ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΤΥΠΟΣ

Προεδρικό Διάταγμα

ΚΩΔΙΚΟΣ

2000/57

ΦΕΚ

 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

2000-03-02

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

2000-03-02

ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

2000-03-02

 ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ

 ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ

 ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΕΛΛΑΔΑ

Αρxική Έκδοση
 Εξαγωγή XML
 Εξαγωγή PDF
 Εξαγωγή RDF
 Εξαγωγή JSON

Προεδρικό Διάταγμα 2000/57

loading...

Φόρτωση περιεχομένων ...


Εμφάνιση ολόκληρου του εγγράφου 

Κείμενο
Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς το Κοινοτικό Δίκαιο, σχετικά με τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών και ειδικότερα προς τις διατάξεις της Οδηγίας 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14 Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Έχοντας υπόψη τις διατάξεις, όπως ισχύουν: 1. Των άρθρων 3 και 4 του Ν. 1338/83 (ΦΕΚ 34/Α/83) «Εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου» (Α 34), όπως αυτές έχουν αντικατασταθεί και τροποποιηθεί αντιστοίχως με το άρθρο 65 του Ν. 1892/90 και με τα άρθρα 6 παρ.4 του Ν.1440/1984 και 19 του Ν.2367/1995». 2. Του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 2469/97 «Περιορισμός και βελτίωση της αποτελεσματικότητας των κρατικών δαπανών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ38/Α/97). 3. Του άρθρου 2 παρ.2 του Ν. 2077/92 «Κύρωση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση και των σχετικών πρωτοκόλλων και δηλώσεων που περιλαμβάνονται στην τελική πράξη» (ΦΕΚ 136/Α/92). 4. Του Π.Δ. 195/95 «Οργανισμός της Γενικής Διεύθυνσης Κρατικών Προμηθειών στο Υπουργείο Ανάπτυξης» (ΦΕΚ 102/Α/95). 5. Του Π.Δ. 27/96 «Συγχώνευση των Υπουργείων Τουρισμού, Βιομηχανίας - Ενέργειας - Τεχνολογίας και Εμπορίου στο Υπουργείο Ανάπτυξης» (ΦΕΚ 19/Α/96). 6. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού. 7. Την με αριθ. 218/1999 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, ΠΕΧΩΔΕ, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Ανάπτυξης, αποφασίζουμε: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α Σκοπός - Ορισμοί Άρθρο 1 Σκοπός Σκοπός του παρόντος διατάγματος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς το Κοινοτικό Δίκαιο σχετικά με τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών και ειδικότερα προς τις διατάξεις της οδηγίας 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14 Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, που δημοσιεύτηκε στην ελληνική γλώσσα στην επίσημη εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τεύχος L.199/9.8.93). Άρθρο 2 Ορισμοί Για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος, οι παρακάτω όροι έχουν την εξής σημασία: 1. «Δημόσιες αρχές»: νοούνται το κράτος, οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου και οι ενώσεις μίας ή περισσότερων αρχών ή οργανισμών δημοσίου δικαίου, είτε περιλαμβάνονται είτε όχι στο δημόσιο τομέα του άρθρου 51 του Ν. 1892/90 και του άρθρου 4 παρ. 6 του Ν. 1943/91, όπως οριοθετείται κάθε φορά. Ως οργανισμός δημοσίου δικαίου νοείται κάθε οργανισμός ο οποίος: α. έχει συσταθεί με συγκεκριμένο σκοπό την κάλυψη αναγκών γενικού συμφέροντος που δεν εμπίπτουν στο βιομηχανικό ή εμπορικό τομέα και β. έχει νομική προσωπικότητα και γ. είτε χρηματοδοτείται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, από το κράτος, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, είτε η διαχείρισή του υπόκειται στον έλεγχο των οργανισμών αυτών, είτε διοικείται, διευθύνεται ή εποπτεύεται από όργανο του οποίου περισσότερα από τα μισά μέλη διορίζονται από το κράτος, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης, ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου. 2. «Δημόσιες επιχειρήσεις»: είναι οι επιχειρήσεις στις οποίες οι δημόσιες αρχές μπορούν να ασκούν άμεσα ή έμμεσα, καθοριστική επιρροή είτε επειδή έχουν κυριότητα ή χρηματοδοτική συμμετοχή, είτε λόγω των κανόνων που διέπουν τις επιχειρήσεις αυτές. Η καθοριστική αυτή επιρροή εκ μέρους των δημοσίων αρχών τεκμαίρεται όταν οι εν λόγω αρχές, έμμεσα ή άμεσα: α. κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος του καλυφθέντος κεφαλαίου μιας επιχείρησης ή β. διαθέτουν την πλειονότητα των ψήφων οι οποίες αντιστοιχούν στους τίτλους που έχει εκδώσει η επιχείρηση ή γ. μπορούν να διορίζουν περισσότερα από τα μισά μέλη του διοικητικού, διευθυντικού ή εποπτικού οργάνου της επιχείρησης. 3. «Συνδεδεμένη επιχείρηση»: είναι κάθε επιχείρηση οι ετήσιοι λογαριασμοί της οποίας έχουν ενοποιηθεί με τους λογαριασμούς του αναθέτοντος φορέα σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1983, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 90/605/ΕΟΚ και ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το Π.Δ. 326/94 (ΦΕΚ174/Α/94), βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 στοιχείο ζ της συνθήκης σχετικά με τους ενοποιημένους λογαριασμούς ή, σε περίπτωση φορέων που δεν εμπίπτουν στο παρόν διάταγμα, κάθε επιχείρηση επί της οποίας η αναθέτουσα αρχή μπορεί να ασκήσει άμεσα ή έμμεσα, καθοριστική επιρροή, κατά την έννοια της παραγρ. 2 του παρόντος άρθρου ή η οποία μπορεί να ασκήσει καθοριστική επιρροή επί του αναθέτοντος φορέα ή η οποία υπόκειται, από κοινού με τον αναθέτοντα φορέα, στην καθοριστική επιρροή άλλης επιχείρησης λόγω της κυριότητας, της χρηματοδοτικής συμμετοχής ή των κανόνων που τη διέπουν. 4. «Συμφωνία - πλαίσιο»: είναι η συμφωνία μεταξύ ενός από αναθέτοντες φορείς που ορίζονται στο άρθρο 3 και ενός η περισσότερων από τους προμηθευτές, εργολήπτες ή παρέχοντες υπηρεσίες, η οποία αποσκοπεί στον καθορισμό των όρων των συμβάσεων που πρόκειται να συναφθούν κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου, ιδίως όσον αφορά τις τιμές και, κατά περίπτωση, τις ποσότητες. 5. «Προσφέρων»: είναι ο προμηθευτής, ο εργολήπτης ή ο παρέχων υπηρεσίες που υποβάλει προσφορά, και «υποψήφιος»: εκείνος που έχει ζητήσει να συμμετάσχει σε διαδικασία κλειστή ή με διαπραγμάτευση. Ο παρέχων υπηρεσίες μπορεί να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου του αναθέτοντος φορέα κατά την έννοια του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος. 6. «Ανοικτή διαδικασία, κλειστή διαδικασία, ή διαδικασία με διαπραγμάτευση»: είναι οι διαδικασίες σύναψης που εφαρμόζουν οι αναθέτοντες φορείς, και στις οποίες: α. όσον αφορά τις ανοικτές διαδικασίες, όλοι οι ενδιαφερόμενοι προμηθευτές, εργολήπτες ή παρέχοντες υπηρεσίες μπορούν να υποβάλλουν προσφορά. β. όσον αφορά τις κλειστές διαδικασίες, μπορούν να υποβάλουν προσφορά μόνο οι υποψήφιοι που καλούνται από τον αναθέτοντα φορέα. γ. όσον αφορά τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση, ο αναθέτων φορέας απευθύνεται σε προμηθευτές, εργολήπτες ή παρέχοντες υπηρεσίες της επιλογής του και διαπραγματεύεται τους όρους της σύμβασης με έναν ή περισσότερους από αυτούς. 7. «Τεχνικές προδιαγραφές»: είναι οι τεχνικές απαιτήσεις που περιλαμβάνονται ιδίως στη συγγραφή υποχρεώσεων και προσδιορίζουν τα αναγκαία χαρακτηριστικά ενός έργου, υλικού, προϊόντος, προμήθειας ή υπηρεσίας, βάσει των οποίων ένα έργο, υλικό, προϊόν, προμήθεια ή υπηρεσία χαρακτηρίζεται κατ αντικειμενική κρίση κατάλληλο για τη χρήση για την οποία προορίζεται από τον αναθέτοντα φορέα. Αυτές οι τεχνικές προδιαγραφές είναι δυνατόν να αφορούν την ποιότητα ή την καταλληλότητα, την ασφάλεια, τις διαστάσεις, καθώς και τις προδιαγραφες που ισχύουν για το υλικό, το προϊόν, την προμήθεια ή την υπηρεσία ως προς την εξασφάλιση της ποιότητας, την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και τις σχετικές μεθόδους, τη συσκευασία, τη σήμανση και τις ετικέτες. Οσον αφορά τις συμβάσεις έργων, είναι επίσης δυνατόν να περιλαμβάνουν κανόνες για το σχεδιασμό και την κοστολόγηση, τους όρους δοκιμής επιθεώρησης και παραλαβής έργων καθώς και τις κατασκευαστικές μεθόδους ή τεχνικές κατασκευής και κάθε άλλο τεχνικό όρο που ο αναθέτων φορέας μπορεί να επιβάλει δυνάμει γενικών ή ειδικών ρυθμίσεων, όσον αφορά τις ολοκληρωμένες κατασκευές, καθώς και τα υλικά ή τμήματα που τις απαρτίζουν. 