του, που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις. 4.Το Γραφείο Προσωπικού: 1)Τηρεί το μητρώο και τους υπηρεσιακούς φακέλλους των μελών του κύριου και του διοικητικού προσωπικού του Ν.Σ.Κ. και μεριμνά για την προετοιμασία, σύνταξη, υπογραφή και κοινοποίηση κάθε εγγράφου, πράξης ή απόφασης, που έχει σχέση με την υπηρεσιακή, πειθαρχική και μισθολογική κατάσταση αυτών. 2)Μεριμνά για τη συγκέντρωση και φύλαξη των προβλεπόμενων από την παράγραφο 4 του άρθρου 20 του παρόντος καταστάσεων, για τον αριθμό, το είδος και την πορεία των χειριζόμενων από κάθε μέλος του Ν.Σ.Κ. υποθέσεων και ερωτημάτων. 3)Επιμελείται για την έκδοση των πράξεων ή αποφάσεων του Προέδρου, που αφορούν στην κατανομή των θέσεων του κύριου και διοικητικού προσωπικού στην Κεντρική Υπηρεσία, στα Γραφεία Νομικών Συμβούλων και στα Δικαστικά Γραφεία, καθώς και για την κίνηση και ολοκλήρωση της διαδικασίας τοποθέτησης, μετακίνησης, απόσπασης ή μετάθεσης του προσωπικού αυτού. 4)Κινεί την διαδικασία συγκρότησης και σύγκλησης του Υπηρεσιακού και Πειθαρχικού Συμβουλίου για το κύριο προσωπικό, συντάσσει την ημερήσια διάταξη και τα πρακτικά και επιμελείται για την εκτέλεση των λαμβανόμενων αποφάσεων. 5)Επιμελείται για κάθε προπαρασκευαστική εργασία της τακτικής ή της τυχόν έκτακτης επιθεώρησης των Γραφείων και των μελών του κύριου προσωπικού, την φύλαξη και αρχειοθέτηση κάθε σχετικού με αυτές εγγράφου, την τοποθέτησή των σχετικών εκθέσεων στους φακέλλους των επιθεωρουμένων και την κοινοποίηση τους σαυτούς, εκτελώντας κάθε σχετική υπόδειξη των επιθεωρητών. 6)Μεριμνά για τη σύνταξη και εκτύπωση των επετηρίδων του κύριου και του διοικητικού προσωπικού και την επίδοση αντιγράφων αυτών στα μέλη τους. 7)Μεριμνά για την κίνηση της διαδικασίας προκήρυξης διαγωνισμού για την πλήρωση κενών θέσεων Δικαστικών Αντιπροσώπων, τις σχετικές δημοσιεύσεις, τη συγκέντρωση των δικαιολογητικών των υποψηφίων, τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής και την παροχή κάθε τεχνικής και υλικής υποστήριξης προς αυτήν. 8)Κινεί την προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις διαδικασία πλήρωσης κενών θέσεων του διοικητικού προσωπικού, μεριμνώντας για την σύνταξη, υπογραφή και κοινοποίηση κάθε σχετικού εγγράφου, πράξης ή απόφασης. 9)Μεριμνά για την σύνταξη των φύλλων ποιότητας του διοικητικού προσωπικού, την κοινοποίηση αυτών στους ενδιαφερόμενους και την τοποθέτησή τους στους οικείους υπηρεσιακούς φακέλλους. 10)Επιμελείται για τη συγκρότηση και σύγκληση του υπηρεσιακού και πειθαρχικού συμβουλίου για το διοικητικό προσωπικό, για τη σύνταξη της ημερήσιας διάταξης, την τήρηση των πρακτικών και εκτέλεση των λαμβανόμενων αποφάσεων. 5.Στη Γραμματεία προϊστάμενος είναι ο Γραμματέας του Ν.Σ.Κ., ο οποίος και τηρεί τα πρακτικά της Ολομέλειας και των Τμημάτων, καθώς και εκείνα των υπηρεσιακών και πειθαρχικών συμβουλίων του κύριου προσωπικού του Ν.Σ.Κ. Γραμματέας και αναπληρωτής αυτού, ορίζονται με απόφαση του Προέδρου, Δικαστικοί Αντιπρόσωποι που έχουν τετραετή συνολική υπηρεσία. Προϊστάμενοι των επιμέρους Γραφείων της Γραμματείας, μπορεί να τοποθετούνται και μέλη του διοικητικού προσωπικού. Με απόφαση του Προέδρου, μπορεί νανατίθεται η εποπτεία του Γραφείου του και της Γραμματείας σε Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο από αυτούς, που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία. Άρθρο Άρθρο11 Σχηματισμοί Δικαστικών και Εξώδικων υποθέσεων 1.Οι Σχηματισμοί Δικαστικών και Εξώδικων υποθέσεων διακρίνονται: 1)Στους Σχηματισμούς υποθέσεων ημεδαπής και β) Στον Σχηματισμό υποθέσεων δικαιοδοσίας Δικαστηρίων Ευρωπαϊκής Ενωσης και λοιπών Δικαστηρίων Αλλοδαπής. 2.Οι Σχηματισμοί Δικαστικών και Εξώδικων υποθέσεων ημεδαπής, είναι: 1)Σχηματισμός διαφορών δικαιοδοσίας Διοικητικών Δικαστηρίων. 2)Σχηματισμός διαφορών δικαιοδοσίας Πολιτικών Δικαστηρίων. 3)Σχηματισμός Φορολογικών και Τελωνειακών υποθέσεων. 4)Σχηματισμός Ποινικών υποθέσεων. 5)Σχηματισμός διαφορών δικαιοδοσίας Ελεγκτικού Συνεδρίου. 3.Σε κάθε Σχηματισμό υπάγονται και οι εξώδικες υποθέσεις, καθώς και οι υποθέσεις διαιτησίας, αντίστοιχες κατά είδος και φύση των δικαστικών υποθέσεων της αρμοδιότητας τους. 4.Κάθε Σχηματισμός συγκροτείται από ένα ή περισσότερα Γραφεία, με βάση τον αριθμό, τη φύση και τη γενικώτερη κατηγορία των διακινούμενων από τον Σχηματισμό υποθέσεων. 5.Με απόφαση του Προέδρου, προϊστάμενος ενός ή περισσοτέρων Σχηματισμών, μπορεί να τοποθετηθεί Νομικός Σύμβουλος ή Πάρεδρος, των δε Γραφείων Δικαστικός Αντιπρόσωπος, που έχει τετραετή συνολική υπηρεσία. Άρθρο 12 Αρμοδιότητες Σχηματισμών - Γραφείων 1. Κάθε Σχηματισμός υποθέσεων ημεδαπής, ασκεί με τα Γραφεία του, τις εξής αρμοδιότητες: α) Συντάσσει και αποστέλλει, τις αναγκαίες πράξεις ανάθεσης και πληρεξουσιότητος, για τον χειρισμό των υποθέσεων προς τα Γραφεία Νομικών Συμβούλων, Δικαστικά Γραφεία ή ατομικά σε μέλη του κύριου προσωπικού, καθώς και προς τους Δικηγόρους του Δημοσίου, μέσω των αρμοδίων διοικητικών υπηρεσιών σε νομαρχιακό επίπεδο. Όπου από διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας προβλέπεται η δυνατότητα δικαστικής εκπροσώπησης του Δημοσίου από άλλα όργανα, οι παραπάνω πράξεις ανάθεσης μπορεί ναπευθύνονται και προς αυτά. β) Εισάγει στα Τμήματα του Ν.Σ.Κ. ήτις Επιτροπές της Κεντρικής Υπηρεσίας, ανάλογα με τις διακρίσεις του άρθρου 5 παρ. 1 και 2, τις υποθέσεις αρμοδιότητας επαρχιακών δικαστηρίων με πλήρη εισήγηση του αρμόδιου περιφερειακού Γραφείου του Ν.Σ.Κ. για γνωμοδότηση, ως προς την τηρητέα πορεία, την άσκηση ή μη αγωγών ή ενδίκων μέσων και βοηθημάτων, την παραίτηση απ αυτά, την αποδοχή δικαστικών αποφάσεων, καθώς και την συμβιβαστική επίλυση διαφορών ή την εξώδικη αναγνώριση απαιτήσεων. γ) Μεριμνά για τη σύνταξη των σχετικών πρακτικών, την υπογραφή τους και την προώθηση τους για θεώρηση από τον Πρόεδρο και για έγκριση απο τον Υπουργό Οικονομικών, ή άλλο εξουσιοδοτημένο απαυτόν όργανο. δ) Ερευνά τα αίτια της δυσμενούς έκβασης δικών του Δημοσίου, ενημερώνει σχετικά τον Πρόεδρο, υποβάλλοντας πόρισμα με τις διαπιστώσεις που έγιναν, το οποίο αποστέλλεται στις αρμόδιες αρχές με υπόδειξη για λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων. ε) Ενεργεί για την βεβαίωση και είσπραξη από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες των επιδικαζομένων υπέρ του Δημοσίου απαιτήσεων (κεφαλαίου, τόκων, δικαστικών εξόδων) , καθώς και για την έκδοση εντολών προς τις αρμόδιες υπηρεσίες για την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων υπέρ ή σε βάρος του Δημοσίου. στ) Εκκαθαρίζει τις πληρωτέες από το Δημόσιο αμοιβές των δικηγόρων για τις υποθέσεις των επαρχιών. ζ) Τηρεί στατιστικά στοιχεία για τις υποθέσεις που διακινεί ή χειρίζεται, καθώς και τα αναγκαία προς τούτο βιβλία και ευρετήρια. 2.Στον Σχηματισμό υποθέσεων δικαιοδοσίας δικαστηρίων Ευρωπαϊκής Ένωσης και λοιπών δικαστηρίων της αλλοδαπής ανήκει: 1)Η παροχή εντολών στα Γραφεία Νομικών Συμβούλων, ή σε μέλος του Ν.Σ.Κ., για προπαρασκευή, υπεράσπιση και γενικότερα εκπροσώπηση της Ελληνικής Δημοκρατίας ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων (Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), και κάθε Δικαστηρίου ή Δικαστικής αρχής κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή άλλων κρατών. 2)Ο διορισμός αλλοδαπών δικηγόρων για υπεράσπιση και παράσταση, σε υποθέσεις του Δημοσίου ενώπιον δικαστηρίων και δικαστικών ή άλλων αρχών της αλλοδαπής, η παροχή των αναγκαίων πληρεξουσίων εγγράφων, η αναγνώριση και εκκαθάριση των πληρωτέων αμοιβών τους και κάθε σχετική ενέργεια. 3)Η παρακολούθηση της εξέλιξης των υποθέσεων, ο χειρισμός των οποίων έχει ανατεθεί σε δικηγόρους της αλλοδαπής, καθώς και η εισήγηση γι αυτές, με ανάλογη εφαρμογή των οριζόμενων στην περίπτωση β της προηγούμενης παραγράφου. 4)Η ενημέρωση των αρμοδίων υπηρεσιών για τις εκδιδόμενες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε υποθέσεις, στις οποίες έχει μετάσχει η Ελληνική Δημοκρατία, ως διάδικο μέρος, όταν παρουσιάζουν γενικότερο ενδιαφέρον. 5)Η σύνταξη των εντολών προς τις αρμόδιες υπηρεσίες για την εκτέλεση αποφάσεων αλλοδαπών δικαστηρίων ή διεθνών διαιτησιών σε βάρος του Δημοσίου, καθώς και του Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όταν επιδικάζεται «δικαία ικανοποίησις». 6)Η ανταπόκριση με Νομικές Υπηρεσίες άλλων Κρατών. 3.Μέχρι την έκδοση και δημοσίευση των προβλεπόμενων από την παράγραφο 4 του προηγούμενου άρθρου αποφάσεων του Προέδρου, εξακολουθούν να λειτουργούν τα τμήματα, που προβλέπονται στα άρθρα 9 και 10 του Β.Δ/τος 6/1961, τα οποία ασκούν τις οριζόμενες από τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος αρμοδιότητες κατά περίπτωση. Άρθρο 13 Κέντρο Νομικής Πληροφορικής-Μελετών-Νομικών Εκδόσεων 1. Το Κέντρο Νομικής Πληροφορικής, Μελετών και Νομικών Εκδόσεων, αποτελείται από τα ακόλουθα Γραφεία: Α) Γραφείο Μελετών και ευρετηρίασης νομικής ύλης. 8) Γραφείο εκδόσεων. Γ) Γραφείο βιβλιοθήκης. Δ) Γραφείο Μηχανοργάνωσης. Με απόφαση του Προέδρου, Προϊστάμενος του Κέντρου τοποθετείται Νομικός Σύμβουλος ή Πάρεδρος, των δε Γραφείων αυτού Δικαστικός Αντιπρόσωπος, που έχει τετραετή συνολική υπηρεσία. 2.Οι αρμοδιότητες του Κέντρου κατά Γραφείο είναι: Α) Γραφείο Μελετών και ευρετηρίασης νομικής ύλης Σ αυτό ανήκει: 1)Η συγκέντρωση και ευρετηρίαση των γνωμοδοτήσεων του Ν.Σ.Κ. (Ολομέλειας, Τμημάτων, Επιτροπών και ατομικών). 2)Η καταχώρηση στα τηρούμενα προγράμματα νομικής πληροφορικής, περιλήψεων των γνωμοδοτήσεων, κατά λήμμα ύλης και ερμηνευόμενη διάταξη, καθώς και η ενημέρωση των προγραμμάτων με τη σχετική προς τις δίκες του Δημοσίου νομοθετική και νομολογιακή ύλη, προς χρήση των μελών του Ν.Σ.Κ., των δικηγόρων του Δημοσίου και των δημοσίων υπηρεσιών. 3)Η μελέτη και η κατάρτιση προγραμμάτων νομικής πληροφορικής, που να εξασφαλίζει την πληρέστερη ή ευρύτερη χρησιμοποίηση της πιο πάνω νομικής ύλης. 4)Η εισήγηση για τις ενδεικνυόμενες τροποποιήσεις της νομοθεσίας των δικών του Δημοσίου και η μέριμνα κωδικοποίησης των διατάξεων αυτής. 5)Η ενημέρωση και καθοδήγηση με εγκυκλίους των γραφείων νομικών συμβούλων, των δικαστικών γραφείων, του προσωπικού του Ν.Σ.Κ. γενικά, των δικηγόρων του Δημοσίου και των δημοσίων υπηρεσιών, για την ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, καθώς και για τις διδόμενες από τα δικαστήρια λύσεις σε θέματα, που αφορούν στις δίκες του Δημοσίου. 6)Η έκθεση κατέτος των αποτελεσμάτων της ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) και των διοικητικών δικαστηρίων ακυρωτικής διαδικασίας και η επισήμανση των αιτίων ακύρωσης πράξεων της Διοίκησης, καθώς και η υπόδειξη προς αυτήν μέτρων για την περιστολή έκδοσης ακυρωτικών αποφάσεων και 7)Η συγκέντρωση των αναγκαίων στοιχείων προς σύνταξη ετησίας στατιστικής έκθεσης για τις εργασίες του Ν .Σ. Κ. Β) Γραφείο εκδόσεων Σαυτό ανήκει: 1)Η συγκέντρωση της ύλης και η προπαρασκευή της έκδοσης κατ έτος ή κατά συντομότερα χρονικά διαστήματα, του Νομικού Δελτίου του Ν.Σ.Κ. που περιλαμβάνει τις εκδοθείσες γνωμοδοτήσεις σε περιλήψεις ή σε πλήρες κείμενο, με ανάλογο ευρετηρίαση, καθώς και άλλη συναφή ύλη από μελέτες και αποφάσεις των ευρωπαϊκών ή ημεδαπών δικαστηρίων, που εμφανίζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ή τέμνουν θέματα, που ανακύπτουν στις αντιμετωπιζόμενες από τα μέλη του Ν.Σ.Κ. υποθέσεις ή μεταβάλλουν τις δοθείσες σαυτά λύσεις. 2)Η μέριμνα για την εκτύπωση και έγκαιρη διανομή του Νομικού Δελτίου στα γραφεία νομικών συμβούλων, δικαστικά γραφεία, όλο το κύριο προσωπικό και τις δημόσιες υπηρεσίες για ενημέρωση. 3)Ο προγραμματισμός, η προπαρασκευή και η πράγματοποίηση οποιασδήποτε άλλης έκδοσης που αποφασίζεται για την ενημέρωση του προσωπικού και των δημοσίων υπηρεσιών. Γ) Γραφείο βιβλιοθήκης Σ αυτό ανήκει: 1)Η μέριμνα για την καταγραφή, ταξινόμηση και ευρετηρίαση των βιβλίων της βιβλιοθήκης του Ν.Σ.Κ. 2)Η παρακολούθηση της κίνησης των βιβλίων και η μέριμνα για επιμελή διατήρηση και φύλαξη αυτών. 3)Η μέριμνα για την συνεχή ενημέρωση της βιβλιοθήκης με νέες εκδόσεις νομικών βιβλίων, περιοδικών και εφημερίδων, καθώς και για την προμήθεια, παραλαβή, βιβλιοδεσία, καταγραφή και ταξινόμηση αυτών. 4)Η μέριμνα για την προμήθεια, παραλαβή, βιβλιοδεσία και ενημέρωση της βιβλιοθήκης του Ν.Σ.Κ. με τις εκδόσεις των τευχών της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, της Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και κάθε άλλης επίσημης έκδοσης. Δ) Γραφείο Μηχανοργάνωσης Σαυτό ανήκει: 1)Η οργάνωση, λειτουργία, εκμετάλλευση, καθώς και ο συντονισμός της χρησιμοποίησης των μηχανογραφικών εφαρμογών, στην Κεντρική Υπηρεσία και στις λοιπές υπηρεσιακές μονάδες του Ν .Σ. Κ. 2)Η μελέτη για την βελτίωση και επέκταση των μηχανογραφικών εφαρμογών στο Ν.Σ.Κ. και για τη δημιουργία νέων. 3)Η σύνδεση, παρακολούθηση, λειτουργία και επέκταση συνδέσεων των υπηρεσιακών μονάδων του Ν.Σ.Κ. (Γραφεία Νομικών Συμβούλων και Δικαστικά Γραφεία), των άλλων δημοσίων υπηρεσιών ή και ιδιωτών, με τον κεντρικό υπολογιστή του Ν.Σ.Κ. για την λήψη νομικών πληροφοριών από τα στοιχεία τα τηρούμενα στο αρμόδιο Γραφείο του Κέντρου. 3.Με απόφαση του Προέδρου, συγκροτείται Επιτροπή, από τρία τουλάχιστον μέλη του Ν.Σ.Κ., που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία, η οποία γνωμοδοτεί για θέματα αρμοδιότητας των Γραφείων του Κέντρου και ιδιαίτερα σε ότι αφορά: α) στην οργάνωση και λειτουργία τους, β) στον προγραμματισμό, τη σύνταξη, την έκδοση και τη διάθεση του εκδιδόμενου από το Κέντρο Νομικού Δελτίου, γ) στην αξιολόγηση του συλλεγόμενου από τα μέλη της ή του περιερχόμενου σαυτή από τις υπηρεσιακές μονάδες του Ν.Σ.Κ. νομικού υλικού και στην επιλογή τελικά εκείνου, που ενδείκνυται να καταχωρηθεί στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή και να δημοσιευθεί, δ) στην προμήθεια του απαιτούμενου μηχανολογικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού και λοιπών μέσων και στον τρόπο χρησιμοποίησης και αξιοποίησης αυτών, για την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών της υπηρεσίας και ε) στον έλεγχο λειτουργίας του συστήματος του Ηλεκτρονικού Υπολογιστή, το πεδίο και την έκταση εφαρμογής του, την τροφοδότηση αυτού με δεδομένα, στην επιλογή αυτών και στον σχετικό προγραμματισμό. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζεται ο τρόπος λειτουργίας της Επιτροπής, η τηρούμενη διαδικασία και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Άρθρο 14 1.Η Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης, περιλαμβάνει, τη Διεύθυνση Διοικητικής Μέριμνας και τη Διεύθυνση Οικονομικών Υποθέσεων, οι οποίες υποδιαιρούνται σε Τμήματα και Γραφεία, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των άρθρων 15 και 16. __ 2.Της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης και των Διευθύνσεων, Τμημάτων και Γραφείων, που υπάγονται σαυτήν, προΐστανται διοικητικοί υπάλληλοι. Άρθρο 15 1.Στη Διεύθυνση Διοικητικής Μέριμνας υπάγονται τα ακόλουθα τμήματα: Α) Τμήμα Πρωτοκόλλου. Β) Τμήμα Αρχείου και παραλαβής δικογράφων. Γ) Τμήμα Διεκπεραίωσης, που περιλαμβάνει τα γραφεία: 1)Δακτυλογράφησης, β. Ανατύπωσης, γ. Παραβολής και δ. Παραλαβής. 2.Τα τμήματα αυτά έχουν τις εξής αρμοδιότητες: 1)Το Τμήμα Πρωτοκόλλου, έχει την ευθύνη: αα) για την τήρηση του γενικού πρωτοκόλλου εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων της υπηρεσίας, την παραλαβή από τους δικαστικούς επιμελητές των εισερχομένων δικογράφων, την πρωτοκόλληση και την παράδοση τους στο Τμήμα Αρχείου της υπηρεσίας, για συσχέτιση ή σε άλλο Γραφείο, ββ) για την παράδοση σε δικαστικούς επιμελητές δικογράφων ή εγγράφων της υπηρεσίας προς επίδοση, με βάση τηρούμενα στοιχεία παραλαβής, την παρακολούθηση της εμπρόθεσμης επίδοσης τους και την παραλαβή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης. 3)Το Τμήμα Αρχείου μεριμνά, για την συσχέτιση των εγγράφων και δικογράφων με τους οικείους φακέλλους δικογραφιών, με βάση τηρούμενα ευρετήρια ή μηχανογραφικά προγράμματα καταχώρισης, για την κατανομή τους στους αρμόδιους Σχηματισμούς ή Γραφεία και για την τήρηση των φακέλλων δικογραφιών και εγγράφων, ως και των σχετικών βιβλίων και ευρετηρίων. 4)Το Τμήμα Διεκπεραίωσης, μεριμνά, για την δακτυλογράφηση κάθε εγγράφου και δικογράφου, την αναπαραγωγή του με τα φωτοαντιγραφικά μηχανήματα ή πολυγράφους, την παραβολή των δακτυλογραφημένων κειμένων προς τα χειρόγραφα και την αποστολή αυτών προς τους αποδέκτες τους ταχυδρομικώς ή με τους κλητήρες της υπηρεσίας. Άρθρο 16 Α) Τμήμα Προϋπολογισμού. Β) Τμήμα μισθοδοσίας προσωπικού. Γ) Τμήμα εκκαθάρισης αμοιβών και Δ) Τμήμα προμηθειών και συντήρησης. 2.Το Τμήμα προϋπολογισμού, έχει την ευθύνη σύνταξης · του προϋπολογισμού της υπηρεσίας για κάθε οικονομικό έτος, καθώς και την μέριμνα για την έγκριση και έκδοση των ενταλμάτων, για πληρωμή των δαπανών λειτουργίας της υπηρεσίας με βάση τις εγγραφές σαυτόν. 3.Το Τμήμα μισθοδοσίας προσωπικού έχει την ευθύνη: α) Για την εκκαθάριση των κάθε είδους αποδοχών του προσωπικού, κύριου και διοικητικού, και κάθε άλλης δαπάνης για προβλεπόμενες οποιασδήποτε φύσης απολαβές, συμπεριλαμβανομένων και των οδοιπορικών εξόδων καθώς και των αποζημιώσεων για εκτός έδρας κίνηση ή κίνηση στην αλλοδαπή για υπηρεσιακούς λόγους. 1)Για την σύνταξη των σχετικών εκκαθαριστικών καταστάσεων και την με βάση αυτές είσπραξη και καταβολή των πληρωτέων ποσών στους δικαιούχους. -γ) Για την σύνταξη και χορήγηση οποιασδήποτε βεβαίωσης για τις καταβαλλόμενες αποδοχές και λοιπές απολαβές. 4.Το Τμήμα εκκαθάρισης αμοιβών 1)Μεριμνά για την σύνταξη, θεώρηση και υπογραφή από τον Πρόεδρο ή το εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο των απαιτούμενων εκκαθαριστικών καταστάσεων και εντολών, για την πληρωμή των οφειλόμενων στους Δικηγόρους του Δημοσίου αμοιβών, ύστερα από εκκαθάριση αυτών από τους αρμοδίους Σχηματισμούς της Κεντρικής Υπηρεσίας. 2)Έχει την ευθύνη για την εκκαθάριση των πληρωτέων αμοιβών στους δικαστικούς επιμελητές, πραγματογνώμονες, διαιτητές, συμβολαιογράφους, υποθηκοφύλακες, μεταφραστές, των μαρτυρικών και αντιγραφικών δικαιωμάτων, των λογαριασμών των δια του τύπου δημοσιεύσεων επί υποθέσεων του Δημοσίου και την έκδοση εντολών πληρωμής αυτών. 3)Ενεργεί για τη βεβαίωση των επιδικαζόμενων υπέρ του Δημοσίου δικαστικών δαπανών και λοιπών εξόδων και για τη σύνταξη εντολών προς τις αρμόδιες υπηρεσίες για την πληρωμή των επιδικαζόμενων σε βάρος του Δημοσίου δικαστικών εξόδων. 5.Το Τμήμα προμηθειών και συντήρησης, έχει αρμοδιότητα: 1)Για την κίνηση της διαδικασίας, για την αγορά οποιουδήποτε είδους απαραίτητου για τις λειτουργικές ανάγκες της υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις, που διέπουν τις προμήθειες του Δημοσίου, φροντίζοντας, για την προετοιμασία, σύνταξη, υπογραφή, κοινοποίηση, δημοσίευση και εκτέλεση κάθε σχετικού εγγράφου, πράξης ή απόφασης. 