ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Προεδρικό Διάταγμα

ΚΩΔΙΚΟΣ

1997/24

ΦΕΚ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

1997-02-28

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1997-02-28

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

1997-02-28

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Προεδρικό Διάταγμα 1997/24

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Άρθρο 1. Έννοια και διάκριση Αξιωματικών. 1.Αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας είναι όσοι κατέχουν βαθμό Υπαστυνόμου Β’ και άνω, διακρίνονται δε σε αξιωματικούς γενικών καθηκόντων και αξιωματικούς ειδικών καθηκόντων. 2.Οι αξιωματικοί ειδικών καθηκόντων διακρίνονται στις ακόλουθες κατηγορίες : 1)Ιερείς. 2)Υγειονομικούς, στους οποίους περιλαμβάνονται οι ιατροί, οδοντίατροι, ψυχολόγοι, βοηθοί ακτινολογικών εργαστηρίων, βοηθοί μικροβιολογικών εργαστηρίων, οδοντοτεχνικοί και φυσικοθεραπευτές. 3)Αστυκτηνιάτρους. 4)Εγκληματολογικών Εργαστηρίων, στους οποίους περιλαμβάνονται οι χημικοί, βιοχημικοί, βιολόγοι, ηλεκτρολόγοι μηχανικοί, φυσικοί ηλεκτρονικοί, φαρμακοποιοί, τεχνολόγοι τροφίμων και πτυχιούχοι τμήματος ιατρικών εργαστηρίων. Άρθρο 2. Προέλευση αξιωματικών. 1.Οι μόνιμοι αξιωματικοί γενικών καθηκόντων της Ελληνικής Αστυνομίας προέρχονται από : 1)Απόφοιτους της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας και 2)Ανθυπαστυνόμους ή Αρχιφύλακες που προάγονται σε αξιωματικούς, βάσει ειδικών διατάξεων. 2.Για την προέλευση, τα προσόντα και τον τρόπο πρόσληψης των αξιωματικών ειδικών καθηκόντων εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι ισχύουσες κάθε φορά για τα θέματα αυτά διατάξεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ ΙΕΡΑΡΧΙΑ - ΒΑΘΜΟΙ - ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ Άρθρο 3. Ιεραρχία. 1.Η ιεραρχία περιλαμβάνει την ιεραρχία των βαθμών και την ιεραρχία των καθηκόντων. Ιεραρχία των βαθμών είναι η σειρά αυτών, ιεραρχία δε των καθηκόντων η κλίμακα της Διοικήσεως. Ανάλογα με τη θέση τους στην ιεραρχία των βαθμών, οι αξιωματικοί έχουν την ιδιότητα του ανωτέρου ή κατωτέρου, ανάλογα δε με τη θέση τους στην ιεραρχία των καθηκόντων έχουν την ιδιότητα του προϊσταμένου ή υφισταμένου. 2.Οι ομοιόβαθμοι αξιωματικοί, ανάλογα με την αρχαιότητά τους, έχουν την ιδιότητα του αρχαιότερου ή νεότερου, εάν δε συνδέονται με σχέση διοικητικής υπαγωγής ή εξαρτήσεως, η αρχαιότητα έχει ισχύ διαφοράς βαθμού. 3.Μεταξύ των Σωμάτων Ελληνικής Αστυνομίας και Πυροσβεστικού το προβάδισμα έχει η Αστυνομία. Άρθρο 4. Βαθμοί αξιωματικών. 1.Ο βαθμός καθιερώνει την ικανότητα για άσκηση ορισμένων καθηκόντων, παρέχει δε δικαιώματα και επιβάλλει υποχρεώσεις. 2.Οι βαθμοί των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας και η αντιστοιχία αυτών προς τους βαθμούς των αξιωματικών του Στρατού Ξηράς και του Πυροσβεστικού Σώματος έχουν ως ακολούθως : ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΣΤΡΑΤΟΣ ΞΗΡΑΣ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟ ΣΩΜΑ Αντ/γος Αστυν.-Αρχηγός Αντ/γος-Αρχηγός ΓΕΣ Αντ/γος Πυρ/κού-Αρχηγός Αντιστράτηγος Αστυνομίας Αντιστράτηγος Υποστράτηγος Αστυνομίας Υποστράτηγος Υπ/γος Πυροσβεστικού Ταξίαρχος Αστυνομίας Ταξίαρχος Αρχιπύραρχος Αστυνομικός Διευθυντής Συνταγματάρχης Πύραρχος Αστυνομικός Υποδιευθυντής Αντισυνταγματάρχης Αντιπύραρχος Αστυνόμος Α’ Ταγματάρχης Επιπυραγός Αστυνόμος Β’ Λοχαγός Πυραγός Υπαστυνόμος Α’ Υπολοχαγός Υποπυραγός Υπαστυνόμος Β’ Ανθυπολοχαγός Ανθυποπυραγός 3.Στην κλίμακα της ιεραρχίας των βαθμών οι Αντιστράτηγοι, Υποστράτηγοι και Ταξίαρχοι είναι ανώτατοι, οι Αστυνομικοί Διευθυντές, Αστυνομικοί Υποδιευθυ-ντές και Αστυνόμοι Α’ είναι ανώτεροι και οι Αστυνόμοι Β’, Υπαστυνόμοι Α’ και Υπαστυνόμοι Β’ είναι κατώτεροι αξιωματικοί. 4.Ο βαθμός του αξιωματικού απονέμεται με προεδρικό διάταγμα, δεν στερείται δε αυτού ο αξιωματικός παρά μόνο ένεκα των εξής αιτίων : 1)Στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων, καταγνωσθείσης με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. 2)Αποτάξεως, ύστερα από τελεσίδικη απόφαση πειθαρχικού συμβουλίου. 5.Η στέρηση του βαθμού γίνεται με προεδρικό διάταγμα και είναι οριστική, ο δε στερηθείς του βαθμού ουδέποτε ανακτά αυτόν, ειμή μόνον σε περίπτωση απονομής χάριτος. Άρθρο 5. Αρχαιότητα αξιωματικών. 1.Η αρχαιότητα των αξιωματικών, γενικών και ειδικών καθηκόντων, σε κάθε βαθμό προσδιορίζεται από τη χρονολογία κτήσεως του βαθμού και ως τέτοια λογίζεται η χρονολογία υπογραφής του σχετικού προεδρικού διατάγματος, εκτός των αποφοιτώντων από τις οικείες Σχολές για τους οποίους ως χρονολογία κτήσεως του βαθμού λογίζεται η ημερομηνία ορκωμοσίας τους. Προκειμένου περί αναδρομικώς προαγομένων, η χρονολογία κτήσεως του βαθμού καθορίζεται στο σχετικό προεδρικό διάταγμα. 2.Ανεξάρτητα από τη χρονολογία κτήσεως του βαθμού: 1)Οι αξιωματικοί γενικών καθηκόντων είναι αρχαιότεροι των ομοιόβαθμων τους ειδικών καθηκόντων. 2)Οι εν ενεργεία αξιωματικοί είναι αρχαιότεροι των ομοιοβάθμων τους που ανακαλούνται από την εφεδρεία στην ενεργό υπηρεσία. 3.Σε περίπτωση ταυτοχρόνου πρόσληψης ή προαγωγής ομοιοβάθμων αξιωματικών ειδικών καθηκόντων διαφόρων κατηγοριών, η μεταξύ τους αρχαιότητα καθορίζεται από τη σειρά αναγραφής τους στο άρθρο 1 παρ. 2 του παρόντος. Επί ταυτόχρονης πρόσληψης ομοιοβάθμων αξιωματικών της αυτής κατηγορίας, η μεταξύ τους αρχαιότητα καθορίζεται βάσει της σειράς αναγραφής των ειδικοτήτων τους στο άρθρο 1 παρ. 2 του παρόντος και προκειμένου περί αξιωματικών της αυτής ειδικότητας βάσει της σειράς εγγραφής τους στον πίνακα ικανών για πρόσληψη. 4.Η αρχαιότητα των Υπαστυνόμων Β’ που αποφοιτούν από την Σχολή Αξιωματικών καθορίζεται με βάση το βαθμό αποφοίτησης από τη Σχολή. Με τον ίδιο τρόπο καθορίζεται και η αρχαιότητα των Υπαστυνόμων Β’ που αποφοιτούν από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων (Τ.Ε.Μ.Α.). 5.Οι Αξιωματικοί που προέρχονται από τη Σχολή Αξιωματικών είναι πάντοτε αρχαιότεροι των ομοιοβάθμων τους που προέρχονται από το Τ.Ε.Μ.Α., οι οποίοι απέκτησαν το βαθμό τους μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Ειδικότερα, οι Αστυνόμοι Β’ της Σχολής Αξιωματικών θεωρούνται αρχαιότεροι έναντι των ενωρίτερα προαχθέντων ομοιόβαθμων τους εκ του Τ.Ε.Μ.Α., εφόσον αμφότεροι προήχθησαν στο βαθμό του Υπαστυνόμου Α’ μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος. 6.Η κατά τα ανωτέρω καθοριζομένη αρχαιότητα των αξιωματικών διατηρείται καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, εκτός αν επέλθουν μεταβολές συνεπεία : 1)Προαγωγής κατ’εκλογή σε χρόνο προγενέστερο των κατ’ αρχαιότητα προαγομένων. 2)Κρίσης τους ως παραμενόντων στον ίδιο βαθμό. 3)Κρίσης Αστυνομικών Υποδιευθυντών που διανύουν τον τελευταίο βαθμό εξελίξεως, ως διατηρητέων. 4)Προαγωγής κατ’εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 2 του παρόντος. 5)Απώλειας αρχαιότητας συνεπεία επιβολής πειθαρχικής ποινής αργίας με απόλυση κατά τις διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου. 6)Μη συμπληρώσεως των τυπικών και ειδικών για προαγωγή προσόντων, που οφείλεται στους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 16 και 17 του παρόντος. Άρθρο 6. Αρχαιότητα αξιωματικών των Σωμάτων. 1.Η αρχαιότητα ομοιόβαθμων αξιωματικών γενικών και ειδικών καθηκόντων, μεταξύ των Σωμάτων Ελληνικής Αστυνομίας και Πυροσβεστικού, σε κάθε βαθμό, καθορίζεται από τη χρονολογία κτήσεως του κατεχόμενου βαθμού, προκειμένου δε περί αποφοιτώντων από τις Παραγωγικές Σχολές Αξιωματικών το ίδιο ημερολογιακό έτος ή προαγόμενων κατά τις τακτικές κρίσεις του αυτού έτους, βάσει της σειράς προβαδίσματος των Σωμάτων. 2.Η κατά την προηγούμενη παράγραφο αρχαιότητα δεν επηρεάζει την κατά τις εθιμοτυπικές εκδηλώσεις παράσταση ή εκπροσώπηση των Σωμάτων Ελληνικής Αστυνομίας και Πυροσβεστικού, η οποία καθορίζεται πάντοτε βάσει της σειράς προβαδίσματος αυτών. Άρθρο 7. Επετηρίδες αξιωματικών. 1.Για τους αξιωματικούς γενικών και ειδικών καθηκόντων της Ελληνικής Αστυνομίας τηρούνται από τη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού/Υ.Δ.Τ. οι παρακάτω επετηρίδες : 1)Γενικών καθηκόντων : (1) Αποφοίτων της Σχολής Αξιωματικών. (2) Αποφοίτων του Τμήματος Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων. (3) Προαγομένων βάσει ειδικών διατάξεων. (4) Μονίμου Διαθεσιμότητας μη δικαιουμένων περαιτέρω προαγωγής. 2)Ειδικών καθηκόντων. (1) Ιερέων. (2) Ιατρών και οδοντίατρων. (3) Ψυχολόγων. (4) Αστυκτηνιάτρων. (5) Αξιωματικών Εγκληματολογικών Εργαστηρίων πτυχιούχων Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. (6) Υγειονομικών Πτυχιούχων Τ.Ε.Ι. (7) Αξιωματικών Εγκληματολογικών Εργαστηρίων πτυχιούχων Τ.Ε.Ι. 2.Οι αξιωματικοί Μονίμου Διαθεσιμότητας που δικαιούνται περαιτέρω προαγωγής και οι ανακαλούμενοι από την εφεδρεία αξιωματικοί εντάσσονται ανάλογα με την προέλευσή τους σε μία από τις ανωτέρω επετηρίδες. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ Άρθρο 8 Είδη καταστάσεων. 1.Οι καταστάσεις των αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας είναι : 1)Η ενεργός υπηρεσία. 2)Η υπηρεσία γραφείου. 3)Η μακρά αναρρωτική άδεια. 4)Η διαθεσιμότητα. 5)Η αργία με πρόσκαιρη παύση. 6)Η αργία με απόλυση. 7)Η μόνιμη διαθεσιμότητα. 2.Η θέση του αξιωματικού σε νέα κατάσταση γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης. Ειδικά η θέση στην κατάσταση της διαθεσιμότητας των ανωτέρων και κατωτέρων αξιωματικών γίνεται με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας. 3.Εάν ο αξιωματικός τέθηκε σε διαθεσιμότητα για ορισμένο χρόνο, είτε σε αργία με πρόσκαιρη παύση ή αργία με απόλυση, επανέρχεται αυτοδίκαια στην προηγούμενη κατάσταση μόλις λήξει ο καθορισμένος με την απόφαση χρόνος, χωρίς άλλη διατύπωση, υποχρεούμενος εάν επανέρχεται στην ενεργό υπηρεσία ή την υπηρεσία γραφείου να παρουσιαστεί αμέσως στην Υπηρεσία του. Άρθρο 9. Ενεργός υπηρεσία. Ενεργός υπηρεσία είναι η κατάσταση του αξιωματικού που ανήκει στη δύναμη οποιασδήποτε Υπηρεσίας του Σώματος και εκτελεί υπηρεσία, είναι δε ικανός να χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε θέση ή αποστολή που προβλέπεται για την κατηγορία και τον βαθμό του. Ως ενεργός υπηρεσία λογίζεται και η φοίτηση σε σχολές ή κέντρα εκπαίδευσης, καθώς και η προσωρινή απουσία σε άδεια προβλεπόμενη από τον οικείο κανονισμό ή για λόγους υγείας, εξαιρουμένης της μακράς αναρρωτικής άδειας. Άρθρο 10. Υπηρεσία γραφείου. 1.Η υπηρεσία γραφείου είναι η κατάσταση του αξιωματικού που κρίθηκε σωματικά ανίκανος για την εκτέλεση άλλης υπηρεσίας, πλην της υπηρεσίας γραφείου. 2.Οι αξιωματικοί μέχρι και του βαθμού του Αστυνομικού Διευθυντή, για τους οποίους οι αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές της Ελληνικής Αστυνομίας γνωμάτευσαν ότι είναι ανίκανοι για την ενεργό υπηρεσία, ικανοί όμως για υπηρεσία γραφείου, εφόσον έχουν συμπληρώσει 25 έτη πραγματικής υπηρεσίας στο Σώμα, παραπέμπονται, κατόπιν διαταγής του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, στο αρμόδιο συμβούλιο κρίσεων, το οποίο, εκτιμώντας τις υπηρεσιακές ανάγκες, αποφαίνεται οριστικά για την παραμονή τους στο Σώμα για εκτέλεση υπηρεσίας γραφείου ή την αποστρατεία τους, για λόγους υγείας. Αν δεν έχουν συμπληρώσει 25 έτη πραγματικής υπηρεσίας, τίθενται στην κατάσταση υπηρεσίας γραφείου, χωρίς να απαιτείται απόφαση του αρμοδίου συμβουλίου κρίσεων. 3.Αξιωματικοί κρινόμενοι κατάλληλοι για υπηρεσία γραφείου, για κανένα λόγο δεν δύνανται να επανέλθουν στην κατάσταση της ενεργού υπηρεσίας. 4.Οι αξιωματικοί υπηρεσίας γραφείου δεν καταλαμβάνουν οργανικές θέσεις, παραμένουν όμως εντεταγμένοι στις επετηρίδες τους, χωρίς να χάνουν την αρχαιότητά τους και τοποθετούνται κατά τις περί τοποθετήσεως των αξιωματικών διατάξεις, αναλόγως των προσόντων τους ή των ειδικών γνώσεων, μη δυνάμενοι ν’ ασκήσουν διοίκηση. Άρθρο 11. Μακρά αναρρωτική άδεια. Μακρά αναρρωτική άδεια είναι η κατάσταση των αξιωματικών που τίθενται προσωρινώς εκτός υπηρεσίας, ένεκα νοσήματος ή τραύματος, ύστερα από γνωμάτευση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής της Ελληνικής Αστυνομίας, που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού υγειονομικής υπηρεσίας του Σώματος. Άρθρο 12. Διαθεσιμότητα. Διαθεσιμότητα είναι η κατάσταση του αξιωματικού που τίθεται προσωρινώς εκτός υπηρεσίας, για τους λόγους που αναφέρονται στο πειθαρχικό δίκαιο του αστυνομικού προσωπικού. Άρθρο 13. Αργίες. Η αργία με πρόσκαιρη παύση και η αργία με απόλυση είναι ανώτερες πειθαρχικές ποινές. Στις καταστάσεις αυτές τίθενται οι αξιωματικοί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο πειθαρχικό δίκαιο του αστυνομικού προσωπικού. Άρθρο 14. Μόνιμη διαθεσιμότητα. 1.