8. «Πρότυπο: είναι η τεχνική προδιαγραφή που έχει εγκριθεί από αναγνωρισμένους οργανισμούς τυποποίησης για επαναλαμβανόμενη ή συνεχή εφαρμογή. Η συμμόρφωση με τα πρότυπα δεν είναι καταρχήν υποχρεωτική. 9. «Ευρωπαικό πρότυπο»: είναι το πρότυπο που έχει εγκριθεί από την ευρωπαϊκή επιτροπή τυποποίησης (CΕΝ) ή από την ευρωπαϊκή επιτροπή ηλεκτροτεχνικής τυποποίησης (Cenelec) ως «ευρωπαικό πρότυπο (ΕΝ)» η ως «έγγραφο εναρμόνισης (ΗD)», σύμφωνα με τους κοινούς κανόνες αυτών των οργανισμών ή από το ευρωπαικό ινστιτούτο τηλεπικοινωνιακών προτύπων (ΕΤSΙ), σύμφωνα με τους κανόνες που αυτό εφαρμόζει, ως ευρωπαικό τηλεπικοινωνιακό πρότυπο (ΕΤS). 10. «Κοινή τεχνική προδιαγραφή»: είναι η τεχνική προδιαγραφή που έχει καταρτιστεί βάσει διαδικασίας αναγνωρισμένης από τα κράτη μέλη της Κοινότητας με σκοπό την ομοιόμορφη εφαρμογή της σε όλα τα κράτη μέλη, και έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαικών Κοινοτήτων. 11. «Ευρωπαϊκή τεχνική έγκριση»: είναι η ευνοϊκή τεχνική εκτίμηση της καταλληλότητας ενός προϊόντος για ορισμένη χρήση, με γνώμονα την ικανοποίηση των ουσιωδών απαιτήσεων, ως προς τις οικοδομικές εργασίες, σύμφωνα με τα εγγενή χαρακτηριστικά του προϊόντος και τους καθιερωμένους όρους εφαρμογής και χρήσης, κατά την Οδηγία 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τα προϊόντα του τομέα των δομικών κατασκευών, που ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το Π.Δ. 334/94 (ΦΕΚ 176/Α/94). Η ευρωπαϊκή τεχνική έγκριση χορηγείται από τον οργανισμό που έχει αναγνωριστεί για το σκοπό αυτό από το κράτος μέλος. 12. «Ευρωπαϊκή προδιαγραφή»: είναι μία κοινή τεχνική προδιαγραφή, μια ευρωπαϊκή τεχνική έγκριση, ή ένα εθνικό πρότυπο που ισχύει κατ εφαρμογήν ενός ευρωπαϊκού προτύπου. 13. «Υποδομή για δημόσιες Τηλεπικοινωνίες»: είναι η δημόσια τηλεπικοινωνιακή υποδομή, μέσω της οποίας γίνεται η μεταφορά σημάτων μεταξύ συγκεκριμένων τερματικών σημείων του δικτύου, είτε με καλώδια, είτε με δέσμες ερτζιανών κυμάτων, είτε με οπτικά ή άλλα ηλεκτρομαγνητικά μέσα. Τερματικό σημείο του δικτύου, είναι το σύνολο των φυσικών συνδέσεων και των τεχνικών χαρακτηριστικών πρόσβασης που απαρτίζουν το δημόσιο δίκτυο τηλεπικοινωνιών και είναι απαραίτητα για την πρόσβαση σ αυτό και τη μέσω αυτού αποτελεσματική επικοινωνία. 14. «Δημόσιες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες»: είναι οι τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες την παροχή των οποίων έχει αναθέσει ειδικά το κράτος σε έναν ή περισσότερους τηλεπικοινωνιακούς φορείς. τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες: οι υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται, εν όλω ή εν μέρει, στη μετάδοση και τη δρομολόγηση σημάτων μέσω του δημοσίου τηλεπικοινωνιακού δικτύου με τη βοήθεια τηλεπικοινωνιακών μεθόδων, πλην της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης». 15. «Διαγωνισμοί μελετών»: είναι οι ισχύουσες διαδικασίες που επιτρέπουν στον αναθέτοντα φορέα να εξασφαλίσει, κυρίως στους τομείς της αρχιτεκτονικής, των έργων μηχανικού ή της ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων, μια μελέτη ή ένα σχέδιο που επιλέγεται από κριτική επιτροπή μετά από σύγκριση και με ή χωρίς την απονομή βραβείων. 16. «Επιτροπή»: Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων/Ευρωπαϊκή Επιτροπή. 17 «Συνθήκη»: Η Συνθήκη ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας όπως ισχύει. 18. «Συμβούλιο»: Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. 19. Αρμόδιες αρχές: Νοούνται τα Υπουργεία Εθνικής Οικονομίας, Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Μεταφορών και Επικοινωνιών, το καθένα για θέματα της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τα εποπτεύοντα τους αναθέτοντες φορείς του άρθρου 3 του παρόντος Υπουργεία, καθώς και κάθε άλλη αρχή που σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις έχει αρμοδιότητα επί των θεμάτων που ρυθμίζονται με το παρόν διάταγμα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β Πεδίο Εφαρμογής - Εξαιρέσεις Άρθρο 3 Αναθέτοντες φορείς 1. Οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται στους αναθέτοντες φορείς οι οποίοι: α. είναι δημόσιες αρχές ή δημόσιες επιχειρήσεις και ασκούν δραστηριότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος. β. εάν δεν είναι δημόσιες αρχές ή δημόσιες επιχειρήσεις, ασκούν, μεταξύ των δραστηριοτήτων τους, δραστηριότητα αναφερόμενη στην παράγραφο 1 του άρθρου 5, ή πολλές από τις δραστηριότητες αυτές και απολαύουν ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων χορηγουμένων από τις αρμόδιες κρατικές αρχές. 2. Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου 1 στοιχείο β., ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα είναι τα δικαιώματα που απορρέουν από άδεια που χορηγείται από αρμόδια αρχή του κράτους, μέσω οιασδήποτε νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής διάταξης που έχει ως αποτέλεσμα να ανατίθεται σε έναν ή περισσότερους φορείς ή άσκηση δραστηριότητας που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5. Θεωρείται ότι ένας αναθέτων φορέας απολαύει ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων, ιδίως όταν: α. για τις ανάγκες της κατασκευής των δικτύων ή της τοποθέτησης των εγκαταστάσεων κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 5, ο εν λόγω φορέας μπορεί να κινήσει διαδικασία απαλλοτρίωσης υπέρ του δημοσίου ή σύσταση δουλείας, ή να χρησιμοποιήσει το έδαφος, το υπέδαφος και το χώρο τον υπερκείμενο της δημοσίας οδού προκειμένου να τοποθετήσει τον εξοπλισμό του δικτύου, β. στην περίπτωση της παραγράφου 1 στοιχείο α. του άρθρου 5, ο εν λόγω φορέας τροφοδοτεί, με πόσιμο νερό, ηλεκτρισμό, αέριο ή θερμότητα, ένα δίκτυο του οποίου την εκμετάλλευση έχει αναλάβει φορέας που απολαύει ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων που χορηγούνται από αρμόδια αρχή του κράτους. 3. Οι αναθέτοντες φορείς που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι ανταποκρίνονται στα προαναφερόμενα κριτήρια καθώς και στα κριτήρια του άρθρου 5. Κάθε μεταβολή στον κατάλογο των φορέων κοινοποιείται από το Υπουργείο που εποπτεύει τον αναθέτοντα φορέα στην Επιτροπή, προκειμένου ν ακολουθηθεί η διαδικασία τροποποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 24 παράγρ. 3 και 4, του παρόντος διατάγματος. 4. Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται δημόσιες επιχειρήσεις συνδεδεμένες με τους φορείς των συνημμένων πινάκων, οι οποίες έχουν αποκλειστικό σκοπό την υποκατάσταση αυτών στην σύναψη συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών που στοχεύουν στην εξυπηρέτηση των δραστηριοτήτων των φορέων αυτών. Άρθρο 4 Συμβάσεις 1. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος διατάγματος υπάγονται οι συμβάσεις προμηθειών, έργων και υπηρεσιών εξ επαχθούς αιτίας που συνάπτονται γραπτώς μεταξύ ενός από τους αναθέτοντες φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 3 του παρόντος και ενός προμηθευτή ή εργολήπτη ή παρέχοντος υπηρεσίες και έχουν ως αντικείμενο: α. στην περίπτωση των συμβάσεων προμηθειών, την αγορά τη χρηματοδοτική μίσθωση, τη μίσθωση ή τη μίσθωση-πώληση, με ή χωρίς δικαίωμα αγοράς προϊόντων. β. στην περίπτωση των συμβάσεων έργων, είτε την εκτέλεση, είτε τόσο την εκτέλεση όσο και τον σχεδιασμό, είτε την πραγματοποίηση, με οιοδήποτε μέσον, κτιριακών έργων ή έργων πολιτικού μηχανικού που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ. Οι συμβάσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν τις προμήθειες και τις υπηρεσίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεσή τους. γ. στην περίπτωση των συμβάσεων υπηρεσιών, κάθε άλλο αντικείμενο που δεν αναφέρεται στις ανωτέρω α. και β. περιπτώσεις, ενώ εξαιρούνται: i. οι συμβάσεις που έχουν αντικείμενο την κτήση ή τη μίσθωση, με οποιαδήποτε χρηματοοικονομικά μέσα, γης, υφισταμένων κτισμάτων ή άλλων ακινήτων ή οι οποίες αφορούν δικαιώματα επί των αγαθών αυτών. Ωστόσο, οι συμβάσεις χρηματοοικονομικών υπηρεσιών που συνάπτονται συγχρόνως πριν ή μετά από σύμβαση απαίτησης η μισθώσεως με οποιαδήποτε μορφή, εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος διατάγματος. i. οι συμβάσεις υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας, τηλετυπίας, κινητής ραδιοτηλεφωνίας, τηλεειδοποίησης και τηλεπικοινωνιών μέσω δορυφόρου. iii. οι συμβάσεις υπηρεσιών διαιτησίας και συμβιβασμού. iν. οι συμβάσεις που αφορούν την έκδοση, την αγορά, την πώληση και τη μεταβίβαση τίτλων ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων. ν. οι συμβάσεις απασχόλησης. νi. οι συμβάσεις υπηρεσιών έρευνας και ανάπτυξης, εκτός από αυτές τα αποτελέσματα των οποίων ανήκουν αποκλειστικά στον αναθέτοντα φορέα προκειμένου να τις χρησιμοποιεί κατά την άσκηση της δραστηριότητάς του, εφόσον ο αναθέτων φορέας καταβάλλει πλήρη αμοιβή για την παρεχόμενη υπηρεσία. 