2)Για την προμήθεια οποιουδήποτε είδους από άλλες δημόσιες υπηρεσίες, σε περίπτωση ύπαρξης δυνατότητας διάθεσης από γενικές κρατικές προμήθειες. 3)Για την συντήρηση και επισκευή ειδών και εγκαταστάσεων της υπηρεσίας, αναγκαίων για την λειτουργία της, καθώς και για την κατάρτιση των τυχόν απαιτουμένων συμβάσεων και την καταβολή των σχετικών δαπανών. 4)Για την παρακολούθηση των διατιθέμενων στο Ν.Σ.Κ. οχημάτων και την συντήρησή τους και 5)Για την εξασφάλιση προσωπικού καθαριότητας των εγκαταστάσεων της υπηρεσίας και την κατάρτιση των τυχόν απαιτούμενων συμβάσεων. Άρθρο 17 στον Πειραιά, λειτουργεί Γραφείο Νομικού Συμβούλου. Γραφεία Νομικού Συμβούλου μπορούν να λειτουργούν σε Γραφεία Υφυπουργών, Γενικές Γραμματείες, ανεξάρτητες δημόσιες υπηρεσίες ή Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον τούτο προβλέπεται από ειδικές οργανικές διατάξεις, Οι ίδιες διατάξεις προσδιορίζουν αν αυτά είναι αυτοτελή ή υπάγονται στα Γραφεία Νομικού Συμβούλου του οικείου ή του προϊστάμενου Υπουργείου. Στα Υπουργεία Οικονομικών και Γεωργίας, λειτουργούν ως υπηρεσιακές μονάδες του Ν.Σ.Κ., Ειδικό Νομικό Γραφείο Φορολογίας και Ειδικό Γραφείο Νομικού Συμβούλου, καθένα των οποίων έχει τις αρμοδιότητες, που ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 55 παρ. 2. του ν. 2214/1994 (ΦΕΚΑ75) και Μπαρ. 10 του Ν. 2227/1994 (ΦΕΚ Α 129), με τις οποίες συστήθηκαν αντίστοιχα. Τα Γραφεία αυτά υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος διατάγματος. 2.Στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου ανήκουν: α) Η ενώπιον όλων των δικαστηρίων και αρχών παράσταση και υπεράσπιση κάθε κατηγορίας και φύσεως υποθέσεων του Δημοσίου ή άλλου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ. ή από ορισμένο Γραφείο αυτού, ή από μέλος του, και η εισήγηση στο Νομικό Συμβούλιο ή την οικεία Επιτροπή, για τις δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις, που τους ανατίθενται, β) Η εκτέλεση των παρεχόμενων σαυτό, σύμφωνα με το άρθρο 12 παραγρ. 2 περ. α, εντολών, γ) Η καθοδήγηση με ατομικές γνωμοδοτήσεις και συμβουλές όλων των υπηρεσιών του Υπουργείου ή των πιο πάνω Νομικών Προσώπων και η εισήγηση σε επεξεργασία σχεδίων νόμων και Διαταγμάτων, δ) Η εισήγηση ενώπιον της Επιτροπής του Γραφείου, των Τμημάτων ή της Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ. επί των ερωτημάτων, τα οποία απευθύνονται προς αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Διατάγματος και η κατάρτιση των σχετικών γνωμοδοτήσεων.3. Του Γραφείου προΐσταται αντιπρόεδρος ή νομικός σύμβουλος. Σε περίπτωση κωλύματος, απουσίας ή κενώσεως της θέσεως του προϊσταμένου νομικού συμβούλου, μπορεί με πράξη του Προέδρου, να ορισθεί αναπληρωτής του άλλος νομικός σύμβουλος ή πάρεδρος αρχαιότερος από τους υπηρετούντες στο Γραφείο. Αντιπρόεδρος ή νομικός σύμβουλος μπορεί να προΐσταται δύο ή περισσοτέρων Γραφείων. 4.Ο προϊστάμενος του Γραφείου κατανέμει τις εργασίες μεταξύ του προσωπικού, καθοδηγεί αυτό ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του, παρακολουθεί τις εργασίες του και είναι υπεύθυνος για την επιμελή διεξαγωγή των υποθέσεων. 5.Στον αντιπρόεδρο ή νομικό σύμβουλο ανήκει κυρίως η γνωμοδοτική εργασία και η παράσταση ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου και της Ολομέλειας των Ανώτατων Δικαστηρίων, εκτός αν ο Πρόεδρος ορίσει διαφορετικά με πράξη του, που κοινοποιείται στο αρμόδιο Γραφείο. 6.Οι πάρεδροι παρίστανται στα τμήματα των Ανώτατων Δικαστηρίων, για τις υποθέσεις, που τους έχουν ανατεθεί και εκτελούν, αυτοτελώς, την γνωμοδοτική εργασία, που τους ανατίθεται, λαμβάνοντας υπόψη και τις σχετικές οδηγίες των προϊσταμένων τους. Συντάσσουν και υπογράφουν τα ένδικα μέσα της έφεσης ενώπιον του Σ.τ.Ε. (ακυρωτική διαδικασία) και τις αιτήσεις αναίρεσης ενώπιον του Σ.τ.Ε., του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επικουρούμενοι από τους Δικαστικούς Αντιπροσώπους, που χειρίσθηκαν τις υποθέσεις ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας. 7.Οι Δικαστικοί Αντιπρόσωποι, παρίστανται ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας. Μετέχουν στην Επιτροπή του Γραφείου, στο οποίο υπηρετούν, και εισηγούνται σαυτήν για τις υποθέσεις, που τους έχουν ανατεθεί. Για υποθέσεις αρμοδιότητας της Ολομέλειας ή των Τμημάτων του Ν.Σ.Κ., που έχουν χρεωθεί, συντάσσουν τις σχετικές εισηγήσεις και υπογράφουν αυτές ως προεισηγητές. Οι Δικαστικοί Αντιπρόσωποι που έχουν πενταετή συνολική υπηρεσία, μπορεί να συμπαρίστανται με Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο ενώπιον του Σ.τ.Ε., του Αρείου Πάγου και της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 8.Η ανάθεση σε Γραφείο Νομικού Συμβούλου ή προσωπικώς σε μέλος του κύριου προσωπικού από τον Πρόεδρο, οποιασδήποτε υπόθεσης, συνεπάγεται την υποχρέωσή τους για εκτέλεση της εντολής, χωρίς δυνατότητα επιστροφής ή παραπέρα ανάθεσης απαυτούς της υπόθεσης, σε άλλο Γραφείο ή άλλο μέλος του Ν.Σ.Κ., ή δικηγόρο του Δημοσίου. 9.Η προαγωγή σε οποιοδήπτε βαθμό της ιεραρχίας του Ν.Σ.Κ. δεν συνιστά λόγο απαλλαγής υποστήριξης υποθέσεων ενώπιον κατώτερου Δικαστηρίου. Άρθρο Άρθρο 18 Δικαστικά Γραφεία 1.Τα Δικαστικά Γραφεία του Ν.Σ. Κ., που λειτουργούν στις πόλεις Αγρίνιο, Αλεξανδρούπολη, Βέρροια, Βόλο, Έδεσσα, Ηράκλειο, Ιωάννινα, Καβάλα, Κατερίνη, Κοζάνη, Κομοτηνή, Κόρινθο, Λαμία, Λάρισα, Ναύπλιο, Πάτρα, Πύργο, Ρόδο, Σέρρες, Σύρο, Χαλκίδα και Χανιά, διατηρούνται. Στις λοιπές πόλεις, που είναι έδρες Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, εκτός από τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη, συνιστάται Δικαστικό Γραφείο του Ν.Σ.Κ. Η έναρξη λειτουργίας κάθε τέτοιου Γραφείου και οι σχετικές με αυτή λεπτομέρειες, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση του Προέδρου. 2.Στο Δικαστικό Γραφείο προΐσταται πάρεδρος ή δικαστικός αντιπρόσωπος, η αναπλήρωση του οποίου γίνεται, όπως ορίζει το άρθρο 34 παρ. 3. Σε περίπτωση, που η αναπλήρωση από μέλος του Ν.Σ.Κ. δεν είναι δυνατή, μπορεί, με απόφαση του Προέδρου, να ορισθεί αναπληρωτής δικηγόρος, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 23 παρ. 2. 3; Στο Δικαστικό Γραφείο ανήκει: α) Η ενώπιον όλων των δικαστηρίων και αρχών της περιφέρειας του νομού υπεράσπιση του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.. των οποίων η νομική υπηρεσία έχει ανατεθεί στο Ν.Σ.Κ. ή σε μέλη του, για τις υποθέσεις που ανατίθενται σαυτό. β) Η εισήγηση για τις υποθέσεις αυτές, στην Επιτροπή του Γραφείου, αν είναι δυνατή η συγκρότησή της, διαφορετικά στο Ν.Σ.Κ. σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των άρθρων 5 παραγρ. 1 και 2 και 6 παραγρ. 1 του παρόντος, γ) Η καθοδήγηση των υπηρεσιών της περιφέρειάς τους με γνωμοδοτήσεις σε ερωτήματα του αρμόδιου Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 παρ. 4 του παρόντος. 4.Η διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 17 του παρόντος έχει εφαρμογή και στα Δικαστικά Γραφεία. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 19 1.Τα μέλη του κύριου προσωπικού του Ν.Σ.Κ. έχουν από τη θέση τους και χωρίς άλλο αποδεικτικό στοιχείο την από το νόμο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, για την παράσταση και υπεράσπιση, ενώπιον όλων των δικαστηρίων και αρχών, του Δημοσίου, και των εκπροσωπούντων αυτό κατά περίπτωση οργάνων, καθώς και των Ν.Π.Δ.Δ., των οποίων η νομική υπηρεσία, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις, διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ. ή από μέλος του. 2.Το ίδιο προσωπικό απαλλάσσεται της πληρωμής εισφοράς υπέρ του Ταμείου Νομικών και οποιουδήποτε τέλους ή δικαιώματος για την παράσταση αυτού ως πληρεξουσίου του Δημοσίου ή των πιό πάνω Ν. Π .Δ.Δ. Άρθρο 20 Στην αντίθετη περίπτωση οφείλει να εξαντλήσει κάθε ενδεικνυόμενη δικαστική ή εξώδικη ενέργεια ή παράσταση, για την υπεράσπιση του συμφέροντος του Δημοσίου. 2.Κάθε δημόσια αρχή και υπηρεσία υποχρεούται: α) Σε άμεση παροχή προς τα Γραφεία και τα μέλη του Ν.Σ.Κ. των πληροφοριών και στοιχείων, τα οποία προσφέρονται για την υποστήριξη των δικαιωμάτων του Δημοσίου ή απόκρουση των καταυτού αξιώσεων τρίτων, β) Σε έγκαιρη υπόδειξη των μαρτύρων του Δημοσίου, η κατάθεση των οποίων, εφόσον είναι δημόσιοι υπάλληλοι, είναι υποχρεωτική και γ) Σε κάθε άλλη δυνατή συνδρομή με παροχή υπηρεσιών, που υποβοηθούν το έργο της υποστήριξης των υποθέσεων του Δημοσίου. Άρνηση, ολιγωρία ή πλημμελής εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, που διώκεται ύστερα από σχετικό έγγραφο του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. και δημιουργεί την υποχρέωση στις αρμόδιες υπηρεσίες, ελέγχου των υπευθύνων και ενδεχόμενου καταλογισμού σε βάρος τους των ζημιών, που υπέστη το Δημόσιο από τη συμπεριφορά τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 3.Οι ρυθμίσεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται ανάλογα και στις αντίστοιχες υποθέσεις των Ν.Π.Δ.Δ, που η νομική τους υπηρεσία διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ. ή από μέλη του. 4.Κάθε μέλος του Ν.Σ.Κ. υποχρεούται να τηρεί ανελλιπώς ατομική κατάσταση των υποθέσεων, που του ανατίθενται κάθε δικαστικό έτος, στην οποία καταχωρούνται ιδίως ο αριθμός εντολής του Ν.Σ.Κ., ο αριθμός φακέλλου και πρωτοκόλλου του Γραφείου όπου υπηρετεί, η ημερομηνία ανάθεσης, η κατηγορία της υπόθεσης (ερώτημα-δικαστική-εξώδικη), το είδος της διαφοράς και κάθε γιαυτή παραπέρα στάδιο ενέργειας. Με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., μπορεί να καθιερώνεται ενιαίο έντυπο για τις πιό πάνω καταστάσεις εργασιών των μελών του Ν.Σ.Κ. Όι καταστάσεις αυτές υπογράφονται από το μέλος, στο οποίο αφορούν, και τον προϊστάμενο του Γραφείου και αποστέλλονται στον Πρόεδρο, το αργότερο μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους ή οποτεδήποτε ζητηθεί απαυτόν. Τοποθετούνται στον ατομικό φάκελλο του μέλους και αποτελούν στοιχείο που συνεκτιμάται, σε κάθε υπηρεσιακή μεταβολή του. 5.Κάθε μέλος, σε περίπτωση τοποθέτησής του, για οποιονδήποτε λόγο, σε άλλη υπηρεσιακή μονάδα από εκείνη, στην οποία υπηρετεί, υποχρεούται να παραδώσει τους φακέλλους των υποθέσεων, που του έχουν ανατεθεί στον αντικαταστάτη του, και αν δεν έχει ορισθεί τέτοιος, στον Προϊστάμενο του Γραφείου. Οι φάκελλοι συνοδεύονται από κατάσταση καταγραφής τους, η οποία περιέχει, εκτός των άλλων και μνεία του διαδικαστικού σταδίου, στο οποίο βρίσκονται και όλες τις ενέργειες, που έχουν γίνει, μέχρι τούδε επαυτών. Η κατάσταση υπογράφεται από τον παραδίδοντα, τον παραλαμβάνοντα και από τον Προϊστάμενο και φυλάσσεται στο αρχείο του οικείου Γραφείου. Αντίγραφο αυτής, θεωρημένο από τον Προϊστάμενο, αποστέλλεται στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ. για ενημέρωση του Προέδρου. Οι πιό πάνω ρυθμίσεις, δεν εφαρμόζονται στα μέλη, που υπηρετούν και μετακινούνται σε υπηρεσιακές μονάδες της Αθήνας, για τις υποθέσεις, που τους έχουν ανατεθεί με προσωπική χρέωση. Άρθρο 21 Υπερωριακή εργασία Σε περίπτωση έκτακτης ή ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης, μπορεί ο Υπουργός Οικονομικών, με απόφασή του, προσδιορίζοντας την ανάγκη, να καταρτίζει μετά από εισήγηση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., συνεργείο υπερωριακής εργασίας, ή ομάδα εργασίας από το κύριο ή διοικητικό προσωπικό, προς αντιμετώπισή της. Με την ίδια απόφαση, μπορεί να καθορίζεται και ιδιαίτερη αμοιβή για την εργασία αυτή, εφόσον προβλέπεται από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Άρθρο 22 Οικονομικά θέματα Οι δαπάνες εγκατάστασης, στέγασης και λειτουργίας (αγοράς βιβλίων, γραφικής ύλης, θέρμανσης, καθαριότητας κ.λπ.), των Γραφείων Νομικού Συμβούλου και των ειδικών Νομικών Γραφείων, βαρύνουν τους προϋπολογισμούς, των αντίστοιχων Υπουργείων ή Αυτοτελών Δημοσίων Υπηρεσιών ή Ν.Π.Δ.Δ., στα οποία λειτουργούν. Οι ίδιες δαπάνες των λοιπών Γραφείων και της Κεντρικής Υπηρεσίας, βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ν.Σ.Κ. Άρθρο 23 Δικηγόροι Δημοσίου 1.Οι δικηγόροι του Δημοσίου έχουν την δικαστική εκπροσώπηση και γενικά την υπεράσπιση των υποθέσεων του Δημοσίου ενώπιον των δικαστηρίων ή αρχών στις έδρες Πρωτοδικείων, όπου δεν λειτουργεί Δικαστικό Γραφείο, καθώς και τη διεκπεραίωση κάθε εξώδικης νομικής υπόθεσης αυτού, συμπεριλαμβανόμενης και της υποχρέωσης να παρέχουν νομικές συμβουλές στις αρχές της έδρας τους και γενικά να συμπράττουν μαζί τους σε κάθε νόμιμη ενέργεια εξασφαλιστική των συμφερόντων του Δημοσίου. 2.Οι δικηγόροι του Δημοσίου ορίζονται για μιά διετία με ένα αναπληρωτή, με απόφαση του Προέδρου, ύστερα από γνωμοδότηση της Τριμελούς Επιτροπής της Κεντρικής Υπηρεσίας, που εκδίδεται με βάση προηγούμενη σχετική κοινή εισήγηση της κατά τόπο αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) και της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου (Κ.Υ.Δ.). Πριν από την παρέλευση της διετίας, είναι δυνατή η αντικατάσταση του δικηγόρου για τον υπολειπόμενο χρόνο, όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Ανανέωση της εντολής στον ίδιο δικηγόρο επιτρέπεται πάντοτε, αν εκπλήρωσε με επάρκεια τα καθήκοντά του. Η αντικατάσταση ή η μη ανανέωση της εντολής, δεν δημιουργεί υπέρ του δικηγόρου οποιοδήποτε δικαίωμα προς αποζημίωση, πλην της αξίωσης για καταβολή της οφειλόμενης κατά την παραγρ. 5 του παρόντος άρθρου αμοιβής, για τις μέχρι της κοινοποίησης σ αυτόν της σχετικής πράξης, ενέργειές του στις υποθέσεις που του είχαν ανατεθεί. 3.Ο Δικηγόρος του Δημοσίου από τη λήξη της διετούς εντολής ή από την κοινοποίηση σ αυτόν της πράξης αντικατάστασης του, υποχρεούται να παραδώσει αμελλητί στην αρμόδια δημόσια υπηρεσία, όλους τους φακέλλους των υποθέσεων, που του είχαν ανατεθεί, χωρίς να έχει δικαίωμα επίσχεσης επαυτών ή επί των περιεχομένων σαυτούς εγγράφων. Οι φάκελλοι συνοδεύονται από κατάσταση καταγραφής τους, η οποία υπογράφεται από τον παραδίδοντα και τον παραλαμβάνοντα αρμόδιο υπάλληλο και η οποία περιέχει απαραιτήτως, εκτός των άλλων, και μνεία του διαδικαστικού σταδίου, στο οποίο βρίσκονται και όλες τις ενέργειες, που έχουν γίνει μέχρι τούδε επαυτών. Αντίγραφο της κατάστασης αυτής, θεωρημένης από τον προϊστάμενο της αρμόδιας κατά τόπο Δ.Ο.Υ. ή Κ.Υ.Δ., κοινοποιείται στο Ν.Σ.Κ. με επιμέλεια του παραδίδοντος; η οποία συνιστά απαραίτητο παραστατικό στοιχείο, για την εκκαθάριση της κατά την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου αμοιβής του. 4.Οι Δικηγόροι του Δημοσίου, υποχρεούνται να ασκούν κάθε ενδεικνυόμενη δικαστική ή εξώδικη ενέργεια ή παράσταση προς υπεράσπιση του Δημοσίου, στις υποθέσεις που τους ανατίθενται. Παρακολουθούν την εξέλιξη των δικαστικών υποθέσεων στα διάφορα στάδια της δίκης και υποχρεούνται μετά από την δημοσίευση οριστικής απόφασης σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας να αποστέλλουν αμελλητί στο Ν.Σ.Κ. επικυρωμένο απο το δικαστήριο αντίγραφο της απόφασης, των διαδικαστικών εγγράφων και των λοιπών σχετικών εγγράφων του φακέλλου της υπόθεσης με εισήγηση, περιλαμβάνουσα τους λόγους, που κατά τη γνώμη τους, ενδείκνυται η αποδοχή της δικαστικής απόφασης ή η συνέχιση του δικαστικού αγώνα με την άσκηση του προβλεπόμενου για το επόμενο στάδιο ενδίκου μέσου. 5.Η αμοιβή των Δικηγόρων του Δημοσίου διέπεται από τις διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα, όπως ισχύουν κάθε φορά και καθορίζεται στα προβλεπόμενα απαυτές ελάχιστα όρια για κάθε κατά περίπτωση δικαστική ή εξώδικη ενέργεια. Σε δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, για τις οποίες από διατάξεις του Κώδικα η αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υπόθεσης, οι Δικηγόροι του Δημοσίου αμείβονται, για κάθε τέτοια εργασία με το πάγιο ελάχιστο όριο, που ορίζεται από τα άρθρα 100 παρ. 4, 107 παρ. 1 εδαφ. 2 και 110 παρ. 1 του πιό πάνω κώδικα στην πρώτη περίπτωση και από το άρθρο 111 παράγραφο 1 του ίδιου Κώδικα στη δεύτερη περίπτωση. Οι αμοιβές αυτές μπορούν κατά την εκκαθάριση τους από το Ν.Σ.Κ. είτε να μειωθούν μέχρι το μισό, όταν πρόκειται για χειρισμό μεγάλου αριθμού όμοιων υποθέσεων ή όταν ο δικηγόρος του Δημοσίου δεν χειρίσθηκε την υπόθεση με την προσήκουσα επιμέλεια, είτε να αυξηθούν μέχρι το διπλάσιο του προβλεπόμενου ελάχιστου ορίου, αν κατά τον χειρισμό αυτής επιδείχθηκε από το δικηγόρο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια. Για υποθέσεις, που η εκδίκαση τους γίνεται σε δικάσιμους περισσοτέρων της μιας ημέρας, κάθε δικάσιμος λογίζεται ως χωριστή παράσταση, για τον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου του Δημοσίου. 6.Στους Δικηγόρους του Δημοσίου, για κάθε μετάβαση τους εκτός της έδρας του Γραφείου τους, για χρονικό διάστημα περισσότερο των τεσσάρων ωρών, σεκτέλεση της δοθείσης εντολής, καταβάλλεται εκτός από τα οδοιπορικά έξοδα και ημερήσια αποζημίωση, ίση με το ένα τριακοστό (1/30) του βασικού μισθού του Δικαστικού Αντιπροσώπου. 7.Η αμοιβή και τα έξοδα των Δικηγόρων του Δημοσίου εκκαθαρίζονται, από τον κατά το άρθρο 12 του παρόντος αρμόδιο Σχηματισμό της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ν.Σ,Κ. με επιμέλεια του Τμήματος Εκκαθάρισης Αμοιβών αυτής, το οποίο και μεριμνά για την σύνταξη της οικείας εκκαθαριστικής πράξης, την υπογραφή της από τον Πρόεδρο και την εκτέλεση της. Άρθρο 24 Υποχρεώσεις και νομιμοποίηση Δικηγόρων του Δημοσίου 1.Για την νομιμοποίηση των κατά το προηγούμενο άρθρο Δικηγόρων του Δημοσίου, παρέχεται έγγραφη πληρεξουσιότητα από τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. ή από τους Προϊσταμένους των οικείων δημοσίων υπηρεσιών, εφόσον έχουν από τις κείμενες διατάξεις σχετική αρμοδιότητα και σύμφωνα με τις παρεχόμενες από το Ν.Σ.Κ. γενικές ή ειδικές σχετικές εντολές και οδηγίες. 2.Οι Δικηγόροι του Δημοσίου οφείλουν σε περίπτωση αμφιβολίας, ως προς την τηρητέα πορεία εκκρεμούς δίκης σε υπόθεση, που τους έχει ανατεθεί, να αναφέρονται εγγράφως στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ. για παροχή οδηγιών. Στην περίπτωση αυτή ο αρμόδιος Σχηματισμός της Κεντρικής Υπηρεσίας, μπορεί να προβεί στις ενέργειες που ορίζονται από την παράγραφο 1 του άρθρου 20. 3.Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του παρόντος, ισχύει και για τους Δικηγόρους του Δημοσίου, για κάθε παράσταση τους ως πληρεξουσίων του Δημοσίου. Άρθρο 25 Ασκούμενοι Δικηγόροι Η πρακτική άσκηση ασκούμενων Δικηγόρων, μπορεί να γίνει και στην Κεντρική Υπηρεσία, ή σε Γραφείο Νομικού Συμβούλου, ή σε Δικαστικό Γραφείο του Ν.Σ.