Μόνιμη διαθεσιμότητα είναι η κατάσταση του αξιωματικού που τίθεται μόνιμα εκτός της ενεργού υπηρεσίας, επειδή κατέστη ανίκανος για εκτέλεση υπηρεσίας, συνεπεία τραυμάτων ή παθήσεων από τραύματα, ένεκα της υπηρεσίας ή κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας και ένεκα ταύτης, ύστερα από γνωμάτευση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής. 2.Οι τιθέμενοι στην κατάσταση της μόνιμης διαθεσιμότητας, υποχρεούνται σε επανεξέταση, εφ’ άπαξ, από την Αναθεωρητική Υγειονομική Επιτροπή, στην οποία παραπέμπονται εντός διμήνου, από την παρέλευση τριετίας από τη χρονολογία της προηγούμενης γνωμάτευσης, βάσει της οποίας τέθηκαν στην κατάσταση αυτή. Εξ’ αυτών, οι κρινόμενοι κατά τη νέα εξέταση ανίκανοι για εκτέλεση υπηρεσίας παραμένουν οριστικά στην κατάσταση της μόνιμης διαθεσιμότητας, οι δε λοιποί, κρινόμενοι ικανοί για την ενεργό υπηρεσία ή για υπηρεσία γραφείου, τίθενται στην κατάσταση αυτή, κατά περίπτωση. Οι αρνούμενοι να υποβληθούν στην επανεξέταση επανέρχονται στην κατάσταση της ενεργού υπηρεσίας. 3.Η κατά την προηγούμενη παράγραφο επανεξέταση για τελική κρίση της σωματικής τους ικανότητας δεν απαιτείται, για όσους αξιωματικούς η αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή γνωματεύει ότι η πάθησή τους, λόγω της φύσεώς της, είναι οριστική και ανεπίδεκτη θεραπείας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ ΤΥΠΙΚΑ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΡΟΣ ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΠΡΟΣΟΝΤΑ Άρθρο 15. Γενικά τυπικά προσόντα. 1.Γενικά τυπικά προς προαγωγή προσόντα είναι ο ελάχιστος χρόνος υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό και ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας αξιωματικού, προ της συμπληρώσεως των οποίων οι αξιωματικοί δεν επιτρέπεται να προαχθούν, επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 43 του παρόντος, καθώς και των διατάξεων που ρυθμίζουν τις προαγωγές συνεπεία απονομής του Αστυνομικού Αριστείου Ανδραγαθίας ή ανακηρύξεως των αξ/κών ως Ολυμπιονικών. 2.Ο κατά βαθμόν ελάχιστος χρόνος υπηρεσίας των αξιωματικών αυτοτελώς ή σε συνδυασμό με τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας αυτών ως αξιωματικών, καθορίζεται ως ακολούθως : 1)Υπαστυνόμος Β’ 3 έτη. 2)Υπαστυνόμος Α’ 4 έτη. 3)Αστυνόμος Β’ 5 έτη στο βαθμό ή 10 έτη συνολικής υπηρεσίας, αξιωματικού, από την οποία 2 έτη στο βαθμό. 4)Αστυνόμος Α’ 4 έτη στο βαθμό ή 14 έτη συνολικής υπηρεσίας αξιωματικού, από την οποία 3 έτη στο βαθμό. 5)Αστυνομικός Υποδιευθυντής 4 έτη στο βαθμό ή 18 έτη συνολικής υπηρεσίας αξιωματικού, από την οποία 2 έτη στο βαθμό. 6)Αστυνομικός Διευθυντής 2 έτη στο βαθμό ή 20 έτη συνολικής υπηρεσίας αξιωματικού, από την οποία 1 έτος στο βαθμό. 7)Ταξίαρχος 1 έτος στο βαθμό ή 22 έτη συνολικής υπηρεσίας αξιωματικού, από την οποία 6 μήνες στο βαθμό. 8)Υποστράτηγος ανεξάρτητα από το χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό. 3.Για τους Υπαστυνόμους Β’ ειδικών καθηκόντων, για τους οποίους τα έτη φοιτήσεως στα Α.Ε.Ι., από τα οποία απόχτησαν το πτυχίο που αποτέλεσε απαραίτητο τυπικό προσόν για την ένταξή τους στην κατηγορία των ειδικών καθηκόντων, είναι περισσότερα των ετών φοιτήσεως της Σχολής Αξιωματικών, ο κατά την παρ. 2 εδάφ. α’ του παρόντος άρθρου ελάχιστος χρόνος παραμονής μειούται κατά τόσα έτη όσα τα επιπλέον έτη φοιτήσεως, μη δυνάμενος όμως να είναι μικρότερος του ενός (1) έτους. Τα επιπλέον αυτά έτη φοιτήσεως προσμετρούνται και κατά τον υπολογισμό της συνολικής υπηρεσίας αξιωματικού. 4.Οι αξιωματικοί ειδικών καθηκόντων που εισέρχονται στο Σώμα ή μετατάσσονται στην κατηγορία αυτή με βαθμό ανώτερο του Υπαστυνόμου Β’, καθόσον αφορά τη συμπλήρωση της συνολικής υπηρεσίας αξιωματικού για την απόκτηση δικαιώματος προαγωγής, λογίζεται ότι έχουν συμπληρώσει τον προβλεπόμενο από το παρόν άρθρο χρόνο υπηρεσίας για τους κατωτέρους του βαθμού με τον οποίο εισέρχονται βαθμούς. 5.Οι αξιωματικοί ειδικών καθηκόντων που προέρχονται από μετάταξη αστυνομικού προσωπικού, για την απόκτηση των τυπικών προσόντων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, θεωρείται ότι έχουν συμπληρώσει το συνολικό χρόνο υπηρεσίας αξιωματικού που συμπλήρωσαν νεότεροι στην επετηρίδα συνάδελφοί τους που προσελήφθησαν ως ιδιώτες, εφόσον οι τελευταίοι δεν απώλεσαν αρχαιότητα κατ’εφαρμογή των διατάξεων περί καταστάσεων αξιωματικών. 6.Αξιωματικοί προαγόμενοι ή προτασσόμενοι στην επετηρίδα, βάσει ειδικών διατάξεων, θεωρείται ότι συμπληρώνουν τα γενικά τυπικά προς προαγωγή προσόντα που συμπληρώνει ο αμέσως, μετά την προαγωγή ή πρόταξή τους στην επετηρίδα, νεότερός τους. 7.Ο χρόνος της αναδρομικής προαγωγής θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας στο βαθμό. Άρθρο 16. Υπολογισμός χρόνου υπηρεσίας στο βαθμό. 1.Για τον υπολογισμό του ελαχίστου χρόνου υπηρεσίας σε κάθε βαθμό, καθώς και του συνολικού χρόνου υπηρεσίας αξιωματικού, καθόσον αφορά τη συμπλήρωση των γενικών τυπικών προσόντων προαγωγής, δεν προσμετρείται ο χρόνος κατά τον οποίον οι αξιωματικοί απείχαν από την υπηρεσία, λόγω : 1)Εκτίσεως στερητικής της ελευθερίας ποινής. 2)Προσωρινής κρατήσεως, εφόσον δεν επακολούθησε απαλλακτικό βούλευμα ή αθωωτική απόφαση. 3)Διαθεσιμότητας, εφόσον επακολούθησε η επιβολή ανώτερης πειθαρχικής ποινής. 4)Εκτίσεως ποινής αργίας με απόλυση ή αργίας με πρόσκαιρη παύση. 5)Παράνομης απουσίας. 6)Αδείας άνευ αποδοχών. 7)Εκπαιδευτικής αδείας πέραν των δύο (2) ετών. 2.Επίσης, δεν προσμετρείται, κατά τον υπολογισμό του ελαχίστου χρόνου υπηρεσίας στο βαθμό, ο χρόνος αποχής από την υπηρεσία για λόγους υγείας πέραν του έτους για τους βαθμούς για τους οποίους ο απαιτούμενος ελάχιστος χρόνος υπηρεσίας αυτοτελώς ή σε συνάρτηση προς το συνολικό χρόνο υπηρεσίας ως αξιωματικού είναι μείζων των δύο (2) ετών και πέραν του τριμήνου, όταν ο απαιτούμενος ελάχιστος χρόνος είναι μέχρι δύο (2) έτη, εφόσον οι λόγοι υγείας δεν οφείλονται σε πάθηση ή τραυματισμό που συνέβη κατά την υπηρεσία και ένεκα ταύτης. 3.Σε περίπτωση που η αποχή από την υπηρεσία το ίδιο χρονικό διάστημα οφείλεται σε περισσότερους του ενός λόγους, το διάστημα αυτό υπολογίζεται μόνο μία φορά. Άρθρο 17. Ειδικά τυπικά προσόντα. 1.Για την προαγωγή των Αστυνομικών Υποδιευθυντών γενικών καθηκόντων, απαιτείται, ως ειδικό τυπικό προσόν, η ευδόκιμη αποφοίτησή τους από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Επιτελών - Στελεχών. ‘Οσοι εκ των Αστυνόμων Β’ κωλύονται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3 και 20 παρ. 1 του π.δ 190/1996 (Α-153), καλούνται να φοιτήσουν στο εν λόγω Τμήμα στην επόμενη μετά την άρση του κωλύματος εκπαιδευτική σειρά, ανεξαρτήτως της τυχόν προαγωγής τους στον επόμενο βαθμό. 2.Για την προαγωγή των Αστυνόμων Β’ γενικών καθηκόντων απαιτείται ως ειδικό τυπικό προσόν η συμπλήρωση συνολικά τουλάχιστον τριών ετών στον κατεχόμενο ή στους προηγούμενους βαθμούς αξιωματικού σε Δ/νση ή Υποδ/νση ή Τμήμα Ασφαλείας, Δ/νση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας, Δ/νση Αστυνομικών Επιχειρήσεων, Υποδ/νση ή Τμήμα ή Σταθμό Τροχαίας, Αστυνομικά Τμήματα και Σταθμούς, Ειδικές Υπηρεσίες Δίωξης Εγκληματικότητας, Μεταβατικά Αποσπάσματα και Υπηρεσία Εναέριων Μέσων. Για τον υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας των τριών ετών εφαρμόζονται οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου. Άρθρο 18. Ουσιαστικά προσόντα. Τα ουσιαστικά προς προαγωγή προσόντα προσδιορίζουν την εν γένει ικανότητα των αξιωματικών για την άσκηση των καθηκόντων του βαθμού τους και την περαιτέρω εξέλιξή τους, συνάγονται δε από τα έγγραφα αξιολόγησης και τα λοιπά έγγραφα που υπάρχουν στους ατομικούς φακέλους των κρινομένων αξιωματικών. Άρθρο 19. Κριτήρια αξιολόγησης ουσιαστικών προσόντων. 1.Τα κριτήρια αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων αναφέρονται στην επαγγελματική κατάρτιση στη διοικητική ικανότητα, στο ενδιαφέρον και τη δημιουργικότητα, στην αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα, στο ήθος και τη διαγωγή, στα ψυχικά και σωματικά προσόντα, στις υπηρεσιακές σχέσεις, στις σχέσεις με τους πολίτες και τις Αρχές και στην αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και των μέσων. 2.Για την αξιολόγηση της επαγγελματικής κατάρτισης λαμβάνονται υπόψη : 1)Η θεωρητική γνώση του αντικειμένου, όπως αυτή προκύπτει από τίτλους σπουδών, εκπαιδεύσεις, μετεκπαιδεύσεις, καθώς και η εμπειρία στο αντικείμενο. 2)Οι λοιπές γνώσεις, όπως εγκυκλοπαιδικές, ειδικές γνώσεις, ξένες γλώσσες. 3.Για την αξιολόγηση της διοικητικής ικανότητας λαμβάνονται υπόψη : 1)Η ικανότητα αξιοποίησης των γνώσεων και της εμπειρίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, η μεθοδικότητα, η επινοητικότητα και το πρακτικό πνεύμα. 2)Η ικανότητα προγραμματισμού, οργάνωσης, συντονισμού και ελέγχου. 3)Η ικανότητα αξιολόγησης και αποδοτικής αξιοποίησης των υφιστάμενων. 4.Για την αξιολόγηση του ενδιαφέροντος και της δημιουργικότητας λαμβάνονται υπόψη : 1)Ο ζήλος και το ενδιαφέρον για την υπηρεσία, η ενεργητικότητα και η δραστηριότητα. 2)Οι μελέτες και οι εισηγήσεις για την επίλυση και τη βελτίωση των υπηρεσιακών θεμάτων, η καινοτόμος σκέψη και η πρωτοτυπία. 5.Για την αξιολόγηση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας λαμβάνονται υπόψη : 1)Η θέση και η επίτευξη στόχων. 2)Η ποιότητα και η ποσότητα της εργασίας. 6.Για την αξιολόγηση του ήθους και της διαγωγής λαμβάνονται υπόψη : 1)Η ευσυνειδησία και η ακεραιότητα του χαρακτήρα. 2)Η πειθαρχικότητα. 7.Για την αξιολόγηση των ψυχικών προσόντων λαμβάνονται υπόψη : 1)Η δύναμη θέλησης και η αντοχή στις πιέσεις. 2)Το θάρρος, η αποφασιστικότητα, η ψυχραιμία και η ανάληψη ευθυνών. 3)Η αυτοπεποίθηση και η σταθερότητα στις γνώμες και αποφάσεις. 8.Για την αξιολόγηση των σωματικών προσόντων λαμβάνονται υπόψη : 1)Η γενική κατάσταση της υγείας και η αρτιμέλεια. 2)Η αντοχή κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας και η μη αποχή απ’ αυτή για λόγους υγείας. 9.Για την αξιολόγηση των υπηρεσιακών σχέσεων λαμβάνονται υπόψη : 1)Το πνεύμα συνεργασίας και το αίσθημα συναδελφικότητας και αλληλεγγύης. 2)Το ενδιαφέρον για τις ανάγκες των υφιστάμενων και η ψυχική επαφή μ’ αυτούς. 10.Για την αξιολόγηση των σχέσεων με τους πολίτες και τις Αρχές λαμβάνονται υπόψη : 1)Το πνεύμα εξυπηρέτησης των πολιτών και η συμπεριφορά προς αυτούς. 2)Το πνεύμα συνεργασίας με τις Αρχές και τις Υπηρεσίες. 11.Για την αξιολόγηση της αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού και των μέσων λαμβάνονται υπόψη : 1)Η ορθολογική διάθεση προσωπικού και μέσων. 2)Η συντήρηση, η φύλαξη και η κανονική χρήση του υλικού και των μέσων. 12.Κατά την αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων λαμβάνονται υπόψη ο βαθμός της τελικής επίδοσης και η σειρά αποφοίτησης από τις Σχολές της Αστυνομικής Ακαδημίας, κάθε άλλη εκπαίδευση ή μετεκπαίδευση, η κατοχή και άλλων τίτλων ανωτέρων και ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ή φοίτησης σ’ αυτά, οι πειθαρχικές και ποινικές κυρώσεις, οι ηθικές και υλικές αμοιβές, η πολεμική δράση του αξιολογούμενου, επίσημα στοιχεία που αφορούν διάφορες υπηρεσιακές λοιπές δραστηριότητες, καθώς και σοβαρά ελαττώματα και ελλείψεις. 13.Ως σοβαρά ελαττώματα και ελλείψεις χαρακτηρίζονται : 1)Η έλλειψη πίστεως στην Πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας. 2)Η μη ανωτέρα αντίληψη για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το αξίωμά τους. 3)Η χρησιμοποίηση αθέμιτων μέσων για την εξέλιξή τους και η προσφυγή σε πλάγια μέσα για το σκοπό αυτό. 4)Η έλλειψη κοινωνικότητας και η ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους πολίτες. 5)Η καθ’ έξη μέθη, χαρτοπαιξία και δημιουργία χρεών. 6)Ο αριβισμός, η αυτοπροβολή, ο εγωκεντρισμός και η κολακεία ή φιλοκατηγορία κατά τις σχέσεις τους με προϊσταμένους και υφισταμένους ή προς τρίτους. 14.Τα παραπάνω ελαττώματα και ελλείψεις πρέπει να προκύπτουν από επίσημα έγγραφα στοιχεία, που πρέπει να υφίστανται στον ατομικό φάκελο του αξιωματικού και να αναφέρονται στο χρόνο που καλύπτει η έκθεση αξιολόγησης. Τα ελαττώματα αυτά δεν βαθμολογούνται αλλά περιγράφονται στην Έκθεση Αξιολόγησης και, ανάλογα με τη φύση τους, επηρεάζουν δυσμενώς την εκτίμηση των ουσιαστικών προσόντων που αναφέρονται στη διοικητική ικανότητα, το ήθος και τη διαγωγή, τα ψυχικά προσόντα και τις υπηρεσιακές σχέσεις και σχέσεις με ιδιώτες και αρχές κατά περίπτωση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΟΝΤΩΝ Άρθρο 20. Έγγραφα αξιολόγησης. 1.Τα έγγραφα αξιολόγησης των αξιωματικών είναι οι εκθέσεις αξιολόγησης και οι ειδικές εκθέσεις αποστρατείας. 2.Οι εκθέσεις αξιολόγησης είναι τα έγγραφα, στα οποία εμφαίνονται και βαθμολογούνται αναλυτικά τα κριτήρια αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων και επισημαίνονται τυχόν ελλείψεις ή ελαττώματα των αξιωματικών όλων των βαθμών, πλην του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας. 3.