2. Οι συμβάσεις που περιλαμβάνουν υπηρεσίες και προμήθειες θεωρούνται ως συμβάσεις προμηθειών όταν η συνολική αξία των προμηθειών είναι ανώτερη της αξίας των υπηρεσιών που καλύπτονται από τη σύμβαση. Άρθρο 5 Δραστηριότητες 1. Οι δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος διατάγματος είναι οι ακόλουθες: α. η διάθεση ή η εκμετάλλευση σταθερών δικτύων σχεδιασμένων για να παρέχουν στο κοινό υπηρεσίες στον τομέα της παραγωγής, της μεταφοράς ή της διανομής: i. πόσιμου νερού ή ii. ηλεκτρισμού ή iii. αερίου ή θερμότητας ή η τροφοδότηση των δικτύων αυτών με πόσιμο νερό, ηλεκτρισμό, αέριο ή θερμότητα. β. η εκμετάλλευση μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, με σκοπό: i. την αναζήτηση, συλλογή ή εξόρυξη πετρελαίου, αερίου, άνθρακα ή άλλων στερεών καυσίμων ή ii. τη διάθεση αερολιμένων, θαλάσσιων ή ποτάμιων λιμένων ή άλλων τερματικών σταθμών μεταφορικών μέσων σε αεροπορικούς, θαλάσσιους ή ποτάμιους μεταφορείς. γ. η εκμετάλλευση δικτύων που παρέχουν υπηρεσίες στο κοινό στους τομείς των μεταφορών με σιδηρόδρομο, αυτόματα συστήματα, τραμ, τρόλει, λεωφορεία ή καλώδιο. Οσον αφορά τις υπηρεσίες μεταφορών, θεωρείται ότι υφίσταται δίκτυο όταν η υπηρεσία παρέχεται με τους όρους που ορίζονται από την αρμόδια κρατική αρχή, όπως οι όροι που αφορούν τις ακολουθητέες διαδρομές, τη διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα ή τη συχνότητα παροχής της υπηρεσίας. δ. η διάθεση ή εκμετάλλευση δημοσίων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή η παροχή μιας ή περισσοτέρων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών προς το κοινό. 2. Η παροχή στο κοινό υπηρεσίας μεταφορών μέσω λεωφορείου δεν θεωρείται ως δραστηριότητα κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου 1 στοιχείο γ. όταν άλλοι φορείς μπορούν ελευθέρως να παρέχουν την υπηρεσία αυτή, είτε γενικά είτε σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, με τους ίδιους όρους στους οποίους υπόκεινται οι αναθέτοντες φορείς. 3. Η τροφοδότηση, με πόσιμο νερο, ηλεκτρισμό, αέριο ή θερμότητα δικτύων που προορίζονται να παράσχουν υπηρεσία στο κοινό από μέρους αναθέτοντος φορέα άλλου από τις δημόσιες αρχες, δεν θεωρείται ως δραστηριότητα κατά την έννοια της ανωτέρω παραγράφου 1 στοιχείο α. όταν: 4. α. στην περίπτωση του πόσιμου νερού ή του ηλεκτρισμού: i. η παραγωγή πόσιμου νερού ή ηλεκτρισμού από τον ενδιαφερόμενο φορέα γίνεται διότι η κατανάλωσή του είναι αναγκαία για την άσκηση δραστηριότητας μη οριζόμενης στην παράγραφο 1 και ii. η τροφοδότηση του δημόσιου δικτύου εξαρτάται μόνον από την ιδιοκατανάλωση του φορέα και δεν υπερβαίνει το 30% της συνολικής παραγωγής πόσιμου νερού ή ενέργειας του φορέα, με βάση το μέσο όρο των τριών τελευταίων ετών, του τρέχοντος έτους συμπεριλαμβανομένου. β. στην περίπτωση του αερίου ή της θερμότητας: i. η παραγωγή αερίου ή θερμότητας από τον ενδιαφερόμενο φορέα αποτελεί αναπόφευκτο αποτέλεσμα της άσκησης δραστηριότητας μη οριζόμενης στην παράγραφο 1 και ii. η τροφοδότηση του δημόσιου δικτύου αποβλέπει μόνο στην οικονομική εκμετάλλευση της παραγωγής αυτής και αντιστοιχεί το πολύ σε 20% του κύκλου εργασιών του φορέα, με βάση το μέσο όρο των τριών τελευταίων ετών, του τρέχοντος έτους συμπεριλαμβανομένου. 4. Η αρμόδια κατά περίπτωση αρχή μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να προβλέψει ότι η εκμετάλλευση γεωγραφικών περιοχών με σκοπό την αναζήτηση, εξόρυξη ή συλλογή πετρελαίου, αερίου, άνθρακα ή άλλων στερεών καυσίμων, δεν θεωρείται ως δραστηριότητα αναφερόμενη στο άρθρο 5 παραγρ. 1 στοιχείο β. σημείο i ή ότι οι φορείς δεν θεωρείται ότι απολαύουν ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων κατά την έννοια του άρθρου 3 παραγρ. 2 στοιχείο β. για την εκμετάλλευση μιας ή περισσοτέρων από τις δραστηριότητες αυτές, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις έναντι των κειμένων σχετικών διατάξεων που αφορούν τις εν λόγω δραστηριότητες: α. όταν απαιτείται άδεια για την εκμετάλλευση μιας τέτοιας γεωγραφικής περιοχής, και άλλοι φορείς δικαιούνται επίσης να ζητήσουν αυτήν την άδεια υπό τους ιδίους όρους στους οποίους υπόκεινται οι αναθέτοντες φορείς, β. οι τεχνικές και οικονομικές δυνατότητες που πρέπει να διαθέτουν οι φορείς για την άσκηση των εκάστοτε δραστηριοτήτων ορίζονται πριν από οποιαδήποτε αξιολόγηση των προσόντων των υποψηφίων που διαγωνίζονται για την απόκτηση της άδειας, γ. η άδεια άσκησης των δραστηριοτήτων αυτών χορηγείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων όσον αφορά τα προβλεπόμενα μέσα για την αναζήτηση, εξόρυξη ή συλλογή, τα οποία ορίζονται και δημοσιεύονται πριν από την υποβολή των αιτήσεων για την άδεια. Τα εν λόγω κριτήρια πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις, δ. όλοι οι όροι και οι απαιτήσεις που αφορούν τη άσκηση ή την παύση της δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για τις υποχρεώσεις που συνδέονται με την άσκηση, τα τέλη και τη συμμετοχή στο κεφάλαιο ή στο εισόδημα των φορέων, καθορίζονται και διατίθενται πριν από την υποβολή των αιτήσεων για την άδεια και πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις. Κάθε αλλαγή στους εν λόγω όρους και απαιτήσεις πρέπει να εφαρμόζεται σε όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, ή να τροποποιείται κατά τρόπο που να μην συνεπάγεται διακρίσεις. Πάντως, δεν είναι αναγκαίο να καθορισθούν οι υποχρεώσεις που συνδέονται με την άσκηση πριν από την χρονική στιγμή που προηγείται της χορήγησης της άδειας και ε. οι αναθέτοντες φορείς δεν υποχρεούνται βάσει νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής διάταξης, ούτε βάσει συμφωνίας ή συνεννόησης, να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις προβλεπόμενες ή υπάρχουσες πηγές για τις αγορές τους, εκτός αν το ζητήσουν εθνικές αρχές και αποκλειστικά για την επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 36 της Συνθήκης. 5. Η αρμόδια αρχή κατά την εφαρμογή της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου μεριμνά μέσω των όρων για την χορήγηση άδειας και άλλων κατάλληλων μέτρων, ώστε κάθε φορέας: α. να τηρεί την αρχή της μη ύπαρξης διακρίσεων και την αρχή του ανταγωνισμού για την ανάθεση συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών, ιδίως όσον αφορά τις πληροφορίες που θέτει στη διάθεση των επιχειρήσεων σχετικά με τις προθέσεις του για τη σύναψη συμβάσεων. β. να ανακοινώνει στην Επιτροπή, υπό όρους που θα καθορίσει το εν λόγω θεσμικό όργανο σύμφωνα με το άρθρο 40 της οδηγίας 93/38/ΕΟΚ, πληροφορίες σχετικά με την ανάθεση των συμβάσεων. 6. Οσον αφορά τις ατομικές παραχωρήσεις ή άδειες που έχουν ήδη χορηγηθεί πριν από την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε εφαρμογή το παρόν διάταγμα, δεν εφαρμόζονται επ αυτών οι διατάξεις της ανωτέρω παραγράφου 4, στοιχεία α, β και γ του παρόντος άρθρου, εάν, κατά την ημερομηνία αυτή, άλλοι φορείς δικαιούνται να ζητήσουν άδεια για την εκμετάλλευση γεωγραφικών περιοχών με σκοπό την αναζήτηση, εξόρυξη ή συλλογή πετρελαίου, αερίου, άνθρακα ή άλλων στερεών καυσίμων, που θα χορηγείται χωρίς διακρίσεις και σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια. Η ανωτέρω παράγραφος 4 στοιχείο δ. δεν εφαρμόζεται όταν οι όροι και οι απαιτήσεις έχουν καθοριστεί, εφαρμοστεί ή τροποποιηθεί πριν από την προαναφερόμενη ημερομηνία. 7. Η αρμόδια αρχή εφόσον επιθυμεί να εφαρμόσει την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή. Προς το σκοπό αυτό, της ανακοινώνει κάθε νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη, κάθε συμφωνία ή συνεννόηση που αφορά την τήρηση των όρων που απαριθμούνται στις παραγράφους 4 και 5 ανωτέρω. Άρθρο 6 Όρια αξίας συμβάσεων 1. Οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται στις συμβάσεις προμηθειών, έργων και υπηρεσιών του άρθρου 4 των οποίων η εκτιμώμενη αξία, χωρίς το ΦΠΑ, ισούται με ή είναι μεγαλύτερη από: α. 400.000 ΕCU, όσον αφορά τις συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών, που συνάπτονται από τους φορείς που ασκούν δραστηριότητα αναφερόμενη στο άρθρο 5 παράγρ. 