Κ., σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ • ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΥΡΙΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ (ΜΕΛΩΝ) Ν.Σ.Κ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ά ΓΕΝΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Άρθρο 26 Μέλη Ν.Σ.Κ.-Θέσεις 1.Στο κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ. ανήκουν, ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι, οι Νομικοί Σύμβουλοι, οι Πάρεδροι, οι Δικαστικοί Αντιπρόσωποι και οι δόκιμοι Δικαστικοί Αντιπρόσωποι, οι οποίοι και αποτελούντα μέλη του Ν.Σ.Κ. 2.Ο αριθμός των θέσεων των Αντιπροέδρων, των Νομικών Συμβούλων, των Παρέδρων και των Δικαστικών Αντιπροσώπων, καθορίζονται κάθε φορά από τις κείμενες διατάξεις . Οι θέσεις των Δικαστικών Αντιπροσώπων και των δόκιμων Δικαστικών Αντιπροσώπων, είναι ενιαίες. Άρθρο 27 Διορισμός 1. Τα μέλη του Ν.Σ.Κ., διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδεται αφού προηγηθεί ο έλεγχος των προσόντων και η διαδικασία της επιλογής (διαγωνισμού), που καθορίζονται από τις διατάξεις αυτού του . Διατάγματος. 2.Η απόφαση του διορισμού δημοσιεύεται περιληπτικά στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η περίληψη περιλαμβάνει: α) τον αριθμό και τη χρονολογία της απόφασης, β) όλα τα στοιχεία του διοριζομένου (το όνομα, το επώνυμο, το όνομα του πατέρα και της μητέρας, τον τόπο και το έτος γέννησης) και γ) τον βαθμό του διοριζομένου. 3.Ο διορισμός ανακοινώνεται στο διοριζόμενο με έγγραφο του Προέδρου, το οποίο επιδίδεται από δικαστικό επιμελητή μέσα σε τριάντα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφαοης. Στο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται και ο αριθμός και η χρονολογία του φύλλου της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, στο οποίο δημοσιεύτηκε η περίληψη της απόφασης διορισμού. Στο έγγραφο ορίζεται και προθεσμία εύλογη , μέχρι τριάντα ημέρες από την επίδοση, για την ορκωμοσία και την ανάληψη υπηρεσίας από το διοριζόμενο. Αν δεν έχει οριστεί, η προθεσμία είναι τριάντα ημερών. Ύστερα από αίτηση του διοριζόμενου, είναι δυνατό να παραταθεί η προθεσμία αυτή, και στις δύο πιό πάνω περιπτώσεις, μέχρι τριάντα ημέρες, με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. 4.Η δημόσια υπηρεσιακή σχέση του μέλους του Ν.Σ.Κ. καταρτίζεται με το διορισμό και την αποδοχή του. 5.Η αποδοχή δηλώνεται με την ορκωμοσία ενώπιον του Προέδρου, για την οποία συντάσσεται πρακτικό. Πριν από την ορκωμοσία δεν επιτρέπεται ανάληψη υπηρεσίας. 6.0 τύπος του όρκου είναι: «Ορκίζομαι να φυλάττω πίστη στην πατρίδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους και να εκπληρώνω ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου». 7.Η ανάληψη των καθηκόντων του διοριζόμενου, βεβαιώνεται με έκθεση. Αυτή συντάσσεται από τον γραμματέα του Ν.Σ.Κ. και υπογράφεται και από το διοριζόμενο. Άρθρο Άρθρο 28 Ανάκληση του διορισμού 1.Η απόφαση του διορισμού ανακαλείται, αν ο διοριζόμενος δεν τον αποδεχθεί ρητώς ή σιωπηρώς. Σιωπηρή μη αποδοχή υπάρχει όταν, από υπαιτιότητα του διοριζόμενου, παρέλθει άπρακτη η προθεσμία ορκωμοσίας και ανάληψης καθηκόντων. 2.Διορισμός, που έγινε χωρίς να τηρηθούν οι διατάξεις του παρόντος Διατάγματος, είναι δυνατό να ανακληθεί μέσα σε δύο χρόνια από τη δημοσίευση της απόφασης της παραγρ. 1 του προηγούμενου άρθρου. Αν τον παράνομο διορισμό προκάλεσε ή υποβοήθησε ο ενδιαφερόμενος, η ανάκληση χωρεί και μετά την πάροδο αυτής της προθεσμίας. 3.Παρά την ανάκληση: α) εκείνος, που διορίστηκε παράνομα, έχει τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις του μέλους του Ν.Σ.Κ., για όσο χρονικό διάστημα άσκησε τα καθήκοντά του, β) οι πράξεις του είναι έγκυρες, γ) δεν αναζητούνται οι αποδοχές, που του καταβλήθηκαν μέχρι την ανάκληση του διορισμού. Άρθρο 29 2. Ελληνας το γένος, που δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια, είναι δυνατό να διοριστεί σύμφωνα με τις εξαιρέσεις, που προβλέπονται από ειδικούς νόμους. 3.Αλλογενείς δεν μπορούν να διοριστούν προτού παρέλθουν 5 έτη από την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας. 4.Μέλος του Ν.Σ.Κ. διορίζεται εκείνος που συμπλήρωσε το 25ο έτος και δεν έχει υπερβεί το 40ο έτος της ηλικίας του. 5.Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, ως ημέρα γέννησης λαμβάνεται εκείνη, που αποδεικνύεται από ληξιαρχική πράξη, η οποία έχει συνταχθεί μέσα σε ενενήντα ημέρες το πολύ από την ημέρα γέννησης. 6.Αν δεν έχει συνταχθεί τέτοια ληξιαρχική πράξη, ως ημέρα γέννησης λαμβάνεται η 31ή Δεκεμβρίου του έτους γέννησης. Το έτος γέννησης αποδεικνύεται για τους άνδρες από το μητρώο αρρένων και για τις γυναίκες από το γενικό μητρώο των δημοτών. Αν υπάρχουν περισσότερες εγγραφές στα μητρώα, επικρατεί η χρονικά προγενέστερη. 7. Δικαστικές αποφάσεις που βεβαιώνουν την ηλικία ή διορθώνουν τις σχετικές εγγραφές, δεν λαμβάνονται υπόψη. 8.Ο διοριζόμενος θα πρέπει να έχει μιά από τις ιδιότητες, που ορίζονται στο άρθρο 60 του παρόντος. 9.Τα απαιτούμενα προσόντα για το διορισμό, πρέπει να συντρέχουν κατά το χρόνο της έναρξης του διαγωνισμού και κατά το χρόνο του διορισμού. Μόνο το προσόν της ηλικίας αρκεί να υπάρχει κατά το χρόνο έναρξης του διαγωνισμού. 10.Διατάξεις νόμων που θεσπίζουν προνόμια για την κατά προτίμηση κατάληψη θέσεων δεν έχουν εφαρμογή για το διορισμό σε θέση μέλους του Κύριου προσωπικού του Ν.Σ.Κ. Άρθρο 30 α) Εκείνος που δεν έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή δεν έχει απαλλαγεί απαυτές νόμιμα, καθώς επίσης και εκείνος, που είναι ανυπότακτος ή έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για λιποταξία. β) Εκείνος που δεν είναι γραμμένος στα μητρώα αρρένων, προκειμένου για άνδρα ή στα γενικά μητρώα των δημοτών, προκειμένου για γυναίκα. γ) Εκείνος που στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα με αμετάκλητη καταδίκη, και μετά τη λήξη του χρόνου στέρησης. δ) Εκείνος που καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη από τρείς μήνες για αδίκημα που τελέστηκε με δόλο. ε) Εκείνος που καταδικάστηκε αμετάκλητα σε οποιαδήποτε ποινή, για κλοπή (άρθρα 372,373 Π.Κ.), ζωοκλοπή, απάτη (άρθρο 386 Π.Κ.), υπεξαίρεση κοινή ή στην υπηρεσία (άρθρα 375, 258 Π.Κ.), εκβίαση (άρθρο 385 Π.Κ.), πλαστογραφία (άρθρο 216 Π.Κ.), πλαστογραφία πιστοποιητικών (άρθρο 217 Π.Κ.), πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήμων (άρθρο 218 Π.Κ.),ψευδή βεβαίωση και νόθευση (άρθρο242 Π.Κ.), ψευδορκία και ψευδή ανώμοτη κατάθεση (άρθρα 224, 225 Π.Κ.), παραπλάνηση σε ψευδορκία (άρθρο 228 Π.Κ.),ψευδή καταμήνυοη (άρθρο 229 Π.Κ:), απιστία δικηγόρου (άρθρο 235 Π.Κ.), απιστία περί την υπηρεσία (άρθρο 256 Π.Κ.), δωροδοκία (άρθρα 235, 236, 237 Π.Κ.), καταπίεση (άρθρο 244 Π.Κ.), παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.), συκοφαντική δυσφήμιση (άρθρο 363 Π.Κ.), υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 220 Π.Κ.), υπεξαγωγή εγγράφου (άρθρο 222 Π.Κ.), παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου (άρθρο 252 Π.Κ.), έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής (άρθρα 336 έως 353 Π.Κ.), καθώς και για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, λαθρεμπορίας, τυχερών παιχνιδιών και έκδοση ακάλυπτης επιταγής. στ) Εκείνος που έχει τεθεί υπό απαγόρευση ή δικαστική αντίληψη. ζ) Εκείνος που έχει παυθεί, ύστερα από δικαστική απόφαση, από θέση δικαστικού λειτουργού, δημόσιου υπαλλήλου ή υπαλλήλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου λόγω ποινικής καταδίκης. η) Έκείνος που έχει απολυθεί από θέση δικαστικού λειτουργού, δημόσιου υπαλλήλου ή υπαλλήλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή από θέση δικηγόρου ή συμβολαιογράφου, με αμετάκλητη απόφαση του οικείου δικαστηρίου ή του αρμόδιου συμβουλίου για πειθαρχικούς λόγους ή για ανεπάρκεια. θ) Εκείνος, που έχει παραπεμφθεί για κακούργημα ή πλημμέλημα από εκείνα, που αναφέρονται στην παραπάνω περίπτ. ε, καθώς και εκείνος που έχει καταδικαστεί με οριστική απλώς απόφαση για ένα απαυτά τα αδικήματα. Το κώλυμα αυτό ισχύει μέχρις ότου εκδοθεί αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα ή αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. ι) Εκείνος που δεν είναι υγιής σωματικά ή ψυχικά. Η εξέταση της υγείας των υποψήφιων γίνεται, κατά το σύστημα, που ισχύει για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους. Η παραπομπή ενώπιον των αρμοδίων Υγειονομικών Επιτροπών, γίνεται με πράξη του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. 2.Τα παραπάνω κωλύματα πρέπει να μην υπάρχουν κατά το χρόνο του διαγωνισμού και κατά το χρόνο του διορισμού. Άρθρο Άρθρο 31 Άρση κωλυμάτων 1.Η παραγραφή κακουργήματος ή πλημμελήματος από εκείνα που αναφέρονται στην περίπτ. ε της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου δεν αίρει το κώλυμα. Επίσης δεν αίρουν το κώλυμα η αποκατάσταση, η χάρη και η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, έστω και αν πέρασε ο χρόνος της αναστολής. 2.Η παραγραφή της ποινής, που έχει επιβληθεί με την καταδικαστική απόφαση ή η άρση των συνεπειών της απόφασης, για ένα από τα εγκλήματα της παρ.1 δεν αίρει το κώλυμα. Άρθρο 32 1.Η αρχαιότητα των μελών του Ν.Σ.Κ. σε κάθε βαθμό της ιεραρχίας καθορίζεται από τη χρονολογία δημοσίευσης της απόφασης διορισμού ή της πράξης προαγωγής τους. Μεταξύ περισσοτέρων, που διορίζονται ή προάγονται με την ίδια πράξη, αρχαιότερος θεωρείται αυτός που προηγείται σ αυτή. Στη πράξη προαγωγής τηρείται υποχρεωτικά η σειρά, που έχει τεθεί στην περί προαγωγής απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ή στην γνωμοδότηση του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου κατά περίπτωση. Αν πρόκειται για διορισμό τηρείται υποχρεωτικά η σειρά επιλογής ή επιτυχίας στο διαγωνισμό. 2.Σε περίπτωση διαφωνίας του Υπουργού Οικονομικών, .σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 52,- για παράλειψη προαγωγής μέλους ή προσφυγής του τελευταίου κατ αυτής, αν η ολομέλεια του Ν.Σ.Κ. αποφανθεί υπέρ της προαγωγής, αποκαθιστά τον προαγόμενο στη σειρά αρχαιότητας του. 3.Κάθε Ιανουάριο συντάσσονται απάτη Γραμματεία του Ν.Σ.Κ. πίνακες της σειράς αρχαιότητας όλων των μελών, που υπηρετούν την 1η Ιανουαρίου. Στους πίνακες αυτούς σημειώνεται η χρονολογία δημοσίευσης των πράξεων του αρχικού διορισμού και της τελευταίας προαγωγής τους καθώς και το έτος γέννησης. 4.Τους πίνακες κυρώνει ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ. Η Γραμματεία αποστέλλει μέχρι το τέλος Μαρτίου κάθε έτους αντίτυπα των πινάκων αυτών στους προϊσταμένους των υπηρεσιακών μονάδων για να κοινοποιήσουν αυτούς στα ενδιαφερόμενα μέλη. 5.Οι ενδιαφερόμενοι έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ένσταση κατά των πινάκων αρχαιότητας, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες απάτης κοινοποιήσεώς τους, ενώπιον του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Η ένσταση ασκείται με κατάθεση στη γραμματεία της υπηρεσιακής μονάδας, στην οποία υπηρετεί και διαβιβάζεται αμελλητί στην Γραμματεία του Ν.Σ.Κ., η οποία κοινοποιεί την ένσταση στους θιγόμενους από αυτή. Με όμοιο τρόπο μπορεί νασκηθεί παρέμβαση από τους θιγόμενους, κατά της ένστασης, μέσα σε δέκα ημέρες από την κοινοποίηση της σαυτούς. Σε περίπτωση παραδοχής της ένστασης τροποποιείται ο πίνακας με πράξη του Προέδρου, που κοινοποιείται στον ένιστάμενο και στους θιγόμενους. Άρθρο 34 1.Οι βαθμοί της ιεραρχίας των μελών του Ν.Σ.Κ. είναι οι εξής: Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος, Νομικός Σύμβουλος, Πάρεδρος, Δικαστικός Αντιπρόσωπος και δόκιμος Δικαστικός Αντιπρόσωπος. 2.Μεταξύ των μελών που ανήκουν στον ίδιο βαθμό, προβαδίζει ο αρχαιότερος σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου. 3. Η αναπλήρωση μέλους του Ν.Σ.Κ. στα καθήκοντα, που προβλέπουν οι διατάξεις του παρόντος Διατάγματος, σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματος του, γίνεται σύμφωνα με τη σειρά των βαθμών της ιεραρχίας τους, και μεταξύ μελών του ίδιου βαθμού, σύμφωνα με τη σειρά αρχαιότητάς τους. Άρθρο 35 1.Επιτρέπεται ο αναδιορισμός εκείνου, που παραιτήθηκε ή απολύθηκε, λόγω σωματικής ανικανότητας, μέχρι και το βαθμό του παρέδρου σε κενή θέση, ομοιόβαθμη με εκείνη από την οποία είχε αποχωρήσει. Εκείνος, που παραιτήθηκε ή απολύθηκε πρέπει: α) να ζητήσει τον. αναδιορισμό του μέσα σε πέντε χρόνια από την έξοδό του από την υπηρεσία, β) να έχει όλα τα προσόντα, που απαιτούνται για το διορισμό, πλην της ηλικίας, γ) να μην έχει κώλυμα διορισμού και δ) να είχε τριετή τουλάχιστον προϋπηρεσία. 2.Ο αναδιορισμός εκείνου, που απολύθηκε λόγω σωματικής ανικανότητας, γίνεται ύστερα από διαπίστωση της πλήρους αποκατάστασης της σωματικής του ικανότητας για την άσκηση των καθηκόντων του. Η διαπίστωση αυτή γίνεται από τη δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή, που προβλέπεται για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους. 3.Για τον αναδιορισμό αποφαίνεται το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο, το οποίο καθορίζει και την αρχαιότητα του αναδιοριζομένου. Άρθρο 36 1.Το μέλος του Κύριου Προσωπικού, οφείλει πίστη και αφοσίωση στην πατρίδα και στη δημοκρατία. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπόκειται στο Σύνταγμα και στους νόμους. 2.Οφείλει να τηρεί εχεμύθεια για τα απόρρητα, που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις, καθώς και για γεγονότα ή πληροφορίες, που γνωρίζει από την εκτέλεση των καθηκόντων του ή λόγω της ιδιότητάς του. 3.Οφείλει να διαμένει στην πόλη, όπου είναι η έδρα του Γραφείου, στο οποίο υπηρετεί ή σε προάστιό της. Η Αθήνα και ο Πειραιάς με τα προάστια τους θεωρούνται ως μία πόλη. 4.Επιτρέπεται απομάκρυνση από την έδρα του κατά τις ημέρες της αργίας, εφόσον δεν υπάρχει υπηρεσιακή ανάγκη. Άρθρο 37 __ 1.Απαγορεύεται στα μέλη του Ν.Σ.Κ. να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία, καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα. 2.Κατεξαίρεση επιτρέπεται να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας ή καθηγητές ανώτατων σχολών σε οποιαδήποτε βαθμίδα, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια, επιτροπές, ή ομάδες εργασίας, εκτός από τα διοικητικά συμβούλια επιχειρήσεων και εμπορικών εταιρειών, που δεν ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα των άρθρων 9 παραγρ. 1 του Ν. 1232/1982 (ΦΕΚΑ22) και 1 παραγρ. 6του Ν. 1256/1982 (ΦΕΚΆ65). . 3. Όταν η συμμετοχή σε συμβούλια ή επιτροπές ή ομάδες εργασίας επιτρέπεται, αποφασίζει για το διοριστέο ο Πρόεδρος, ύστερα από ερώτημα της αρμόδιας υπηρεσίας. Ο διορισμός γίνεται κατά τα λοιπά σύμφωνα με τις διατάξεις, που διέπουν τη συγκρότηση και τη λειτουργία του συμβουλίου, της επιτροπής ή της ομάδας εργασίας. Άρθρο 38 Εντοπιότητα Κωλύματα εντοπιότητας, θεσπιζόμενα από διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, δεν έχουν εφαρμογή στα μέλη του Ν.Σ.Κ. Άρθρο 39 σχετικής πράξης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. 2.Σε περίπτωση ανάκλησης από τη διαθεσιμότητα ή την αργία, η αξίωση για καταβολή του μισθού, αρχίζει από την ανάληψη των καθηκόντων, που βεβαιώνεται με έκθεση του γραμματέα του Ν.Σ.Κ. 3.Δεν οφείλεται μισθός για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο το μέλος από δική του υπαιτιότητα δεν παρέχει υπηρεσία. 4.Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου, ο μισθός περικόπτεται με πράξη του Προέδρου. Η πράξη της περικοπής επιδίδεται στον ενδιαφερόμενο. Καταυτής επιτρέπεται προσφυγή, ενώπιον του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση, χωρίς να αναστέλλεται η εκτέλεση της. 5.Κατά το χρονικό διάστημα, που διαρκεί η διαδικασία απόλυσης του μέλους του Ν.Σ.Κ.. λόγω νόσου, που δε θεραπεύεται, συνεχίζεται να καταβάλλεται ο μισθός ενέργειας ή διαθεσιμότητας μέχρι να λυθεί η υπηρεσιακή σχέση. 6.Η αξίωση καταβολής του μισθού παύει από τη λύση της δημόσιας υπηρεσιακής σχέσης. 7.Οι διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας, που προβλέπουν την καταβολή αποδοχών μετά τη λύση της υπηρεσιακής σχέσης, αντί για σύνταξη, δε θίγονται από τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου. 8.Τα μετακινούμενα εκτός έδρας για εκτέλεση υπηρεσίας μέλη του Ν.Σ.Κ., δικαιούνται οδοιπορικά έξοδα και ημερήσια αποζημίωση, που εκκαθαρίζονται με απόφαση του Προέδρου, εφόσον προβλέπονται από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Άρθρο 40 1.Στο μέλος του Ν.Σ.Κ., ύστερα από αίτησή του και εφόσον το επιτρέπουν οι ανάγκες της υπηρεσίας και συντρέχει σπουδαίος λόγος, είναι δυνατό να χορηγηθεί, με απόφαση του Προέδρου, άδεια: α) μέχρι ένα μήνα, αν έχει δημόσια υπηρεσία τουλάχιστον ενός έτους και β) μέχρι δεκαπέντε ημέρες, αν έχει δημόσια υπηρεσία τουλάχιστον δύο μηνών. Η άδεια αυτή χορηγείται, ολόκληρη ή τμηματικά, κάθε ημερολογιακό έτος. 2.Δεν έχει δικαίωμα κανονικής άδειας, πριν από την ανάληψη υπηρεσίας στη νέα του θέση το μέλος, στο οποίο έχει κοινοποιηθεί πράξη μετάθεσης ή προαγωγής ή εκείνο που βρίσκεται υπό υπηρεσιακή μετακίνηση. 3.Από το χρόνο της κανονικής άδειας αφαιρείται ο χρόνος αδικαιολόγητης απουσίας, μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος, που βεβαιώνεται με πράξη του Προϊσταμένου του οικείου Γραφείου, η οποία αποστέλλεται στην Γραμματεία της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ν.Σ.Κ. 4.Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον το επιτρέπουν οι ανάγκες της υπηρεσίας, είναι δυνατό να χορηγηθεί με τον ίδιο τρόπο, στο μέλος του Ν.Σ.Κ.. ύστερα από αίτηση του. κανονική άδεια χωρίς αποδοχές μέχρι ένα μήνα κάθε ημερολογιακό έτος. 5.Κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, δε χορηγείται κανονική άδεια στο μέλος του Ν.Σ.Κ., που έχει δικαίωμα διακοπών, η άσκηση του οποίου καθορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Προέδρου. Επίσης δε χορηγείται τέτοια άδεια τριάντα ημέρες πριν από την έναρξη των διακοπών και τριάντα ημέρες μετά τη λήξη τους, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις. 6.Στα μέλη του Ν.Σ.Κ. μπορεί, ύστερα από αίτηση τους και απόφαση του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, να χορηγείται ειδική κανονική άδεια, χωρίς τις αποδοχές της οργανικής θέσης τους και για χρονικό διάστημα τριών ετών, προκειμένου να αναλάβουν θέση σε Υπηρεσίες ή όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε άλλο νομικό πρόσωπο δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργεί στα πλαίσια αυτής, για παροχή υπηρεσιών με οποιαδήποτε σχέση. Με την ίδια διαδικασία η άδεια αυτή μπορεί να παρατείνεται. Ο χρόνος της άδειας θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας σε κάθε περίπτωση. Κατά τη διάρκεια της άδειας αυτής, το μέλος του Ν.Σ.