Οι ειδικές εκθέσεις αποστρατείας είναι τα έγγραφα, τα οποία συντάσσονται για ουσιώδη έλλειψη των ουσιαστικών προσόντων των ανωτάτων αξιωματικών, των οποίων προτείνεται η αποστρατεία. 4.Οι εκθέσεις αξιολόγησης και οι ειδικές εκθέσεις αποστρατείας αποτελούν απόρρητα έγγραφα και δεν επιτρέπεται να λαμβάνουν γνώση, των μεν εκθέσεων αξιολόγησης οι αξιωματικοί στους οποίους αφορούν, εξαιρουμένων των οριζομένων στην παράγραφο 5 του άρθρου 26 του παρόντος, ή τρίτα πρόσωπα, των δε ειδικών εκθέσεων αποστρατείας τρίτα πρόσωπα, εκτός αν δικαστική αρχή, για διερεύνηση υπόθεσης που εκκρεμεί σ’ αυτή, ζητήσει αντίγραφα αυτών. 5.Ο τύπος των εκθέσεων αξιολόγησης και των ειδικών εκθέσεων αποστρατείας εμφαίνεται στα συνημμένα ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ Α’ και Β’ του παρόντος. 6.Τυπικές ελλείψεις ή ελαττώματα, που διαπιστώνονται στα έγγραφα αξιολόγησης από τη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού και δικαιολογούν την ακύρωση της συνταχθείσης και τη σύνταξη νέας έκθεσης, τίθενται υπόψη του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, ο οποίος ανάλογα με τη βαρύτητά τους αποφασίζει για τις περαιτέρω ενέργειες. Σε περίπτωση σύνταξης νέας έκθεσης αυτή ανατίθεται, είτε στον ίδιο το συντάκτη ή γνωματεύοντα, είτε σε άλλο αξιωματικό ανώτερο ή αρχαιότερο του γνωματεύοντα. Η νέα έκθεση υπόκειται σε γνωμάτευση από τον άμεσο προϊστάμενο του συντάκτη. 7.Εάν επισημανθούν από τη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού στοιχεία, ικανά να στοιχειοθετήσουν σκόπιμη και μη αντικειμενική ευμενή ή δυσμενή βαθμολογία των ουσιαστικών προσόντων των αξιολογουμένων αξιωματικών εκ μέρους των συντακτών ή των γνωματευόντων, ιδίως όταν υπάρχει προφανής δυσαρμονία με βαθμολογία προηγουμένων ετών, τίθενται αυτά υπόψη του αρμοδίου κατά περίπτωση Συμβουλίου κρίσεων, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 26 του παρόντος. Άρθρο 21. Συντάκτες εκθέσεων αξιολόγησης. 1.Οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται από αξιωματικούς ανώτερους ή αρχαιότερους του αξιολογούμενου, που φέρουν βαθμό τουλάχιστον Αστυνόμου Β’ και υπόκεινται σε γνωμάτευση, πλην αυτών που συντάσσει ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας και ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Π.Σ.Ε.Α./Υπουργείου Δημόσιας Τάξης. 2.Συντάκτης των εκθέσεων αξιολόγησης είναι ο προϊστάμενος της οργανικής μονάδας, επιπέδου τουλάχιστον Τμήματος, στην οποία υπηρετεί ο αξιολογούμενος και γνωματεύων ο προϊστάμενος της αμέσως ανώτερης ιεραρχικά μονάδας. 3.Για τις Αστυνομικές Διευθύνσεις των Νομών ο αρχαιότερος Υποδιευθυντής της οικείας Διεύθυνσης θεωρείται, για την σύνταξη των εκθέσεων αξιολόγησης ή την γνωμάτευση επ’ αυτών, προϊστάμενος οργανικής μονάδας για τους υπασπιστές, τους αξιωματικούς των γραφείων του επιτελείου και των Υπηρεσιών που υπάγονται απ’ ευθείας στην οικεία Διεύθυνση. 4.Για τις Διευθύνσεις, Αστυνομικών Επιχειρήσεων, Τροχαίας, Αγορανομίας και Άμεσης Δράσης των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων ο αρχαιότερος υποδιευθυντής της οικείας Διεύθυνσης θεωρείται, για τη σύνταξη των εκθέσεων αξιολόγησης ή τη γνωμάτευση επ’ αυτών, προϊστάμενος οργανικής μονάδας για τους υπασπιστές και τους προϊσταμένους των τμημάτων τους. 5.Τις εκθέσεις αξιολόγησης των Τμηματαρχών των επιτελείων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων και των Διευθύνσεων Αστυνομίας αυτών, καθώς και των υπασπιστών, συντάσσει ο αρχαιότερος υποδιευθυντής της οικείας Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης, ο οποίος και γνωματεύει επ’ αυτών που συντάσσουν αυτοί. 6.Τις εκθέσεις αξιολόγησης των αξιωματικών που υπηρετούν στα γραφεία του Υπουργού, Γενικού Γραμματέα, Αρχηγού Ελληνικής Αστυνομίας και των Υπαρχηγών συντάσσει ο Διευθυντής Αστυνομικού Προσωπικού και γνωματεύουν επ’αυτών, για μεν τους υπηρετούντες στα γραφεία Υπουργού, Γενικού Γραμματέα και Αρχηγού, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, για δε τους λοιπούς ο οικείος Υπαρχηγός. 7.Τις εκθέσεις αξιολόγησης των Διευθυντών των Διευθύνσεων του Κλάδου Διοικητικής Υποστήριξης του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και των Διευθύνσεων Οικονομικής Επιθεώρησης, Διαχείρισης Χρηματικού, Διαχείρισης Υλικού, Ελεγκτηρίου Δαπανών, ΔΙ.Τ.Ε.Ν.Ε., Υγειονομικού/Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, καθώς και του Διευθυντή της Αστυνομικής Ακαδημίας, συντάσσει ο προϊστάμενος Κλάδου Διοικητικής Υποστήριξης, ο οποίος και γνωματεύει επ’ αυτών που συντάσσουν αυτοί. 8.Τις εκθέσεις αξιολόγησης των Διευθυντών των Διευθύνσεων του Κλάδου Αστυνομίας, Ασφαλείας και Τάξης του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και των Διευθύνσεων Εγκληματολογικών Ερευνών, Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας, Υπηρεσίας Εναέριων Μέσων και των Υπηρεσιών Ασφαλείας Προέδρου Δημοκρατίας, Βουλής των Ελλήνων, Προέδρου της Κυβέρνησης, καθώς και των προϊσταμένων των Γ.Α.Δ. και Γενικών Επιθεωρητών Αστυνομίας συντάσσει ο προϊστάμενος Κ.Α.Α.Τ./ Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, ο οποίος και γνωματεύει επ’ αυτών που συντάσσουν αυτοί. 9.Τις εκθέσεις αξιολόγησης των Διευθυντών των ασφαλιστικών ταμείων του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας συντάσσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Οικονομικών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και γνωματεύει επ’ αυτών που συντάσσουν αυτοί. 10.Οι διατάξεις που αναφέρονται στην αξιολόγηση του αστυνομικού προσωπικού της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών και των υφισταμένων αυτών Υπηρεσιών, καθώς και των Αστυνομικών Τμημάτων που ιδρύθηκαν με τα προεδρικά διατάγματα 95/1995, 260/1995 και 334/1995 εξακολουθούν να εφαρμόζονται. 11.Τις εκθέσεις αξιολόγησης των προϊσταμένων των Κλάδων του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης συντάσσει ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, ο οποίος και γνωματεύει επ’ αυτών που συντάσσουν αυτοί. 12.Λεπτομέρειες και θέματα δευτερεύουσας φύσης, που προκύπτουν από την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου, ρυθμίζονται με διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας. 13.Σε περίπτωση κωλύματος, απουσίας ή μη ύπαρξης συντάκτη, η αρμοδιότητα σύνταξης έκθεσης αξιολόγησης περιέρχεται στον γνωματεύοντα, η δε αρμοδιότητα του γνωματεύοντα στον άμεσο προϊστάμενο αυτού. Εάν υπάρχει ο συντάκτης και κωλύεται, απουσιάζει ή δεν υπάρχει ο γνωματεύων, η αρμοδιότητα αυτού περιέρχεται στον άμεσο προϊστάμενό του και όταν δεν υπάρχει, ούτε συντάκτης, ούτε γνωματεύων τότε ορίζονται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας. Στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται ο αξιολογούμενος να έχει συμπληρώσει ορισμένο χρόνο υπό τις διαταγές του συντάκτη. 14.Οι αξιωματικοί που τελούν σε διαθεσιμότητα, μακρά αναρρωτική άδεια, αργία με απόλυση, αργία με πρόσκαιρη παύση ή έχουν παραπεμφθεί ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου δεν συντάσσουν εκθέσεις αξιολόγησης, για το χρονικό διάστημα που υπηρέτησαν υπό τις διαταγές τους υφιστάμενοί τους αξιωματικοί. Στις περιπτώσεις αυτές ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, εφόσον κρίνεται αναγκαία η αξιολόγηση των αξιωματικών αυτών, ορίζει τους συντάκτες και τους γνωματεύοντες. Άρθρο 22. Συντάκτες εκθέσεων αξιολόγησης αποσπασμένων. 1.Οι εκθέσεις αξιολόγησης των αποσπασμένων σε Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας συντάσσονται από τους αξιωματικούς των Υπηρεσιών αυτών, που είναι αρμόδιοι για τη σύνταξη εκθέσεων αξιολόγησης των λοιπών αξιωματικών που υπηρετούν μόνιμα σ’ αυτές. 2.Οι εκθέσεις αξιολόγησης των αποσπασμένων σε Υπηρεσίες εκτός της Ελληνικής Αστυνομίας συντάσσονται από τον ανώτερο ή αρχαιότερο του αξιολογουμένου αξιωματικό, που υπηρετεί στις Υπηρεσίες αυτές και υπόκεινται σε γνωματεύσεις από τους αξιωματικούς, που είναι αρμόδιοι προς τούτο για τις εκθέσεις αξιολόγησης των λοιπών αξιωματικών των Υπηρεσιών στις οποίες ανήκουν οργανικά. Αν όμως δεν υπάρχει ανώτερος ή αρχαιότερος αξιωματικός του αξιολογουμένου, οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται από τους αρμοδίους προς τούτο αξιωματικούς των Υπηρεσιών στις οποίες ανήκουν οργανικά. Στην τελευταία περίπτωση οι συντάκτες ζητούν πληροφορίες για τα ουσιαστικά προσόντα των αξιολογουμένων, από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας στην οποία είναι αποσπασμένοι. Οι πληροφορίες δίδονται με ειδικό έντυπο, ο τύπος του οποίου εμφαίνεται στο συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ’ του παρόντος. Το έγγραφο παροχής πληροφοριών είναι απόρρητο και επισυνάπτεται στην έκθεση αξιολόγησης. 3.Κατ’εξαίρεση οι εκθέσεις αξιολόγησης των αποσπασμένων αξιωματικών για εκπαίδευση σε διάφορες σχολές συντάσσονται από τον αρμόδιο συντάκτη της Υπηρεσίας που ανήκουν οργανικά και εφόσον οι αξιολογούμενοι απουσιάζουν πέραν του διμήνου υποχρεούται ο συντάκτης να ζητεί από την οικεία σχολή πληροφορίες για την επίδοσή τους και τα ουσιαστικά προσόντα κατά το χρόνο της απόσπασης, οι οποίες παρέχονται με το ειδικό έντυπο της προηγούμενης παραγράφου που επισυνάπτεται στην έκθεση αξιολόγησης. Άρθρο 23. Χρόνος αξιολόγησης. 1.Οι αξιωματικοί όλων των βαθμών, πλην του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, αξιολογούνται κάθε χρόνο ανεξάρτητα από το χρόνο υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό και την κατάσταση στην οποία τελούν, με εξαίρεση τους τελούντες στην κατάσταση μόνιμης διαθεσιμότητας. Το έτος αξιολόγησης αρχίζει την 21η Ιανουαρίου κάθε έτους και λήγει την 20η Ιανουαρίου του επομένου έτους. Κατά την πρώτη εφαρμογή της παρούσης παραγράφου το έτος αξιολόγησης αρχίζει την 21η Φεβρουαρίου του προηγούμενου έτους. 2.Η αξιολόγηση των αξιωματικών γίνεται με τις εκθέσεις αξιολόγησης τακτικά μεν το Γ’ δεκαήμερο του μηνός Ιανουαρίου, εκτάκτως δε σε περίπτωση διακοπής της υπηρεσιακής εξάρτησης που συνδέει τον αξιολογούντα με τον αξιολογούμενο και εφόσον η διακοπή διήρκεσε ή θα διαρκέσει τουλάχιστον δύο (2) μήνες. Διακοπή της υπηρεσιακής εξάρτησης θεωρείται και η περίπτωση κατά την οποία στη θέση του συντάκτη τοποθετηθεί αξιωματικός ανώτερος ή αρχαιότερος απ’ αυτόν, χωρίς αυτός να μετακινηθεί. 3.Για την τακτική και έκτακτη αξιολόγηση των αξιωματικών απαιτείται όπως ο αξιολογούμενος υπηρετεί τουλάχιστον επί δίμηνο υπό τις διαταγές του αξιολογούντος. 4.Για τους γνωματεύοντες δεν απαιτείται να έχουν συμπληρώσει ορισμένο χρόνο υπό τις διαταγές τους οι αξιολογούμενοι. Άρθρο 24. Αναβολή αξιολόγησης. 1.Η αξιολόγηση των αξιωματικών αναβάλλεται για όσο χρόνο αυτοί : 1)Τελούν σε διαθεσιμότητα. 2)Έχουν παραπεμφθεί ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου. 2.Μετά τη λήξη της διαθεσιμότητας ή την οριστική κρίση της πειθαρχικής υπόθεσης από τα πειθαρχικά συμβούλια οι ανωτέρω αξιωματικοί αξιολογούνται αμέσως από τους συντάκτες και τους γνωματεύοντες που ήσαν αρμόδιοι κατά το χρόνο που έπρεπε να γίνει η αξιολόγηση. Αν οι εν λόγω συντάκτες και οι γνωματεύοντες κωλύονται, απουσιάζουν ή δεν υπάρχουν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 13 του άρθρου 21 του παρόντος. Άρθρο 25. Βαθμολογία κριτηρίων αξιολόγησης ουσιαστικών προσόντων. 1.Τα κριτήρια αξιολόγησης των αξιωματικών βαθμολογούνται με ακέραιους αριθμούς από 1 μέχρι και 10, ολογράφως και αριθμητικώς. Κατά την εξαγωγή του μέσου όρου κάθε ομάδας κριτηρίων οι δεκαδικοί αριθμοί μέχρι εκατοστού της μονάδας διατηρούνται. 2.Αν ορισμένα από τα ουσιαστικά προσόντα δεν είναι δυνατόν να βαθμολογηθούν, επειδή ο αξιολογούμενος δεν εκτελούσε υπηρεσία ή η φύση των υπηρεσιών που εκτελέσθηκαν δεν επέτρεψε τη δοκιμασία του στους τομείς που αφορούν τα κριτήρια αυτά, αντί βαθμού τίθεται η ένδειξη Δ.Δ. (δεν δοκιμάστηκε). Τα μη βαθμολογούμενα επί μέρους προσόντα κάθε ομάδας δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την εξαγωγή του μέσου όρου της ομάδας των κριτηρίων. 3.Ο γενικός χαρακτηρισμός βαθμολογείται με ακέραιους και δεκαδικούς αριθμούς μέχρι εκατοστού της μονάδας, ως ακολούθως: ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ από 9,50 μέχρι και 10, ΛΙΑΝ ΚΑΛΟΣ από 8 μέχρι και 9,49, ΚΑΛΟΣ από 6,50 μέχρι και 7,99, ΣΧΕΔΟΝ ΚΑΛΟΣ από 5 μέχρι και 6,49 και ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΣ από 1 μέχρι και 4,99. 4.Η κλίμακα βαθμολογίας των επί μέρους ουσιαστικών προς προαγωγή προσόντων του άρθρου 19 του παρόντος καθορίζεται ως ακολούθως: 1)Εξαίρετος (10). 2)Λίαν Καλός (9 ή 8). 3)Καλός (7 ή 6). 4)Σχεδόν Καλός (5 ή 4). 