1 στοιχεία α, β και γ. β. 600.000 ΕCU, προκειμένου για συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών που συνάπτονται από τους φορείς που ασκούν δραστηριότητα αναφερόμενη στο άρθρο 5 παράγρ. 1 στοιχείο δ. γ 5.000.000 ΕCU, όσον αφορά τις συμβάσεις δημοσίων έργων. 2. Κατά τον υπολογισμό του εκτιμώμενου ποσού μιας σύμβασης υπηρεσιών, ο αναθέτων φορέας περιλαμβάνει τη συνολική αμοιβή του παρέχοντος υπηρεσία λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που αναφέρονται στις ακόλουθες παραγράφους 3 έως και 14. 3. Κατά τον υπολογισμό του εκτιμώμενου ποσού συμβάσεων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα ποσά: α. Οσον αφορά τις ασφαλιστικές υπηρεσίες το καταβλητέο ασφάλιστρο. β. Οσον αφορά τις τραπεζικές και άλλες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, οι αμοιβές, οι προμήθειες, οι τοκοι και άλλοι τρόποι αμοιβής. γ. Οσον αφορά τις συμβάσεις που προϋποθέτουν σχεδιασμό, οι καταβλητέες αμοιβές και προμήθειες. 4. Στην περίπτωση των συμβάσεων προμηθειών που έχουν ως αντικείμενο τη χρηματοδοτική μίσθωση, τη μίσθωση ή τη μίσθωση-πώληση, ως βάση για τον υπολογισμό της αξίας της σύμβασης λαμβάνεται: α. Για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εάν μεν ο χρόνος αυτός είναι δώδεκα μήνες ή λιγότερο, η κατ εκτίμηση συνολική αξία της σύμβασης για όλη τη διάρκειά της ή αν η διάρκεια αυτή υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, η συνολική αξία της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένου του κατ εκτίμηση υπολοίπου. β. Για τις συμβάσεις αορίστου χρόνου ή όταν η διάρκειά τους δεν μπορεί να καθοριστεί, το προβλεπόμενο σύνολο των πληρωμών που πρέπει να καταβληθούν κατά τα πρώτα τέσσερα έτη. 5. Όταν πρόκειται για συμβάσεις υπηρεσιών στις οποίες δεν αναφέρεται συνολική τιμή, ως βάση υπολογισμού της εκτιμώμενης αξίας των συμβάσεων, λαμβάνεται: α. Η ολική αξία της σύμβασης για όλη τη διάρκειά της, εφόσον η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου με διάρκεια μέχρι και 48 μήνες. β. Η μηνιαία αξία της σύμβασης πολλαπλασιασμένη επί 48, εφόσον η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου ή έχει διάρκεια άνω των 48 μηνών. 6. Όταν μια σύμβαση προμηθειών ή υπηρεσιών που πρόκειται να συναφθεί προβλέπει ρητά δικαιώματα επιλογής (οptiοn), ως βάση για τον προσδιορισμό της αξίας της σύμβασης λαμβάνεται το ανώτατο επιτρεπόμενο συνολικό ποσό της αγοράς, της χρηματοδοτικής μίσθωσης, της μίσθωσης ή της μίσθωσης - πώλησης, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων επιλογής (οptiοn). 7. Όταν πρόκειται για απόκτηση προμηθειών ή υπηρεσιών για δεδομένη περίοδο μέσω σειράς συμβάσεων που θα ανατεθούν σε έναν ή περισσότερους προμηθευτές ή παρέχοντες υπηρεσίες ή συμβάσεων που πρόκειται να ανανεωθούν, ο υπολογισμός της αξίας της σύμβασης πρέπει να βασίζεται: α. Στη συνολική αξία των συμβάσεων που έχουν συναφθεί κατά τη διάρκεια του προηγούμενου οικονομικού έτους ή δωδεκαμήνου και που παρουσιάζουν παρόμοια χαρακτηριστικά, διορθωμένη, ει δυνατόν, για να ληφθούν υπόψη οι προβλεπόμενες αλλαγές στις ποσότητες ή την αξία κατά τους επόμενους δώδεκα μήνες ή β. Στη σωρευτική αξία όλων των συμβάσεων που θα συναφθούν κατά τους δώδεκα μήνες μετά την ανάθεση της πρώτης σύμβασης, ή καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης, εφόσον αυτη υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες. 8. Ο υπολογισμός της εκτιμώμενης αξίας μιας σύμβασης που περιλαμβάνει συγχρόνως υπηρεσίες και προμήθειες, πρέπει να βασίζεται στη συνολική αξία των υπηρεσιών και των προμηθειών, ανεξάρτητα από την επιμέρους αξία τους. Στον υπολογισμό αυτόν περιλαμβάνεται και η αξία των εργασιών τοποθέτησης και εγκατάστασης. 9. Ο υπολογισμός της αξίας μιας συμφωνίας - πλαισίου πρέπει να βασίζεται στη μέγιστη εκτιμώμενη αξία του συνόλου των συμβάσεων που προβλέπονται για τη συγκεκριμενη περίοδο. 10. Ο υπολογισμός της αξίας μιας σύμβασης έργου πρέπει να βασίζεται στη συνολική αξία του έργου. Νοείται ως έργο το αποτέλεσμα συνόλου κτιριακών έργων ή έργων πολιτικού μηχανικού το οποίο προορίζεται να επιτελέσει αφεαυτού μία οικονομική και τεχνική λειτουργία. 11. Όταν, ιδίως, μία προμήθεια, ένα έργο ή μία υπηρεσία κατατμηθεί σε πολλά τμήματα, η αξία του κάθε τμήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση των κατωτάτων ορίων αξίας που αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο 1. Όταν η σωρευτική αξία των τμημάτων ισούται ή υπερβαίνει τα προαναφερθέντα κατώτατα όρια αξίας, οι διατάξεις αυτής της παραγράφου ισχύουν για όλα τα τμήματα. Πάντως, στην περίπτωση συμβάσεων έργων, οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να εξαιρούν από την εφαρμογή της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου τα τμήματα των οποίων η εκτιμώμενη αξία, χωρίς το ΦΠΑ, είναι κατώτερη του 1.000.000 ΕCU, εφόσον το συνολικό ύψος αυτών των τμημάτων δεν υπερβαίνει το 20% της αξίας του συνόλου των τμημάτων. 12. Για την εφαρμογή των κατωτάτων ορίων αξίας οι αναθέτοντες φορείς περιλαμβάνουν στην εκτιμώμενη αξία των συμβασεων έργων, την αξία όλων των προμηθειών ή υπηρεσιών που απαιτούνται για την εκτέλεση των έργων και τις οποίες θέτουν στη διάθεση του εργολήπτη. 13. Η αξία των προμηθειών ή των υπηρεσιών που δεν είναι απαραίτητες για την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης σύμβασης εργου δεν μπορεί να προστεθεί στην αξία αυτής της σύμβασης έργου. 14. Οι αναθέτοντες φορείς δεν μπορούν να καταστρατηγούν την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος διατάγματος κατατέμνοντας τις συμβάσεις ή χρησιμοποιώντας ειδικές μεθόδους υπολογισμού της αξίας των συμβάσεων. Άρθρο 7 Εξαιρέσεις εφαρμογής Οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν εφαρμόζονται: 1. Στις συμβάσεις ή στους διαγωνισμούς μελετών που συνάπτουν ή οργανώνουν οι αναθέτοντες φορείς με σκοπούς άλλους από τις κατ άρθρο 5 παράγρ. 1 δραστηριότητές τους, ή για την άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων σε τρίτη εκτός Κοινότητας χώρα, υπό συνθήκες που δεν προϋποθέτουν την υλική εκμετάλλευση ενός δικτύου ή μιας γεωγραφικής περιοχής στο εσωτερικό της Κοινότητας. Ωστόσο, το παρόν διάταγμα εφαρμόζεται επίσης στις συμβάσεις ή στους διαγωνισμούς μελετών που ανατίθενται ή οργανώνονται από τους φορείς που ασκούν δραστηριότητα αναφερόμενη στο άρθρο 5 παράγρ. 1 στοιχείο α. σημείο i και η οποία: α. συνδέεται με έργα υδραυλικής μηχανικής, αρδευτικών ή αποστραγγιστικών έργων, εφόσον ο όγκος του νερού που προορίζεται για εφοδιασμό σε πόσιμο νερό υπερβαίνει το 20% του συνολικού όγκου νερού που διατίθεται για τα εν λόγω σχέδια ή εγκαταστάσεις άρδευσης ή αποστράγγισης ή β συνδέεται με την αποχέτευση ή την επεξεργασία λυμάτων. 2. Στις συμβάσεις που συνάπτονται με σκοπό τη μεταπώληση ή τη μίσθωση σε τρίτους, όταν ο αναθέτων φορέας δεν απολαύει κανενός ειδικού ή αποκλειστικού δικαιώματος πώλησης ή μίσθωσης του αντικειμένου αυτών των συμβάσεων και όταν άλλοι φορείς δικαιούνται να προβαίνουν ελεύθερα στην εν λόγω πώληση ή μίσθωση με τους ίδιους όρους με αυτούς που ισχύουν για τον αναθέτοντα φορέα. 3. Στις συμβάσεις που συνάπτει ένας αναθέτων φορέας, που ασκεί δραστηριότητα αναφερόμενη στο άρθρο 5 παράγρ. 1 στοιχείο δ. προκειμένου περί αγορών προοριζομένων αποκλειστικά για την παροχή μιάς ή περισσοτέρων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, οσάκις άλλοι φορείς είναι ελεύθεροι να παρέχουν τις αυτές υπηρεσίες στην αυτή γεωγραφική περιοχή και υπό τις ίδιες κατ ουσίαν συνθήκες. Οι αναθέτοντες φορείς ανακοινώνουν στην Επιτροπή, εφόσον το ζητήσει, οποιαδήποτε δραστηριότητα, προϊόν ή υπηρεσία θεωρούν ότι αποκλείεται δυνάμει των ανωτέρω παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου. 4. Στις συμβάσεις που συνάπτουν οι απαριθμούμενοι στην παράγραφο 1 του παραρτήματος Ι αναθέτοντες φορείς για την αγορά νερού και οι απαριθμούμενοι στις παραγράφους 2 έως και 5 του παραρτήματος Ι για την προμήθεια ενέργειας ή καυσίμων που προορίζονται για την παραγωγή ενέργειας. 