Κ.: α) διατηρείται στην υπηρεσία ως υπεράριθμος β) η θέση του θεωρείται κενή και συμπληρώνεται, γ) υποχρεούται να καταβάλει όλες τις κρατήσεις και τις εισφορές για τα ασφαλιστικά ταμεία με βάση τις αποδοχές που αντιστοιχούν κάθε φορά στο βαθμό της οργανικής του θέσης. Ο τρόπος καταβολής των κρατήσεων και των εισφορών καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. 7.Η κατά την προηγούμενη παράγραφο κανονική άδεια, χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. 8.Το μέλος του Ν.Σ.Κ. δεν έχει δικαίωμα να κάνει χρήση δικαστικών διακοπών ή κανονικής άδειας, εφόσον κατά την κρίση του Προέδρου, υπάρχει κίνδυνος ουσιώδους καθυστέρησης στον χειρισμό και τη διεκπεραίωση επειγουσών υποθέσεων, εκτός αν συντρέχουν πολύ σοβαροί λόγοι υγείας. 9.Η κανονική άδεια ανακοινώνεται στο μέλος με επίδοση του σχετικού εγγράφου, το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την έγκριση της. 10.Αυτός που πήρε κανονική άδεια, είναι υποχρεωμένος να κάνει χρήση της μέσα σε είκοσι ημέρες από την ανακοίνωση της προηγούμενης παραγράφου, εκτός αν στο έγγραφο της άδειας ορίζεται ρητά η ημέρα έναρξης της. Αν δεν κάνει χρήση της άδειας μέσα στην προθεσμία αυτή, η άδεια παύει αυτοδικαίως. 11.Ο Πρόεδρος, είναι δυνατό να αναβάλει την έναρξη της άδειας το πολύ επί δέκα ημέρες ή να διακόψει την συνέχιση αυτής, αν συντρέχει περίπτωση εξαιρετικής υπηρεσιακής ανάγκης ή ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου. 12.Για την έναρξη, τη λήξη ή την τυχόν διακοπή της άδειας συντάσσονται εκθέσεις ενώπιον του προϊσταμένου του οικείου Γραφείου, αντίγραφα των οποίων αποστέλλονται χωρίς καθυστέρηση στη Γραμματεία της Κεντρικής Υπηρεσίας. 13.Ο Υπουργός Οικονομικών είναι δυνατό να ανακαλέσει σε κάθε περίπτωση την κανονική άδεια μέλους του Ν.Σ.Κ., λόγω εξαιρετικής υπηρεσιακής ανάγκης. 14.Αν το μέλος υπερβεί αδικαιολόγητα την άδεια, που του χορηγήθηκε, στερείται τις αποδοχές του για τις αντίστοιχες ημέρες, ανεξάρτητα από την πειθαρχική του ευθύνη. 15.Οι γυναίκες μέλη του Ν.Σ.Κ., που κυοφορούν, έχουν δικαίωμα άδειας πριν και μετά από τον τοκετό, σύμφωνα με τις διατάξεις, που ισχύουν για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του κράτους. 16.Οι σχετικές με τις άδειες των δημόσιων υπαλλήλων διατάξεις της εκλογικής νομοθεσίας, εφαρμόζονται και στα μέλη του Ν.Σ.Κ. Άρθρο 41 Αναρρωτική άδεια - Περίθαλψη μελών του Ν.Σ.Κ. 1.Στα μέλη του Ν.Σ.Κ., που ασθενούν ή έχουν ανάγκη ανάρρωσης, χορηγείται από τον Πρόεδρο, αναρρωτική άδεια με πλήρεις αποδοχές. 2.Για τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία, τον τρόπο χορήγησης και τη διάρκεια της αναρρωτικής, άδειας, καθώς και για τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές, εφαρμόζονται οι διατάξείς, που ισχύουν για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους. 3.Το Δημόσιο έχει υποχρέωση να παρέχει νοσοκομειακή, ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη καθώς και να καταβάλλει τα έξοδα κηδείας των μελών του Ν.Σ.Κ., των συζύγων και των παιδιών τους. Οι λεπτομέρειες ορίζονται με κοινή απόφαση, των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ωσότου εκδοθεί η απόφαση αυτή, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Άρθρο 42 1.Επιτρέπεται η χορήγηση εκπαιδευτικής άδειας απουσίας στην αλλοδαπή στα μέλη του Ν.Σ.Κ. μέχρι και του βαθμού του Παρέδρου. Εκπαιδευτική άδεια δεν επιτρέπεται να χορηγηθεί μετά τη συμπλήρωση του 45ου έτους. Ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για εκείνους που λαμβάνουν υποτροφία από εκπαιδευτικό ή ερευνητικό ίδρυμα. Για να χορηγηθεί εκπαιδευτική άδεια, απαιτείται καλή γνώση της γλώσσας της χώρα-στην οποία το μέλος πρόκειται να μεταβεί για εκπαίδευση. 2.Ο αριθμός των μελών του Ν.Σ.Κ., που αποστέλλονται στην αλλοδαπή με εκπαιδευτική άδεια, κάθε εκπαιδευτικό έτος, ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Προέδρου, μέχρι τέλους Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους. 3.Οι άδειες χορηγούνται από τον Υπουργό Οικονομικών, το αργότερο ως το τέλος Ιουνίου του έτους έναρξης της άδειας, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου μέλους και γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο γνωμοδοτεί ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Οικονομικών και μόνο μέχρι τον αριθμό των αναφερόμενων -σαυτό θέσεων. Στην αίτηση πρέπει να προσδιορίζονται τα θέματα, με τα οποία πρόκειται να ασχοληθεί το μέλος του Ν.Σ.Κ. και να επισυνάπτονται τα τυχόν δικαιολογητικά. 4.Η εκπαιδευτική άδεια χορηγείται για ένα έτος και είναι δυνατό να παραταθεί, με την ίδια διαδικασία, για ένα ακόμη έτος, αν υπάρχει σπουδαίος λόγος. 5.Η διαπίστωση της γνώσης της γλώσσας της χώρας, στην οποία πρόκειται να μεταβεί το μέλος του Ν.Σ.Κ., γίνεται από μέλη του. Υπηρεσιακού Συμβουλίου ή από οριζόμενο απαυτό άλλο μέλος, ανώτερο κατά βαθμό ή αρχαιότερο του ενδιαφερόμενου, που γνωρίζουν την γλώσσα. 6.Αυτός, που πήρε εκπαιδευτική άδεια, οφείλει να αναφέρει με δήλωσή του στον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., την ημερομηνία αναχώρησης και εγκατάστασής του στην αλλοδαπή, την έναρξη της εκπαίδευσης του, καθώς και τον τόπο και τη διεύθυνση της διαμονής του. Οφείλει επίσης, στο τέλος κάθε εξαμήνου, να υποβάλλει στον Πρόεδρο λεπτομερή έκθεση, για τη συντελεσθείσα εργασία και για την πορεία της εκπαίδευσής του, με τα αποδεικτικά των σπουδών του. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής είναι δυνατό να επιφέρει την ανάκληση του υπολοίπου της εκπαιδευτικής άδειας. 7.Στα μέλη του Ν.Σ.Κ., που αποστέλλονται με εκπαιδευτική άδεια, παρέχονται στο διπλάσιο οι αποδοχές της οργανικής τους θέσης καθώς και τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής (οδοιπορικά). 8.Σε όσους παίρνουν υποτροφία από το ίδρυμα κρατικών υποτροφιών ή από οποιοδήποτε άλλο οργανισμό ή από ξένο κράτος, οι επί πλέον των τακτικών αποδοχές καταβάλλονται μειωμένες κατά το ποσό της υποτροφίας. Η εκπαιδευτική άδεια διακόπτεται κατά τον ίδιο τρόπο που χορηγείται, αν οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιβάλλουν ή αν ο δικαιούχος αυτής δεν παρουσιάζει την αναμενόμενη επίδοση ή υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα. 9.Ο Υπουργός Οικονομικών ή ο πρόεδρος του Ν.Σ.Κ. είναι δυνατόν να αναθέσει σε μέλος του Ν,Σ.Κ, που βρίσκεται με εκπαιδευτική άδεια στην αλλοδαπή, τη μελέτη ή την έρευνα ορισμένων ζητημάτων, που αφορούν τη σχετική με τις αρμοδιότητες του Υπουργείου Οικονομικών νομοθεσία ή άλλα ειδικά θέματα. 10.Τα μέλη του Ν.Σ.Κ. που έλαβαν εκπαιδευτική άδεια, είναι υποχρεωμένα μετά την επιστροφή τους, να υπηρετήσουν επί χρόνο τετραπλάσιο του χρόνου της άδειάς τους. Όσα μέλη αθετήσουν την υποχρέωση τους αυτή, οφείλουν να επιστρέψουν στο Δημόσιο, μέσα σε τρείς μήνες, τις επί πλέον αποδοχές, που έλαβαν κατά το χρόνο της άδειας καθώς και τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής, με το νόμιμο τόκο από τη λήψη τους. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις του κώδικα είσπραξης δημόσιων εσόδων. 11.Σε περίπτωση αδικαιολόγητης υπέρβασης της εκπαιδευτικής άδειας, το μέλος στερείται τις αποδοχές του, για τις αντίστοιχες της υπέρβασης ημέρες, ανεξάρτητα από την πειθαρχική του ευθύνη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 36 παραγρ. 4. 12.Σε έκτακτες περιπτώσεις ο Υπουργός Οικονομικών ύστερα από γνώμη του προέδρου του Ν.Σ.Κ., μπορεί να επιτρέπει την αποστολή στην αλλοδαπή μελών του Ν.Σ.Κ. όλων των βαθμών, ανεξαρτήτως ηλικίας, για τη συμμετοχή σε συνέδρια ή την παρακολούθηση βραχυχρόνιων σεμιναρίων. Στην περίπτωση αυτή η απουσία του μέλους από τα καθήκοντά του δεν μπορεί να υπερβεί το μήνα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β ΑΤΟΜΙΚΟΙ ΦΑΚΕΛΟ Ι- ΜΗΤΡΩΟ ΜΕΛΩΝ Άρθρο Άρθρο 43 Ατομικοί φάκελοι 1.Για κάθε μέλος του Ν.Σ.Κ. τηρείται στην Κεντρική Υπηρεσία ατομικός φάκελος, στον οποίο περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία και έγγραφα, που αναφέρονται στο διορισμό και στην προσωπική και υπηρεσιακή του κατάσταση, οι εκθέσεις των επιθεωρητών, οι πειθαρχικές και ποινικές διώξεις και οι αποφάσεις, που εκδόθηκαν σχετικά με αυτές. 2.Έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση του φακέλου : α) ο Υπουργός Οικονομικών και ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ., β) Τα μέλη του οικείου υπηρεσιακού και πειθαρχικού συμβουλίου, γ) οι επιθεωρητές, δ) Το ίδιο το μέλος. Ανακοίνωση στοιχείων του φακέλου σε άλλα πρόσωπα απαγορεύεται. 3.Οι λεπτομέρειες τήρησης των ατομικών φακέλων ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Προέδρου. Έως ότου εκδοθεί η απόφαση αυτή εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις. Άρθρο 44 Μητρώο 1.Μητρώο των μελών του Ν.Σ.Κ. τηρείται στην Κεντρική Υπηρεσία. 2.Στο μητρώο αυτό, σε ξεχωριστό φύλλο για κάθε μέλος αναγράφεται περιληπτικά το περιεχόμενο των στοιχείων του ατομικού του φακέλου. 3.Η παράγραφος 3 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζεται και για τον τύπο του μητρώου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ Άρθρο 45 1.Οι τοποθετήσεις των διοριζόμενων ή προαγόμενων μελών του Ν.Σ.Κ. ενεργούνται με απόφαση του Προέδρου. 2.Οι μεταθέσεις και αποσπάσεις αυτών ενεργούνται με όμοια απόφαση, που εκδίδεται, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου. Μέχρι την επίδοση του σχετικού με την υπηρεσιακή μεταβολή εγγράφου, τα μέλη του Ν.Σ.Κ. εγκύρως ασκούν τα καθήκοντα της θέσης και του βαθμού, που κατέχουν. Άρθρο 46 1.Τα μέλη του Ν.Σ.Κ. μπορεί να μετατίθενται: 1)Για πλήρωση κενής θέσης ύστερα από αίτηση ή αν συντρέχουν υπηρεσιακές ανάγκες, β) Αν υποβληθούν αιτήσεις αμοιβαίας μετάθεσης. γ) Αν η μετάθεση επιβάλλεται λόγω συνθηκών, που δημιουργούν στο μέλος δυσχέρειες στην εκπλήρωση των καθηκόντων του, ή προβλήματα στην ομαλή διεξαγωγή της υπηρεσίας. 2.Μετάθεση μέλους χωρίς αίτησή του, γίνεται μόνο με αιτιολογημένη γνωμοδότηση του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, κατά της οποίας χωρεί αίτηση ανάκλησης από τον ενδιαφερόμενο ενώπιον της Ολομελείας του Ν.Σ.Κ. για σπουδαίο λόγο. Η αίτηση αυτή κατατίθεται στη γραμματεία του Ν.Σ.Κ. μέσα σε 10 ημέρες από την τηλεγραφική ειδοποίηση του ενδιαφερομένου, στην οποία προβαίνει ο γραμματέας του Ν.Σ.Κ. Αν η μετάθεση γίνεται για λόγους που ανάγονται στη συμπεριφορά ή την εκτέλεση των καθηκόντων του μέλους απαιτείται προηγούμενη έγγραφη κλήση του σε ακρόαση. Άρθρο 47 1.Οι μετακινήσεις των μελών του Ν.Σ.Κ., από μία Υπηρεσιακή Μονάδα αυτού σε άλλη, της ίδιας περιφέρειας, γίνονται με απόφαση του Προέδρου. 2.Η μετάβαση εκτός έδρας ή στην αλλοδαπή μέλους του Ν.Σ.Κ., για αντιμετώπιση υπηρεσιακής ανάγκης μέχρι δέκα ημέρες το μήνα, γίνεται με απόφαση του Προέδρου, για περισσότερο χρονικό διάστημα, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Άρθρο 48 υπηρεσιακή ανάγκη. Η διάρκεια της απόσπασης δεν είναι δυνατό να υπερβεί το έτος2. Η διαπίστωση της υπηρεσιακής ανάγκης γίνεται με αιτιολογημένη έκθεση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., στην οποία περιλαμβάνεται και πρόταση για την υπηρεσιακή μονάδα, από την οποία είναι δυνατόν να αποσπαστεί. 3.Χωρίς να αναστέλλεται η εκτέλεση της σχετικής απόφασης ο αποσπώμενος μπορεί να ζητήσει για σπουδαίο λόγο την ανάκληση της απόσπασης. 4.Νέα απόσπαση του ίδιου μέλους δεν επιτρέπεται πριν περάσουν τρία χρόνια από την πρώτη, ανεξάρτητα απο τον βαθμό, που είχε όταν αποσπάστηκε. 5.Μετά τη λήξη ή την ανάκληση της απόσπασης ο αποσπασθείς επανέρχεται αυτοδικαίως και υποχρεωτικώς στην οργανική του θέση. 6.Μέλη του Ν.Σ.Κ. από το βαθμό του Παρέδρου και ανώτερων, είναι δυνατό να αποσπαστούν σε Υπουργείο με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού. Η απόσπαση αυτή γίνεται για εκτέλεση ειδικής υπηρεσίας και δεν είναι δυνατό να υπερβεί την τριετία. Η διάταξη της παραγράφου 4 ισχύει και στην περίπτωση αυτή. 7.Ο χρόνος της κατά την προηγούμενη παράγραφο απόσπασης, θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για κάθε συνέπεια, και δεν μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την υπηρεσιακή κατάσταση και εξέλιξη των αποσπωμένων. Άρθρο 49 1.Τα μέλη του Ν.Σ.Κ. που μετατίθενται, αποσπώνται ή επανέρχονται στην Υπηρεσία οφείλουν μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την κοινοποίηση του σχετικού εγγράφου ή τη λήξη της απόσπασής τους να βρίσκονται στη θέση τους. Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ. έχει δικαίωμα να συντέμνει την προθεσμία αυτή όχι κάτω από πέντε ημέρες. 2.Το μέλος, που δεν θα εμφανιστεί στη θέση του αδικαιολόγητα μέσα στις πιό πάνω προθεσμίες, στερείται τις αποδοχές του, ανεξάρτητα από την πειθαρχική του ευθύνη. Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 36, εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. 3.Η εμφάνιση στη θέση του βεβαιώνεται με σχετική έκθεση, που συντάσσεται από τη γραμματεία του αρμόδιου Γραφείου. Αντίγραφο της έκθεσης αποστέλλεται στην Γραμματεία του Ν.Σ.Κ. Άρθρο 50 Προαγωγές 1.Για την προαγωγή μέλους του Ν.Σ.Κ. σε ανώτερο βαθμό απαιτούνται: 1)Η ύπαρξη κενής θέσης στον ανώτερο βαθμό, εφόσον οι θέσεις είναι οργανικά διακεκριμένες. 2)Η συμπλήρωση του νόμιμου χρόνου παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό. Στο χρόνο αυτό δεν υπολογίζεται ο χρόνος διαθεσιμότητας, προσωρινής παύσης, αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντα, λόγω της οποίας επιβλήθηκε τελεσίδικα πειθαρχική ποινή και ο χρόνος αργίας. 3)Η συνδρομή των ουσιαστικών προσόντων, που απαιτούνται για τον ανώτερο βαθμό. 2.Κρίνονται ως καταπόλυτη εκλογή προακτέοι, μεταξύ όλων εκείνων, που έχουν τα τυπικά προσόντα, τα μέλη που συγκεντρώνουν εξαιρετικά προσόντα μόρφωσης, ήθους και εργατικότητας. Ως κατεκλογή προακτέοι κρίνονται όσα μέλη συγκεντρώνουν τα προσόντα μόρφωσης, ήθους και εργατικότητας για νανταποκριθούν πλήρως στα καθήκοντα του ανώτερου βαθμού. 3.Οι προαγωγές των μελών μέχρι και το βαθμό του Νομικού Συμβούλου του Κράτους ενεργούνται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Η γνωμοδότηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου προκαλείται με ερώτημα του Υπουργού, μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την κένωση της θέσης και η προαγωγή ανατρέχει στη λήξη της δίμηνης αυτής προθεσμίας. 4.Οι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και των ο το μέλος. Ανα αντιπροέδρων ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο, ύστερα από εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών, επιλέγει τους προακτέους μεταξύ εκείνων που έχουν τα νόμιμα προσόντα. 5.Οι γνωμοδοτήσεις του Υπηρεσιακού Συμβουλίου πρέπει να είναι αιτιολογημένες. Ειδικότερη αιτιολογία απαιτείται προκειμένου για προαγωγή καταπόλυτη εκλογή ή για μη προαγωγή. ____ 6.Σε Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. προάγεται κατεκλογή Δικαστικός Αντιπρόσωπος, με επτά (7) έτη συνολική υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία του ως δοκίμου Δικαστικού Αντιπροσώπου. 7.Σε Νομικό Σύμβουλο προάγεται καταπόλυτη εκλογή Πάρεδρος με πέντε (5) έτη υπηρεσίας στο βαθμό του Παρέδρου, από τα οποία τα δύο τουλάχιστον, θα πρέπει να έχουν διανυθεί σε υπηρεσιακή μονάδα του Ν.Σ.Κ. της Αθήνας ή του Πειραιά. 8.Σε Αντιπρόεδρο του Ν.Σ.Κ. προάγεται Νομικός Σύμβουλος, με τρία (3) έτη υπηρεσίας στο βαθμό του Συμβούλου. 9.Σε Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. προάγεται Αντιπρόεδρος ή Νομικός Σύμβουλος, που έχει τέσσερα (4) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στο βαθμό του Νομικού Συμβούλου. 10.Οι προβλεπόμενες κατά περίπτωση στις παραγράφους 3 και 4 διοικητικές πράξεις για τις προαγωγές των μελών του Ν.Σ.Κ.. απαιτούνται και για τη λύση της υπηρεσιακής σχέσης τους, στις περιπτώσεις των άρθρων 55,56 και 57 του παρόντος διατάγματος. Άρθρο 51 1.Για τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. το Πειθαρχικό Συμβούλιο, αποτελείται από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίοι αναπληρώνονται από τους νόμιμους αναπληρωτές τους. 2.Για τους Αντιπρόεδρους του Ν.Σ.Κ. το Πειθαρχικό Συμβούλιο. αποτελείται από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ν.Σ.Κ., ή τους νόμιμους αναπληρωτές τους. 3.Το Υπηρεσιακό και Πειθαρχικό Συμβούλιο για τα λοιπά μέλη του Ν.Σ.Κ., αποτελείται: 1)Για τους Νομικούς Συμβούλους, το μεν πειθαρχικό από τους οριζόμενους στην προηγούμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου, το δε υπηρεσιακό από τον Πρόεδρο και δύο Αντιπροέδρους του Ν.Σ.Κ. Οι Αντιπρόεδροι και οι αναπληρωτές τους ορίζονται με κλήρωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδάφιο β της παρούσας παραγράφου. 2)Γιά τους Παρέδρους και τους Δικαστικούς Αντιπροσώπους, από τον Πρόεδρο, δύο Αντιπροέδρους και έξη Νομικούς Συμβούλους. Οι Αντιπρόεδροι και οι Νομικοί Σύμβουλοι ορίζονται με κλήρωση, η οποία γίνεται σε συνεδρίαση της Ολομέλειας, πριν από το τέλος κάθε έτους και καταχωρίζεται σε ιδιαίτερο πρακτικό αυτής. Ο Πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα με τα ονόματα των Αντιπροέδρων τέσσερις κλήρους και από την κληρωτίδα με τα ονόματα των Νομικών Συμβούλων δώδεκα κλήρους κατά σειρά. Αυτοί, που γράφονται στους δύο πρώτους κλήρους των Αντιπροέδρων και στους έξη πρώτους των Νομικών Συμβούλων αποτελούν τακτικά, μέλη του Συμβουλίου, ενώ οι υπόλοιποι Αντιπρόεδροι και Νομικοί Σύμβουλοι αναπληρωματικά αυτών αντίστοιχα, χωρίς καμμιά άλλη διατύπωση. 4.Η συγκρότηση των συμβουλίων της προηγούμενης παραγράφου, γίνεται με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. Η θητεία των μελών τους αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31 Δεκεμβρίου του επόμενου του ορισμού τους έτους. Στα Συμβούλια αυτά, εισηγητής ορίζεται με απόφαση του Προέδρου, Αντιπρόεδρος στην πρώτη περίπτωση και Αντιπρόεδρος ή Νομικός Σύμβουλος στη δεύτερη. 5.Η διάταξη του άρθρου 6 παραγρ. 3, για τον σχηματισμό πλειοψηφίας και την υπεροχή της ψήφου του Προέδρου, εφαρμόζεται ανάλογα και στις περιπτώσεις των παραγράφων 1,2 και 3, με την επιφύλαξη του άρθρου 93 παρ. 5. 6.Γραμματέας των Πειθαρχικών και Υπηρεσιακών Συμβουλίων των προηγούμενων παραγράφων είναι ο Γραμματέας του Ν.Σ.Κ., ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. Άρθρο Άρθρο 52 Παράλειψη - Αποχή από προαγωγή 1.Το πρακτικό γνωμοδότησης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου για μη προαγωγή Παρέδρου ή Δικαστικού Αντιπροσώπου στον επόμενο βαθμό, υποβάλλεται το συντομώτερο στον Υπουργό Οικονομικών και κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα πέντε ημερών απάτης υποβολής, ή της κοινοποιήσεως του πρακτικού αντίστοιχα, μπορεί ο μεν Υπουργός να διαφωνήσει προς την γνωμοδότηση του Συμβουλίου και να παραπέμψει την υπόθεση στην Ολομέλεια, εκθέτοντας με έγγραφό του, τους λόγους της διαφωνίας, ο δε ενδιαφερόμενος νασκήσει εγγράφως προσφυγή ενώπιον αυτής, προβάλλοντας τους λόγους που την θεμελιώνουν, και να την καταθέσει στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ. 