5)Απαράδεκτος (3 ή 2 ή 1). Οι βαθμολογίες στα επί μέρους ουσιαστικά προσόντα που δικαιολογούν δυσμενή κρίση στον κατεχόμενο βαθμό, σύμφωνα με το άρθρο 29 του παρόντος, πρέπει να αιτιολογούνται. Άρθρο 26. Υποχρεώσεις συντακτών και γνωματευόντων. 1.Οι συντάκτες και οι γνωματεύοντες κατά την αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων δεν επιτρέπεται να λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου εγγράφων αξιολόγησης, που αναφέρονται σε άλλα χρονικά διαστήματα. 2.Οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται από τους συντάκτες εις απλούν και υποβάλλονται αμέσως στους γνωματεύοντες, οι οποίοι σημειώνουν στην οικεία στήλη της έκθεσης τη βαθμολογία τους μόνο σε περίπτωση που διαφωνούν με την αντίστοιχη βαθμολογία του συντάκτη, διαφορετικά σημειώνουν τη λέξη «συμφωνώ» και στη συνέχεια υποβάλλουν αυτές, εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών στο αρμόδιο τμήμα της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού/Υπουργείου Δημόσιας Τάξης. Αν η βαθμολογία του γνωματεύοντος διαφέρει αυτής του συντάκτη πέραν της μίας (1) μονάδας στα επί μέρους κριτήρια, ο γνωματεύων αιτιολογεί τη βαθμολογία του στην οικεία θέση της έκθεσης αξιολόγησης. 3.Η βαθμολογία επί των εκθέσεων αξιολόγησης και η αιτιολόγηση αυτής τίθενται ιδιοχείρως. Σε περίπτωση διαφωνίας του γνωματεύοντος με το συντάκτη λαμβάνεται υπόψη η βαθμολογία του γνωματεύοντος. 4.Οι γνωματεύοντες ελέγχουν αν τηρήθηκαν από τους συντάκτες επακριβώς οι διατάξεις του παρόντος ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ και αν διαπιστώσουν τυπικά ελαττώματα ή παραλείψεις επιστρέφουν τις εκθέσεις αξιολόγησης στους συντάκτες για την διόρθωσή τους. Αν όμως κρίνουν ότι οι συντάκτες προέβησαν, επηρεασμένοι από προσωπικούς λόγους, σκόπιμα σε μη αντικειμενική ευμενή ή δυσμενή αξιολόγηση των προσόντων των αξιολογουμένων, σημειώνουν και αιτιολογούν τούτο στην οικεία θέση της έκθεσης αξιολόγησης. Η έκθεση αυτή τίθεται υπόψη του αρμοδίου για την κρίση του αξιολογουμένου Συμβουλίου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων των παραγράφων 7, 8 και 9 του παρόντος άρθρου. 5.Οι γνωματεύοντες στις εκθέσεις αξιολόγησης, υποχρεούνται όπως γνωστοποιούν στον αξιολογούμενο εγγράφως και με απόδειξη, η οποία επισυνάπτεται στην έκθεση, το γενικό χαρακτηρισμό της βαθμολογίας του, ως επίσης και τις τυχόν βαθμολογίες επί μέρους προσόντων που δικαιολογούν δυσμενή κρίση στον κατεχόμενο βαθμό, είτε αυτές τέθηκαν από τους ίδιους, είτε από τους συντάκτες και εφόσον βεβαίως συμφωνούν προς αυτούς. Στην τελευταία περίπτωση η έκθεση αξιολόγησης υποβάλλεται στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης μετά την εκπνοή της προθεσμίας υποβολής της ενστάσεως, που ορίζεται στην επόμενη παράγραφο. 6.Οι αξιολογούμενοι, εφόσον φέρουν βαθμό μέχρι και Αστυνομικού Διευθυντή, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας πέντε (5) ημερών από της επομένης της γνωστοποίησης, δικαιούνται να υποβάλουν ένσταση κατά της βαθμολογίας που δικαιολογεί δυσμενή κρίση. Η ένσταση υποβάλλεται στον γνωματεύοντα, ο οποίος συντάσσει επ’ αυτής έκθεση εγχειρίσεως και μαζί με την έκθεση αξιολόγησης και γνωστοποίησης υποβάλλει αυτή εντός τριών (3) ημερών στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, διατυπώνοντας παράλληλα τις απόψεις του επί των ισχυρισμών του ενισταμένου. 7.Η ανωτέρω ένσταση μετά των σχετικών εγγράφων τίθεται υπόψη του αρμοδίου για την κρίση του αξιολογουμένου Συμβουλίου, το οποίο αποφαίνεται οριστικά επί της ενστάσεως και ενημερώνεται σχετικά ο ενδιαφερόμενος. Σε περίπτωση που το Συμβούλιο κάνει δεκτή την ένσταση του αξιολογουμένου, η συνταχθείσα έκθεση αξιολόγησης θεωρείται άκυρη και διατάσσεται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας η σύνταξη νέας από ανώτερο ή αρχαιότερο του γνωματεύοντος, η οποία δεν υπόκειται σε γνωμάτευση. 8.Αν το Συμβούλιο από τα τιθέμενα υπόψη του στοιχεία δεν μπορεί να μορφώσει γνώμη επί της ενστάσεως, αποφασίζει τη διεξαγωγή σχετικής έρευνας, η οποία διατάσσεται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας και ενεργείται εντός μηνός από της λήψεως της σχετικής διαταγής. Το πόρισμα της έρευνας τίθεται υπόψη του Συμβουλίου, το οποίο αποφασίζει πλέον οριστικά επί της ενστάσεως. 9.Εάν από την ενεργηθείσα έρευνα αποδειχτεί σκόπιμη και μη αντικειμενική, δυσμενής ή ευμενής βαθμολογία, κινείται η πειθαρχική διαδικασία σε βάρος των υπαιτίων σύμφωνα με τις διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου. Άρθρο 27. Ειδικές εκθέσεις αποστρατείας. 1.Οι ειδικές εκθέσεις αποστρατείας συντάσσονται σε απλούν και ιδιοχείρως από τους αρμοδίους για τη σύνταξη των εκθέσεων αξιολόγησης οποτεδήποτε και ανεξάρτητα από το χρόνο υπηρεσίας των αξιολογουμένων στον κατεχόμενο βαθμό. Οι γνωματεύοντες υποχρεούνται αμέσως να γνωστοποιήσουν το περιεχόμενο αυτών στον αξιολογούμενο, συντάσσοντας έκθεση γνωστοποίησης, που επισυνάπτεται στην έκθεση αποστρατείας. 2.Οι αξιολογούμενοι δικαιούνται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών (3) ημερών από της επομένης της γνωστοποίησης να υποβάλουν ενστάσεις στον γνωματεύοντα. Για τα θέματα ελέγχου των εν λόγω εκθέσεων και υποβολής αυτών και των τυχόν ενστάσεων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 4, 5 και 6 του προηγουμένου άρθρου. 3.Η έκθεση αποστρατείας με την τυχόν υποβαλλομένη ένσταση του αξιολογουμένου και των λοιπών σχετικών εγγράφων παραπέμπονται αμέσως στο αρμόδιο για την κρίση του αξιολογουμένου Συμβούλιο, το οποίο : 1)Σε περίπτωση υποβολής ενστάσεως αποφαίνεται οριστικά επ’ αυτής και αν την κάνει δεκτή η συνταχθείσα έκθεση αποστρατείας θεωρείται άκυρη και δεν συντάσσεται νέα. 2)Σε περίπτωση μη υποβολής ενστάσεως ή απόρριψης της υποβληθείσης το Συμβούλιο αποφασίζει για την αποστρατεία ή μη του αξιολογουμένου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’ ΚΡΙΣΕΙΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ Άρθρο 28. Τρόπος κρίσεων. 1.Οι κρίσεις των αξιωματικών ενεργούνται βάσει των τηρουμένων στους ατομικούς τους φακέλους και λοιπά ατομικά τους έγγραφα στοιχείων περί των ουσιαστικών τους προσόντων, της υπηρεσιακής τους απόδοσης, των ελαττωμάτων και αδυναμιών τους, των απονεμηθεισών σ’ αυτούς ηθικών και υλικών αμοιβών και των επιβληθεισών πειθαρχικών ή ποινικών κυρώσεων. 2.Η κρίση γίνεται με συνεκτίμηση των κατά την προηγούμενη παράγραφο στοιχείων των κρινομένων στη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, εφόσον αυτά δεν αναφέρονται σε χρόνο πέραν της δεκαετίας από αυτήν, ως ακολούθως : 1)Οι αξιωματικοί μέχρι και το βαθμό του Αστυνόμου Β’, βάσει των στοιχείων του κατεχομένου και των προηγουμένων βαθμών τους, ως αξιωματικών. 2)Οι Αστυνόμοι Α’ και οι Αστυνομικοί Υποδιευθυντές, βάσει των στοιχείων του βαθμού τους και των δύο προηγουμένων βαθμών τους. 3)Οι Αστυνομικοί Διευθυντές και ανώτατοι αξιωματικοί βάσει των στοιχείων του βαθμού τους και των προηγουμένων βαθμών μέχρι και του Αστυνόμου Α’. 3.Κατ’ εξαίρεση οι ανώτερες πειθαρχικές ποινές και οι καταδίκες ποινικών δικαστηρίων λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται κατά τις κρίσεις, ανεξάρτητα από το βαθμό που έφερε ο κρινόμενος κατά το χρόνο επιβολής τους, μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπεται δυνατή κρίση των αξιωματικών ως ευδοκίμως τερματισάντων τη σταδιοδρομία τους. 4.Η κρίση σε κάθε βαθμό είναι αυστηρότερη εκείνης του προηγούμενου βαθμού. Σε κάθε περίπτωση, συνεκτιμάται η αξιολόγηση των προσόντων των κρινομένων αξιωματικών σε όλη τη σταδιοδρομία τους, που αφορούν το ήθος, τη διαγωγή και τα ψυχικά προσόντα τους. Άρθρο 29. Διαβαθμίσεις των κρίσεων. 1.Οι αξιωματικοί κρίνονται κατά βαθμούς, ως ακολούθως : 1)Οι Υπαστυνόμοι Β’ και Υπαστυνόμοι Α’, προακτέοι ή παραμένοντες στον ίδιο βαθμό ή αποστρατευτέοι. Προακτέοι κρίνονται αυτοί που αξιολογούνται σε όλα τα ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον έξη (6). Παραμένοντες στον ίδιο βαθμό αυτοί που αξιολογούνται σε όλα τα ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον πέντε (5). Αποστρατευτέοι κρίνονται αυτοί που δεν αξιολογούνται σε όλα τα ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό τουλάχιστον πέντε (5). 2)Οι Αστυνόμοι Β’, Αστυνόμοι Α’ και Αστυνομικοί Υποδιευθυντές, προακτέοι κατ’ εκλογήν ή προακτέοι κατ’ αρχαιότητα ή παραμένοντες στον ίδιο βαθμό ή αποστρατευτέοι. Προακτέοι κατ’ εκλογήν κρίνονται οι Αστυνόμοι Β’, που αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον επτά (7) σε όλα τα ουσιαστικά τους προσόντα και Αστυνόμοι Α’ και Αστυνομικοί Υποδιευθυντές που αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον οκτώ (8). Προακτέοι κατ’ αρχαιότητα κρίνονται οι Αστυνόμοι Β’ που αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον έξι (6) σε όλα τα ουσιαστικά τους προσόντα και οι Αστυνόμοι Α’ και Αστυνομικοί Υποδιευθυντές που αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον επτά (7). Παραμένοντες στον ίδιο βαθμό κρίνονται οι Αστυνόμοι Β’ που αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον πέντε (5) σε όλα τα ουσιαστικά τους προσόντα και οι Αστυνόμοι Α’ και Αστυνομικοί Υποδιευθυντές που αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον έξη (6). Αποστρατευτέοι κρίνονται οι Αστυνόμοι Β’ που δεν αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον πέντε (5) σε όλα τα ουσιαστικά τους προσόντα και οι Αστυνόμοι Α’ και Αστυνομικοί Υποδιευθυντές που δεν αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον έξη (6). 3)Οι Αστυνομικοί Διευθυντές, Ταξίαρχοι και Υποστράτηγοι προακτέοι ή μη προακτέοι ή διατηρητέοι ή ευδόκιμα τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους ή αποστρατευτέοι. Προακτέοι κρίνονται οι Αστυνομικοί Διευθυντές που αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον εννέα (9) σε όλα τα ουσιαστικά προσόντα και οι Ταξίαρχοι και Υποστράτηγοι που αξιολογούνται με απόλυτο βαθμό δέκα (10) σε όλα τα ουσιαστικά προσόντα. Μη προακτέοι κρίνονται οι Αστυνομικοί Διευθυντές που δεν αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον εννέα (9) σε όλα τα ουσιαστικά προσόντα και οι Ταξίαρχοι και Υποστράτηγοι που δεν αξιολογούνται με απόλυτο βαθμό δέκα (10) σε όλα τα ουσιαστικά προσόντα. Διατηρητέοι κρίνονται αυτοί, που αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον οκτώ (8) σε όλα τα ουσιαστικά προσόντα. Ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους κρίνονται αυτοί που αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον επτά (7) σε όλα τα ουσιαστικά προσόντα. Αποστρατευτέοι κρίνονται αυτοί που δεν αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον επτά (7) σε όλα τα ουσιαστικά προσόντα. Η κρίση ως προακτέων ή μη προακτέων γίνεται μόνο προκειμένου να πληρωθούν κενές οργανικές θέσεις στον ανώτερο βαθμό. Προακτέοι κρίνονται, κατά τη σειρά αρχαιότητάς τους, τόσοι αξιωματικοί, όσες και οι κενές οργανικές θέσεις, μη προακτέοι δε, οι αξιωματικοί που είναι αρχαιότεροι του τελευταίου προακτέου. 2.Οι διανύοντες τον τελευταίο βαθμό εξελίξεώς τους αξιωματικοί κρίνονται διατηρητέοι ή ευδόκιμα τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους ή αποστρατευτέοι. Διατηρητέοι κρίνονται οι ανώτατοι αξιωματικοί που αξιολογούνται με απόλυτο βαθμό δέκα (10) σε όλα τα ουσιαστικά προσόντα και οι ανώτεροι αξιωματικοί που αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον επτά (7). Ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους κρίνονται οι ανώτατοι αξιωματικοί που αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον οκτώ (8) σε όλα τα ουσιαστικά προσόντα και οι ανώτεροι αξιωματικοί που αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον έξι (6). Αποστρατευτέοι κρίνονται οι ανώτατοι αξιωματικοί που δεν αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον οκτώ (8) σε όλα τα ουσιαστικά προσόντα και οι ανώτεροι αξιωματικοί που δεν αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον έξι (6). 3.Οι αξιωματικοί που αποστρατεύονται λόγω ορίου ηλικίας ή 35ετίας κρίνονται ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους ή αποστρατευτέοι. Ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους κρίνονται αυτοί που αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον έξι (6) σε όλα τα ουσιαστικά τους προσόντα. Αποστρατευτέοι κρίνονται αυτοί που δεν αξιολογούνται με βαθμό τουλάχιστον έξι (6) σε όλα τα ουσιαστικά προσόντα. 4.Οι αξιωματικοί που αποστρατεύονται λόγω σωματικής ανικανότητας ή ύστερα από υποβολή αιτήσεως αποστρατείας, καθώς και οι θανόντες αξιωματικοί κρίνονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, εφόσον δεν είναι σε πίνακα προακτέων ή διατηρητέων, ή είναι μεν γραμμένοι σε πίνακα προακτέων ή διατηρητέων, αλλά μετά την εγγραφή τους τιμωρήθηκαν με ανώτερη πειθαρχική ποινή ή ενέπεσαν σε μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 32 παρ. 2 του παρόντος. 