5. Στις συμβάσεις οι οποίες κηρύσσονται απόρρητες από το κράτος ή των οποίων η εκτέλεση πρέπει να συνοδεύεται από ειδικά μέτρα ασφαλείας, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ισχύουν ή όταν η προστασία των βασικών συμφερόντων ασφαλείας του κράτους το απαιτεί. 6. Στις συμβάσεις ανάθεσης υπηρεσιών σε φορέα που αποτελεί ο ίδιος αναθέτουσα αρχή κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο β. της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης διοικητικών συμβάσεων υπηρεσιών, δυνάμει αποκλειστικού δικαιώματος που παρέχεται βάσει δημοσιευμένων νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι σύμφωνες με τη συνθήκη. 7. Στις συμβάσεις που διέπονται από διαφορετικούς διαδικαστικούς κανόνες και συνάπτονται: α. δυνάμει διεθνούς συμφωνίας που έχει συναφθεί σύμφωνα με τη Συνθήκη, μεταξύ του κράτους και μιας ή περισσοτέρων χωρών εκτός της Κοινότητας, και καλύπτει προμήθειες, έργα, υπηρεσίες ή διαγωνισμούς μελετών που προορίζονται για την από κοινού εκτέλεση ή εκμετάλλευση ενός έργου από τα υπογράφοντα κράτη. Κάθε συμφωνία γνωστοποιείται στην Επιτροπή, η οποία μπορεί να συμβουλεύεται τη συμβουλευτική επιτροπή για τις δημόσιες συμβάσεις (cοmite cοnsultatif pοur les marches publics) που έχει συσταθεί με την απόφαση 71/306/ΕΟΚ, ή στην περίπτωση συμφωνιών που διέπουν τις συμβάσεις φορέων που ασκούν δραστηριότητα αναφερόμενη στο άρθρο 5 παράγρ. 1 στοιχείο δ. τη συμβουλευτική επιτροπή για τις συμβάσεις τηλεπικοινωνιών που προβλέπεται στο άρθρο 24 του παρόντος διατάγματος. β. δυνάμει διεθνούς συμφωνίας που έχει συναφθεί σχετικά με τη στάθμευση στρατευμάτων και αφορά επιχειρήσεις εθνικές ή τρίτης χώρας. γ. σύμφωνα με την ειδική διαδικασία ενός διεθνούς οργανισμού. 8. Στις συμβάσεις υπηρεσιών: α. τις οποίες αναθέτει ένας αναθέτων φορέας σε μια συνδεδεμένη επιχείρηση. β. που ανατίθενται από μια κοινή επιχείρηση, η οποία έχει συσταθεί από πολλούς αναθέτοντες φορείς με σκοπό την άσκηση δραστηριοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγρ. 1, σε έναν απ αυτούς τους αναθέτοντες φορείς ή σε επιχείρηση συνδεδεμένη με ένα από αυτούς τους αναθέτοντες φορείς. εφόσον το 80% τουλάχιστον του μέσου κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε αυτή η επιχείρηση στην Κοινότητα κατά την τελευταία τριετία στον τομέα των υπηρεσιών προέρχεται από την παροχή αυτών των υπηρεσιών στις επιχειρήσεις με τις οποίες συνδέεται. Όταν η ίδια υπηρεσία ή παρόμοιες υπηρεσίες παρέχονται από περισσότερες από μία επιχειρήσεις συνδεδεμένες με τον αναθέτοντα φορέα, λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός κύκλος εργασιών στην Κοινότητα που προκύπτει από την παροχή υπηρεσιών εκ μέρους των επιχειρήσεων αυτών. Οι αναθέτοντες φορείς κοινοποιούν στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεώς της, τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της παρούσης παραγράφου: - Τις επωνυμίες των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων. - Τη φύση και την αξία των εν λόγω συμβάσεων υπηρεσιών. - Τα στοιχεία που η Επιτροπή κρίνει αναγκαία για να αποδείξει ότι οι σχέσεις μεταξύ του αναθέτοντος φορέα και της επιχείρησης στην οποία ανατίθενται οι συμβάσεις ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της παρούσας παραγράφου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ Σύναψη Συμβάσεων Άρθρο 8 Σύναψη συμβάσεων 1. Οι συμβάσεις προμηθειών και έργων καθώς και οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα VΙΙ Α συνάπτονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 έως και 22 του παρόντος διατάγματος. 2. Οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα VΙΙ Β συνάπτονται σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 12 παρ. 5 έως παρ. 8 του παρόντος διατάγματος. 3. Οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα VΙΙ Α και παράλληλα υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα VΙΙ Β συνάπτονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 έως και 22 του παρόντος διατάγματος, όταν η αξία των υπηρεσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα VΙΙ Α υπερβαίνει την αξία των υπηρεσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα VΙΙ Β. Σε αντίθετη περίπτωση οι συμβάσεις συνάπτονται σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 12 παρ.5 έως και παρ.8 του παρόντος διατάγματος. Άρθρο 9 Διαδικασίες σύναψης συμβάσεων 1. Οι αναθέτοντες φορείς που ασκούν δραστηριότητες του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος εφαρμόζουν τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών έργων και υπηρεσιών ή τη διενέργεια διαγωνισμών μελετών, προσαρμοσμένες στις διατάξεις του παρόντος διατάγματος. Για τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών οι αναθέτοντες φορείς κατά την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος μπορούν να επιλέγουν οποιαδήποτε από τις διαδικασίες που περιγράφονται στο άρθρο 2 παρ. 6, εφόσον, υπό την επιφύλαξη της παραγρ. 2 του παρόντος άρθρου, έχει προκηρυχθεί διαγωνισμός σύμφωνα με το άρθρο 11. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να θεωρούν τις συμφωνίες - πλαίσια ως συμβάσεις κατά την έννοια του άρθρου 4 παραγρ. 1 και να εφαρμόζουν για την ανάθεσή τους τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος. 2. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να χρησιμοποιήσουν διαδικασία χωρίς προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού στις ακόλουθες περιπτώσεις: α εάν ύστερα από διαδικασία με προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού δεν υποβλήθηκε καμία προσφορά ή καμία από τις υποβληθείσες προσφορές δεν ήταν κατάλληλη, εφόσον δεν έχουν τροποποιηθεί ουσιαστικά οι αρχικοί όροι της διακήρυξης. β. όταν η σύναψη της σύμβασης γίνεται αποκλειστικά για λόγους έρευνας, δοκιμών, μελέτης ή ανάπτυξης και όχι με σκοπό την εξασφάλιση κέρδους ή την ανάκτηση των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης και στο βαθμό που η σύναψη μιας τέτοιας σύμβασης δεν θίγει τη δυνατότητα ανταγωνισμού μεταξύ των συμβάσεων που θα ακολουθήσουν και επιδιώκουν, ιδίως, αυτούς τους σκοπούς. γ. όταν, για λόγους τεχνικής ή καλλιτεχνικής ιδιομορφίας ή για λόγους που αφορούν την προστασία δικαιωμάτων αποκλειστικότητας, η εκτέλεση της σύμβασης μπορεί να ανατεθεί μόνο σε συγκεκριμένο προμηθευτή, εργολήπτη ή παρέχοντα υπηρεσία. δ. στο βαθμό που είναι αναγκαίος, εάν λόγω κατεπείγουσας ανάγκης οφειλόμενης σε γεγονότα απρόβλεπτα για τον αναθέτοντα φορέα, οι προθεσμίες της κλειστής ή της ανοικτής διαδικασίας δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν. ε. στην περίπτωση των συμβάσεων προμηθειών για συμπληρωματικές παραδόσεις εκ μέρους του αρχικού προμηθευτή οι οποίες προορίζονται είτε για τη μερική αντικατάσταση προμηθειών ή εγκαταστάσεων τρέχουσας χρήσης, είτε για την επέκταση υφισταμένων προμηθειών ή εγκαταστάσεων και όταν τυχόν αλλαγή προμηθευτή υποχρεώνει τον αναθέτοντα φορέα να προμηθευθεί υλικό με διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά, πράγμα που ενδέχεται να οδηγήσει σε ασυμβατότητα ή σε δυσανάλογες τεχνικές δυσχέρειες κατά τη χρήση ή τη συντήρηση. στ. για τα συμπληρωματικά έργα ή υπηρεσίες που δεν περιλαμβάνονται στην αρχικά κατακυρωθείσα μελέτη ούτε στην αρχικά συναφθείσα σύμβαση αλλά τα οποία, λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, έχουν καταστεί απαραίτητα για την εκτέλεση αυτής της σύμβασης, με την προϋπόθεση ότι η ανάθεση γίνεται στον εργολήπτη ή στον παρέχοντα υπηρεσία που εκτελεί την αρχική σύμβαση: i όταν τα εν λόγω συμπληρωματικά έργα ή υπηρεσίες δεν μπορούν να διαχωριστούν τεχνικώς ή οικονομικώς από την κύρια σύμβαση χωρίς να προκληθούν μεγάλες δυσχέρειες στον αναθέτοντα φορέα ή ii όταν τα εν λόγω συμπληρωματικά έργα ή υπηρεσίες, αν και μπορούν να διαχωριστούν από την εκτέλεση της αρχικής σύμβασης, είναι απολύτως απαραίτητα για την πλήρη εκτέλεσή της. ζ. στην περίπτωση των συμβάσεων έργων, για νέα έργα που συνίστανται στην επανάληψη παρόμοιων εργασιών και ανατίθενται στον εργολήπτη στον οποίο ο ίδιος αναθέτων φορέας έχει αναθέσει την πρώτη σύμβαση, με την προϋπόθεση ότι τα έργα αυτά είναι σύμφωνα με μια βασική μελέτη, και ότι για τη μελέτη αυτή έχει συναφθεί μια πρώτη σύμβαση μετά από προκήρυξη διαγωνισμού. Τη στιγμή που