2.Η διαφωνία του Υπουργού και η προσφυγή του παραλειφθέντος, καθώς και η σχετική γιαυτές προθεσμία, εμποδίζουν την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας με αποδοχή της προσβληθείσης γνωμοδότησης, κατά το μέρος, που αυτή θίγει την σειρά αρχαιότητας του παραλειφθέντος. 3.Η Ολομέλεια, επιλαμβανόμενη της υπόθεσης, μπορεί πριν γνωμοδοτήσει οριστικά, να καλέσει για παροχή προφορικών εξηγήσεων ή πληροφοριών και για προσκόμιση στοιχείων τους επιθεωρητές και όσους διατελούν ή διατέλεσαν προϊστάμενοι του κρινόμενου, καθώς και τον ίδιο. Η κλήση του κρινόμενου είναι υποχρεωτική, αν το ζητήσει με έγγραφη αίτησή του. 4.Στην περίπτωση, κατά την οποία εκκρεμεί, κατά του κρινόμενου για προαγωγή Παρέδρου ή Δικαστικού Αντιπροσώπου, πειθαρχική δίωξη, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο, απέχει να τον κρίνει, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επαυτής. Αν ο διωκόμενος απαλλαγεί τελεσίδικα, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο, κρίνοντας αυτόν προακτέο, τον προάγει αναδρομικά και τον αποκαθιστά στη σειρά αρχαιότητάς του. Αν δεν υπάρχει κενή θέση στο βαθμό, που προάγεται, παραμένει υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη θέση του βαθμού αυτού, που θα κενωθεί. 5.Δικαστικός Αντιπρόσωπος, που παραλείπεται να προαχθεί για τρίτη τουλάχιστο φορά λόγω ανεπάρκειας, αν μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας παράλειψης, μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, παραπέμπεται υποχρεωτικά με το ερώτημα της οριστικής παύσης, λόγω ανεπάρκειας, στο αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, τηρούμενης της διαδικασίας του άρθρου 57 παρ. 5. Άρθρο 53 1.Το μέλος του Ν.Σ.Κ., που έχει τρία χρόνια τουλάχιστον πραγματική δημόσια υπηρεσία τίθεται, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του, σε διαθεσιμότητα λόγω νόσου, η οποία κατά τη γνώμη της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής είναι δυνατό να θεραπευθεί, παρατείνεται όμως και μετά το χρόνο της αναρρωτικής άδειας του άρθρου 38. 2.Η θέση σε διαθεσιμότητα και η επάνοδος στην υπηρεσία γίνεται με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., που εκδίδεται ύστερα από γνωμοδότηση του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου. 3.Η διαθεσιμότητα λόγω νόσου δεν είναι δυνατό να υπερβεί το ένα έτος και, αν η νόσος, δε θεραπεύεται εύκολα, τα δύο έτη. Η διαθεσιμότητα, αρχίζει μόλις λήξει η αναρρωτική άδεια. Μετά την πάροδο του έτους ή των δύο ετών αντίστοιχα, η αρμόδια επιτροπή, η προβλεπόμενη από τον υπαλληλικό κώδικα, αποφαίνεται, ύστερα από ερώτημα του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., αν το μέλος είναι η όχι ικανό να επανέλθει αμέσως στα καθήκοντά του. Σε περίπτωση αρνητικής γνωμάτευσης, παύεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 57. 4.Το μέλος του Ν.Σ.Κ. είναι δυνατό να παραπεμφθεί για εξέταση στην επιτροπή της προηγούμενης παραγράφου και πριν λήξει ο χρόνος της διαθεσιμότητας. Αν η επιτροπή γνωματεύσει, ότι δεν είναι ικανός να αναλάβει αμέσως καθήκοντα, η διαθεσιμότητα διατηρείται μέχρι τη λήξη της. 5.Η επιτροπή αυτή είναι δυνατό να εξετάσει και μέλος, που διαμένει εκτός της έδρας της, μέσω της πλησιέστερης υγειονομικής επιτροπής. 6.Το μέλος, που τέθηκε σε διαθεσιμότητα λόγω νόσου, παίρνει τα τρία τέταρτα (3/4) του συνόλου των αποδοχών του. Άρθρο 54 1.Το μέλος του Ν.Σ.Κ., που στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία με ένταλμα προσωρινής κράτησης, με βούλευμα ή με δικαστική απόφαση, έστω και ν απολύθηκε προσωρινά από τις φυλακές, τίθεται αυτοδικαίως σε κατάσταση αργίας. Αν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο τέθηκε σε αργία, επανέρχεται αυτοδικαίως στην υπηρεσία. 2.Το μέλος είναι δυνατό να τεθεί σε προσωρινή αργία, όταν εκκρεμεί εναντίον του α) ποινική δίωξη για έγκλημα που μπορεί να επισύρει αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων ή β) πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα, που μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης.3. Η θέση σε προσωρινή αργία, κατά την προηγούμενη παράγραφο, γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από γνωμοδότηση του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου. 4.Η προσωρινή αργία της παραγράφου 2 αρχίζει ή λήγει από την κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο της σχετικής υπουργικής απόφασης. Δεν απαιτείται έκδοση απόφασης για τη λήξη της αργίας, αν εκδοθεί αμετάκλητη απαλλακτική δικαστική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα ή τελεσίδικη πειθαρχική απόφαση. Στις περιπτώσεις αυτές ο ευρισκόμενος σε αργία επανέρχεται αυτοδίκαια. Επίσης επανέρχεται αυτοδίκαια στην υπηρεσία, αν καταδικάστηκε αμετάκλητα για έγκλημα ή τιμωρήθηκε τελεσίδικα για πειθαρχικό παράπτωμα, που δεν συνεπάγονται την οριστική παύση από την υπηρεσία. Στις περιπτώσεις αυτές εκδίδεται διαπιστωτική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. 5.Από τις αποδοχές του μέλους, που έχει τεθεί σε αργία, παρακρατείται το ένα τρίτο (1/3). Τούτο α) αποδίδεται με απόφαση του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, αν απαλλαγεί αμετάκλητα από την κατηγορία και β) είναι δυνατό να του αποδοθεί με απόφαση του ίδιου Συμβουλίου, αν κατάδικαστεί για έγκλημα ή τιμωρηθεί για πειθαρχικό παράπτωμα, που δε συνεπάγονται την οριστική παύση. Άρθρο Άρθρο 55 Παραίτηση 1.Το μέλος του Ν.Σ.Κ. έχει το δικαίωμα να παραιτηθεί εγγράφως. Αίρεση, όρος ή προθεσμία, που τέθηκαν στο έγγραφο της παραίτησης, θεωρούνται οτι δεν γράφτηκαν. 2.Η αποδοχή της παραίτησης πρέπει να γίνει μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της. Μέσα στην ίδια προθεσμία αυτός, που παραιτήθηκε, έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει εγγράφως την παραίτησή του, εφ όσον η πράξη της αποδοχής δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί 3.Δεν είναι υποχρεωτική για τον Υπουργό Οικονομικών η αποδοχή της παραίτησης και δεν έχει εφαρμογή η παράγραφος 5, αν κατά το χρόνο υποβολής της παραίτησης είναι εκκρεμής σε βάρος του παραιτούμενου: α) πειθαρχική δίωξη ή β) ποινική δίωξη για κακούργημα ή για πλημμέλημα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 30 παράγραφος 1 περίπτ. ε. 4.Η λύση της υπηρεσιακής σχέσης επέρχεται από τη στιγμή, πού θα κοινοποιηθεί σ αυτόν, που παραιτήθηκε, η πράξη αποδοχής της παραίτησης. 5.Θεωρείται, ότι έγινε αποδεκτή η παραίτηση και λύεται αυτοδικαίως η υπηρεσιακή σχέση εξήντα ημέρες μετά την υποβολή της, εφ όσον μέχρι την ημέρα αυτή δεν έχει δημοσιευθεί και κοινοποιηθεί η πράξη αποδοχής της παραίτησης. Άρθρο 56 α)Οταν συμπληρώσουν τριακονταπενταετή πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία και πάντως όχι πριν από τη συμπλήρωση του εξηκοστού (60ου) έτους της ηλικίας τους και β)Οταν συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο (65ο) έτος της ηλικίας τους. Στην περίπτωση αυτή η παραμονή τους στην υπηρεσία παρατείνεται ως τη συμπλήρωση του εξηκοστού εβδόμου (67ου) έτους, εφόσον δεν συμπληρώνουν τριακονταπενταετή (35η) πραγματική συντάξιμη δημόσια υπηρεσία. Ως ημέρα συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους αποχώρησης, κατά την οποία λύνεται η υπηρεσιακή σχέση. Η ηλικία αποδεικνύεται σύμφωνα, με όσα ορίζονται στο άρθρο 29του παρόντος Διατάγματος. 2.Η πράξη της Διοίκησης, κατά περίπτωση, που βεβαιώνει την αποχώρηση μέλους του Ν.Σ.Κ. από την υπηρεσία, σύμφωνα με τις διακρίσεις της προηγούμενης παραγράφου, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ανακοινώνεται στον αποχωρούντα, δέκα πέντε ημέρες πριν από την ημερομηνία αποχώρησης. 3.Το μέλος, που συμπλήρωσε τριάντα χρόνια πραγματική υπηρεσία, ή αποχωρεί λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, διατηρεί τιμητικά τον τίτλο της θέσης που κατείχε και μετά από τη λύση της υπηρεσιακής σχέσης. Αυτό μνημονεύεται στο προεδρικό διάταγμα ή την Υπουργική απόφαση αποχώρησης από την υπηρεσία. 4.Το μέλος, που παύεται οριστικά λόγω πειθαρχικού παραπτώματος ή κατά τις διατάξεις του άρθρου 53 παράγρ. 1 και 2 περίπτωση β, στερείται τον τίτλο της προηγούμενης παραγράφου. Τον τίτλο στερείται και αυτός, που τιμωρήθηκε στο βαθμό εξόδου από την υπηρεσία με πειθαρχική ποινή προσωρινής παύσης. 5.Από τον τίτλο αυτόν εκπίπτει αυτοδικαίως εκείνος που καταδικάστηκε αμετάκλητα για μια από τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος-1 περίπτ.ε. Άρθρο 57 1.Εκτός από την περίπτωση της επιβολής πειθαρχικής ποινής οριστικής παύσης, λόγω πειθαρχικού παραπτώματος, το μέλος του Ν.Σ.Κ. παύεται οριστικά: α) αν στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα λόγω αμετάκλητης καταδίκης. 1)αν καταδικάστηκε αμετάκλητα σε οποιαδήποτε ποινή, για αδίκημα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 30 παράγραφος 1, περίπτ. ε. 2.Είναι δυνατό να παυθεί οριστικά το μέλος: α) για ανικανότητα εκτέλεσης των υπηρεσιακών του καθηκόντων, λόγω νόσου ή αναπηρίας, σωματικής ή πνευματικής, εφόσον η ανικανότητα αυτή διαρκεί και πέρα από το χρόνο, που ορίζεται από τίς κείμενες διατάξεις για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους, β) για υπηρεσιακή ανεπάρκεια. 3.Για την οριστική παύση του μέλους, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αποφασίζει το Πειθαρχικό Συμβούλιο, που είναι κατά περίπτωση αρμόδιο. 4.Η διαδικασία για την παύση του μέλους ενώπιον του αρμόδιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, κινείται σε κάθε περίπτωση από τον Υπουργό Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. 5.Αν κινηθεί η διαδικασία για την παύση του μέλους του Ν.Σ.Κ., ο πρόεδρος του αρμόδιου Πειθαρχικού Συμβουλίου . ή ο νόμιμος αναπληρωτής του, ορίζει ένα από τα μέλη του ως εισηγητή. Ο εισηγητής συλλέγει τα αναγκαία στοιχεία τα σχετικά με το λόγο της παύσης και μπορεί να εξετάσει μάρτυρες και να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επίσης καλεί το μέλος, που εισάγεται για οριστική παύση, να δώσει εξηγήσεις. Τέλος συντάσσει και υποβάλλει στον πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου έκθεση, που περιέχει και τη γνώμη του, ως προς την ουσία της υπόθεσης. Το μέλος, που εισάγεται για παύση, έχει δικαίωμα να λάβει γνώση των στοιχείων του φακέλου οποτεδήποτε. 6.Ο πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζει δικάσιμο, στην οποία καλείται το εισαγόμενο για παύση μέλος με κλήση, που περιέχει το λόγο της εισαγωγής του, καθώς και λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν το λόγο αυτό. Η κλήση για παράσταση του κατά τη συνεδρίαση επιδίδεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, τουλάχιστο δεκαπέντε ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Παράσταση ή συμπαράσταση δικηγόρου δεν επιτρέπεται. 7.Το Συμβούλιο εκτιμά γενικότερα την καθόλου υπηρεσία του και τη χρησιμότητα του ή όχι στην υπηρεσία. Η απόφαση του Συμβουλίου, επιδίδεται το συντομώτερο σαυτόν, που παύθηκε. Αν ο παυθείς είναι Νομικός Σύμβουλος, Πάρεδρος η Δικαστικός Αντιπρόσωπος, έχει δικαίωμα, νασκήσει καταυτής, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα ημερών, από την κοινοποίηση της σαυτόν, προσφυγή, η οποία κατατίθεται στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ. Η προσφυγή απευθύνεται, για μεν τους Νομικούς Συμβούλους στο οριζόμενο από την παράγραφο 2 του άρθρου 51 Πειθαρχικό Συμβούλιο, για δε τους Παρέδρους και Δικαστικούς Αντιπροσώπους, στην Ολομέλεια του Ν.Σ.Κ. 8.Η προθεσμία της προσφυγής και η άσκηση αυτής, αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης, με την οποία απαγγέλλεται η οριστική παύση. 9.Η απόφαση, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε προσφυγή. ή άν ασκηθείσα απορρίφθηκε, καθώς και εκείνη, κατά της οποίας δεν προβλέπεται τέτοια προσφυγή από τις διατάξεις του παρόντος, εκτελείται με την έκδοση προεδρικού διατάγματος ή υπουργικής απόφασης, όπως ορίζεται στο άρθρο 50 παραγρ. 11, η οποία δημοσιεύεται περιληπτικά στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και επιδίδεται στον παυθέντα. Από την επίδοση επέρχεται η λύση της υπηρεσιακής σχέσης. Αν δεν προκύπτει, ότι έγινε επίδοση, αυτή λογίζεται, ότι έγινε την 30ή ημέρα από τη δημοσίευση της απόφασης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΔΟΚΙΜΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ-ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ-ΜΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ Άρθρο 58 Προκήρυξη διαγωνισμού 1.Για την πλήρωση των θέσεων δοκίμων Δικαστικών Αντιπροσώπων του Ν.Σ.Κ., διενεργείται διαγωνισμός που προκηρύσσεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. Κενές θέσεις για πλήρωση θεωρούνται, όσες θέσεις είναι κενές, κατά τον χρόνο υπογραφής της προκήρυξης σε όλους τους βαθμούς των μελών του Κύριου προσωπικού του Ν.Σ.Κ. και όσες απαυτές κενωθούν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου, του έτους έναρξης του διαγωνισμού. 2.Η προκήρυξη, η οποία αναφέρει τον αριθμό των θέσεων και την ημέρα έναρξης του διαγωνισμού, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες της Πρωτεύουσας και μία της Θεσσαλονίκης και τοιχοκολλάται στο κατάστημα του Ν.Σ.Κ. Η τελευταία δημοσίευση πρέπει να γίνεται τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες, πριν από την οριζόμενη ημερομηνία έναρξης του διαγωνισμού. Ευρύτερη γνωστοποίηση του διαγωνισμού μπορεί να γίνει με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και με κάθε άλλο πρόσφορο τρόπο, πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων συμμετοχής στο διαγωνισμό. Άρθρο 59 1.Η εξέταση των υποψήφιων γίνεται από τριμελή Επιτροπή, αποτελούμενη από τον Πρόεδρο ή έναν Αντιπρόεδρο και δύο Νομικούς Συμβούλους. Γραμματέας της Επιτροπής ορίζεται ο Γραμματέας του Ν.Σ.Κ. 2.Τα μέλη της Επιτροπής, ο γραμματέας και οι αναπληρωτές τους ορίζονται με πράξη του Προέδρου, που τοιχοκολλάται στο κατάστημα του Ν.Σ.Κ., πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την έναρξη του διαγωνισμού. 3.Δεν επιτρέπεται να συμμετέχει ως μέλος, ή γραμματέας της Επιτροπής συγγενής διαγωνιζόμενου μέχρι και του τέταρτου βαθμού. Άρθρο 60 Υποψήφιοι Στο διαγωνισμό έχουν δικαίωμα συμμετοχής: α) δικαστικοί λειτουργοί, εκτός των ειρηνοδικών, β) οι ειρηνοδίκες, που έχουν συμπληρώσει διετή υπηρεσία και γ) οι δικηγόροι. Άρθρο 61 Υποβολή αιτήσεως συμμετοχής Οι ενδιαφερόμενοι να μετάσχουν στο διαγωνισμό, υποβάλλουν στη Γραμματεία του Ν.Σ.Κ. δέκα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την έναρξη του διαγωνισμού, αίτηση με τα νόμιμα δικαιολογητικά, απευθυνόμενη στον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. Τα δικαιολογητικά αυτά ορίζονται στην προκήρυξη. Ως ημέρα υποβολής της αίτησης, λαμβάνεται η ημέρα κατάθεσης και πρωτοκόλλησης της στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ. Άρθρο 62 1.Η επιτροπή του διαγωνισμού συνέρχεται μέσα σε δύο ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου άρθρου και αφού ελέγξει τις αιτήσεις συμμετοχής και τα δικαιολογητικά, καταρτίζει πίνακα στον οποίο καταχωρούνται με αλφαβητική σειρά οι υποψήφιοι, που έχουν τα τυπικά προσόντα. Οι υπόλοιποι αποκλείονται με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση της Επιτροπής. Ο παραπάνω πίνακας, καθώς και ο πίνακας των αποκλειομένων από το διαγωνισμό, τοιχοκολλούνται στο κατάστημα του Ν.Σ.Κ. 2.Οι υποψήφιοι, των οποίων οι αιτήσεις έγιναν δεκτές, καλούνται να εξετασθούν με το πρόγραμμα του διαγωνισμού, που καταρτίζεται από την Επιτροπή και τοιχοκολλάται δύο ημέρες πριν από την έναρξη του διαγωνισμού στο κατάστημα του Ν.Σ.Κ. Άρθρο 63 Εξεταστέα ύλη 1. Η εξεταστέα ύλη περιλαμβάνει τα εξής μαθήματα: α) Συνταγματικό και Διοικητικό Δίκαιο, β) Αστικό και Εμπορικό Δίκαιο, γ) Πολιτική Δικονομία, δ) Φορολογικό Δίκαιο και Φορολογική-Διοικητική Δικονομία, ε) Στοιχεία Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας, στ) Στοίχεία, Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρθρο 64 1.Η εξέταση των διαγωνιζόμενων διεξάγεται σε δύο στάδια, προκριματικό και τελικό. 2.Η ικανότητα αυτών βαθμολογείται από κάθε μέλος της επιτροπής με τους εξής βαθμούς και αριθμούς: Άριστα: 14 και 15 Λίαν Καλώς: 11,12 και 13 Καλώς: 8,9 και 10 Σχεδόν Καλώς: 5,6 και 7 Μετρίως: 2,3 και 4 Κακώς: 0 και 1 Άρθρο 65 Προκριματικό στάδιο Το προκριματικό στάδιο περιλαμβάνει γραπτή εξέταση, στα μαθήματα, που ορίζονται στις περιπτώσεις α,β και γ του άρθρου 63,η οποία λαμβάνει χώρα σε διαφορετική ημέρα για κάθε μάθημα. Άρθρο 66 1.Το θέμα κάθε μαθήματος είναι κοινό για όλους τους υποψήφιους και καθορίζεται με κλήρο μεταξύ τριών θεμάτων, που έχει επιλέξει η Επιτροπή. Η κλήρωση διενεργείται από τον Πρόεδρο της Επιτροπής, παρουσία των εξεταζόμενων. 2.Με την έναρξη της εξέτασης, απαγορεύεται στους εξεταζόμενους κάθε επικοινωνία μεταξύ τους ή προς τα έξω. Επιτρέπεται σαυτούς μόνο η χρήση των κειμένων των νόμων, χωρίς σχόλια ερμηνείας ή νομολογίας. 3.Στους εξεταζόμενους παρέχεται χρόνος τριών ωρών για την ανάπτυξη του θέματος, ο οποίος υπολογίζεται από το τέλος της εκφώνησής του. Όταν συμπληρωθεί ο χρόνος, ο εξεταζόμενος οφείλει να παραδώσει το χειρόγραφό του. Άρθρο 67 1.Υποψήφιος, ο οποίος δεν προσήλθε, για οποιοδήποτε λόγο κατά την έναρξη της εξέτασης, ενός από τα μαθήματα του προκριματικού σταδίου, δεν μπορεί να μετάσχει σαυτήν και αποκλείεται από τον διαγωνισμό. 2.Υποψήφιος, που καταλαμβάνεται ν αντιγράφει από μη επιτρεπόμενο βιβλίο ή οποιοδήποτε χειρόγραφο, να χρησιμοποιεί σημειώσεις ή να συνεννοείται με άλλον υποψήφιο, αποβάλλεται από την αίθουσα και αποκλείεται από τον διαγωνισμό. Άρθρο 68 1.Οι υποψήφιοι αναπτύσσουν τα θέματα σε φύλλα χάρτου, τα οποία παρέχει η Επιτροπή και φέρουν τη σφραγίδα του Ν.Σ.Κ. και μονογραφή του Προέδρου της Επιτροπής. 2.Απαγορεύεται η αναγραφή στα φύλλα αυτά οποιουδήποτε ονόματος ή άλλου-διακριτικού σημείου. Παράβαση της απαγόρευσης αυτής παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να βαθμολογήσει το θέμα με το βαθμό μηδέν. 3.Το όνομα του εξεταζόμενου, γράφεται, στο πάνω αριστερό μέρος του φύλλου, στο οποίο έγινε η ανάπτυξη του θέματος και καλύπτεται με αδιαφανές φύλλο χάρτου. Η κάλυψη γίνεται από τον υποψήφιο, αφού προηγηθεί ο έλεγχος της ταυτότητάς του από μέλος της Επιτροπής, το οποίο και μονογράφει αμέσως μετά από την τελευταία λέξη του γραπτού. Άρθρο 69 1.