5.Οι αξιωματικοί εξ εφεδρείας και μόνιμης διαθεσιμότητας κρίνονται προακτέοι ή μη προακτέοι. Προακτέοι κρίνονται όσοι αξιολογούνται σε όλα τα ουσιαστικά τους προσόντα με βαθμό που δικαιολογεί για τους ομοιοβάθμους τους, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα κρίση προακτέου ή προακτέου κατ’ εκλογή ή προακτέου κατ’ αρχαιότητα. Μη προακτέοι κρίνονται όσοι δεν αξιολογούνται με βαθμό που δικαιολογεί για τους ομοιοβάθμους τους, σύμφωνα με τα προηγούμενα, κρίση προακτέου. 6.Κατά τις τακτικές κρίσεις, οι Ταξίαρχοι και Υποστράτηγοι αποστρατεύονται σε ποσοστό τουλάχιστον 2/5 των οργανικών τους θέσεων. Άρθρο 30. Δυσμενείς κρίσεις. 1.Δυσμενείς είναι οι ακόλουθες κρίσεις : 1)Αποστρατευτέος. 2)Παραμένων στον ίδιο βαθμό. 3)Μη προακτέος. 4)Προακτέος κατ’ αρχαιότητα. 5)Ευδοκίμως τερματίσας τη σταδιοδρομία, πλην των κρινομένων σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του προηγουμένου άρθρου. 2.Αποσπάσματα των πρακτικών συμβουλίων κρίσεων, που αναφέρονται σε δυσμενείς κρίσεις, κοινοποιούνται στους αξιωματικούς στους οποίους αφορούν, εντός προθεσμίας 40 ημερών από της κυρώσεως των σχετικών πινάκων. Άρθρο 31. Χρόνος διενέργειας των κρίσεων. 1.Οι αξιωματικοί κρίνονται τακτικώς το μήνα Μάρτιο κάθε έτους και εκτάκτως, στις περιπτώσεις, που προβλέπεται ειδικώς από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος. 2.Η τακτική κρίση δύναται να αναβάλλεται με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, μετά από πρόταση του Αρχηγού, το πολύ μέχρι δύο (2) μήνες από την έκδοση της απόφασης. Άρθρο 32. Κρινόμενοι στις τακτικές κρίσεις. 1.Στις τακτικές κρίσεις κρίνονται : 1)Οι Αντιστράτηγοι, πλην του Αρχηγού, και οι Υποστράτηγοι ανεξάρτητα από το χρόνο παραμονής τους στο βαθμό. 2)Οι αξιωματικοί, οι οποίοι μέχρι το τέλος του έτους των κρίσεων συμπληρώνουν τα γενικά τυπικά προς προαγωγή προσόντα του άρθρου 15 του παρόντος, ως ακολούθως : (1) Οι Ταξίαρχοι, οι Αστυνομικοί Διευθυντές, οι Αστυνόμοι Β’ που προέρχονται από Ανθυπαστυνόμους και οι αξιωματικοί, των οποίων οι οργανικές θέσεις είναι ενιαίες με αυτές του επομένου βαθμού. (2) Οι Αστυνομικοί Υποδιευθυντές, οι Αστυνόμοι Α’ και οι Υπαστυνόμοι Α’ που προέρχονται από Ανθυπαστυνόμους σε αριθμό ίσο προς τις προβλεπόμενες οργανικές θέσεις του ανώτερου βαθμού. (3) Οι Αστυνόμοι Β’ και οι Υπαστυνόμοι Α’ σε ποσοστό ίσο με το 1/2 και 1/4, αντίστοιχα των προβλεπομένων οργανικών θέσεων του ανώτερου βαθμού. Τα τυχόν κλασματικά υπόλοιπα κατά τον υπολογισμό του αριθμού των κρινομένων δεν λαμβάνονται υπόψη. 3)Οι αξιωματικοί που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1, 49 και 50 του παρόντος. 2.Κατ’ εξαίρεση οι αξιωματικοί δεν κρίνονται στις τακτικές κρίσεις, πλην αυτών που αποστρατεύονται, λόγω ορίου ηλικίας ή 35ετίας, εφόσον συντρέχει μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις : 1)Τελούν σε διαθεσιμότητα. 2)Έχουν παραπεμφθεί ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου. 3)Έχουν παραπεμφθεί με βούλευμα σε δίκη και η σχετική πειθαρχική τους υπόθεση εκκρεμεί. 3.Οι διαλαμβανόμενοι στην προηγούμενη παράγραφο αξιωματικοί κρίνονται εκτάκτως αμέσως μετά την άρση του κωλύματος, συνεπεία του οποίου παρελείφθησαν των κρίσεων. Αν η παράλειψη αφορά περισσότερες της μιας τακτικές κρίσεις, η κρίση ενεργείται για κάθε έτος χωριστά. Αν κριθούν προακτέοι, προάγονται αναδρομικά από τη χρονολογία προαγωγής νεοτέρου τους, ανακτώντας την αρχαιότητά τους. Αν η κρίση για κάποιο έτος συνεπάγεται αποστρατεία, δεν κρίνονται για τα επόμενα έτη που τυχόν παρελείφθησαν των κρίσεων. 4.Το τρίτο 10ήμερο του μηνός Ιανουαρίου κάθε έτους καταρτίζεται πίνακας των αξιωματικών που κρίνονται στις τακτικές κρίσεις, σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος, με μέριμνα της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, ο οποίος κοινοποιείται στις Υπηρεσίες προς ενημέρωση των κρινομένων αξιωματικών με διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας. 5.Ο Αρχηγός κρίνεται οποτεδήποτε μόνο για αποστρατεία, κατόπιν προτάσεως του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, η οποία υποβάλλεται στο Κ.Υ.Σ.Ε.Α. Άρθρο 33. Σύνταξη - κύρωση - εκτέλεση πινάκων. 1.Τα συμβούλια κρίσεων, βάσει των πρακτικών συνεδριάσεως αυτών, συντάσσουν, για τους κρινομένους αξιωματικούς, κατά βαθμό και χωριστά για κάθε κατηγορία τους ακόλουθους πίνακες : 1)Για τους Υποστρατήγους, Ταξιάρχους και Αστυνομικούς Διευθυντές. (1) Προακτέων. (2) Μη προακτέων. (3) Διατηρητέων. (4) Ευδοκίμως τερματισάντων τη σταδιοδρομία τους. (5) Αποστρατευτέων. 2)Για τους Αστυνομικούς Υποδιευθυντές, Αστυνόμους Α’ και Αστυνόμους Β’. (1) Προακτέων κατ’ εκλογήν. (2) Προακτέων κατ’ αρχαιότητα. (3) Παραμενόντων στον ίδιο βαθμό. (4) Αποστρατευτέων. 3)Για τους Υπαστυνόμους Α’ και Υπαστυνόμους Β’ : (1) Προακτέων. (2) Παραμενόντων στον ίδιο βαθμό. (3) Αποστρατευτέων. 4)Για τους διανύοντες τον τελευταίο βαθμό εξελίξεως αξιωματικούς : (1) Διατηρητέων. (2) Ευδοκίμως τερματισάντων τη σταδιοδρομία τους. (3) Αποστρατευτέων. 5)Για τους συμπληρούντες 35ετή πραγματική υπηρεσία ή το όριο ηλικίας, καθώς και για τους αποστρατευόμενους λόγω σωματικής ανικανότητας ή ύστερα από υποβολή αιτήσεως αποστρατείας και τους θανόντες: (1) Ευδοκίμως τερματισάντων τη σταδιοδρομία τους. (2) Αποστρατευτέων. 6)Για τους εξ εφεδρείας και μόνιμης διαθεσιμότητας αξ/κούς : (1) Προακτέων. (2) Μη προακτέων. 2.Οι βάσει των αποφάσεων των συμβουλίων συντασσόμενοι πίνακες υποβάλλονται στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης εντός 5νθημέρου από της καταρτίσεώς τους, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει την κατά το άρθρο 53 του παρόντος προσφυγή. 3.Οι πίνακες κυρώνονται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης εντός 10 ημερών, αφότου περιέλθουν σ’ αυτόν. Σε περίπτωση ασκήσεως υπ’ αυτού προσφυγής, οι πίνακες κυρώνονται κατά το υπόλοιπο μέρος αυτών. 4.Η ισχύς των πινάκων αρχίζει από της κυρώσεώς τους και διαρκεί μέχρι την έναρξη των τακτικών κρίσεων του επομένου έτους. Αν για οποιοδήποτε λόγο δεν συνταχθούν νέοι πίνακες εξακολουθούν ισχύοντες οι υφιστάμενοι. 5.Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης σε εκτέλεση των πινάκων προκαλεί εντός τριάντα (30) ημερών από της κυρώσεως αυτών την έκδοση των αναγκαίων προεδρικών διαταγμάτων προαγωγής και αποστρατείας των αξιωματικών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ ΚΡΙΣΕΩΝ Άρθρο 34. Συγκρότηση - Σύνθεση συμβουλίων. 1.Για τις κρίσεις των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας συγκροτούνται τα ακόλουθα συμβούλια : 1)Το συμβούλιο κρίσης Αντιστρατήγων Αστυνομίας. 2)Το Ανώτατο συμβούλιο. 3)Το Ανώτερο συμβούλιο και 4)Το Κατώτερο συμβούλιο. 2.Τα συμβούλια κρίσεων συντίθενται ως ακολούθως : 1)Συμβούλιο κρίσης Αντιστρατήγων Αστυνομίας. Αποτελείται από τον Αρχηγό Ελληνικής Αστυνομίας ως πρόεδρο και δύο Αντιστρατήγους του Στρατού Ξηράς, ως μέλη. 2)Ανώτατο συμβούλιο. Αποτελείται από τον Αρχηγό Ελληνικής Αστυνομίας, ως πρόεδρο και δύο Αντιστρατήγους Αστυνομίας, ως μέλη. 3)Ανώτερο συμβούλιο. Αποτελείται από τον Αντιστράτηγο Αστυνομίας που είναι Προϊστάμενος του Κλάδου Διοικητικής Υποστήριξης, ως πρόεδρο και τέσσερις (4) Υποστρατήγους Αστυνομίας γενικών καθηκόντων, ως μέλη. Όταν το συμβούλιο κρίνει υγειονομικούς αξ/κούς, ο νεότερος Υποστράτηγος Αστυνομίας αντικαθίσταται από το Διευθυντή της Διεύθυνσης Υγειονομικού/Υ.Δ.Τ. 4)Κατώτερο συμβούλιο. Αποτελείται από έναν (1) Υποστράτηγο Αστυνομίας, ως πρόεδρο, και από τέσσερις (4) Ταξιάρχους Αστυνομίας, ως μέλη. Όταν το συμβούλιο κρίνει Υγειονομικούς αξιωματικούς, ο νεότερος Ταξίαρχος αντικαθίσταται από ομοιόβαθμο Υγειονομικό. 3.Τα συμβούλια κρίσεων συγκροτούνται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης μέσα στο β’ 10ήμερο του μηνός Ιανουαρίου κάθε έτους. Με την απόφαση συγκρότησης ορίζεται και ανώτερος αξιωματικός ως Γραμματέας των συμβουλίων με τον αναπληρωτή του, καθώς και αναπληρωματικά μέλη των συμβουλίων ισάριθμα προς τα τακτικά, πλην του Αρχηγού ο οποίος δεν αναπληρώνεται. Όταν δεν υπάρχουν Αντιστράτηγοι Αστυνομίας ή Υποστράτηγοι Αστυνομίας, για τη συγκρότηση των συμβουλίων κρίσεων, ορίζονται, στη θέση των Αντιστρατήγων ομοιόβαθμοι του Στρατού Ξηράς και στη θέση των Υποστρατήγων, Ταξίαρχοι Αστυνομίας. Τα προερχόμενα από το Στρατό Ξηράς τακτικά και αναπληρωματικά μέλη προτείνονται από τον Υπουργό Εθνικής ‘Αμυνας. 4.Εξαίρεση των μελών των συμβουλίων δεν είναι επιτρεπτή, ούτε δύναται να θεωρηθούν συντρέχοντα στα μέλη αυτών κωλύματα για τη συμμετοχή τους στα Συμβούλια. Άρθρο 35. Αρμοδιότητ12ες των συμβουλίων. 1.Το συμβούλιο κρίσης Αντιστρατήγων Αστυνομίας είναι αρμόδιο για τις κρίσεις των Αντιστρατήγων και τις επανακρίσεις των Υποστρατήγων και Ταξιάρχων. 2.Το Ανώτατο συμβούλιο είναι αρμόδιο για τις κρίσεις των Υποστρατήγων Αστυνομίας και Ταξιάρχων Αστυνομίας και τις επανακρίσεις των Αστυνομικών Διευθυντών, Αστυνομικών Υποδιευθυντών και Αστυνόμων Α’ . 3.Το Ανώτερο συμβούλιο είναι αρμόδιο για τις κρίσεις των Αστυνομικών Διευθυντών, Αστυνομικών Υποδιευθυντών και Αστυνόμων Α’ και τις επανακρίσεις των κατωτέρων αξιωματικών. 4.Το Κατώτερο συμβούλιο είναι αρμόδιο για τις κρίσεις των κατωτέρων αξιωματικών. 5.Εκτός από τις βαθμολογικές κρίσεις των αξιωματικών τα ανωτέρω συμβούλια έχουν αρμοδιότητα να αποφαίνονται : 1)Για τις μισθολογικές προαγωγές των αξιωματικών. 2)Για την απονομή του Αστυνομικού Αριστείου Ανδραγαθίας. Σε περίπτωση πράξης ανδραγαθίας, στην οποία έλαβαν μέρος αστυνομικοί διαφόρων βαθμών, η υπόθεση παραπέμπεται για όλους στο συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει τον έχοντα τον ανώτερο βαθμό. 3)Για τις ενστάσεις των αξιωματικών που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 26 του παρόντος. 4)Για παραμονή στο Σώμα προς εκτέλεση υπηρεσίας γραφείου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 του παρόντος. 5)Για απονομή τιμητικών διακρίσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 του παρόντος. 6)Για έξοδο από το Σώμα πριν λήξει ο χρόνος υποχρεωτικής υπηρεσίας σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 3 του παρόντος. 6.Τα ανωτέρω συμβούλια που είναι αρμόδια για τις κρίσεις των αξιωματικών από το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή και άνω, λειτουργούν, για τους αξιωματικούς των βαθμών αυτών και ως πειθαρχικά συμβούλια, σύμφωνα με τις διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του προηγουμένου άρθρου του παρόντος. Άρθρο 36. Εργασίες των Συμβουλίων. 1.Τα συμβούλια κρίσεων επιλαμβάνονται των υποθέσεων αρμοδιότητάς τους, για μεν τη διενέργεια των τακτικών κρίσεων αυτεπαγγέλτως, για δε τις λοιπές περιπτώσεις, ύστερα από απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και συνέρχονται ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου τους, η οποία κοινοποιείται στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης. Ειδικά, οι προσκλήσεις των προέδρων του Ανωτέρου και Κατωτέρου Συμβουλίου κοινοποιούνται και στον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας. 2.Πριν από τη σύγκληση κάθε Συμβουλίου Κρίσεων, με μέριμνα του Γραμματέα ή αναπληρωτή του, κοινοποιείται στον Πρόεδρο και τα μέλη αυτού ονομαστική κατάσταση των αξιωματικών που πρόκειται να κριθούν, με περίληψη των στοιχείων που περιέχονται στους ατομικούς τους φακέλους. 3.Τα συμβούλια κρίσεων ευρίσκονται σε απαρτία όταν είναι παρόντα όλα τα μέλη τους. Σε περίπτωση κωλύματος τακτικού μέλους καλείται να συμμετάσχει στο συμβούλιο το αντίστοιχο αναπληρωματικό μέλος αυτού. Το νεότερο μέλος του συμβουλίου εκτελεί χρέη εισηγητή και θέτει υπόψη του Συμβουλίου τα λεπτομερή στοιχεία που περιέχονται για κάθε αξιωματικό. Προς τούτο βοηθείται από τον Γραμματέα (ή αναπληρωτή) του Συμβουλίου, ο οποίος δεν επιτρέπεται να εκφέρει προσωπική άποψη ή ευμενή ή δυσμενή κρίση για κάθε κρινόμενο αξιωματικό. 4.Τα συμβούλια μελετούν τα υφιστάμενα στους ατομικούς φακέλους και λοιπά ατομικά έγγραφα των αξιωματικών στοιχεία και αξιολογούν κάθε αξιωματικό, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στο άρθρο 28 του παρόντος, αποφασίζουν δε τελικά με βάση και την προσωπική αντίληψη των μελών τους, εφόσον αυτή βασίζεται σε επίσημα στοιχεία, με φανερή ψηφοφορία. Οι αποφάσεις τους λαμβάνονται κατά πλειοψηφία. Εάν κατά την ψηφοφορία σχηματισθούν περισσότερες από δύο γνώμες, το έχον την μεμονωμένη γνώμη μέλος οφείλει να προσχωρήσει σε μία από τις άλλες γνώμες. 5.