προκηρύσσεται ο διαγωνισμός για την αρχική μελέτη, πρέπει να επισημαίνεται ότι υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής στην εν λόγω διαδικασία, το δε ποσό του συνολικού προϋπολογισμού για τη συνέχιση των έργων λαμβάνεται υπόψη από τον αναθέτοντα φορέα, για την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγρ. 1. η. εάν πρόκειται για προμήθειες αγαθών που είναι εισηγμένα και αγοράζονται στο χρηματιστήριο. θ. για τις συμβάσεις που συνάπτονται βάσει συμφωνίας - πλαισίου, η οποία έχει συναφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος. Οταν η συμφωνία - πλαίσιο δεν έχει συναφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, οι αναθέτοντες φορείς δεν μπορούν να εφαρμόζουν την παρούσα παράγραφο. Οι αναθέτοντες φορείς δε μπορούν να χρησιμοποιούν καταχρηστικά τις συμφωνίες- πλαίσια με αποτέλεσμα να παρακωλύουν, να περιορίζουν ή να νοθεύουν τον ανταγωνισμό. ι. για τις αγορές σκοπιμότητας, όταν εκμεταλλευόμενος κάποιος μια ιδιαίτερα ευνοϊκή ευκαιρία που παρουσιάζεται για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, μπορεί να αποκτήσει προμήθειες σε τιμή πολύ χαμηλότερη από τις τιμές που επικρατούν συνήθως στην αγορά. ια. για την αγορά προμηθειών υπό όρους ιδιαίτερα συμφέροντες είτε από προμηθευτή που παύει οριστικά τις εμπορικές του δραστηριότητες, είτε από συνδίκους ή εκκαθαριστές πτώχευσης, δικαστικού πτωχευτικού συμβιβασμού ή ανάλογης διαδικασίας που προβλέπεται στις εθνικές νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις. ιβ. όταν η σχετική σύμβαση υπηρεσιών έπεται διαγωνισμού μελετών που έχει διοργανωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος και πρέπει, σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, να ανατεθεί στο νικητή ή σε έναν από τους νικητές αυτού του διαγωνισμού. Για την τελευταία αυτή περίπτωση, όλοι οι νικητές του διαγωνισμού πρέπει να καλούνται να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις. 3. Οι αναθέτοντες φορείς μεριμνούν ώστε να μη γίνονται διακρίσεις μεταξύ προμηθευτών, εργοληπτών ή παρεχόντων υπηρεσίες. 4. Κατά τη διαβίβαση των τεχνικών προδιαγραφών στους ενδιαφερόμενους προμηθευτές, εργολήπτες ή παρέχοντες υπηρεσίες, κατά την προεπιλογή και την επιλογή των προμηθευτών, εργοληπτών ή παρεχόντων υπηρεσίες, καθώς και κατά την ανάθεση των συμβάσεων, οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να επιβάλλουν υποχρεώσεις προκειμένου να προστατεύσουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που διαβιβάζουν. 5. Οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν περιορίζουν το δικαίωμα των προμηθευτών, εργοληπτών ή παρεχόντων υπηρεσίες να απαιτούν εκ μέρους του αναθέτοντος φορέα, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, να σέβεται τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που του διαβιβάζουν. Άρθρο 10 Τεχνικές προδιαγραφές - πρότυπα 1. Οι αναθέτοντες φορείς συμπεριλαμβάνουν τις τεχνικές προδιαγραφές στα γενικού περιεχομένου έγγραφα ή στη συγγραφή υποχρεώσεων για κάθε σύμβαση. 2. Οι τεχνικές προδιαγραφές καθορίζονται με παραπομπή σε ευρωπαϊκές προδιαγραφές εφόσον υπάρχουν. 3. Ελλείψει ευρωπαϊκών προδιαγραφών, οι τεχνικές προδιαγραφές θα πρέπει στο μέτρο του δυνατού, να καθορίζονται με παραπομπή στα άλλα πρότυπα που χρησιμοποιούνται στην Κοινότητα. 4. Οι αναθέτοντες φορείς καθορίζουν τις πρόσθετες προδιαγραφές που απαιτούνται για τη συμπλήρωση των ευρωπαϊκών προδιαγραφών ή των άλλων προτύπων. Για το σκοπό αυτό, δίδουν το προβάδισμα στις προδιαγραφές που ορίζουν απαιτήσεις ως προς τις επιδόσεις μάλλον παρά τα χαρακτηριστικά σχεδιασμού ή περιγραφής, εκτός εάν έχουν αντικειμενικούς λόγους να θεωρούν ότι η χρησιμοποίηση τέτοιων προδιαγραφών δεν είναι ενδεδειγμένη για την εκτέλεση της σύμβασης. 5. Τεχνικές προδιαγραφές που αναφέρουν προϊόντα συγκεκριμένου κατασκευαστικού τύπου ή προέλευσης ή προκύπτοντα από ειδική μέθοδο και οι οποίες έχουν αποτέλεσμα την ευνοϊκή μεταχείριση ή τον αποκλεισμό ορισμένων επιχειρήσεων, δεν χρησιμοποιούνται, εκτός εάν οι εν λόγω τεχνικές προδιαγραφές είναι απαραίτητες λόγω του αντικειμένου της σύμβασης. Ειδικότερα, απαγορεύεται η μνεία εμπορικών σημάτων, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ή τύπων ή συγκεκριμένης προέλευσης ή καταγωγής. Ωστόσο, η μνεία αυτή επιτρέπεται εφόσον συνοδεύεται από τις λέξεις «ή ισοδύναμα», εάν το αντικείμενο της σύμβασης δεν μπορεί να περιγραφεί αλλιώς σε προδιαγραφές που να είναι επαρκώς ακριβείς και πλήρως κατανοητές για κάθε ενδιαφερόμενο. 6. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να παρεκκλίνουν από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, στις ακόλουθες περιπτώσεις: α. εάν είναι τεχνικώς αδύνατον να αποδειχτεί κατά ικανοποιητικό τρόπο η πιστότητα ενός προϊόντος προς τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές. β. εάν η εφαρμογή της παραγράφου 2 θίγει την εφαρμογή του Π.Δ. 424/95, (ΦΕΚ 243/Α/95) και του Κανονισμού Πιστοποίησης Τερματικού Τηλεπικοινωνιακού Εξοπλισμού, κοινή απόφαση 51477/11.1.96 (ΦΕΚ 48/Β/96), σχετικά με το πρώτο στάδιο της αμοιβαίας αναγνώρισης των εγκρίσεων τύπου του τηλεπικοινωνιακού τερματικού εξοπλισμού ή της απόφασης 87/95/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1986 για την τυποποίηση στον τομέα της τεχνολογίας των πληροφοριών και των τηλεπικοινωνιών. γ. εάν, κατά την προσαρμογή των υφισταμένων πρακτικών στις ευρωπαϊκές προδιαγραφές, οι ευρωπαϊκές αυτές προδιαγραφές υποχρεώνουν τον αναθέτοντα φορέα να αποκτήσει προμήθειες ασύμβατες με τον ήδη χρησιμοποιούμενο εξοπλισμό ή συνεπάγονται δυσανάλογη δαπάνη ή δυσανάλογες τεχνικές δυσχέρειες. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να προσφύγουν στην παρέκκλιση αυτή μόνο στα πλαίσια σαφώς καθορισμένης και καταγραμμένης στρατηγικής, με προοπτική την εντός καθορισμένου χρόνου υιοθέτηση ευρωπαϊκών προδιαγραφών. δ. εάν η συγκεκριμένη ευρωπαϊκή προδιαγραφή δεν ενδείκνυται για την ειδικά μελετώμενη εφαρμογή ή εάν δεν λαμβάνει υπόψη τις τεχνικές εξελίξεις που μεσολάβησαν από τη θέσπισή της. Οι αναθέτοντες φορείς που προσφεύγουν στην παρέκκλιση αυτή γνωστοποιούν στον αρμόδιο οργανισμό τυποποίησης ή οποιονδήποτε άλλο εξουσιοδοτημένο να αναθεωρεί τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές τους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι οι ευρωπαϊκές προδιαγραφές δεν είναι οι ενδεδειγμένες και ζητούν την αναθεώρησή τους. ε. εάν το προτεινόμενο σχέδιο αποτελεί πραγματική καινοτομία για την εφαρμογή της οποίας δεν ενδείκνυται η χρήση των υφιστάμενων ευρωπαϊκών προδιαγραφών. 7. Στις προκηρύξεις που δημοσιεύονται δυνάμει του άρθρου 11 παραγρ. 1 στοιχείο α. ή του άρθρου 11 παράγραφος 2 στοιχείο α. αναφέρεται η προσφυγή στην παραγρ. 6 του παρόντος άρθρου. 8. Οι παράγραφοι 1 έως 7 του παρόντος άρθρου δεν θίγουν τους υποχρεωτικούς τεχνικούς κανόνες, με την προϋπόθεση ότι οι τελευταίοι δεν αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο. 9. Οι αναθέτοντες φορείς ανακοινώνουν στους προμηθευτές, στους εργολήπτες ή στους παρέχοντες υπηρεσίες που ενδιαφέρονται για την ανάληψη σύμβασης και υποβάλλουν σχετική αίτηση, τις τεχνικές προδιαγραφές που περιλαμβάνονται συστηματικά στις συμβάσεις προμηθειών, έργων ή υπηρεσιών που αναθέτουν, ή τις τεχνικές προδιαγραφές στις οποίες σκοπεύουν να αναφερθούν για τις συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο περιοδικής ενημερωτικής προκήρυξης κατά την έννοια του άρθρου 12 παρ. 1 έως 4. Οταν αυτές οι τεχνικές προδιαγραφές καθορίζονται στα έγγραφα που είναι δυνατόν να τεθούν στη διάθεση των ενδιαφερόμενων προμηθευτών, εργοληπτών ή παρεχόντων υπηρεσίες, αρκεί η παραπομπή στα εν λόγω έγγραφα. Άρθρο 11 Προκήρυξη διαγωνισμού 1. Στην περίπτωση συμβάσεων προμηθειών, έργων ή υπηρεσιών, ο διαγωνισμός προκηρύσσεται: α. μέσω προκήρυξης συντασσόμενης σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ Α, Β ή Γ ή β. μέσω περιοδικής ενδεικτικής προκήρυξης συντασσόμενης σύμφωνα με το παράρτημα V ή γ. μέσω προκήρυξης για την ύπαρξη συστήματος προεπιλογής συντασσόμενης σύμφωνα με το παράρτημα ΙV. 2. Όταν ο διαγωνισμός προκηρύσσεται μέσω περιοδικής ενδεικτικής προκήρυξης: α. η προκήρυξη πρέπει να αναφέρει τις προμήθειες, τα έργα ή τις υπηρεσίες που θα καλύπτονται από τη σύμβαση που πρόκειται να συναφθεί β. η προκήρυξη πρέπει να αναφέρει ότι η σύμβαση αυτή θα συναφθεί με κλειστή διαδικασία ή διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς μεταγενέστερη δημοσίευση πρόσκλησης για υποβολή προσφορών και καλεί τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να εκδηλώσουν εγγράφως το ενδιαφέρον τους γ. οι αναθέτοντες φορείς καλούν αργότερα όλους τους υποψηφίους να επιβεβαιώσουν ότι ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν βάσει των λεπτομερών στοιχείων σχετικά με την εν λόγω σύμβαση, πριν να αρχίσει η επιλογή των προσφερόντων ή συμμετεχόντων σε διαπραγμάτευση. 