Τα μέλη της Επιτροπής βαθμολογούν χωριστά ο καθένας κάθε γραπτό, στο οποίο και σημειώνονται οι βαθμοί. Το άθροισμα των βαθμών αυτών διαιρούμενο με τον αριθμό των μελών δίνει τον τελικό βαθμό κάθε γραπτού. Μετά την βαθμολόγηση από όλους τους εξεταστές, αποκαλύπτεται το όνομα του υποψήφιου και αναγράφονται κάτω απ αυτό ο τελικός βαθμός και οι υπογραφές των μελών. 2.Γίνονται δεκτοί στο τελικό στάδιο του διαγωνισμού οι υποψήφιοι, των οποίων το άθροισμα των τελικών βαθμών της - γραπτής εξέτασης, δίνει μέσο όρο βαθμολογίας οκτώ (8). 3.Τα ονόματα των επιτυχόντων αναγράφονται σε πίνακα με αλφαβητική σειρά, χωρίς να σημειώνεται ο βάθμός. Ο πίνακας τοιχοκολλάται στο κατάστημα του Ν.Σ.Κ. Άρθρο 70 1.Το τελικό στάδιο περιλαμβάνει προφορική εξέταση, στα θέματα της ύλης, που ορίζονται στο άρθρο 63. 2.Οι υποψήφιοι καλούνται στην προφορική εξέταση καταλφαβητική σειρά. Η εξέταση γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση της Επιτροπής, είναι λεπτομερής και περιλαμβάνει θέματα, πού τίθενται από την Επιτροπή, από ολόκληρη την εξεταστέα ύλη του άρθρου 63. 3.Μετά από την εξέταση κάθε υποψήφιου, τα μέλη της Επιτροπής βαθμολογούν ο καθένας χωριστά την συνολική επίδοση του υποψήφιου. Ο μέσος όρος των τριών βαθμών αποτελεί τον τελικό βαθμό της προφορικής εξέτασης. Άρθρο 71 Καθορισμός τελικής βαθμολογίας 1.0 βαθμός του μέσου όρου βαθμολογίας του προκριματικού σταδίου και του μέσου όρου της προφορικής εξέτασης, αθροιζόμενοι και διαιρούμενοι δια του δύο, παρέχουν τον τελικό βαθμό του υποψηφίου. Θεωρείται επιτυχών στο διαγωνισμό ο υποψήφιος, που έλαβε τελικό βαθμό οκτώ (8). Η σειρά επιτυχίας των υποψηφίων, κανονίζεται από τον τελικό βαθμό. 2.Σε περίπτωση ισοβαθμίας, γίνεται κλήρωση, από την επιτροπή, στην οποία καλούνται να παρευρεθούν οι ισοβαθμούντες υποψήφιοι. Άρθρο 72 1.Η Επιτροπή του διαγωνισμού συντάσσει για τη διεξαγωγή αυτού πρακτικό, υπογραφόμενο από τα μέλη της και το Γραμματέα, στο οποίο καταχωρείται αναλυτικά η βαθμολογία και το αποτέλεσμα κάθε εξεταστικού σταδίου, καθώς και το τελικό αποτέλεσμα του διαγωνισμού με την τελική βαθμολογία κάθε υποψήφιου και τη σειρά κατάταξης των επιτυχόντων. 2.Για τη σειρά κατάταξης συντάσσεται πίνακας των επιτυχόντων, ο οποίος αφού υπογραφεί από τον Πρόεδρο της Επιτροπής και τον Γραμματέα, παραδίδεται μαζί με όλο το φάκελο διεξαγωγής του διαγωνισμού στη Γραμματεία του Ν.Σ.Κ., η οποία επιμελείται για την δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Ο πίνακας ισχύει για ένα έτος από τη δημοσίευση του. 3.Η σειρά διορισμού σε θέσεις δόκιμων Δικαστικών Αντιπροσώπων καθορίζεται από τη σειρά επιτυχίας στο διαγωνισμό, που αναγράφεται στον πίνακα επιτυχόντων. Άρθρο Άρθρο 73 Διορισμός επιτυχόντων - Προαγωγή - Μονιμοποίηση Απόλυση 1.0 διορισμός αυτών, που πέτυχαν στο διαγωνισμό, γίνεται στο βαθμό του δόκιμου Δικαστικού Αντιπροσώπου και σύμφωνα με τη σειρά εγγραφής στον πίνακα των επιτυχόντων. Θέσεις που κενώνονται, μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του πίνακα των επιτυχόντων, συμπληρώνονται απαυτόν τον πίνακα και με τη σειρά που ορίζεται σαυτόν. 2. Οι δόκιμοι Δικαστικοί Αντιπρόσωποι διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία δύο ετών στη διάρκεια της οποίας έχουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μέλους του Ν.Σ.Κ. 3.Μετά τη συμπλήρωση της διετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο, με βάση αιτιολογημένη πρόταση του ορισθέντος από τον Πρόεδρο εισηγητή Αντιπροέδρου ή Νομικού Συμβούλου, αποφασίζει, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Οικονομικών για την προαγωγή τους σε Δικαστικούς Αντιπροσώπους. Η απόφαση είναι αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη το ήθος, την επιστημονική κατάρτιση, τη φιλοπονία, που επέδειξαν, καθώς και την ικανότητα και καταλληλότητά τους για τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του μέλους του Ν.Σ.Κ. Αν, αντίθετα, το συμβούλιο κρίνει, ότι ο δόκιμος δεν πρέπει να προαχθεί σε Δικαστικό Αντιπρόσωπο, για ανεπάρκεια ή έλλειψη ήθους, αποφασίζει με αιτιολογημένη απόφασή του την οριστική του απόλυση από την υπηρεσία, η οποία ,γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. 4.Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο μπορεί επίσης με αιτιολογημένη απόφαση του να παρατείνει τη δοκιμαστική υπηρεσία του δόκιμου Δικαστικού Αντιπρόσωπου για ένα ακόμη έτος, αν κρίνει ότι δεν είναι ώριμος να προαχθεί σε Δικαστικό Αντιπρόσωπο. Μετά από την πάροδο του πρόσθετου έτους, το Συμβούλιο, αν κρίνει, ότι δεν πρέπει να προαχθεί, αποφασίζει ταυτόχρονα, με αιτιολογημένη απόφαση, την οριστική απόλυσή του από την υπηρεσία, η οποία γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. 5.Οι δόκιμοι Δικαστικοί Αντιπρόσωποι, που κρίνονται ικανοί από το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο, προάγονται σε Δικαστικούς Αντιπροσώπους και μονιμοποιούνται, σύμφωνα με τη σειρά επιτυχίας στο διαγωνισμό. Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου, η προαγωγή αυτών, που κρίθηκαν προακτέοι, μετά από την πάροδο της πρόσθετης ετήσιας δοκιμαστικής υπηρεσίας, δεν ενεργεί αναδρομικά. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΚΑΙ ΜΕΛΩΝ Ν.Σ.Κ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α Άρθρο Άρθρο 74 Όργανα επιθεώρησης 1.Η επιθεώρηση των υπηρεσιακών μονάδων και των μελών του Ν.Σ.Κ., ενεργείται από Αντιπρόεδρους ή Νομικούς Σύμβουλους, οι οποίοι ορίζονται με απόφαση του Προέδρου. 2.Η θητεία των επιθεωρητών είναι ετήσια και αρχίζει την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από το διορισμό τους. 3.Σε περίπτωση θανάτου, κωλύματος ή αποχώρησης από την υπηρεσία του επιθεωρητή ορίζεται, κατά την παράγραφο 1, αντικαταστάτης, για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας του. 4.Οι επιθεωρητές κατά το χρονικό διάστημα της άσκησης των καθηκόντων τους μπορεί να απαλλάσσονται από οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία. Άρθρο 75 Κρήτης και λοιπών νήσων. 2.Οι περιφέρειες της επιθεώρησης είναι δυνατό να μεταβάλλονται ή και να αυξάνονται με απόφαση του Προέδρου, η οποία ισχύει από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ Άρθρο 76 Αρμοδιότητες επιθεωρητών 1.Οι επιθεωρητές: 1)Επιθεωρούν όλα τα Γραφεία του Ν.Σ.Κ. της περιφέρειάς τους και τα μέλη που υπηρετούν σαυτά, κατά το χρονικό διάστημα της θητείας τους. 2)Ενεργούν στην περιφέρειά τους, ύστερα από παραγγελία του Προέδρου, έκτακτη ή συμπληρωματική επιθεώρηση κάθε Γραφείου και μέλους του Ν.Σ.Κ., για συγκεκριμένη χρονική περίοδο. 3)Εισηγούνται την άσκηση πειθαρχικής αγωγής κατά οποιουδήποτε επιθεωρούμενου, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 2.Οι επιθεωρητές οφείλουν να μεταβαίνουν στις έδρες των Γραφείων της περιφέρειάς τους για διενέργεια επιθεώρησης, οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της ετήσιας θητείας τους. Εκτακτες ή συμπληρωματικές επιθεωρήσεις ενεργούνται οποτεδήποτε. Ο Πρόεδρος, μπορεί να ενεργήσει οποτεδήποτε αυτοπροσώπως επιθεώρηση όλων των Γραφείων και των μελών του Ν.Σ.Κ. 3.Η επιθεώρηση της παρ. 1 περ. α (τακτική επιθεώρηση), αφορά την εργασία των μελών του Ν.Σ.Κ., του βαθμού του Παρέδρου και κατώτερων, η οποία συντελέστηκε από την 1η Ιανουαρίου έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους ορισμού του επιθεωρητή. 4.Οι επιθεωρητές ερευνούν τον τρόπο, κατά τον οποίο διεξάγεται η υπηρεσία των Γραφείων του Ν.Σ.Κ. και την εργασία, που συντελέστηκε, κατά το επιθεωρούμενο χρονικό διάστημα, την ενημερότητα στη διεκπεραίωση των υποθέσεων, καθώς και την τακτική και ομαλή διεξαγωγή της υπηρεσίας τους και την καταλληλότητα των κτιρίων. 5.Οι επιθεωρητές: α)Εξετάζουν την εργασία των επιθεωρούμενων μελών και διεξάγουν κάθε σχετική μαυτήν χρήσιμη έρευνα, δυνάμενοι να παίρνουν πληροφορίες και από τους προϊσταμένους των δικαστηρίων της περιφέρειας του Γραφείου, στο οποίο υπηρετούν, για τον σχηματισμό γνώμης σε σχέση με τα αξιολογούμενα, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο παρ.2, ουσιαστικά προσόντα. 1)Οφείλουν να διεξάγουν με κάθε λεπτομέρεια την πιό πάνω έρευνα, χρησιμοποιώντας απαραιτήτως και προσωπική επικοινωνία με τους επιθεωρούμενους. 2)Δικαιούνται να λαμβάνουν γνώση των φακέλλων των υποθέσεων, που χειρίζονται και να επιλαμβάνονται παντός θέματος, που εμπίπτει στην επιθεώρηση και ανακύπτει κατά τη διάρκεια της θητείας τους. 6.Με απόφαση του Προέδρου, εκκαθαρίζονται η ημερήσια εκτός έδρας αποζημίωση και τα οδοιπορικά έξοδα των επιθεωρητών, εφόσον προβλέπεται από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Άρθρο 77 Εκθέσεις επιθεώρησης 1.Οι επιθεωρητές συντάσσουν γενικές εκθέσεις, με διαπιστώσεις για τον τρόπο λειτουργίας κάθε Γραφείου της περιφέρειάς τους. Σ αυτές εισηγούνται και τα μέτρα, που τυχόν απαιτούνται για την εύρυθμη λειτουργία τους και την καλύτερη διεξαγωγή των εργασιών τους. 2.Οι επιθεωρητές συντάσσουν επίσης ιδιαίτερη, λεπτομερή και ειδικά αιτιολογημένη έκθεση για κάθε επιθεωρούμενο μέλος του Ν.Σ.Κ. της περιφέρειάς τους. Στην έκθεση αυτή αξιολογούνται α) το ήθος, το σθένος και ο χαρακτήρας, β) η επιστημονική κατάρτιση, γ) η κρίση και η αντίληψη, δ) η επιμέλεια, η εργατικότητα και η υπηρεσιακή (ποιοτική και ποσοτική) απόδοση, ε) η ικανότητα στην κατανόηση των υποθέσεων, στη διατύπωση των εισηγήσεων και των δικογράφων και στ) η συμπεριφορά του μέλους γενικά και ιδιαίτερα στα ακροατήρια των δικαστηρίων και στις σχέσεις με τις λοιπές Υπηρεσίες και Αρχές καθώς και η κοινωνική του παράσταση. 3.Για την αξιολόγηση ως προς τα πιο πάνω προσόντα οι επιθεωρητές οφείλουν να χρησιμοποιούν την εξής κλίμακα: 1. άρτια ή εξαίρετή, 2. πολύ καλή, 3. περισσότερο από καλή, 4. καλή, 5. μέτρια και 6. ανεπαρκής. Για το ήθος και το σθένος οφείλουν να χρησιμοποιούν τους χαρακτηρισμούς: 1. εξαίρετο, 2. πολύ καλό, 3. προσήκον και 4. μη προσήκον. 4.Στην ατομική έκθεση των επιθεωρούμενων, μπορεί να σημειώνεται από τους επιθεωρητές και κάθε άλληπαρατήρηση, που θεωρούν χρήσιμη για την αξιολόγηση τους. 5.Με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, μπορεί να καθιερώνεται ενιαίο έντυπο, για τις εκθέσεις επιθεώρησης των μελών του Ν.Σ.Κ. Στο έντυπο αυτό περιλαμβάνονται τα στοιχεία του επιθεωρούμενου, τα αξιολογούμενα προσόντα, η διαβάθμισή τους, καθώς και χώρος για την αιτιολογία και για ειδικές παρατηρήσεις. 6.Οι εκθέσεις των επιθεωρητών υποβάλλονται στον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της θητείας τους. Σε περίπτωση έκτακτης ή συμπληρωματικής επιθεώρησης, η έκθεση υποβάλλεται αμέσως μετά τη διενέργειά της. Η έκθεση επιθεώρησης τοποθετείται στον ατομικό φάκελο του επιθεωρούμενου και αντίγραφο αυτής επιδίδεται στον επιθεωρούμενο με επιμέλεια της Γραμματείας του Ν.Σ.Κ. Άρθρο 78 1.Η επίδοση των εκθέσεων της Επιθεώρησης στους επιθεωρούμενους, γίνεται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους στον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. Ο επιθεωρούμενος, μέσα σε 30 ημέρες από την επίδοση σαυτόν της έκθεσης της τακτικής επιθεώρησης, έχει δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή, με κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του Ν.Σ.Κ. και να ζητήσει διόρθωση της έκθεσης ή επανάκριση, ιδιαίτερα αν η έκθεση: α) περιέχει ανακριβή περιστατικά, ή β) είναι αναιτιολόγητη, ή γ) περιέχει ανακριβείς αιτιολογίες ή δυσμενείς κρίσεις και χαρακτηρισμούς, που δεν δικαιολογούνται από τις διαπιστώσεις, που αναφέρονται σαυτήν ή στηρίζονται σε στοιχεία αντικειμενικώς ανακριβή ή βρίσκονται σε αντίθεση με προηγούμενες εκθέσεις. 2.Για την προσφυγή αποφαίνεται, το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο, το οποίο συγκαλείται, εντός εύλογου χρόνου, από της υποβολής της προσφυγής. Αν κρίνει, ότι τα παράπονα είναι βάσιμα, με αιτιολογημένη απόφασή του, προβαίνει σε διόρθωση της έκθεσης, εκτός αν κρίνει αναγκαία την επανάληψη της επιθεώρησης, οπότε διατάσσει επανάκριση σχετικά με τους λόγους της προσφυγής από άλλο μέλος του Ν.Σ.Κ. κατά το δυνατό αρχαιότερο του επιθεωρητή. Η απόφαση του συμβουλίου, με την οποία διατάσσεται διόρθωση της έκθεσης, τίθεται στο φάκελο του επιθεωρούμενου, ενώ η έκθεση, που συντάσσεται, ύστερα από επανάκριση, αντικαθιστά την προηγούμενη έκθεση, η οποία αποσύρεται από το φάκελό του. Αν τα παράποντα κριθούν αβάσιμα, το συμβούλιο απορρίπτει την προσφυγή με αιτιολογημένη απόφασή του, η οποία τίθεται στο φάκελο του επιθεωρούμενου. Η έκθεση που συντάσσεται ύστερα από επανάκριση δεν υπόκειται σε προσφυγή. 3.Οι αποφάσεις του συμβουλίου και η νέα έκθεση υποβάλλονται, στον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. και επιδίδονται σαυτόν που άσκησε την προσφυγή. Άρθρο 79 Έκθεση για οριστική παύση Αν κατά την επιθεώρηση διαπιστωθεί ανικανότητα, ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια του επιθεωρούμενου, όπως ορίζονται στο άρθρο 57 παρ. 2, ο επιθεωρητής συντάσσει ιδιαίτερη έκθεση και την υποβάλλει στον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία της οριστικής παύσης, σύμφωνα με τις λοιπές διατάξεις του ίδιου άρθρου. ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ Άρθρο 80 Γενικές αρχές 1.Τα μέλη του Ν.Σ.Κ. διέπονται, ως προς την πειθαρχική τους ευθύνη, από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος και όταν, λόγω της ιδιότητάς τους, μετέχουν σε συμβούλια και επιτροπές, ή ασκούν διοικητικά καθήκοντα βάσει ειδικών διατάξεων. 2.Κανείς δε διώκεται για δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα. Νέα πειθαρχική αγωγή για το ίδιο παράπτωμα, είναι απαράδεκτη. Εφόσον δεν έχει εκδοθεί απόφαση για την πρώτη πειθαρχική αγωγή, τα στοιχεία, που διαβιβάζονται, για τη δεύτερη, συμπληρώνουν το φάκελο της υπόθεσης. 3.Για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, μία μόνο πειθαρχική ποινή μπορεί να επιβληθεί. _ 4.Αν από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται ο νόμος, που περιέχει τις ευμενέστερες για το διωκόμενο διατάξεις. 5.Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη. 6.Η πειθαρχική δίκη δεν επηρεάζεται από την προαγωγή, ή άλλη μεταβολή, στην υπηρεσιακή κατάσταση του διωκόμενου, εκτός αν επιφέρει και μεταβολή στην καθύλη αρμοδιότητα του πειθαρχικού συμβουλίου, οπότε η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο. 7.Η προαγωγή του μέλους, δεν αίρει τον πειθαρχικό κολασμό για παράπτωμα, που διέπραξε πριν από την προαγωγή του. _ 8.Η χάρη, η αποκατάσταση, καθώς και η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο άρση του ποινικώς κολάσιμου της πράξης, ή η άρση εν όλω ή εν μέρει των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρουν το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης. 9.Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική. Ο πειθαρχικός δικαστής, μπορεί να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής δίκης, μέχρι να περατωθεί η ποινική. 10.Οι διαπιστώσεις, που περιέχονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ή αμετάκλητο βούλευμα, για την ύπαρξη ή μη ορισμένων γεγονότων, γίνονται δεκτές και στην πειθαρχική δίκη. Άρθρο 81 Πειθαρχικό παράπτωμα 1.Πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά κάθε υπαίτια και καταλογιστή πράξη ή συμπεριφορά εν γένει του μέλους του Ν.Σ.Κ., εντός ή εκτός υπηρεσίας, εφόσον είναι αντίθετη στις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από το Σύνταγμα — και τις κείμενες διατάξεις ή είναι ασυμβίβαστη προς το αξίωμά του και θίγει το κύρος του ή το κύρος της υπηρεσίας. 2.Οι ειδικότερες υποχρεώσεις των μελών καθορίζονται από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, καθώς και από διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που αναφέρονται στο Ν.Σ.Κ. και στην δικαστική εκπροσώπηση και υπεράσπιση των συμφερόντων του Δημοσίου. 3.Πειθαρχικά παραπτώματα των μελών συνιστούν ιδίως: α) Πράξεις που μαρτυρούν έλλειψη πίστης και αφοσίωσης προς την πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα της Χώρας ή υπονομεύουν τη δημοκρατική νομιμότητα. 1)Η χρησιμοποίηση της ιδιότητάς τους για επιδίωξη ιδιοτελών σκοπών. 2)Η αμέλεια ή η άρνηση ή η ατελής εκπλήρωση του καθήκοντος. 3)Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. 4)Η παράβαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας. 5)Η αποσιώπηση νόμιμου λόγου αποκλεισμού ή εξαίρεσης συμμετοχής σε συλλογικά όργανα του Ν.Σ.Κ. ή της Διοίκησης. 6)Η αναξιοπρεπής ή απρεπής εντός ή εκτός υπηρεσίας συμπεριφορά. 4.Περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου παραπτώματος θεωρούνται ως ενιαίο σύνολο, η βαρύτητα του οποίου λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό και την επιμέτρηση της ποινής. Άρθρο 82 1.Τα πειθαρχικά παραπτώματα των μελών του Ν.Σ.Κ. παραγράφονται μετά πέντε έτη από την τέλεσή τους. 2.Πειθαρχικό παράπτωμα, που αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται πριν παρέλθει ο χρόνος, που ορίζεται για την παραγραφή του τελευταίου: Όσο διαρκεί η ποινική διαδικασία και έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ή αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος, αναστέλλεται η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος. 3.Ο χρόνος της παραγραφής αναστέλλεται από την επίδοση της πειθαρχικής αγωγής, ο χρόνος όμως της αναστολής αυτής δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο έτη. 4.Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται με την τέλεση άλλου πειθαρχικού παραπτώματος, που αποσκοπεί στη συγκάλυψη του πρώτου ή στη ματαίωση έγερσης πειθαρχικής αγωγής γιαυτό. Άρθρο 83 1.Οι πειθαρχικές ποινές που μπορούν να επιβληθούν στο μέλος του Ν.Σ.Κ. είναι: 1)Η έγγραφη επίπληξη. 2)Το πρόστιμο από καθαρές αποδοχές δύο ημερών, μέχρι τις συνολικές καθαρές αποδοχές δύο μηνών. 3)Η στέρηση χορηγηθείσας μισθολογικής προαγωγής του επόμενου ή του μεθεπόμενου βαθμού, για μιά τριετία. 4)Η προσωρινή παύση από δέκα ημέρες μέχρι έξι μήνες και 5)Η οριστική παύση. 2.Η οριστική παύση επιβάλλεται σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, όταν οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν και ο βαθμός υπαιτιότητας του διωκόμενου, μαρτυρούν, ότι αυτός δεν έχει συναίσθηση των βασικών υποχρεώσεών του ως μέλους του Ν.Σ.Κ., ή θίγουν σοβαρά το κύρος της υπηρεσίας. 3.Το είδος της ποινής, που θα επιβληθεί και η επιμέτρησή της, προσδιορίζονται από τη βαρυτητα του παραπτώματος, το βαθμό και την πείρα του μέλους, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε το παράπτωμα, την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειας του διωκόμενου. 4.Όταν πρόκειται για παράπτωμα, που οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια, το, πειθαρχικό όργανο μπορεί, εκτιμώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει τελεστεί και την πρόσωπικότητα του διωκόμενου, να μην επιβάλλει ποινή. 