Εάν το συμβούλιο από τα στοιχεία που του ετέθησαν υπόψη, δεν δύναται να μορφώσει γνώμη για το λόγο ότι λείπουν ουσιώδη στοιχεία, αναβάλλει την κρίση για νέα αυτού σύνοδο μέχρι συγκεντρώσεως των ελλειπόντων στοιχείων. Κατά την νέα σύνοδο, η οποία δεν επιτρέπεται να απέχει της προηγούμενης πέραν του τριμήνου, το συμβούλιο υποχρεούται να αποφασίσει, έστω και χωρίς τα στοιχεία αυτά, εάν δε ο αξιωματικός κριθεί προακτέος και συντρέχει περίπτωση προαγωγής, προάγεται αναδρομικά ως υπεράριθμος. 6.Για κάθε συνεδρίαση τηρούνται πρακτικά στα οποία καταχωρούνται οι λαμβανόμενες αποφάσεις. Η δυσμενής κρίση αιτιολογείται με την παράθεση των δυσμενών στοιχείων στα οποία στηρίχθηκε. Τα συμβούλια εγγράφουν τους κρινομένους αξιωματικούς σε έναν από τους αναφερομένους στο άρθρο 33 του παρόντος πίνακες. Τα πρακτικά υπογράφονται από τα μέλη του συμβουλίου και τον γραμματέα αυτού. 7.Οι τακτικές κρίσεις αρχίζουν μέσα στο πρώτο 10ήμερο του μηνός Μαρτίου από το βαθμό του Αντιστρατήγου και ακολουθούν διαδοχικά στους λοιπούς βαθμούς προς τη βάση της Ιεραρχίας, από τα αρμόδια συμβούλια, ανασυγκροτούμενα, εφόσον συντρέχει περίπτωση, αφού δημοσιευθούν κάθε φορά τα εκδιδόμενα σε εκτέλεση των πινάκων των συμβουλίων προεδρικά διατάγματα για τους αξιωματικούς του ανωτέρου βαθμού, με εξαίρεση τις κρίσεις των αξιωματικών από το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή και κάτω, για τις οποίες δεν είναι απαραίτητο να τηρηθεί η διαδικασία της δημοσίευσης των εκδιδομένων σε εκτέλεση των πινάκων των συμβουλίων προεδρικών διαταγμάτων. 8.Οι εργασίες των συμβουλίων περατώνονται μέσα στο μήνα Μάρτιο, παράταση δε αυτών μέχρι ένα μήνα είναι δυνατή, εφόσον συντρέχουν ειδικοί λόγοι, με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και ύστερα από πρόταση του Αρχηγού. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’ ΟΡΓΑΝΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ - ΕΞΕΛΙΞΗ - ΠΡΟΑΓΩΓΕΣ Άρθρο 37. Οργανικές θέσεις. 1.Οι οργανικές θέσεις των αξιωματικών γενικών καθηκόντων που προέρχονται από τη Σχολή Αξιωματικών αυξάνονται κατά δύο (2) Υποστρατήγους, τρεις (3) Ταξιάρχους, δέκα εννέα (19) Αστυνομικούς Διευθυντές και σαράντα οκτώ (48) Αστυνομικούς Υποδιευθυντές και καθορίζονται συνολικά ως ακολούθως : Αντιστράτηγοι 3 Υποστράτηγοι 10 Ταξίαρχοι 30 Αστυνομικοί Διευθυντές 140 Αστυνομικοί Υποδιευθυντές 310 Αστυνόμοι Α’ 477 Αστυνόμοι Β’ 830 Υπαστυνόμοι Α’ και Υπαστυνόμοι Β’ 1736 Οι οργανικές θέσεις των Αστυφυλάκων μειώνονται κατά 95. 2.Οι οργανικές θέσεις των αξιωματικών που προέρχονται από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων είναι οι ακόλουθες : Αστυνόμοι Α’ 4 Αστυνόμοι Β’ 82 Υπαστυνόμοι Α’ και Υπαστυνόμοι Β’ 355 3.Οι οργανικές θέσεις των αξιωματικών ειδικών καθηκόντων είναι κατά κατηγορία οι ακόλουθες : 1)Ιερείς: 1 με βαθμό Υπαστυνόμου Α’ μέχρι και Ταξιάρχου. 2)Υγειονομικοί : (1) Ιατροί - Οδοντίατροι : Υποστράτηγοι: 1 Ταξίαρχοι: 2 Αστυνομικοί Διευθυντές και κατώτεροι αυτών: 76 Από τις προαναφερόμενες οργανικές θέσεις μέχρι το βαθμό του Ταξιάρχου, τις οκτώ (8) καταλαμβάνουν οδοντίατροι. (2) Ψυχολόγοι: Ταξίαρχοι: 1 Αστυνομικοί Διευθυντές και κατώτεροι αυτών: 1 (3) Βοηθοί Ακτινολογικών ή Μικροβιολογικών Εργαστηρίων, Οδοντοτεχνικοί και Φυσικοθεραπευτές: Αστυνόμοι Α’ και κατώτεροι αυτών: 4. 3)Αστυκτηνίατροι : Ταξίαρχοι: 1 Αστυνομικοί Διευθυντές και κατώτεροι αυτών: 31. 4)Εγκληματολογικών Εργαστηρίων : (1) Χημικοί, βιοχημικοί, βιολόγοι, ηλεκτρολόγοι μηχανικοί, φυσικοί ηλεκτρονικοί και φαρμακοποιοί : Ταξίαρχοι: 1 Αστυνομικοί Διευθυντές και κατώτεροι αυτών: 12 (2) Πτυχιούχοι Τμήματος Ιατρικών Εργαστηρίων και Τεχνολόγοι Τροφίμων: Αστυνόμοι Α’ και κατώτεροι αυτών: 3. Άρθρο 38. Βαθμολογική εξέλιξη αξιωματικών. 1.Οι αξιωματικοί γενικών καθηκόντων που προέρχονται από τη Σχολή Αξιωματικών δύνανται να εξελιχθούν μέχρι και το βαθμό του Αντιστρατήγου, εκτός όσων τελούν σε κατάσταση υπηρεσίας γραφείου, οι οποίοι δύνανται να εξελιχθούν μέχρι και το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 43 του παρόντος. Ειδικά, όσοι δεν αποφοίτησαν ευδόκιμα από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Επιτελών-Στελεχών, εξελίσσονται μέχρι και το βαθμό του Αστυνομικού Υποδιευθυντή. 2.Οι αξιωματικοί που προέρχονται από το Τ.Ε.Μ.Α. καθώς και οι αξιωματικοί ειδικών καθηκόντων που προέρχονται από Ανθυπαστυνόμους δύνανται να εξελιχθούν μέχρι και το βαθμό του Αστυνόμου Α’. 3.Οι αξιωματικοί ειδικών καθηκόντων, πλην αυτών της προηγουμένης παραγράφου, δύνανται να εξελιχθούν, οι μεν ιατροί μέχρι και το βαθμό του Υποστρατήγου, οι δε λοιποί μέχρι και το βαθμό του Ταξιάρχου. 4.Οι αξιωματικοί της μόνιμης διαθεσιμότητας δύνανται να εξελιχθούν μέχρις αποκτήσεως τεσσάρων (4) ακόμη βαθμών οι Υπαστυνόμοι Β’, τριών (3) οι Υπαστυνόμοι Α’, Αστυνόμοι Β’ και Αστυνόμοι Α’, δύο (2) οι Αστυνομικοί Υποδιευθυντές και ενός (1) οι Αστυνομικοί Δ/ντές, πέραν του βαθμού που έφεραν κατά το χρόνο της θέσεώς τους στην κατάσταση αυτή, εφόσον οι βαθμοί αυτοί προβλέπονται στην κατηγορία των αξιωματικών στην οποία ανήκουν. Άρθρο 39. Επιλογή Αρχηγού. Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας επιλέγεται μεταξύ των Αντιστρατήγων και Υποστρατήγων Αστυνομίας γενικών καθηκόντων, ανεξάρτητα από το χρόνο παραμονής τους στο βαθμό. Όταν κενωθεί η θέση του Αρχηγού, ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης αποστέλλει στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής και Εθνικής Άμυνας (ΚΥ.Σ.Ε.Α.) πίνακα των Αντιστρατήγων και Υποστρατήγων με τους ατομικούς φακέλους τους. Το ΚΥ.Σ.Ε.Α. επιλέγει τον Αρχηγό με απόλυτη διακριτική ευχέρεια χωρίς να τον συγκρίνει με τυχόν παραλειπόμενους και συντάσσει σχετικό πρακτικό. Αν επιλεγεί Υποστράτηγος, προάγεται στο βαθμό του Αντιστρατήγου. Οι αρχαιότεροι αυτού που επιλέγεται ως Αρχηγός αποστρατεύονται αυτεπάγγελτα, ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους. Άρθρο 40. Προϋποθέσεις προαγωγής. 1.Οι προαγωγές στους διαφόρους βαθμούς ενεργούνται σε εκτέλεση των σχετικών πινάκων μετά τη συμπλήρωση των τυπικών προσόντων προαγωγής και μόνο για πλήρωση κενών οργανικών θέσεων, πλην των περιπτώσεων που αναφέρονται στα άρθρα 42 και 43 του παρόντος. Στις περιπτώσεις που οι οργανικές θέσεις του βαθμού τους είναι ενιαίες με του επομένου βαθμού, οι προαγωγές ενεργούνται μετά τη συμπλήρωση των τυπικών προσόντων προαγωγής. 2.Σε περίπτωση που δημιουργούνται κενές θέσεις κατά τη διάρκεια ισχύος των πινάκων, οι προαγωγές ενεργούνται εντός 30 ημερών από της δημιουργίας των κενών θέσεων. 3.Αξιωματικοί, εγγραφόμενοι σε πίνακα προακτέων, εάν προ της προαγωγής τους υπαχθούν σε μία από τις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του παρόντος ή τιμωρηθούν με ανώτερη πειθαρχική ποινή, δεν προάγονται, αλλά παραπέμπονται στο αρμόδιο συμβούλιο για νέα κρίση. 4.Σε περίπτωση κατά την οποία δεν δύναται να πληρωθούν με προαγωγή κενές θέσεις κάποιου βαθμού, γιατί οι υπηρετούντες στον αμέσως κατώτερο βαθμό δεν δύνανται να προαχθούν, οι ως άνω θέσεις θεωρούνται προσωρινώς και για την περίπτωση αυτή κενές του υποδεεστέρου βαθμού. 5.Αξιωματικοί συμπληρούντες τα γενικά προς προαγωγή τυπικά προσόντα του άρθρου 15 του παρόντος δεν προάγονται αν αρχαιότεροί τους που κατέχουν οργανική θέση δεν έχουν συμπληρώσει αυτά, εκτός αν η υπό των αρχαιοτέρων μη συμπλήρωση οφείλεται στους λόγους που διαλαμβάνονται στα άρθρα 16 και 17 του παρόντος. 6.Αξιωματικοί που προέρχονται από το Τ.Ε.Μ.Α. δεν προάγονται στον ανώτερο βαθμό, αν δεν έγινε έναρξη προαγωγής στο βαθμό αυτό των ομοιοβάθμων τους που προέρχονται από τη Σχολή Αξιωματικών, οι οποίοι απόκτησαν το βαθμό τους εντός του αυτού ημερολογιακού έτους. Άρθρο 41. Τρόπος προαγωγής. 1.Οι αξιωματικοί, για τους οποίους προβλέπεται κρίση προακτέου κατ’ εκλογή και κατ’ αρχαιότητα, προάγονται ως ακολούθως : 1)Οι Αστυνόμοι Β’ με αναλογία προαγωγής 6/10 κατ’ εκλογήν και 4/10 κατ’ αρχαιότητα. 2)Οι Αστυνόμοι Α’ με αναλογία προαγωγής 7/10 κατ’ εκλογήν και 3/10 κατ’ αρχαιότητα. 3)Οι Αστυνομικοί Υποδιευθυντές με αναλογία προαγωγής 8/10 κατ’ εκλογήν και 2/10 κατ’ αρχαιότητα. 2.Σε καμιά περίπτωση αξιωματικός εγγεγραμμένος στους πίνακες προακτέων κατ’ εκλογήν, δύναται κατά τις προαγωγές να υπολειφθεί νεοτέρου του, εγγεγραμμένου στους πίνακες προακτέων κατ’ αρχαιότητα. Προκειμένης καλύψεως των θέσεων, που αναλογούν σε κάθε πίνακα, ο αριθμός των κενών θέσεων, για την πλήρωση των οποίων ενεργούνται οι προαγωγές, περιλαμβάνει όλες τις κατά την κύρωση των πινάκων και τις κατά την διάρκεια της ισχύος αυτών υφιστάμενες και δημιουργούμενες κενές θέσεις. Εάν κατά την κατανομή των κενών θέσεων από τον πολλαπλασιασμό προκύπτει κλάσμα, η θέση δίνεται στους αξιωματικούς του πίνακα εκείνου του οποίου το κλάσμα είναι μεγαλύτερο, επί ίσου δε κλασματικού υπολοίπου στους κατ’ εκλογήν προακτέους. Όταν οι εγγεγραμμένοι σε ένα πίνακα είναι λιγότεροι του αναλογούντος σ’ αυτόν αριθμού, συμπληρώνεται ο αριθμός από τον άλλο πίνακα. 3.Σε περίπτωση ταυτόχρονης προαγωγής, οι κατ’ εκλογήν και κατ’ αρχαιότητα προαγόμενοι διατηρούν μεταξύ τους την σειρά αρχαιότητας που είχαν προ της προαγωγής τους. Άρθρο 42. Προαγωγές ανεξαρτήτως υπάρξεως κενών οργανικών θέσεων. 1.Συντρεχουσών των λοιπών προϋποθέσεων προαγωγής κατά τις διατάξεις του παρόντος οι Υπαστυνόμοι Α’, Αστυνόμοι Β’, Αστυνόμοι Α’ και Αστυνομικοί Υποδιευθυντές, προάγονται στον ανώτερο βαθμό, ανεξαρτήτως υπάρξεως κενών θέσεων, εάν έχουν συμπληρώσει οκτώ (8) έτη στο βαθμό ή τον ακόλουθο χρόνο πραγματικής συνολικής υπηρεσίας αξιωματικού : 1)Οι Υπαστυνόμοι Α’ 10 έτη. 2)Οι Αστυνόμοι Β’ 13 έτη. 3)Οι Αστυνόμοι Α’ 20 έτη. 4)Οι Αστυνομικοί Υποδιευθυντές 27 έτη. 2.Επίσης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων, προάγονται και οι δικαιούμενοι αναδρομικής προαγωγής ύστερα από έκτακτη κρίση ή επανάκριση κατά τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 2, 36 παρ. 4, 55 παρ. 6 και 56 παρ. 4 του παρόντος, καθώς και οι δικαιούμενοι προαγωγής, συνεπεία απονομής του Αστυνομικού Αριστείου Ανδραγαθίας ή ανακηρύξεως των ως Ολυμπιονικών. 3.Οι προαγωγές των αξιωματικών που υπάγονται στις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ενεργούνται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κύρωση των πινάκων που συντάσσονται κατά τις τακτικές κρίσεις του έτους που συμπληρώνουν το χρόνο που καθορίζεται από τις διατάξεις αυτές. 4.Οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους προαγόμενοι καταλαμβάνουν τις κενούμενες οργανικές θέσεις του βαθμού στον οποίο προήχθησαν μέχρις εξαντλήσεώς τους, οι δε θέσεις του βαθμού από τον οποίο προήχθησαν δεν θεωρούνται ως κενές για τους υποδεέστερους βαθμούς για όσο χρόνο υπηρετούν ως υπεράριθμοι στον ανώτερο βαθμό απ’ αυτή την αιτία. Άρθρο 43. Προαγωγές εκτός οργανικών θέσεων. 1.Οι αξιωματικοί που αποστρατεύονται για τους κατωτέρω αναφερόμενους λόγους και δεν διανύουν τον τελευταίο βαθμό εξελίξεώς τους προάγονται, ανεξάρτητα από τη συμπλήρωση ή όχι των γενικών και ειδικών τυπικών προσόντων των άρθρων 15 και 17 του παρόντος, στον επόμενο βαθμό εκτός οργανικών θέσεων, τιθέμενοι εκτός υπηρεσίας, και ύστερα από τριάντα (30) ημέρες αποστρατεύονται με το βαθμό στον οποίο προήχθησαν με άλλο προεδρικό διάταγμα : 1)Λόγω εγγραφής τους σε πίνακα μη προακτέων οι Αστυνομικοί Διευθυντές, Ταξίαρχοι και Υποστράτηγοι. 2)Λόγω εγγραφής τους σε πίνακα ευδοκίμως τερματισάντων τη σταδιοδρομία τους. 3)Λόγω εγγραφής τους σε πίνακα παραμενόντων στον ίδιο βαθμό οι Αστυνομικοί Υποδιευθυντές και η αποστρατεία τους δεν λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47, εδάφ. β’ , περίπτωση (2). 4)Λόγω παράλειψης κατά την επιλογή Αρχηγού οι Υποστράτηγοι. 5)Λόγω σωματικής ανικανότητας, πλην των κρινομένων ως αποστρατευτέων. 6)Λόγω υποβολής αιτήσεως αποστρατείας εφόσον έχουν πραγματική υπηρεσία στο βαθμό τους έξι (6) μήνες οι Υποστράτηγοι, Ταξίαρχοι και Αστυνομικοί Διευθυντές και ένα (1) έτος οι λοιποί, εκτός των κρινομένων ως αποστρατευτέων. 2.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και για τους Αστυνομικούς Διευθυντές που τελούν στην κατάσταση υπηρεσίας γραφείου, εφόσον εξέρχονται από την υπηρεσία και είναι γραμμένοι σε πίνακα ευδοκίμως τερματισάντων τη σταδιοδρομία τους ή διατηρητέων, καθώς και για τους Αστυνομικούς Υποδιευθυντές που δεν αποφοίτησαν ευδόκιμα από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Επιτελών- Στελεχών, εφόσον είναι γραμμένοι σε πίνακα ευδοκίμως τερματισάντων τη σταδιοδρομία τους. 3.Προκειμένου περί αξιωματικών του ν.δ. 649/1970, που κρίνονται ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους, λόγω ορίου ηλικίας ή 35ετίας, προάγονται στο βαθμό, του οποίου ο μισθός απονεμήθηκε σ’ αυτούς και ύστερα από 30 ημέρες αποστρατεύονται με το βαθμό στον οποίο προήχθησαν. 4.