3. Όταν η προκήρυξη διαγωνισμού γίνεται μέσω προκήρυξης με αντικείμενο την ύπαρξη του συστήματος προεπιλογής, οι προσφέροντες σε κλειστή διαδικασία ή οι συμμετέχοντες σε διαδικασία με διαπραγμάτευση, θα επιλέγονται μεταξύ των υποψηφίων που έχουν προεπιλεγεί βάσει αυτού του συστήματος. 4. Στην περίπτωση διαγωνισμών μελετών, ο διαγωνισμός προκηρύσσεται μέσω προκήρυξης συντασσόμενης σύμφωνα με το παράρτημα VΙΙΙ. 5. Οι προκηρύξεις που αναφέρονται στο παρόν άρθρο δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στον ελληνικό τύπο σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Άρθρο 12 Γνωστοποιήσεις - δημοσιεύσεις 1. Οι αναθέτοντες φορείς γνωστοποιούν τουλάχιστον μια φορά το χρόνο, μέσω περιοδικής ενδεικτικής προκήρυξης: α. στην περίπτωση των συμβάσεων προμηθειών, το σύνολο των συμβάσεων, ανά κατηγορία προϊόντων, των οποίων το εκτιμώμενο ύψος, σύμφωνα με το άρθρο 6 παραγρ. 1 είναι ίσο με ή ανώτερο από 750.000 ΕCU, και τις οποίες σχεδιάζουν να συνάψουν κατά τους επόμενους δώδεκα μήνες β. στην περίπτωση των συμβάσεων έργων, τα κύρια χαρακτηριστικά των συμβάσεων έργων που σχεδιάζουν να συνάψουν οι αναθέτοντες φορείς και των οποίων το εκτιμώμενο ύψος δεν είναι κατώτερο από το κατώτατο όριο αξίας που ορίζεται στο άρθρο 6 παραγρ. 1 γ. στην περίπτωση των συμβάσεων υπηρεσιών, το συνολικό προβλεπόμενο ποσό των συμβάσεων υπηρεσιών για κάθε μία από τις κατηγορίες υπηρεσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα VΙΙ Α που προτίθενται να συνάψουν κατά τους δώδεκα επόμενους μήνες και των οποίων το εκτιμώμενο συνολικό ύψος, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 6, είναι ίσο ή ανώτερο από 750.000 ΕCU. 2. Η προκήρυξη καταρτίζεται σύμφωνα με το παράρτημα V και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. 3. Όταν η προκήρυξη χρησιμοποιείται για την, κατά το άρθρο 11 παράγρ. 1 στοιχείο β, προκήρυξη διαγωνισμού, πρέπει να δημοσιεύεται δώδεκα το πολύ μήνες πριν από την ημερομηνία αποστολής της πρόσκλησης που αναφέρεται στο άρθρο 11 παρ. 2 στοιχείο γ. Επιπλέον, ο αναθέτων φορέας τηρεί τις προθεσμίες του άρθρου 14 παρ. 2. 4. Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν, ιδίως, να δημοσιεύουν περιοδικές ενδεικτικές προκηρύξεις με αντικείμενο σημαντικά σχέδια, χωρίς να επαναλαμβάνουν τις πληροφορίες που έχουν ήδη περιληφθεί σε προηγούμενη ενδεικτική περιοδική προκήρυξη, με την προϋπόθεση ότι αναφέρεται ευκρινώς ότι οι προκηρύξεις αυτές είναι πρόσθετες. 5. Οι αναθέτοντες φορείς που έχουν συνάψει σύμβαση ή οργανώσει διαγωνισμό μελετών, ανακοινώνουν στην Επιτροπή, εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη σύναψη της σύμβασης και με τις προϋποθέσεις που θα καθορίσει η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 24, παράγρ. 3 του παρόντος διατάγματος, τα αποτελέσματα της διαδικασίας σύναψης της σύμβασης μέσω προκήρυξης που καταρτίζεται σύμφωνα με το παράρτημα VΙ ή το παράρτημα ΙΧ. 6. Οι πληροφορίες που περιέχονται στο τμήμα Ι του παραρτήματος VΙ ή παρέχονται στο παράρτημα ΙΧ, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή σέβεται τον ευαίσθητο εμπορικό χαρακτήρα που ενδεχομένως θα επικαλεσθούν οι αναθέτοντες φορείς κατά τη διαβίβαση αυτών των πληροφοριών, σχετικά με τα σημεία 6 και 9 του παραρτήματος VΙ. 7. Οι αναθέτοντες φορείς που συνάπτουν συμβάσεις υπηρεσιών, οι οποίες υπάγονται στην κατηγορία αριθ. 8 του παραρτήματος VΙΙ Α και στις οποίες εφαρμόζεται το άρθρο 9 παράγρ. 2 στοιχείο β. μπορούν, όσον αφορά το σημείο 3 του παραρτήματος VΙ, να αναφέρουν μόνο τη βασική κατηγορία του αντικειμένου της σύμβασης, κατά την έννοια της κατάταξης του παραρτήματος VΙΙ. Οι αναθέτοντες φορείς που συνάπτουν συμβάσεις υπηρεσιών υπαγόμενες στην κατηγορία αριθ. 8 του παραρτήματος VΙΙ Α στις οποίες δεν εφαρμόζεται το άρθρο 9 παράγρ. 2 στοιχείο β. μπορούν να περιορίζουν τις πληροφορίες που παρέχονται στο σημείο 3 του παραρτήματος VΙ, όταν αυτό καθίσταται αναγκαίο λόγω εμπορικού απορρήτου. Εντούτοις, πρέπει να φροντίζουν ώστε οι πληροφορίες που δημοσιεύονται στο σημείο αυτό να είναι τουλάχιστον τόσο λεπτομερείς όσο και αυτές που περιέχονται στην προκήρυξη διαγωνισμού η οποία δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγρ. 1 ή, όταν χρησιμοποιείται ένα σύστημα προεπιλογής, οι πληροφορίες αυτές να είναι τουλάχιστον τόσο λεπτομερείς όσο και η κατηγορία που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγρ. 7. Στις περιπτώσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα VΙΙ Β, οι αναθέτοντες φορείς αναφέρουν στην προκήρυξη εάν δέχονται τη δημοσίευσή τους. 8. Οι πληροφορίες που παρέχονται στο τμήμα ΙΙ του παραρτήματος VΙ δεν πρέπει να δημοσιεύονται παρά μόνο με απλουστευμένη μορφή, για στατιστικούς λόγους. 9. Οι αναθέτοντες φορείς πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν την ημερομηνία αποστολής προς δημοσίευση των προκηρύξεων που αναφέρονται στα άρθρα 9, 11, 12 και 13 του παρόντος. 10. Οι προκηρύξεις δημοσιεύονται χωρίς περικοπές στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και στην τράπεζα δεδομένων ΤΕD, στη γλώσσα του πρωτοτύπου. Περίληψη των σημαντικότερων στοιχείων κάθε προκήρυξης δημοσιεύεται και στις λοιπές επίσημες γλώσσες της Κοινότητας, μόνο όμως το πρωτότυπο κείμενο θεωρείται αυθεντικό. 11. Η Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δημοσιεύει τις προκηρύξεις το αργότερο μέσα σε δώδεκα ημέρες από την ημερομηνία αποστολής τους. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και κατόπιν αιτήσεως του αναθέτοντα φορέα, η εν λόγω υπηρεσία προσπαθεί να δημοσιεύσει την προκήρυξη του άρθρου 11 παράγρ. 1 στοιχείο α. εντός πέντε ημερών, εφόσον της έχει αποσταλεί με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τέλεξ ή τέλεφαξ. Σε κάθε φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο περιλαμβάνει μια ή περισσότερες προκηρύξεις, πρέπει να δημοσιεύεται και το υπόδειγμα (ή τα υποδείγματα) σύμφωνα με το οποίο συντάχθηκε η δημοσιευόμενη προκήρυξη ή προκηρύξεις. 12. Η δαπάνη της δημοσίευσης των προκηρύξεων των συμβάσεων στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επιβαρύνει την Ευρωπαϊκή Ενωση. 13. Οι συμβάσεις ή διαγωνισμοί μελετών για τους οποίους δημοσιεύεται προκήρυξη στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων βάσει του άρθρου 11 παράγρ. 1 ή 4, δεν πρέπει να δημοσιεύονται με άλλον τρόπο πριν αποσταλούν στην Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η εν λόγω δημοσίευση δεν πρέπει να περιέχει διαφορετικές πληροφορίες από εκείνες που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Άρθρο 13 Διαγωνισμοί μελετών 1. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στους διαγωνισμούς μελετών που οργανώνονται στα πλαίσια διαδικασίας σύναψης συμβάσεων υπηρεσιών η εκτιμώμενη αξία των οποίων, εκτός ΦΠΑ, είναι ίση ή μεγαλύτερη από την αξία που αναφέρεται στο άρθρο 6 παραγρ. 1. 2. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις διαγωνισμών μελετών όταν το συνολικό ύψος των χρηματικών βραβείων συμμετοχής στους διαγωνισμούς και των ποσών που καταβάλλονται στους συμμετέχοντες ισούται ή υπερβαίνει τα 400.000 ΕCU, όσον αφορά τους διαγωνισμούς που οργανώνονται από τους φορείς που ασκούν μια δραστηριότητα που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχεία α, β και γ και τα 600.000 ΕCU όσον αφορά τους διαγωνισμούς που οργανώνονται από τους φορείς που ασκούν μια δραστηριότητα που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο δ. 3. Οι κανόνες σχετικά με τη διοργάνωση ενός διαγωνισμού μελετών θεσπίζονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο και ανακοινώνονται σε όσους ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό. 4. Η συμμετοχή σ αυτούς τους διαγωνισμούς δεν μπορεί να περιοριστεί: - στην ελληνική επικράτεια ή σε τμήμα αυτής ή στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, - από το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες θα πρέπει να είναι, βάσει της ελληνικής νομοθεσίας, φυσικά ή νομικά πρόσωπα. 