5.Όταν συνεκδικάζονται περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, εφόσον οι πειθαρχικές ποινές, που έχουν επιβληθεί για καθένα από αυτά, είναι του αυτού είδους, επιβάλλεται μιά συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από την πιό βαριά ή αν οι ποινές είναι ίσες, από μία από αυτές, που προσαυξάνεται μέχρι το ανώτατο όριο της. Η επαύξηση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των άλλων πειθαρχικών ποινών. Άρθρο Άρθρο 84 Έναρξη και λήξη πειθαρχικής ευθύνης 1.Η πειθαρχική ευθύνη του μέλους του Ν.Σ.Κ. αρχίζει από την αποδοχή του διορισμού του και λήγει με τη λύση της υπηρεσιακής σχέσης. Η πειθαρχική δίκη, που άρχισε πριν από τη λύση της υπηρεσιακής σχέσης, συνεχίζεται μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, εκτός αν ο διωκόμενος απεβίωσε. 2.Πράξεις, που τελέστηκαν κατά τη διάρκεια προγενέστερης υπηρεσίας του διωκόμενου στο δημόσιο τομέα, ή υπό την ιδιότητα του δικηγόρου, τιμωρούνται πειθαρχικώς, εφόσον δεν παρήλθε ο χρόνος παραγραφής, που ορίζεται γιαυτές. Στην περίπτωση αυτή, ο τυχόν εκτός υπηρεσίας χρόνος, εφόσον δεν υπερβαίνει την πενταετία, δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής. 3.Η τέλεση κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού και έως την αποδοχή του διορισμού, παράνομης πράξης, σχετικής με τη συμμετοχή στη διαδικασία του διαγωνισμού, ή τις προϋποθέσεις διορισμού, συνιστά για το μέλος πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από την αποδοχή του διορισμού. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β ΟΡΓΑΝΑ Άρθρο 85 Πειθαρχικές δικαιοδοσίες 1.Η πειθαρχική δικαιοδοσία στα μέλη του Ν.Σ.Κ., ασκείται από πειθαρχικά συμβούλια, που ορίζονται κατά περίπτωση από το άρθρο 51 του παρόντος, σύμφωνα με το βαθμό του διωκόμενου. 2.Οι πειθαρχικές ποινές της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου, μπορούν να επιβληθούν και από τον Υπουργό Οικονομικών, ή τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. Άρθρο 86 1.Δεν μπορούν να μετάσχουν σε πειθαρχικό συμβούλιο για την εκδίκαση ορισμένης πειθαρχικής υπόθεσης: 1)Τα μέλη του Ν.Σ.Κ., κατά των οποίων στρέφεται η πειθαρχική αγωγή. 2)Οι συγγενείς εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριορίστως, ή σε πλάγια γραμμή έως και τον τέταρτο βαθμό, ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό, καθώς και ο σύζυγος του διωκόμενου. 3)Εκείνοι, που έχουν ασκήσει την πειθαρχική δίωξη, ή έχουν ενεργήσει ανάκριση στην ίδια πειθαρχική υπόθεση. δ)Όσοι έχουν εξεταστεί ως μάρτυρες στην ίδια υπόθεση. ε)Όσοι συνδέονται με ιδιαίτερη φιλία, ή βρίσκονται σε οξεία αντίθεση με το διωκόμενο, ή έχουν ιδιαίτερη σχέση με την υπόθεση, που κρίνεται, ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για την αμεροληψία τους. Το μέλος του Ν.Σ.Κ., που κωλύεται κατά τα παραπάνω, έχει τις υποχρεώσεις του άρθρου 23 του κώδικα ποινικής δικονομίας, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως. 2.Δεν επιτρέπεται η εξαίρεση τόσων μελών, ώστε να μην είναι δυνατή η σύνθεση του συμβουλίου από τα λοιπά. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΩΞΗ Άρθρο 87 1.Η δίωξη των πειθαρχικών παραπτωμάτων, γίνεται αυτεπάγγελτα με βάση τα στοιχεία που περιέρχονται σε αυτόν, που είναι αρμόδιος να την ασκήσει. 2.Η προδικασία και η κύρια διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων, είναι μυστική. 3.Η πειθαρχική διαδικασία γίνεται ατελώς. Έξοδα δεν επιδικάζονται ούτε υπέρ, ούτε σε βάρος του διωκόμενου. 4.Περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, που φέρονται, ότι έχουν διαπραχθεί από το ίδιο μέλος του Ν.Σ.Κ., μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο πειθαρχικής δίωξης, με την άσκηση μιας μόνον πειθαρχικής αγωγής. Αν όμως το πειθαρχικό συμβούλιο κρίνει ότι η συνεκδίκαση θα προξενήσει βλάβη, διατάσσει το χωρισμό. 5.Περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία ασκήθηκαν χωριστές πειθαρχικές αγωγές, μπορούν να συνεκδικαστούν από το πειθαρχικό συμβούλιο, εφόσον αυτό δεν προκαλεί βλάβη. 6.Όταν διώκονται περισσότεροι ως συμμέτοχοι για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, η πειθαρχική δίκη γίνεται ενιαία για όλους στο πειθαρχικό συμβούλιο, που είναι αρμόδιο, για τον ανώτερο κατά βαθμό διωκόμενο. 7.Για την επίδοση κλήσεων και γενικά την κοινοποίηση εγγράφων, κατά την πειθαρχική διαδικασία, συντάσσεται έκθεση. 8.Τα έγγραφα, που επιδίδονται στο διωκόμενο, είτε επιδίδονται απευθείας σαυτόν με δικαστικό επιμελητή, ή υπάλληλο της υπηρεσίας, είτε διαβιβάζονται με εμπιστευτική αλληλογραφία στον προϊστάμενο του Γραφείου, όπου υπηρετεί, ο οποίος τα επιδίδει σαυτόν αυτοπροσώπως. Άρθρο 88 Άσκηση πειθαρχικής δίωξης 1. Αρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης είναι: α) Ο Υπουργός των Οικονομικών για όλα τα μέλη του Ν.Σ.Κ. β) Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ. για τα μέλη του βαθμού του Νομικού Συμβούλου και κατώτερων βαθμών. 2.Ο Πρόεδρος, όταν λάβει με οποιοδήποτε τρόπο γνώση, ότι τελέστηκε από μέλος του Ν.Σ.Κ. πράξη, που μπορεί να χαρακτηριστεί πειθαρχικό παράπτωμα, υποχρεούται είτε να κινήσει την διαδικασία άσκησης πειθαρχικής αγωγής από τον Υπουργό Οικονομικών, είτε να ασκήσει ο ίδιος την πειθαρχική αγωγή, αν συντρέχει η περίπτωση β της προηγούμενης παραγράφου. 3.Αν τα στοιχεία, που περιέρχονται στον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, δεν πιθανολογούν τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, ή αν τα πραγματικά περιστατικά, που βεβαιώνονται, δε συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα ή δεν επισύρουν πειθαρχική κύρωση, λόγω εξάλειψης του αξιόποινου, ή λήξης της πειθαρχικής ευθύνης, η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη. 4.Αν πρόκειται για πειθαρχικά παραπτώματά, που οφείλονται σε ελαφρά αμέλεια και δικαιολογούν μόνο ποινή επίπληξης, η δίωξη απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου οργάνου, το οποίο λαμβάνει υπόψη το συμφέρον της Υπηρεσίας και την όλη διαγωγή του μέλους, εντός και εκτός της υπηρεσίας. 5.Επιθεωρητές και προϊστάμενοι Γραφείων, μόλις λάβουν γνώση ότι μέλος του Ν.Σ.Κ., που επιθεωρούν ή υπηρετεί στα Γραφεία τους αντίστοιχα, διέπραξε πειθαρχικό παράπτωμα, οφείλουν να το ανακοινώσουν αμελλητί με έγγραφό τους, στον Πρόεδρο, για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης και να διαβιβάσουν τα σχετικά στοιχεία. 6.Αν κατά τη διάρκεια πειθαρχικής ανάκρισης, προκύπτουν πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν άλλο πειθαρχικό παράπτωμα, ο ανακριτής συντάσσει σχετική έκθεση και τη στέλνει αμέσως στον Πρόεδρο, για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης. 7.Ό Πρόεδρος, έχει το δικαίωμα να διατάσσει αμέσως προκαταρκτική εξέταση. Η προκαταρκτική εξέταση, είναι άτυπη και ενεργείται είτε από τον ίδιο, είτε με εντολή, από άλλο μέλος του Ν.Σ.Κ., ανώτερο κατά βαθμό ή αρχαιότερο από εκείνο, που φέρεται, ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα. 8.Εκείνος, που ενεργεί προκαταρκτική εξέταση: 1)Οφείλει να ζητήσει προφορικές ή έγγραφες εξηγήσεις από αυτόν, ο οποίος φέρεται, ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα. 2)Δικαιούται να ζητήσει πληροφορίες, ή τη διαβίβαση συναφών στοιχείων από κάθε άλλη αρχή. 3)Μεριμνά για τη συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων και εξετάζει μάρτυρες, αν το κρίνει αναγκαίο. Ο καλούμενος να δώσει εξηγήσεις, έχει δικαίωμα να λάβει προηγουμένως γνώση όλων των στοιχείων, που τον αφορούν. Για την προκαταρκτική εξέταση, συντάσσεται έκθεση, της οποίας το πόρισμα πρέπει να είναι αιτιολογημένο. 9.Ο Πρόεδρος, αν από την προκαταρκτική εξέταση, καταλήξει στην κρίση, ότι δε συντρέχει λόγος νασκηθεί πειθαρχική δίωξη, ή θέτει την υπόθεση στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη του, αν συντρέχει η περίπτωση β της παραγράφου 1, ή υποβάλλει το πόρισμα στον Υπουργό Οικονομικών, με αιτιολογημένη γνώμη, για τη μη άσκηση πειθαρχικής αγωγής, ο οποίος αποφασίζει σχετικά. Άρθρο 89 1.Η πειθαρχική δίωξη, αρχίζει με την έγερση πειθαρχικής αγωγής και τελειώνει με την έκδοση οριστικής και τελεσίδικης απόφασης. 2.Η πειθαρχική αγωγή περιέχει: 1)Το ονοματεπώνυμο και τα υπηρεσιακά στοιχεία του διωκόμενου. 2)Καθορισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία στοιχειοθετούν το αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκε και τις διατάξεις, που το προβλέπουν. 3.Η πειθαρχική αγωγή απευθύνεται στο αρμόδιο συμβούλιο και συνοδεύεται από τον πειθαρχικό φάκελο. Η αρμοδιότητα του συμβουλίου, κρίνεται από το βαθμό του διωκόμενου, κατά το χρόνο άσκησης της πειθαρχικής αγωγής, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 80 παρ. 6. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Άρθρο 90 Προδικασία 1.0 πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου, ορίζει ένα από τα μέλη του, ως εισηγητή. Η σχετική πράξη με αντίγραφο της πειθαρχικής αγωγής, επιδίδεται στον διωκόμενο. Ο εισηγητής αντικαθίσταται, αν κωλύεται ή αν ο διωκόμενος, μέσα σε τρείς ημέρες από την επίδοση της πράξης, ζητήσει την εξαίρεση του από το πειθαρχικό συμβούλιο και τούτο, - συνεδριάζοντας χωρίς τη συμμετοχή του εισηγητή, δεχθεί το αίτημα. Αίτημα εξαίρεσης και άλλου εισηγητή, δεν επιτρέπεται. 2.Ο εισηγητής καλεί το διωκόμενο σε απολογία. Στην κλήση τάσσεται εύλογη προθεσμία, όχι μικρότερη από πέντε ημέρες, η οποία με αίτηση του διωκόμενου μπορεί να παραταθεί μέχρι το τριπλάσιο. Κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση της κλήσης, μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης, μπορεί να χορηγηθεί στον διωκόμενο, με πράξη του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., κανονική άδεια μέχρι δέκα ημέρες, για να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. 3.Ο διωκόμενος, μπορεί να λάβει γνώση του πειθαρχικού φακέλου και να ζητήσει αντίγραφα των εγγράφων, οπότε συντάσσεται ειδική έκθεση. Η απολογία του είναι πάντοτε έγγραφη και εγχειρίζεται στον εισηγητή, ο οποίος χορηγεί έγγραφη απόδειξη παραλαβής, ή κατατίθεται στον προϊστάμενο της υπηρεσίας του, ο οποίος τη διαβιβάζει αμέσως στο αρμόδιο συμβούλιο. Στην απολογία επισυνάπτονται, όσα στοιχεία έχει στη διάθεσή του ο διωκόμενος, ο οποίος μπορεί να ζητήσει από τον εισηγητή εύλογη προθεσμία, για να υποβάλει συμπληρωματικά στοιχεία. Στην απολογία μπορεί να προταθεί η εξέταση πέντε το πολύ μαρτύρων και να επισημανθεί, ότι υπάρχουν συγκεκριμένα κρίσιμα έγγραφα, ή άλλα στοιχεία σε οποιαδήποτε αρχή, με τα οποία πρέπει να συμπληρωθεί ο πειθαρχικός φάκελος, με την επιφύλαξη της διάταξης του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου. Άρθρο 91 Ανάκριση 1.Αν, μετά από την απολογία του διωκόμενου, τα στοιχεία του φακέλου κριθούν από τον εισηγητή και τον πρόεδρο επαρκή για να εισαχθεί η υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο, ενεργούνται όσα ορίζονται στο επόμενο άρθρο. Αν κριθούν ανεπαρκή, ο Πρόεδρος ορίζει ως ανακριτή άλλο μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου, τακτικό ή αναπληρωματικό, για να ενεργήσει ανάκριση. Η σχετική πράξη επιδίδεται στο διωκόμενο, που μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση του ανακριτή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου. 2.Η ανάκριση αποβλέπει στη συλλογή κάθε πρόσφορου αποδεικτικού στοιχείου και στη διερεύνηση όλων των πραγματικών περιστατικών, για το σχηματισμό της κρίσης του πειθαρχικού συμβουλίου. Ανακριτικές πράξεις είναι: α) η εξέταση μαρτύρων, β) η εξέταση του διωκόμενου, γ) η αυτοψία, δ) η πραγματογνωμοσύνη και ε) η αναζήτηση εγγράφων. Για τις τέσσερις πρώτες συντάσσεται έκθεση. Δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανακριτικής πράξης υπηρεσιακό απόρρητο, εφόσον δεν συναινεί στην ανακοίνωσή του η αρμόδια αρχή, καθώς και κάθε επαγγελματικό κατά το νόμο απόρρητο. 3.Ο ανακριτής ενεργεί αυτοπροσώπως τις ανακριτικές πράξεις στην έδρα του. Αν πρόκειται να ενεργηθεί ανακριτική πράξη έξω από την έδρα του, ο ανακριτής μπορεί, εφόσον δεν κρίνει αναγκαία τη μετακίνησή του, να παραγγείλει την ενέργειά της σε μέλος του Ν.Σ.Κ., ανώτερο κατά βαθμό ή αρχαιότερο από το διωκόμενο, που υπηρετεί στην περιφέρεια, όπου πρόκειται να ενεργηθεί η ανακριτική πράξη. 4.Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής τους, εκτός αν δηλώσουν, ότι επιθυμούν να εξεταστούν στην έδρα του ανακριτή. Πριν από την εξέτασή τους οι μάρτυρες ορκίζονται κατά τον τύπο που προβλέπουν τα άρθρα 218 και 220 του κώδικα ποινικής δικονομίας. Η μη εμφάνιση ή η άρνηση κατάθεσης μάρτυρα χωρίς εύλογη αιτία τιμωρείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 169 του ποινικού κώδικα. Εύλογη αιτία θεωρείται και η συγγένεια του μάρτυρα με το διωκόμενο σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή μέχρι και τον τρίτο βαθμό. Η εξέταση μαρτύρων πέρα από αυτούς που προτείνει ο διωκόμενος απόκειται στην κρίση του ανακριτή. 5.Κατά την ανάκριση εξετάζεται ανωμοτί ο διωκόμενος, ο οποίος δικαιούται πριν από την απολογία του να λάβει γνώση των εγγράφων του φακέλου. Η μη προσέλευση ή η άρνηση του διωκόμενου να εξεταστεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της ανάκρισης. 6.Η αυτοψία ενεργείται είτε από τον ανακριτή, είτε αν αυτός το προτείνει, από ολόκληρο το πειθαρχικό συμβούλιο, για να διαπιστωθούν οι πραγματικές συνθήκες τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος ή άλλων συναφών με αυτό στοιχείων. Η εξέταση δημόσιων εγγράφων ή ιδιωτικών εγγράφων, που έχουν κατατεθεί σε δημόσια αρχή, ενεργείται στο γραφείο, όπου αυτά φυλάσσονται. Ως πραγματογνώμονες ορίζονται μέλη του Ν.Σ.Κ., ή δημόσιοι πολιτικοί ή στρατιωτικοί υπάλληλοι ή επιστήμονες ή τεχνικοί από τον πίνακα του άρθρου 185 του κώδικα ποινικής δικονομίας. Οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται από τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., σύμφωνα με τα άρθρα 7 παραγρ. 2 περ. ιβ και 16 παραγρ. 4 περ. β και καταβάλλονται από το δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις, που αφορούν στο δημόσιο λογιστικό. Κατά τα λοιπά στην αυτοψία και στην πραγματογνωμοσύνη, εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας. 7.Ο ανακριτής δικαιούται να ζητήσει από κάθε δημόσια αρχή την παροχή στοιχείων ή την αποστολή πιστοποιητικών ή βεβαιώσεων, για θέματα, που ανάγονται στην αρμοδιότητά του ή αντιγράφων των εγγράφων, που βρίσκονται στην κατοχή της. 8.Έγγραφα, τα οποία κατέχει ιδιώτης, μπορούν να ζητηθούν από τον ανακριτή και επιστρέφονται υποχρεωτικά μετά το τέλος της πειθαρχικής δίκης. Ο ανακριτής είναι υποχρεωμένος, ύστερα από αίτηση του ιδιώτη, να χορηγήσει ατελώς, εκτός από απόδειξη παραλαβής, και επίσημο αντίγραφο ή απόσπασμα των εγγράφων, που παρέλαβε. Αν πρόκειται για έγγραφα αναγκαία στον ιδιώτη, για την εξυπηρέτηση συμφέροντός του, εξετάζονται στον τόπο, όπου βρίσκονται. Η άρνηση της παράδοσης ή ανακοίνωσης, τιμωρείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 169 του ποινικού κώδικα. Άρθρο Άρθρο 92 Ορισμός συνεδρίασης - Κλήση του διωκόμενου 1.Μετά το τέλος της ανάκρισης και τη σύνταξη του σχετικού πορίσματος, ο πρόεδρος του συμβουλίου, αφού λάβει τη δικογραφία, ορίζει με πράξη του ημερομηνία, για τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Η πράξη αυτή κοινοποιείται σε όλα τα μέλη του συμβουλίου. Η ημερομηνία της συζήτησης, δεν επιτρέπεται να απέχει λιγότερο από δέκα ημέρες από την κοινοποίηση της πράξης. Η πράξη κοινοποιείται και στο διωκόμενο με κλήση να προσέλθει και να λάβει γνώση, αν επιθυμεί του φακέλου και να παραστεί κατά τη συζήτηση. Η κλήση επιδίδεται δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα της συζήτησης. Η τυχόν μη προσέλευση του διωκόμενου δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας. Παράσταση ή συμπαράσταση δικηγόρου, δεν επιτρέπεται. 2.Ο πρόεδρος του συμβουλίου μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του διωκόμενου να καλέσει ενώπιον του συμβουλίου μάρτυρες. Άρθρο 93 1.Αν ο διωκόμενος δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση και δεν έχει κλητευθεί νομίμως ή εμπροθέσμως ή δεν προσήλθε από ανυπέρβλητο κώλυμα, ορίζεται νέα ημερομηνία για συζήτηση. Το συμβούλιο μπορεί, και αν δεν συντρέχουν οι παραπάνω όροι, να αναβάλει τη συζήτηση. Σχετικά με την προσαγωγή μαρτύρων εφαρμόζονται οι διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας. Αν δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής, το συμβούλιο προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του διωκόμενου. 2.Ο διωκόμενος μπορεί να ζητήσει εγγράφως πριν από την έναρξη της συνεδρίασης, την εξαίρεση δύο το πολύ μελών του πειθαρχικού συμβουλίου, αναφέροντας τους λόγους εξαίρεσης. Για την αίτηση αποφασίζει το συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του μέλους, του οποίου ζητήθηκε η εξαίρεση, με αιτιολογημένη απόφαση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Τα μέλη, την εξαίρεση των οποίων αποφάσισε το συμβούλιο, αντικαθίστανται από τα αναπληρωματικά. 3.Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εισηγητής διαβάζει την πειθαρχική αγωγή και το πόρισμα της ανάκρισης, αν έχει ενεργηθεί. Στη συνέχεια καλούνται, για εξέταση οι μάρτυρες και μετά, δίνεται ο λόγος στο διωκόμενο να αναπτύξει προφορικά την απολογία του και να απαντήσει στα ερωτήματα των μελών του συμβουλίου. Ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να υποβάλει υπόμνημα μέσα σε εύλογη προθεσμία, που ορίζει ο πρόεδρος. Ο πρόεδρος του συμβουλίου διευθύνει τη συζήτηση, απευθύνει ερωτήσεις και δίνει την άδεια στα μέλη του συμβουλίου και στο διωκόμενο να υποβάλουν ερωτήσεις. Για τη συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου συντάσσεται από το γραμματέα πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο. Το πρακτικό περιέχει με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, την προφορική απολογία του διωκόμενου, καθώς και έκθεση για κάθε αξιόλογο γεγονός, που συνέβη κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Ο πρόεδρος μπορεί να διατάξει καταχώριση ουσιωδών μερών των καταθέσεων ή δηλώσεων, που γίνονται κατά τη συνεδρίαση, επιτρέποντας ενδεχομένως την υπαγόρευση τους. 4.Το συμβούλιο εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία. Αν τα κρίνη ανεπαρκή, μπορεί με απόφασή του να διατάξει κρείσσονες αποδείξεις. Αν αποφασιστεί η διενέργεια, αυτοψίας, διενεργείται από το συμβούλιο. Η προδικαστική απόφαση, επιδίδεται στο διωκόμενο και όταν ενεργηθούν όσα διατάσσονται με αυτήν, επαναλαμβάνεται η κύρια διαδικασία. 5.Κατά τη διάσκεψη, αν διατυπώνονται σε κάποιο ζήτημα περισσότερες από δύο γνώμες, με αποτέλεσμα να μην σχηματίζεται πλειοψηφία, αυτοί που ψήφισαν υπέρ της δυσμενέστερης για το διωκόμενο γνώμης ή υπέρ της βαρύτερης ποινής, προσχωρούν στην αμέσως ευνοϊκότερη. 