Οι θανόντες αξιωματικοί προάγονται στον επόμενο βαθμό από την προτεραία του θανάτου τους ανεξάρτητα από τη συμπλήρωση ή όχι των γενικών και ειδικών τυπικών προσόντων των άρθρων 15 και 17 του παρόντος και την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων πλην των κρινομένων ως αποστρατευτέων. Αν ο θάνατος συνέβη ένεκα της υπηρεσίας ή κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας και ένεκα ταύτης, ο θανών προάγεται στους βαθμούς, στους οποίους προάγονται και οι αξιωματικοί μόνιμης διαθεσιμότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 4 του παρόντος διατάγματος. Άρθρο 44. Προαγωγές αξιωματικών μόνιμης διαθεσιμότητας και ανακαλουμένων από την εφεδρεία. 1.Οι αξιωματικοί της μόνιμης διαθεσιμότητας προάγονται μετά τη συμπλήρωση του ελαχίστου χρόνου παραμονής στο βαθμό τους που προβλέπεται για τους μόνιμους ομοιοβάθμους τους, εφόσον κρίνονται προακτέοι από το αρμόδιο Συμβούλιο και έχει κανονικώς προαχθεί μόνιμος ομοιόβαθμός τους, ο οποίος κατά το χρόνο της θέσεώς τους στην κατάσταση αυτή ήταν ο αμέσως αρχαιότερός τους. Το αρμόδιο συμβούλιο κρίσεων εκτιμά μόνο την πειθαρχική τους συμπεριφορά χωρίς να απαιτείται γι’αυτούς η σύνταξη εκθέσεων ικανότητας και η συνδρομή των άλλων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, που απαιτούνται για τους μόνιμους ομοιοβάθμους τους. 2.Οι ανακαλούμενοι από την εφεδρεία αξιωματικοί προάγονται αν μετά την ανάκλησή τους έχουν συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο παραμονής στο βαθμό τους και έχει προαχθεί μόνιμος ομοιόβαθμός τους, ο οποίος κατά το χρόνο της αποστρατείας τους ήταν νεότερός τους. Άρθρο 45. Διαδικασία χορήγησης μισθολογικών προαγωγών. Η κρίση για την χορήγηση μισθολογικών προαγωγών ενεργείται εντός των μηνών Ιουνίου και Δεκεμβρίου, περιλαμβάνει δε τους αξιωματικούς που συμπληρώνουν μέχρι το τέλος του α’ και β’ εξαμήνου, αντίστοιχα, κάθε έτους τον απαιτούμενο προς μισθολογική προαγωγή χρόνο. Η μισθολογική προαγωγή χορηγείται αναδρομικά από την δικαιούμενη χρονολογία. Οι υποθέσεις των αποφάσεων για μη χορήγηση μισθολογικών προαγωγών εξετάζονται και πάλι, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, από το ίδιο Συμβούλιο κατά την νέα σύνοδό του το αμέσως επόμενο εξάμηνο. Εφ’όσον το Συμβούλιο αποφασίσει τη χορήγησή τους, χορηγούνται αναδρομικά από την ημερομηνία που την εδικαιούντο, άλλως επανεξετάζονται σε κάθε νέα σύνοδό τους, ως ανωτέρω ορίζεται, χορηγούνται δε αναδρομικά από τη συμπλήρωση εξαμήνου από τη χρονολογία της τελευταίας απορριπτικής αποφάσεως. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’ ΑΠΟΣΤΡΑΤΕΙΕΣ Άρθρο 46. Έννοια - Λόγοι αποστρατείας. 1.Αποστρατεία είναι η επαναφορά του αξιωματικού στον ιδιωτικό βίο, στην οποία τίθεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, κατόπιν αιτήσεώς του ή αυτεπάγγελτα από την Υπηρεσία. 2.Οι αξιωματικοί αποστρατεύονται αυτεπάγγελτα κατόπιν αποφάσεων των αρμοδίων συμβουλίων κρίσεων ή λόγω σωματικής τους ανικανότητας ή καταλήψεώς τους από το όριο ηλικίας ή συμπληρώσεως 35ετίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 47 έως 50 του παρόντος. Επίσης αποστρατεύονται αυτεπάγγελτα οι Αντιστράτηγοι και οι Υποστράτηγοι που παραλείπονται κατά την επιλογή Αρχηγού. 3.Οι αποστρατευόμενοι εγγράφονται με το διάταγμα της αποστρατείας τους στο μητρώο των αξιωματικών της εφεδρείας, πλην των λόγω ορίου ηλικίας ή σωματικής ανικανότητας αποστρατευομένων, και διαγράφονται της δυνάμεως του Σώματος 15 ημέρες μετά τη δημοσίευση του διατάγματος αποστρατείας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το 15νθήμερο αυτό θεωρείται σαν χρόνος υπηρεσίας του αποστρατευομένου για όλες τις συνέπειες. Άρθρο 47. Αποστρατεία σε εκτέλεση πινάκων και αποφάσεων των συμβουλίων. Οι αξιωματικοί αποστρατεύονται αυτεπάγγελτα εφόσον εγγραφούν στους ακόλουθους πίνακες : α. Σε πίνακα αποστρατευτέων και ευδοκίμως τερματισάντων τη σταδιοδρομία τους. β. Σε πίνακα μη προακτέων οι Αστυνομικοί Διευθυντές, Ταξίαρχοι και Υποστράτηγοι. Ειδικά, οι Αστυνομικοί Διευθυντές που δεν έχουν 30ετή πραγματική υπηρεσία στο Σώμα, αποστρατεύονται, εφόσον εγγραφούν σε πίνακα μη προακτέων σε τρεις τακτικές κρίσεις. γ. Σε πίνακα παραμενόντων στον ίδιο βαθμό : (1) Οι κατώτεροι αξιωματικοί τρεις (3) φορές στον κατεχόμενο βαθμό ή τέσσερις (4) καθ’όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους ως αξιωματικών, εκ των οποίων μία (1) στον κατεχόμενο βαθμό. (2) Οι ανώτεροι αξιωματικοί δύο (2) φορές στον κατεχόμενο βαθμό ή τρεις (3) καθ’όλη τη σταδιοδρομία τους ως αξιωματικοί, εκ των οποίων μία (1) στον κατεχόμενο βαθμό. Από τους αξιωματικούς των περιπτώσεων (1) και (2), αυτοί που έχουν τουλάχιστον εικοσαετή πραγματική υπηρεσία στο Σώμα και δεν έχουν συμπληρώσει είκοσι πέντε έτη αυτής, παραμένουν στην ενέργεια και τίθενται εκτός οργανικών θέσεων, μέχρι της συμπληρώσεως αυτής, υπολογιζομένης σύμφωνα με τον νόμο περί συντάξεων, οπότε και αποστρατεύονται. Αυτοί κρίνονται κατ’έτος από τα αρμόδια Συμβούλια, αλλά μόνο για αποστρατεία. (3) Οι Αστυνομικοί Υποδιευθυντές εφόσον προαχθεί νεότερός τους στην επετηρίδα και έχουν συμπληρώσει πλήρη συντάξιμη υπηρεσία. γ. Σε πίνακα Διατηρητέων οι Αστυνομικοί Διευθυντές Υπηρεσίας Γραφείου εφόσον προαχθεί νεότερός τους στην επετηρίδα και έχουν συμπληρώσει τριάντα (30) χρόνια πραγματικής υπηρεσίας στο Σώμα. Άρθρο 48. Αποστρατεία λόγω σωματικής ανικανότητας. 1.Οι αξιωματικοί για τους οποίους η αρμόδια υγειονομική επιτροπή της Ελληνικής Αστυνομίας γνωματεύει ότι πρέπει να αποστρατευθούν, λόγω σωματικής ανικανότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού υγειονομικής υπηρεσίας του Σώματος, αποστρατεύονται αυτεπάγγελτα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 29 και του άρθρου 43 παράγραφος 1, εδάφιο στ’ του παρόντος. 2.Αξιωματικοί τελούντες σε μακρά αναρρωτική άδεια, εγγραφόμενοι σε πίνακες που συνεπάγονται αυτεπάγγελτη αποστρατεία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του παρόντος, δεν αποστρατεύονται σε εκτέλεση των σχετικών πινάκων, αλλά παραπέμπονται με διαταγή του Υπουργού Δημόσιας Τάξης στην αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή για τελική κρίση της σωματικής τους ικανότητας και εάν μεν κριθούν ανίκανοι, τίθενται σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία λόγω σωματικής ανικανότητας, εάν δε κριθούν ικανοί, τίθενται σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία, σε εκτέλεση των πινάκων. Άρθρο 49. Αποστρατεία λόγω ορίου ηλ6ικίας. 1.Το όριο ηλικίας μέχρι το οποίο επιτρέπεται να υπηρετούν οι αξιωματικοί γενικών καθηκόντων Ελληνικής Αστυνομίας είναι κατά βαθμούς το εξής : Αντιστράτηγος - Αρχηγός 62ο έτος Αντιστράτηγος 61ο έτος Υποστράτηγος και Ταξίαρχος 60ο έτος Αστυνομικός Διευθυντής 58ο έτος Αστυνομικός Υποδιευθυντής 58ο έτος Αστυνόμος Α’ 57ο έτος Αστυνόμος Β’, Υπαστυνόμος Α’ και Υπαστυνόμος Β’ 55ο έτος 2.Το όριο ηλικίας των αξιωματικών ειδικών καθηκόντων είναι κατά βαθμούς αυξημένο κατά δύο (2) έτη από το όριο ηλικίας των αξιωματικών γενικών καθηκόντων. 3.Για τον υπολογισμό της συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας ως χρονολογία γέννησης λογίζεται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης. 4.Οι αξιωματικοί που συμπληρώνουν το όριο ηλικίας κρίνονται στις τακτικές κρίσεις του έτους συμπληρώσεώς του, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του παρόντος και αποστρατεύονται αυτεπάγγελτα μετά την κύρωση των σχετικών πινάκων σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 33 παράγραφος 5 και 43 παράγραφος 1 του παρόντος. Άρθρο 50. Αποστρατεία λόγω συμπληρώσεως 35ετίας. 1.Για τους αξιωματικούς μέχρι και το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή που συμπληρώνουν 35 έτη μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους των κρίσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 4 του προηγούμενου άρθρου. 2.Για τον υπολογισμό της 35ετίας προσμετρείται η πραγματικώς διανυθείσα υπηρεσία στα Σώματα Ασφαλείας, τις Ένοπλες Δυνάμεις, και τις λοιπές Δημόσιες Υπηρεσίες, καθώς και σε Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., με οποιαδήποτε σχέση, εφόσον αναγνωρίζεται ως συντάξιμη. Κατ’ εξαίρεση, δεν προσμετρείται η υπηρεσία που παρασχέθηκε στις Ένοπλες Δυνάμεις προς εκπλήρωση υποχρέωσης κληρωτού ή εφέδρου. Άρθρο 51. Αποστρατεία κατόπιν αιτήσεως. 1.Αξιωματικός κάθε βαθμού, δικαιούται να υποβάλει αίτηση εξόδου από το Σώμα, η οποία χαρακτηρίζεται, σαν αίτηση αποστρατείας, εφόσον ο αιτών έχει συμπληρώσει τον προς απόκτηση συντάξεως απαιτούμενο χρόνο, και σαν αίτηση παραιτήσεως, εφόσον δεν έχει συμπληρωμένο τον προς σύνταξη χρόνο. 2.Η αποδοχή της αιτήσεως αποστρατείας ή της αιτήσεως παραιτήσεως είναι υποχρεωτική για τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης σε καιρό ειρήνης, όχι όμως και σε καιρό γενικής ή μερικής επιστρατεύσεως. Η αίτηση αποστρατείας και η αίτηση παραιτήσεως δύναται να ανακληθούν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 15 ημερών από της υποβολής τους. Αίρεση ή όρος στην αίτηση αποστρατείας δεν λαμβάνεται υπόψη. 3.Για τους αξιωματικούς που υπέχουν για οποιαδήποτε αιτία υποχρέωση υπηρεσίας επί ορισμένο χρόνο, αίτηση αποστρατείας ή αίτηση παραιτήσεως δεν δύναται να γίνει αποδεκτή προ της συμπληρώσεως του χρόνου αυτού. Δύνανται όμως να ζητήσουν την έξοδό τους από την υπηρεσία και πριν λήξει ο χρόνος υποχρεωτικής υπηρεσίας, εάν η παραμονή τους στην υπηρεσία αποβαίνει ιδιαίτερα επαχθής για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία σε άλλους τομείς ή παρακωλύει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, εφόσον έχουν διανύσει τα 2/3 του χρόνου υποχρεωτικής υπηρεσίας. Για τη συνδρομή ή όχι των λόγων αυτών αποφαίνεται οριστικά το αρμόδιο συμβούλιο κρίσεων. 4.Αίτηση αποστρατείας ή παραιτήσεως αξιωματικού που παραπέμφθηκε σε πειθαρχικό συμβούλιο, δεν είναι υποχρεωτική για τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης. 5.Ως παραιτούμενος λογίζεται και εκείνος στον οποίο, παρότι του απονεμήθηκε ο βαθμός του αξιωματικού, δεν προσέρχεται μέσα στη ταχθείσα προθεσμία να δώσει τον προβλεπόμενο όρκο και διαγράφεται από τα στελέχη του Σώματος, πλην των εχόντων ανειλημμένη υποχρέωση, οι οποίοι υποχρεούνται να υπηρετήσουν το χρόνο της ανειλημμένης υποχρεώσεως, με το βαθμό που έφεραν προ της ονομασίας τους. 6.Για τους αξιωματικούς των οποίων η αίτηση αποστρατείας έγινε αποδεκτή εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 29, παράγραφος 4 και 43 παράγραφος 1, εδάφιο στ’ του παρόντος. 7.Για τους αξιωματικούς που υποβάλλουν αίτηση αποστρατείας ή παραιτήσεως, προκειμένου να ανακηρυχθούν υποψήφιοι βουλευτές, νομάρχες, δήμαρχοι, πρόεδροι κοινοτήτων και νομαρχιακοί, δημοτικοί ή κοινοτικοί σύμβουλοι, εφαρμόζονται οι ειδικότερες διατάξεις που ρυθμίζουν τα θέματα αυτά. Οι αξιωματικοί που αποστρατεύτηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δεν δύνανται να ανακαλούνται στην ενέργεια από την εφεδρεία ούτε και να επανέλθουν στο Σώμα. Άρθρο 52. Τιμητικές διακρίσεις αποστρατευομένων αξιωματικών. 1.Οι Αντιστράτηγοι και Υποστράτηγοι της Ελληνικής Αστυνομίας που υπηρέτησαν σε οργανικές θέσεις του βαθμού τους τουλάχιστον επί τρίμηνο, διατηρούν τιμητικά τον τίτλο της θέσεώς τους και μετά την αποστρατεία τους, κατόπιν αποφάσεως του αρμοδίου για την αποστρατεία τους συμβουλίου, εφόσον η αποστρατεία τους δεν ενεργείται συνεπεία εγγραφής τους σε πίνακα αποστρατευτέων. 2.Η διατήρηση του τιμητικού τίτλου μνημονεύεται στο προεδρικό διάταγμα της αποστρατείας τους και οι διατηρούντες τον τίτλο του επιτίμου αξιωματικοί απολαμβάνουν τα αντίστοιχα προνόμια που προβλέπονται για τους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων. 3.Οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου αξιωματικοί στερούνται του τίτλου του επιτίμου και των ειδικών προνομίων, εφόσον με απόφαση του αρμοδίου συμβουλίου κριθεί ότι ασκούν εμπορικό ή βιοποριστικό επάγγελμα κατά τρόπο που δεν συμβιβάζεται με τις υποχρεώσεις, οι οποίες απορρέουν από τον τίτλο τους, ή καταδικαστούν για πράξεις που αντιβαίνουν στην τιμή και την αξιοπρέπεια. Η κατά τα ανωτέρω στέρηση του τίτλου ενεργείται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’ ΕΠΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ Άρθρο 53. Προσφυγή Υπουργού. 1.Κατά των αποφάσεων των πρωτοβαθμίων συμβουλίων κρίσεων που αφορούν βαθμολογική προαγωγή αξιωματικών μέχρι και το βαθμό του Υποστρατήγου, ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης δύναται να προσφύγει στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο συμβούλιο για ευμενέστερη ή δυσμενέστερη κρίση, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 10 ημερών από της υποβολής σ’ αυτόν προς κύρωση των σχετικών πινάκων. 2.