5. Οσάκις οι διαγωνισμοί μελετών συγκεντρώνουν περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων, οι αναθέτοντες φορείς θεσπίζουν σαφή και αμερόληπτα κριτήρια επιλογής. Σε όλες τις περιπτώσεις, ο αριθμός των υποψηφίων που καλούνται να συμμετάσχουν στους διαγωνισμούς πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη εξασφάλισης πραγματικού ανταγωνισμού. 6. Η κριτική επιτροπή ενός διαγωνισμού μελετών συγκροτείται αποκλειστικά από φυσικά πρόσωπα ανεξάρτητα από τους συμμετέχοντες στο διαγωνισμό. Όταν απαιτείται από τους συμμετέχοντες στο διαγωνισμό να διαθέτουν ένα συγκεκριμένο επαγγελματικό προσόν, τουλάχιστον το ένα τρίτο των μελών της κριτικής επιτροπής, πρέπει να διαθέτουν το ίδιο ή ένα ισοδύναμο προσόν. Η κριτική επιτροπή είναι αδέσμευτη κατά την λήψη των αποφάσεών της ή τις γνωμοδοτήσεις της. Οι αποφάσεις ή οι γνώμες της εκδίδονται βάσει των μελετών που υποβάλλονται κατά τρόπο ανώνυμο και στηρίζονται αποκλειστικά στα κριτήρια που απαριθμούνται στην προκήρυξη που αναφέρεται στο παράρτημα VΙΙΙ. Άρθρο 14 Προθεσμίες παραλαβής προσφορών - αιτήσεων συμμετοχής 1. Στις ανοικτές διαδικασίες, η προθεσμία παραλαβής των προσφορών καθορίζεται από τους αναθέτοντες φορείς έτσι ώστε να μην είναι κατώτερη από 52 τουλάχιστον ημέρες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης. Αυτή η προθεσμία παραλαβής των προσφορών είναι δυνατόν να συντμηθεί σε 36 ημέρες, εάν οι αναθέτοντες φορείς έχουν δημοσιεύσει προκήρυξη σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1. 2. Στις κλειστές διαδικασίες και στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση κατόπιν προηγούμενης προκήρυξης διαγωνισμού, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις: α. η προθεσμία παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής, κατόπιν προκηρύξεως που δημοσιεύεται δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχείο α ή κατόπιν προσκλήσεως των αναθετόντων φορέων δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 2 στοιχείο γ ορίζεται κατά γενικό κανόνα σε πέντε τουλάχιστον εβδομάδες από την ημερομηνία αποστολής της προκήρυξης ή της προσκλήσεως, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερη από την προθεσμία δημοσίευσης του άρθρου 12 παράγραφος 11, συν δέκα ημέρες, β. η προθεσμία παραλαβής των προσφορών μπορεί να ορίζεται με κοινή συμφωνία μεταξύ του αναθέτοντος φορέα και των επιλεγέντων υποψηφίων, εφόσον δίδεται σε όλους τους υποψηφίους ίσος χρόνος για την προετοιμασία και την υποβολή των προσφορών τους, γ. όταν δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με την προθεσμία παραλαβής των προσφορών, ο αναθέτων φορέας ορίζει προθεσμία η οποία, κατά γενικό κανόνα, ανέρχεται σε τρεις τουλάχιστον εβδομάδες, σε καμία δε περίπτωση σε λιγότερο από δέκα ημέρες, από την ημερομηνία της πρόσκλησης για υποβολή προσφοράς. Για τον καθορισμό της διάρκειας της προθεσμίας αυτής λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία που μνημονεύονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου. 3. Με την προϋπόθεση ότι έχουν ζητηθεί εγκαίρως, η συγγραφή υποχρεώσεων και τα λοιπά τεύχη της διακήρυξης πρέπει να αποστέλλονται από τους αναθέτοντες φορείς στους προμηθευτές, στους εργολήπτες ή στους παρέχοντες υπηρεσίες, κατά κανόνα, μέσα σε έξι ημέρες από την παραλαβή της σχετικής αίτησης. 4. Με την προϋπόθεση ότι έχουν ζητηθεί εγκαίρως, τα τυχόν συμπληρωματικά στοιχεία της συγγραφής υποχρεώσεων πρέπει να παρέχονται από τους αναθέτοντες φορείς έξι μέρες το αργότερο πριν από τη λήξη της προθεσμίας παραλαβής των προσφορών. 5. Όταν για την υποβολή των προσφορών είναι αναγκαία η εξέταση ογκωδών εγγράφων στοιχείων, π.χ. εκτενών τεχνικών προδιαγραφών, η επίσκεψη στον τόπο του έργου ή η επιτόπια εξέταση των εγγράφων στοιχείων που συνοδεύουν τη συγγραφή υποχρεώσεων, αυτό λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό των κατάλληλων προθεσμιών. 6. Οι αναθέτοντες φορείς προσκαλούν τους επιλεγέντες υποψήφιους εγγράφως και ταυτοχρόνως. Η πρόσκληση συνοδεύεται από τη συγγραφή υποχρεώσεων και τα λοιπά τεύχη της διακήρυξης, πρέπει δε να περιλαμβάνει τα ακόλουθα τουλάχιστον στοιχεία: α. τη διεύθυνση από την οποία είναι δυνατόν να ζητηθούν τα τυχόν συμπληρωματικά έγγραφα στοιχεία και την προθεσμία για την υποβολή της σχετικής αίτησης, καθώς επίσης και το ύψος και τον τρόπο καταβολής τυχόν αντιτίμου για τα στοιχεία αυτά β. την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας για την παραλαβή των προσφορών, τη διεύθυνση στην οποία πρέπει να αποσταλούν και τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες πρέπει να συνταχθούν γ. τα στοιχεία κάθε προκήρυξης διαγωνισμού που έχει ήδη δημοσιευθεί δ. μνεία των εγγράφων που ενδεχομένως πρέπει να επισυναφθούν ε. τα κριτήρια της ανάθεσης της σύμβασης, εφόσον αυτά δεν περιλαμβάνονται στην προκήρυξη στ. οποιονδήποτε άλλον ιδιαίτερο όρο συμμετοχής στη διαδικασία ανάθεσης. 7. Οι αιτήσεις συμμετοχής και οι προσκλήσεις υποβολής προσφοράς πρέπει να διαβιβάζονται με το ταχύτερο δυνατό μέσον. Οι αιτήσεις συμμετοχής που υποβάλλονται με τηλεγράφημα, τέλεξ, τηλεομοιοτυπία ή οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μέσο επικοινωνίας πρέπει να επιβεβαιώνονται με επιστολή αποστελλόμενη εντός των προθεσμιών που τίθενται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου. Άρθρο 15 Υπεργολαβίες Στη συγγραφή υποχρεώσεων, ο αναθέτων φορέας μπορεί να ζητήσει από τον προσφέροντα να προσδιορίσει, στην προσφορά του, το τμήμα της σύμβασης που προτίθεται, ενδεχομένως, να αναθέσει υπό μορφή υπεργολαβίας σε τρίτους. Η εκδήλωση τέτοιας πρόθεσης δεν αίρει την ευθύνη του αρχικού εργολήπτη. Άρθρο 16 Παροχή πληροφοριών 1. Ο αναθέτων φορέας μπορεί να αναφέρει ή είναι δυνατόν να υποχρεωθεί από ένα κράτος μέλος να αναφέρει στη συγγραφή υποχρεώσεων την αρχή ή τις αρχές από τις οποίες οι προσφέροντες μπορούν να λάβουν τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις περί προστασίας και συνθηκών εργασίας που ισχύουν στην Ελλάδα, στην περιοχή ή στην τοποθεσία όπου πρόκειται να εκτελεστεί το έργο ή να παρασχεθούν οι υπηρεσίες και οι οποίες θα ισχύουν για τις εργασίες που πραγματοποιούνται ή τις υπηρεσίες που παρέχονται στο εργοτάξιο κατά την εκτέλεση της σύμβασης. 2. Η αναθέτουσα αρχή που παρέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο 1 ζητεί από τους προσφέροντες ή από τους συμμετέχοντες στη διαδικασία ανάθεσης να αναφέρουν ότι έλαβαν υπόψη, κατά την προετοιμασία της προσφοράς τους, τις υποχρεώσεις σχετικά με τις διατάξεις περί προστασίας και συνθηκών εργασίας, που ισχύουν στον τόπο εκτέλεσης, του έργου ή παροχής των υπηρεσιών. Τούτο δεν εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 21 παράγραφος 5 σχετικά με την επαλήθευση των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών.
Ημερομηνία Τίτλος ΦΕΚ
2000-03-02 Προεδρικό Διάταγμα 2000/57
Τροποποίηση Τύπος
A/2000/45
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Τίτλος Κωδικός Ημερομηνία
Για την εναρμόνιση του Ελληνικού Δικαίου με την Οδηγία 96/48/ΕΚ του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1996 σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος μεγάλης ταχύτητας. 2001/345 2001
Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών προς τις διατάξεις της Οδηγίας 98/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρ[...]" 2002/22 2002
Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία 2000/35 της 29-6-2000 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές. 2003/166 2003
Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας περί Δημοσίων Συμβάσεων προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2001/78/ ΕΚ της 13ης Σεπτεμβρίου 2001 και τροποποίηση των Π.Δ. 370/95 (ΦΕΚ 199/Α~/14.9.1995) και 57/2000 (ΦΕΚ 45/Α~/2.3.2000). 2004/104 2004
Διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος: Εναρμόνιση της Οδηγίας 2001/16/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαρτίου 2001 (L 110/20.4.2000). 2005/139 2005