6.Το σχέδιο της απόφασης συντάσσεται από τον εισηγητή και υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο. Το πρωτότυπο της απόφασης υπογράφεται από τον πρόεδρο και το γραμματέα και καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο. 7.Η απόφαση περιέχει τη σύνθεση του συμβουλίου, το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του διωκόμενου, μνεία της τυχόν παράστασης του ή της νόμιμης κλήτευσης του, συνεπτυγμένη περίληψη της κατηγορίας και της απολογίας με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του, αιτιολογικό τόσο ως προς την διαπίστωση ή μη της ενοχής, όσο και ως προς την επιμέτρηση της ποινής και διατακτικό. 8.Η οριστική απόφαση του συμβουλίου επιδίδεται, με επιμέλεια του Γραμματέα, στο διωκόμενο και τον Υπουργό Οικονομικών. Άρθρο 94 1.Οι αποφάσεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 51, είναι τελεσίδικες και εκτελούνται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 96. 2.Οι αποφάσεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων της παραγρ. 3 του ίδιου άρθρου, υπόκεινται σε έφεση, στην μεν περίπτωση α, ενώπιον του οριζόμενου από την παράγραφο 2 του άρθρου 51 Συμβουλίου, στη δε περίπτωση β, ενώπιον της Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ. Στις περιπτώσεις αυτές, υπόκεινται σε έφεση, που ασκείται από τον τιμωρηθέντα, και οι αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ή του Προέδρου, της παραγράφου 2 του άρθρου 85. 3.Δικαίωμα έφεσης, κατά καταδικαστικής ή απαλλακτικής απόφασης Πειθαρχικού Συμβουλίου, στις περιπτώσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 51, έχουν, ο Υπουργός Οικονομικών και αυτός, που τιμωρήθηκε ή απαλλάχθηκε με μειωτική αιτιολογία, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών, από την επίδοση της απόφασης στον καθένα αντίστοιχα 4.Η έφεση ασκείται με κατάθεση στην Γραμματεία της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ν.Σ.Κ., η οποία υποχρεούται, το συντομότερο, να κινήσει τη διαδικασία σύγκλησης του δευτεροβάθμιου Συμβουλίου. 5.Με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, το οποίο δεν μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του διωκόμενου, αν αυτός μόνο έχει ασκήσει έφεση. 6.Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης καί η άσκησή της, αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης. 7.Ως προς τη διαδικασία ενώπιον των δευτεροβάθμιων πειθαρχικών Συμβουλίων, τα δικαιώματα του διωκόμενου, την έκδοση και επίδοση της απόφασης σαυτόν, ισχύουν αναλόγως, όσα ορίζονται για τα πρωτοβάθμια Συμβούλια. Στο δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, δεν είναι υποχρεωτικό ο διωκόμενος να κληθεί και πάλι σε απολογία, μπορεί όμως, αν το ζητήσει, να αναπτύξει προφορικά τις απόψεις του. Άρθρο 95 Επανάληψη πειθαρχικής δίκης 1. Τελεσίδικη απόφαση πειθαρχικού Συμβουλίου, υπόκειται μόνο σε επανάληψη της πειθαρχικής δίκης: 1)Αν μετά την καταδικαστική πειθαρχική απόφαση, εκδόθηκε για την ίδια πράξη αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα. 2)Αν μετά την αθωωτική πειθαρχική απόφαση, εκδόθηκε αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, για την ίδια πράξη, σε βαθμό πλημμελήματος ή κακουργήματος και 3)Αν μετά την έκδοση καταδικαστικής και πειθαρχικής απόφασης, αποκαλύφθηκαν νέα αποδεικτικά στοιχεία, ή ανατράπηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση η αποδεικτική δύναμη στοιχείων, που είχαν ληφθεί υπόψη. __ 2.Την επανάληψη της πειθαρχικής δίκης, ζητεί στις περιπτώσεις α και γ αυτός, που διώχθηκε πειθαρχικά και στην περίπτωση β ο Υπουργός Οικονομικών. Η αίτηση απευθύνεται, προς το συμβούλιο, που είχε εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και ασκείται, όπως η έφεση, μέσα σε ένα έτος από την ημέρα, που έγινε αμετάκλητη η δικαστική απόφαση, στην οποία στηρίζεται, ή από τότε, που αποκαλύφθηκαν τα νέα αποδεικτικά στοιχεία. 3.Μεταβολή της υπηρεσιακής κατάστασης αυτού, που τιμωρήθηκε, δεν επιδρά στην αρμοδιότητα του συμβουλίου, που είχε εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. 4.Κατά την επανάληψη της δίκης, τηρείται η διαδικασία, που ορίζεται στα άρθρα 91 επόμενα. Η απόφαση, που εκδίδεται, αν είναι αθωωτική ή επιβάλλει ελαφρότερη ποινή (γιατί έγινε δεκτή η αίτηση αυτού που τιμωρήθηκε), ή αν είναι καταδικαστική (γιατί έγινε δεκτή η αίτηση του Υπουργού), εξαφανίζει την αρχική απόφαση. Άρθρο 96 1.Όταν η απόφαση γίνει τελεσίδικη, είναι εκτελεστή και ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου διατάσσει να επιδοθεί κυρωμένο αντίγραφό της σαυτόν, που διώχθηκε πειθαρχικά. Στη συνέχεια ο φάκελλος της υπόθεσης υποβάλλεται στη Γραμματεία του Ν.Σ.Κ., η οποία επιμελείται για την έκδοση της προβλεπόμενης κατά περίπτωση, διοικητικής πράξης, για εκτέλεση της επιλυθείσας ποινής. Οι πειθαρχικές αποφάσεις καταχωρίζονται στο μητρώο αυτού, που διώχθηκε και αντίγραφό τους τίθεται στον ατομικό φάκελό του, όπου και τηρείται. Οι πειθαρχικοί φάκελοι φυλάσσονται στο αρχείο του αρμόδιου Γραφείου της Γραμματείας του Ν.Σ. Κ. 2.Η εκτέλεση της απόφασης, που επιβάλλει πρόστιμο ή στέρηση της μισθολογικής προαγωγής, γίνεται από τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., ή με εντολή αυτού, από τον οικείο εκκαθαριστή των αποδοχών. Το ποσό του προστίμου ή της μισθολογικής προαγωγής, παρακρατείται από τις αποδοχές του πρώτου μήνα από την υποβολή της πειθαρχικής απόφασης στον Πρόεδρο. Αν το ποσό του προστίμου είναι ανώτερο από το ένα τέταρτο των μηνιαίων αποδοχών του τιμωρημένου, η παρακράτηση γίνεται σε περισσότερες μηνιαίες δόσεις, οριζόμενες από την απόφαση. Καμιά δόση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ένα τέταρτο των μηνιαίων αποδοχών. Αν ο τιμωρημένος αποχωρήσει από την υπηρεσία, τα οφείλομε ποσά εισπράττονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. Αν ο τιμωρημένος αποβιώσει, η οφειλή κατά το ποσό, που δεν έχει εισπραχθεί, διαγράφεται. 3.Η εκτέλεση της ποινής της προσωρινής παύσης, αρχίζει την επόμενη ημέρα από την επίδοση της τελεσίδικης πειθαρχικής απόφασης στον τιμωρημένο. Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της ποινής προσωρινής παύσης, ο τιμωρημένος α) δεν μπορεί να ασκεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα ούτε άλλη αρμοδιότητα, που έχει ανατεθεί σαυτόν, με την ιδιότητά του ως μέλους του Ν.Σ.Κ. και β) στερείται το μισό των αποδοχών του κάθε μήνα. Η παρακράτηση γίνεται από τον εκκαθαριστή των αποδοχών και το ποσό, που παρακρατείται περιέρχεται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. 4.Οι ποινές, της επίπληξης μετά διετία, οι ποινές του προστίμου και της στέρησης μισθολογικής προαγωγής μετά πενταετία και οι ποινές της προσωρινής παύσης μετά δεκαετία από την επιβολή τους, διαγράφονται από το μητρώο του τιμωρημένου και δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τις κρίσεις του, εφόσον κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα, δεν τιμωρήθηκε με οποιαδήποτε ποινή. Αν μέσα στον παραπάνω χρόνο επιβληθεί νέα πειθαρχική ποινή, η διαγραφή επέρχεται μετά την πάροδο του χρόνου, που προβλέπεται γι αυτήν, ο οποίος υπολογίζεται από τη — λήξη εκείνου που προβλέπεται για την πρώτη. ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α ΔΙΑΚΡΙΣΗ - ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ - ΚΛΑΔΟΙ - ΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΟΙ Άρθρο 97 Θέσεις κατά κατηγορία - κλάδους 1.Οι οργανικές θέσεις του διοικητικού προσωπικού του Ν.Σ.Κ. είναι συνολικά εκατόν είκοσι τέσσερεις (124) και κατανέμονται σε κατηγορίες και κλάδους ως εξής: Α. ΜΟΝΙΜΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ __α) Κατηγορία ΠΕ - Θέσεις είκοσι επτά (27) Κλάδος ΠΕ-1 Διοικητικός-Οικονομικός, θέσεις οργανικές είκοσι επτά (27), από τις οποίες μία (1) προσωρινή (άρθρο 11παρ. 2του ν. 1199/81). .__ 1)Κατηγορία ΤΕ - Θέσεις πέντε (5) 1) Κλάδος ΤΕ-1 Διοικητικός-Λογιστικός, θέσεις οργανικές δύο (2). 2) Κλάδος ΤΕ-2 Πληροφορικής, θέσεις οργανικές τρείς (3). 2)Κατηγορία ΔΕ - Θέσεις εξήντα επτά (67) 1) Κλάδος ΔΕ-1 Διοικητικός-Λογιστικός, θέσεις οργανικές τριάντα οκτώ (38). 2) Κλάδο., ΔΕ-2 Δακτυλογράφων-Στενογράφων, θέσεις οργανικές δέκα οκτώ (18). 3) Κλάδο ΔΕ-3 Χειριστών Η/Υ, θέσεις οργανικές επτά (7). 4) Κλάδος ΔΕ-4 Τηλεφωνητών, θέσεις οργανικές δύο (2)· 5) Κλάδος ΔΕ-5 Τεχνικός-Οδηγών, θέσεις οργανικές δύο (2). 3)Κατηγορία ΥΕ - Θέσεις είκοσι δύο (22) 1) Κλάδος ΥΕ-1 Ταξινόμων, θέσεις οργανικές πέντε (5). 2) Κλάδος ΥΕ-2 Επιμελητών, θέσεις οργανικές δέκα τρείς (13). 3) Κλάδος ΥΕ-3 Προσωπικού καθαριότητος, θέσεις οργανικές τέσσερεις (4). 4) Κλάδος ΥΕ-4 Καθαριστριών, θέσεις οργανικές δύο (2), προσωποπαγείς. Β. ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΜΕ ΣΥΜΒΑΣΗ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ Θέση μία (1) με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, από μεταφορά, σύμφωνα με το άρθρο 56 του Ν. 1943/91. 2.Οι θέσεις του διοικητικού προσωπικού, ανήκουν οργανικά στις υπηρεσιακές μονάδες της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ν.Σ.Κ. Με απόφαση του Προέδρου, μπορεί ορισμένος αριθμός αυτών, να μεταφέρεται από την Κεντρική Υπηρεσία σε Γραφεία Νομικών Συμβούλων και Δικαστικά Γραφεία, ή αντίστροφα. 3.Το διοικητικό προσωπικό, που υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Διατάγματος, κατατάσσεται στις αντίστοιχες κατηγορίες και κλάδους, που προβλέπονται από τις προηγούμενες παραγράφους, με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Άρθρο 98 1.Οι θέσεις των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, κατατάσσονται στους βαθμούς Δ, Γ, Β και Α, από τους οποίους κατώτερος είναι ο Δ και ανώτερος ο Α. 2.Οι θέσεις της κατηγορίας ΥΕ, κατατάσσονται στους βαθμούς Ε, Δ, Γ και Β, από τους οποίους κατώτερος είναι ο Ε και ανώτερος ο Β. 3.Εισαγωγικός βαθμός των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ είναι ο βαθμός Δ και της κατηγορίας ΥΕ, ο βαθμός Ε. Για τους απόφοιτους της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, εισαγωγικός βαθμός είναι ο Β. 4.Οι θέσεις όλων των βαθμών των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ, είναι σε κάθε κατηγορία οργανικά ενιαίες. Μεταξύ υπαλλήλων του ίδιου βαθμού, προηγείται ο αρχαιότερος. 5.Ανάθεση σε διοικητικό υπάλληλο, καθηκόντων άλλης κατηγορίας, κλάδου ή βαθμού, είναι δυνατή με απόφαση του οικείου Προϊσταμένου ή του Προέδρου, σε περίπτωση υπηρεσιακής ανάγκης. Η άρνηση εκτέλεσης της απόφασης ή η πλημμελής εκτέλεση αυτής, συνιστούν πειθαρχικό αδίκημα. —— Άρθρο 99 2.Οι διατάξεις των παραγράφων 5, 6 και 7 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλόγως και στο διοικητικό προσωπικό του Ν.Σ.Κ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ - ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΕΣ - ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 100 Προϊστάμενοι 1.Στη Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης και στις Διευθύνσεις Διοικητικής Μέριμνας και Οικονομικών Υποθέσεων, τοποθετούνται προϊστάμενοι, διοικητικοί υπάλληλοι της κατηγορίας ΠΕ, με βαθμό Α. 2.Στα τμήματα και Γραφεία των Διευθύνσεων της προηγούμενης παραγράφου και των λοιπών υπηρεσιών της Κεντρικής Υπηρεσίας, τοποθετούνται προϊστάμενοι, διοικητικοί υπάλληλοι των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, με βαθμό Α, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος Διατάγματος. Άρθρο 101 2.Οι προϊστάμενοι των Διευθύνσεων, των Τμημάτων και των Γραφείων, επιλέγονται από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του άρθρου 102, ύστερα από σχετικό ερώτημα του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. Άρθρο 102 Υπηρεσιακό και Πειθαρχικό Συμβούλιο 1.Το Υπηρεσιακό και Πειθαρχικό Συμβούλιο για το διοικητικό προσωπικό του Ν.Σ.Κ., συγκροτείται με απόφαση του Προέδρου για ένα έτος και αποτελείται από: 1)Ένα (1) Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, ως Πρόεδρο, με αναπληρωτή ομοιόβαθμό του. β) Δύο (2) Παρέδρους του Ν.Σ.Κ., με ισάριθμους ομοιόβαθμους αναπληρωτές τους. 2)Τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης, με αναπληρωτή ένα από τους Προϊσταμένους των Διευθύνσεων αυτής. Γραμματέας ορίζεται διοικητικός υπάλληλος, με βαθμό Α ή Β, με ομοιόβαθμο αναπληρωτή του. Χρέη εισηγητή ασκεί, διοικητικός υπάλληλος, Προϊστάμενος τμήματος ή Γραφείου. 2.Σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματος των οριζόμενων στην περίπτωση γ της προηγούμενης παραγράφου προσώπων, το Συμβούλιο συγκροτείται και συνεδριάζει νόμιμα, με τα υπόλοιπα μέλη του. 3.Η διάταξη του άρθρου 6 παραγρ. 3, για τον σχηματισμό πλειοψηφίας και την υπεροχή της ψήφου του Προέδρου, σε συνδυασμό με το άρθρο 93 παρ. 5, εφαρμόζεται ανάλογα και στις περιπτώσεις του παρόντος άρθρου. 4.Μέχρι να εκδοθεί η από την παράγραφο 1 προβλεπόμενη απόφαση του Προέδρου, για τη συγκρότηση του Συμβουλίου, Υπηρεσιακό και Πειθαρχικό Συμβούλιο, για το διοικητικό προσωπικό, εξακολουθεί να είναι η Ολομέλεια του Ν.Σ.Κ. Άρθρο 103 Πειθαρχικές δικαιοδοσίες - Πειθαρχική δίωξη 1.Η πειθαρχική δικαιοδοσία στο διοικητικό προσωπικό του Ν.Σ.Κ., ασκείται: 1)Για τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του άρθρου 51 παραγρ. 3 περίπτωση β. 2)Για τους λοιπούς υπαλλήλους, από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του προηγούμενου άρθρου. 2.Οι πειθαρχικές ποινές της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου, μπορούν να επιβληθούν και από τον Υπουργό Οικονομικών ή τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. 3.Αρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης, σε όλο το διοικητικό προσωπικό, είναι ο Υπουργός Οικονομικών και ο Πρόεδρος. Άρθρα104 Γενικές ρυθμίσεις Σε όλα τα θέματα του διοικητικού προσωπικού, που αφορούν στην πρόσληψη, τη διαδικασία επιλογής, στο διορισμό και τα σχετικά με αυτόν προσόντα, στην υπηρεσιακή και μισθολογική κατάσταση και εξέλιξη, τους όρους και τις προϋποθέσεις αυτής, στις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα, στην πειθαρχική ευθύνη, στη λύση της υπηρεσιακής σχέσης και τις σχετικές διαδικασίες, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, για τους διοικητικούς υπαλλήλους του Δημοσίου, όπως ισχύουν κάθε φορά, εφόσον από τις διατάξεις του παρόντος Διατάγματος, δεν προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση. Άρθρο 105 1.Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Διατάγματος, οι βαθμοί του Δικαστικού Αντιπροσώπου Α τάξεως και του Δικαστικού Αντιπροσώπου Β τάξεως, ενοποιούμενοι μετατρέπονται σε βαθμό Δικαστικού Αντιπροσώπου, στον οποίο καταβάλλονται οι αποδοχές που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις για το βαθμό του Δικαστικού Αντιπροσώπου Β Τάξεως. Οι κατά τον ίδιο χρόνο υπηρετούντες Δικαστικοί Αντιπρόσωποι Ά Τάξεως, εξακολουθούν να διατηρούν την βαθμολογική και μισθολογική κατάσταση, που προβλέπουν γιαυτούς οι κείμενες διατάξεις, μεχρι να προαχθούν στον βαθμό του Παρέδρου. 2.Η μισθολογική προαγωγή στον επόμενο ή μεθεπόμενο βαθμό των Νομικών Συμβούλων, των Παρέδρων και των Δικαστικών Αντιπροσώπων Α Τάξεως, που υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Διατάγματος, χορηγείται με βάση το χρόνο υπηρεσίας σε κάθε βαθμό, τον οποίο προέβλεπαν οι προ αυτής ισχύσασες διατάξεις. 3.Η θητεία των μελών, των προβλεπόμενων από το άρθρο 51 παραγρ. 3 υπηρεσιακών και πειθαρχικών συμβουλίων όταν συγκροτηθούν, λήγει την 31 Δεκεμβρίου του έτους συγκρότησής τους. Μέχρι να εκδοθεί η σχετική απόφαση του -Προέδρου, υπηρεσιακά και πειθαρχικά συμβούλια, για τα υπαγόμενα σαυτά μέλη, εξακολουθούν να είναι τα κατά περίπτωση οριζόμενα στο άρθρο 28 παραγρ. 3 του Β.Δ. 6/1961 (ΦΕΚ Α5). 4.Οι επιθεωρητές των Δικαστικών Αντιπρ/πων, οι οποίοι είχαν ορισθεί, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος Διατάγματος, ολοκληρώνουν το έργο τους, σύμφωνα με τις διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο του ορισμού τους. Άρθρο 106 Έναρξη ισχύος - Κατάργηση διατάξεων 1.Η ισχύς του παρόντος Διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Από την ημερομηνία αυτή, καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη, που είναι αντίθετη, ή που ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο, θέματα που αποτελούν το περιεχόμενό του. 2.Θέματα του Ν.Σ.Κ. και των μελών του, τα οποία δεν ρυθμίζονται ειδικώς από τις διατάξεις του παρόντος Διατάγματος, εξακολουθούν να διέπονται από τις σχετικές με αυτά διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Στον Υπουργό Οικονομικών αναθέτουμε την εκτέλεση και δημοσίευση του παρόντος διατάγματος.
  • Τις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 1884/1990 «Διαρρυθμίσεις στην έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 81), με το οποίο ανασυστήθηκε το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, όπως οι διατάξεις αυτές αντικαταστάθηκαν ως προς την παράγραφο Β1, από το άρθρο 19 παράγραφος 17τουΝ. 2366/1996(ΦΕΚ Α43).
  • Την με αριθ. 411/24-1-1996 κοινή απόφαση Πρωθυπουργού και Υπουργού Οικονομικών Ανάθεση αρμοδιοτήτων Υπουργού Οικονομικών στους Υφυπουργούς Οικονομικών (ΦΕΚ Β58), με την οποία παρακρατείται η αρμοδιότητα σε θέματα Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) από τον Υπουργό Οικονομικών,
  • Το γεγονός ότι από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού (άρθρο 29Α Ν. 1558/1985, όπως προστέθηκε με το άρθρο 27 του Ν.2081/1992),
  • Την με αριθμό 299/1996 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας Με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών,
Ημερομηνία Τίτλος ΦΕΚ
1996-08-27 Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Τροποποίηση Τύπος
A/1996/199
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΠΡΑΞΗ 1996/411 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1996/411 1996
ΝΟΜΟΣ 1985/1558 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1985/1558 1985
ΝΟΜΟΣ 1990/1884 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1990/1884 1990
Ρύθμιση του θεσμού των Επιμελητηρίων, τροποποίηση των διατάξεων του V.-1712/1987 για τον εκσυγχρονισμό των επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών και άλλες διατάξεις. 1992/2081 1992
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Φορολογικές διαρρυθμίσεις και άλλες διατάξεις 1998/2579 1998
Απλοποιήσεις και ελαφρύνσεις στη φορολογία εισοδήματος και άλλες διατάξεις. 1999/2753 1999
Κεντρική Επιτροπή Κωδικοποίησης. 2003/3133 2003
Περί συμπληρώσεως των διατάξεων του Οργανισμού της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού. 2001/159 2001