Η προσφυγή του Υπουργού κοινοποιείται εγγράφως στους αξιωματικούς, στους οποίους αφορά, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 15 ημερών από της ασκήσεώς της, αυτοί δε, δικαιούνται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 15 ημερών από της κοινοποιήσεως, να υποβάλουν αίτηση, περί της αποδοχής ή της απόρριψης της προσφυγής, η οποία διαβιβάζεται στο αρμόδιο συμβούλιο μαζί με την προσφυγή, προς επανάκριση. 3.Η άσκηση της προσφυγής του Υπουργού αναστέλλει την εκτέλεση των αποφάσεων των συμβουλίων για τους αξιωματικούς τους οποίους αυτή αφορά. Άρθρο 54. Προσφυγή δυσμενώς κριθέντων. 1.Οι αξιωματικοί μέχρι και το βαθμό του Υποστρατήγου που κρίνονται δυσμενώς από τα αρμόδια συμβούλια, δικαιούνται, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 30 ημερών από της κοινοποιήσεως σ’ αυτούς των πρακτικών των συμβουλίων, να προσφύγουν στα αρμόδια δευτεροβάθμια συμβούλια προς επανάκριση, εκθέτοντας τους λόγους που συντρέχουν για την ευμενέστερη κρίση τους. 2.Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής των ενδιαφερομένων δεν αναστέλλει την έκδοση των διοικητικών πράξεων σε εκτέλεση των σχετικών πινάκων. 3.Αξιωματικοί των οποίων η δυσμενής κρίση στηρίχτηκε εν όλω ή εν μέρει, σε στοιχεία τα οποία μεταβλήθηκαν μεταγενέστερα, δικαιούνται να ζητήσουν επανάκριση από το αρμόδιο συμβούλιο, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία που έλαβαν γνώση της μεταβολής των στοιχείων. ‘Αρθρο 55. Εξέταση των προσφυγών. 1.Οι προσφυγές των άρθρων 53 και 54 του παρόντος παραπέμπονται εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία που περιέρχονται αυτές στην αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης στα δευτεροβάθμια συμβούλια, τα οποία συνέρχονται εκτάκτως εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από της ημερομηνίας παραπομπής, προς εξέταση των προσφυγών επί των οποίων αποφασίζουν οριστικά. 2.Οι αποφάσεις των δευτεροβαθμίων συμβουλίων είναι υποχρεωτικές για τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης, κοινοποιούνται δε στους ενδιαφερομένους. 3.Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 5 του άρθρου 36 του παρόντος, εφαρμόζονται και κατά την εξέταση των προσφυγών. 4.Σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής τα δευτεροβάθμια συμβούλια συντάσσουν συμπληρωματικούς πίνακες, οι οποίοι κυρώνονται και εκτελούνται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 33 του παρόντος. Σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής επικυρώνουν τις αποφάσεις των δευτεροβαθμίων συμβουλίων, δυνάμενα να τροποποιούν την αιτιολογία αυτών. 5.Σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής από τον ενδιαφερόμενο αξιωματικό απαγορεύεται από το δευτεροβάθμιο συμβούλιο η έκδοση αποφάσεως δυσμενέστερης της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου συμβουλίου. 6.Οι αξιωματικοί που δικαιούνται προαγωγής μετά την επανάκριση, προάγονται αναδρομικά, ανακτώντας την απωλεσθείσα σειρά αρχαιότητας, σε περίπτωση δε μη υπάρξεως κενών θέσεων προάγονται, ως υπεράριθμοι. Άρθρο 56. Επανακρίσεις κατόπιν δικαστικών αποφάσεων. 1.Σε περίπτωση κατά την οποία, λόγω ακυρώσεως αποφάσεων των συμβουλίων κρίσεων από τα Διοικητικά Δικαστήρια, απαιτείται αναπομπή της υπόθεσης ενώπιον του αρμοδίου συμβουλίου, αυτή ενεργείται εντός 30 ημερών, από την ημερομηνία που η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου περιέρχεται στην αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης. 2.Το Συμβούλιο συνέρχεται εκτάκτως, εντός τριών (3) μηνών, από της ημερομηνίας παραπομπής, προς ενέργεια της κρίσης στην οποία αφορά η ακυρωτική απόφαση και επομένων κρίσεων, περιπτώσεως συντρεχούσης. Αν για τις επόμενες κρίσεις είναι αναρμόδιο το συμβούλιο, η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο συμβούλιο. 3.Οι κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αποφάσεις των πρωτοβαθμίων συμβουλίων υπόκεινται σε προσφυγή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 52 και 53 του παρόντος. 4.Οι διατάξεις της παραγράφου 6 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και στην προκειμένη περίπτωση ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι Α’ ΤΕΛΙΚΕΣ - ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 57. Ανάκληση αξιωματικών από την εφεδρεία. 1.Οι αξιωματικοί που είναι γραμμένοι στα στελέχη της εφεδρείας μπορεί να ανακαλούνται στην ενέργεια σε καιρό ειρήνης, γενικής ή μερικής επιστράτευσης ή πολέμου, με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, ύστερα από πρόταση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, για την αντιμετώπιση επειγουσών ή ειδικών υπηρεσιακών αναγκών, οι οποίες δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν από τους μόνιμους εν ενεργεία αξιωματικούς. Οι ανακαλούμενοι από την εφεδρεία δεν καταλαμβάνουν οργανικές θέσεις. 2.Όσοι από τους ανακαλούμενους είχαν κατά την αποστρατεία τους προαχθεί στον ανώτερο βαθμό καλούνται με το βαθμό αυτό, αν κατά το χρόνο της ανάκλησης έχει προαχθεί νεότερός τους. Διαφορετικά καλούνται με το βαθμό που έφεραν όταν ήταν στην ενέργεια. 3.Οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος έχουν εφαρμογή και για τους ανακαλούμενους από την εφεδρεία αξιωματικούς, με τις εξής διαφοροποιήσεις : 1)Οι ανακαλούμενοι κατατάσσονται στο Σώμα, εφόσον κριθούν ικανοί για την ενεργό Υπηρεσία από την Ανωτάτη Υγειονομική Επιτροπή του Σώματος, στην οποία παραπέμπονται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας. 2)Οι κατατασσόμενοι έφεδροι δύνανται να προαχθούν μέχρις αποκτήσεως δύο ακόμη βαθμών οι κατώτεροι και έναν οι ανώτεροι και οι Ταξίαρχοι, πέραν του βαθμού με τον οποίο ανακλήθηκαν, εφόσον προβλέπονται οι βαθμοί αυτοί στην κατηγορία των αξ/κών που ανήκουν. 3)Οι κατατασσόμενοι έφεδροι απολύονται, με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, όταν εκλείψουν οι λόγοι της ανάκλησής τους ή συντρέχει περίπτωση αποστρατείας τους ή θέσεώς τους σε κατάσταση υπηρεσίας γραφείου, διαθεσιμότητας, αργίας ή μακράς αναρρωτικής άδειας. Επίσης, οι έφεδροι απολύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου του αστυνομικού προσωπικού. Άρθρο 58. Μεταβατικές διατάξεις. 1.Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του παρόντος εφαρμόζονται για τους Αστυνόμους Β’ που θα κληθούν να φοιτήσουν στο Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Επιτελών - Στελεχών από το έτος 1997. 2.Μέχρι την έναρξη των κρίσεων τους έτους 1997, η πλήρωση των νέων (κενών) οργανικών θέσεων διενεργείται από τους ισχύοντες πίνακες. Ειδικότερα, η πλήρωση των θέσεων των Αστυνομικών Διευθυντών θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 1481/1984. 3.Κατά τις τακτικές κρίσεις των ετών 2000 και 2001 απαιτείται ως ειδικό τυπικό προσόν, για την προαγωγή των Αστυνόμων Β’ γενικών καθηκόντων, η συμπλήρωση τουλάχιστον ενός ή δύο ετών, αντίστοιχα, σε Υπηρεσίες και με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στη παράγραφο 2 του άρθρου 17 του παρόντος. 4.Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του παρόντος δεν εφαρμόζονται κατά τις κρίσεις των ετών 1997, 1998 και 1999. 5.Οι διατάξεις των άρθρων 32, 49 παρ. 4 και 50 του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται από 1-1-1998. 6.Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος διατάγματος τα Συμβούλια Κρίσεων συγκροτούνται αμέσως μετά την έναρξη ισχύος του. 7.Οι εκκρεμείς υποθέσεις που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο στον οποίον αναφέρονται οι υποθέσεις αυτές. Άρθρο 59. Καταργούμενες διατάξεις. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος : α. Καταργείται το π.δ.467/1993 (ΦΕΚ Α’- 201) «Έκτακτες κρίσεις αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις». β. Δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις νομοθετημάτων που ρυθμίζουν διαφορετικά τα θέματα που ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος. Άρθρο 60. Έναρξη ισχύος Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του. Στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.
  • Τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1, εδάφια γ’, δ’, στ’ και θ’ και παρ. 7 του ν.1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α’- 152), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.1590/1986 (Α’- 49).
  • Τις διατάξεις του άρθρου 29Α του ν.1558/1985 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα» (Α’- 137), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 27 του ν.2081/1992 (Α’- 154).
  • Την υπ’ αριθμ. 1107147/1239/0006/4-10-1996 (ΦΕΚ 922/Β/7.10.1996) απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών «Ανάθεση αρμοδιοτήτων Υπουρ-γού Οικονομικών στους Υφυπουργούς Οικονομικών».
  • Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού για το έτος 1997 ύψους 53 εκατ. δρχ., η οποία μέχρι το 2000 θα αυξηθεί σε 135 εκατ. δρχ. και θα καλύπτεται από τις πιστώσεις των ΚΑΕ 411, 421, 424, 425 και 429 του Ε.Φ. 43 110 «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ».
  • Την υπ’ αριθμ. 62/1997 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Δημόσιας Τάξης και του Υφυπουργού Οικονομικών,
Ημερομηνία Τίτλος ΦΕΚ
1997-02-28 Προεδρικό Διάταγμα 1997/24
Τροποποίηση Τύπος
A/1997/29
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
ΠΡΑΞΗ 1996/1107147/1239/0006 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1996/1107147_1239_0006 1996
ΝΟΜΟΣ 1984/1481 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1984/1481 1984
ΝΟΜΟΣ 1985/1558 (ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΙΤΛΟΣ) 1985/1558 1985
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Μεταφορά του χρόνου διενέργειας των ετήσιων τακτικών κρίσεων έτους 2012 στις Ένοπλες Δυνάμεις, την Ελληνική Αστυνομία και το Λιμενικό Σώμα - Ελληνική Ακτοφυλακή. 2012/1_13.07.2012 2012
Μεταφορά του χρόνου διενέργειας των ετήσιων τακτικών κρίσεων έτους 2012 στις Ένοπλες Δυνάμεις, την Ελληνική Αστυνομία και το Λιμενικό Σώμα-Ελληνική Ακτοφυλακή. 2012/1_14.03.2012 2012
Ρύθμιση θεμάτων προσωπικού Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και άλλες διατάξεις. 2004/3243 2004
Ρύθμιση θεμάτων προσωπικούτης Ελληνικής Αστυνομίας. 2008/3686 2008
Αναδιοργάνωση της δημοτικής αστυνομίας και ρυθμίσεις λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών. 2008/3731 2008
Τροποποίηση διατάξεων του Π.Δ. 24/1997. 1998/36 1998
Τροποποίηση διατάξεων π.δ. 24/1997 «Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας» (Α΄ 29). 1999/31 1999
Τροποποίηση του Π.Δ. 24/1997 «Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας» (Α΄ 29). 2001/46 2001
Ρύθμιση θεμάτων κρίσεων Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας. 2002/106 2002
Τροποποίηση - συμπλήρωση διατάξεων Π.Δ. 24/1997 Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας (Α΄ 29). 2002/132 2002
Προέλευση, προσόντα, πρόσληψη, μετάταξη και εξέλιξη αστυνομικού προσωπικού ειδικών καθηκόντων της Ελληνικής Αστυνομίας. 2002/373 2002
Τροποποίηση διατάξεων του Π.Δ. 24/1997 Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας (Α΄ 29) και άλλες διατάξεις. 2002/99 2002
Τροποποίηση διατάξεων Π.Δ. 24/1997 «Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας» (Α΄ 29). 2003/91 2003
Πειθαρχικό Δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού 2008/120 2008
Ρύθμιση θεμάτων αστυνομικού προσωπικού και προσωπικού του Πυροσβεστικού Σώματος. 2009/112 2009
Ρύθμιση θεμάτων αστυνομικού προσωπικού. 2010/128 2010
Ρύθμιση θεμάτων αστυνομικού προσωπικού. 2011/101 2011
Ρύθμιση θεμάτων εκπαίδευσης αστυνομικού προσωπικού κατά τροποποίηση των διατάξεων των π.δ. 319/1995 «Οργανισμός Σχολής Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας» (Α΄ 174), 352/1995 «Οργανισμός Σχολής Αστυφυλάκων» (Α΄ 187) και 584/1995 «Οργάνωση και λειτουργία[...]" 2012/108 2012
Τροποποίηση του π.δ. 190/1996 «Οργανισμός Σχολής Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης Ελληνικής Αστυνομίας και συναφή θέματα» (Α΄ 153), του π.δ. 24/1997 «Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας» (Α΄ 29) και του π.δ. 373/2[...]" 2012/133 2012
Τροποποίηση του π.δ. 24/1997 «Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας» (Α΄ 29). 2013/164 2013
Τροποποίηση του π.δ. 24/1997 «Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας» (Α΄29). 2013/171 2013
Τροποποίηση του Π.Δ. 24/1997 «Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας» (Α΄ 29). 2013/42 2013
Τροποποίηση του Π.δ. 24/1997 «Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας» (Α΄ 29). 2015/36 2015
Τροποποίηση διατάξεων του Π.δ. 24/1997 «Ιεραρχία, καταστάσεις και εξέλιξη των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας» (Α΄ 29) και του Π.δ. 100/2003 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και λοιπές μετακινήσεις αστυνομικού προσωπικού» (Α΄ 94). 2016/4 2016
Ρύθμιση θεμάτων αστυνομικού προσωπικού. 2016/81 2016
Ρύθμιση θεμάτων αστυνομικού προσωπικού. 2018/6 2018